Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2021

Λουκιανός: Αλέξανδρος ο ψευδομάντης

Ο Σύρος ελληνιστής συγγραφέας, Λουκιανός, στο έργο του «Αλέξανδρος» (ή «Ψευδομάντης»), καταπιάνεται με την αγυρτεία των αποκαλούμενων προφητών κι εκπροσώπων θεού επί γης, που εκμεταλλεύονται την αμάθεια, την πίστη και την δεισιδαιμονία του αμόρφωτου κόσμου. 

Ο κεντρικός πρωταγωνιστής στο έργο του Λουκιανού, είναι ο Αλέξανδρος ο Αβωνοτειχίτης, ένας απατεώνας που έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ. Ο Αλέξανδρος, ξεκίνησε την «σταδιοδρομία» του, εκπορνεύομενος σε πλούσιους εραστές, όντας νέος κι ευπαρουσίαστος. Με τα χρόνια όμως, καθώς δεν μπορούσε να βγάζει τα προς το ζην μ’ αυτόν τον τρόπο, άλλαξε επαγγελματικό πεδίο και στράφηκε σ’ ένα επάγγελμα αρκετά προσοδοφόρο, έχοντας μάλιστα και άφθονο γόνιμο έδαφος: Αυτό του μάντη -δηλαδή του προφήτη. 

Έτσι, ο Αλέξανδρος αφού έστησε τη δική του «επιχείρηση» (μαντείο), άρχισε να εδραιώνει τη φήμη και να δημιουργεί τον μύθο του, αρχικά στην Παφλαγονία, εξαπατώντας φυσικά τους αφελείς που έτρεχαν κοντά του για να μάθουν τα μελλούμενα. Η «χάρη» του Αλέξανδρου έφτασε μάλιστα μέχρι τη Ρώμη. 

Εμπόδιο στις απάτες του, θεωρούσε τους οπαδούς του Επίκουρου και τους χριστιανούς -οι οποίοι φυσικά, εχθρεύονταν τον ψευδομάντη, για διαφορετικό λόγο ο καθένας. Τα έργα του Επίκουρου, ο Αλέξανδρος τα έκαιγε δημοσίως, ενώ για τους οπαδούς του προέβλεπε άλλη λύση, προκειμένου να μην του «μπαίνουν στο μάτι» και του χαλάνε τις δουλειές: Τον λιθοβολισμό, στον οποίον προέτρεπε τους φανατικούς πιστούς του, όταν κάποιος επικούρειος έκανε το «λάθος» να ξεσκεπάζει δημοσίως τις απάτες του. 

Όπως όμως συμβαίνει με τέτοιου είδους απατεώνες, ο Αλέξανδρος που «προφήτευε» τα μελλούμενα των κάθε λογής εύπιστων, ο ίδιος απέτυχε οικτρά να επαληθεύσει την προφητεία που αφορούσε τον εαυτό του και έλεγε ότι θα πεθάνει σε ηλικία…150 ετών, χτυπημένος από κεραυνό. Ο Αλέξανδρος πέθανε σε ηλικία 70 περίπου ετών, από…γάγγραινα στο πόδι. 

Ο Λουκιανός, επικούρειος και ο ίδιος, ξεδιπλώνει με γλαφυρότητα τον βίο και την πολιτεία του απατεώνα Αλέξανδρου, μέσα σ’ αυτό του το έργο, στο οποίο ενδεχομένως αρκετοί θ’ αναγνωρίσουν τον εαυτό τους -ως θύματα φυσικά … 

Αλέξανδρος (ή «Ψευδομάντης») 

Συ μεν ίσως, ω φίλτατε Κέλσε, νομίζεις μικρόν και εύκολον εκείνο το οποίον μου παραγγέλλεις, δηλαδή να σου γράψω βιβλίον περί του βίου και των τεχνασμάτων, των τολμημάτων και των μαγειών του αγύρτου Αλεξάνδρου του Αβωνοτειχίτου και να σου το πέμψω· αλλ’ εάν θέλη τις να περιγράψη τα καθέκαστα ακριβώς, δεν θα είναι ευκολώτερον από το να ιστορήση τας πράξεις του Αλεξάνδρου, υιού του Φιλίππου· τόσον ούτος υπήρξε μέγας κατά την κακίαν, όσον εκείνος κατά την αρετήν. 

Αλλ’ όμως εάν μέλλης να αναγνώσης με επιείκειαν όσα θα σου γράψω και να συμπληρώσης τας ελλείψεις της ιστορίας, θα αναλάβω τον άθλον και του Αυγείου τον σταύλον, αν όχι όλον, αλλ’ όσον δύναμαι θα προσπαθήσω να καθαρίσω, εξάγων ολίγους κοφίνους, ώστε να δύνασαι εξ εκείνων να συμπεράνης πόση και πόσον απερίγραπτος ήτο η όλη κόπρος, την οποίαν τρισχίλιοι βόες επί πολλά έτη θα ηδύναντο να παραγάγωσι. 

Εντρέπομαι και διά τους δύο, διά σε και διά τον εαυτόν μου· διά σε, απαιτούντα να παραδοθή εις τους μεταγενεστέρους διά της γραφής η μνήμη ανθρώπου τρισκαταράτου και διά τον εαυτόν μου καταγινόμενον εις τοιούτον έργον και ασχολούμενον διά τας πράξεις ανθρώπου ο οποίος δεν είνε άξιος να αναγινώσκουν περί αυτού οι μορφωμένοι άνθρωποι, αλλά μάλλον να τον βλέπουν εις μέγιστον θέατρον σπαρασσόμενον υπό πιθήκων ή αλωπέκων. 

Αλλ’ εάν τις μας κατηγορήση διά τούτο, θα έχωμεν να αντιτάξωμεν άλλο τι παραπλήσιον. Και ο Αριανός, ο μαθητής του Επικτήτου, Ρωμαίος εκ των πρώτων, όστις καθ’ όλον του τον βίον ησχολείτο με την παιδείαν, έπαθε τι παρόμοιον και δύναται ν’ απολογηθή υπέρ ημών. Αυτός κατεδέχθη να γράψη τον βίον του ληστού Τιλλιβόρου. Ημείς δε, θα ιστορήσωμεν τας πράξεις ληστού πολύ ωμότερου, καθόσον δεν ελήστευεν εις τα δάση και τα όρη, αλλ’ εις τας πόλεις, και δεν ελεηλάτει μόνον την Μυσίαν και τα περί την Ίδην μέρη, ούτε ολίγας χώρας της Ασίας τας ερημοτέρας, αλλά όλον, δύναται τις να είπη, το ρωμαϊκόν κράτος εγέμισεν η ληστεία του. 

Και εν πρώτοις θα προσπαθήσω να σου τον περιγράψω διά του λόγου, ώστε να τον παραστήσω όσον το δυνατόν ομοιότερον, καίτοι δεν είμαι πολύ δυνατός εις την περιγραφήν. Κατά το σώμα, διά να σου παραστήσω και τούτο, ήτο υψηλός, ωραίος και αληθώς θεοπρεπής, λευκός το χρώμα και με γένεια όχι πολύ πυκνά. Κόμη πρόσθετος ήτο τόσον καλώς προσηρμοσμένη εις την ιδικήν του ώστε δεν διεκρίνετο ότι ήτο ξένη. Οι οφθαλμοί του είχον πολλήν ζωηρότητα και λάμψιν γοητευτικήν, η δε φωνή του ήτο μελωδική και λίαν ευάρεστος· εν γένει δε κατά το εξωτερικόν ήτο τέλειος. 

Τοιούτος ήτο κατά την μορφήν· όσον διά την ψυχήν και τον χαρακτήρα του, αλεξίκακε Ηρακλή και Ζευ αποτρόπαιε[1], και Διόσκουροι σωτήρες, μη δώσετε εις φίλους ή εχθρούς να συναντήσουν τοιούτον άνθρωπον και να εμπέσουν εις τα δίκτυά του. Κατά την πανουργίαν και την νοημοσύνην υπερείχε κατά πολύ των άλλων ανθρώπων, επί πλέον δε ήτο υπερβολικά περίεργος και ευκόλως εμάνθανε και είχε ισχυρόν τον μνημονικόν και ζωηράν την αντίληψιν· αλλά τα προτερήματα ταύτα μετεχειρίζετο προς το κακόν. 

Έχων δε τοιαύτην δύναμιν και ικανότητα, εντός ολίγου υπερέβη τους περιφημότερους διά την κακίαν των, τους Κέρκωπας, τον Ευρύβατον, τον Φρυνώνδαν, τον Αριστόδημον και τον Σώστρατον. Γράφων ποτέ προς τον γαμβρόν του Ρουτιλλιανόν και ομιλών περί του εαυτού του με την μεγαλειτέραν του μετριοφροσύνην, διετείνετο ότι είνε όμοιος προς τον Πυθαγόραν. Ζητώ συγγνώμην από τον Πυθαγόραν, ο οποίος ήτο σοφός ανήρ και θεσπέσιος κατά τας ιδέας· αλλ’ εάν ήτο σύγχρονος του ημετέρου Αλεξάνδρου, είμαι βέβαιος ότι θα εφαίνετο μικρός απέναντι αυτού. 

Αλλά δι’ όνομα των Χαρίτων, μη νομίσης ότι λέγω ταύτα διά να υβρίσω τον Πυθαγόραν ή ότι θέλω να τους φέρω εις παραλληλισμόν και να συγκρίνω τας πράξεις των ως ομοίας. Εάν όμως κανείς συναθροίση όσα κάκιστα και βλασφημότατα ελέχθησαν εναντίον του Πυθαγόρου, τα οποία εγώ δεν πιστεύω, δεν θα δυνηθούν ταύτα να δώσουν ελαχίστην και αμυδράν ιδέαν περί της αχρειότητος του Αλεξάνδρου. 

Πρέπει να φαντασθής μίαν ψυχήν χωρίς ηθικήν συνείδησιν, θρασείαν και μη γνωρίζουσαν εμπόδιο, ακούραστον εις την εκτέλεσιν των αποφασισθέντων, πειστικών και προσελκύουσαν την εμπιστοσύνην, δεξιώς υποκρινομένην την αγαθότητα και κρύπτουσαν τους αληθείς της σκοπούς υπό εκδηλώσεις αντιθέτους. Πας όστις τον έβλεπε διά πρώτην φοράν απήρχετο με την εντύπωσιν ότι ήτο ο εντιμότατος των ανθρώπων, ο πραότατος και συγχρόνως ο μετριοφρονέστατος και αφελέστατος. Εκτός τούτου έτεινε πάντοτε προς τα μεγάλα και ουδέν μικρόν επεχείρει, αλλά μόνον περί μεγάλων εσκέπτετο. 

Όταν ήτο έφηβος, και ήτο πολύ ευειδής νέος, ως ηδύνατο τις να συμπεράνη εκ των λειψάνων του κάλλους του, επορνεύετο αναιδώς και αντί χρημάτων προσεφέρετο εις τους βουλομένους. Μεταξύ δε των άλλων εραστών του, κάποιος μάγος εξ εκείνων οίτινες διατείνονται ότι γνωρίζουν θαυματουργούς μαγείας και εξορκισμούς και υπόσχονται να διευκολύνουν έρωτας, εκδικήσεις κατά των εχθρών και ευρέσεις θησαυρών και κληρονομιών επιτυχίας —ούτος ιδών ότι ο νέος ήτον ευφυής και καταλληλότατος προς εξυπηρέτησιν των σκοπών του και ότι δεν ερωτεύετο ολιγώτερον την κακίαν του παρ’ όσον αυτός το κάλλος του, τον εσπούδασε και τον μετεχειρίζετο ως βοηθόν και συνεργάτην. 

Ο μάγος εκείνος φανερά ήτο δήθεν ιατρός, εγνώριζε δε, όπως η γυνή του Αιγυπτίου Θόωνος, φάρμακα πολλά μεν εσθλά μεμιγμένα, πολλά δε λυγρά[2], των οποίων όλων κληρονόμος και διάδοχος έγεινεν ο Αλέξανδρος. Ήτο δε ο διδάσκαλος εκείνος και εραστής την καταγωγήν Τυανεύς, εκ των μαθητευσάντων πλησίον Απολλωνίου του Τυανέως[3] και γνωριζόντων όλας αυτού τας αγυρτείας. Βλέπεις εκ ποίας σχολής προήλθεν ο ημέτερος άνθρωπος. 

Ο Τυανεύς εκείνος απέθανε, ο δε Αλέξανδρος, ο οποίος είχε γεμίσει γένεια, το δε κάλλος, εκ του οποίου ηδύνατο να ζήση, είχε χάσει την ανθηρότητά του, περιέπεσεν εις πενίαν· και δεν περιωρίσθη εις μικράς επιχειρήσεις, αλλά συνεταιρίσθη με κάποιον χρονογράφον εκ Βυζαντίου, από τους λαμβάνοντας μέρος εις τους δημοσίους αγώνας, πολύ φαυλότερον τον χαρακτήρα —ωνομάζετο δε, νομίζω, Κοκκωνάς. Οι δύο συνέταιροι περιεφέροντο κάμνοντες μαγείας και αγυρτείας και εκμεταλλευόμενοι την ευπιστίαν των παχέων ανθρώπων, όπως απεκάλουν, κατά το ιδιαίτερον ιδίωμα των μάγων, τους απλοϊκούς. 

Εν τω μεταξύ δε, τούτω ανεκάλυψαν και μίαν γυναίκα πλουσίαν, Μακέτιν ονομαζομένην, η οποία ήτο μεν περασμένη την ηλικίαν, αλλ’ ήτο ακόμη φιλάρεσκος· και επί τίνα καιρόν ετρέφοντο παρ’ αυτής και την ηκολούθησαν εκ της Βιθυνίας εις την Μακεδονίαν. Ήτο δε η γυνή εκείνη εκ της Πέλλης, η οποία άλλοτε επί των Μακεδόνων βασιλέων ήτο πόλις ακμάζουσα και ευτυχής, τώρα δε είχεν ολίγους και απόρους κατοίκους. 

Εκεί είδον όφεις υπερμεγέθεις, λίαν εξημερωμένους και ακάκους, ώστε εσιτίζοντο υπό γυναικών και εκοιμώντο μετά των παιδιών και πατούμενοι δεν εξηρεθίζοντο και ενοχλούμενοι δεν ωργίζοντο και γάλα έπινον από του μαστού, όπως τα βρέφη —υπάρχουν δε πολλοί εις το μέρος εκείνο, εξ ου και προήλθε, φαίνεται, ο περί Ολυμπιάδος μύθος, κατά τον οποίον δράκων τοιούτος συνεκοιμάτο με την σύζυγον του Φιλίππου, όταν αύτη ήτο έγκυος τον Αλέξανδρον. Οι δύο συνέταιροι ηγόρασαν εν εκ των ερπετών τούτων το καλλίτερον αντί ολίγων οβολών. 

Και εντεύθεν, κατά τον Θουκυδίδην, ήρχισεν ο πόλεμος. 

Οι δύο εκείνοι φαυλότατοι και θρασύτατοι και προς πάσαν κακουργίαν προθυμότατοι, ευκόλως εννόησαν ότι τους ανθρώπους διευθύνουν δύο μεγάλοι τύραννοι, η ελπίς και ο φόβος, και ότι ο δυνάμενος να επωφεληθή τούτους καταλλήλως ταχέως θα πλουτήση· διότι έβλεπον ότι και εις τους δύο, και εις τον φοβούμενον και εις τον ελπίζοντα, η πρόγνωσις είνε λίαν αναγκαία και επιθυμητή· δι’ αυτής δε πάλαι επλούτησαν και έγειναν περίφημοι οι Δελφοί, η Δήλος, η Κλάρος και αι Βραγχίδαι, καθότι οι άνθρωποι αναγκάζονται πάντοτε από των προειρημένων τυράννων, της ελπίδος και του φόβου, να τρέχουν εις τα μαντεία και να ζητούν να μάθουν τα μέλλοντα και προς τούτο να προσφέρουν εκατόμβας και ν’ αφιερώνουν χρυσάς πλίνθους. 

Ταύτα σκεπτόμενοι και συζητούντες απεφάσισαν να ιδρύσουν μαντείον και να δίδουν χρησμούς με την πεποίθησιν ότι, εάν η επιχείρησις επετύγχανε, θα εγίνοντο ταχέως πλούσιοι και ευτυχείς. Τω όντι δε όχι μόνον επέτυχον, αλλά και τ’ αποτελέσματα υπερέβησαν τας προσδοκίας και τας ελπίδας των. 

Έπειτα, ήρχισαν να σκέπτωνται, πρώτον μεν διά την εκλογήν του μέρους, όπου θα ιδρύετο το μαντείον, έπειτα δε περί της αρχής και του τρόπου της επιχειρήσεως. Ο Κοκκωνάς υπεστήριζεν ως το καταλληλότερον μέρος την Χαλκηδόνα, ως τόπον εμπορικόν και γειτονεύοντα προς την Θράκην και την Βιθυνίαν, μη απέχοντα δε πολύ και της Ασίας και της Γαλατίας και όλων των βορειότερον κατοικούντων λαών. Αλλ’ ο Αλέξανδρος επροτίμα την πατρίδα του, λέγων και δικαίως ότι διά να επιτύχη εις την αρχήν της τοιαύτη επιχείρησις έχει ανάγκην ανθρώπων αξέστων και μωρών, τοιούτοι δ’ έλεγεν ότι είνε οι Παφλαγόνες οι κατοικούντες πέραν της Αβωνοτείχου, δεισιδαίμονες κατά το πλείστον και πλούσιοι, οίτινες και μόνον αν φανή τις αγύρτης, συνοδευόμενος οπό αυλητού ή τυμπανιστού ή κύμβαλα κρατούντος, και αν ακόμη, κατά το λεγόμενον, μαντεύη με το κόσκινον, χάσκουν ενώπιον του και τον θαυμάζουν ως θεόν. 

Μετά μικράν περί τούτου φιλονεικίαν, υπερίσχυσεν η γνώμη του Αλεξάνδρου και μεταβάντες εις την Χαλκηδόνα —διότι ήτον αναγκαία εις τον σκοπόν των και η πόλις αύτη— έθαψαν εις το ιερόν του Απόλλωνος, το οποίον είναι αρχαιότατον εις την Χαλκηδόνα, πινακίδας χαλκίνας, επί των οποίων είχον χαράξει γράμματα λέγοντα ότι εντός ολίγου ο Ασκληπιός μετά του πατρός του Απόλλωνος μεταναστεύει εις τον Πόντον, όπου θα καταλάβη το τείχος του Αβώνου. Αι πινακίδες αύται ανεκαλύφθησαν έπειτα, τυχαίως δήθεν, και συνετέλεσαν να διαδοθή καθ’ όλην την Βιθυνίαν και τον Πόντον και προ πάντων εις το τείχος του Αβώνου η φήμη αύτη. Οι κάτοικοι δε της τελευταίας πόλεως εψήφισαν αμέσως να εγερθή ναός και αμέσως ήρχισαν να σκάπτουν τα θεμέλια. 

Τότε ο Κοκκωνάς εγκατελείφθη εις την Χαλκηδόνα, όπου κατεγίνετο να γράφη χρησμούς επαμφοτερίζοντας, αμφιβόλους και σκοτεινούς, εκεί δε μετ’ ολίγον απέθανε δηλητηριαστείς υπό εχίδνης, νομίζω. Ο δε Αλέξανδρος μετέβη εις την πατρίδα του, τρέφων ήδη μακράν κόμην και φορών ένδυμα πορφυρόλευκον και επ’ αυτού άλλο κατάλευκον και κρατών ξιφοδρέπανον, όπως ο Περσεύς, από του οποίου έλεγεν ότι κατήγετο εκ μητρός· και οι χαμένοι οι Παφλαγόνες, ενώ εγνώριζον ότι αμφότεροι οι γονείς αυτού ήσαν αφανείς και ταπεινοί, επίστευον εις χρησμόν, κατασκευασθέντα υπό του Αλεξάνδρου, ο οποίος έλεγε: «Περσείδης γενεήν Φοίβω φίλος ούτος όραται, δίος Αλέξανδρος, Ποδαλειρίου αίμα λελογχώς».[4] 

Φαίνεται ότι ο Ποδαλείριος ήτο τόσον ασελγής και γυναικομανής, ώστε από της θεσσαλικής Τρίκκης κατώρθωσε να γονιμοποίηση την μητέρα του Αλεξάνδρου, ευρισκομένην εις την Παφλαγονίαν. 

Υπήρχε δε ήδη και χρησμός, τον οποίον τάχα εξέφερεν η Σίβυλλα: «Κατά τα παράλια του Ευξείνου Πόντου, πλησίον της Σινώπης, θα γεννηθή υπό την κυριαρχίαν των Αυσωνίων εις τα μέρη της Τύρσιδος, προφήτης, του οποίου το όνομα αρχίζει από μίαν μονάδα, την οποίαν ακολουθούν τρεις δεκάδες, έπειτα πέντε άλλαι μονάδες και τρείς εικοσάδες». Ούτω σχηματίζεται το όνομα ανδρός προστάτου.[5] 

Εισβαλών λοιπόν ο Αλέξανδρος με τοιαύτην θεατρικήν παρασκευήν εις την πατρίδα του, έγεινε περίβλεπτος και περίφημος. Μη αρκούμενος δε εις την άλλην αγυρτείαν, υπεκρίνετο και ότι κατελαμβάνετο υπό ιεράς μανίας και ενίοτε το στόμα του επληρούτο αφρού. Τούτο δε είναι εύκολον να γίνεται κατά βούλησιν, άμα κανείς μασήση την ρίζαν του βαφικού χόρτου, το οποίον ονομάζεται στρουθίον. Αλλ’ εις τους Παφλαγόνας εφαίνετο και ο αφρός εκείνος ως θείον τι. 

Ο Αλέξανδρος είχε προς τούτοις προ πολλού κατασκευάση μίαν κεφαλήν όφεως από ύφασμα, η οποία είχε τι το παρεμφερές προς την ανθρωπίνην μορφήν και ήτο χρωματισμένη φυσικώτατα, τη βοηθεία δε ιππείων τριχών ήνοιγε και έκλειε το στόμα και προέβαλλε γλώσσαν μαύρην και διχασμένην, όπως του δράκοντος, η οποία ομοίως εσύρετο διά τριχών. Είχον ακόμη και τον εκ Πέλλης όφιν και τον έτρεφον, διά να εμφανισθή εις τον κατάλληλον καιρόν και να λάβη μέρος ή μάλλον να πρωταγωνιστήση εις την κωμωδίαν. 

Όταν δε έφθασεν ο καιρός διά ν’ αρχίσουν, ο Αλέξανδρος έπραξε το εξής: Μεταβάς την νύκτα εις τα θεμέλια του ναού, τα οποία προ ολίγου είχον σκαφή —υπήρχε δε εντός αυτών νερόν το οποίον ή εκείθεν ανέβρυεν ή εκ της βροχής προήρχετο— και εκεί έρριψεν αυγόν χήνας, εις το οποίον, αφού το εκένωσεν, είχε θέση ερπετόν αρτιγέννητον. Αφού το έκρυψεν εντός του πηλού, απήλθε· το δε πρωί έτρεξεν εις την αγοράν γυμνός, φορών μόνον περίζωμα χρυσούν και κρατών το ξιφοδρέπανον, συγχρόνως δε σείων την λυτήν του κόμην, όπως οι τελούντες τα όργια της Ρέας και ενθουσιώντες, ανέβη εις βωμόν υψηλόν και εκείθεν ηγόρευε προς τα πλήθη και εμακάριζε την πόλιν, εις την οποίαν θα ήρχετο εντός ολίγου ο θεός, ούτως ώστε θα εγίνετο ορατός εις όλους. 

Οι παρόντες —είχε δε προστρέξει σχεδόν όλη η πόλις, μετά των γυναικών, των παιδιών και των γερόντων— κατελήφθησαν υπό συγκινήσεως και ήρχισαν να εύχωνται και να προσκυνούν. Αυτός δε, επρόφερε λέξεις ακαταλήπτους, ως εβραϊκάς ή φοινικικάς, και εξέπληττε τους ανθρώπους μη εννοούντας τί έλεγε, πλην των ονομάτων του Απόλλωνος και του Ασκληπιού, τα οποία ανεμίγνυεν εις τα ακατάληπτα εκείνα. 

Έπειτα, διηυθύνθη τρέχων προς τον ανεγειρόμενον ναόν και καταβάς εις το όρυγμα των θεμελίων εις το μέρος όπου θα ήτο η πηγή του μαντείου, εισήλθεν εις το νερόν ψάλλων ύμνους του Ασκληπιού και του Απόλλωνος και εκάλει τον θεόν να ευδοκήση να έλθη εις την πόλιν. Έπειτα εζήτησε φιάλην· όταν δε του εδόθη, την εισήγαγεν εις το νερόν και μετά του νερού και του πηλού ανέσυρε το αυγόν, εις το οποίον ήτο κλεισμένος ο θεός του. Ήτο δε η οπή του αυγού κλεισμένη με κηρόν λευκόν και ψιμύθιον· λαβών δε αυτό εις τας χείρας του είπεν ότι εκράτει τον Ασκληπιόν. Οι παριστάμενοι παρετήρουν τα γινόμενα και εθαύμαζον προ πάντων διά την ανακάλυψιν του αυγού εις το νερόν. 

Αφού δε, έσπασε το αυγόν και εδέχθη εις την παλάμην του το έμβρυον του ερπετού και οι παρόντες το είδον να κινήται και να περιτυλίσσεται εις τους δακτύλους του, ήρχισαν να αναφωνούν και να προσκυνούν τον θεόν και να μακαρίζουν την πόλιν, έκαστος δε εζήτει παρά του θεού θησαυρούς και πλούτη και υγείαν και πάντα τα άλλα αγαθά. Ο δε Αλέξανδρος τρέχων πάλιν επέστρεψεν εις την οικίαν του, φέρων και τον αρτιγέννητον Ασκληπιόν, ο οποίος ούτω εγεννήθη δύο φοράς, ενώ οι άλλοι άνθρωποι γεννώται μίαν φοράν, και εγεννήθη όχι εκ της Κορωνίδος, ούτε τουλάχιστον εκ κορώνης,[6] αλλ’ εκ χήνας. Ο δε λαός όλος ηκολούθει και ήσαν όλοι ενθουσιασμένοι και τρελλοί από υπερβολικάς ελπίδας. 

Επί ημέρας έμεινεν εις την κατοικίαν του, ελπίζων, όπως και έγεινεν, ότι εντός ολίγου η φήμη θα έφερε πολλούς εκ των Παφλαγόνων εις το τείχος του Αβώνου. Όταν δε υπερεπληρώθη η πόλις από ανθρώπους, οι οποίοι είχον ήδη χάσει προηγουμένως νουν και καρδίαν και ουδόλως ωμοίαζαν προς λογικούς ανθρώπους και μόνον κατά την μορφήν διέφερον από τα πρόβατα, ο Αλέξανδρος καθήμενος με πολλήν ιεροπρέπειαν επί κλίνης εις μίαν μικράν οικίαν είχεν εις τον κόλπον του τον εκ Πέλλης Ασκληπιόν, ο όποιος ήτο υπερμεγέθης και ευτραφής, και τον άφινε να περιτυλίσσεται εις τον τράχηλόν του και να μένη έξω η ουρά του. Ήτο δε τόσον μεγάλος, ώστε μέρος αυτού εσύρετο εις την ποδιάν του και έφθανε μέχρι του εδάφους. Ο Αλέξανδρος εκράτει εις την μασχάλην του και έκρυπτε την κεφαλήν του όφεως, ο οποίος δεν έφερεν αντίστασιιν, διότι, ως ελέχθη, ήτο πολύ ανεκτικός και ήμερος, και παρουσίαζε την εξ υφάσματος κεφαλήν ως την κεφαλήν τάχα του πραγματικού όφεως. 

Να φαντασθής έπειτα, ότι αυτά συνέβαινον εις οικίσκον ανεπαρκώς φωτιζόμενον και ότι εις αυτόν συνηθροίζετο πλήθος παντοδαπών ανθρώπων προκατειλημμένων, εχόντων την φαντασίαν εξημμένην και περιμενόντων να ιδούν θαυμαστά πράγματα. Εις τούτους εισερχομένους επόμενον είνε ότι εφαίνετο θαυμαστόν πώς, το προ ολίγου μικρόν ερπετόν εντός ολίγων ημερών έγεινε τόσον μεγάλος όφις με μορφήν ανθρωπίνην και συγχρόνως τόσον ήμερος. Δεν έμεναν άλλως επί πολύ, αλλά πριν να ίδουν ακριβώς το επιδεικνυόμενον θαύμα, εξεδιώκοντο υπό των κατόπιν εισερχομένων αδιακόπως. Είχε δε ανοιχθή άλλη έξοδος κατέναντι της εισόδου, όπως λέγεται ότι έπραξαν και οι Μακεδόνες εις την Βαβυλώνα κατά την ασθένειαν του Αλεξάνδρου, ότε ο μακεδονικός στρατός περικυκλώσας τα ανάκτορα, εζήτει να ίδη τον θνήσκοντα βασιλέα και να του απευθύνη τον τελευταίον χαιρετισμόν. Την επίδειξιν ταύτην δεν έκαμε μίαν φοράν μόνον ο μιαρός ψευδομάντις, αλλά πολλάκις και μάλιστα οσάκις ήρχοντο προς αυτόν επισκέπται πλούσιοι διά πρώτην φοράν. 

Διά να είπωμεν την αλήθειαν, φίλε Κέλσε, πρέπει να δικαιολογήσωμεν τους Παφλαγόνας εκείνους και Ποντικούς, διότι όντες άνθρωποι χονδροκέφαλοι και απαίδευτοι εξηπατήθησαν, ως βεβαιούμενοι και διά της αφής περί της πραγματικότητος του όφεως —διότι και την απόδειξιν ταύτην παρείχεν εις τους βουλομένους ο Αλέξανδρος— και εις αμυδρόν φως βλέποντες την κεφαλήν αυτού να ανοίγη και να κλείη το στόμα. Μόνον ένας Δημόκριτος ή και αυτός ο Επίκουρος ή ο Μητρόδωρος ή και άλλος τις εξ εκείνων των οποίων η ισχυρά διάνοια δεν πιστεύει ευκόλως και αβασανίστως, θα ηδύναντο να δυσπιστήσουν προς το τέχνασμα και να μαντεύσουν περί τίνος επρόκειτο· και αν δεν ηδύναντο να εύρουν την αλήθειαν, πάλιν θα εσχημάτιζον την πεποίθησιν ότι τους διέφευγεν ο τρόπος της απάτης, αλλ’ ότι το παν ήτο ψεύδος και αδύνατον να είνε αληθές. 

Ολίγον κατ’ ολίγον, όλη η Βιθυνία και η Γαλατία και η Θράκη προσέτρεξαν, διότι έκαστος εκ των επιστρεφόντων έλεγεν ότι είδε γεννώμενον τον θεόν και τον ήγγισε με τας χείρας του όταν μετ’ ολίγον έγεινε παμμέγιστος και παρουσίασε μορφήν ανθρωπίνην. Έγειναν δε και εικόνες και αγάλματα και ξόανα παριστώντα τον ιερόν εκείνον δράκοντα, άλλα μεν εκ χαλκού, άλλα δε εξ αργύρου, καί εδόθη εις τον θεόν το όνομα Γλύκων, συνεπεία εμμέτρου και θείου παραγγέλματος, το οποίον εξεφώνησεν ο Αλέξανδρος: «Είμαι ο Γλύκων, τρίτου βαθμού απόγονος του Διός, φως διά τους ανθρώπους». 

Όταν δε ο Αλέξανδρος ενόμισεν ότι ήτο καιρός να αρχίση η εκμετάλλευσις των προπαρασκευών του και έλαβε την έγκρισιν να παρέχη χρησμούς και να δίδη γνώμας εις τους ζητούντας παρά του εν Κιλικία Αμφιλόχου —διότι και ούτος μετά τον θάνατον του πατρός του Αμφιάρεω και την καταστροφήν του εις τας Θήβας, κατέφυγεν εις την Κιλικίαν και έζησεν ευτυχής προφητεύων εις τους Κίλικας το μέλλον και λαμβάνων δύο οβολούς δι’ έκαστον χρησμόν— ήρχισε να προλέγη εις όλους τους ερχομένους ότι ο θεός εις ημέραν την οποίαν ώριζε θα παρείχε χρησμούς. 

Παρήγγειλε δε εις πάντα βουλόμενον να γράψη ό,τι εζήτει και ήθελε να μάθη και να περιγράψη και σφράγιση διά κηρού ή πηλού ή άλλου τοιούτου το γραφέν· αυτός δε θα ελάμβανε τας σημειώσεις ταύτας και θα κατέβαινεν εις το άδυτον, διότι ήδη ο ναός είχε κτισθή και η σκηνή της κωμωδίας είχε συμπληρωθή, και αφού θα ήκουε τας απαντήσεις του θεού, θα εκάλει ένα έκαστον διά κήρυκος και θα του απέδιδε την σημείωσίν του σφραγισμένην, όπως την έδωκε, και συγχρόνως την απόκρισιν υπογεγραμμένην, όπως ακριβώς απήντησεν ο θεός εις το ερώτημα, εκάστου. 

Το τέχνασμα δι’ άνθρωπον, όπως συ και εγώ, δεν ήτο δύσκολον να εννοηθή, διά τους απλούς όμως και ανοήτους ανθρώπους εφαίνετο μέγα και θαυμαστόν. Γνωρίζων διαφόρους τρόπους να ανοίγη τας σφραγίδας, ήνοιγε τας σημειώσεις, ανεγίνωσκε τας ερωτήσεις και έδιδε τας δέουσας απαντήσεις, έπειτα δε κλείσας πάλιν και σφραγίσας απέδιδε τα σημειώματα, προς μέγαν θαυμασμόν των λαμβανόντων. Και ηκούοντο όλοι να λέγουν· πως αυτός εγνώριζεν όσα εγώ του έδωκα ασφαλώς σφραγισμένα με σφραγίδας των οποίων η απομίμησις είνε δύσκολος, εάν αληθώς δεν είνε θεός παντογνώστης; 

Ίσως θα μ’ ερώτησης, ποίους τρόπους είχε διά ν’ ανοίγη τας σφραγίδας. Θα σου τους αναφέρω, διά να δύνασαι να ελέγχης τας τοιαύτας απάτας. Και ιδού ο πρώτος, φίλτατε Κέλσε. Επυράκτωνε βελόνην και αφού δι’ αυτής ανέλυε το υπό την σφραγίδα μέρος του κηρού, αφήρει ευκόλως την σφραγίδα, χωρίς να την καταστρέψη· αφού δε ανεγίνωσκε τα σφραγισμένα ερωτήματα, εθέρμαινε πάλιν διά της βελόνης τον κηρόν και ούτω ευκόλως εκόλλα εκ νέου την σφραγίδα εις την προτέραν της θέσιν. 

Άλλος τρόπος ήτο ο διά του λεγομένου κολλυρίου· κατασκευάζεται δε τούτο εκ πίσσης Βρυττίας και ασφάλτου και διαφανούς λίθου τριμμένου και κηρού και μαστίχης· εξ όλων τούτων έπλαττε το κολλύριον και το εθέρμαινεν εις την φωτιάν, το επέθετεν εις την σφραγίδα, αφού προηγουμένως την επέχριε με σίελον, και ελάμβανε τον τύπον αυτής. Μετ’ ολίγον το κολλύριον εξηραίνετο και τότε ήνοιγε το σφραγισμένον γράμμα και αφού το ανεγίνωσκε, το εσφράγιζεν εκ νέου με την επί του κολλυρίου σφραγίδα, η οποία ήτο απαράλλακτος με την αρχέτυπον σφραγίδα. 

Αλλ’ άκουσε και τρίτην μέθοδον. Ανεμίγνυε ασβέστην και κόλλαν, με την οποίαν κολλούν τα βιβλία, και το μίγμα τούτο εφ’ όσον ήτο ακόμη μαλακόν, επέθετεν εις την σφραγίδα και αφήρει τον τύπον αυτής και έπειτα —ξηραίνεται δε το μίγμα αμέσως και γίνεται στερεώτερον κέρατος ή μάλλον σιδήρου— το μετεχειρίζετο προς σφράγισιν των αποσφραγιζομένων γραμμάτων. Είχε και πολλάς άλλας τοιαύτας μεθόδους, αλλά δεν είνε ανάγκη να τας αναφέρωμεν όλας, διά να μη φανώμεν απειροκάλως λεπτολογούντες και μάλιστα αφού συ εις τα βιβλία τα οποία συνέγραψες κατά των μάγων, τα οποία είναι κάλλιστα και ωφελιμώτατα συγγράμματα, ικανά να διαφωτίζουν τους μελετώντας αυτά, αρκετά αναφέρεις περί τούτων και πολύ περισσότερα των ειρημένων. 

Έδιδε λοιπόν χρησμούς και γνώμας, αλλά με πολλήν περίσκεψιν, φροντίζων να συνδέη την πιθανότητα μετά της πανουργίας. Εις άλλων μεν τας ερωτήσεις έδιδε σκολιάς και αμφιβόλους απαντήσεις, εις άλλους δε λίαν σκοτεινάς· διότι και το σκοτεινόν του εφαίνετο ως προσόν των χρησμών. Και άλλους μεν απέτρεπεν ή προέτρεπεν, όπως έκρινεν καλλίτερον και πιθανώτερον, εις άλλους δε προέλεγε θεραπείας και συνεβούλευε διαίτας, διότι, όπως εις την αρχήν είπα, εγνώριζε πολλά και χρήσιμα φάρμακα. Συνίστα δε προ πάντων τας κυτμίδας, όνομα ανακουφιστικού τίνος φαρμάκου το οποίον είχεν ονομάσει αυτός και το οποίον κατεσκευάζετο από αίγειον λίπος. Οσάκις ηρωτάτο δι’ ελπίδας και πόθους και κληρονομίας, ανέβαλλε πάντοτε να δώση οριστικήν απάντησιν και έλεγεν ότι όλα αυτά θα γίνουν όταν θελήσω εγώ και ο Αλέξανδρος ο προφήτης μου δεηθή και ευχηθή διά σας. 

Είχε δε ορισθή και τιμή δι’ έκαστον χρησμόν, δραχμή μία και δύο οβολοί. Καί μη νομίσης, φίλε μου, ότι ήτο μικρόν και ασήμαντον το εισόδημα τούτο, διότι εξ αυτού εισέπραττε κατ’ έτος έως εβδομήκοντα ή ογδοήκοντα χιλιάδας δραχμών, καθότι οι συμβουλευόμενοι το μαντείον εζήτουν δέκα και δέκα πέντε χρησμούς εξ απληστίας. Τα χρήματα δε, τα οποία εισέπραττεν ο Αλέξανδρος, δεν εκράτει μόνον προς ιδίαν χρήσιν, ούτε τα απεθησαύριζε δι’ εαυτόν· αλλ’ έχων ήδη πολλούς συνεργάτας και υπηρέτας, κατασκόπους, χρησμοποιούς και χρησμοφύλακας, γραφείς και σφραγιστάς και εξηγητάς των χρησμών, έδιδεν εις όλους κατά την υπηρεσίαν έκαστου. 

Είχε δε ήδη αποστείλη και μερικούς εις την αλλοδαπήν διά να διαφημήσουν μεταξύ των εθνών το μαντείον και να διηγούνται ότι δύναται να προλέγη τα μέλλοντα και ν’ ανευρίσκη φυγάδας και ν’ αποκαλύπτη κλέπτας και ληστάς, ν’ ανακαλύπτη θησαυρούς και να θεραπεύη πάσχοντας, ενίοτε δε να επαναφέρη εις την ζωήν και νεκρούς. Προσέτρεχαν λοιπόν πανταχόθεν πατείς με πατώ σε και επολλαπλασιάζοντο αι θυσίαι και τα αφιερώματα και διπλάσια εδίδοντο εις τον προφήτην και μαθητήν του θεού· διότι απεδίδετο εις τον θεόν και ο εξής χρησμός: «Διατάσσω να αμείβεται ο λειτουργός μου προφήτης· διατί δεν ενδιαφέρομαι τόσον διά τας προς εμέ προσφοράς, όσον διά τον προφήτην».

Επειδή δε, πολλοί από τους σωφρονούντας, ως να, ανένηψαν από βαρείαν μέθην, ήρχισαν να εξεγείρονται κατά του Αλεξάνδρου και μάλιστα οι οπαδοί του Επικούρου, οίτινες ήσαν πολλοί, και εις τας πόλεις απεκαλύπτετο ήδη όλη η απάτη και η πλοκή της κωμωδίας, ο προφήτης απήγγειλε κατηγορητήριον κατ’ αυτών και καταδίκην, λέγων, ότι ο Πόντος εγέμισεν από αθέους και χριστιανούς, οίτινες αποτολμούν να βλασφημούν εναντίον αυτού ασεβέστατα, και παρήγγειλε να τους λιθοβολούν όσοι θέλουν να έχουν με το μέρος των τον θεόν. Περί δε του Επικούρου, όταν ηρωτήθη υπό τίνος, τί πράττει εις τον Άδην ο φιλόσοφος, εξέδωκε τοιούτον τίνα χρησμόν: «Φέρων δεσμά εκ μολύβδου κάθηται εις τον βόρβορον». 

Θαυμάζεις έπειτα διότι έφθασεν εις τοιαύτην ακμήν το μαντείον, όταν βλέπης ότι αι ερωτήσεις των προσερχόμενων εις αυτό ήσαν τόσον συνετοί και σοφαί; 

Το πλέον δε άσπονδον μίσος έτρεφε κατά του Επικούρου και κατ’ αυτού διηύθυνε κυρίως τον πόλεμον του· και πολύ δικαίως. Διότι ποίον άλλον δύναται να εχθρεύεται περισσότερον άνθρωπος αγύρτης και απατεών, μέγας δε εχθρός της αληθείας, παρά τον Επίκουρον, σοφόν, όστις διέγνωσε την φύσιν των πραγμάτων και μόνον την υπάρχουσαν εις αυτά αλήθειαν παρεδέχετο; Οι πλατωνικοί και οι οπαδοί του Χρυσίππου και του Πυθαγόρα ήσαν φίλοι του και ειρήνην πλήρη διετήρει προς αυτούς· ο δε άκαμπτος Επίκουρος, όπως τον ωνόμαζε, δικαίως του ήτο έχθιστος, διότι κατέσκωπτε και κατεγέλα πάντα ταύτα. 

Διά τούτο, ο ψευδόμαντις υπέρ πάσας τας πόλεις του Πόντου εμίσει την Άμαστριν, καθότι εγνώριζεν ότι οι οπαδοί του Λεπίδου και άλλοι ομόφρονες με αυτούς ήσαν πολυάριθμοι εις την πόλιν εκείνην. Ούτε έδωκε ποτέ χρησμόν εις Αμαστριανόν· και όταν ποτέ ετόλμησε να προφητεύση προς τον αδελφόν ενός Συγκλητικού, έγεινε καταγέλαστος, διότι ούτε ο ίδιος ηδυνήθη να κατασκευάση χρησμόν κατάλληλον και πιθανόν, ούτε άλλον εύρε να τον βοηθήση προς τούτο και εγκαίρως. Ο Αμαστριανός εκείνος παρεπονείτο διά πόνον του στομάχου, ο δε Αλέξανδρος του παρήγγειλε να τρώγη χοίρειον πόδα μαγειρευμένον με μολόχαν: «Μάλβακα χοιράων ίερη κυμίνευε σιπύδνω». 

Πολλάκις, ως ανωτέρω ανέφερα, έδειξε τον όφιν εις τους προσερχόμενους, όχι όμως ολόκληρον, αλλά μόνον την ουράν και το άλλο σώμα, την δε κεφαλήν εκράτει αθέατον εντός του κόλπου του, θελήσας δε και περισσότερον να καταπλήξη το πλήθος, υπέσχετο να κάμη τον θεόν και να λαλήση και να δίδη χρησμούς χωρίς την μεσολάβησιν του προφήτου. Προς τούτο συνέδεσεν αρτηρίας γεράνων τας οποίας συνήρμοσεν εις την ψευδή κεφαλήν του όφεως, και ενώ κάποιος έξωθεν εφώναζε και απεκρίνετο προς τας ερωτήσεις, η φωνή του εφαίνετο εξερχόμενη εκ του στόματος της πανίνης εκείνης κεφαλής του Ασκληπιού. Ωνομάζοντο δε οι χρησμοί ούτοι «αυτόφωνοι» και δεν εδίδοντο εις όλους αδιαφόρως, αλλά μόνον εις τους επιφανείς πλουσίους και γενναιοδώρους. 

Εκείνος ο οποίος εδόθη εις τον Σευηριανόν και τον συνεβούλευε να εισβάλη εις την Αρμενίαν, ήτο αυτόφωνος· τον προέτρεπε δε ως εξής εις την εισβολήν: «Αφού υποτάξης τους Πάρθους και τους Αρμενίους, θα επιστρέψης εις την Ρώμην φέρων ακτινωτόν στέμμα επί της κεφαλής». 

Έπειτα δε, όταν ο ηλίθιος εκείνος Κελτός πεισθείς εις τον χρησμόν εισέβαλεν εις την Αρμενίαν και εφονεύθη, κατακοπείς μετά της στρατιάς του υπό του Οθρυάδου, ο Αλέξανδρος αφήρεσεν εκ του αρχείου του μαντείου τον ανωτέρω χρησμόν, αντ’ αυτού δε κατέθηκεν άλλον, τον ακόλουθον: «Μη εκστρατεύσης κατά των Αρμενίων, διότι δεν θα σου αποβή εις καλόν. Ανήρ θηλυπρεπής θα σου δώση σκληρόν θάνατον και θα σε στερήση την ζωήν και το φως». 

Μία από τας σοφωτέρας επινοήσεις του ήσαν και οι μεταχρονικοί χρησμοί, διά των οποίων διώρθωνε όσα σφαλερώς είχε προφητεύσει· πολλάκις προ του θανάτου υπέσχετο εις τους νοσούντας ότι θα αναρρώσουν, όταν δε απέθνησκον, άλλος χρησμός διώρθωνε το ψεύδος, λέγων τα αντίθετα: «Μάτην περιμένεις σωτηρίαν από την δεινήν νόσον· ο θάνατος είνε βέβαιος και να τον αποφύγης αδύνατον». 

Γνωρίζων δε ότι οι μάντεις της Κλάρου, των Διδύμων και της Μαλλού μετεχειρίζοντο ευδοκίμως την αυτήν μέθοδον, τους έκαμε φίλους και πολλούς των προσερχομένων εις το μαντείον του παρέπεμπε προς αυτούς με την εξής προσταγήν του θεού δήθεν: «Πήγαινε τώρα εις την Κλάρον διά ν’ ακούσης και του πατρός μου την γνώμην», ή «Εις των Βραγχιδών τον ναόν πήγαινε και ζήτει χρησμούς». Και τούτο: «Εις Μαλλόν ζήτει τας γνώμας του Αμφιλόχου». 

Και ταύτα μεν συνέβαινον εντός των ορίων της Μικράς Ασίας μέχρι της Ιωνίας, της Κιλικίας, Παφλαγονίας και Γαλατίας· αλλ’ όταν η φήμη του μαντείου έφθασε και μέχρις Ιταλίας και ενέσκηψεν εις την πόλιν των Ρωμαίων, έγεινεν άμιλλα περί του ποίος πρώτος θα συμβουλευθή το μαντείον· και άλλοι μεν μετέβαινον αυτοπροσώπως, άλλοι δεν απέστελλον αντιπροσώπους, μάλιστα οι επιφανέστατοι και κατέχοντες τα μεγαλείτερα αξιώματα εις την πόλιν, μεταξύ των οποίων ο Ρουτιλλιανός, άνθρωπος κατά μεν τα άλλα καλός και χρηστός και ο οποίος είχε διακριθή εις πολλά ρωμαϊκά αξιώματα, αλλ’ ως προς τα αφορώντα τους θεούς πολύ επιπόλαιος και στενοκέφαλος, πιστεύων αλλόκοτα περί αυτών· και μόνον πέτραν εάν έβλεπε πουθενά αλειμμένην με έλαιον ή στεφανωμένην, έπιπτε κάτω ευθύς και επροσκύνα και επί πολύ παρέμενε προσευχόμενος και ζητών παρ’ αυτής διαφόρους χάριτας. 

Ούτος, λοιπόν, ακούσας να γίνεται λόγος περί του μαντείου, παρ’ ολίγον ν’ αφήση την θέσιν του και να μεταβή εις το τείχος του Αβώνου. Μη δυνηθείς όμως να μεταβή ο ίδιος, απέστειλεν άλλους και άλλους· επειδή δε οι αποστελλόμενοι ήσαν απλοϊκοί υπηρέται, ευκόλως εξηπατώντο και επανερχόμενοι διηγούντο όσα είδον και όσα δεν είδον και προσθέτοντες εις όσα ήκουσαν, διά να ευχαριστήσουν περισσότερον τον κύριόν των. Ούτω δε εξήπτον την φαντασίαν του αθλίου γέροντος και του διεσάλευον τας φρένας. 

Επειδή δε ήτο φίλος των περισσοτέρων και ισχυρότερων εις την Ρώμην, διηγείτο εις όλους όσα παρά των αποσταλέντων ήκουσε, προσέθετε δε και ιδικά του. Και τοιουτοτρόπως εγέμισε την πόλιν με τον θαυμασμόν προς το μαντείον του Αλεξάνδρου και διετάραξε τα πνεύματα και τους περισσοτέρους των αυλικών παρέσυρε και συνεκίνησε, ευθύς δε και ούτοι έσπευδον να συμβουλευθούν το μαντείον. 

Ο δε Αλέξανδρος, υποδεχόμενος τους ερχομένους με φιλοφροσύνην μεγάλην και διά δώρων πολυτελών και φιλοξενείας διαθέτων αυτούς ευνοϊκώς, τους απέπεμπε, όχι μόνον διά να δώσουν τας απαντήσεις εις τα προς το μαντείον ερωτήματα, αλλά και διά να εγκωμιάσουν τον θεόν και να διηγηθούν τερατώδη ψεύδη δι’ αυτόν και το μαντείον. 

Αλλά και κάτι άλλο εμηχανεύθη ο τρισκατάρατος, δολιώτατον και άξιον μεγάλου ληστού. Όταν αποσφράγιζε τα πεμπόμενα ερωτήματα και αναγινώσκων αυτά εύρισκε τίποτε επιλήψιμον και δυνάμενον να έχη σοβαράς συνεπείας διά τον ερωτώντα, το εκράτει και δεν το επέστρεφε, διά να τους έχη υποχειρίους και σχεδόν δούλους, διά τον φόβον μήπως αποκαλυφθούν όσα ηρώτησαν. Εννοείς δε με ποία δώρα εξηγόραζαν την σιωπήν του οι πλούσιοι και οι ισχυροί, οίτινες εγνώριζον ότι τους εκράτει εις τα δίκτυά του. 

Θα σου αναφέρω τώρα και μερικούς εκ των χρησμών οίτινες εδόθησαν εις τον Ρουτιλλιανόν. Όταν ούτος ηρώτησε περί του υιού του, τον οποίον είχεν εκ προτέρας γυναικός και όστις διέτρεχε την ηλικίαν καθ’ ην έπρεπε ν’ αρχίση η εκπαίδευσίς του, ποίον διδάσκαλον να του δώση, το μαντείον απήντησε: «Τον Πυθαγόραν και τον ένδοξον ψάλτην των πολέμων». 

Αλλ’ επειδή μετ’ ολίγας ημέρας το παιδίον απέθανεν, ο Αλέξανδρος ευρέθη εις αμηχανίαν και δεν είχε τί ν’ απαντήσει εις εκείνους οίτινες τον κατηγορούν· ο καλός όμως Ρουτιλλιανός έφθασε μέχρι του ν’ απολογήται αυτός υπέρ του μαντείου· και έλεγεν ότι ο θεός προείπεν ακριβώς ό,τι έγεινε και διά τούτο δεν παρήγγειλε να δοθή εις τον υιόν του κανείς εκ των ζώντων διδασκάλων, αλλ’ ο Πυθαγόρας και ο Όμηρος, οίτινες προ πολλού είχον αποθάνει και τους οποίους ήτο επόμενον να συναντήση εις τον Άδην το παιδίον. Διατί λοιπόν κατηγορείτε τον Αλέξανδρον; 

Όταν δε πάλιν ο Ρουτιλλιανός ηρώτησεν εις ποίους είχε μετεμψυχωθή, έλαβε την εξής απάντησιν: «Κατά πρώτον υπήρξες υιός του Πηλέως, έπειτα Μένανδρος, έπειτα οποίος είσαι τώρα, κατόπιν θα γείνης ηλιακή ακτίς και θα ζήσης εκατόν ογδοήκοντα έτη».

Αλλ’ αυτός απέθανεν εβδομηκοντούτης, αφού παρεφρόνησε, χωρίς να περιμένη την υπόσχεσιν του θεού. Ήτο δε και ο χρησμός ούτος εκ των αυτοφώνων. 

Όταν δε άλλην φοράν ηρώτησε περί γάμου, του εδόθη σαφής η απάντησις: «Να νυμφευθής την θυγατέρα του Αλεξάνδρου και της Σελήνης». 

Είχε δε διαδόσει προ πολλού ο Αλέξανδρος, ότι την θυγατέρα του είχεν αποκτήσει εκ της Σελήνης, ήτις τον ερωτεύθη όταν συνέβη να τον ίδη κοιμώμενον, όπως αυτή συνειθίζη να ερωτεύεται τους ωραίους τους οποίους βλέπει κοιμωμένους. Ο δε φρονιμώτατος Ρουτιλλιανός χωρίς να βραδύνη έπεμψεν αμέσως και εζήτησεν εις γάμον την κόρην του Αλεξάνδρου και έγεινεν εξηκοντούτης γαμβρός και ετέλεσε μεγάλας θυσίας προς την πενθεράν του Σελήνην, νομίζων ότι έγεινε και αυτός εις εκ των επουρανίων. 

Ο Αλέξανδρος, αφού ούτως εγνωρίσθη και επεκράτησεν εις την Ιταλίαν, εγίνετο βαθμηδόν θρασύτερος εις τας επινοήσεις και τας αγυρτείας του και έπεμπε χρησμολόγους εις ρωμαϊκάς πόλεις, οίτινες προέλεγον λοιμούς και πυρκαϊάς και σεισμούς και υπέσχοντο ότι θα εβοήθει ο Αλέξανδρος διά να μη συμβούν τα δυστυχήματα ταύτα. Εκτός δε αλλων, απέστειλεν εις όλα τα έθνη ένα αυτόφωνον χρησμόν κατά του λοιμού. Ο χρησμός δε ούτος ήτο ο ακόλουθος: «Ο βαθύκομος Απόλλων απομακρύνει του λοιμού το μίασμα». 

Και έβλεπε κανείς παντού τον στίχον τούτον γεγραμμένον εις τους πυλώνας των οικιών ως αποτρεπτικόν των επιδημιών. Αλλά το αποτέλεσμα ήτο αντίθετον, ως επί το πλείστον· κατά σύμπτωσιν περίεργον εκείναι προ πάντων αι οικίαι ηρημώθησαν υπό του θανατικού, επί των οποίων ήτο γεγραμμένος ο στίχος εκείνος. Μη υπόθεσης όμως ότι θέλω ν’ αποδώσω τούτο εις τον στίχον· απλώς αναφέρω την σύμπτωσιν. Αλλ’ ίσως και οι πολλοί εμπιστευόμενοι εις την προστασίαν του στίχου παρημέλουν και διητώντο κακώς, ουδόλως προσπαθούντες μετά του χρησμού να απομακρύνουν την νόσον, ως να είχον ασφαλές προπύργιον τας συλλαβάς του στίχου και τον Απόλλωνα τοξεύοντα τον λοιμόν. 

Εγκαθίδρυσε δε και εις την Ρώμην πολλούς κατασκόπους εκ των συνεργατών και συνεννοημένων, οι οποίοι τον επληροφόρουν περί του χαρακτήρος και των διαθέσεων εκάστου, περί των ερωτήσεων τας οποίας έμελλαν ν’ απευθύνουν προς το μαντείον και περί των πόθων και των φιλοδοξιών έκαστου, ώστε να είνε έτοιμος διά τας απαντήσεις και πριν φθάσουν οι απεσταλμένοι να γνωρίζη τί θα τον ηρώτων. 

Τοιαύτα εμηχανεύετο διά την Ιταλίαν· εκτός δε τούτου ίδρυσε μίαν εορτήν με λαμπαδηφορίας και ιεροφαντίας, τελουμένας επί τρεις συνεχείς ημέρας. Κατά την πρώτην ημέραν εγίνετο προκήρυξις, όπως εις τας Αθήνας, λέγουσα· Πας χριστιανός ή επικούρειος, όστις έρχεται να κατασκοπεύση τα ιερά όργια, ας φύγη, οι δε πιστεύοντες εις τον θεόν ας μείνωσι και ας τελέσωσι τας εορτάς ευτυχείς. Έπειτα εξεδιώκοντο οι βέβηλοι και ο Αλέξανδρος ελάμβανε την πρωτοβουλίαν αναφωνών: «Έξω οι χριστιανοί!». Το δε πλήθος όλον αντεφώνει: «Έξω οι επικούρειοι!». Έπειτα ετελείτο ο τοκετός της Λητούς και του Απόλλωνος η γέννησις, ο γάμος της Κορωνίδος και η γέννησις του Ασκληπιού· την δε δευτέραν ημέραν εγίνετο η εμφάνισις του Γλύκωνος και η γέννησις του θεού. 

Η τρίτη ημέρα ήτο αφιερωμένη εις τον Ποδαλείριον και εις τον γάμον της μητρός του Αλεξάνδρου· και επειδή ωνομάζετο Δαδίς, εκαίοντο δάδες. Εις το τέλος παριστάνετο ο Έρως της Σελήνης και του Αλεξάνδρου και εγεννάτο η σύζυγος του Ρουτιλλιανού. Ο Ενδυμίων Αλέξανδρος κρατών δάδα εξετέλει χρέη ιεροφάντου. Έπειτα κατεκλίνετο εις το μέσον του ναού και υπεκρίνετο τον κοιμώμενον, τότε δε κατέβαινε προς αυτόν εκ της οροφής ως εξ ουρανού αντί της Σελήνης κάποια Ρουτιλλία, ωραιοτάτη, σύζυγος ενός των οικονόμων του αυτοκράτορος, πραγματικώς ερωτευμένη με τον Αλέξανδρον και ανταγαπωμένη υπ’ αυτού, και υπό τα βλέμματα του γελοίου της συζύγου αντήλλασσσον φιλήματα και εναγκαλισμούς· και αν δεν ήτο πολύ το φως ίσως θα συνέβαινε και τίποτε εκ των μάλλον αποκρύφων. 

Μετ’ ολίγον πάλιν επανήρχετο ο Αλέξανδρος με στολήν ιεροφάντου και εν μέσω γενικής σιωπής έλεγε μεγαλοφώνως «ιή Γλύκων»· [7] απήντων δε οι ακολουθούντες, δήθεν Ευμολπίδαι[8] και κήρυκες, οίτινες ήσαν Παφλαγόνες με υποδήματα εξ ακατεργάστου δέρματος και αναδίδοντες βαρείαν οσμήν σκόρδου, «ιή Αλέξανδρε». 

Πολλάκις δε -κατά τας δαδουχίας και τας κινήσεις των μυστικών χορών[9] , ο μηρός αυτού αποκαλυπτόμενος επίτηδες εφαίνετο χρυσούς, διότι, εννοείται, τον είχε περιενδύσει με δέρμα. επίχρυσον, το οποίον απέστιλβεν εις την λάμψιν των λαμπάδων. Διά τούτο και συζήτησις έγεινέ ποτέ μεταξύ δύο μωροσόφων περί αυτού, εάν ο Αλέξανδρος είχε την ψυχήν του Πυθαγόρου, όπως είχε και τον χρυσούν αυτού μηρόν, είτε άλλην ανάλογον. Το ζήτημα υπεβλήθη εις τον Αλέξανορον, ο δε θεός Γλύκων έλυσε διά, χρησμού την απορίαν: «Του Πυθαγόρου η ψυχή, άλλοτε μεν φθίνει, άλλοτε δε αυξάνει, η δε ψυχή του προφήτου μου εγεννήθη εκ της θείας ψυχής. Τον έστειλε δε ο πατήρ μου διά το καλόν των αγαθών ανθρώπων· και πάλιν θα επιστρέψω εις τον Δία κεραυνοβοληθείς». 

Ενώ δε εις όλους συνεβούλευε να αποφεύγουν τους παιδικούς έρωτας ως ασεβείς, αυτός ο ενάρετος ανήρ εµηχανεύθη το εξής· παρήγγελλεν εις τας πόλεις της Παφλαγονίας και του Πόντου, ν’ αποστέλλουν κατά τριετίαν προς αυτόν διακόνους διά να υμνούν τον θεόν· έπρεπε δε να εκλέγωνται και να προτιμώνται οι ευγενέστατοι και ανθηρότατοι, οι διακρινόμενοι διά το κάλλος των. Τούτους εγκλείων μετεχειρίζετο ως γυναίκας αργυρωνύτους, συγκοιμώμενος μετ’ αυτών και εις πάσαν ακολασίαν εκτρεπόμενος. Και νόμον δε έκαμε κατά τον οποίον εις ουδένα υπερβάντα το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας του επετρέπετο να τον ασπάζεται εις το στόμα προς χαιρετισμόν, αλλ’ εις μεν τους άλλους έδιδε την χείρα του να την ασπάζωνται, μόνον δε τους νεαρούς κατεφίλει και ούτοι εκαλούντο «οι εντός του φιλήματος». 

Κατ’ αυτόν τον τρόπον, εμπαίζων τους ανοήτους, διέφθειρε φανερά γυναίκας και με παίδας συνευρίσκετο. Και έκαστος εθεώρει ευτύχημα αν και μόνον ητένιζε την γυναέκα του ο Αλέξανδρος· εάν δε κατεδέχετο και να την φιλήση, ενόμιζεν ότι θα εισήρχετο αθρόα η ευτυχία εις την οικίαν του. Πολλαί και εκαυχώντο ότι είχον γεννήσει εξ αυτού και οι σύζυγοί των επιβεβαίουν το πράγμα. 

Θέλω δε να σου διηγηθώ και έναν διάλογον μεταξύ του Γλύκωνος και κάποιου Σακέρδωτος, κατοίκου της παφλαγονικής Τίου, του οποίου την διανοητικήν κατάστασιν θα εννοήσης από τας ερωτήσεις του. Ανέγνωσα δε τον διάλογον τούτον εις την Τίον, εις την οικίαν του Σακέρδωτος, γραμμένον με χρυσά γράμματα. 

– «Ειπέ μου», ηρώτησεν ούτος, «δέσποτα Γλύκων, ποίος είσαι;». 
– «Εγώ», απήντησεν ο Γλυκών, «είμαι νέος Ασκληπιός».
 – «Διάφορος από τον παλαιόν;».
 – «Τί εννοείς; Δεν επιτρέπεται να το μάθης αυτό», απήντησεν ο Γλύκων. 
– «Και πόσα έτη θα μείνης εδώ να μας δίδης χρησμούς;». 
– «Χίλια και τρία». – «Έπειτα πού θα μεταβής;». 
– «Εις τα Βάκτρα και τα περίχωρα· διότι πρέπει και οι βάρβαροι να απολαύσουν την παρουσίαν μου». – «Τα δε μαντεία, το μαντείον των Διδύμων, της Κλάρου και των Δελφών έχουν ακόμη τον προπάτορά σου τον Απόλλωνα ή είνε ψευδείς οι χρησμοί τους οποίους δίδουν τώρα;». 
– «Μην επιμένεις να μάθης και τούτο, διότι δεν είνε επιτετραμμένον».
– «Εγώ δε τί θα γείνω μετά την παρούσαν ζωήν;». 
– «Κάμηλος, έπειτα ίππος, έπειτα άνθρωπος σοφός και προφήτης, όχι κατώτερος του Αλεξάνδρου».

Τοιαύτα είπε προς τον Σακέρδωτα ο Γλύκων και εις το τέλος του έδωκε τον εξής έμμετρον χρησμόν, καθότι εγνώριζεν ότι ήτο οπαδός του Λεπίδου: «Μην πιστεύης εις τον Λέπιδον, διότι κακόν τέλος τον περιμένει». 

Διότι, καθ’ υπερβολήν, εφοβείτο τον Επίκουρον, όπως προείπα, ως αντίτεχνον και εχθρόν της αγυρτείας του. Εις δ’ εκ των επικουρείων, όστις ετόλμησε να τον ελέγξη επί παρουσία πολλών, διέτρεξε μέγαν κίνδυνον. Ο επικούρειος ούτος πλησιάσας του είπε μεγαλοφώνως: «Συ δεν είσαι, Αλέξανδρε, που έπεισες τον δείνα Παφλαγόνα να προσαγάγη τους δούλους του εις τον διοικητήν της Γαλατίας και να ζητήση την εις θάνατον καταδίκην αυτών, ως φονέων του υιού του, όστις εσπούδαζεν εις την Αλεξάνδρειαν; Αλλά μάθε ότι ο νέος εκείνος ζη και επέστρεψε ζων μετά την θανάτωσιν των δούλων, οίτινες υπό σου παρεδόθησαν εις τα θηρία. 

Ιδού τί συνέβη. Ο νέος εκείνος αναπλεύσας τον Νείλον μέχρι του Κλύσματος[10] συνήντησεν εκεί πλοίον έτοιμον ν’ αποπλεύση εις τας Ινδίας και απεφάσισε να μεταβή και αυτός εκεί. Επειδή δε εβράδυνε, οι δυστυχείς εκείνοι δούλοι του νομίσαντες ότι εις τον Νείλον, ενώ εταξείδευεν, επνίγη ή υπό ληστών εφονεύθη —ήσαν δε πολλοί τότε— επέστρεψαν και ανήγγειλαν την εξαφάνισίν του. Έπειτα ήλθεν ο χρησμός και η καταδίκη των, μετά την οποίαν ήλθεν ο νέος και διηγήθη το εις Ινδίας ταξείδι των». 

Αυτά είπεν ο επικούρειος, ο δε Αλέξανδρος αγανακτήσας διά την κατηγορίαν και μη υποφέρων τον αληθή εκείνον ονειδισμόν, διέταξε τους παρόντας να τον λιθοβολήσουν, άλλως και αυτοί θα ήσαν εξ ίσου ασεβείς και άξιοι να ονομασθούν επικούρειοι. Και το μεν πλήθος ήρχισε να τον πετροβολή, αλλά κάποιος Δημόστρατος εκ των προκρίτων του Πόντου παρατυχών εκεί έσπευσε και τον ενηγκαλίσθη και ούτω έσωσε τον άνθρωπον εκ του θανάτου. Αλλά πολύ δικαίως θα επάθαινεν αν ελιθοβολείτο· διότι δεν ήτο ανάγκη να δείξη μόνος αυτός την ορθοφροσύνην εν μέσω τόσων παραφρόνων και να εκτεθή εις την άλογον οργήν των Παφλαγόνων. 

Μίαν ημέραν προ της εκδόσεως των χρησμών, προσήρχοντο οι θέλοντες να ερωτήσουν το μαντείον και διά του κήρυκος ηρώτων, εάν θα εδίδετο απάντησις εις τα ερωτήματά των· εάν δε εκείνος απήντα έσωθεν «εις τους κόρακας», ο λαμβάνων τοιαύτην απάντησιν, ούτε εις οικίαν εγίνετο πλέον δεκτός και πάντες του ηρνούντο πυρ και ύδωρ και απεδιώκετο από τόπου εις τόπον ως ασεβής και άθεος και επικούρειος· το τελευταίον δε τούτο ήτο ο μεγαλείτερος ονειδισμός. 

Αλλ’ έπραξε και κάτι τι γελοιωδέστατον ο Αλέξανδρος. Ευρών τας «Κυρίας σκέψεις» του Επικούρου, το κάλλιστον, ως γνωρίζεις βιβλίον, το οποίον περιέχει την συγκεφαλαίωσιν της σοφίας του φιλοσόφου εκείνου, τας έφερεν εις το μέσον της αγοράς και τας έκαυσεν επί ξύλων συκής, ως τάχα να έκαιε εκείνον, την δε στάκτην έρριψεν εις την θάλασσαν, συνοδεύσας την πράξιν ταύτην με ένα χρησμόν: «Διατάσσω να πυρπολούνται τα έργα του τυφλού γέροντος». 

Και δεν εσκέφθη ο άθλιος πόσων αγαθών γίνεται πρόξενος το βιβλίον εκείνο εις τους αναγιγνώσκοντας και πόσην γαλήνην και αταραξίαν και ελευθερίαν φρονήματος εμπνέει· διότι απαλλάττει από δεισιδαιμονίας και πίστιν εις φαντάσματα και τερατολογίας και από ματαίας ελπίδας και περιττάς επιθυμίας, παρέχει δε ορθοφροσύνην και αλήθειαν και πραγματικώς εξαγνίζει την ψυχήν όχι με δάδα και με σκιλλοκρόμυδον- και με άλλας τοιαύτας ανοησίας, αλλά διά του ορθού λόγου, της αληθείας και της παρρησίας. 

Εκτός δε άλλων, άκουσε και εν από τα μεγαλείτερα τολμήματα του μιαρού εκείνου ανθρώπου. Διά του Ρουτιλλιανού, όστις είχε τότε μεγάλην δύναμιν, εγίνετο ευκόλως δεκτός εις τα ανάκτορα και την αυλήν. Ενώ λοιπόν ο, κατά των Γερμανών, πόλεμος ευρίσκετο εις την ακμήν του και ο θεός Μάρκος[11] είχεν ήδη συμπλοκή προς τους Μαρκομάνους και Κουάδους, έστειλε χρησμόν, όστις έλεγε να ριφθούν δύο λέοντες ζωντανοί εις τον Ίστρον μετά πολλών αρωμάτων και να γείνουν συγχρόνως θυσίαι μεγαλοπρεπείς. Αλλά προτιμότερον να παραθέσω κατά λέξιν τον χρησμόν: «Εις το ρεύμα του ορμητικού ποταμού Ίστρου παραγγέλλω να ριφθώσι δύο της Κυβέλης θεράποντες, θηρία άγρια, και όσα παράγουν αι Ινδίαι άνθη και ευώδη βότανα· παρευθύς δε θα επέλθη νίκη και δόξα μεγάληκαι συγχρόνως η ποθητή ειρήνη». 

Αφού δε έγειναν ταύτα, ως διέταξεν, οι λέοντες κολυμβήσαντες επέρασαν εις την χώραν των εχθρών, όπου οο βάρβαροι τους εφόνευσαν διά ξύλων, ως σκύλους ή λύκους αγνώστου είδους· μετ’ ολίγον δε, έπαθαν οι ημέτεροι το μεγαλείτερον δυστύχημα και περί τας είκοσι χιλιάδες εξ αυτών εχάθησαν συγχρόνως. Έπειτα ηκολούθησαν τα γενόμενα εις την Ακυληίαν, ήτις εκινδύνευσε να κυριευθή. 

Ο δε Αλέξανδρος ως δικαιολογίαν διά τα γενόμενα, έφερε την γελοίαν δελφικήν εξήγησιν και τον χρησμόν του Κροίσου[12] και έλεγεν ότι ο θεός προείπε νίκην, αλλά δεν εδήλωσεν αν θα είναι νίκη των Ρωμαίων ή των αντιπάλων. 

Ενώ δε τόσοι πολλοί συνέρρεον, ώστε η πόλις δεν ηδύνατο πλέον να τους χωρέση και αρκετά τρόφιμα διά τόσον πληθυσμόν δεν είχεν, ο Αλέξανδρος επενόησε τους νυκτερινούς καλουμένους χρησμούς. Λαμβάνων τα γραπτά ερωτήματα εκοιμάτο, ως έλεγεν, επ’ αυτών και κατ’ όναρ ήκουε τας απαντήσεις του θεού, τας οποίας και έδιδεν εις τους ερωτώντας, όχι όμως σαφείς κατά το πλείστον, αλλ’ αμφιβόλους και σκοτεινάς, μάλιστα οσάκις το ερώτημα ήτο σφραγισμένον μετά υπερβολικής επιμελείας. 

Μη τολμών ν’ ανοίξη το ερώτημα, έδιδε μίαν απάντησιν ήτις έλεγε και δεν έλεγε τίποτε, εθεώρει δε και τούτο ως πρέπον εις τους χρησμούς, και υπήρχον εξηγηταί διά να ερμηνεύουν τας σκοτεινάς εκείνας απαντήσεις και ελάμβανον όχι μικράς αμοιβάς παρ’ εκείνων εις τους οποίους εδίδοντο οι τοιούτοι χρησμοί διά την εξήγησιν αυτών. Οι εξηγηταί δε ούτοι επλήρωνον εις τον Αλέξανδρον εν τάλαντον αττικόν έκαστος. 

Ενίοτε και χωρίς να ερωτήση κανείς δι’ εαυτόν ή δι’ άλλον, ο ψευδόμαντις εξέδιδε χρησμούς, προς έκπληξιν των ανοήτων, οποίος ο εξής: «Επιθυμείς να μάθης ποιός εισερχόμενος κρυφίως εις τον οίκον σου σε ατιμάζει μετά της συζύγου σου; Ο δούλος σου Πρωτογένης, εις τον οποίον έχεις πάσαν εμπιστοσύνην· ό,τι παρά σου έπαθε, σου το αποδίδει εις την σύζυγόν σου και εκ συμφώνου παρασκευάζονται να σε δηλητηριάσουν, ώστε ούτε να μάθης, ούτε να ίδης τα υπ’ αυτών πραττόμενα· θα εύρης δε το δηλητήριον υπό την κλίνην σου, πλησίον του τοίχου και προς το μέρος της κεφαλής. Και η υπηρέτρια σου Καλυψώ, γνωρίζει τα πάντα». 

Ποίος, και Δημόκριτος ο φιλόσοφος εάν ήτο, δεν θα εταράσσετο ακούων ονόματα και τόπους ακριβώς αναφερομένους, και ποίαν περιφρόνησιν θα ησθάνετο κατόπιν όταν θα ενόει το ψεύδος; 

Αλλά και εις βαρβάρους πολλάκις επροφήτευσε και όταν ακόμη τον ηρώτων εις την πάτριον αυτών γλώσσαν Συριακήν ή Κελτικήν, καίτοι δεν έυρισκεν ευκόλως ομοεθνείς των ερωτώντων διά να τον βοηθήσουν εις την κατανόησιν της ερωτήσεως και εις την απάντησιν. Διά τούτο και εβράδυνε πολύ να δίδη τας απαντήσεις, διά να έχη καιρόν εν τω μεταξύ να αποσφραγίζη τα ερωτήματα και να ευρίσκη τους δυναμένους να του εξηγήσουν τα καθέκαστα. Τοιούτος ήτο ο χρησμός τον οποίον έδωκεν εις έναν Σκύθην: «Μορφήν ευβάργουλις εις σκιάν χνεχικράγη λείψει φάος». 

Άλλοτε, μη ευρίσκων διερμηνέα, είπεν εις κάποιον, ουχί εμμέτρως, να επιστρέψη εις την πατρίδα του, διότι εκείνος όστις τον απέστειλεν, εφονεύθη την ημέραν εκείνην υπό του γείτονος Διοκλέους, καλέσαντος εις επικουρίαν τους ληστάς Μάγνον, Κέλερον και Βούβαλον, οίτινες συνελήφθησαν ήδη και ερρίφθησαν εις τα δεσμά. 

Άκουσε τώρα και μερικούς χρησμούς τους οποίους έδωκεν εις εμέ. Ηρώτησα μίαν ημέραν τον θεόν, εάν ο Αλέξανδρος είνε φαλακρός, και το ερώτημα μου εσφραγίσθη μετ’ επιμελείας και κατά τρόπον ώστε να μη δύναται να παραποιηθή η σφραγίς. Ο δε προφήτης μου έδωκε τον εξής νυκτερινόν χρησμόν: «Σαβαρδαλάχου μαλαχααττήαλος ην». 

Έπειτα πάλιν του έστειλα εις δύο διάφορα σφραγισμένα δελτία την αυτήν ερώτησιν, ποία ήτο η πατρίς του ποιητού Ομήρου, και εφρόντισα να μάθη ότι αι ερωτήσεις απηυθύνοντο παρά δύο διαφόρων προσώπων. Και εις μεν το πρώτον, εξαπατηθείς υπό του υπηρέτου μου, όστις του είπεν ότι εζήτουν συμβουλήν δι’ έναν πόνον τον οποίον είχα εις την πλευράν, απήντησεν: «Ν’ αλείφεται με κυτμίδα και με αφρόν ίππου». 

Εις δε το δεύτερον, διά το οποίον του είπαν ότι απεστάλη παρ’ ανθρώπου επιθυμούντος να μάθη αν ήτο προτιμότερον να μεταβή διά θαλάσσης ή διά ξηράς εις την Ιταλίαν, έδωκεν επίσης απάντησιν ουδεμίαν έχουσαν σχέσιν προς τον Όμηρον: «Μη πλεύσης, αλλά προτίμησε την ξηράν οδόν». 

Πολλά τοιαύτα παιγνίδια του έπαιξα, μεταξύ δε άλλων και τούτο: Του έστειλα μίαν ερώτησιν και έγραψα επί του δελτίου ως συνειθίζεται· διά τον δείνα (έγραψα δε εν ψευδές όνομα) χρησμοί οκτώ· και συγχρόνως απέστειλα τας οκτώ δραχμάς και το επί πλέον της αξίας των χρησμών. Ο δε Αλέξανδρος εξαπατηθείς εκ της επιγραφής και νομίζων ότι υπήρχον οκτώ ερωτήσεις, ενώ υπήρχε μία μόνη —ήτο δε αύτη: Πότε θα αποδειχθή ο Αλέξανδρος ως εξαπατών τον κόσμον;— μου έστειλεν οκτώ χρησμούς, οίτινες, κατά το λεγόμενον, ούτε άκραν είχον, ούτε μέσην, ανόητοι και δυσνόητοι όλοι. 

Μαθών δε ταύτα κατόπιν και προσέτι ότι κατέγεινα να αποτρέψω τον Ρουτιλλιανόν από του να νυμφευθή την κόρην του και να δίδη πίστιν εις τας ελπίδας τας οποίας του έδιδε το μαντείον, με εμίσησεν ως ην επόμενον, και μ’ εθεώρει μέγαν εχθρόν. Και όταν ποτέ ο Ρουτιλλιανός ηρώτησε περί εμού, του έδωκε την εξής απάντησιν: «Αγαπά τα νυκτογυρίσματα και τους ανόμους έρωτας». 

Εν γένει δεν μ’ εχώνευε· και όταν μετέβην εις την πόλιν του και έμαθεν ότι είμαι ο Λουκιανός —με συνώδευον δε και δύο στρατιώται, εις λογχοφόρος και εις κοντοφόρος, τους οποίους μου είχε δώσει ο διοικητής της Καπαδοκίας διά να με προπέμψουν μέχρι της θαλάσσης— μ’ εκάλεσεν αμέσως με πολλήν φιλοφροσύνην και ενδείξεις εκτιμήσεως. Μεταβάς τον ευρήκα μεταξύ πολλών και κατά καλήν μου τύχην είχα, συμπαραλάβει και τους στρατιώτας. Ο ψευδοπροφήτης μου έδωκε ν’ ασπασθώ την δεξιάν του, καθώς συνείθιζε· εγώ δε αντί να φιλήσω τον εδάγκασα τόσον δυνατά, ώστε παρ’ ολίγον να του καταστήσω άχρηστον την χείρα. 

Τότε οι παρόντες επεχείρησαν να με κτυπήσουν και να με πνίξουν ως ιερόσυλον, διότι και προ τούτου είχον αγανακτήσει ακούσαντες ότι τον είπα Αλέξανδρον και όχι προφήτην. Αλλ’ αυτός συνεκρατήθη και καθησύχασε τους περί αυτόν, υπέσχετο δε ότι πολύ ταχέως θα με εξημέρωνε και θα κατεφαίνετο η δύναμις του Γλύκωνος, όστις ηδύνατο να μετατρέπη εις φίλους και τους πλέον εχθρικώς διακειμένους. Απομακρύνας δε όλους τους άλλους, μου ωμολόγησεν ότι εγνώριζε καλώς όσα είχα συμβουλεύσει εις τον Ρουτιλλιανόν και, μου είπε, «μου έκαμες αυτά, ενώ με την σύστασίν μου θα ηδύνασο να επιτύχης μεγάλην εύνοιαν παρ’ αυτού;». Εγώ τότε εδέχθην ευχαρίστως την φιλοφροσύνην του, καθότι έβλεπα ποίον κίνδυνον διέτρεχα, και έσπευσα να δείξω ότι επείσθην και ότι έγεινα φίλος του. Και οι άλλοι εθαύμαζον βλέποντες ότι τόσον ταχέως μετεβλήθην. 

Έπειτα δε, όταν απεφάσισα ν’ αναχωρήσω, μου έστειλε δώρα πολλά —ήμουν δε τότε μόνος με τον Ξενοφώντα, διότι είχα προαποστείλει εις Άμαστριν τον πατέρα και τους άλλους οικείους μου— και μου υπέσχετο να μου δώση αυτός πλοίον και ναύτας· και εγώ θεωρήσας την πρότασιν ως ειλικρινή φιλοφροσύνην την απεδέχθην. Αλλ’ όταν ανήχθημεν εις το πέλαγος και είδα τον πλοίαρχον να δακρύη και να φιλονεική με τους ναύτας, ήρχισα να υποψιάζωμαι και ν’ ανησυχώ. 

Ο Αλέξανδρος είχε δώσει παραγγελίαν να μας ρίψουν εις την θάλασσαν και ούτω θα εξεδικείτο και θα απηλλάσσετο ευκόλως από έναν εχθρόν. Αλλ’ ο κυβερνήτης με τα δάκρυά του έπεισε τους ναύτας να μη μας φονεύσουν, ούτε άλλως να μας κακοποιήσουν, προς εμέ δε είπε: «Εξήντα χρόνια, ως βλέπεις, έχω ζήσει με τιμήν και ευσέβειαν και δεν ηθέλησα τώρα που έφθασα εις αυτήν την ηλικίαν και έχω γυναίκα και παιδιά να μολύνω τα χέρια μου με φόνον». Και μου ωμολόγησε τους όρους υπό τους οποίους μας ανέλαβεν εις το πλοίον του και τας παραγγελίας του Αλεξάνδρου. 

Αφού δε μας απεβίβασεν εις τους Αιγιαλούς, τους οποίους και ο καλός Όμηρος αναφέρει, επέστρεψεν. Εκεί συνήντησα Βοσποριανούς τίνας, τους οποίους ο βασιλεύς Ευπάτωρ απέστελλεν αντιπροσώπους εις την Βιθυνίαν να κομίσουν τον ετήσιον φόρον· διηγήθην δε εις αυτούς τον κίνδυνον τον οποίον διετρέξαμεν και συμπαθήσαντες με παρέλαβον εις το πλοίον αυτών και με μετέφεραν εις την Άμαστριν, αφού παρά τρίχα διέφυγα τον θάνατον. 

Του λοιπού και εγώ εκήρυξα κατά του ψευδοπροφήτου φανερόν πόλεμον και πάντα λίθον εκίνουν διά να εκδικηθώ, αφού και προ της επιβουλής ήδη τον εμίσουν μεγάλως διά την ατιμίαν του· εις τον πόλεμον δε τούτον είχα πολλούς συναγωνιστάς και μάλιστα τους μαθητάς του Ηρακλεώτου φιλοσόφου Τιμοκράτους. Αλλ’ ο τότε διοικητής της Βιθυνίας και του Πόντου Αύειτος μας συνεκράτησε με συμβουλάς και παρακλήσεις· διότι ένεκα της φιλίας του προς τον Ρουτιλλιανόν δεν ηδύνατο, και αν απεδεικνύετο αδικών ο Αλέξανδρος, να τον τιμωρήση. Ούτω ανέκοψα την ορμήν μου και έπαυσα να καταδιώκω ένοχον, υπέρ του οποίου έβλεπα ότι τόσον ευμενώς ήτο διατεθειμένος ο δικαστής. 

Δεν είναι δε μεγάλη μεταξύ των άλλων η θρασύτης του Αλεξάνδρου να ζητήση παρά του αυτοκράτορος να μετονομασθή το τείχος του Αβώνου, Ιωνόπολις, και να κοπή νόμισμα νέον, το οποίον από μεν την μίαν όψιν να έχη την εικόνα του Γλύκωνος, από δε την άλλην την μορφήν αυτού του ψευδοπροφήτου με τα στέμματα του παππού του Ασκληπιού και το ξιφοδρέπανον του πατρομήτορος Περσέως. 

Ενώ δε είχε προείπει ότι θα έζη εκατόν πεντήκοντα έτη και έπειτα θ’ απέθνησκε φονευόμενος υπό κεραυνού, απέθανε πριν ακόμη συμπληρώσει τα εβδομήκοντα, με αξιοθρήνητον θάνατον· ως άξιος υιός του Ποδαλειρίου έπαθε σήψιν του ποδός μέχρι βουβώνος και κατεφαγώθη υπό σκωλήκων ζωντανός. Τότε δε και εφάνη ότι ήτο φαλακρός, διότι ήτο ανάγκη να, του βρέχουν οι ιατροί την κεφαλήν προς κατάπαυσιν των πόνων, πράγμα το οποίον δεν ήτο δυνατόν αν δεν αφήρει την φενάκην διά να παρουσιάζη γυμνήν την κεφαλήν. 

Τοιούτον υπήρξε το τέλος της κωμωδίας του Αλεξάνδρου και τοιαύτη του όλου δράματος η λύσις, ώστε να δύναται τις να υποθέση ότι ήτο θεία τιμωρία, καίτοι εκ τύχης συνέβη. Έπρεπε δε και ο επιτάφιος αυτού να γείνη άξιος του βίου του και να γείνη αγών διά την διαδοχήν του εις το μαντείον. Οι συνεργάται εις τας αγυρτείας, όσοι ήσαν κορυφαίοι, ανέθηκαν εις τον Ρουτιλλιανόν ν’ αποφασίση ποίος εξ αυτών έπρεπε να προτιμηθή διά ν’ αντικαταστήση τον Αλέξανδρον και φορέση το ιεροφαντικόν και προφητικον στέμμα. Μεταξύ δε των μνηστήρων τούτων ήτο και ο ιατρός Παίτος, άνθρωπος ηλικιωμένος, όστις έπραττεν ούτω ανάξια και της επιστήμης και της ηλικίας του. Αλλ’ ο αγωνοθέτης Ρουτιλλιανός τους απέπεμψεν αστεφανώτους, επιφυλάττων εις εαυτόν την διαδοχήν του προφήτου μετά την λήξιν της δημοσίας υπηρεσίας την οποίαν είχε. 

Ταύτα, φίλτατε, ολίγα εκ πολλών και ως δείγματα έγραφα και προς χάριν σου, φίλου τον οποίον υπέρ πάντας θαυμάζω και διά την σοφίαν και διά την αγάπην προς την αλήθειαν και διά την πραότητα του χαρακτήρας, την μετριοπάθειαν και την γαλήνην του βίου και την ευμένειαν προς τους πλησιάζοντας αυτόν, αλλά —και τούτο θα σου είνε περισσότερον ευχάριστον— και εκδικούμενος διά τον Επίκουρον, σοφόν αληθώς ιερόν και θείον, όστις μόνος διέγνωσε τα αληθή και τα αγαθά και τα μετέδωκεν εις τους άλλους και έγεινε λυτρωτής των ακροασθέντων την διδασκαλίαν του. Νομίζω δε ότι τ’ ανωτέρω χρησιμεύουν και εις όσους θα τ’ αναγνώσουν, διότι και τας αγυρτείας ελέγχουν και την ορθοφροσύνην υποστηρίζουν. 
------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] 1. Αλεξίκακος και αποτρόπαιος είνε συνώνυµα, σηµαίνοντα τους αποδιώκοντας τα δυστυχήµατα από τους ανθρώπους. 
[2] 2. Οµήρου Οδύσσεια Δ. σ. 252: Εγνώριζε να παρασκευάζη πολλά φάρµακα, τα µεν καλά, τα δε ολέθρια. 
[3] 3. Περίφηµος µάγος, ούτινος τον βίον έγραψεν ο Φιλόστρατος. 
[4] 4. Καταγόµενος εκ του Περσέως και του Ποδαλειρίου συγγενής, αναδεικνύεται φίλος του Απόλλωνος ο θείος Αλέξανδρος. 
[5] 5. Το όνοµα Αλέξανδρος σηµαίνει, ως γνωστόν, τον υπερασπιστήν. 
[6] 6. Ο Λουκιανός παίζει µε τας λέξεις Κορωνίς, όνοµα της µητρός του Ασκληπιού, και κορώνη (κουρούνα). 
[7] 7. Εύγε ή χαίρε· επιφώνηµα των µυστικών τελετών. 
[8] 8. Οι Ευµολπίδαι ήσαν οικογένεια ιερατική, ήτις διαδοχικώς ετέλει τα µυστήρια της Δήµητρος εις την Ελευσίνα. Κατήγοντο εκ του Ευµόλπου, υιού του Μουσαίου, όστις είχε φέρει τα µυστήρια ταύτα εκ της Θράκης εις την Αττικήν. Ο Λουκιανός ειρωνεύεται τους βαναύσους ακολούθους του Αλεξάνδρου αποκαλών αυτούς «Ευµολπίδας». 
[9] 9. Των χορών οίτινες εγίνοντο εις τας αποκρύφους τελετάς, τα µυστήρια και τα όργια.. 
[10] 10. Λιµήν της Αιγύπτου προς την Ερυθράν Θάλασσαν, όστις συνεκοινώνει τον Νείλον µε διώρυγα. 
[11] 11. Εννοεί τον αυτοκράτορα Μάρκον Αυρήλιον. 
[12] 12. Άλυν διαβάς µεγάλην δύναµιν καταλύσεις.

Nietzsche: ό,τι δεν με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό

Φρίντριχ Νίτσε:1844–1900

Διόνυσος: η αιώνια επιστροφή της ζωής

§1

Στο έργο του το Λυκόφως των ειδώλων –κεφ.: ρήσεις και αιχμές 8– ο Νίτσε γράφει: ό,τι δεν με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό. Τι είναι αυτό που δεν τον σκοτώνει; Είναι ο αρχαίος θεός Διόνυσος, ο οποίος για τον φιλόσοφο συμβολίζει τη μεθυστική απελευθέρωση της ανθρώπινης ατομικότητας από τη συρρίκνωσή της σε μια άβουλη ύπαρξη και κατ’ επέκταση στην πιο ανήμπορη και καταφρονεμένη μέσα στο σύμπαν. Ως απομονωμένο, ταπεινωμένο και ευτελισμένο πλάσμα, το ανθρώπινο άτομο λησμονεί τον εαυτό του μέσα στην αυστηρά ιεραρχημένη ζωή της πολιτικο-κοινωνικής και πολιτισμικής του συνθήκης. Ετούτη η συνθήκη είναι ο επιτάφιος θρήνος των ανθρώπινων ατόμων· υπό τον μανδύα ωστόσο της εφήμερης πολυλογίας εκλαμβάνεται από αυτά τα ίδια ως λυτρωτική έλευση της ελευθερίας τους.

Τι θέλει να μας πει στα αλήθεια ο Νίτσε εδώ; Πώς ο σημερινός τύπος του ανθρώπου, του λεγόμενου Ευρωπαίου εκμαυλίζεται από ψευδείς ιδέες, όπως αυτή της «προόδου» και όλων των –ισμών· ιδέες, που όσο περισσότερο ψευδείς είναι τόσο πιο πολύ αλυσοδένουν την εντός του κόσμου ζωτικότητά του και τον υποβιβάζουν σε μια αδύναμη, φοβισμένη, αρρωστημένη ύπαρξη. Τότε συμβαίνει το εξής παράδοξο: η αδυναμία τούτη, η πλήρης εξουθένωση κάθε ίχνους βούλησης για δύναμη, κάθε αίσθησης της ζωής, εξελίσσεται ποικιλοτρόπως σε ιδεολογία των μαζών και επιβάλλεται αξιωματικά από τις ποικίλες ιεραρχήσεις της κοινωνικοπολιτικής του συνθήκης ως αντισταθμιστικός παράγοντας στην εν λόγω εξουθένωση. Αυτή η αξιωματική επιβολή αναπαράγεται παράλληλα και από τις ίδιες τις μάζες, καθώς αυτές-εδώ επιχειρούν να ενεργοποιήσουν επιφανειακά τη βούλησή τους. Έτσι μετατρέπονται σε υπόδουλες συνειδήσεις που χύνουν το αίμα τους για αλλότριες δυνάμεις.

§2

Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας δουλόφρονος συνείδησης είναι να προβάλλει ως αρετή ζωής ένα ατελέσφορο συμπάσχειν, μια παρακμιακή συμπόνια που λειτουργεί κατασταλτικά και αδρανοποιεί κάθε ρηξικέλευθη ενεργοποίηση του αισθήματος της ζωής. Μέσα σε μια τέτοια θρυμματισμένη μορφή ζωής παρεμβάλει ο Νίτσε τον δικό του θεό, τον θεό της μέθης, τον Διόνυσο, που με τον τρόπο της έκστασης αγγέλλει δύναμη και φως. Με τον Διόνυσο προελαύνει ο κόσμος του ανθρώπινου ενστίκτου και διασπά την σιδερόφρακτη πραγματικότητα ενός άκαρδου και ψυχρού ορθολογισμού, πίσω από τον οποίο κρύβονται ασφαλείς όλες οι εξουσιαστικές και εξουσιαζόμενες εν ταυτώ εξατομικεύσεις της νεωτερικής, ήτοι μετανεωτερικής εποχής. Ο κόσμος του Διόνυσου είναι ένας κόσμος της μουσικής, της χοϊκής λατρείας και της μεθυστικής αγαλλίασης, που οδηγεί την ανθρώπινη ουσία πέρα από την άπνοη εξατομίκευση, προς μια εκ νέου συμφιλίωσή της με τη φύση. Τα διονυσιακά μυστήρια της αρχαίας Ελλάδας αποτέλεσαν για τον Νίτσε πηγή σοφίας και αληθινής ελευθερίας. Υπό τη νικηφόρα ώθηση του οργιαστικού στοιχείου, το άτομο παύει να αναστενάζει έρημο και μοναχό: γίνεται ένα με το σύνολο και ποδοπατεί χαρούμενο κάθε είδους υποκρισία και σκληροτράχηλο υπολογισμό. Μέσα από τον χορό και το τραγούδι υψώνεται σε μια ελεύθερη ενότητα χώρου και χρόνου, όπου το απλό βάδισμα αντικαθίσταται από την γεμάτη έμπνευση πτήση, οι πάντες και τα πάντα αρχίζουν να μιλούν φιλικά και στην πράξη πραγματώνουν, με τον πιο θεϊκό τρόπο, το Ηρακλείτειο: Εν-Παν. Ετούτη η πραγμάτωση σημαίνει τότε πως ο άνθρωπος από σκλάβος μαθαίνει να γίνεται ελεύθερος και να καταργεί τα μοχθηρά δεσμά της αναγκαιότητας, του πειθαναγκασμού και της δουλοπρέπειας. Στη συνάφεια τούτη δεν αυτο-περιορίζεται στο να ονομάζεται απλώς τεχνίτης, δημιουργός ή καλλιτέχνης, αλλά γίνεται ο ίδιος το αιώνιο δημιούργημα του δημιουργού εαυτού, το φωτεινό έργο τέχνης, το σμιλευμένο άγαλμα του διονυσιακού καλλιτέχνη, δηλαδή του εαυτού του ως τέτοιου. Αυτή τη διονυσιακή έκρηξη της χαράς και της δημιουργίας ο Νίτσε δεν την περιορίζει στα όρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου, αλλά τη βλέπει να διατηρείται ζωντανή και στο σήμερα. Για παράδειγμα, τη συναντά στην ένατη συμφωνία του Μπετόβεν, αλλά και σε αναρίθμητες γιορταστικές εκδηλώσεις, που αντλούν τη μοναδική τους ομορφιά από τον διονυσιακό τους χαρακτήρα.

§3

Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα από το Λυκόφως των ειδώλων, σχετικά με τον Διόνυσο και την ευεργετική επίδρασή του στη ζωή:

Ι. «Ήμουν ο πρώτος που, για να κατανοήσω το παλαιότερο, το ακόμα πλούσιο και μάλιστα πληθωρικό ελληνικό ένστικτο, πήρα στα σοβαρά εκείνο το θαυμαστό φαινόμενο, που φέρει το όνομα του Διονύσου: μπορεί κανείς να το εξηγήσει μόνο με βάση ένα περίσσευμα δύναμης. Όποιος μελετά σε βάθος τους Έλληνες, …καταλαβαίνει αμέσως πως κάτι έχει επιτευχθεί με αυτό το φαινόμενο… Όντως μπορεί οι ιερείς να μετέδιδαν στους συμμετέχοντες σε τέτοια όργια κάποια όχι ανάξια λόγου πράγματα, για παράδειγμα, πως το κρασί ανάβει τον πόθο, πως ο άνθρωπος, υπό ορισμένες περιστάσεις, μπορεί να ζει με καρπούς, πως τα φυτά ανθίζουν την άνοιξη και μαραίνονται το φθινόπωρο… Μόνο στα διονυσιακά μυστήρια, στην ψυχολογία της διονυσιακής κατάστασης, συμβαίνει να εκφράζεται το θεμελιώδες γεγονός του ελληνικού ενστίκτου –η «βούλησή του για ζωή». Τι εγγυόταν στον εαυτό του ο Έλληνας με αυτά τα μυστήρια; Την αιώνια ζωή, την αιώνια επιστροφή της ζωής· το μέλλον που είναι παρόν μέσα στο παρελθόν με τον τρόπο της υπόσχεσης και του καθαγιασμού· το θριαμβευτικό Ναι στη ζωή, πέραν του θανάτου και της αλλαγής· την αληθινή ζωή ως συνολική συνέχιση της ζωής μέσω της αναπαραγωγής, μέσω των μυστηρίων της σεξουαλικότητας...».

ΙΙ. «Στη διδασκαλία των μυστηρίων, ο πόνος χαρακτηρίζεται ιερός… Καθετί που εισέρχεται στο γίγνεσθαι και αναπτύσσεται, καθετί που εγγυάται το μέλλον προϋποθέτει τον πόνο… Για να υπάρχει η αιώνια χαρά της δημιουργίας, για να αυτοκαταφάσκεται αιωνίως η βούληση για ζωή, πρέπει να υπάρχει παντοτινά η «δοκιμασία της γέννας»… Όλα αυτά σημαίνει η λέξη Διόνυσος: δεν γνωρίζω κανέναν άλλο ανώτερο συμβολισμό πέρα απ’ αυτόν τον ελληνικό συμβολισμό, τον συμβολισμό των Διονυσίων. Σε αυτόν-εδώ βιώνεται θρησκευτικά το βαθύτατο ένστικτο της ζωής, το ένστικτο που επενδύει στο μέλλον της ζωής, στην αιωνιότητα της ζωής, –η ίδια η οδός προς τη ζωή, η αναπαραγωγή, ως η ιερά οδός…».

ΙΙΙ. «Η ψυχολογία των διονυσιακών οργίων ως συναισθημάτων ζωής και δύναμης που εκχειλίζουν και μέσα στα οποία και ο ίδιος ο πόνος επενεργεί διεγερτικά, μου έδωσε το κλειδί για την έννοια του τραγικού συναισθήματος... Η επιβεβαίωση στη ζωή, ακόμη και στα πιο παράξενα και αμείλικτα προβλήματα· η βούληση για ζωή, που αγάλλεται καθώς απολαμβάνει την ανεξάντλητη τάση της να θυσιάζει τους ανώτερους τύπους της –αυτό ονόμασα διονυσιακό, αυτό αναγνώρισα ως τη γέφυρα προς τη ψυχολογία του τραγικού ποιητή. Όχι για να απαλλαγεί κανείς από τον τρόμο και τον οίκτο, όχι για να επιτύχει την κάθαρσή του από ένα επικίνδυνο συναίσθημα … αλλά για να είναι ο ίδιος η αιώνια χαρά του γίγνεσθαι, πέρα από τον τρόμο και τον οίκτο, –εκείνη η χαρά που περικλείει επίσης μέσα της και τη χαρά της καταστροφής».

ΠΛΑΤΩΝ: Συμπόσιον (172a-173d)

[172a] ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Δοκῶ μοι περὶ ὧν πυνθάνεσθε οὐκ ἀμελέτητος εἶναι. καὶ γὰρ ἐτύγχανον πρῴην εἰς ἄστυ οἴκοθεν ἀνιὼν Φαληρόθεν· τῶν οὖν γνωρίμων τις ὄπισθεν κατιδών με πόρρωθεν ἐκάλεσε, καὶ παίζων ἅμα τῇ κλήσει, «Ὦ Φαληρεύς,» ἔφη, «οὗτος Ἀπολλόδωρος, οὐ περιμένεις;» Κἀγὼ ἐπιστὰς περιέμεινα. Καὶ ὅς, «Ἀπολλόδωρε,» ἔφη, «καὶ μὴν καὶ ἔναγχός σε ἐζήτουν βουλόμενος διαπυθέσθαι τὴν Ἀγάθωνος συνουσίαν [172b] καὶ Σωκράτους καὶ Ἀλκιβιάδου καὶ τῶν ἄλλων τῶν τότε ἐν τῷ συνδείπνῳ παραγενομένων, περὶ τῶν ἐρωτικῶν λόγων τίνες ἦσαν· ἄλλος γάρ τίς μοι διηγεῖτο ἀκηκοὼς Φοίνικος τοῦ Φιλίππου, ἔφη δὲ καὶ σὲ εἰδέναι. ἀλλὰ γὰρ οὐδὲν εἶχε σαφὲς λέγειν. σὺ οὖν μοι διήγησαι· δικαιότατος γὰρ εἶ τοὺς τοῦ ἑταίρου λόγους ἀπαγγέλλειν. πρότερον δέ μοι,» ἦ δ᾽ ὅς, «εἰπέ, σὺ αὐτὸς παρεγένου τῇ συνουσίᾳ ταύτῃ ἢ οὔ;» Κἀγὼ εἶπον ὅτι «Παντάπασιν ἔοικέ σοι οὐδὲν διηγεῖσθαι [172c] σαφὲς ὁ διηγούμενος, εἰ νεωστὶ ἡγῇ τὴν συνουσίαν γεγονέναι ταύτην ἣν ἐρωτᾷς, ὥστε καὶ ἐμὲ παραγενέσθαι.» «Ἐγώ γε δή,» ἔφη. «Πόθεν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ Γλαύκων; οὐκ οἶσθ᾽ ὅτι πολλῶν ἐτῶν Ἀγάθων ἐνθάδε οὐκ ἐπιδεδήμηκεν, ἀφ᾽ οὗ δ᾽ ἐγὼ Σωκράτει συνδιατρίβω καὶ ἐπιμελὲς πεποίημαι ἑκάστης ἡμέρας εἰδέναι ὅτι ἂν λέγῃ ἢ πράττῃ, οὐδέπω τρία ἔτη ἐστίν; [173a] πρὸ τοῦ δὲ περιτρέχων ὅπῃ τύχοιμι καὶ οἰόμενος τὶ ποιεῖν ἀθλιώτερος ἦ ὁτουοῦν, οὐχ ἧττον ἢ σὺ νυνί, οἰόμενος δεῖν πάντα μᾶλλον πράττειν ἢ φιλοσοφεῖν.» Καὶ ὅς, «Μὴ σκῶπτ᾽,» ἔφη, «ἀλλ᾽ εἰπέ μοι πότε ἐγένετο ἡ συνουσία αὕτη.» Κἀγὼ εἶπον ὅτι «Παίδων ὄντων ἡμῶν ἔτι, ὅτε τῇ πρώτῃ τραγῳδίᾳ ἐνίκησεν Ἀγάθων, τῇ ὑστεραίᾳ ἢ ᾗ τὰ ἐπινίκια ἔθυεν αὐτός τε καὶ οἱ χορευταί.» «Πάνυ,» ἔφη, «ἄρα πάλαι, ὡς ἔοικεν. ἀλλὰ τίς σοι διηγεῖτο; ἢ αὐτὸς Σωκράτης;» [173b] «Οὐ μὰ τὸν Δία,» ἦν δ᾽ ἐγώ, «ἀλλ᾽ ὅσπερ Φοίνικι. Ἀριστόδημος ἦν τις, Κυδαθηναιεύς, σμικρός, ἀνυπόδητος ἀεί· παρεγεγόνει δ᾽ ἐν τῇ συνουσίᾳ, Σωκράτους ἐραστὴς ὢν ἐν τοῖς μάλιστα τῶν τότε, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ. οὐ μέντοι ἀλλὰ καὶ Σωκράτη γε ἔνια ἤδη ἀνηρόμην ὧν ἐκείνου ἤκουσα, καί μοι ὡμολόγει καθάπερ ἐκεῖνος διηγεῖτο.» «Τί οὖν,» ἔφη, «οὐ διηγήσω μοι; πάντως δὲ ἡ ὁδὸς ἡ εἰς ἄστυ ἐπιτηδεία πορευομένοις καὶ λέγειν καὶ ἀκούειν.»

Οὕτω δὴ ἰόντες ἅμα τοὺς λόγους περὶ αὐτῶν ἐποιούμεθα, [173c] ὥστε, ὅπερ ἀρχόμενος εἶπον, οὐκ ἀμελετήτως ἔχω. εἰ οὖν δεῖ καὶ ὑμῖν διηγήσασθαι, ταῦτα χρὴ ποιεῖν. καὶ γὰρ ἔγωγε καὶ ἄλλως, ὅταν μέν τινας περὶ φιλοσοφίας λόγους ἢ αὐτὸς ποιῶμαι ἢ ἄλλων ἀκούω, χωρὶς τοῦ οἴεσθαι ὠφελεῖσθαι ὑπερφυῶς ὡς χαίρω· ὅταν δὲ ἄλλους τινάς, ἄλλως τε καὶ τοὺς ὑμετέρους τοὺς τῶν πλουσίων καὶ χρηματιστικῶν, αὐτός τε ἄχθομαι ὑμᾶς τε τοὺς ἑταίρους ἐλεῶ, ὅτι οἴεσθε τὶ ποιεῖν [173d] οὐδὲν ποιοῦντες. καὶ ἴσως αὖ ὑμεῖς ἐμὲ ἡγεῖσθε κακοδαίμονα εἶναι, καὶ οἴομαι ὑμᾶς ἀληθῆ οἴεσθαι· ἐγὼ μέντοι ὑμᾶς οὐκ οἴομαι ἀλλ᾽ εὖ οἶδα.

ΕΤΑΙΡΟΣ. Ἀεὶ ὅμοιος εἶ, ὦ Ἀπολλόδωρε· ἀεὶ γὰρ σαυτόν τε κακηγορεῖς καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ δοκεῖς μοι ἀτεχνῶς πάντας ἀθλίους ἡγεῖσθαι πλὴν Σωκράτους, ἀπὸ σαυτοῦ ἀρξάμενος. καὶ ὁπόθεν ποτὲ ταύτην τὴν ἐπωνυμίαν ἔλαβες τὸ μαλακὸς καλεῖσθαι, οὐκ οἶδα ἔγωγε· ἐν μὲν γὰρ τοῖς λόγοις ἀεὶ τοιοῦτος εἶ, σαυτῷ τε καὶ τοῖς ἄλλοις ἀγριαίνεις πλὴν Σωκράτους.

***
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
[172a] ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Είμαι καλά προετοιμασμένος, πιστεύω, γι᾽ αυτά που ρωτάτε να μάθετε. Νά, έτυχε ν᾽ ανεβαίνω προχτές απ᾽ το σπίτι μου, από το Φάληρο, στην Αθήνα, όταν κάποιος γνωστός μου, που ερχόταν πίσω μου, με είδε, με φώναξε από απόσταση κι είπε με περιπαιχτικό κάλεσμα: «Ε, κύριος, εσύ απ᾽ το Φάληρο, Απολλόδωρε, γιά περίμενε!». Κι εγώ κοντοστάθηκα και τον περίμενα.
Κι εκείνος είπε: «Απολλόδωρε, γιά δες, τώρα τελευταία σ᾽ αναζητούσα, θέλοντας να με κατατοπίσεις διεξοδικά για τη συνομιλία του Αγάθωνα, [172b] του Σωκράτη και του Αλκιβιάδη και των άλλων που παραβρέθηκαν τότε σ᾽ εκείνη τη συνεστίαση για το θέμα του έρωτα, ποιά ήταν· βέβαια κι ένας άλλος μου τη διηγήθηκε, που την είχε ακούσει από τον Φοίνικα, το γιο του Φιλίππου, και πρόσθεσε ότι την ήξερες κι εσύ. Όμως νά, δεν ήταν σε θέση να πει κάτι ξεκάθαρο· λοιπόν, μπες στον κόπο να μου τη διηγηθείς εσύ· γιατί, περισσότερο απ᾽ όποιον άλλο σ᾽ εσένα πέφτει ν᾽ αναδιηγηθείς την ομιλία του συντρόφου σου. Πριν αρχίσεις όμως, λέγε μου, παραβρέθηκες εσύ ο ίδιος σ᾽ αυτή τη συνομιλία ή όχι». Κι εγώ του αποκρίθηκα ότι «Απ᾽ ό,τι φαίνεται, ο αφηγητής σου δε σου αφηγήθηκε τίποτε, [172c] μα τίποτε το ξεκάθαρο, για να πιστεύεις ότι η συνομιλία —αυτή που με ρωτάς— έγινε πρόσφατα, έτσι που να παραβρεθώ κι εγώ». «Ναι, προσωπικά αυτό πιστεύω», αποκρίθηκε. «Από πού κι ως πού, Γλαύκων; του είπα. Αγνοείς ότι πάνε πολλά χρόνια που ο Αγάθων βρίσκεται στα ξένα, ενώ δεν πέρασαν ούτε τρία χρόνια απ᾽ τη μέρα που μοιράζομαι το χρόνο μου με τον Σωκράτη και η καθημερινή φροντίδα μου είναι να μη μου ξεφύγει τίποτα απ᾽ ό,τι λέει και ό,τι πράττει; [173a] Ενώ προηγουμένως τρέχοντας εδώ κι εκεί, έτσι, όπως το ᾽φερνε η τύχη, και πιστεύοντας ότι κάτι κάνω, ήμουν ο πιο αξιοθρήνητος του κόσμου, ούτε λίγο ούτε πολύ όπως εσύ καληώρα, μια και πιστεύεις ότι πρέπει να καταγίνεσαι μ᾽ ό,τι άλλο παρά να φιλοσοφείς». Κι εκείνος είπε: «Μη με ελεεινολογείς, αλλά πες μου πότε έγινε η συνομιλία που λέμε». Κι εγώ του αποκρίθηκα ότι «Ήμασταν ακόμη παιδιά τότε, τη χρονιά που ο Αγάθων πήρε τη νίκη με την παρθενική του τραγωδία, την επομένη της μέρας που τέλεσε τις επινίκιες θυσίες κι ο ίδιος και ο θίασός του». «Άρα πάνε πολλά χρόνια από τότε, όπως φαίνεται, είπε. Αλλά ποιός σου τα διηγήθηκε; Να ᾽λεγα, ο ίδιος ο Σωκράτης;».
[173b] «Όχι, μα τον Δία, αποκρίθηκα, αλλά εκείνος που τα διηγήθηκε στον Φοίνικα· νά, ήταν κάποιος Αριστόδημος, από το δήμο των Κυδαθηναίων, μικροκαμωμένος, ξυπόλυτος μια ζωή· και παραβρέθηκε στη συνομιλία, έτσι που ήταν απ᾽ τους πιο αφοσιωμένους οπαδούς του Σωκράτη εκείνο τον καιρό — αυτή την εντύπωση σχημάτισα. Και δεν έμεινα εκεί, αλλά ρώτησα, τότε κιόλας, τον Σωκράτη για ορισμένα απ᾽ όσα άκουσα απ᾽ εκείνον, κι αυτός με διαβεβαίωσε για την ακρίβεια της διήγησης εκείνου». «Τότε, τί στέκεσαι και δε μου τα διηγείσαι; όπως και να ᾽χει, ο δρόμος για την Αθήνα είναι ό,τι πρέπει για να πορευτούμε μιλώντας κι ακούοντας».
Και νά ᾽μαστε στο δρόμο μας να συζητούμε γι᾽ αυτά, [173c] κι έτσι, όπως είπα στην αρχή, είμαι καλά προετοιμασμένος. Τώρα, αν θεωρείτε υποχρέωσή μου να τα διηγηθώ και σε σας, νιώθω καθήκον μου να το πράξω. Γιατί κι εγώ γενικά, όταν ή ο ίδιος μου αναφέρομαι σε φιλοσοφικά θέματα ή ακούω άλλους να τ᾽ αναπτύσσουν, πέρα από την ωφέλεια που πιστεύω ότι καρπούμαι, νιώθω και χαρά, πώς να το πω, απερίγραπτη· αντίθετα, όταν ακούω γι᾽ άλλα θέματα, προπάντων για τα δικά σας, των πλούσιων και των ανθρώπων του χρήματος, κι ο ίδιος νιώθω αγανάχτηση και για σας, φίλοι μου, νιώθω οίκτο, που πιστεύετε ότι κάτι κάνετε, [173d] ενώ κάνετε ένα μηδενικό. Και ίσως απ᾽ τη μεριά σας να πιστεύετε ότι είμαι κακορίζικος, και πιστεύω ότι είναι πραγματικό αυτό που πιστεύετε· εγώ όμως για σας δεν το πιστεύω, αλλά το ξέρω και το καλοξέρω.
ΕΤΑΙΡΟΣ. Δε λες ν᾽ αλλάξεις ποτέ, Απολλόδωρε· νά, πάντοτε έχεις έναν κακό λόγο και για τον εαυτό σου και για τους άλλους και μου δίνεις την εντύπωση ότι όλους ανεξαίρετα, εκτός από τον Σωκράτη, τους θεωρείς αξιοθρήνητους, — ξεκινώντας από τον εαυτό σου. Τώρα, από πού άραγε σου κόλλησαν αυτό το παρατσούκλι και σε φωνάζουν «ο Μανιακός», δεν το ξέρω· πάντως στην κουβέντα σου τέτοιος είσαι μια ζωή· τα βάζεις και με τον εαυτό σου και μ᾽ όλο τον κόσμο, μ᾽ εξαίρεση τον Σωκράτη.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Τρῳάδες (895-968)

ΕΛΕΝΗ
895 Μενέλαε, φροίμιον μὲν ἄξιον φόβου
τόδ᾽ ἐστίν· ἐν γὰρ χερσὶ προσπόλων σέθεν
βίᾳ πρὸ τῶνδε δωμάτων ἐκπέμπομαι.
ἀτὰρ σχεδὸν μὲν οἶδά σοι μισουμένη,
ὅμως δ᾽ ἐρέσθαι βούλομαι· γνῶμαι τίνες
900 Ἕλλησι καὶ σοὶ τῆς ἐμῆς ψυχῆς πέρι;
ΜΕ. οὐκ εἰς ἀκριβὲς ἦλθες, ἀλλ᾽ ἅπας στρατὸς
κτανεῖν ἐμοί σ᾽ ἔδωκεν, ὅνπερ ἠδίκεις.
ΕΛ. ἔξεστιν οὖν πρὸς ταῦτ᾽ ἀμείψασθαι λόγῳ,
ὡς οὐ δικαίως, ἢν θάνω, θανούμεθα;
905 ΜΕ. οὐκ ἐς λόγους ἐλήλυθ᾽, ἀλλά σε κτενῶν.
ΕΚ. ἄκουσον αὐτῆς, μὴ θάνῃ τοῦδ᾽ ἐνδεής,
Μενέλαε, καὶ δὸς τοὺς ἐναντίους λόγους
ἡμῖν κατ᾽ αὐτῆς· τῶν γὰρ ἐν Τροίᾳ κακῶν
οὐδὲν κάτοισθα. συντεθεὶς δ᾽ ὁ πᾶς λόγος
910 κτενεῖ νιν οὕτως ὥστε μηδαμοῦ φυγεῖν.
ΜΕ. σχολῆς τὸ δῶρον· εἰ δὲ βούλεται λέγειν,
ἔξεστι. τῶν σῶν δ᾽ οὕνεχ᾽, ὡς μάθῃ, λόγων
δώσω τόδ᾽ αὐτῇ, τῆσδε δ᾽ οὐ δώσω χάριν.
ΕΛ. ἴσως με, κἂν εὖ κἂν κακῶς δόξω λέγειν,
915 οὐκ ἀνταμείψῃ πολεμίαν ἡγούμενος.
ἐγὼ δ᾽, ἅ σ᾽ οἶμαι διὰ λόγων ἰόντ᾽ ἐμοῦ
κατηγορήσειν, ἀντιθεῖσ᾽ ἀμείψομαι.
[τοῖς σοῖσι τἀμὰ καὶ τὰ σ᾽ αἰτιάματα].
πρῶτον μὲν ἀρχὰς ἔτεκεν ἥδε τῶν κακῶν
920 Πάριν τεκοῦσα· δεύτερον δ᾽ ἀπώλεσε
Τροίαν τε κἄμ᾽ ὁ πρέσβυς οὐ κτανὼν βρέφος,
δαλοῦ πικρὸν μίμημ᾽, Ἀλέξανδρόν ποτε.
ἐνθένδε τἀπίλοιπ᾽ ἄκουσον ὡς ἔχει.
ἔκρινε τρισσὸν ζεῦγος ὅδε τρισσῶν θεῶν·
925 καὶ Παλλάδος μὲν ἦν Ἀλεξάνδρῳ δόσις
Φρυξὶ στρατηγοῦνθ᾽ Ἑλλάδ᾽ ἐξανιστάναι,
Ἥρα δ᾽ ὑπέσχετ᾽ Ἀσιάδ᾽ Εὐρώπης θ᾽ ὅρους
τυραννίδ᾽ ἕξειν, εἴ σφε κρίνειεν Πάρις·
Κύπρις δὲ τοὐμὸν εἶδος ἐκπαγλουμένη
930 δώσειν ὑπέσχετ᾽, εἰ θεὰς ὑπερδράμοι
κάλλει. τὸν ἐνθένδ᾽ ὡς ἔχει σκέψαι λόγον·
νικᾷ Κύπρις θεάς, καὶ τοσόνδ᾽ οὑμοὶ γάμοι
ὤνησαν Ἑλλάδ᾽· οὐ κρατεῖσθ᾽ ἐκ βαρβάρων,
οὔτ᾽ ἐς δόρυ σταθέντες, οὐ τυραννίδι.
935 ἃ δ᾽ εὐτύχησεν Ἑλλάς, ὠλόμην ἐγὼ
εὐμορφίᾳ πραθεῖσα, κὠνειδίζομαι
ἐξ ὧν ἐχρῆν με στέφανον ἐπὶ κάρᾳ λαβεῖν.
οὔπω με φήσεις αὐτὰ τἀν ποσὶν λέγειν,
ὅπως ἀφώρμησ᾽ ἐκ δόμων τῶν σῶν λάθρᾳ.
940 ἦλθ᾽ οὐχὶ μικρὰν θεὸν ἔχων αὑτοῦ μέτα
ὁ τῆσδ᾽ ἀλάστωρ, εἴτ᾽ Ἀλέξανδρον θέλεις
ὀνόματι προσφωνεῖν νιν εἴτε καὶ Πάριν·
ὅν, ὦ κάκιστε, σοῖσιν ἐν δόμοις λιπὼν
Σπάρτης ἀπῆρας νηὶ Κρησίαν χθόνα.
εἶεν.
945 οὐ σ᾽, ἀλλ᾽ ἐμαυτὴν τοὐπὶ τῷδ᾽ ἐρήσομαι·
τί δὴ φρονοῦσά γ᾽ ἐκ δόμων ἅμ᾽ ἑσπόμην
ξένῳ, προδοῦσα πατρίδα καὶ δόμους ἐμούς;
τὴν θεὸν κόλαζε καὶ Διὸς κρείσσων γενοῦ,
ὃς τῶν μὲν ἄλλων δαιμόνων ἔχει κράτος,
950 κείνης δὲ δοῦλός ἐστι· συγγνώμη δ᾽ ἐμοί.
ἔνθεν δ᾽ ἔχοις ἂν εἰς ἔμ᾽ εὐπρεπῆ λόγον·
ἐπεὶ θανὼν γῆς ἦλθ᾽ Ἀλέξανδρος μυχούς,
χρῆν μ᾽, ἡνίκ᾽ οὐκ ἦν θεοπόνητά μου λέχη,
λιποῦσαν οἴκους ναῦς ἔπ᾽ Ἀργείων μολεῖν.
955 ἔσπευδον αὐτὸ τοῦτο· μάρτυρες δέ μοι
πύργων πυλωροὶ κἀπὸ τειχέων σκοποί,
οἳ πολλάκις μ᾽ ἐφηῦρον ἐξ ἐπάλξεων
πλεκταῖσιν ἐς γῆν σῶμα κλέπτουσαν τόδε.
βίᾳ δ᾽ ὁ καινός μ᾽ οὗτος ἁρπάσας πόσις
960 Δηίφοβος ἄλοχον εἶχεν ἀκόντων Φρυγῶν.
πῶς οὖν ἔτ᾽ ἂν θνῄσκοιμ᾽ ἂν ἐνδίκως, πόσι,
πρὸς σοῦ δικαίως, ἣν ὃ μὲν βίᾳ γαμεῖ,
τὰ δ᾽ οἴκοθεν κεῖν᾽ ἀντὶ νικητηρίων
πικρῶς ἐδούλευσ᾽; εἰ δὲ τῶν θεῶν κρατεῖν
965 βούλῃ, τὸ χρῄζειν ἀμαθές ἐστί σοι τόδε.
ΧΟ. βασίλει᾽, ἄμυνον σοῖς τέκνοισι καὶ πάτρᾳ
πειθὼ διαφθείρουσα τῆσδ᾽, ἐπεὶ λέγει
καλῶς κακοῦργος οὖσα· δεινὸν οὖν τόδε.

***
ΕΛΕΝΗ
Τέτοιο προοίμιο εμπνέει, Μενέλαε, φόβο·
γιατί ήρθανε και μ᾽ άδραξαν κι εδώ έξω
με το στανιό οι ανθρώποι σου με βγάλαν.
Πως με μισείς, βέβαιη σχεδόν· μα θέλω
να σε ρωτήσω· οι γνώμες των Ελλήνων
900 για τη ζωή μου ποιές; και ποιά η δική σου;
ΜΕΝ. Συζήτηση πολλή δεν έγινε· όλος
ο στρατός σε παράδωσε σ᾽ εμένα,
να σε σκοτώσω· εμένα έχεις προσβάλει.
ΕΛΕ. Ε, ν᾽ απολογηθώ την άδεια δώσ᾽ μου
και θ᾽ αποδείξω πως ο θάνατός μου,
αν θα θανατωθώ, δε θα ᾽ναι δίκιος.
ΜΕΝ. Να σε σκοτώσω εδώ ᾽ρθα, όχι για λόγια.
ΕΚΑ. Μενέλαε, ας μιλήσει· μ᾽ ένα τέτοιο
παράπονο ας μην πάει, και δώσ᾽ μου εμένα
τον αντίλογο· τίποτα δεν ξέρεις
απ᾽ τις κακίες που ᾽καμε αυτή στην Τροία.
Όλ᾽ αν λογαριαστούν, θα γίνει αμέσως
910 φανερό πως αθώωση δε χωράει.
ΜΕΝ. Καιρός χαμένος, μα ας μιλήσει, αν θέλει·
να ξέρει μόνο πως την άδεια τούτη
τη δίνω για ν᾽ ακούσω τους δικούς σου
τους λόγους κι όχι για δικιά της χάρη.
ΕΛΕ. Στα επιχειρήματά μου, αφού εσύ μ᾽ έχεις
για εχθρό σου, κι αν σωστά κριθούν κι αν όχι,
καμιάν απάντηση ίσως να μη δώσεις.
Εγώ θ᾽ ανασκευάσω ένα προς ένα
όσα να πεις σ᾽ εμένα ενάντια θα είχες,
αν δεχόσουν συζήτηση μαζί μου.
Δείχνει την Εκάβη.
Των συμφορών νά η πρώτη αιτία: ετούτη
920 που γέννησε τον Πάρη· Τροία κι εμένα
μας χάλασε, μετά από τούτη, ο γέρος
που το μωρό δε σκότωσε, του ονείρου
το δαυλό, τον Αλέξαντρο μια μέρα.
Άκουσε τη συνέχεια τώρα· ο Πάρης
έκρινε τρεις θεές· η μια, η Παλλάδα,
του ᾽ταξε πως μ᾽ εκείνον αρχηγό τους
οι Φρύγες θα κυρίευαν την Ελλάδα·
η Ήρα πως, αν την προτιμούσε ο Πάρης,
θα τον έκανε ρήγα της Ασίας
και της Ευρώπης, όση εδώθε πέφτει·
η Κύπρη τού εξυμνούσε το κορμί μου
930 και θα του το ᾽δινε, έταζε, αν εκείνη
στου κάλλους τον αγώνα ερχόταν πρώτη.
Νά τώρα το αποτέλεσμα· τις άλλες
νικάει η Κύπρη, κι απ᾽ το γάμο μου είδε
αυτή καν την ωφέλεια η Ελλάδα:
δεν κάματε ρηγάδες τους βαρβάρους,
δε σας χτυπήσαν, δε σας πήραν δούλους.
Μα της Ελλάδας η ευτυχία, δική μου
καταστροφή· πουλήθηκα για να ᾽μαι
όμορφη, και στ᾽ ανάθεμα με στέλνουν,
που μου ᾽πρεπε στεφάνι στο κεφάλι.
Θα πεις δεν απαντώ στο κύριο θέμα:
γιατί κρυφά απ᾽ το σπίτι σου να φύγω.
940 Ήρθε αυτηνής ο γιος —πες τονε Πάρη
ή Αλέξαντρο, όπως θες— ο δαίμονάς μου
από μεγάλη θεά συνοδεμένος·
αυτόν εσύ —ντροπή σου— τον αφήνεις
στο σπίτι σου και φεύγεις για την Κρήτη.
Λοιπόν!
Τώρα ρωτώ, όχι εσένα, τον εαυτό μου
με ποιά βουλή ακολούθησα έναν ξένο
και σπίτι και πατρίδα παρατώντας.
Τιμώρησε τη θεά, πιο πάνω στάσου
κι από το Δία, που είν᾽ όλων ο δυνάστης,
950 μα μπρος της σκύβει· εμέ συμπάθησέ με.
Κάτι θα πεις που λογικό ίσως μοιάζει·
σαν πέθανε ο Αλέξαντρος, κι ο γάμος
ο θεόγραφτός μου λύθηκε, να φύγω
έπρεπ᾽ εγώ απ᾽ το σπίτι και στα πλοία
τ᾽ αργίτικα να ᾽ρθω· μα αυτό ίσα ίσα
να κάμω προσπαθούσα· μάρτυρές μου,
φρουροί των πύργων και των κάστρων βάρδιες,
που μ᾽ έπιασαν πολλές φορές, κρυφά
με σκοινιά να γλιστράω απ᾽ τα μπεντένια.
Κι ο Δηίφοβος, ο αφέντης μου ο καινούριος,
παρά τη γνώμη των Φρυγών μ᾽ αρπάζει
960 και με κρατάει με το στανιό δικιά του.
Με ποιό δίκιο λοιπόν θα με σκοτώσεις,
άντρα μου εσύ, αφού βλέπεις ότι ο ένας
με το στανιό γυναίκα του με κάνει,
κι όσο για τ᾽ άλλα, αντίς βραβείο της νίκης
πικρή σκλαβιά με βρήκε; Αν πάλι θέλεις
με τους θεούς κανένας να τα βάζει,
αυτή η αξίωση μοιάζει ανόητη κάπως.
ΚΟΡ. Βασίλισσα, υπεράσπισε τη χώρα
και τα παιδιά σου· οι λόγοι της μαγεύουν
και πείθουν· γκρέμισέ τους· η κακούργα
είν᾽ εύγλωττη, κι αυτό ειναι να το τρέμεις.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Οι διάλεκτοι της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας

8.10 Η αρκαδοκυπριακή διάλεκτος


Δυο λόγια για την αρκαδοκυπριακή. Θα σας κάνει ίσως εντύπωση ότι δύο τόσο απομακρυσμένες περιοχές όπως η Αρκαδία της Πελοποννήσου και η Κύπρος μιλούσαν μια ενιαία διάλεκτο. Και όμως αυτό δεν είναι παράδοξο. Αν πάτε στα παράλια της Μικράς Ασίας ή και σε κάποιες περιοχές της Συρίας, θα συναντήσετε ανθρώπους που μιλούν τη διάλεκτο της Κρήτης. Πώς συμβαίνει αυτό; Όταν στις αρχές του 20ού αιώνα οι Τούρκοι έχασαν την Κρήτη, πολλοί μουσουλμάνοι Τουρκοκρητικοί (που μιλούσαν μόνο την ελληνική κρητική διάλεκτο, είτε γιατί ήταν παλιοί Κρητικοί χριστιανοί που έγιναν μουσουλμάνοι είτε γιατί ήταν Τούρκοι που έχασαν τη γλώσσα τους και αφομοιώθηκαν γλωσσικά με τους ελληνόφωνους χριστιανούς Κρητικούς) εγκατέλειψαν την Κρήτη, αφού δεν ήταν πια τουρκική, και μετανάστευσαν στην Τουρκία και τη Συρία. Έτσι τους βρίσκουμε και σήμερα σε αυτές τις χώρες να εξακολουθούν να μιλούν την κρητική διάλεκτο.

Κάτι ανάλογο υποθέτουν οι ιστορικοί και για την αρκαδοκυπριακή. Η κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού τον 12ο αιώνα π.Χ. δημιούργησε ένα κύμα «προσφυγιάς». Κάποιοι κατέφυγαν στο πιο ορεινό τμήμα της Πελοποννήσου, την Αρκαδία, και άλλοι μετανάστευσαν στην Κύπρο. Αλλά γιατί χρειάζεται αυτό το ιστορικό σενάριο για να εξηγηθεί η συγγένεια αρκαδικής και κυπριακής διαλέκτου; Επειδή η αρκαδοκυπριακή συγγενεύει με τη μυκηναϊκή διάλεκτο, όπως την ξέρουμε από τις πινακίδες της γραμμικής Β. Έτσι, τόσο στη μυκηναϊκή όσο και στην αρκαδοκυπριακή η κατάληξη του γ' προσώπου ενικού «μέσων» ρημάτων είναι -τοι και όχι -ται: κεῖτοιαντί για κεῖται· εὒχετοι (μυκηναϊκά e-u-ke-to) αντί εὒχεται. Επίσης, τόσο στη μυκηναϊκή όσο και στην αρκαδοκυπριακή το ογίνεται υ (προφερόταν [u]): ἀπύαντί για ἀπό. Με βάση τέτοιες ομοιότητες υποθέτουμε ότι η αρκαδοκυπριακή είναι «απόγονος» της μυκηναϊκής διαλέκτου. Μεταφέρθηκε στην Κύπρο από ανθρώπους που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τις συνθήκες που δημιούργησε η καταστροφή των μυκηναϊκών παλατιών του 12ου αιώνα π.Χ.

Όποιος προσπαθεί να ελέγξει τα πάντα, χάνει τη ζωή του

Η μεγαλύτερη ανοησία που κάνουν πολλοί άνθρωποι είναι ότι προσπαθούν να τα έχουν «όλα υπό έλεγχο».

Και όσο κι αν η ζωή τους αποδεικνύει ότι αυτό είναι μια ουτοπία, εκείνοι συνεχίζουν να παλεύουν, να αγωνιούν, να περιμένουν, να υπεραναλύουν για να καταφέρουν το ακατόρθωτο.

Ο φόβος μήπως πονέσουν από μια απροσδόκητη τροπή των πραγμάτων, τους κάνει να βρίσκονται σε έναν διαρκή πόνο, σε έναν ολοένα αυξανόμενο φόβο μήπως κάτι δεν πάει έτσι όπως τα θέλουν. Αυτό που καταφέρνουν είναι να ζουν σε μια διαρκή έλλειψη την οποία δεν αντιλαμβάνονται. Χάνουν τις πολύτιμες στιγμές της ζωής προσπαθώντας να ζήσουν μια ελεγχόμενη ζωή.

Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη παρανόηση από αυτόν τον τρόπο σκέψης. Το μόνο σίγουρο στη ζωή είναι η αλλαγή. Και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να κατανοήσουμε πως τα συναισθήματα, ο τρόπος σκέψης και τελικά οι πράξεις μας καθορίζουν σε έναν σημαντικό βαθμό αυτές τις αλλαγές.

Ο φόβος θα φέρει περισσότερο φόβο, η ανησυχία θα φέρει περισσότερη ανησυχία και η γκρίνια θα φέρει περισσότερη γκρίνια… αλλά και το αντίστροφο! Η αισιοδοξία θα φέρει αισιοδοξία, η ευγνωμοσύνη θα φέρει περισσότερη ευγνωμοσύνη. Το πώς λειτουργεί ο νόμος της Έλξης, έχει αναλυθεί πολλές φορές αλλά ακόμα και αν κάποιος δεν τον κατανοεί ακριβώς, το μόνο που χρειάζεται να κάνει, είναι να το δοκιμάσει.

Ο Jim Rohn έλεγε «Είναι κάποια πράγματα που δεν είσαι υποχρεωμένος να ξέρεις πώς δουλεύουν. Το θέμα είναι ότι δουλεύουν. Ενώ κάποιοι μελετούν τις ρίζες, κάποιοι άλλοι ξεφλουδίζουν τον καρπό. Εξαρτάται σε ποια άκρη θέλεις να είσαι εσύ».

Η μετουσίωση των αρνητικών συναισθημάτων

Μεγάλο μέρος του συναισθηματικού βάρους που κουβαλάτε τώρα ξεκίνησε ως ένα συναίσθημα που κάποια στιγμή απωθήσατε. Από την εποχή που ήμασταν παιδιά, έχουμε ασυναίσθητα καταστείλει αμέτρητα άσχημα συναισθήματα, που είναι πλέον αποθηκευμένα στο υποσυνείδητό μας. Αυτά παραμένουν θαμμένα στο υποσυνείδητο, μειώνοντας την ενέργεια και τη ζωή μας. Όλη αυτή η ενέργεια είναι παγιδευμένη στο σώμα και είναι καταστροφή για την υγεία του σώματος και τις συνθήκες της ζωής μας.

Καταπιεσμένα συναισθήματα

Τα άσχημα ή τα αρνητικά συναισθήματα είναι τα μόνα συναισθήματα που καταπιέζουμε και θάβουμε, συνεπώς καταπιεσμένα συναισθήματα και αρνητικά συναισθήματα είναι στην ουσία το ίδιο πράγμα. Ο θυμός που νιώθεις όταν θυμώνεις είναι ο ίδιος καταπιεσμένος θυμός που αναδύεται από βαθιά μέσα σου.

Επιπλέον, τα καταπιεσμένα συναισθήματα είναι συνδεδεμένα με πολλές αρνητικές σκέψεις, που είναι οι σκέψεις που εξ αρχής μας έκαναν να νιώθουμε άσχημα, καθώς και όλες οι σκέψεις που είχαμε από τότε, οι οποίες συνδέονται με το αρνητικό συναίσθημα. Οι σκέψεις που συνδέονται με το καταπιεσμένο αρνητικό συναίσθημα μας κρατούν συνεχώς παγιδευμένους στο μυαλό με το να ανακυκλώνονται διαρκώς, επηρεάζοντας αρνητικά τη ζωή μας και εμποδίζοντάς μας να συνειδητοποιήσουμε τον αληθινό μας Εαυτό.

Τα μωρά και τα παιδιά κάτω των τριών ετών δεν καταστέλλουν τα συναισθήματα που νιώθουν επειδή ζουν στην πραγματική τους φύση της Επίγνωσης, οπότε δεν αγκιστρώνονται στο συναίσθημα. Γι' αυτό τη μια στιγμή μπορεί να δακρύζουν και την άλλη να γελούν. Δεν αντιστέκονται σε κανένα συναίσθημα.

Καταστολή συναισθηματικής ενέργειας

Μέχρι να έρθει η στιγμή που θα φορέσουμε την ταμπέλα του ενηλίκου, η καταστολή των συναισθημάτων μας έχει γίνει δεύτερη φύση. Γινόμαστε τόσο καλοί στην καταστολή τους όσο ήμασταν αρχικά στο να τα αφήνουμε στην άκρη. Στην πραγματικότητα, έχουμε καταστείλει τη συναισθηματική μας ενέργεια σε τέτοιο βαθμό, που είμαστε σαν κινητές ωρολογιακές βόμβες.

Συχνά, δεν ξέρουμε καν ότι έχουμε καταστείλει τις αληθινές συναισθηματικές αντιδράσεις μας, και το μαθαίνουμε όταν είναι ήδη αργά: το σώμα μας φέρει σημάδια ασθενειών που σχετίζονται με το στρες, οι ώμοι μας έχουν κολλήσει στα αυτιά μας, ή φτάσαμε στην έκρηξη και είπαμε ή κάναμε κάτι που τώρα το μετανιώνουμε.

Η έκφραση των αρνητικών συναισθημάτων επιτρέπει σε ένα μέρος της εσωτερικής πίεσης να απελευθερωθεί, ώστε το υπόλοιπο να μπορεί να κατασταλεί. Αυτό είνα πολύ σημαντικό γιατί πολλοί άνθρωποι πιστεύουν πως απελευθερώνονται από τα συναισθήματά τους όταν τα εκφράσουν. Τα γεγονότα υποδεικνύουν το αντίθετο.

Άρα, το να ξεσπάτε λιγάκι δεν είναι λύση. Αυτό θα προσθέσει ενέργεια στο ήδη καταπιεσμένο συναίσθημα, επειδή ακόμα και τα συναισθήματα που εκφράζονται μπορεί να είναι καταπιεσμένα.

Μερικές φορές, καταπιέζουμε σκόπιμα τα άσχημα συναισθήματά μας, και καταλήγουν επίσης θαμμένα στο υποσυνείδητο όταν απομακρύνουμε αυτά που μας κάνουν να νιώθουμε άβολα, όπως θλίψη και στεναχώρια, ή όταν καταπνίγουμε συναισθήματα όπως ο θυμός.

Καταπιεσμένη απογοήτευση

Η καταστολή βάζει καπάκι στα συναισθήματά μας, τα αρνείται, τα καταπιέζει και προσποιείται ότι δεν υπάρχουν. Κάθε συναίσθημα που έρχεται σε επίγνωση και συνεχίζουμε να το κρατάμε αποθηκεύεται αυτόματα στο υποσυνείδητο. Ένα σημαντικό κομμάτι του πώς καταστέλλουμε τα συναισθήματά μας είναι να τους ξεφύγουμε.

Φανταστείτε ότι έχετε μια απογοητευτική εμπειρία με κάποιον φίλο. Η γνώμη σας είναι ότι το άτομο αυτό δεν ήταν αντάξιο των προσδοκιών σας, νιώθετε απογοητευμένοι. Αυτό το συναίσθημα της απογοήτευσης παραμένει σε καταστολή μέσα σας και η πίεση της παγιδευμένης ενέργειας συσσωρεύεται, μέχρι που ένα μέρος της πρέπει να απελευθερωθεί.

Η καταπιεσμένη απογοήτευση πρέπει να βρει διέξοδο για να αποσυμπιέσει λίγο το σώμα, οπότε θα βρει ανθρώπους, γεγονότα που θα σας απογοητεύσουν, απελευθερώνοντας μέρος της συσσωρευμένης ενέργειας.

Προβολή

Αυτό ισχύει για κάθε αρνητικό συναίσθημα που έχετε καταστείλει ποτέ, και οι περισσότεροι από εμάς έχουμε καταστείλει όλα τα αρνητικά συναισθήματα. Αν νιώσατε ποτέ ενοχλημένοι, γνωρίζετε ότι η ενόχληση υπάρχει ήδη κατεσταλμένη μέσα σας. Αν δεν την είχατε ήδη καταπιεσμένη μέσα σας, δεν θα νιώθατε ενοχλημένοι για τίποτα. Άρα, κάθε φορά που αισθάνεστε ενοχλημένοι, αυτό που βγαίνει προς τα έξω είναι η αρχική ενόχληση που νιώσατε και καταπιέσατε.

Αυτό ισχύει για κάθε αρνητικό συναίσθημα. Δυστυχώς, καταστείλαμε πολλά αρνητικά συναισθήματα ως παιδιά, επειδή μέσα στην αθωότητά μας, ήταν πολύ βλαβερά για να τα διαχειριστούμε και, στη συνέχεια, έγινε συνήθεια να απομακρύνουμε τα συναισθήματά μας αντί να τα αφήνουμε να υπάρχουν.

Ο νους σας θα συγκαλύψει την πραγματική αιτία ενός αρνητικού συναισθήματος χρησιμοποιώντας προβολή για να πείσει ότι το συναίσθημά σας προκλήθηκε από κάτι στον κόσμο.

Ο νους κατηγορεί γεγονότα ή άλλους ανθρώπους πως «προκαλούν» ένα συναίσθημα και θεωρεί τον εαυτό του αβοήθητο θύμα εξωτερικών αιτιών. «Με θύμωσαν», «Με τρόμαξε», «Τα γεγονότα που συμβαίνουν στον κόσμο είναι η αιτία του άγχους μου». Στην πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Τα καταπιεσμένα συναισθήματα αναζητούν διέξοδο και χρησιμοποιούν τα γεγονότα ως δικαιολογία για να εκτονωθούν.

Εάν γνωρίζετε ανθρώπους που θυμώνουν συχνά, αυτό σημαίνει ότι έχουν καταστείλει πολύ θυμό μέσα τους, πιθανότατα τα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Είναι επίσης βέβαιο ότι πιστεύουν πως άλλοι άνθρωποι ή περιστάσεις προκαλούν την οργή τους, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως ο κατεσταλμένος τους θυμός είναι η μόνη αιτία.

Η πραγματική πηγή άγχους

Η πραγματική πηγή άγχους είναι στην πραγματικότητα εσωτερική, όχι εξωτερική, όπως θα ήθελαν να πιστεύουν οι άνθρωποι. Η ετοιμότητα να αντιδράσει κανείς με φόβο, για παράδειγμα, εξαρτάται από το πόσος φόβος, έτοιμος να πυροδοτηθεί από ένα ερέθισμα, υπάρχει ήδη μέσα του. Όσο περισσότερο φόβο έχουμε στο εσωτερικό, τόσο περισσότερο η αντίληψή μας για τον κόσμο μετατρέπεται σε μια φοβισμένη, επιφυλακτική προσδοκία. Για το θυμωμένο άτομο, ο κόσμος αυτός είναι ένα τρομακτικό μέρος.

Για το θυμωμένο άτομο, ο κόσμος είναι ένα χάος γεμάτο ματαίωση και δυσφορία. Για το γεμάτο ενοχές άτομο, όπου κι αν κοιτάξει, βλέπει τον κόσμο γεμάτο πειρασμό και αμαρτία. Αυτό που κρατάμε μέσα μας χρωματίζει τον κόσμο μας. Εάν εγκαταλείψουμε την ενοχή, θα δούμε την αθωότητα. Ωστόσο, ένα άτομο που μαστίζεται από ενοχές θα βλέπει μόνο το κακό.

Τα αρνητικά συναισθήματα ενεργοποιούνται όταν πιστεύουμε πως το αρνητικό συναίσθημα είμαστε εμείς. Ωστόσο, όταν ταυτιζόμαστε με ένα συναίσθημα, αυτό σημαίνει ότι έχουμε συρρικνώσει τον Άπειρο Εαυτό μας στο μέγεθος ενός μπιζελιού, γιατί επιτρέπουμε στον εαυτό μας να κυβερνάται από ένα τόσο δα συναίσθημα.

Η μεταμορφωτική δύναμη της επίγνωσης

Ρωτήστε τον εαυτό σας: Είστε το συναίσθημα της θλίψης ή είστε Αυτός που έχει επίγνωση της θλίψης; Εσείς είστε αυτοί που έχετε επίγνωση της θλίψης. Ήσασταν εδώ πριν έρθει η θλίψη; Είμαι αρκετά σίγουρη πως ήσασταν. Θα παραμείνετε όταν η λύπη φύγει; Φυσικά θα είστε ακόμη εδώ. Θα χάσετε ένα μικρό κομματάκι από τον εαυτό σας όταν φύγει; Πιστεύω ως όχι.

Ναι, ήσασταν εδώ πριν έρθει η θλίψη και, ναι, θα είστε εδώ αφού φύγει, απολύτως άθικτοι, επειδή δεν είστε θλίψη.

Η θλίψη είναι κάτι του οποίου έχετε επίγνωση. Δεν είναι αυτό που είστε!

Μην αφήσετε ένα συναίσθημα να σας συρρικνώσει στο μέγεθος ενός μπιζελιού, όταν είστε το Άπειρο Ον που κρατά το σύμπαν στη θέση του!

Παρατηρείστε ότι τα συναισθήματα εμφανίζονται και μετά εξαφανίζονται, και ότι εσείς, η Επίγνωση, είστε που τα αντιλαμβάνεστε όταν πρωτοεμφανίζονται, και αντιλαμβάνεστε πότε εξαφανίζονται.

Παρατήρηση χωρίς κριτική και αντίσταση

Ο Carl Jung είπε «Σε ό,τι αντιστέκεστε, επιμένει». Αφαιρέστε την αντίσταση, και οποιαδήποτε αρνητική αίσθηση, όσο δυνατή κι αν είναι, περνάει γρήγορα από το σώμα. Για να σταματήσετε να αντιστέκεστε σε ένα αρνητικό συναίσθημα, πρέπει να το αφήσετε να είναι παρόν. Απλώς αποκτήστε επίγνωση του συναισθήματος.

Χαλαρώστε και μη σταθείτε με ένταση απέναντί του, γιατί αυτό σημαίνει πως του αντιστέκεστε.

Η ειρωνεία είναι πως αφήνετε το συναίσθημα να φύγει όταν του επιτρέψετε να είναι εκεί, χωρίς να θέλετε να το αλλάξετε ή να απαλλαγείτε από αυτό.

Αυτό επιτρέπει στην ενέργειά του να απελευθερωθεί. Είναι το αντίθετο από αυτό που κάνουμε πάντα, κάτι που εξηγεί το γιατί έχουμε τόσα καταπιεσμένα αρνητικά συναισθήματα.

Η απελευθέρωση των συναισθημάτων έγκειται στην παρατήρησή τους

Η ενέργεια πίσω από ένα αρνητικό συναίσθημα θα απελευθερωθεί με φυσικό τρόπο όταν επιτρέψετε στο συναίσθημα αυτό να είναι παρόν. Είναι αυτόματο. Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να έχετε επίγνωση του συναισθήματος, να μην προσπαθήσετε να το συμπιέσετε, να το αλλάξετε, να το ελέγξετε ή να το ξεφορτωθείτε.

Όταν επιτρέψετε στο συναίσθημα να ξεδιπλωθεί πλήρως, η ενέργειά του περνά πολύ γρήγορα και παίρνει μαζί της μεγάλο κομμάτι του καταπιεσμένου συναισθήματος. Για παράδειγμα, αν δεν αντισταθείτε σε ένα συναίσθημα θυμού, όταν αυτό εμφανιστεί, και του επιτρέψετε να είναι παρόν, παρατηρώντας το με επίγνωση, τότε αυτό θα κινηθεί γρήγορα μέσα σας, παίρνοντας μαζί του τον αρχικό θυμό που είχατε καταπιέσει νωρίτερα στη ζωή σας.

Καλωσόρισμα των συναισθημάτων

Ο λαμπρός δάσκαλος και πρώην φυσικός Φρανσίς Λουσίλ περιγράφει μια μέθοδο απελευθέρωσης αρνητικών συναισθημάτων την οποία ονομάζει «καλωσόρισμα». Το καλωσόρισμα έχει αποδειχτεί μια από τις πιο δυνατές πρακτικές που έχω εφαρμόσει στη ζωή μου. Αυτή η πρακτική εξαλείφει τα αρνητικά συναισθήματα για πάντα. (Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η κατάσταση που προκάλεσε το αρνητικό συναίσθημα επίσης θα αλλάξει όταν καλωσορίσετε το αρνητικό συναίσθημα. Αυτό οφείλεται στο ότι απελευθερώνετε το συναίσθημα για την κατάσταση.)

Πριν από μερικά χρόνια, βρέθηκα σε κατάσταση κατάθλιψης. Εκείνη την εποχή αγνοούσα τις περισσότερες από τις αλήθειες που μοιράζομαι. Η κόρη μου ήταν πολύ άρρωστη, φοβόμουν για τη ζωή της, και έκανα τη μια τρομακτική σκέψη μετά την άλλη. Επειδή πίστευα αυτές τις φοβισμένες σκέψεις, μέσα σε λίγους μήνες βυθίστηκα στην κατάθλιψη.

Για να ξεφύγω από την κατάθλιψη, προσπάθησα να κάνω θετικές σκέψεις, αλλά ανακάλυψα ότι, στα βάθη της κατάθλιψης, οι σκέψεις μας έχουν πολύ μικρή δυναμη. Έτσι έπρεπε να βρω έναν άλλο τρόπο.

Απελευθέρωση κατάθλιψης

Αποφάσισα, λοιπόν, ότι εφόσον δεν μπορούσα να παρακάμψω την κατάθλιψη με θετικές σκέψεις, απλώς θα σταματούσα να της αντιστέκομαι, επειδή ήξερα ότι «αυτό στο οποίο αντιστέκεσαι επιμένει». Έτσι, έκλεισα τα μάτια μου και εστίασα στο σώμα μου, εκεί όπου πίστευα πως φώλιαζε η κατάθλιψη.

Ανοίχτηκα πλήρως σε αυτό το μαύρο σύννεφο της κατάθλιψης σαν να απλώνω τα χέρια μου για να το καλωσορίσω, και σαν να το αγκαλιάζω τυλίγοντας τα χέρια μου γύρω του, όπως θα υποδεχόμουν κάποιον που αγαπώ πολύ και έχω να δω πολύ καιρό. Άνοιξα την καρδιά μου και αγάπησα την κατάθλιψη όσο καλύτερα μπορούσα και την τράβηξα κοντά μου. Για λίγα δευτερόλεπτα επειδεινώθηκε, και ξαφνικά άρχισε να γίνεται ελαφρύτερη, και στη συνέχεια διαλύθηκε εντελώς. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε φύγει. Η ανακούφιση ήταν εξαιρετική.

Λίγες ώρες αργότερα τα συναισθήματα της κατάθλιψης επέστρεψαν, αλλά ήταν πολύ λιγότερο έντονα σε σχέση με πριν. Ακολούθησα την ίδια διαδικασία και συνέχισα να το κάνω κάθε φορά που η κατάθλιψη έκανε την επανεμφάνισή της. Κάθε φορά που το εφάρμοζα η κατάθλιψη εξασθενούσε όλο και περισσότερο. Ξέρω πέραν πάσης αμφιβολίας πως δεν θα υποφέρω από κατάθλιψη ξανά. Έχει φύγει οριστικά από το σώμα μου.

Εάν εγώ τα κατάφερα με την κατάθλιψη, εσείς μπορείτε να τα καταφέρετε με οποιοδήποτε αρνητικό συναίσθημα.

Καλωσόρισμα συναισθημάτων για κοινωνικά φαινόμενα

Πώς καλωσορίζετε συναισθήματα σε θέματα για τα οποία έχετε έντονη γνώμη ή παίρνετε απόλυτη θέση, όπως η βία στα ζώα;

Κατανοήστε ότι τα άσχημα συναισθήματα που νιώθετε γύρω από το εκάστοτε ζήτημα σάς βλάπτουν και δεν βοηθούν το θέμα που σας ενδιαφέρει. Καλωσορίστε τις αισθήσεις και τα συναισθήματα που μπορεί να σας προκαλέσει το θέμα αυτό. Καλωσορίστε την αποδοκιμασία, τα συναισθήματα μεροληψίας και αδικίας. Συνεχίστε να καλωσορίζετε μέχρι να μην υπάρχει άλλη αίσθηση ή συναίσθημα όταν σκέφτεστε το θέμα αυτό.

Ίσως σκεφτείτε ότι δεν θέλετε να σταματήσετε να νιώθετε πόνο για ένα θέμα, γιατί τότε θα σταματήσετε να νοιάζεστε. Αλλά αυτή είναι μια ιστορία που λέει ο νους και ισχύει το αντίθετο. Όταν αντιστέκεστε σε κάτι, το φορτίζετε, προσθέτοντας ενέργεια που το ενισχύει. Έτσι, όταν απελευθερώνετε τα αρνητικά συναισθήματα που το περιβάλλουν, απελευθερώνετε την ενέργεια που έχετε εστιάσει επάνω του και αποδυναμώνετε το πεδίο και τις συνθήκες που περιβάλλουν το θέμα.

Χωρίς το αρνητικό συναίσθημα, η αγάπη και η συμπόνια σας, που θα αναδυθούν στη θέση των αρνητικών συναισθημάτων, έχουν τεράστια δύναμη και μπορούν να κάνουν διαφορά στον κόσμο.

Η απάθεια του θεατή: Από το να "παρευρίσκεσαι" στο να "συμπαραστέκεσαι"

Αυτό το άρθρο έχει ως σκοπό να δώσει βασικές και χρήσιμες πληροφορίες σε όσους ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα για το κοινωνικό και ψυχολογικό φαινόμενο που οι κοινωνικοί ψυχολόγοι ονομάζουν και είναι γνωστό ως ‘απάθεια του θεατή’. Έτυχε ποτέ να ακούσεις ιστορίες π.χ. για την αδιαφορία που μπορεί να δείχνουν πολλοί περαστικοί σε έναν πολυσύχναστο δρόμο σε έναν άνθρωπο που μόλις έπεσε στο πεζοδρόμιο;

Ή για την ομήγυρη που δημιουργείται γύρω από έναν τσακωμό στο δρόμο ή γύρω από ένα ατύχημα όπου οι άνθρωποι παρακολουθούν τι συμβαίνει αλλά κανείς δεν φαίνεται να επεμβαίνει ή ακόμα να καλεί έγκαιρα σε βοήθεια; Έχεις ίσως ποτέ εσύ ο/η ίδιος βρεθεί σε μια τέτοια θέση θεατή αναρωτώμενος/η μετά αν θα μπορούσες να είχες κάνει κάτι;

Τι είναι η Απάθεια του Θεατή;

Είναι το κοινωνικό και ψυχολογικό φαινόμενο του να μην παρεμβαίνει ένας άνθρωπος ή ομάδα ανθρώπων σε μια κατάσταση όπου κάποιος άλλος ή άλλοι άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια. Έρευνες έχουν δείξει ότι υπάρχει η τάση ένας άνθρωπος όταν είναι μόνος του να τείνει να βοηθήσει περισσότερο από το όταν βρίσκεται μέσα σε μια ομάδα ανθρώπων.

Για ποιο λόγο πιστεύεις ότι μπορεί να συμβαίνει αυτό;

Μερικά παραδείγματα:

Απάθεια του Θεατή είναι το να αφήσεις ένα φίλο να οδηγήσει μεθυσμένος. Απάθεια του Θεατή, επίσης, είναι να μην αντιμετωπίσεις ή να μη βοηθήσεις ένα συνάδελφο που βλέπεις ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί καλά στη δουλειά του λόγω αρνητικού στρες, υπερκόπωσης ή κάποιου είδους εξάρτησης.

Απάθεια του θεατή είναι όταν ένας εκπαιδευτικός αδιαφορεί για τον όλο και πιο απόμακρο μαθητή που βλέπει καθημερινά στην τάξη του.

Ένα από τα κύρια κίνητρα που προτείνουν οι κοινωνιολόγοι ότι διαμορφώνουν το φαινόμενο της απάθειας του θεατή είναι η διασκόρπιση της ευθύνης – δηλαδή ότι ‘ο καθένας’ ελπίζει ότι ‘ο άλλος’ θα κάνει το πρώτο βήμα και θα επέμβει στην κατάσταση κι έτσι θα αποφύγει τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η επέμβασή του.

Όταν σε μια ομάδα ανθρώπων κανένας δεν επεμβαίνει από την ομάδα τότε το να είσαι μέλος αυτής της ομάδας αποτελεί δικαιολογία για να τη μη – επέμβαση. Έτσι μειώνονται οι πιθανότητες να φορτωθεί κάποιος τις ευθύνες των (αρνητικών) αποτελεσμάτων.

Ποιος είναι ο θεατής (ή παρατυχών);

Ο θεατής (ή παρατυχών) είναι η ονομασία που δίνεται σε έναν άνθρωπο, που δεν επεμβαίνει ενεργά σε μια κατάσταση, όπου κάποιος άλλος χρειάζεται βοήθεια. Εξ ορισμού, λοιπόν, οποιοσδήποτε επεμβαίνει ενεργά σε μια κρίσιμη κατάσταση δεν είναι θεατής.

Φυσικά, οι άνθρωποι μπορεί να επέμβουν για καλό ή κακό λόγο - το ανθρώπινο κίνητρο μπορεί να είναι ανακατεμένο.

‘Δεν θέλω ν’ ανακατευτώ’

Παρακάτω αναφέρω μερικά από τα πιο συνηθισμένα ‘σλόγκαν’ που χρησιμοποιούνται όταν κάποιος παίρνει το ρόλο του ‘θεατή’ (Clarkson, 1996):

Δεν είναι η δουλειά μου.

Θέλω να παραμείνω ουδέτερος.

Δεν θέλω να ταράξω τα νερά.

Δεν θέλω να την ξαναπατήσω.

Απλά ακολουθώ εντολές.

Η κατηγορία του θύματος (φταίνε τα θύματα που έφεραν τον εαυτό του σε αυτή τη θέση).

Η βοήθειά μου δεν θα προσφέρει τίποτα.

Η κάθε μια από αυτές τις προτάσεις έχει να κάνει με τον λόγο για τον οποίο κάποιος επιλέγει να μην επέμβει σε μια κατάσταση. Όμως, αν είσαι παρών είσαι ήδη αναμεμιγμένος! Δεν συμβαίνει το ίδιο όταν π.χ. παρακολουθείς τηλεόραση.

Όταν, όμως, παρακολουθείς γεγονότα που εκτυλίσσονται μπροστά σου, πώς γίνεται - από τη στιγμή που είσαι παρών/ουσα - να μην υπάρχεις; Ο ψυχολόγος Mark Tyrell αναφέρει: ‘Φαίνεται ότι αρκετοί άνθρωποι θα ριψοκινδύνευαν ακόμα και το να πεθάνει ένας συνάνθρωπός τους παρά να πάνε αντίθετα στο ρεύμα της πλειονότητας – δηλ. στο να δράσουν εκείνη την ώρα διαφορετικά από τους περισσότερους γύρω τους.’

Τι θα γινόταν άραγε αν οι άνθρωποι μιλούσαν ανοιχτά ή δρούσαν ενεργά νωρίτερα; Αν, κατά το δυνατόν, προσπαθούσαν περισσότερο να προλαμβάνουν παρά να σπεύδουν εκ των υστέρων να αντιμετωπίζουν τα δυσάρεστα αλλά κάποιες φορές ίσως και προβλέψιμα αποτελέσματα;

Ήξερες ότι:

Μία από τις πιο ανησυχητικές συνέπειες της συναισθηματικά υπερφορτισμένης πληροφόρησης είναι η ‘απευαισθητοποίηση’. Ότι δηλαδή ‘όταν οι άνθρωποι εκτίθενται υπερβολικά σε υλικό που προκαλεί φόβο και ανησυχία, τότε έχουν την τάση να απευαισθητοποιούνται, να ξεχνούν ή να μην αισθάνονται πια τόσο βιασμένοι, ώστε να είναι εχθρικοί και μη-δεκτικοί απέναντι σε ολόκληρο το μήνυμα’ (Rogers Macy, 1983). Aυτό φαίνεται να οδηγεί σε ολοένα και μεγαλύτερο κυνισμό και ανοχή αισχρών πράξεων.

Μια από τις πρώτες ασκήσεις σε υποψήφιους βασανιστές στην Ελλάδα ήταν να εξασκηθούν στην ‘Aπάθεια του Θεατή’ (Χαρίτου-Φατούρου, 1983).

Ακόμα και μόνο η παρουσία ενός τρίτου προσώπου μπορεί να μειώσει την πιθανότητα ή ακόμα και να σταματήσει κάποιον που έχει την πρόθεση να σε απειλήσει ή να σου επιτεθεί.

Μειώνοντας τις πιθανότητες να συμπεριφερθείς με την απάθεια του θεατή

Έχει βρεθεί ότι οι άνθρωποι που γνωρίζουν για το φαινόμενο της απάθειας του θεατή έχουν λιγότερες πιθανότητες να γίνουν απαθείς θεατές και είναι πιο προστατευμένοι από το φαινόμενο αυτό σε σχέση με όσους δεν το γνωρίζουν.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα ήταν εύλογο να αναρωτηθεί κανείς, μήπως χρειάζεται να μάθουμε περισσότερα για τον εαυτό μας και για το πώς μπορούμε να συνυπάρχουμε καλύτερα με τους συνανθρώπους μας; Μήπως δεν είναι και τόσο ρεαλιστικό να υποθέτουμε ότι η δική μας συμπεριφορά είναι πάντα μόνο δική μας και δεν επηρεάζει τους άλλους; Κάποιος είχε πει ότι 'Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις', με άλλα λόγια η πρόθεση χωρίς δράση-όπως π.χ. στην περίπτωση της Catherine Genovese - φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από άχρηστη.

Το να συμπαρασταθείς ή να βοηθήσεις ενεργά σε μια κατάσταση δεν σημαίνει πάντα ότι χρειάζεται μια δραστική ή ηρωική πράξη. Μπορεί να έχει πολλές μορφές. Επίσης, κάποιες φορές μπορεί να μην είναι εύκολη υπόθεση, να αποτελεί δίλημμα.

Εσύ μόνο ξέρεις και είναι δική σου απόφαση για το πώς θα επιλέξεις να πράξεις ή όχι. Όποια κι αν είναι πάντως η απόφασή σου, μπορεί να έχει κάποια σημασία καθώς όλα είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους:

‘Γεννιόμαστε λόγω μιας σχέσης, τρεφόμαστε μέσα σε σχέσεις, εκπαιδευόμαστε μέσα σε σχέσεις. Εκπροσωπούμε κάθε βιολογική και κοινωνική σχέση των προγόνων μας καθώς υπάρχουμε και αλληλεπιδρούμε μέσα σ’αυτό το χώρο που ονομάζουμε 'κοινωνία' (Cottone, 1988)

Γιατί οι γονείς πληγώνουν τόσο βαθειά;

Η μητρική αγάπη θεωρείται αυτονόητο συναίσθημα αλλά αντικειμενικά δεν είναι.

Τα παιδιά δεν είναι τα ιδανικά παιδιά της φαντασίας μας . Όπως επίσης και οι μητέρες δεν μοιάζουν μ αυτές που περιγράφουν τα ποιήματα.

Ο μύθος της μητρότητας – όπως κάθε μύθος – είναι απλουστευμένος και απλοποιημένος. Όλοι μας έχουμε βιώσει την κατάρριψη αυτού του μύθου στην παιδική μας ηλικία, αλλά μεγαλώνοντας όλοι θέλουμε ν’ αποδείξουμε ότι εμείς θα τον επαληθεύσουμε ως γονείς.

Μοιάζει να υπάρχει μια συλλογική πεποίθηση ότι όταν μια γυναίκα γίνεται μητέρα – μεταμορφώνεται σε καθαγιασμένο πλάσμα. Όσοι έχουν μπει στη διαδικασία να δουλέψουν θεραπευτικά με τον εαυτό τους, γνωρίζουν ότι το είδος και η ποιότητα της αγάπης που έχουμε εισπράξει ως παιδιά, αυτό είναι που μπορούμε να προσφέρουμε ως γονείς .

Η σχέση με το παιδί είναι μαγική. Ο ενήλικος άνθρωπος φαινομενικά, έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει την ιδανική σχέση, να πλάσει τον ιδανικό άνθρωπο, όπως τον έχει στο μυαλό του.

Αυτό όμως το πρότυπο πολύ συχνά , μέσα στο εικοσιτετράωρο συγκρούεται με τα πραγματικά συναισθήματα που ξεπηδούν απ εκεί που δεν τα περιμένεις και τα οποία παραμένουν ανομολόγητα και καλά κρυμμένα .

Προσπαθώντας οι γονείς να φτιάξουν αυτό που φαντάζονται πολύ συχνά – ανάλογα και με τον χαρακτήρα τους – το πετυχαίνουν. Πετυχαίνουν ακριβώς την εικόνα και ξεγελούν τον κοινωνικό περίγυρο και τον εαυτό τους. Ο μόνος που δεν ξεγελιέται είναι το παιδί. Το οποίο παραμένει ο μοναδικός αξιόπιστος μάρτυρας της αλήθειας των συναισθημάτων κάθε οικογένειας.

Μπορεί να κακοποιηθεί συναισθηματικά ένα παιδί για να αναγκαστεί να χωρέσει στην εικόνα που έχουν οι γονείς, να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους, να γίνει αυτό που εκείνοι θέλουν. Όμως πάντα θα υπάρχει κάτι που αργά η γρήγορα θα εμφανισθεί ως αδυναμία, ασθένεια, επιθετικότητα, απάθεια και δεν θα μπορεί να το εξηγήσει κανείς.

Η κακοποίηση των παιδιών δεν είναι μόνο οι ακραίες ιστορίες που βγαίνουν στις ειδήσεις. Συμβαίνει καθημερινά από ανύποπτους γονείς. Συμβαίνει μ ένα απλανές βλέμμα, με μια επιτιμητική ματιά, με προσβλητικά λόγια, με θυμό που εγκλωβίζεται σ ένα κλειστό στόμα. Συμβαίνει όταν οι γονείς εστιάζουν στα επιτεύγματα και όχι στο ίδιο το παιδί, στην ύπαρξη του.

Συμβαίνει, όχι γιατί αυτό που κάνει ή δεν κάνει ένας γονιός, είναι από μόνο του τόσο φοβερό, αλλά γιατί το μωρό είναι τόσο εύθραυστο και εξαρτημένο για την επιβίωση του απ αυτούς. Είναι φτιαγμένο έτσι ώστε να αντιλαμβάνεται στο κέντρο της ύπαρξης του την κάθε δόνηση που νοιώθει το πλάσμα που του δίνει ζωή.

Δεν πρέπει καμία μητέρα να νομίζει πως μπορεί να φροντίζει ένα μωρό μηχανικά, χωρίς επιπτώσεις. Το μωρό που δεν συναντά ένα βλέμμα να το κοιτάζει, νοιώθει ότι βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο. Το αποτύπωμα της συναισθηματικής απουσίας ή της συναισθηματικής αναστάτωσης της μητέρας είναι ανεξίτηλο στην ψυχή και στο σώμα του ανθρώπου.

Όμως γιατί οι μητέρες δεν είναι τόσο διαθέσιμες όσο χρειάζεται να είναι, για τις ανάγκες του παιδιού;

Γιατί οι μητέρες και οι πατέρες είναι πριν απ όλα άνθρωποι. Άνθρωποι που έχουν διανύσει μια απόσταση στη ζωή τους, μπορεί να έχουν πληγές ανοιχτές, κρυμμένα μυστικά, καταπιεσμένα συναισθήματα και σε κάθε περίπτωση παιδικά τραύματα που τώρα ενεργοποιούνται.

Έρχεται το παιδί στη ζωή μας και μας φέρνει αντιμέτωπους με το παρελθόν μας. Έχουμε δύο επιλογές ή θα το αντιμετωπίσουμε ή θα του το κληροδοτήσουμε αυτούσιο. Αυτή είναι ακριβώς η ευκαιρία που δίνει η γονεϊκότητα. Σου καθρεφτίζει τις πληγές, τις στρεβλώσεις, τα κενά. Μπορείς πάντα να αποστρέψεις το βλέμμα αλλά όχι χωρίς τίμημα.

Οι γονείς που νοιάζονται, το πιο σημαντικό που μπορούν να κάνουν, για να προστατεύσουν τα παιδιά τους απ' τον εαυτό τους, είναι να φροντίσουν τον εαυτό τους. Μόνο έτσι θα επιτρέψουν στην αγάπη τους να εκδηλωθεί αβίαστα και ευεργετικά.

Πώς μπορούμε να διαχειριστούμε την αχαριστία

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του αχάριστου ανθρώπου; Τι μπορείς να κάνεις εσύ για να αντιμετωπίσεις έναν τέτοιο άνθρωπο;

Για μία ακόμα φορά βοήθησες τον καλύτερο σου φίλο που σε είχε ανάγκη, έκανες ό,τι καλύτερο μπορούσες, παραμέρισες τις προσωπικές σου ασχολίες και σαν αντάλλαγμα πήρες δυσαρέσκεια και αδιαφορία. Και αναρωτιέσαι για ποιο λόγο είναι τόσο αχάριστος και δε σου είπε ούτε ένα απλό «ευχαριστώ»; Εάν το παραπάνω σενάριο σου ακούγεται οικείο, τότε έχεις να αντιμετωπίσεις έναν αχάριστο άνθρωπο. Δυστυχώς, στην καθημερινή μας ζωή ερχόμαστε σε επαφή με αρκετούς τέτοιους ανθρώπους. Ο Κλεόβουλος τονίζει πως «ο αχάριστος άνθρωπος μοιάζει με σπασμένο πιθάρι, στο οποίο ότι καλό και αν ρίξεις θα πέσει στο κενό».

Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά του αχάριστου ανθρώπου;

Ο αχάριστος άνθρωπος συνεχώς παραπονιέται για τη δουλειά του, το σπίτι του, την πόλη του, την οικονομική του κατάσταση και τη ζωή του. Πάντα θα βρει κάτι άσχημο και δυσάρεστο να εστιάσει την προσοχή του. Πιστεύει πως είναι άτυχος και όλα πάνε άσχημα στη ζωή του. Δεν είναι ποτέ ευχαριστημένος, ούτε ικανοποιημένος γιατί πάντα θα βρει κάτι που να μη του αρέσει ή να του λείπει.
Θεωρεί τους γύρω του υπεύθυνους για τη δυστυχία του και πιστεύει πως είναι το θύμα μίας περίστασης όταν κάτι δεν πηγαίνει καλά. Τα συναισθήματα που εκφράζει συνεχώς είναι αρνητικά. Κατά συνέπεια βιώνει χαμηλή ικανοποίηση από τη ζωή του, χαμηλή ποιότητα ζωής, αυξημένα ψυχοσωματικά προβλήματα (πονοκέφαλοι, έλκος, μυαλγίες, σπαστική κολίτιδα, οσφυαλγία) και μεγαλύτερη επιρρέπεια στις σωματικές παθήσεις.

Τι μπορείς να κάνεις λοιπόν εσύ για να αντιμετωπίσεις έναν τέτοιο άνθρωπο;

Έκφρασε ανοιχτά τα συναισθήματά σου. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνεις είναι να συζητήσεις με το άτομο αυτό τα συναισθήματά σου. Εξήγησέ του πώς νιώθεις όταν σε αντιμετωπίζει με αυτόν τον τρόπο. Ανάφερε συγκεκριμένα περιστατικά για να μπορέσει και αυτός να καταλάβει. Ορισμένοι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι αρκετές φορές είναι αγενείς ή αγνώμονες. Επίσης, πολλοί θεωρούν πως το «ευχαριστώ» είναι δεδομένο. Εάν, λοιπόν, το άτομο καταλάβει ότι έκανε λάθος, θα σου ζητήσει συγγνώμη και θα προσπαθήσει να μην το ξανακάνει.

Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχουν και άτομα που δε θα παραδεχτούν ότι έκαναν λάθος, θα θυμώσουν και θα αντιδράσουν άσχημα. Στην περίπτωση αυτή το άτομο μπορεί να αντιμετωπίζει κάποια άλλα προβλήματα και να συμπεριφέρεται κατά αυτόν τον τρόπο. Εάν συμβεί αυτό, σταμάτησε την κουβέντα ευγενικά και μην τη συνεχίσεις.

Σταμάτα να είσαι τόσο γενναιόδωρος μαζί του. Εάν συνειδητοποιήσεις πως η κουβέντα μαζί του δεν έλυσε το πρόβλημα και συνεχίζει να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο, τότε πρέπει να σταματήσεις να είσαι τόσο γενναιόδωρος. Οι αχάριστοι άνθρωποι δε σταματούν ποτέ να ζητάνε και να απαιτούν. Όσα περισσότερα τους δίνεις, τόσα περισσότερα περιμένουν. Σταμάτα να δίνεις σε ανθρώπους που δεν το εκτιμούν. Άρχισε να λες «όχι» κάθε φορά που σου ζητάνε κάτι. Πολλές φορές όταν σταματήσουν να παίρνουν απομακρύνονται και χάνονται, ψάχνοντας το επόμενο διαθέσιμο άτομο που θα τους δώσει.

Ο Καλλίμαχος τονίζει πως, «δεν υπάρχει κανένας πιο βέβαιος εχθρός από τον αχάριστο που ευεργετήθηκε».

Απομακρύνσου και βοήθησε περισσότερο ανθρώπους που εκτιμούν την προσπάθειά σου. Σίγουρα αποτελεί τη δυσκολότερη επιλογή, ιδιαίτερα εάν τα άτομα αυτά είναι χρόνια στη ζωή σου, είναι όμως αναγκαία για την ψυχική σου ηρεμία και ισορροπία. Τα άτομα που είναι αχάριστα και συνεχώς ζητούν από σένα πρέπει να φύγουν από τη ζωή σου το συντομότερο δυνατό. Υπάρχουν γύρω σου τόσοι πολλοί άνθρωποι που σε κάνουν να χαμογελάς, να αισθάνεσαι όμορφα και εκτιμούν πραγματικά αυτό που τους δίνεις ακόμα και αν αυτό είναι μικρό. Για ποιο λόγο, λοιπόν, να συνεχίζεις να αφιερώνεις το χρόνο σου σε άτομα που γκρινιάζουν και σε «εκμεταλλεύονται» συνεχώς;

Να θυμάσαι πως κάθε άνθρωπος έχει να κάνει μία πολύ σημαντική επιλογή κατά τη διάρκεια της ζωής του: Αν θα ακολουθήσει το δρόμο της ευγνωμοσύνης για όλα αυτά που έχει ή το δρόμο της αχαριστίας για αυτά που δεν έχει. Είναι προσωπική του επιλογή αν θα είναι χαρούμενος ή δυστυχισμένος. Εάν, λοιπόν, ορισμένα άτομα στη δική σου τη ζωή έχουν επιλέξει το δεύτερο δρόμο, δεν είσαι υποχρεωμένος να μείνεις δίπλα τους.

Πλησίασε περισσότερο τους ανθρώπους που σε κάνουν να χαμογελάς και εκτιμούν αυτά που τους δίνεις. Να θυμάσαι τα λόγια του Earl Nightingale: «η στάση μας απέναντι στη ζωή καθορίζει και τον τρόπο που θα μας αντιμετωπίσει η ίδια η ζωή».

Πώς να θρέψετε τους δαίμονες σας

Οι δαίμονες σας ίσως να μην είναι αυτό που φαίνονται

Το να τρέφουμε τους δαίμονες μας, αντί να τους πολεμάμε έρχεται σε αντίθεση με τη συμβατική προσέγγιση της μάχης εναντίον όσων μας επιτίθενται. Αλλά αποδεικνύεται ότι είναι μια αξιοσημείωτα αποτελεσματική πορεία προς την εσωτερική ολοκλήρωση.

Οι δαίμονες (maras στα Σανσκριτικά) δεν είναι αιμοδιψείς βρικόλακες που μας περιμένουν σε σκοτεινές γωνίες. Οι δαίμονες βρίσκονται μέσα μας. Είναι ενέργειες που βιώνουμε καθημερινά, όπως ο φόβος, η ασθένεια, η κατάθλιψη, το άγχος, τα τραύματα, οι δυσκολίες στις σχέσεις και ο εθισμός.

Οτιδήποτε αποστραγγίζει την ενέργεια μας και μας εμποδίζει από το να είμαστε εντελώς αφυπνισμένοι μπορεί να θεωρηθεί ως δαίμονας. Η προσέγγιση της μορφής αυτών των εσωτερικών δυνάμεων και η τροφοδότηση τους αντί να αγωνιζόμαστε εναντίον τους αρχικά διατυπώθηκε από μια δασκάλα Θιβετιανού Βουδισμού του 11ου αιώνα, την Machig Labdrön (1055–1145). Η πνευματική πρακτική που ανέπτυξε ονομάστηκε Chöd, και δημιούργησε τέτοια εκπληκτικά αποτελέσματα που έγινε πολύ δημοφιλής και εξαπλώθηκε ευρέως σε όλο το Θιβέτ και πέρα από αυτό.

Στον σημερινό κόσμο υποφέρουμε από τα επίπεδα ρεκόρ της εσωτερικής και εξωτερικής ταλαιπωρίας. Βρίσκουμε τον εαυτό μας ολοένα και πιο πολωμένο, εσωτερικά και εξωτερικά. Χρειαζόμαστε ένα νέο παράδειγμα, μια νέα προσέγγισης για τις εσωτερικές συγκρούσεις. Η στρατηγική της Machig για την καλλιέργεια και όχι την καταπολέμηση των εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών μας προσφέρει μια επαναστατική πορεία για την επίλυση των συγκρούσεων και οδηγεί στην ψυχολογική ολοκλήρωση καθώς και στην εσωτερική γαλήνη.

Η μέθοδος που έχω αναπτύξει και ονομάζεται Θρέψτε τους Δαίμονες σας βασίζεται στις αρχές της Chöd προσαρμοσμένες για τον δυτικό κόσμο. Εδώ είναι μια σύντομη έκδοση της πρακτικής σε 5 βήματα.

Πρώτο βήμα: Βρείτε τον δαίμονα στο σώμα σας

Αφού δημιουργήσετε ένα εγκάρδιο κίνητρο για να εξασκηθείτε προς όφελος του εαυτού σας και όλων των όντων αποφασίστε με ποιον δαίμονα θέλετε να δουλέψετε. Επιλέξτε κάτι που αισθάνεστε πως αποστραγγίζει την ενέργεια σας αυτή τη στιγμή. Αν πρόκειται για ζήτημα σχέσης, δουλέψτε με το συναίσθημα που νιώθετε στη σχέση ως δαίμονα αντί για το άλλο άτομο.

Σκεπτόμενοι τον δαίμονα τον οποίο έχετε επιλέξει, ίσως θυμηθείτε ένα συγκεκριμένο περιστατικό κατά το οποίο εμφανίστηκε έντονα. Σαρώστε το σώμα σας και αναρωτηθείτε: Από ποιο μέρος του σώματος μου ο δαίμονας κρατιέται πιο έντονα; Ποια είναι η μορφή του; Τι χρώμα έχει; Ποια είναι η υφή του; Ποια είναι η θερμοκρασία του;

Τώρα εντείνετε αυτή την αίσθηση.

Δεύτερο βήμα: Προσωποποιήστε τον δαίμονα

Επιτρέψτε αυτή την αίσθηση, με αυτό το χρώμα, αυτή την υφή και τη θερμοκρασία της να μετακινηθεί από το σώμα σας και να προσωποποιηθεί μπροστά σας ως ύπαρξη με άκρα, πρόσωπο, μάτια και ούτω καθεξής.

Παρατηρήστε τα παρακάτω σχετικά με τον δαίμονα: το μέγεθος, το χρώμα, την επιφάνεια του σώματος, την πυκνότητα, το φύλο, αν έχει, τον χαρακτήρα του, την συναισθηματική του κατάσταση, το βλέμμα του, κάτι που δεν είδατε πριν.

Τώρα κάντε στον δαίμονα τις ακόλουθες ερωτήσεις: Τι θέλεις; Τι χρειάζεσαι πραγματικά; Πως θα νιώσεις όταν πάρεις αυτό που πραγματικά χρειάζεσαι;

Τρίτο βήμα: Γίνετε ο δαίμονας

Αλλάξτε θέσεις, κρατώντας τα μάτια σας κλειστά όσο γίνεται περισσότερο. Πάρτε μια στιγμή για να εγκατασταθείτε στο σώμα του δαίμονα. Νιώστε πως είναι να είστε ο δαίμονας. Παρατηρήστε πως ο φυσιολογικός εαυτός σας φαίνεται από την μεριά του δαίμονα. Απαντήστε στις ερωτήσεις αυτές: Αυτό που θέλω είναι… Αυτό που πραγματικά χρειάζομαι είναι… Όταν πάρω αυτό που πραγματικά χρειάζομαι , θα αισθανθώ… (Προσέξτε ιδιαίτερα αυτή την απάντηση).

Τέταρτο βήμα: Θρέψτε τον δαίμονα και γνωρίστε τον σύμμαχο

Πάρτε μια στιγμή για να εγκατασταθείτε πίσω στο σώμα σας. Δείτε τον δαίμονα απέναντι σας. Στη συνέχεια διαλύστε το σώμα σας σε νέκταρ. Το νέκταρ έχει την ιδιότητα της αίσθησης που θα έχει ο δαίμονας όταν πάρει αυτό που πραγματικά χρειάζεται (δηλαδή η απάντηση στην τρίτη ερώτηση). Παρατηρήστε το χρώμα του νέκταρ.

Φανταστείτε ότι αυτό το νέκταρ κινείται προς τον δαίμονα και τον φροντίζει. Παρατηρήστε πως το παίρνει ο δαίμονας. Έχετε άπειρο απόθεμα νέκταρ. Θρέψτε τον δαίμονα μέχρι να ικανοποιηθεί πλήρως και παρατηρήστε πως μεταμορφώνεται στην διαδικασία. Αυτό μπορεί να χρειαστεί λίγο χρόνο.

Το να τρέφετε τον δαίμονα με αγάπη θα τον μετατρέψετε σε σύμμαχό σας.

Παρατηρήστε αν υπάρχει κάποιο ον παρόν αφού ο δαίμονας ευχαριστηθεί απόλυτα. Αν υπάρχει ρωτήστε το: Είσαι σύμμαχος; Αν είναι, θα δουλέψετε με αυτό το ον. Αν δεν είναι ή αν δεν υπάρχει κανείς αφού τραφεί ο δαίμονας, καλέστε τον σύμμαχο να εμφανιστεί.

Όταν δείτε τον σύμμαχο, παρατηρήστε όλες τις λεπτομέρειες του: το μέγεθος, το χρώμα, την επιφάνεια του σώματος του, την πυκνότητα, το φύλο (αν έχει), τον χαρακτήρα του, την συναισθηματική του κατάσταση, το βλέμμα του, κάτι που δεν είδατε πριν.

Όταν αισθανθείτε πραγματικά συνδεδεμένοι με την ενέργεια του συμμάχου, κάντε αυτές τις ερωτήσεις: Πώς θα με βοηθήσεις; Πώς θα με προστατεύσεις; Τι μου υπόσχεσαι; Πώς μπορώ να έχω πρόσβαση σε σένα;

Αλλάξτε θέσεις και γίνετε εσείς ο σύμμαχος. Πάρτε μια στιγμή για να εγκατασταθείτε στο σώμα του συμμάχου και παρατηρήστε πως είναι να είστε στο σώμα του. Πως σας φαίνεται ο κανονικός σας εαυτός από την μεριά του συμμάχου; Όταν είστε έτοιμοι, απαντήστε σε αυτές τις ερωτήσεις, μιλώντας ως σύμμαχος: Θα σε βοηθήσω με… Θα σε προστατεύσω με… Υπόσχομαι ότι θα… Μπορείς να έχεις πρόσβαση σε μένα με…

Πάρτε μια στιγμή για να εγκατασταθείτε πίσω στο σώμα σας και δείτε τον σύμμαχο μπροστά σας. Κοιτάξτε τον στα μάτια και αισθανθείτε την ενέργεια του να χύνεται στο σώμα σας.

Τώρα φανταστείτε ότι ο σύμμαχος διαλύεται σε φως. Παρατηρήστε το χρώμα αυτού του φωτός. Νιώστε ότι διαλύεται μέσα σας και ότι αυτή τη φωτεινότητα ενσωματώνεται σε κάθε κύτταρο του σώματος σας. Σημειώστε την αίσθηση της ολοκληρωμένης ενέργειας του συμμάχου στο σώμα σας. Τώρα, εσείς με την ολοκληρωμένη ενέργεια του συμμάχου, επίσης διαλύεστε.

Πέμπτο βήμα: Αναπαυθείτε στην Επίγνωση

Αναπαυθείτε σε οποιαδήποτε κατάσταση υπάρχει μετά τη διάλυση. Σταματήστε μέχρι να ξαναρχίσουν οι ασυνάρτητες σκέψεις και στη συνέχεια επιστρέψτε σταδιακά στο σώμα σας. Καθώς ανοίγετε τα μάτια σας, διατηρήστε την αίσθηση της ενέργειας του συμμάχου στο σώμα σας.

Κάθε φορά που βρίσκω το νόημα της ζωής το αλλάζουν

Κάθε φορά που βρίσκω το νόημα της ζωής το αλλάζουν” -ΡΑΪΝΧΟΛΝΤ ΝΙΜΠΟΥΡ, ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ (1892 – 1971)

ΤΩΡΑ ΜΟΥ ΤΟ ΛΕΣ!

Αυτή η ρήση με ώθησε να παρατήσω το σημειωματάριο των “Λακωνικών” μου στα μέσα της τέταρτης δεκαετίας της ζωής μου. Το όλο εγχείρημα μου φάνηκε αφελές και μάταιο.

Νισάφι πια.

Όμως, περίπου σαράντα χρόνια αργότερα, να με πάλι να με συναρπάζουν οι ιδέες αυτών των φιλοσόφων για το πώς να ζούμε τη ζωή μας. Και τώρα που συλλογίζομαι ξανά τη ρήση του Νίμπουρ με μπερδεύει πιο πολύ από ποτέ – πράγμα που μάλλον ήταν ο σκοπός του καθηγητή Νίμπουρ.

Ο Νίμπουρ, όπως ο μέντοράς του, ο Πάουλ Τίλλιχ, ανέλυσε το πρόβλημα του ανθρώπου με υπαρξιστικούς όρους. Και οι δύο διανοητές έθεσαν το εξής βασικό ερώτημα: Γιατί δεν μπορεί ο άνθρωπος να απαλλαγεί από την αμαρτία, εφόσον είναι απόλυτα ελεύθερος να δημιουργήσει τον εαυτό του και τις αξίες του;

Η απάντηση, λέει ο Νίμπουρ, είναι ότι ο άνθρωπος, ακόμη κι όταν είναι πνευματικά προσηλωμένος, παραμένει δέσμιος ενός πεπερασμένου νου που δεν μπορεί ποτέ να κατανοήσει πλήρως τις υπερβατικές θεϊκές αξίες.

Δεν είμαστε σε θέση να συλλάβουμε στην εντέλεια την έννοια της αμαρτίας. Δεν μπορούμε να υπερβούμε αυτή την υπαρξιακή διττότητα· έχουμε την ικανότητα να στοχαζόμαστε πάνω στη θνητότητά μας, στο καλό και στο κακό και στο “νόημα της ζωής”, αλλά όχι τη δυνατότητα να αποκτήσουμε συνολική εποπτεία των πραγμάτων. Απλώς δεν είμαστε κατάλληλα εξοπλισμένοι για κάτι τέτοιο.

Ο Νίμπουρ ασχολήθηκε επίσης με τη θέση του ανθρώπου, στον κόσμο των πολιτισμών και των κοινωνιών και των πολιτικών πεποιθήσεων.

Μετά την άνοδο του ναζισμού άρχισε να εστιάζει στη “νοοτροπία του κοπαδιού”, την οποία απεχθανόταν τόσο ο Νίτσε. Ο Νίμπουρ αναλογίστηκε μελαγχολικά την αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στην κομφορμιστική ανθρώπινη συμπεριφορά. Επίσης, όπως ο Νίτσε, πίστευε πως όσο παραμένουμε προϊόν του πολιτισμικού μας περιβάλλοντος δεν μπορούμε να υπερβούμε τις αξίες του.

Νομίζω πως αυτό είχε κατά νου όταν έγραψε αυτοσαρκαστικά: “Κάθε φορά που βρίσκω το νόημα της ζωής το αλλάζουν”. Μέσα σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον οι φιλοσοφίες της ζωής, όπως οι πολιτικές πεποιθήσεις και τα διαφημιστικά σλόγκαν, γνωρίζουν την άνοδο και την πτώση. Όταν ξανακοιτάω τις πρώτες καταχωρίσεις μου στο σημειωματάριο συνειδητοποιώ πόσο πολύ είχα επηρεαστεί από τις φιλοσοφικές μόδες των δεκαετιών του 1960 και του 1970, πόσο άκριτα αποδεχόμουν τον κοινωνικό μηδενισμό και τον εγωκεντρισμό του Άλντους Χάξλεϋ και του Τίμοθυ Λίρυ, παράλληλα με την υπαρξιακή ανία και τη μελαγχολία του Αλμπέρ Καμύ και του Ζαν Πολ Σαρτρ. Αναμφίβολα, λοιπόν, είχα εν μέρει μια νοοτροπία του κοπαδιού.

Ωστόσο, αυτοί οι διανοητές με βοήθησαν όντως να δω τη φιλοσοφία ως έναν τρόπο για να διαμορφώσω στοχαστικά τη ζωή μου.

Ε, κάπου εδώ ακούω τον Άνταμ Φίλλιπς να με νουθετεί να πάψω να σκέφτομαι το παρελθόν μου και κατ’ επέκταση όλα τα σενάρια γύρω από το τι θα μπορούσα να είχα κάνει.

Ας πούμε, λοιπόν, ότι το εμπεδώσαμε, κύριε Νίμπουρ:

«Από λεπτό σε λεπτό θα αλλάξουν το νόημα της ζωής».
Ξανά.