Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020

Ζακλίν ντε Ρομιγί: Αν η Ελλάδα μάς ζητούσε πίσω όλες τις λέξεις της που έχουμε δανειστεί, ο Δυτικός πολιτισμός θα κατέρρεε

Η Ζακλίν Ντε Ρομιγί, η μεγάλη Γαλλίδα ελληνίστρια, έφυγε από τη ζωή το 2010 πλήρης ημερών, αφήνοντας πίσω της ένα πλουσιότατο και σημαντικότατο έργο, και για μας τους Έλληνες ιδιαιτέρως τιμητικό.

Ήταν η πρώτη γυναίκα στην έδρα της Επιγραφικής και της Φιλολογίας και η δεύτερη γυναίκα μετά τη Γιουρσενάρ, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, θαυμάστρια της ελληνικής σκέψης.

Λάτρης της ελληνικής ιστορίας, η μεγάλη κυρία των κλασικών γραμμάτων και παθιασμένη διανοούμενη υπήρξε η πρώτη νεαρή γυναίκα που κέρδισε τον ετήσιο διαγωνισμό Concours Général της Γαλλίας, η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια του Collège de France, και η δεύτερη γυναίκα ακαδημαϊκός της Γαλλικής Ακαδημίας, μετά την Marguerite Yourcenar. Στις 5 Νοεμβρίου 2008, τιμήθηκε από τον πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, Κ. Δημήτρη Σιούφα, με το βραβείο του Ιδρύματος της Βουλής σε τελετή που έγινε στο Παρίσι. Το 1995, απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα ενώ, το 2000, ανακηρύχθηκε πρέσβειρα του ελληνισμού.

Οι εργασίες της, που καλύπτουν όλο το φάσμα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας: Όμηρο, Τραγικούς, σοφιστές, Θουκυδίδη, τον οποίο κατεξοχήν μετέφρασε, αποδεικνύουν τη σημασία που απέδιδε στα ελληνικά γράμματα. Γι’ αυτό άλλωστε το 1992 ίδρυσε την Ένωση για την Υπεράσπιση των Κλασικών Σπουδών.

«Ὅποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ἑλληνικά, ἔστω κι ἄν δέν τό ὑποπτεύεται» – Jacqueline de Romilly

Σ’ αυτήν επίσης ανήκει η φράση: «Αν η Ελλάδα μάς ζητούσε πίσω όλες τις λέξεις της που έχουμε δανειστεί, ο Δυτικός πολιτισμός θα κατέρρεε».

Στο βιβλίο της “Γιατί η Ελλάδα;”, παρά το γεγονός ότι αυτά που γράφει έχουν συμβεί πριν από είκοσι πέντε αιώνες, είναι εξαιρετικά επίκαιρα και η ανάγνωσή τους θα έπρεπε να είναι υποχρεωτική για τους Ευρωπαίους αλλά και για τους Έλληνες.

Το βιβλίο εξηγεί πώς η νεαρή Ζακλίν διάβασε στα σχολικά της χρόνια Θουκυδίδη και πώς η εντύπωση που της προκάλεσε ο ένας από τους δύο πατέρες της Ιστορίας (μαζί με τον Ηρόδοτο) κατεύθυνε την κλίση της στη μελέτη της κλασικής Ελλάδας, στην οποία θα αφιέρωνε τη ζωή της. Το δοκίμιο κάνει έναν απολογισμό, με τρόπο σαφή, ψυχαγωγικό και βαθύ –σπάνιος συνδυασμός για ειδικό– εκείνου του θαυμαστού 5ου αιώνα προ Κοινής Εποχής στον οποίο ιστορία, φιλοσοφία, τραγωδία, πολιτική, ρητορική, ιατρική, γλυπτική έφτασαν στο απόγειό τους στην Ελλάδα, και έθεσαν τα θεμέλια γι’ αυτό που τελικά θα ονομαζόταν δυτικός πολιτισμός.

Ακολουθεί ένα απόσπασμα:

Κατ’ αρχήν κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε ότι ο άνθρωπος που εξύμνησαν οι Έλληνες ήταν ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος. Αγαπούσε τη ζωή και τις γιορτές, τα συμπόσια, τον έρωτα, τη δόξα. Μερικοί συγγραφείς μίλησαν γι’ αυτό περισσότερο από άλλους: ό­πως ο Ησίοδος, οι λυρικοί, ο Αριστοφάνης. Από τον Όμηρο όμως ως τα χορικά των τραγωδιών, αυτή η πλευρά δεν λείπει ποτέ. Πρέπει να το θυμίσουμε έντονα -διότι κατ’ αρχήν αυτό είναι η εκπληκτική γοητεία της ελληνικής λογοτεχνίας, υστέρα διότι μια τέ­τοια αγάπη για τη ζωή ανυψώνει περισσότερο το τίμημα του πάθους για να την εννοήσουμε, να την κατακτήσουμε και να υψωθούμε από τα συγκεκριμένα αυτά θέλγητρα προς μία σκέψη αρμονική προς αυτά. Η μίξη αυτών των δύο καθιστά την Ελλάδα μοναδική.

Επιπλέον, ακόμα και αν αποκαταστήσουμε αυτή τη διάσταση – που ηθελημένα αφήσαμε κατά μέρος σε μία μελέτη αφιερωμένη σε ένα μόνο θέμα – διακινδυνεύουμε πάλι να ξεχάσουμε ότι η ανάλυση που περιέχεται στα κείμενα αντιπροσωπεύει μία μόνο όψη της ελληνικής κουλτούρας και του ελληνικού πολιτισμού.

Βεβαίως, η άποψη αυτή είναι η πιο αυθεντική. Διότι κανένας άλλος πολιτισμός δεν είχε τόσο πάθος για την τέχνη του λόγου, της απόδειξης και της ανάλυσης: και αυτό, χωρίς αμφιβολία, πα­ραμένει το πιο αξιοσημείωτο γεγονός του ελληνισμού. Η επιδίωξη όμως της καθολικότητας που μαρτυρούν τα κείμενα, αν είναι τόσο χαρακτηριστική, θα πρέπει να ξαναβρεθεί επίσης στην τέχνη, στη θρησκεία, στη ζωή και στα ήθη.

Θα χρειάζονταν ακόμη πολλά βιβλία για να αποδειχθεί ότι έ­τσι είναι, αν χρησιμοποιήσουμε αναλύσεις πιο αόριστες από αυ­τές που προσφέρουν τα κείμενα: μόνο τα κείμενα μας δείχνουν αυτό που έχουν να πουν χωρίς διφορούμενα. Και όμως μπορούμε να θυμίσουμε ότι, ως προς την τέχνη και τη θρησκεία, έχουν δοθεί σύντομες ενδείξεις όταν το απαιτούσε η ανάπτυξη του θέ­ματος. Και επιβεβαιώνουν το αποτέλεσμα της έρευνας που έγινε εδώ.

Η ελληνική τέχνη είναι κατ’ αρχήν ιδιαίτερα ανθρώπινη. Αρκεί να σκεφτούμε την Αίγυπτο ή την Ινδία για να μετρήσουμε τη δια­φορά. Ακόμα και όταν παριστάνει γίγαντες και τέρατα, πλησιάζει όλο και περισσότερο την ανθρώπινη μορφή. Στις μάχες μεταξύ θεών και γιγάντων μόλις διακρίνουμε τους μεν από τους δε: όλοι μοιάζουν με ανθρώπους (όπως στο διάζωμα του θησαυρού των Σιφνίων στους Δελφούς). Και όταν ένας θεός και ένας άνθρωπος βρίσκονται ο ένας απέναντι στον άλλον, μόλις διακρίνουμε αν ο θεός είναι μεγαλύτερος από τον άνθρωπο: όπως στο διάζωμα του θησαυρού των Αθηναίων, πάντα στους Δελφούς. Η σκέψη μας πηγαίνει στις σχέσεις που έχουν οι ήρωες και οι θεοί στον Όμηρο…

Εξάλλου, η απεικόνιση ανθρώπινων μορφών, ιδιαίτερα κατά την αρχαϊκή εποχή, περιβάλλεται -όπως είδαμε- από μια γενίκευση και από μια συγκράτηση που αποκλείουν τα ατομικά χαρακτηριστικά και τα τονισμένα συναισθήματα. Αν αυτό συμβαίνει από έλλειψη πείρας ή από συνειδητή επιθυμία, δεν έχει σημασία: τα αγάλματα που μας υποδέχονται στα μουσεία έχουν την αγέ­ρωχη περίσκεψη του εξωπραγματικού και μας συγκινούν πολύ περισσότερο.

Τέλος, ο ελληνικός ναός είναι από μόνος του ένα μνημείο με α­πέριττες γραμμές, στο οποίο η γλυπτική κατέχει μια πολύ οριοθετημένη θέση. Βρίσκεται στα μέτρα του ανθρώπου. Δεν έχει ούτε την έπαρση των πυραμίδων ούτε την πληθώρα των γλυπτών του Ανγκόρ. Είναι ίσως η ιδέα, παραπλανητική από πρώτη άποψη, που εκφράζει ο Περικλής στο Θουκυδίδη όταν δηλώνει: «Φιλοκαλούμεν γαρ μετ’ ευτελείας».

Έτσι, η ίδια επιδίωξη προς το γενικό, το ανθρώπινο, το καθολικό εκφράζεται και στην τέχνη όπως και στη λογοτεχνία.

Όσο για τη θρησκεία, δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε άλλη πιο κοντά στον άνθρωπο. Ο ανθρωπομορφισμός είναι ο κανόνας. Και εάν στις απαρχές υπήρξαν ζώα που ταυτίστηκαν με τους θεούς, από το έπος του Ομήρου έγιναν απλά ευνοούμενα αυτών των θεών. Επιπλέον, οι θεοί είναι ποικίλοι και, εξαιτίας των συνεχών συγκρούσεων μεταξύ τους, ο άνθρωπος καταφεύγει στον ένα ή στον άλλον. Σίγουρα, οι θεοί μπορούν να χτυπούν, και ιδίως ο Δίας, ο βασιλιάς τους. Αλλά οι άνθρωποι, παρ’ ότι το ξέ­ρουν, δεν ζουν μέσα στον τρόμο ούτε στην υποταγή. Οι ποιητές κοροϊδεύουν τους θεούς όταν βρουν την ευκαιρία: εν τούτοις δεν καταποντίζονται στις καταστροφές. Οι άνθρωποι φοβούνται λι­γότερο τους θεούς όσο πιο ελεύθερα επικοινωνούν μαζί τους, ε­φόσον δεν έχουν ούτε δόγμα ούτε κλήρο. Και επιπλέον υπάρχουν οι ενδιάμεσοι και οι δυνατότητες επικοινωνίας -με τους ήρωες, που είναι σχεδόν ημίθεοι, και με τους χρησμούς από τους οποίους μπορούν να ζητήσουν συμβουλή. Αν προσθέσουμε ότι οι θεοί είναι πρόγονοι πολλών οικογενειών και οι προστάτες της μιας ή της άλ­λης πόλης, εκτιμούμε πόσο μειώνεται η απόσταση ανάμεσα στο θείο και στο ανθρώπινο. Το είδαμε όταν μιλήσαμε για τον Όμη­ρο. Αργότερα, οι δοξασίες επέτρεψαν πολύ πιο προσωπικές σχέ­σεις με τη θεότητα. Αυτό παρέμεινε αληθινό ως το τέλος του ελ­ληνισμού και διευκόλυνε, μερικές φορές, τις μεταλλαγές με το χρι­στιανισμό.

Επίσης, αυτοί οι πολλαπλοί θεοί, με τις αρκετά ελαστικές δι­καιοδοσίες, μπερδεύτηκαν στην Ελλάδα με πολλές προσφιλείς δραστηριότητες. Έτσι έγιναν και αυτοί ένα είδος συμβόλων με κα­θολική αξία. Για έναν Έλληνα της κλασικής εποχής, η Αφροδίτη εί­ναι η εικόνα του έρωτα, η Άρτεμις εικόνα της αγνότητας, ο Άρης του πολέμου. Έτσι ξαναβρίσκουμε, όπως αλλού, τη γλώσσα των συμβόλων, κατά την οποία κάθε οντότητα που ανήκει στο μύθο περιέχει μια σημασία πολύ γενική για τον άνθρωπο.

Αυτό ήταν, χωρίς αμφιβολία, ένας από τους λόγους που εξελί­χθηκαν τόσο άνετα οι ανταλλαγές και οι αφομοιώσεις με τις άλλες θρησκείες. Οπωσδήποτε η ελληνική θρησκεία δεν ήταν εθνική. Οι θεοί μπορούσαν να έχουν προνομιακούς δεσμούς με μία πόλη (ό­πως η Αθηνά με την Αθήνα): αυτό δεν τους εμπόδιζε να αναγνω­ρίζονται και να τιμώνται και αλλού -ενδεχομένως και στους βαρ­βάρους. Όταν είχαν άλλα ονόματα, οι Έλληνες έκριναν ότι υπήρ­χε κάποια παραλλαγή και η απόδειξη βρίσκεται στον Ηρόδοτο. Ήταν, γενικά, μία θρησκεία που αποδεχόταν και συγχρόνως γινό­ταν εύκολα αποδεκτή. Ξέρουμε πως ο απόστολος Παύλος βασί­στηκε, όταν βρέθηκε στην Αθήνα, στην ύπαρξη της λατρείας «τω Αγνώστω θεώ». Αλλά, χωρίς να φτάσει ως το Χριστιανισμό, ο Glen Bowersock επέμεινε πρόσφατα στο ρόλο που είχε η ελληνική θρησκεία στην ενοποίηση του όψιμου παγανισμού. Αυτή η κουλ­τούρα, γράφει, «πρόσφερε στη γλώσσα το μύθο και την εικόνα, το μέσον να εκφραστούν οι τοπικές παραδόσεις με τρόπο εύληπτο και πιο καθολικά κατανοητό». Όπως πάντοτε, η άνοδος προς το καθολικό, στο διανοητικό πεδίο, διευκολύνει, πράγματι, το άνοιγ­μα προς το καθολικό, στο επίπεδο των ανθρωπίνων σχέσεων.

Αλλά οι ίδιες αυτές λέξεις τραβούν την προσοχή σε ένα τρίτο κενό, σοβαρότερο, στην ανάπτυξη που παρουσιάζουμε σε τούτο το βιβλίο. Και όμως είχαμε απομακρυθεί για καλά από τις ανθρώ­πινες σχέσεις! Από τις πρώτες σελίδες, με τον Όμηρο, είχαμε επι­σημάνει μία απίθανη διάθεση στην αποδοχή των άλλων -μια έλ­λειψη εθνοκεντρισμού, μια κατανόηση, μια εξαιρετική φιλοφροσύνη όχι μόνο κατά την αρχαϊκή εποχή αλλά σε όλες τις εποχές. Εί­δαμε στη συνέχεια ν’ ανατέλλει με τον Ηρόδοτο μια σπάνια ανε­κτικότητα. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε ερώτημα επειδή οι συγγραφείς μιλούσαν γι’ αυτό και μάλιστα με επιμονή. Αλλά, στο σύνολο, η έκταση της πνευματικής προσπάθειας που επιτελέ­σθηκε σε έναν αιώνα, έσβησε λίγο πολύ για μας τις ανθρώπινες α­ξίες. Και πώς να μιλήσουμε για έναν πολιτισμό χωρίς ν’ αναφέρουμε εκείνο που πρόσφερε σε αυτόν τον τομέα;

Καθένας γνωρίζει ότι η Ελλάδα πρόσφερε στον κόσμο την τέ­λεια και ιδανική έκφραση της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Και δεν είναι λίγο! Αυτές οι δύο μεγάλες ιδέες προσήλκυσαν και άλλες κατά τη ροή τους. Προκάλεσαν σίγουρα το σεβασμό στους νό­μους (που συναντήσαμε μιλώντας για τη δημοκρατία), καθώς και τη φιλοπατρία και την έννοια της γενναιότητας. Αλλά προκάλε­σαν επίσης την επιθυμία να υποστηρίξουν τους καταπιεζόμενους, να απελευθερώσουν τα θύματα, ακόμα και να ριψοκινδυνεύσουν για την υπεράσπισή τους: είναι ένας από τους τίτλους τιμής που η Αθήνα δεν έπαψε ποτέ να διεκδικεί. Οι δύο αυτές ιδέ­ες συνυφασμένες αποδείχθηκαν ζωογόνες και ευρύτατες. Ήταν ήδη άνοιγμα προς τους άλλους.

Το λαμπρό όμως αυτό ξεκίνημα δεν πρέπει να μας κάνει να ξε­χνάμε εκείνο που, πέρα από το νόμο και τους κανόνες του, προ­χωρούσε προς την ίδια κατεύθυνση πιο διακριτικά.

Ο νόμος, γιατί; Τον συναντήσαμε εδώ στο πολιτικό πλαίσιο της δημοκρατίας: είναι καιρός ν’ ανατρέξουμε λίγο πιο πίσω. Με τους Έλληνες πρέπει πάντα να γίνει αυτή η κίνηση. Τότε εκτιμάμε ότι ο νόμος εσήμαινε γι’ αυτούς, πριν απ’ όλα, το αντίθετο της βίας. Οι Έλληνες δεν έπαψαν να ορθώνονται εναντίον της βίας. Εμίσησαν τον πόλεμο, την αυθαιρεσία, την αταξία. Για τον πόλεμο αυτό είναι γνωστό. Ήδη στον Όμηρο, ο πόλε­μος είναι χώρος του ηρωισμού, αλλά επίσης της οδύνης και του θανάτου. Ο Άρης, ο θεός του πολέμου, προκαλεί φρίκη ακόμα και στο Δία: «Είναι για μένα ο πιο μισητός από όλους τους θεούς, που μένουν στον Όλυμπο, γιατί πάντα του αρέσουν τα μαλώματα και οι πόλεμοι και οι μάχες».

Η καταδίκη του πολέμου διαπερνά πράγματι όλα τα ελληνικά κείμενα. Υπάρχει στον Ηρόδοτο, στον οποίον εμπνέει τη διάσημη φράση: «Διότι κανένας δεν είναι τόσον ανόητος, ώστε να προτι­μά τον πόλεμον από την ειρήνην, αφού κατ’ αυτήν μεν τα παιδιά θάπτουν τον πατέρα, ενώ κατά τον πόλεμον οι πατέρες τα παι­διά». Υπάρχει στον Αισχύλο, στα μεγάλα χορικά της οδύνης και στην εικόνα τη σχετική με τον πόλεμο της Τροίας: «Κι ο Άρης σω­μάτων αργυραμοιβός και ζυγιαστής των κονταριών στη μάχη, στέλνει από την Τροία στους δικούς βαρεία και πικροθρήνητη α­πό την πυρά μονάχη αντίς τον άντρα – βολικά γεμίζοντας ένα λεβέτι με μια φούχτα στάχτη». Βρίσκεται ιδιαίτερα στον Ευριπί­δη με τους φοβερούς μονόλογους των Ικέτιδων όπου ο κήρυκας λέει ότι οι άνθρωποι μέσα στην τρέλα τους «κυνηγάμε πολέμους και σκλαβώνουμε όποιους βρούμε πιο αδύνατους, άντρας τον ά­ντρα, η πόλη την άλλη πόλη». Υπάρχει επίσης στον Αριστο­φάνη. Υπάρχει παντού.

Εξάλλου, το κείμενο του Ευριπίδη που αναφέραμε δείχνει κα­θαρά ότι, πίσω από την καταδίκη του πολέμου για τα δεινά που προκαλεί, οι Έλληνες διέκριναν καθαρά ότι αυτός καθ’ εαυτός ο πόλεμος ήταν απαράδεκτος. Προϋπόθεση του ήταν αποκλειστι­κά η δύναμη. Το σκάνδαλο όμως της κυριαρχίας της δύναμης το εί­χαν αντιληφθεί από τις απαρχές. Ήδη ο Ησίοδος το απεικόνισε στο θαυμάσιο απόλογο με το γεράκι και το αηδόνι που αναφέρ­θηκε στο κεφάλαιο το σχετικό με τον Πίνδαρο.

Η ίδια διαμαρτυρία εμπνέει τον Προμηθέα του Αισχύλου όπου η αυθαιρεσία του Δία εκπροσωπείται από το Κράτος και τη Βία. Ξαναβρίσκεται σε όλες τις αναλύσεις τις σχετικές με την τυραννία και ιδιαίτερα με την τυραννία μεταξύ πόλεων, που είναι ο ιμπε­ριαλισμός: το να κυβερνάς με τη βία σημαίνει να κυβερνάς με εξα­ναγκασμό, αντίθετα προς τη θέληση των ανθρώπων. Ξαναβρί­σκεται στις θεωρητικές και ανελέητες αναλύσεις του Θουκυδίδη (στο διάλογο των Μηλίων, στο 5ο βιβλίο) και στον Πλάτωνα (με τον Καλλικλή στο Γοργία).

Η Ελλάδα ήταν σαν να είχε κινητοποιηθεί εναντίον της βίας και τούτο ενέπνευσε το φλογερό σεβασμό της προς το νόμο. Το συ­ναίσθημα όμως αυτό ερμηνεύτηκε επίσης με ευρύτερες μορφές διότι στη βία αντιτίθεται επίσης η πειθώ.

Με τις αναφορές που είναι συγκεντρωμένες σε τούτο το κε­φάλαιο του συμπεράσματος, ίσως εκπλαγούμε βλέποντας το κεί­μενο να αλλάζει ύφος, ενώ θα περιμέναμε γενικές ιδέες και περι­λήψεις, σχόλια και αναφορές. Είναι σχεδόν αδύνατο να κάνουμε διαφορετικά. Εάν θέλουμε να τονίσουμε, διατρέχοντας έστω βια­στικά, τη σημασία των αξιών που καθόρισε η Ελλάδα και κληρο­δότησε στο δυτικό κόσμο, πρέπει να προσφέρουμε στον ανα­γνώστη κάτι σαν ανθοδέσμη από αυτά τα κείμενα που έθρεψαν τον κόσμο επί αιώνες. Οι αξίες δηλώνουν ότι η απόδειξη είναι δυ­νατή και ότι οι επαληθεύσεις δεν είναι αδικαιολόγητες. Ιδίως με την πληθώρα τους αποδεικνύουν καθαρά ότι πρόκειται για αξίες πολύτιμες για όλους τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, ανεξάρτητα από διαφορετικές νοοτροπίες ή λογοτεχνικά είδη. Ίσως αφήσουν στο πέρασμα τους -ποιος ξέρει;- το θάμβος που προ­καλεί ένας ενθουσιασμός φωτεινός, και πάντα λίγο πολύ μεταδο­τικός. Και τέλος μια ανθοδέσμη: τι ωραιότερο να προσφέρει κα­νείς για να αποχωρήσει;

Κλείνοντας αυτή την παρένθεση, πρέπει να σπεύσουμε να συνδέσουμε το νόμο με την πειθώ, η οποία παρεμβαίνει παντού, όπου δεν κυβερνά ο νόμος. Διέπει τις συμφωνίες. Δεν κουράζεται να αντιτίθεται στη βία. Πώς να μη θυμηθούμε ότι όλα τα φονικά και όλες οι εκδικήσεις, που αποτελούν την Ορέστεια του Αισχύ­λου, συντρίβονται πάνω στη δίκαιη ανώτατη εξουσία ενός δικα­στηρίου, και ότι η Αθηνά, τότε, αναλαμβάνει να πείσει τις Ερινύες παρά να τις εξαναγκάσει, θα λέγαμε ότι πρόκειται για ομολογία πίστης του ελληνισμού στο αποκορύφωμα του, όταν η Αθηνά ε­πικαλείται «τη θεία Πειθώ» που δίνει στο λόγο της «τη μαγική γλυκύτητα» (Ευμενίδες 885-886). Και για ν’ απαντήσουμε με αν­θρώπινη γλώσσα στα λόγια της θεάς, θα μπορούσαμε ν’ αναφέ­ρουμε το νεαρό Νεοπτόλεμο του Σοφοκλή που επεδίωκε να πεί­σει το Φιλοκτήτη παρά να τον εξαπατήσει επωφελούμενος από την πλεονεκτική του θέση. Να πείθεις: ήταν το κίνητρο αυτής της δημοκρατίας για την οποία ήταν τόσο υπερήφανοι οι Αθηναίοι, α­φήνοντας τον εξαναγκασμό στους τυράννους.

Θα έλεγε κανείς ότι τα λόγια αυτά δεν ταιριάζουν με τον ιμπε­ριαλισμό, που ήταν μια τυραννία. Αλλά ποιος μας το είπε, αν όχι οι Αθηναίοι, που είχαν συνείδηση αυτής της κατάστασης και ήταν ικανοί να την ελέγχουν με οξυδέρκεια. Ο Θουκυδίδης είπε και ο Ισοκράτης υπερθεμάτισε ότι ο τύραννος και το Κράτος-τύραννος είναι καταδικασμένα να καταστραφούν. Από αυτά τα δύο, απο­κάλυψαν το σχήμα αυτής της «ασθένειας» περιγράφοντας την με μία μορφή γενική που ισχύει για πάντα.

Πρέπει όμως να προσθέσουμε ότι μετά από μια τέτοια εμπει­ρία και τη σαφή αντίληψη του κακού, οι Έλληνες διέδωσαν επίσης την ιδέα όλων των δυνατών συμφωνιών μεταξύ Κρατών. Και, ό­πως η Αθήνα ήξερε να τα ξεχάσει όλα μετά τον εμφύλιο πόλεμο και να βρει για τη συμφιλίωση των πολιτών ένα υπόδειγμα που δεν ξεπεράστηκε ποτέ, το ίδιο οι Έλληνες ανακάλυψαν τη βασική αρχή για συμφωνίες, διαιτησίες, συνθήκες, συμμαχίες, ομοσπον­δίες και συνομοσπονδίες. Δεν κατάφεραν μεν να ενωθούν αλλά έ­θεσαν τις αρχές, υπέδειξαν τι έπρεπε να αποφευχθεί και ποιοί ή­σαν οι όροι που έπρεπε να τηρηθούν. Κι εδώ επίσης ζούμε από την κληρονομιά τους και από εκείνο που αυτή παρήγαγε.

Όλα αυτά όμως ανήκουν στην κατηγορία των διακανονισμών και του δικαίου. Οι Έλληνες δεν προχώρησαν πέρα από αυτά; Δεν είχαν τίποτα που να τους ωθήσει προς τους άλλους, προς εκείνους με τους οποίους δεν τους συνέδεε καμιά συνθήκη και καμιά γραπτή υποχρέωση; Η Αθήνα μιλούσε για ανοχή στις ιδιωτικές σχέσεις. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα που να ξεπερνά αυτό το πλαίσιο;

Και εδώ είναι το θαύμα: Γιατί ο λαός αυτός, που χαιρόταν τη γραπτή διατύπωση και τις σταθερές βάσεις που πρόσφερε σε ό­λους, ανακάλυψε εν τούτοις την ιδέα των άγραφων νόμων για ό­λα όσα υπήρχαν πέρα από τη δικαιοδοσία των νόμων. Οι άγραφοι αυτοί νόμοι είναι γνωστοί από το εγκώμιο του Σοφοκλή στην Αντιγόνη και στον Οιδίποδα Τύραννο. Επιβάλλουν, λόγου χάριν, το σεβασμό προς τους ικέτες και τους κήρυκες, την ταφή των νε­κρών και τη βοήθεια στους καταπιεζόμενους. Αντίθετα όμως με τους γραπτούς νόμους, το σημαντικό είναι ότι αυτοί οι νόμοι είναι παγκόσμιοι. Συχνά τους αποκαλούσαν «κοινούς νόμους των Ελλή­νων». Σε άλλα κείμενα υπάρχει η ιδέα ότι ισχύουν για όλους. Δια­βάζουμε γι’ αυτούς στον Ξενοφώντα ότι «εις κάθε τόπον δια τα ί­δια πράγματα τους παραδέχονται» και καλύτερα στον Ισοκράτη ότι είναι «ένας πατροπαράδοτος νόμος, που όλοι οι άνθρωποι τον τηρούν ανέκαθεν, γιατί νομίζουν, ότι δεν τον εθέσπισαν άνθρωποι παρά τον επέβαλε κάποια ανωτέρα δύναμις». Και ο Αριστο­τέλης προσδιορίζει ότι οι άγραφοι νόμοι αναγνωρίζονται από την κοινή αποδοχή.

Η ελληνική αυτή επινόηση έγινε παγκόσμια: με αυτήν αρχί­ζουν καλύτερες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Είναι η ώρα που ο ίδιος ο Αριστοτέλης δίνει ξεχωριστή θέση στην ευθύτητα, μία ε­σωτερική διάθεση αρκετά ευέλικτη, δίπλα στη δικαιοσύνη, και στην οποία εκδηλώνονται σχεδόν παντού οι ιδέες της πραότητας, της κατανόησης και της επιείκιας.

Το άνοιγμα προς τους άλλους, που ξεκινούσε με τον αγώνα ε­ναντίον της βίας, ολοκληρώνεται εδώ για να ξεπεράσει όλο μαζί και το πλαίσιο της πόλης, ακόμα και της ίδιας της Ελλάδας και την αυστηρότητα των βασικών απαιτήσεων.

Η Ελλάδα της εποχής εκείνης δεν επινόησε τίποτα το τόσο ά­μεσο και συναισθηματικό όσο η χριστιανική αγάπη που αγκαλιά­ζει όλα τα πλάσματα στο όνομα του χριστιανικού μηνύματος. Αλλά η επιδίωξη της για την καθολικότητα την έκανε να βρει, μέ­σα στην κοινή ιδιότητα των ανθρώπων, την πηγή μιας αδελφικής επικοινωνίας. Όταν ο καθένας συνειδητοποιεί ότι είναι άνθρω­πος, τότε «μπαίνει στη θέση» των άλλων ανθρώπων. Και όπως η παγκοσμιότητα των ιδεών στον Πλάτωνα γίνεται πόλος έλξης και αντικείμενο χαράς ή επιθυμίας, κατά τον ίδιον τρόπο, η παγκο­σμιότητα των ανθρωπίνων καταστάσεων, στην οποία παραπέ­μπει πάντοτε η ελληνική σκέψη, γίνεται πηγή συμπάθειας και α­νεκτικότητας ως προς τους άλλους ανθρώπους.

Αυτό γίνεται αισθητό ήδη από τον 5ο αιώνα. Και μας συγκινεί όταν βλέπουμε στον Αίαντα του Σοφοκλή, τον Οδυσσέα να αρνείται να περιγελάσει τον εχθρό του, ακριβώς επειδή συνειδητά συμ­μερίζεται την κατάσταση του. Το λέει στην Αθηνά χωρίς έμφαση αλλά με πεποίθηση:

«Κανένα εγώ δεν ξέρω. Όμως με πιάνει θλίψη γι’ αυτόν τον έρμο, ας είναι εχθρός μου, που συμφορά φριχτή τον έ­χει ζώσει. Γιατί δε συλλογιέμαι τη δική του μόνο την τύχη, μα και τη δικιά μου, μια και το βλέπω ξάστερα πως άλλο τίπο­τα οι ζωντανοί δεν είμαστε, μονάχα κούφιες σκιές, φαντά­σματα κι αγέρας».

Λίγο αργότερα, ο Μένανδρος θα υπερθεματίσει και σε αυτόν πρέπει να αποδοθεί η ωραία φράση του Τερέντιου: «Είμαι άνθρω­πος και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο».

Η αναφορά αυτή σε μια κοινή ανθρώπινη μοίρα δεν ήταν ήδη λανθάνουσα στον τρόπο με τον οποίον ο Όμηρος μιλούσε πάντα για τους «θνητούς»;

Οπωσδήποτε, συνετέλεσε, κατά την κλασική εποχή, στην εμ­φάνιση μιας καινούργιας λέξης για μια καινούργια αρετή. Η λέξη φιλανθρωπία, που δεν είχε πάρει ακόμα την έννοια της σημερινής «φιλανθρωπίας», ήταν η αγάπη για τους ανθρώπους, θα μπο­ρούσαμε να πούμε «ανθρωπισμός».

Φτάνουμε, πράγματι, σε μία τελείως διαφορετική σημασία του όρου αυτού. Γιατί έχει πολλές, που όλες προέρχονται από την Ελλάδα. Η λέξη «ανθρωπισμός» σημαίνει προφανώς την ανθρώπι­νη μοίρα, αυτήν που όλοι οι συγγραφείς θέλησαν να προσδιορί­σουν στο έπος, στην τραγωδία, στην ιστορία. Εξάλλου, επειδή η κατάσταση αυτή είναι κοινή σε όλους, η λέξη αποκτά αθροιστική έννοια που σημαίνει το σύνολο των ανθρώπων οι οποίοι συμμετέ­χουν σε αυτή την κατάσταση. Τέλος, επειδή η έννοια αυτής της συλλογικότητας προκαλεί την αλληλεγγύη, η λέξη γίνεται συνώνυ­μη της καλοσύνης για τους ανθρώπους. Ο όρος «απόδειξη αν­θρωπισμού» θυμίζει την αλληλεγγύη και την εφαρμογή της.

Θα θέλαμε να πούμε ότι οι σημασίες αυτές που μεταβιβάστη­καν με τα αρχαία κείμενα είναι παρούσες στην ονομασία που εί­χαν κάποτε οι κλασικές σπουδές όταν τις αποκαλούσαν «ανθρω­πιστικές».

Μπορούμε να πούμε ότι οι Έλληνες τις εφάρμοσαν περισσό­τερο από άλλους λαούς; Ασφαλώς όχι. Παραβίαζαν τους γρα­πτούς και άγραφους νόμους, κατά περίσταση, όπως όλος ο κό­σμος. Είχαν σκλάβους που υπέταξαν με τη βία. Η Αθήνα υπήρξε μία αυτοκρατορία-τυραννία. Και η δημοκρατία ακόμα μετετράπη κάποτε -το λέει ο Αριστοτέλης- σε οχλοκρατία. Η έλλειψη ανοχής πολλαπλασίασε στην πόλη τις δίκες για ασέβεια, θανάτωσαν το Σωκράτη. Υπήρξαν περίοδοι εθνικών αντιθέσεων και εμφυλίων πολέμων όπως και σε μας. Οι Έλληνες όμως ήξεραν τουλάχιστον να πουν τι θα έπρεπε να είναι, να προσδιορίσουν αξίες και καμιά φορά να πεθάνουν γι’ αυτές.

Οπωσδήποτε δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ήταν οι μόνοι που το έκαναν. Οι αξίες που περιγράψαμε εδώ υπήρξαν χωρίς αμφι­βολία και αλλού. Ίσως μια μέρα το μάθουμε, ίσως όχι… Και εδώ α­κόμα, οι Έλληνες είχαν τη μοναδική αυτή τιμή -που απεικονίζει θαυμάσια την κυρίαρχη ιδέα του βιβλίου- να διατυπώσουν τις διάφορες αυτές αξίες, να τις ορίσουν, να προβάλλουν, από αόρι­στες εμπνεύσεις ή παραδόσεις, στις οποίες παραμένουν οι άλλοι, μια εικόνα σαφή, φωτεινή, παγκόσμια, η οποία, ζώντας μέσα στα κείμενα, μπορούσε να επικοινωνεί με τις άλλες ή ακόμα να ενι­σχύεται από αυτές, όταν εκείνες ήταν μόνο συγκεχυμένες και λαν­θάνουσες. Ασφαλώς, πολλοί λαοί θα είχαν παραδεχθεί ότι μια α­δελφή οφείλει να θάψει τον αδελφό της. Οι λαοί όμως αυτοί δεν έ­γραψαν μια Αντιγόνη. Τα αισθήματα αναπτύσσονται σε επαφή με τις λέξεις και τα παραδείγματα, όπως ένα φυτό που δέχεται το φως του ήλιου.

Και το αποτέλεσμα είναι ότι οι λέξεις και αυτά τα παραδείγ­ματα ογκώθηκαν και αυξήθηκαν σε όλους τους λαούς που βρέθηκαν σε άμεση ή έμμεση επαφή με την αρχαία Ελλάδα. Παρά τα μέ­τρα αποκλεισμού των τελευταίων δεκαετιών, η επιρροή συνεχίζε­ται. Μπορεί να μην αναγνωρίζουμε την προέλευση αλλά δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε ότι υπήρξε και ότι έχει συμβάλει σε αυτό που είμαστε.

Είναι περίεργο να διαπιστώνουμε, στη σημερινή εποχή της άρνησης των ελληνικών σπουδών, ότι η επιρροή αυτή εκδηλώνεται με δύο μορφές πολύ διαφορετικές και άνισης σημασίας. Η πρώτη είναι ορατή και φαινομενικά τουλάχιστον πολύ επιφανειακή. Εκφράζεται με τη συνήθεια, με την προσφυγή σε κύρια ονόματα και σε αόριστους μυθολογικούς υπαινιγμούς. Ο μίτος της Αριάδνης, το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι αναμνήσεις ελληνικές. Το ίδιο και οι Ολυμπιακοί αγώνες και ο Μαραθώνιος δρόμος. Η Ευρώπη που σφυρηλατούμε με γρήγορους ρυθμούς έχει ελληνικό όνομα και επικαλείται πρόθυμα μία ηρωίδα που απήγαγε ο Δίας, που ί­σως να μην είναι η σωστή. Όλοι οι θεατές της τηλεόρασης συνεχί­ζουν ν’ ακούν φράσεις όπως: «Η Αριάδνη θα συναντήσει τον Ερμή». Και οι πιο αμαθείς από τους νέους διανοούμενους χρησι­μοποιούν την ελληνική λέξη έρως με περισσότερη διάθεση από την αντίστοιχη γαλλική.

Η συνήθεια αυτή με διασκεδάζει. Δεν βασίζεται σε καμιά σο­βαρή γνώση αλλά παρόλα αυτά είναι αποκαλυπτική. Προϋποθέ­τει, σε μερικές περιπτώσεις, το γεγονός ότι οι ελληνικές λέξεις διατηρούν τη δύναμη και τη λάμψη τους: ο έρως δεν είναι ούτε η φιλία ούτε η αγάπη: ο έρως είναι πραγματικά σαφέστερη έν­νοια από την αγάπη. Συχνότερα, αυτές οι χρήσεις προϋποθέτουν την ακτινοβολία των συμβόλων ακόμα και όταν έχουν απομα­κρυνθεί από το αρχικό τους νόημα και έχουν αποκοπεί από τις ρί­ζες τους: το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και ο Μαραθώνιος δεν θα ε­πιβίωναν εάν πάρα πολλές γενιές δεν είχαν ακούσει να γίνεται λό­γος γι’ αυτές τις οριακές σκηνές του φονικού και του κατορθώμα­τος. Και τέλος, θα διαπιστώσουμε ότι οι χρήσεις αυτές συνδέονται με την εξέλιξη της διεθνούς ζωής: τα ελληνικά σύμβολα ανήκουν σε όλους ή σε κανένα. Και, όπως σε πολλούς άλλους χώρους, η αρχαία Ελλάδα μας προσφέρει μια γλώσσα για την οποία θα πω, ακόμα μια φορά, ότι είναι οικουμενική.

Αλλά, εάν αυτές οι επιβιώσεις με διασκεδάζουν -μικρά παγό­βουνα που επιπλέουν χωρίς προορισμό, χωρίς να γνωρίζει πια κανείς γιατί βρίσκονται εκεί- υπάρχει μια άλλη επιβίωση πολύ πιο βαθειά και αγνοημένη σχεδόν από όλους. Είτε το θέλουμε είτε όχι, δημιουργήθηκε από ιδέες που βιώνουν μέσα μας χωρίς να το ξέ­ρουμε -σαν την καρδιά και το αίμα μας- και οι οποίες, μέσα από ποικίλα ενδιάμεσα προέρχονται από την αρχαία Ελλάδα. Πράγμα­τι, η ελληνική κληρονομιά, εδραιωμένη στην επιδίωξη του καθολι­κού, έγινε το ίδιο το πνεύμα του δικού μας δυτικού πολιτισμού. Η καταδίκη της βίας, η ανεκτικότητα, ο σεβασμός προς τη δικαιοσύ­νη, η αγάπη για την ελευθερία, είναι λίγο πολύ τα συνθήματα αυ­τών που επικαλούνται τη δημοκρατία. Και πίσω από τα συνθή­ματα κρύβονται ολοζώντανες δυνάμεις στις οποίες είναι επικίνδυ­νο σήμερα ν’ αντισταθούμε. Αντίθετα, την εποχή που δημιουργείται η Ευρώπη, νομίζουμε ότι δεν στερείται ενδιαφέροντος ν’ αναγνωρίσουμε αυτή την οφειλή που έχουμε την τάση να την ξεχνά­με.

Όταν βλέπουμε Τσέχους διαφωνούντες να επικαλούνται τα μαθήματα του Θουκυδίδη κατά της τυραννίας, υπάρχει ασφαλώς εκεί μια συμπύκνωση. Και οι περισσότεροι από αυτούς αγνοούν σίγουρα το Θουκυδίδη. Η στάση τους όμως είναι απόλυτα σύμ­φωνη με το δίδαγμα της Ελλάδας και δεν θα ήταν ίσως κατανοητή χωρίς την πρώτη ώθηση που δόθηκε εκεί πριν 25 αιώνες.

Και εδώ μιλάμε για πολιτική. Η ευαισθησία όμως στις χώρες μας, ο τρόπος της σκέψης, η προσπάθεια για διαύγεια, η επιστή­μη, η φιλοσοφία -αυτός ο αγώνας που σχεδόν δεν σταμάτησε πο­τέ από τότε- επαναφέρουν στα πρώτα τολμηρά βήματα της Ελλάδας στους διάφορους αυτούς τομείς.

Αλλά έστω και αν φτάνουνε σήμερα στο σημείο να κόβουμε την επαφή με εκείνη την προνομιακή στιγμή στην ιστορία της αν­θρωπότητας, δεν θα καταστρέψουμε αυτή τη μακρά ωρίμανση, η οποία στην πορεία της μας πρόσφερε τους καρπούς της. Μια τέτοια αποκοπή θα ήταν όμως παράλογη, ένοχη και επι­κίνδυνη. Προσπαθώντας ν’ απαντήσουμε στο ερώτημα «Γιατί η Ελλάδα;»,απαντάμε πάντα λίγο στην πιο πεζή και συνηθισμένη ε­ρώτηση: «Γιατί τα ελληνικά;»

Και σε τελική ανάλυση και σ’ αυτό ακόμα οι Αθηναίοι εκείνης της εποχής είχαν πλήρη συνείδηση του τι έπρατταν και του ρόλου που ήταν άξιοι να διαδραματίσουν. Ο Θουκυδίδης μας λέει, μέσω του Περικλή, ότι η Αθήνα είναι για την Ελλάδα ένα «ζωντανό δί­δαγμα», μία «αγωγή», μία «παίδευσις». Η Αθήνα υπήρξε για τους Έλληνες και οι Έλληνες για όλους εμάς: το γεγονός ότι είχε τόσο έ­ντονη την προαίσθηση, με ενθαρρύνει και με μαγεύει.

Τζων Στιούαρτ Μιλλ: Εκείνος που δεν έχει δικές του επιθυμίες και ορμές, δεν έχει χαρακτήρα, όπως δεν έχει χαρακτήρα και μια ατμομηχανή

Μια γενιά μετά τον Μπένθαμ, ο Τζων Στιούαρτ Μιλλ (John Stuart Mill. 1806-1873) προσπάθησε να σώσει τον ωφελιμισμό, αναδιατυπώνοντάς τον έτσι ώστε να τον καταστήσει μια πιο ανθρώπινη, λιγότερο υπολογιστική θεωρία. Ο Μιλλ ήταν γιος του Τζέημς Μιλλ ενός φίλου και οπαδού του Μπένθαμ. Ο Τζέημς Μιλλ δίδαξε ο ίδιος τον γιο του κατ’ οίκον, και ο νεαρός Μιλλ έγινε ένα παιδί-θαύμα. Άρχισε να μαθαίνει αρχαία ελληνικά στην ηλικία των τριών και λατινικά στην ηλικία των οκτώ. Στα έντεκα, έγραψε μια ιστορία του ρωμαϊκού δικαίου. Όταν ήταν είκοσι, υπέστη νευρικό κλονισμό, που του προκάλεσε κατάθλιψη για αρκετά χρόνια. Λίγο μετά γνώρισε τη Χάριετ Τέηλορ (Harriet Taylor). Ήταν παντρεμένη την εποχή εκείνη, με δύο παιδιά, αλλά έγινε στενή φίλη με τον Μιλλ. Όταν πέθανε ο άντρας της μετά από είκοσι χρόνια, παντρεύτηκε τον Μιλλ. Ο Μιλλ αναγνώριζε την Τέηλορ ως τη μεγαλύτερη πνευματική του σύντροφο και συνεργάτιδα την εποχή που άρχισε να αναδιατυπώνει τη θεωρία του Μπένθαμ.

Το επιχείρημα υπέρ της ελευθερίας

Τα κείμενα του Μιλλ μπορούν να διαβαστούν ως μια επίπονη προσπάθεια εκ μέρους του να συμβιβάσει τα ατομικά δικαιώματα με την ωφελιμιστική φιλοσοφία που κληρονόμησε από τον πατέρα του και υιοθέτησε από τον Μπένθαμ. Το βιβλίο του On Liberty (1859) [Περί ελευθερίας] αποτελεί την κλασική υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας στον αγγλόφωνο κόσμο. Η κεντρική του αρχή είναι ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν, εφόσον δεν βλάπτουν τους άλλους. Η κυβέρνηση δεν δικαιούται να παρεμβαίνει στην ατομική ελευθερία για να προστατεύσει ένα πρόσωπο από τον εαυτό του, ή να επιβάλλει τις απόψεις της πλειοψηφίας για το πώς θα πρέπει να ζει κανείς. Κατά την άποψη του Μιλλ, οι μόνες πράξεις για τις οποίες ένα πρόσωπο είναι υπόλογο στην κοινωνία είναι εκείνες που επηρεάζουν άλλα άτομα. Εφόσον δεν βλάπτω κανέναν άλλο, η «ανεξαρτησία [μου] είναι δικαιωματικά απόλυτη. Όσον αφορά τον εαυτό του, το σώμα και τη διάνοιά του, το άτομο είναι κυρίαρχο».

Θα έλεγε κανείς ότι αυτή η ασυμβίβαστη υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων χρειάζεται ένα ισχυρότερο θεμέλιο από την ωφελιμότητα. Γιατί σκεφτείτε το εξής. Ας υποθέσουμε ότι μια μεγάλη πλειονότητα απεχθάνεται μια μικρή θρησκεία και θέλει να την απαγορεύσει. Δεν είναι δυνατό, ή και πιθανό, ότι η απαγόρευση της θρησκείας θα επιφέρει τη μεγαλύτερη ευτυχία του μεγαλύτερου αριθμού; Είναι αλήθεια ότι η μειονότητα που υφίσταται την απαγόρευση θα νιώσει δυστυχία και καταπίεση. Αλλά, αν η πλειονότητα είναι αρκετά μεγάλη και μισεί με αρκετό πάθος τους αιρετικούς, η συλλογική της ευτυχία θα μπορούσε εύκολα να υπερσκελίσει τη δυστυχία τους. Αν αυτό το σενάριο είναι πιθανό, τότε φαίνεται ότι η ωφελιμότητα αποτελεί ένα επισφαλές, αναξιόπιστο θεμέλιο για τη θρησκευτική ελευθερία. Η αρχή της ελευθερίας του Μιλλ θα χρειαζόταν μάλλον μια σθεναρότερη ηθική βάση από την αρχή της ωφελιμότητας του Μπένθαμ.

Ο Μιλλ διαφωνεί. Επιμένει ότι το επιχείρημα για την ατομική ελευθερία στηρίζεται εξολοκλήρου σε ωφελιμιστικά κριτήρια: «Καλό είναι να δηλώσω ότι παραιτούμαι κάθε πλεονεκτήματος, που θα μπορούσε να αντλήσει η επιχειρηματολογία μου από την αφηρημένη έννοια του ορθού ως πράγματος απαλλαγμένου ωφελιμότητας. Θεωρώ την ωφελιμότητα τελικό κριτήριο για όλα τα ηθικά ζητήματα· ωφελιμότητα, όμως, με την ευρύτερη έννοια, ωφελιμότητα η οποία βασίζεται στα σταθερά συμφέροντα του ανθρώπου ως εξελισσόμενου όντος».

Ο Μιλλ θεωρεί ότι πρέπει να μεγιστοποιούμε την ωφελιμότητα όχι κατά περίπτωση αλλά μακροπρόθεσμα. Και σε βάθος χρόνου, όπως υποστηρίζει, ο σεβασμός της ατομικής ελευθερίας θα οδηγήσει στη μεγαλύτερη ανθρώπινη ευτυχία. Το να επιτρέψουμε στην πλειοψηφία να κλείσει το στόμα όσων διαφωνούν ή να λογοκρίνει τους ελεύθερους στοχαστές μπορεί να μεγιστοποιήσει την ωφέλεια σήμερα, αλλά θα κάνει χειρότερη -λιγότερο ευτυχισμένη- την κοινωνία μακροπρόθεσμα.

Γιατί θα πρέπει να δεχθούμε ότι η προάσπιση της ατομικής ελευθερίας και του δικαιώματος στη διαφωνία θα προαγάγει μακροπρόθεσμα την ευημερία της κοινωνίας; 0 Μιλλ προτείνει διάφορους λόγους: η αποκλίνουσα άποψη μπορεί να αποδειχθεί αληθής, ή εν μέρει αληθής, και να διορθώσει έτσι την κυρίαρχη γνώμη. Ακόμη κι αν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, η έκθεση της κυρίαρχης γνώμης σε έναν έντονο ανταγωνισμό ιδεών θα την εμποδίσει να σκληρύνει και να γίνει δόγμα και προκατάληψη. Τέλος, μια κοινωνία που αναγκάζει τα μέλη της να ασπαστούν τα έθιμα και τις συμβάσεις της είναι πιθανόν ότι θα εγκλωβιστεί σε έναν ασφυκτικό κομφορμισμό, στερώντας την ίδια από την ενέργεια και τη ζωτικότητα που επιτρέπουν την κοινωνική ανόρθωση.

Οι εικασίες του Μιλλ για τις σωτήριες κοινωνικές συνέπειες της ελευθερίας είναι αρκετά εύλογες. Αλλά δεν προσφέρουν μια πειστική ηθική βάση για τα ατομικά δικαιώματα. για δύο τουλάχιστον λόγους: Πρώτον, ο σεβασμός των ατομικών δικαιωμάτων χάριν της προαγωγής της κοινωνικής προόδου αφήνει τα δικαιώματα έρμαια της συγκυρίας. Ας υποθέσουμε ότι βρίσκουμε μια κοινωνία που πετυχαίνει ένα είδος μακροπρόθεσμης ευτυχίας με δεσποτικά μέσα. Δεν θα έπρεπε τότε ο ωφελιμιστής να συμπεράνει ότι, σε μια τέτοια κοινωνία, τα ατομικά δικαιώματα δεν είναι ηθικά αναγκαία;

Δεύτερον, η θεμελίωση των ατομικών δικαιωμάτων σε ωφελιμιστικά κίνητρα δεν συλλαμβάνει τον τρόπο με τον οποίο η παραβίαση των δικαιωμάτων ενός ατόμου το αδικεί, ανεξάρτητα από τη συνέπεια της για τη γενική ευημερία. Αν μια πλειοψηφία διώκει τους πιστούς μιας μη δημοφιλούς πίστης, αυτό δεν αδικεί τους ίδιους, ως άτομα, ανεξάρτητα από τις όποιες κακές συνέπειες μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα μια τέτοια αδιαλλαξία για την κοινωνία συνολικά;

Ο Μιλλ έχει μια απάντηση γι’ αυτές τις κριτικές, αλλά η απάντησή του τον οδηγεί πέρα από τα όρια της ωφελιμιστικής ηθικής. Το να αναγκάσουμε ένα πρόσωπο να ζει σύμφωνα με τα έθιμα ή τις κοινωνικές συμβάσεις ή την κυρίαρχη γνώμη είναι κακό, όπως εξηγεί ο Μιλλ, επειδή εμποδίζει το άτομο να επιτύχει τον ανώτερο σκοπό της ανθρώπινης ζωής, την πλήρη και ελεύθερη ανάπτυξη των ανθρώπινων ικανοτήτων του. Ο κομφορμισμός, σύμφωνα με την ανάλυση του Μιλλ, είναι ο εχθρός του καλύτερου τρόπου ζωής.

Οι ανθρώπινες δυνάμεις της αντίληψης, της κρίσης, της διάκρισης του ορθού, της νοητικής ενεργητικότητας, ακόμα και της ηθικής προτίμησης ασκούνται μόνο, όταν κάνουμε επιλογή. Εκείνος που κάνει τα πάντα, επειδή αυτό είναι το έθιμο, δεν κάνει καμιά επιλογή. Δεν εξασκείται να διακρίνει ή να επιθυμεί το καλύτερο. Οι διανοητικές δυνάμεις όπωςκαι οι μυϊκές δυνάμεις, βελτιώνονται μόνο όταν χρησιμοποιούνται… Αυτός που επιτρέπει στον κόσμο, ή στο τμήμα του κόσμου, στο οποίο ανήκει, να επιλέγει για λογαριασμό του το πρόγραμμα ζωής που θα εφαρμόσει, δεν χρειάζεται καμιά διανοητική δύναμη εκτός από εκείνη την πιθηκοειδή δύναμη της μίμησης. Αυτός που επιλέγει ο ίδιος το πρόγραμμά του, χρησιμοποιεί όλες τις διανοητικές του δυνάμεις.

Ο Μιλλ παραδέχεται ότι η συμμόρφωση με τις συμβάσεις μπορεί να οδηγήσει ένα πρόσωπο σε ένα ικανοποιητικό μονοπάτι ζωής και να το κρατήσει μακριά από κακοτοπιές. «Αλλά ποια θα είναι τότε η αξία του ως ανθρώπινου όντος;» ρωτάει. «Έχει πράγματι πολύ μεγάλη σημασία, όχι μόνο τι κάνουν οι άνθρωποι, αλλά και τι είδους άνθρωποι το κάνουν».

Εντέλει, λοιπόν, σημασία δεν έχουν μόνο οι πράξεις και οι συνέπειες. Σημασία έχει και ο χαρακτήρας. Για τον Μιλλ. η ατομικότητα είναι σημαντική όχι τόσο για την ευχαρίστηση που προκαλεί όσο και για τον χαρακτήρα που εκφράζει. «Εκείνος που δεν έχει δικές του επιθυμίες και ορμές, δεν έχει χαρακτήρα, όπως δεν έχει χαρακτήρα και μια ατμομηχανή».

Η εύγλωττη εξύμνηση της ατομικότητας είναι η πιο χαρακτηριστική συμβολή του δοκιμίου Περί ελευθερίας. Αλλά συνιστά και ένα είδος αίρεσης. Καθώς επικαλείται ηθικά ιδεώδη πέρα από την ωφέλεια -ιδανικά του χαρακτήρα και της ανθρώπινης ευδοκίμησης- δεν αποτελεί, στην πραγματικότητα, μια επεξεργασία της αρχής του Μπένθαμ αλλά μια απάρνησή της, παρά τους ισχυρισμούς του Μιλλ περί του αντιθέτου.

Από που προέρχονται οι προσβολές που δεχόμαστε;

Σε ένα βαθμό όλοι μας έχουμε δεχθεί προσβλητικά σχόλια. Εάν η προσβολή είναι ξεκάθαρη, πραγματική και όχι μια αποτυχημένη προσπάθεια ενός αστείου τότε η κατάσταση μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά αμήχανη και βλαπτική για μας.

Οι προσβολές συνήθως έρχονται με έναν τρόπο ο οποίος δεν μας δίνει αμέσως τη δυνατότητα να καταλάβουμε ότι έχουμε προσβληθεί. Μια προσβολή μπορεί να γίνει με τη μορφή ενός κομπλιμέντου και μας φέρνει στη δύσκολη θέση να αναρωτιόμαστε με ποιο τρόπο θα αντιδράσουμε. Δηλαδή αν θα το “αφήσουμε να περάσει” σαν να μην συνέβη τίποτε ή θα απαντήσουμε αντιδρώντας με έντονο τρόπο.

Στις απλές προσβολές, δεν μπορεί κάτι να μας μπερδέψει γιατί είναι πολύ ξεκάθαρο το τι θα πει ο άλλος και τις περισσότερες φορές έχουν ως στόχο τη προσωπικότητα ή κατι το οποίο υποστηρίζουμε. Για παράδειγμα, αν μας πει κάποιος ” η μπλούζα που φοράς σε κάνει να φαίνεσαι χαζός” και αντίστοιχα ” η μπλούζα που φοράς είναι της ομάδας που έχασε, αρά είσαι χαμένος”.

Επίσης η προσβολή μπορεί να προέλθει και ως κομπλιμέντο και χρειάζεται να καταλάβουμε τον τόνο της φωνής του ατόμου που λέει τη συγκεκριμένη φράση. Για παράδειγμα, μας λένε “Ωραίο καπέλο”, αυτή η φράση μπορεί να σημαίνει πρώτον ότι κάποιος θαυμάζει όντως το καπέλο που φοράμε ή ότι απλά μας κοροϊδεύει.

Τα άτομα με ναρκισσιστική συμπεριφορά έχουν την τάση να προσβάλλουν διότι έτσι νιώθουν καλύτερα με τον εαυτό τους. Επίσης προσβολές μπορεί να προέλθουν και από άτομα τα οποία δεν μπορούν να δεχτούν νέα και διαφορετικά άτομα που δεν έχουν κάτι κοινό με μια ομάδα ανθρώπων και δεν έχουν κάτι κοινό για να επικοινωνήσουν. Για παράδειγμα άτομα μπορεί να δεχτούν προσβολές για την προφορά τους, την καταγωγή τους ή το είδος εργασίας τους.

Μελετητές που ερευνούν τις προσβολές σε πιο προσωπικό επίπεδο ονόμασαν την ενέργεια των ατόμων που προσβάλλουν τους άλλους με στόχο να τους μειώσουν τη προσωπικότητα ως “λεκτική παρέκκλιση”. Μετά από έρευνα η οποία έγινε σε Πανεπιστήμιο της Νορβηγίας με ένα δείγμα 500 ατόμων διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν 5 κατηγορίες προσβολών:
  1. Προσβολή λόγω αδιακρισίας
  2. Προσβολή με στοχοποίηση
  3. Προσβολή κατά της ομοφυλοφιλίας
  4. Προσβολή ανηθικότητας-σεξιστική
  5. Προσβολή για την εμφάνιση ενός ατόμου

Ο Διαφωτισμός και η πεφωτισμένη μοναρχία

Το κράτος του Διαφωτισμού: πεφωτισμένη μοναρχία

§1

Ο φιλοσοφικός-πολιτικός στοχασμός κάθε εποχής δεν είναι άμοιρος μιας ανάλογης πολιτικής έκφρασης και κρατικής οργάνωσης. Γι’ αυτό και κριτήριο δεν είναι απλώς και μόνο ο ριζοσπαστικός ή μη χαρακτήρας της θεωρητικής του εμβέλειας, αλλά και κατά πόσο παράγει ή δικαιολογεί τεχνάσματα, με τα οποία επιτυγχάνεται ή εννοεί να ασκεί τους ρόλους της η μια ή η άλλη μορφή εξουσίας. Έτσι παρατηρούμε, για παράδειγμα, τον φιλοσοφικό-πολιτικό στοχασμό του Μεσαίωνα να έχει για κύριο μέλημά του, μεταξύ των άλλων, μια ισόρροπη λειτουργία της σχέσης κράτους και εκκλησίας, με δεδομένο ότι ο παπισμός συγκέντρωνε όλο και πιο πολλή δύναμη στα χέρια του και όχι σπάνια περιόριζε ή ταπείνωνε την αντίστοιχη αυτοκρατορική εξουσία. Με τη συγκρότηση του έθνους-κράτους, στη νεότερη εποχή, οι μορφές εξουσίας που καθιδρύονται ή διεκδικούν την καθίδρυσή τους ανάγουν τη θεωρητική τους επεξεργασία ή συναντούν συγκεκριμένους υποστηρικτές ή επικριτές τους στον χώρο των φιλοσοφικο-πολιτικών στοχαστών της εποχής. Οι φιλόσοφοι στοχάζονται στις αυλές των αρχόντων ή έξω κι απ’ αυτές άλλοτε για να υπερασπιστούν την απόλυτη κυριαρχία της εξουσίας, π.χ. ο Χομπς, άλλοτε για να την περιορίσουν, π.χ. ο Λοκ. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις τα κείμενα των φιλοσόφων παραμένουν μοναδικά επιτεύγματα –και ποτέ επιτηδεύματα– λόγου και σκέψης: εκφράζουν την εποχή τους, υπερβαίνοντάς την ορισμένως.

§2

Πώς έχει το πράγμα με τον Διαφωτισμό; Το δικαστήριο του κριτικού του Λόγου, όταν κοιτάζει προς το παρελθόν, αποφαίνεται: το παρελθόν είναι η άρνηση που πρέπει, παντί τρόπω, να υπερβαθεί, να ξεπεραστεί. Απ’ αυτή την άποψη, το εν λόγω δικαστήριο αρνείται καθ’ ολοκληρίαν το παρελθόν και όχι τη μια ή την άλλη, πιο σκοταδιστική ίσως, πτυχή του. Τότε είναι που, όταν κοιτάζει προς το δικό του παρόν, αποφαίνεται: αυτό το παρόν είναι η εποχή των «Φώτων», δηλαδή η καθίδρυση μιας νέας, απόλυτα ελεύθερης σκέψης, που η κριτική της αξιοσύνη δεν έχει αρχή και τέλος, δεν ορρωδεί μπροστά σε τίποτα. Σε σχέση με αυτό, το Διαφωτιστικό κίνημα απορρίπτει κάθε απόπειρα για συγκρότηση φιλοσοφικού συστήματος. Πώς θα μπορούσε εξάλλου να αποδέχεται τη συστημική σκέψη, όταν το ίδιο προορίζεται να διαφωτίζει: δηλαδή να εισέρχεται μέσα στα πολιτισμικά οικοδομήματα και να τα κρίνει ριζικά εκ των έσω. Και όμως ένα τέτοιο κίνημα δεν είναι εξίσου εχθρικό και προς τα πολιτικά οικοδομήματα της εποχής: δεν απορρίπτει τη συστημική εξουσία. Συμβαίνει στο φιλοσοφικά ιδωμένο παράδειγμα της πολιτικής να καταδείχνει τα όριά του. Είναι τα όρια εκείνης της νεωτερικής Υποκειμενικότητας, που αυτοπροβάλλεται ως απόλυτος κριτής, όχι όμως και ως αυτοκρινόμενος τοιούτος. Το πολιτικό ιδεώδες, επομένως, για πολλούς Δια-φωτιστές ήταν εκείνο της πεφωτισμένης μοναρχίας ή δεσποτείας. Η περίπτωση του πεφωτισμένου μονάρχη στην Ευρώπη του 18ου αιώνα αποτελεί, λιγότερο ή περισσότερο, μια πολιτική έκφραση της ως άνω φιλοσοφικά νοούμενης νεωτερικής υποκειμενικότητας.

§3

Πιο ειδικά, η μοναρχική ή αυτοκρατορική εξουσία είναι δομημένη ως μια απόλυτη υποκειμενικότητα, που προορίζεται, με τη μορφή της αδιαμφισβήτητης αυθεντίας, να εξουσιάζει με ευσπλαχνία τους υποτελείς της. Τούτο υποδηλώνει περαιτέρω πως πασχίζει πάντοτε να αυτοκαταφάσκεται ως τέτοια αυθεντία μέσα από την επίδειξη μιας πνευματικής επάρκειας ή από την εκδήλωση συμπάθειας προς ορισμένους Διαφωτιστές και από λιγότερο ή περισσότερο εμπνευσμένες λογικές πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Πράγματι, ο πεφωτισμένος μονάρχης είναι ο ένας και μοναδικός ηγέτης του κράτους, ο αδιαπραγμάτευτος δεσπότης, ο ηγεμόνας που διαφέρει από τον αντίστοιχο ηγεμόνα της φεουδαρχικής κυρίως εποχής κατά το ότι επιχειρεί να σκεφτεί επί της πολιτικής διοίκησης και λίγο Δια-φωτιστικά. Έτσι άλλοι μονάρχες της εποχής διεκδικούν για τον εαυτό τους τον ρόλο του πεφωτισμένου έμπρακτα, ενεργά, με πράξεις, άλλοι απλώς θεωρητικά. Στους δεύτερους μπορούμε, για παράδειγμα, να κατατάξουμε τον βασιλιά της Πρωσίας, το Φρειδερίκο το Μέγα, ή ακόμη και την αυτοκράτειρα της Ρωσίας, την Αικατερίνη τη Μεγάλη, η οποία αποτολμούσε ενίοτε να εκφραστεί πεφωτισμένα και εν τοις πράγμασι. Στη Γαλλία επίσης θα μπορούσε να διακρίνει κανείς μια ορισμένως πεφωτισμένη δεσποτεία, ασκούμενη στοιχειωδώς εν έργω, στον Λουδοβίκο ΙΕ΄. Όπως κι αν έχει το πράγμα, βέβαια, η πραγμάτωση του ιδεώδους του πεφωτισμένου μονάρχη συνδεόταν όχι τόσο με θεσμικές διασφαλίσεις όσο κυρίως με τον χαρακτήρα της μιας ή της άλλης μοναρχικής ατομικότητας. Ως εκ τούτου, κάποιες μονάδες από το βαρύ πυροβολικό του Δια-φωτισμού, όπως ο Βολταίρος, ο Ντιντερό κ.α., όταν διάκεινται ευνοϊκά προς τέτοιους μονάρχες ή δεσπότες, αφιερώνοντάς τους μάλιστα και στίχους, προφανώς δεν τους βλέπουν ως την άτεγκτη, εξουσιαστικά απόλυτη υποκειμενικότητα, αλλά μάλλον ως εκείνες τις ευαίσθητες ατομικότητες, που ανοίγουν αυλακιές στη/για τη διάδοση ή εφαρμογή διαφωτιστικών ιδεών. Μήπως, κατά το παράδειγμα του Πλάτωνα, στους απόλυτους δεσπότες έβλεπαν τις δικές τους δια-φωτιστικές Συρακούσες;   

ΠΛΑΤΩΝ: Λύσις (223a-223b)

Επίλογος

[223a] Ταῦτα δ᾽ εἰπὼν ἐν νῷ εἶχον ἄλλον ἤδη τινὰ τῶν πρεσβυτέρων κινεῖν· κᾆτα, ὥσπερ δαίμονές τινες, προσελθόντες οἱ παιδαγωγοί, ὅ τε τοῦ Μενεξένου καὶ ὁ τοῦ Λύσιδος, ἔχοντες αὐτῶν τοὺς ἀδελφούς, παρεκάλουν καὶ ἐκέλευον αὐτοὺς οἴκαδ᾽ ἀπιέναι· ἤδη γὰρ ἦν ὀψέ. τὸ μὲν οὖν πρῶτον καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ περιεστῶτες αὐτοὺς ἀπηλαύνομεν· ἐπειδὴ δὲ οὐδὲν ἐφρόντιζον ἡμῶν, ἀλλ᾽ ὑποβαρβαρίζοντες ἠγανάκτουν τε καὶ [223b] οὐδὲν ἧττον ἐκάλουν, ἀλλ᾽ ἐδόκουν ἡμῖν ὑποπεπωκότες ἐν τοῖς Ἑρμαίοις ἄποροι εἶναι προσφέρεσθαι, ἡττηθέντες οὖν αὐτῶν διελύσαμεν τὴν συνουσίαν. ὅμως δ᾽ ἔγωγε ἤδη ἀπιόντων αὐτῶν, Νῦν μέν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ Λύσι τε καὶ Μενέξενε, καταγέλαστοι γεγόναμεν ἐγώ τε, γέρων ἀνήρ, καὶ ὑμεῖς. ἐροῦσι γὰρ οἵδε ἀπιόντες ὡς οἰόμεθα ἡμεῖς ἀλλήλων φίλοι εἶναι —καὶ ἐμὲ γὰρ ἐν ὑμῖν τίθημι— οὔπω δὲ ὅτι ἔστιν ὁ φίλος οἷοί τε ἐγενόμεθα ἐξευρεῖν.

***
[223a] Μόλις τα είπα αυτά σκόπευα να καλέσω κάποιον από τους πιο μεγάλους για να συνεχίσω τη συζήτηση μαζί του. Μπήκαν όμως τότε σαν δαίμονες οι παιδαγωγοί του Μενέξενου και του Λύσι έχοντας μαζί τους και τα αδέλφια των δύο παιδιών και τους καλούσαν επιτακτικά να γυρίσουν στο σπίτι· γιατί η ώρα ήταν πια περασμένη. Στην αρχή προσπαθούσαμε και εμείς και όσοι ήταν γύρω μας να τους διώξουμε. Επειδή όμως εκείνοι δεν μας έδιναν σημασία, αλλά απεναντίας δυσανασχετούσαν κι εξακολουθούσαν παρά τις αντιδράσεις μας [223b] να τους φωνάζουν με τη χαρακτηριστική ξενική προσφορά τους, και επειδή μας φάνηκε ότι τα είχαν «τσούξει» λίγο στη γιορτή του Ερμή κι ότι δεν ήταν δυνατό να συνεννοηθούμε μαζί τους, υποχωρήσαμε και διαλύσαμε τη συντροφιά. Εγώ όμως, καθώς έφευγαν πια τα παιδιά, Νά λοιπόν, τους είπα, Λύσι και Μενέξενε, που ντροπιαστήκαμε και εγώ, γέρος άνθρωπος, και εσείς. Φεύγοντας, όλοι αυτοί γύρω θα πουν για μας —βάζω και τον εαυτό μου μ᾽ εσάς— ότι έχουμε την ιδέα πως είμαστε φίλοι, τί είναι όμως ο φίλος δεν μπορέσαμε, θα πουν, να το βρούμε.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡρακλῆς Μαινόμενος (950-980)

950 διπλοῦς δ᾽ ὀπαδοῖς ἦν γέλως φόβος θ᾽ ὁμοῦ,
καί τις τόδ᾽ εἶπεν, ἄλλος εἰς ἄλλον δρακών·
Παίζει πρὸς ἡμᾶς δεσπότης ἢ μαίνεται;
ὁ δ᾽ εἷρπ᾽ ἄνω τε καὶ κάτω κατὰ στέγας,
μέσον δ᾽ ἐς ἀνδρῶν᾽ ἐσπεσὼν Νίσου πόλιν
955 ἥκειν ἔφασκε, δωμάτων τ᾽ ἔσω βεβὼς
κλιθεὶς ἐς οὖδας ὡς ἔχει σκευάζεται
θοίνην. διελθὼν δ᾽ ὡς βραχὺν χρόνον μονῆς
Ἰσθμοῦ ναπαίας ἔλεγε προσβαίνειν πλάκας.
κἀνταῦθα γυμνὸν σῶμα θεὶς πορπαμάτων
960 πρὸς οὐδέν᾽ ἡμιλλᾶτο κἀκηρύσσετο
αὐτὸς πρὸς αὑτοῦ καλλίνικος οὐδενός,
ἀκοὴν ὑπειπών. δεινὰ δ᾽ Εὐρυσθεῖ βρέμων
ἦν ἐν Μυκήναις τῶι λόγωι. πατὴρ δέ νιν
θιγὼν κραταιᾶς χειρὸς ἐννέπει τάδε·
965 Ὦ παῖ, τί πάσχεις; τίς ὁ τρόπος ξενώσεως
τῆσδ᾽; οὔ τί που φόνος σ᾽ ἐβάκχευσεν νεκρῶν
οὓς ἄρτι καίνεις; ὁ δέ νιν Εὐρυσθέως δοκῶν
πατέρα προταρβοῦνθ᾽ ἱκέσιον ψαύειν χερὸς
ὠθεῖ, φαρέτραν δ᾽ εὐτρεπῆ σκευάζεται
970 καὶ τόξ᾽ ἑαυτοῦ παισί, τοὺς Εὐρυσθέως
δοκῶν φονεύειν. οἱ δὲ ταρβοῦντες φόβωι
ὤρουον ἄλλος ἄλλοσ᾽, ἐς πέπλους ὁ μὲν
μητρὸς ταλαίνης, ὁ δ᾽ ὑπὸ κίονος σκιάν,
ἄλλος δὲ βωμὸν ὄρνις ὣς ἔπτηξ᾽ ὕπο.
975 βοᾶι δὲ μήτηρ· Ὦ τεκών, τί δρᾶις; τέκνα
κτείνεις; βοᾶι δὲ πρέσβυς οἰκετῶν τ᾽ ὄχλος.
ὁ δ᾽ ἐξελίσσων παῖδα κίονος κύκλωι
τόρνευμα δεινὸν ποδός, ἐναντίον σταθεὶς
βάλλει πρὸς ἧπαρ· ὕπτιος δὲ λαΐνους
980 ὀρθοστάτας ἔδευσεν ἐκπνέων βίον.

***
950 Κι οι άλλοι αίσθημα είχανε διπλό, γέλιου και φόβου.
Κι έλεγαν έτσι, πιάνοντας ο ένας τον άλλον·
«μας περιπαίζει ο αφέντης μας ή μην τρελάθη;»
Κι εκείνος πηγαινοέρχονταν μέσα στο σπίτι
και πέφτοντας στον ανδρωνίτην, αφού μπήκε
μέσα, στην πόλην έλεγε του Νίσου που ήρθε.
Και πέφτοντας στο πάτωμα, όπως ήταν, γλέντι
ετοίμαζε. Κι αφού έτσι στάθηκε λιγάκι,
στου Ισθμού πως έφτασ᾽, έλεγε, τους χλωρούς κάμπους.
Και τότε ξεκουμπώνοντας γυμνό το σώμα
960 μονάχος, δίχως να παλεύει με κανένα,
καλλίνικον εκήρυττε τον εαυτό του,
δίχως να ειπεί όνομα κανένα. Και βλαστημώντας
τον Ευρυσθέα, έδειχνε πως ήρθε στις Μυκήνες
με τα λεγόμενά του. Και τότε απ᾽ το χέρι
το δυνατό ο πατέρας πιάνοντάς τον του ᾽πε·
«παιδί μου, τί έχεις; τί παράξενα είναι τούτα;
Μη των νεκρών σ᾽ εβάκχεψεν ο φόνος, όπου
προ ολίγου σκότωσες;». Όμως θαρρώντας κείνος
ότι τον πιάνει από το χέρι τρομαγμένος
παρακαλώντας ο πατέρας του Ευρυσθέα,
σπρώχνει τον και καλά ετοιμάζει τη φαρέτρα
970 και τα τόξα στα παιδιά του ενάντια, θαρρώντας
ότι σκοτώνει του Ευρυσθέα. Κι αυτά σκιασμένα
έφευγαν όπου τύχαινε, και το ᾽να μέσα
στην ποδιά ζάρωσε της δύστυχής του μάνας,
τ᾽ άλλο στον ίσκιο της κολόνας και το τρίτο
σαν το πουλί στον βωμό κάτου. Ξεφωνίζει
τότε η μητέρα· «ωιμέ, τί κάμνεις, ω γονιέ τους;
σκοτώνεις τα παιδιά σου;». Κι όμοια ξεφωνίζει
ο γέροντας κι όλη των σκλάβων η πληθούρα.
Κι εκείνος κλώθοντας τριγύρω στην κολόνα
το παιδί του σε κυνήγι ολέθριο, μπροστά του
στέκοντας το χτυπά στο σκώτι· και τους στύλους
980 έβρεξε, ανάσκελα το μαύρο ξεψυχώντας

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η τέχνη της πρώιμης κλασικής εποχής

4.4.3. Δύο δημιουργίες του Μύρωνα: Η Αθηνά με τον Μαρσύα και ο Δισκοβόλος

Για τον Αθηναίο γλύπτη Μύρωνα γνωρίζουμε αρκετά πράγματα: η δραστηριότητά του τοποθετείται στα χρόνια μεταξύ 470 και 440 π.Χ. και τα έργα του, ορισμένα από τα οποία αναφέρονται και περιγράφονται, τα θαύμαζαν ιδιαίτερα οι αρχαίοι για τη ζωντάνια τους και τον ρεαλισμό τους. Ξέρουμε επίσης ότι ο γιος του Μύρωνα, που λεγόταν Λύκιος, ήταν και αυτός γλύπτης. Περίφημη ήταν μια χάλκινη αγελάδα του Μύρωνα που ήταν στημένη στην Ακρόπολη της Αθήνας, αλλά τη μετέφερε στη Ρώμη ο αυτοκράτορας Βεσπασιανός, για να την τοποθετήσει στο τέμενος της Ειρήνης (Templum Pacis) που ίδρυσε.
 
Ένα χάλκινο σύνολο του Μύρωνα στην Ακρόπολη της Αθήνας εικόνιζε την Αθηνά και τον Μαρσύα. Τα δύο αγάλματα μας είναι γνωστά από μαρμάρινα αντίγραφα των ρωμαϊκών χρόνων· η τοποθέτησή τους αντικριστά προκύπτει από απεικονίσεις σε αθηναϊκά νομίσματα της ρωμαϊκής εποχής. Ο μύθος σχετίζεται με τη μουσική, και συγκεκριμένα με την ανακάλυψη και το παίξιμο των αυλών. Η Αθηνά εφηύρε το μουσικό αυτό όργανο, αλλά το πέταξε με οργή μόλις ανακάλυψε ότι, όταν το έπαιζε, τα μάγουλά της φούσκωναν και το πρόσωπό της παραμορφωνόταν. Τους πεταμένους αυλούς τούς βρήκε ο σιληνός Μαρσύας, ένα πρόσωπο του μύθου με ζωώδη χαρακτηριστικά και ουρά αλόγου, στον οποίο ο ήχος τους άρεσε τόσο πολύ, ώστε έμαθε να τους παίζει δεξιοτεχνικά. Αλλά η μουσική των αυλών στάθηκε μοιραία για τον Μαρσύα, γιατί τον έκανε τόσο περήφανο, ώστε να προκαλέσει σε αγώνα μουσικής τον κιθαρωδό θεό Απόλλωνα. Κριτές του αγώνα ήταν οι Μούσες, που αποφάσισαν ότι νικητής ήταν ο Απόλλων, αφού μπορούσε να τραγουδά παίζοντας ταυτόχρονα την κιθάρα του, κάτι που δεν είχε τη δυνατότητα να κάνει ο Μαρσύας με τους αυλούς. Μετά από αυτό ο Απόλλων τιμώρησε σκληρά τον Μαρσύα βάζοντας έναν υπηρέτη του να τον γδάρει ζωντανό. Το αγαλματικό σύνολο του Μύρωνα αποτυπώνει τη στιγμή που ο Μαρσύας ετοιμάζεται να πάρει τους αυλούς που πέταξε η Αθηνά. Για όσους ήξεραν τον μύθο η σκηνή αυτή προοιώνιζε την ήττα και το τέλος του Μαρσύα. Αλλά ο μύθος αποτελούσε ταυτόχρονα κριτική στη μουσική των αυλών, τους οποίους έπαιζαν κυρίως επαγγελματίες μουσικοί. Αντίθετα, η λύρα και η κιθάρα ήταν τα μουσικά όργανα που προτιμούσαν οι αριστοκράτες, καθώς συνόδευαν την επική, τη λυρική και τη χορική ποίηση. Είναι, επομένως, λογικό να υποθέσουμε ότι το έργο του Μύρωνα ήταν ανάθημα ενός αριστοκράτη ή ενός νικητή σε αγώνες κιθαρωδίας. Χαρακτηριστική για τη ρεαλιστική τεχνοτροπία του Μύρωνα είναι η μορφή του Μαρσύα με την έντονη τριχοφυΐα στο στήθος, τη σιμή μύτη, τις ρυτίδες στο μέτωπο και τα ανάκατα μαλλιά. Η Αθηνά από την πλευρά της δεν έχει την εξιδανικευμένη ομορφιά μιας θεάς, αλλά τα χαρακτηριστικά μιας καλοφτιαγμένης νεαρής κοπέλας.
 
Τον ίδιο έντονο ρεαλισμό τον συναντούμε και σε ένα άλλο χάλκινο άγαλμα του Μύρωνα, που το γνωρίζουμε και αυτό από μαρμάρινα αντίγραφα των ρωμαϊκών χρόνων: τον Δισκοβόλο. Το έργο εικονίζει έναν νέο αθλητή που ετοιμάζεται να ρίξει τον δίσκο. Η στάση αποτυπώνει μια στιγμιαία κίνηση: ο αθλητής έχει λυγίσει τα γόνατα, έχει χαμηλώσει το σώμα και έχει τεντώσει το δεξί χέρι, καθώς παίρνει δυνάμεις· ο θεατής έχει την αίσθηση ότι είναι έτοιμος να ανασηκωθεί, για να ρίξει όσο μπορεί μακρύτερα τον δίσκο. Αξιοπρόσεκτη είναι η ακρίβεια με την οποία αποδίδεται η ανατομία του σώματος. Δεν γνωρίζουμε πού ήταν στημένο το πρωτότυπο άγαλμα του Δισκοβόλου, μπορούμε όμως να υποθέσουμε ότι ήταν αφιέρωμα κάποιου αθλητή σε ένα μεγάλο ιερό. Στην Αρχαιότητα ο δίσκος δεν ήταν ένα αυτόνομο άθλημα, αλλά αποτελούσε μέρος του πεντάθλου, δηλαδή μιας σειράς πέντε αθλημάτων, που περιελάμβανε τον δρόμο, το άλμα, την πάλη, τον δίσκο και το ακόντιο.

Καταραμένοι ποιητές, χαμένοι στη μετάφραση

Η ποίηση είναι ίσως η πιο ιδιαίτερη μορφή δημιουργίας. Όταν αυτά που νιώθουμε πλημμυρίζουν το μέσα μας και δε βρίσκουν τις λέξεις να βγουν απ’ το στόμα μας, τότε ένας στίχος από κάποιο ποίημα είναι εκεί να μας χαρίσει την εξήγηση που δεν μπορούμε να δώσουμε στις σκέψεις μας. Αυτός είναι ο λόγος που οι ποιητές είναι σημαντικοί, κρατούν στα χέρια τους την πένα που σχεδιάζει και χρωματίζει με λέξεις τη ζωή μας. Κρατούν ξύπνιο κάθε όνειρο που θέλει να επιβιώσει ανά τους αιώνες. Η τέχνη απευθύνεται σε όλους, το ίδιο κι η ποίηση, όμως όπως ο καθένας από εμάς είναι διαφορετικός έτσι κάθε ποίημα αγγίζει διαφορετικές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης αφού είναι δημιουργημένο από υλικά ξεχωριστών ψυχών. Είναι οικουμενική και ταυτόχρονα τόσο προσωπική. Γράφεται από έναν και μοιράζεται σε όλους, όμως εκείνος ο ένας είναι τόσο μοναδικός όσο και τα βιώματά του.

Έτσι, πολλοί ποιητές κατηγοριοποιήθηκαν, στάθηκαν κάτω από ταμπέλες και χαρακτηρίστηκαν βάσει των ποιημάτων που γέννησαν και της ζωής που επέλεξαν. Μια τέτοια κατηγορία ποιητών είναι και «Καταραμένοι», εκείνοι που αγάπησαν το σκοτάδι και κρύφτηκαν πίσω από τη σκιά της ποίησης. Μπορεί ο όρος που τους ακολουθεί να είναι βαρύς όμως η αίγλη της ζοφερής τους εικόνας είναι ανυπέρβλητα μεγάλη. Οι κραυγές τους, σαν λύκοι που ουρλιάζουν τα μεσάνυχτα, αποτυπώθηκαν σε χαρτί με μελάνι μαύρο. Δεν ακούστηκαν ποτέ, όμως διαβάστηκαν και θα συνεχίζουν να διαβάζονται όσο υπάρχουν άνθρωποι με τρωτά σημεία και πληγές ανοιχτές.

Οι καταραμένοι ποιητές δεν εγκλωβίζονται σε καλούπια και δεν υπακούν σε νόμους ψευτοηθικής που βασίζονται στην κανονικότητα των κοινωνικών επιταγών. Είναι άνθρωποι με πάθη που τα βιώνουν και τα απογειώνουν σε κάθε τους βήμα. Η ζωή τους μπλεγμένη με αλκοόλ, ουσίες, τρέλα, έρωτα. Όλα αυτά είναι αρκετά για να αφοριστούν από την καθωσπρέπει κοινωνία των πουριτανών που αρνούνται να δουν πως αυτά είναι απλώς η αθέατη πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Περιθωριοποιήθηκαν και στοχοποιήθηκαν για τη ζωή τους, το έργο τους όμως είναι εκείνο που μιλάει στις ψυχές μας, γιατί μέσα του ανακαλύπτουμε τις πιο δικές μας μύχιες σκέψεις.

Είναι εκείνοι οι καλλιτέχνες που υπέφεραν όσο κανείς άλλος βιώνοντας την απώλεια, τον πόνο και την ταραχή δίνοντας φως μέσα από το δικό τους σκοτάδι.

«Η ψυχή μου είναι σαν ουρανός ασύνορος
Έχει απεραντοσύνες ζοφερές
Κι αμέτρητους ήλιους φωτεινούς
Ακόμα, παρά το κακό, η ζωή μου
Από διαμάντια τόσα γοητευμένη
Στων στίχων μου το ρυάκι είναι καθρεφτισμένη.»
Charles Cros (1842-1888)

Μερικοί βασικοί και πιο γνωστοί εκπρόσωποι απ’ αυτούς τους ποιητές είναι αναμφίβολα οι Σαρλ Μπωντλαίρ, Πωλ Βερλαίν, Αρθούρος Ρεμπώ και Λωτρεαμόν ενώ είναι πολλοί ακόμη που έχουν δώσει το δικό τους στίγμα. Ο πρώτος καταραμένος ποιητής θεωρείται ο Αλφρέντ ντε  Βινύ οποίος στο έργο του, Stello (1932), χαρακτηρίζει τους ποιητές ως «τη ράτσα των παντοτινά καταραμένων από τους ισχυρούς της γης». Φυσικά εκεί δεν συμπεριλαμβάνονταν οι ποιητές που ασπάζονταν τον καθωσπρεπισμό αλλά οι άλλοι, οι απόκοσμοι.

Ο Paul Verlaine τo 1884 εκδίδει το έργο του Paul Verlaine, Les Poets Maudits. Μέσα σε αυτό το εκτενές αφιέρωμα γίνεται αναφορά σε τρεις ποιητές οι οποίοι, κατά τη δική του άποψη πληρούν τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστούν με αυτόν τον τρόπο. Αυτοί είναι οι Tristan Corbière, Arthur Rimbaud και Stéphane Mallarmé, ενώ σε δεύτερη έκδοση του έργου προστίθεται μερικοί ακόμη.
Σε αυτό το βιβλίο διαβάζουμε για το αιώνιο πρόβλημα αναφορικά με τη σχέση ποιητή – κοινωνίας καθώς ο πρώτος περιγράφεται ως μια τραγική φιγούρα, η οποία σπρώχνεται στα άκρα από την ίδια την κοινωνία.

«Οι αμαρτίες μας είναι επίμονες, δειλές οι μετάνοιές μας·»
Charles Baudelaire (1821-1867)

Φυσικά η Ελλάδα, δε θα μπορούσε να μην έχει γεννήσει τους δικούς της καταραμένους ποιητές που συνεχίζουν μέχρι σήμερα να μας χτυπούν την πλάτη και να μας συντροφεύουν στις στιγμές μας. Πρώτος από όλους ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο οποίος μίλησε για τον θάνατο σε πολλά από τα ποιήματά του:

«Κι όπως κυλά στα βάθη του κενού μου, σαν άστρο φλογερό στον άξονα του, δε νιώθω πια παρά τον Νου μου στην Απεραντοσύνη του Θανάτου».

Ο Κωνσταντίνος Καρυωτάκης, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Γιώργος Μακρής, η Μαρία Πολτδούρη και η Κατερίνα Γώγου είναι εμβληματικές παρουσίες και οι δικοί μας ζοφεροί δημιουργοί. Το σημείο συνάντησης όλων αυτών των ποιητών είναι ο θάνατος και η ωδή προς αυτόν. Το σύντομο τέλος τους αλλά και οι προσπάθειες να βιώσουν, να νιώσουν και να αποχαιρετήσουν είναι ένας κώδικας που βλέπουμε να υπάρχει πίσω από κάθε δημιούργημα αλλά και πίσω από την ίδια τη ζωή τους.

Τι είναι αυτό τελικά που μας οδηγεί στο να τους διαβάζουμε, να τους αγαπάμε και να τους αγκαλιάζουμε τόσα χρόνια; Ίσως είναι η αντανάκλαση της δικής μας αθέατης πλευράς, ίσως πάλι να μεθάμε από τη δύναμη που είχαν να ζουν με τον τρόπο που ήθελαν ή που μπορούσαν. Ρίσκαραν, τα έπαιζαν όλα για όλα και στο τέλος έβγαιναν νικητές, αφού τα παιχνίδια παίζονταν με δικούς τους όρους. Όσα δεν τολμούμε να νιώσουμε εμείς, τα ένιωσαν αυτοί για εμάς γι’ αυτό θα ναι πάντοτε δικοί μας.

Καρλ Γιουνγκ: Η λογική από μόνη της δεν επαρκεί

«Ακόμη και αν δεν είμαστε τα όργανα του εγκλήματος, θα είμαστε πάντοτε εν δυνάμει εγκληματίες χάρη στην ανθρώπινη φύση μας». Δεν υπάρχει λόγος να διατυπώσουμε το καθήκον που επιφόρτισε η εποχή μας σαν ηθική απαίτηση. Καλύτερα να ξεκαθαρίσουμε την ψυχολογική κατάσταση του κόσμου, ώστε να μπορεί αν τη δει ακόμα και ένας μύωπας και να δώσουμε υπόσταση σε λέξεις και ιδέες για να μπορεί να ακούει ακόμη και ο βαρήκοος.

Μπορούμε να ελπίζουμε σε ανθρώπους με καλή θέληση και κατανόηση, οπότε δεν πρέπει να δυσανασχετούμε από τις επαναλήψεις αυτών των απαραίτητων σκέψεων και αντιλήψεων.

Κύριο μέλημά μου είναι να τραβήξω την προσοχή του αναγνώστη στην κύρια δυσκολία που θα αντιμετωπίσει. Ο φόβος που τα δικτατορικά κράτη γέμισαν τελευταία τον άνθρωπο, δεν είναι τίποτε λιγότερο από το αποκορύφωμα όλων των φρικαλεοτήτων για τις οποίες ενοχοποιήθηκαν οι πρόγονοι μας στο κοντινό παρελθόν. Ξέχωρα από τις βαρβαρότητες και τα λουτρά αίματος που διαπράχθηκαν από τα χριστιανικά έθνη σε όλη την ευρωπαϊκή ιστορία, ο Ευρωπαίος πρέπει να δώσει λόγο και για όλα τα εγκλήματα που διέπραξε στους έγχρωμους λαούς κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας.

Με βάση αυτά τα γεγονότα, ο λευκός κουβαλάει στις πλάτες του ένα βαρύ φορτίο. Μας δείχνει μια εικόνα της κοινής ανθρώπινης σκιάς που δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί με πιο μαύρα χρώματα. Το κακό που διαφαίνεται στον άνθρωπο και που αναμφίβολα κατοικεί μέσα του έχει γιγαντιαίες διαστάσεις, ώστε τα λόγια της Εκκλησίας για το προπατορικό αμάρτημα και η αναγωγή του στη σχετικά αθώα παρέκκλιση του Αδάμ και της Εύας, να είναι σχεδόν ευφημισμός. Η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη και έχει πρόστυχα υποτιμηθεί.

Επειδή αποτελεί παγκόσμιο πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι μόνο όσα γνωρίζει η συνείδηση του, θεωρεί τον εαυτό του άκακο, προσθέτοντας έτσι στην κακοήθεια και την ηλιθιότητα. Δεν αρνείται τα όσα έχουν συμβεί και εξακολουθούν να συμβαίνουν, αλλά είναι πάντα οι «άλλοι» που τα κάνουν. Και όταν αυτές οι πράξεις απομακρύνονται στο παρελθόν, γρήγορα και βολικά, βυθίζονται στη θάλασσα της λησμονιάς, και επανέρχεται η κατάσταση μιας χρόνιας και ακαθόριστης δυσφορίας που περιγράφουμε σαν «κανονικότητα». Τίποτε δεν εξαφανίστηκε και τίποτε καλό δεν έγινε. Το κακό, η ενοχή, η βαθιά συνειδησιακή ανησυχία και η μεταμφιεσμένη προδοσία βρίσκονται μπροστά μας αρκεί να μπορούμε να τα δούμε. Ο άνθρωπος τα δημιούργησε.

Είμαι άνθρωπος και μοιράζομαι την ανθρώπινη φύση. Για αυτό είμαι ένοχος μαζί με τους υπόλοιπους και φέρω μέσα μου αναλλοίωτη και ανεξίτηλη την ικανότητα και την τάση να τα επαναλάβω όποτε θελήσω. Ακόμη και αν δεν είμαστε τα όργανα του εγκλήματος, θα είμαστε πάντοτε εν δυνάμει εγκληματίες χάρη στην ανθρώπινη φύση μας. Στην πραγματικότητα μας λείπει μάλλον η κατάλληλη ευκαιρία για να χαθούμε σε μια κολασμένη συμπλοκή. Κανείς δε βρίσκεται έξω από τη μαύρη συλλογική σκιά της ανθρωπότητας.

Το αν το έγκλημα διαπράχθηκε σε προηγούμενες γενιές ή συντελείται σήμερα, παραμένει ένα σύμπτωμα της πανταχού παρούσας προδιάθεσης και για αυτό καλά θα έκανε κανείς να «σκέφτεται πότε-πότε το κακό», γιατί μόνο ο βλάκας αρνείται μόνιμα τις συνθήκες της ίδιας του της ύπαρξης. Αλήθεια, αυτή η άρνηση είναι ο καλύτερος τρόπος για να γίνει κάποιος όργανο του κακού. Η πραότητα και η αφέλεια βοηθάνε τόσο, όσο και κάποιον που πάσχει από χολέρα. Τουναντίον κατευθύνουν στον «άλλο» την προβολή του μη αναγνωρισμένου κακού. Αυτό δυναμώνει τη θέση του αντίπαλου, επειδή η προβολή μεταφέρει στην άλλη πλευρά το φόβο που αθέλητα και μυστικά αισθανόμαστε για το δικό μας κακό και αυξάνει αξιόλογα την απειλή του.

Αν δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη συνειδητοποίηση πως το κακό, χωρίς να το έχουμε διαλέξει, φωλιάζει στην ψυχή μας, τότε το φέρνουμε στην επιφάνεια σαν ίσο και αντίθετο σύντροφο του καλού. Αυτή η συνειδητοποίηση οδηγεί σε ένα ψυχολογικό δυαδισμό που προϋπήρχε ασυνείδητα στο σχίσμα του πολιτικού κόσμου και στην ακόμη πιο ασυνείδητη διάσπαση του ίδιου του σύγχρονου ανθρώπου. Ο διαχωρισμός δεν προέρχεται από αυτή τη γνώση. Είμαστε διασπασμένοι από την αρχή. Είναι ανυπόφορη η σκέψη πως πρέπει να αναλάβουμε τις προσωπικές ευθύνες όλης αυτής της ενοχής. Για αυτό, προτιμάμε να αντικαθιστούμε το κακό με εγκληματίες ή ομάδες εγκληματιών, ενώ «νίπτουμε τας χείρας μας» στην αθωότητα και την άγνοια της γενικής ροπής προς το κακό.

Αναλογιζόμενοι ότι το σύγχρονο κακό επισκιάζει το καθετί που βασανίζει συνεχώς το ανθρώπινο γένος, πρέπει να αναρωτηθεί πώς συμβαίνει και παρ' όλη την πρόοδο μας στην απονομή δικαιοσύνης, την ιατρική και την τεχνολογία, παρ' όλη την ενασχόληση μας με την ζωή και την υγεία, έχουν εφευρεθεί τερατώδεις καταστροφικές μηχανές που μπορούν εύκολα να εξολοθρεύσουν το ανθρώπινο είδος.

Δεν είναι αλήθεια πως ο σημερινός άνθρωπος είναι ικανός για μεγαλύτερα κακά από τον αρχαίο ή τον πρωτόγονο άνθρωπο. Μάλλον διαθέτει αποτελεσματικότερα μέσα για να συνειδητοποιήσει τη ροπή του προς το κακό. Καθώς η συνείδηση του πλάτυνε και διαφοροποιήθηκε, η ηθική του φύση εγκαταλείφθηκε. Να το μεγάλο πρόβλημα που έχουμε μπροστά μας σήμερα. Η λογική από μόνη της δεν επαρκεί.

Ο φόβος της παγκόσμιας καταστροφής μπορεί να μας γλιτώσει από το χειρότερο, αλλά η πιθανότητα της θα κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας σαν σκοτεινό σύννεφο, όσο δεν θα υπάρχει κάτι που να γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στον παγκόσμιο ψυχικό και πολιτικό διαχωρισμό. Αν γινόταν παγκόσμια συνείδηση πώς κάθε διαχωρισμός και ανταγωνισμός οφείλεται στο διαχωρισμό των ψυχικών αντιθέτων, θα γνωρίζαμε που να επιτεθούμε. Όμως, αν παραμείνουν τόσο ασυνείδητα και παραγνωρισμένα, θα εξακολουθούν να συσσωρεύονται και να παράγουν ανεξέλεγκτες ομάδες και κινήματα με αμφισβητούμενους στόχους.

Κάθε άμεση προσπάθεια συνειδητοποίησης δεν είναι παρά μόνο «διαμάχη της συνείδησης με τον ίσκιο της» μεγεθυμένη από την ψευδαίσθηση του αληθινού αγώνα. Ο αποφασιστικός παράγοντας βρίσκεται στο κάθε ξεχωριστό άτομο που δε βρίσκει λύση για το δυαδισμό του.
 
Καρλ Γκούσταβ Γιούνγκ, Ανεξερεύνητος Εαυτός

Ο Μωυσής, οι 10 Εντολές και οι υπόλοιπες 140

Με κλίμα θρησκευτικής κατάνυξης και χριστιανικού δέους (και μιας και έρχεται ο Δεκαπενταύγουστος) σας παρουσιάζουμε την επίσημη (official) λίστα αμαρτιών που συνέταξε ο Θεούλης μας πριν από πολλά, πολλά, πολλά χρόνια. Η λίστα αποτελεί την ολοκληρωμένη έκδοση των "10 ΟΥ" (ου κλέψεις, ου φονεύσεις κ.ο.κ.), η οποία ήταν κάτι σαν demo των πραγμάτων που ΔΕΝ έπρεπε να κάνεις εάν ήθελες να πας στον Παράδεισο και να χαζεύεις λουλουδάκια, πουλάκια και ποταμάκια και όχι στην Κόλαση και να ψήνεσαι εσαεί.
 
Σύμφωνα με την επίσημη Εκκλησία, ο λόγος που ο Θεούλης δεν έδωσε στον Μωυσή εξ΄ αρχής την φουλ βέρζιον ήταν πρακτικός. Με 10 Εντολές σε 2 πλάκες και του βγήκε η πίστη (sic) να κατέβει από το Όρος Σινά. Αν είχε 150 εντολές και συνεπώς 30 πλάκες, τότε... άστα βράστα!

Η δεύτερη θεωρία η οποία θεωρείται αιρετική και βλάσφημη και πλήθος ανθρώπων κάηκε στην πυρά και βασανίστηκε στην Ιερά Εξέταση προκειμένου να μην διαδοθεί, λέει πως ο Θεούλης πράγματι έδωσε και τις 30 πλάκες με τις 150 Εντολές στον Μωυσή, αλλά αυτός κατά κάποιους στα μισά της διαδρομής κουράστηκε, κατέστρεψε τις 28 και κράτησε τις 2, και κατά άλλους θεώρησε υπερβολικές τις απαιτήσεις του Θεούλη και για να γλιτώσει από τις διαμαρτυρίες και την αγανάκτιση του λαού του, τις παράτησε και κράτησε τις γνωστές 2.

Σημειώστε πως η συγχώρεση για μέχρι ένα λάθος που ισχύει στις εξετάσεις για δίπλωμα οδήγησης, εδώ δεν ισχύει. Με ένα λάθος κόβεστε από τον Παράδεισο και πάτε καρφί για Κόλαση. Δικαίωμα ένστασης και αναβαθμολόγησης δεν υφίσταται. Καλή χριστιανική ζωή να έχετε...
 
 

Σαρτρ: Ο άνθρωπος θα γίνει αυτό που έχει σχεδιάσει να γίνει. Όχι αυτό που θα θελήσει να γίνει

Ο άνθρωπος όπως τον συλλαμβάνει ο υπαρξιστής φιλόσοφος, δεν είναι προσδιορίσιμος, αυτό σημαίνει πώς στην αρχή απ' τα πριν, δεν είναι τίποτα. Θα γίνει μετά και θα γίνει αυτό πού θα φτιάξει ό ίδιος τον εαυτό του. Έτσι. δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση. αφού δεν υπάρχει Θεός για να την συλλάβει.
 
Ο άνθρωπος είναι, όχι μόνο η αντίληψη που ο ίδιος έχει για τον εαυτό του· αλλά κι' αυτός πού θέλει να είναι. Κι όπως συλλαμβάνει τον εαυτό του, μετά την ύπαρξη κι όπως θέλει τον εαυτό του μετά από αυτή την ορμή προς την ύπαρξη, ο άνθρωπος δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά αυτό που ο ίδιος φτιάχνεται. Αυτή είναι η πρώτη αρχή του υπαρξισμού.
 
Αυτό ακριβώς είναι η λεγόμενη υποκειμενικότητα», που με το ίδιο αυτό όνομα μας προσάπτουν. Αλλά τί άλλο θέλουμε να πούμε με τα παραπάνω, αν όχι πως ο άνθρωπος έχει μεγαλύτερη αξία, μεγαλύτερη αξιοπρέπεια απ' ό, τι ή πέτρα ή το τραπέζι; Γιατί αυτό πού θέλουμε να πούμε είναι ότι ό άνθρωπος υπάρχει πρώτα, δηλαδή ότι ό άνθρωπος είναι πριν απ' όλα αυτό πού ρίχνεται προς ένα μέλλον κι αυτό πού έχει συνείδηση πώς προβάλλεται στο μέλλον.
 
Ο άνθρωπος είναι στην αρχή ένα σχέδιο που βιώνεται υποκειμενικά αντί να είναι αφρός, ένα σκουπίδι ή ένα κουνουπίδι, τίποτα δεν υπάρχει προγενέστερα απ' αυτό το σχέδιο. Τίποτα το νοητά διαγνώσιμο δεν είναι χαραγμένο στον ουρανό κι ο άνθρωπος θα γίνει πάνω απ’ όλα αυτό που έχει σχεδιάσει να γίνει. Όχι αυτό που θα θελήσει να γίνει.
 
Γιατί αυτό που συνήθως εννοούμε με τη λέξη «θέληση» είναι μια συνειδητή απόφαση, πράγμα που για τους περισσότερους από μας έρχεται μεταγενέστερα άπ' ότι γίνεται από μόνο του. Μπορώ να θέλω να προσχωρήσω σ' ένα κόμμα, να γράψω ένα βιβλίο, να παντρευτώ. Όλ' αυτά δεν είναι παρά ή εκδήλωση μιας εκλογής πιο πρωταρχικής πιο αυθόρμητης απ' αυτό πού λέμε «θέληση».
 
Ζ. Π Σαρτρ, Ο Υπαρξισμός είναι ένας Ανθρωπισμός

Lady of Cao: Η Μούμια της Ιέρειας με τα Τατουάζ

H μούμια με το όνομα Lady of Cao -“Dama de los Tatuajes” βρέθηκε στην αρχαιολογική περιοχή Huaca El Brujo -Sacred Place of the Wizard- στο βορειοδυτικό Περού την άνοιξη του 2006. Tα χέρια και τα πόδια της ήταν ζωγραφισμένα με εκπληκτικά τατουάζ -φίδια, αράχνες, αιλουροειδή-τα λεγόμενα Moon Animals, υπερφυσικά μοτίβα που δηλώνουν ότι είχε περίοπτη θέση στη φυλή των Moche.

Στην εικονογραφία της βόρειας πλευράς του Περού, Moon Animals ή Recuay Dragon είναι μυστικιστικά τετράποδα αρπακτικά που έχουν διογκωμένα μάτια, κυνόδοντες, νύχια, μακριές ουρές και λοφία. Μοιάζουν με αιλουροειδή ή ερπετοειδή και συνδέονται με σεληνιακά και αστρικά μοτίβα. Ο ανθρωπολόγος John Verano του Πανεπιστημιού της Tulane δήλωσε ότι:“ Μπορούμε να κάνουμε μόνο εικασίες ποια είναι η ερμηνεία αυτών των μοτίβων” και πρόσθεσε ότι “Οι αράχνες σχετίζονται με την βροχή καθώς και τον θάνατο”. Το φίδι είναι ένα πολύ βασικό στοιχείο σε πολλούς πολιτισμούς των Άνδεων, το οποίο σχετίζεται με τις θεότητες, την γονιμότητα και τις ανθρωποθυσίες. Τα τατουάζ δεν έγιναν μόνο για αισθητικούς λόγους, έχουν τελετουργικό χαρακτήρα.

H “Lady of Cao” ήταν τυλιγμένη σε είκοσι στρώματα ύφασμα, βαμμένο με κόκκινο κιννάβαρι, στο πρόσωπο της είχαν τοποθετήσει ένα χρυσό μπόλ και φορούσε ένα κολιέ με μάσκες. Πλάι της βρέθηκαν μοναδικά χρυσά κτερίσματα, δυο στέμματα σε σχήμα V, περίτεχνα αστραφτερά σκουλαρίκια για την μύτη και όπλα. Οι ερευνητές έχουν παραξενευτεί με την παρουσία των όπλων και πιστεύουν ότι ήταν δώρα από άλλους πολεμιστές. Επίσης ,η παρουσία χρυσού δηλώνει ότι ήταν ένα σεβαστό πρόσωπο, η πρώτη γυναίκα-άρχοντας που ανακαλύφθηκε ποτέ ή γυναίκα κάποιου ηγεμόνα. Ζούσε πολύ κοντά στην πόλη Trujillo, στην κοιλάδα Chicama και πέθανε περίπου 25 χρονών από επιπλοκές στην γέννα. Δίπλα της ήταν θαμμένο και το πτώμα μιας εφήβου, που θυσιάστηκε- την έπνιξαν με ένα σκοινί-ώστε να υπηρετεί την ιέρεια στην μεταθανάτια ζωή.

Η φυλή Moche εμφανίστηκε στην περιοχή του Περού τον 2ο -7ο αιώνα π.Χ. πριν την επικράτηση των Ίνκα. Είναι κυρίως γνωστή για τις ανθρωποθυσίες, τα κεραμικά που απεικόνιζαν σεξουαλικές παραστάσεις, την κοσμηματοποιία και τα αρδευτικά κανάλια. Η ανώτερη θεότητα ήταν ο Ai Apec-The Great Decapitator, με κύρια χαρακτηριστικά τους κυνόδοντες και το feathered serpent headdress. Ο πολιτισμός τους κατέρρευσε πιθανότατα λόγω κλιματολογικών αλλαγών όπως το φαινόμενο El Niño και εκατό χρόνια αργότερα εμφανίστηκαν οι Chimú.

Στην πόλη Trujillo, οι πυραμίδες Huaca del Sol- Temple of the Sun ύψος 43 μέτρα ήταν πολιτικό-διοικητικό κέντρο ενώ η Huaca de la Luna-Temple of the Moon 21 μέτρα ήταν θρησκευτικό-τελετουργικό κέντρο, εκεί όπου γινόντουσαν οι ανθρωποθυσίες. Ήταν διακοσμημένες με πολύχρωμες τοιχογραφίες, γεωμετρικά σχέδια και πολεμικές σκηνές τις οποίες διάλεγαν αποκλειστικά οι ιερείς. Η πυραμίδα ήταν χτισμένη μπροστά από ένα βραχώδη λόφο -Cerro Blanco ή White Hill. Οι ιερείς συγκεντρώνονταν στην κορυφή ενώ τα θύματα αιχμάλωτοι πολέμου στην βάση, τα οποία τα θυσίαζαν στους θεούς των βουνών για να τους στέλνουν βροχές. Οι αρχαιολόγοι έχουν ανακαλύψει τα λείψανα 40 άντρων. Εκεί βρίσκεται το Huaca Arcos Iris -Rainbow Temple ή El Dragon, η φυλή Chimú το έχτισε το 1200 π.Χ. καθώς και ο αρχαιολογικός χώρος Chan Chan.

Τον Νοέμβριο του 2016, οι έφοροι του μουσείου του Cao και ειδικοί επιστήμονες με την βοήθεια ενός τρισδιάστατου 3-D εκτυπωτή και μελετώντας την δομή του κρανίου της, καθώς και στοιχεία εθνογραφικών ερευνών σχημάτισαν το πρόσωπο της με τα έντονα ζυγωματικά και τα μακριά μαύρα μαλλιά. Η διαδικασία κράτησε δέκα μήνες. “Με την τρισδιάστατη αυτή απεικόνιση, δίνεται η δυνατότητα στον κόσμο να δει από κοντά ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα του Περού, ενώ οι Περουβιανοί θα θυμηθούν την πλούσια πολιτιστική τους κληρονομιά”, τόνισε ο υπουργός Πολιτισμού της χώρας, Salvador del Solar, σύμφωνα με το Πρακτορείο Reuters.

Η Arabel Fernández López, αρχαιολόγος από το Περού υπεύθυνη της ομάδας που ξετύλιξε την μούμια, επισημαίνει ότι η φάση της αναδόμησης ήταν μια μεγάλη συναισθηματική εμπειρία για αυτήν και σκιαγραφεί το πορτραίτο της νεαρής γυναίκας στο ντοκιμαντέρ του National Geographic. “Behind a great empire, there was a great woman. The enigmatic queen of the Moche people rises from her tomb to tell us the story of the first powerful woman in pre-Columbian Peru” αναφέρει το promo video του National Geographic.

Η ανακάλυψη του τάφου της “Lady of Cao”, από την αρχαιολογική ομάδα του Περού με αρχηγό τον Régulo Franco Jordan ήταν μια πολύ σημαντική ανακάλυψη. Κατέρριψε τις θεωρίες ότι οι αρχαίες φυλές των Άνδεων ήταν πατριαρχικές. Μέσα από ιστορικές μελέτες οι επιστήμονες θα μπορέσουν να μάθουν περισσότερα για την θέση των γυναικών και την σημασία της μυστηριώδης μούμιας με τα τατουάζ. Έκτοτε έχουν εντοπιστεί πολλές γυναικείες μούμιες, θαμμένες με πολύτιμα αντικείμενα όπως η Lady of Pacopampa το 2009 η οποία ζούσε στην πόλη Cajamarca 2.700 χρόνια πριν.

Μάθε να χαμογελάς στον εαυτό σου ενώ η μάχη μαίνεται

Συλλογιζόμουν το μεγαλείο αυτής της αποκάλυψης∙ αν η ανθρωπότητα αναγνώριζε μια αλήθεια τόσο σημαντική, θα είχε ανατρέψει και μεταμορφώσει για πάντα τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε.

Θα ερχόταν η μέρα που θα μετέδιδα και στους φίλους μου τη δυναμική μιας τέτοιας οπτικής∙ όσο πιο σκληρή η επίθεση του Αντιπάλου, όσο πιο βαριά η προσβολή του, τόσο πιο μεγάλη και η ευκαιρία του ανθρώπου να προχωρήσει μπροστά.
Μάθε να χαμογελάς μέσα σου ενώ η μάχη μαίνεται
και αμείλικτα η επίθεση εκδηλώνεται.
Τον Αντίπαλο εξωτερικά θα ’πρεπε να παλεύεις,
την ίδια στιγμή που θα τον συγχωρείς μέσα σου!
Μόνο μέσα σου μπορεί να υπάρξει η συγχώρεση.
Ναι, έξω από σένα δώσε την πιο μανιασμένη μάχη…
αλλά χωρίς να το πιστεύεις!
Επιτέλους, μια μικροσκοπική χαραμάδα άνοιγε αρχίζοντας να ρίχνει φως σ’ εκείνο το πανάρχαιο, ανεξιχνίαστο παράδοξο∙ αν τον αγαπάς, παύει να είναι εχθρός σου, κι αν είναι εχθρός σου, πώς γίνεται να τον αγαπάς;
Η ιδέα τού «να αγαπάς τον εχθρό σου» έρχεται
από ένα ανώτερο νοητικό επίπεδο.
Μόνο ένας άνθρωπος που είναι μια πλήρης ολότητα
μπορεί να κατανοήσει και να εφαρμόσει την ιδέα αυτή.
Μόνο όποιος έχει ξεριζώσει από μέσα του κάθε σύγκρουση
και κάθε διαχωρισμό είναι σε θέση να τα καταφέρει
χωρίς τον Αντίπαλο.
Για εκείνους που υπακούν σε μια δυαδική λογική,
που εξακολουθούν να βλέπουν και να σκέφτονται μέσω του
συστήματος των αντιθέτων, η θεραπεία μπορεί να εμφανιστεί
μόνο πίσω από την αγριωπή μάσκα του Αντιπάλου.
«Να λοιπόν ποια θα πρέπει να είναι η στάση ενός ηγέτη απέναντι στις δυσκολίες», τρίβοντας τα χέρια του με την ικανοποίηση κάποιου που επιτέλους έχει μπροστά του ακριβώς αυτό που εδώ και καιρό προσδοκούσε.

«Ένας ηγέτης γνωρίζει ότι όσο τρομερός κι αν φαίνεται ο Αντίπαλος, η μάχη ποτέ δεν είναι άνιση και οι δυσκολίες είναι μόνο φαινομενικές. Η μάσκα του Αντιπάλου, η φαινομενική αγριότητά του, κρύβει πίσω της την πρόσβαση σε υψηλότερα επίπεδα υπευθυνότητας.

«Κανείς, ποτέ, δεν σου είχε εξηγήσει πιο καθαρά ποιο είναι το παιχνίδι!» ανήγγειλε απευθύνοντας τα λόγια του σ’ ένα αόρατο ακροατήριο, τεράστιο όσο και ο πλανήτης. Πρόσθεσε ότι, χωρίς την κατανόηση όλων αυτών, χωρίς μια Σχολή, οι περισσότεροι άνθρωποι θα σταματούσαν στο κατώφλι αυτού του περάσματος, αρνούμενοι να πληρώσουν το τίμημα.

Συνεχώς σκοντάφτουμε επάνω σε εμπόδια και εσωτερικές φωνές που μας εμποδίζουν να συνεχίσουμε∙ είναι φυσικοί και ψυχολογικοί αντίπαλοι, που δοκιμάζουν τη δύναμη της θέλησής μας, την καθαρότητα της πρόθεσής μας, την ετοιμότητα και την αποφασιστικότητά μας.
Το αδύνατο πάντοτε ανοίγει την πόρτα
στην επόμενη δυνατότητα.

Μήπως τώρα είμαι ελεύθερος από τα δεσμά;

Τον Φεβρουάριο του 63 Κ.Ε., ο φίλος τον Σενέκα ο Λουκίλιος, δημόσιος υπάλληλος στη Σικελία, έμαθε για μία αγωγή εναντίον του που απειλούσε να τερματίσει την καριέρα του και να σπιλώσει το όνομά του για πάντα. Έγραψε στον Σενέκα.

«Ίσως περιμένεις να σε συμβουλεύσω να φανταστείς κάποιο ευτυχές αποτέλεσμα, και να αφεθείς στη σαγήνη της ελπίδας» απάντησε ο φιλόσοφος, αλλά «πρόκειται να σε οδηγήσω στην ψυχική ηρεμία μέσω ενός άλλου δρόμου» – με αποκορύφωμα την εξής συμβουλή:
Αν επιθυμείς να αποδιώξεις κάθε ανησυχία, υπόθεσε πως εκείνο που φοβάσαι ότι μπορεί να συμβεί είναι σίγουρο ότι θα συμβεί.

Ο Σενέκας στοιχημάτιζε ότι, αν εξετάσουμε λογικά τι θα συμβεί έτσι και δεν ικανοποιηθούν οι επιθυμίες μας, σχεδόν σίγουρα θα βρούμε ότι το βασικό μας πρόβλημα είναι λιγότερο σοβαρό απ’ όσο φανταζόμασταν λόγω άγχους. Ο Λουκίλιος είχε λόγους να αισθάνεται θλίψη όχι όμως και υστερία:

Αν χάσεις την υπόθεση, υπάρχει περίπτωση να σου συμβεί οτιδήποτε πιο ακραίο από το να σταλείς στην εξορία ή να οδηγηθείς στη φυλακή; … «Ίσως καταλήξω πένητας»˙ συνεπώς θα είμαι ένας ανάμεσα στους πολλούς. «Ίσως σταλώ στην εξορία»˙ τότε θα σκέφτομαι τον εαυτό μου να κατάγομαι από τον τόπο όπου θα με στείλουν. «Ίσως με αλυσοδέσουν»˙ και τι μ’ αυτό; Μήπως τώρα είμαι ελεύθερος από τα δεσμά; Η φυλακή και η εξορία ήταν άσχημα αλλά -σύμφωνα με τον πυρήνα του επιχειρήματος- όχι όσο ίσως φοβόταν ο απελπισμένος Λουκίλιος προτού εξετάσει εξονυχιστικά το άγχος του.

Επικρατούν οι άνθρωποι ή τα ανθρωποειδή στον πληθυσμό μας και γιατί;

Με τις μαζικές εκτελέσεις και τις οργανωμένες καταστροφές, οι Παγκόσμιοι Πόλεμοι υπήρξε η χείριστη εκδοχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Επιπλέον, όταν ο δυτικός κόσμος έκανε τον απολογισμό, όταν καταλάγιασε ο κουρνιαχτός στα ερείπια που άφησε πίσω του, ήταν αδύνατο να αγνοηθούν οι αγριότητες που διαπράχθηκαν στην καρδιά της Ευρώπης από, κατά τα άλλα, πολιτισμένους ανθρώπους. Οι συγκρίσεις με τα ζώα ήταν πανταχού παρούσες. Τα ζώα δεν έχουν αναστολές, ήταν το επιχείρημα. Δεν έχουν πολιτισμό, συνεπώς θα πρέπει να ήταν κάποιο ζωικό χαρακτηριστικό, κάτι στη γενετική μας δομή που είχε εκραγεί κάτω από την επίφαση του πολιτισμού και είχε παραμερίσει την ανθρώπινη ευπρέπεια.

Αυτή η «θεωρία της επίφασης», όπως την αποκαλώ, έγινε το κυρίαρχο θέμα στις μεταπολεμικές συζητήσεις. Κατά βάθος, οι άνθρωποι είμαστε βίαιοι και αήθεις. Μια πληθώρα μπεστ σέλερ ασχολήθηκε με αυτό το ζήτημα, υποθέτοντας ότι μας διακατέχει μια ασυγκράτητη επιθετική ορμή, η οποία επιδιώκει να βρει διέξοδο στον πόλεμο, στη βία, ακόμα και στον αθλητισμό. Μια άλλη θεωρία υποστήριζε ότι η επιθετικότητά μας είναι πρωτοφανής, ότι είμαστε τα μόνα πρωτεύοντα θηλαστικά που σκοτώνουν το είδος τους. Το είδος μας δεν είχε ποτέ το χρόνο να εξελίξει τις κατάλληλες αναστολές. Κατά συνέπεια, τα βίαια ένστικτά μας είναι ανεξέλεγκτα όπως στα «εξ επαγγέλματος αρπακτικά», τους λύκους ή τα λιοντάρια. Είμαστε καθηλωμένοι σε μια βίαιη ιδιοσυγκρασία, την οποία δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε καθώς δεν έχουμε τα κατάλληλα εφόδια.

Δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε σε αυτή την επιχειρηματολογία την απαρχή της εκλογίκευσης της ανθρώπινης βίας γενικά και ειδικά.

Ο Αμερικανός δημοσιογράφος Ρόμπερτ Άρντρι εμπνεύστηκε από τις εικασίες ότι ο Αυστραλοπίθηκος θα πρέπει να ήταν σαρκοφάγος και να κατάπινε τα θήραματά του ζωντανά, διαμελίζοντάς τα και σβήνοντας τη δίψα του με αίμα. Βασισμένο στις μελέτες ορισμένων κρανιακών οστών, ήταν ένα ευφάνταστο συμπέρασμα, αλλά σε αυτό βάσισε ο Άρντρι τον μύθο των πιθήκων δολοφόνων. Στο βιβλίο Αφρικανική Γένεσις απεικόνισε τον πρόγονό μας ως ένα διανοητικά διαταραγμένο αρπακτικό ζώο που ανατρέπει την ασταθή ισορροπία της φύσης. Στη δημαγωγική πρόζα του Άρντρι, «γεννηθήκαμε από επαναστατημένους πιθήκους, όχι από πεπτωκότες αγγέλους, και επιπλέον οι πίθηκοι αυτοί ήταν οπλισμένοι δολοφόνοι. Επομένως, τι να θαυμάσουμε; Τις δολοφονίες και τις σφαγές και τα βλήματα και τους αδιάλλακτους στρατούς μας;»

Δύσκολα μπορεί να γίνει πιστευτό, αλλά το επόμενο κύμα της βιολογίας της μόδας κατάφερε να προχωρήσει ακόμα παραπέρα. Το εγωιστικό γονίδιο του Ρίτσαρντ Ντόκινς μας δίδαξε ότι εφόσον η εξέλιξη βοηθά αυτούς που βοηθούν τους εαυτούς τους, ο εγωισμός θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μάλλον ως κινητήρια δύναμη της αλλαγής παρά ως ελάττωμα που μας εμποδίζει να αναπτυχθούμε. Μπορεί να είμαστε κακοί πίθηκοι, αλλά υπάρχει λόγος που είμαστε έτσι, και ο κόσμος έγινε καλύτερος χάρη σε αυτό το γνώρισμα.

Ένα δευτερεύον πρόβλημα -που ματαίως υποδείχθηκε από τους σχολαστικούς- ήταν η παραπλανητική γλώσσα των βιβλίων αυτού του είδους. Τα γονίδια που παράγουν επιτυχή χαρακτηριστικά διαδίδονται στον πληθυσμό και ως εκ τούτου προάγονται. Ωστόσο ο χαρακτηρισμός αυτής της διαδικασίας ως «εγωιστικής» είναι απλώς σχήμα λόγου. Και μια χιονοστιβάδα που κυλά και μεγαλώνει καθώς κατεβαίνει, επίσης αναπτύσσεται, αλλά γενικά δεν αποκαλούμε τις χιονοστιβάδες εγωιστικές. Η ακραία συνέπεια της θέσης «τα πάντα είναι εγωισμός» είναι ένας εφιαλτικός κόσμος. Καθώς οι συγγραφείς αυτοί οσφραίνονταν τη σημασία της πρόκλησης απέχθειας και σοκ, μας μετέφεραν σε μια χομπσιανή αρένα, στην οποία ο καθένας είναι για τον εαυτό του και όπου οι άνθρωποι εμφανίζονται γενναιόδωροι μόνο και μόνο για να εξαπατήσουν τους άλλους. Η αγάπη είναι ανύπαρκτη, η συμπόνια απούσα και η καλοσύνη μόνο μια παραίσθηση. Το πιο γνωστό απόσπασμα εκείνων των ημερών, από το βιολόγο Μάικλ Γίσλιν, τα λέει όλα: «Κάτω από έναν αλτρουιστή κρύβεται υποκριτής».

Πρέπει να είμαστε ευτυχείς που αυτή η σκοτεινή, απαγορευτική θέση είναι ανυπόστατη και διαφέρει ριζικά από τον πραγματικό κόσμο στον οποίο γελάμε, φωνάζουμε, κάνουμε έρωτα και είμαστε τρυφεροί με τα μωρά. Οι συγγραφείς απτής της μυθολογίας το συνειδητοποιούν και μερικές φορές ομολογούν ότι η ανθρώπινη κατάσταση δεν είναι τόσο κακή όσο την παρουσιάζουν. Το Εγωιστικό γονίδιο είναι ένα καλό παράδειγμα. Υποστηρίζοντας όχι τα γονίδιά μας ξέρουν τι είναι καλύτερο για μας, ότι προγραμματίζουν και τον παραμικρό μηχανισμό της ανθρώπινης επιβίωσης, ο Ντόκινς περιμένει μέχρι την τελευταία πρόταση του βιβλίου του για να μας καθησυχάσει ότι, στην πραγματικότητα, μπορούμε κάλλιστα να πετάξουμε όλα αυτά τα γονίδια από το παράθυρο: «Μόνο εμείς, από όλα τα ζώα πάνω στη γη, μπορούμε να επαναστατήσουμε ενάντια στην τυραννία των εγωιστικών μιμιδίων».

Και έτσι το τέλος του 20ού αιώνα υπογράμμισε την ανάγκη μας να αρθούμε υπεράνω της φύσης. Αυτή η άποψη διατυμπανίστηκε ως δαρβινιστική, ακόμα κι αν ο Δαρβίνος δεν είχε καμία σχέση μαζί της. Ο Δαρβίνος πίστευε, όπως και εγώ, ότι η ανθρωπιά μας στηρίζεται σε κοινωνικά ένστικτα που μοιραζόμαστε με άλλα ζώα. Πρόκειται προφανώς για μια πιο αισιόδοξη άποψη από αυτή που πιστοποιεί ότι «μόνο εμείς πάνω στη γη» μπορούμε να υπερνικήσουμε τα βασικά ένστικτά μας. Κατά την τελευταία άποψη, η ανθρώπινη ευπρέπεια δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια λεπτή κρούστα – κάτι που επινοήσαμε αντί να κληρονομήσουμε.

Τα εκατομμύρια χρόνια που προηγήθηκαν, οι πρόγονοί μας μπορεί να ζούσαν ήρεμα σε μικρές ομάδες κυνηγών-καρποσυλλεκτών που δεν είχαν πολλούς λόγους για ανταγωνισμό, αφού τότε η Γη ήταν ιδιαίτερα αραιοκατοικημένη. Ωστόσο, αυτό το γεγονός με κανέναν τρόπο δεν θα τους είχε συγκρατήσει από την κατάκτηση ολόκληρης της υδρογείου. Συχνά θεωρείται δεδομένο ότι η επιβίωση του ικανότερου συνεπάγεται τον αφανισμό των αδυνάτων. Αλλά η νίκη στον εξελικτικό αγώνα δρόμου μπορεί να οφείλεται σε ένα ανώτερο ανοσοποιητικό σύστημα ή σε μια μεγαλύτερη ικανότητα ανεύρεσης τροφίμων. Η άμεση σύγκρουση σπάνια είναι ο τρόπος με τον οποίο το ένα είδος αντικαθιστά το άλλο. Κατά συνέπεια, αντί της εκμηδένισης του Νεάντερταλ, μπορεί απλώς να ήμασταν ανθεκτικότεροι στο κρύο ή καλύτεροι κυνηγοί.

Οι βαθύτερες ανθρώπινες αξίες και οι συμπονετικοί φίλοι είναι τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή

erevoktonos: Προσελκύεις ανθρώπους που έχουν ανάγκη να συναντήσουν ...Οι επιστήμονες έχουν αρχίσει να τονίζουν ότι οι εσωτερικές αξίες είναι αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία για μια ευτυχισμένη ζωή, και είναι αυτό που χρειαζόμαστε ακριβώς τώρα, όχι μόνο πνευματικά, αλλά και για την καλή σωματική μας κατάσταση.

Ολόκληρη η κοινωνία μας έχει παραπλανηθεί από τα υλικά αγαθά και έχει χάσει την αίσθηση αυτού που είναι πραγματικά πολύτιμο. Κρίνουμε τα πάντα σε υλικό επίπεδο και δεν αναγνωρίζουμε άλλες αξίες.

Ακόμη και στις οικογένειες, όσοι κερδίζουν χρήματα έχουν καλή αντιμετώπιση, ενώ οι υπόλοιποι αντιμετωπίζονται ως άχρηστοι. Οι άνθρωποι μεταχειρίζονται καλύτερα τα παιδιά τους αν είναι πιθανό να κερδίσουν πολλά στο μέλλον και παραμελούν τα παιδιά τους που φαίνεται να μην έχουν τέτοια προοπτική.

Το ίδιο ισχύει και για τους ηλικιωμένους — από τη στιγμή που δεν κερδίζουν πλέον χρήματα, δεν τυγχάνουν καλής αντιμετώπισης και δεν τους δίνονται παρά αποφάγια. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζουμε και τα ζώα.

Τις κότες που γεννάνε αυγά τις φροντίζουμε, ενώ τα αρσενικά κοτόπουλα τα σκοτώνουμε. Τα θηλυκά που δε γεννάνε αυγά επίσης τα σκοτώνουμε.

Οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται το ίδιο. Μόνο οι χρήσιμοι άνθρωποι εκτιμώνται, ενώ όσοι δεν εκτιμώνται εγκαταλείπονται.

Η κοινωνία μας είναι προσανατολισμένη προς τα νιάτα, αλλά μπορούμε επίσης να πούμε ότι είναι προσανατολισμένη και προς τη χρησιμότητα.

Σε μια κοινωνία που συμπεριφέρεται καλά μόνο στους χρήσιμους ανθρώπους, θα πρέπει να προσευχηθούμε να ζήσουμε λιγότερο. Όταν γεράσουμε, θα είμαστε άχρηστοι.

Αυτό είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα. Θεωρώ ότι οι περισσότερες κοινωνίες πιστεύουν ότι το χρήμα είναι το πιο σημαντικό πράγμα.

Οι βαθύτερες ανθρώπινες αξίες και οι συμπονετικοί φίλοι είναι τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή, αλλά οι άνθρωποι δεν το αναγνωρίζουν αυτό.

Για παράδειγμα, σ’ ένα φτωχικό σπίτι που είναι γεμάτο στοργή, όλοι είναι ευτυχισμένοι. Αλλά στο σπίτι ενός δισεκατομμυριούχου, αν τα μέλη μιας οικογένειας ζηλεύουν, υποπτεύονται ο ένας τον άλλον και δεν αγαπιούνται, τότε, ανεξάρτητα από το πόσο πλούσιοι είναι ή πόσο όμορφα είναι τα έπιπλά τους, παραμένουν δυστυχισμένοι.

Το παράδειγμα δείχνει τη διαφορά μεταξύ επιφανειακών αξιών και βαθύτερων, υψηλότερων αξιών. Η στοργή και η καλοσύνη που εμείς τα ανθρώπινα όντα διαθέτουμε αρχικά είναι οι βαθύτερες αξίες, η βάση όλων των ανθρώπινων αξιών.

Εάν διαθέτουμε αυτές τις αξίες, οι επιφανειακές αξίες που έχουν να κάνουν με χρήματα και υλικά αγαθά μπορούν να συμβάλλουν στην ανθρώπινη ευτυχία. Δίχως αυτές, όμως, οι επιφανειακές αξίες είναι ανούσιες.

Μια μαύρη τρύπα που περιβάλλει μια σκουληκότρυπα θα εκπέμπει παράξενα κύματα βαρύτητας

Οι ανιχνευτές βαρυτικών κυμάτων έχουν ήδη εντοπίσει μυστηριώδεις μαύρες τρύπες. Αλλά κάτι ακόμα πιο παράξενο μπορεί να είναι το επόμενο φαινόμενο: οι σκουληκότρυπες. Μια μαύρη τρύπα που θα κινείται τριγύρω από μια σκουληκότρυπα θα δημιουργούσε ένα περίεργο μοτίβο κυματισμών στο χωροχρόνο, που θα μπορούσαν να δουν τα παρατηρητήρια βαρυτικών κυμάτων LIGO και VIRGO, αναφέρουν  φυσικοί. Τα βαρυτικά κύματα τότε θα έσβηναν και θα ξεκινούσαν πάλι, καθώς η μαύρη τρύπα θα περνούσε μέσα από την σκουληκότρυπα, οπότε θα έβγαινε πάλι έξω. 
 
Η σκουληκότρυπα είναι μια σήραγγα μέσω του χωροχρόνου που συνδέει διάφορα μέρη του σύμπαντος. Οι επιστήμονες αναφέρουν ότι μια μαύρη τρύπα που περιβάλλει μια σκουληκότρυπα θα εκπέμπει ένα ενδεικτικό μοτίβο βαρυτικών κυμάτων.
 
Οι σκουληκότρυπες είναι υποθετικά αντικείμενα στα οποία ο χωροχρόνος είναι καμπυλωμένος με μια σήραγγα που συνδέει μακρινές κοσμικές τοποθεσίες ή δυνητικά διαφορετικά σύμπαντα. Από έξω, οι σκουληκότρυπες μπορούν να φαίνονται παρόμοιες με τις μαύρες τρύπες. Όμως, ενώ ένα αντικείμενο που πέφτει σε μια μαύρη τρύπα παγιδεύεται εκεί, κάτι που πέφτει σε μια σκουληκότρυπα θα μπορούσε να την διασχίσει προς την άλλη πλευρά.
 
Δεν έχουν όμως βρεθεί αποδείξεις ότι υπάρχουν σκουληκότρυπες. «Αυτά είναι σίγουρα υποθετικές, με κεφαλαίο Υ», λέει ο φυσικός William Gabella του Πανεπιστημίου Vanderbilt στο Νάσβιλ. Αν όμως υπάρχουν, οι ερευνητές έχουν την πιθανότητα να εντοπίσουν τις σκουληκότρυπες μέσω των βαρυτικών κυμάτων.
 
Ο Gabella και οι συνεργάτες του υπέθεσαν μια μαύρη τρύπα με μάζα πέντε φορές του ήλιου, σε τροχιά γύρω από μια σκουληκότρυπα περίπου 1,6 δισεκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη. Καθώς η μαύρη τρύπα περιστρέφεται γύρω από την σκουληκότρυπα, υπολόγισαν οι ερευνητές, ότι θα αρχίσει να περιστρέφεται προς τα μέσα σαν να περιστρέφεται γύρω από μια άλλη μαύρη τρύπα. Αρχικά, τα κύματα βαρύτητας που προκύπτουν θα μοιάζουν με μια τυπική υπογραφή για δύο μαύρες τρύπες, ένα μοτίβο κυμάτων που αυξάνει τη συχνότητα με την πάροδο του χρόνου.
 
Αλλά όταν αυτή φτάσει στο κέντρο της σκουληκότρυπας, που ονομάζεται «λαιμός», η μαύρη τρύπα θα την διαπερνούσε. Οι ερευνητές θεώρησαν τι θα συνέβαινε εάν η μαύρη τρύπα εμφανιζόταν σε μια μακρινή σφαίρα, όπως ένα άλλο σύμπαν. Σε αυτήν την περίπτωση, τα κύματα βαρύτητας στο πρώτο σύμπαν θα χαθούν απότομα. Στο δεύτερο σύμπαν, η μαύρη τρύπα θα φαίνονταν προτού γυρίσει πίσω. Στη συνέχεια, θα περάσει πίσω από την σκουληκότρυπα στο πρώτο σύμπαν.
 
Καθώς η μαύρη τρύπα επιστρέφει, αρχικά θα έβγαινε έξω από την σκουληκότρυπα, παράγοντας ίσως ένα παράξενο μοτίβο βαρυτικών κυμάτων, πριν χαθεί πάλι. Η μαύρη τρύπα θα συνέχιζε να αναπηδά ανάμεσα στα δύο σύμπαντα, προκαλώντας επαναλαμβανόμενες εκρήξεις βαρυτικών κυμάτων ακολουθούμενα με σιωπηλά διαστήματα. Μόλις η μαύρη τρύπα χάσει αρκετή ενέργεια από τα κύματα της βαρύτητας, το ταξίδι της θα τελείωνε καθώς θα καθόταν στο λαιμό της σκουληκότρυπας.
«Δεν μπορείτε να το αναπαραγάγετε αυτά τα γεγονότα με δύο μαύρες τρύπες, οπότε είναι ένα ξεκάθαρο σήμα μιας σκουληκότρυπας», λέει ο φυσικός Dejan Stojkovic του Πανεπιστημίου στο Buffalo της Νέας Υόρκης, ο οποίος δεν συμμετείχε στην έρευνα.», λέει.
 
Σύμφωνα με τη γενική θεωρία της σχετικότητας, η οποία περιγράφει τη βαρύτητα ως αποτέλεσμα της καμπυλότητας του χωροχρόνου, είναι πιθανές οι σκουληκότρυπες. Αλλά στην πραγματικότητα η ανίχνευση θα σήμαινε ότι υπάρχει ένας παράξενος τύπος ύλης που οι φυσικοί δεν καταλαβαίνουν. Αυτό συμβαίνει επειδή μια ουσία με αρνητική μάζα θα ήταν απαραίτητη για να ανοίξει το λαιμό της σκουληκότρυπας για να αποφευχθεί η κατάρρευσή της και κανένας γνωστός τύπος υλικού δεν ταιριάζει στον τρόπο αυτό αντίδρασης.
 
Οι επιστήμονες έχουν πλέον την ικανότητα να εντοπίζουν συγχωνεύσεις μαύρων οπών και άστρων νετρονίων, αφού επιβεβαίωσαν περισσότερες από δώδεκα από το 2015. Αλλά σε κάποιο σημείο, οι φυσικοί θα πρέπει να αρχίσουν να εστιάζουν σε πιο ασυνήθιστες δυνατότητες, λέει ο φυσικός Vítor Cardoso του Instituto Superior Técnico στη Λισαβόνα της Πορτογαλίας. «Πρέπει να αναζητήσουμε παράξενα αλλά συναρπαστικά σήματα»

Προσωκρατικοί: Απαρχές του Διαλεκτικού Λογισμού

Διαλεκτική Εσωτερικού και Εξωτερικού

§1

     Οι Προσωκρατικοί διανοητές είναι οι πρώτοι στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, που επιχείρησαν να αρθρώσουν στοχαστικό-διαφωτιστικό λόγο σε σαφή διάκριση από τους αρχαϊκούς ποιητές. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, τούτοι οι ποιητές ανήκουν στους μυθολόγους και θεολόγους, γιατί αντλούν τα θέματά τους κυρίως από μύθους για ήρωες και για θεούς. Απεναντίας, οι Προσωκρατικοί διατυπώνουν ολικές και βαθυστόχαστες αποφάνσεις, που εκτείνονται από την άμεση πολιτική κατάσταση της πόλεως έως το Είναι και μη-Είναι, τη φύση και τη δια-νοηματική συνάρτηση κόσμου και ψυχής. Μέσα στον ορίζοντα ανάπτυξης αυτού του πρώτου ιστορικά διασκεπτικού λόγου, ο λόγος του μύθου [=μυθο-λογία] υπερβαίνεται διαλεκτικά: παύει να συγκροτεί τα περιεχόμενα της σκέψης και αναλαμβάνεται ως στοιχείο μορφής μέσα στη στοχαστική κίνηση του λέγειν και θεωρείν. Ετούτη η κίνηση είναι παρούσα στις διάφορες πτυχές της Προσωκρατικής σκέψης ως κίνηση ή διεργασία ζήτησης και εύρεσης. Δυνάμει αυτής της διεργασίας και διαδικασίας, αποκαθηλώνεται η αυθεντία των κοινωνικοπολιτικών σχέσεων και προσ(ς)-βάλλονται, χωρίς να καθυβρίζονται, οι ως τώρα προστακτικές αρχές γύρω από το Πολιτικό και το κοσμολογικό, μα όχι λιγότερο και γύρω από τις πεποιθήσεις για το θείο. 

§2

   Η διαλεκτική ζήτηση και εύρεση έτσι δεν εξελίσσεται ως διαπιστωτική περιγραφή αυτών που συμβαίνουν ούτε ως μια καταστροφική «Λογική» απέναντι στο παραδεδομένο ή ως ουδέτερη παρατήρηση, που δεν εγγίζει τον βίο και τον τρόπο ζωής των ίδιων των πρώτων στοχαστών. Απεναντίας συνυφαίνεται με ένα είδος ερευνητικής διάθεσης, της «διζήσιος», σύμφωνα με την οποία η σκέψη αντιπαρατίθεται με το παραδοσιακό και είναι ικανή για μια τέτοια αντιπαράθεση, επειδή πρωτίστως καθιδρύεται μέσα στον κόσμο [=τάξη και φύση-Είναι] της ζωής ως προστακτική αυτογνωσίας των ίδιων των στοχαστών και γι’ αυτό δημιουργών: «εδιζησάμην εμεωυτόν» [=ψάχνω να βρω τον εαυτό μου] (Ηράκλειτος). Από το παρατηρητήριο αυτής της «διζήσιος» λοιπόν γεννιούνται τα σπέρματα για χειραφέτηση της σκέψης. Μια τέτοια χειραφέτηση και τότε και τώρα και πάντα μπορεί να είναι μόνο συγκεκριμένη και όχι γενική και αφηρημένη, όπως συμβαίνει στις σύγχρονες εποχές του απόλυτου παρα-λογισμού και θρυμματισμού. Στα σπέρματα αυτά ανήκει η διαλεκτική λάθους και αλήθειας: το εδραιωμένο λάθος, που ενεργοποιείται ως ψεύδος με τη φιλοσοφική έννοια, δηλαδή ως επίφαση, φαινομενικότητα, πλάνη, απάτη και εν τέλει ως αδιαμφισβήτητο δόγμα, στέκεται τώρα απέναντι στον δυναμικό λόγο, που εκτυλίσσεται μέσα στον χρόνο και στον εκάστοτε συγκεκριμένο χώρο.

§3

  Η πρώτη λοιπόν διαλεκτική αντιπαράθεση είναι αυτή της α-λήθειας–λάθους και εκδιπλώνεται μέσα στα κείμενα των Προσωκρατικών ως διαφορά ή διάκριση δόξας [=γνώμης] και αλήθειας. Πρόκειται για μια ουσιωδώς θεμελιακή διαφορά, που στον κάθε Προσωκρατικό στοχαστή εμφανίζεται με μορφή αντίστοιχη προς τη συγκεκριμένη ανάπτυξη των στοχασμών του. Στον Παρμενίδη, ας πούμε, είναι η διάκριση της «δόξας των βροτών» και της αλήθειας, το ίδιο περίπου και στον Ξενοφάνη. Ο Ηράκλειτος συλλαμβάνει τη διαφορά ως διάκριση ανάμεσα στον «ξυνόν λόγον» και την «ιδίην φρόνησιν» κ.λπ. Αυτή η θεμελιακή διαφορά απηχεί γενικώς την οντο-λογική διαφορά Είναι και φαίνεσθαι. Στη συνάφεια τούτη, η τοπολογία του διαλεκτικά εκδηλωνόμενου λόγου εδράζεται στο ερώτημα για την αλήθεια και το ψεύδος ή λάθος, για το Είναι και το φαινόμενο. Το ερώτημα δεν νοείται ως κάποιο μεμονωμένο ερώτημα, αλλά ως ερωτηματική στάση, που ζητεί να συλλάβει, να αναλύσει, να κατανοήσει, να συνθέσει και να ρωτήσει πάλι από την αρχή. Κατ’ αυτή την ερωτηματική διαδικασία διαμορφώνονται πυρηνικά μόρια γνώσης, τα οποία με τη σειρά τους συγκροτούν αυτή τούτη την αλήθεια της Προσωκρατικής σκέψης ως τέτοιας.

§4

  Η δυναμική των ως άνω πυρηνικών μορίων εγγράφεται ως ο βαθύς λόγος της ψυχής (Ηράκλειτος) και κατ’ επέκταση ως η αυτοκινησία της. Με σημερινούς όρους, τούτη η αυτοκινησία είναι ο αυτοπροσδιορισμός του πνεύματος: δηλαδή η αυτοθέσμιση της κοινωνίας και της πολιτείας του ανθρώπου ως σκεπτόμενου όντος. Αυτή η πράξη αυτοθέσμισης, δηλαδή η αυτοκινησία χαρακτηρίζεται από δυο τινά: 1. Την εσωτερικότητα, ήτοι τον προαναφερθέντα βαθύ λόγο, που είναι αυτοδύναμος, αυτόνομος, ελεύθερος· 2. Από την εξωτερικότητα, που απηχεί ή αντανακλά εν πολλοίς την βαθύτητα του εσωτερικού, ενώ την ίδια στιγμή εσωτερικεύεται από το τελευταίο. Χωρίς ετούτη την εσωτερίκευση του εξωτερικού δεν νοείται βαθύτητα του εσωτερικού. Δομικό στοιχείο έτσι του Προσωκρατικού λόγου αναδεικνύεται η διαλεκτική εσωτερικού και εξωτερικού. Αυτή εδώ θα αποτελέσει την πρώτη διαλεκτική ύλη, πάνω στην οποία στηρίχθηκε ο Χέγκελ για να διατυπώσει, εναρμονισμένος με το πνεύμα της εποχής του, τη δική του διαλεκτική αυτονομία ως διαλεκτική εσωτερικότητας–εξωτερικότητας, γνώμης–γνώσης, περατού–απείρου, με γνώμονα πάντοτε την απελευθέρωση του νεωτερικού ανθρώπου από την αιχμαλωσία της αυθαίρετης υποκειμενικότητας και από τα δεσμά μιας απρόσωπης, δεσποτικής αντικειμενικότητας, που απροσχημάτιστα πλέον αντιποιείται ό,τι ακόμη θα μπορούσε να ζωογονεί την ουσία του ανθρώπου.

ΠΛΑΤΩΝ: Λύσις (221d-222e)

Ἆρ᾽ οὖν τῷ ὄντι, ὥσπερ ἄρτι ἐλέγομεν, ἡ ἐπιθυμία τῆς φιλίας αἰτία, καὶ τὸ ἐπιθυμοῦν φίλον ἐστὶν τούτῳ οὗ ἐπιθυμεῖ καὶ τότε ὅταν ἐπιθυμῇ, ὃ δὲ τὸ πρότερον ἐλέγομεν φίλον εἶναι, ὕθλος τις ἦν, ὥσπερ ποίημα μακρὸν συγκείμενον; ―Κινδυνεύει, ἔφη. ―Ἀλλὰ μέντοι, ἦν δ᾽ ἐγώ, τό γε ἐπιθυμοῦν, οὗ ἂν ἐνδεὲς ᾖ, τούτου [221e] ἐπιθυμεῖ. ἦ γάρ; ―Ναί. ―Τὸ δ᾽ ἐνδεὲς ἄρα φίλον ἐκείνου οὗ ἂν ἐνδεὲς ᾖ; ―Δοκεῖ μοι. ―Ἐνδεὲς δὲ γίγνεται οὗ ἄν τι ἀφαιρῆται. ―Πῶς δ᾽ οὔ; ―Τοῦ οἰκείου δή, ὡς ἔοικεν, ὅ τε ἔρως καὶ ἡ φιλία καὶ ἡ ἐπιθυμία τυγχάνει οὖσα, ὡς φαίνεται, ὦ Μενέξενέ τε καὶ Λύσι. ―Συνεφάτην. ―Ὑμεῖς ἄρα εἰ φίλοι ἐστὸν ἀλλήλοις, φύσει πῃ οἰκεῖοί ἐσθ᾽ ὑμῖν αὐτοῖς. ―Κομιδῇ, ἐφάτην. ―Καὶ εἰ ἄρα τις ἕτερος ἑτέρου ἐπιθυμεῖ, ἦν δ᾽ ἐγώ, [222a] ὦ παῖδες, ἢ ἐρᾷ, οὐκ ἄν ποτε ἐπεθύμει οὐδὲ ἤρα οὐδὲ ἐφίλει, εἰ μὴ οἰκεῖός πῃ τῷ ἐρωμένῳ ἐτύγχανεν ὢν ἢ κατὰ τὴν ψυχὴν ἢ κατά τι τῆς ψυχῆς ἦθος ἢ τρόπους ἢ εἶδος. ―Πάνυ γε, ἔφη ὁ Μενέξενος· ὁ δὲ Λύσις ἐσίγησεν. ―Εἶεν, ἦν δ᾽ ἐγώ. τὸ μὲν δὴ φύσει οἰκεῖον ἀναγκαῖον ἡμῖν πέφανται φιλεῖν. ―Ἔοικεν, ἔφη. ―Ἀναγκαῖον ἄρα τῷ γνησίῳ ἐραστῇ καὶ μὴ προσποιήτῳ φιλεῖσθαι ὑπὸ τῶν παιδικῶν. [222b] ―Ὁ μὲν οὖν Λύσις καὶ ὁ Μενέξενος μόγις πως ἐπενευσάτην, ὁ δὲ Ἱπποθάλης ὑπὸ τῆς ἡδονῆς παντοδαπὰ ἠφίει χρώματα.
Καὶ ἐγὼ εἶπον, βουλόμενος τὸν λόγον ἐπισκέψασθαι, Εἰ μέν τι τὸ οἰκεῖον τοῦ ὁμοίου διαφέρει, λέγοιμεν ἄν τι, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ὦ Λύσι τε καὶ Μενέξενε, περὶ φίλου, ὃ ἔστιν· εἰ δὲ ταὐτὸν τυγχάνει ὂν ὅμοιόν τε καὶ οἰκεῖον, οὐ ῥᾴδιον ἀποβαλεῖν τὸν πρόσθεν λόγον, ὡς οὐ τὸ ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ κατὰ τὴν ὁμοιότητα ἄχρηστον· τὸ δὲ ἄχρηστον φίλον [222c] ὁμολογεῖν πλημμελές. βούλεσθ᾽ οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐπειδὴ ὥσπερ μεθύομεν ὑπὸ τοῦ λόγου, συγχωρήσωμεν καὶ φῶμεν ἕτερόν τι εἶναι τὸ οἰκεῖον τοῦ ὁμοίου; ―Πάνυ γε. ―Πότερον οὖν καὶ τἀγαθὸν οἰκεῖον θήσομεν παντί, τὸ δὲ κακὸν ἀλλότριον εἶναι; ἢ τὸ μὲν κακὸν τῷ κακῷ οἰκεῖον, τῷ δὲ ἀγαθῷ τὸ ἀγαθόν, τῷ δὲ μήτε ἀγαθῷ μήτε κακῷ τὸ μήτε ἀγαθὸν μήτε κακόν; ―Οὕτως ἐφάτην δοκεῖν σφίσιν ἕκαστον ἑκάστῳ [222d] οἰκεῖον εἶναι. ―Πάλιν ἄρα, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ παῖδες, οὓς τὸ πρῶτον λόγους ἀπεβαλόμεθα περὶ φιλίας, εἰς τούτους εἰσπεπτώκαμεν· ὁ γὰρ ἄδικος τῷ ἀδίκῳ καὶ ὁ κακὸς τῷ κακῷ οὐδὲν ἧττον φίλος ἔσται ἢ ὁ ἀγαθὸς τῷ ἀγαθῷ. ―Ἔοικεν, ἔφη. ―Τί δέ; τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ οἰκεῖον ἂν ταὐτὸν φῶμεν εἶναι, ἄλλο τι ἢ ὁ ἀγαθὸς τῷ ἀγαθῷ μόνον φίλος; ―Πάνυ γε. ―Ἀλλὰ μὴν καὶ τοῦτό γε ᾠόμεθα ἐξελέγξαι ἡμᾶς αὐτούς· ἢ οὐ μέμνησθε; ―Μεμνήμεθα.
[222e] Τί οὖν ἂν ἔτι χρησαίμεθα τῷ λόγῳ; ἢ δῆλον ὅτι οὐδέν; δέομαι οὖν, ὥσπερ οἱ σοφοὶ ἐν τοῖς δικαστηρίοις, τὰ εἰρημένα ἅπαντα ἀναπεμπάσασθαι. εἰ γὰρ μήτε οἱ φιλούμενοι μήτε οἱ φιλοῦντες μήτε οἱ ὅμοιοι μήτε οἱ ἀνόμοιοι μήτε οἱ ἀγαθοὶ μήτε οἱ οἰκεῖοι μήτε τὰ ἄλλα ὅσα διεληλύθαμεν—οὐ γὰρ ἔγωγε ἔτι μέμνημαι ὑπὸ τοῦ πλήθους—ἀλλ᾽ εἰ μηδὲν τούτων φίλον ἐστίν, ἐγὼ μὲν οὐκέτι ἔχω τί λέγω.

***
Λοιπόν; Μήπως αιτία της φιλίας είναι πραγματικά εκείνο που αναφέραμε πριν λίγο, δηλαδή η επιθυμία; μήπως η φιλική σχέση αναπτύσσεται ανάμεσα σ᾽ αυτό που αισθάνεται την επιθυμία και στο αντικείμενο της επιθυμίας, για όσο χρόνο, φυσικά, διαρκεί αυτή η επιθυμία; και μήπως ό,τι θεωρούσαμε προηγουμένως φιλικό και αγαπητό ήταν ανόητες φλυαρίες, σαν μακρόσυρτο ποίημα; ―Πιθανόν, είπε. ―Ωστόσο, είπα, εγώ, όποιος αισθάνεται κάποια επιθυμία την αισθάνεται για κάτι [221e] που του λείπει· έτσι δεν είναι; ―Ναι. ―Επομένως όποιος έχει στερηθεί κάτι αισθάνεται φιλία γι᾽ αυτό το κάτι που του το έχουν στερήσει. ―Νομίζω. ―Κι έχει στερηθεί αυτό που του έχουν αφαιρέσει. ―Ασφαλώς. ―Καθώς φαίνεται λοιπόν, Μενέξενε και Λύσι, και ο έρωτας και η φιλία και η επιθυμία προσανατολίζονται σ᾽ αυτό που τους είναι οικείο. Συμφώνησαν και οι δύο. ―Συνεπώς και εσείς, αφού είστε φίλοι, θα έχετε κάποια συγγενικότητα μεταξύ σας. ―Και πολύ μάλιστα, είπαν και οι δύο. ―Αλλά, παιδιά μου, είπα εγώ, οποιοσδήποτε αισθάνεται επιθυμία για κάποιον άλλο [222a] ή και τον αγαπάει, δεν θα αισθανόταν αυτή την επιθυμία και δεν θα τον αγαπούσε ούτε θα ήταν φίλος του, αν δεν τύχαινε να υπάρχει ανάμεσα σ᾽ αυτόν και στον άλλο ψυχική συγγένεια, ή τουλάχιστον κάποια στενή σχέση σε ορισμένα χαρακτηριστικά ή τρόπους ή καταστάσεις της ψυχής. ―Βέβαια, είπε ο Μενέξενος· ο Λύσις δεν μίλησε. ―Πολύ καλά, είπα εγώ. Είναι πια φανερό ότι κατανάγκη αισθανόμαστε αγάπη γι᾽ αυτό που είναι από τη φύση του συγγενικό με εμάς. ―Έτσι φαίνεται. ―Είναι επομένως αναγκαίο να βρίσκει ο αληθινός εραστής ανταπόκριση στο αγαπημένο πρόσωπο και όχι αυτός που προσποιείται τον εραστή. [222b] ―Ο Λύσις και ο Μενέξενος μόλις και μετά βίας έκαναν ένα καταφατικό νεύμα, ενώ ο Ιπποθάλης άλλαζε αποχρώσεις από την αγαλλίαση.
Κι εγώ, θέλοντας να εξετάσω πιο προσεκτικά αυτή τη σκέψη, είπα: Νομίζω, Λύσι και Μενέξενε, πως ό,τι είπαμε σχετικά με το ποιός είναι ο φίλος έχει ίσως κάποια αξία μόνο εφόσον το συγγενικό διαφέρει κάπως από το όμοιο. Αν όμως το όμοιο και το συγγενικό ταυτίζονται, δεν είναι εύκολο να αγνοήσουμε εκείνη την προηγούμενη άποψη, δηλαδή ότι το όμοιο είναι άχρηστο στο όμοιό του, στο βαθμό που είναι όμοιο με αυτό· και θα ήταν λάθος να δεχτούμε [222c] ότι το άχρηστο είναι αγαπητό. Θέλετε λοιπόν μια και, θα έλεγα, έχουμε πελαγώσει εξετάζοντας τούτο το θέμα, να δεχτούμε και να πούμε ότι το συγγενικό είναι διαφορετικό από το όμοιο; ―Βέβαια. ―Τί από τα δύο συμβαίνει λοιπόν; Το αγαθό είναι συγγενικό με τα πάντα, ενώ απεναντίας το κακό είναι ξένο και εχθρικό; Ή το κακό είναι συγγενικό με το κακό, το αγαθό με το αγαθό και αυτό που δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό με αυτό που επίσης δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό; ―Είπαν ότι, κατά τη γνώμη τους, καθένα απ᾽ αυτά τα τρία ζεύγη [222d] είναι συγγενικό. ―Επομένως, παιδιά, σχετικά με τη φιλία ξαναγυρίζουμε στα λόγια που είχαμε απορρίψει προηγουμένως· γιατί σύμφωνα με αυτή την άποψη ο άδικος δεν θα είναι λιγότερο φίλος με τον άδικο ούτε ο κακός με τον κακό απ᾽ όσο ο αγαθός με τον αγαθό. ―Πραγματικά, είπε. ―Αλλά και κάτι άλλο: αν δεχτούμε ότι το αγαθό και το συγγενικό ταυτίζονται, δεν έπεται ότι ο αγαθός μόνο με τον αγαθό μπορεί να είναι φίλος; ―Βέβαια. ―Θα θυμάστε όμως, πιστεύω, ότι ακριβώς αυτή η άποψη μας είχε φέρει πριν λίγο σε λογικό αδιέξοδο· ή μήπως δεν το θυμάστε; ―Το θυμόμαστε.
[222e] Τί άλλο, λοιπόν, θα μπορούσαμε, να σκεφτούμε; Ή μήπως είναι φανερό πως τίποτε; Γι᾽ αυτό, όπως κάνουν και οι έμπειροι συνήγοροι στα δικαστήρια, ας ξανασκεφτούμε από την αρχή όλα όσα έχουμε πει ως τώρα. Γιατί αν ούτε αυτοί που αγαπιούνται ούτε αυτοί που αγαπούν ούτε οι όμοιοι ούτε οι ανόμοιοι ούτε οι καλοί ούτε οι συγγενικοί ούτε όλα εκείνα τα άλλα —που, τουλάχιστον εγώ, δεν τα θυμάμαι πια, τόσα πολλά που ήταν— αν λοιπόν τίποτε απ᾽ όλα αυτά δεν είναι φιλικό και αγαπητό, εγώ δεν έχω πια τί να πω.