Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

Οι δύο ερμηνευτικοί δρόμοι της γνώσης

Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι υπάρχουν στη φύση μηχανές συγκρίσιμες με τις τελειότερες κατασκευές του ανθρώπου. Δεν μπορούμε, εκτός αν αρνηθούμε την ύπαρξη του ίδιου του φυσικού κόσμου, αν δεχτούμε πως ζούμε σε μια ψευδαίσθηση (γιατί υπάρχουν και αυτού του είδους οι θεωρίες).

Ας τολμήσουμε λοιπόν το επόμενο βήμα, να ρωτήσουμε: Από τι είναι κατασκευασμένες οι μηχανές αυτές; Πώς λειτουργούν; Πώς και πότε κατασκευάστηκαν; Και για ποιον σκοπό;

Υπάρχουν δύο θεωρήσεις μέσα από τις οποίες μπορούμε να αναζητήσουμε απαντήσεις. Μας είναι γνωστές.

1. Η μία δέχεται ότι ο άνθρωπος είναι προϊόν και μέρος του φυσικού κόσμου, ότι η γνώση του αποκτάται με τα μέσα που του παρέχει ο φυσικός κόσμος, ό,τι γνωρίζει και ό,τι μπορεί ποτέ να μάθει είναι και θα είναι μέρος του φυσικού κόσμου.

2. Η άλλη δέχεται ότι όλα περνούν μέσα από μια οντότητα που εξουσιάζει τον φυσικό κόσμο.

Θα ονομάσω την πρώτη «φυσική» θεώρηση και τη δεύτερη «μεταφυσική». Βρίσκω τους όρους αυτούς πιο απλούς και πιο άμεσους, λιγότερο παρεξηγήσιμους από τους όρους επιστημονική, εμπειρική ή θετική –που χρησιμοποιούνται συχνά για την πρώτη θεώρηση– και υπερφυσική, υπερβατική, πνευματική ή δογματική – που χρησιμοποιούνται για τη δεύτερη. Στο άρθρο αυτό, θα χειριστώ τις δύο αυτές θεωρήσεις διαζευκτικά: δεν μπορεί να είναι και οι δύο σωστές, δεν είναι συμβατές η μία με την άλλη, δεν υπάρχουν ενδιάμεσες καταστάσεις.

Η θέση αυτή ίσως φανεί αυθαίρετη και ακραία, ή ακόμα –πράγμα πιο σοβαρό– λανθασμένη. Και όμως θα επιμείνω στο ότι υπάρχουν μόνο αυτές οι δύο θεωρήσεις για τον εξής λόγο: από τη στιγμή που θα δεχτούμε πως οι δύο θεωρήσεις δεν είναι ανεξάρτητες και αυτοδύναμες, αλλά συμπληρωματικές, συμβιβάσιμες ή αλληλεξαρτημένες, από τη στιγμή αυτή θα έχουμε υποτάξει τη φυσική θεώρηση στη μεταφυσική, θα την έχουμε κάνει μέρος της. Γιατί το αντίθετο, η υποταγή του μεταφυσικού στο φυσικό –ακόμα και η ισότητά τους– αποκλείεται από τον ίδιο τον ορισμό της μεταφυσικής θεώρησης.

Δεν μπορείς να παντρεύεις τον Θεό με την ύλη και να απαιτείς συζυγική ισότητα. Αυτό σημαίνει πως η διατήρηση της άποψης ότι οι δύο θεωρήσεις είναι ανεξάρτητες και διαζευκτικές είναι απαραίτητη αν δεν θέλουμε να εγκαταλείψουμε τον σκοπό μας, που είναι να δούμε πόσο μακριά μπορεί να μας πάει η φυσική θεώρηση του κόσμου χωρίς την προσφυγή σε μεταφυσικές ερμηνείες.

Έχοντας κάνει αυτή τη διαπίστωση, ας ξαναγυρίσουμε στα ερωτήματα που θέσαμε και ας δούμε πρώτα πώς θα μπορούσαν να απαντηθούν μέσα από τη φυσική θεώρηση. Το «από τι είναι κατασκευασμένες οι μηχανές» δηλώνει πως ψάχνουμε για ηλεκτρόνια και πρωτόνια, για άτομα και μόρια, ότι αναζητούμε μια «υλιστική» ερμηνεία.

Το «πώς λειτουργούν» δηλώνει πως ψάχνουμε για φυσικοχημικές διεργασίες, για μηχανισμούς που απορρέουν από τις ιδιότητες της ύλης, ότι αναζητούμε μια «μηχανιστική» ερμηνεία.

Το «πώς και πότε κατασκευάστηκαν» δηλώνει ότι ψάχνουμε για μια διαδικασία που έγινε ή που άρχισε στο παρελθόν και συνεχίζεται στις μέρες μας, ότι αναζητούμε μια «ιστορική» ερμηνεία.

Ας σταθούμε εδώ πριν προχωρήσουμε στο τέταρτο ερώτημα, το «για ποιο σκοπό». Αφού η ύλη δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τον χώρο και τον χρόνο, η υλιστική, η μηχανιστική και η ιστορική ερμηνεία του φυσικού κόσμου είναι έννοιες σύμφυτες, ένα και το αυτό, η διάκρισή τους υπάρχει μόνο στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η φυσική ερμηνεία του κόσμου (και φυσικά εννοούμε του φυσικού κόσμου, αφού αυτός είναι ο μόνος κόσμος που κατά τον ορισμό μας υπόκειται στη φυσική θεώρηση), αλλιώς γνωστή ως φυσιοκρατία, δεν μπορεί παρά να είναι υλι­στική- μηχανιστική-ιστορική. Αυτό, κατά τη θέση μας, πρέπει να ισχύει από τα ηλεκτρόνια μέχρι τους γαλαξίες, από το γονίδια μέχρι τα οικοσυστήματα, από τις κοκορομαχίες μέχρι τους παγκόσμιους πολέμους, από τις κοινωνίες των μελισσών μέχρι τις κοινωνίες των εθνών – και ίσως των άστρων.

Πώς απαντά η φυσική ερμηνεία στο τέταρτο ερώτημα; Για ποιον σκοπό είναι κατασκευασμένη η νυχτερίδα να στέλνει, να δέχεται και να αναλύει υπερήχους; Η απάντηση «για να πιάνει έντομα» σίγουρα δεν πρόκειται να μας ικανοποιήσει, αφού στη συνέχεια θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε «γιατί είναι η νυχτερίδα κατασκευασμένη για να πιάνει έντομα;». Μπαίνουμε έτσι σε μια αλυσίδα ερωτημάτων. Ένας κρίκος της, που θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν τέρμα, είναι η απάντηση «ο σκοπός πίσω από τη μηχανή που ονομάζουμε νυχτερίδα είναι να δώσει άλλες νυχτερίδες, να αναπαραχθεί».

Πρόκειται για τέρμα στην αλυσίδα των ερωτημάτων μας ή για στάση; Πολλοί θα έλεγαν στάση, αφού στη συνέχεια θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε «ποιος είναι ο σκοπός της αναπαραγωγής;». Για τη βιολογία η ερώτηση αυτή είναι ό,τι είναι για τη φυσική η ερώτηση «ποιος είναι ο σκοπός της βαρύτητας;». Είναι φανερό ότι τέτοιες ερωτήσεις, που αναζητούν σκοπό στις πιο βασικές ιδιότητες του φυσικού κόσμου, οδηγούν στην απλή και πιο ειλικρινή ερώτηση «γιατί υπάρχει ο φυσικός κόσμος;», που είναι εξίσου απλά και ειλικρινά μια μεταφυσική ερώτηση.

Ερωτήσεις του τύπου «για ποιον σκοπό» είναι γνωστές ως τελεολογικές (τέλος = σκοπός). Το παραπάνω σκεπτικό μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι τελεολογικές ερωτήσεις οδηγούν απευθείας στη μεταφυσική θεώρηση του κόσμου και, επομένως, δεν έχουν θέση στη φυσική ερμηνεία του καθώς δεν οδηγούν σε λογικές, ή επαρκείς απαντήσεις.

Η μόνη μη μεταφυσική απάντηση σε μια τελεολογική ερώτηση μπορεί να βγει μέσα από μια άλλη ερώτηση: «Γιατί έχουμε την τάση να κάνουμε τελεολογικές ερωτήσεις;». Γιατί στο παράδειγμα της νυχτερίδας δεν αρκεστήκαμε στις τρεις πρώτες ερωτήσεις; (από τι είναι κατασκευασμένη η μηχανή; πώς λειτουργεί; πού, πότε και πώς φτιάχτηκε;).

Η σύντομη απάντηση στο γιατί θέτουμε τελεολογικές ερωτήσεις, η απάντηση της φυσικής θεώρησης του κόσμου, είναι «από συνήθεια», μια συνήθεια που την οφείλουμε στη γενετική και την πολιτισμική μας κληρονομιά. Προς το τέλος θα έχουμε όλη την πληροφόρηση που θα μας επιτρέψει να αναγνωρίσουμε αυτή τη συνήθεια σαν μια έμφυτη πλάνη. Όμως, προς το παρόν, η απάντηση μας φαίνεται απλοϊκή και αυθαίρετη, για μερικούς ίσως εξοργιστικά απλοϊκή και αυθαίρετη (μόνο που αν μπει στη μέση η οργή, καλύτερα να σταματήσετε). Ακούω κιόλας το παράπονο ότι σπατάλησα μερικές λέξεις για να παρουσιάσω τη νυχτερίδα σαν μηχανή και τώρα σας καλώ να δεχτείτε ότι η μηχανή αυτή δεν έχει σκοπό.

Ξέρεις εσύ (ακούω την ερώτηση) καμιά μηχανή που δεν έχει φτιαχτεί για κάποιο σκοπό; Είναι μια ερώτηση που δίκαια απαιτεί μια απάντηση. Και η απάντηση αυτή, η απάντηση που θα επιχειρήσει να δώσει το άρθρο δεν μπορεί παρά να έχει τα στοιχεία της φυσικής θεώρησης, να είναι μια υλιστική-μηχανιστική-ιστορική ερμηνεία. Αλλιώς δεν θα είναι τίποτε παραπάνω από μια υπεκφυγή, μια αναγνώριση πως μπροστά στην αδυναμία μας να δώσουμε απάντηση στις έσχατες ερωτήσεις, τις βαφτίζουμε άτοπες και ανεδαφικές. Θα είναι, τέλος, μια ομολογία πως η φυσική θεώρηση είναι από μόνη της ανεπαρκής.

Και τότε θα είναι δικαιωμένοι όσοι θα προτιμούσαν να κλείσει εδώ το θέμα, ψιθυρίζοντας συγκαταβατικά πως καλά κάνει η φυσική θεώρηση και ξανοίγεται στις άγνωστες θάλασσες της αναζήτησης, αλλά ας κρατά πάντα μαζί της την πυξίδα του τελεολογικού προσανατολισμού για να μπορέσει τελικά να επιστρέψει στο λιμάνι και να δεθεί στέρεα στο μουράγιο της μεταφυσικής θεώρησης.

Οι «αποδείξεις» του Θωμά Ακινάτη για την ύπαρξη Θεού

Τα επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης του Θεού συστηματοποιούνταν για αιώνες από τους θεολόγους, ενώ κάποιοι άλλοι, συμπεριλαμβανομένων διάφορων γυρολόγων τής κακώς εννοούμενης «κοινής λογικής», προσέθεσαν και μερικά συμπληρωματικά.

Οι πέντε «αποδείξεις» που διατύπωσε ο Θωμάς Ακινάτης τον 13ο αιώνα δεν αποδεικνύουν τίποτε και είναι εύκολο να καταδειχθεί η κενότητά τους.

Οι πρώτες τρεις, αποτελούν απλώς διαφορετικούς τρόπους για να ειπωθεί το ίδιο πράγμα, άρα μπορούμε να τις εξετάσουμε όλες μαζί. Και οι τρεις περιέχουν την έννοια της άπειρης αναδρομής: H απάντηση σε κάποιο ερώτημα εγείρει ένα πρότερο ερώτημα κ.ο.κ., επ’ άπειρον.

1. Το κινούν ακίνητον. Τίποτε δεν κινείται χωρίς ένα πρότερο κινούν. Αυτό μάς οδηγεί σε μια άπειρη αναδρομή, από την οποία μόνη διέξοδος είναι ο Θεός. Κατ’ ανάγκην, η πρώτη κίνηση προκλήθηκε από κάτι, και αυτό το κάτι το ονομάζουμε «Θεό».

2. Η πρώτη αιτία. Τίποτε δεν προκαλείται από μόνο του. Κάθε αιτιατό έχει ένα πρότερο αίτιο, πράγμα που μας ωθεί ξανά σε αναδρομή. Τούτη πρέπει να τερματιστεί σε μια πρώτη αιτία, την οποία ονομάζουμε «Θεό».

3. Το κοσμολογικό επιχείρημα. Πρέπει να υπήρχε μια εποχή κατά την οποία τα φυσικά πράγματα δεν υφίσταντο. Αφού όμως τα φυσικά πράγματα τώρα υπάρχουν, τότε κάτι μη φυσικό πρέπει να τα δημιούργησε, και αυτό το κάτι το ονομάζουμε «Θεό».

Και τα τρία παραπάνω επιχειρήματα βασίζονται στην ιδέα της αναδρομής και επικαλούνται τον Θεό για τον τερματισμό της. Περιέχουν την εντελώς αθεμελίωτη παραδοχή ότι ο ίδιος ο Θεός εξαιρείται από την αναδρομή. Ακόμη κι αν επιτρέψουμε τη βολική τούτη πολυτέλεια της αυθαίρετης επινόησης ενός τέρματος σε μια άπειρη αναδρομή, και της απόδοσης ονόματος σε αυτό επειδή μόνο και μόνο το έχουμε ανάγκη, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να προικίσουμε το εν λόγω τέρμα με οποιαδήποτε ιδιότητα από όσες αποδίδονται συνήθως στον Θεό: Παντοδυναμία, παντογνωσία, αγαθότητα, σοφία, δημιουργικότητα, για να μην αναφερθούμε και στα διάφορα ανθρώπινα χαρακτηριστικά όπως το να εισακούει προσευχές, να συγχωρεί αμαρτίες και να διαβάζει τις πιο μύχιες σκέψεις. Παρεμπιπτόντως, δεν διέλαθε την προσοχή των μελετητών της λογικής το γεγονός ότι η παντογνωσία και η παντοδυναμία συνιστούν αλληλοαποκλειόμενες έννοιες. Εάν ο Θεός είναι παντογνώστης, τότε γνωρίζει ήδη τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος θα παρέμβει για να αλλάξει το ρου της ιστορίας, ασκώντας την παντοδυναμία του. Τούτο όμως σημαίνει ότι ο Θεός αδυνατεί να αλλάξει γνώμη σχετικά με την παρέμβασή του, πράγμα που συνεπάγεται ότι δεν είναι παντοδύναμος. Η Κάρεν Όουενς εξέφρασε το πνευματώδες αυτό παράδοξο με στίχους εξίσου ευφυείς:

«Άραγε ο παντογνώστης Θεός μπορεί,
Εκείνος που γνωρίζει το μέλλον,
να βρει την παντοδυναμία για ν’ αλλάξει
τη γνώμη Του τη μελλοντική
;».

Για να επιστρέφουμε στην άπειρη αναδρομή και στη ματαιότητα της επίκλησης του Θεού, για να την τερματίσουμε, θα ήταν προτιμότερο —από πλευράς οικονομίας σκέψης— να επινοήσουμε, λόγου χάριν, μια «χωροχρονική ανωμαλία τύπου Μεγάλης Έκρηξης», ή κάποια άλλη, άγνωστη ως τώρα, φυσική έννοια. Το να ονομάζουμε αυτό το τέρμα «Θεό», είναι στην καλύτερη περίπτωση αναποτελεσματικό και στη χειρότερη ολέθρια παραπλανητικό. Η «παράλογη συνταγή για μικροψιλοκαμωμένες κοτολέτες» τού Έντουαρτ Λιρ μάς προτρέπει: «Προμηθευτείτε μερικά βοδινά φιλέτα και, αφού τα κόψετε στα μικρότερα δυνατά κομμάτια, συνεχίστε και κόψτε τα σε ακόμη μικρότερα, οκτώ ή και εννέα φορές».

Μερικές αναδρομές πράγματι φτάνουν σε ένα φυσικό τέλος. Παλαιότερα, οι επιστήμονες αναρωτιούνταν τι θα συνέβαινε αν κατάφερνε κάποιος να διαιρέσει ένα κομμάτι μέταλλο —από χρυσό, φέρ’ ειπείν— στα μικρότερα δυνατά κομμάτια. Δεν θα ήταν άραγε δυνατόν κάθε τέτοιο κομμάτι να κοπεί πάλι στα δύο, ώστε να παραχθεί ένα ακόμη πιο μικροσκοπικό τεμάχιο χρυσού; Αυτός όμως ο ατέρμων τεμαχισμός θα λάμβανε τέλος στο άτομο: Το μικρότερο δυνατό τεμάχιο χρυσού είναι ο πυρήνας, αποτελούμενος από ακριβώς 79 πρωτόνια και λίγο περισσότερα νετρόνια, τα οποία συνοδεύονται από ένα σμήνος 79 ηλεκτρονίων. Εάν «κόψεις» το χρυσό πιο πέρα από το άτομο, ό,τι κι αν προκύψει δεν θα είναι χρυσός. Το άτομο παρέχει ένα φυσικό τέλος στη συγκεκριμένη αναδρομή. Δεν είναι όμως καθόλου σαφές ότι ο Θεός αποτελεί το φυσικό τέρμα στις αναδρομές του Ακινάτη —και η συγκεκριμένη διατύπωση δεν φείδεται καθόλου επιείκειας. Ας προχωρήσουμε λοιπόν περαιτέρω στον κατάλογο του Ακινάτη…

4. Το επιχείρημα εκ τον βαθμού. Παρατηρούμε ότι τα πράγματα στον Κόσμο διαφέρουν μεταξύ τους. Υπάρχουν, παραδείγματος χάριν, διάφοροι βαθμοί αγαθότητας ή τελειότητας. Αλλά οι εκτιμήσεις μας για αυτούς τους βαθμούς βασίζονται στη σύγκριση με κάποιο μέγιστο. Εμείς οι άνθρωποι μπορεί να είμαστε ταυτόχρονα καλοί και κακοί, άρα αποκλείεται να ενυπάρχει μέσα μας η μέγιστη αγαθότητα. Συνεπώς, πρέπει να υπάρχει κάποιο άλλο μέγιστο, το οποίο θέτει το μέτρο της τελειότητας, και ονομάζουμε αυτό τον «μέγιστο Θεό».

Είναι τούτο επιχείρημα; Με την ίδια λογική θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι άνθρωποι διαφέρουν και ως προς τη δυσοσμία τους, αλλά μπορούμε να τους συγκρίνουμε μόνο σε σχέση με ένα τέλειο και μέγιστο επίπεδο δυνατής δυσοσμίας. Συνεπώς, πρέπει να υπάρχει κάποιο εξαιρετικά, απαράμιλλα δύσοσμο ον, και αυτό το ονομάζουμε «Θεό». Ή συγκρίνετε ως προς οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα, και θα καταλήξετε σε ένα εξίσου βλακώδες συμπέρασμα.

5. Το τελεολογικό επιχείρημα, ή επιχείρημα εκ του σχεδίου. Τα όντα του Κόσμου, ειδικά τα έμβια, δίνουν την εντύπωση ότι κάποιος τα έχει σχεδιάσει. Τίποτε από όσα γνωρίζουμε δεν φαίνεται να είναι σχεδιασμένο εκτός αν έχει όντως σχεδιαστεί. Συνεπώς, πρέπει να υπήρξε κάποιος σχεδιαστής, και τον ονομάζουμε «Θεό». (Ο ίδιος ο Ακινάτης χρησιμοποίησε την αναλογία του κινούμενου προς το στόχο βέλους, αλλά ένας σύγχρονος αντιαεροπορικός πύραυλος που ανιχνεύει θερμότητα θα εξυπηρετούσε το σκοπό του πιο αποτελεσματικά).

Το επιχείρημα εκ του σχεδίου είναι το μόνο που χρησιμοποιείται τακτικά ακόμη και σήμερα, και πολλοί εξακολουθούν να το αντιλαμβάνονται ως το έσχατο και αποστομωτικό επιχείρημα. Είχε εντυπωσιάσει και τον νεαρό Δαρβίνο όταν, ως φοιτητής ακόμη στο Κέμπριτζ, το είχε διαβάσει στο βιβλίο «Natural Theology» (Φυσική Θεολογία) του Γουίλιαμ Πάλεϊ. Δυστυχώς για τον Πάλεϊ, ο ώριμος πλέον Δαρβίνος το κονιορτοποίησε. Πράγματι, η πλέον συντριπτική νίκη που κατήγαγε ποτέ ο ορθολογισμός ενάντια στις παραδεδεγμένες αντιλήψεις υπήρξε πιθανότατα η απροσδόκητη κατάρριψη αυτού του επιχειρήματος από τον Κάρολο Δαρβίνο. Χάρη στον Δαρβίνο, θεωρείται πλέον εσφαλμένος ο ισχυρισμός πως τίποτε από όσα γνωρίζουμε δεν φαίνεται να είναι σχεδιασμένο εκτός αν έχει όντως σχεδιαστεί. Η εξέλιξη μέσω της φυσικής επιλογής, ανερχόμενη σε εξαίσια ύψη πολυπλοκότητας και κομψότητας, παράγει μια εξαιρετική επίφαση σχεδιασμού. Στα κορυφαία μάλιστα προϊόντα αυτού του ψευδοσχεδιασμού συγκαταλέγονται τα νευρικά συστήματα, που —μεταξύ των πιο ταπεινών επιτευγμάτων τους— επιδεικνύουν εμπρόθετη συμπεριφορά, η οποία, ακόμη και στο πιο μικροσκοπικό έντομο, μοιάζει πολύ περισσότερο με τον προηγμένο πύραυλο ανίχνευσης θερμότητας, παρά με ένα απλό βέλος που κατευθύνεται στο, στόχο του.

ΚΙΚΕΡΩΝ: Όχι από τον υπολογισμό των κερδών, αλλά από τον τρόπο ζωής και τις ανάγκες μετριέται η περιουσία

Ανάμεσα στα ανθρώπινα χαρακτηριστικά ετούτο εδώ είναι αρκετά συνηθισμένο: να μας αρέσουν περισσότερο τα ξένα πράγματα παρά τα δικά μας και να αγαπάμε την κίνηση και την αλλαγή.

«Ακόμη και το ίδιο το φως της ημέρας δεν μας αρέσει
παρά μόνο γιατί οι Ώρες αλλάζουν άλογα στην κούρσα τους
» (ΠΕΤΡΟΝΙΟΣ)

Έχω και εγώ το μερίδιο μου. Αυτοί που πηγαίνουν στο άλλο άκρο, να είναι ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους, να θεωρούν ότι αυτά που έχουν είναι ανώτερα όλων και να μην αναγνωρίζουν τίποτε πιο όμορφο από αυτό που οι ίδιοι βλέπουν, αν δεν είναι πιο σοφοί από εμάς, είναι τουλάχιστον πιο ευτυχισμένοι.

Δεν ζηλεύω καθόλου τη σοφία τους, αλλά σίγουρα ζηλεύω την ευτυχία τους.

Αυτή η ακόρεστη διάθεση για καινούργια και άγνωστα πράγματα βοηθά να συντηρείται μέσα μου η επιθυμία του ταξιδιού, αλλά συμβάλλουν και πολλές άλλες συγκυρίες.

Έχω την ευκαιρία να απομακρύνομαι από την διαχείριση του οίκου μου. Το να διοικείς δίνει κάποια ευχαρίστηση, ακόμη κι αν πρόκειται για αχυρώνα, το ίδιο και το να σε υπακούν οι δικοί σου· αλλά είναι μια ευχαρίστηση πολύ μονότονη και βαρετή.

Κι έπειτα συνδυάζεται αναγκαστικά με πολλές ενοχλητικές σκέψεις, άλλοτε σε στεναχωρεί η φτώχεια και η καταπίεση του λαού σου, άλλοτε μια διαμάχη μεταξύ των γειτόνων σου, άλλοτε η κατάχρηση που κάνουν εις βάρος σου·

«Είτε είναι τα αμπέλια που χτυπήθηκαν από το χαλάζι,
είτε η γη σου που διαψεύδει τις προσδοκίες σου,
είτε είναι τα δέντρα που παραπονιούνται για το πολύ νερό,
ή για την ξηρασία που καίει τον κάμπο ή για την βαρυχειμωνιά
». (ΟΡΑΤΙΟΣ)

και ακόμη σε απασχολεί το γεγονός ότι σε διάστημα έξι μηνών μόλις μια φορά ο Θεός θα στείλει μια εποχή που θα ικανοποιήσει απόλυτα τον φοροεισπράκτορά σας, και επίσης μήπως, αν αυτή βοηθάει τα αμπέλια, κάνει κακό στα λιβάδια.

«Ή ο υπερβολικά καυτός ήλιος καίει τις σοδειές,
ή ξαφνικές βροχές και παγωνιές τις καταστρέφουν,
ή βίαιοι ανεμοστρόβιλοι τις ρημάζουν
». (ΛΟΥΚΡΗΤΙΟΣ)

Επιπλέον αυτό θυμίζει εκείνον τον άντρα από το παρελθόν με το καινούργιο και κομψό παπούτσι, που όμως τον χτυπούσε στο πόδι και το ότι ο ξένος δεν ξέρει πόσο σου κοστίζει και πόσες θυσίες κάνεις για να κρατήσεις την εξωτερική εικόνα της τάξης που βλέπει ο κόσμος στην οικογένειά σου και που ενδεχομένως την πληρώνεις ακριβά.

Άργησα να πάρω τη διαχείριση στα χέρια μου. Εκείνοι που η φύση τους έκανε να γεννηθούν πριν από μένα με είχαν απαλλάξει για πολύ καιρό. Είχα ήδη αποκτήσει μια διαφορετική συνήθεια, πιο ταιριαστή στο χαρακτήρα μου. Παρ’ όλα αυτά, απ’ όσα είδα, πρόκειται για μια ενοχλητική μάλλον παρά δύσκολη ενασχόληση, όποιος είναι ικανός για οτιδήποτε άλλο δεν θα δυσκολευτεί ούτε με αυτή.

Αν μ’ ένοιαζε να πλουτίσω, τούτος ο δρόμος θα μου φαινόταν πολύ μακρύς· θα είχα μπει στην υπηρεσία των βασιλιάδων, συναλλαγή αποδοτικότερη κάθε άλλης. Αφού το μόνο που επιδιώκω να αποκτήσω είναι η φήμη ότι δεν έχω αποκτήσει τίποτε, όπως και ότι δεν έχω κατασπαταλήσει τίποτε, ανάλογα με το υπόλοιπο της ζωής που μου απομένει, ακατάλληλο για οτιδήποτε καλό ή κακό, και αφού το μόνο που αποζητώ είναι να περάσω το χρόνο μου, αυτό μπορώ να το κάνω, δόξα τω Θεό, χωρίς πολύ κόπο.

Στη χειρότερη περίπτωση, προλάβετε τη φτώχεια, περιορίζοντας τα έξοδα. Αυτό προσπαθώ να κάνω και να αλλάξω προτού η φτώχεια με αναγκάσει. Κατά τα άλλα έχω δημιουργήσει αρκετά επίπεδα στην ψυχή μου, μέσω των οποίων μπορώ να επιβιώσω με λιγότερα από αυτά που έχω· και εννοώ να περάσω ευχάριστα.

« Όχι από τον υπολογισμό των κερδών, αλλά από τον τρόπο ζωής και τις ανάγκες μετριέται η περιουσία». (ΚΙΚΕΡΩΝ)

Οι πραγματικές μου ανάγκες δεν εξαντλούν απόλυτα όλα όσα έχω, έτσι ώστε η μοίρα, αν δεν κάνει καίριο χτύπημα, να μην μπορεί να μου κάνει κακό.

Η τύχη με βοήθησε σε τούτο, ότι αφού η βασική μου ενασχόληση στη ζωή αυτή ήταν να τη ζήσω άνετα και μάλλον ξεκούραστα παρά με σκοτούρες, με απάλλαξε από την ανάγκη να πολλαπλασιάσω τα πλούτη μου για να αποκαταστήσω μια πληθώρα κληρονόμων.

Για τον έναν που έχω, αν δεν του αρκούν αυτά που ήταν υπεραρκετά για μένα, τόσο το χειρότερο γι’ αυτόν· η ανοησία του δεν αξίζει να επιθυμώ περισσότερα για χάρη του.

Και ο καθένας, σύμφωνα με το παράδειγμα του Φωκίωνα*, εφοδιάζει επαρκώς τα παιδιά του, αν τα εφοδιάσει με τρόπο που να του μοιάζουν.
--------------------------
* Αναφέρεται από τον Κορνήλιο Νέποτα, Βίος Φωκίωνος.
Ο Φωκίων αρνούμενος τις προσφορές του Φιλίππου στον ίδιο και στα παιδιά του απάντησε:
Αν μου μοιάζουν τα λίγα που έχω στην εξοχή θα τους είναι αρκετά, όπως ήταν αρκετά σε μένα· διαφορετικά, δεν θέλω εις βάρος μου να τρέφεται και να αυξάνει η καταστροφή τους”.

Η διασκέδαση είναι ένα αποτελεσματικό παυσίπονο, γιατί μιμείται την ευτυχία

Στην “πλάκα” που είναι η αγαπημένη ενασχόληση του σύγχρονου κόσμου, επικρατεί μια μεγάλη παρανόηση που μας απομακρύνει από την ευτυχία που ψάχνουμε: Συχνά, κάτι που μοιάζει με ευτυχία, στην πραγματικότητα δεν είναι!

Μπορούμε να παραβλέψουμε τη διαφορά ανάμεσα στην ευτυχία και στη διασκέδαση. Ανταλλάσσουμε την πραγματική ευτυχία με όπλα μαζικού περισπασμού: πάρτι, ποτό, φαγητό, ψώνια ή σεξ.

Βιολογικά μιλώντας, το να νιώθουμε καλά παίζει σημαντικό ρόλο στον μηχανισμό επιβίωσής μας. Τα μυαλά μας το χρησιμοποιούν σε συμπεριφορές επιβίωσης που δεν σχετίζονται με άμεσες απειλές. Για να το πετύχουμε αυτό, οι εγκέφαλοί μας πλημμυρίζουν τα σώματά μας με σεροτονίνη, ωκυτοκίνη και άλλα χημικά που μας κάνουν να νιώθουμε όμορφα στη διάρκεια δραστηριοτήτων που θέλουν να μας ενθαρρύνουν να τις κάνουμε συχνότερα. Η αναπαραγωγή, ας πούμε, είναι θεμελιώδης για το είδος μας, αλλά το να ζεις χωρίς παιδιά δεν αποτελεί άμεσα κίνδυνο για τους μελλοντικούς γονείς. Χωρίς την απόλαυση που σχετίζεται μι το σεξ μια τόσο σημαντική λειτουργία επιβίωσης θα περνούσε απαρατήρητη. Το ζευγάρωμα μας δίνει απόλαυση – και αυτό κάνει το είδος μας να αναπαράγεται και να πολλαπλασιάζεται.

Η διασκέδαση, λοιπόν, είναι χρήσιμη, αλλά κάποιοι άνθρωποι την αποζητούν απεγνωσμένα, για να ξεφύγουν, γιατί φοβούνται τις δύσκολες σκέψεις τους. Υπ’ αυτήν την έννοια, η διασκέδαση που επιδιώκουν είναι σαν ένα παυσίπονο, για να απαλύνουν πόνο. Η διασκέδαση είναι ένα αποτελεσματικό παυσίπονο, γιατί μιμείται την ευτυχία, διακόπτοντας την αδιάκοπη σκέψη που πλημμυρίζει τους εγκεφάλους μας – για λίγο.

Μόλις η προσωρινή χαρά μας, όμως, εξασθενήσει, οι αρνητικές σκέψεις επιστρέφουν και μας κάνουν πάλι να υποφέρουμε. Έτσι, συνεχίζουμε, λοιπόν, να ζητάμε κι άλλη.

Ακριβώς όπως και με τα παυσίπονα, όταν η επήρεια του πρώτου πέφτει, πίνουμε ακόμα ένα, μέχρι, τελικά, η απλή λήψη παυσίπονων να μην μπορεί πια να αντιμετωπίσει τον πόνο. Τότε προσπαθούμε να βάλουμε πιο υπερβολικές απολαύσεις στη ζωή μας: εξτρίμ σπορ, πιο άγρια πάρτι και κάθε είδους διασκέδαση. Όσο περισσότερη η αδρεναλίνη, τόσο πιο γρήγορα εξασθενούν τα αποτελέσματα και τόσο πιο βαθιά βυθιζόμαστε στον πόνο. Όταν αυτός ο κύκλος γίνεται ανυπόφορος, κάποιοι καταφεύγουν σε μέτρα απελπισίας και αντιμετωπίζουν τον πόνο τους χημικά, χρησιμοποιώντας πραγματικά φάρμακα ή αλκοόλ, σε μια ύστατη προσπάθεια να βρουν γαλήνη στο μυαλό τους.

Καταφεύγοντας σε αυτή τη διασκέδαση για να ξεφύγουμε, αφήνουμε άλυτη την Εξίσωση της Ευτυχίας μας και αγνοούμε τα θεμελιώδη ζητήματα που μας κάνουν δυστυχισμένους. Η διασκέδαση, τότε, παρά τη βραχυπρόθεσμη χαρά που μας δίνει, ουσιαστικά μετατρέπεται σε εμπόδιο για την αυθεντική ευτυχία μας.

Η διασκέδαση, ωστόσο, δεν είναι μόνο κάτι κακό. Για την ακρίβεια, η διασκέδαση δεν είναι καθόλου κακή.

Μια συνετή χρήση της ευχαρίστησης είναι ένας διακόπτης έκτακτης ανάγκης που μας χαρίζει προσωρινά διαλείμματα γαλήνης, ώστε να μπορούμε να κάνουμε τη φωνή στο κεφάλι μας να χαλαρώσει. Όποτε νιώθετε τις σκέψεις στο κεφάλι σας να γίνονται αρνητικές, απολαύστε μια υγιή διασκέδαση – γυμναστείτε, ακούστε μουσική ή κάντε ένα μασάζ. Αυτό πάντα θα κλείσει για λίγο τον διακόπτη.

Μια ακόμα πιο συνετή χρήση της διασκέδασης είναι όταν προγραμματίζετε σταθερές δόσεις υγιών απολαύσεων, τις οποίες εγώ ορίζω ως απολαύσεις που δεν πληγώνουν τους άλλους ή τον ίδιο μας τον εαυτό. Η διασκέδαση, τότε, δεν είναι απλώς ένα παυσίπονο, είναι περισσότερο ένα συμπλήρωμα ευτυχίας που παίρνετε συστηματικά για να παραμείνετε υγιείς. Ως επιχειρηματίας, έμαθα ότι μπορούμε να βελτιώσουμε μονάχα ό,τι μπορούμε να μετρήσουμε. Έτσι, θέστε ως στόχο ένα ποσοστό διασκέδασης. Εγώ το κάνω! Έχω έναν καθημερινό στόχο ως προς τη μουσική κι έναν εβδομαδιαίο στόχο για τη γυμναστική μα και για άλλες ευχάριστες δραστηριότητες. Με αρκετή ευχαρίστηση στη ζωή σας, τα παρατεταμένα διαλείμματα γαλήνης εμποδίζουν το μυαλό σας να κυριεύει τις μέρες σας με αδιάκοπες αρνητικές σκέψεις.

Μην ξεχνάτε, όμως: Η διασκέδαση και οι απολαύσεις κάθε είδους είναι μια προσωρινή υπεκφυγή – μια κατάσταση άγνοιας. Μη μένετε ποτέ εκεί για μεγάλο διάστημα. Περάστε, όσο πιο γρήγορα γίνεται, στην πορεία σας για την αυθεντική, μακροχρόνια ευτυχία.

Αφροδίτη, Άρης & Ήφαιστος

Υπήρχαν διηγήσεις που λέγαν, πως η Αφροδίτη διάλεξε το θεό του πολέμου για άντρα. Άλλες πληροφορίες την παρουσίαζαν ως σύζυγο του Ηφαίστου. Τελικά, από τον Όμηρο διαδόθηκε μια ιστορία, όπου μαθαίνουμε ότι η θεά του Έρωτος απατούσε τον άντρα της Ήφαιστο με τον Άρη. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των Θηβαίων, από τη σχέση της Αφροδίτης με το θεό του πολέμου γεννήθηκε η ωραία Αρμονία, μια δεύτερη Αφροδίτη. Σύζυγός της ήταν ο Κάδμος, ο φονιάς του δράκου και θεμελιωτής των Θηβαίων. Το όνομά του θ’ αναφερθεί ή σε σχέση με την ιστορία τής Ευρώπης. Παιδιά τού Άρεως και της Αφροδίτης, εκτός από την Αρμονία, θεωρούνταν από τη μια μεριά ο Φόβος και ο Δείμος και από την άλλη ο Έρως και ο Αντέρως. Αλλ’ αυτό δεν είναι πια μυθολογία, παρά μόνο γενεαλογία. Σύμφωνα με μιαν άλλη γενεαλογία ο Ήφαιστος ήταν πατέρας του Έρωτος.

Θ’ ακούσουμε πολλά για τον Ήφαιστο. Από τώρα δηλώνουμε πως ήταν, όπως τον παρουσιάζουν οι περισσότερες διηγήσεις, ένας επιδέξιος και δυνατός τεχνίτης. Στην πραγματικότητα όμως ήταν μόνο ένας πολύτεχνος και χωλός νάνος. Έφτιαχνε νεαρές παρθένες από χρυσό, που κινούνταν, σκέπτονταν, μιλούσαν και εργάζονταν σαν ζωντανοί άνθρωποι. Αυτός κατασκεύασε την πρώτη γυναίκα, την Πανδώρα. Η Πανδώρα δεν είχε άντρα της τον Ήφαιστο, αλλά άλλους που του μοιάζανε. Γυναίκα του Ηφαίστου εθεωρείτο από τον Όμηρο στην Ιλιάδα και από τον Ησίοδο επίσης μια από τις Χάριτες. Ο Ησίοδος, μάλιστα δίνει το όνομά της: είναι η νεώτερη Χάρις, Αγλαΐα.

Εννοούσαν μ’ αυτό οι πιο παλιές διηγήσεις, που τις ξέρανε κι οι πιο πάνω συγγραφείς, ότι ήταν ένα ζωντανό έργο τέχνης ή θέλανε να δώσουν για γυναίκα στον σιδηρουργό – θεό, αντί τη μεγάλη, μια μικρότερη Αφροδίτη; Η Θεά του Έρωτος θα μπορούσε στη γλώσσα μας να ονομάζεται επίσης Χάρις. Στην Οδύσσεια η σύντροφος του Ηφαίστου, ονομάζεται Αφροδίτη και ο Άρης είναι ο εραστής της.

Ένας τραγουδιστής τραγουδούσε στο λαό των Φαιάκων, που ήταν πιο κοντά στους θεούς από μας, πως η Αφροδίτη και ο θεός του πολέμου ερωτευτήκανε ο ένας τον άλλον για πρώτη φορά. Αυτό συνέβη στο παλάτι του συζύγου. Δεν ήξερε κανείς γι’ αυτό. Ο Άρης έβαλε τα δυνατά του για να πετύχει την προσβολή του γάμου και του κρεβατιού του Ηφαίστου. Ο ήλιος είδε και τους δυο τους πάνω στην ερωτική πράξη και τ’ ανάγγειλε αμέσως στον φημισμένο μάστορα. Ο Ήφαιστος λυπήθηκε για το γεγονός. Βιαστικά πήγε στο σιδηρουργείο του και συλλογίστηκε πονηρά. Τακτοποίησε το μεγάλο αμόνι και κατασκεύασε αλυσίδες, που ούτε σπάζανε ούτε λύνονταν. Ήταν επίσης αόρατες και απαλές όπως ο ιστός της αράχνης. Τις κρέμασε πάνω στους στύλους του κρεβατιού κι έφυγε δήθεν για τη Λήμνο, το αγαπημένο του νησί με την καλοχτισμένη πόλη. Αυτό ακριβώς περίμενε ο Άρης. Αμέσως εμφανίζεται στο παλάτι του αρχισιδηρουργού γεμάτος πόθο για την Αφροδίτη. Μόλις είχε επιστρέψει από τον πατέρα της Δία και καθόταν μέσα στο παλάτι. Ο Άρης μπήκε, την έπιασε από το χέρι και τής είπε: «Έλα, αγαπημένη, να ξαπλώσουμε και να χαρούμε τον Έρωτά μας! Ο Ήφαιστος είναι μακριά, έφυγε για τη Λήμνο, πήγε στους ξενόγλωσσους ανθρώπους της, τους Σίντιες!» Κι αυτή ποθούσε να κοιμηθεί μαζί του. Έτσι πήδηξαν κι οι δυο στο κρεβάτι κι αποκοιμήθηκαν. Οι γερές αλυσίδες του Ηφαίστου τους τύλιξαν και δεν μπορούσαν πια να σαλέψουν. Κατάλαβαν ότι ήσαν παγιδευμένοι.

Τότε ήρθε ο δυνατός αρχισιδηρουργός, γιατί ο ήλιος, που κατασκόπευε πάντοτε, πρόδωσε τους ερωτευμένους. Ο σύζυγος στάθηκε στην πόρτα εξαγριωμένος και φώναξε πολύ δυνατά σ’ όλους τους θεούς: «Πατέρα Ζευ και σεις οι άλλοι, μακάριοι και αιώνιοι θεοί! Ελάτε και ιδέστε τι εδώ συμβαίνει για γέλια και για κλάματα! Πως μ’ ατιμάζει πάντα η κόρη του Διός Αφροδίτη, γιατί είμαι χωλός. Αγαπά τον διεφθαρμένο Άρη, γιατί είναι πραγματικά ωραίος κι έχει τα πόδια του γερά, ενώ εγώ κουτσαίνω. Κανείς άλλος δε φταίει, από τους γονείς μου – δεν έπρεπε να με γεννήσουν έτσι! Για κοιτάξτε πως κοιμούνται εκεί, αποκαμωμένοι από τον έρωτα, στο ίδιο μου το κρεβάτι! Με θλίβει το θέαμα. Θα μείνουν, νομίζω, έτσι ξαπλωμένοι πολύ ακόμα, αφού αγαπιούνται τόσο πολύ – κι αν ακόμα θελήσουν να μη μένουν έτσι, οι αλυσίδες μου τους κρατάνε γερά, μέχρι που ο Πατέρας ξυπνήσει και μου δώσει πίσω τα δώρα που του έδωσα για το ξεδιάντροπο κορίτσι! Ωραία είναι ή κόρη του, αλλά όχι τίμια!».

Αυτά είπε ο Ήφαιστος. Οι θεοί συγκεντρώθηκαν στο παλάτι του, στο σπίτι με το χάλκινο κατώφλι. Ήρθαν ο Ποσειδών, ο Ερμής, ο Απόλλων. Από ντροπή οι θεές μείνανε στο σπίτι τους. Οι θεοί στέκονταν στην πόρτα κι ασταμάτητο αντηχούσε το γέλιο των Μακάρων, καθώς κοίταζαν το τέχνασμα του πονηρού Ηφαίστου. Ο ένας έλεγε στον άλλο: «Δεν βγάζει ποτέ σε καλό μια κακή πράξη. Όποιος πάει αργά, κερδίζει τον βιαστικό. Όποιος πιάστηκε φανερά μοιχός, πρέπει να μετανοήσει!» Ο Απόλλων ρώτησε τον Ερμή: «Θα ‘θελες να ήσουν ξαπλωμένος με τη χρυσή Αφροδίτη και μ’ αυτές τις αλυσίδες γύρω σου;» Κι εκείνος απάντησε: «Ε, αν κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει, ας ήταν οι αλυσίδες τρεις φορές πιο γερές! Κι όλοι εσείς, θεοί και θεές, θα μπορούσατε να με βλέπατε, πόσο ευχαρίστως θα πλάγιαζα κοντά στη χρυσή Αφροδίτη!» Οι αθάνατοι ξαναγέλασαν, όχι όμως και ο Ποσειδών. Παρακάλεσε τον αρχισιδηρουργό να λύση τον Άρη και ανέλαβε την εγγύηση στο όνομά όλων των θεών, πως θα πληρωθεί στο σύζυγο το ανάλογο χρέος. Δύσκολα δέχτηκε ο Ήφαιστος να τους ελευθερώσει. Οι αλυσοδεμένοι πηδήξανε πάνω: ο Άρης τράβηξε για τη Θράκη και η Αφροδίτη για την Κύπρο, στο ιερό της, στην Πάφο. Οι Χάριτες την υποδέχτηκαν εδώ μ’ ένα λουτρό. Αλλείψανε τη θεά μ’ αθάνατο λάδι, που η μυρωδιά του ανήκει στους θεούς, και την ξαναντύσανε με τα υπέροχα, χαριτωμένα φορέματά της.

Είναι δύσκολο να αποχαιρετήσεις το οικείο, αλλά εκεί κρύβεται η ελευθερία

Μου μιλάς για ελευθερία την ίδια στιγμή που θέλεις να με εγκλωβίσεις εκεί, όπου ανάσα δεν παίρνω. Μου λες ότι σου μοιάζω κι εγώ σε κοιτάζω στα μάτια και σου λέω, «Εγώ δεν είμαι εσύ!», «Είμαι εγώ!» Με μεγάλωσες κάνοντάς με να πιστέψω τις δικές σου ανάγκες για δικές μου. Με έμαθες να είμαι το καλό παιδί για όλους και χωρίς να το καταλάβω έγινα το κακό παιδί για μένα.

Πέρασαν τα χρόνια για να καταλάβω ότι η ζωή μου ήταν μια αναπαραγωγή της δικής σου, πασπαλισμένη με έντονα συναισθήματα, πάθη, έρωτες, δράματα. Πέρασαν τα χρόνια για να καταλάβω ότι με είχες καταδικάσει από άγνοια να μη χαίρομαι, να μη ζω. Μια μέρα με συνάντησα μπροστά στον καθρέπτη μου και μου ζήτησε να ξανασυστηθώ. Μου ζήτησε να σπάσω τις αλυσίδες!

Σάστισα! Άκουσα μέσα μου ένα κρακ… κάτι έσπασε με κρότο… και κλάματα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια μου. Πήρα μια φωτογραφία σου και άρχισα να σου λέω… «Εγώ δεν είμαι εσύ!» Συνέχεια, συνέχεια να επαναλαμβάνω δυνατά και με ένταση στην αναπνοή, την ίδια φράση μέχρι που την ένιωσα στο πετσί μου…

«Εγώ δεν είμαι εσύ! Είμαι εγώ!…» Kι εκεί άρχισα να ανασαίνω πιο ρυθμικά, σιγά σιγά όλο και πιο ήρεμα, πιο σιγά, μέχρι που ένιωσα να ηρεμώ τελείως. Τότε έσφιξα τη φωτογραφία σου πάνω μου σα να έσφιγγα εσένα. Τότε ένιωσα να σε αγαπάω από την αρχή γιατί ένιωσα να αγαπάω και να αποδέχομαι εμένα! Τότε ένιωσα να αρχίζω να με καταλαβαίνω και να καταλαβαίνω κι εσένα. Τότε άρχισα να γαληνεύω με τα μέσα μου και να γαληνεύω μαζί σου.

Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ήρθε η ώρα να τελειώσουν οι στείρες επαναλήψεις της ζωής μου, γιατί τελείωσε η άγνοιά μου. Και τότε άρχισα να ζω και να χαίρομαι! Άρχισα να αναλαμβάνω την ευθύνη της ζωής μου και του εαυτού μου! Άρχισα να νιώθω ελεύθερος!

Είναι δύσκολο να αποχαιρετήσεις το οικείο και επαναλαμβανόμενο μοτίβο της ζωής σου μέχρι τη μέρα που θα ξημερώσει και θα καταλάβεις ότι είσαι έτοιμος. Τότε, καταλαβαίνεις πως το κρακ αυτό που ένιωσες, ο πόνος αυτός που βίωσες ήταν για να απελευθερωθείς από τις αλυσίδες σου. Τότε συνειδητοποιείς, πως πίσω από τον πόνο που ένιωσες όταν έσπασες το καλούπι… πίσω από αυτόν τον πόνο που σε διαφοροποιεί από «εκείνους» κρύβεται αυτό που ζητάς, και λέγεται ελευθερία!

Αφιερωμένο σε αυτούς που θέλουν και είναι έτοιμοι να σπάσουν τις αλυσίδες τους.

ΑΙΣΧΥΛΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΓΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΟΦΟΚΛΕΙΑ ΑΥΤΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Τό ἐ­ρώ­τη­μα «τί εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος» εἶ­ναι πάν­τα, ἔμ­με­σα ἤ ἄ­με­σα, πα­ρόν στήν ἀ­θη­να­ϊ­κή τρα­γω­δί­α. Μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη σα­φή­νεια καί ἔν­τα­ση τί­θε­ται — καί παίρ­νει ἀ­πάν­τη­ση — μέ­σα σέ δύ­ο ἀ­π’ τίς πιό ση­μαν­τι­κές, καί ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κές, τρα­γω­δί­ες: τόν Προ­μη­θέ­α Δε­σμώ­τη τοῦ Αἰ­σχύ­λου (πι­θα­νό­τα­τα ἕ­να ἀ­π’ τά τε­λευ­ταί­α ἔρ­γα τοῦ ποι­η­τῆ, γύ­ρω στά 460) καί τήν Ἀν­τι­γό­νη τοῦ Σο­φο­κλέ­ους (σχε­δόν βέ­βαι­α χρο­νο­λο­γη­μέ­νη τό 442 ἤ 443).

Οἱ ἀ­πάν­τη­σεις πού δί­νουν στό θε­με­λια­κό αὐ­τό γιά ὅ­λον τόν ἑλλη­νι­κό πο­λι­τι­σμό ἐ­ρώ­τη­μα οἱ δύ­ο τρα­γω­δί­ες εἶ­ναι, ὅ­πως θά προ­σπα­θή­σω νά δεί­ξω, τε­λεί­ως ἀν­τί­θε­τες. Ἡ δι­α­φο­ρά αὐ­τή δέν μπορεῖ νά ἀ­πο­δο­θεῖ μό­νο στήν ἀ­το­μι­κή στά­ση τῶν δύ­ο ποι­η­τῶν. Πα­ρά τό μι­κρό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα πού χω­ρί­ζει τά δύ­ο ἔρ­γα —πε­ρί­που εἴ­κο­σι χρό­ναι — ἡ δι­α­φο­ρά ἐκ­φρά­ζει καί εἶ­ναι συ­νυ­πό­στα­τη μέ τόν ἀ­νή­κου­στο ρυθ­μό τῆς πνευ­μα­τι­κῆς δη­μι­ουρ­γί­ας στήν δη­μο­κρα­τι­κή Ἀ­θή­να, μέ τόν ὁ­λο­έ­να καί ρι­ζι­κό­τε­ρο πα­ρα­με­ρι­σμό τῶν πα­ρα­δο­σια­κῶν πα­ρα­στά­σε­ων καί μέ τήν ἐ­πέ­κτα­ση καί ἐμ­βά­θυν­ση τῆς ἀνθρώ­πι­νης αὐ­το­γνω­σί­ας. Εἶ­ναι κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο ἀ­νά­λο­γη μέ τήν δι­α­φο­ρά Ἡ­ρο­δό­του-Θου­κυ­δί­δη καί τήν προ­α­ναγ­γέλ­λει εἴ­κο­σι - τριά­ντα χρό­νια πρίν.

Ὁ χῶ­ρος καί ὁ χρό­νος δέν μοῦ ἐ­πι­τρέ­πουν νά ἐμ­πλα­κῶ μέ τό σύ­νο­λο τῶν «ἑρ­μη­νευ­τι­κῶν» (μέ τήν σύγ­χρο­νη ἔν­νοι­α τοῦ ὄ­ρου) ζη­τη­μά­των, πού κα­τ’ ἀ­νάγ­κη θέ­τουν τά δύ­ο τε­ρά­στια κεί­με­να. Θε­λη­μέ­να θά «ἀ­πο­σπά­σω» τά χω­ρί­α πού κεν­τρι­κά μέ ἐν­δι­α­φέ­ρουν, χω­ρίς νά ἀ­σχο­λη­θῶ — ἔ­ξω ἀ­πό πα­ρεμ­πί­πτου­σες νύ­ξεις — μέ τήν σχέ­ση τους μέ τό σύ­νο­λο τῆς τρα­γω­δί­ας ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α προ­έρ­χον­ται, ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρο μέ τό συ­νο­λι­κό ἔρ­γο τῶν δύ­ο ποι­η­τῶν. Οὔ­τε θά ἀ­να­φερ­θῶ στό εὐ­ρύ­τα­το πλέγ­μα τῶν ἀν­θρω­πο­λο­γι­κῶν ἀν­τι­λή­ψε­ων πού ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἀ­π’ τόν Ὅμηρο καί τόν Ἡ­σί­ο­δο ὡς τόν 5ο αἰ­ώ­να καί κα­τό­πιν. Οἱ πα­ρεμ­φε­ρεῖς ἐ­ρω­τή­σεις εἶ­ναι φυ­σι­κά ἀ­πολύ­τως νό­μι­μες. Θε­ω­ρῶ ὅ­μως ἐ­πί­σης νό­μι­μη τήν ἐ­δῶ σκο­πιά: νά προ­σπα­θή­σου­με νά θε­ω­ρή­σου­με κα­θ’ ἑ­αυ­τά καί σέ ὅ­λη τήν δύ­να­μή τους ὁ­ρι­σμέ­να ρή­μα­τα τῶν δύ­ο ποι­η­τῶν (μέ γνώ­ση, φυ­σι­κά, ὅ­σων τά πε­ρι­βάλ­λουν, ἀλ­λά χω­ρίς ρη­τή ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α τῆς γνώ­σης αὐ­τῆς) καί, ξε­κι­νών­τας ἀ­π’ αὐ­τά, νά προ­σπα­θή­σου­με, σ’ ἕ­να δεύ­τε­ρο και­ρό, νά δι­αυ­γά­σου­με τό συ­νο­λι­κό ἑλ­λη­νι­κό το­πί­ο.

Τό θέ­μα μας ἐ­δῶ εἶ­ναι: τί λέ­γε­ται — καί κα­τά συ­νέ­πεια, τί προτεί­νε­ται πρός ἀ­κοήην στό κοι­νό τῶν Ἀθηναίων — μέ­σα στόν Προ­μη­θέ­α ἀ­φ’ ἑ­νός, στήν Ἀντιγόνη ἀ­φ’ ἕ­τε­ρου, σχε­τι­κά μέ τόν ἄν­θρω­πο καί τά οὐ­σι­α­στι­κά του κα­τη­γο­ρή­μα­τα; Ἑπομένως, λί­γο μας ἐν­δι­α­φέ­ρει ἄν ὁ Αἰ­σχύ­λος καί ὁ Σο­φο­κλῆς «ἐ­πε­νό­η­σαν» τά λό­για τους, ἤ τά «δα­νεί­στη­καν», ἄν τά σκέ­φτη­καν νη­φά­λια, τά εἶ­δαν στόν ὕ­πνο τους ἤ ἄν τούς ἦρ­θαν σέ μί­α στιγ­μή θεί­ας μα­νί­ας. Ἐ­λά­χι­στα μας ἐν­δι­α­φέ­ρει, ἀ­κό­μα, καί ἄν τά «ἐ­πί­στευ­αν» (ἄν καί ἀ­σφα­λῶς τά ἐ­πί­στευ­αν). Βα­ρύ­τη­τα ἄ­π’ αὐ­τή τήν ἄ­πο­ψη ἔ­χει γιά μᾶς μό­νο τό γε­γο­νός ὅ­τι αὐ­τά πού θά ἐκ­θέ­σου­με μπο­ροῦ­σε κά­ποι­ος νά τά διανο­η­θεῖ στήν Ἀθήνα τοῦ 460-440, μπο­ροῦ­σε νά τά ἔκ­φρα­σει, νά τά πα­ρου­σιά­σει στόν λα­ό καί — του­λά­χι­στον στήν πε­ρί­πτω­ση τῆς Ἀν­τι­γό­νης — νά στε­φα­νω­θεῖ γι’ αὐ­τό πού δι­α­νο­ή­θη­κε, ἐ­ξέ­φρα­σε καί πα­ρέ­στη­σε. Βα­ρύ­τη­τα ἔ­χει δη­λα­δή γιά μᾶς ἡ πραγ­μα­τι­κή πα­ρου­σί­α στόν ἀ­θη­να­ϊ­κό κοι­νω­νι­κό-ἱ­στο­ρι­κό χῶ­ρο ὁ­ρι­σμέ­νων ση­μα­σια­κῶν συμ­πλεγ­μά­των, τῶν ὁ­ποί­ων ξέ­ρου­με, ἀ­π’ τήν ἄλ­λη με­ριά, τήν ἐν­δόμυ­χη συ­νά­φεια μέ τήν κα­θο­λι­κή φαν­τα­σια­κή θέ­σμι­ση αὐ­τοῦ το­ϋ χώ­ρου. Ἡ σχέ­ση τοῦ Αἰ­σχύ­λου μέ τίς ρί­ζες μιᾶς μυ­θι­κῆς/θρη­σκευ­τι­κῆς πα­ρά­δο­σης, στήν ὁ­ποί­α ὁ ἴ­διος ἐ­πι­βάλ­λει μί­α ἀ­πο­φα­σι­στι­κή στρο­φή, ἡ σχέ­ση τοῦ Σο­φο­κλῆ μέ ὅ­λο τόν σύγ­χρο­νό του φι­λο­σο­φι­κό (καί «σο­φι­στι­κό») ἀ­να­βρα­σμό καί δη­μι­ουρ­γί­α εἶ­ναι πε­ρί­που γνω­στές. Νο­μί­ζω ὅ­τι θά φω­τι­στοῦν ἐν­το­νό­τε­ρα ἀ­π’ τήν συγ­κρι­τι­κή ἀ­νά­λυ­ση πού ἀ­κο­λου­θε­ῖ.

Ἐπίσης δέν μπο­ρῶ νά ἀ­σχο­λη­θῶ μέ τήν συ­ζή­τη­ση τῶν προ­η­γου­μέ­νων, καί λί­γο ἤ πο­λύ γνω­στῶν, ἑρ­μη­νει­ῶν τῶν δύ­ο ἔρ­γων. Δύ­ο ση­μεῖ­α μό­νο θά μνη­μο­νεύ­σω σύν­το­μα. Ὑπάρχει μί­α «με­τά­φρα­ση» καί ἐ­κτε­νής «ἑρ­μη­νεί­α» τοῦ στα­σί­μου τῆς Ἀντιγόνης πού θά συ­ζη­τή­σου­με (πολ­λά τά δει­νά...) ἀ­π’ τόν Χά­ιν­τεγ­κερ. Ἡ «με­τά­φρα­ση» ἀ­πο­τε­λεῖ κα­τ’ οὐ­σί­αν ἕ­ναν ἀ­πο­κρου­στι­κό βια­σμό τοῦ κει­μέ­νου τοῦ Σο­φο­κλέ­ους. Στη­ρί­ζει — καί στη­ρί­ζε­ται σε — μί­αν «ἑρ­μη­νεί­α» πού εἶ­ναι, ὅπως σχε­δόν πάν­το­τε, ἁ­πλῶς προ­βο­λή τῶν σχη­μά­των τοῦ Χά­ιν­τεγ­κερ. Ὅ­σο καί ἄν, κα­θ’ ἑ­αυ­τά, αὐ­τά τά σχή­μα­τα μπο­ροῦν νά ὠ­θή­σουν πρός σκέ­ψη καί νά «ἐ­ρε­θί­σουν» γό­νι­μα τόν συ­νή­θως ὀ­κνη­ρό ἀ­να­γνώ­στη τῶν ἀρ­χαί­ων κει­μέ­νων, στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ὁ­δη­γοῦν σέ μί­α τε­χνη­τή καί σα­θρή κα­τα­σκευ­ή, πού ἀ­π’ τή μί­α πα­ρου­σιά­ζει τόν ἄν­θρω­πο τοῦ Σο­φο­κλέ­ους σάν μί­α πλή­ρη ἐνσάρ­κω­ση τοῦ Χα­ϊν­τεγ­κε­ρι­α­νο­ῦ Dasein, καί, ἀ­π’ τήν ἄλ­λη, ρυθ­μί­ζε­ται, ἀ­πί­στευ­τα καί τε­ρα­τω­δῶς (ὅ­πως ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χει γρά­ψει ὁ Χά­ιντεγ­κερ γιά τούς Ἀρχαίους Ἕλ­λη­νες), ἀ­πό τήν συ­στη­μα­τι­κή ἀ­γνό­η­ση τῆς πό­λε­ως, τῆς πο­λι­τι­κῆς, τῆς δη­μο­κρα­τί­ας καί τῆς κεν­τρι­κῆς θέ­σης τους μέ­σα στήν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή δη­μι­ουρ­γί­α. Τό ἀ­ναγ­καῖ­ο ἀ­πο­τέ­λε­σμα αὐ­τῆς τῆς ἀ­γνό­η­σης εἶ­ναι φυ­σι­κά μιά στρα­βή «κα­τα­νό­η­ση» τῆς ἀρ­χαί­ας φι­λο­σο­φί­ας, ἀ­δι­ά­σπα­στα συν­δε­δε­μέ­νης μέ τήν πό­λη καί τήν δη­μο­κρα­τί­α ἀ­κό­μα καί ὅ­ταν τίς ἐ­χθρεύ­ε­ται. Καί ὁ Πλά­των ἀ­κό­μα — ὁ Πλά­των ἰ­δί­ως— εἶ­ναι ὄ­χι μό­νο ἀ­δι­α­νό­η­τος καί ἀ­δύ­να­τος χω­ρίς τήν δη­μο­κρα­τι­κή πό­λη, ἄλ­λα καί ἀ­κα­τα­νό­η­τος ὡς φι­λό­σο­φος χω­ρίς τήν ἐ­πι­μο­νη πά­λη του ἐ­ναν­τίον τῆς δη­μο­κρα­τί­ας. Αὐ­τά ὁ ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­στής (1933-1945) Χά­ιν­τεγ­κερ οὔ­τε θέ­λει οὔ­τε μπο­ρε­ϊ νά τά ἰδεῖ. (Ἕ­να ἀ­π’ τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα αὐ­τῆς τῆς τύ­φλω­σης θά τό βροῦ­με πιό κά­τω, συ­ζη­τών­τας τό κεί­με­νο το­ῦ Σο­φο­κλέ­ους). Oἱ αὐ­θαι­ρε­σί­ες το­ῦ Χά­ιν­τεγ­κερ φθά­νουν ὡς τήν συν­δυ­α­σμέ­νη ἀλ­λοί­ω­ση τῆς προ­φα­νοῦς στί­ξης το­ϋ κει­μέ­νου καί τοῦ πα­ρα­με­ρι­σμοῦ λέ­ξε­ων πού δεί­χνουν τό ἄ­το­πο αὐ­τῆς τῆς ἀλ­λοί­ω­σης. Ἔ­τσι, π.χ., δι­α­βά­ζει τούς στί­χους 360-361 τοῦ στα­σί­μου τῆς Ἀντιγόνης: παν­το­πό­ρος ἄ­πο­ρος, ἐ­π’ οὐ­δέν ἔρ­χε­ται ἀν­τί γιά παν­το­πό­ρος· ἄ­πο­ρος ἐ­π’ οὐ­δέν ἔρ­χε­ται τό μέλ­λον, γιά νά μπο­ρέ­σει νά με­τα­φρά­σει: «παν­τοῦ βα­δί­ζον­τας καί μέ­νον­τας στόν δρό­μο, χω­ρίς πεί­ρα καί χω­ρίς δι­έ­ξο­δο, φτά­νει στό μη­δέν», ἐ­ξω­φρε­νι­κή πα­ρα­βί­α­ση το­ῦ κει­μέ­νου, πού γιά νά ἀ­πο­κτή­σει μιά ἐ­πι­φα­νεια­κή ἀ­λη­θο­φά­νεια εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νη νά ἐ­ξα­λεί­ψει λά­θρα τίς λέ­ξεις τό μέλ­λον.

Με­ρι­κές ἀ­πό τίς αὐ­θαι­ρε­σί­ες καί τίς αὐ­θά­δει­ες τοῦ Χά­ιν­τεγ­κερ ἔ­χουν ἤ­δη ἐ­πι­ση­μαν­θεῖ, με­τα­ξύ ἄλ­λων, ἀ­πό τόν D. Cop. de Gibsson, κι αὖ­το μέ φέρ­νει στό δεύ­τε­ρο ση­μεῖ­ο πού θέ­λω νά ἀ­να­φέρω προ­κα­ταρ­κτι­κά. Ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Χά­ιν­τεγ­κερ, ὁ ἴ­διος ὁ Cop. de Gibsson ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τίς ἐρ­γα­σί­ες καί τά συμ­πε­ρά­σμα­τα τῶν συγ­χρό­νων Γάλ­λων «δο­μι­κῶν» ἑλ­λη­νι­στῶν — Vernant, Detienne, Vidal-Naquet — σύμ­φω­να μέ τούς ὁ­ποί­ους «ἡ μορ­φή το­ῦ Ἕλ­λη­νος ἀν­θρώ­που... κα­θο­ρί­ζει τήν κα­τά­στα­ση (statut) το­ῦ ἀν­θρώ­που, το­πο­θε­τών­τας τόν σέ σχέ­ση μέ τόν θε­ό καί, σύ­στοι­χα, μέ τό ζῶ­ο» (σ. 65). Καί εἶ­ναι ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­το ὅ­τι ἡ ἑλ­λη­νι­κή σύλ­λη­ψη το­ῦ ἀν­θρώ­που ὁ­ρί­ζε­ται, γε­νι­κά, ἀ­π’ τήν ὀρ­γα­νω­τι­κή δο­μή: ζῶ­α/ἄν­θρω­ποι/ θε­οί, πού κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο χα­ρά­ζει τά σύ­νο­ρά της ἀ­π’ τήν ἀ­νατο­λή το­ῦ ἑλ­λη­νι­κοῦϋ πο­λι­τι­σμοῦ (του­λά­χι­στον ἀ­π' τόν Ἡ­σί­ο­δο) ὡς τούς κλα­σι­κούς χρό­νους, καί πιό πέ­ρα ἀ­κό­μη (πρβλ. τό θη­ρί­ον ἤ θε­ός το­ῦ Ἀριστοτέλη). Ἡ δο­μή αὐ­τή, πού φαί­νε­ται αὐ­το­νό­η­τη γιά μας, πού βρι­σκό­μα­στε στή συ­νέ­χεια τῆς συγ­κρό­τη­σής της ἀ­π’ τούς Ἕλ­λη­νες, δέν εἶ­ναι κα­θό­λου «αὐ­το­νό­η­τη». Ἄς σκε­φθο­ῦ­με. π.χ.. τούς Ἑ­βραί­ους, τούς Ἰν­δούς ἤ τούς Κι­νέ­ζους — ἤ τίς ἰν­δι­ά­νι­κες φυ­λές της Ἀμερικῆς, ὅ­που συ­χνά πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μί­α «κυ­κλο­φο­ρί­α» ἀ­νά­με­σα στή ζω­ι­κή, ἀν­θρώ­πι­νη καί θε­ϊ­κή κα­τά­στα­ση, κυ­κλο­φο­ρί­α καί ὄ­χι τομή.

Ἀλλά ἡ δο­μή αὐ­τή εἶ­ναι ἁ­πλῶς τό πε­ρί­βλη­μα, τό κέ­λυ­φος, μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται μί­α τε­ρά­στια — καί γιά μᾶς ἀ­πό­φα­σιστι­κή — κοι­νω­νι­κό-ἱ­στο­ρι­κή δη­μι­ουρ­γί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἀλ­λοι­ώ­νει τε­λεί­ως τήν ση­μα­σί­α τῶν ὅ­ρων/στοι­χεί­ων πού συγ­κρο­τοῦν τήν δο­μή αὐ­τή. Καί αὐ­τό γί­νε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κά μέ τήν ἀλ­λα­γή τῆς ση­μα­σί­ας — τοῦ ση­μα­σια­κοῦ μάγ­μα­τος — πού ἀ­φο­ρᾶ τό μέ­σο καί κεν­τρι­κό στοι­χεῖ­ο τῆς δο­μῆς, δη­λα­δή τόν ἄν­θρω­πο. Ἀλλοίωση πού ἐ­πι­τε­λεῖται μέ τήν προ­σπά­θεια γιά αὐ­το­γνω­σί­α, πού ἀ­κρι­βῶς χα­ρα­κτη­ρί­ζει καί­ρια αὐ­τή τή δη­μι­ουρ­γί­α. Ἄν μεί­νου­με σ’ αὐ­τή τήν «δο­μι­κή» ἀντί­λη­ψη, κιν­δυ­νεύ­ου­με νά ἐ­πα­να­λά­βου­με τήν κρί­σι­μη πα­ρα­γνώ­ρι­ση πού μα­στί­ζει ἐ­πί αἰ­ῶ­νες τώ­ρα τήν προ­σέγ­γι­ση τοῦ ἀρ­χαί­ου ἑλ­λη­νκοῦ κό­σμου. Κιν­δυ­νεύ­ου­με νά μι­λᾶ­με γιά τόν «Ἕλ­λη­να ἄν­θρω­πο», τήν «ἑλ­λη­νι­κή πό­λη», τήν «ἑλ­λη­νι­κή σύλ­λη­ψη τῆς φύ­σης» κτλ., ξε­χνών­τας ὅ­τι τό βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ὅ­τι εἶ­ναι ἱ­στο­ρί­α μέ τήν πιό ἐμ­φα­τι­κή ἔν­νοι­α τοῦ ὄ­ρου, ὅ­τι τό «πνεῦ­μα» τῶν Ἀρχαίων Ἑλ­λή­νων πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ἀ­κρι­βῶς ὡς ἀλ­λα­γή, αὐ­το-αλ­λοί­ω­ση, αὐ­το-θέ­σμι­ση — ὅ­λες συνυ­φα­σμέ­νες μέ τήν προ­σπά­θεια τῆς αὐ­το­γνω­σί­ας, πού εἶ­ναι συ­νε­χής ἐ­νέρ­γεια, ἐρ­γα­σί­α, δι­α­δι­κα­σί­α καί ὄ­χι στα­τι­κό ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

Μί­αν ἀ­πο­φα­σι­στι­κή στιγ­μή αὐ­τῆς τῆς ἀλ­λοί­ω­σης μπο­ροῦ­με νά συλ­λά­βου­με ἀ­να­λύ­ον­τας καί συγ­κρί­νον­τας τήν ἀν­θρω­πο­λο­γί­α τοῦ Αἰ­σχύ­λου καί τοῦ Σο­φο­κλέ­ους. Ἡ πα­ρα­βο­λή τῶν δύ­ο ποι­η­τῶν μᾶς δεί­χνει κα­θα­ρά μί­αν ὀν­το­λο­γι­κή ἀ­να­τρο­πή τε­ρά­στιας βα­ρύ­τη­τας, ποὐ συν­τε­λε­ῖ­ται μέ­σα στά εἴ­κο­σι αὐ­τά χρό­νια.

Τό ἐ­ρώ­τη­μα τί εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος δέν δι­α­τυ­πώ­νε­ται ὡς ἐ­ρώ­τη­μα στίς δύ­ο τρα­γω­δί­ες, ὅ­πως θά συ­νέ­βαι­νε σέ ἕ­να φι­λο­σο­φι­κό κεί­με­νο. Τό ἐ­ρώ­τη­μα ἐμ­πε­ρι­έ­χε­ται στίς τρα­γω­δί­ες καί συ­νά­γε­ται ἀ­π’ τό ὅ­τι τοῦ δί­νε­ται μί­α ἐ­κτε­νής ἀ­πάν­τη­ση. Ὁ Αἰ­σχύ­λος ἀ­παν­τά­ει στήν ὑ­πόρ­ρη­τη ἐ­ρώ­τη­σή του μέ μιά ἀν­θρω­πο­γο­νί­α. Ἡ ἀν­θρω­πο­γο­νί­α αὐ­τή εἶ­ναι μυ­θι­κή, ὄ­χι μέ μιά ἁ­πλῶς ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἔν­νοι­α — ἐ­πει­δή ἀ­να­φέ­ρε­ται σ’ ἕ­να μύ­θο, τόν μύ­θο τοῦ Προ­μη­θέ­α, καί τόν ξα­νάχρη­σι­μο­ποι­εῖ. Εἶ­ναι μυ­θι­κή μέ τήν βα­θύ­τε­ρη, φι­λο­σο­φι­κή ἔν­νοι­α τοῦ ὄ­ρου: ἀ­παν­τά­ει στό ἐ­ρώ­τη­μα τό σχε­τι­κό μέ τόν ἄν­θρω­πο παρα­πέμ­πον­τας στήν προ­έ­λευ­σή του καί πα­ρου­σι­ά­ζον­τας μί­αν ἀ­φήγη­ση: ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι αὐ­τό πού εἶ­ναι, δι­ό­τι κά­πο­τε, πο­λύ πα­λιά (πέ­ρα ἀ­πό κά­θε δυ­να­τή ἐμ­πει­ρι­κή βε­βαί­ω­ση ἤ ἀ­να­σκευ­ή) συ­νέ­βη κά­τι πού ὑ­περ­βαί­νει τήν συ­νή­θη μας πεί­ρα. Ἕ­να ὑ­πε­ράν­θρω­πο ὄν, ὁ Προ­μη­θέ­ας, ἔ­δω­σε στούς ἀν­θρώ­πους αὐ­τά πού τούς ἔ­κα­ναν πράγ­μα­τι ἀν­θρώ­πους. Ὁρισμός τοῦ μύ­θου: ἡ ἀ­φή­γη­ση τῆς προ­έ­λευ­σης ἀ­παν­τᾶ στό ἐ­ρώ­τη­μα γιά τήν οὐ­σία. Στόν Σο­φο­κλῆ, ὅ­πως θά δοῦ­με, ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῆς οὐ­σί­ας ἀ­παν­τᾶ καί στό ἐ­ρώ­τη­μα γιά τήν οὐ­σία, καί στό ἐ­ρώ­τη­μα γιά τήν προ­έ­λευ­ση. Ἡ οὐ­σί­α το­ῦ ἀν­θρώ­που, τό δει­νόν, εἶ­ναι ἡ αὐ­το­δη­μι­ουρ­γί­α του.

Ἄς κοι­τά­ξου­με ἀ­πό πιό κον­τά τό κεί­με­νο το­ῦ Αἰ­σχύ­λου. Ἡ ἀνθρω­πο­γο­νί­α πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἐ­δῶ ὡς τό ἔρ­γο το­ῦ Προ­μη­θέ­ως, ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἀ­πό­φα­σης καί τῆς πρά­ξης του. Ἡ ἀ­πό­φα­ση αὐ­τή ἀ­πορ­ρέ­ει, μέ τήν σει­ρά της, ἀ­πό μί­α ἐ­σω­τε­ρι­κή σύγ­κρου­ση τῶν ὑ­πε­ράν­θρω­πων δυ­νά­με­ων — σύγ­κρου­ση ἀ­νά­με­σα στόν Δί­α καί στόν Προ­μη­θέ­α. Ὁ Ζεύς ἤ­θε­λε νά κα­τα­στρέ­ψει τούς ἄν­θρω­πους (σ. 231-236), ὁ Προ­μη­θεύς ἀ­πο­φα­σί­ζει νά τούς σώ­σει — καί τούς σώ­ζει, με­τα­βι­βά­ζον­τας σ’ αὐ­τούς ἕ­να μέ­ρος ἀ­π’ τίς δυ­να­τό­τη­τες τοῦ πράτ­τειν/ποι­ε­ῖν πού ἦ­ταν, ὡς τό­τε, ἀ­πο­κλει­στι­κά κτῆ­μα τῶν θεί­ων δυ­νά­με­ων.

Δέν εἶ­ναι ἄ­σκο­πο νά ὑ­πο­γραμ­μι­σθεῖ αὐ­τή ἡ θέ­λη­ση κα­τα­στρο­φῆς τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου γέ­νους, πού ὁ Αἰ­σχύ­λος μέ ἔμ­φα­ση κα­τα­λο­γί­ζει στόν Δί­α. Οἱ κα­τά τόν Αἰ­σχύ­λο λό­γοι, ἤ τά κί­νη­τρα τοῦ Διός, μᾶς μέ­νουν ἄ­γνω­στα. Πι­θα­νόν εἶ­ναι ὁ ποι­η­τής νά τούς εἶ­χε πε­ρίγρά­ψει στόν Προ­μη­θέ­α Πυρ­φό­ρο, πού δέν τόν ἔ­χου­με.

Ποι­ά ἦ­ταν ἡ κα­τά­στα­ση τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας πρίν ἀ­π’ τήν ἐ­πέμ­βασή τοῦ Προ­μη­θέ­ως; Ἔμ­με­ση καί ἐξ ἀν­τι­θέ­σε­ως ἀ­πάν­τη­ση στήν ἐ­ρώ­τη­ση αὐ­τή δί­νε­ται φυ­σι­κά μέ τήν ἀ­πα­ρίθ­μη­ση ὅ­σων δέν εἶ­χαν οἱ ἄν­θρω­ποι στήν πρω­τό­γο­νη κα­τά­στα­σή τους (248-254, 458-506). Ἀλλά ὁ Αἰ­σχύ­λος δί­νει καί μί­α ἄ­με­ση ἀ­πάν­τη­ση, μέ τήν θε­τι­κή πε­ρι­γρα­φή τῆς προα-ν­θρώ­πι­νης ἀν­θρω­πό­τη­τας (248-254, 443-457). Ἡ πε­ρι­γρα­φή αὐ­τή, ἰ­δί­ως στούς στ. 443-457, εἶ­ναι κα­τα­πλη­κτι­κή. Ἡ προ-αν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, ὅ­πως τήν πα­ρου­σιά­ζει ὁ Αἰ­σχύ­λος, εἶ­ναι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ἀ­πί­στευ­τη. Εἶ­ναι τε­λεί­ως φαν­τα­στι­κή, χω­ρίς κα­μί­α ἐ­ξω­τε­ρι­κή «ἀ­λη­θο­φά­νεια» ἤ φρον­τί­δα γιά μιά τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­λη­θο­φά­νεια.

Οἱ «ἄν­θρω­ποι» αὐτοί, ἄν μπο­ροῦν νά ὀ­νο­μα­στοῦν ἔ­τσι, εἶ­ναι σάν ἀ­νυ­πό­στα­τες σκι­ές — θυ­μί­ζουν τά ζόμ­πι τῆς σύγ­χρο­νης φαν­τα­στι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­βλε­παν χω­ρίς νά βλέ­πουν, χω­ρίς νά τούς ὠ­φε­λεῖ αὐ­τό πού βλέ­πουν (μά­την), ἄ­κου­γαν χω­ρίς νά ἀ­κοῦ­νε, καί ὀ­νει­ρά­των ἀ­λίγ­κιοι μορ­φα­ῖ­σι, πα­ρό­μοι­οι μέ μορ­φές ὀ­νεί­ρων, περ­νοῦ­σαν τήν μα­κριά ζω­ή τους χω­ρίς κα­μί­α τά­ξη, στήν τύ­χη (εἰ­κῇ). Ζο­ῦ­σαν κά­τω ἀ­π’ τήν γῆ, μέ­σα σ’ ἀ­νή­λια σπή­λαι­α, δέν μπο­ροῦ­σαν νά ξε­χω­ρί­σουν χει­μώ­να, ἄ­νοι­ξη καί κα­λο­καί­ρι, καί ἄ­τερ γνώ­μης τό πᾶν ἐ­πρασ­σον: ἔ­κα­ναν τά πάν­τα χω­ρίς σκέ­ψη, χω­ρίς νοῦ. Καί (στ. 248· θά ἐ­πα­νέλ­θω στήν ἑρ­μη­νεί­α αὐ­το­ῦ τοῦ στί­χου) δέν προ­έ­βλεπαν — δέν ἤ­ξε­ραν — τόν θά­να­το.

Ἡ κα­τά­στα­ση αὐ­τή εἶ­ναι τε­λεί­ως ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κή — καί γιά μας καί γιά τήν ἐ­πο­χή τοῦ Αἰ­σχύ­λου. Δέν πρό­κει­ται ἐ­δῶ οὔ­τε γιά ὑ­περ­πρω­τό­γο­νους ἄ­γριους, οὔ­τε γιά κα­νέ­να δυ­να­τό καί συλ­λη­πτό ζω­ο­λο­γι­κό εἶ­δος. Οὔ­τε γιά τούς πι­θή­κους, οὔ­τε κάν γιά τά μυρ­μήγ­κια — πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στόν στ. 453 — θά μπο­ρού­σα­με νά ποῦ­με ὅ­τι μοιά­ζουν μέ μορ­φές ὀ­νεί­ρων κι ὅ­τι βλέ­πουν χω­ρίς νά βλέ­πουν. Ἡ πρό-ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας δέν εἶ­ναι, γιά τόν Αἰ­σχύ­λο, μιά συ­νη­θι­σμέ­νη ζω­ι­κή κα­τά­στα­ση. Ἀ­π’ τήν βι­ο­λο­γι­κή ἄ­πο­ψη, τά ὄν­τα αὐ­τά εἶ­ναι τε­ρα­τώ­δη καί ρι­ζι­κά ἀ­νί­κα­να πρός ζω­ή. Ἄν εἶ­χαν πο­τέ ἐμ­φα­νι­σθε­ΐ, δέν θά εἶ­χαν μπο­ρέ­σει νά ἐ­πι­ζή­σουν πέ­ρα ἀ­π’ τήν δεύ­τε­ρη γε­νε­ά - δέν χρει­ά­ζε­ται ἡ δαρ­βι­νι­κή θε­ω­ρί­α γιά νά τό συμ­πε­ρά­νει κα­νείς.

Καί ὅ­μως, ἡ πε­ρι­γρα­φή τοῦ Αἰ­σχύ­λου πα­ρου­σιά­ζει κά­τι πού εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἀ­π’ τό πραγ­μα­τι­κό: δί­νει τήν κα­τά­στα­ση τοῦ ἀνθρώπου πρίν ἤ ἔξω ἀπ’τη θέσμιση τῆς κοινωνικῆς ζωῆς — τῶν τε­γνῶν, τῆς ἐρ­γα­σί­ας, τοῦ λό­γου. Αὐ­τό πού πε­ρι­γρά­φε­ται ἐ­δῶ εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­πως θά ἦ­ταν, ἄν εἶ­χε σῶ­μα βέ­βαι­α, καί ψυ­χή — ἀλ­λά ὄχγι γνώμ­η. Εἶ­ναι αὐ­τό πού θά ὀ­νο­μά­ζα­με σή­με­ρα τό πρω­ταρ­χι­κό ἀ­συ­νεί­δη­το, ἡ ἀ-λο­γι­κό­τη­τα καί ἀ-πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς ψυ­χι­κῆς μο­νά­δας. Μιά κα­τά­στα­ση πού μό­νο λο­γι­κά καί ὑ­πο­θε­τι­κά μπο­ροῦ­με νά τήν σκε­φτοῦ­με, πού μοιά­ζει μέ μορ­φή ὀ­νεί­ρου — καί πού εἶ­ναι γε­μά­τη μορ­φές ὀ­νεί­ρων — , ἀ­φαι­ρε­τι­κά: τί καί πῶς θά ἦ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος, χω­ρίς γνώ­μη καί χω­ρίς τέ­χνη. ­Ὀ­νο­μά­ζω αὐ­τή τήν ἀ­φαί­ρε­ση ση­μαν­τι­κό­τε­ρη ἀ­π’ τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, για­τί μό­νο αὐ­τή μας ἐ­πι­τρέ­πει νά συλ­λά­βουμε ὅ­λα ὅ­σα, στόν ἄν­θρω­πο, προ­έρ­χον­ται ἀ­π’ αὐ­τό πού εἶ­ναι πέ­ρα ἀ­π’ τό πρω­ταρ­χι­κό του δε­δο­μέ­νο, τήν ψυ­χή, καί πού ἀ­νά­γε­ται στήν κοι­νω­νι­κή του δι­ά­στα­ση, σ’ αὐ­το πού γιά μᾶς εἶ­ναι ἡ θέ­σμι­ση τῆς γνώ­μης καί τῆς τέ­χνης, καί πού γιά τόν Αἰ­σχύ­λο εἶ­ναι δῶ­ρα τοῦ Προ­μη­θέ­ως, πού ἔ­κα­νε τούς ἀν­θρώ­πους, νη­πί­ους ὄν­τας τό πρίν, ἔν­νους καί φρε­νῶν ἐ­πηβό­λους (στ. 442-443).

Στήν ἀ­πα­ρίθ­μη­ση καί πε­ρι­γρα­φή τῶν δώ­ρων τοῦ Προ­μη­θέ­ως πού ἀ­κο­λου­θε­ῖ (457-506) θά ἦ­ταν κα­τ’ ἀρ­χήν γε­λοῖ­ο νά προ­σπα­θή­σου­με νά βροῦ­με μιά συ­στη­μα­τι­κή, λο­γι­κό-φι­λο­σο­φι­κή τά­ξη. Καί ὅ­μως, ἡ τά­ξη τῆς ἔκ­θε­σης, ὅ­πως καί τό τί συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει καί τί ἄ­φη­νει ἔ­ξω, εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά θε­ω­ρη­θοῦν τυ­χαί­α. Ὁ Προ­μη­θεύς ἀρ­χί­ζει μι­λών­τας γιά τίς ἀ­να­το­λές καί τίς δυ­σκρί­τους δύ­σεις τῶν ἄ­στρων. Ἀ­να­το­λές καί δύ­σεις ἐ­δῶ πρέ­πει νά εἶ­ναι καί οἱ κυ­ρί­ως λε­γά­με­νες ἀ­να­το­λές, ἀλ­λά ἀ­σφα­λῶς καί οἱ ἐ­πι­το­λές — οἱ στιγ­μές τοῦ ἔ­τους ὅ­που ἕ­να ἀ­στέ­ρι ξα­να­εμ­φα­νί­ζε­ται στόν ἐ­τή­σιο κύ­κλο του καί ἐ­πι­τρέ­πει ἔ­τσι νά κα­θο­ρι­σθοῦν οἱ ἐ­πο­χές το­ῦ ἔ­τους. Ἡ ἁ­πλή ἀ­να­το­λή καί δύ­ση το­ῦ ἡ­λίου ἤ καί ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε ἄ­στρου δέν εἶ­ναι δύ­σκρι­τος, καί ἡ ἀ­νι­κα­νό­τη­τα τῶν προ-αν­θρώ­πι­νων ἀν­θρώ­πων νά δι­α­κρί­νουν τίς ἐ­πο­χές ἔ­χει ἀ­να­φερ­θε­ῖ ἀ­μέ­σως πρίν (454-456). Ὁ Προ­μη­θεύς δί­νει ἔ­τσι στούς ἀν­θρώ­πους τά ση­μά­δια, τά στα­θε­ρά ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς, διά τῶν ὁ­ποί­ων καί μό­νο γί­νε­ται δυ­να­τή καί ἡ σύλ­λη­ψη καί ἡ μέ­τρη­ση το­ῦ χρό­νου. Ἡ μέ­τρη­ση αὐ­τή, το­ῦ χρό­νου καί τῶν πάν­των ὅ­σα εἶ­ναι με­τρή­σι­μα, ἔρ­χε­ται ἀ­μέ­σως κα­τό­πιν: ἀ­ριθ­μόν, ἔ­ξο­χον σο­φι­σμά­των, ἔ­ξη­ϋ­ρον αὐ­τοῖς. Πῶς μ’ αὐ­τή τήν σύ­ζευ­ξη τοῦ χρό­νου καί τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ, νά μή θυ­μη­θεῖ κα­νείς τόν Ἀριστοτέλη: χρό­νος ἔ­στι ἀ­ριθ­μός κι­νή­σε­ως κα­τά τό πρό­τε­ρον καί ὕ­στε­ρον (Φύσ. Δ, 219 bl-2· 220 e3-4); Γιά νά ὑ­πάρ­ξει ἀ­ρίθ­μη­ση, πρέ­πει πρῶ­τα νά ὑπάρ­ξει ὁ­ρι­σμός καί κα­θο­ρι­σμός τῶν χω­ρι­στῶν. Καί ἀν­θρω­πό­τη­τα χω­ρίς ἀ­ριθ­μη­τι­κή εἶ­ναι ἀ­δι­α­νό­η­τη.

Ἀ­μέ­σως κα­τό­πιν ἔρ­χον­ται οἱ γραμ­μά­των... συν­θέ­σεις, μνή­μην ἁ­πάν­των, μου­σο­μή­το­ρ’ ἐρ­γά­νην: οἱ συν­θέ­σεις ἤ συμ­πλο­κές χα­ραγ­μέ­νων ἤ ζω­γρα­φι­σμέ­νων ση­μεί­ων, πού μπο­ροῦν νά ἐν­σω­μα­τώ­σουν κά­θε μνή­μη καί νά ὑ­πη­ρε­τή­σουν κά­θε ἐρ­γα­σί­α πού γεν­νά­ει τίς Μοῦ­σες, αὐ­τό πού ὀ­νο­μά­ζου­με τέ­χνες καί γνώ­σεις.

Ὕ­στε­ρα ἀ­π’ αὐ­τό τό δῶ­ρο τῆς σύλ­λη­ψης τοῦ χρό­νου, τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ καί τῶν (τε­χνη­τῶν) ση­μεί­ων πού στη­ρί­ζουν καί ἐν­σαρ­κώ­νουν τήν μνή­μη, ἔρ­χον­ται οἱ πα­ρα­γω­γι­κές τέ­χνες, ἡ τε­χνι­κή, ὅ­πως λέ­με σή­με­ρα. Δέν θά σχο­λιά­σω ἐ­δῶ αὐ­τή τήν ἀ­πα­ρίθ­μη­ση (462-469, 500-503). Θά ση­μει­ώ­σω μό­νο τήν ἐμ­φα­τι­κή ἀ­να­φο­ρά στήν ἰ­α­τρι­κή (μέ­γι­στον, 478-483), καί τήν δι­ε­ξο­δι­κή πε­ρι­γρα­φή τῆς μαν­τι­κῆς καί τῆς ἑρ­μη­νεί­ας τῶν ὀ­νεί­ρων (484-499), στήν ὅ­ποι­α θά ἐ­πα­νέλ­θω. Ὁ στί­χος πού τε­λει­ώ­νει τήν ἀ­πα­ρίθ­μη­ση ἔ­χει βα­ρύ νό­η­μα: πᾶ­σαι τέχναι βρο­το­ῖ­σιν ἐκ Προ­μη­θέ­ως (506). Τό ἀ­ξί­ω­μά μας, σ’ αὐ­τή τήν ἀ­νά­λυ­ση, εἶ­ναι ὅ­τι παίρ­νου­με τόν ποι­η­τή στά σο­βα­ρά. Τό πᾶ­σαι τέχναι ἰ­σο­δυ­νά­μει μέ τό πά­σα τέ­χνη. Ὅ Προ­μη­θεύς δέν ἔ­δω­σε στούς ἄν­θρω­πους με­ρι­κά στοι­χεῖ­α, ἄ­π’ τά ὁ­ποῖ­α αὐ­τοί συ­νέ­θε­σαν καί συ­ναρ­μο­λό­γη­σαν τά ὑ­πό­λοι­πα, ἀ­π’ αὐ­τον (ἐκ) προ­έρ­χον­ται πᾶ­σαι τέχναι. Ὁ Αἰ­σχύ­λος δέν μπο­ρεῖ βέ­βαι­α νά ἀ­γνο­εῖ ὅ­τι στίς ἡ­μέ­ρες του συ­νε­χῶς τε­λει­ο­ποι­οῦν­ταν δι­ά­φο­ρες τέ­χνες (κι ὅ­τι ὁ ἴ­διος εἶ­χε ἀ­πο­φα­σι­στι­κά ἀλ­λά­ξει τήν ἴ­δια του τήν τέ­χνη). Αὐ­τό γιά τό ὁ­ποῖ­ο γί­νε­ται ἐ­δῶ λό­γος εἶ­ναι ἡ συ­νο­λι­κή ρή­ξη μέ τήν προ-αν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση καί ἡ ἐ­ξαίφ­νης ἀ­νά­δυ­ση τῆς τέ­χνης ὡς τέ­τοι­ας. Δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξει βαθ­μια­ῖο καί χι­λι­ο­στο­με­τρι­κό πέ­ρα­σμα ἀ­π’ τόν μή χρό­νο στόν χρό­νο, ἀ­π’ τόν μή ἀ­ριθ­μό στόν ἀ­ριθ­μό. Ὁ ἀ­ριθ­μός ἤ ὑ­πάρ­χει ἤ δέν ὑ­πάρ­χει· ἡ ὕ­παρ­ξη μι­σοῦ ἤ ὀ­λί­γου ἀ­ριθ­μοῦ (καί ἡ «πρό­ο­δος», π.χ., σ­τά τρί­α τέ­ταρ­τα καί με­τά σ­τόν ὁ­λό­κλη­ρο ἀ­ριθ­μό) εἶ­ναι ἀ­δι­α­νό­η­τη. Μιά καί ὁ ἀ­ριθ­μός ὑ­πάρ­ξει, μπο­ροῦ­με με­τά νά ἀ­ριθ­μή­σου­με ὁ­λο­έ­να καί με­γα­λύ­τε­ρους ἀ­ριθ­μούς — ἤ ἄλ­λα εἴ­δη ἀ­ριθ­μῶν. Τό ἴ­διο καί μέ τήν τέ­χνη (στήν πρω­ταρ­χι­κή ἔν­νοι­α τοῦ ὄ­ρου): ἤ ὑ­πάρ­χει, ἤ δέν ὑ­πάρ­χει. Ἡ ἐμ­φά­νι­ση τῆς τέ­χνης δέν μπορεῖ νά εἶ­ναι πα­ρά πέ­ρα­σμα ἀ­π’ τήν μή τέ­χνη στήν τέ­χνη, ρή­ξη, ἀ­πό­λυ­τη ἑ­τε­ρό­τη­τα πού δέν ἐ­πι­δέ­χε­ται βαθ­μούς. Ἀπότομα καί συ­νο­λι­κά περ­νᾶ­με ἀ­π’ τό ἕ­να ἐ­πί­πε­δο στό ἄλ­λο — ὅ­σο πρω­τό­γο­νο καί νά εἶ­ναι ἐ­τοῦ­το ἐ­δῶ. Ἀ­π’ τήν προ-αν­θρώ­πι­νη στήν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση δέν ὑ­πάρ­χει βαθ­μια­ία καί μέ­ρος κα­τά μέ­ρος με­τά­βα­ση (ἄς θυ­μη­θοῦ­με τήν γλώσ­σα!). Ἡ με­τά­βα­ση γί­νε­ται ἤ δέν γί­νε­ται, ὅ­ταν γί­νε­ται εἶ­ναι κα­θο­λι­κή ἑ­τέ­ρω­ση — δη­λα­δή δη­μι­ουρ­γί­α. Αὐ­τήν τήν δη­μι­ουρ­γί­α ὁ Αἰ­σχύ­λος δέν μπο­ρε­ΐ νά τήν σκε­φθεῖΐ — ὅ­πως θά κά­νει ὁ Σο­φο­κλής — ὡς αὐ­το­δη­μι­ουρ­γί­α. Ξέ­ρει ὅ­μως ὅ­τι δέν μπορεῖ νά εἶ­ναι τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα μιᾶς ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε σώ­ρευ­σης, κι αὐ­τό τό ἐκ­φρά­ζει μέ τήν πρά­ξη τοῦ Προ­μη­θέ­ως, ἀ­π’ τήν ὁ­ποί­α προ­έρ­χον­ται πᾶ­σαι τέ­χναι.

Ἐπανέρχομαι στό ἐ­κτε­νές χω­ρί­ο πού ἀ­φο­ρᾶ τήν μαν­τι­κή καί τήν ἑρ­μη­νεί­α τῶν ὀ­νεί­ρων (484-499), καί πού θά χρει­α­ζό­ταν ἐ­πί­σης ἐ­κτε­νή σχο­λια­σμό, γιά νά ση­μει­ώ­σω μό­νο με­ρι­κά στοι­χεῖ­α καί ἐ­ρω­τή­μα­τα. Ἡ πρώ­τη δι­α­πί­στω­ση — πού ἐ­πι­βάλ­λε­ται καί πού ἁ­πλῶς πα­ρα­θέ­τω ἐ­δῶ — εἶ­ναι αὐ­τή ἡ ὀγ­κώ­δης καί κα­τα­πλη­κτι­κή: ὁ Αἰ­σχύ­λος μι­λά­ει γιά τήν μαν­τι­κή καί ὄ­χι γιά τήν θρη­σκεί­α, ἀ­να­φέρει μό­νο ἀ­κρο­θι­γῶς τους θε­ούς, κι αὐ­τό μέ­σα σέ μί­α ὠ­φε­λι­μι­στι­κή προ­ο­πτι­κή. Τά ἐν­τό­σθια τῶν μαν­τι­κῶν σφα­γί­ων πρέ­πει νά ἐ­ξε­τάζον­ται γιά νά φα­νεῖ ἄν εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λα δαί­μο­σιν πρός ἡ­δο­νήν (494). Ἀκόμα μί­α φο­ρά, δέν λέ­ω ὅ­τι αὐ­τά «ἐ­πί­στευ­ε» ὁ Αἰ­σχύ­λος· λέ­ω ὅ­τι οἱ σκέ­ψεις αὐ­τές —ὅ­πως καί ἡ πε­ρι­γρα­φή τῆς ἐ­ξου­σί­ας τοῦ Διός σάν σκαι­ῆς τυ­ραν­νί­ας, ἤ τοῦ Διός σάν ἐ­φή­με­ρου τυ­ράν­νου κα­τα­δι­κα­σμέ­νου νά πέ­σει κι αὐ­τός μέ τήν σει­ρά του — ἦ­ταν, ὅ­πως καί ἡ δη­μό­σιά τους ἔκ­φρα­ση, δυ­να­τές καί δι­α­νο­η­τές γιά τούς Ἀ­θη­ναί­ους του 460.

Τό ἄλ­λο στοι­χεῖ­ο ἀ­φο­ρᾶ τό μῆ­κος, τήν θέ­ση καί τήν ἀ­νάγ­κη αὐτῆς τῆς πε­ρι­γρα­φῆς. Τό χω­ρί­ο εἶ­ναι τό ἐ­κτε­νέ­στε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα τά ἄλ­λα αὐ­τῆς της ἀν­θρω­πο­γο­νί­ας (16 στί­χοι). Για­τί; Καί για­τί ἐ­δῶ; Καί για­τί ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το;

Νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ ἀ­πάν­τη­ση — ἀ­σφα­λῶς ἐλ­λι­πής — σ’ αὐ­τό τό ἐ­ρώ­τη­μα βρί­σκε­ται στήν σχέ­ση το­ϋ ἀν­θρώ­που μέ τόν χρό­νο — καί ἰ­δι­αί­τε­ρα μέ τό μέλ­λον. Ὁ Προ­μη­θεύς ἔ­δω­σε στούς ἀν­θρώ­πους τήν σύλ­λη­ψη καί τήν μέ­τρη­ση το­ῦ χρό­νου. Τούς ἔ­δω­σε ἐ­πί­σης τό μέ­σο γιά νά ἱ­δρύ­σουν μιά σχέ­ση μέ τό πα­ρελ­θόν: γραμ­μά­των... συν­θέ­σεις, μνή­μην ἁ­πάν­των. Μέ τήν μαν­τι­κή καί τήν ἑρ­μη­νεί­α τῶν ὀ­νεί­ρων, τούς ἐ­πι­τρέ­πει μιά σχέ­ση μέ τό μέλ­λον, ὁ­δη­γών­τας τους στήν δυστέκ­μαρ­τον τέ­χνην καί κά­νον­τάς τους νά κα­τα­λα­βαί­νουν τά φλο­γω­πά σή­μα­τα (497-498).

Ἀπ’ τήν στιγ­μή πού ὑ­πάρ­χει σύλ­λη­ψη το­ῦ χρό­νου, ὑ­πάρ­χει ὁ ὁ­ρί­ζον­τας τοῦ μέλ­λον­τος καί οἱ βα­σι­κοί του κα­θο­ρι­σμοί: ἡ ἀ­βεβαι­ό­τη­τα, ἡ ἀ­να­μο­νή, ἡ ἐλ­πιίδα. Γιά νά ἀν­τι­με­τω­πί­σουν αὐ­τό τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τοῦϋ μέλ­λον­τος, ὁ Προ­μη­θεύς δί­νει στούς ἄν­θρω­πους τήν μαν­τι­κή καί τήν ἑρ­μη­νεί­α τῶν ὀ­νεί­ρων.

Αὐ­τό τό σύμ­πλεγ­μα ἰ­δε­ῶν μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει καί μᾶς ἀ­ναγ­κά­ζει νά ἐ­πα­νέλ­θου­με σ’ ἕ­να προ­η­γού­με­νο, θε­με­λι­ώ­δους ση­μα­σί­ας χω­ρί­ο, πού δέν τό ἐ­θί­ξα­με ἕ­ως τώ­ρα. Πρό­κει­ται γιά τούς στί­χους 247-252, πού πε­ρι­έ­χουν καί τήν πρώ­τη ἀ­να­φο­ρά (με­τά ἀ­π’ τούς στί­χους 235-236 ὅ­που ὁ Προ­μη­θεύς λέ­ει ὅ­τι ἐλύ­τρω­σε τούς θνη­τούς ἀ­π’ τήν ἐ­ξο­λό­θρευ­ση πού τούς προ­ε­τοί­μα­ζε ὁ Ζεύς) στά ὅ­σα ὁ Προ­μη­θεύς ἔ­κα­νε γιά χά­ρη τῶν ἄν­θρω­πων. Τό πρῶ­το αὐ­τό — πρίν καί ἀ­πό τό δό­σι­μο τῆς φω­τιάς — πε­ρι­γρά­φε­ται στήν στι­χο­μυ­θί­α 248-251, πού πρέ­πει νά πα­ρα­τε­θεῖ ἐ­δῶ, καί λό­γω τῆς ση­μα­σί­ας της, καί δι­ό­τι ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη με­τά­φρα­σή της μο­ῦ φαί­νε­ται τε­λεί­ως πα­ρά­λο­γη.

Προ­μη­θεύς: Θνη­τούς γ' ἔ­παυ­σα μή προ­δέρ­κε­σθαι μό­ρον.

Χο­ρός: Τό ποι­όν εὑ­ρών τῆσ­δε φάρ­μα­κον νό­σου;

Προ­μη­θεύς: Τυ­φλᾶς ἐν αὐ­τοῖς ἐλ­πί­δας κα­τῴ­κι­σα.

Χο­ρός: Μέ­γ’ ὠ­φέ­λη­μα το­ῦ­τ’ ἐ­δω­ρή­σω βρο­τοῖς.

Ὅ πρῶ­τος στί­χος με­τα­φρά­ζε­ται συ­νή­θως: ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σα τούς ἄν­θρω­πους ἀ­π’ τήν πρό­βλε­ψη τοῦ θα­νά­του. Ἡ με­τά­φρα­ση αὐ­τή, πρῶ­τον, εἶ­ναι με­τω­πια­ία ἀν­τι­φα­τι­κή μέ τήν πε­ρι­γρα­φή πού κά­νει ὁ Προ­μη­θεύς τῆς προ­αν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης (447 κ. ε.) Στούς στί­χους πού ἐ­ξε­τά­ζου­με πρό­κει­ται σα­φῶς γιά τό πέ­ρα­σμα ἀ­π’ τήν προ-αν­θρώ­πι­νη στήν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση. Τό δό­σι­μο τῆς φω­τιᾶς ἀ­να­φέ­ρε­ται κα­τό­πιν (στ. 252). Πῶς θά ἦ­ταν νο­η­τό τά ὄν­τα αὐ­τά, πού δέν ἔ­χουν κάν ἔν­νοι­α το­ῦ χρό­νου, νά «προ­βλέ­πουν» τόν θά­να­τό τους; Πῶς μπο­ροῦ­με νά κα­τα­λο­γί­σου­με στόν Αἰ­σχύ­λο μιά τό­σο ἀ­πα­ρά­δε­κτη ἀ­συ­ναρ­τη­σί­α; Δεύ­τε­ρον, βιά­ζει τήν σα­φῆ ἔν­νοι­α τοῦ κει­μέ­νου (γιά νά κο­λα­σθε­ῖ, πρέ­πει νά ἀ­πο­δο­θεῖ, τε­χνη­τά, στό μή τό συμ­πε­πτυγ­μέ­νο νό­η­μα ἵ­να μή). Τό κεί­με­νο λέ­ει: Ἔ­βα­λα τέ­λος στήν κα­τά­στα­ση ὅ­που οἱ θνη­τοί δέν προ­έ­βλε­παν τόν θά­να­το (αὐ­το- νό­η­το, ἀ­φοῦ ἐζοῦ­σαν ἄ­τερ γνώ­μας). Ὄ­χι βέ­βαι­α μέ τήν ἔν­νοι­α τῆς πρό­βλε­ψης τῆς ὥ­ρας καί τῆς στιγ­μῆς, ἄλ­λα μέ τήν ἔν­νοι­α τῆς πρό­βλε­ψης τοῦ γε­γο­νό­τος: ἔ­μα­θα στούς θνη­τούς ὅ­τι εἶ­ναι θνη­τοί. Τρί­τον, δέν εἶ­ναι δυ­να­τό νά ἀ­πο­δο­θε­ῖ στόν Προ­μη­θέ­α ἡ ἐ­ξω­φρε­νι­κή ἰ­δέ­α ὅ­τι τούς θνη­τούς αὐ­τούς (πού προ­έ­βλε­παν τόν θά­να­τό τους, ἐ­νῶ ταυ­το­χρό­νως βλέ­πον­τες ἔ­βλε­πον μά­τη­ν!) τους ἔ­κα­νε νά μήν ξέ­ρουν πιά ὅ­τι εἶ­ναι θνη­τοί. Ἄν ὑ­πάρ­χει κά­τι πού εἶ­ναι βέ­βαι­ο γιά τούς ἀν­θρώ­πους, καί πάν­τως γιά τούς Ἀρχαίους Ἕλ­λη­νες, εἶ­ναι ἡ θνη­τό­τη­τά τους· ἀ­π’ τόν Ὅ­μη­ρο ὡς τό τέ­λος τῆς ἀ­θη­να­ϊ­κῆς τρα­γω­δί­ας, ἡ βε­βαί­ω­ση τοῦ θε­με­λια­κοῦ αὐ­τοῦ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοῦ της ἀνθρώ­πι­νης ὀν­τό­τη­τας ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται σέ κά­θε εὐ­και­ρί­α.

Ὁ Προ­μη­θεύς ἔ­μα­θε στούς ἄν­θρω­πους τήν ἀ­λή­θεια — ὅ­τι εἶ­ναι θνη­τοί καί, κα­τά τήν πραγ­μα­τι­κή καί ἀν­τι­κει­με­νι­κά ἀ­λη­θι­νή ἀρχαί­α ἑλ­λη­νι­κή ἀν­τί­λη­ψη, ἀ­νυ­πέρ­βλη­τα καί τε­λε­σί­δι­κα θνη­τοί. Ἀλλά τό νά εἶ­σαι θνη­τός, καί νά τό ξέ­ρεις, εἶ­ναι, ὅ­πως λέ­ει στόν ἑ­πόμε­νο στί­χο ὁ χο­ρός, νό­σος, γιά τήν ὁ­ποί­α χρει­ά­ζε­ται ἕ­να φάρ­μα­κον. Τό φάρ­μα­κο αὐ­τό τό βρῆ­κε καί τό ἔ­δω­σε ὁ Προ­μη­θεύς: ἐγ­κατέ­στη­σε μέ­σα στούς ἄν­θρω­πους τυφλᾶς ἐλ­πί­δας. Τυ­φλές ἐλ­πί­δες, σκο­τει­νές προσ­δο­κί­ες, φροῦ­δες ἀ­να­μο­νές· τά ὄ­πλα — τε­λι­κά μά­ται­α — μέ τά ὁ­ποῖ­α ὁ ἄν­θρω­πος μά­χε­ται τήν θνη­τό­τη­τά του, πού ἀλ­λι­ῶς θά τοῦ ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτη. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ὁ χο­ρός ἀ­παν­τά­ει: Μέ­γ’ ὠ­φέ­λη­μα τοῦ­το ἐ­δω­ρή­σω βρο­τοῖς, ἡ ἀ­πάν­τη­ση δέν εἶ­ναι εἰ­ρω­νι­κή. Ἄν ἦ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι νά βγοῦν ἀ­π’ τήν προ-αν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση, ἔ­πρε­πε νά ξέ­ρουν τήν πρώ­τη καί τε­λευ­ταί­α ἀ­λή­θεια, ὅ­τι εἶ­ναι θνη­τοί. Ἡ ἀ­λή­θεια αὐ­τή θά μπο­ροῦ­σε νά τούς συν­τρί­ψει (ὅπως τό­σο συ­χνά μας συν­τρί­βει). Τό ἀν­τί­βα­ρο εἶ­ναι οἱ τυ­φλές ἐλ­πί­δες. Οἱ ἐλ­πί­δες αὐ­τές δέν ἀ­να­φέ­ρον­ται σέ κα­μί­α «θε­τι­κή» ἀ­θα­να­σί­α (ὅ­πως τό ξέ­ρου­με ἀ­π’ τή «Νέ­κυι­α» τῆς Ὀ­δύσ­σειας). Σχε­τί­ζον­ται μέ ὅ­σα κά­νει καί μπο­ρεῖ νά κά­νει ὁ ἄν­θρω­πος σέ τού­τη τήν ζω­ή. Φυ­σι­κά εἶ­ναι τυ­φλές, μιά καί τό μέλ­λον εἶ­ναι ἄ­γνω­στο καί οἱ θε­οί φθο­νε­ροί. Ἀλλά αὐτά τά δύ­ο συ­να­παρ­τί­ζουν τόν ἄν­θρω­πο — του­λά­χι­στον τόν Ἀρχαῖο Ἕλ­λη­να: ἡ γνώ­ση τοῦ θα­νά­του, καί ἡ δυ­να­τό­τη­τα ἑ­νός ποι­εῖν-πράτ­τειν πού ἡ γνώ­ση αὐ­τή τό κεν­τρί­ζει ἀν­τί νά τό πνί­γει. Ἡ Ἀρχαία Ἑλ­λά­δα εἶ­ναι ἡ λαμ­πρό­τε­ρη ἀ­πο­δεί­ξη τῆς δυ­να­τό­τη­τας νά με­τα­τρα­πε­ΐ αὐ­τή ἡ ἀν­τι­νο­μί­α σέ πη­γή δη­μι­ουρ­γί­ας.

Ἀθήνα, 442. Οἱ Τρι­α­κον­τα­ε­τεῖς Σπον­δές μέ τούς Πε­λο­πον­νη­σί­ους, 446/445, ἀ­να­γνω­ρί­ζουν καί ἐ­πι­κυ­ρώ­νουν τήν ἐ­πι­κρά­τη­ση τῶν Ἀθηναίων. Τό 450 ὁ Φει­δί­ας στή­νει ἐ­πά­νω στήν Ἀκρόπολη τό τε­ρά­στιο μπρούν­τζι­νο ἄ­γαλ­μα τῆς Ἀ­θη­νᾶς, πού φαι­νό­ταν, λέ­νε, ἀ­π’ τό Σού­νιο. Ἡ οἰ­κο­δό­μη­ση τοῦ Παρ­θε­νῶ­νος ἄρ­χι­ζει τό 447, τε­λει­ώ­νει τό 438. Τό Ὠ­δε­ῖο του Πε­ρι­κλέ­ους οἰ­κο­δο­μεῖ­ται τό 443. Τά Μα­κρά Τεί­χη, τε­λει­ω­μέ­να τό 456, ἀ­να­κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται ἐν μέ­ρει τό 445. Ὁ Ἡ­ρό­δο­τος ἔ­χει ἤ­δη ἐ­πι­σκε­φθεῖ τήν Ἀθήνα, ὅ­που πι­θα­νό­τα­τα ἐ­διάβα­σε, δη­μό­σια, μέ­ρη τῆς Ἱστορίας, καί ὁ Σο­φο­κλῆς θά γρά­ψει γι’ αὐ­τον ἕ­να ποί­η­μα τό 441. Ἀνάμεσα στούς ἄλ­λους με­γά­λους, πού ἐ­πι­σκέ­πτον­ται τήν Ἀθήνα ἤ μέ­νουν ἐ­κεῖ, πρέ­πει νά ἀ­να­φερ­θεῖ ὁ Πρω­τα­γό­ρας — ὁ Πρω­τα­γό­ρας τοῦ πάν­των χρημά­των μέ­τρον ἄν­θρω­πος, ὁ Πρω­τα­γό­ρας πού εἶ­χε ἀ­σφα­λῶς ὁ ἴ­διος ἐκ­θέ­σει μιά ἀν- θρω­πο­γο­νί­α, τήν ὁ­ποί­α νο­μί­ζω ὅ­τι πε­ρί­που πι­στά ἀ­πο­δί­δει ὁ Πλά­των στόν ὁ­μώ­νυ­μο δι­ά­λο­γο καί ὅ­που πε­ρι­έ­γρα­φε καί τήν δι­α­δο­χι­κή ἐ­πι­νό­η­ση ἀ­π’ τούς ἄν­θρω­πους τῶν τε­χνῶν καί τῶν γνώ­σε­ων, καί τήν ἴ­ση κα­τα­νο­μή ἀ­νά­με­σά τους τῆς πο­λι­τι­κῆς φρό­νη­σης, πού στη­ρί­ζει τήν δη­μο­κρα­τί­α. Τό 444/443 οἱ Ἀθηναῖοι, κι­νού­με­νοι ἀ­σφα­λῶς ἀ­πό τάς ἀ­στυ­νό­μους ὀρ­γάς ( Ἀν­τι­γό­νη 354-355), ἀ­πο­φα­σί­ζουν νά ἱ­δρύ­σουν μιά πα­νελ­λη­νι­κή ἀ­ποι­κί­α στούς Θου­ρί­ους, στήν Ἰταλία, στήν θέ­ση τῆς Συ­βά­ρε­ως. Ὡς νο­μο­θέ­τη της δι­α­λέ­γουν τόν, μή Ἀθηναῖο, Ἀβδηρίτη Πρω­τα­γό­ρα. Ὁ Αἰ­σχύ­λος ἔ­χει πε­θά­νει στήν Σι­κε­λί­α, ὁ Σο­φο­κλῆς (γεν­νη­μέ­νος τό 496 στόν Κο­λω­νό) τόν εἶ­χε νι­κή­σει στά Δι­ο­νύ­σια τοῦ 468. Τό 443/42, ἐ­πο­χή πού γρά­φει ἤ τε­λει­ώ­νει τήν Ἀν­τι­γό­νη (53 χρο­νῶν), ἔ­χει ἐ­κλε­γεῖ ἀ­π’ τούς Ἀθηναίους Ἑλλη­νο­τα­μί­ας. Ὁ Εὐ­ρι­πί­δης λαμ­βά­νει μέ­ρος στούς τρα­γι­κούς ἀ­γῶ­νες ἤ­δη ἀ­πό τό 455 καί θά νι­κή­σει γιά πρώ­τη φο­ρά τό 441.

Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ λα­ός γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Πε­ρι­κλῆς θά πε­ῖ, δώ­δε­κα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα: πᾶ­σαν γῆν καί πᾶ­σαν θά­λασ­σαν ἐ­σβα­τόν τῇ ἡ­μέ­τε­ρᾳ τόλ­μῃ κα­τα­ναγ­κά­σαν­τες. Αὐ­τος εἶ­ναι ὁ δη­μι­ουρ­γι­κός κοινω­νι­κό-ἱ­στο­ρι­κός χῶ­ρος, πού μέ­σα του ἀ­να­δύ­ε­ται τό πολ­λά τά δει­νά κοὐ­δέν ἀν­θρώ­που δει­νό­τε­ρον πέ­λει.

Ἐνῶ ὁ Αἰ­σχύ­λος, εἴ­κο­σι, εἴ­κο­σι πέν­τε χρ­ό­νια πρίν. ἐκ­θέ­τει μιά ἀν­θρω­πο­γο­νί­α,. ὄ­χι σάν μί­α βαθ­μια­ία δι­α­δι­κα­σί­α, ἀλ­λά περοι­γράφον­τας ἕ­να ἐ­ξαίφ­νης πέ­ρα­σμα ἀ­π’ τό πρίν στό με­τά ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἀ­πό­φα­σης καί τῆς πρά­ξης ἑ­νός ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νου Τι­τά­νος, σάν ἀ­πό­σπα­ση. οἰο­νεί κλο­πή, ἀ­πό μί­α ὑ­πε­ράν­θροι­πη δύ­να­μη ἱ­κα­νο­τή­των καί δυ­να­το­τή­των πού ἀ­νή­κουν στίς ὑ­περάν­θρ­ω­πες δυ­νά­μεις (καί συ­νε­πῶς ὑ­πῆ­ρ­χαν ἤ­δη). ὁ Σο­φο­κλῆς ἐκ­θέ­τει, μί­α ἀν­θρωπο­λο­γί­α πού δέν προ­ϋ­πο­θέ­τει τί­πο­τε καί ὅ­που οἱ ἱ­κα­νό­τη­τες καί δυ­να­τό­τη­τες αὐ­τές δη­μι­ουρ­γο­ῦν­ται ἀ­π’ τούς ἀν­θρώ­πους· θέ­τει ἁ­πλά, κα­θα­ρά καί μέ ἔμ­φα­ση τήν ἀν­θρ­ω­πό­τη­τα ὡς αὐ­το­δη­μιουργία. Οἱ ἄν­θρω­ποι δέν πῆ­ραν τί­πο­τε ἀπ’ τούς θε­ούς, καί κα­νέ­νας θε­ός δέν τούς ἔ­δω­σε τί­πο­τε. Αὐ­τό εἶ­ναι τό πνεῦ­μα τοῦ 5ου αἰ­ῶ­νος, κι αὐ­τή εἶ­ναι ἡ τρα­γω­δί­α πού ἐ­βρά­βευ­σαν οἱ Ἀθηναῖοι.

Τό στά­σι­μο (332-375) πρέ­πει φυ­σι­κά νά ἑρ­μη­νευ­θεῖ σέ συ­νάρ­τη­ση μέ τήν θέ­ση του μέ­σα στήν συ­νο­λι­κή οἰ­κο­νο­μί­α τοῦ ἔρ­γου. Ἔρ­χε­ται ἀ­μέ­σως με­τά ἀ­π’ τίς και­νού­ρι­ες ἀ­πει­λές του Κρέ­ον­τος, πού ἔ­μα­θε τήν δεύ­τε­ρη ἀ­πό­πει­ρα τα­φῆς (συμ­βο­λι­κῆς) το­ῦ Πο­λυ­νείκους, καί ἀ­μέ­σως πρίν ἀ­π’ τήν ἀ­να­κά­λυ­ψη καί τήν σύλ­λη­ψη το­ῦ ἐ­νό­χου — της Ἀντιγόνης. Τό νό­η­μά του — στήν οὐ­σία, τό νό­η­μα ὅ­λης τῆς Ἀντιγόνης — βρί­σκε­ται στήν κα­τά­λη­ξή του (364-375), πού τό συν­δέ­ει ἄ­με­σα μέ τίς ὕψι­στες ση­μα­σί­ες πού δι­α­κυ­βεύ­ον­ται μέ­σα σ’ αὐ­τήν τήν τρα­γω­δί­α. Ὁ ἄν­θρω­πος, πού πε­ρι­γρά­φε­ται καί ὑ­μνεῖται στό προ­η­γού­με­νο καί με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος το­ῦ χο­ρι­κοῦ (332-363), συν­δέ­ει τήν δη­μι­ουρ­γι­κή του δει­νό­τη­τα μέ ἕ­να ἀ­νυ­πέρ­βλη­το δι­χα­σμό τῆς φύ­σης του. Τέ­χνας ὑπέρ ἐλ­πί­δ’ ἔ­χων, τό­τε μέν κα­κόν, ἄλλο­τ’ ἐ­π' ἐ­σθλόν ἕρ­πει (365-366). Ἡ σο­φί­α καί ἡ τέ­χνη του ξε­περ­νᾶ­νε κά­θε ἀ­να­μο­νή — ἀλ­λά ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τά του, ἡ δι­πλή, τόν κά­νει νά βα­δί­ζει ἄλ­λο­τε πρός τό κα­λό κι ἄλ­λο­τε πρός τό κα­κό. Αὐ­τό τό κα­κό καί τό κα­λό ὁ ποι­η­τής δέν τά προσ­δι­ο­ρί­ζει ἠ­θι­κο­λό­γωντας, ἀλ­λά πο­λι­τι­κά. ὁ ἄν­θρω­πος βα­δί­ζει πρός τό κα­λό, ὅ­ταν κα­τορ­θώ­νει νά συ­νυ­φά­νει (πα­ρεί­ρων) τούς νό­μους τῆς πό­λης του (νό­μους χθο­νός· χθῶν ἐ­δῶ δέν εἶ­ναι ἡ γῆ μέ τήν κο­σμι­κή ἔν­νοι­α, εἶ­ναι ἡ πά­τριος γῆ, ἡ πό­λις, ἡ πο­λι­τι­κή κοι­νό­τη­τα) μέ τήν θε­ῶν ἔ­νορ­κον δί­καν, τήν δί­κη/δι­και­ο­σύ­νη τῶν θε­ῶν, τήν κα­το­χυ­ρω­μέ­νη ἀ­π’ τούς ὅρ­κους. Σ’ αὐ­τήν τήν πε­ρί­πτω­ση ὁ ἄν­θρω­πος γί­νε­ται ὑψίπο­λις — λέ­ξη πού ἡ πο­λυ­ση­μί­α της κά­νει τήν με­τά­φρα­σή της ἀ­δύ­να­τη. Ὑ­ψί­πο­λις — ὑ­ψη­λός μέ­σα στήν πό­λη του, ἀλ­λά κυ­ρί­ως ὑ­ψηλός (sublime · πρβλ. Πε­ρί ὕ­ψους) ὡς μέ­λος μιᾶς πό­λης, μιᾶς πο­λι­τι­κῆς, δη­λα­δή ἀν­θρώ­πι­νης, κοι­νό­τη­τος. Ἀμέσως ἀν­τι­τί­θε­ται στόν ὑ­ψί­πο­λιν ὁ ἄ­πο­λις, ὁ ἄν­θρω­πος πού τόλ­μας χά­ριν, ἐ­ξαι­τί­ας ταῆς ὑ­περ­βο­λι­κῆς τόλ­μης, τῆς αὐ­θά­δειας, τοῦ θρά­σους — τῆς ὕ­βρε­ως ἐ­πι­τέ­λους, γιά νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τόν πρέ­πον­τα ὄ­ρο — ἀφή­νει τό μή κα­λόν νά τόν κα­τοι­κή­σει. Αὐ­τός πού κα­τέ­χε­ται ἀ­π’ τήν ὕ­βρη γί­νε­ται ἄ­πο­λις, βγαί­νει ἀ­π’ τήν πο­λι­τι­κή κοι­νω­νί­α τῶν ἀν­θρώ­πων (καί τό συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­πο­τέ­λε­σμα δέν μπο­ρεῖΐ νά εἶ­ναι πα­ρά ὁ θά­να­τος, ἡ φυ­γή ἤ ἡ ἐ­ξο­ρί­α). Γί­νε­ται, ὅ­πως λέ­νε οἱ Γάλ­λοι, sans foi ni loi, καί sans feu ni lieu. Καί ὁ Χο­ρός τε­λει­ώ­νει λέ­γον­τας: αὐ­τόν τόν ἄ­πο­λιν δέν τόν θέ­λω ὡς πα­ρέ­στιον, μέ­σα ἤ κον­τά στήν ἑ­στία μου, οὔ­τε ὡς ἴ­σον φρο­νοῦν­τα, προι­κι­σμέ­νο μέ τήν ἴ­δια — ἴ­ση, κοι­νή τῶν πο­λι­των — φρό­νη­ση καί δι­και­ού­με­νο νά θε­ω­ρεῖ τόν ἑ­αυ­τό του ἴ­σο μέ τούς ἄλ­λους πο­λί­τες.

Εἶ­μαι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νά δώ­σω ἐ­δῶ πο­λύ συ­νο­πτι­κά μιά συ­νο­λι­κή ἑρ­μη­νεί­α τῆς τρα­γω­δί­ας. Τό θέ­μα τῆς τρα­γω­δί­ας δέν εἶ­ναι ἡ ἀ­θω­ό­τη­τα το­ῦ θύ­μα­τος Ἀν­τι­γό­νη πού μά­χε­ται τόν τύ­ραν­νο Κρέ­οντα, οὔ­τε ἡ ἀν­τί­φα­ση ἀ­νά­με­σα στήν ἠ­θι­κή καί στήν raison d'Etat, οὔ­τε τό ἄ­το­μο ἐ­ναν­τί­ον το­ῦ κρά­τους (μον­τέρ­νες ἑρ­μη­νεῖ­ες), οὔ­τε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια στήν ἀν­τί­θε­σή της μέ τόν Νό­μο καί τήν Πο­λι­τεί­α (ἑ­γε- λια­νή ἐκ­δο­χή). Τό θέ­μα τῆς τρα­γω­δί­ας εἶ­ναι, πέ­ρα ἀ­π’ ὅ­λα αὐτά, ἡ ὕβρις — ἡ πρά­ξη τόλ­μας χά­ριν. Ἀσφαλῶς ἡ Ἀντιγόνη καί ὁ Κρ­έ­ων ἐκ­πρ­ο­σω­ποῦν δύ­ο ἀν­τι­μ­α­χόμ­ε­νες ἀρχές. Αὐ­τές τίς ἀρχές ὅμως — τούς νό­μους χθο­νός καί τήν θε­ῶν ἔ­νορ­κον δί­καν — ὁ ποι­η­τής δέν τίς θε­ω­ρεῖ ἀ­πό­λυ­τα ἀ­συμ­βί­βα­στες, μιά καί ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρε­ῖ νά γί­νει ὑ­ψίπο­λις συ­νυ­φαί­νον­τα­ς τες (πα­ρεί­ρων). Καί ἡ Ἀν­τι­γό­νη καί ὁ Κο­έ­ων εἶ­ναι ἀ­νί­κα­νοι νά τίς συ­νυ­φά­νουν· καί οἱ δύ­ο τους, μέ τήν τυ­φλή καί ἀ­πό­λυ­τη ὑ­πε­ρά­σπι­ση μιᾶς ἀ­πό τίς δύ­ο ἀρ­χές, γί­νον­ται ὑ­βρι­στές καί ἀ­πο­λι­δες. Ὑ­πέρ­τα­το πα­ρά­δο­ξο: ξε­περ­νών­τας τά ὅ­ρια τοῦ φρο­νε­ῖν, κα­θη­λω­μέ­νος στό μό­νος φρο­νεῖν, ὁ ὑ­πέρ­μα­χος τῶν νό­μων τῆς πό­λε­ως Κρέ­ων γί­νε­ται ἀ­πο­λις. Ἀλ­λά εἶ­ναι ἐ­πί­σης προ­φα­νές ὅτι ἡ ἴ­δια ἡ Ἀντιγόνη εἶ­ναι ἐ­ξί­σου ἀ­πο­λις. Ἀμέσως κα­τό­πιν ἀ­π’ τό χο­ρι­κό πού ἐ­ξε­τά­ζου­με, ὅ­ταν ὁ Φύ­λαξ προ­σά­γει τήν Ἀντιγόνη, πού τήν συ­νέ­λα­βε νά προ­σπα­θεῖ — γιά τρί­τη φο­ρά — νά ρί­ξει χῶ­μα πά­νω στό πτῶ­μα τοῦ Πο­λυ­νεί­κους, ὁ χο­ρός, ἐκ­φρά­ζον­τας τήν κα­τα­θλι­πτι­κή λύ­πη του, δέν ἀ­πευ­θύ­νε­ται στήν Ἀντιγόνη ὡς πρό­μα­χο τῆς εὐ­σέ­βειας καί τοῦ σε­βα­σμοῦ τῶν θεί­ων νό­μων τήν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς τρε­λή (ἐν ἀ­φρο­σύ­νῃ κα­θε­λόν­τες, 383). Ἡ ἀ­φρο­σύ­νη τῆς Ἀντιγόνης ἔγ­κει­ται στό ὅ­τι κι αὐ­τή, ὄ­χι μό­νο εἶ­ναι ἀ­νί­κα­νη νά συ­νυ­φά­νει τίς δύ­ο ἀρ­χές, ἀλ­λά τόλ­μας χά­ριν ὑ­περ­βαί­νει τά ὅ­ρια. Πό­λις χω­ρίς νό­μους χθο­νός δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξει καί, πα­ρα­βι­ά­ζον­τας τούς νό­μους αὐ­τούς, καί ἡ Ἀντιγόνη γί­νε­ται ἄ­πο­λις καί βγαί­νει ἀ­πό τό ἴ­σον φρο­νεῖν.

Ὁ ποι­η­τής λέ­ει στόν δῆ­μο τῶν Ἀθηναίων: ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν ἔ­χουμέ δί­κιο, μ­πο­ρεῖ νά ἔ­χου­με ἄ­δι­κο, δέν ὑπάρ­χει πο­τέ ἔ­σχα­τος λο­γι­κός λό­γος. Τῷ ὄν­τι, οἱ ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­ες τοῦ Κρέ­ον­τος καί τῆς Ἀντιγόνης, θε­ω­ρη­μέ­νες κα­θ’ ἑ­αυ­τές, εἶ­ναι στε­γα­νές καί χω­ρίς δυ­να­τή λο­γι­κή ἀ­ναί­ρε­ση. Αὐ­τό ἐκ­φρά­ζει κα­θα­ρά ὁ Αἴ­μων, λέ­γον­τας στόν πα­τέ­ρα του: οὔ­τε θέ­λω οὔ­τε μπο­ρῶ νά πῶ ὅ­τι ἔ­χεις ἄ­δι­κο (οὔτ’ ἄν δυ­ναί­μην, μή­τα’ ἐ­πι­σταί­μην λέ­γων, 686)· ἔ­χεις ὅ­μως ἄ­δι­κο γιά ἄλ­λους λό­γους — δι­ό­τι ἐ­πι­μέ­νεις νά ἔ­χεις δί­κιο μό­νος σου ἤ μό­νος ἐ­σύ. Ἐπιβάλλεται νά πα­ρα­τε­θοῦν ἐ­δῶ οἱ κα­τα­πλη­κτι­κοί στί­χοι 707-709:

ὅ­στις γάρ αὐ­τός ἤ φρο­νεῖν μό­νος δο­κεῖ,

ἤ γλῶσ­σαν, ἥν οὐκ ἄλ­λος, ἤ ψυ­χήν ἔ­χειν,

οὗ­τοι δι­α­πτυ­χθέν­τες ὤ­φθη­σαν κε­νοί.


Ὁ Κρέ­ων ἔ­χει ἄ­δι­κο, πα­ρό­λο ὅ­τι ἔ­χει δί­κιο, για­τί ἐ­πι­μέ­νει στό μό­νος φρο­νεῖν — δέν βρί­σκε­ται μέ­σα στο ἴσον φρονεῖν, δεν θέλει καί δέν εἶ­ναι ἱ­κα­νός νά ἀ­κού­σει τόν λό­γο και τούς λό­γους τοῦ ἄλ­λου καί τῶν ἄλ­λων. Εἶ­ναι μέ­σα στήν ὕ­βρη, δέν κα­τορ­θώ­νει νά σύνυ­φά­νει.

Ἡ Ἀντιγόνη εἶ­ναι — ὅ­πως καί ὁ Ἐπιτάφιος — μιά κο­ρυ­φή τῆς δη­μο­κρα­τι­κῆς πο­λι­τι­κῆς σκέ­ψης καί στά­σης, πού ἀ­πο­κλεί­ει καί κα­τα­δι­κά­ζει τό μό­νος φρο­νε­ῖν, πού ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἔμ­φυ­τη ὕ­βρη τῶν ἀν­θρώ­πων καί ἀ­παν­τᾶ σ’ αὐ­τήν μέ τήν φρό­νη­ση, καί πού ἀν­τι­με­τωπί­ζει τό ἔ­σχα­το πρό­βλη­μα τοῦ αὐ­τό­νο­μου ἀν­θρώ­που — καί τοῦ ἀ­τό­μου καί τῆς πο­λι­τι­κῆς κοι­νό­τη­τας — τό πρό­βλη­μα τοῦ αὐ­το­περι­ο­ρι­σμοῦ.

Ὁ αὐ­το­πε­ρι­ο­ρι­ο­μός εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τος, ἀ­κρι­βῶς για­τί ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι δει­νός καί για­τί τήν δει­νό­τη­τα αὐ­τή τί­πο­τε ἐ­ξω­τε­ρι­κό δέν μπο­ρεῖ νά τήν πε­ρι­ο­ρί­σει οὐ­σι­α­στι­κά. Οὔ­τε βέ­βαι­α ἡ θε­ῶν ἔ­νορ­κος δί­κα. Αὐ­τή εἶ­ναι μί­α ἀ­πό τίς ἀρ­χές πού δι­έ­πουν τήν ζω­ή τῶν ἀν­θρώό­πων — ἀλ­λά μέ κα­νέ­να τρό­πο δέν φθά­νει. Ἄν ἔ­φθα­νε, δέν θά ὑ­πῆρ­χε οὔ­τε Ἀντιγόνη οὔ­τε τρα­γω­δί­α. Ὅ­πως καί δέν ὑπάρ­χει καί δέν μπο­ρε­ῖ νά ὑ­πάρ­ξει τρα­γω­δί­α ἐ­κεῖ πού μί­α ἔ­σχα­τη ἀρ­χή δί­νει ἀ­παν­τή­σεις σ’ ὅ­λα τά ἐ­ρω­τή­μα­τα: στόν κό­σμο τόν πλα­τω­νι­κό, ὅ­πως καί στόν κό­σμο τόν χρι­στι­α­νι­κό.

Ἡ τρα­γω­δί­α, καί εἰ­δι­κά ἡ Ἀντιγόνη, προ­ϋ­πο­θέ­τει ἀ­κρι­βῶς τήν δει­νό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, πού κο­ρυ­φώ­νε­ται καί αὐ­το­κα­τα­στρέ­φεται μέ τήν ὕ­βρη, ἀλ­λά πού μπο­ρεῖ ἐ­πί­σης, ὅ­ταν εἶ­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νη μέ τό ἴ­σον φρο­νε­ῖν, νά φθά­σει στό ὕψος το­ῦ ὑ­ψι­πό­λι­δος. Ἐξ οὗ καί ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή ἀ­νάγ­κη νά πε­ρι­γρα­φεῖ καί νά ὑ­μνη­θεῖ αὐ­τή ἡ δει­νό­τη­τα — πράγ­μα πούκά­νει ὁ Χο­ρός στό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ στα­σί­μου (334-363).

Τό κεν­τρι­κό νό­η­μα τοῦ χο­ρι­κοῦ προ­ε­ξαγ­γέλ­λε­ται στούς δύ­ο πρώ­τους στί­χους — πολ­λά τά δει­νά κοὐ­δέν ἀν­θρώ­που δει­νό­τε­ρον πέ­λει— πού μᾶς βά­ζουν ἀ­μέ­σως σέ ἐ­ρω­τή­μα­τα.

Ἡ καί­ρια λέ­ξη τῶν στί­χων εἶ­ναι φυ­σι­κά τό δει­νός — ἀ­με­τά­φραστη κι αὐ­τή. (Ό Heidegger τήν με­τα­φρά­ζει μέ τό ἀ­νε­παρ­κέ­στα­το das Unheimliche, πού ξε­χνά­ει κεν­τρι­κές ση­μα­σί­ες τῆς λέ­ξης. Ὁ Γάλ­λος με­τα­φρα­στής του αὐ­ξά­νει ἀ­κό­μα τήν ἀ­πό­στα­ση, ἀ­πο­δί­δοντάς τό Unheimliche μέ τό inquietant, ἀ­νη­συ­χη­τι­κός). Συ­νο­ψί­ζον­τας σέ μιά φρά­ση τά συμ­πε­ρά­σμα­τα μιᾶς ἄλ­λης, ἀ­δη­μο­σί­ευ­της ἀ­κό­μα, με­λέ­της μου, θά πῶ ὅ­τι ὁ Σο­φο­κλῆς — κι αὐ­τό εἶ­ναι ἕ­νας οὐ­σι­ώ­δης χα­ρα­κτή­ρας τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς ποί­η­σης — ὄ­χι μό­νο δέν εἶ­ναι πάν­τα ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νά δι­α­λέ­ξει ἀ­νά­με­σα στίς δι­ά­φο­ρες ση­μα­σί­ες τῆς λέ­ξης, ἄλ­λα ἐμ­φα­νέ­στα­τα πολ­λές φο­ρές δέν δι­α­λέ­γει, μπο­ρε­ῖ καί θέ­λει νά τίς δώ­σει ὅ­λες μα­ζί. Δει­νός: πού προ­κα­λεῖ, δι­και­ο­λο­γη­μέ­να, δέ­ος, φό­βο καί τρό­μο — φο­βε­ρός, τρο­με­ρός· ἐ­πι­κίν­δυ­νος. Ἀ­πό ἐ­δῶ πη­γαί­νου­με, μέ μιά ἀ­π’ τίς ὡ­ραι­ό­τε­ρες ση­μα­σια­κές πα­ρα­γω­γές στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά, στό: κα­τα­πλη­κτι­κά δυ­να­τός, ἰ­σχυ­ρός, θαυ­μά­σιος καί ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στος, ἐν­δε­χο­μέ­νως καί πα­ρά­ξε­νος. Θαυ­μά­σιος καί ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στος για­τί; Δι­ό­τι ὑ­πέρ-ἱ­κα­νός, ἐ­πι­δέ­ξιος, σο­φός, ἀ­ρι­στο­τέ­χνης, πού βρί­σκει λύ­ση πάν­τα, πού δέν εἶ­ναι πο­τέ χω­ρίς μέ­σα, πο­λυ­μή­χα­νος καί πο­λυ­τρό­πος θά ἔ­λε­γε ὁ Ὅ­μη­ρος — καί τό λέ­ει ὁ Σο­φο­κλῆς στό τέ­λος τοῦ χω­ρί­ου πού συ­ζη­τᾶ­με: ἄ­πο­ρος ἐ­π’ οὐ­δέν ἔρ­χε­ται τό μέλ­λον (360-361). Ἀνάμεσα σ’ αὐ­τές τίς ση­μα­σί­ες οἱ λε­ξι­κο­γρά­φοι καί οἱ με­τα­φρα­στές εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ωμέ­νοι νά δι­α­λέ­ξουν. Ὁ Σο­φο­κλῆς, κι ὅσοι ἔ­χου­με τήν τύ­χη νά κα­τα­λα­βαί­νου­με λί­γο τά ἑλ­λη­νι­κά, ὄ­χι.

Τό ση­μα­σια­κό σύμ­πλεγ­μα τῆς λέ­ξης φω­τί­ζε­ται καί πλου­τί­ζε­ται ἀπ’ τήν συ­νέ­χεια τοῦ κει­μέ­νου. Δει­νός ση­μαί­νει, ἀ­π’ τήν Ἀντιγόνη καί με­τά, ὅ­λα ὅ­σα ὁ Σο­φο­κλῆς θά ἀ­πο­δώ­σει στόν ἄν­θρω­πο ὡς δει­νόν. Κι ὁ πρῶ­τος φω­τι­σμός μᾶς δί­νε­ται ἀ­π’ τήν ἐ­πα­νά­λη­ψη τῆς λέ­ξης στήν συ­νέ­χεια τῆς φρά­σης, σ’ ἕ­να οἰ­ο­νεί ὑ­περ­θε­τι­κό βαθ­μό, κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο μέ τήν ἄρ­νη­ση το­ῦ συγ­κρι­τι­κοῦ: οὐ­δέν ἄν­θρω­που δει­νό­τε­ρον. Τό δει­νός προσ­δι­ο­ρί­ζει τόν ἄν­θρω­πο, καί προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ἀ­π’ τόν ἄν­θρω­πο: εἶ­ναι ὁ χα­ρα­κτή­ρας ἐ­κεῖ­νος, πού κα­νέ­να ὄν δέν τόν πα­ρου­σιά­ζει στόν ἴ­διο βαθ­μό μέ τόν ἄν­θρω­πο.

Οὐ­δέν ἀν­θρώ­που δει­νό­τε­ρον. Τί­πο­τα δέν εἶ­ναι πιό τρο­με­ρό, θαυ­μά­σιο, ἱ­κα­νό-πραγ­μα­το­ποι­η­τι­κό, ἀ­π’ τόν ἄν­θρω­πο. Ἀκόμα μιά φο­ρά ἐ­ρω­τῶ: τολ­μᾶ­με νά πά­ρου­με τόν ποι­η­τή στά σο­βα­ρά; Θά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ὁ ποι­η­τής χρη­σι­μο­ποι­εῖ λέ­ξεις εἰ­κῇ καί ὡς ἔ­τυ­χε; Ὁ Σο­φο­κλῆς, μά­στο­ρας τῆς κυ­ρι­ο­λε­ξί­ας καί τῆς και­ρι­ο­λε­ξί­ας, λέ­ει κα­θα­ρά καί δυ­να­τά: οὐ­δέν. Οὐ­δέν: οὔ­τε ἡ θά­λασ­σα, οὔ­τε ὁ χει­μώ­νας, οὔ­τε τά ἄ­γρια θη­ρί­α — τί­πο­τα. Τί­πο­τα ἀ­π’ τήν φύ­ση. Ἀλ­λά ὁ Σο­φο­κλῆς δέν πε­ρι­ο­ρί­ζει τό οὐ­δέν στήν φύ­ση. Λέ­ει, ἀ­πο­λύ­τως: οὐ­δέν. Οὐ­δέν: οὔ­τε λοι­πόν καί οἱ θε­οί.

Αὐ­τό φω­τί­ζει πά­λι τό δει­νός, ἐ­νῶ φαί­νε­ται ταυ­το­χρό­νως νά τό συ­σκο­τί­ζει. Μέ ποι­ά ἔν­νοι­α μπο­ρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος νά εἶ­ναι δει­νό­τε­ρος ἀ­π’ τήν φύ­ση — κι ἀ­π’ τούς θε­ούς; Ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ἐν­τού­τοις προ­φα­νής — καί ἐ­κτί­θε­ται, σχε­δόν ἄ­με­σα, στήν συ­νέ­χεια τοῦ χο­ρι­κοῦ. Ὁ πο­λιός πόν­τος κι ὁ χει­μέ­ριος νό­τος εἶ­ναι ἀ­σφα­λῶς δυ­να­τό­τε­ρα ἀ­π’ τόν ἄν­θρω­πο — ὅ­πως καί τά θη­ρῶν ἀ­γρί­ων ἔ­θνη, καί τό­σα ἄλ­λα ὄν­τα. Ἀλλά τά ὄν­τα αὐ­τά εἶ­ναι, καί εἶ­ναι ὅ,τι εἶ­ναι, ἀ­πό τήν φύ­ση τους. Σέ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε χρό­νο ἔ­κα­ναν, κά­νουν καί θά κά­νουν τά ἴ­δια πράγ­μα­τα. Καί τίς δυ­νά­μεις πού ἔ­χουν, τίς ἔ­χουν δι­ό­τι τούς ἔ­χουν δο­θεῖ μιά γιά πάν­τα, χω­ρίς νά μπο­ροῦν νά τίς ἀλ­λάξουν. Τό τί ἐ­στίν τους, ὅ­πως θά ἔ­λε­γε ὁ Ἀριστοτέλης, πού τά κα­θο­ρί­ζει καί πού ἀ­να­πτύσ­σε­ται στά δι­ά­φο­ρα κα­τη­γο­ρή­μα­τά τους, δέν προ­έρ­χε­ται ἀ­πό αὐ­τά τά ἴ­δια.

Τό ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς ἰ­σχύ­ει καί γιά τούς θε­ούς. Συν­τρι­πτι­κά πιό δυ­να­τοί ἀ­π’ τόν ἄν­θρω­πο, προι­κι­σμέ­νοι μέ ἀ­να­ρίθ­μη­τες δυ­να­τό­τη­τες καί ἱ­κα­νό­τη­τες — ὄ­χι ὅ­μως, ἄς τό ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με, παν­το­δύ­να­μοι — , ἀ­θά­να­τοι — ὄ­χι ὅ­μως αἰ­ώ­νιοι ἤ ἄ­χρο­νοι — οἱ θε­οί εἶ­ναι αὐ­τό πού εἶ­ναι ἀ­π’ τήν «φύ­ση» τους καί χω­ρίς νά ἔ­χουν κά­νει τί­πο­τα γι’ αὐ­τό. Κι ἔ­τσι, π.χ., ἀ­π’ τήν μιά με­ριά δέν ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη νά κα­τα­φύ­γουν στήν τέ­χνη — νά ναυ­πη­γή­σουν κα­ρά­βια γιά νά με­τα­κι­νη­θοῦν, ἤ νά γρά­ψουν κά­τι γιά νά τό θυ­μη­θοῦν ἀ­π’ τήν ἄλ­λη με­ριά, ἡ τέ­χνη τοῦ Ἡ­φαί­στου εἶ­ναι βέ­βαι­α ἀ­συγ­κρί­τως ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­π’ τήν ἀνθρώ­πι­νη, ἀλ­λά τήν τέ­χνη αὐ­τή δέν τήν ἐ­πε­νό­η­σε ὁ Ἡ­φαι­στος, τοῦ εἶ­ναι ἔμ­φυ­τη, ὁ Ἥ­φαι­στος εἶ­ναι ἡ τέ­χνη, ὅπως ὁ Ἄ­ρης εἶ­ναι ὁ πό­λε­μος κι ἡ Ἀ­θη­νᾶ εἶ­ναι ἤ σο­φί­α.

Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι τό ὄν, τοῦ ὁ­ποί­ου οὐ­δέν δει­νό­τε­ρον πέ­λει, κι αὐ­τό, για­τί τί­πο­τε ἀ­π’ ὅ­σα κά­νει — καί πού πε­ρι­γρά­φον­ται, ἐν­δει­κτι­κά καί ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κά κα­τ’ ἀ­νάγ­κην, στούς στί­χους 334-351 — δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­δο­θεῖ σ’ ἕ­να «φυ­σι­κό» προί­κι­σμά του. Τό τί ἔ­στιν τοῦ ἀν­θρ­ώ­που. πού ἐκ­φρά­ζε­ται καί ἀ­να­πτύσ­σε­ται μέ τά διάφο­ρα κα­τη­γο­ρή­μα­τά του, εἶ­ναι ἔρ­γο τοῦ ἴ­διου τοῦ ἀν­θρώ­που. Σέ φι­λο­σο­φι­κή ὁ­ρο­λο­γί­α: ὁ ἄν­θρω­πος θέ­τει τόν ἑ­αυ­τό του ὡς ἄν­θρω­πο, ἡ οὐ­σί­α τοῦ ἄν­θρω­που εἶ­ναι αὐ­το­δη­μι­ουρ­γί­α, κι αὐ­τή ἡ φρά­ση νο­εῖ­ται μέ­ τίς δύ­ο ἔν­νοι­ες: ὁ ἄν­θρω­πος δη­μι­ουρ­γεῖ τήν οὐ­σία του, καί ἡ οὐ­σία αὐ­τή εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γί­α καί αὐ­το­δη­μι­ουρ­γί­α. Ὁ ἄν­θρω­πος δη­μι­ουρ­γεῖ τόν ἑ­αυ­τό του ὡς δη­μι­ουρ­γό, μέ­σα σ’ ἕ­να κύ­κλο, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ φαι­νο­με­νι­κή λο­γι­κή φαυ­λό­τη­τα ἀ­πο­κα­λύ­πτει τό ὀν­το­λο­γι­κά πρω­ταρ­χι­κό.

Τό ὅ­τι αὐ­τή εἶ­ναι ἡ σύλ­λη­ψη τοῦ Σο­φο­κλέ­ους γί­νε­ται φα­νε­ρό πέ­ρα ἀ­πό κά­θε ἀμ­φι­βο­λί­α μέ μί­α λέ­ξη, πού — μα­ζί μέ τό παν­το­πό­ρος· ἄ­πο­ρος ἐ­π’ οὐ­δέν ἔρ­χε­ται τό μέλ­λον καί τό οὐ­δέν ἀν­θρώ­που δει­νό­τε­ρον — εἶ­ναι ὁ τρί­τος στυ­λο­βά­της αὐ­τού του μέ­ρους τοῦ χο­ρι­κοῦ: ἐ­δι­δά­ξα­το (354). Ἡ μέ­ση φω­νή δη­λώ­νει, ὅ­πως ξέ­ρου­με, τήν ἐ­πι­στρο­φή τῆς ἐ­νέρ­γειας πά­νω στό ὑ­πο­κεί­με­νο πού ἐ­νερ­γεῖ. Τόν ἀν­θο­ω­πρ δέν τόν ἐ­δί­δα­ξε κα­νείς (π.χ. ὁ Προ­μ­η­θεύς)· ἐ­δί­δαξε τόν ἑ­αυ­τό του. Ὅ­ταν μέ δι­δά­σκουν, κά­ποι­ος πού ἤ­δη κα­τέ­χει μί­α γνώ­ση, μοῦ τήν δί­νει, μοῦ τήν προ­σφέ­ρει, μοῦ τήν με­τα­βι­βά­ζει. Ὅ­ταν δι­δά­σκο­μαι (μέ­ση φω­νή), δί­νω στόν ἕ­αυ­τό μου κά­τι πού ὁ ἑ­αυ­τός μου δέν ἔ­χει (ἀλ­λι­ῶς, για­τί νά τοῦ τό δώ­σω;) καί πού ἔ­χει (ἀλ­λι­ῶς, ποι­ός τό δί­νει;). Ὁ φαι­νο­με­νι­κός πα­ρα­λο­γι­σμός αἴ­ρε­ται ἅ­μα κα­τα­λά­βου­με ὅ­τι ἡ αὐ­το­ε­νέρ­γεια τοῦ αὐ­τοδι­δα­σκό­μενου ἀν­θρώ­πρυ δημιορυρ­γε­ῖ (φέρ­νει σέ ὕ­παρ­ξη) καί τό «πε­ρι­ε­χό­μενο» καί τό «ὑ­πο­κίμε­νό» της, πού ἀλ­λη­λο­προσ­δι­ο­ρί­ζον­ται καί ἀλ­λη­λο-ὑ­πάρ­χουν.

Ὁ τρί­τος αὐ­τός στυ­λο­βά­της εἶ­ναι, ἴ­σως, ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος, για­τί τό ἐ­δι­δά­ξα­το αὐ­τό ἀ­να­προσ­δι­ο­ρί­ζει καί ἀ­να­το­πο­θε­τε­ῖ ὅ­λα ὅ­σα ἐ­λέ­χθη­σαν προ­η­γου­μέ­νως: ὅ­λα τά ἔρ­γα καί δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, πού σχε­τί­ζον­ται μέ συγ­κε­κρι­μέ­νες τέ­χνες (ναυ­σι­πλο­ΐ­α, γε­ωρ­γί­α, θή­ρα κλπ.)· Για­τί ὅλες αὐ­τές οἱ τέ­χνες προ­ϋ­πο­θέ­τουν ἀ­πο­φα­σι­στι­κά αὐ­τά πού ¨ο ἄν­θρω­πος ἐδιδά­ξα­το:

Καί φθέγ­μα καί ἀ­νε­μό­εν

φρό­νη­μα καί ἀ­στυνόμους

ὀρ­γάς ἐ­διδά­ξα­το.


¨Ο Ἀριστοτέλης, ἕ­να αἰ­ώ­να με­τά, θά κα­θο­ρί­σει τόν ἄν­θρω­πο ὡς ζῷ­ον λό­γον ἔ­χον καί ζῶ­ον πο­λιτι­κόν. Τολ­μῶ νά πῶ ὅ­τι ὁ ποι­η­τής ἐ­δῶ εἶ­ναι βα­θύ­τε­ρος, δι­ό­τι ρι­ζι­κό­τε­ρος, ἀ­π’ τόν βα­θύ­τα­το φι­λό­σο­φο. Ὁ ἄν­θρω­πος δέν «ἔ­χει» τόν λό­γο ὡς «φυ­σι­κή» ἰ­δι­ό­τη­τα ἤ προί­κι­ση — οὔ­τε ἡ πο­λι­τι­κό­τη­τά του τοῦ εἶ­ναι ἁ­πλῶς δο­σμέ­νη καί δε­δο­μέ­νη. Ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­δί­δα­ξε στόν ἕ­αυ­τό του — ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε — τήν γλώσ­σα (φθέγ­μα), τήν σκέ­ψη (φρό­νη­μα) καί τίς ἀ­στυνόο­μους ὀρ­γάς, πού ὁ Χά­ιν­τεγ­κερ με­τα­φρά­ζει, κα­θα­ρά να­ζι­στι­κά πλέ­ον, den Mut der Herrschaft iiber die Stadte, τό πά­θος τῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας πά­νω στίς πό­λεις. Με­τά­φρα­ση ἐ­πι­πλέ­ον ἄ­φρων· γιά νά ὑ­πάρ­χει κυ­ρι­αρ­χί­α πά­νω στίς πό­λεις, πρέ­πει πρῶ­τα νά ὑ­πάρ­χουν πό­λεις. Ὁ Σο­φο­κλῆς δέν μι­λά­ει γιά κυ­ρι­αρ­χί­α πά­νω σέ δῆ­θεν ἤ­δη ὑ­πάρ­χου- σές πό­λεις, το­πο­θε­τεῖ­ται στήν «στιγ­μή» (στό ὀν­το­λο­γι­κό στρῶ­μα), ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος δη­μι­ουρ­γεῖ τήν γλώσ­σα καί τήν σκέ­ψη — καί τίς ἀ­στυνό­μους ὀρ­γάς, τά πά­θη, τίς δι­α­θέ­σεις, τίς ὁρ­μές πού δί­νουν νό­μους στά ἄ­στε­α — πού θε­σμί­ζουν τίς πό­λεις. Τά θε­σμί­ζον­τα πά­θη εἶ­ναι ἴ­σως ἡ κα­λύ­τε­ρη ἀ­πό­δο­ση τῆς ἐκ­πλη­κτι­κῆς — σκε­φτό­μα­στε συ­νή­θως τόν νό­μο καί τόν θε­σμό ὡς τά ἀ­πο­λύ­τως ἀν­τί­θε­τα μέ τίς ὀρ­γές, μέ τά πά­θη — καί βα­θιά ἀ­λη­θι­νῆς —στήν ρί­ζα τοῦ πρω­ταρ­χι­κοῦ θε­σμοῦ ὑ­πάρ­χει μί­α προ-λο­γι­κή «βού­λη­ση» καί πρό­θε­ση, κι οἱ θε­σμοί δέν μπο­ροῦν νά δι­α­τη­ρη­θοῦν χω­ρίς πά­θος — ἰ­δέ­ας το­ῦ Σο­φο­κλέ­ους.

Ἡ δει­νό­τη­τα το­ῦ ἀν­θρώ­που συ­νο­ψί­ζε­ται μέ τήν φρά­ση πού κλεί­νει αὐ­τό τό μέ­ρος τοῦ στα­σί­μου:

Παν­το­πό­ρος· ἄ­πο­ρος

ἐ­π’ οὐ­δέν ἔρ­χε­ται

τό μέλ­λον...


πού γιά τόν Ἕλ­λη­να ἀ­να­γνώ­στη δέν χρει­ά­ζε­ται με­τά­φρα­ση καί σχε­τι­κά μέ τήν ὁ­ποί­α θά ση­μει­ώ­σω μό­νο ξα­νά τό παν­το­πό­ρος, πού πα­ρα­πέμ­πει ὄ­χι μό­νο στήν πο­λυ­μη­χα­νί­α ἀλ­λά καί στήν κα­θο­λι­κότη­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης αὐ­το­δη­μι­ουρ­γί­ας.

Τῆς δει­νό­τη­τας αὐ­ταῆς ὁ ποι­η­τής γνω­ρί­ζει ἕ­να καί μό­νον ἕ­να ἀ­πό­λυ­το ὅ­ριο, τόν θά­να­το:

Ἅι­δα μό­νον

φε­ῦ­ξιν οὐκ ἐ­πά­ξε­ται
.

¨Ο Ἅ­δης ὁ τε­λει­ω­τι­κός — σύμ­φω­να μέ τήν προ­κλα­σι­κή καί κλα­σι­κή ἑλ­λη­νι­κή ἀν­τί­λη­ψη ὡς τό τέ­λος τόν 5ου αἰ­ώ­να, πού δέν κα­τα­δέ­χε­ται νά αὐ­το­πα­ρηγ­ορη­θεῖ μέ ἀ­θα­να­σί­ες καί φροῦ­δες ἐλ­πί­δες γιά με­τά θά­να­τον ζω­ή — ἔρ­χε­ται ἐ­δῶ ὄ­χι μό­νο σάν ὑ­πό­μνη­ση τῆς ἔ­σχα­της ἀ­λή­θειας, ἀλ­λά καί γιά νά ὑ­πο­γραμ­μί­σει τήν δει­νό­τη­τα τοῦ ὄν­τος αὐ­τοῦ, πού γνω­ρί­ζον­τας τήν θνη­τό­τη­τά του, δέν παύ­ει ἐν­τού­τοις νά χω­ρεῖ, νά ἀ­πο­τρύε­ται, νά ἄ­γει, νά κρα­τεῖ καί νά δι­δά­σκε­ται.

Τό δεύ­τε­ρο ὅ­ριο, τό ἐ­σω­τε­ρι­κό, ἄν μπο­ρῶ νά πῶ, καί ἐγ­γε­νές στόν ἄν­θρω­πο, εἶ­ναι ἡ δι­φυ­ΐ­α του, πού τόν κά­νει νά βα­δί­ζει ἄλ­λο­τε πρός τό κα­κόν κι ἄλ­λο­τε πρός τό ἐ­σθλόν. Ὅ­ριο, για­τι ὁ Σο­φο­κλῆς — ὅ­πως κι ὁ Θου­κυ­δί­δης εἴ­κο­σι ἤ τριά­ντα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα — , ἐ­νῶ πε­ρι­γρά­φει μί­α τι­τα­νι­κή δι­α­δι­κα­σί­α δη­μι­ουρ­γί­ας καί πρό­σκτη­σης δύ­να­μης καί δυ­νά­με­ων το­ῦ ἀν­θρώ­που, δέν βλέ­πει, δι­και­ό­τα­τα, κα­μί­α «ἠ­θι­κή πρό­ο­δο» νά ἐ­πι­τε­λεῖ­ται μέ­σω αὔ­τής της δι­α­δι­κα­σί­ας. Τό κα­κόν καί τό ἔ­σθλον πάν­τα συ­νό­δευ­αν καί θά συ­νο­δεύ­ουν τόν ἄν­θρω­πο, πάν­τα θά εἶ­ναι οἱ δύ­ο πό­λοι πού ἐ­ναλ­λασ­σό­με­νοι κα­τευ­θύ­νουν τά βή­μα­τά του. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης τοῦ 20ού αἰ­ώ­να θά ἐ­πι­κυρώ­σει χω­ρίς δυ­σκο­λί­α τήν ἀν­τιίλη­ψη τοῦ ποι­η­τῆ μέ τήν ἐμ­πει­ρί­α εἴ­κο­σι πέν­τε αἰ­ώ­νων με­γα­λουρ­γη­μά­των καί τε­ρα­τω­δῶν κα­κουρ­γη­μά­των, τά χει­ρό­τε­ρα ἀ­π’ τά ὁ­ποῖ­α ἔ­γι­ναν μέ τήν ἐ­πί­κλη­ση τοῦ ἐ­σθλοῦ καί τῆς ἐγ­κό­σμιας ἤ ἐξω­κο­σμι­κῆς σω­τη­ρί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που

Τήν δι­φυ­ΐ­α ὅ­μως αὐ­τήν ὁ ποι­η­τής δέν τή βλέ­πει μοι­ρο­λα­τρι­κά. Γνω­ρί­ζει ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νά γί­νει ὑψί­πο­λις, καί τό κα­τορ­θώ­νει, ὅ­ταν συ­νυ­φαί­νει τούς νό­μους χθο­νός μέ τήν θε­ῶν ἔ­νορ­κον δί­καν. Ἡ δί­κη αὐ­τή ἐμ­φα­νί­ζε­ται, ἔ­τσι, σάν ἕ­να τρί­το, σχε­τι­κό, ὅ­ριο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης πρά­ξης/ποί­η­σης. Ὁ ἄν­θρω­πος δι­δά­σκε­ται τούς νό­μους του, τούς θέ­τει καί τούς θε­σμί­ζει. Πλά­ι ὅ­μως σ’ αὐ­τούς τούς νό­μους ὑ­πάρ­χει ἡ δί­κη τῶν θε­ῶν, πού δέν φθά­νει κα­τά κα­νέ­να τρό­πο — ἀλ­λι­ῶς δέν θά χρει­ά­ζον­ταν καί δέν θά ὑ­πῆρ­χαν κάν νό­μοι χθο­νός — ἀλ­λά καί πού δέν μπο­ρεῖ νά πα­ρα­γνω­ρι­σθεῖ.

Στήν Ἀντιγόνη ἡ δί­κη τῶν θε­ῶν ἔ­χει ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο πε­ρι­ε­χό­με­νο, ἀ­φο­ρᾶ τά κα­θι­ε­ρω­μέ­να ἔ­θι­μα τῆς τα­φῆς. Ἤ­δη στήν Ἀν­τι­γό­νη ὅ­μως κι αὐ­τή ἡ δί­κη συ­ναν­τᾶ τά ὅ­ριά της. Λα­τρεί­α θε­ῶν χω­ρίς πό­λη, χω­ρίς ἔν­νο­μη ἀν­θρώ­πι­νη κοι­νό­τη­τα, δέν εἶ­ναι νο­η­τή. Πό­λη πού νά μή προ­στα­τεύ­ει τόν ἑ­αυ­τό της ἀ­πό τήν προ­δο­σί­α, τήν συ­νερ­γα­σί­α μέ τούς ἐ­χθρούς, μέ μό­νο κί­νη­τρο τήν δί­ψα τῆς προ­σω­πι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας (Πο­λυ­νεί­κης) ἐ­πί­σης δέν εἶ­ναι νο­η­τή. Ἡ μή κύ­ρω­ση τῆς δι­α­γω­γῆς το­ῦ Πο­λυ­νεί­κους θά κα­θι­στοῦ­σε, στίς ὁ­ρια­κές της συ­νέ­πει­ες ἀ­δύ­να­τη τήν λα­τρεί­α τῶν θε­ῶν. Ἡ κύ­ρω­σή της μέ τόν τρό­πο πού ἀ­πο­φά­σι­σε ὁ Κρ­έ­ων —τήν ἀ­πα­γό­ρευ­ση τα­φής — πρ­οσβάλ­λει ἐ­πί­σης τούς θε­ούς. Ἡ δί­κη τῶν θε­ῶν δέν εἶ­ναι μο­νο­σή­μαν­τη — κι αὐ­τό τό γνω­ρί­ζου­με ἄ­φθο­να κι ἀ­πό τόν Ὅ­μη­ρο κι ἀ­πό πολ­λές ἄλ­λες τρα­γω­δί­ες. Οἱ ἴ­διοι οἱ θε­οί εἶ­ναι σέ πό­λε­μο με­τα­ξύ τους· οἱ ἴ­διοι δέν ἔ­χουν νό­μους, οἱ σχέ­σεις τους ρυθ­μί­ζον­ται ἀ­πό τήν δύ­να­μη, ὄ­χι ἀ­πό τόν νό­μο. Ὁ Ὀ­ρέ­στης το­ῦ Αἰ­σχύ­λου εἶ­ναι ἕ­να ἀπ’ τά τό­σα θύ­μα­τα τῆς δι­α­μά­χης τῶν θε­ῶν. Οἱ ἐ­πι­τα­γές τῶν θε­ῶν εἶ­ναι σκο­τει­νές καί πο­λυ­σή­μαν­τες, καί μπο­ροῦν νά ὁ­δη­γή­σουν στήν κα­τα­στρο­φή — ὅ­πως πράγ­μα­τι ὁ­δη­γοῦν στήν κα­τα­στρο­φή τήν Ἀντιγόνη.

Τό πῶς σκέ­πτε­ται τούς θε­ούς ὁ Σο­φο­κλῆς δέν τό ξέ­ρου­με, κι εἶ­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο νά τό συμ­πε­ρά­νου­με. Ξέ­ρου­με ὅ­τι ἀ­νῆ­κε στόν κύ­κλο τοῦ Πε­ρι­κλέ­ους — ὅ­πως καί ὁ Πρω­τα­γό­ρας (Πε­ρί μέν θε­ῶν οὐκ ἔ­χω εἰ­δέ­ναι, οὔθ ’ ὡς εἰ­σίν οὔθ’ ὡς οὐκ εἰ­σίν οὔθ’ ὁ­ποῖ­οι τινές ἰ­δέ­αν, Diels Kranz11, 80, 4). Τοῦ­το του­λά­χι­στον μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει ἡ Ἀντιγόνη νά ποῦ­με ἀ­δί­στα­κτα: ὅ­πως ἡ δί­κη τῶν θε­ῶν δέν ἀρ­κεῖ, τό ἴ­διο δέν ἀρ­κοῦν οἱ νό­μοι χθο­νός. Ὑ­πα­κού­ον­τας σ’ αὐ­τούς ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νά ξέ­ρει ὅ­τι δέν κα­θο­ρί­ζουν ἀ­πο­κλει­στι­κά τό θε­μι­τό, οὔ­τε ἐ­ξαν­τλοῦν τό ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο. Κά­ποι­ο ἄλ­λο στοι­χεῖ­ο, πλά­ι στόν ἑ­κά­στο­τε θε­σμι­σμέ­νο — θε­τι­κό καί, ὅ­πως καί νά ’­ναι, χῶ­ρο-χρο­νι­κά το­πι­κό, ἄ­ρα σχε­τι­κό — νό­μο πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χει, πού, χω­ρίς νά τόν ἀ­ναι­ρεῖΐ ἡ νά τόν ὑ­πα­γο­ρεύ­ει, χρει­ά­ζε­ται νά συ­νυ­φαν­θεῖ μα­ζί του. Αὐ­το τό στοι­χεῖ­ο ὁ ποι­η­τής, μέ τήν γλώσ­σα καί τίς πα­ρα­στά­σεις τῆς πό­λης του καί τῆς ἐ­πο­χῆς του, τό ὀ­νο­μά­ζει θε­ῶν ἔ­νορ­κον δί­καν.

Τε­λει­ώ­νον­τας, ἄς συ­νο­ψί­σου­με συγ­κρι­τι­κά τήν ἀν­θρω­πο­λο­γί­α τῶν δύ­ο ποι­η­τῶν. Τό κοι­νό τους ση­μεῖ­ο εἶ­ναι, φυ­σι­κά, ἡ κα­θο­ρι­στι­κή ση­μ­α­σί­α τῆς σκέ­ψης καί τῆς τέ­χνης. Πέ­ρα ἀ­π’ αὐ­τό, οἱ δι­α­φο­ρές εἶ­ναι τε­ρά­στι­ες. Ὁ Αἰ­σχύ­λος μι­λά­ει δι­ε­ξο­δι­κά γιά τήν μαν­τι­κή, ὁ Σο­φο­κλῆς δέν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γι’ αὐ­τήν. Ὁ Αἰ­σχύ­λος δέν ἀ­να­φέ­ρει κα­θό­λου τήν ἵ­δρυ­ση καί τήν θέ­σμι­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς κοι­νω­νί­ας, ὁ Σο­φο­κλῆς ὁ­δη­γεῖ ὅ­λο τό χο­ρι­κό πρός τίς ἀ­στυνό­μους ὀρ­γάς, τόν ὕὑψί­πο­λιν καί τόν ἄπο­λιν.

Αἰ­σχύ­λος ξε­κι­νά­ει ἀ­πό μί­α ὀ­νει­ρι­κή, ἐ­φι­αλ­τι­κή πρό-ἀν­θρώ­πινη κα­τά­στα­ση καί πα­ρου­σιά­ζει τήν δι­ά­βα­ση πρός τήν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση ὡς δῶ­ρο, ἀ­πό­φα­ση καί πρά­ξη ἑ­νός ὑ­πε­ράν­θρω­που ὄντος. Τί­πο­τε τό ἀ­νά­λο­γο στόν Σο­φο­κλῆ, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο δέν ὑ­πάρ­χει προ-ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση το­ῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά, ἀ­π’ τήν στιγ­μή πού ὑ­πάρ­χει ἄν­θρω­πος, ὁ­ρί­ζε­ται μέ τήν δη­μι­ουρ­γι­κή καί αὐ­το-δη μι­ουρ­γι­κή του πρά­ξη/ποί­η­ση, μέ τήν αὐ­το­δι­δα­χή του. Τόν ἄν­θρω­πο τοῦ Αἰ­σχύ­λου ὁ Προ­μη­θέ­ας τόν ἐ­δί­δα­ξε ὅ­τι εἶ­ναι θνη­τός, ἀν­τισταθ­μί­ζον­τας ταυ­το­χρό­νως τό ἀ­βά­στα­χτο βά­ρος αὐτής της γνώ­σης μέ τυ­φλές ἐλ­πί­δες. Ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ Σο­φο­κλῆ ξέ­ρει ὅ­τι εἶ­ναι θνη­τός κι ὅ­τι ὁ βα­σι­κός αὐ­τός κα­θο­ρι­σμός του εἶ­ναι ἀ­νυ­πέρ­βλη­τος. Φυ­σι­κά, μέ­σα στό θέ­μα καί τό πλαί­σιο τοῦ Προ­μη­θέ­ως δέν ὑ­πάρ­χει λό­γος, τρό­πος καί τό­πος νά ἀ­να­φερ­θοῦν τά προ­βλή­μα­τα πού ἀν­τι­με­τω­πί­ζει ὁ ἄν­θρω­πος. Αὐ­τά τά προ­βλή­μα­τα ὁ Σο­φο­κλῆς τά συλ­λαμ­βά­νει κα­τά ρι­ζι­κό τρό­πο, ὡς ὁ­μο­ού­σια μέ τήν δι­φυ­ΐα το­ῦ ἀν­θρώ­που, τήν ἔμ­φυ­τη ὕ­βρη του (τόλ­μας χά­ριν) καί τήν τά­ση του νά φρο­νεῖ μό­νος.

Μέ­σα σ’ ἕ­να τέ­ταρ­το αἰῶ­νος ἡ ἑλ­λη­νι­κή αὐ­το­γνω­σί­α περ­νά­ει ἀ­π’ τήν ἰ­δέ­α μιᾶς θε­ϊ­κῆς ἀν­θρω­πο­γο­νί­ας στήν ἰ­δέ­α τῆς αὐ­το­δη­μιουργί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που. Τό στά­σι­μό τῆς Ἀντιγόνης, καί ὁ ὁ­μο­ού­σιός του καί ἀ­νυ­πέρ­βλη­τος Ἐ­πι­τά­φιος τοῦ Θου­κυ­δί­δη, πού θά τήν ἀ­κολου­θή­σει σέ δώ­δε­κα χρό­νια, δί­νουν σ’ αὐ­τήν τήν αὐ­το­γνω­σί­α τίς λαμ­πρό­τε­ρες μορ­φές της.

Άγιος Βαλεντίνος. Ο Χρυσός Μύθος (Legenda aurea)

Ο Χρυσός Μύθος (Legenda aurea) γράφτηκε από τον αρχιεπίσκοπο της Γένοβας, Jacopo da Voragine (Ιάκωβος ντε Βοραζίν, 1228-1298), και είναι ένα είδος συναξαριού στο οποίο περιγράφεται η ζωή των χριστιανών μαρτύρων και αγίων. Από εκεί μαθαίνουμε ότι ο Βαλεντίνος αποκεφαλίστηκε το έτος 280, επί Κλαυδίου του Γότθου και κατόπιν διαταγής του τελευταίου με τον οποίον ο Βαλεντίνος είχε έρθει σε ρήξη, αρνούμενος να προσκυνήσει τους θεούς που λάτρευε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας. Η συνομιλία αγίου και αυτοκράτορα, την οποία παραθέτει ο Βοραζίν, είναι κάτι παραπάνω από εύγλωττη: «Γιατί, λοιπόν, Βαλεντίνε [του λέει ο αυτοκράτορας], αρνείσαι τη λατρεία των θεών μας και μένεις προσκολλημένος στις δεισιδαιμονίες σου, χάνοντας έτσι τη φιλία που σου προσφέρω;– Αν είχες γνωρίσει τη χάρη του Θεού [του απαντά ο Βαλεντίνος] δεν θα μιλούσες έτσι και, δίχως καμιά αμφιβολία, θα απαρνιόσουν τα είδωλα και θα λάτρευες τον Κύριο των Ουρανών. Οι θεοί σας δεν είναι παρά αξιοθρήνητα ανθρώπινα και αμαρτωλά πλάσματα». 

Η Legenda aurea δεν κάνει λόγο για προστασία ερωτευμένων, αλλά μόνον για την τυφλή θυγατέρα του Ρωμαίου αξιωματούχου, στον οποίον ο αυτοκράτορας εμπιστεύθηκε τη φύλαξη του αιχμάλωτου και η οποία βρήκε το φως της χάρη στον άγιο. Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας η κοπέλα, ονόματι Τζούλια, συμπάθησε πολύ τον Βαλεντίνο, ο οποίος με τρόπο εξαιρετικά ποιητικό τής περιέγραφε τον κόσμο που δεν είχαν αντικρίσει ποτέ τα μάτια της. Ένα βράδυ, όμως, σύμφωνα με την παράδοση (οι λεπτομέρειες διαφέρουν ανάμεσα στην προφορική παράδοση και τον Χρυσό Μύθο) που ξέρει τόσο καλά να ωραιοποιεί τα γεγονότα, οι περαστικοί είδαν ένα εκθαμβωτικό φως να βγαίνει από το κελί του φυλακισμένου και άκουσαν τη νεαρή Τζούλια να φωνάζει: «Τώρα βλέπω τον κόσμο ακριβώς όπως μου τον περιέγραφες!» Το θαύμα είχε συντελεσθεί, αλλά όταν ο απόηχός του έφτασε στα αυτιά του αυτοκράτορα εκείνος δεν δίστασε να διατάξει επί τόπου τη θανάτωση του αγίου που μαρτύρησε μαστιγωμένος επί ώρες από τους λεγεωνάριους για να αποκεφαλιστεί τελικά στη Βία Φλαμίνια στις 14 Φεβρουαρίου. Αν, όπως ψιθυρίζουν μερικοί, υπήρξε ειδύλλιο μεταξύ Τζούλιας και Βαλεντίνου κρίνουμε σκόπιμο να το αφήσουμε στη φαντασία του αναγνώστη.

Ο πάπας και ο άγιος

Γεγονός είναι ότι τον μάρτυρα Βαλεντίνο τον ανακήρυξε άγιο προστάτη των ερωτευμένων ο πάπας Αλέξανδρος Δ΄, που παρέμεινε στον θρόνο του Αγίου Πέτρου από το 1254 έως το 1261, ενώ η επίσημη εορτή του, στις 14 Φεβρουαρίου, είχε οριστεί κάμποσους αιώνες νωρίτερα από το πάπα Γελάσιο Α΄ μεταξύ 492 και 496. Φαίνεται ότι ο πάπας Αλέξανδρος Δ΄ στήριξε την απόφασή του αυτήν όχι, φυσικά, στο υποτιθέμενο ειδύλλιο Τζούλιας και Βαλεντίνου αλλά στη στάση που ο ιερέας Βαλεντίνος τηρούσε απέναντι στα νεαρά ζευγάρια των χριστιανών που ήθελαν να ενώσουν τις ζωές τους με τις ευλογίες της εκκλησίας. Ο Κλαύδιος ήταν εξαιρετικά ενοχλημένος από τις δραστηριότητες του ιερέα που τελούσε γάμους, «παράνομους» στα μάτια της πολιτικής εξουσίας, τοσούτω μάλλον πολλοί από τους νεαρούς δεν είχαν εκπληρώσει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις τους και αυτό καθιστούσε τα πράγματα ακόμα πιο περίπλοκα για την πολιτεία. Κάπως έτσι ο Βαλεντίνος έγινε για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ο άγιος προστάτης των ερωτευμένων. Οι θρύλοι βέβαια και οι παραδόσεις δεν σταματούν εδώ, μέχρι και τα τριαντάφυλλα που προσφέρουν την ημέρα της εορτής του αγίου έχουν την εξήγησή τους! 

Μυθολογείται ότι ο Βαλεντίνος, που φημιζόταν για τις ειρηνοποιούς διαθέσεις του, άκουσε κάποια μέρα –την ώρα που έτυχε να ποτίζει τα τριαντάφυλλα του κήπου του– ένα ζευγάρι να μαλώνει πολύ έντονα. Αυτό τον στενοχώρησε αφάνταστα και αφού έκοψε ένα τριαντάφυλλο πλησίασε το ζευγάρι, τους πρόσφερε το λουλούδι και τους έδωσε συμβουλές, ευχές και ευλογίες. Φαίνεται πως όλα αυτά έπιασαν τόπο, γιατί λίγο καιρό αργότερα οι νέοι επέστρεψαν και ζήτησαν από τον άγιο να ευλογήσει τον γάμο τους. Ακόμα ένα θαύμα το οποίο πολύ θα θέλαμε να πιστέψουμε!

Η τέχνη της κωμωδίας επιτυγχάνει βαθειά διείσδυση στην κοινωνική συνείδηση

Στην πραγματεία του Το ευφυολόγημα και η σχέση του με το ασυνείδητο (1905) ο Φρόυντ έγραφε: «Ο αστεϊσμός μας επιτρέπει να αξιοποιήσουμε κάποιο καταγέλαστο στοιχείο του αντιπάλου μας το οποίο θα ήταν αδύνατον να θίξουμε ευθέως ή συνειδητά, ένεκα κωλυμάτων που μεσολαβούν». Με το πρόσχημα της χαριτολογίας, συνέχιζε, τα επικριτικά μας μηνύματα «δύνανται να αποσπάσουν την προσοχή του ακροατή σε βαθμό που θα ήταν ανεπίτευκτος με διαφορετικό τρόπο… [και γι’ αυτό] το ευφυολόγημα προτιμάται ιδιαιτέρως κατά την επίκριση επιφανών προσώπων».

Έστω κι έτσι, όμως, κωμική μεταχείριση δεν επιδέχονται όλοι οι διαπρεπείς. Σπάνια γελάμε μ’ ένα γιατρό που καταγίνεται με μια σημαντική χειρουργική επέμβαση. Μπορεί ωστόσο να γελάσουμε μαζί του αν, ύστερ’ από την εγχείριση, γυρίζει σπίτι του και κάνει το σπουδαίο στη σύζυγο και στις κόρες του, μιλώντας τους με στομφώδη ορολογία. Γελάμε με το αδικαιολόγητο και με το δυσανάλογο.

Γελάμε με τους βασιλιάδες που έχουν υπερβολικά μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους σε σχέση με την αληθινή τους αξία, γελάμε σε βάρος αυτών που ισχυροποιούνται χωρίς να γίνονται καλύτεροι. Γελάμε με τους φορείς γοήτρου που έχουν ξεχάσει την ανθρωπιά τους και κάνουν κατάχρηση των προνομίων τους. Περιγελάμε, και μέσω του γέλιου μας επικρίνουμε, τις κατάφωρες ενδείξεις αδικίας και υπερβολής.

Στα χέρια των καλύτερων κωμικών, επομένως, το γέλιο αποκτά ηθική σκοπιμότητα· αξιοποιούν το αστείο για να μας παρακινήσουν να αλλάξουμε χαρακτήρα ή συνήθειες. Το ευφυολόγημα είναι ένας τρόπος να σκιαγραφηθεί αδρά κάποιο πολιτικό ιδεώδες, να δημιουργηθεί ένας κόσμος πιο δίκαιος, πιο λογικός. Όπως έλεγε και ο Σάμιουελ Τζόνσον, η σάτιρα δεν είναι παρά μία ακόμη μέθοδος, και μάλιστα ιδιαίτερα αποδοτική, προς «επίπληξιν της μωρίας και της αφροσύνης», ενώ σύμφωνα και με τον Τζον Ντράυντεν, «αληθής σκοπός της σάτιρας είναι η αναμόρφωσις των ελαττωμάτων».

Η αναδίφηση της Ιστορίας αποκαλύπτει ότι ανέκαθεν κυκλοφορούσαν αστεία που προέτρεπαν τους ισχυρούς να διορθώσουν τα ελαττώματά τους και να αποσείσουν την υποκρισία ή την ατιμία τους.

Προς τα τέλη του 18ου αιώνα στην Αγγλία έγινε της μόδας μεταξύ των πλουσίων κυριών να φορούν περούκες κολοσσιαίων διαστάσεων. Οι γελοιογράφοι, ενοχλημένοι από την παράλογη αυτή τάση, έσπευσαν να προσφέρουν καρικατούρες που, τελικά, δεν ήταν παρά ένας ασφαλής τρόπος για να ειπωθεί στις γυναίκες εκείνες να έλθουν στα συγκαλά τους – ένα μήνυμα που, όπως παραδέχτηκε και ο Φρόυντ, πολύ δύσκολα θα μπορούσαν οι ίδιοι άνθρωποι να το θέσουν ευθέως στις αποδέκτριες της κριτικής του, οι οποίες διαφέντευαν εκτενή τμήματα του βασιλείου.

Οι Ινδιάνοι της Αμερικής και ο κώδικας ηθικής τους

Οι «Ινδιάνοι» της Αμερικής ή ορθότερα, οι γηγενείς Αμερικανοί, κατοικούσαν στην Αμερικανική ήπειρο, για πολλές χιλιάδες χρόνια πριν από την άφιξη των «λευκών» Ευρωπαίων. Κατά την περίοδο της άφιξης των «λευκών», εικάζεται ότι σε ολόκληρη την Αμερικανική ήπειρο, από το Μεξικό έως και την Αλάσκα, κατοικούσαν περίπου δέκα εκατομμύρια «Ινδιάνοι».

Πιστεύεται ότι οι πρώτοι γηγενείς Αμερικανοί, έφτασαν εκεί κατά την τελευταία περίοδο των παγετώνων, περίπου πριν από 20.000 — 30.000 χρόνια, μέσω μιας φυσικής γεωλογικής γέφυρας που διέσχιζε την περιοχή Bering Strait1 από την νοτιο-ανατολική Σιβηρία προς την Αλάσκα.

Οι αρχαιότερες καταγεγραμμένες ιστορικά φυλές στην βόρεια Αμερική, ήταν οι: Sandia (15000 πΧ), οι Clovis (12000 πΧ) και οι Folsom (8000 πΧ). Οι Folsom για κάποιους αρχαιολόγους είναι αυτοί που ακολούθησαν διάφορους δρόμους αφήνοντας πίσω τους τα βόρεια εδάφη και εξαπλώθηκαν μέχρι το Μεξικό.

Σύμφωνα με τους θρύλους των αρκετών γηγενών Αμερικανών, οι πρόγονοι τους βγήκαν στην επιφάνεια της γης χρησιμοποιώντας ένα ιερό μυστικό πέρασμα που ενώνει την επιφάνεια με το κέντρο της Γης.

Αν και από κάποιους πιστεύεται ότι οι ρίζες των «Ινδιάνων» βρίσκονται κάπου στην κεντρική Ασία και κοντά στην σημερινή Ινδία, εντούτοις από τα γενεαλογικά στοιχεία που υπάρχουν, ελάχιστοι πρέπει να είναι αυτοί που ήρθαν από εκεί και μάλιστα πολλά χρόνια μετά την ανακάλυψη της Αμερικής. Το προσωνύμιο «Ινδιάνοι», δόθηκε από τον Χριστόφορο Κολόμβο, ο οποίος — λαθεμένα βέβαια, πίστεψε ότι η ήπειρος στην οποία είχε φτάσει, ήταν μέρος της ασιατικής ηπείρου, των τότε γνωστών Ινδιών.

Οι Ινδιάνοι της Αμερικής έζησαν αγαπώντας και τιμώντας πάνω από όλα την φύση.

Η Σοφία τους διαφαίνεται παντού. Στο πως έζησαν αρμονικά με τη φύση, σε αυτά που φορούσαν, σε αυτά που δημιούργησαν, στον τρόπο που παρασκεύαζαν και έτρωγαν το φαγητό τους, στον τρόπο που ζούσαν μέσα στις οικογένειες τους και στη σημασία που έδιναν στην συνοχή της κοινωνίας τους, στις αξίες τους, στα πιστεύω τους και στη φιλοσοφία τους γενικότερα.

Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για την ιστορία των Ινδιάνων. Όχι μόνο γιατί είναι πάρα πολλά τα στοιχεία που πρέπει να αναζητήσεις, ούτε γιατί οι φυλές ήταν τόσες πολλές, αλλά κυρίως γιατί τα περισσότερα ιστορικά στοιχεία προέρχονται από περιγραφές που περνάνε από γενιά σε γενιά.

Ένας ακόμη λόγος που δυσκολεύει την ιστορική καταγραφή, είναι η προσπάθεια που κατέβαλαν οι «πολιτισμένοι» Ευρωπαίοι, όχι μόνο να υποδουλώσουν το έθνος των Ινδιάνων, αλλά να το εξαφανίσουν κιόλας.

Ο κώδικας ηθικής των Ινδιάνων

1. Ξύπνα με το φως του Ήλιου για να δείξεις ευγνωμοσύνη στην φύση. Να στοχάζεστε μόνος. Να στοχάζεστε συχνά. Το Μεγάλο Πνεύμα θα ακούσει, αρκεί να μιλήσεις.

2. Να δείχνεις κατανόηση για αυτούς που έχασαν το δρόμο τους. Άγνοια, αλαζονία, θυμός, ζηλοτυπία και πλεονεξία ανθούν από μια χαμένη ψυχή. Προσευχήσου ότι θα βρουν καθοδήγηση.

3. Ψάξε για τον εαυτό σου, να είσαι ο εαυτός σου. Μην επιτρέπεις σε άλλους να δημιουργούν το μονοπάτι σου. Είναι δικός σου ο δρόμος και μόνο δικός σου. Άλλοι μπορούν να περπατήσουν μαζί σου αλλά κανείς δεν μπορεί να περπατήσει στη θέση σου.

4. Να συμπεριφέρεσαι στους καλεσμένους σου με σύνεση. Να τους σερβίρεις το καλύτερο φαγητό, δώσε τους το καλύτερο κρεβάτι και συμπεριφέρσου τους με εκτίμηση και τιμή.

5. Μην παίρνεις κάτι που δεν σου ανήκει, είτε από κάποιον άνθρωπο, μια κοινότητα, τη φύση ή μια κουλτούρα. Δεν το κέρδισες, ούτε στο χάρισαν. Δεν είναι δικό σου.

6. Να σέβεσαι όλα τα πράγματα που υπάρχουν σ’ αυτό τον πλανήτη, είτε άνθρωπους είτε φυτά.

7. Τίμα τις σκέψεις άλλων ατόμων, τις επιθυμίες τους και τα λόγια τους. Ποτέ μην διακόπτεις κάποιον ή να τον χλευάσεις ή να τον μιμηθείς με αγένεια. Αναγνώρισε το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης κάθε ατόμου.

8. Ποτέ μην αναφέρεσαι σε άλλους με κακό τρόπο. Η αρνητική ενέργεια που στέλνεις στο Σύμπαν θα πολλαπλασιαστεί όταν επιστρέψει σε σένα.

9. Όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη. Και όλα τα λάθη μπορούν να συγχωρεθούν.

10. Οι κακές σκέψεις προκαλούν ασθένεια του μυαλού, του σώματος και του πνεύματος. Εξάσκησε τη θετικότητα.

11. Η φύση δεν είναι ΓΙΑ εμάς, είναι ΚΟΜΜΑΤΙ μας. Είναι μέρος της παγκόσμιας οικογένειας σου.

12. Τα παιδιά είναι οι σπόροι του μέλλοντος σου. Σπείρε αγάπη στις καρδιές τους και πότισέ τις με σοφία και μαθήματα της ζωής. Όταν μεγαλώσουν, δώσε τους χώρο να αναπτυχθούν.

13. Μην πληγώνεις τις καρδιές άλλων. Το δηλητήριο του πόνου σου θα επιστρέψει σε σένα.

14. Να είσαι ειλικρινής πάντα. Η ειλικρίνεια είναι το μέτρο της θέλησης κάποιου μέσα στο Σύμπαν.

15. Κράτα τον εαυτό σου ισορροπημένο. Ο Νοητικός εαυτός σου, ο Πνευματικός εαυτός σου, ο Αισθηματικός εαυτός σου και ο Σωματικός εαυτός σου πρέπει να είναι δυνατοί, αγνοί και υγιείς. Γύμνασε το σώμα για να δυναμώσεις το μυαλό. Πλούτισε σε πνεύμα για να γιατρέψεις αισθηματικές στενοχώριες.

16. Να παίρνεις συνειδητές αποφάσεις για το ποιός θα είσαι και το πώς θα αντιδράς. Να είσαι υπεύθυνος για τις πράξεις σου.

17. Να σέβεσαι τις προσωπικές στιγμές και τον προσωπικό χώρο των άλλων. Μην αγγίζεις προσωπική ιδιοκτησία άλλων – ειδικά ιερά και θρησκευτικά αντικείμενα. Αυτό απαγορεύεται.

18. Να είσαι αληθινός πρώτα με τον εαυτό σου. Δεν μπορείς να βοηθήσεις άλλους αν δεν μπορείς να βοηθήσεις τον εαυτό σου πρώτα.

19. Να σέβεσαι τις θρησκευτικές απόψες των άλλων. Μην προσπαθείς να επιβάλεις τις δικές σου απόψεις σ’ αυτούς.

20. Μοιράσου την καλοτυχία σου με άλλους.

Η ειρωνεία είναι το πρώτο δείγμα του ότι η συνείδηση έχει γίνει πια συνειδητή

Ο ανώτερος άνθρωπος διαφέρει από τον κατώτερο άνθρωπο κι απ’ τα ζώα, που είναι αδέλφια του τελευταίου, από την απλή ικανότητά του να ειρωνεύεται. Η ειρωνεία είναι το πρώτο δείγμα του ότι η συνείδηση έχει γίνει πια συνειδητή. Και η ειρωνεία περνάει από δύο στάδια: Το στάδιο που καθόρισε ο Σωκράτης όταν έλεγε «εν οίδα ότι ουδέν οίδα», κι αυτό που καθόρισε ο Σάντσες όταν έλεγε «δεν ξέρω καν αν δεν ξέρω τίποτα». Το πρώτο βήμα οδηγεί στο σημείο όπου αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας δογματικά, και κάθε ανώτερος άνθρωπος κάνει αυτό το βήμα και φτάνει εκεί. Το δεύτερο οδηγεί στο σημείο όπου αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας και για την ίδια μας την αμφιβολία, και λίγοι άνθρωποι το έφτασαν στη διάρκεια της σύντομης -μα ήδη τόσο μακράς- περιόδου από τότε που ως ανθρώπινο γένος αντικρίσαμε τον ήλιο και τη νύχτα πάνω στο πολύμορφο πρόσωπο της γης.

Γνωρίζω τον εαυτό μου σημαίνει απατώμαι, κι ο χρησμός που έλεγε «γνώθι σαυτόν» πρότεινε μια προσπάθεια ακόμα πιο δύσκολη κι απ’ τους άθλους του Ηρακλή, κι ένα αίνιγμα πιο σκοτεινό κι απ’ της Σφίγγας. Να αγνοείς τον εαυτό σου συνειδητά, να ποιος είναι ο δρόμος. Και η συνειδητή άγνοια του εαυτού μας είναι η ενεργή χρήση της ειρωνείας. Και δεν ξέρω τίποτα πιο μεγαλειώδες ή πιο ταιριαστό στον αληθινά μεγάλο άνθρωπο από την υπομονετική κι εκφραστική ανάλυση των μέσων που μας επιτρέπουν ν’ αγνοούμε τον εαυτό μας, τον συνειδητό κατάλογο της μη συνειδητότητας των συνειδήσεων μας, τη μεταφυσική των αυτόνομων σκιών, την ποίηση του λυκόφωτος του τέλους των ψευδαισθήσεων.