Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι υπάρχουν στη φύση μηχανές συγκρίσιμες με τις τελειότερες κατασκευές του ανθρώπου. Δεν μπορούμε, εκτός αν αρνηθούμε την ύπαρξη του ίδιου του φυσικού κόσμου, αν δεχτούμε πως ζούμε σε μια ψευδαίσθηση (γιατί υπάρχουν και αυτού του είδους οι θεωρίες).
Ας τολμήσουμε λοιπόν το επόμενο βήμα, να ρωτήσουμε: Από τι είναι κατασκευασμένες οι μηχανές αυτές; Πώς λειτουργούν; Πώς και πότε κατασκευάστηκαν; Και για ποιον σκοπό;
Υπάρχουν δύο θεωρήσεις μέσα από τις οποίες μπορούμε να αναζητήσουμε απαντήσεις. Μας είναι γνωστές.
1. Η μία δέχεται ότι ο άνθρωπος είναι προϊόν και μέρος του φυσικού κόσμου, ότι η γνώση του αποκτάται με τα μέσα που του παρέχει ο φυσικός κόσμος, ό,τι γνωρίζει και ό,τι μπορεί ποτέ να μάθει είναι και θα είναι μέρος του φυσικού κόσμου.
2. Η άλλη δέχεται ότι όλα περνούν μέσα από μια οντότητα που εξουσιάζει τον φυσικό κόσμο.
Θα ονομάσω την πρώτη «φυσική» θεώρηση και τη δεύτερη «μεταφυσική». Βρίσκω τους όρους αυτούς πιο απλούς και πιο άμεσους, λιγότερο παρεξηγήσιμους από τους όρους επιστημονική, εμπειρική ή θετική –που χρησιμοποιούνται συχνά για την πρώτη θεώρηση– και υπερφυσική, υπερβατική, πνευματική ή δογματική – που χρησιμοποιούνται για τη δεύτερη. Στο άρθρο αυτό, θα χειριστώ τις δύο αυτές θεωρήσεις διαζευκτικά: δεν μπορεί να είναι και οι δύο σωστές, δεν είναι συμβατές η μία με την άλλη, δεν υπάρχουν ενδιάμεσες καταστάσεις.
Η θέση αυτή ίσως φανεί αυθαίρετη και ακραία, ή ακόμα –πράγμα πιο σοβαρό– λανθασμένη. Και όμως θα επιμείνω στο ότι υπάρχουν μόνο αυτές οι δύο θεωρήσεις για τον εξής λόγο: από τη στιγμή που θα δεχτούμε πως οι δύο θεωρήσεις δεν είναι ανεξάρτητες και αυτοδύναμες, αλλά συμπληρωματικές, συμβιβάσιμες ή αλληλεξαρτημένες, από τη στιγμή αυτή θα έχουμε υποτάξει τη φυσική θεώρηση στη μεταφυσική, θα την έχουμε κάνει μέρος της. Γιατί το αντίθετο, η υποταγή του μεταφυσικού στο φυσικό –ακόμα και η ισότητά τους– αποκλείεται από τον ίδιο τον ορισμό της μεταφυσικής θεώρησης.
Δεν μπορείς να παντρεύεις τον Θεό με την ύλη και να απαιτείς συζυγική ισότητα. Αυτό σημαίνει πως η διατήρηση της άποψης ότι οι δύο θεωρήσεις είναι ανεξάρτητες και διαζευκτικές είναι απαραίτητη αν δεν θέλουμε να εγκαταλείψουμε τον σκοπό μας, που είναι να δούμε πόσο μακριά μπορεί να μας πάει η φυσική θεώρηση του κόσμου χωρίς την προσφυγή σε μεταφυσικές ερμηνείες.
Έχοντας κάνει αυτή τη διαπίστωση, ας ξαναγυρίσουμε στα ερωτήματα που θέσαμε και ας δούμε πρώτα πώς θα μπορούσαν να απαντηθούν μέσα από τη φυσική θεώρηση. Το «από τι είναι κατασκευασμένες οι μηχανές» δηλώνει πως ψάχνουμε για ηλεκτρόνια και πρωτόνια, για άτομα και μόρια, ότι αναζητούμε μια «υλιστική» ερμηνεία.
Το «πώς λειτουργούν» δηλώνει πως ψάχνουμε για φυσικοχημικές διεργασίες, για μηχανισμούς που απορρέουν από τις ιδιότητες της ύλης, ότι αναζητούμε μια «μηχανιστική» ερμηνεία.
Το «πώς και πότε κατασκευάστηκαν» δηλώνει ότι ψάχνουμε για μια διαδικασία που έγινε ή που άρχισε στο παρελθόν και συνεχίζεται στις μέρες μας, ότι αναζητούμε μια «ιστορική» ερμηνεία.
Ας σταθούμε εδώ πριν προχωρήσουμε στο τέταρτο ερώτημα, το «για ποιο σκοπό». Αφού η ύλη δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τον χώρο και τον χρόνο, η υλιστική, η μηχανιστική και η ιστορική ερμηνεία του φυσικού κόσμου είναι έννοιες σύμφυτες, ένα και το αυτό, η διάκρισή τους υπάρχει μόνο στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η φυσική ερμηνεία του κόσμου (και φυσικά εννοούμε του φυσικού κόσμου, αφού αυτός είναι ο μόνος κόσμος που κατά τον ορισμό μας υπόκειται στη φυσική θεώρηση), αλλιώς γνωστή ως φυσιοκρατία, δεν μπορεί παρά να είναι υλιστική- μηχανιστική-ιστορική. Αυτό, κατά τη θέση μας, πρέπει να ισχύει από τα ηλεκτρόνια μέχρι τους γαλαξίες, από το γονίδια μέχρι τα οικοσυστήματα, από τις κοκορομαχίες μέχρι τους παγκόσμιους πολέμους, από τις κοινωνίες των μελισσών μέχρι τις κοινωνίες των εθνών – και ίσως των άστρων.
Πώς απαντά η φυσική ερμηνεία στο τέταρτο ερώτημα; Για ποιον σκοπό είναι κατασκευασμένη η νυχτερίδα να στέλνει, να δέχεται και να αναλύει υπερήχους; Η απάντηση «για να πιάνει έντομα» σίγουρα δεν πρόκειται να μας ικανοποιήσει, αφού στη συνέχεια θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε «γιατί είναι η νυχτερίδα κατασκευασμένη για να πιάνει έντομα;». Μπαίνουμε έτσι σε μια αλυσίδα ερωτημάτων. Ένας κρίκος της, που θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν τέρμα, είναι η απάντηση «ο σκοπός πίσω από τη μηχανή που ονομάζουμε νυχτερίδα είναι να δώσει άλλες νυχτερίδες, να αναπαραχθεί».
Πρόκειται για τέρμα στην αλυσίδα των ερωτημάτων μας ή για στάση; Πολλοί θα έλεγαν στάση, αφού στη συνέχεια θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε «ποιος είναι ο σκοπός της αναπαραγωγής;». Για τη βιολογία η ερώτηση αυτή είναι ό,τι είναι για τη φυσική η ερώτηση «ποιος είναι ο σκοπός της βαρύτητας;». Είναι φανερό ότι τέτοιες ερωτήσεις, που αναζητούν σκοπό στις πιο βασικές ιδιότητες του φυσικού κόσμου, οδηγούν στην απλή και πιο ειλικρινή ερώτηση «γιατί υπάρχει ο φυσικός κόσμος;», που είναι εξίσου απλά και ειλικρινά μια μεταφυσική ερώτηση.
Ερωτήσεις του τύπου «για ποιον σκοπό» είναι γνωστές ως τελεολογικές (τέλος = σκοπός). Το παραπάνω σκεπτικό μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι τελεολογικές ερωτήσεις οδηγούν απευθείας στη μεταφυσική θεώρηση του κόσμου και, επομένως, δεν έχουν θέση στη φυσική ερμηνεία του καθώς δεν οδηγούν σε λογικές, ή επαρκείς απαντήσεις.
Η μόνη μη μεταφυσική απάντηση σε μια τελεολογική ερώτηση μπορεί να βγει μέσα από μια άλλη ερώτηση: «Γιατί έχουμε την τάση να κάνουμε τελεολογικές ερωτήσεις;». Γιατί στο παράδειγμα της νυχτερίδας δεν αρκεστήκαμε στις τρεις πρώτες ερωτήσεις; (από τι είναι κατασκευασμένη η μηχανή; πώς λειτουργεί; πού, πότε και πώς φτιάχτηκε;).
Η σύντομη απάντηση στο γιατί θέτουμε τελεολογικές ερωτήσεις, η απάντηση της φυσικής θεώρησης του κόσμου, είναι «από συνήθεια», μια συνήθεια που την οφείλουμε στη γενετική και την πολιτισμική μας κληρονομιά. Προς το τέλος θα έχουμε όλη την πληροφόρηση που θα μας επιτρέψει να αναγνωρίσουμε αυτή τη συνήθεια σαν μια έμφυτη πλάνη. Όμως, προς το παρόν, η απάντηση μας φαίνεται απλοϊκή και αυθαίρετη, για μερικούς ίσως εξοργιστικά απλοϊκή και αυθαίρετη (μόνο που αν μπει στη μέση η οργή, καλύτερα να σταματήσετε). Ακούω κιόλας το παράπονο ότι σπατάλησα μερικές λέξεις για να παρουσιάσω τη νυχτερίδα σαν μηχανή και τώρα σας καλώ να δεχτείτε ότι η μηχανή αυτή δεν έχει σκοπό.
Ξέρεις εσύ (ακούω την ερώτηση) καμιά μηχανή που δεν έχει φτιαχτεί για κάποιο σκοπό; Είναι μια ερώτηση που δίκαια απαιτεί μια απάντηση. Και η απάντηση αυτή, η απάντηση που θα επιχειρήσει να δώσει το άρθρο δεν μπορεί παρά να έχει τα στοιχεία της φυσικής θεώρησης, να είναι μια υλιστική-μηχανιστική-ιστορική ερμηνεία. Αλλιώς δεν θα είναι τίποτε παραπάνω από μια υπεκφυγή, μια αναγνώριση πως μπροστά στην αδυναμία μας να δώσουμε απάντηση στις έσχατες ερωτήσεις, τις βαφτίζουμε άτοπες και ανεδαφικές. Θα είναι, τέλος, μια ομολογία πως η φυσική θεώρηση είναι από μόνη της ανεπαρκής.
Και τότε θα είναι δικαιωμένοι όσοι θα προτιμούσαν να κλείσει εδώ το θέμα, ψιθυρίζοντας συγκαταβατικά πως καλά κάνει η φυσική θεώρηση και ξανοίγεται στις άγνωστες θάλασσες της αναζήτησης, αλλά ας κρατά πάντα μαζί της την πυξίδα του τελεολογικού προσανατολισμού για να μπορέσει τελικά να επιστρέψει στο λιμάνι και να δεθεί στέρεα στο μουράγιο της μεταφυσικής θεώρησης.
Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021
Οι «αποδείξεις» του Θωμά Ακινάτη για την ύπαρξη Θεού
Τα επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης του Θεού συστηματοποιούνταν για αιώνες από τους θεολόγους, ενώ κάποιοι άλλοι, συμπεριλαμβανομένων διάφορων γυρολόγων τής κακώς εννοούμενης «κοινής λογικής», προσέθεσαν και μερικά συμπληρωματικά.
Οι πέντε «αποδείξεις» που διατύπωσε ο Θωμάς Ακινάτης τον 13ο αιώνα δεν αποδεικνύουν τίποτε και είναι εύκολο να καταδειχθεί η κενότητά τους.
Οι πρώτες τρεις, αποτελούν απλώς διαφορετικούς τρόπους για να ειπωθεί το ίδιο πράγμα, άρα μπορούμε να τις εξετάσουμε όλες μαζί. Και οι τρεις περιέχουν την έννοια της άπειρης αναδρομής: H απάντηση σε κάποιο ερώτημα εγείρει ένα πρότερο ερώτημα κ.ο.κ., επ’ άπειρον.
1. Το κινούν ακίνητον. Τίποτε δεν κινείται χωρίς ένα πρότερο κινούν. Αυτό μάς οδηγεί σε μια άπειρη αναδρομή, από την οποία μόνη διέξοδος είναι ο Θεός. Κατ’ ανάγκην, η πρώτη κίνηση προκλήθηκε από κάτι, και αυτό το κάτι το ονομάζουμε «Θεό».
2. Η πρώτη αιτία. Τίποτε δεν προκαλείται από μόνο του. Κάθε αιτιατό έχει ένα πρότερο αίτιο, πράγμα που μας ωθεί ξανά σε αναδρομή. Τούτη πρέπει να τερματιστεί σε μια πρώτη αιτία, την οποία ονομάζουμε «Θεό».
3. Το κοσμολογικό επιχείρημα. Πρέπει να υπήρχε μια εποχή κατά την οποία τα φυσικά πράγματα δεν υφίσταντο. Αφού όμως τα φυσικά πράγματα τώρα υπάρχουν, τότε κάτι μη φυσικό πρέπει να τα δημιούργησε, και αυτό το κάτι το ονομάζουμε «Θεό».
Και τα τρία παραπάνω επιχειρήματα βασίζονται στην ιδέα της αναδρομής και επικαλούνται τον Θεό για τον τερματισμό της. Περιέχουν την εντελώς αθεμελίωτη παραδοχή ότι ο ίδιος ο Θεός εξαιρείται από την αναδρομή. Ακόμη κι αν επιτρέψουμε τη βολική τούτη πολυτέλεια της αυθαίρετης επινόησης ενός τέρματος σε μια άπειρη αναδρομή, και της απόδοσης ονόματος σε αυτό επειδή μόνο και μόνο το έχουμε ανάγκη, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να προικίσουμε το εν λόγω τέρμα με οποιαδήποτε ιδιότητα από όσες αποδίδονται συνήθως στον Θεό: Παντοδυναμία, παντογνωσία, αγαθότητα, σοφία, δημιουργικότητα, για να μην αναφερθούμε και στα διάφορα ανθρώπινα χαρακτηριστικά όπως το να εισακούει προσευχές, να συγχωρεί αμαρτίες και να διαβάζει τις πιο μύχιες σκέψεις. Παρεμπιπτόντως, δεν διέλαθε την προσοχή των μελετητών της λογικής το γεγονός ότι η παντογνωσία και η παντοδυναμία συνιστούν αλληλοαποκλειόμενες έννοιες. Εάν ο Θεός είναι παντογνώστης, τότε γνωρίζει ήδη τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος θα παρέμβει για να αλλάξει το ρου της ιστορίας, ασκώντας την παντοδυναμία του. Τούτο όμως σημαίνει ότι ο Θεός αδυνατεί να αλλάξει γνώμη σχετικά με την παρέμβασή του, πράγμα που συνεπάγεται ότι δεν είναι παντοδύναμος. Η Κάρεν Όουενς εξέφρασε το πνευματώδες αυτό παράδοξο με στίχους εξίσου ευφυείς:
«Άραγε ο παντογνώστης Θεός μπορεί,
Εκείνος που γνωρίζει το μέλλον,
να βρει την παντοδυναμία για ν’ αλλάξει
τη γνώμη Του τη μελλοντική;».
Για να επιστρέφουμε στην άπειρη αναδρομή και στη ματαιότητα της επίκλησης του Θεού, για να την τερματίσουμε, θα ήταν προτιμότερο —από πλευράς οικονομίας σκέψης— να επινοήσουμε, λόγου χάριν, μια «χωροχρονική ανωμαλία τύπου Μεγάλης Έκρηξης», ή κάποια άλλη, άγνωστη ως τώρα, φυσική έννοια. Το να ονομάζουμε αυτό το τέρμα «Θεό», είναι στην καλύτερη περίπτωση αναποτελεσματικό και στη χειρότερη ολέθρια παραπλανητικό. Η «παράλογη συνταγή για μικροψιλοκαμωμένες κοτολέτες» τού Έντουαρτ Λιρ μάς προτρέπει: «Προμηθευτείτε μερικά βοδινά φιλέτα και, αφού τα κόψετε στα μικρότερα δυνατά κομμάτια, συνεχίστε και κόψτε τα σε ακόμη μικρότερα, οκτώ ή και εννέα φορές».
Μερικές αναδρομές πράγματι φτάνουν σε ένα φυσικό τέλος. Παλαιότερα, οι επιστήμονες αναρωτιούνταν τι θα συνέβαινε αν κατάφερνε κάποιος να διαιρέσει ένα κομμάτι μέταλλο —από χρυσό, φέρ’ ειπείν— στα μικρότερα δυνατά κομμάτια. Δεν θα ήταν άραγε δυνατόν κάθε τέτοιο κομμάτι να κοπεί πάλι στα δύο, ώστε να παραχθεί ένα ακόμη πιο μικροσκοπικό τεμάχιο χρυσού; Αυτός όμως ο ατέρμων τεμαχισμός θα λάμβανε τέλος στο άτομο: Το μικρότερο δυνατό τεμάχιο χρυσού είναι ο πυρήνας, αποτελούμενος από ακριβώς 79 πρωτόνια και λίγο περισσότερα νετρόνια, τα οποία συνοδεύονται από ένα σμήνος 79 ηλεκτρονίων. Εάν «κόψεις» το χρυσό πιο πέρα από το άτομο, ό,τι κι αν προκύψει δεν θα είναι χρυσός. Το άτομο παρέχει ένα φυσικό τέλος στη συγκεκριμένη αναδρομή. Δεν είναι όμως καθόλου σαφές ότι ο Θεός αποτελεί το φυσικό τέρμα στις αναδρομές του Ακινάτη —και η συγκεκριμένη διατύπωση δεν φείδεται καθόλου επιείκειας. Ας προχωρήσουμε λοιπόν περαιτέρω στον κατάλογο του Ακινάτη…
4. Το επιχείρημα εκ τον βαθμού. Παρατηρούμε ότι τα πράγματα στον Κόσμο διαφέρουν μεταξύ τους. Υπάρχουν, παραδείγματος χάριν, διάφοροι βαθμοί αγαθότητας ή τελειότητας. Αλλά οι εκτιμήσεις μας για αυτούς τους βαθμούς βασίζονται στη σύγκριση με κάποιο μέγιστο. Εμείς οι άνθρωποι μπορεί να είμαστε ταυτόχρονα καλοί και κακοί, άρα αποκλείεται να ενυπάρχει μέσα μας η μέγιστη αγαθότητα. Συνεπώς, πρέπει να υπάρχει κάποιο άλλο μέγιστο, το οποίο θέτει το μέτρο της τελειότητας, και ονομάζουμε αυτό τον «μέγιστο Θεό».
Είναι τούτο επιχείρημα; Με την ίδια λογική θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι άνθρωποι διαφέρουν και ως προς τη δυσοσμία τους, αλλά μπορούμε να τους συγκρίνουμε μόνο σε σχέση με ένα τέλειο και μέγιστο επίπεδο δυνατής δυσοσμίας. Συνεπώς, πρέπει να υπάρχει κάποιο εξαιρετικά, απαράμιλλα δύσοσμο ον, και αυτό το ονομάζουμε «Θεό». Ή συγκρίνετε ως προς οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα, και θα καταλήξετε σε ένα εξίσου βλακώδες συμπέρασμα.
5. Το τελεολογικό επιχείρημα, ή επιχείρημα εκ του σχεδίου. Τα όντα του Κόσμου, ειδικά τα έμβια, δίνουν την εντύπωση ότι κάποιος τα έχει σχεδιάσει. Τίποτε από όσα γνωρίζουμε δεν φαίνεται να είναι σχεδιασμένο εκτός αν έχει όντως σχεδιαστεί. Συνεπώς, πρέπει να υπήρξε κάποιος σχεδιαστής, και τον ονομάζουμε «Θεό». (Ο ίδιος ο Ακινάτης χρησιμοποίησε την αναλογία του κινούμενου προς το στόχο βέλους, αλλά ένας σύγχρονος αντιαεροπορικός πύραυλος που ανιχνεύει θερμότητα θα εξυπηρετούσε το σκοπό του πιο αποτελεσματικά).
Το επιχείρημα εκ του σχεδίου είναι το μόνο που χρησιμοποιείται τακτικά ακόμη και σήμερα, και πολλοί εξακολουθούν να το αντιλαμβάνονται ως το έσχατο και αποστομωτικό επιχείρημα. Είχε εντυπωσιάσει και τον νεαρό Δαρβίνο όταν, ως φοιτητής ακόμη στο Κέμπριτζ, το είχε διαβάσει στο βιβλίο «Natural Theology» (Φυσική Θεολογία) του Γουίλιαμ Πάλεϊ. Δυστυχώς για τον Πάλεϊ, ο ώριμος πλέον Δαρβίνος το κονιορτοποίησε. Πράγματι, η πλέον συντριπτική νίκη που κατήγαγε ποτέ ο ορθολογισμός ενάντια στις παραδεδεγμένες αντιλήψεις υπήρξε πιθανότατα η απροσδόκητη κατάρριψη αυτού του επιχειρήματος από τον Κάρολο Δαρβίνο. Χάρη στον Δαρβίνο, θεωρείται πλέον εσφαλμένος ο ισχυρισμός πως τίποτε από όσα γνωρίζουμε δεν φαίνεται να είναι σχεδιασμένο εκτός αν έχει όντως σχεδιαστεί. Η εξέλιξη μέσω της φυσικής επιλογής, ανερχόμενη σε εξαίσια ύψη πολυπλοκότητας και κομψότητας, παράγει μια εξαιρετική επίφαση σχεδιασμού. Στα κορυφαία μάλιστα προϊόντα αυτού του ψευδοσχεδιασμού συγκαταλέγονται τα νευρικά συστήματα, που —μεταξύ των πιο ταπεινών επιτευγμάτων τους— επιδεικνύουν εμπρόθετη συμπεριφορά, η οποία, ακόμη και στο πιο μικροσκοπικό έντομο, μοιάζει πολύ περισσότερο με τον προηγμένο πύραυλο ανίχνευσης θερμότητας, παρά με ένα απλό βέλος που κατευθύνεται στο, στόχο του.
Οι πέντε «αποδείξεις» που διατύπωσε ο Θωμάς Ακινάτης τον 13ο αιώνα δεν αποδεικνύουν τίποτε και είναι εύκολο να καταδειχθεί η κενότητά τους.
Οι πρώτες τρεις, αποτελούν απλώς διαφορετικούς τρόπους για να ειπωθεί το ίδιο πράγμα, άρα μπορούμε να τις εξετάσουμε όλες μαζί. Και οι τρεις περιέχουν την έννοια της άπειρης αναδρομής: H απάντηση σε κάποιο ερώτημα εγείρει ένα πρότερο ερώτημα κ.ο.κ., επ’ άπειρον.
1. Το κινούν ακίνητον. Τίποτε δεν κινείται χωρίς ένα πρότερο κινούν. Αυτό μάς οδηγεί σε μια άπειρη αναδρομή, από την οποία μόνη διέξοδος είναι ο Θεός. Κατ’ ανάγκην, η πρώτη κίνηση προκλήθηκε από κάτι, και αυτό το κάτι το ονομάζουμε «Θεό».
2. Η πρώτη αιτία. Τίποτε δεν προκαλείται από μόνο του. Κάθε αιτιατό έχει ένα πρότερο αίτιο, πράγμα που μας ωθεί ξανά σε αναδρομή. Τούτη πρέπει να τερματιστεί σε μια πρώτη αιτία, την οποία ονομάζουμε «Θεό».
3. Το κοσμολογικό επιχείρημα. Πρέπει να υπήρχε μια εποχή κατά την οποία τα φυσικά πράγματα δεν υφίσταντο. Αφού όμως τα φυσικά πράγματα τώρα υπάρχουν, τότε κάτι μη φυσικό πρέπει να τα δημιούργησε, και αυτό το κάτι το ονομάζουμε «Θεό».
Και τα τρία παραπάνω επιχειρήματα βασίζονται στην ιδέα της αναδρομής και επικαλούνται τον Θεό για τον τερματισμό της. Περιέχουν την εντελώς αθεμελίωτη παραδοχή ότι ο ίδιος ο Θεός εξαιρείται από την αναδρομή. Ακόμη κι αν επιτρέψουμε τη βολική τούτη πολυτέλεια της αυθαίρετης επινόησης ενός τέρματος σε μια άπειρη αναδρομή, και της απόδοσης ονόματος σε αυτό επειδή μόνο και μόνο το έχουμε ανάγκη, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να προικίσουμε το εν λόγω τέρμα με οποιαδήποτε ιδιότητα από όσες αποδίδονται συνήθως στον Θεό: Παντοδυναμία, παντογνωσία, αγαθότητα, σοφία, δημιουργικότητα, για να μην αναφερθούμε και στα διάφορα ανθρώπινα χαρακτηριστικά όπως το να εισακούει προσευχές, να συγχωρεί αμαρτίες και να διαβάζει τις πιο μύχιες σκέψεις. Παρεμπιπτόντως, δεν διέλαθε την προσοχή των μελετητών της λογικής το γεγονός ότι η παντογνωσία και η παντοδυναμία συνιστούν αλληλοαποκλειόμενες έννοιες. Εάν ο Θεός είναι παντογνώστης, τότε γνωρίζει ήδη τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος θα παρέμβει για να αλλάξει το ρου της ιστορίας, ασκώντας την παντοδυναμία του. Τούτο όμως σημαίνει ότι ο Θεός αδυνατεί να αλλάξει γνώμη σχετικά με την παρέμβασή του, πράγμα που συνεπάγεται ότι δεν είναι παντοδύναμος. Η Κάρεν Όουενς εξέφρασε το πνευματώδες αυτό παράδοξο με στίχους εξίσου ευφυείς:
«Άραγε ο παντογνώστης Θεός μπορεί,
Εκείνος που γνωρίζει το μέλλον,
να βρει την παντοδυναμία για ν’ αλλάξει
τη γνώμη Του τη μελλοντική;».
Για να επιστρέφουμε στην άπειρη αναδρομή και στη ματαιότητα της επίκλησης του Θεού, για να την τερματίσουμε, θα ήταν προτιμότερο —από πλευράς οικονομίας σκέψης— να επινοήσουμε, λόγου χάριν, μια «χωροχρονική ανωμαλία τύπου Μεγάλης Έκρηξης», ή κάποια άλλη, άγνωστη ως τώρα, φυσική έννοια. Το να ονομάζουμε αυτό το τέρμα «Θεό», είναι στην καλύτερη περίπτωση αναποτελεσματικό και στη χειρότερη ολέθρια παραπλανητικό. Η «παράλογη συνταγή για μικροψιλοκαμωμένες κοτολέτες» τού Έντουαρτ Λιρ μάς προτρέπει: «Προμηθευτείτε μερικά βοδινά φιλέτα και, αφού τα κόψετε στα μικρότερα δυνατά κομμάτια, συνεχίστε και κόψτε τα σε ακόμη μικρότερα, οκτώ ή και εννέα φορές».
Μερικές αναδρομές πράγματι φτάνουν σε ένα φυσικό τέλος. Παλαιότερα, οι επιστήμονες αναρωτιούνταν τι θα συνέβαινε αν κατάφερνε κάποιος να διαιρέσει ένα κομμάτι μέταλλο —από χρυσό, φέρ’ ειπείν— στα μικρότερα δυνατά κομμάτια. Δεν θα ήταν άραγε δυνατόν κάθε τέτοιο κομμάτι να κοπεί πάλι στα δύο, ώστε να παραχθεί ένα ακόμη πιο μικροσκοπικό τεμάχιο χρυσού; Αυτός όμως ο ατέρμων τεμαχισμός θα λάμβανε τέλος στο άτομο: Το μικρότερο δυνατό τεμάχιο χρυσού είναι ο πυρήνας, αποτελούμενος από ακριβώς 79 πρωτόνια και λίγο περισσότερα νετρόνια, τα οποία συνοδεύονται από ένα σμήνος 79 ηλεκτρονίων. Εάν «κόψεις» το χρυσό πιο πέρα από το άτομο, ό,τι κι αν προκύψει δεν θα είναι χρυσός. Το άτομο παρέχει ένα φυσικό τέλος στη συγκεκριμένη αναδρομή. Δεν είναι όμως καθόλου σαφές ότι ο Θεός αποτελεί το φυσικό τέρμα στις αναδρομές του Ακινάτη —και η συγκεκριμένη διατύπωση δεν φείδεται καθόλου επιείκειας. Ας προχωρήσουμε λοιπόν περαιτέρω στον κατάλογο του Ακινάτη…
4. Το επιχείρημα εκ τον βαθμού. Παρατηρούμε ότι τα πράγματα στον Κόσμο διαφέρουν μεταξύ τους. Υπάρχουν, παραδείγματος χάριν, διάφοροι βαθμοί αγαθότητας ή τελειότητας. Αλλά οι εκτιμήσεις μας για αυτούς τους βαθμούς βασίζονται στη σύγκριση με κάποιο μέγιστο. Εμείς οι άνθρωποι μπορεί να είμαστε ταυτόχρονα καλοί και κακοί, άρα αποκλείεται να ενυπάρχει μέσα μας η μέγιστη αγαθότητα. Συνεπώς, πρέπει να υπάρχει κάποιο άλλο μέγιστο, το οποίο θέτει το μέτρο της τελειότητας, και ονομάζουμε αυτό τον «μέγιστο Θεό».
Είναι τούτο επιχείρημα; Με την ίδια λογική θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι άνθρωποι διαφέρουν και ως προς τη δυσοσμία τους, αλλά μπορούμε να τους συγκρίνουμε μόνο σε σχέση με ένα τέλειο και μέγιστο επίπεδο δυνατής δυσοσμίας. Συνεπώς, πρέπει να υπάρχει κάποιο εξαιρετικά, απαράμιλλα δύσοσμο ον, και αυτό το ονομάζουμε «Θεό». Ή συγκρίνετε ως προς οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα, και θα καταλήξετε σε ένα εξίσου βλακώδες συμπέρασμα.
5. Το τελεολογικό επιχείρημα, ή επιχείρημα εκ του σχεδίου. Τα όντα του Κόσμου, ειδικά τα έμβια, δίνουν την εντύπωση ότι κάποιος τα έχει σχεδιάσει. Τίποτε από όσα γνωρίζουμε δεν φαίνεται να είναι σχεδιασμένο εκτός αν έχει όντως σχεδιαστεί. Συνεπώς, πρέπει να υπήρξε κάποιος σχεδιαστής, και τον ονομάζουμε «Θεό». (Ο ίδιος ο Ακινάτης χρησιμοποίησε την αναλογία του κινούμενου προς το στόχο βέλους, αλλά ένας σύγχρονος αντιαεροπορικός πύραυλος που ανιχνεύει θερμότητα θα εξυπηρετούσε το σκοπό του πιο αποτελεσματικά).
Το επιχείρημα εκ του σχεδίου είναι το μόνο που χρησιμοποιείται τακτικά ακόμη και σήμερα, και πολλοί εξακολουθούν να το αντιλαμβάνονται ως το έσχατο και αποστομωτικό επιχείρημα. Είχε εντυπωσιάσει και τον νεαρό Δαρβίνο όταν, ως φοιτητής ακόμη στο Κέμπριτζ, το είχε διαβάσει στο βιβλίο «Natural Theology» (Φυσική Θεολογία) του Γουίλιαμ Πάλεϊ. Δυστυχώς για τον Πάλεϊ, ο ώριμος πλέον Δαρβίνος το κονιορτοποίησε. Πράγματι, η πλέον συντριπτική νίκη που κατήγαγε ποτέ ο ορθολογισμός ενάντια στις παραδεδεγμένες αντιλήψεις υπήρξε πιθανότατα η απροσδόκητη κατάρριψη αυτού του επιχειρήματος από τον Κάρολο Δαρβίνο. Χάρη στον Δαρβίνο, θεωρείται πλέον εσφαλμένος ο ισχυρισμός πως τίποτε από όσα γνωρίζουμε δεν φαίνεται να είναι σχεδιασμένο εκτός αν έχει όντως σχεδιαστεί. Η εξέλιξη μέσω της φυσικής επιλογής, ανερχόμενη σε εξαίσια ύψη πολυπλοκότητας και κομψότητας, παράγει μια εξαιρετική επίφαση σχεδιασμού. Στα κορυφαία μάλιστα προϊόντα αυτού του ψευδοσχεδιασμού συγκαταλέγονται τα νευρικά συστήματα, που —μεταξύ των πιο ταπεινών επιτευγμάτων τους— επιδεικνύουν εμπρόθετη συμπεριφορά, η οποία, ακόμη και στο πιο μικροσκοπικό έντομο, μοιάζει πολύ περισσότερο με τον προηγμένο πύραυλο ανίχνευσης θερμότητας, παρά με ένα απλό βέλος που κατευθύνεται στο, στόχο του.
ΚΙΚΕΡΩΝ: Όχι από τον υπολογισμό των κερδών, αλλά από τον τρόπο ζωής και τις ανάγκες μετριέται η περιουσία
Ανάμεσα στα ανθρώπινα χαρακτηριστικά ετούτο εδώ είναι αρκετά συνηθισμένο: να μας αρέσουν περισσότερο τα ξένα πράγματα παρά τα δικά μας και να αγαπάμε την κίνηση και την αλλαγή.
«Ακόμη και το ίδιο το φως της ημέρας δεν μας αρέσει
παρά μόνο γιατί οι Ώρες αλλάζουν άλογα στην κούρσα τους» (ΠΕΤΡΟΝΙΟΣ)
Έχω και εγώ το μερίδιο μου. Αυτοί που πηγαίνουν στο άλλο άκρο, να είναι ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους, να θεωρούν ότι αυτά που έχουν είναι ανώτερα όλων και να μην αναγνωρίζουν τίποτε πιο όμορφο από αυτό που οι ίδιοι βλέπουν, αν δεν είναι πιο σοφοί από εμάς, είναι τουλάχιστον πιο ευτυχισμένοι.
Δεν ζηλεύω καθόλου τη σοφία τους, αλλά σίγουρα ζηλεύω την ευτυχία τους.
Αυτή η ακόρεστη διάθεση για καινούργια και άγνωστα πράγματα βοηθά να συντηρείται μέσα μου η επιθυμία του ταξιδιού, αλλά συμβάλλουν και πολλές άλλες συγκυρίες.
Έχω την ευκαιρία να απομακρύνομαι από την διαχείριση του οίκου μου. Το να διοικείς δίνει κάποια ευχαρίστηση, ακόμη κι αν πρόκειται για αχυρώνα, το ίδιο και το να σε υπακούν οι δικοί σου· αλλά είναι μια ευχαρίστηση πολύ μονότονη και βαρετή.
Κι έπειτα συνδυάζεται αναγκαστικά με πολλές ενοχλητικές σκέψεις, άλλοτε σε στεναχωρεί η φτώχεια και η καταπίεση του λαού σου, άλλοτε μια διαμάχη μεταξύ των γειτόνων σου, άλλοτε η κατάχρηση που κάνουν εις βάρος σου·
«Είτε είναι τα αμπέλια που χτυπήθηκαν από το χαλάζι,
είτε η γη σου που διαψεύδει τις προσδοκίες σου,
είτε είναι τα δέντρα που παραπονιούνται για το πολύ νερό,
ή για την ξηρασία που καίει τον κάμπο ή για την βαρυχειμωνιά». (ΟΡΑΤΙΟΣ)
και ακόμη σε απασχολεί το γεγονός ότι σε διάστημα έξι μηνών μόλις μια φορά ο Θεός θα στείλει μια εποχή που θα ικανοποιήσει απόλυτα τον φοροεισπράκτορά σας, και επίσης μήπως, αν αυτή βοηθάει τα αμπέλια, κάνει κακό στα λιβάδια.
«Ή ο υπερβολικά καυτός ήλιος καίει τις σοδειές,
ή ξαφνικές βροχές και παγωνιές τις καταστρέφουν,
ή βίαιοι ανεμοστρόβιλοι τις ρημάζουν». (ΛΟΥΚΡΗΤΙΟΣ)
Επιπλέον αυτό θυμίζει εκείνον τον άντρα από το παρελθόν με το καινούργιο και κομψό παπούτσι, που όμως τον χτυπούσε στο πόδι και το ότι ο ξένος δεν ξέρει πόσο σου κοστίζει και πόσες θυσίες κάνεις για να κρατήσεις την εξωτερική εικόνα της τάξης που βλέπει ο κόσμος στην οικογένειά σου και που ενδεχομένως την πληρώνεις ακριβά.
Άργησα να πάρω τη διαχείριση στα χέρια μου. Εκείνοι που η φύση τους έκανε να γεννηθούν πριν από μένα με είχαν απαλλάξει για πολύ καιρό. Είχα ήδη αποκτήσει μια διαφορετική συνήθεια, πιο ταιριαστή στο χαρακτήρα μου. Παρ’ όλα αυτά, απ’ όσα είδα, πρόκειται για μια ενοχλητική μάλλον παρά δύσκολη ενασχόληση, όποιος είναι ικανός για οτιδήποτε άλλο δεν θα δυσκολευτεί ούτε με αυτή.
Αν μ’ ένοιαζε να πλουτίσω, τούτος ο δρόμος θα μου φαινόταν πολύ μακρύς· θα είχα μπει στην υπηρεσία των βασιλιάδων, συναλλαγή αποδοτικότερη κάθε άλλης. Αφού το μόνο που επιδιώκω να αποκτήσω είναι η φήμη ότι δεν έχω αποκτήσει τίποτε, όπως και ότι δεν έχω κατασπαταλήσει τίποτε, ανάλογα με το υπόλοιπο της ζωής που μου απομένει, ακατάλληλο για οτιδήποτε καλό ή κακό, και αφού το μόνο που αποζητώ είναι να περάσω το χρόνο μου, αυτό μπορώ να το κάνω, δόξα τω Θεό, χωρίς πολύ κόπο.
Στη χειρότερη περίπτωση, προλάβετε τη φτώχεια, περιορίζοντας τα έξοδα. Αυτό προσπαθώ να κάνω και να αλλάξω προτού η φτώχεια με αναγκάσει. Κατά τα άλλα έχω δημιουργήσει αρκετά επίπεδα στην ψυχή μου, μέσω των οποίων μπορώ να επιβιώσω με λιγότερα από αυτά που έχω· και εννοώ να περάσω ευχάριστα.
« Όχι από τον υπολογισμό των κερδών, αλλά από τον τρόπο ζωής και τις ανάγκες μετριέται η περιουσία». (ΚΙΚΕΡΩΝ)
Οι πραγματικές μου ανάγκες δεν εξαντλούν απόλυτα όλα όσα έχω, έτσι ώστε η μοίρα, αν δεν κάνει καίριο χτύπημα, να μην μπορεί να μου κάνει κακό.
Η τύχη με βοήθησε σε τούτο, ότι αφού η βασική μου ενασχόληση στη ζωή αυτή ήταν να τη ζήσω άνετα και μάλλον ξεκούραστα παρά με σκοτούρες, με απάλλαξε από την ανάγκη να πολλαπλασιάσω τα πλούτη μου για να αποκαταστήσω μια πληθώρα κληρονόμων.
Για τον έναν που έχω, αν δεν του αρκούν αυτά που ήταν υπεραρκετά για μένα, τόσο το χειρότερο γι’ αυτόν· η ανοησία του δεν αξίζει να επιθυμώ περισσότερα για χάρη του.
Και ο καθένας, σύμφωνα με το παράδειγμα του Φωκίωνα*, εφοδιάζει επαρκώς τα παιδιά του, αν τα εφοδιάσει με τρόπο που να του μοιάζουν.
--------------------------
* Αναφέρεται από τον Κορνήλιο Νέποτα, Βίος Φωκίωνος.
Ο Φωκίων αρνούμενος τις προσφορές του Φιλίππου στον ίδιο και στα παιδιά του απάντησε:
“Αν μου μοιάζουν τα λίγα που έχω στην εξοχή θα τους είναι αρκετά, όπως ήταν αρκετά σε μένα· διαφορετικά, δεν θέλω εις βάρος μου να τρέφεται και να αυξάνει η καταστροφή τους”.
παρά μόνο γιατί οι Ώρες αλλάζουν άλογα στην κούρσα τους» (ΠΕΤΡΟΝΙΟΣ)
Έχω και εγώ το μερίδιο μου. Αυτοί που πηγαίνουν στο άλλο άκρο, να είναι ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους, να θεωρούν ότι αυτά που έχουν είναι ανώτερα όλων και να μην αναγνωρίζουν τίποτε πιο όμορφο από αυτό που οι ίδιοι βλέπουν, αν δεν είναι πιο σοφοί από εμάς, είναι τουλάχιστον πιο ευτυχισμένοι.
Δεν ζηλεύω καθόλου τη σοφία τους, αλλά σίγουρα ζηλεύω την ευτυχία τους.
Αυτή η ακόρεστη διάθεση για καινούργια και άγνωστα πράγματα βοηθά να συντηρείται μέσα μου η επιθυμία του ταξιδιού, αλλά συμβάλλουν και πολλές άλλες συγκυρίες.
Έχω την ευκαιρία να απομακρύνομαι από την διαχείριση του οίκου μου. Το να διοικείς δίνει κάποια ευχαρίστηση, ακόμη κι αν πρόκειται για αχυρώνα, το ίδιο και το να σε υπακούν οι δικοί σου· αλλά είναι μια ευχαρίστηση πολύ μονότονη και βαρετή.
Κι έπειτα συνδυάζεται αναγκαστικά με πολλές ενοχλητικές σκέψεις, άλλοτε σε στεναχωρεί η φτώχεια και η καταπίεση του λαού σου, άλλοτε μια διαμάχη μεταξύ των γειτόνων σου, άλλοτε η κατάχρηση που κάνουν εις βάρος σου·
«Είτε είναι τα αμπέλια που χτυπήθηκαν από το χαλάζι,
είτε η γη σου που διαψεύδει τις προσδοκίες σου,
είτε είναι τα δέντρα που παραπονιούνται για το πολύ νερό,
ή για την ξηρασία που καίει τον κάμπο ή για την βαρυχειμωνιά». (ΟΡΑΤΙΟΣ)
και ακόμη σε απασχολεί το γεγονός ότι σε διάστημα έξι μηνών μόλις μια φορά ο Θεός θα στείλει μια εποχή που θα ικανοποιήσει απόλυτα τον φοροεισπράκτορά σας, και επίσης μήπως, αν αυτή βοηθάει τα αμπέλια, κάνει κακό στα λιβάδια.
«Ή ο υπερβολικά καυτός ήλιος καίει τις σοδειές,
ή ξαφνικές βροχές και παγωνιές τις καταστρέφουν,
ή βίαιοι ανεμοστρόβιλοι τις ρημάζουν». (ΛΟΥΚΡΗΤΙΟΣ)
Επιπλέον αυτό θυμίζει εκείνον τον άντρα από το παρελθόν με το καινούργιο και κομψό παπούτσι, που όμως τον χτυπούσε στο πόδι και το ότι ο ξένος δεν ξέρει πόσο σου κοστίζει και πόσες θυσίες κάνεις για να κρατήσεις την εξωτερική εικόνα της τάξης που βλέπει ο κόσμος στην οικογένειά σου και που ενδεχομένως την πληρώνεις ακριβά.
Άργησα να πάρω τη διαχείριση στα χέρια μου. Εκείνοι που η φύση τους έκανε να γεννηθούν πριν από μένα με είχαν απαλλάξει για πολύ καιρό. Είχα ήδη αποκτήσει μια διαφορετική συνήθεια, πιο ταιριαστή στο χαρακτήρα μου. Παρ’ όλα αυτά, απ’ όσα είδα, πρόκειται για μια ενοχλητική μάλλον παρά δύσκολη ενασχόληση, όποιος είναι ικανός για οτιδήποτε άλλο δεν θα δυσκολευτεί ούτε με αυτή.
Αν μ’ ένοιαζε να πλουτίσω, τούτος ο δρόμος θα μου φαινόταν πολύ μακρύς· θα είχα μπει στην υπηρεσία των βασιλιάδων, συναλλαγή αποδοτικότερη κάθε άλλης. Αφού το μόνο που επιδιώκω να αποκτήσω είναι η φήμη ότι δεν έχω αποκτήσει τίποτε, όπως και ότι δεν έχω κατασπαταλήσει τίποτε, ανάλογα με το υπόλοιπο της ζωής που μου απομένει, ακατάλληλο για οτιδήποτε καλό ή κακό, και αφού το μόνο που αποζητώ είναι να περάσω το χρόνο μου, αυτό μπορώ να το κάνω, δόξα τω Θεό, χωρίς πολύ κόπο.
Στη χειρότερη περίπτωση, προλάβετε τη φτώχεια, περιορίζοντας τα έξοδα. Αυτό προσπαθώ να κάνω και να αλλάξω προτού η φτώχεια με αναγκάσει. Κατά τα άλλα έχω δημιουργήσει αρκετά επίπεδα στην ψυχή μου, μέσω των οποίων μπορώ να επιβιώσω με λιγότερα από αυτά που έχω· και εννοώ να περάσω ευχάριστα.
« Όχι από τον υπολογισμό των κερδών, αλλά από τον τρόπο ζωής και τις ανάγκες μετριέται η περιουσία». (ΚΙΚΕΡΩΝ)
Οι πραγματικές μου ανάγκες δεν εξαντλούν απόλυτα όλα όσα έχω, έτσι ώστε η μοίρα, αν δεν κάνει καίριο χτύπημα, να μην μπορεί να μου κάνει κακό.
Η τύχη με βοήθησε σε τούτο, ότι αφού η βασική μου ενασχόληση στη ζωή αυτή ήταν να τη ζήσω άνετα και μάλλον ξεκούραστα παρά με σκοτούρες, με απάλλαξε από την ανάγκη να πολλαπλασιάσω τα πλούτη μου για να αποκαταστήσω μια πληθώρα κληρονόμων.
Για τον έναν που έχω, αν δεν του αρκούν αυτά που ήταν υπεραρκετά για μένα, τόσο το χειρότερο γι’ αυτόν· η ανοησία του δεν αξίζει να επιθυμώ περισσότερα για χάρη του.
Και ο καθένας, σύμφωνα με το παράδειγμα του Φωκίωνα*, εφοδιάζει επαρκώς τα παιδιά του, αν τα εφοδιάσει με τρόπο που να του μοιάζουν.
--------------------------
* Αναφέρεται από τον Κορνήλιο Νέποτα, Βίος Φωκίωνος.
Ο Φωκίων αρνούμενος τις προσφορές του Φιλίππου στον ίδιο και στα παιδιά του απάντησε:
“Αν μου μοιάζουν τα λίγα που έχω στην εξοχή θα τους είναι αρκετά, όπως ήταν αρκετά σε μένα· διαφορετικά, δεν θέλω εις βάρος μου να τρέφεται και να αυξάνει η καταστροφή τους”.
Η διασκέδαση είναι ένα αποτελεσματικό παυσίπονο, γιατί μιμείται την ευτυχία
Στην “πλάκα” που είναι η αγαπημένη ενασχόληση του σύγχρονου κόσμου, επικρατεί μια μεγάλη παρανόηση που μας απομακρύνει από την ευτυχία που ψάχνουμε: Συχνά, κάτι που μοιάζει με ευτυχία, στην πραγματικότητα δεν είναι!
Μπορούμε να παραβλέψουμε τη διαφορά ανάμεσα στην ευτυχία και στη διασκέδαση. Ανταλλάσσουμε την πραγματική ευτυχία με όπλα μαζικού περισπασμού: πάρτι, ποτό, φαγητό, ψώνια ή σεξ.
Βιολογικά μιλώντας, το να νιώθουμε καλά παίζει σημαντικό ρόλο στον μηχανισμό επιβίωσής μας. Τα μυαλά μας το χρησιμοποιούν σε συμπεριφορές επιβίωσης που δεν σχετίζονται με άμεσες απειλές. Για να το πετύχουμε αυτό, οι εγκέφαλοί μας πλημμυρίζουν τα σώματά μας με σεροτονίνη, ωκυτοκίνη και άλλα χημικά που μας κάνουν να νιώθουμε όμορφα στη διάρκεια δραστηριοτήτων που θέλουν να μας ενθαρρύνουν να τις κάνουμε συχνότερα. Η αναπαραγωγή, ας πούμε, είναι θεμελιώδης για το είδος μας, αλλά το να ζεις χωρίς παιδιά δεν αποτελεί άμεσα κίνδυνο για τους μελλοντικούς γονείς. Χωρίς την απόλαυση που σχετίζεται μι το σεξ μια τόσο σημαντική λειτουργία επιβίωσης θα περνούσε απαρατήρητη. Το ζευγάρωμα μας δίνει απόλαυση – και αυτό κάνει το είδος μας να αναπαράγεται και να πολλαπλασιάζεται.
Η διασκέδαση, λοιπόν, είναι χρήσιμη, αλλά κάποιοι άνθρωποι την αποζητούν απεγνωσμένα, για να ξεφύγουν, γιατί φοβούνται τις δύσκολες σκέψεις τους. Υπ’ αυτήν την έννοια, η διασκέδαση που επιδιώκουν είναι σαν ένα παυσίπονο, για να απαλύνουν πόνο. Η διασκέδαση είναι ένα αποτελεσματικό παυσίπονο, γιατί μιμείται την ευτυχία, διακόπτοντας την αδιάκοπη σκέψη που πλημμυρίζει τους εγκεφάλους μας – για λίγο.
Μόλις η προσωρινή χαρά μας, όμως, εξασθενήσει, οι αρνητικές σκέψεις επιστρέφουν και μας κάνουν πάλι να υποφέρουμε. Έτσι, συνεχίζουμε, λοιπόν, να ζητάμε κι άλλη.
Ακριβώς όπως και με τα παυσίπονα, όταν η επήρεια του πρώτου πέφτει, πίνουμε ακόμα ένα, μέχρι, τελικά, η απλή λήψη παυσίπονων να μην μπορεί πια να αντιμετωπίσει τον πόνο. Τότε προσπαθούμε να βάλουμε πιο υπερβολικές απολαύσεις στη ζωή μας: εξτρίμ σπορ, πιο άγρια πάρτι και κάθε είδους διασκέδαση. Όσο περισσότερη η αδρεναλίνη, τόσο πιο γρήγορα εξασθενούν τα αποτελέσματα και τόσο πιο βαθιά βυθιζόμαστε στον πόνο. Όταν αυτός ο κύκλος γίνεται ανυπόφορος, κάποιοι καταφεύγουν σε μέτρα απελπισίας και αντιμετωπίζουν τον πόνο τους χημικά, χρησιμοποιώντας πραγματικά φάρμακα ή αλκοόλ, σε μια ύστατη προσπάθεια να βρουν γαλήνη στο μυαλό τους.
Καταφεύγοντας σε αυτή τη διασκέδαση για να ξεφύγουμε, αφήνουμε άλυτη την Εξίσωση της Ευτυχίας μας και αγνοούμε τα θεμελιώδη ζητήματα που μας κάνουν δυστυχισμένους. Η διασκέδαση, τότε, παρά τη βραχυπρόθεσμη χαρά που μας δίνει, ουσιαστικά μετατρέπεται σε εμπόδιο για την αυθεντική ευτυχία μας.
Η διασκέδαση, ωστόσο, δεν είναι μόνο κάτι κακό. Για την ακρίβεια, η διασκέδαση δεν είναι καθόλου κακή.
Μια συνετή χρήση της ευχαρίστησης είναι ένας διακόπτης έκτακτης ανάγκης που μας χαρίζει προσωρινά διαλείμματα γαλήνης, ώστε να μπορούμε να κάνουμε τη φωνή στο κεφάλι μας να χαλαρώσει. Όποτε νιώθετε τις σκέψεις στο κεφάλι σας να γίνονται αρνητικές, απολαύστε μια υγιή διασκέδαση – γυμναστείτε, ακούστε μουσική ή κάντε ένα μασάζ. Αυτό πάντα θα κλείσει για λίγο τον διακόπτη.
Μια ακόμα πιο συνετή χρήση της διασκέδασης είναι όταν προγραμματίζετε σταθερές δόσεις υγιών απολαύσεων, τις οποίες εγώ ορίζω ως απολαύσεις που δεν πληγώνουν τους άλλους ή τον ίδιο μας τον εαυτό. Η διασκέδαση, τότε, δεν είναι απλώς ένα παυσίπονο, είναι περισσότερο ένα συμπλήρωμα ευτυχίας που παίρνετε συστηματικά για να παραμείνετε υγιείς. Ως επιχειρηματίας, έμαθα ότι μπορούμε να βελτιώσουμε μονάχα ό,τι μπορούμε να μετρήσουμε. Έτσι, θέστε ως στόχο ένα ποσοστό διασκέδασης. Εγώ το κάνω! Έχω έναν καθημερινό στόχο ως προς τη μουσική κι έναν εβδομαδιαίο στόχο για τη γυμναστική μα και για άλλες ευχάριστες δραστηριότητες. Με αρκετή ευχαρίστηση στη ζωή σας, τα παρατεταμένα διαλείμματα γαλήνης εμποδίζουν το μυαλό σας να κυριεύει τις μέρες σας με αδιάκοπες αρνητικές σκέψεις.
Μην ξεχνάτε, όμως: Η διασκέδαση και οι απολαύσεις κάθε είδους είναι μια προσωρινή υπεκφυγή – μια κατάσταση άγνοιας. Μη μένετε ποτέ εκεί για μεγάλο διάστημα. Περάστε, όσο πιο γρήγορα γίνεται, στην πορεία σας για την αυθεντική, μακροχρόνια ευτυχία.
Μπορούμε να παραβλέψουμε τη διαφορά ανάμεσα στην ευτυχία και στη διασκέδαση. Ανταλλάσσουμε την πραγματική ευτυχία με όπλα μαζικού περισπασμού: πάρτι, ποτό, φαγητό, ψώνια ή σεξ.
Βιολογικά μιλώντας, το να νιώθουμε καλά παίζει σημαντικό ρόλο στον μηχανισμό επιβίωσής μας. Τα μυαλά μας το χρησιμοποιούν σε συμπεριφορές επιβίωσης που δεν σχετίζονται με άμεσες απειλές. Για να το πετύχουμε αυτό, οι εγκέφαλοί μας πλημμυρίζουν τα σώματά μας με σεροτονίνη, ωκυτοκίνη και άλλα χημικά που μας κάνουν να νιώθουμε όμορφα στη διάρκεια δραστηριοτήτων που θέλουν να μας ενθαρρύνουν να τις κάνουμε συχνότερα. Η αναπαραγωγή, ας πούμε, είναι θεμελιώδης για το είδος μας, αλλά το να ζεις χωρίς παιδιά δεν αποτελεί άμεσα κίνδυνο για τους μελλοντικούς γονείς. Χωρίς την απόλαυση που σχετίζεται μι το σεξ μια τόσο σημαντική λειτουργία επιβίωσης θα περνούσε απαρατήρητη. Το ζευγάρωμα μας δίνει απόλαυση – και αυτό κάνει το είδος μας να αναπαράγεται και να πολλαπλασιάζεται.
Η διασκέδαση, λοιπόν, είναι χρήσιμη, αλλά κάποιοι άνθρωποι την αποζητούν απεγνωσμένα, για να ξεφύγουν, γιατί φοβούνται τις δύσκολες σκέψεις τους. Υπ’ αυτήν την έννοια, η διασκέδαση που επιδιώκουν είναι σαν ένα παυσίπονο, για να απαλύνουν πόνο. Η διασκέδαση είναι ένα αποτελεσματικό παυσίπονο, γιατί μιμείται την ευτυχία, διακόπτοντας την αδιάκοπη σκέψη που πλημμυρίζει τους εγκεφάλους μας – για λίγο.
Μόλις η προσωρινή χαρά μας, όμως, εξασθενήσει, οι αρνητικές σκέψεις επιστρέφουν και μας κάνουν πάλι να υποφέρουμε. Έτσι, συνεχίζουμε, λοιπόν, να ζητάμε κι άλλη.
Ακριβώς όπως και με τα παυσίπονα, όταν η επήρεια του πρώτου πέφτει, πίνουμε ακόμα ένα, μέχρι, τελικά, η απλή λήψη παυσίπονων να μην μπορεί πια να αντιμετωπίσει τον πόνο. Τότε προσπαθούμε να βάλουμε πιο υπερβολικές απολαύσεις στη ζωή μας: εξτρίμ σπορ, πιο άγρια πάρτι και κάθε είδους διασκέδαση. Όσο περισσότερη η αδρεναλίνη, τόσο πιο γρήγορα εξασθενούν τα αποτελέσματα και τόσο πιο βαθιά βυθιζόμαστε στον πόνο. Όταν αυτός ο κύκλος γίνεται ανυπόφορος, κάποιοι καταφεύγουν σε μέτρα απελπισίας και αντιμετωπίζουν τον πόνο τους χημικά, χρησιμοποιώντας πραγματικά φάρμακα ή αλκοόλ, σε μια ύστατη προσπάθεια να βρουν γαλήνη στο μυαλό τους.
Καταφεύγοντας σε αυτή τη διασκέδαση για να ξεφύγουμε, αφήνουμε άλυτη την Εξίσωση της Ευτυχίας μας και αγνοούμε τα θεμελιώδη ζητήματα που μας κάνουν δυστυχισμένους. Η διασκέδαση, τότε, παρά τη βραχυπρόθεσμη χαρά που μας δίνει, ουσιαστικά μετατρέπεται σε εμπόδιο για την αυθεντική ευτυχία μας.
Η διασκέδαση, ωστόσο, δεν είναι μόνο κάτι κακό. Για την ακρίβεια, η διασκέδαση δεν είναι καθόλου κακή.
Μια συνετή χρήση της ευχαρίστησης είναι ένας διακόπτης έκτακτης ανάγκης που μας χαρίζει προσωρινά διαλείμματα γαλήνης, ώστε να μπορούμε να κάνουμε τη φωνή στο κεφάλι μας να χαλαρώσει. Όποτε νιώθετε τις σκέψεις στο κεφάλι σας να γίνονται αρνητικές, απολαύστε μια υγιή διασκέδαση – γυμναστείτε, ακούστε μουσική ή κάντε ένα μασάζ. Αυτό πάντα θα κλείσει για λίγο τον διακόπτη.
Μια ακόμα πιο συνετή χρήση της διασκέδασης είναι όταν προγραμματίζετε σταθερές δόσεις υγιών απολαύσεων, τις οποίες εγώ ορίζω ως απολαύσεις που δεν πληγώνουν τους άλλους ή τον ίδιο μας τον εαυτό. Η διασκέδαση, τότε, δεν είναι απλώς ένα παυσίπονο, είναι περισσότερο ένα συμπλήρωμα ευτυχίας που παίρνετε συστηματικά για να παραμείνετε υγιείς. Ως επιχειρηματίας, έμαθα ότι μπορούμε να βελτιώσουμε μονάχα ό,τι μπορούμε να μετρήσουμε. Έτσι, θέστε ως στόχο ένα ποσοστό διασκέδασης. Εγώ το κάνω! Έχω έναν καθημερινό στόχο ως προς τη μουσική κι έναν εβδομαδιαίο στόχο για τη γυμναστική μα και για άλλες ευχάριστες δραστηριότητες. Με αρκετή ευχαρίστηση στη ζωή σας, τα παρατεταμένα διαλείμματα γαλήνης εμποδίζουν το μυαλό σας να κυριεύει τις μέρες σας με αδιάκοπες αρνητικές σκέψεις.
Μην ξεχνάτε, όμως: Η διασκέδαση και οι απολαύσεις κάθε είδους είναι μια προσωρινή υπεκφυγή – μια κατάσταση άγνοιας. Μη μένετε ποτέ εκεί για μεγάλο διάστημα. Περάστε, όσο πιο γρήγορα γίνεται, στην πορεία σας για την αυθεντική, μακροχρόνια ευτυχία.
Αφροδίτη, Άρης & Ήφαιστος
Υπήρχαν διηγήσεις που λέγαν, πως η Αφροδίτη διάλεξε το θεό του πολέμου για άντρα. Άλλες πληροφορίες την παρουσίαζαν ως σύζυγο του Ηφαίστου. Τελικά, από τον Όμηρο διαδόθηκε μια ιστορία, όπου μαθαίνουμε ότι η θεά του Έρωτος απατούσε τον άντρα της Ήφαιστο με τον Άρη. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των Θηβαίων, από τη σχέση της Αφροδίτης με το θεό του πολέμου γεννήθηκε η ωραία Αρμονία, μια δεύτερη Αφροδίτη. Σύζυγός της ήταν ο Κάδμος, ο φονιάς του δράκου και θεμελιωτής των Θηβαίων. Το όνομά του θ’ αναφερθεί ή σε σχέση με την ιστορία τής Ευρώπης. Παιδιά τού Άρεως και της Αφροδίτης, εκτός από την Αρμονία, θεωρούνταν από τη μια μεριά ο Φόβος και ο Δείμος και από την άλλη ο Έρως και ο Αντέρως. Αλλ’ αυτό δεν είναι πια μυθολογία, παρά μόνο γενεαλογία. Σύμφωνα με μιαν άλλη γενεαλογία ο Ήφαιστος ήταν πατέρας του Έρωτος.
Εννοούσαν μ’ αυτό οι πιο παλιές διηγήσεις, που τις ξέρανε κι οι πιο πάνω συγγραφείς, ότι ήταν ένα ζωντανό έργο τέχνης ή θέλανε να δώσουν για γυναίκα στον σιδηρουργό – θεό, αντί τη μεγάλη, μια μικρότερη Αφροδίτη; Η Θεά του Έρωτος θα μπορούσε στη γλώσσα μας να ονομάζεται επίσης Χάρις. Στην Οδύσσεια η σύντροφος του Ηφαίστου, ονομάζεται Αφροδίτη και ο Άρης είναι ο εραστής της.
Ένας τραγουδιστής τραγουδούσε στο λαό των Φαιάκων, που ήταν πιο κοντά στους θεούς από μας, πως η Αφροδίτη και ο θεός του πολέμου ερωτευτήκανε ο ένας τον άλλον για πρώτη φορά. Αυτό συνέβη στο παλάτι του συζύγου. Δεν ήξερε κανείς γι’ αυτό. Ο Άρης έβαλε τα δυνατά του για να πετύχει την προσβολή του γάμου και του κρεβατιού του Ηφαίστου. Ο ήλιος είδε και τους δυο τους πάνω στην ερωτική πράξη και τ’ ανάγγειλε αμέσως στον φημισμένο μάστορα. Ο Ήφαιστος λυπήθηκε για το γεγονός. Βιαστικά πήγε στο σιδηρουργείο του και συλλογίστηκε πονηρά. Τακτοποίησε το μεγάλο αμόνι και κατασκεύασε αλυσίδες, που ούτε σπάζανε ούτε λύνονταν. Ήταν επίσης αόρατες και απαλές όπως ο ιστός της αράχνης. Τις κρέμασε πάνω στους στύλους του κρεβατιού κι έφυγε δήθεν για τη Λήμνο, το αγαπημένο του νησί με την καλοχτισμένη πόλη. Αυτό ακριβώς περίμενε ο Άρης. Αμέσως εμφανίζεται στο παλάτι του αρχισιδηρουργού γεμάτος πόθο για την Αφροδίτη. Μόλις είχε επιστρέψει από τον πατέρα της Δία και καθόταν μέσα στο παλάτι. Ο Άρης μπήκε, την έπιασε από το χέρι και τής είπε: «Έλα, αγαπημένη, να ξαπλώσουμε και να χαρούμε τον Έρωτά μας! Ο Ήφαιστος είναι μακριά, έφυγε για τη Λήμνο, πήγε στους ξενόγλωσσους ανθρώπους της, τους Σίντιες!» Κι αυτή ποθούσε να κοιμηθεί μαζί του. Έτσι πήδηξαν κι οι δυο στο κρεβάτι κι αποκοιμήθηκαν. Οι γερές αλυσίδες του Ηφαίστου τους τύλιξαν και δεν μπορούσαν πια να σαλέψουν. Κατάλαβαν ότι ήσαν παγιδευμένοι.
Τότε ήρθε ο δυνατός αρχισιδηρουργός, γιατί ο ήλιος, που κατασκόπευε πάντοτε, πρόδωσε τους ερωτευμένους. Ο σύζυγος στάθηκε στην πόρτα εξαγριωμένος και φώναξε πολύ δυνατά σ’ όλους τους θεούς: «Πατέρα Ζευ και σεις οι άλλοι, μακάριοι και αιώνιοι θεοί! Ελάτε και ιδέστε τι εδώ συμβαίνει για γέλια και για κλάματα! Πως μ’ ατιμάζει πάντα η κόρη του Διός Αφροδίτη, γιατί είμαι χωλός. Αγαπά τον διεφθαρμένο Άρη, γιατί είναι πραγματικά ωραίος κι έχει τα πόδια του γερά, ενώ εγώ κουτσαίνω. Κανείς άλλος δε φταίει, από τους γονείς μου – δεν έπρεπε να με γεννήσουν έτσι! Για κοιτάξτε πως κοιμούνται εκεί, αποκαμωμένοι από τον έρωτα, στο ίδιο μου το κρεβάτι! Με θλίβει το θέαμα. Θα μείνουν, νομίζω, έτσι ξαπλωμένοι πολύ ακόμα, αφού αγαπιούνται τόσο πολύ – κι αν ακόμα θελήσουν να μη μένουν έτσι, οι αλυσίδες μου τους κρατάνε γερά, μέχρι που ο Πατέρας ξυπνήσει και μου δώσει πίσω τα δώρα που του έδωσα για το ξεδιάντροπο κορίτσι! Ωραία είναι ή κόρη του, αλλά όχι τίμια!».
Αυτά είπε ο Ήφαιστος. Οι θεοί συγκεντρώθηκαν στο παλάτι του, στο σπίτι με το χάλκινο κατώφλι. Ήρθαν ο Ποσειδών, ο Ερμής, ο Απόλλων. Από ντροπή οι θεές μείνανε στο σπίτι τους. Οι θεοί στέκονταν στην πόρτα κι ασταμάτητο αντηχούσε το γέλιο των Μακάρων, καθώς κοίταζαν το τέχνασμα του πονηρού Ηφαίστου. Ο ένας έλεγε στον άλλο: «Δεν βγάζει ποτέ σε καλό μια κακή πράξη. Όποιος πάει αργά, κερδίζει τον βιαστικό. Όποιος πιάστηκε φανερά μοιχός, πρέπει να μετανοήσει!» Ο Απόλλων ρώτησε τον Ερμή: «Θα ‘θελες να ήσουν ξαπλωμένος με τη χρυσή Αφροδίτη και μ’ αυτές τις αλυσίδες γύρω σου;» Κι εκείνος απάντησε: «Ε, αν κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει, ας ήταν οι αλυσίδες τρεις φορές πιο γερές! Κι όλοι εσείς, θεοί και θεές, θα μπορούσατε να με βλέπατε, πόσο ευχαρίστως θα πλάγιαζα κοντά στη χρυσή Αφροδίτη!» Οι αθάνατοι ξαναγέλασαν, όχι όμως και ο Ποσειδών. Παρακάλεσε τον αρχισιδηρουργό να λύση τον Άρη και ανέλαβε την εγγύηση στο όνομά όλων των θεών, πως θα πληρωθεί στο σύζυγο το ανάλογο χρέος. Δύσκολα δέχτηκε ο Ήφαιστος να τους ελευθερώσει. Οι αλυσοδεμένοι πηδήξανε πάνω: ο Άρης τράβηξε για τη Θράκη και η Αφροδίτη για την Κύπρο, στο ιερό της, στην Πάφο. Οι Χάριτες την υποδέχτηκαν εδώ μ’ ένα λουτρό. Αλλείψανε τη θεά μ’ αθάνατο λάδι, που η μυρωδιά του ανήκει στους θεούς, και την ξαναντύσανε με τα υπέροχα, χαριτωμένα φορέματά της.
Θ’ ακούσουμε πολλά για τον Ήφαιστο. Από τώρα δηλώνουμε πως ήταν, όπως τον παρουσιάζουν οι περισσότερες διηγήσεις, ένας επιδέξιος και δυνατός τεχνίτης. Στην πραγματικότητα όμως ήταν μόνο ένας πολύτεχνος και χωλός νάνος. Έφτιαχνε νεαρές παρθένες από χρυσό, που κινούνταν, σκέπτονταν, μιλούσαν και εργάζονταν σαν ζωντανοί άνθρωποι. Αυτός κατασκεύασε την πρώτη γυναίκα, την Πανδώρα. Η Πανδώρα δεν είχε άντρα της τον Ήφαιστο, αλλά άλλους που του μοιάζανε. Γυναίκα του Ηφαίστου εθεωρείτο από τον Όμηρο στην Ιλιάδα και από τον Ησίοδο επίσης μια από τις Χάριτες. Ο Ησίοδος, μάλιστα δίνει το όνομά της: είναι η νεώτερη Χάρις, Αγλαΐα.
Εννοούσαν μ’ αυτό οι πιο παλιές διηγήσεις, που τις ξέρανε κι οι πιο πάνω συγγραφείς, ότι ήταν ένα ζωντανό έργο τέχνης ή θέλανε να δώσουν για γυναίκα στον σιδηρουργό – θεό, αντί τη μεγάλη, μια μικρότερη Αφροδίτη; Η Θεά του Έρωτος θα μπορούσε στη γλώσσα μας να ονομάζεται επίσης Χάρις. Στην Οδύσσεια η σύντροφος του Ηφαίστου, ονομάζεται Αφροδίτη και ο Άρης είναι ο εραστής της.
Ένας τραγουδιστής τραγουδούσε στο λαό των Φαιάκων, που ήταν πιο κοντά στους θεούς από μας, πως η Αφροδίτη και ο θεός του πολέμου ερωτευτήκανε ο ένας τον άλλον για πρώτη φορά. Αυτό συνέβη στο παλάτι του συζύγου. Δεν ήξερε κανείς γι’ αυτό. Ο Άρης έβαλε τα δυνατά του για να πετύχει την προσβολή του γάμου και του κρεβατιού του Ηφαίστου. Ο ήλιος είδε και τους δυο τους πάνω στην ερωτική πράξη και τ’ ανάγγειλε αμέσως στον φημισμένο μάστορα. Ο Ήφαιστος λυπήθηκε για το γεγονός. Βιαστικά πήγε στο σιδηρουργείο του και συλλογίστηκε πονηρά. Τακτοποίησε το μεγάλο αμόνι και κατασκεύασε αλυσίδες, που ούτε σπάζανε ούτε λύνονταν. Ήταν επίσης αόρατες και απαλές όπως ο ιστός της αράχνης. Τις κρέμασε πάνω στους στύλους του κρεβατιού κι έφυγε δήθεν για τη Λήμνο, το αγαπημένο του νησί με την καλοχτισμένη πόλη. Αυτό ακριβώς περίμενε ο Άρης. Αμέσως εμφανίζεται στο παλάτι του αρχισιδηρουργού γεμάτος πόθο για την Αφροδίτη. Μόλις είχε επιστρέψει από τον πατέρα της Δία και καθόταν μέσα στο παλάτι. Ο Άρης μπήκε, την έπιασε από το χέρι και τής είπε: «Έλα, αγαπημένη, να ξαπλώσουμε και να χαρούμε τον Έρωτά μας! Ο Ήφαιστος είναι μακριά, έφυγε για τη Λήμνο, πήγε στους ξενόγλωσσους ανθρώπους της, τους Σίντιες!» Κι αυτή ποθούσε να κοιμηθεί μαζί του. Έτσι πήδηξαν κι οι δυο στο κρεβάτι κι αποκοιμήθηκαν. Οι γερές αλυσίδες του Ηφαίστου τους τύλιξαν και δεν μπορούσαν πια να σαλέψουν. Κατάλαβαν ότι ήσαν παγιδευμένοι.
Τότε ήρθε ο δυνατός αρχισιδηρουργός, γιατί ο ήλιος, που κατασκόπευε πάντοτε, πρόδωσε τους ερωτευμένους. Ο σύζυγος στάθηκε στην πόρτα εξαγριωμένος και φώναξε πολύ δυνατά σ’ όλους τους θεούς: «Πατέρα Ζευ και σεις οι άλλοι, μακάριοι και αιώνιοι θεοί! Ελάτε και ιδέστε τι εδώ συμβαίνει για γέλια και για κλάματα! Πως μ’ ατιμάζει πάντα η κόρη του Διός Αφροδίτη, γιατί είμαι χωλός. Αγαπά τον διεφθαρμένο Άρη, γιατί είναι πραγματικά ωραίος κι έχει τα πόδια του γερά, ενώ εγώ κουτσαίνω. Κανείς άλλος δε φταίει, από τους γονείς μου – δεν έπρεπε να με γεννήσουν έτσι! Για κοιτάξτε πως κοιμούνται εκεί, αποκαμωμένοι από τον έρωτα, στο ίδιο μου το κρεβάτι! Με θλίβει το θέαμα. Θα μείνουν, νομίζω, έτσι ξαπλωμένοι πολύ ακόμα, αφού αγαπιούνται τόσο πολύ – κι αν ακόμα θελήσουν να μη μένουν έτσι, οι αλυσίδες μου τους κρατάνε γερά, μέχρι που ο Πατέρας ξυπνήσει και μου δώσει πίσω τα δώρα που του έδωσα για το ξεδιάντροπο κορίτσι! Ωραία είναι ή κόρη του, αλλά όχι τίμια!».
Αυτά είπε ο Ήφαιστος. Οι θεοί συγκεντρώθηκαν στο παλάτι του, στο σπίτι με το χάλκινο κατώφλι. Ήρθαν ο Ποσειδών, ο Ερμής, ο Απόλλων. Από ντροπή οι θεές μείνανε στο σπίτι τους. Οι θεοί στέκονταν στην πόρτα κι ασταμάτητο αντηχούσε το γέλιο των Μακάρων, καθώς κοίταζαν το τέχνασμα του πονηρού Ηφαίστου. Ο ένας έλεγε στον άλλο: «Δεν βγάζει ποτέ σε καλό μια κακή πράξη. Όποιος πάει αργά, κερδίζει τον βιαστικό. Όποιος πιάστηκε φανερά μοιχός, πρέπει να μετανοήσει!» Ο Απόλλων ρώτησε τον Ερμή: «Θα ‘θελες να ήσουν ξαπλωμένος με τη χρυσή Αφροδίτη και μ’ αυτές τις αλυσίδες γύρω σου;» Κι εκείνος απάντησε: «Ε, αν κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει, ας ήταν οι αλυσίδες τρεις φορές πιο γερές! Κι όλοι εσείς, θεοί και θεές, θα μπορούσατε να με βλέπατε, πόσο ευχαρίστως θα πλάγιαζα κοντά στη χρυσή Αφροδίτη!» Οι αθάνατοι ξαναγέλασαν, όχι όμως και ο Ποσειδών. Παρακάλεσε τον αρχισιδηρουργό να λύση τον Άρη και ανέλαβε την εγγύηση στο όνομά όλων των θεών, πως θα πληρωθεί στο σύζυγο το ανάλογο χρέος. Δύσκολα δέχτηκε ο Ήφαιστος να τους ελευθερώσει. Οι αλυσοδεμένοι πηδήξανε πάνω: ο Άρης τράβηξε για τη Θράκη και η Αφροδίτη για την Κύπρο, στο ιερό της, στην Πάφο. Οι Χάριτες την υποδέχτηκαν εδώ μ’ ένα λουτρό. Αλλείψανε τη θεά μ’ αθάνατο λάδι, που η μυρωδιά του ανήκει στους θεούς, και την ξαναντύσανε με τα υπέροχα, χαριτωμένα φορέματά της.
Είναι δύσκολο να αποχαιρετήσεις το οικείο, αλλά εκεί κρύβεται η ελευθερία
Μου μιλάς για ελευθερία την ίδια στιγμή που θέλεις να με εγκλωβίσεις εκεί, όπου ανάσα δεν παίρνω. Μου λες ότι σου μοιάζω κι εγώ σε κοιτάζω στα μάτια και σου λέω, «Εγώ δεν είμαι εσύ!», «Είμαι εγώ!» Με μεγάλωσες κάνοντάς με να πιστέψω τις δικές σου ανάγκες για δικές μου. Με έμαθες να είμαι το καλό παιδί για όλους και χωρίς να το καταλάβω έγινα το κακό παιδί για μένα.
Πέρασαν τα χρόνια για να καταλάβω ότι η ζωή μου ήταν μια αναπαραγωγή της δικής σου, πασπαλισμένη με έντονα συναισθήματα, πάθη, έρωτες, δράματα. Πέρασαν τα χρόνια για να καταλάβω ότι με είχες καταδικάσει από άγνοια να μη χαίρομαι, να μη ζω. Μια μέρα με συνάντησα μπροστά στον καθρέπτη μου και μου ζήτησε να ξανασυστηθώ. Μου ζήτησε να σπάσω τις αλυσίδες!
Σάστισα! Άκουσα μέσα μου ένα κρακ… κάτι έσπασε με κρότο… και κλάματα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια μου. Πήρα μια φωτογραφία σου και άρχισα να σου λέω… «Εγώ δεν είμαι εσύ!» Συνέχεια, συνέχεια να επαναλαμβάνω δυνατά και με ένταση στην αναπνοή, την ίδια φράση μέχρι που την ένιωσα στο πετσί μου…
«Εγώ δεν είμαι εσύ! Είμαι εγώ!…» Kι εκεί άρχισα να ανασαίνω πιο ρυθμικά, σιγά σιγά όλο και πιο ήρεμα, πιο σιγά, μέχρι που ένιωσα να ηρεμώ τελείως. Τότε έσφιξα τη φωτογραφία σου πάνω μου σα να έσφιγγα εσένα. Τότε ένιωσα να σε αγαπάω από την αρχή γιατί ένιωσα να αγαπάω και να αποδέχομαι εμένα! Τότε ένιωσα να αρχίζω να με καταλαβαίνω και να καταλαβαίνω κι εσένα. Τότε άρχισα να γαληνεύω με τα μέσα μου και να γαληνεύω μαζί σου.
Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ήρθε η ώρα να τελειώσουν οι στείρες επαναλήψεις της ζωής μου, γιατί τελείωσε η άγνοιά μου. Και τότε άρχισα να ζω και να χαίρομαι! Άρχισα να αναλαμβάνω την ευθύνη της ζωής μου και του εαυτού μου! Άρχισα να νιώθω ελεύθερος!
Είναι δύσκολο να αποχαιρετήσεις το οικείο και επαναλαμβανόμενο μοτίβο της ζωής σου μέχρι τη μέρα που θα ξημερώσει και θα καταλάβεις ότι είσαι έτοιμος. Τότε, καταλαβαίνεις πως το κρακ αυτό που ένιωσες, ο πόνος αυτός που βίωσες ήταν για να απελευθερωθείς από τις αλυσίδες σου. Τότε συνειδητοποιείς, πως πίσω από τον πόνο που ένιωσες όταν έσπασες το καλούπι… πίσω από αυτόν τον πόνο που σε διαφοροποιεί από «εκείνους» κρύβεται αυτό που ζητάς, και λέγεται ελευθερία!
Αφιερωμένο σε αυτούς που θέλουν και είναι έτοιμοι να σπάσουν τις αλυσίδες τους.
Πέρασαν τα χρόνια για να καταλάβω ότι η ζωή μου ήταν μια αναπαραγωγή της δικής σου, πασπαλισμένη με έντονα συναισθήματα, πάθη, έρωτες, δράματα. Πέρασαν τα χρόνια για να καταλάβω ότι με είχες καταδικάσει από άγνοια να μη χαίρομαι, να μη ζω. Μια μέρα με συνάντησα μπροστά στον καθρέπτη μου και μου ζήτησε να ξανασυστηθώ. Μου ζήτησε να σπάσω τις αλυσίδες!
Σάστισα! Άκουσα μέσα μου ένα κρακ… κάτι έσπασε με κρότο… και κλάματα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια μου. Πήρα μια φωτογραφία σου και άρχισα να σου λέω… «Εγώ δεν είμαι εσύ!» Συνέχεια, συνέχεια να επαναλαμβάνω δυνατά και με ένταση στην αναπνοή, την ίδια φράση μέχρι που την ένιωσα στο πετσί μου…
«Εγώ δεν είμαι εσύ! Είμαι εγώ!…» Kι εκεί άρχισα να ανασαίνω πιο ρυθμικά, σιγά σιγά όλο και πιο ήρεμα, πιο σιγά, μέχρι που ένιωσα να ηρεμώ τελείως. Τότε έσφιξα τη φωτογραφία σου πάνω μου σα να έσφιγγα εσένα. Τότε ένιωσα να σε αγαπάω από την αρχή γιατί ένιωσα να αγαπάω και να αποδέχομαι εμένα! Τότε ένιωσα να αρχίζω να με καταλαβαίνω και να καταλαβαίνω κι εσένα. Τότε άρχισα να γαληνεύω με τα μέσα μου και να γαληνεύω μαζί σου.
Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ήρθε η ώρα να τελειώσουν οι στείρες επαναλήψεις της ζωής μου, γιατί τελείωσε η άγνοιά μου. Και τότε άρχισα να ζω και να χαίρομαι! Άρχισα να αναλαμβάνω την ευθύνη της ζωής μου και του εαυτού μου! Άρχισα να νιώθω ελεύθερος!
Είναι δύσκολο να αποχαιρετήσεις το οικείο και επαναλαμβανόμενο μοτίβο της ζωής σου μέχρι τη μέρα που θα ξημερώσει και θα καταλάβεις ότι είσαι έτοιμος. Τότε, καταλαβαίνεις πως το κρακ αυτό που ένιωσες, ο πόνος αυτός που βίωσες ήταν για να απελευθερωθείς από τις αλυσίδες σου. Τότε συνειδητοποιείς, πως πίσω από τον πόνο που ένιωσες όταν έσπασες το καλούπι… πίσω από αυτόν τον πόνο που σε διαφοροποιεί από «εκείνους» κρύβεται αυτό που ζητάς, και λέγεται ελευθερία!
Αφιερωμένο σε αυτούς που θέλουν και είναι έτοιμοι να σπάσουν τις αλυσίδες τους.
ΑΙΣΧΥΛΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΓΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΟΦΟΚΛΕΙΑ ΑΥΤΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Τό ἐρώτημα «τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος» εἶναι πάντα, ἔμμεσα ἤ ἄμεσα, παρόν στήν ἀθηναϊκή τραγωδία. Μέ ἰδιαίτερη σαφήνεια καί ἔνταση τίθεται — καί παίρνει ἀπάντηση — μέσα σέ δύο ἀπ’ τίς πιό σημαντικές, καί ἀριστουργηματικές, τραγωδίες: τόν Προμηθέα Δεσμώτη τοῦ Αἰσχύλου (πιθανότατα ἕνα ἀπ’ τά τελευταία ἔργα τοῦ ποιητῆ, γύρω στά 460) καί τήν Ἀντιγόνη τοῦ Σοφοκλέους (σχεδόν βέβαια χρονολογημένη τό 442 ἤ 443).
Οἱ ἀπάντησεις πού δίνουν στό θεμελιακό αὐτό γιά ὅλον τόν ἑλληνικό πολιτισμό ἐρώτημα οἱ δύο τραγωδίες εἶναι, ὅπως θά προσπαθήσω νά δείξω, τελείως ἀντίθετες. Ἡ διαφορά αὐτή δέν μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ μόνο στήν ἀτομική στάση τῶν δύο ποιητῶν. Παρά τό μικρό χρονικό διάστημα πού χωρίζει τά δύο ἔργα —περίπου εἴκοσι χρόναι — ἡ διαφορά ἐκφράζει καί εἶναι συνυπόστατη μέ τόν ἀνήκουστο ρυθμό τῆς πνευματικῆς δημιουργίας στήν δημοκρατική Ἀθήνα, μέ τόν ὁλοένα καί ριζικότερο παραμερισμό τῶν παραδοσιακῶν παραστάσεων καί μέ τήν ἐπέκταση καί ἐμβάθυνση τῆς ἀνθρώπινης αὐτογνωσίας. Εἶναι κατά κάποιο τρόπο ἀνάλογη μέ τήν διαφορά Ἡροδότου-Θουκυδίδη καί τήν προαναγγέλλει εἴκοσι - τριάντα χρόνια πρίν.
Ὁ χῶρος καί ὁ χρόνος δέν μοῦ ἐπιτρέπουν νά ἐμπλακῶ μέ τό σύνολο τῶν «ἑρμηνευτικῶν» (μέ τήν σύγχρονη ἔννοια τοῦ ὄρου) ζητημάτων, πού κατ’ ἀνάγκη θέτουν τά δύο τεράστια κείμενα. Θελημένα θά «ἀποσπάσω» τά χωρία πού κεντρικά μέ ἐνδιαφέρουν, χωρίς νά ἀσχοληθῶ — ἔξω ἀπό παρεμπίπτουσες νύξεις — μέ τήν σχέση τους μέ τό σύνολο τῆς τραγωδίας ἀπό τήν ὁποία προέρχονται, ἀκόμα λιγότερο μέ τό συνολικό ἔργο τῶν δύο ποιητῶν. Οὔτε θά ἀναφερθῶ στό εὐρύτατο πλέγμα τῶν ἀνθρωπολογικῶν ἀντιλήψεων πού ἐμφανίζονται ἀπ’ τόν Ὅμηρο καί τόν Ἡσίοδο ὡς τόν 5ο αἰώνα καί κατόπιν. Οἱ παρεμφερεῖς ἐρωτήσεις εἶναι φυσικά ἀπολύτως νόμιμες. Θεωρῶ ὅμως ἐπίσης νόμιμη τήν ἐδῶ σκοπιά: νά προσπαθήσουμε νά θεωρήσουμε καθ’ ἑαυτά καί σέ ὅλη τήν δύναμή τους ὁρισμένα ρήματα τῶν δύο ποιητῶν (μέ γνώση, φυσικά, ὅσων τά περιβάλλουν, ἀλλά χωρίς ρητή ἐπεξεργασία τῆς γνώσης αὐτῆς) καί, ξεκινώντας ἀπ’ αὐτά, νά προσπαθήσουμε, σ’ ἕνα δεύτερο καιρό, νά διαυγάσουμε τό συνολικό ἑλληνικό τοπίο.
Τό θέμα μας ἐδῶ εἶναι: τί λέγεται — καί κατά συνέπεια, τί προτείνεται πρός ἀκοήην στό κοινό τῶν Ἀθηναίων — μέσα στόν Προμηθέα ἀφ’ ἑνός, στήν Ἀντιγόνη ἀφ’ ἕτερου, σχετικά μέ τόν ἄνθρωπο καί τά οὐσιαστικά του κατηγορήματα; Ἑπομένως, λίγο μας ἐνδιαφέρει ἄν ὁ Αἰσχύλος καί ὁ Σοφοκλῆς «ἐπενόησαν» τά λόγια τους, ἤ τά «δανείστηκαν», ἄν τά σκέφτηκαν νηφάλια, τά εἶδαν στόν ὕπνο τους ἤ ἄν τούς ἦρθαν σέ μία στιγμή θείας μανίας. Ἐλάχιστα μας ἐνδιαφέρει, ἀκόμα, καί ἄν τά «ἐπίστευαν» (ἄν καί ἀσφαλῶς τά ἐπίστευαν). Βαρύτητα ἄπ’ αὐτή τήν ἄποψη ἔχει γιά μᾶς μόνο τό γεγονός ὅτι αὐτά πού θά ἐκθέσουμε μποροῦσε κάποιος νά τά διανοηθεῖ στήν Ἀθήνα τοῦ 460-440, μποροῦσε νά τά ἔκφρασει, νά τά παρουσιάσει στόν λαό καί — τουλάχιστον στήν περίπτωση τῆς Ἀντιγόνης — νά στεφανωθεῖ γι’ αὐτό πού διανοήθηκε, ἐξέφρασε καί παρέστησε. Βαρύτητα ἔχει δηλαδή γιά μᾶς ἡ πραγματική παρουσία στόν ἀθηναϊκό κοινωνικό-ἱστορικό χῶρο ὁρισμένων σημασιακῶν συμπλεγμάτων, τῶν ὁποίων ξέρουμε, ἀπ’ τήν ἄλλη μεριά, τήν ἐνδόμυχη συνάφεια μέ τήν καθολική φαντασιακή θέσμιση αὐτοῦ τοϋ χώρου. Ἡ σχέση τοῦ Αἰσχύλου μέ τίς ρίζες μιᾶς μυθικῆς/θρησκευτικῆς παράδοσης, στήν ὁποία ὁ ἴδιος ἐπιβάλλει μία ἀποφασιστική στροφή, ἡ σχέση τοῦ Σοφοκλῆ μέ ὅλο τόν σύγχρονό του φιλοσοφικό (καί «σοφιστικό») ἀναβρασμό καί δημιουργία εἶναι περίπου γνωστές. Νομίζω ὅτι θά φωτιστοῦν ἐντονότερα ἀπ’ τήν συγκριτική ἀνάλυση πού ἀκολουθεῖ.
Ἐπίσης δέν μπορῶ νά ἀσχοληθῶ μέ τήν συζήτηση τῶν προηγουμένων, καί λίγο ἤ πολύ γνωστῶν, ἑρμηνειῶν τῶν δύο ἔργων. Δύο σημεῖα μόνο θά μνημονεύσω σύντομα. Ὑπάρχει μία «μετάφραση» καί ἐκτενής «ἑρμηνεία» τοῦ στασίμου τῆς Ἀντιγόνης πού θά συζητήσουμε (πολλά τά δεινά...) ἀπ’ τόν Χάιντεγκερ. Ἡ «μετάφραση» ἀποτελεῖ κατ’ οὐσίαν ἕναν ἀποκρουστικό βιασμό τοῦ κειμένου τοῦ Σοφοκλέους. Στηρίζει — καί στηρίζεται σε — μίαν «ἑρμηνεία» πού εἶναι, ὅπως σχεδόν πάντοτε, ἁπλῶς προβολή τῶν σχημάτων τοῦ Χάιντεγκερ. Ὅσο καί ἄν, καθ’ ἑαυτά, αὐτά τά σχήματα μποροῦν νά ὠθήσουν πρός σκέψη καί νά «ἐρεθίσουν» γόνιμα τόν συνήθως ὀκνηρό ἀναγνώστη τῶν ἀρχαίων κειμένων, στήν προκειμένη περίπτωση ὁδηγοῦν σέ μία τεχνητή καί σαθρή κατασκευή, πού ἀπ’ τή μία παρουσιάζει τόν ἄνθρωπο τοῦ Σοφοκλέους σάν μία πλήρη ἐνσάρκωση τοῦ Χαϊντεγκεριανοῦ Dasein, καί, ἀπ’ τήν ἄλλη, ρυθμίζεται, ἀπίστευτα καί τερατωδῶς (ὅπως ὅλα ὅσα ἔχει γράψει ὁ Χάιντεγκερ γιά τούς Ἀρχαίους Ἕλληνες), ἀπό τήν συστηματική ἀγνόηση τῆς πόλεως, τῆς πολιτικῆς, τῆς δημοκρατίας καί τῆς κεντρικῆς θέσης τους μέσα στήν ἀρχαία ἑλληνική δημιουργία. Τό ἀναγκαῖο ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἀγνόησης εἶναι φυσικά μιά στραβή «κατανόηση» τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας, ἀδιάσπαστα συνδεδεμένης μέ τήν πόλη καί τήν δημοκρατία ἀκόμα καί ὅταν τίς ἐχθρεύεται. Καί ὁ Πλάτων ἀκόμα — ὁ Πλάτων ἰδίως— εἶναι ὄχι μόνο ἀδιανόητος καί ἀδύνατος χωρίς τήν δημοκρατική πόλη, ἄλλα καί ἀκατανόητος ὡς φιλόσοφος χωρίς τήν ἐπιμονη πάλη του ἐναντίον τῆς δημοκρατίας. Αὐτά ὁ ἐθνικοσοσιαλιστής (1933-1945) Χάιντεγκερ οὔτε θέλει οὔτε μπορεϊ νά τά ἰδεῖ. (Ἕνα ἀπ’ τά ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς τύφλωσης θά τό βροῦμε πιό κάτω, συζητώντας τό κείμενο τοῦ Σοφοκλέους). Oἱ αὐθαιρεσίες τοῦ Χάιντεγκερ φθάνουν ὡς τήν συνδυασμένη ἀλλοίωση τῆς προφανοῦς στίξης τοϋ κειμένου καί τοῦ παραμερισμοῦ λέξεων πού δείχνουν τό ἄτοπο αὐτῆς τῆς ἀλλοίωσης. Ἔτσι, π.χ., διαβάζει τούς στίχους 360-361 τοῦ στασίμου τῆς Ἀντιγόνης: παντοπόρος ἄπορος, ἐπ’ οὐδέν ἔρχεται ἀντί γιά παντοπόρος· ἄπορος ἐπ’ οὐδέν ἔρχεται τό μέλλον, γιά νά μπορέσει νά μεταφράσει: «παντοῦ βαδίζοντας καί μένοντας στόν δρόμο, χωρίς πείρα καί χωρίς διέξοδο, φτάνει στό μηδέν», ἐξωφρενική παραβίαση τοῦ κειμένου, πού γιά νά ἀποκτήσει μιά ἐπιφανειακή ἀληθοφάνεια εἶναι ὑποχρεωμένη νά ἐξαλείψει λάθρα τίς λέξεις τό μέλλον.
Μερικές ἀπό τίς αὐθαιρεσίες καί τίς αὐθάδειες τοῦ Χάιντεγκερ ἔχουν ἤδη ἐπισημανθεῖ, μεταξύ ἄλλων, ἀπό τόν D. Cop. de Gibsson, κι αὖτο μέ φέρνει στό δεύτερο σημεῖο πού θέλω νά ἀναφέρω προκαταρκτικά. Ἐναντίον τοῦ Χάιντεγκερ, ὁ ἴδιος ὁ Cop. de Gibsson ἐπικαλεῖται τίς ἐργασίες καί τά συμπεράσματα τῶν συγχρόνων Γάλλων «δομικῶν» ἑλληνιστῶν — Vernant, Detienne, Vidal-Naquet — σύμφωνα μέ τούς ὁποίους «ἡ μορφή τοῦ Ἕλληνος ἀνθρώπου... καθορίζει τήν κατάσταση (statut) τοῦ ἀνθρώπου, τοποθετώντας τόν σέ σχέση μέ τόν θεό καί, σύστοιχα, μέ τό ζῶο» (σ. 65). Καί εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ἡ ἑλληνική σύλληψη τοῦ ἀνθρώπου ὁρίζεται, γενικά, ἀπ’ τήν ὀργανωτική δομή: ζῶα/ἄνθρωποι/ θεοί, πού κατά κάποιο τρόπο χαράζει τά σύνορά της ἀπ’ τήν ἀνατολή τοῦ ἑλληνικοῦϋ πολιτισμοῦ (τουλάχιστον ἀπ' τόν Ἡσίοδο) ὡς τούς κλασικούς χρόνους, καί πιό πέρα ἀκόμη (πρβλ. τό θηρίον ἤ θεός τοῦ Ἀριστοτέλη). Ἡ δομή αὐτή, πού φαίνεται αὐτονόητη γιά μας, πού βρισκόμαστε στή συνέχεια τῆς συγκρότησής της ἀπ’ τούς Ἕλληνες, δέν εἶναι καθόλου «αὐτονόητη». Ἄς σκεφθοῦμε. π.χ.. τούς Ἑβραίους, τούς Ἰνδούς ἤ τούς Κινέζους — ἤ τίς ἰνδιάνικες φυλές της Ἀμερικῆς, ὅπου συχνά παρατηρεῖται μία «κυκλοφορία» ἀνάμεσα στή ζωική, ἀνθρώπινη καί θεϊκή κατάσταση, κυκλοφορία καί ὄχι τομή.
Ἀλλά ἡ δομή αὐτή εἶναι ἁπλῶς τό περίβλημα, τό κέλυφος, μέσα στό ὁποῖο διαδραματίζεται μία τεράστια — καί γιά μᾶς ἀπόφασιστική — κοινωνικό-ἱστορική δημιουργία, ἡ ὁποία ἀλλοιώνει τελείως τήν σημασία τῶν ὅρων/στοιχείων πού συγκροτοῦν τήν δομή αὐτή. Καί αὐτό γίνεται ἀποκλειστικά μέ τήν ἀλλαγή τῆς σημασίας — τοῦ σημασιακοῦ μάγματος — πού ἀφορᾶ τό μέσο καί κεντρικό στοιχεῖο τῆς δομῆς, δηλαδή τόν ἄνθρωπο. Ἀλλοίωση πού ἐπιτελεῖται μέ τήν προσπάθεια γιά αὐτογνωσία, πού ἀκριβῶς χαρακτηρίζει καίρια αὐτή τή δημιουργία. Ἄν μείνουμε σ’ αὐτή τήν «δομική» ἀντίληψη, κινδυνεύουμε νά ἐπαναλάβουμε τήν κρίσιμη παραγνώριση πού μαστίζει ἐπί αἰῶνες τώρα τήν προσέγγιση τοῦ ἀρχαίου ἑλληνκοῦ κόσμου. Κινδυνεύουμε νά μιλᾶμε γιά τόν «Ἕλληνα ἄνθρωπο», τήν «ἑλληνική πόλη», τήν «ἑλληνική σύλληψη τῆς φύσης» κτλ., ξεχνώντας ὅτι τό βασικό χαρακτηριστικό της ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἱστορίας εἶναι ἀκριβῶς ὅτι εἶναι ἱστορία μέ τήν πιό ἐμφατική ἔννοια τοῦ ὄρου, ὅτι τό «πνεῦμα» τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων πραγματοποιεῖται ἀκριβῶς ὡς ἀλλαγή, αὐτο-αλλοίωση, αὐτο-θέσμιση — ὅλες συνυφασμένες μέ τήν προσπάθεια τῆς αὐτογνωσίας, πού εἶναι συνεχής ἐνέργεια, ἐργασία, διαδικασία καί ὄχι στατικό ἀποτέλεσμα.
Μίαν ἀποφασιστική στιγμή αὐτῆς τῆς ἀλλοίωσης μποροῦμε νά συλλάβουμε ἀναλύοντας καί συγκρίνοντας τήν ἀνθρωπολογία τοῦ Αἰσχύλου καί τοῦ Σοφοκλέους. Ἡ παραβολή τῶν δύο ποιητῶν μᾶς δείχνει καθαρά μίαν ὀντολογική ἀνατροπή τεράστιας βαρύτητας, ποὐ συντελεῖται μέσα στά εἴκοσι αὐτά χρόνια.
Τό ἐρώτημα τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος δέν διατυπώνεται ὡς ἐρώτημα στίς δύο τραγωδίες, ὅπως θά συνέβαινε σέ ἕνα φιλοσοφικό κείμενο. Τό ἐρώτημα ἐμπεριέχεται στίς τραγωδίες καί συνάγεται ἀπ’ τό ὅτι τοῦ δίνεται μία ἐκτενής ἀπάντηση. Ὁ Αἰσχύλος ἀπαντάει στήν ὑπόρρητη ἐρώτησή του μέ μιά ἀνθρωπογονία. Ἡ ἀνθρωπογονία αὐτή εἶναι μυθική, ὄχι μέ μιά ἁπλῶς ἐξωτερική ἔννοια — ἐπειδή ἀναφέρεται σ’ ἕνα μύθο, τόν μύθο τοῦ Προμηθέα, καί τόν ξανάχρησιμοποιεῖ. Εἶναι μυθική μέ τήν βαθύτερη, φιλοσοφική ἔννοια τοῦ ὄρου: ἀπαντάει στό ἐρώτημα τό σχετικό μέ τόν ἄνθρωπο παραπέμποντας στήν προέλευσή του καί παρουσιάζοντας μίαν ἀφήγηση: ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτό πού εἶναι, διότι κάποτε, πολύ παλιά (πέρα ἀπό κάθε δυνατή ἐμπειρική βεβαίωση ἤ ἀνασκευή) συνέβη κάτι πού ὑπερβαίνει τήν συνήθη μας πείρα. Ἕνα ὑπεράνθρωπο ὄν, ὁ Προμηθέας, ἔδωσε στούς ἀνθρώπους αὐτά πού τούς ἔκαναν πράγματι ἀνθρώπους. Ὁρισμός τοῦ μύθου: ἡ ἀφήγηση τῆς προέλευσης ἀπαντᾶ στό ἐρώτημα γιά τήν οὐσία. Στόν Σοφοκλῆ, ὅπως θά δοῦμε, ἡ παρουσίαση τῆς οὐσίας ἀπαντᾶ καί στό ἐρώτημα γιά τήν οὐσία, καί στό ἐρώτημα γιά τήν προέλευση. Ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου, τό δεινόν, εἶναι ἡ αὐτοδημιουργία του.
Ἄς κοιτάξουμε ἀπό πιό κοντά τό κείμενο τοῦ Αἰσχύλου. Ἡ ἀνθρωπογονία παρουσιάζεται ἐδῶ ὡς τό ἔργο τοῦ Προμηθέως, ἀποτέλεσμα τῆς ἀπόφασης καί τῆς πράξης του. Ἡ ἀπόφαση αὐτή ἀπορρέει, μέ τήν σειρά της, ἀπό μία ἐσωτερική σύγκρουση τῶν ὑπεράνθρωπων δυνάμεων — σύγκρουση ἀνάμεσα στόν Δία καί στόν Προμηθέα. Ὁ Ζεύς ἤθελε νά καταστρέψει τούς ἄνθρωπους (σ. 231-236), ὁ Προμηθεύς ἀποφασίζει νά τούς σώσει — καί τούς σώζει, μεταβιβάζοντας σ’ αὐτούς ἕνα μέρος ἀπ’ τίς δυνατότητες τοῦ πράττειν/ποιεῖν πού ἦταν, ὡς τότε, ἀποκλειστικά κτῆμα τῶν θείων δυνάμεων.
Δέν εἶναι ἄσκοπο νά ὑπογραμμισθεῖ αὐτή ἡ θέληση καταστροφῆς τοῦ ἀνθρώπινου γένους, πού ὁ Αἰσχύλος μέ ἔμφαση καταλογίζει στόν Δία. Οἱ κατά τόν Αἰσχύλο λόγοι, ἤ τά κίνητρα τοῦ Διός, μᾶς μένουν ἄγνωστα. Πιθανόν εἶναι ὁ ποιητής νά τούς εἶχε περίγράψει στόν Προμηθέα Πυρφόρο, πού δέν τόν ἔχουμε.
Ποιά ἦταν ἡ κατάσταση τῆς ἀνθρωπότητας πρίν ἀπ’ τήν ἐπέμβασή τοῦ Προμηθέως; Ἔμμεση καί ἐξ ἀντιθέσεως ἀπάντηση στήν ἐρώτηση αὐτή δίνεται φυσικά μέ τήν ἀπαρίθμηση ὅσων δέν εἶχαν οἱ ἄνθρωποι στήν πρωτόγονη κατάστασή τους (248-254, 458-506). Ἀλλά ὁ Αἰσχύλος δίνει καί μία ἄμεση ἀπάντηση, μέ τήν θετική περιγραφή τῆς προα-νθρώπινης ἀνθρωπότητας (248-254, 443-457). Ἡ περιγραφή αὐτή, ἰδίως στούς στ. 443-457, εἶναι καταπληκτική. Ἡ προ-ανθρώπινη κατάσταση τῆς ἀνθρωπότητας, ὅπως τήν παρουσιάζει ὁ Αἰσχύλος, εἶναι κυριολεκτικά ἀπίστευτη. Εἶναι τελείως φανταστική, χωρίς καμία ἐξωτερική «ἀληθοφάνεια» ἤ φροντίδα γιά μιά τέτοιου εἴδους ἀληθοφάνεια.
Οἱ «ἄνθρωποι» αὐτοί, ἄν μποροῦν νά ὀνομαστοῦν ἔτσι, εἶναι σάν ἀνυπόστατες σκιές — θυμίζουν τά ζόμπι τῆς σύγχρονης φανταστικῆς λογοτεχνίας. Ἔβλεπαν χωρίς νά βλέπουν, χωρίς νά τούς ὠφελεῖ αὐτό πού βλέπουν (μάτην), ἄκουγαν χωρίς νά ἀκοῦνε, καί ὀνειράτων ἀλίγκιοι μορφαῖσι, παρόμοιοι μέ μορφές ὀνείρων, περνοῦσαν τήν μακριά ζωή τους χωρίς καμία τάξη, στήν τύχη (εἰκῇ). Ζοῦσαν κάτω ἀπ’ τήν γῆ, μέσα σ’ ἀνήλια σπήλαια, δέν μποροῦσαν νά ξεχωρίσουν χειμώνα, ἄνοιξη καί καλοκαίρι, καί ἄτερ γνώμης τό πᾶν ἐπρασσον: ἔκαναν τά πάντα χωρίς σκέψη, χωρίς νοῦ. Καί (στ. 248· θά ἐπανέλθω στήν ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ στίχου) δέν προέβλεπαν — δέν ἤξεραν — τόν θάνατο.
Ἡ κατάσταση αὐτή εἶναι τελείως ἐξωπραγματική — καί γιά μας καί γιά τήν ἐποχή τοῦ Αἰσχύλου. Δέν πρόκειται ἐδῶ οὔτε γιά ὑπερπρωτόγονους ἄγριους, οὔτε γιά κανένα δυνατό καί συλληπτό ζωολογικό εἶδος. Οὔτε γιά τούς πιθήκους, οὔτε κάν γιά τά μυρμήγκια — πού ἀναφέρονται στόν στ. 453 — θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι μοιάζουν μέ μορφές ὀνείρων κι ὅτι βλέπουν χωρίς νά βλέπουν. Ἡ πρό-ἀνθρώπινη κατάσταση τῆς ἀνθρωπότητας δέν εἶναι, γιά τόν Αἰσχύλο, μιά συνηθισμένη ζωική κατάσταση. Ἀπ’ τήν βιολογική ἄποψη, τά ὄντα αὐτά εἶναι τερατώδη καί ριζικά ἀνίκανα πρός ζωή. Ἄν εἶχαν ποτέ ἐμφανισθεΐ, δέν θά εἶχαν μπορέσει νά ἐπιζήσουν πέρα ἀπ’ τήν δεύτερη γενεά - δέν χρειάζεται ἡ δαρβινική θεωρία γιά νά τό συμπεράνει κανείς.
Καί ὅμως, ἡ περιγραφή τοῦ Αἰσχύλου παρουσιάζει κάτι πού εἶναι σημαντικότερο ἀπ’ τό πραγματικό: δίνει τήν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου πρίν ἤ ἔξω ἀπ’τη θέσμιση τῆς κοινωνικῆς ζωῆς — τῶν τεγνῶν, τῆς ἐργασίας, τοῦ λόγου. Αὐτό πού περιγράφεται ἐδῶ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὅπως θά ἦταν, ἄν εἶχε σῶμα βέβαια, καί ψυχή — ἀλλά ὄχγι γνώμη. Εἶναι αὐτό πού θά ὀνομάζαμε σήμερα τό πρωταρχικό ἀσυνείδητο, ἡ ἀ-λογικότητα καί ἀ-πραγματικότητα τῆς ψυχικῆς μονάδας. Μιά κατάσταση πού μόνο λογικά καί ὑποθετικά μποροῦμε νά τήν σκεφτοῦμε, πού μοιάζει μέ μορφή ὀνείρου — καί πού εἶναι γεμάτη μορφές ὀνείρων — , ἀφαιρετικά: τί καί πῶς θά ἦταν ὁ ἄνθρωπος, χωρίς γνώμη καί χωρίς τέχνη. Ὀνομάζω αὐτή τήν ἀφαίρεση σημαντικότερη ἀπ’ τήν πραγματικότητα, γιατί μόνο αὐτή μας ἐπιτρέπει νά συλλάβουμε ὅλα ὅσα, στόν ἄνθρωπο, προέρχονται ἀπ’ αὐτό πού εἶναι πέρα ἀπ’ τό πρωταρχικό του δεδομένο, τήν ψυχή, καί πού ἀνάγεται στήν κοινωνική του διάσταση, σ’ αὐτο πού γιά μᾶς εἶναι ἡ θέσμιση τῆς γνώμης καί τῆς τέχνης, καί πού γιά τόν Αἰσχύλο εἶναι δῶρα τοῦ Προμηθέως, πού ἔκανε τούς ἀνθρώπους, νηπίους ὄντας τό πρίν, ἔννους καί φρενῶν ἐπηβόλους (στ. 442-443).
Στήν ἀπαρίθμηση καί περιγραφή τῶν δώρων τοῦ Προμηθέως πού ἀκολουθεῖ (457-506) θά ἦταν κατ’ ἀρχήν γελοῖο νά προσπαθήσουμε νά βροῦμε μιά συστηματική, λογικό-φιλοσοφική τάξη. Καί ὅμως, ἡ τάξη τῆς ἔκθεσης, ὅπως καί τό τί συμπεριλαμβάνει καί τί ἄφηνει ἔξω, εἶναι ἀδύνατο νά θεωρηθοῦν τυχαία. Ὁ Προμηθεύς ἀρχίζει μιλώντας γιά τίς ἀνατολές καί τίς δυσκρίτους δύσεις τῶν ἄστρων. Ἀνατολές καί δύσεις ἐδῶ πρέπει νά εἶναι καί οἱ κυρίως λεγάμενες ἀνατολές, ἀλλά ἀσφαλῶς καί οἱ ἐπιτολές — οἱ στιγμές τοῦ ἔτους ὅπου ἕνα ἀστέρι ξαναεμφανίζεται στόν ἐτήσιο κύκλο του καί ἐπιτρέπει ἔτσι νά καθορισθοῦν οἱ ἐποχές τοῦ ἔτους. Ἡ ἁπλή ἀνατολή καί δύση τοῦ ἡλίου ἤ καί ὁποιουδήποτε ἄστρου δέν εἶναι δύσκριτος, καί ἡ ἀνικανότητα τῶν προ-ανθρώπινων ἀνθρώπων νά διακρίνουν τίς ἐποχές ἔχει ἀναφερθεῖ ἀμέσως πρίν (454-456). Ὁ Προμηθεύς δίνει ἔτσι στούς ἀνθρώπους τά σημάδια, τά σταθερά σημεῖα ἀναφορᾶς, διά τῶν ὁποίων καί μόνο γίνεται δυνατή καί ἡ σύλληψη καί ἡ μέτρηση τοῦ χρόνου. Ἡ μέτρηση αὐτή, τοῦ χρόνου καί τῶν πάντων ὅσα εἶναι μετρήσιμα, ἔρχεται ἀμέσως κατόπιν: ἀριθμόν, ἔξοχον σοφισμάτων, ἔξηϋρον αὐτοῖς. Πῶς μ’ αὐτή τήν σύζευξη τοῦ χρόνου καί τοῦ ἀριθμοῦ, νά μή θυμηθεῖ κανείς τόν Ἀριστοτέλη: χρόνος ἔστι ἀριθμός κινήσεως κατά τό πρότερον καί ὕστερον (Φύσ. Δ, 219 bl-2· 220 e3-4); Γιά νά ὑπάρξει ἀρίθμηση, πρέπει πρῶτα νά ὑπάρξει ὁρισμός καί καθορισμός τῶν χωριστῶν. Καί ἀνθρωπότητα χωρίς ἀριθμητική εἶναι ἀδιανόητη.
Ἀμέσως κατόπιν ἔρχονται οἱ γραμμάτων... συνθέσεις, μνήμην ἁπάντων, μουσομήτορ’ ἐργάνην: οἱ συνθέσεις ἤ συμπλοκές χαραγμένων ἤ ζωγραφισμένων σημείων, πού μποροῦν νά ἐνσωματώσουν κάθε μνήμη καί νά ὑπηρετήσουν κάθε ἐργασία πού γεννάει τίς Μοῦσες, αὐτό πού ὀνομάζουμε τέχνες καί γνώσεις.
Ὕστερα ἀπ’ αὐτό τό δῶρο τῆς σύλληψης τοῦ χρόνου, τοῦ ἀριθμοῦ καί τῶν (τεχνητῶν) σημείων πού στηρίζουν καί ἐνσαρκώνουν τήν μνήμη, ἔρχονται οἱ παραγωγικές τέχνες, ἡ τεχνική, ὅπως λέμε σήμερα. Δέν θά σχολιάσω ἐδῶ αὐτή τήν ἀπαρίθμηση (462-469, 500-503). Θά σημειώσω μόνο τήν ἐμφατική ἀναφορά στήν ἰατρική (μέγιστον, 478-483), καί τήν διεξοδική περιγραφή τῆς μαντικῆς καί τῆς ἑρμηνείας τῶν ὀνείρων (484-499), στήν ὅποια θά ἐπανέλθω. Ὁ στίχος πού τελειώνει τήν ἀπαρίθμηση ἔχει βαρύ νόημα: πᾶσαι τέχναι βροτοῖσιν ἐκ Προμηθέως (506). Τό ἀξίωμά μας, σ’ αὐτή τήν ἀνάλυση, εἶναι ὅτι παίρνουμε τόν ποιητή στά σοβαρά. Τό πᾶσαι τέχναι ἰσοδυνάμει μέ τό πάσα τέχνη. Ὅ Προμηθεύς δέν ἔδωσε στούς ἄνθρωπους μερικά στοιχεῖα, ἄπ’ τά ὁποῖα αὐτοί συνέθεσαν καί συναρμολόγησαν τά ὑπόλοιπα, ἀπ’ αὐτον (ἐκ) προέρχονται πᾶσαι τέχναι. Ὁ Αἰσχύλος δέν μπορεῖ βέβαια νά ἀγνοεῖ ὅτι στίς ἡμέρες του συνεχῶς τελειοποιοῦνταν διάφορες τέχνες (κι ὅτι ὁ ἴδιος εἶχε ἀποφασιστικά ἀλλάξει τήν ἴδια του τήν τέχνη). Αὐτό γιά τό ὁποῖο γίνεται ἐδῶ λόγος εἶναι ἡ συνολική ρήξη μέ τήν προ-ανθρώπινη κατάσταση καί ἡ ἐξαίφνης ἀνάδυση τῆς τέχνης ὡς τέτοιας. Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει βαθμιαῖο καί χιλιοστομετρικό πέρασμα ἀπ’ τόν μή χρόνο στόν χρόνο, ἀπ’ τόν μή ἀριθμό στόν ἀριθμό. Ὁ ἀριθμός ἤ ὑπάρχει ἤ δέν ὑπάρχει· ἡ ὕπαρξη μισοῦ ἤ ὀλίγου ἀριθμοῦ (καί ἡ «πρόοδος», π.χ., στά τρία τέταρτα καί μετά στόν ὁλόκληρο ἀριθμό) εἶναι ἀδιανόητη. Μιά καί ὁ ἀριθμός ὑπάρξει, μποροῦμε μετά νά ἀριθμήσουμε ὁλοένα καί μεγαλύτερους ἀριθμούς — ἤ ἄλλα εἴδη ἀριθμῶν. Τό ἴδιο καί μέ τήν τέχνη (στήν πρωταρχική ἔννοια τοῦ ὄρου): ἤ ὑπάρχει, ἤ δέν ὑπάρχει. Ἡ ἐμφάνιση τῆς τέχνης δέν μπορεῖ νά εἶναι παρά πέρασμα ἀπ’ τήν μή τέχνη στήν τέχνη, ρήξη, ἀπόλυτη ἑτερότητα πού δέν ἐπιδέχεται βαθμούς. Ἀπότομα καί συνολικά περνᾶμε ἀπ’ τό ἕνα ἐπίπεδο στό ἄλλο — ὅσο πρωτόγονο καί νά εἶναι ἐτοῦτο ἐδῶ. Ἀπ’ τήν προ-ανθρώπινη στήν ἀνθρώπινη κατάσταση δέν ὑπάρχει βαθμιαία καί μέρος κατά μέρος μετάβαση (ἄς θυμηθοῦμε τήν γλώσσα!). Ἡ μετάβαση γίνεται ἤ δέν γίνεται, ὅταν γίνεται εἶναι καθολική ἑτέρωση — δηλαδή δημιουργία. Αὐτήν τήν δημιουργία ὁ Αἰσχύλος δέν μπορεΐ νά τήν σκεφθεῖΐ — ὅπως θά κάνει ὁ Σοφοκλής — ὡς αὐτοδημιουργία. Ξέρει ὅμως ὅτι δέν μπορεῖ νά εἶναι τό ἀποτέλεσμα μιᾶς ὁποιοσδήποτε σώρευσης, κι αὐτό τό ἐκφράζει μέ τήν πράξη τοῦ Προμηθέως, ἀπ’ τήν ὁποία προέρχονται πᾶσαι τέχναι.
Ἐπανέρχομαι στό ἐκτενές χωρίο πού ἀφορᾶ τήν μαντική καί τήν ἑρμηνεία τῶν ὀνείρων (484-499), καί πού θά χρειαζόταν ἐπίσης ἐκτενή σχολιασμό, γιά νά σημειώσω μόνο μερικά στοιχεῖα καί ἐρωτήματα. Ἡ πρώτη διαπίστωση — πού ἐπιβάλλεται καί πού ἁπλῶς παραθέτω ἐδῶ — εἶναι αὐτή ἡ ὀγκώδης καί καταπληκτική: ὁ Αἰσχύλος μιλάει γιά τήν μαντική καί ὄχι γιά τήν θρησκεία, ἀναφέρει μόνο ἀκροθιγῶς τους θεούς, κι αὐτό μέσα σέ μία ὠφελιμιστική προοπτική. Τά ἐντόσθια τῶν μαντικῶν σφαγίων πρέπει νά ἐξετάζονται γιά νά φανεῖ ἄν εἶναι κατάλληλα δαίμοσιν πρός ἡδονήν (494). Ἀκόμα μία φορά, δέν λέω ὅτι αὐτά «ἐπίστευε» ὁ Αἰσχύλος· λέω ὅτι οἱ σκέψεις αὐτές —ὅπως καί ἡ περιγραφή τῆς ἐξουσίας τοῦ Διός σάν σκαιῆς τυραννίας, ἤ τοῦ Διός σάν ἐφήμερου τυράννου καταδικασμένου νά πέσει κι αὐτός μέ τήν σειρά του — ἦταν, ὅπως καί ἡ δημόσιά τους ἔκφραση, δυνατές καί διανοητές γιά τούς Ἀθηναίους του 460.
Τό ἄλλο στοιχεῖο ἀφορᾶ τό μῆκος, τήν θέση καί τήν ἀνάγκη αὐτῆς τῆς περιγραφῆς. Τό χωρίο εἶναι τό ἐκτενέστερο ἀπ’ ὅλα τά ἄλλα αὐτῆς της ἀνθρωπογονίας (16 στίχοι). Γιατί; Καί γιατί ἐδῶ; Καί γιατί ἦταν ἀπαραίτητο;
Νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντηση — ἀσφαλῶς ἐλλιπής — σ’ αὐτό τό ἐρώτημα βρίσκεται στήν σχέση τοϋ ἀνθρώπου μέ τόν χρόνο — καί ἰδιαίτερα μέ τό μέλλον. Ὁ Προμηθεύς ἔδωσε στούς ἀνθρώπους τήν σύλληψη καί τήν μέτρηση τοῦ χρόνου. Τούς ἔδωσε ἐπίσης τό μέσο γιά νά ἱδρύσουν μιά σχέση μέ τό παρελθόν: γραμμάτων... συνθέσεις, μνήμην ἁπάντων. Μέ τήν μαντική καί τήν ἑρμηνεία τῶν ὀνείρων, τούς ἐπιτρέπει μιά σχέση μέ τό μέλλον, ὁδηγώντας τους στήν δυστέκμαρτον τέχνην καί κάνοντάς τους νά καταλαβαίνουν τά φλογωπά σήματα (497-498).
Ἀπ’ τήν στιγμή πού ὑπάρχει σύλληψη τοῦ χρόνου, ὑπάρχει ὁ ὁρίζοντας τοῦ μέλλοντος καί οἱ βασικοί του καθορισμοί: ἡ ἀβεβαιότητα, ἡ ἀναμονή, ἡ ἐλπιίδα. Γιά νά ἀντιμετωπίσουν αὐτό τό χαρακτηριστικό τοῦϋ μέλλοντος, ὁ Προμηθεύς δίνει στούς ἄνθρωπους τήν μαντική καί τήν ἑρμηνεία τῶν ὀνείρων.
Αὐτό τό σύμπλεγμα ἰδεῶν μᾶς ἐπιτρέπει καί μᾶς ἀναγκάζει νά ἐπανέλθουμε σ’ ἕνα προηγούμενο, θεμελιώδους σημασίας χωρίο, πού δέν τό ἐθίξαμε ἕως τώρα. Πρόκειται γιά τούς στίχους 247-252, πού περιέχουν καί τήν πρώτη ἀναφορά (μετά ἀπ’ τούς στίχους 235-236 ὅπου ὁ Προμηθεύς λέει ὅτι ἐλύτρωσε τούς θνητούς ἀπ’ τήν ἐξολόθρευση πού τούς προετοίμαζε ὁ Ζεύς) στά ὅσα ὁ Προμηθεύς ἔκανε γιά χάρη τῶν ἄνθρωπων. Τό πρῶτο αὐτό — πρίν καί ἀπό τό δόσιμο τῆς φωτιάς — περιγράφεται στήν στιχομυθία 248-251, πού πρέπει νά παρατεθεῖ ἐδῶ, καί λόγω τῆς σημασίας της, καί διότι ἡ συνηθισμένη μετάφρασή της μοῦ φαίνεται τελείως παράλογη.
Προμηθεύς: Θνητούς γ' ἔπαυσα μή προδέρκεσθαι μόρον.
Χορός: Τό ποιόν εὑρών τῆσδε φάρμακον νόσου;
Προμηθεύς: Τυφλᾶς ἐν αὐτοῖς ἐλπίδας κατῴκισα.
Χορός: Μέγ’ ὠφέλημα τοῦτ’ ἐδωρήσω βροτοῖς.
Ὅ πρῶτος στίχος μεταφράζεται συνήθως: ἀπελευθέρωσα τούς ἄνθρωπους ἀπ’ τήν πρόβλεψη τοῦ θανάτου. Ἡ μετάφραση αὐτή, πρῶτον, εἶναι μετωπιαία ἀντιφατική μέ τήν περιγραφή πού κάνει ὁ Προμηθεύς τῆς προανθρώπινης κατάστασης (447 κ. ε.) Στούς στίχους πού ἐξετάζουμε πρόκειται σαφῶς γιά τό πέρασμα ἀπ’ τήν προ-ανθρώπινη στήν ἀνθρώπινη κατάσταση. Τό δόσιμο τῆς φωτιᾶς ἀναφέρεται κατόπιν (στ. 252). Πῶς θά ἦταν νοητό τά ὄντα αὐτά, πού δέν ἔχουν κάν ἔννοια τοῦ χρόνου, νά «προβλέπουν» τόν θάνατό τους; Πῶς μποροῦμε νά καταλογίσουμε στόν Αἰσχύλο μιά τόσο ἀπαράδεκτη ἀσυναρτησία; Δεύτερον, βιάζει τήν σαφῆ ἔννοια τοῦ κειμένου (γιά νά κολασθεῖ, πρέπει νά ἀποδοθεῖ, τεχνητά, στό μή τό συμπεπτυγμένο νόημα ἵνα μή). Τό κείμενο λέει: Ἔβαλα τέλος στήν κατάσταση ὅπου οἱ θνητοί δέν προέβλεπαν τόν θάνατο (αὐτο- νόητο, ἀφοῦ ἐζοῦσαν ἄτερ γνώμας). Ὄχι βέβαια μέ τήν ἔννοια τῆς πρόβλεψης τῆς ὥρας καί τῆς στιγμῆς, ἄλλα μέ τήν ἔννοια τῆς πρόβλεψης τοῦ γεγονότος: ἔμαθα στούς θνητούς ὅτι εἶναι θνητοί. Τρίτον, δέν εἶναι δυνατό νά ἀποδοθεῖ στόν Προμηθέα ἡ ἐξωφρενική ἰδέα ὅτι τούς θνητούς αὐτούς (πού προέβλεπαν τόν θάνατό τους, ἐνῶ ταυτοχρόνως βλέποντες ἔβλεπον μάτην!) τους ἔκανε νά μήν ξέρουν πιά ὅτι εἶναι θνητοί. Ἄν ὑπάρχει κάτι πού εἶναι βέβαιο γιά τούς ἀνθρώπους, καί πάντως γιά τούς Ἀρχαίους Ἕλληνες, εἶναι ἡ θνητότητά τους· ἀπ’ τόν Ὅμηρο ὡς τό τέλος τῆς ἀθηναϊκῆς τραγωδίας, ἡ βεβαίωση τοῦ θεμελιακοῦ αὐτοῦ χαρακτηριστικοῦ της ἀνθρώπινης ὀντότητας ἐπαναλαμβάνεται σέ κάθε εὐκαιρία.
Ὁ Προμηθεύς ἔμαθε στούς ἄνθρωπους τήν ἀλήθεια — ὅτι εἶναι θνητοί καί, κατά τήν πραγματική καί ἀντικειμενικά ἀληθινή ἀρχαία ἑλληνική ἀντίληψη, ἀνυπέρβλητα καί τελεσίδικα θνητοί. Ἀλλά τό νά εἶσαι θνητός, καί νά τό ξέρεις, εἶναι, ὅπως λέει στόν ἑπόμενο στίχο ὁ χορός, νόσος, γιά τήν ὁποία χρειάζεται ἕνα φάρμακον. Τό φάρμακο αὐτό τό βρῆκε καί τό ἔδωσε ὁ Προμηθεύς: ἐγκατέστησε μέσα στούς ἄνθρωπους τυφλᾶς ἐλπίδας. Τυφλές ἐλπίδες, σκοτεινές προσδοκίες, φροῦδες ἀναμονές· τά ὄπλα — τελικά μάταια — μέ τά ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος μάχεται τήν θνητότητά του, πού ἀλλιῶς θά τοῦ ἦταν ἀβάσταχτη. Ἔτσι, ὅταν ὁ χορός ἀπαντάει: Μέγ’ ὠφέλημα τοῦτο ἐδωρήσω βροτοῖς, ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι εἰρωνική. Ἄν ἦταν οἱ ἄνθρωποι νά βγοῦν ἀπ’ τήν προ-ανθρώπινη κατάσταση, ἔπρεπε νά ξέρουν τήν πρώτη καί τελευταία ἀλήθεια, ὅτι εἶναι θνητοί. Ἡ ἀλήθεια αὐτή θά μποροῦσε νά τούς συντρίψει (ὅπως τόσο συχνά μας συντρίβει). Τό ἀντίβαρο εἶναι οἱ τυφλές ἐλπίδες. Οἱ ἐλπίδες αὐτές δέν ἀναφέρονται σέ καμία «θετική» ἀθανασία (ὅπως τό ξέρουμε ἀπ’ τή «Νέκυια» τῆς Ὀδύσσειας). Σχετίζονται μέ ὅσα κάνει καί μπορεῖ νά κάνει ὁ ἄνθρωπος σέ τούτη τήν ζωή. Φυσικά εἶναι τυφλές, μιά καί τό μέλλον εἶναι ἄγνωστο καί οἱ θεοί φθονεροί. Ἀλλά αὐτά τά δύο συναπαρτίζουν τόν ἄνθρωπο — τουλάχιστον τόν Ἀρχαῖο Ἕλληνα: ἡ γνώση τοῦ θανάτου, καί ἡ δυνατότητα ἑνός ποιεῖν-πράττειν πού ἡ γνώση αὐτή τό κεντρίζει ἀντί νά τό πνίγει. Ἡ Ἀρχαία Ἑλλάδα εἶναι ἡ λαμπρότερη ἀποδείξη τῆς δυνατότητας νά μετατραπεΐ αὐτή ἡ ἀντινομία σέ πηγή δημιουργίας.
Ἀθήνα, 442. Οἱ Τριακονταετεῖς Σπονδές μέ τούς Πελοποννησίους, 446/445, ἀναγνωρίζουν καί ἐπικυρώνουν τήν ἐπικράτηση τῶν Ἀθηναίων. Τό 450 ὁ Φειδίας στήνει ἐπάνω στήν Ἀκρόπολη τό τεράστιο μπρούντζινο ἄγαλμα τῆς Ἀθηνᾶς, πού φαινόταν, λένε, ἀπ’ τό Σούνιο. Ἡ οἰκοδόμηση τοῦ Παρθενῶνος ἄρχιζει τό 447, τελειώνει τό 438. Τό Ὠδεῖο του Περικλέους οἰκοδομεῖται τό 443. Τά Μακρά Τείχη, τελειωμένα τό 456, ἀνακατασκευάζονται ἐν μέρει τό 445. Ὁ Ἡρόδοτος ἔχει ἤδη ἐπισκεφθεῖ τήν Ἀθήνα, ὅπου πιθανότατα ἐδιάβασε, δημόσια, μέρη τῆς Ἱστορίας, καί ὁ Σοφοκλῆς θά γράψει γι’ αὐτον ἕνα ποίημα τό 441. Ἀνάμεσα στούς ἄλλους μεγάλους, πού ἐπισκέπτονται τήν Ἀθήνα ἤ μένουν ἐκεῖ, πρέπει νά ἀναφερθεῖ ὁ Πρωταγόρας — ὁ Πρωταγόρας τοῦ πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος, ὁ Πρωταγόρας πού εἶχε ἀσφαλῶς ὁ ἴδιος ἐκθέσει μιά ἀν- θρωπογονία, τήν ὁποία νομίζω ὅτι περίπου πιστά ἀποδίδει ὁ Πλάτων στόν ὁμώνυμο διάλογο καί ὅπου περιέγραφε καί τήν διαδοχική ἐπινόηση ἀπ’ τούς ἄνθρωπους τῶν τεχνῶν καί τῶν γνώσεων, καί τήν ἴση κατανομή ἀνάμεσά τους τῆς πολιτικῆς φρόνησης, πού στηρίζει τήν δημοκρατία. Τό 444/443 οἱ Ἀθηναῖοι, κινούμενοι ἀσφαλῶς ἀπό τάς ἀστυνόμους ὀργάς ( Ἀντιγόνη 354-355), ἀποφασίζουν νά ἱδρύσουν μιά πανελληνική ἀποικία στούς Θουρίους, στήν Ἰταλία, στήν θέση τῆς Συβάρεως. Ὡς νομοθέτη της διαλέγουν τόν, μή Ἀθηναῖο, Ἀβδηρίτη Πρωταγόρα. Ὁ Αἰσχύλος ἔχει πεθάνει στήν Σικελία, ὁ Σοφοκλῆς (γεννημένος τό 496 στόν Κολωνό) τόν εἶχε νικήσει στά Διονύσια τοῦ 468. Τό 443/42, ἐποχή πού γράφει ἤ τελειώνει τήν Ἀντιγόνη (53 χρονῶν), ἔχει ἐκλεγεῖ ἀπ’ τούς Ἀθηναίους Ἑλληνοταμίας. Ὁ Εὐριπίδης λαμβάνει μέρος στούς τραγικούς ἀγῶνες ἤδη ἀπό τό 455 καί θά νικήσει γιά πρώτη φορά τό 441.
Αὐτός εἶναι ὁ λαός γιά τόν ὁποῖο ὁ Περικλῆς θά πεῖ, δώδεκα χρόνια ἀργότερα: πᾶσαν γῆν καί πᾶσαν θάλασσαν ἐσβατόν τῇ ἡμέτερᾳ τόλμῃ καταναγκάσαντες. Αὐτος εἶναι ὁ δημιουργικός κοινωνικό-ἱστορικός χῶρος, πού μέσα του ἀναδύεται τό πολλά τά δεινά κοὐδέν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει.
Ἐνῶ ὁ Αἰσχύλος, εἴκοσι, εἴκοσι πέντε χρόνια πρίν. ἐκθέτει μιά ἀνθρωπογονία,. ὄχι σάν μία βαθμιαία διαδικασία, ἀλλά περοιγράφοντας ἕνα ἐξαίφνης πέρασμα ἀπ’ τό πρίν στό μετά ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἀπόφασης καί τῆς πράξης ἑνός ἐπαναστατημένου Τιτάνος, σάν ἀπόσπαση. οἰονεί κλοπή, ἀπό μία ὑπεράνθροιπη δύναμη ἱκανοτήτων καί δυνατοτήτων πού ἀνήκουν στίς ὑπεράνθρωπες δυνάμεις (καί συνεπῶς ὑπῆρχαν ἤδη). ὁ Σοφοκλῆς ἐκθέτει, μία ἀνθρωπολογία πού δέν προϋποθέτει τίποτε καί ὅπου οἱ ἱκανότητες καί δυνατότητες αὐτές δημιουργοῦνται ἀπ’ τούς ἀνθρώπους· θέτει ἁπλά, καθαρά καί μέ ἔμφαση τήν ἀνθρωπότητα ὡς αὐτοδημιουργία. Οἱ ἄνθρωποι δέν πῆραν τίποτε ἀπ’ τούς θεούς, καί κανένας θεός δέν τούς ἔδωσε τίποτε. Αὐτό εἶναι τό πνεῦμα τοῦ 5ου αἰῶνος, κι αὐτή εἶναι ἡ τραγωδία πού ἐβράβευσαν οἱ Ἀθηναῖοι.
Τό στάσιμο (332-375) πρέπει φυσικά νά ἑρμηνευθεῖ σέ συνάρτηση μέ τήν θέση του μέσα στήν συνολική οἰκονομία τοῦ ἔργου. Ἔρχεται ἀμέσως μετά ἀπ’ τίς καινούριες ἀπειλές του Κρέοντος, πού ἔμαθε τήν δεύτερη ἀπόπειρα ταφῆς (συμβολικῆς) τοῦ Πολυνείκους, καί ἀμέσως πρίν ἀπ’ τήν ἀνακάλυψη καί τήν σύλληψη τοῦ ἐνόχου — της Ἀντιγόνης. Τό νόημά του — στήν οὐσία, τό νόημα ὅλης τῆς Ἀντιγόνης — βρίσκεται στήν κατάληξή του (364-375), πού τό συνδέει ἄμεσα μέ τίς ὕψιστες σημασίες πού διακυβεύονται μέσα σ’ αὐτήν τήν τραγωδία. Ὁ ἄνθρωπος, πού περιγράφεται καί ὑμνεῖται στό προηγούμενο καί μεγαλύτερο μέρος τοῦ χορικοῦ (332-363), συνδέει τήν δημιουργική του δεινότητα μέ ἕνα ἀνυπέρβλητο διχασμό τῆς φύσης του. Τέχνας ὑπέρ ἐλπίδ’ ἔχων, τότε μέν κακόν, ἄλλοτ’ ἐπ' ἐσθλόν ἕρπει (365-366). Ἡ σοφία καί ἡ τέχνη του ξεπερνᾶνε κάθε ἀναμονή — ἀλλά ἡ πραγματικότητά του, ἡ διπλή, τόν κάνει νά βαδίζει ἄλλοτε πρός τό καλό κι ἄλλοτε πρός τό κακό. Αὐτό τό κακό καί τό καλό ὁ ποιητής δέν τά προσδιορίζει ἠθικολόγωντας, ἀλλά πολιτικά. ὁ ἄνθρωπος βαδίζει πρός τό καλό, ὅταν κατορθώνει νά συνυφάνει (παρείρων) τούς νόμους τῆς πόλης του (νόμους χθονός· χθῶν ἐδῶ δέν εἶναι ἡ γῆ μέ τήν κοσμική ἔννοια, εἶναι ἡ πάτριος γῆ, ἡ πόλις, ἡ πολιτική κοινότητα) μέ τήν θεῶν ἔνορκον δίκαν, τήν δίκη/δικαιοσύνη τῶν θεῶν, τήν κατοχυρωμένη ἀπ’ τούς ὅρκους. Σ’ αὐτήν τήν περίπτωση ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὑψίπολις — λέξη πού ἡ πολυσημία της κάνει τήν μετάφρασή της ἀδύνατη. Ὑψίπολις — ὑψηλός μέσα στήν πόλη του, ἀλλά κυρίως ὑψηλός (sublime · πρβλ. Περί ὕψους) ὡς μέλος μιᾶς πόλης, μιᾶς πολιτικῆς, δηλαδή ἀνθρώπινης, κοινότητος. Ἀμέσως ἀντιτίθεται στόν ὑψίπολιν ὁ ἄπολις, ὁ ἄνθρωπος πού τόλμας χάριν, ἐξαιτίας ταῆς ὑπερβολικῆς τόλμης, τῆς αὐθάδειας, τοῦ θράσους — τῆς ὕβρεως ἐπιτέλους, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τόν πρέποντα ὄρο — ἀφήνει τό μή καλόν νά τόν κατοικήσει. Αὐτός πού κατέχεται ἀπ’ τήν ὕβρη γίνεται ἄπολις, βγαίνει ἀπ’ τήν πολιτική κοινωνία τῶν ἀνθρώπων (καί τό συγκεκριμένο ἀποτέλεσμα δέν μπορεῖΐ νά εἶναι παρά ὁ θάνατος, ἡ φυγή ἤ ἡ ἐξορία). Γίνεται, ὅπως λένε οἱ Γάλλοι, sans foi ni loi, καί sans feu ni lieu. Καί ὁ Χορός τελειώνει λέγοντας: αὐτόν τόν ἄπολιν δέν τόν θέλω ὡς παρέστιον, μέσα ἤ κοντά στήν ἑστία μου, οὔτε ὡς ἴσον φρονοῦντα, προικισμένο μέ τήν ἴδια — ἴση, κοινή τῶν πολιτων — φρόνηση καί δικαιούμενο νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἴσο μέ τούς ἄλλους πολίτες.
Εἶμαι ἀναγκασμένος νά δώσω ἐδῶ πολύ συνοπτικά μιά συνολική ἑρμηνεία τῆς τραγωδίας. Τό θέμα τῆς τραγωδίας δέν εἶναι ἡ ἀθωότητα τοῦ θύματος Ἀντιγόνη πού μάχεται τόν τύραννο Κρέοντα, οὔτε ἡ ἀντίφαση ἀνάμεσα στήν ἠθική καί στήν raison d'Etat, οὔτε τό ἄτομο ἐναντίον τοῦ κράτους (μοντέρνες ἑρμηνεῖες), οὔτε ἡ οἰκογένεια στήν ἀντίθεσή της μέ τόν Νόμο καί τήν Πολιτεία (ἑγε- λιανή ἐκδοχή). Τό θέμα τῆς τραγωδίας εἶναι, πέρα ἀπ’ ὅλα αὐτά, ἡ ὕβρις — ἡ πράξη τόλμας χάριν. Ἀσφαλῶς ἡ Ἀντιγόνη καί ὁ Κρέων ἐκπροσωποῦν δύο ἀντιμαχόμενες ἀρχές. Αὐτές τίς ἀρχές ὅμως — τούς νόμους χθονός καί τήν θεῶν ἔνορκον δίκαν — ὁ ποιητής δέν τίς θεωρεῖ ἀπόλυτα ἀσυμβίβαστες, μιά καί ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά γίνει ὑψίπολις συνυφαίνοντας τες (παρείρων). Καί ἡ Ἀντιγόνη καί ὁ Κοέων εἶναι ἀνίκανοι νά τίς συνυφάνουν· καί οἱ δύο τους, μέ τήν τυφλή καί ἀπόλυτη ὑπεράσπιση μιᾶς ἀπό τίς δύο ἀρχές, γίνονται ὑβριστές καί ἀπολιδες. Ὑπέρτατο παράδοξο: ξεπερνώντας τά ὅρια τοῦ φρονεῖν, καθηλωμένος στό μόνος φρονεῖν, ὁ ὑπέρμαχος τῶν νόμων τῆς πόλεως Κρέων γίνεται ἀπολις. Ἀλλά εἶναι ἐπίσης προφανές ὅτι ἡ ἴδια ἡ Ἀντιγόνη εἶναι ἐξίσου ἀπολις. Ἀμέσως κατόπιν ἀπ’ τό χορικό πού ἐξετάζουμε, ὅταν ὁ Φύλαξ προσάγει τήν Ἀντιγόνη, πού τήν συνέλαβε νά προσπαθεῖ — γιά τρίτη φορά — νά ρίξει χῶμα πάνω στό πτῶμα τοῦ Πολυνείκους, ὁ χορός, ἐκφράζοντας τήν καταθλιπτική λύπη του, δέν ἀπευθύνεται στήν Ἀντιγόνη ὡς πρόμαχο τῆς εὐσέβειας καί τοῦ σεβασμοῦ τῶν θείων νόμων τήν χαρακτηρίζει ὡς τρελή (ἐν ἀφροσύνῃ καθελόντες, 383). Ἡ ἀφροσύνη τῆς Ἀντιγόνης ἔγκειται στό ὅτι κι αὐτή, ὄχι μόνο εἶναι ἀνίκανη νά συνυφάνει τίς δύο ἀρχές, ἀλλά τόλμας χάριν ὑπερβαίνει τά ὅρια. Πόλις χωρίς νόμους χθονός δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει καί, παραβιάζοντας τούς νόμους αὐτούς, καί ἡ Ἀντιγόνη γίνεται ἄπολις καί βγαίνει ἀπό τό ἴσον φρονεῖν.
Ὁ ποιητής λέει στόν δῆμο τῶν Ἀθηναίων: ἀκόμα κι ὅταν ἔχουμέ δίκιο, μπορεῖ νά ἔχουμε ἄδικο, δέν ὑπάρχει ποτέ ἔσχατος λογικός λόγος. Τῷ ὄντι, οἱ ἐπιχειρηματολογίες τοῦ Κρέοντος καί τῆς Ἀντιγόνης, θεωρημένες καθ’ ἑαυτές, εἶναι στεγανές καί χωρίς δυνατή λογική ἀναίρεση. Αὐτό ἐκφράζει καθαρά ὁ Αἴμων, λέγοντας στόν πατέρα του: οὔτε θέλω οὔτε μπορῶ νά πῶ ὅτι ἔχεις ἄδικο (οὔτ’ ἄν δυναίμην, μήτα’ ἐπισταίμην λέγων, 686)· ἔχεις ὅμως ἄδικο γιά ἄλλους λόγους — διότι ἐπιμένεις νά ἔχεις δίκιο μόνος σου ἤ μόνος ἐσύ. Ἐπιβάλλεται νά παρατεθοῦν ἐδῶ οἱ καταπληκτικοί στίχοι 707-709:
ὅστις γάρ αὐτός ἤ φρονεῖν μόνος δοκεῖ,
ἤ γλῶσσαν, ἥν οὐκ ἄλλος, ἤ ψυχήν ἔχειν,
οὗτοι διαπτυχθέντες ὤφθησαν κενοί.
Ὁ Κρέων ἔχει ἄδικο, παρόλο ὅτι ἔχει δίκιο, γιατί ἐπιμένει στό μόνος φρονεῖν — δέν βρίσκεται μέσα στο ἴσον φρονεῖν, δεν θέλει καί δέν εἶναι ἱκανός νά ἀκούσει τόν λόγο και τούς λόγους τοῦ ἄλλου καί τῶν ἄλλων. Εἶναι μέσα στήν ὕβρη, δέν κατορθώνει νά σύνυφάνει.
Ἡ Ἀντιγόνη εἶναι — ὅπως καί ὁ Ἐπιτάφιος — μιά κορυφή τῆς δημοκρατικῆς πολιτικῆς σκέψης καί στάσης, πού ἀποκλείει καί καταδικάζει τό μόνος φρονεῖν, πού ἀναγνωρίζει τήν ἔμφυτη ὕβρη τῶν ἀνθρώπων καί ἀπαντᾶ σ’ αὐτήν μέ τήν φρόνηση, καί πού ἀντιμετωπίζει τό ἔσχατο πρόβλημα τοῦ αὐτόνομου ἀνθρώπου — καί τοῦ ἀτόμου καί τῆς πολιτικῆς κοινότητας — τό πρόβλημα τοῦ αὐτοπεριορισμοῦ.
Ὁ αὐτοπεριοριομός εἶναι ἀπαραίτητος, ἀκριβῶς γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι δεινός καί γιατί τήν δεινότητα αὐτή τίποτε ἐξωτερικό δέν μπορεῖ νά τήν περιορίσει οὐσιαστικά. Οὔτε βέβαια ἡ θεῶν ἔνορκος δίκα. Αὐτή εἶναι μία ἀπό τίς ἀρχές πού διέπουν τήν ζωή τῶν ἀνθρώόπων — ἀλλά μέ κανένα τρόπο δέν φθάνει. Ἄν ἔφθανε, δέν θά ὑπῆρχε οὔτε Ἀντιγόνη οὔτε τραγωδία. Ὅπως καί δέν ὑπάρχει καί δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει τραγωδία ἐκεῖ πού μία ἔσχατη ἀρχή δίνει ἀπαντήσεις σ’ ὅλα τά ἐρωτήματα: στόν κόσμο τόν πλατωνικό, ὅπως καί στόν κόσμο τόν χριστιανικό.
Ἡ τραγωδία, καί εἰδικά ἡ Ἀντιγόνη, προϋποθέτει ἀκριβῶς τήν δεινότητα τοῦ ἀνθρώπου, πού κορυφώνεται καί αὐτοκαταστρέφεται μέ τήν ὕβρη, ἀλλά πού μπορεῖ ἐπίσης, ὅταν εἶναι συνυφασμένη μέ τό ἴσον φρονεῖν, νά φθάσει στό ὕψος τοῦ ὑψιπόλιδος. Ἐξ οὗ καί ἡ ἐσωτερική ἀνάγκη νά περιγραφεῖ καί νά ὑμνηθεῖ αὐτή ἡ δεινότητα — πράγμα πούκάνει ὁ Χορός στό μεγαλύτερο μέρος τοῦ στασίμου (334-363).
Τό κεντρικό νόημα τοῦ χορικοῦ προεξαγγέλλεται στούς δύο πρώτους στίχους — πολλά τά δεινά κοὐδέν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει— πού μᾶς βάζουν ἀμέσως σέ ἐρωτήματα.
Ἡ καίρια λέξη τῶν στίχων εἶναι φυσικά τό δεινός — ἀμετάφραστη κι αὐτή. (Ό Heidegger τήν μεταφράζει μέ τό ἀνεπαρκέστατο das Unheimliche, πού ξεχνάει κεντρικές σημασίες τῆς λέξης. Ὁ Γάλλος μεταφραστής του αὐξάνει ἀκόμα τήν ἀπόσταση, ἀποδίδοντάς τό Unheimliche μέ τό inquietant, ἀνησυχητικός). Συνοψίζοντας σέ μιά φράση τά συμπεράσματα μιᾶς ἄλλης, ἀδημοσίευτης ἀκόμα, μελέτης μου, θά πῶ ὅτι ὁ Σοφοκλῆς — κι αὐτό εἶναι ἕνας οὐσιώδης χαρακτήρας τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ποίησης — ὄχι μόνο δέν εἶναι πάντα ὑποχρεωμένος νά διαλέξει ἀνάμεσα στίς διάφορες σημασίες τῆς λέξης, ἄλλα ἐμφανέστατα πολλές φορές δέν διαλέγει, μπορεῖ καί θέλει νά τίς δώσει ὅλες μαζί. Δεινός: πού προκαλεῖ, δικαιολογημένα, δέος, φόβο καί τρόμο — φοβερός, τρομερός· ἐπικίνδυνος. Ἀπό ἐδῶ πηγαίνουμε, μέ μιά ἀπ’ τίς ὡραιότερες σημασιακές παραγωγές στά ἀρχαῖα ἑλληνικά, στό: καταπληκτικά δυνατός, ἰσχυρός, θαυμάσιος καί ἀξιοθαύμαστος, ἐνδεχομένως καί παράξενος. Θαυμάσιος καί ἀξιοθαύμαστος γιατί; Διότι ὑπέρ-ἱκανός, ἐπιδέξιος, σοφός, ἀριστοτέχνης, πού βρίσκει λύση πάντα, πού δέν εἶναι ποτέ χωρίς μέσα, πολυμήχανος καί πολυτρόπος θά ἔλεγε ὁ Ὅμηρος — καί τό λέει ὁ Σοφοκλῆς στό τέλος τοῦ χωρίου πού συζητᾶμε: ἄπορος ἐπ’ οὐδέν ἔρχεται τό μέλλον (360-361). Ἀνάμεσα σ’ αὐτές τίς σημασίες οἱ λεξικογράφοι καί οἱ μεταφραστές εἶναι ὑποχρεωμένοι νά διαλέξουν. Ὁ Σοφοκλῆς, κι ὅσοι ἔχουμε τήν τύχη νά καταλαβαίνουμε λίγο τά ἑλληνικά, ὄχι.
Τό σημασιακό σύμπλεγμα τῆς λέξης φωτίζεται καί πλουτίζεται ἀπ’ τήν συνέχεια τοῦ κειμένου. Δεινός σημαίνει, ἀπ’ τήν Ἀντιγόνη καί μετά, ὅλα ὅσα ὁ Σοφοκλῆς θά ἀποδώσει στόν ἄνθρωπο ὡς δεινόν. Κι ὁ πρῶτος φωτισμός μᾶς δίνεται ἀπ’ τήν ἐπανάληψη τῆς λέξης στήν συνέχεια τῆς φράσης, σ’ ἕνα οἰονεί ὑπερθετικό βαθμό, κατασκευασμένο μέ τήν ἄρνηση τοῦ συγκριτικοῦ: οὐδέν ἄνθρωπου δεινότερον. Τό δεινός προσδιορίζει τόν ἄνθρωπο, καί προσδιορίζεται ἀπ’ τόν ἄνθρωπο: εἶναι ὁ χαρακτήρας ἐκεῖνος, πού κανένα ὄν δέν τόν παρουσιάζει στόν ἴδιο βαθμό μέ τόν ἄνθρωπο.
Οὐδέν ἀνθρώπου δεινότερον. Τίποτα δέν εἶναι πιό τρομερό, θαυμάσιο, ἱκανό-πραγματοποιητικό, ἀπ’ τόν ἄνθρωπο. Ἀκόμα μιά φορά ἐρωτῶ: τολμᾶμε νά πάρουμε τόν ποιητή στά σοβαρά; Θά ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ποιητής χρησιμοποιεῖ λέξεις εἰκῇ καί ὡς ἔτυχε; Ὁ Σοφοκλῆς, μάστορας τῆς κυριολεξίας καί τῆς καιριολεξίας, λέει καθαρά καί δυνατά: οὐδέν. Οὐδέν: οὔτε ἡ θάλασσα, οὔτε ὁ χειμώνας, οὔτε τά ἄγρια θηρία — τίποτα. Τίποτα ἀπ’ τήν φύση. Ἀλλά ὁ Σοφοκλῆς δέν περιορίζει τό οὐδέν στήν φύση. Λέει, ἀπολύτως: οὐδέν. Οὐδέν: οὔτε λοιπόν καί οἱ θεοί.
Αὐτό φωτίζει πάλι τό δεινός, ἐνῶ φαίνεται ταυτοχρόνως νά τό συσκοτίζει. Μέ ποιά ἔννοια μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι δεινότερος ἀπ’ τήν φύση — κι ἀπ’ τούς θεούς; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἐντούτοις προφανής — καί ἐκτίθεται, σχεδόν ἄμεσα, στήν συνέχεια τοῦ χορικοῦ. Ὁ πολιός πόντος κι ὁ χειμέριος νότος εἶναι ἀσφαλῶς δυνατότερα ἀπ’ τόν ἄνθρωπο — ὅπως καί τά θηρῶν ἀγρίων ἔθνη, καί τόσα ἄλλα ὄντα. Ἀλλά τά ὄντα αὐτά εἶναι, καί εἶναι ὅ,τι εἶναι, ἀπό τήν φύση τους. Σέ ὁποιονδήποτε χρόνο ἔκαναν, κάνουν καί θά κάνουν τά ἴδια πράγματα. Καί τίς δυνάμεις πού ἔχουν, τίς ἔχουν διότι τούς ἔχουν δοθεῖ μιά γιά πάντα, χωρίς νά μποροῦν νά τίς ἀλλάξουν. Τό τί ἐστίν τους, ὅπως θά ἔλεγε ὁ Ἀριστοτέλης, πού τά καθορίζει καί πού ἀναπτύσσεται στά διάφορα κατηγορήματά τους, δέν προέρχεται ἀπό αὐτά τά ἴδια.
Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἰσχύει καί γιά τούς θεούς. Συντριπτικά πιό δυνατοί ἀπ’ τόν ἄνθρωπο, προικισμένοι μέ ἀναρίθμητες δυνατότητες καί ἱκανότητες — ὄχι ὅμως, ἄς τό ὑπενθυμίσουμε, παντοδύναμοι — , ἀθάνατοι — ὄχι ὅμως αἰώνιοι ἤ ἄχρονοι — οἱ θεοί εἶναι αὐτό πού εἶναι ἀπ’ τήν «φύση» τους καί χωρίς νά ἔχουν κάνει τίποτα γι’ αὐτό. Κι ἔτσι, π.χ., ἀπ’ τήν μιά μεριά δέν ἔχουν ἀνάγκη νά καταφύγουν στήν τέχνη — νά ναυπηγήσουν καράβια γιά νά μετακινηθοῦν, ἤ νά γράψουν κάτι γιά νά τό θυμηθοῦν ἀπ’ τήν ἄλλη μεριά, ἡ τέχνη τοῦ Ἡφαίστου εἶναι βέβαια ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀπ’ τήν ἀνθρώπινη, ἀλλά τήν τέχνη αὐτή δέν τήν ἐπενόησε ὁ Ἡφαιστος, τοῦ εἶναι ἔμφυτη, ὁ Ἥφαιστος εἶναι ἡ τέχνη, ὅπως ὁ Ἄρης εἶναι ὁ πόλεμος κι ἡ Ἀθηνᾶ εἶναι ἤ σοφία.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό ὄν, τοῦ ὁποίου οὐδέν δεινότερον πέλει, κι αὐτό, γιατί τίποτε ἀπ’ ὅσα κάνει — καί πού περιγράφονται, ἐνδεικτικά καί ἀποσπασματικά κατ’ ἀνάγκην, στούς στίχους 334-351 — δέν μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ σ’ ἕνα «φυσικό» προίκισμά του. Τό τί ἔστιν τοῦ ἀνθρώπου. πού ἐκφράζεται καί ἀναπτύσσεται μέ τά διάφορα κατηγορήματά του, εἶναι ἔργο τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου. Σέ φιλοσοφική ὁρολογία: ὁ ἄνθρωπος θέτει τόν ἑαυτό του ὡς ἄνθρωπο, ἡ οὐσία τοῦ ἄνθρωπου εἶναι αὐτοδημιουργία, κι αὐτή ἡ φράση νοεῖται μέ τίς δύο ἔννοιες: ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ τήν οὐσία του, καί ἡ οὐσία αὐτή εἶναι δημιουργία καί αὐτοδημιουργία. Ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ τόν ἑαυτό του ὡς δημιουργό, μέσα σ’ ἕνα κύκλο, τοῦ ὁποίου ἡ φαινομενική λογική φαυλότητα ἀποκαλύπτει τό ὀντολογικά πρωταρχικό.
Τό ὅτι αὐτή εἶναι ἡ σύλληψη τοῦ Σοφοκλέους γίνεται φανερό πέρα ἀπό κάθε ἀμφιβολία μέ μία λέξη, πού — μαζί μέ τό παντοπόρος· ἄπορος ἐπ’ οὐδέν ἔρχεται τό μέλλον καί τό οὐδέν ἀνθρώπου δεινότερον — εἶναι ὁ τρίτος στυλοβάτης αὐτού του μέρους τοῦ χορικοῦ: ἐδιδάξατο (354). Ἡ μέση φωνή δηλώνει, ὅπως ξέρουμε, τήν ἐπιστροφή τῆς ἐνέργειας πάνω στό ὑποκείμενο πού ἐνεργεῖ. Τόν ἀνθοωπρ δέν τόν ἐδίδαξε κανείς (π.χ. ὁ Προμηθεύς)· ἐδίδαξε τόν ἑαυτό του. Ὅταν μέ διδάσκουν, κάποιος πού ἤδη κατέχει μία γνώση, μοῦ τήν δίνει, μοῦ τήν προσφέρει, μοῦ τήν μεταβιβάζει. Ὅταν διδάσκομαι (μέση φωνή), δίνω στόν ἕαυτό μου κάτι πού ὁ ἑαυτός μου δέν ἔχει (ἀλλιῶς, γιατί νά τοῦ τό δώσω;) καί πού ἔχει (ἀλλιῶς, ποιός τό δίνει;). Ὁ φαινομενικός παραλογισμός αἴρεται ἅμα καταλάβουμε ὅτι ἡ αὐτοενέργεια τοῦ αὐτοδιδασκόμενου ἀνθρώπρυ δημιορυργεῖ (φέρνει σέ ὕπαρξη) καί τό «περιεχόμενο» καί τό «ὑποκίμενό» της, πού ἀλληλοπροσδιορίζονται καί ἀλληλο-ὑπάρχουν.
Ὁ τρίτος αὐτός στυλοβάτης εἶναι, ἴσως, ὁ σημαντικότερος, γιατί τό ἐδιδάξατο αὐτό ἀναπροσδιορίζει καί ἀνατοποθετεῖ ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν προηγουμένως: ὅλα τά ἔργα καί δημιουργήματα τοῦ ἀνθρώπου, πού σχετίζονται μέ συγκεκριμένες τέχνες (ναυσιπλοΐα, γεωργία, θήρα κλπ.)· Γιατί ὅλες αὐτές οἱ τέχνες προϋποθέτουν ἀποφασιστικά αὐτά πού ¨ο ἄνθρωπος ἐδιδάξατο:
Καί φθέγμα καί ἀνεμόεν
φρόνημα καί ἀστυνόμους
ὀργάς ἐδιδάξατο.
Οἱ ἀπάντησεις πού δίνουν στό θεμελιακό αὐτό γιά ὅλον τόν ἑλληνικό πολιτισμό ἐρώτημα οἱ δύο τραγωδίες εἶναι, ὅπως θά προσπαθήσω νά δείξω, τελείως ἀντίθετες. Ἡ διαφορά αὐτή δέν μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ μόνο στήν ἀτομική στάση τῶν δύο ποιητῶν. Παρά τό μικρό χρονικό διάστημα πού χωρίζει τά δύο ἔργα —περίπου εἴκοσι χρόναι — ἡ διαφορά ἐκφράζει καί εἶναι συνυπόστατη μέ τόν ἀνήκουστο ρυθμό τῆς πνευματικῆς δημιουργίας στήν δημοκρατική Ἀθήνα, μέ τόν ὁλοένα καί ριζικότερο παραμερισμό τῶν παραδοσιακῶν παραστάσεων καί μέ τήν ἐπέκταση καί ἐμβάθυνση τῆς ἀνθρώπινης αὐτογνωσίας. Εἶναι κατά κάποιο τρόπο ἀνάλογη μέ τήν διαφορά Ἡροδότου-Θουκυδίδη καί τήν προαναγγέλλει εἴκοσι - τριάντα χρόνια πρίν.
Ὁ χῶρος καί ὁ χρόνος δέν μοῦ ἐπιτρέπουν νά ἐμπλακῶ μέ τό σύνολο τῶν «ἑρμηνευτικῶν» (μέ τήν σύγχρονη ἔννοια τοῦ ὄρου) ζητημάτων, πού κατ’ ἀνάγκη θέτουν τά δύο τεράστια κείμενα. Θελημένα θά «ἀποσπάσω» τά χωρία πού κεντρικά μέ ἐνδιαφέρουν, χωρίς νά ἀσχοληθῶ — ἔξω ἀπό παρεμπίπτουσες νύξεις — μέ τήν σχέση τους μέ τό σύνολο τῆς τραγωδίας ἀπό τήν ὁποία προέρχονται, ἀκόμα λιγότερο μέ τό συνολικό ἔργο τῶν δύο ποιητῶν. Οὔτε θά ἀναφερθῶ στό εὐρύτατο πλέγμα τῶν ἀνθρωπολογικῶν ἀντιλήψεων πού ἐμφανίζονται ἀπ’ τόν Ὅμηρο καί τόν Ἡσίοδο ὡς τόν 5ο αἰώνα καί κατόπιν. Οἱ παρεμφερεῖς ἐρωτήσεις εἶναι φυσικά ἀπολύτως νόμιμες. Θεωρῶ ὅμως ἐπίσης νόμιμη τήν ἐδῶ σκοπιά: νά προσπαθήσουμε νά θεωρήσουμε καθ’ ἑαυτά καί σέ ὅλη τήν δύναμή τους ὁρισμένα ρήματα τῶν δύο ποιητῶν (μέ γνώση, φυσικά, ὅσων τά περιβάλλουν, ἀλλά χωρίς ρητή ἐπεξεργασία τῆς γνώσης αὐτῆς) καί, ξεκινώντας ἀπ’ αὐτά, νά προσπαθήσουμε, σ’ ἕνα δεύτερο καιρό, νά διαυγάσουμε τό συνολικό ἑλληνικό τοπίο.
Τό θέμα μας ἐδῶ εἶναι: τί λέγεται — καί κατά συνέπεια, τί προτείνεται πρός ἀκοήην στό κοινό τῶν Ἀθηναίων — μέσα στόν Προμηθέα ἀφ’ ἑνός, στήν Ἀντιγόνη ἀφ’ ἕτερου, σχετικά μέ τόν ἄνθρωπο καί τά οὐσιαστικά του κατηγορήματα; Ἑπομένως, λίγο μας ἐνδιαφέρει ἄν ὁ Αἰσχύλος καί ὁ Σοφοκλῆς «ἐπενόησαν» τά λόγια τους, ἤ τά «δανείστηκαν», ἄν τά σκέφτηκαν νηφάλια, τά εἶδαν στόν ὕπνο τους ἤ ἄν τούς ἦρθαν σέ μία στιγμή θείας μανίας. Ἐλάχιστα μας ἐνδιαφέρει, ἀκόμα, καί ἄν τά «ἐπίστευαν» (ἄν καί ἀσφαλῶς τά ἐπίστευαν). Βαρύτητα ἄπ’ αὐτή τήν ἄποψη ἔχει γιά μᾶς μόνο τό γεγονός ὅτι αὐτά πού θά ἐκθέσουμε μποροῦσε κάποιος νά τά διανοηθεῖ στήν Ἀθήνα τοῦ 460-440, μποροῦσε νά τά ἔκφρασει, νά τά παρουσιάσει στόν λαό καί — τουλάχιστον στήν περίπτωση τῆς Ἀντιγόνης — νά στεφανωθεῖ γι’ αὐτό πού διανοήθηκε, ἐξέφρασε καί παρέστησε. Βαρύτητα ἔχει δηλαδή γιά μᾶς ἡ πραγματική παρουσία στόν ἀθηναϊκό κοινωνικό-ἱστορικό χῶρο ὁρισμένων σημασιακῶν συμπλεγμάτων, τῶν ὁποίων ξέρουμε, ἀπ’ τήν ἄλλη μεριά, τήν ἐνδόμυχη συνάφεια μέ τήν καθολική φαντασιακή θέσμιση αὐτοῦ τοϋ χώρου. Ἡ σχέση τοῦ Αἰσχύλου μέ τίς ρίζες μιᾶς μυθικῆς/θρησκευτικῆς παράδοσης, στήν ὁποία ὁ ἴδιος ἐπιβάλλει μία ἀποφασιστική στροφή, ἡ σχέση τοῦ Σοφοκλῆ μέ ὅλο τόν σύγχρονό του φιλοσοφικό (καί «σοφιστικό») ἀναβρασμό καί δημιουργία εἶναι περίπου γνωστές. Νομίζω ὅτι θά φωτιστοῦν ἐντονότερα ἀπ’ τήν συγκριτική ἀνάλυση πού ἀκολουθεῖ.
Ἐπίσης δέν μπορῶ νά ἀσχοληθῶ μέ τήν συζήτηση τῶν προηγουμένων, καί λίγο ἤ πολύ γνωστῶν, ἑρμηνειῶν τῶν δύο ἔργων. Δύο σημεῖα μόνο θά μνημονεύσω σύντομα. Ὑπάρχει μία «μετάφραση» καί ἐκτενής «ἑρμηνεία» τοῦ στασίμου τῆς Ἀντιγόνης πού θά συζητήσουμε (πολλά τά δεινά...) ἀπ’ τόν Χάιντεγκερ. Ἡ «μετάφραση» ἀποτελεῖ κατ’ οὐσίαν ἕναν ἀποκρουστικό βιασμό τοῦ κειμένου τοῦ Σοφοκλέους. Στηρίζει — καί στηρίζεται σε — μίαν «ἑρμηνεία» πού εἶναι, ὅπως σχεδόν πάντοτε, ἁπλῶς προβολή τῶν σχημάτων τοῦ Χάιντεγκερ. Ὅσο καί ἄν, καθ’ ἑαυτά, αὐτά τά σχήματα μποροῦν νά ὠθήσουν πρός σκέψη καί νά «ἐρεθίσουν» γόνιμα τόν συνήθως ὀκνηρό ἀναγνώστη τῶν ἀρχαίων κειμένων, στήν προκειμένη περίπτωση ὁδηγοῦν σέ μία τεχνητή καί σαθρή κατασκευή, πού ἀπ’ τή μία παρουσιάζει τόν ἄνθρωπο τοῦ Σοφοκλέους σάν μία πλήρη ἐνσάρκωση τοῦ Χαϊντεγκεριανοῦ Dasein, καί, ἀπ’ τήν ἄλλη, ρυθμίζεται, ἀπίστευτα καί τερατωδῶς (ὅπως ὅλα ὅσα ἔχει γράψει ὁ Χάιντεγκερ γιά τούς Ἀρχαίους Ἕλληνες), ἀπό τήν συστηματική ἀγνόηση τῆς πόλεως, τῆς πολιτικῆς, τῆς δημοκρατίας καί τῆς κεντρικῆς θέσης τους μέσα στήν ἀρχαία ἑλληνική δημιουργία. Τό ἀναγκαῖο ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἀγνόησης εἶναι φυσικά μιά στραβή «κατανόηση» τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας, ἀδιάσπαστα συνδεδεμένης μέ τήν πόλη καί τήν δημοκρατία ἀκόμα καί ὅταν τίς ἐχθρεύεται. Καί ὁ Πλάτων ἀκόμα — ὁ Πλάτων ἰδίως— εἶναι ὄχι μόνο ἀδιανόητος καί ἀδύνατος χωρίς τήν δημοκρατική πόλη, ἄλλα καί ἀκατανόητος ὡς φιλόσοφος χωρίς τήν ἐπιμονη πάλη του ἐναντίον τῆς δημοκρατίας. Αὐτά ὁ ἐθνικοσοσιαλιστής (1933-1945) Χάιντεγκερ οὔτε θέλει οὔτε μπορεϊ νά τά ἰδεῖ. (Ἕνα ἀπ’ τά ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς τύφλωσης θά τό βροῦμε πιό κάτω, συζητώντας τό κείμενο τοῦ Σοφοκλέους). Oἱ αὐθαιρεσίες τοῦ Χάιντεγκερ φθάνουν ὡς τήν συνδυασμένη ἀλλοίωση τῆς προφανοῦς στίξης τοϋ κειμένου καί τοῦ παραμερισμοῦ λέξεων πού δείχνουν τό ἄτοπο αὐτῆς τῆς ἀλλοίωσης. Ἔτσι, π.χ., διαβάζει τούς στίχους 360-361 τοῦ στασίμου τῆς Ἀντιγόνης: παντοπόρος ἄπορος, ἐπ’ οὐδέν ἔρχεται ἀντί γιά παντοπόρος· ἄπορος ἐπ’ οὐδέν ἔρχεται τό μέλλον, γιά νά μπορέσει νά μεταφράσει: «παντοῦ βαδίζοντας καί μένοντας στόν δρόμο, χωρίς πείρα καί χωρίς διέξοδο, φτάνει στό μηδέν», ἐξωφρενική παραβίαση τοῦ κειμένου, πού γιά νά ἀποκτήσει μιά ἐπιφανειακή ἀληθοφάνεια εἶναι ὑποχρεωμένη νά ἐξαλείψει λάθρα τίς λέξεις τό μέλλον.
Μερικές ἀπό τίς αὐθαιρεσίες καί τίς αὐθάδειες τοῦ Χάιντεγκερ ἔχουν ἤδη ἐπισημανθεῖ, μεταξύ ἄλλων, ἀπό τόν D. Cop. de Gibsson, κι αὖτο μέ φέρνει στό δεύτερο σημεῖο πού θέλω νά ἀναφέρω προκαταρκτικά. Ἐναντίον τοῦ Χάιντεγκερ, ὁ ἴδιος ὁ Cop. de Gibsson ἐπικαλεῖται τίς ἐργασίες καί τά συμπεράσματα τῶν συγχρόνων Γάλλων «δομικῶν» ἑλληνιστῶν — Vernant, Detienne, Vidal-Naquet — σύμφωνα μέ τούς ὁποίους «ἡ μορφή τοῦ Ἕλληνος ἀνθρώπου... καθορίζει τήν κατάσταση (statut) τοῦ ἀνθρώπου, τοποθετώντας τόν σέ σχέση μέ τόν θεό καί, σύστοιχα, μέ τό ζῶο» (σ. 65). Καί εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ἡ ἑλληνική σύλληψη τοῦ ἀνθρώπου ὁρίζεται, γενικά, ἀπ’ τήν ὀργανωτική δομή: ζῶα/ἄνθρωποι/ θεοί, πού κατά κάποιο τρόπο χαράζει τά σύνορά της ἀπ’ τήν ἀνατολή τοῦ ἑλληνικοῦϋ πολιτισμοῦ (τουλάχιστον ἀπ' τόν Ἡσίοδο) ὡς τούς κλασικούς χρόνους, καί πιό πέρα ἀκόμη (πρβλ. τό θηρίον ἤ θεός τοῦ Ἀριστοτέλη). Ἡ δομή αὐτή, πού φαίνεται αὐτονόητη γιά μας, πού βρισκόμαστε στή συνέχεια τῆς συγκρότησής της ἀπ’ τούς Ἕλληνες, δέν εἶναι καθόλου «αὐτονόητη». Ἄς σκεφθοῦμε. π.χ.. τούς Ἑβραίους, τούς Ἰνδούς ἤ τούς Κινέζους — ἤ τίς ἰνδιάνικες φυλές της Ἀμερικῆς, ὅπου συχνά παρατηρεῖται μία «κυκλοφορία» ἀνάμεσα στή ζωική, ἀνθρώπινη καί θεϊκή κατάσταση, κυκλοφορία καί ὄχι τομή.
Ἀλλά ἡ δομή αὐτή εἶναι ἁπλῶς τό περίβλημα, τό κέλυφος, μέσα στό ὁποῖο διαδραματίζεται μία τεράστια — καί γιά μᾶς ἀπόφασιστική — κοινωνικό-ἱστορική δημιουργία, ἡ ὁποία ἀλλοιώνει τελείως τήν σημασία τῶν ὅρων/στοιχείων πού συγκροτοῦν τήν δομή αὐτή. Καί αὐτό γίνεται ἀποκλειστικά μέ τήν ἀλλαγή τῆς σημασίας — τοῦ σημασιακοῦ μάγματος — πού ἀφορᾶ τό μέσο καί κεντρικό στοιχεῖο τῆς δομῆς, δηλαδή τόν ἄνθρωπο. Ἀλλοίωση πού ἐπιτελεῖται μέ τήν προσπάθεια γιά αὐτογνωσία, πού ἀκριβῶς χαρακτηρίζει καίρια αὐτή τή δημιουργία. Ἄν μείνουμε σ’ αὐτή τήν «δομική» ἀντίληψη, κινδυνεύουμε νά ἐπαναλάβουμε τήν κρίσιμη παραγνώριση πού μαστίζει ἐπί αἰῶνες τώρα τήν προσέγγιση τοῦ ἀρχαίου ἑλληνκοῦ κόσμου. Κινδυνεύουμε νά μιλᾶμε γιά τόν «Ἕλληνα ἄνθρωπο», τήν «ἑλληνική πόλη», τήν «ἑλληνική σύλληψη τῆς φύσης» κτλ., ξεχνώντας ὅτι τό βασικό χαρακτηριστικό της ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἱστορίας εἶναι ἀκριβῶς ὅτι εἶναι ἱστορία μέ τήν πιό ἐμφατική ἔννοια τοῦ ὄρου, ὅτι τό «πνεῦμα» τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων πραγματοποιεῖται ἀκριβῶς ὡς ἀλλαγή, αὐτο-αλλοίωση, αὐτο-θέσμιση — ὅλες συνυφασμένες μέ τήν προσπάθεια τῆς αὐτογνωσίας, πού εἶναι συνεχής ἐνέργεια, ἐργασία, διαδικασία καί ὄχι στατικό ἀποτέλεσμα.
Μίαν ἀποφασιστική στιγμή αὐτῆς τῆς ἀλλοίωσης μποροῦμε νά συλλάβουμε ἀναλύοντας καί συγκρίνοντας τήν ἀνθρωπολογία τοῦ Αἰσχύλου καί τοῦ Σοφοκλέους. Ἡ παραβολή τῶν δύο ποιητῶν μᾶς δείχνει καθαρά μίαν ὀντολογική ἀνατροπή τεράστιας βαρύτητας, ποὐ συντελεῖται μέσα στά εἴκοσι αὐτά χρόνια.
Τό ἐρώτημα τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος δέν διατυπώνεται ὡς ἐρώτημα στίς δύο τραγωδίες, ὅπως θά συνέβαινε σέ ἕνα φιλοσοφικό κείμενο. Τό ἐρώτημα ἐμπεριέχεται στίς τραγωδίες καί συνάγεται ἀπ’ τό ὅτι τοῦ δίνεται μία ἐκτενής ἀπάντηση. Ὁ Αἰσχύλος ἀπαντάει στήν ὑπόρρητη ἐρώτησή του μέ μιά ἀνθρωπογονία. Ἡ ἀνθρωπογονία αὐτή εἶναι μυθική, ὄχι μέ μιά ἁπλῶς ἐξωτερική ἔννοια — ἐπειδή ἀναφέρεται σ’ ἕνα μύθο, τόν μύθο τοῦ Προμηθέα, καί τόν ξανάχρησιμοποιεῖ. Εἶναι μυθική μέ τήν βαθύτερη, φιλοσοφική ἔννοια τοῦ ὄρου: ἀπαντάει στό ἐρώτημα τό σχετικό μέ τόν ἄνθρωπο παραπέμποντας στήν προέλευσή του καί παρουσιάζοντας μίαν ἀφήγηση: ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτό πού εἶναι, διότι κάποτε, πολύ παλιά (πέρα ἀπό κάθε δυνατή ἐμπειρική βεβαίωση ἤ ἀνασκευή) συνέβη κάτι πού ὑπερβαίνει τήν συνήθη μας πείρα. Ἕνα ὑπεράνθρωπο ὄν, ὁ Προμηθέας, ἔδωσε στούς ἀνθρώπους αὐτά πού τούς ἔκαναν πράγματι ἀνθρώπους. Ὁρισμός τοῦ μύθου: ἡ ἀφήγηση τῆς προέλευσης ἀπαντᾶ στό ἐρώτημα γιά τήν οὐσία. Στόν Σοφοκλῆ, ὅπως θά δοῦμε, ἡ παρουσίαση τῆς οὐσίας ἀπαντᾶ καί στό ἐρώτημα γιά τήν οὐσία, καί στό ἐρώτημα γιά τήν προέλευση. Ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου, τό δεινόν, εἶναι ἡ αὐτοδημιουργία του.
Ἄς κοιτάξουμε ἀπό πιό κοντά τό κείμενο τοῦ Αἰσχύλου. Ἡ ἀνθρωπογονία παρουσιάζεται ἐδῶ ὡς τό ἔργο τοῦ Προμηθέως, ἀποτέλεσμα τῆς ἀπόφασης καί τῆς πράξης του. Ἡ ἀπόφαση αὐτή ἀπορρέει, μέ τήν σειρά της, ἀπό μία ἐσωτερική σύγκρουση τῶν ὑπεράνθρωπων δυνάμεων — σύγκρουση ἀνάμεσα στόν Δία καί στόν Προμηθέα. Ὁ Ζεύς ἤθελε νά καταστρέψει τούς ἄνθρωπους (σ. 231-236), ὁ Προμηθεύς ἀποφασίζει νά τούς σώσει — καί τούς σώζει, μεταβιβάζοντας σ’ αὐτούς ἕνα μέρος ἀπ’ τίς δυνατότητες τοῦ πράττειν/ποιεῖν πού ἦταν, ὡς τότε, ἀποκλειστικά κτῆμα τῶν θείων δυνάμεων.
Δέν εἶναι ἄσκοπο νά ὑπογραμμισθεῖ αὐτή ἡ θέληση καταστροφῆς τοῦ ἀνθρώπινου γένους, πού ὁ Αἰσχύλος μέ ἔμφαση καταλογίζει στόν Δία. Οἱ κατά τόν Αἰσχύλο λόγοι, ἤ τά κίνητρα τοῦ Διός, μᾶς μένουν ἄγνωστα. Πιθανόν εἶναι ὁ ποιητής νά τούς εἶχε περίγράψει στόν Προμηθέα Πυρφόρο, πού δέν τόν ἔχουμε.
Ποιά ἦταν ἡ κατάσταση τῆς ἀνθρωπότητας πρίν ἀπ’ τήν ἐπέμβασή τοῦ Προμηθέως; Ἔμμεση καί ἐξ ἀντιθέσεως ἀπάντηση στήν ἐρώτηση αὐτή δίνεται φυσικά μέ τήν ἀπαρίθμηση ὅσων δέν εἶχαν οἱ ἄνθρωποι στήν πρωτόγονη κατάστασή τους (248-254, 458-506). Ἀλλά ὁ Αἰσχύλος δίνει καί μία ἄμεση ἀπάντηση, μέ τήν θετική περιγραφή τῆς προα-νθρώπινης ἀνθρωπότητας (248-254, 443-457). Ἡ περιγραφή αὐτή, ἰδίως στούς στ. 443-457, εἶναι καταπληκτική. Ἡ προ-ανθρώπινη κατάσταση τῆς ἀνθρωπότητας, ὅπως τήν παρουσιάζει ὁ Αἰσχύλος, εἶναι κυριολεκτικά ἀπίστευτη. Εἶναι τελείως φανταστική, χωρίς καμία ἐξωτερική «ἀληθοφάνεια» ἤ φροντίδα γιά μιά τέτοιου εἴδους ἀληθοφάνεια.
Οἱ «ἄνθρωποι» αὐτοί, ἄν μποροῦν νά ὀνομαστοῦν ἔτσι, εἶναι σάν ἀνυπόστατες σκιές — θυμίζουν τά ζόμπι τῆς σύγχρονης φανταστικῆς λογοτεχνίας. Ἔβλεπαν χωρίς νά βλέπουν, χωρίς νά τούς ὠφελεῖ αὐτό πού βλέπουν (μάτην), ἄκουγαν χωρίς νά ἀκοῦνε, καί ὀνειράτων ἀλίγκιοι μορφαῖσι, παρόμοιοι μέ μορφές ὀνείρων, περνοῦσαν τήν μακριά ζωή τους χωρίς καμία τάξη, στήν τύχη (εἰκῇ). Ζοῦσαν κάτω ἀπ’ τήν γῆ, μέσα σ’ ἀνήλια σπήλαια, δέν μποροῦσαν νά ξεχωρίσουν χειμώνα, ἄνοιξη καί καλοκαίρι, καί ἄτερ γνώμης τό πᾶν ἐπρασσον: ἔκαναν τά πάντα χωρίς σκέψη, χωρίς νοῦ. Καί (στ. 248· θά ἐπανέλθω στήν ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ στίχου) δέν προέβλεπαν — δέν ἤξεραν — τόν θάνατο.
Ἡ κατάσταση αὐτή εἶναι τελείως ἐξωπραγματική — καί γιά μας καί γιά τήν ἐποχή τοῦ Αἰσχύλου. Δέν πρόκειται ἐδῶ οὔτε γιά ὑπερπρωτόγονους ἄγριους, οὔτε γιά κανένα δυνατό καί συλληπτό ζωολογικό εἶδος. Οὔτε γιά τούς πιθήκους, οὔτε κάν γιά τά μυρμήγκια — πού ἀναφέρονται στόν στ. 453 — θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι μοιάζουν μέ μορφές ὀνείρων κι ὅτι βλέπουν χωρίς νά βλέπουν. Ἡ πρό-ἀνθρώπινη κατάσταση τῆς ἀνθρωπότητας δέν εἶναι, γιά τόν Αἰσχύλο, μιά συνηθισμένη ζωική κατάσταση. Ἀπ’ τήν βιολογική ἄποψη, τά ὄντα αὐτά εἶναι τερατώδη καί ριζικά ἀνίκανα πρός ζωή. Ἄν εἶχαν ποτέ ἐμφανισθεΐ, δέν θά εἶχαν μπορέσει νά ἐπιζήσουν πέρα ἀπ’ τήν δεύτερη γενεά - δέν χρειάζεται ἡ δαρβινική θεωρία γιά νά τό συμπεράνει κανείς.
Καί ὅμως, ἡ περιγραφή τοῦ Αἰσχύλου παρουσιάζει κάτι πού εἶναι σημαντικότερο ἀπ’ τό πραγματικό: δίνει τήν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου πρίν ἤ ἔξω ἀπ’τη θέσμιση τῆς κοινωνικῆς ζωῆς — τῶν τεγνῶν, τῆς ἐργασίας, τοῦ λόγου. Αὐτό πού περιγράφεται ἐδῶ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὅπως θά ἦταν, ἄν εἶχε σῶμα βέβαια, καί ψυχή — ἀλλά ὄχγι γνώμη. Εἶναι αὐτό πού θά ὀνομάζαμε σήμερα τό πρωταρχικό ἀσυνείδητο, ἡ ἀ-λογικότητα καί ἀ-πραγματικότητα τῆς ψυχικῆς μονάδας. Μιά κατάσταση πού μόνο λογικά καί ὑποθετικά μποροῦμε νά τήν σκεφτοῦμε, πού μοιάζει μέ μορφή ὀνείρου — καί πού εἶναι γεμάτη μορφές ὀνείρων — , ἀφαιρετικά: τί καί πῶς θά ἦταν ὁ ἄνθρωπος, χωρίς γνώμη καί χωρίς τέχνη. Ὀνομάζω αὐτή τήν ἀφαίρεση σημαντικότερη ἀπ’ τήν πραγματικότητα, γιατί μόνο αὐτή μας ἐπιτρέπει νά συλλάβουμε ὅλα ὅσα, στόν ἄνθρωπο, προέρχονται ἀπ’ αὐτό πού εἶναι πέρα ἀπ’ τό πρωταρχικό του δεδομένο, τήν ψυχή, καί πού ἀνάγεται στήν κοινωνική του διάσταση, σ’ αὐτο πού γιά μᾶς εἶναι ἡ θέσμιση τῆς γνώμης καί τῆς τέχνης, καί πού γιά τόν Αἰσχύλο εἶναι δῶρα τοῦ Προμηθέως, πού ἔκανε τούς ἀνθρώπους, νηπίους ὄντας τό πρίν, ἔννους καί φρενῶν ἐπηβόλους (στ. 442-443).
Στήν ἀπαρίθμηση καί περιγραφή τῶν δώρων τοῦ Προμηθέως πού ἀκολουθεῖ (457-506) θά ἦταν κατ’ ἀρχήν γελοῖο νά προσπαθήσουμε νά βροῦμε μιά συστηματική, λογικό-φιλοσοφική τάξη. Καί ὅμως, ἡ τάξη τῆς ἔκθεσης, ὅπως καί τό τί συμπεριλαμβάνει καί τί ἄφηνει ἔξω, εἶναι ἀδύνατο νά θεωρηθοῦν τυχαία. Ὁ Προμηθεύς ἀρχίζει μιλώντας γιά τίς ἀνατολές καί τίς δυσκρίτους δύσεις τῶν ἄστρων. Ἀνατολές καί δύσεις ἐδῶ πρέπει νά εἶναι καί οἱ κυρίως λεγάμενες ἀνατολές, ἀλλά ἀσφαλῶς καί οἱ ἐπιτολές — οἱ στιγμές τοῦ ἔτους ὅπου ἕνα ἀστέρι ξαναεμφανίζεται στόν ἐτήσιο κύκλο του καί ἐπιτρέπει ἔτσι νά καθορισθοῦν οἱ ἐποχές τοῦ ἔτους. Ἡ ἁπλή ἀνατολή καί δύση τοῦ ἡλίου ἤ καί ὁποιουδήποτε ἄστρου δέν εἶναι δύσκριτος, καί ἡ ἀνικανότητα τῶν προ-ανθρώπινων ἀνθρώπων νά διακρίνουν τίς ἐποχές ἔχει ἀναφερθεῖ ἀμέσως πρίν (454-456). Ὁ Προμηθεύς δίνει ἔτσι στούς ἀνθρώπους τά σημάδια, τά σταθερά σημεῖα ἀναφορᾶς, διά τῶν ὁποίων καί μόνο γίνεται δυνατή καί ἡ σύλληψη καί ἡ μέτρηση τοῦ χρόνου. Ἡ μέτρηση αὐτή, τοῦ χρόνου καί τῶν πάντων ὅσα εἶναι μετρήσιμα, ἔρχεται ἀμέσως κατόπιν: ἀριθμόν, ἔξοχον σοφισμάτων, ἔξηϋρον αὐτοῖς. Πῶς μ’ αὐτή τήν σύζευξη τοῦ χρόνου καί τοῦ ἀριθμοῦ, νά μή θυμηθεῖ κανείς τόν Ἀριστοτέλη: χρόνος ἔστι ἀριθμός κινήσεως κατά τό πρότερον καί ὕστερον (Φύσ. Δ, 219 bl-2· 220 e3-4); Γιά νά ὑπάρξει ἀρίθμηση, πρέπει πρῶτα νά ὑπάρξει ὁρισμός καί καθορισμός τῶν χωριστῶν. Καί ἀνθρωπότητα χωρίς ἀριθμητική εἶναι ἀδιανόητη.
Ἀμέσως κατόπιν ἔρχονται οἱ γραμμάτων... συνθέσεις, μνήμην ἁπάντων, μουσομήτορ’ ἐργάνην: οἱ συνθέσεις ἤ συμπλοκές χαραγμένων ἤ ζωγραφισμένων σημείων, πού μποροῦν νά ἐνσωματώσουν κάθε μνήμη καί νά ὑπηρετήσουν κάθε ἐργασία πού γεννάει τίς Μοῦσες, αὐτό πού ὀνομάζουμε τέχνες καί γνώσεις.
Ὕστερα ἀπ’ αὐτό τό δῶρο τῆς σύλληψης τοῦ χρόνου, τοῦ ἀριθμοῦ καί τῶν (τεχνητῶν) σημείων πού στηρίζουν καί ἐνσαρκώνουν τήν μνήμη, ἔρχονται οἱ παραγωγικές τέχνες, ἡ τεχνική, ὅπως λέμε σήμερα. Δέν θά σχολιάσω ἐδῶ αὐτή τήν ἀπαρίθμηση (462-469, 500-503). Θά σημειώσω μόνο τήν ἐμφατική ἀναφορά στήν ἰατρική (μέγιστον, 478-483), καί τήν διεξοδική περιγραφή τῆς μαντικῆς καί τῆς ἑρμηνείας τῶν ὀνείρων (484-499), στήν ὅποια θά ἐπανέλθω. Ὁ στίχος πού τελειώνει τήν ἀπαρίθμηση ἔχει βαρύ νόημα: πᾶσαι τέχναι βροτοῖσιν ἐκ Προμηθέως (506). Τό ἀξίωμά μας, σ’ αὐτή τήν ἀνάλυση, εἶναι ὅτι παίρνουμε τόν ποιητή στά σοβαρά. Τό πᾶσαι τέχναι ἰσοδυνάμει μέ τό πάσα τέχνη. Ὅ Προμηθεύς δέν ἔδωσε στούς ἄνθρωπους μερικά στοιχεῖα, ἄπ’ τά ὁποῖα αὐτοί συνέθεσαν καί συναρμολόγησαν τά ὑπόλοιπα, ἀπ’ αὐτον (ἐκ) προέρχονται πᾶσαι τέχναι. Ὁ Αἰσχύλος δέν μπορεῖ βέβαια νά ἀγνοεῖ ὅτι στίς ἡμέρες του συνεχῶς τελειοποιοῦνταν διάφορες τέχνες (κι ὅτι ὁ ἴδιος εἶχε ἀποφασιστικά ἀλλάξει τήν ἴδια του τήν τέχνη). Αὐτό γιά τό ὁποῖο γίνεται ἐδῶ λόγος εἶναι ἡ συνολική ρήξη μέ τήν προ-ανθρώπινη κατάσταση καί ἡ ἐξαίφνης ἀνάδυση τῆς τέχνης ὡς τέτοιας. Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει βαθμιαῖο καί χιλιοστομετρικό πέρασμα ἀπ’ τόν μή χρόνο στόν χρόνο, ἀπ’ τόν μή ἀριθμό στόν ἀριθμό. Ὁ ἀριθμός ἤ ὑπάρχει ἤ δέν ὑπάρχει· ἡ ὕπαρξη μισοῦ ἤ ὀλίγου ἀριθμοῦ (καί ἡ «πρόοδος», π.χ., στά τρία τέταρτα καί μετά στόν ὁλόκληρο ἀριθμό) εἶναι ἀδιανόητη. Μιά καί ὁ ἀριθμός ὑπάρξει, μποροῦμε μετά νά ἀριθμήσουμε ὁλοένα καί μεγαλύτερους ἀριθμούς — ἤ ἄλλα εἴδη ἀριθμῶν. Τό ἴδιο καί μέ τήν τέχνη (στήν πρωταρχική ἔννοια τοῦ ὄρου): ἤ ὑπάρχει, ἤ δέν ὑπάρχει. Ἡ ἐμφάνιση τῆς τέχνης δέν μπορεῖ νά εἶναι παρά πέρασμα ἀπ’ τήν μή τέχνη στήν τέχνη, ρήξη, ἀπόλυτη ἑτερότητα πού δέν ἐπιδέχεται βαθμούς. Ἀπότομα καί συνολικά περνᾶμε ἀπ’ τό ἕνα ἐπίπεδο στό ἄλλο — ὅσο πρωτόγονο καί νά εἶναι ἐτοῦτο ἐδῶ. Ἀπ’ τήν προ-ανθρώπινη στήν ἀνθρώπινη κατάσταση δέν ὑπάρχει βαθμιαία καί μέρος κατά μέρος μετάβαση (ἄς θυμηθοῦμε τήν γλώσσα!). Ἡ μετάβαση γίνεται ἤ δέν γίνεται, ὅταν γίνεται εἶναι καθολική ἑτέρωση — δηλαδή δημιουργία. Αὐτήν τήν δημιουργία ὁ Αἰσχύλος δέν μπορεΐ νά τήν σκεφθεῖΐ — ὅπως θά κάνει ὁ Σοφοκλής — ὡς αὐτοδημιουργία. Ξέρει ὅμως ὅτι δέν μπορεῖ νά εἶναι τό ἀποτέλεσμα μιᾶς ὁποιοσδήποτε σώρευσης, κι αὐτό τό ἐκφράζει μέ τήν πράξη τοῦ Προμηθέως, ἀπ’ τήν ὁποία προέρχονται πᾶσαι τέχναι.
Ἐπανέρχομαι στό ἐκτενές χωρίο πού ἀφορᾶ τήν μαντική καί τήν ἑρμηνεία τῶν ὀνείρων (484-499), καί πού θά χρειαζόταν ἐπίσης ἐκτενή σχολιασμό, γιά νά σημειώσω μόνο μερικά στοιχεῖα καί ἐρωτήματα. Ἡ πρώτη διαπίστωση — πού ἐπιβάλλεται καί πού ἁπλῶς παραθέτω ἐδῶ — εἶναι αὐτή ἡ ὀγκώδης καί καταπληκτική: ὁ Αἰσχύλος μιλάει γιά τήν μαντική καί ὄχι γιά τήν θρησκεία, ἀναφέρει μόνο ἀκροθιγῶς τους θεούς, κι αὐτό μέσα σέ μία ὠφελιμιστική προοπτική. Τά ἐντόσθια τῶν μαντικῶν σφαγίων πρέπει νά ἐξετάζονται γιά νά φανεῖ ἄν εἶναι κατάλληλα δαίμοσιν πρός ἡδονήν (494). Ἀκόμα μία φορά, δέν λέω ὅτι αὐτά «ἐπίστευε» ὁ Αἰσχύλος· λέω ὅτι οἱ σκέψεις αὐτές —ὅπως καί ἡ περιγραφή τῆς ἐξουσίας τοῦ Διός σάν σκαιῆς τυραννίας, ἤ τοῦ Διός σάν ἐφήμερου τυράννου καταδικασμένου νά πέσει κι αὐτός μέ τήν σειρά του — ἦταν, ὅπως καί ἡ δημόσιά τους ἔκφραση, δυνατές καί διανοητές γιά τούς Ἀθηναίους του 460.
Τό ἄλλο στοιχεῖο ἀφορᾶ τό μῆκος, τήν θέση καί τήν ἀνάγκη αὐτῆς τῆς περιγραφῆς. Τό χωρίο εἶναι τό ἐκτενέστερο ἀπ’ ὅλα τά ἄλλα αὐτῆς της ἀνθρωπογονίας (16 στίχοι). Γιατί; Καί γιατί ἐδῶ; Καί γιατί ἦταν ἀπαραίτητο;
Νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντηση — ἀσφαλῶς ἐλλιπής — σ’ αὐτό τό ἐρώτημα βρίσκεται στήν σχέση τοϋ ἀνθρώπου μέ τόν χρόνο — καί ἰδιαίτερα μέ τό μέλλον. Ὁ Προμηθεύς ἔδωσε στούς ἀνθρώπους τήν σύλληψη καί τήν μέτρηση τοῦ χρόνου. Τούς ἔδωσε ἐπίσης τό μέσο γιά νά ἱδρύσουν μιά σχέση μέ τό παρελθόν: γραμμάτων... συνθέσεις, μνήμην ἁπάντων. Μέ τήν μαντική καί τήν ἑρμηνεία τῶν ὀνείρων, τούς ἐπιτρέπει μιά σχέση μέ τό μέλλον, ὁδηγώντας τους στήν δυστέκμαρτον τέχνην καί κάνοντάς τους νά καταλαβαίνουν τά φλογωπά σήματα (497-498).
Ἀπ’ τήν στιγμή πού ὑπάρχει σύλληψη τοῦ χρόνου, ὑπάρχει ὁ ὁρίζοντας τοῦ μέλλοντος καί οἱ βασικοί του καθορισμοί: ἡ ἀβεβαιότητα, ἡ ἀναμονή, ἡ ἐλπιίδα. Γιά νά ἀντιμετωπίσουν αὐτό τό χαρακτηριστικό τοῦϋ μέλλοντος, ὁ Προμηθεύς δίνει στούς ἄνθρωπους τήν μαντική καί τήν ἑρμηνεία τῶν ὀνείρων.
Αὐτό τό σύμπλεγμα ἰδεῶν μᾶς ἐπιτρέπει καί μᾶς ἀναγκάζει νά ἐπανέλθουμε σ’ ἕνα προηγούμενο, θεμελιώδους σημασίας χωρίο, πού δέν τό ἐθίξαμε ἕως τώρα. Πρόκειται γιά τούς στίχους 247-252, πού περιέχουν καί τήν πρώτη ἀναφορά (μετά ἀπ’ τούς στίχους 235-236 ὅπου ὁ Προμηθεύς λέει ὅτι ἐλύτρωσε τούς θνητούς ἀπ’ τήν ἐξολόθρευση πού τούς προετοίμαζε ὁ Ζεύς) στά ὅσα ὁ Προμηθεύς ἔκανε γιά χάρη τῶν ἄνθρωπων. Τό πρῶτο αὐτό — πρίν καί ἀπό τό δόσιμο τῆς φωτιάς — περιγράφεται στήν στιχομυθία 248-251, πού πρέπει νά παρατεθεῖ ἐδῶ, καί λόγω τῆς σημασίας της, καί διότι ἡ συνηθισμένη μετάφρασή της μοῦ φαίνεται τελείως παράλογη.
Προμηθεύς: Θνητούς γ' ἔπαυσα μή προδέρκεσθαι μόρον.
Χορός: Τό ποιόν εὑρών τῆσδε φάρμακον νόσου;
Προμηθεύς: Τυφλᾶς ἐν αὐτοῖς ἐλπίδας κατῴκισα.
Χορός: Μέγ’ ὠφέλημα τοῦτ’ ἐδωρήσω βροτοῖς.
Ὅ πρῶτος στίχος μεταφράζεται συνήθως: ἀπελευθέρωσα τούς ἄνθρωπους ἀπ’ τήν πρόβλεψη τοῦ θανάτου. Ἡ μετάφραση αὐτή, πρῶτον, εἶναι μετωπιαία ἀντιφατική μέ τήν περιγραφή πού κάνει ὁ Προμηθεύς τῆς προανθρώπινης κατάστασης (447 κ. ε.) Στούς στίχους πού ἐξετάζουμε πρόκειται σαφῶς γιά τό πέρασμα ἀπ’ τήν προ-ανθρώπινη στήν ἀνθρώπινη κατάσταση. Τό δόσιμο τῆς φωτιᾶς ἀναφέρεται κατόπιν (στ. 252). Πῶς θά ἦταν νοητό τά ὄντα αὐτά, πού δέν ἔχουν κάν ἔννοια τοῦ χρόνου, νά «προβλέπουν» τόν θάνατό τους; Πῶς μποροῦμε νά καταλογίσουμε στόν Αἰσχύλο μιά τόσο ἀπαράδεκτη ἀσυναρτησία; Δεύτερον, βιάζει τήν σαφῆ ἔννοια τοῦ κειμένου (γιά νά κολασθεῖ, πρέπει νά ἀποδοθεῖ, τεχνητά, στό μή τό συμπεπτυγμένο νόημα ἵνα μή). Τό κείμενο λέει: Ἔβαλα τέλος στήν κατάσταση ὅπου οἱ θνητοί δέν προέβλεπαν τόν θάνατο (αὐτο- νόητο, ἀφοῦ ἐζοῦσαν ἄτερ γνώμας). Ὄχι βέβαια μέ τήν ἔννοια τῆς πρόβλεψης τῆς ὥρας καί τῆς στιγμῆς, ἄλλα μέ τήν ἔννοια τῆς πρόβλεψης τοῦ γεγονότος: ἔμαθα στούς θνητούς ὅτι εἶναι θνητοί. Τρίτον, δέν εἶναι δυνατό νά ἀποδοθεῖ στόν Προμηθέα ἡ ἐξωφρενική ἰδέα ὅτι τούς θνητούς αὐτούς (πού προέβλεπαν τόν θάνατό τους, ἐνῶ ταυτοχρόνως βλέποντες ἔβλεπον μάτην!) τους ἔκανε νά μήν ξέρουν πιά ὅτι εἶναι θνητοί. Ἄν ὑπάρχει κάτι πού εἶναι βέβαιο γιά τούς ἀνθρώπους, καί πάντως γιά τούς Ἀρχαίους Ἕλληνες, εἶναι ἡ θνητότητά τους· ἀπ’ τόν Ὅμηρο ὡς τό τέλος τῆς ἀθηναϊκῆς τραγωδίας, ἡ βεβαίωση τοῦ θεμελιακοῦ αὐτοῦ χαρακτηριστικοῦ της ἀνθρώπινης ὀντότητας ἐπαναλαμβάνεται σέ κάθε εὐκαιρία.
Ὁ Προμηθεύς ἔμαθε στούς ἄνθρωπους τήν ἀλήθεια — ὅτι εἶναι θνητοί καί, κατά τήν πραγματική καί ἀντικειμενικά ἀληθινή ἀρχαία ἑλληνική ἀντίληψη, ἀνυπέρβλητα καί τελεσίδικα θνητοί. Ἀλλά τό νά εἶσαι θνητός, καί νά τό ξέρεις, εἶναι, ὅπως λέει στόν ἑπόμενο στίχο ὁ χορός, νόσος, γιά τήν ὁποία χρειάζεται ἕνα φάρμακον. Τό φάρμακο αὐτό τό βρῆκε καί τό ἔδωσε ὁ Προμηθεύς: ἐγκατέστησε μέσα στούς ἄνθρωπους τυφλᾶς ἐλπίδας. Τυφλές ἐλπίδες, σκοτεινές προσδοκίες, φροῦδες ἀναμονές· τά ὄπλα — τελικά μάταια — μέ τά ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος μάχεται τήν θνητότητά του, πού ἀλλιῶς θά τοῦ ἦταν ἀβάσταχτη. Ἔτσι, ὅταν ὁ χορός ἀπαντάει: Μέγ’ ὠφέλημα τοῦτο ἐδωρήσω βροτοῖς, ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι εἰρωνική. Ἄν ἦταν οἱ ἄνθρωποι νά βγοῦν ἀπ’ τήν προ-ανθρώπινη κατάσταση, ἔπρεπε νά ξέρουν τήν πρώτη καί τελευταία ἀλήθεια, ὅτι εἶναι θνητοί. Ἡ ἀλήθεια αὐτή θά μποροῦσε νά τούς συντρίψει (ὅπως τόσο συχνά μας συντρίβει). Τό ἀντίβαρο εἶναι οἱ τυφλές ἐλπίδες. Οἱ ἐλπίδες αὐτές δέν ἀναφέρονται σέ καμία «θετική» ἀθανασία (ὅπως τό ξέρουμε ἀπ’ τή «Νέκυια» τῆς Ὀδύσσειας). Σχετίζονται μέ ὅσα κάνει καί μπορεῖ νά κάνει ὁ ἄνθρωπος σέ τούτη τήν ζωή. Φυσικά εἶναι τυφλές, μιά καί τό μέλλον εἶναι ἄγνωστο καί οἱ θεοί φθονεροί. Ἀλλά αὐτά τά δύο συναπαρτίζουν τόν ἄνθρωπο — τουλάχιστον τόν Ἀρχαῖο Ἕλληνα: ἡ γνώση τοῦ θανάτου, καί ἡ δυνατότητα ἑνός ποιεῖν-πράττειν πού ἡ γνώση αὐτή τό κεντρίζει ἀντί νά τό πνίγει. Ἡ Ἀρχαία Ἑλλάδα εἶναι ἡ λαμπρότερη ἀποδείξη τῆς δυνατότητας νά μετατραπεΐ αὐτή ἡ ἀντινομία σέ πηγή δημιουργίας.
Ἀθήνα, 442. Οἱ Τριακονταετεῖς Σπονδές μέ τούς Πελοποννησίους, 446/445, ἀναγνωρίζουν καί ἐπικυρώνουν τήν ἐπικράτηση τῶν Ἀθηναίων. Τό 450 ὁ Φειδίας στήνει ἐπάνω στήν Ἀκρόπολη τό τεράστιο μπρούντζινο ἄγαλμα τῆς Ἀθηνᾶς, πού φαινόταν, λένε, ἀπ’ τό Σούνιο. Ἡ οἰκοδόμηση τοῦ Παρθενῶνος ἄρχιζει τό 447, τελειώνει τό 438. Τό Ὠδεῖο του Περικλέους οἰκοδομεῖται τό 443. Τά Μακρά Τείχη, τελειωμένα τό 456, ἀνακατασκευάζονται ἐν μέρει τό 445. Ὁ Ἡρόδοτος ἔχει ἤδη ἐπισκεφθεῖ τήν Ἀθήνα, ὅπου πιθανότατα ἐδιάβασε, δημόσια, μέρη τῆς Ἱστορίας, καί ὁ Σοφοκλῆς θά γράψει γι’ αὐτον ἕνα ποίημα τό 441. Ἀνάμεσα στούς ἄλλους μεγάλους, πού ἐπισκέπτονται τήν Ἀθήνα ἤ μένουν ἐκεῖ, πρέπει νά ἀναφερθεῖ ὁ Πρωταγόρας — ὁ Πρωταγόρας τοῦ πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος, ὁ Πρωταγόρας πού εἶχε ἀσφαλῶς ὁ ἴδιος ἐκθέσει μιά ἀν- θρωπογονία, τήν ὁποία νομίζω ὅτι περίπου πιστά ἀποδίδει ὁ Πλάτων στόν ὁμώνυμο διάλογο καί ὅπου περιέγραφε καί τήν διαδοχική ἐπινόηση ἀπ’ τούς ἄνθρωπους τῶν τεχνῶν καί τῶν γνώσεων, καί τήν ἴση κατανομή ἀνάμεσά τους τῆς πολιτικῆς φρόνησης, πού στηρίζει τήν δημοκρατία. Τό 444/443 οἱ Ἀθηναῖοι, κινούμενοι ἀσφαλῶς ἀπό τάς ἀστυνόμους ὀργάς ( Ἀντιγόνη 354-355), ἀποφασίζουν νά ἱδρύσουν μιά πανελληνική ἀποικία στούς Θουρίους, στήν Ἰταλία, στήν θέση τῆς Συβάρεως. Ὡς νομοθέτη της διαλέγουν τόν, μή Ἀθηναῖο, Ἀβδηρίτη Πρωταγόρα. Ὁ Αἰσχύλος ἔχει πεθάνει στήν Σικελία, ὁ Σοφοκλῆς (γεννημένος τό 496 στόν Κολωνό) τόν εἶχε νικήσει στά Διονύσια τοῦ 468. Τό 443/42, ἐποχή πού γράφει ἤ τελειώνει τήν Ἀντιγόνη (53 χρονῶν), ἔχει ἐκλεγεῖ ἀπ’ τούς Ἀθηναίους Ἑλληνοταμίας. Ὁ Εὐριπίδης λαμβάνει μέρος στούς τραγικούς ἀγῶνες ἤδη ἀπό τό 455 καί θά νικήσει γιά πρώτη φορά τό 441.
Αὐτός εἶναι ὁ λαός γιά τόν ὁποῖο ὁ Περικλῆς θά πεῖ, δώδεκα χρόνια ἀργότερα: πᾶσαν γῆν καί πᾶσαν θάλασσαν ἐσβατόν τῇ ἡμέτερᾳ τόλμῃ καταναγκάσαντες. Αὐτος εἶναι ὁ δημιουργικός κοινωνικό-ἱστορικός χῶρος, πού μέσα του ἀναδύεται τό πολλά τά δεινά κοὐδέν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει.
Ἐνῶ ὁ Αἰσχύλος, εἴκοσι, εἴκοσι πέντε χρόνια πρίν. ἐκθέτει μιά ἀνθρωπογονία,. ὄχι σάν μία βαθμιαία διαδικασία, ἀλλά περοιγράφοντας ἕνα ἐξαίφνης πέρασμα ἀπ’ τό πρίν στό μετά ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἀπόφασης καί τῆς πράξης ἑνός ἐπαναστατημένου Τιτάνος, σάν ἀπόσπαση. οἰονεί κλοπή, ἀπό μία ὑπεράνθροιπη δύναμη ἱκανοτήτων καί δυνατοτήτων πού ἀνήκουν στίς ὑπεράνθρωπες δυνάμεις (καί συνεπῶς ὑπῆρχαν ἤδη). ὁ Σοφοκλῆς ἐκθέτει, μία ἀνθρωπολογία πού δέν προϋποθέτει τίποτε καί ὅπου οἱ ἱκανότητες καί δυνατότητες αὐτές δημιουργοῦνται ἀπ’ τούς ἀνθρώπους· θέτει ἁπλά, καθαρά καί μέ ἔμφαση τήν ἀνθρωπότητα ὡς αὐτοδημιουργία. Οἱ ἄνθρωποι δέν πῆραν τίποτε ἀπ’ τούς θεούς, καί κανένας θεός δέν τούς ἔδωσε τίποτε. Αὐτό εἶναι τό πνεῦμα τοῦ 5ου αἰῶνος, κι αὐτή εἶναι ἡ τραγωδία πού ἐβράβευσαν οἱ Ἀθηναῖοι.
Τό στάσιμο (332-375) πρέπει φυσικά νά ἑρμηνευθεῖ σέ συνάρτηση μέ τήν θέση του μέσα στήν συνολική οἰκονομία τοῦ ἔργου. Ἔρχεται ἀμέσως μετά ἀπ’ τίς καινούριες ἀπειλές του Κρέοντος, πού ἔμαθε τήν δεύτερη ἀπόπειρα ταφῆς (συμβολικῆς) τοῦ Πολυνείκους, καί ἀμέσως πρίν ἀπ’ τήν ἀνακάλυψη καί τήν σύλληψη τοῦ ἐνόχου — της Ἀντιγόνης. Τό νόημά του — στήν οὐσία, τό νόημα ὅλης τῆς Ἀντιγόνης — βρίσκεται στήν κατάληξή του (364-375), πού τό συνδέει ἄμεσα μέ τίς ὕψιστες σημασίες πού διακυβεύονται μέσα σ’ αὐτήν τήν τραγωδία. Ὁ ἄνθρωπος, πού περιγράφεται καί ὑμνεῖται στό προηγούμενο καί μεγαλύτερο μέρος τοῦ χορικοῦ (332-363), συνδέει τήν δημιουργική του δεινότητα μέ ἕνα ἀνυπέρβλητο διχασμό τῆς φύσης του. Τέχνας ὑπέρ ἐλπίδ’ ἔχων, τότε μέν κακόν, ἄλλοτ’ ἐπ' ἐσθλόν ἕρπει (365-366). Ἡ σοφία καί ἡ τέχνη του ξεπερνᾶνε κάθε ἀναμονή — ἀλλά ἡ πραγματικότητά του, ἡ διπλή, τόν κάνει νά βαδίζει ἄλλοτε πρός τό καλό κι ἄλλοτε πρός τό κακό. Αὐτό τό κακό καί τό καλό ὁ ποιητής δέν τά προσδιορίζει ἠθικολόγωντας, ἀλλά πολιτικά. ὁ ἄνθρωπος βαδίζει πρός τό καλό, ὅταν κατορθώνει νά συνυφάνει (παρείρων) τούς νόμους τῆς πόλης του (νόμους χθονός· χθῶν ἐδῶ δέν εἶναι ἡ γῆ μέ τήν κοσμική ἔννοια, εἶναι ἡ πάτριος γῆ, ἡ πόλις, ἡ πολιτική κοινότητα) μέ τήν θεῶν ἔνορκον δίκαν, τήν δίκη/δικαιοσύνη τῶν θεῶν, τήν κατοχυρωμένη ἀπ’ τούς ὅρκους. Σ’ αὐτήν τήν περίπτωση ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὑψίπολις — λέξη πού ἡ πολυσημία της κάνει τήν μετάφρασή της ἀδύνατη. Ὑψίπολις — ὑψηλός μέσα στήν πόλη του, ἀλλά κυρίως ὑψηλός (sublime · πρβλ. Περί ὕψους) ὡς μέλος μιᾶς πόλης, μιᾶς πολιτικῆς, δηλαδή ἀνθρώπινης, κοινότητος. Ἀμέσως ἀντιτίθεται στόν ὑψίπολιν ὁ ἄπολις, ὁ ἄνθρωπος πού τόλμας χάριν, ἐξαιτίας ταῆς ὑπερβολικῆς τόλμης, τῆς αὐθάδειας, τοῦ θράσους — τῆς ὕβρεως ἐπιτέλους, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τόν πρέποντα ὄρο — ἀφήνει τό μή καλόν νά τόν κατοικήσει. Αὐτός πού κατέχεται ἀπ’ τήν ὕβρη γίνεται ἄπολις, βγαίνει ἀπ’ τήν πολιτική κοινωνία τῶν ἀνθρώπων (καί τό συγκεκριμένο ἀποτέλεσμα δέν μπορεῖΐ νά εἶναι παρά ὁ θάνατος, ἡ φυγή ἤ ἡ ἐξορία). Γίνεται, ὅπως λένε οἱ Γάλλοι, sans foi ni loi, καί sans feu ni lieu. Καί ὁ Χορός τελειώνει λέγοντας: αὐτόν τόν ἄπολιν δέν τόν θέλω ὡς παρέστιον, μέσα ἤ κοντά στήν ἑστία μου, οὔτε ὡς ἴσον φρονοῦντα, προικισμένο μέ τήν ἴδια — ἴση, κοινή τῶν πολιτων — φρόνηση καί δικαιούμενο νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἴσο μέ τούς ἄλλους πολίτες.
Εἶμαι ἀναγκασμένος νά δώσω ἐδῶ πολύ συνοπτικά μιά συνολική ἑρμηνεία τῆς τραγωδίας. Τό θέμα τῆς τραγωδίας δέν εἶναι ἡ ἀθωότητα τοῦ θύματος Ἀντιγόνη πού μάχεται τόν τύραννο Κρέοντα, οὔτε ἡ ἀντίφαση ἀνάμεσα στήν ἠθική καί στήν raison d'Etat, οὔτε τό ἄτομο ἐναντίον τοῦ κράτους (μοντέρνες ἑρμηνεῖες), οὔτε ἡ οἰκογένεια στήν ἀντίθεσή της μέ τόν Νόμο καί τήν Πολιτεία (ἑγε- λιανή ἐκδοχή). Τό θέμα τῆς τραγωδίας εἶναι, πέρα ἀπ’ ὅλα αὐτά, ἡ ὕβρις — ἡ πράξη τόλμας χάριν. Ἀσφαλῶς ἡ Ἀντιγόνη καί ὁ Κρέων ἐκπροσωποῦν δύο ἀντιμαχόμενες ἀρχές. Αὐτές τίς ἀρχές ὅμως — τούς νόμους χθονός καί τήν θεῶν ἔνορκον δίκαν — ὁ ποιητής δέν τίς θεωρεῖ ἀπόλυτα ἀσυμβίβαστες, μιά καί ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά γίνει ὑψίπολις συνυφαίνοντας τες (παρείρων). Καί ἡ Ἀντιγόνη καί ὁ Κοέων εἶναι ἀνίκανοι νά τίς συνυφάνουν· καί οἱ δύο τους, μέ τήν τυφλή καί ἀπόλυτη ὑπεράσπιση μιᾶς ἀπό τίς δύο ἀρχές, γίνονται ὑβριστές καί ἀπολιδες. Ὑπέρτατο παράδοξο: ξεπερνώντας τά ὅρια τοῦ φρονεῖν, καθηλωμένος στό μόνος φρονεῖν, ὁ ὑπέρμαχος τῶν νόμων τῆς πόλεως Κρέων γίνεται ἀπολις. Ἀλλά εἶναι ἐπίσης προφανές ὅτι ἡ ἴδια ἡ Ἀντιγόνη εἶναι ἐξίσου ἀπολις. Ἀμέσως κατόπιν ἀπ’ τό χορικό πού ἐξετάζουμε, ὅταν ὁ Φύλαξ προσάγει τήν Ἀντιγόνη, πού τήν συνέλαβε νά προσπαθεῖ — γιά τρίτη φορά — νά ρίξει χῶμα πάνω στό πτῶμα τοῦ Πολυνείκους, ὁ χορός, ἐκφράζοντας τήν καταθλιπτική λύπη του, δέν ἀπευθύνεται στήν Ἀντιγόνη ὡς πρόμαχο τῆς εὐσέβειας καί τοῦ σεβασμοῦ τῶν θείων νόμων τήν χαρακτηρίζει ὡς τρελή (ἐν ἀφροσύνῃ καθελόντες, 383). Ἡ ἀφροσύνη τῆς Ἀντιγόνης ἔγκειται στό ὅτι κι αὐτή, ὄχι μόνο εἶναι ἀνίκανη νά συνυφάνει τίς δύο ἀρχές, ἀλλά τόλμας χάριν ὑπερβαίνει τά ὅρια. Πόλις χωρίς νόμους χθονός δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει καί, παραβιάζοντας τούς νόμους αὐτούς, καί ἡ Ἀντιγόνη γίνεται ἄπολις καί βγαίνει ἀπό τό ἴσον φρονεῖν.
Ὁ ποιητής λέει στόν δῆμο τῶν Ἀθηναίων: ἀκόμα κι ὅταν ἔχουμέ δίκιο, μπορεῖ νά ἔχουμε ἄδικο, δέν ὑπάρχει ποτέ ἔσχατος λογικός λόγος. Τῷ ὄντι, οἱ ἐπιχειρηματολογίες τοῦ Κρέοντος καί τῆς Ἀντιγόνης, θεωρημένες καθ’ ἑαυτές, εἶναι στεγανές καί χωρίς δυνατή λογική ἀναίρεση. Αὐτό ἐκφράζει καθαρά ὁ Αἴμων, λέγοντας στόν πατέρα του: οὔτε θέλω οὔτε μπορῶ νά πῶ ὅτι ἔχεις ἄδικο (οὔτ’ ἄν δυναίμην, μήτα’ ἐπισταίμην λέγων, 686)· ἔχεις ὅμως ἄδικο γιά ἄλλους λόγους — διότι ἐπιμένεις νά ἔχεις δίκιο μόνος σου ἤ μόνος ἐσύ. Ἐπιβάλλεται νά παρατεθοῦν ἐδῶ οἱ καταπληκτικοί στίχοι 707-709:
ὅστις γάρ αὐτός ἤ φρονεῖν μόνος δοκεῖ,
ἤ γλῶσσαν, ἥν οὐκ ἄλλος, ἤ ψυχήν ἔχειν,
οὗτοι διαπτυχθέντες ὤφθησαν κενοί.
Ὁ Κρέων ἔχει ἄδικο, παρόλο ὅτι ἔχει δίκιο, γιατί ἐπιμένει στό μόνος φρονεῖν — δέν βρίσκεται μέσα στο ἴσον φρονεῖν, δεν θέλει καί δέν εἶναι ἱκανός νά ἀκούσει τόν λόγο και τούς λόγους τοῦ ἄλλου καί τῶν ἄλλων. Εἶναι μέσα στήν ὕβρη, δέν κατορθώνει νά σύνυφάνει.
Ἡ Ἀντιγόνη εἶναι — ὅπως καί ὁ Ἐπιτάφιος — μιά κορυφή τῆς δημοκρατικῆς πολιτικῆς σκέψης καί στάσης, πού ἀποκλείει καί καταδικάζει τό μόνος φρονεῖν, πού ἀναγνωρίζει τήν ἔμφυτη ὕβρη τῶν ἀνθρώπων καί ἀπαντᾶ σ’ αὐτήν μέ τήν φρόνηση, καί πού ἀντιμετωπίζει τό ἔσχατο πρόβλημα τοῦ αὐτόνομου ἀνθρώπου — καί τοῦ ἀτόμου καί τῆς πολιτικῆς κοινότητας — τό πρόβλημα τοῦ αὐτοπεριορισμοῦ.
Ὁ αὐτοπεριοριομός εἶναι ἀπαραίτητος, ἀκριβῶς γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι δεινός καί γιατί τήν δεινότητα αὐτή τίποτε ἐξωτερικό δέν μπορεῖ νά τήν περιορίσει οὐσιαστικά. Οὔτε βέβαια ἡ θεῶν ἔνορκος δίκα. Αὐτή εἶναι μία ἀπό τίς ἀρχές πού διέπουν τήν ζωή τῶν ἀνθρώόπων — ἀλλά μέ κανένα τρόπο δέν φθάνει. Ἄν ἔφθανε, δέν θά ὑπῆρχε οὔτε Ἀντιγόνη οὔτε τραγωδία. Ὅπως καί δέν ὑπάρχει καί δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει τραγωδία ἐκεῖ πού μία ἔσχατη ἀρχή δίνει ἀπαντήσεις σ’ ὅλα τά ἐρωτήματα: στόν κόσμο τόν πλατωνικό, ὅπως καί στόν κόσμο τόν χριστιανικό.
Ἡ τραγωδία, καί εἰδικά ἡ Ἀντιγόνη, προϋποθέτει ἀκριβῶς τήν δεινότητα τοῦ ἀνθρώπου, πού κορυφώνεται καί αὐτοκαταστρέφεται μέ τήν ὕβρη, ἀλλά πού μπορεῖ ἐπίσης, ὅταν εἶναι συνυφασμένη μέ τό ἴσον φρονεῖν, νά φθάσει στό ὕψος τοῦ ὑψιπόλιδος. Ἐξ οὗ καί ἡ ἐσωτερική ἀνάγκη νά περιγραφεῖ καί νά ὑμνηθεῖ αὐτή ἡ δεινότητα — πράγμα πούκάνει ὁ Χορός στό μεγαλύτερο μέρος τοῦ στασίμου (334-363).
Τό κεντρικό νόημα τοῦ χορικοῦ προεξαγγέλλεται στούς δύο πρώτους στίχους — πολλά τά δεινά κοὐδέν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει— πού μᾶς βάζουν ἀμέσως σέ ἐρωτήματα.
Ἡ καίρια λέξη τῶν στίχων εἶναι φυσικά τό δεινός — ἀμετάφραστη κι αὐτή. (Ό Heidegger τήν μεταφράζει μέ τό ἀνεπαρκέστατο das Unheimliche, πού ξεχνάει κεντρικές σημασίες τῆς λέξης. Ὁ Γάλλος μεταφραστής του αὐξάνει ἀκόμα τήν ἀπόσταση, ἀποδίδοντάς τό Unheimliche μέ τό inquietant, ἀνησυχητικός). Συνοψίζοντας σέ μιά φράση τά συμπεράσματα μιᾶς ἄλλης, ἀδημοσίευτης ἀκόμα, μελέτης μου, θά πῶ ὅτι ὁ Σοφοκλῆς — κι αὐτό εἶναι ἕνας οὐσιώδης χαρακτήρας τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ποίησης — ὄχι μόνο δέν εἶναι πάντα ὑποχρεωμένος νά διαλέξει ἀνάμεσα στίς διάφορες σημασίες τῆς λέξης, ἄλλα ἐμφανέστατα πολλές φορές δέν διαλέγει, μπορεῖ καί θέλει νά τίς δώσει ὅλες μαζί. Δεινός: πού προκαλεῖ, δικαιολογημένα, δέος, φόβο καί τρόμο — φοβερός, τρομερός· ἐπικίνδυνος. Ἀπό ἐδῶ πηγαίνουμε, μέ μιά ἀπ’ τίς ὡραιότερες σημασιακές παραγωγές στά ἀρχαῖα ἑλληνικά, στό: καταπληκτικά δυνατός, ἰσχυρός, θαυμάσιος καί ἀξιοθαύμαστος, ἐνδεχομένως καί παράξενος. Θαυμάσιος καί ἀξιοθαύμαστος γιατί; Διότι ὑπέρ-ἱκανός, ἐπιδέξιος, σοφός, ἀριστοτέχνης, πού βρίσκει λύση πάντα, πού δέν εἶναι ποτέ χωρίς μέσα, πολυμήχανος καί πολυτρόπος θά ἔλεγε ὁ Ὅμηρος — καί τό λέει ὁ Σοφοκλῆς στό τέλος τοῦ χωρίου πού συζητᾶμε: ἄπορος ἐπ’ οὐδέν ἔρχεται τό μέλλον (360-361). Ἀνάμεσα σ’ αὐτές τίς σημασίες οἱ λεξικογράφοι καί οἱ μεταφραστές εἶναι ὑποχρεωμένοι νά διαλέξουν. Ὁ Σοφοκλῆς, κι ὅσοι ἔχουμε τήν τύχη νά καταλαβαίνουμε λίγο τά ἑλληνικά, ὄχι.
Τό σημασιακό σύμπλεγμα τῆς λέξης φωτίζεται καί πλουτίζεται ἀπ’ τήν συνέχεια τοῦ κειμένου. Δεινός σημαίνει, ἀπ’ τήν Ἀντιγόνη καί μετά, ὅλα ὅσα ὁ Σοφοκλῆς θά ἀποδώσει στόν ἄνθρωπο ὡς δεινόν. Κι ὁ πρῶτος φωτισμός μᾶς δίνεται ἀπ’ τήν ἐπανάληψη τῆς λέξης στήν συνέχεια τῆς φράσης, σ’ ἕνα οἰονεί ὑπερθετικό βαθμό, κατασκευασμένο μέ τήν ἄρνηση τοῦ συγκριτικοῦ: οὐδέν ἄνθρωπου δεινότερον. Τό δεινός προσδιορίζει τόν ἄνθρωπο, καί προσδιορίζεται ἀπ’ τόν ἄνθρωπο: εἶναι ὁ χαρακτήρας ἐκεῖνος, πού κανένα ὄν δέν τόν παρουσιάζει στόν ἴδιο βαθμό μέ τόν ἄνθρωπο.
Οὐδέν ἀνθρώπου δεινότερον. Τίποτα δέν εἶναι πιό τρομερό, θαυμάσιο, ἱκανό-πραγματοποιητικό, ἀπ’ τόν ἄνθρωπο. Ἀκόμα μιά φορά ἐρωτῶ: τολμᾶμε νά πάρουμε τόν ποιητή στά σοβαρά; Θά ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ποιητής χρησιμοποιεῖ λέξεις εἰκῇ καί ὡς ἔτυχε; Ὁ Σοφοκλῆς, μάστορας τῆς κυριολεξίας καί τῆς καιριολεξίας, λέει καθαρά καί δυνατά: οὐδέν. Οὐδέν: οὔτε ἡ θάλασσα, οὔτε ὁ χειμώνας, οὔτε τά ἄγρια θηρία — τίποτα. Τίποτα ἀπ’ τήν φύση. Ἀλλά ὁ Σοφοκλῆς δέν περιορίζει τό οὐδέν στήν φύση. Λέει, ἀπολύτως: οὐδέν. Οὐδέν: οὔτε λοιπόν καί οἱ θεοί.
Αὐτό φωτίζει πάλι τό δεινός, ἐνῶ φαίνεται ταυτοχρόνως νά τό συσκοτίζει. Μέ ποιά ἔννοια μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι δεινότερος ἀπ’ τήν φύση — κι ἀπ’ τούς θεούς; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἐντούτοις προφανής — καί ἐκτίθεται, σχεδόν ἄμεσα, στήν συνέχεια τοῦ χορικοῦ. Ὁ πολιός πόντος κι ὁ χειμέριος νότος εἶναι ἀσφαλῶς δυνατότερα ἀπ’ τόν ἄνθρωπο — ὅπως καί τά θηρῶν ἀγρίων ἔθνη, καί τόσα ἄλλα ὄντα. Ἀλλά τά ὄντα αὐτά εἶναι, καί εἶναι ὅ,τι εἶναι, ἀπό τήν φύση τους. Σέ ὁποιονδήποτε χρόνο ἔκαναν, κάνουν καί θά κάνουν τά ἴδια πράγματα. Καί τίς δυνάμεις πού ἔχουν, τίς ἔχουν διότι τούς ἔχουν δοθεῖ μιά γιά πάντα, χωρίς νά μποροῦν νά τίς ἀλλάξουν. Τό τί ἐστίν τους, ὅπως θά ἔλεγε ὁ Ἀριστοτέλης, πού τά καθορίζει καί πού ἀναπτύσσεται στά διάφορα κατηγορήματά τους, δέν προέρχεται ἀπό αὐτά τά ἴδια.
Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἰσχύει καί γιά τούς θεούς. Συντριπτικά πιό δυνατοί ἀπ’ τόν ἄνθρωπο, προικισμένοι μέ ἀναρίθμητες δυνατότητες καί ἱκανότητες — ὄχι ὅμως, ἄς τό ὑπενθυμίσουμε, παντοδύναμοι — , ἀθάνατοι — ὄχι ὅμως αἰώνιοι ἤ ἄχρονοι — οἱ θεοί εἶναι αὐτό πού εἶναι ἀπ’ τήν «φύση» τους καί χωρίς νά ἔχουν κάνει τίποτα γι’ αὐτό. Κι ἔτσι, π.χ., ἀπ’ τήν μιά μεριά δέν ἔχουν ἀνάγκη νά καταφύγουν στήν τέχνη — νά ναυπηγήσουν καράβια γιά νά μετακινηθοῦν, ἤ νά γράψουν κάτι γιά νά τό θυμηθοῦν ἀπ’ τήν ἄλλη μεριά, ἡ τέχνη τοῦ Ἡφαίστου εἶναι βέβαια ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀπ’ τήν ἀνθρώπινη, ἀλλά τήν τέχνη αὐτή δέν τήν ἐπενόησε ὁ Ἡφαιστος, τοῦ εἶναι ἔμφυτη, ὁ Ἥφαιστος εἶναι ἡ τέχνη, ὅπως ὁ Ἄρης εἶναι ὁ πόλεμος κι ἡ Ἀθηνᾶ εἶναι ἤ σοφία.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό ὄν, τοῦ ὁποίου οὐδέν δεινότερον πέλει, κι αὐτό, γιατί τίποτε ἀπ’ ὅσα κάνει — καί πού περιγράφονται, ἐνδεικτικά καί ἀποσπασματικά κατ’ ἀνάγκην, στούς στίχους 334-351 — δέν μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ σ’ ἕνα «φυσικό» προίκισμά του. Τό τί ἔστιν τοῦ ἀνθρώπου. πού ἐκφράζεται καί ἀναπτύσσεται μέ τά διάφορα κατηγορήματά του, εἶναι ἔργο τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου. Σέ φιλοσοφική ὁρολογία: ὁ ἄνθρωπος θέτει τόν ἑαυτό του ὡς ἄνθρωπο, ἡ οὐσία τοῦ ἄνθρωπου εἶναι αὐτοδημιουργία, κι αὐτή ἡ φράση νοεῖται μέ τίς δύο ἔννοιες: ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ τήν οὐσία του, καί ἡ οὐσία αὐτή εἶναι δημιουργία καί αὐτοδημιουργία. Ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ τόν ἑαυτό του ὡς δημιουργό, μέσα σ’ ἕνα κύκλο, τοῦ ὁποίου ἡ φαινομενική λογική φαυλότητα ἀποκαλύπτει τό ὀντολογικά πρωταρχικό.
Τό ὅτι αὐτή εἶναι ἡ σύλληψη τοῦ Σοφοκλέους γίνεται φανερό πέρα ἀπό κάθε ἀμφιβολία μέ μία λέξη, πού — μαζί μέ τό παντοπόρος· ἄπορος ἐπ’ οὐδέν ἔρχεται τό μέλλον καί τό οὐδέν ἀνθρώπου δεινότερον — εἶναι ὁ τρίτος στυλοβάτης αὐτού του μέρους τοῦ χορικοῦ: ἐδιδάξατο (354). Ἡ μέση φωνή δηλώνει, ὅπως ξέρουμε, τήν ἐπιστροφή τῆς ἐνέργειας πάνω στό ὑποκείμενο πού ἐνεργεῖ. Τόν ἀνθοωπρ δέν τόν ἐδίδαξε κανείς (π.χ. ὁ Προμηθεύς)· ἐδίδαξε τόν ἑαυτό του. Ὅταν μέ διδάσκουν, κάποιος πού ἤδη κατέχει μία γνώση, μοῦ τήν δίνει, μοῦ τήν προσφέρει, μοῦ τήν μεταβιβάζει. Ὅταν διδάσκομαι (μέση φωνή), δίνω στόν ἕαυτό μου κάτι πού ὁ ἑαυτός μου δέν ἔχει (ἀλλιῶς, γιατί νά τοῦ τό δώσω;) καί πού ἔχει (ἀλλιῶς, ποιός τό δίνει;). Ὁ φαινομενικός παραλογισμός αἴρεται ἅμα καταλάβουμε ὅτι ἡ αὐτοενέργεια τοῦ αὐτοδιδασκόμενου ἀνθρώπρυ δημιορυργεῖ (φέρνει σέ ὕπαρξη) καί τό «περιεχόμενο» καί τό «ὑποκίμενό» της, πού ἀλληλοπροσδιορίζονται καί ἀλληλο-ὑπάρχουν.
Ὁ τρίτος αὐτός στυλοβάτης εἶναι, ἴσως, ὁ σημαντικότερος, γιατί τό ἐδιδάξατο αὐτό ἀναπροσδιορίζει καί ἀνατοποθετεῖ ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν προηγουμένως: ὅλα τά ἔργα καί δημιουργήματα τοῦ ἀνθρώπου, πού σχετίζονται μέ συγκεκριμένες τέχνες (ναυσιπλοΐα, γεωργία, θήρα κλπ.)· Γιατί ὅλες αὐτές οἱ τέχνες προϋποθέτουν ἀποφασιστικά αὐτά πού ¨ο ἄνθρωπος ἐδιδάξατο:
Καί φθέγμα καί ἀνεμόεν
φρόνημα καί ἀστυνόμους
ὀργάς ἐδιδάξατο.
¨Ο Ἀριστοτέλης, ἕνα αἰώνα μετά, θά καθορίσει τόν ἄνθρωπο ὡς ζῷον λόγον ἔχον καί ζῶον πολιτικόν. Τολμῶ νά πῶ ὅτι ὁ ποιητής ἐδῶ εἶναι βαθύτερος, διότι ριζικότερος, ἀπ’ τόν βαθύτατο φιλόσοφο. Ὁ ἄνθρωπος δέν «ἔχει» τόν λόγο ὡς «φυσική» ἰδιότητα ἤ προίκιση — οὔτε ἡ πολιτικότητά του τοῦ εἶναι ἁπλῶς δοσμένη καί δεδομένη. Ὁ ἄνθρωπος ἐδίδαξε στόν ἕαυτό του — ἐδημιούργησε — τήν γλώσσα (φθέγμα), τήν σκέψη (φρόνημα) καί τίς ἀστυνόομους ὀργάς, πού ὁ Χάιντεγκερ μεταφράζει, καθαρά ναζιστικά πλέον, den Mut der Herrschaft iiber die Stadte, τό πάθος τῆς κυριαρχίας πάνω στίς πόλεις. Μετάφραση ἐπιπλέον ἄφρων· γιά νά ὑπάρχει κυριαρχία πάνω στίς πόλεις, πρέπει πρῶτα νά ὑπάρχουν πόλεις. Ὁ Σοφοκλῆς δέν μιλάει γιά κυριαρχία πάνω σέ δῆθεν ἤδη ὑπάρχου- σές πόλεις, τοποθετεῖται στήν «στιγμή» (στό ὀντολογικό στρῶμα), ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ τήν γλώσσα καί τήν σκέψη — καί τίς ἀστυνόμους ὀργάς, τά πάθη, τίς διαθέσεις, τίς ὁρμές πού δίνουν νόμους στά ἄστεα — πού θεσμίζουν τίς πόλεις. Τά θεσμίζοντα πάθη εἶναι ἴσως ἡ καλύτερη ἀπόδοση τῆς ἐκπληκτικῆς — σκεφτόμαστε συνήθως τόν νόμο καί τόν θεσμό ὡς τά ἀπολύτως ἀντίθετα μέ τίς ὀργές, μέ τά πάθη — καί βαθιά ἀληθινῆς —στήν ρίζα τοῦ πρωταρχικοῦ θεσμοῦ ὑπάρχει μία προ-λογική «βούληση» καί πρόθεση, κι οἱ θεσμοί δέν μποροῦν νά διατηρηθοῦν χωρίς πάθος — ἰδέας τοῦ Σοφοκλέους.
Ἡ δεινότητα τοῦ ἀνθρώπου συνοψίζεται μέ τήν φράση πού κλείνει αὐτό τό μέρος τοῦ στασίμου:
Παντοπόρος· ἄπορος
ἐπ’ οὐδέν ἔρχεται
τό μέλλον...
πού γιά τόν Ἕλληνα ἀναγνώστη δέν χρειάζεται μετάφραση καί σχετικά μέ τήν ὁποία θά σημειώσω μόνο ξανά τό παντοπόρος, πού παραπέμπει ὄχι μόνο στήν πολυμηχανία ἀλλά καί στήν καθολικότητα τῆς ἀνθρώπινης αὐτοδημιουργίας.
Τῆς δεινότητας αὐταῆς ὁ ποιητής γνωρίζει ἕνα καί μόνον ἕνα ἀπόλυτο ὅριο, τόν θάνατο:
Ἅιδα μόνον
φεῦξιν οὐκ ἐπάξεται.
¨Ο Ἅδης ὁ τελειωτικός — σύμφωνα μέ τήν προκλασική καί κλασική ἑλληνική ἀντίληψη ὡς τό τέλος τόν 5ου αἰώνα, πού δέν καταδέχεται νά αὐτοπαρηγορηθεῖ μέ ἀθανασίες καί φροῦδες ἐλπίδες γιά μετά θάνατον ζωή — ἔρχεται ἐδῶ ὄχι μόνο σάν ὑπόμνηση τῆς ἔσχατης ἀλήθειας, ἀλλά καί γιά νά ὑπογραμμίσει τήν δεινότητα τοῦ ὄντος αὐτοῦ, πού γνωρίζοντας τήν θνητότητά του, δέν παύει ἐντούτοις νά χωρεῖ, νά ἀποτρύεται, νά ἄγει, νά κρατεῖ καί νά διδάσκεται.
Τό δεύτερο ὅριο, τό ἐσωτερικό, ἄν μπορῶ νά πῶ, καί ἐγγενές στόν ἄνθρωπο, εἶναι ἡ διφυΐα του, πού τόν κάνει νά βαδίζει ἄλλοτε πρός τό κακόν κι ἄλλοτε πρός τό ἐσθλόν. Ὅριο, γιατι ὁ Σοφοκλῆς — ὅπως κι ὁ Θουκυδίδης εἴκοσι ἤ τριάντα χρόνια ἀργότερα — , ἐνῶ περιγράφει μία τιτανική διαδικασία δημιουργίας καί πρόσκτησης δύναμης καί δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, δέν βλέπει, δικαιότατα, καμία «ἠθική πρόοδο» νά ἐπιτελεῖται μέσω αὔτής της διαδικασίας. Τό κακόν καί τό ἔσθλον πάντα συνόδευαν καί θά συνοδεύουν τόν ἄνθρωπο, πάντα θά εἶναι οἱ δύο πόλοι πού ἐναλλασσόμενοι κατευθύνουν τά βήματά του. Ὁ ἀναγνώστης τοῦ 20ού αἰώνα θά ἐπικυρώσει χωρίς δυσκολία τήν ἀντιίληψη τοῦ ποιητῆ μέ τήν ἐμπειρία εἴκοσι πέντε αἰώνων μεγαλουργημάτων καί τερατωδῶν κακουργημάτων, τά χειρότερα ἀπ’ τά ὁποῖα ἔγιναν μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ἐσθλοῦ καί τῆς ἐγκόσμιας ἤ ἐξωκοσμικῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου
Τήν διφυΐα ὅμως αὐτήν ὁ ποιητής δέν τή βλέπει μοιρολατρικά. Γνωρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά γίνει ὑψίπολις, καί τό κατορθώνει, ὅταν συνυφαίνει τούς νόμους χθονός μέ τήν θεῶν ἔνορκον δίκαν. Ἡ δίκη αὐτή ἐμφανίζεται, ἔτσι, σάν ἕνα τρίτο, σχετικό, ὅριο τῆς ἀνθρώπινης πράξης/ποίησης. Ὁ ἄνθρωπος διδάσκεται τούς νόμους του, τούς θέτει καί τούς θεσμίζει. Πλάι ὅμως σ’ αὐτούς τούς νόμους ὑπάρχει ἡ δίκη τῶν θεῶν, πού δέν φθάνει κατά κανένα τρόπο — ἀλλιῶς δέν θά χρειάζονταν καί δέν θά ὑπῆρχαν κάν νόμοι χθονός — ἀλλά καί πού δέν μπορεῖ νά παραγνωρισθεῖ.
Στήν Ἀντιγόνη ἡ δίκη τῶν θεῶν ἔχει ἕνα συγκεκριμένο περιεχόμενο, ἀφορᾶ τά καθιερωμένα ἔθιμα τῆς ταφῆς. Ἤδη στήν Ἀντιγόνη ὅμως κι αὐτή ἡ δίκη συναντᾶ τά ὅριά της. Λατρεία θεῶν χωρίς πόλη, χωρίς ἔννομη ἀνθρώπινη κοινότητα, δέν εἶναι νοητή. Πόλη πού νά μή προστατεύει τόν ἑαυτό της ἀπό τήν προδοσία, τήν συνεργασία μέ τούς ἐχθρούς, μέ μόνο κίνητρο τήν δίψα τῆς προσωπικῆς ἐξουσίας (Πολυνείκης) ἐπίσης δέν εἶναι νοητή. Ἡ μή κύρωση τῆς διαγωγῆς τοῦ Πολυνείκους θά καθιστοῦσε, στίς ὁριακές της συνέπειες ἀδύνατη τήν λατρεία τῶν θεῶν. Ἡ κύρωσή της μέ τόν τρόπο πού ἀποφάσισε ὁ Κρέων —τήν ἀπαγόρευση ταφής — προσβάλλει ἐπίσης τούς θεούς. Ἡ δίκη τῶν θεῶν δέν εἶναι μονοσήμαντη — κι αὐτό τό γνωρίζουμε ἄφθονα κι ἀπό τόν Ὅμηρο κι ἀπό πολλές ἄλλες τραγωδίες. Οἱ ἴδιοι οἱ θεοί εἶναι σέ πόλεμο μεταξύ τους· οἱ ἴδιοι δέν ἔχουν νόμους, οἱ σχέσεις τους ρυθμίζονται ἀπό τήν δύναμη, ὄχι ἀπό τόν νόμο. Ὁ Ὀρέστης τοῦ Αἰσχύλου εἶναι ἕνα ἀπ’ τά τόσα θύματα τῆς διαμάχης τῶν θεῶν. Οἱ ἐπιταγές τῶν θεῶν εἶναι σκοτεινές καί πολυσήμαντες, καί μποροῦν νά ὁδηγήσουν στήν καταστροφή — ὅπως πράγματι ὁδηγοῦν στήν καταστροφή τήν Ἀντιγόνη.
Τό πῶς σκέπτεται τούς θεούς ὁ Σοφοκλῆς δέν τό ξέρουμε, κι εἶναι πολύ δύσκολο νά τό συμπεράνουμε. Ξέρουμε ὅτι ἀνῆκε στόν κύκλο τοῦ Περικλέους — ὅπως καί ὁ Πρωταγόρας (Περί μέν θεῶν οὐκ ἔχω εἰδέναι, οὔθ ’ ὡς εἰσίν οὔθ’ ὡς οὐκ εἰσίν οὔθ’ ὁποῖοι τινές ἰδέαν, Diels Kranz11, 80, 4). Τοῦτο τουλάχιστον μᾶς ἐπιτρέπει ἡ Ἀντιγόνη νά ποῦμε ἀδίστακτα: ὅπως ἡ δίκη τῶν θεῶν δέν ἀρκεῖ, τό ἴδιο δέν ἀρκοῦν οἱ νόμοι χθονός. Ὑπακούοντας σ’ αὐτούς ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ξέρει ὅτι δέν καθορίζουν ἀποκλειστικά τό θεμιτό, οὔτε ἐξαντλοῦν τό ἀπαγορευμένο. Κάποιο ἄλλο στοιχεῖο, πλάι στόν ἑκάστοτε θεσμισμένο — θετικό καί, ὅπως καί νά ’ναι, χῶρο-χρονικά τοπικό, ἄρα σχετικό — νόμο πρέπει νά ὑπάρχει, πού, χωρίς νά τόν ἀναιρεῖΐ ἡ νά τόν ὑπαγορεύει, χρειάζεται νά συνυφανθεῖ μαζί του. Αὐτο τό στοιχεῖο ὁ ποιητής, μέ τήν γλώσσα καί τίς παραστάσεις τῆς πόλης του καί τῆς ἐποχῆς του, τό ὀνομάζει θεῶν ἔνορκον δίκαν.
Τελειώνοντας, ἄς συνοψίσουμε συγκριτικά τήν ἀνθρωπολογία τῶν δύο ποιητῶν. Τό κοινό τους σημεῖο εἶναι, φυσικά, ἡ καθοριστική σημασία τῆς σκέψης καί τῆς τέχνης. Πέρα ἀπ’ αὐτό, οἱ διαφορές εἶναι τεράστιες. Ὁ Αἰσχύλος μιλάει διεξοδικά γιά τήν μαντική, ὁ Σοφοκλῆς δέν ἐνδιαφέρεται γι’ αὐτήν. Ὁ Αἰσχύλος δέν ἀναφέρει καθόλου τήν ἵδρυση καί τήν θέσμιση τῆς πολιτικῆς κοινωνίας, ὁ Σοφοκλῆς ὁδηγεῖ ὅλο τό χορικό πρός τίς ἀστυνόμους ὀργάς, τόν ὕὑψίπολιν καί τόν ἄπολιν.
Αἰσχύλος ξεκινάει ἀπό μία ὀνειρική, ἐφιαλτική πρό-ἀνθρώπινη κατάσταση καί παρουσιάζει τήν διάβαση πρός τήν ἀνθρώπινη κατάσταση ὡς δῶρο, ἀπόφαση καί πράξη ἑνός ὑπεράνθρωπου ὄντος. Τίποτε τό ἀνάλογο στόν Σοφοκλῆ, γιά τόν ὁποῖο δέν ὑπάρχει προ-ἀνθρώπινη κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά, ἀπ’ τήν στιγμή πού ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὁρίζεται μέ τήν δημιουργική καί αὐτο-δη μιουργική του πράξη/ποίηση, μέ τήν αὐτοδιδαχή του. Τόν ἄνθρωπο τοῦ Αἰσχύλου ὁ Προμηθέας τόν ἐδίδαξε ὅτι εἶναι θνητός, ἀντισταθμίζοντας ταυτοχρόνως τό ἀβάσταχτο βάρος αὐτής της γνώσης μέ τυφλές ἐλπίδες. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Σοφοκλῆ ξέρει ὅτι εἶναι θνητός κι ὅτι ὁ βασικός αὐτός καθορισμός του εἶναι ἀνυπέρβλητος. Φυσικά, μέσα στό θέμα καί τό πλαίσιο τοῦ Προμηθέως δέν ὑπάρχει λόγος, τρόπος καί τόπος νά ἀναφερθοῦν τά προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει ὁ ἄνθρωπος. Αὐτά τά προβλήματα ὁ Σοφοκλῆς τά συλλαμβάνει κατά ριζικό τρόπο, ὡς ὁμοούσια μέ τήν διφυΐα τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἔμφυτη ὕβρη του (τόλμας χάριν) καί τήν τάση του νά φρονεῖ μόνος.
Μέσα σ’ ἕνα τέταρτο αἰῶνος ἡ ἑλληνική αὐτογνωσία περνάει ἀπ’ τήν ἰδέα μιᾶς θεϊκῆς ἀνθρωπογονίας στήν ἰδέα τῆς αὐτοδημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Τό στάσιμό τῆς Ἀντιγόνης, καί ὁ ὁμοούσιός του καί ἀνυπέρβλητος Ἐπιτάφιος τοῦ Θουκυδίδη, πού θά τήν ἀκολουθήσει σέ δώδεκα χρόνια, δίνουν σ’ αὐτήν τήν αὐτογνωσία τίς λαμπρότερες μορφές της.
Ἡ δεινότητα τοῦ ἀνθρώπου συνοψίζεται μέ τήν φράση πού κλείνει αὐτό τό μέρος τοῦ στασίμου:
Παντοπόρος· ἄπορος
ἐπ’ οὐδέν ἔρχεται
τό μέλλον...
πού γιά τόν Ἕλληνα ἀναγνώστη δέν χρειάζεται μετάφραση καί σχετικά μέ τήν ὁποία θά σημειώσω μόνο ξανά τό παντοπόρος, πού παραπέμπει ὄχι μόνο στήν πολυμηχανία ἀλλά καί στήν καθολικότητα τῆς ἀνθρώπινης αὐτοδημιουργίας.
Τῆς δεινότητας αὐταῆς ὁ ποιητής γνωρίζει ἕνα καί μόνον ἕνα ἀπόλυτο ὅριο, τόν θάνατο:
Ἅιδα μόνον
φεῦξιν οὐκ ἐπάξεται.
¨Ο Ἅδης ὁ τελειωτικός — σύμφωνα μέ τήν προκλασική καί κλασική ἑλληνική ἀντίληψη ὡς τό τέλος τόν 5ου αἰώνα, πού δέν καταδέχεται νά αὐτοπαρηγορηθεῖ μέ ἀθανασίες καί φροῦδες ἐλπίδες γιά μετά θάνατον ζωή — ἔρχεται ἐδῶ ὄχι μόνο σάν ὑπόμνηση τῆς ἔσχατης ἀλήθειας, ἀλλά καί γιά νά ὑπογραμμίσει τήν δεινότητα τοῦ ὄντος αὐτοῦ, πού γνωρίζοντας τήν θνητότητά του, δέν παύει ἐντούτοις νά χωρεῖ, νά ἀποτρύεται, νά ἄγει, νά κρατεῖ καί νά διδάσκεται.
Τό δεύτερο ὅριο, τό ἐσωτερικό, ἄν μπορῶ νά πῶ, καί ἐγγενές στόν ἄνθρωπο, εἶναι ἡ διφυΐα του, πού τόν κάνει νά βαδίζει ἄλλοτε πρός τό κακόν κι ἄλλοτε πρός τό ἐσθλόν. Ὅριο, γιατι ὁ Σοφοκλῆς — ὅπως κι ὁ Θουκυδίδης εἴκοσι ἤ τριάντα χρόνια ἀργότερα — , ἐνῶ περιγράφει μία τιτανική διαδικασία δημιουργίας καί πρόσκτησης δύναμης καί δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, δέν βλέπει, δικαιότατα, καμία «ἠθική πρόοδο» νά ἐπιτελεῖται μέσω αὔτής της διαδικασίας. Τό κακόν καί τό ἔσθλον πάντα συνόδευαν καί θά συνοδεύουν τόν ἄνθρωπο, πάντα θά εἶναι οἱ δύο πόλοι πού ἐναλλασσόμενοι κατευθύνουν τά βήματά του. Ὁ ἀναγνώστης τοῦ 20ού αἰώνα θά ἐπικυρώσει χωρίς δυσκολία τήν ἀντιίληψη τοῦ ποιητῆ μέ τήν ἐμπειρία εἴκοσι πέντε αἰώνων μεγαλουργημάτων καί τερατωδῶν κακουργημάτων, τά χειρότερα ἀπ’ τά ὁποῖα ἔγιναν μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ἐσθλοῦ καί τῆς ἐγκόσμιας ἤ ἐξωκοσμικῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου
Τήν διφυΐα ὅμως αὐτήν ὁ ποιητής δέν τή βλέπει μοιρολατρικά. Γνωρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά γίνει ὑψίπολις, καί τό κατορθώνει, ὅταν συνυφαίνει τούς νόμους χθονός μέ τήν θεῶν ἔνορκον δίκαν. Ἡ δίκη αὐτή ἐμφανίζεται, ἔτσι, σάν ἕνα τρίτο, σχετικό, ὅριο τῆς ἀνθρώπινης πράξης/ποίησης. Ὁ ἄνθρωπος διδάσκεται τούς νόμους του, τούς θέτει καί τούς θεσμίζει. Πλάι ὅμως σ’ αὐτούς τούς νόμους ὑπάρχει ἡ δίκη τῶν θεῶν, πού δέν φθάνει κατά κανένα τρόπο — ἀλλιῶς δέν θά χρειάζονταν καί δέν θά ὑπῆρχαν κάν νόμοι χθονός — ἀλλά καί πού δέν μπορεῖ νά παραγνωρισθεῖ.
Στήν Ἀντιγόνη ἡ δίκη τῶν θεῶν ἔχει ἕνα συγκεκριμένο περιεχόμενο, ἀφορᾶ τά καθιερωμένα ἔθιμα τῆς ταφῆς. Ἤδη στήν Ἀντιγόνη ὅμως κι αὐτή ἡ δίκη συναντᾶ τά ὅριά της. Λατρεία θεῶν χωρίς πόλη, χωρίς ἔννομη ἀνθρώπινη κοινότητα, δέν εἶναι νοητή. Πόλη πού νά μή προστατεύει τόν ἑαυτό της ἀπό τήν προδοσία, τήν συνεργασία μέ τούς ἐχθρούς, μέ μόνο κίνητρο τήν δίψα τῆς προσωπικῆς ἐξουσίας (Πολυνείκης) ἐπίσης δέν εἶναι νοητή. Ἡ μή κύρωση τῆς διαγωγῆς τοῦ Πολυνείκους θά καθιστοῦσε, στίς ὁριακές της συνέπειες ἀδύνατη τήν λατρεία τῶν θεῶν. Ἡ κύρωσή της μέ τόν τρόπο πού ἀποφάσισε ὁ Κρέων —τήν ἀπαγόρευση ταφής — προσβάλλει ἐπίσης τούς θεούς. Ἡ δίκη τῶν θεῶν δέν εἶναι μονοσήμαντη — κι αὐτό τό γνωρίζουμε ἄφθονα κι ἀπό τόν Ὅμηρο κι ἀπό πολλές ἄλλες τραγωδίες. Οἱ ἴδιοι οἱ θεοί εἶναι σέ πόλεμο μεταξύ τους· οἱ ἴδιοι δέν ἔχουν νόμους, οἱ σχέσεις τους ρυθμίζονται ἀπό τήν δύναμη, ὄχι ἀπό τόν νόμο. Ὁ Ὀρέστης τοῦ Αἰσχύλου εἶναι ἕνα ἀπ’ τά τόσα θύματα τῆς διαμάχης τῶν θεῶν. Οἱ ἐπιταγές τῶν θεῶν εἶναι σκοτεινές καί πολυσήμαντες, καί μποροῦν νά ὁδηγήσουν στήν καταστροφή — ὅπως πράγματι ὁδηγοῦν στήν καταστροφή τήν Ἀντιγόνη.
Τό πῶς σκέπτεται τούς θεούς ὁ Σοφοκλῆς δέν τό ξέρουμε, κι εἶναι πολύ δύσκολο νά τό συμπεράνουμε. Ξέρουμε ὅτι ἀνῆκε στόν κύκλο τοῦ Περικλέους — ὅπως καί ὁ Πρωταγόρας (Περί μέν θεῶν οὐκ ἔχω εἰδέναι, οὔθ ’ ὡς εἰσίν οὔθ’ ὡς οὐκ εἰσίν οὔθ’ ὁποῖοι τινές ἰδέαν, Diels Kranz11, 80, 4). Τοῦτο τουλάχιστον μᾶς ἐπιτρέπει ἡ Ἀντιγόνη νά ποῦμε ἀδίστακτα: ὅπως ἡ δίκη τῶν θεῶν δέν ἀρκεῖ, τό ἴδιο δέν ἀρκοῦν οἱ νόμοι χθονός. Ὑπακούοντας σ’ αὐτούς ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ξέρει ὅτι δέν καθορίζουν ἀποκλειστικά τό θεμιτό, οὔτε ἐξαντλοῦν τό ἀπαγορευμένο. Κάποιο ἄλλο στοιχεῖο, πλάι στόν ἑκάστοτε θεσμισμένο — θετικό καί, ὅπως καί νά ’ναι, χῶρο-χρονικά τοπικό, ἄρα σχετικό — νόμο πρέπει νά ὑπάρχει, πού, χωρίς νά τόν ἀναιρεῖΐ ἡ νά τόν ὑπαγορεύει, χρειάζεται νά συνυφανθεῖ μαζί του. Αὐτο τό στοιχεῖο ὁ ποιητής, μέ τήν γλώσσα καί τίς παραστάσεις τῆς πόλης του καί τῆς ἐποχῆς του, τό ὀνομάζει θεῶν ἔνορκον δίκαν.
Τελειώνοντας, ἄς συνοψίσουμε συγκριτικά τήν ἀνθρωπολογία τῶν δύο ποιητῶν. Τό κοινό τους σημεῖο εἶναι, φυσικά, ἡ καθοριστική σημασία τῆς σκέψης καί τῆς τέχνης. Πέρα ἀπ’ αὐτό, οἱ διαφορές εἶναι τεράστιες. Ὁ Αἰσχύλος μιλάει διεξοδικά γιά τήν μαντική, ὁ Σοφοκλῆς δέν ἐνδιαφέρεται γι’ αὐτήν. Ὁ Αἰσχύλος δέν ἀναφέρει καθόλου τήν ἵδρυση καί τήν θέσμιση τῆς πολιτικῆς κοινωνίας, ὁ Σοφοκλῆς ὁδηγεῖ ὅλο τό χορικό πρός τίς ἀστυνόμους ὀργάς, τόν ὕὑψίπολιν καί τόν ἄπολιν.
Αἰσχύλος ξεκινάει ἀπό μία ὀνειρική, ἐφιαλτική πρό-ἀνθρώπινη κατάσταση καί παρουσιάζει τήν διάβαση πρός τήν ἀνθρώπινη κατάσταση ὡς δῶρο, ἀπόφαση καί πράξη ἑνός ὑπεράνθρωπου ὄντος. Τίποτε τό ἀνάλογο στόν Σοφοκλῆ, γιά τόν ὁποῖο δέν ὑπάρχει προ-ἀνθρώπινη κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά, ἀπ’ τήν στιγμή πού ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὁρίζεται μέ τήν δημιουργική καί αὐτο-δη μιουργική του πράξη/ποίηση, μέ τήν αὐτοδιδαχή του. Τόν ἄνθρωπο τοῦ Αἰσχύλου ὁ Προμηθέας τόν ἐδίδαξε ὅτι εἶναι θνητός, ἀντισταθμίζοντας ταυτοχρόνως τό ἀβάσταχτο βάρος αὐτής της γνώσης μέ τυφλές ἐλπίδες. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Σοφοκλῆ ξέρει ὅτι εἶναι θνητός κι ὅτι ὁ βασικός αὐτός καθορισμός του εἶναι ἀνυπέρβλητος. Φυσικά, μέσα στό θέμα καί τό πλαίσιο τοῦ Προμηθέως δέν ὑπάρχει λόγος, τρόπος καί τόπος νά ἀναφερθοῦν τά προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει ὁ ἄνθρωπος. Αὐτά τά προβλήματα ὁ Σοφοκλῆς τά συλλαμβάνει κατά ριζικό τρόπο, ὡς ὁμοούσια μέ τήν διφυΐα τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἔμφυτη ὕβρη του (τόλμας χάριν) καί τήν τάση του νά φρονεῖ μόνος.
Μέσα σ’ ἕνα τέταρτο αἰῶνος ἡ ἑλληνική αὐτογνωσία περνάει ἀπ’ τήν ἰδέα μιᾶς θεϊκῆς ἀνθρωπογονίας στήν ἰδέα τῆς αὐτοδημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Τό στάσιμό τῆς Ἀντιγόνης, καί ὁ ὁμοούσιός του καί ἀνυπέρβλητος Ἐπιτάφιος τοῦ Θουκυδίδη, πού θά τήν ἀκολουθήσει σέ δώδεκα χρόνια, δίνουν σ’ αὐτήν τήν αὐτογνωσία τίς λαμπρότερες μορφές της.
Άγιος Βαλεντίνος. Ο Χρυσός Μύθος (Legenda aurea)
Ο Χρυσός Μύθος (Legenda aurea) γράφτηκε από τον αρχιεπίσκοπο της Γένοβας, Jacopo da Voragine (Ιάκωβος ντε Βοραζίν, 1228-1298), και είναι ένα είδος συναξαριού στο οποίο περιγράφεται η ζωή των χριστιανών μαρτύρων και αγίων. Από εκεί μαθαίνουμε ότι ο Βαλεντίνος αποκεφαλίστηκε το έτος 280, επί Κλαυδίου του Γότθου και κατόπιν διαταγής του τελευταίου με τον οποίον ο Βαλεντίνος είχε έρθει σε ρήξη, αρνούμενος να προσκυνήσει τους θεούς που λάτρευε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας. Η συνομιλία αγίου και αυτοκράτορα, την οποία παραθέτει ο Βοραζίν, είναι κάτι παραπάνω από εύγλωττη: «Γιατί, λοιπόν, Βαλεντίνε [του λέει ο αυτοκράτορας], αρνείσαι τη λατρεία των θεών μας και μένεις προσκολλημένος στις δεισιδαιμονίες σου, χάνοντας έτσι τη φιλία που σου προσφέρω;– Αν είχες γνωρίσει τη χάρη του Θεού [του απαντά ο Βαλεντίνος] δεν θα μιλούσες έτσι και, δίχως καμιά αμφιβολία, θα απαρνιόσουν τα είδωλα και θα λάτρευες τον Κύριο των Ουρανών. Οι θεοί σας δεν είναι παρά αξιοθρήνητα ανθρώπινα και αμαρτωλά πλάσματα».
Η Legenda aurea δεν κάνει λόγο για προστασία ερωτευμένων, αλλά μόνον για την τυφλή θυγατέρα του Ρωμαίου αξιωματούχου, στον οποίον ο αυτοκράτορας εμπιστεύθηκε τη φύλαξη του αιχμάλωτου και η οποία βρήκε το φως της χάρη στον άγιο. Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας η κοπέλα, ονόματι Τζούλια, συμπάθησε πολύ τον Βαλεντίνο, ο οποίος με τρόπο εξαιρετικά ποιητικό τής περιέγραφε τον κόσμο που δεν είχαν αντικρίσει ποτέ τα μάτια της. Ένα βράδυ, όμως, σύμφωνα με την παράδοση (οι λεπτομέρειες διαφέρουν ανάμεσα στην προφορική παράδοση και τον Χρυσό Μύθο) που ξέρει τόσο καλά να ωραιοποιεί τα γεγονότα, οι περαστικοί είδαν ένα εκθαμβωτικό φως να βγαίνει από το κελί του φυλακισμένου και άκουσαν τη νεαρή Τζούλια να φωνάζει: «Τώρα βλέπω τον κόσμο ακριβώς όπως μου τον περιέγραφες!» Το θαύμα είχε συντελεσθεί, αλλά όταν ο απόηχός του έφτασε στα αυτιά του αυτοκράτορα εκείνος δεν δίστασε να διατάξει επί τόπου τη θανάτωση του αγίου που μαρτύρησε μαστιγωμένος επί ώρες από τους λεγεωνάριους για να αποκεφαλιστεί τελικά στη Βία Φλαμίνια στις 14 Φεβρουαρίου. Αν, όπως ψιθυρίζουν μερικοί, υπήρξε ειδύλλιο μεταξύ Τζούλιας και Βαλεντίνου κρίνουμε σκόπιμο να το αφήσουμε στη φαντασία του αναγνώστη.
Ο πάπας και ο άγιος
Γεγονός είναι ότι τον μάρτυρα Βαλεντίνο τον ανακήρυξε άγιο προστάτη των ερωτευμένων ο πάπας Αλέξανδρος Δ΄, που παρέμεινε στον θρόνο του Αγίου Πέτρου από το 1254 έως το 1261, ενώ η επίσημη εορτή του, στις 14 Φεβρουαρίου, είχε οριστεί κάμποσους αιώνες νωρίτερα από το πάπα Γελάσιο Α΄ μεταξύ 492 και 496. Φαίνεται ότι ο πάπας Αλέξανδρος Δ΄ στήριξε την απόφασή του αυτήν όχι, φυσικά, στο υποτιθέμενο ειδύλλιο Τζούλιας και Βαλεντίνου αλλά στη στάση που ο ιερέας Βαλεντίνος τηρούσε απέναντι στα νεαρά ζευγάρια των χριστιανών που ήθελαν να ενώσουν τις ζωές τους με τις ευλογίες της εκκλησίας. Ο Κλαύδιος ήταν εξαιρετικά ενοχλημένος από τις δραστηριότητες του ιερέα που τελούσε γάμους, «παράνομους» στα μάτια της πολιτικής εξουσίας, τοσούτω μάλλον πολλοί από τους νεαρούς δεν είχαν εκπληρώσει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις τους και αυτό καθιστούσε τα πράγματα ακόμα πιο περίπλοκα για την πολιτεία. Κάπως έτσι ο Βαλεντίνος έγινε για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ο άγιος προστάτης των ερωτευμένων. Οι θρύλοι βέβαια και οι παραδόσεις δεν σταματούν εδώ, μέχρι και τα τριαντάφυλλα που προσφέρουν την ημέρα της εορτής του αγίου έχουν την εξήγησή τους!
Ο πάπας και ο άγιος
Γεγονός είναι ότι τον μάρτυρα Βαλεντίνο τον ανακήρυξε άγιο προστάτη των ερωτευμένων ο πάπας Αλέξανδρος Δ΄, που παρέμεινε στον θρόνο του Αγίου Πέτρου από το 1254 έως το 1261, ενώ η επίσημη εορτή του, στις 14 Φεβρουαρίου, είχε οριστεί κάμποσους αιώνες νωρίτερα από το πάπα Γελάσιο Α΄ μεταξύ 492 και 496. Φαίνεται ότι ο πάπας Αλέξανδρος Δ΄ στήριξε την απόφασή του αυτήν όχι, φυσικά, στο υποτιθέμενο ειδύλλιο Τζούλιας και Βαλεντίνου αλλά στη στάση που ο ιερέας Βαλεντίνος τηρούσε απέναντι στα νεαρά ζευγάρια των χριστιανών που ήθελαν να ενώσουν τις ζωές τους με τις ευλογίες της εκκλησίας. Ο Κλαύδιος ήταν εξαιρετικά ενοχλημένος από τις δραστηριότητες του ιερέα που τελούσε γάμους, «παράνομους» στα μάτια της πολιτικής εξουσίας, τοσούτω μάλλον πολλοί από τους νεαρούς δεν είχαν εκπληρώσει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις τους και αυτό καθιστούσε τα πράγματα ακόμα πιο περίπλοκα για την πολιτεία. Κάπως έτσι ο Βαλεντίνος έγινε για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ο άγιος προστάτης των ερωτευμένων. Οι θρύλοι βέβαια και οι παραδόσεις δεν σταματούν εδώ, μέχρι και τα τριαντάφυλλα που προσφέρουν την ημέρα της εορτής του αγίου έχουν την εξήγησή τους!
Μυθολογείται ότι ο Βαλεντίνος, που φημιζόταν για τις ειρηνοποιούς διαθέσεις του, άκουσε κάποια μέρα –την ώρα που έτυχε να ποτίζει τα τριαντάφυλλα του κήπου του– ένα ζευγάρι να μαλώνει πολύ έντονα. Αυτό τον στενοχώρησε αφάνταστα και αφού έκοψε ένα τριαντάφυλλο πλησίασε το ζευγάρι, τους πρόσφερε το λουλούδι και τους έδωσε συμβουλές, ευχές και ευλογίες. Φαίνεται πως όλα αυτά έπιασαν τόπο, γιατί λίγο καιρό αργότερα οι νέοι επέστρεψαν και ζήτησαν από τον άγιο να ευλογήσει τον γάμο τους. Ακόμα ένα θαύμα το οποίο πολύ θα θέλαμε να πιστέψουμε!
Η τέχνη της κωμωδίας επιτυγχάνει βαθειά διείσδυση στην κοινωνική συνείδηση
Στην πραγματεία του Το ευφυολόγημα και η σχέση του με το ασυνείδητο (1905) ο Φρόυντ έγραφε: «Ο αστεϊσμός μας επιτρέπει να αξιοποιήσουμε κάποιο καταγέλαστο στοιχείο του αντιπάλου μας το οποίο θα ήταν αδύνατον να θίξουμε ευθέως ή συνειδητά, ένεκα κωλυμάτων που μεσολαβούν». Με το πρόσχημα της χαριτολογίας, συνέχιζε, τα επικριτικά μας μηνύματα «δύνανται να αποσπάσουν την προσοχή του ακροατή σε βαθμό που θα ήταν ανεπίτευκτος με διαφορετικό τρόπο… [και γι’ αυτό] το ευφυολόγημα προτιμάται ιδιαιτέρως κατά την επίκριση επιφανών προσώπων».
Έστω κι έτσι, όμως, κωμική μεταχείριση δεν επιδέχονται όλοι οι διαπρεπείς. Σπάνια γελάμε μ’ ένα γιατρό που καταγίνεται με μια σημαντική χειρουργική επέμβαση. Μπορεί ωστόσο να γελάσουμε μαζί του αν, ύστερ’ από την εγχείριση, γυρίζει σπίτι του και κάνει το σπουδαίο στη σύζυγο και στις κόρες του, μιλώντας τους με στομφώδη ορολογία. Γελάμε με το αδικαιολόγητο και με το δυσανάλογο.
Γελάμε με τους βασιλιάδες που έχουν υπερβολικά μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους σε σχέση με την αληθινή τους αξία, γελάμε σε βάρος αυτών που ισχυροποιούνται χωρίς να γίνονται καλύτεροι. Γελάμε με τους φορείς γοήτρου που έχουν ξεχάσει την ανθρωπιά τους και κάνουν κατάχρηση των προνομίων τους. Περιγελάμε, και μέσω του γέλιου μας επικρίνουμε, τις κατάφωρες ενδείξεις αδικίας και υπερβολής.
Στα χέρια των καλύτερων κωμικών, επομένως, το γέλιο αποκτά ηθική σκοπιμότητα· αξιοποιούν το αστείο για να μας παρακινήσουν να αλλάξουμε χαρακτήρα ή συνήθειες. Το ευφυολόγημα είναι ένας τρόπος να σκιαγραφηθεί αδρά κάποιο πολιτικό ιδεώδες, να δημιουργηθεί ένας κόσμος πιο δίκαιος, πιο λογικός. Όπως έλεγε και ο Σάμιουελ Τζόνσον, η σάτιρα δεν είναι παρά μία ακόμη μέθοδος, και μάλιστα ιδιαίτερα αποδοτική, προς «επίπληξιν της μωρίας και της αφροσύνης», ενώ σύμφωνα και με τον Τζον Ντράυντεν, «αληθής σκοπός της σάτιρας είναι η αναμόρφωσις των ελαττωμάτων».
Η αναδίφηση της Ιστορίας αποκαλύπτει ότι ανέκαθεν κυκλοφορούσαν αστεία που προέτρεπαν τους ισχυρούς να διορθώσουν τα ελαττώματά τους και να αποσείσουν την υποκρισία ή την ατιμία τους.
Προς τα τέλη του 18ου αιώνα στην Αγγλία έγινε της μόδας μεταξύ των πλουσίων κυριών να φορούν περούκες κολοσσιαίων διαστάσεων. Οι γελοιογράφοι, ενοχλημένοι από την παράλογη αυτή τάση, έσπευσαν να προσφέρουν καρικατούρες που, τελικά, δεν ήταν παρά ένας ασφαλής τρόπος για να ειπωθεί στις γυναίκες εκείνες να έλθουν στα συγκαλά τους – ένα μήνυμα που, όπως παραδέχτηκε και ο Φρόυντ, πολύ δύσκολα θα μπορούσαν οι ίδιοι άνθρωποι να το θέσουν ευθέως στις αποδέκτριες της κριτικής του, οι οποίες διαφέντευαν εκτενή τμήματα του βασιλείου.
Έστω κι έτσι, όμως, κωμική μεταχείριση δεν επιδέχονται όλοι οι διαπρεπείς. Σπάνια γελάμε μ’ ένα γιατρό που καταγίνεται με μια σημαντική χειρουργική επέμβαση. Μπορεί ωστόσο να γελάσουμε μαζί του αν, ύστερ’ από την εγχείριση, γυρίζει σπίτι του και κάνει το σπουδαίο στη σύζυγο και στις κόρες του, μιλώντας τους με στομφώδη ορολογία. Γελάμε με το αδικαιολόγητο και με το δυσανάλογο.
Γελάμε με τους βασιλιάδες που έχουν υπερβολικά μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους σε σχέση με την αληθινή τους αξία, γελάμε σε βάρος αυτών που ισχυροποιούνται χωρίς να γίνονται καλύτεροι. Γελάμε με τους φορείς γοήτρου που έχουν ξεχάσει την ανθρωπιά τους και κάνουν κατάχρηση των προνομίων τους. Περιγελάμε, και μέσω του γέλιου μας επικρίνουμε, τις κατάφωρες ενδείξεις αδικίας και υπερβολής.
Στα χέρια των καλύτερων κωμικών, επομένως, το γέλιο αποκτά ηθική σκοπιμότητα· αξιοποιούν το αστείο για να μας παρακινήσουν να αλλάξουμε χαρακτήρα ή συνήθειες. Το ευφυολόγημα είναι ένας τρόπος να σκιαγραφηθεί αδρά κάποιο πολιτικό ιδεώδες, να δημιουργηθεί ένας κόσμος πιο δίκαιος, πιο λογικός. Όπως έλεγε και ο Σάμιουελ Τζόνσον, η σάτιρα δεν είναι παρά μία ακόμη μέθοδος, και μάλιστα ιδιαίτερα αποδοτική, προς «επίπληξιν της μωρίας και της αφροσύνης», ενώ σύμφωνα και με τον Τζον Ντράυντεν, «αληθής σκοπός της σάτιρας είναι η αναμόρφωσις των ελαττωμάτων».
Η αναδίφηση της Ιστορίας αποκαλύπτει ότι ανέκαθεν κυκλοφορούσαν αστεία που προέτρεπαν τους ισχυρούς να διορθώσουν τα ελαττώματά τους και να αποσείσουν την υποκρισία ή την ατιμία τους.
Προς τα τέλη του 18ου αιώνα στην Αγγλία έγινε της μόδας μεταξύ των πλουσίων κυριών να φορούν περούκες κολοσσιαίων διαστάσεων. Οι γελοιογράφοι, ενοχλημένοι από την παράλογη αυτή τάση, έσπευσαν να προσφέρουν καρικατούρες που, τελικά, δεν ήταν παρά ένας ασφαλής τρόπος για να ειπωθεί στις γυναίκες εκείνες να έλθουν στα συγκαλά τους – ένα μήνυμα που, όπως παραδέχτηκε και ο Φρόυντ, πολύ δύσκολα θα μπορούσαν οι ίδιοι άνθρωποι να το θέσουν ευθέως στις αποδέκτριες της κριτικής του, οι οποίες διαφέντευαν εκτενή τμήματα του βασιλείου.
Οι Ινδιάνοι της Αμερικής και ο κώδικας ηθικής τους
Οι «Ινδιάνοι» της Αμερικής ή ορθότερα, οι γηγενείς Αμερικανοί, κατοικούσαν στην Αμερικανική ήπειρο, για πολλές χιλιάδες χρόνια πριν από την άφιξη των «λευκών» Ευρωπαίων. Κατά την περίοδο της άφιξης των «λευκών», εικάζεται ότι σε ολόκληρη την Αμερικανική ήπειρο, από το Μεξικό έως και την Αλάσκα, κατοικούσαν περίπου δέκα εκατομμύρια «Ινδιάνοι».Πιστεύεται ότι οι πρώτοι γηγενείς Αμερικανοί, έφτασαν εκεί κατά την τελευταία περίοδο των παγετώνων, περίπου πριν από 20.000 — 30.000 χρόνια, μέσω μιας φυσικής γεωλογικής γέφυρας που διέσχιζε την περιοχή Bering Strait1 από την νοτιο-ανατολική Σιβηρία προς την Αλάσκα.
Οι αρχαιότερες καταγεγραμμένες ιστορικά φυλές στην βόρεια Αμερική, ήταν οι: Sandia (15000 πΧ), οι Clovis (12000 πΧ) και οι Folsom (8000 πΧ). Οι Folsom για κάποιους αρχαιολόγους είναι αυτοί που ακολούθησαν διάφορους δρόμους αφήνοντας πίσω τους τα βόρεια εδάφη και εξαπλώθηκαν μέχρι το Μεξικό.
Σύμφωνα με τους θρύλους των αρκετών γηγενών Αμερικανών, οι πρόγονοι τους βγήκαν στην επιφάνεια της γης χρησιμοποιώντας ένα ιερό μυστικό πέρασμα που ενώνει την επιφάνεια με το κέντρο της Γης.
Αν και από κάποιους πιστεύεται ότι οι ρίζες των «Ινδιάνων» βρίσκονται κάπου στην κεντρική Ασία και κοντά στην σημερινή Ινδία, εντούτοις από τα γενεαλογικά στοιχεία που υπάρχουν, ελάχιστοι πρέπει να είναι αυτοί που ήρθαν από εκεί και μάλιστα πολλά χρόνια μετά την ανακάλυψη της Αμερικής. Το προσωνύμιο «Ινδιάνοι», δόθηκε από τον Χριστόφορο Κολόμβο, ο οποίος — λαθεμένα βέβαια, πίστεψε ότι η ήπειρος στην οποία είχε φτάσει, ήταν μέρος της ασιατικής ηπείρου, των τότε γνωστών Ινδιών.
Οι Ινδιάνοι της Αμερικής έζησαν αγαπώντας και τιμώντας πάνω από όλα την φύση.
Η Σοφία τους διαφαίνεται παντού. Στο πως έζησαν αρμονικά με τη φύση, σε αυτά που φορούσαν, σε αυτά που δημιούργησαν, στον τρόπο που παρασκεύαζαν και έτρωγαν το φαγητό τους, στον τρόπο που ζούσαν μέσα στις οικογένειες τους και στη σημασία που έδιναν στην συνοχή της κοινωνίας τους, στις αξίες τους, στα πιστεύω τους και στη φιλοσοφία τους γενικότερα.
Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για την ιστορία των Ινδιάνων. Όχι μόνο γιατί είναι πάρα πολλά τα στοιχεία που πρέπει να αναζητήσεις, ούτε γιατί οι φυλές ήταν τόσες πολλές, αλλά κυρίως γιατί τα περισσότερα ιστορικά στοιχεία προέρχονται από περιγραφές που περνάνε από γενιά σε γενιά.
Ένας ακόμη λόγος που δυσκολεύει την ιστορική καταγραφή, είναι η προσπάθεια που κατέβαλαν οι «πολιτισμένοι» Ευρωπαίοι, όχι μόνο να υποδουλώσουν το έθνος των Ινδιάνων, αλλά να το εξαφανίσουν κιόλας.
Ο κώδικας ηθικής των Ινδιάνων
2. Να δείχνεις κατανόηση για αυτούς που έχασαν το δρόμο τους. Άγνοια, αλαζονία, θυμός, ζηλοτυπία και πλεονεξία ανθούν από μια χαμένη ψυχή. Προσευχήσου ότι θα βρουν καθοδήγηση.
3. Ψάξε για τον εαυτό σου, να είσαι ο εαυτός σου. Μην επιτρέπεις σε άλλους να δημιουργούν το μονοπάτι σου. Είναι δικός σου ο δρόμος και μόνο δικός σου. Άλλοι μπορούν να περπατήσουν μαζί σου αλλά κανείς δεν μπορεί να περπατήσει στη θέση σου.
4. Να συμπεριφέρεσαι στους καλεσμένους σου με σύνεση. Να τους σερβίρεις το καλύτερο φαγητό, δώσε τους το καλύτερο κρεβάτι και συμπεριφέρσου τους με εκτίμηση και τιμή.
5. Μην παίρνεις κάτι που δεν σου ανήκει, είτε από κάποιον άνθρωπο, μια κοινότητα, τη φύση ή μια κουλτούρα. Δεν το κέρδισες, ούτε στο χάρισαν. Δεν είναι δικό σου.
6. Να σέβεσαι όλα τα πράγματα που υπάρχουν σ’ αυτό τον πλανήτη, είτε άνθρωπους είτε φυτά.
7. Τίμα τις σκέψεις άλλων ατόμων, τις επιθυμίες τους και τα λόγια τους. Ποτέ μην διακόπτεις κάποιον ή να τον χλευάσεις ή να τον μιμηθείς με αγένεια. Αναγνώρισε το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης κάθε ατόμου.
8. Ποτέ μην αναφέρεσαι σε άλλους με κακό τρόπο. Η αρνητική ενέργεια που στέλνεις στο Σύμπαν θα πολλαπλασιαστεί όταν επιστρέψει σε σένα.
9. Όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη. Και όλα τα λάθη μπορούν να συγχωρεθούν.
10. Οι κακές σκέψεις προκαλούν ασθένεια του μυαλού, του σώματος και του πνεύματος. Εξάσκησε τη θετικότητα.
11. Η φύση δεν είναι ΓΙΑ εμάς, είναι ΚΟΜΜΑΤΙ μας. Είναι μέρος της παγκόσμιας οικογένειας σου.
12. Τα παιδιά είναι οι σπόροι του μέλλοντος σου. Σπείρε αγάπη στις καρδιές τους και πότισέ τις με σοφία και μαθήματα της ζωής. Όταν μεγαλώσουν, δώσε τους χώρο να αναπτυχθούν.
13. Μην πληγώνεις τις καρδιές άλλων. Το δηλητήριο του πόνου σου θα επιστρέψει σε σένα.
14. Να είσαι ειλικρινής πάντα. Η ειλικρίνεια είναι το μέτρο της θέλησης κάποιου μέσα στο Σύμπαν.
15. Κράτα τον εαυτό σου ισορροπημένο. Ο Νοητικός εαυτός σου, ο Πνευματικός εαυτός σου, ο Αισθηματικός εαυτός σου και ο Σωματικός εαυτός σου πρέπει να είναι δυνατοί, αγνοί και υγιείς. Γύμνασε το σώμα για να δυναμώσεις το μυαλό. Πλούτισε σε πνεύμα για να γιατρέψεις αισθηματικές στενοχώριες.
16. Να παίρνεις συνειδητές αποφάσεις για το ποιός θα είσαι και το πώς θα αντιδράς. Να είσαι υπεύθυνος για τις πράξεις σου.
17. Να σέβεσαι τις προσωπικές στιγμές και τον προσωπικό χώρο των άλλων. Μην αγγίζεις προσωπική ιδιοκτησία άλλων – ειδικά ιερά και θρησκευτικά αντικείμενα. Αυτό απαγορεύεται.
18. Να είσαι αληθινός πρώτα με τον εαυτό σου. Δεν μπορείς να βοηθήσεις άλλους αν δεν μπορείς να βοηθήσεις τον εαυτό σου πρώτα.
19. Να σέβεσαι τις θρησκευτικές απόψες των άλλων. Μην προσπαθείς να επιβάλεις τις δικές σου απόψεις σ’ αυτούς.
20. Μοιράσου την καλοτυχία σου με άλλους.
Η ειρωνεία είναι το πρώτο δείγμα του ότι η συνείδηση έχει γίνει πια συνειδητή
Ο ανώτερος άνθρωπος διαφέρει από τον κατώτερο άνθρωπο κι απ’ τα ζώα, που είναι αδέλφια του τελευταίου, από την απλή ικανότητά του να ειρωνεύεται. Η ειρωνεία είναι το πρώτο δείγμα του ότι η συνείδηση έχει γίνει πια συνειδητή. Και η ειρωνεία περνάει από δύο στάδια: Το στάδιο που καθόρισε ο Σωκράτης όταν έλεγε «εν οίδα ότι ουδέν οίδα», κι αυτό που καθόρισε ο Σάντσες όταν έλεγε «δεν ξέρω καν αν δεν ξέρω τίποτα». Το πρώτο βήμα οδηγεί στο σημείο όπου αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας δογματικά, και κάθε ανώτερος άνθρωπος κάνει αυτό το βήμα και φτάνει εκεί. Το δεύτερο οδηγεί στο σημείο όπου αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας και για την ίδια μας την αμφιβολία, και λίγοι άνθρωποι το έφτασαν στη διάρκεια της σύντομης -μα ήδη τόσο μακράς- περιόδου από τότε που ως ανθρώπινο γένος αντικρίσαμε τον ήλιο και τη νύχτα πάνω στο πολύμορφο πρόσωπο της γης.
Γνωρίζω τον εαυτό μου σημαίνει απατώμαι, κι ο χρησμός που έλεγε «γνώθι σαυτόν» πρότεινε μια προσπάθεια ακόμα πιο δύσκολη κι απ’ τους άθλους του Ηρακλή, κι ένα αίνιγμα πιο σκοτεινό κι απ’ της Σφίγγας. Να αγνοείς τον εαυτό σου συνειδητά, να ποιος είναι ο δρόμος. Και η συνειδητή άγνοια του εαυτού μας είναι η ενεργή χρήση της ειρωνείας. Και δεν ξέρω τίποτα πιο μεγαλειώδες ή πιο ταιριαστό στον αληθινά μεγάλο άνθρωπο από την υπομονετική κι εκφραστική ανάλυση των μέσων που μας επιτρέπουν ν’ αγνοούμε τον εαυτό μας, τον συνειδητό κατάλογο της μη συνειδητότητας των συνειδήσεων μας, τη μεταφυσική των αυτόνομων σκιών, την ποίηση του λυκόφωτος του τέλους των ψευδαισθήσεων.
Γνωρίζω τον εαυτό μου σημαίνει απατώμαι, κι ο χρησμός που έλεγε «γνώθι σαυτόν» πρότεινε μια προσπάθεια ακόμα πιο δύσκολη κι απ’ τους άθλους του Ηρακλή, κι ένα αίνιγμα πιο σκοτεινό κι απ’ της Σφίγγας. Να αγνοείς τον εαυτό σου συνειδητά, να ποιος είναι ο δρόμος. Και η συνειδητή άγνοια του εαυτού μας είναι η ενεργή χρήση της ειρωνείας. Και δεν ξέρω τίποτα πιο μεγαλειώδες ή πιο ταιριαστό στον αληθινά μεγάλο άνθρωπο από την υπομονετική κι εκφραστική ανάλυση των μέσων που μας επιτρέπουν ν’ αγνοούμε τον εαυτό μας, τον συνειδητό κατάλογο της μη συνειδητότητας των συνειδήσεων μας, τη μεταφυσική των αυτόνομων σκιών, την ποίηση του λυκόφωτος του τέλους των ψευδαισθήσεων.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)



