Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Η Σκιά πάνω απ’ το Ιννσμουθ

Η ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΟ ΙΝΝΣΜΟΥΘ
 
»Θα ’λεγα ότι τώρα η πόλη έχει περισσότερα έρημα σπίτια από κατοίκους και δε διαθέτει καμία αξιόλογη επιχείρηση εκτός από την αλιεία ψαριών και αστακών. Όλοι κάνουν τις δοσοληψίες τους είτε εδώ είτε στο Άρκαμ ή το Ίπσγουιτς. Κάποτε διέθεταν κάτι λίγους μύλους, αλλά τίποτα δεν έχει απομείνει εκτός από ένα εργοστάσιο καθαρισμού χρυσού που επεξεργάζεται με μειωμένο ωράριο ένα πολύ φτωχό μετάλλευμα. Αυτό το εργοστάσιο, πάντως, ήταν κάποτε μια μεγάλη επιχείρηση κι ο γερο-Μαρς, ο ιδιοκτήτης του, θα πρέπει να είναι πιο πλούσιος κι από τον Κροίσο.
 
Περίεργος άνθρωπος αυτός ο Μαρς· δεν κάνει ρούπι έξω από το σπίτι του. Λένε ότι έπαθε κάποια δερματοπάθεια ή παραμόρφωση σε μεγάλη ηλικία, που τον αναγκάζει να κρύβεται. Είναι εγγονός του καπετάνιου Όμπεντ Μαρς, του ιδρυτή της επιχείρησης. Η μάνα του ήταν μάλλον αλλοδαπή -λένε από τα νησιά των Νότιων Θαλασσών- έτσι χάλασε ο κόσμος όταν πριν πενήντα χρόνια παντρεύτηκε μια κοπέλα από το Ίπσγουιτς. Έτσι γίνεται πάντα με τους κατοίκους του Ίννσμουθ, και οι άνθρωποι εδώ γύρω προσπαθούν να κρατήσουν κρυφό το τυχόν αίμα του Ίννσμουθ που ρέει στις φλέβες τους. Αλλά, απ’ όσο μπορώ να κρίνω, τα παιδιά και τα εγγόνια του Μαρς δεν ξεχωρίζουν από κάθε άλλον άνθρωπο. Ρώτησα και μου τα έδειξαν… αν και, τώρα που το συλλογιέμαι, τα πιο μεγάλα από τα παιδιά του δεν πολυεμφανίζονται τώρα τελευταία. Τον ίδιο το γέρο ούτε που τον έχω δει ποτέ. Γιατί τα ’χουν βάλει όλοι με το Ίννσμουθ; Λοιπόν, παλικάρι μου, δεν πρέπει να δίνεις και πολλή βάση στα όσα λέει ο κόσμος εδώ γύρω.

Δύσκολο ν’ αρχίσουν να μιλάνε, αλλά έτσι κι αρχίσουν, μετά δε σταματάνε με τίποτα. Και τι δε λένε για το Ίννσμουθ τα τελευταία εκατό χρόνια! Κι αν θες τη γνώμη μου, όλα μαρτυρούν κυρίως το φόβο που νιώθουν γι’ αυτό. Μερικές από τις ιστορίες θα σ’ έκαναν να γελάσεις. Για το γερο-καπετάνιο Μαρς λένε ότι έκανε συμφωνία με το διάβολο κι έφερε να κατοικήσουν στο Ίννσμουθ κάποια δαιμονικά από την κόλαση· και μιλούν ακόμη για κάποιο είδος δαιμονολατρίας με φοβερές ανθρωποθυσίες που γίνονται κάπου κοντά στις αποβάθρες, και οι οποίες αποκαλύφτηκαν τυχαία το 1845 ή κάπου τότε… Αλλά ελόγου μου είμαι από το Πάντον του Βερμόντ, και δεν ιδρώνει τ’ αυτί μου με τέτοιες ιστορίες.
 
Θ’ άξιζε πάντως ν’ ακούσεις τα όσα λένε μερικοί γέροι για κείνη τη μαύρη ξέρα στ’ ανοιχτά –την Ξέρα του Διαβόλου, όπως την αποκαλούν. Ανάλογα με την παλίρροια, ένα μέρος του χρόνου εξέχει αρκετά από το νερό, και ποτέ δε σκεπάζεται εντελώς, αλλά δε θα μπορούσες και να την πεις νησί. Σύμφωνα μ’ αυτές τις ιστορίες, λοιπόν, κατά καιρούς μπορεί να δει κανείς ολάκερες λεγεώνες από διαβόλους σ’ αυτή την ξέρα, να κάθονται εκεί ή να μπαινοβγαίνουν από κάτι σπήλαια κοντά στην κορφή.
 
Η ξέρα αυτή είναι ένας τραχύς, ακανόνιστος βράχος κάνα δύο χιλιόμετρα έξω από την ακτή και τα παλιά χρόνια οι ναυτικοί έκαναν μια μεγάλη παράκαμψη μόνο και μόνο για να μην περάσουν από κοντά του. Και λέγοντας ‘ναυτικοί’, εννοώ εκείνους που δεν κρατούσε η σκούφια τους από το Ίννσμουθ. Κάτι που είχαν να το λένε σε βάρος του γερο-καπετάνιου Μαρς ήταν ότι συχνά επισκεπτόταν την ξέρα τα βράδια, όταν το επέτρεπε η παλίρροια. Μπορεί και να το ’κάνε, γιατί πραγματικά αυτός ο βράχος παρουσιάζει ενδιαφέρον και δεν αποκλείεται να γύρευε εκεί τίποτα θησαυρούς πειρατών. Διόλου απίθανο, μάλιστα και να τους βρήκε. Πάντως οι φήμες έλεγαν ότι πήγαινε εκεί για να κάνει διάφορες δοσοληψίες με τους διαβόλους που κατοικούσαν στην ξέρα. Είναι γεγονός, νομίζω, ότι ήταν αυτά τα σούρτα-φέρτα του καπετάνιου που έδωσαν το κακό όνομα στην ξέρα.
 
Αυτά συνέβαιναν πριν από τη μεγάλη επιδημία του 1846 που αφάνισε πάνω από το μισό πληθυσμό του Ίννσμουθ. Ποτέ δεν εξακριβώθηκε με σιγουριά τι σόι λοιμός ήταν, αλλά μάλλον επρόκειτο για κάποια ξενόφερτη αρρώστια που την είχαν φέρει με τα πλοία από την Κίνα ή κάποιο τέτοιο μέρος. Ήταν σίγουρα μια φοβερή επιδημία. Εξαιτίας της ξέσπασαν αιματηρές ταραχές κι έγιναν ένα σωρό φρικτά επεισόδια που, ωστόσο, δε νομίζω να ξεπέρασαν τα όρια της πόλης. Το αποτέλεσμα ήταν να μείνει ο τόπος σε άθλια χάλια. Πάντως η αρρώστια δεν ξαναχτύπησε από τότε, και τώρα δε θα ζουν εκεί παραπάνω από 300 με 400 ψυχές.
 
Αλλά η πραγματική αιτία για την εχθρότητα που νιώθουν οι ντόπιοι είναι κατά βάση οι ρατσιστικές τους προκαταλήψεις… και δεν μπορώ να πω ότι τους κατηγορώ γι’ αυτό. Κι εγώ απεχθάνομαι αυτούς τους τύπους από το Ίννσμουθ και δε θα ήθελα να πατήσω ποτέ το πόδι μου στην πόλη τους. Φαντάζομαι να έχεις ακουστά -αν και η προφορά σου δείχνει κάτοικο της Δύσης- πόσα από τα καράβια της Νέας Αγγλίας έκαναν δουλεμπόριο και είχαν πάρε-δώσε με παράξενα λιμάνια της Αφρικής, των Νότιων Θαλασσών ή και με άλλους τόπους, και τι παράξενο ζωντανό εμπόρευμα έφερναν στο γυρισμό τους. Πιθανώς να έχεις ακουστά για εκείνον τον τύπο από το Σέηλεμ που γύρισε παντρεμένος με μια Κινέζα, και ίσως θα ξέρεις ότι υπάρχει ακόμη κι ένα τσούρμο από ιθαγενείς του Φίτζι που ζουν κάπου κοντά στο Ακρωτήρι Κοντ.
 
Που λες, κάτι τέτοιο πρέπει να κρύβεται και στην καταγωγή των κατοίκων του Ίννσμουθ. Ο τόπος τους ήταν πάντοτε αποκομμένος από τον έξω κόσμο εξαιτίας των βάλτων και των ποταμών, και δεν είμαστε σίγουροι τι ακριβώς γινόταν εκεί. Πάντως φαίνεται ότι γερο-καπετάνιος Μαρς έφερε μαζί του μερικά πολύ παράξενα ανθρώπινα δείγματα όταν έκανε εμπόριο με τα τρία καράβια του παλιά, στη δεκαετία του 1820 ή του ’30. Σίγουρα κάποιο παράξενο αίμα ρέει στις φλέβες των κατοίκων του Ίννσμουθ σήμερα  -δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, αλλά έχουν κάτι πάνω τους που σε κάνει ν’ ανατριχιάζεις. Αυτό θα το παρατηρήσεις λίγο και στον Σάρτζεντ, αν τελικά πάρεις το λεωφορείο του.
 
Μερικοί από δαύτους έχουν περίεργα στενό κεφάλι, πλακουτσή μύτη και γουρλωτά, ανέκφραστα μάτια που δε φαίνεται να κλείνουν ποτέ. Αλλά και το δέρμα τους έχει κάτι το αφύσικο. Είναι τραχύ και ψωραλέο και το πλάι του λαιμού τους είναι πολύ ζαρωμένο και σουφρωμένο. Χώρια απ’ αυτά, χάνουν και τα μαλλιά τους γρήγορα, από πολύ νέοι. Τη χειρότερη όψη την έχουν οι πιο ηλικιωμένοι… αν κι εδώ που τα λέμε, δε θυμάμαι να είδα και ποτέ κανέναν πολύ γέρο από τη φάρα τους. Μάλλον θα πρέπει να τα τινάζουν απ’ την τρομάρα τους βλέποντας τη φάτσα τους στον καθρέφτη! Ακόμη και τα ζώα νιώθουν απέχθεια για δαύτους, και δεν τους ζυγώνουν· παλιότερα, πριν βγουν τ’ αυτοκίνητα, είχαν πολλά προβλήματα με τ’ άλογα.
 
Κανένας από δω γύρω ή το Άρκαμ και το Ίπσγουιτς δε θέλει να έχει πάρε δώσε μαζί τους, αλλά κι εκείνοι συμπεριφέρονται ψυχρά όταν έρχονται στην πόλη μας ή όταν κάποιος προσπαθήσει να ψαρέψει στα νερά τους. Είναι παράξενο το πώς τα ψάρια αφθονούν έξω από το λιμάνι του Ίννσμουθ όταν δεν υπάρχει λέπι πουθενά αλλού. Αλλά για κάνε πώς ψαρεύεις εκεί, και θα δεις πώς θα σε πάρουν στο κυνήγι! Οι τύποι αυτοί, που λες, έρχονταν παλιά εδώ με το σιδηρόδρομο. Ακόμη και όταν διακόπηκε η γραμμή με το Ρόουλυ, πήγαιναν ως εκεί με τα πόδια. Αλλά τώρα χρησιμοποιούν αποκλειστικά εκείνο το λεωφορείο.
 
Ναι, υπάρχει ένα ξενοδοχείο στο Ίννσμουθ -το λένε Γκίλμαν Χάουζ- αλλά δε νομίζω να λέει και πολλά πράγματα. Καλύτερα να μείνεις εδώ γι’ απόψε, και να πάρεις το πρωινό λεωφορείο των δέκα. Έτσι θα μπορέσεις να πάρεις από κει το βραδινό των οχτώ για το Άρκαμ. Υπήρχε ένας εργοστασιακός επιθεωρητής που έκανε μια στάση στο Γκίλμαν πριν δύο χρόνια, και μετά άφησε να διαρρεύσουν κάποιοι πολύ δυσάρεστοι υπαινιγμοί γι’ αυτό το μέρος. Φαίνεται να μαζεύουν περίεργη πελατεία εκεί, γιατί ο επιθεωρητής που λέμε άκουγε φωνές από τ’ άλλα δωμάτια -αν και τα πιο πολλά ήταν άδεια- που τον έκαναν ν’ ανατριχιάζει. Ήταν ξενικές ομιλίες, όπως του φάνηκαν, αλλά το άσχημο της όλης υπόθεσης ήταν το είδος της φωνής που μιλούσε κάποιες φορές.
 
Ακουγόταν τόσο αφύσικη -κάπως λασπερή, έτσι την περιέγραψε- που ο άνθρωπος δεν τόλμησε καν να ξεντυθεί και να πέσει για ύπνο. Απλώς την έβγαλε ξάγρυπνος, και με το πρώτο φως της αυγής πήρε δρόμο. Οι κουβέντες αυτές συνεχίζονταν σχεδόν όλη νύχτα. Ο τύπος αυτός -Κέηζυ, έτσι τον λέγαν- είχε πολλά να πει για το πως τον παρακολουθούσαν οι ντόπιοι του Ίννσμουθ, και φαίνονταν κάπως σαν να ήταν κουμπωμένοι και σ’ επιφυλακή απέναντι του. Οι εγκαταστάσεις του Μαρς του φάνηκαν σαν πολύ αλλόκοτο μέρος – είναι ένας παλιός νερόμυλος στους κάτω καταρράκτες του Μανούξετ.
 
Τα όσα είπε έδεναν με τα όσα είχα ακούσει. Τα λογιστικά τους βιβλία ήταν σε άθλια κατάσταση και δεν υπήρχε κανένας ξεκάθαρος λογαριασμός για οποιαδήποτε από τις δοσοληψίες τους. Ξέρεις, ανέκαθεν ήταν κάπως μυστήριο το που βρίσκουν οι Μαρς το χρυσάφι που ραφινάρουν. Δε φαίνεται να κάνουν και πολλές αγορές σ’ αυτό το χώρο, αλλά πριν χρόνια διοχέτευσαν στην αγορά μια τεράστια ποσότητα αυτού του μετάλλου. Κυκλοφορούσαν φήμες για κάποια πολύ παράξενα κοσμήματα που οι ναύτες και οι εργαζόμενοι στις εγκαταστάσεις πουλούσαν κατά καιρούς λαθραία και στη ζούλα, ή που τα είχαν δει κάνα δύο φορές να τα φορούν οι γυναίκες των Μαρς.

Ο κόσμος έλεγε ότι μπορεί ο γερο-καπετάνιος Όμπεντ να τ’ αποκτούσε κάνοντας τράμπα με αγρίους σε κάποιο ξωτικό λιμάνι, ιδίως αν λάβουμε υπόψη ότι πάντοτε παράγγελνε μεγάλες ποσότητες από γυάλινες χάντρες κι άλλα τέτοια μπιχλιμπίδια, από κείνα που προμηθεύονταν κάποτε οι ναυτικοί για ανταλλαγές με τους ιθαγενείς. Άλλοι πάλι λέγαν και το λένε ακόμη, ότι είχε βρει κάποιον παλιό πειρατικό θησαυρό πέρα στην Ξέρα του Διαβόλου. Αλλά εδώ υπάρχει κάτι παράξενο. Ο γερο-καπετάνιος τα έχει τινάξει εδώ κι εξήντα χρόνια και κανένα καράβι της προκοπής δεν έχει σαλπάρει από κείνο το μέρος από την εποχή του Εμφύλιου Πολέμου. Και παρ’ όλα αυτά οι Μαρς εξακολουθούν ν’ αγοράζουν ακόμη κάτι λίγα από κείνα τα ψευτοπράγματα γι’ ανταλλαγές με ιθαγενείς – κυρίως γυάλινα και λαστιχένια μπιχλιμπίδια, απ’ ό,τι μαθαίνω. Μπορεί τελικά οι τύποι από το Ίννσμουθ να κάνουν κέφι να τα χαζεύουν αυτοί οι ίδιοι – γιατί, μα το Θεό, έχουν καταντήσει σχεδόν χειρότεροι κι από τους κανίβαλους των Νότιων Θαλασσών ή τους αγρίους της Γουινέας.
 
Εκείνη η πανούκλα του ’46 θα πρέπει να πήρε μαζί της το καλύτερο αίμα του τόπου. Όπως και να ’χει, όλοι τους είναι σκέτη σαβούρα τώρα, κι όσο για τους Μαρς και τους άλλους ντόπιους λεφτάδες, είναι τόσο ελεεινοί όσο και οι ρέστοι. Όπως έλεγα, δεν υπάρχουν παραπάνω από 400 νοματαίοι όλοι κι όλοι στην πόλη, παρά τους τόσους δρόμους που λένε ότι υπάρχουν εκεί. Υποθέτω ότι είναι του είδους που τους αποκαλούν ‘λευκά σκουπίδια’ κάτω στο Νότο -άνομοι, πανούργοι, κι όλο μυστικοπαθή τερτίπια. Πιάνουν πολλά ψάρια και αστακούς που τα εξάγουν με φορτηγά. Είναι παράξενο πώς τα ψάρια μαζεύονται έτσι εκεί, και πουθενά αλλού.
 
Κανείς δεν μπορεί να κρατήσει λογαριασμό απ’ αυτούς τους ανθρώπους και τόσο οι υπεύθυνοι της δημόσιας εκπαίδευσης όσο κι εκείνοι που κάνουν απογραφή τραβάνε των παθών τους τον τάραχο με δαύτους. Μπορείς να ’σαι σίγουρος ότι οι ξένοι που έχουν την τάση να χώνουν τη μύτη τους δεν είναι και πολύ καλοδεχούμενοι στο Ίννσμουθ. Εγώ ο ίδιος έχω ακούσει κάμποσες ιστορίες με ανθρώπους της κυβέρνησης που εξαφανίστηκαν εκεί, και υπάρχουν και κάτι αόριστες φήμες για κάποιον που τρελάθηκε και που τώρα τον έχουν κλεισμένο στο Ντάνβερς. Θα πρέπει να είχαν σκαρώσει κάποια πολύ άγρια βρομοδουλειά στο φουκαρά. Να γιατί δε θα πήγαινα ποτέ εκεί τη νύχτα, αν ήμουν στη θέση σου. Δεν έχω πάει ποτέ μου εκεί, ούτε και θα ’θελα να πάω, αλλά φαντάζομαι μια επίσκεψη στο φως της μέρας δε θα σου κάνει δα και κάνα κακό -αν κι ο κόσμος εδώ γύρω θα σε συμβούλευε να μην πας. Αν απλώς κάνεις τουρισμό για τ’ αξιοθέατα και γυρεύεις παλιά πράγματα, τότε το Ίννσμουθ θα πρέπει να ’ναι ό,τι πρέπει για σένα.
 
Κι έτσι πέρασα ένα μέρος από κείνο το βράδυ στη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Νιούμπερυπορτ ψάχνοντας να βρω στοιχεία για το Ίννσμουθ. Όταν επιχείρησα να ρωτήσω τους ντόπιους στα μαγαζιά, διαπίστωσα ότι ήταν ακόμη πιο δύσκολο να τους κάνω ν’ ανοίξουν το στόμα τους απ’ όσο είχε προβλέψει ο τύπος στο γκισέ των εισιτηρίων· και κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να διαθέσω τον αναγκαίο χρόνο για να σπάσω τον πάγο και την αρχική ενστικτώδη τους επιφυλακτικότητα. Είχαν ένα είδος ακαθόριστης καχυποψίας, σαν να πίστευαν ότι υπήρχε κάτι στραβό σε οποιονδήποτε ενδιαφερόταν τόσο πολύ για το Ίννσμουθ.
 
Στη Χ.Α.Ν. όπου έκανα μια στάση, ο υπάλληλος απλώς με αποθάρρυνε από το να πάω σ’ έναν τέτοιο ελεεινό κι εκφυλισμένο τόπο· και οι άνθρωποι στη βιβλιοθήκη αντέδρασαν περίπου με τον ίδιο τρόπο. Ήταν σαφές ότι, στα μάτια των πιο μορφωμένων, το Ιννσμουθ ήταν απλώς μια ακραία περίπτωση ξεπεσμού μιας κοινότητας. Τα ιστορικά αρχεία με τα χρονικά της επαρχίας του Έσσεξ στη βιβλιοθήκη είχαν πολύ λίγα να πουν, πέρα από το γεγονός ότι η κωμόπολη είχε ιδρυθεί 1642, ότι ήταν γνωστή για τα ναυπηγεία της πριν την Επανάσταση, ότι κατά τις αρχές του 19ου αιώνα είχε γνωρίσει μεγάλη οικονομική ευμάρεια χάρη στη θάλασσα και ότι αργότερα είχε εξελιχτεί σ’ ένα μικρό βιομηχανικό κέντρο χρησιμοποιώντας τον ποταμό Μανούξετ ως πηγή ενέργειας.
 
Η επιδημία και οι αναταραχές του 1846 θίγονταν πολύ λακωνικά, μια και αποτελούσαν ένα στίγμα ντροπής για την όλη επαρχία. Οι αναφορές σχετικά με την παρακμή ήταν ελάχιστες, αν και το έμμεσο νόημα των μεταγενέστερων στοιχείων ήταν αναμφισβήτητο. Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο κάθε βιομηχακή δραστηριότητα είχε περιοριστεί στη Εταιρία Επεξεργασίας Χρυσού του Μαρς, και οι πωλήσεις του χρυσού αποτελούσαν το μόνο κομμάτι σοβαρής εμπορικής δραστηριότητας που απέμενε πέρα από την αιώνια απασχόληση με την αλιεία.
 
Το ψάρεμα αυτό απέδιδε ολοένα και λιγότερο, καθώς η τιμή των αλιευμάτων έπεφτε σταθερά και οι μεγάλες εταιρίες έμπαιναν στον ανταγωνισμό, αλλά ποτέ δεν υπήρχε έλλειψη ψαριών γύρω από το λιμάνι του Ίννσμουθ. Ξένοι σπάνια πήγαιναν να εγκατασταθούν εκεί, και υπήρχαν κάποιες διακριτικά συγκαλυμμένες ενδείξεις ότι κάμποσοι Πολωνοί και Πορτογάλοι που το είχαν επιχειρήσει είχαν διωχτεί μ’ έναν περίεργα δραστικό τρόπο.
 
Το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα ήταν μια σύντομη μνεία για τα παράξενα κοσμήματα που συσχετίζονταν γενικά κι αόριστα με το Ίννσμουθ. Ήταν φανερό ότι το αίνιγμα είχε απασχολήσει ουκ ολίγον την όλη περιοχή, γιατί γινόταν λόγος περί δειγμάτων που υπήρχαν στο μουσείο του Πανεπιστημίου του Μισκατόνικ στο Άρκαμ, καθώς και στην αίθουσα εκθεμάτων της Ιστορικής Εταιρίας του Νιούμπερυπορτ. Οι αποσπασματικές περιγραφές αυτών των αντικειμένων ήταν λιτές και πεζές, αλλά έπιασα σ’ αυτές έναν υπαινιγμό για κάποια επίμονη υποβόσκουσα παραξενιά. Κάτι στον όλο γρίφο τους μου φαινόταν τόσο αλλόκοτο και προκλητικό που, παρά το σχετικά προχωρημένο της ώρας, αποφάσισα να ρίξω μια ματιά στο τοπικό δείγμα, αν ήταν δυνατό να κανονίσω μια επίσκεψη. Σύμφωνα με τ’ αναγραφόμενα, επρόκειτο για ένα μεγάλο στολίδι με παράξενες αναλογίες, και προφανώς ήταν κάποιο είδος διαδήματος.
 
Ο βιβλιοθηκάριος μου έδωσε ένα συστατικό σημείωμα για την έφορο της Εταιρίας, την δεσποινίδα Aνν Τίλτον, η οποία διέμενε εκεί κοντά και ύστερα από λίγες σύντομες εξηγήσεις εκείνη η ευγενική γριούλα με οδήγησε στο κλειστό κτίριο, μια και η ώρα δεν ήταν υπερβολικά προχωρημένη. Η όλη συλλογή ήταν πραγματικά αξιόλογη, αλλά με τη διάθεση που με διακατείχε τώρα δεν είχα μάτια για τίποτε άλλο παρά μόνο για εκείνο το αλλόκοτο αντικείμενο που λαμπύριζε σε μια γωνιακή βιτρίνα κάτω από τα ηλεκτρικά φώτα.
 
Δε χρειαζόταν να με διακρίνει κάποια υπερβολική ευαισθησία προς την ομορφιά για να μου κοπεί κυριολεκτικά η ανάσα μπροστά σ’ εκείνο το παράξενο, απόκοσμο μεγαλείο της εξωτικής κι οργιώδους φαντασίας που αναπαυόταν εκεί, πάνω σ’ ένα πορφυρόχρωμο βελούδινο μαξιλαράκι. Ακόμη και τώρα δυσκολεύομαι να περιγράφω αυτό που είδα, αν και ήταν σαφώς κάποιο είδος διαδήματος, όπως ανέφερε και η ταμπελίτσα του. Ήταν ψηλό μπροστά, και με μια πολύ μεγάλη και περίεργα ακανόνιστη περιφέρεια, λες κι ήταν σχεδιασμένο για ένα κεφάλι με σχεδόν τερατωδώς ελλειψοειδές περίγραμμα.
 
Το υλικό του φαινόταν να είναι κυρίως ο χρυσός, αν και η αλλόκοτη, πιο ανοιχτόχρωμη στιλπνότητά του, υποδήλωνε κάποιο παράξενο κράμα με ένα εξίσου όμορφο αλλά δυσπροσδιόριστο μέταλλο. Ήταν σε τέλεια κατάσταση, και θα μπορούσε κανείς ν’ αναλώσει ώρες ολόκληρες μελετώντας τα εντυπωσιακά και ακαθόριστης παράδοσης αινιγματικά του σχέδια. Μερικά ήταν απλώς γεωμετρικά, ενώ άλλα ήταν σαφώς θαλασσινά μοτίβα, εγχάρακτα ή σε έκτυπα ανάγλυφα στην επιφάνειά του, όλα φτιαγμένα με μια μαστοριά που μαρτυρούσε απίστευτη τέχνη και χάρη. Όσο περισσότερο το κοιτούσα τόσο περισσότερο με γοήτευε αυτό το αντικείμενο, αλλά στη γοητεία αυτή συνυπήρχε κι ένα περίεργα ανησυχητικό στοιχείο που δύσκολα μπορούσα να προσδιορίσω ή να εξηγήσω.
 
Αρχικά υπέθεσα ότι ήταν εκείνη η παράδοξη και απόκοσμη τεχνοτροπία που γεννούσε μέσα μου αυτή την αίσθηση ανησυχίας. Κάθε άλλο έργο τέχνης που είχα δει στη ζωή μου ανήκε σε κάποια γνωστή φυλετική ή εθνική επικρατούσα τάση ή, άλλως, εξέφραζε κάποια συνειδητή μοντέρνα προσπάθεια ενάντια σε κάθε προϋπάρχουσα τάση. Τούτο το διάδημα δεν ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ήταν σαφές ότι ανήκε σε κάποια κατασταλαγμένη τεχνική απείρου ωριμότητας και τελειότητας κι ωστόσο αυτή η τεχνική ήταν τελείως άσχετη με οποιαδήποτε άλλη -ανατολική ή δυτική, αρχαία ή σύγχρονη- που είχα δει ή ακούσει ποτέ. Ήταν σχεδόν σαν η εργασία να ανήκε σε κάποιον άλλον πλανήτη.
 
Σύντομα, ωστόσο, συνειδητοποίησα ότι η ανησυχία που ένιωθα είχε και μια δεύτερη και ίσως εξίσου σημαντική αιτιολογία κι αυτή βρισκόταν στους εικονογραφικούς και μαθηματικούς υπαινιγμούς που ενυπήρχαν σ’ εκείνα τα παράξενα σχέδια. Όλα τα μοτίβα υπαινίσσονταν απόμακρα μυστικά και ασύλληπτες αβύσσους χρόνου και χώρου και ο σαφώς θαλασσινός χαρακτήρας των αναγλύφων γεννούσε μέσα σου μια σχεδόν δυσοίωνη αίσθηση απειλής. Μεταξύ αυτών των αναγλύφων υπήρχαν μυθικά τέρατα αποτρόπαιης αποκρουστικότητας και μοχθηρίας -μισοψαρίσια, μισοβατραχίσια σε περίγραμμα- που δεν μπορούσε κανείς να μη συσχετίσει με κάποια επίμονη κι ανησυχητική αίσθηση ψευδομνήμης.
 
Ήταν σαν να ανέσυραν και ξυπνούσαν μέσα σου κάποιες εικόνες από βαθύτερα επίπεδα κυττάρων και ιστών που έχουν την ικανότητα να διατηρούν κάποιες φοβερά αρχέγονες και νοσηρά προπατορικές μνήμες. Ήταν στιγμές που η φαντασία μου έβλεπε την κάθε γραμμή σ’ αυτά τα βλάσφημα ψαρο-βατραχόμορφα όντα να ξεχειλίζει από την έσχατη πεμπτουσία ενός αγνώστου και εξωανθρώπινου κακού. Σε παράξενη αντίθεση με την όψη του διαδήματος ερχόταν η σύντομη και πεζή ιστορία του, όπως μου την αφηγήθηκε η δεσποινίδα Τίλτον.
 
Το 1873 είχε δοθεί ως ενέχυρο για ένα γελοίο ποσό σ’ ένα μαγαζί της οδού Στέητ από ένα μεθυσμένο κάτοικο του Ίννσμουθ, ο οποίος λίγο αργότερα είχε σκοτωθεί σ’ έναν καβγά. Η Ιστορική Εταιρία το είχε αποκτήσει κατ’ ευθείαν από τον ενεχυροδανειστή, διαθέτοντας από την πρώτη στιγμή για το έκθεμα μια βιτρίνα αντάξια της ποιότητάς του και το είχε χαρακτηρίσει ως πιθανής ανατολικο-ινδικής ή ινδο-κινεζικής προέλευσης, αν και αυτός ο χαρακτηρισμός ήταν απλώς μια καθαρή εικασία.
 
Η δεσποινίδα Τίλτον, συγκρίνοντας όλες τις πιθανές θεωρίες αναφορικά με την προέλευση και την παρουσία του στη Νέα Αγγλία, έτεινε να πιστέψει ότι αποτελούσε μέρος κάποιου εξωτικού πειρατικού θησαυρού που είχε ανακαλυφθεί από τον παλιό καπετάνιο Όμπεντ Μαρς. Αυτή η άποψη ενισχυόταν από το γεγονός ότι οι Μαρς, αμέσως μόλις έμαθαν για την εκεί παρουσία του διαδήματος, άρχισαν να κάνουν επίμονες και υψηλές προσφορές αγοράς του, κάτι που το συνέχιζαν μέχρι και σήμερα παρά τη σταθερή απόφαση της Εταιρίας να μην το πουλήσει.
 
Καθώς η καλή εκείνη κυρία με συνόδευε ως το δρόμο έκανε σαφές ότι η θεωρία περί πειρατών ήταν η πλέον δημοφιλής μεταξύ των πιο μορφωμένων ανθρώπων της περιοχής. Η δική της θέση ως προς το σκιερό Ίννσμουθ -το οποίο δεν είχε δει ποτέ- ήταν εκείνη της αγανάκτησης προς μια κοινότητα που είχε πάρει τον κατήφορο της πολιτισμικής κλίμακας. Με διαβεβαίωσε, εξάλλου, ότι οι φήμες περί δαιμονολατρίας είχαν κάποια βάση αλήθειας, γιατί κάποια περίεργη μυστική αδελφότητα είχε όντως κυριαρχήσει εκεί και είχε καταπιεί όλες τις συμβατικές εκκλησίες.

Την αποκαλούσαν, όπως μου είπε «Εσωτερικό Τάγμα του Δαγώνα» [ή «Ντάγκον» ή «Ντέιγκον» ψαρόμορφος θεός της αρχαίας Μεσοποταμίας] και επρόκειτο αναμφίβολα για κάποια ξεπεσμένη, ημιπαγανιστική πίστη η οποία είχε εισαχθεί από την Ανατολή πριν έναν αιώνα, σε μια εποχή που τα ψαροτόπια του Ίννσμουθ φαίνονταν εντελώς εξαντλημένα από αλιεύματα. Η εξάπλωσή της μεταξύ των απλοϊκών ανθρώπων ήταν πολύ φυσική, αν λάβουμε υπόψη την ξαφνική και μόνιμη επιστροφή άφθονων αλιευμάτων στα νερά τους, και σύντομα έφτασε να ασκεί τη μεγαλύτερη επιρροή στην πολίχνη, υποκαθιστώντας εντελώς τον Ελευθεροτεκτονισμό και εγκαθιστώντας το αρχηγείο της στην παλιά Τεκτονική Αίθουσα στο Πάρκο της Νέας Εκκλησίας.
 
Όλα αυτά, για την ευσεβή δεσποινίδα Τίλτον, αποτελούσαν ένα σοβαρό λόγο για ν’ αποφεύγει κανείς εκείνο το παμπάλαιο χωριό της φθοράς και της ερήμωσης· αλλά για μένα ήταν απλώς ένα καινούριο ερέθισμα. Στις αρχιτεκτονικές και ιστορικές μου προσδοκίες προστέθηκε τώρα κι ένα έντονο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον, και εξαιτίας της σχετικής έξαψης δεν μπόρεσα σχεδόν να κλείσω μάτι εκείνη τη νύχτα στο μικρό μου δωμάτιο στη Χ.Α.Ν.
 
Λίγο μετά τις δέκα το άλλο πρωί στεκόμουν με μια μικρή βαλίτσα μπροστά από το ντράγκστορ του Χάμμοντ στην παλιά Πλατεία της Αγοράς περιμένοντας το λεωφορείο για το Ίννσμουθ. Καθώς πλησίαζε η ώρα της άφιξής του πρόσεξα μια βαθμιαία γενική μετακίνηση των θαμώνων προς άλλα στέκια πιο πάνω στο δρόμο ή και προς το φαγάδικο της αλυσίδας Αϊντήλ Λαντς στην αντικρινή πλευρά της πλατείας. Προφανώς ο πράκτορας των εισιτηρίων δεν είχε υπερβάλει σχετικά με την αντιπάθεια που ένιωθαν οι ντόπιοι για το Ίν νσμουθ και τους κατοίκους του. Λίγες στιγμές αργότερα ένα μικρό λεωφορείο, ένα σκέτο σαράβαλο με βρόμικο γκρίζο χρώμα, κατέβηκε κροταλίζοντας την οδό Στέητ, έκανε μια στροφή και σταμάτησε στο κράσπεδο του πεζοδρομίου δίπλα μου. Κατάλαβα αμέσως ότι αυτό ήταν το σωστό· μια υπόθεση που επιβεβαιώθηκε σύντομα από τη μισοσβησμένη πινακίδα Άρκαμ-Ίννσμουθ-Νιούμπερυπορτ στο παρμπρίζ.
 
Υπήρχαν μόνον τρεις επιβάτες -μαυριδεροί, ατημέλητοι άντρες με σκυθρωπές φάτσες και κάπως νεανίζουσα θωριά- και όταν το όχημα σταμάτησε κατέβηκαν αδέξια και άρχισαν ν’ ανηφορίζουν την οδό Στέητ με μια αθόρυβη, σχεδόν μουλωχτή περπατησιά. Ο οδηγός κατέβηκε επίσης, και μπήκε στο ντράγκστορ για κάποια αγορά. Αυτός, σκέφτηκα, θα πρέπει να ήταν ο Τζο Σάρτζεντ για τον οποίο είχε κάνει λόγο ο πράκτορας των εισιτηρίων· και πριν καν προσέξω οποιαδήποτε λεπτομέρεια, με πλημμύρισε ένα κύμα αυθόρμητης απέχθειας που δεν μπορούσα ούτε να την ελέγξω ούτε να την εξηγήσω. Ξαφνικά μου φάνηκε ως κάτι το πολύ φυσικό που οι ντόπιοι δεν έκαναν κέφι να ταξιδεύουν μ’ ένα λεωφορείο που κατείχε κι οδηγούσε αυτός ο άνθρωπος, ούτε και το να επισκέπτονται πιο συχνά απ’ όσο ήταν αναγκαίο τον τόπο που έμενε ένας τέτοιος τύπος, καθώς και άλλοι σαν και δαύτον.
 
»Δεν υπήρχε δημόσια βιβλιοθήκη στο Ίννσμουθ, ούτε εμπορικό επιμελητήριο, αλλά μάλλον δε θα ’χα πρόβλημα να μάθω τα κατατόπια. Ο δρόμος που είχα κατέβει ήταν η οδός Ομοσπονδίας. Στα δυτικά της υπήρχαν οι παλιές αριστοκρατικές οδοί Μπροντ, Ουάσιγκτον, Λαφαγιέτ και Άνταμς, ενώ προς τ’ ανατολικά εκτείνονταν οι παράκτιες φτωχογειτονιές με τις τρώγλες. Ήταν σ’ αυτές τις φτωχογειτονιές -κατά μήκος της Κεντρικής Οδού- που θα μπορούσα να βρω τις παλιές γεωργιανές εκκλησίες, αλλά όλες ήταν εγκαταλειμμένες προ πολλού. Θα ήταν καλό εξάλλου, με προειδοποίησε, να μη γίνομαι και πολύ περίοπτος σ’ αυτές τις φτωχογειτονιές -ιδίως σ’ εκείνες βόρεια του ποταμού- επειδή οι άνθρωποι εκεί ήταν πολύ στρυφνοί και εχθρικοί. Μερικοί ξένοι, μάλιστα, είχαν ήδη εξαφανιστεί.
 
Ορισμένα σημεία αποτελούσαν απαγορευμένη περιοχή, κάτι που ο ίδιος το είχε μάθει με αρκετά δυσάρεστο τρόπο. Για παράδειγμα, δεν ήταν καλό να πολυτριγυρίζει κανείς κοντά στις εγκαταστάσεις του Μαρς, ούτε γύρω από τις ακόμη σε χρήση εκκλησίες, ούτε γύρω από το κολονάτο κτίριο του Τάγματος του Δαγώνα στο Πάρκο της Νέας Εκκλησίας. Αυτές οι εκκλησίες ήταν πολύ παράξενες -τις είχαν αποκηρύξει μετά βδελυγμίας τα επίσημα δόγματα στα οποία θεωρητικά ανήκαν- και κατά τα φαινόμενα χαρακτηρίζονταν από τις πιο αλλόκοτες τελετουργίες και ιερατικές αμφιέσεις. Τα πιστεύω τους ήταν ετερόδοξα και μυστηριώδη, εμπεριέχοντας υπαινιγμούς για ορισμένες θαυμαστές μεταμορφώσεις που χάριζαν τάχα τη σωματική αθανασία -κάποιου είδους- σε τούτη τη γη. Μάλιστα, ο εφημέριος του νεαρού -ο δρ. Γουώλλας της Μ.Ε. Εκκλησίας του Άσμπερυ στο Άρκαμ- τον είχε προειδοποιήσει με κάθε έμφαση να αποφύγει κάθε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκκλησίες του Ίννσμουθ.
 
Όσο για τους ίδιους τους κατοίκους του Ίννσμουθ -ο νεαρός σχεδόν δεν ήξερε καν τι συμπέρασμα να βγάλει γι’ αυτούς. Κινούνταν μουλωχτά και σπάνια τους έβλεπε μάτι, σαν τα ζώα που ζουν σε λαγούμια και, αν εξαιρέσουμε μια κάποια μικρή απασχόλησή τους με το ψάρεμα, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς πώς περνούσαν την ώρα τους. Δεν αποκλείεται -κρίνοντας από τις μεγάλες ποσότητες λαθραίου ποτού που κατανάλωναν- να έβγαζαν τις περισσότερες ώρες της ημέρας τους βυθισμένοι σε μια αλκοολική αποχαύνωση. Φαίνονταν να είναι βλοσυρά συνασπισμένοι σε κάποιο είδος αδελφότητας και αμοιβαίας πίστης -περιφρονώντας τον έξω κόσμο, σαν οι ίδιοι να είχαν πρόσβαση σε κάποιες άλλες, προτιμότερες σφαίρες ύπαρξης.
 
Το όλο παρουσιαστικό τους -και ιδίως εκείνα τα γουρλωτά μάτια τους που κανένας δεν τα έβλεπε να κλείνουν ποτέ- ήταν σίγουρα αρκετά απαίσια, αλλά και η φωνή τους ήταν αποκρουστική. Ηταν φοβερό να τους ακούς να ψέλνουν στις εκκλησιές τους τη νύχτα και ιδίως κατά τις κυριότερες γιορτές ή θρησκευτικές εκδηλώσεις τους που έπεφταν δύο φορές το χρόνο, κατά την 30η Απριλίου και την 21η Οκτωβρίου [η Νύχτα της Αγίας Βαλπουργίας προς η Πρωτομαγιά και το Χάλλογουην η γιορτή των Αγίων Πάντων – παραδοσιακά μεγάλες μαγικές γιορτές] Συμπαθούσαν εξαιρετικά το νερό και κολυμπούσαν πολύ, τόσο στο ποτάμι όσο και στο λιμάνι.
 
Οι αγώνες κολύμβησης ως την Ξέρα του Διαβόλου ήταν πολύ συνηθισμένοι και οι πάντες φαίνονταν ικανοί να συμμετάσχουν σ’ αυτό το εξαντλητικό σπορ. Αν το καλοσκεφτόταν κανείς, τελικά μονάχα οι μάλλον πιο νέοι εμφανίζονταν δημόσια και από αυτούς ήταν οι μεγαλύτεροι που είχαν συνήθως και την πιο αποτρόπαιη όψη. Όταν υπήρχαν εξαιρέσεις, αυτές αφορούσαν κυρίως σε άτομα χωρίς κανένα ίχνος ανωμαλίας, όπως συνέβαινε με τον ηλικιωμένο υπάλληλο του ξενοδοχείου. Ήταν άξιο απορίας το τι συνέβαινε με τη μεγάλη μάζα των ηλικιωμένων, και κατά πόσο η λεγάμενη «θωριά του Ίννσμουθ» δεν ήταν παρά κάποιο παράξενο και ύπουλο σύμπτωμα μιας ασθένειας που χειροτέρευε όσο προχωρούσε η ηλικία.
 
Μόνο κάποια πολύ σπάνια πάθηση, βέβαια, θα μπορούσε να επιφέρει τόσο τεράστιες και ριζικές ανατομικές αλλαγές σ’ ένα μεμονωμένο άτομο μετά την ωρίμανσή του, και μάλιστα αλλοιώσεις των οστών τόσο βασικές όσο είναι το σχήμα του κρανίου. Αλλά ακόμη κι έτσι, τίποτα δεν ήταν πιο αινιγματικό και ανήκουστο από το να βλέπεις τα φανερά συμπτώματα της αρρώστιας ως σύνολο. Ήταν δύσκολο, όπως άφησε να εννοηθεί ο νεαρός, να καταλήξει κανείς σε κάποιο σίγουρο συμπέρασμα, επειδή κανένας ξένος δεν μπορούσε να πιάσει προσωπικές γνωριμίες με τους ντόπιους, ασχέτως πόσο καιρό διέμενε στο Ίννσμουθ.
 
Ο νεαρός ήταν σίγουρος ότι πολλές περιπτώσεις παραμόρφωσης, πολύ χειρότερες από εκείνες που μπορούσε να δει κανείς στο δρόμο, κρατούνταν αθέατες πίσω από κλειδωμένες πόρτες σε κάποια σημεία της πόλης. Κατά καιρούς μπορούσε ν’ ακούσει κανείς κάποιους πολύ αλλόκοτους ήχους. Οι φήμες έλεγαν ότι οι ετοιμόρροπες τρώγλες της προκυμαίας στα βόρεια του ποταμού συνδέονταν με μυστικά τούνελ, φτιάχνοντας έτσι μια αληθινή μυρμηγκοφωλιά που έβριθε από αθέατες τερατωδίες.
 
Ήταν αδύνατο να πει κανείς τι είδους ξένο αίμα -αν όντως συνέβαινε κάτι τέτοιο- κυλούσε στις φλέβες αυτών των πλασμάτων. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, όταν την πόλη επισκέπτονταν κρατικοί υπάλληλοι ή άλλοι ξένοι επισκέπτες, φρόντιζαν να κρατούν μακριά από κάθε αδιάκριτο μάτι ορισμένα ιδιαίτερα αποκρουστικά μέλη της κοινότητάς τους.
 
Θα ήταν εντελώς μάταιο, εξήγησε ο πληροφοριοδότης μου, να ρωτήσω τους ντόπιους οτιδήποτε αναφορικά με τον τόπο τους. Ο μόνος που μιλούσε κάπως ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος, αλλά φυσιολογικής εμφάνισης άντρας, ο οποίος ζούσε στο φτωχοκομείο στη βόρεια άκρη της πόλης και περνούσε την ώρα του σουλατσάροντας εκεί γύρω ή τεμπελιάζοντας κοντά στον πυροσβεστικό σταθμό. Αυτός ο γεράκος, Ζάντοκ Άλλεν ήταν τ’ όνομά του, 96 χρονών και κάπως πειραγμένος στα μυαλά του, ήταν συγχρόνως και ο μεθύστακας της πόλης. Ήταν ένας παράξενος τύπος που κυκλοφορούσε στα κλεφτά και κοιτούσε διαρκώς πίσω του σαν να φοβόταν κάτι, και όταν ήταν ξεμέθυστος ήταν αδύνατο να τον πείσεις να μιλήσει σε ξένο.
 
Από την άλλη μεριά, του ήταν αδύνατο να πει όχι σε οποιοδήποτε κέρασμα από το αγαπημένο του φαρμάκι, και όταν μεθούσε μπορούσε κανείς να τον ακούσει να ψιθυρίζει κάποια πολύ εκπληκτικά απομεινάρια από τις αναμνήσεις του. Όπως και να ’χε, όμως, ελάχιστα χρήσιμα στοιχεία μπορούσε ν’ αντλήσει κανείς απ’ αυτόν, αφού οι ιστορίες του ήταν γεμάτες από τους πιο τρελούς υπαινιγμούς και μισόλογα για απίθανα θαύματα και φρικαλεότητες, που δε θα μπορούσαν παρά να είναι γέννημα αποκλειστικά της δικής του δια ταραγμένης φαντασίας. Κανένας δεν τον πίστευε ποτέ, αλλά στους ντόπιους δεν άρεσε να τον βλέπουν να πίνει και να μιλά με ξένους· και δεν ήταν πάντοτε ιδιαίτερα υγιεινό το να σε δουν να του κάνεις ερωτήσεις.

» …μου πέταξε ψιθυριστά κάποια μισόλογα που ήταν φανερό τι υπονοούσαν.
 
‘Kει πέρα είναι που αρχίσανε όλα -σε ‘κείνο κει το καταραμένο μέρος, τον τόπο της κάθε προστυχιάς ‘κει που αρχίζουνε τα βαθιά νερά. Μια πύλη της κόλασης -κείνος κει ο βράχος πέφτει κάθετα σε τέτοια βάθη που κανένα βαρίδι δεν μπορεί να πιάσει πάτο. Ο γερο-καπετάνιος, ο Όμπεντ, ελόγου του το ’κάνε έχοντας μάθει η αφεντιά του, πέρα στα νησιά στις Νότιες Θάλασσες, πιότερα πράματα απ’ όσα ήτανε για το καλό του. Όλοι ’τανε σε κακά χάλια κείνα τα χρόνια. Το εμπόριο πάαινε κατά διαύλου, οι μύλοι χάνανε δουλειές -ακόμη και οι πιο καινούριοι- και τα καλύτερα απ’ τα παλικάρια μας είχανε σκοτωθεί κουρσεύοντας στον Πόλεμο του 1812 ή είχανε πάει φούντο με το μπρίκι Ελίζα και τη μαούνα Ρέιντζερ – και τα δύο ήταν πλεούμενα του Γκίλμαν.
 
Ο Όμπεντ Μαρς είχε τρία καράβια στο νερό -το μπριγκαντίνι Κολούμπια, το μπρίκι Χέττυ και το μπάρκο Σουμάτρα Κουήν. Ήτανε ο μόνος που συνέχιζε το εμπόριο με τις Ανατολικές Ιντίες και τον Ειρηνικό, αν και το μπαρκομπέστια Μαλέυ Μπράιντ του Έσντρας Μάρτιν έκανε κι αυτό μια τελευταία ρότα το ’28. Ποτέ δεν υπήρξε άλλος άθρωπος σαν τον καπ’τάν Όμπεντ -σκέτο παιδί του Σατανά! Χε, χε! Τον θυμάμαι να μιλά για τα ξένα μέρη και να αποκαλεί ζωντόβολα όλους όσοι παγαίνανε στις χριστιανικές εκκλησιές κι υποφέρανε τα βάσανά τους μ’ υπομονή και χωρίς να βαρυγκωμάνε. Τους έλεγε ότι θα ’πρεπε να βρούνε καλύτερους θεούς, σαν κείνους που ’χουνε οι αθρώποι στις Ιντίες, θεούς που θα τους φέρνανε καλύτερες ψαριές σ’ ανταπόδοση για τις θυσίες που θα τους προσφέρανε και που θ’ ακούγανε στ’ αλήθεια τις προσευχές των αθρώπων.
 
Ο ΜατΈλιοτ, ο ύπαρχός του, κι αυτός μιλούσε πολύ, μονάχα που ελόγου του ήτανε κόντρα στο να κάνει ο κοσμάκης αυτά τα ειδωλολατρικά πράματα. Έλεγε για ένα νησί στ’ ανατολικά της Ταϊτής όπου υπήρχανε πολλά πέτρινα ερείπια, πιο παλιά κι απ’ όσο μπορεί να ξέρει άθρωπος, κάπως σαν κείνα στην Ποναπέ στις Καρολίνες, αλλά με σκαλισμένα κεφάλια σαν τα μεγάλα αγάλματα στο νησί του Πάσχα. Υπήρχε ακόμη κι ένα μικρό ηφαιστειακό νησάκι κοντά στο άλλο, όπου κει υπήρχανε άλλα ερείπια με διαφορετικά σκαλίσματα ερείπια που ’τανε καταφαγωμένα σαν να ’χάνε μείνει κάτω απ’ τη θάλασσα κάποτες, γεμάτα με σχέδια φοβερών τεράτων.
 
Που λες, αγόρι, ο Ματ έλεγε ότι οι ιθαγενείς κει γύρω είχανε πιο πολλά ψάρια απ’ όσα μπορούσανε να πιάσουνε και φορούσανε κάτι μπρασελέδες και βραχιόλια και πλουμίδια κεφαλής, όλο φκιαγμένα από ’να πολύ παράξενο χρυσάφι. Κι όλα τους ήτανε γεμάτα με σκέδια τεράτων ίδια με κείνα που ’τανε σκαλισμένα στα ερείπια του μικρού νησιού – κάτι πράματα σα βατράχια ή σα βατραχομούρικα ψάρια, σκεδιασμένα σε όλων των λογιώνε τις στάσεις, σαν να ’τανε κανονικοί αθρώποι. Κανένας δε μπορούσε να τους πάρει λόγια για το πού βρίσκανε όλα αυτά τα πράματα, και οι άλλοι ιθαγενείς απορούσανε κι αναρωτιόντουσαν πώς ελόγου τους καταφέρνανε να πιάνουνε τόσα πολλά ψάρια ακόμα κι όταν σ’ όλα τα διπλανά νησιά δυσκολευόντουσαν να πιάσουνε έστω και λέπι. Κι ο Ματ αναρωτιότανε το ίδιο, όπως κι ο καπ’τάν Όμπεντ. Κι ο Όμπεντ πρόσεξε, εξάλλου, ότι πολλά από τα όμορφα νέα παιδιά ξαφανίζονταν εντελώς με την κάθε χρονιά που περνούσε, κι ότι δεν υπήρχανε και πολλά γερόντια κει γύρω. Χώρια απ’ αυτό, σκεφτότανε ότι πολλοί απ’ τους ντόπιους είχανε πολύ παράξενο μούτρο, ακόμη και για Κανάκους [χαβανέζικη λέξη που σημαίνει άνθρωπος].
 
Κι ο Όμπεντ βάλθηκε να τους ψαρέψει και να μάθει την αλήθεια. Δε ξέρω πως το ’κάνε, αλλ’ άρχισε να παζαρεύει για τα χρυσά πλουμίδια που φορούσανε. Τους ρώτησε από πού προέρχονταν, κι αν θα μπορούσανε να βρούνε κι άλλα, και τελικά κατάφερε με τα πολλά ν’ αποσπάσει την ιστορία από το γερο-αρχηγό – τον Ουαλακέα, έτσι τον λέγανε. Κανένας εκτός από τον Όμπεντ δε θα πίστευε ποτέ κείνον τον κιτρινιάρη γερο-διάβολο, αλλά ο καπετάνιος μπορούσε να διαβάζει τους ανθρώπους σαν να ’τανε ανοιχτά βιβλία. Χε, χε! Κανένας πια δε πιστεύει την αφεντιά μου όταν τους τα λέω, όπως φαντάζομαι ότι δε θα με πιστεύεις και συ, παλικάρι μου – αν και τώρα που σε καλοκοιτάζω, θα ’λεγα ότι έχεις κι ελόγου σου μάτια που κόβουνε πολύ, σαν κείνα που ’χε κι ο Όμπεντ.
 
Που λες, κύριέ μου, ο Όμπεντ έμαθε ότι υπάρχουνε πράματα σε τούτη τη γη που οι περισσότεροι αθρώποι ούτε τα ’χουνε ακούσει ποτές – και δε θα τα πιστεύανε αν τ’ ακούγανε. Φαίνεται ότι κείνοι οι Κανάκοι θυσιάζανε με τη σέσουλα τα παλικάρια και τις κοπελιές τους σε κάποια πλάσματα σα θεούς που ζούσανε κάτω απ’ τη θάλασσα, και σ’ αντάλλαγμα κερδίζανε πολλές χάρες από τη μεριά τους. Συναντούσανε αυτά τα πλάσματα στο μικρό νησάκι με τα παράξενα ερείπια, και υποτίθεται ότι κείνες οι φοβερές ζωγραφιές με τα βατραχοψαρίσια τέρατα παριστούσανε αυτά τα πλάσματα. Μπορεί να ’τανε από τα όντα εκείνα που ξεκινήσανε όλες οι ιστορίες για τις γοργόνες και τα παρόμοια.
 
Είχανε κάθε λογής πόλεις στον πάτο της θάλασσας, κι κείνο το νησάκι είχε αναδυθεί από κει. Φαίνεται ότι υπήρχανε κάποια από τα πλάσματα που ’τανε ζωντανά όταν το νησάκι ξεπετάχτηκε ξαφνικά στην επιφάνεια, κι έτσι οι Κανάκοι πήρανε χαμπάρι τι υπήρχε εκεί κάτω. Κι αμέσως μόλις συνήρθανε απ’ την τρομάρα τους, αρχίσανε να κάνουνε χειρονομίες συνεννόησης, και σύντομα είχανε κλείσει κάποια συμφωνία.
 
Κείνα τα πλάσματα θέλανε ανθρωποθυσίες. Τις είχανε και παλιότερα πριν αιώνες, αλλά μετά από ’να διάστημα χάσανε την επαφή με τον πάνω κόσμο. Τι κάνανε με τα θύματα, δεν έχω ιδέα, και υποθέτω ότι κι ο Όμπεντ δεν πολυεπέμενε να ρωτήσει για να μάθει. Αλλά δεν υπήρχε πρόβλημα με κείνους τους ειδωλολάτρες, γιατί περνούσανε δύσκολες μέρες κι ήτανε σε μεγάλη απόγνωση για το καθετί. Προσφέρανε ένα συγκεκριμένο αριθμό από νιους και νιες στα θαλασσινά πλάσματα δύο φορές το χρόνο -την Παραμονή της Πρωτομαγιάς και στο Χάλλογουην- όσο πιο τακτικά μπορούσανε. Κι ακόμη τους δίνανε και κάποια από τα σκαλιστά μπιχλιμπίδια που φτιάχνανε. Σ’ αντάλλαγμα τα πλάσματα συμφώνησαν να δίνουν μπόλικες ψαριές -οδηγούσαν προς τα κει κοπάδια ψαριών απ’ ολάκερη τη θάλασσα- και πότε-πότε και λίγα από κείνα τα περίεργα χρυσαφικά τους.
 
Λοιπόν, όπως έλεγα, οι ιθαγενείς συναντούσανε τα πλάσματα στο μικρό ηφαιστειακό νησάκι -παγαίνανε εκεί με κανό, κουβαλώντας τα θύματα και τα ρέστα, και φέρνανε πίσω τα τυχόν χρυσαφικά που δικαιούνταν. Στην αρχή τα πλάσματα δε βγαίνανε ποτές στο κυρίως νησί, αλλά ύστερα από ’να διάστημα άρχισαν να το κάνουν κέφι. Φαίνεται μαθές ότι πολύ τους άρεσε να ζευγαρώνουνε με τους αθρώπους και να το γιορτάζουν αντάμα στις μεγάλες μέρες -την Παραμονή Πρωτομαγιάς και στο Χάλλογουην. Βλέπεις, μπορούσανε να ζήσουνε και μέσα και όξω απ’ το νερό, ήτανε αυτό που λένε ‘αμφίβια’, νομίζω.

Οι Κανάκοι τους είπανε ότι οι κάτοικοι των άλλων νησιώνε μπορεί να ’θελαν να τους ξεπαστρέψουν αν μυρίζονταν την παρουσία τους, αλλά λένε ότι αυτό δε φάνηκε να τους σκοτίζει και πολύ, γιατί μπορούσανε να εξοντώσουμε ολάκερη την αθρώπινη ράτσα αν θέλανε να μπούνε στον κόπο, δηλαδής, κείνους που δεν κατείχανε ορισμένα σημάδια όπως τα χρησιμοποιούσανε κάποτες οι χαμένοι Μεγάλοι Παλιοί, όποιοι κι αν ήτανε αυτοί. Αλλά μη θέλοντας να μπουν στον κόπο, συμφωνήσανε να γίνονται άφαντοι κάθε φορά που κάποιος θα επισκεφτότανε το νησί.
 
Τώρα, σχετικά με το ζευγάρωμα με κείνα τα βατραχομούρικα ψάρια, στην αρχή οι Κανάκοι τσίνησαν κάπως, αλλά τελικά μάθανε να βλέπουνε το πράμα μ’ άλλο μάτι. Φαίνετ’ ότι η αθρώπινη ράτσα έχει κάποια συγγένεια μ’ αυτά τα νεροπλάσματα -ότι καθετί το ζωντανό βγήκε απ’ το νερό κάποτες κι ότι δε χρειάζεται παρά μια μικρή αλλαγή για να ξαναγυρίσει πίσω κει. Αυτά τα πλάσματα είπανε στους Κανάκους ότι αν αυτοί κι αυτά ανακατεύανε το αίμα τους θα γεννιόντουσαν παιδιά που θα φαίνονταν σαν αθρώποι στην αρχή, αλλ’ αργότερα θα μοιάζανε ολοένα και πιότερο με κείνα, μέχρι που τελικά θα γυρίζανε στο νερό για να βρούνε και να ενωθούνε με το υπόλοιπο μεγάλο ασκέρι τους κει κάτω. Και δω ’ναι το σπουδαίο, παλικάρι μου, ‘κείνοι που θ’ αλλάζανε σε ψαροπλάσματα και θα γυρίζανε στο νερό δε θα πεθαίνανε ποτές. Αυτά τα πλάσματα δεν πεθαίνουνε ποτές εκτός κι αν σκοτωθούνε βίαια.
 
Λοιπόν, παλικάρι μου, φαίνεται ότι την εποχή που τους γνώρισε ο Όμπεντ κείνοι οι νησιώτες ήταν κιόλας γιομάτοι ψαρίσιο αίμα από κείνα τα πλάσματα των βαθιών νερώνε. Όταν γερνούσανε κι αρχίζανε να το δείχνουνε, τους κρατούσανε κρυμμένους μέχρι που νιώθανε έτοιμοι να μπούνε στο νερό και να φύγουνε απ’ τον τόπο. Μερικοί ήταν πιο αλλαγμένοι απ’ τους άλλους και μερικοί ποτές δεν αλλάζανε αρκετά για να μπούνε στο νερό· αλλά οι πιότεροι αλλάζανε όπως ακριβώς είχανε πει κείνα τα πλάσματα. Κείνοι που γέννιοντουσαν μοιάζοντας πιότερο με τα πλάσματα, αλλάζανε νωρίς, αλλά κείνοι που ήτανε σχεδόν αθρώπινοι μπορεί και να μένανε στο νησί ως τα βδομήντα τους, αν και συνήθως κατεβαίνανε κάτω στα βάθη από πριν, έτσι για δοκιμή.
 
Κείνοι που είχανε φύγει για τη θάλασσα επιστρέφανε συχνά για να κάνουνε βίζιτες, έτσι πολλές φορές ένας άθρωπος μπορούσε να κουβεντιάζει με τον πέντε φορές προπροπάππου του που ’χε εγκαταλείψει τη στεριά πριν από καμιά διακοσαριά χρόνια. Όλοι ξεφεύγανε από τα νύχια του χάρου – εκτός κι αν σκοτώνονταν σε κανομαχίες με τους άλλους νησιώτες, ή σα θυσιάσματα στους θαλασσοθεούς κει κάτω, ή από δαγκωματιές φιδιώνε ή από πολύ γλήγορο χτικιό ή άλλα τέτοια που τους έβρισκαν προτού προλάβουνε να φύγουν για το νερό.
 
Αλλά κατά τ’ άλλα, περίμεναν πώς και πώς την αλλαγή, που μετά από λίγο δεν τους φαινότανε πια καθόλου φριχτή. Πιστεύανε ότι αυτό που κερδίζανε άξιζε πιο πολύ απ’ αυτό που χάνανε – και φαντάζομαι ότι κι ο Όμπεντ έφτασε να πιστεύει το ίδιο πράμα όταν κάθισε και δούλεψε στο μυαλό του την ιστορία του Ουαλακέα. Ο Ουαλακέα όμως ήτανε απ’ τους λίγους που δεν είχανε στάλα από ψαρίσιο αίμα στις φλέβες τους -ήτανε βλέπεις της βασιλικής γενιάς, κι αυτοί παντρευόντουσαν μονάχα με άλλους βασιλικής γενιάς από τ’ άλλα νησιά.
 
Ο Ουαλακέα έδειξε στον Όμπεντ πολλές τελετουργίες κι επικλήσεις που είχανε να κάνουνε με τα θαλασσινά πλάσματα, και τον άφησε να δει μερικούς απ’ τους αθρώπους στο χωριό που ’χάνε αλλάξει πολύ απ’ την αθρώπινη μορφή. Για κάποιο λόγο, πάντως, ποτέ δεν τον άφηνε να δει κάποιο από τα κανονικά πλάσματα που βγαίνανε από το νερό. Στο τέλος του έδωσε κάποιο περίεργο μαραφέτι φτιαγμένο από μολύβι ή κατιτίς, λέγοντάς του ότι με δαύτο μπορούσε να καλέσει τα ψαροπλάσματα να βγούνε από τα οποιαδήποτε νερά που τυχόν υπήρχε κάποιο απ’ τα λημέρια τους.
 
Η ιδέα ήταν να το ποντίσει στη θάλασσα, λέγοντας τις κατάλληλες προσευχές και τα παρόμοια. Ο Ουαλακέα του ’πε ακόμη ότι αυτά τα πλάσματα ήταν σκορπισμένα σ’ όλο τον κόσμο, έτσι όποιος το ’ψάχνε λιγάκι θα μπορούσε να βρει κάποιο λημέρι τους και να τα καλέσει να βγούνε αν το ’θελε.
 
Στον Ματ δεν άρεσε διόλου αυτή η ιστορία, κι ήθελε να πείσει τον Όμπεντ να μην ξαναπατήσει το πόδι του στο νησί. Αλλά ο καπετάνιος ψοφούσε για το παραδάκι, κι ανακάλυψε ότι μπορούσε ν’ αποκτήσει κείνα τα χρυσαφικά τόσο φτηνά που θα ’χε μεγάλη κονόμα αν ασχολιόταν και μόνο μ’ αυτά. Τα πράματα συνεχίστηκαν έτσι για χρόνια, κι ο Όμπεντ μάζωξε αρκετά από κείνα τα χρυσαφικά ώστε να ξεκινήσει τη φάμπρικά του στον παλιό, εγκαταλειμμένο νερόμυλο του Γουαίητ. Δεν τολμούσε να πουλήσει τα κομμάτια έτσι όπως ήτανε, γιατί ο κόσμος θ’ άρχιζε να κάνει ερωτήσεις. Αλλ’ ακόμη κι έτσι, κάποιοι απ’ τους αθρώπους του βουτάγανε κάποιο κομμάτι κατά καιρούς και το πουλάγανε στη ζούλα, αν κι ήτανε ορκισμένοι να το κρατήσουνε μυστικό. Αλλά κι ελόγου του άφηνε το γυναικολόι της φαμίλιας του να φοράει κάποια απ’ τα κομμάτια που ήταν πιο αθρώπινα στην όψη από τ’ άλλα.
 
Που λες, θα ’τανε γύρω στο ’38 -θα ’μουνα εφτά χρονώνε τότες- όταν ο Όμπεντ ανακάλυψε πως όλοι οι ιθαγενείς είχαν ξεπαστρευτεί στο διάμεσο δύο ταξιδιών. Φαίνεται ότι οι άλλοι νησιώτες είχανε πάρει χαμπάρι τι γινόταν κι είχανε πάρει τα πράματα στα χέρια τους. Υποθέτω ότι πρέπει να ’χάνε βρει μάλλον κάποια από κείνα τα παλιά μαγικά σύμβολα που τα θαλάσσια πλάσματα λέγανε ότι ήταν τα μόνα πράματα που φοβόντουσαν. Κανένας δεν ξέρει τι μπορεί να τύχει και να βάλουν στο χέρι οι Κανάκοι όταν ο βυθός ξερνάει κάποιο νησί μ’ ερείπια που ’ναι παλιότερα κι απ’ τον κατακλυσμό.
 
Θεοφοβούμενοι λεχρίτες όπως ήταν – δεν αφήσανε τίποτα όρθιο ούτε στο κεντρικό νησί ούτε στο μικρό ηφαιστειογενές νησάκι, εκτός από κάποια κομμάτια απ’ τα ερείπια που ’ταν πολύ μεγάλα για να τα κατεδαφίσουν. Σε μερικά μέρη υπήρχαν μικρές πέτρες σκορπισμένες ολόγυρα -σαν ξόρκια- με κάτι σχέδια πάνω τους σαν κείνα που στις μέρες μας τα λένε σβάστικες. Μπορεί αυτά να ’ταν τα σύμβολα των Παλιών. Όλοι οι ντόπιοι αθρώποι είχαν εξοντωθεί, δεν υπήρχε ούτε λέπι απ’ τα χρυσαφικά και κανένας απ’ τους γειτονικούς Κανάκους δεν εννοούσε να βγάλει άχνα για το όλο θέμα. Δεν παραδεχόντουσαν καν ότι είχαν υπάρξει ποτέ αθρώποι σε κείνο το νησί.
 
Αυτό φυσικά ήτανε πολύ μεγάλο χτύπημα για τον Όμπεντ, αν λάβουμε υπόψη ότι και οι άλλες, οι κανονικές του δουλειές, πηγαίνανε κατά διαόλου. Ήταν μεγάλο το χτύπημα και για ολάκερο το Ίννσμουθ, γιατί κείνες τις μέρες του θαλασσινού εμπορίου ό,τι ήτανε καλό για τον κύρη του καραβιού ήτανε καλό και για το τσούρμο του, ο καθένας με το μερίδιο του. Οι πιότεροι απ’ τους κατοίκους της πόλης το πήρανε κάπως σαν τα πρόβατα και τα παρατήσανε, αλλά ήτανε στα μαύρα τους τα χάλια, γιατί οι ψαριές είχανε αρχίσει να λιγοστεύουν και οι μύλοι δεν τα πήγαιναν και δαύτοι τόσο καλά.

Τότε ήτανε που ο Όμπεντ άρχισε να βλαστημάει τον κοσμάκη ότι ήντουσαν ζωντόβολα που προσευχόντουσαν σ’ ένα χριστιανικό θεό που δεν τους βοήθαγε καθόλου. Τους έλεγε ότι ’χε γνωρίσει αθρώπους που προσευχόντουσαν σε θεούς που τους δίνανε πράματα που τα χρειαζόντουσαν στ’ αλήθεια και διαβεβαίωνε ότι έτσι και βρισκόταν ένα καλό τσούρμο να τον υποστηρίξει, μπορεί και να καλούσε ορισμένες δυνάμεις που θα φέρνανε μπόλικο ψάρι και κάμποσο χρυσάφι στον τόπο.
 
Βέβαια, κείνοι που ’χάνε δουλέψει στο Σουμάτρα Κουήν κι είχανε δει το νησί, ξέρανε τι εννοούσε και δεν ήταν διόλου πρόθυμοι να ’χουνε πάρε-δώσε με θαλασσινά πλάσματα σαν κείνα που ’χαν ακούσει να γίνεται λόγος. Αλλά, κείνοι που δεν ξέρανε τι σήμαιναν όλα αυτά, σαν κάπως να πείθονταν απ’ τις κουβέντες του Όμπεντ· έτσι αρχίσανε να τον ρωτάνε τι μπορούσε να κάνει για να τους οδηγήσει στο δρόμο της πίστης που θα τους έκανε να δουν κι αυτοί μια άσπρη μέρα.»
 
Στο σημείο αυτό ο γέρος κόμπιασε, ψέλλισε κάτι, και μετά βυθίστηκε σε μια σκυθρωπή και φοβισμένη σιωπή. Αφού έριξε μια νευρική ματιά πάνω από τον ώμο του, γύρισε μετά να κοιτάξει σαν μαγνητισμένος προς τη μακρινή μαύρη ξέρα. Όταν του μίλησα δεν απάντησε, έτσι κατάλαβα ότι είχε έρθει η στιγμή να τον αφήσω ν’ αποτελειώσει τη μπουκάλα. Η παλαβή ιστορία που είχα ακούσει μου είχε κινήσει έντονα το ενδιαφέρον, γιατί φανταζόμουν ότι έβλεπα σ’ αυτήν ένα είδος χοντροκομμένης αλληγορίας που είχε ως υπόστρωμα την παραξενιά του Ίννσμουθ, και στη συνέχεια είχε δουλευτεί από μια φαντασία η οποία διέθετε και δημιουργικότητα κι ένα πλούτο από ποικίλους εξωτικούς θρύλους.
 
Ούτε για μια στιγμή δεν είχα πιστέψει ότι η ιστορία αυτή είχε κάποια ουσιαστική βάση στην πραγματικότητα. Παρ’ όλα αυτά, η αφήγηση εμπεριείχε κάποια ίχνη γνήσιου τρόμου, έστω κι αν ήταν μόνο σε σχέση μ’ εκείνα τα παράξενα κοσμήματα που ήταν σαφώς συγγενικά με το διάδημα που είχα δει στο Νιούμπερυπορτ, και το οποίο απέπνεε μια αίσθηση κακού. Δεν αποκλείεται τελικά εκείνα τα στολίδια να είχαν όντως προέλθει από κάποιο παράξενο νησί· και διόλου απίθανο οι εξωφρενικές ιστορίες να ήταν τα ψέματα του μακαρίτη Όμπεντ, μάλλον, παρά αυτού του γερο-μεθύστακα.
 
Έδωσα στον Ζάντοκ την μπουκάλα, κι εκείνος την άδειασε ως και την τελευταία της σταγόνα. Ήταν περίεργο πώς άντεχε σε τόσο ουίσκι, γιατί ούτε ένα ίχνος τραυλίσματος δεν είχε φανεί στη διαπεραστική, ασθματική φωνή του. Έγλειψε το στόμιο της μπουκάλας και την έχωσε στην τσέπη του, μετά άρχισε να κουνά το κεφάλι του και να μονολογεί ψιθυριστά. Πλησίασα το αυτί μου μήπως και πιάσω τίποτα καθαρές λέξεις που μπορεί να έλεγε, και μου φάνηκε ότι διέκρινα ένα σαρδόνιο χαμόγελο πίσω από τα λιγδιασμένα φουντωτά μουστάκια και τα γένια του. Ναι – τα χείλη του σχημάτιζαν στ’ αλήθεια κάποιες λέξεις, και μπορούσα να πιάσω αρκετές από αυτές.
 
«Ο δύστυχος ο Ματ -ο Ματ ήτανε πάντοτες κόντρα σ’ αυτά- προσπάθησε να μαζέψει τον κοσμάκη στο πλευρό του και είχε ατέλειωτες κουβέντες με τους παπάδες -δε γινότανε τίποτα- αναγκάσανε κείνον τον κογκρεσιοναλιστή πάστορα, να πάρει δρόμο απ’ την πόλη, ενώ ο άλλος ο μεθοδιστής τα παράτησε -ούτε που ξανάδα ποτές τον Ρηζόλβντ Μπάμπκοκ, το μεθοδιστή εφημέριο- Οργή Θεού- εγώ ’μουνα ένας τόσο δα μπόμπίρας τότε, αλλ’ άκουσα τα όσα άκουσα, κι είδα τα όσα είδα -Ο Δαγών και η Αστορέθ – ο Μπελίαλ κι ο Μπεελζεμπούμπ – ο Χρυσός Μόσχος και τα είδωλα της Χαναάν και των Φιλισταίων – βαβυλωνιακές βδελυγμίες – Μενέ, μενέ, τεκέλ, ουφαρσίνη … [Δανιήλ, 5:6,25:28. βιβλική φράση στ’ αραμαϊκά, γνωστή και ως “γραφή στον τοίχο”, που σημαίνει «Μετρήθηκε, ζυγίστηκε, κατανεμήθηκε» και η οποία ερμηνεύεται ως οιωνός επικείμενης συμφοράς ή καταδίκης]
 
Δε με πιστεύεις, ε; Χε, χε, χε -τότε για πες μου συ, παλικάρι μου, γιατί ο καπ’τάν Όμπεντ και είκοσι τόσοι άλλοι νοματαίοι παγαίνανε πέρα στην Ξέρα του Διαβόλου μέσ’ στα μαύρα μεσάνυχτα και ψέλνανε κάποια δικά τους, τόσο δυνατά που τους ακούγανε σ’ ολάκερη την πόλη όταν ο αγέρας φύσαγε απ’ τη σωστή μεριά; Μπορείς να μ’ απαντήσεις σ’ αυτό, ε; Και πες μου γιατί ο Όμπεντ έριχνε συνέχεια κάτι βαριά πράματα στα βαθιά νερά απ’ την άλλη πλευρά της ξέρας, κει που ο βράχος πέφτει κάθετα σα γκρεμός σε τέτοια βάθη που τίποτα δεν πιάνει πάτο; Για πες μου συ, τι έκανε με κειό το περίεργο μολυβένιο μαραφέτι που του ’χε δώσει ο Ουαλακέα; Ε, αγόρι; Και τι σκούζανε όλοι τους την Παραμονή της Πρωτομαγιάς και μετά πάλι στο επόμενο Χάλλογουην; Και γιατί το καινούριο παπαδαριό -παλιοί ναυτικοί όλοι τους- φοράνε κείνα τα παράξενα ράσα και στολίζουνται με κείνα τα χρυσαφένια πράματα που ’φερε ο Όμπεντ; Ε, γιατί;
 
Χε, χε, χε, χε! Άρχισες να το πιάνεις, ε; Μπορεί και να εύχεσαι να ’σουνα συ στη θέση μου κείνες τις μέρες, τότενες που μπορούσα να δω πράματα και θάματα τις νύχτες πέρα στη θάλασσα απ’ τη θολωτή στέγη του σπιτιού μου. Οι πιτσιρικάδες έχουνε μεγάλ’ αυτιά, ξέρεις, κι απ’ τα δικά μου δεν ξέφευγε τίποτες απ’ τα όσα κουτσομπόλευε ο κόσμος για τον καπτ’αν Όμπεντ και τα τσιράκια του πέρα στην ξέρα! Χε, χε, χε! Τι θα ’λεγες για κειά τη νύχτα που βούτηξα το καραβίσιο κιάλι του γέρου μου, και ψηλά απ’ τη θολωτή σοφίτα είδα την ξέρα να μυρμηγκιάζει από πράματα που βουτήξανε σβέλτα στα βαθιά νερά της άλλης μεριάς αμέσως μόλις έσκασε μύτη το φεγγάρι, χωρίς να ξαναβγούνε μετά. Πώς θα σου φαινότανε να ’σαι μια μαριδούλα τόση δα, σαν και μένα τότες, κει ψηλά στη θολωτή στέγη, και να χαζεύεις πράματα που δεν είχανε αθρώπινη θωριά; Χε, χε, χε…
 
Φαντάσου μια νύχτα να ’βλεπες κατιτίς βαρύ να ρίχνεται απ’ την ψαρόβαρκα του Όμπεντ στη θάλασσα πέρα απ’ την ξέρα, και μετά τη άλλη μέρα να μάθαινες ότι κάποιος νεαρός είχε χαθεί από το σπίτι του. Ε! Ποιος ξανάδε ποτέ τίποτες απ’ τον Χάιραμ Γκίλμαν; Τον ξανάδε κανείς; Ή τον Νικ Πηρς, ή τον Λουέλλυ Γουαίητ, ή τον Αντονιράμ Σάουθγουικ, ή τον Χένρυ Γκάρρισον. Ε; Χε, χε, χε, χε. Πράματα που μιλούσανε με τη γλώσσα των νοημάτων, με τα χέρια τους, ναι, είχανε αληθινά χέρια κείνα τα πράματα.
 
Που λες, κύριέ μου, ήτανε τότενες που ο Όμπεντ άρχισε να ξαναστέκει στα πόδια του. Ο κόσμος έβλεπε τις τρεις τσούπρες του να φοράνε κείνα τα σα μαλαματένια μπιχλιμπίδια, κάτι που δεν το ’χάνε ξαναδεί ποτές παλιότερα, και καπνός άρχισε να βγαίνει απ’ την τσιμινιέρα της φάμπρικάς του. Αλλά κι άλλοι αρχίσανε να τα πάνε καλύτερα -τα ψάρια αρχίσανε να ’ρχονται κατά μιλιούνια στο λιμάνι έτοιμα για πιάσιμο, κι ένας Θεός ξέρει τι φορτία αρχίσαμε να εξάγουμε προς το Νιούμπ’ρυ, το Άρκαμ και τη Βοστώνη.
 
Ήτανε τότενες που ο Όμπεντ φρόντισε να μπει κείνη η παλιά σιδεροδρομική διακλάδωση. Μερικοί απ’ τους ψαράδες του Κίνγκσπορτ ακούσανε για τις ψαριές μας κι αριβάρανε στα νερά μας με τα καΐκια τους, αλλά πάνε καλιά τους όλοι τους. Ούτε που τους ξανάδε κανείς ποτές. Και ήτανε τότενες που οι δικοί μας οργανώσανε το Εσωτερικό Τάγμα του Δαγώνα κι αγοράσανε τη Μασονική Αίθουσα δίνοντας σ’ αντάλλαγμα το Διοικητήριο του Ιππικού… χε, χε, χε! Ο ΜατΈλιοτ ήτανε μασόνος κι ενάντιος στην πώληση, αλλά ακριβώς τότενες χάθηκε κι αυτός.
 
Υπόψη, δε λέω ότι ο Όμπεντ είχε βαλθεί να φτιάξει τα πράματα όπως ήτανε σε κειό το νησί των Κανάκων. Δε νομίζω να σκόπευε στην αρχή να ’χουνε σμιξίματα και ν’ αποκτήσουνε κουτσούβελα που μετά θα μπαίνανε στο νερό και θα γινόντουσαν ψάρια που θα ζούσανε αιώνια. Ελόγου του ήθελε μονάχα κείνα τα χρυσαφικά, και ήτανε πρόθυμος να πλερώσει χοντρά, και φαντάζομαι ότι και οι άλλοι ήταν ευχαριστημένοι για ένα διάστημα…
 
Είχε μπει το ’46, και οι ρέστοι κάτοικοι της πόλης είχανε αρχίσει κάπως να το ψάχνουνε και να τους απασχολεί. Σαν πολλοί νοματαίοι να ’χάνε χαθεί, σαν πολλά παλαβά κηρύγματα να γινόντουσαν τις Κυριακές στις εκκλησιές και κυκλοφορούσανε πια πολλές κουβέντες για κείνη την ξέρα. Θα ‘λεγα ότι μάλλον έβαλα κι εγώ το χεράκι μου σ’ αυτό, λέγοντας στο δημοτικό επίτροπο Μάουρυ τι είχα δει απ’ τη σοφίτα μου.
 
Έτσι φκιάξανε μια ομάδα ένα βράδυ κι ακολουθήσανε το τσούρμο του Όμπεντ πέρα ως την ξέρα, και μετά άκουσα πυροβολισμούς να πέφτουνε ανάμεσα στις βάρκες. Την άλλη μέρα ο Όμπεντ και τριάντα δύο άλλοι ήτανε στη φυλακή, μ’ όλο τον κοσμάκη ν’ αναρωτιέται τι έτρεχε τελικά και ποια θα ’τανε η κατηγορία εναντίον τους. Θε μου, αν μπορούσανε να φανταστούνε τι τους περίμενε,  δύο βδομάδες αργότερα, όταν καμιά προσφορά δεν είχε ριχτεί στη θάλασσα σ’ όλο αυτό το διάστημα.

Κείνη τη φοβερή νύχτα, τους είδα. Ήμουνα ψηλά στη θολωτή σοφίτα, ορδές από δαύτους, κοπάδια ολάκερα, πάνω σ’ όλη την ξέρα και να κολυμπάνε προς το λιμάνι μπαίνοντας στον Μανούξετ. Θε μου, τι έγινε στους δρόμους του Ίννσμουθ κείνη τη νύχτα, ταρακουνήσανε και την πόρτα μας, αλλά ο γέρος μου δεν άνοιξε, μετά σκαρφάλωσε έξω από το παραθύρι της κουζίνας μαζί με το μουσκέτο του για πάει να βρει τον επίτροπο Μάουρυ και να δει τι μπορούσε να γίνει. Βουνά από πεθαμένους κι ετοιμοθάνατους … πυροβολισμοί κι ουρλιαχτά… κραυγές από την Παλιά Πλατεία, τη Δημοτική Πλατεία και το Πάρκο της Νεοκκλησιάς – η φυλακή είχε ανοιχτεί… -κατάσταση έκτακτης ανάγκης… προδοσία… το είπανε πανούκλα όταν ήρθανε αθρώποι απ’ έξω κι ανακαλύψανε ότι οι μισοί από τους αθρώπους μας είχανε χαθεί… κανένας δεν είχε απομείνει, εκτός από κείνους που είτε ήτανε με τη μεριά του Όμπεντ κι κείνων των πλασμάτων είτε κρατάγανε το στόμα τους κλειστό… ποτέ δεν ξανάδα ίχνος απ’ το γέρο μου.
 
Όλα τα ’χάνε καθαρίσει ως το πρωί – αλλά είχανε μείνει ίχνη. Ο Όμπεντ πήρε κι εγώ δεν ξέρω πώς την εξουσία, και είπε ότι τα πράματα δε θα ’τανε πια όπως τα ξέραμε παλιά, ότι και άλλοι θα λατρεύανε μαζί μας στις μέρες των γιορτών κι ότι ορισμένα σπίτια θα ’πρεπε να δεχτούνε κάποιους φιλοξενούμενους, θέλανε σμιξίματα όπως γινότανε και με τους Κανάκους, κι αυτός τουλάχιστο δε σκόπευε να τους χαλάσει το χατίρι. Ο Όμπεντ είχε ξεπεράσει πια κάθε όριο, ήτανε ακριβώς σαν να ’χε καβαλήσει εντελώς το καλάμι μ’ αυτό το θέμα. Είπε ότι κείνοι θα μας φέρνανε ψάρια και θησαυρούς, κι ότι θα ’πρεπε κι αυτοί να λάβουνε τα όσα επιθυμούσανε.
 
Τίποτις δε θ’ άλλαζε προς τα έξω, μονάχα που θα ’πρεπε ν’ αποφεύγουμε τους ξένους αν θέλαμε το καλό μας. Όλοι υποχρεωθήκαμε να δώσουμε τον Όρκο του Δαγώνα κι αργότερα ήταν κι ο δεύτερος κι ο τρίτος Όρκος που δώσανε μερικοί από μας. Εκείνοι που θέλανε να προσφέρουνε κάποια παραπάνω βοήθεια, είχανε και κάποιο παραπάνω ρεγάλο – χρυσαφικά και τέτοια. Δεν είχε νόημα να τους πάει κόντρα κανείς, γιατί υπήρχανε μιλιούνια από δαύτα κει κάτω. Θα προτιμούσανε να μην αρχίσουνε να σηκώνονται και ν’ αρχίσουνε να εξολοθρεύουνε την αθρώπινη ράτσα, αλλά έτσι και τους πρόδωναν και τους έφερναν στην ανάγκη, θα μπορούσαν να κάνουν πολλά προς αυτή τη μεριά.
 
Εμείς δεν είχαμε κείνα τα παλιά μαγικά για να τους κάνουμε πέρα, όπως κάνανε κείνοι οι ντόπιοι στις Νότιες Θάλασσες, και οι Κανάκοι ποτέ δε θ’ αποκαλύπτανε τα μυστικά τους. Δώστε τους αρκετές θυσίες, ψεύτικα μπιχλιμπίδια και το λεύτερο στο λιμάνι της πόλης αν το χρειαστούνε, και θα μας αφήσουνε στην ησυχία μας. Δε θα πειράζουμε ξένους που μπορεί και να μεταφέρουνε ιστορίες παραέξω – εκτός κι αν παραχώσουνε τη μύτη τους. Όλοι στην τάξη των πιστών -στο Τάγμα του Δαγώνα- και τα παιδιά τους δε θα πεθάνουνε, αλλά θα γυρίσουνε πίσω στη Μητέρα Ύδρα και τον Πατέρα Δαγώνα απ’ τους οποίους όλα προήρθανε κάποτες…
 
Ια! Κθούλου φθαγκν! Φ ’νγκλούι μγκλου ’ναφ Κθούλου Ρ ’λυέ βγκαχ-ναγκλ φτάγκα-”
 
Θε μου, και τι δεν έχω δει απ’ τα δεκαπέντε μου – Μενέ, μενέ, τεκέλ, ουψαρσίν! – τους αθρώπους που χανόντουσαν και κείνους που αυτοκτονούσανε – κείνους που λέγανε κάποια πράματα στο Άρκαμ ή το Ίπσγουιτς ή σ’ αυτά τα μέρη, τους λέγανε όλους τρελούς, όπως με λες και συ τώρα – αλλά Θε μου, τι έχω δει – Θα μ’ είχανε σκοτώσει προ πολλού για τα όσα ξέρω, μονάχα που έχω πάρει τον πρώτο και το δεύτερο Όρκο του Δαγώνα απ’ τον Όμπεντ, έτσι προστατεύομαι, εκτός κι αν ένα ένορκο σώμα από δαύτους απόδειχνε ότι έλεγα πράματα σκόπιμα κι εξεπίτηδες, αλλά δεν ήθελα να πάρω τον τρίτο Όρκο, θα προτιμούσα να πεθάνω παρά να τον πάρω αυτόνε.
 
Ήτανε γύρω στον Εμφύλιο Πόλεμο, τα παιδιά που γεννηθήκανε μετά το ’46 αρχίσανε να μεγαλώνουνε, μερικά απ’ αυτά δηλαδή. Φοβόμουνα – δεν έχωνα πουθενά τη μύτη μου μετά από κείνη τη φοβερή νυχτιά, και ποτέ σ’ όλη μου τη ζωή δεν είδα κανέναν από κείνους, από κοντά. Θε να πω, κανέναν που να ’ναι σκέτα καθαρόαιμος. Πήγα στον πόλεμο κι αν είχα μια στάλα κουράγιο ή νιονιό δε θα ξαναγύριζα ποτές πίσω, αλλά θα βολευόμουνα για πάντα κάπου μακριά από δω. Αλλά οι αθρώποι μου γράφανε ότι τα πράματα δεν ήτανε και τόσο άσκημα. Φαντάζομαι ότι αυτό θα ’τανε επειδή στην πόλη υπήρχανε στρατολόγοι της κυβέρνησης ύστερα από το ’63.
 
Μετά τον πόλεμο τα πράγματα ξαναγενήκανε το ίδιο άσκημα όπως παλιά. Ο κόσμος άρχισε να λακίζει, μύλοι και μαγαζιά βάζανε λουκέτο, το θαλασσινό εμπόριο σταμάτησε και το λιμάνι μπούκωσε απ’ τη λασπουριά, ο σιδερόδρομος εγκαταλείφτηκε,  αλλά κείνοι … ποτέ τους δε σταματήσανε να κολυμπάνε μπρος πίσω, ως και μέσα στο ποτάμι, από κείνη την καταραμένη ξέρα του Σατανά, κι ολοένα και πιότερα παραθύρια σε σοφίτες σφραγίζονταν με σανίδες κι ολοένα και πιότεροι θόρυβοι ακούγονταν από σπίτια που υποτίθεται ότι κανένας δεν έμενε σ’ αυτά.
 
O κόσμος που ζει απέξω στα γύρω μέρη έχει τις ιστορίες του για μας – φαντάζομαι θα ’χεις ακουστά κάμποσες από δαύτες, αν κρίνω απ’ τις ερωτήσεις που κάνεις – ιστορίες για πράματα που βλέπει κανείς κατά καιρούς και για κείνα τα παράξενα κοσμήματα που εμφανίζονται δω και κει και που δεν τα ’χουνε λιώσει εντελώς, αλλά ποτές τίποτες το συγκεκριμένο. Κανένας δε θέλει να πιστέψει τίποτες. Λένε ότι κείνα τα χρυσαφικά είναι από λάφυρα πειρατών και πιστεύουνε ότι οι κάτοικοι του Ίννσμουθ έχουνε ξενικό αίμα, ότι είναι παλιοχαρακτήρες ή κάτι τέτοιο. Εξάλλου, κείνοι που ζούνε δω διώχνουνε όσο πιότερους ξένους μπορούνε κι αφήνουνε τους ρέστους να καταλάβουνε ότι δεν πρέπει να ’ναι και πολύ περίεργοι, ιδίως τις νύχτες. Τα ζώα αποφεύγουμε κείνα τα πλάσματα – τ’ άλογα και τα μουλάρια – αλλ’ όταν ήρθανε τ’ αυτοκίνητα αυτό βολεύτηκε.
 
Το ’46 ο καπ’τάν Όμπεντ πήρε μια δεύτερη γυναίκα -κανένας στην πόλη δεν την είδε ποτές- μερικοί λένε ότι δεν το ’θελε να το κάνει, αλλά τον αναγκάσανε κείνοι που είχε καλέσει- απόχτησε τρία παιδιά από δαύτη, δύο που εξαφανιστήκανε μικρά, αλλά μια τσούπρα του που έμοιαζε σαν όλους τους αθρώπους την έστειλε να σπουδάζει στην Ευρώπη. Ο Όμπεντ τελικά κατάφερε με κάποιο κόλπο να την παντρέψει μ’ έναν τύπο από το Άρκαμ που δεν υποψιαζότανε τίποτες. Αλλά κανένας απ’ τον έξω κόσμο δε θέλει πια να ’χει κανένα πάρε δώσε με τους ντόπιους του Ίννσμουθ. Ο Μπάρναμπας Μαρς που κουμαντάρει τη φάμπρικα τώρα ειν’ εγγονός του Όμπεντ απ’ την πρώτη του γυναίκα – γιος του Oνησίφορους, του μεγαλύτερου γιου του, αλλά η μάνα του ήταν άλλη μια από κείνες που κανένας δεν την είδε ποτές να κυκλοφορεί έξω.
 
Τώρα που μιλάμε ο Μπάρναμπας έχει σχεδόν αλλάξει εντελώς. Δεν μπορεί να κλείσει πια τα μάτια του, κι έχει αλλάξει εντελώς μορφή. Λεν’ ότι ’ξακολουθεί να φοράει ρούχα, αλλά ότι όπου να ’ναι θα φύγει για το νερό. Μπορεί και να το δοκίμασε κιόλας – κατά καιρούς κατεβαίνουνε κει κάτω για σύντομα διαστήματα πριν αναχωρήσουνε για τα καλά. Έχει να εμφανιστεί δημόσια για κάπου δέκα χρόνια τώρα. Αναρωτιέμαι πώς να αιστάνεται κείνη η φουκαριάρα η κυρά του – ελόγου της είναι απ’ το Ίπσγουιτς και μόνο που δεν λυντσάρισαν τον Μπάρναμπας όταν της έκανε κόρτε πριν πενήντα τόσα χρόνια. Ο Όμπεντ τα ’χε τινάξει από το ’78, κι όλη η υπόλοιπη γενιά δεν υπάρχει πια -τα παιδιά της πρώτης γυναίκας του πεθάνανε, κι όσο για τα υπόλοιπα… ένας Θεός ξέρει..
 
Ε, συ, γιατί δε λες κάτι; Πώς θα σου φαινότανε να ζεις σε μια πόλη σαν και τούτη, με τα πάντα να σαπίζουνε και να πεθαίνουνε, και με φυλακισμένα τέρατα να σέρνουνται και να βελάζουνε και να ξερογαβγίζουνε και να χοροπηδάνε σε μαύρα κελάρια και σε σοφίτες προς όποια μεριά κι αν γυρίσεις; Ε, για πες μου. Πώς θα σου φαινότανε ν’ ακούς τα ουρλιαχτά τη μια νυχτιά μετά την άλλη να βγαίνουνε απ’ τις εκκλησιές κι από την Αίθουσα του Δαγώνα, και να ξέρεις από πού προέρχονται μερικά από τα ουρλιαχτά αυτά; Πώς θα σου φαινότανε αν άκουγες τι έρχεται από κείνη τη φοβερή ξέρα κάθε Παραμονή Πρωτομαγιάς και κάθε Χάλλογουην; Ε, για πες μου! Νομίζεις ότι ο γέρος είναι τρελός, έτσι; Λοιπόν, παλικάρι μου, και δε σου ‘χω πει ακόμα ποιο ’ναι το χειρότερο.
 
Θες να μάθεις ποια ’ναι η αληθινή φρίκη, ε; Λοιπόν, είναι τούτη – δεν είναι τα όσα κάνανε οι ψαροδιαβόλοι, αλλά τα όσα μέλλει να κάνουνε! Φέρνουνε στην πόλη ζωντανά πράματα από κείνα τα βάθη όπου ζούνε, το κάνουνε δω και χρόνια, αν και το ’χουνε λιγοστέψει κάπως τώρα τελευταία. Κείνα τα σπίτια βόρεια απ’ το ποτάμι, ανάμεσα στην Κεντρική και την οδό Υδάτων, είναι φίσκα από δαύτα, απ’ αυτούς τους διαβόλους και τα όσα έχουνε φέρει μαζί τους – κι όταν θα ’ναι έτοιμοι… σ’ το λέω, όταν θα ’ναι έτοιμοι… έχεις ακούσει ποτέ να μιλάνε για τα σογκόθ; Έι, μ’ ακούς τι σου λέω; Ξέρω τι ’ναι αυτά τα πράματα, τα ’χω δει μια νύχτα όταν… αχ-αχχχ-αχ! Ε γιαχχχ…
 
Η φοβερή ξαφνικότητα της κραυγής και ο πέραν του ανθρώπινου τρόμος που υπήρχε στο ουρλιαχτό του γέρου σχεδόν μ’ έκαναν να λιποθυμήσω. Τα μάτια του, που κοιτούσαν πέρα από μένα προς τη δύσοσμη θάλασσα, είχαν κυριολεκτικά αρχίσει να πετάγονται έξω από τις κόγχες τους, ενώ το πρόσωπό του ήταν μια μάσκα φόβου άξια ελληνικής τραγωδίας. Καθώς γύριζα να δω τι έβλεπε, τα κοκαλιάρικα δάχτυλά του ήταν λες και πάσχιζαν να χωθούν με φοβερή δύναμη στον ώμο μου.
 
Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορώ να διακρίνω. Μονάχα την επερχόμενη φουσκονεριά, με ίσως κάποιους μικροκυματισμούς πιο τοπικούς από τις μακριές γραμμές των μεγάλων κυμάτων. Αλλά τώρα ο Ζάντοκ με ταρακουνούσε και γύρισα το κεφάλι προλαβαίνοντας να δω το παγωμένο από τον τρόμο πρόσωπό του να λιώνει σ’ ένα χάος από σπασμωδικά τικ βλεφάρων που έπαιζαν και χειλιών που μουρμούριζαν τρεμουλιαστά.
 
«Φύγε από δω! Φύγε από δω! Μας είδανε – φύγε αν αγαπάς τη ζωής σου! Μην σταθείς για τίποτες – το ξέρουν τώρα – τρέχα να γλιτώσεις – γλήγορα – φύγε μακριά από τούτη την πόλη» Άλλο ένα βαρύ κύμα έσπασε πάνω στη αποσαθρωμένη λιθοδομή της παλιάς αποβάθρας και άλλαξε τους ψιθύρους του ξετρελαμένου γέρου σ’ ένα ακόμη μη ανθρώπινο ουρλιαχτό που σου πάγωνε το αίμα. “Ε-γιααχχχχ!… Γιααααααα! ”
 
Πριν προλάβω να βάλω σε μια τάξη τις σκορπισμένες σκέψεις μου εκείνος είχε χαλαρώσει το σφίξιμό του στον ώμο μου και είχε αρχίσει να τρέχει σαν τρελός προς την ενδοχώρα και το δρόμο, παρακάμπτοντας όλο σκοντάμματα τον τοίχο της ερειπωμένης αποθήκης. Έριξα μια ματιά πίσω προς τη θάλασσα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα εκεί και όταν έφτασα στην οδό Υδάτων και κοίταξα πέρα προς το βορρά δεν απέμενε πια ούτε ένα ίχνος από τον Ζάντοκ Άλλεν.

Επιγραμματικά
 
»Έχω προσπαθήσει να υπαινιχθώ τι ήταν, μόνο και μόνο για ν’ αποφύγω την φρίκη του να το καταγράψω καθαρά με λόγια. Μα είναι δυνατό τούτος ο πλανήτης να έχει στ’ αλήθεια γεννήσει τέτοια πράγματα; Είναι δυνατόν ανθρώπινα μάτια να έχουν στ’ αλήθεια δει, σαν απτή πραγματικότητα, κάτι που ως τότε ο άνθρωπος γνώριζε στις πυρετικές φαντασιώσεις του και από αόριστους θρύλους; Ωστόσο τα είδα σαν ένα ατέλειωτο ποτάμι, πλαταγίζοντας, χοροπηδώντας και βελάζοντας, που έρρεε αποτρόπαια κάτω από το φασματικό φεγγαρόφωτο σαν μια γκροτέσκα και δαιμονική λιτανεία κάποιου φανταστικού εφιάλτη.
 
»Ήταν κυρίως γυαλιστερά και γλιστερά, αλλά οι προεξοχές στην ραχοκοκαλιά τους ήταν φολιδωτές. Οι μορφές τους ήταν αόριστα ανθρωποειδείς, ενώ τα κεφάλια τους ήταν ψαρίσια, με τερατώδη γουρλωτά μάτια που δεν έκλειναν ποτέ. Στα πλάγια του λαιμού τους πάλλονταν βράχια και τα μακριά τους δάχτυλα ήταν ενωμένα με μεμβράνες. Πήγαιναν με ένα ακανόνιστο χοροπηδηχτό τρόπο, άλλοτε στα δύο τους πόδια και άλλοτε στα τέσσερα.
 
Οι σαν κοάσματα και ξερογαβγίσματα φωνές τους, που χρησιμοποιούνταν σαφώς για έναρθρο λόγο, είχαν όλες τις σκοτεινές αποχρώσεις της έκφρασης που απουσίαζε από τα γουρλομάτικα μούτρα τους. Αλλά παρ’ όλο το τερατώδες της μορφής τους δε μου ήταν εντελώς άγνωστα. Ήταν οι ανίεροι, ψαροβάτραχοι που απεικονίζονταν στα ανώνυμα σχέδια -ζωντανά και φρικαλέα- και βλέποντας τα κατάλαβα τι μου είχε θυμίσει, τόσο επίφοβα εκείνος ο καμπουρωτός, διαδηματοφόρος ιερέας, στο σκοτεινό υπόγειο της εκκλησίας.
 
»Τα πλάσματα αυτά, είπαν στους Κανάκυς πως, αν ζευγαρωθούν μαζί τους, τα παιδιά τους θα μοιάζουν στην αρχή με ανθρώπους, αλλά όσο θα περνά ο καιρός θα μοιάζουνε όλο και περισσότερο με ‘κείνους, και στο τέλος θα έμπαιναν στο νερό για να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους εκεί κάτω. Φαίνεται πως όλοι τους είχαν στις φλέβες τους το αίμα των πλασμάτων του βυθού, όταν τους συνάντησε ο γερο-Όμπεντ. Όταν γέρναγαν κι άρχιζαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια, κρύβονταν από τον κόσμο και θέλανε να φύγουν και να βυθιστούν στο νερό.
 
Μερικοί δεν άλλαξαν ποτέ ολότελα για να μπορέσουν να ζήσουν στην θάλασσα, μα οι πιο πολλοί μεταλλάσσονταν όπως τους είχαν υποσχεθεί τα πλάσματα. Έτσι πολλοί άλλαζαν και έφευγαν, ενώ μερικοί μένανε άνθρωποι ακόμη και στα εβδομήντα τους, και δεν άφηναν το νησί παρά μόνο μερικές φορές που κατέβαιναν στη θάλασσα, τελείως δοκιμαστικά. Εκείνοι που είχαν φύγει στο νερό, γύριζαν μερικές φορές πίσω για να επισκεφτούν το νησί, ώστε πολύ συχνά θα μπορούσε κάποιος από τους ανθρώπους να συναντηθεί με τον προ-προ-πάππο του, ας πούμε, που είχε αφήσει τη στεριά πριν από διακόσια ή παραπάνω χρόνια. Δεν υπάρχει φυσικός θάνατος γι’ αυτούς. Αλλά μπορούν να σκοτωθούν.
 
»Ο Όμπεντ μου είπε πως ο Γουαλακέα του έδειξε πολλές από τις ιεροτελεστίες και τα άλλα παράξενα πράγματα που έκαναν μαζί με τα θαλάσσια πλάσματα, και τον άφησε να δει μερικούς από τους ντόπιους που είχε αλλάξει η μορφή τους. Όμως, για κάποιον άγνωστο λόγο, δεν του επέτρεψε να δει τα ίδια τα πλάσματα όταν έβγαιναν έξω από το νερό. Στο τέλος του χάρισε ένα παράξενο αντικείμενο, κάτι ακατονόμαστο, φτιαγμένο από μολύβι ή κάτι παρόμοιο, και του είπε πως το είχαν φέρει Αυτοί. Ο Όμπεντ έκλαψε από τρόμο, γιατί πάνω του υπήρχε σκαλισμένη η εικόνα του Θεού τους.
 
»Οι Αβυσσαίοι δεν θα μπορούσαν ποτέ να εξοντωθούν, έστω κι αν η αρχαία μαγεία των ΞΕΧΑΣΜΕΝΩΝ ΠΑΛΑΙΩΝ, μπορούσε να τους αναχαιτίσει. Προς το παρόν θα παρέμεναν σε αδράνεια, αλλά κάποια μέρα, θα αναδύονταν ξανά για τις θυσιαστήριες προσφορές που τόσο ποθούσε ο Μέγας Κθούλου. Την επόμενη φορά θα γινόταν σε κάποια πόλη μεγαλύτερη του Ίνσμουθ. Είχαν σχεδιάσει να εξαπλωθούν και είχαν καλέσει εκείνο που μπορούσε να τους βοηθήσει, αλλά τώρα θα έπρεπε να περιμένουν για μια ακόμη φορά.
 
Howard Phillips Lovecraft: The shadow over the Innsmouth (1931)

Με το να χαίρεται για τη χαρά μας, με το να πονάει για τον πόνο μας, γίνεται κάποιος φίλος

Έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ ότι δεν είναι δύσκολο να βρούμε ανθρώπους που να θέλουν να συμπάσχουν στα βάσανά μας, αλλά είναι εξαιρετικά σπάνιο να βρεθεί κάποιος που να χαρεί ειλικρινά με τους θριάμβους μας. Ένας τέτοιος φίλος, κατά τον συγγραφέα του Πορτρέτου του Ντόριαν Γκρέυ, θα ήταν πάρα πολύ λεπτός χαρακτήρας.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να συμμεριστούν οι άλλοι τη χαρά της επιτυχίας; Προφανώς επειδή ενεργοποιείται αμέσως ο μηχανισμός της σύγκρισης. Αντί να πανηγυρίσει για το καλό νέο, ο συνομιλητής αναρωτιέται: Και γιατί όχι εγώ;

Οι αληθινοί φίλοι υπογράφουν σύμφωνο ευγένειας σε όλα τα στάδια της ανθρώπινης μοίρας.

Σχετικά με αυτό, ο Βολταίρος, ο οποίος έζησε έναν αιώνα πριν από τον Νίτσε, έλεγε: «Η φιλία είναι ένα σιωπηρό συμβόλαιο μεταξύ δύο ευαίσθητων και ενάρετων ανθρώπων. Λέω ευαίσθητων, επειδή ένας μοναχός ή ένας ερημίτης μπορεί να είναι καλοί άνθρωποι αλλά να μη γνωρίζουν τη φιλία. Λέω ενάρετων, επειδή οι κακοποιοί έχουν απλώς συνεργούς – οι φιλήδονοι, συντρόφους στη σχόλη- οι άπληστοι, συνεταίρους – οι πολιτικοί μαζεύουν γύρω τους οπαδούς – οι τεμπέληδες έχουν σχέσεις, και οι άρχοντες αυλικούς – αλλά μόνο τα ενάρετα άτομα έχουν φίλους».

Στο τέλος, η εσωτερική φτώχεια προκαλεί και την εξωτερική

Έτσι, προκύπτει πως είναι σοφότερο να φροντίζει κάνεις για τη διατήρηση της υγείας του και την ανάπτυξη των ικανοτήτων του παρά για την απόκτηση πλούτου, κάτι που πάντως δεν πρέπει να οδηγήσει στην παρερμηνεία ότι θα έπρεπε κανείς να παραμελήσει τα αναγκαία και προσήκοντα στη ζωή του. Αλλά αληθινά πλούτη, δηλαδή υπεραφθονία, ελάχιστα μπορούν να συμβάλουν στην ευτυχία μας.

Γι’ αυτό πολλοί πλούσιοι νιώθουν δυστυχισμένοι, γιατί δεν έχουν πραγματική πνευματική μόρφωση, δεν έχουν γνώσεις, κι έτσι δεν έχουν ένα οποιοδήποτε αντικειμενικό ενδιαφέρον που θα τους καθιστούσε ικανούς ν’ ασχοληθούν με πνευματικά πράγματα.

Γιατί ό,τι μπορούν να προσφέρουν τα πλούτη, πέρα από την ικανοποίηση των πραγματικών και φυσικών αναγκών, επηρεάζει ελάχιστα την ευχάριστη διάθεσή μας· πιο πολύ τη διαταράσσει μέσα από τις πολλές και αναπόφευκτες έγνοιες που δημιουργεί η διατήρηση μιας μεγάλης περιουσίας. Εν τούτοις οι άνθρωποι προσπαθούν χίλιες φορές πιο πολύ ν’ αποκτήσουν πλούτη παρά πνευματική μόρφωσή.

Ενώ είναι βέβαιο πως το τι είναι κανείς συμβάλλει στην ευτυχία του πολύ περισσότερο από το τι έχει. Έτσι βλέπουμε κάποιον πολυάσχολο να μοχθεί από το πρωί ως το βράδυ, ακατάπαυστα σαν τις μέλισσες, για να μεγαλώσει τα ήδη υπάρχοντα πλούτη του. Πέρα από τον στενό ορίζοντα του χοίρου των μέσων που χρειάζονται για τον σκοπό αυτό, δεν ξέρει τίποτα· το πνεύμα του είναι κενό και επομένως δεν είναι επιδεκτικός για τίποτε άλλο. Οι υψηλότερες απολαύσεις, oι πνευματικές, του είναι απρόσιτες· με τις σύντομες αισθησιακές απολαύσεις, που κοστίζουν λίγο χρόνο αλλά πολλά χρήματα, και τις οποίες επιτρέπει στον εαυτό του από καιρό σε καιρό, προσπαθεί μάταια ν’ αντικαταστήσει εκείνες τις άλλες. Στο τέλος της ζωής του, σαν αποτέλεσμα της ζωής του, αν η τύχη του ήταν καλή, έχει πράγματι να παρουσιάσει ένα σωρό λεφτά, τα οποία αφήνει στους κληρονόμους του για να τ’ αυξήσουν κι άλλο ή να τα σπαταλήσουν. Μια τέτοια σταδιοδρομία, αν και πορεμένη με σοβαρούς και σπουδαιοφανείς τρόπους και ύφος, είναι επομένως το ίδιο ανόητη όπως και η σταδιοδρομία κάποιου που είχε σαν σύμβολο τον σκούφο του γελωτοποιού.

Αυτό λοιπόν που έχει κανένας στον ίδιο του τον εαυτό είναι το πιο σημαντικό για την ευτυχία του. Μόνο που επειδή κατά κανόνα είναι κάπως λίγο, οι περισσότεροι από εκείνους που έχουν ξεπεράσει τον αγώνα για τις βασικές βιοτικές ανάγκες νιώθουν στην ουσία το ίδιο δυστυχισμένοι όσο και αυτοί που ακόμα παιδεύονται. Το κενό μέσα τους, το άχρωμο, ανιαρό της συνείδησής τους, η φτώχεια του πνεύματός τους, τους οδηγεί σε συντροφιές που όμως αποτελούνται από όμοιους. Γιατί similis simili gaudet [το όμοιο συναναστρέφεται με το όμοιο- πρβλ. και Όμηρος, Οδύσσεια ρ 218]. Και από κοινού επιδίδονται στο κυνήγι της εφήμερης ψυχαγωγίας, που καταρχήν την αναζητούν σε αισθησιακές απολαύσεις, σε κάθε λογής διασκεδάσεις και τελικά σε παρεκτροπές. Η πηγή της φοβερής σπατάλης με την οποία κάποιος γόνος πλούσιας οικογένειας καταναλώνει τη μεγάλη κληρονομιά που του αναλογεί μέσα σε συχνά απίστευτα σύντομο χρονικό διάστημα, δεν είναι πράγματι καμία άλλη από την πλήξη η οποία απορρέει από την πνευματική φτώχεια και κενότητα για την οποία μιλήσαμε.

Ένας τέτοιος νεαρός- μπαίνει στον κόσμο εξωτερικά μεν πλούσιος, εσωτερικά όμως φτωχός, και θέλοντας να τα παίρνει όλα απ’ έξω, προσπαθεί μάταια ν’ αντικαταστήσει με τα εξωτερικά πλούτη τα εσωτερικά — όπως οι γέροι που προσπαθούν να πάρουν δυνάμεις μέσα από το άχνισμα νεαρών κοριτσιών. Στο τέλος, η εσωτερική φτώχεια προκαλεί και την εξωτερική.

Arthur Schopenhauer, Το ασήμαντο αιώνια επαινούν

Η ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ. Γιατί το να περιμένουμε χωρίς να κάνουμε τίποτα είναι μαρτύριο

Η προτίμηση της δράσης εκδηλώνεται κυρίως μπροστά σε μια πρωτόγνωρη συγκεχυμένη κατάσταση.

Η πλάνη αυτή παρατηρείται στα πιο μορφωμένα άτομα. ‘Ένας γιατρός έχει μπροστά του έναν ασθενή με συγκεχυμένα κλινικά συμπτώματα. Μην ξέροντας αν πρέπει να παρέμβει η όχι, δηλαδή να του γράψει ένα φάρμακο η να περιμένει, έχει την τάση να διαλέγει τη συνταγή, όχι για οικονομικούς λόγους, αλλά απλώς διότι παρακινείται από την προτίμηση της δράσης.

Από που προέρχεται αυτή η στάση μας; Την εποχή που οι άνθρωποι ήταν κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες η δράση ήταν πιο επικερδής από τη σκέψη. Η γρήγορη αντίδραση ήταν ζήτημα επιβίωσης. Και η σκέψη μπορούσε να αποβεί μοιραία. Όταν οι πρόγονοί μας έβλεπαν να ξεπροβάλλει στην άκρη του δάσους μια σιλουέτα που έμοιαζε πολύ με τίγρη με κοφτερά δόντια, δεν κάθονταν σε έναν βράχο, όπως ο Σκεπτόμενος του Ροντέν, για να στοχαστοὐν πάνω στην ταξινόμηση των ειδών. Το έβαζαν στα πόδια. Είμαστε όλοι απόγονοι αυτών των ανθρώπων, που αντιδρούσαν άμεσα για να αποφύγουν τον κίνδυνο. Όμως ο σημερινός μας κόσμος είναι τελείως διαφορετικός – ανταμείβει αυτούς που σκέφτονται δυο φορές προτού δράσουν. Μια επανεκπαίδευση που μας είναι πολύ επίπονη.

Δε λαμβάνετε καμία διάκριση, κανένα μετάλλιο, κανένα άγαλμα με το όνομά σας αν πάρετε τη σωστή απόφαση διαλέγοντας την αναμονή για το καλό της εταιρείας, του κράτους, της ανθρωπότητας. Αντιθέτως, αν δείξετε αποφασιστικότητα, δράσετε αμέσως και δείτε την κατάσταση να βελτιώνεται (ίσως εντελώς τυχαία), έχετε όλες τις πιθανότητες να δεχτείτε τιμές στην πλατεία του χωριού σας η να ανακηρυχτείτε «καλύτερος συνεργάτης της χρονιάς». Η κοινωνία προτιμά την απερίσκεπτη δράση από τη στοχαστική αναμονή.

Συμπέρασμα: Στις δύσκολες η πρωτόγνωρες καταστάσεις κινούμαστε από την παρόρμηση να κάνουμε κάτι, είτε συμβάλλουμε στη βελτίωση της κατάστασης είτε όχι. Έπειτα αισθανόμαστε πολύ καλύτερα, ακόμα κι αν δεν υπήρξε καμία βελτίωση. Συχνά, μάλιστα, η κατάσταση έχει χειροτερέψει. Με δυο λόγια, έχουμε την τάση να ενεργούμε πολύ γρήγορα και πολύ συχνά. Συνεπώς, αν είστε μέσα σε ομίχλη, μην κάνετε τίποτα προτού μπορέσετε να δείτε πιο καθαρά. Συγκρατηθείτε και μη δράσετε. «Όλη η ανθρώπινη δυστυχία προέρχεται από ένα και μοναδικό πράγμα, το ότι δεν ξέρουμε να μένουμε ήσυχοι σε ένα δωμάτιο» έγραφε ο Μπλάιζ Πασκάλ. Για τον ίδιο, το δωμάτιο αυτό ήταν το γραφείο του.

ΡΟΛΦ ΝΤΟΜΠΕΛΛΙ, Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

Διότι όλη η διάρκεια της ζωής του ανθρώπου δεν φαίνεται μεγαλύτερη από μια νύχτα

Ας σκεφτούμε όμως με την ακόλουθη συλλογιστική, ότι δηλαδή υπάρχουν πολλές πιθανότητες ο θάνατος να είναι αγαθό- ο θάνατος εντέλει είναι ένα από τα δυο: ή οδηγεί στην ανυπαρξία και στην παντελή έλλειψη αίσθησης εκ μέρους του νεκρού, ή σύμφωνα με τα λεγόμενα κατά το θάνατο επέρχεται μια μεταβολή και μια μετεγκατάσταση της ψυχής από τον εδώ τόπο στον επέκεινα. Κι αν ο θάνατος συνεπάγεται την έλλειψη αίσθησης, κάτι δηλαδή σαν ύπνος, στον οποίο όποιος παραδίδεται κανένα όνειρο δε βλέπει, τότε θα ήταν κέρδος μεγάλο. Γιατί εγώ νομίζω ότι, αν κάποιος έπρεπε να διαλέξει μια νύχτα, όπου κοιμήθηκε χωρίς να δει κανένα όνειρο, και αν προς αυτή τη νύχτα αντιπαραβάλει όλες τις άλλες μέρες και νύχτες της ζωής του, να σκεφτεί και να πει πόσες μέρες και νύχτες πέρασε στη ζωή του καλύτερες και πιο ευχάριστες από αυτή νομίζω ότι όχι μόνο απλός πολίτης αλλά και ο Μεγάλος Βασιλιάς θα τις έβρισκε ελάχιστες σε σύγκριση προς τις άλλες. Αν επομένως τέτοιος είναι ο θάνατος, εγώ βεβαίως τον θεωρώ κέρδος διότι όλη η διάρκεια της ζωής του ανθρώπου δε φαίνεται μεγαλύτερη από μια νύχτα. Αν πάλι ο θάνατος είναι μια κάποια αποδημία από τη γη σε άλλο τόπο, και αν είναι αληθινά όσα λέγονται ότι εκεί τάχα βρίσκονται όλοι οι πεθαμένοι, ποιο αγαθό μεγαλύτερο θα μπορούσε να υπάρξει από αυτό, άνδρες δικαστές;

Γιατί, αν κάποιος απαλλαγεί από αυτούς εδώ που παριστάνουν τους δικαστές και φτάσει στον Άδη, θα βρει τους αληθινούς δικαστές που κατά την παράδοση δικάζουν εκεί: τον Μίνωα, τον Ραδάμανθυ, τον Αιακό και τον Τριπτόλεμο, και τους άλλους ημίθεους που υπήρξαν δίκαιοι στη ζωή τους- άραγε θα ήταν άσχημη μια τέτοια εκδημία; Άραγε πόσα θα ήταν διατεθειμένος να καταβάλει κανείς, προκειμένου να κάνει παρέα με τον Ορφέα, τον Μουσαίο, τον Ησίοδο και τον Όμηρο;

Τώρα, όσο με αφορά, πολλές φορές επιθυμώ να πεθάνω, αν αυτά είναι αληθινά. Για μένα άλλωστε η εκεί διαμονή θα ήταν ξεχωριστή, ιδιαίτερα όσες φορές τύχαινε να συναντήσω τον Παλαμήδη και τον Αίαντα, τον γιο του Τελαμώνα και οποιονδήποτε άλλον από τους παλιούς ήρωες που έπεσαν θύματα άδικης κρίσης. Και θα ήταν εξαιρετικά ευχάριστο για μένα να αντιπαραβάλω τα δικά μου παθήματα προς τα δικά τους. Και το πιο ενδιαφέρον να περνώ τη ζωή μου εξετάζοντας και ελέγχοντας τους εκεί, όπως τους εδώ, ποιος δηλαδή από αυτούς είναι σοφός και ποιος, ενώ δεν είναι, φαντάζεται πως είναι. Τα πάντα θα έδινε κανείς, άνδρες δικαστές, να εξετάσει εκείνον που ηγήθηκε της μεγάλης στρατιάς εναντίον της Τροίας, τον Αγαμέμνονα, ή τον Οδυσσέα ή τον Σίσυφο ή μύριους άλλους, που θα μπορούσε να αναφέρει κανείς, άνδρες και γυναίκες.

Η υπέρτατη ευδαιμονία για κάποιον θα ήταν να συναναστραφεί μαζί τους, να συζητήσει και να τους ρωτήσει. Οπωσδήποτε οι ένοικοι του Άδη δεν καταδικάζουν σε θάνατο κάποιον που έχει ως αποστολή τον ηθικό έλεγχο των ανθρώπων αλλά και ως προς τα άλλα οι του κάτω κόσμου είναι ευτυχέστεροι από τους εδώ ανθρώπους, και τον υπόλοιπο χρόνο παραμένουν αθάνατοι, αν βέβαια όσα λέγονται αληθεύουν.

Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους

WAYNE DYER: Η έννοια της υπαρξιακής μοναξιάς

Συνειδητοποιώντας τη μοναδικότητα σου μέσα στον κόσμο, θα αναγκαστείς να δεχτείς ότι είσαι πάντα μόνος. Ναι, μόνος!

Κανείς άλλος δεν μπορεί ποτέ να αισθανθεί όπως αισθάνεσαι εσύ, είτε βρίσκεσαι ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους, είτε κάνεις έρωτα με κάποιον, είτε βρίσκεσαι μόνος σου, κλεισμένος σ’ ένα δωμάτιο. Η αναπόδραστη «υπαρξιακή μοναξιά» σου σημαίνει ότι η ανθρώπινη ύπαρξή σου είναι αναπόδραστα θεμελιωμένη πάνω στο γεγονός ότι υπάρχεις μόνος σου, με τα μοναδικά συναισθήματα και τις σκέψεις σου.

Η αναγνώριση της υπαρξιακής μοναξιάς σου μπορεί να είναι κάτι οριακά απελευθερωτικό ή απόλυτα υποδουλωτικό, ανάλογα με το πώς αποφασίζεις να τη χρησιμοποιήσεις. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν αλλάζει. Μπορείς, ωστόσο, να την κάνεις μια απελευθερωτική εμπειρία, βάζοντάς την να δουλέψει για λογαριασμό σου.

Δείτε την περίπτωση του Ραλφ, ενός διευθυντικού στελέχους σαράντα έξι χρόνων.

Η συνάντηση του Ραλφ με την πραγματικότητα της υπαρξιακής του μοναξιάς ήρθε ξαφνικά. Μου διηγήθηκε ότι καθόταν ένα βράδυ στο σαλόνι του σπιτιού του και κοίταζε τη γυναίκα του, που διάβαζε την εφημερίδα της απορροφημένη, αγνοώντας τον στρόβιλο των σκέψεων μέσα στο κεφάλι του. Ξαφνικά αισθάνθηκε μέσα του το αλλόκοτο συναίσθημα πως αυτόν τον άνθρωπο, που ζούσε μαζί του επί είκοσι τέσσερα χρόνια, δεν τον γνώριζε καν, πως ήταν σαν μια ξένη, που καθόταν στο σαλόνι του. Έτσι συνειδητοποίησε για πρώτη φορά πως το πρόσωπο αυτό δε θα γνώριζε ποτέ τις εσωτερικές σκέψεις του Ραλφ.

Το συναίσθημα αυτό ήταν πολύ εξωπραγματικό για τον Ραλφ και, μην ξέροντας τι να το κάνει, κατέληξε να έρθει να με συμβουλευτεί. Στις πρώτες συναντήσεις μας αισθανόταν πως έπρεπε κάτι να κάνει γι’ αυτό, να χωρίσει δηλαδή ή να φύγει. Όταν πλησίασε όμως, τη θεμελιακή αλήθεια του τι σημαίνει να είσαι ανθρώπινο πλάσμα, έμαθε να βλέπει αυτή την υπαρξιακή μοναξιά του από μια εντελώς διαφορετική σκοπιά – μια σκοπιά απελευθερωτική αν θέλετε. Δεδομένου ότι η γυναίκα του δε θα αισθανόταν ποτέ αυτό που αισθανόταν αυτός, μπορούσε να πάψει να της ζητά να τον καταλαβαίνει και να «είναι μαζί του» πάντοτε. Ταυτόχρονα συνειδητοποίησε πως η γυναίκα του ήταν κι αυτή υπαρξιακά μόνη και πως μπορούσε ν’ ανακουφιστεί από το βάρος τής προσπάθειας να είναι «ένα» μαζί της και να νιώθει όπως κι εκείνη, πράγμα που του δημιουργούσε ανώφελη ενοχή, όταν δεν τα κατάφερνε. Εξοπλισμένος με τη γνώση αυτή μπορούσε να σταματήσει πια αυτή τη θανάσιμη και αυτοδιαλυτική αναζήτηση ενός ανθρώπου, που θα αισθανόταν όμοια μ’ αυτόν. Μπορούσε, δηλαδή, να αρχίσει να κινεί μόνος του τα νήματά του. Παράλληλα, μπορούσε να εγκαταλείψει τις ανεδαφικές προσδοκίες του από τη γυναίκα του και να την ξαλαφρώσει κι εκείνη.

Μέσα σε ελάχιστο διάστημα ο Ραλφ αισθάνθηκε ξαναγεννημένος — μόνο και μόνο επειδή ελευθερώθηκε από την παράλογη απαίτηση να συγκατοικήσει με κάποιον άλλον, μέσα στο μοναδικό σώμα και πνεύμα του.

Έχει σημασία να δούμε πώς θα μπορούσε ο Ραλφ να μετατρέψει αυτή τη συνειδητοποίηση της υπαρξιακής μοναξιάς σε καταστροφή, όπως το κάνουν πολλοί, λέγοντας μέσα τους πως είναι αιχμάλωτοι της ανθρώπινης μοίρας τους και ότι ποτέ κάνεις δε θα τους καταλάβει. Ήδη. πριν έρθει να με δει, συνήθιζε να παραπονιέται ότι η γυναίκα του «δεν τον καταλαβαίνει» και η ξαφνική του διαίσθηση, ότι ήταν κατά κάποιο τρόπο μια «ξένη», θα μπορούσε να επιδεινώσει τη συμπεριφορά αυτή και να κάνει την κατάσταση αφόρητη. Καθώς, όμως, εξετάζαμε μαζί την υπαρξιακή μοναξιά, ο Ραλφ συνειδητοποίησε πόσο μάταιο ήταν να προσπαθεί να ενώσει κάποιον εσωτερικά μαζί του και ότι, ενώ είναι δυνατό οι άνθρωποι να μοιραστούν πολλά πράγματα και να έρθουν πολύ κοντά, η καθαρή αλήθεια είναι ότι δεν μπορούν να γνωριστούν παρά επιφανειακά. Η εσωτερική ύπαρξη του καθενός είναι απρόσιτη, εξαιτίας αυτής ακριβώς της ανθρώπινης υπόστασής του.

Η υπαρξιακή μοναξιά μπορεί ν’ αποτελέσει πηγή μεγάλης δύναμης, όσο και πηγή μεγάλων διαταραχών. Κάθε φορά που νιώθετε τον πειρασμό να χρησιμοποιήσετε τη ζωή των άλλων σαν πρότυπο για τη δίκη σας, θυμηθείτε τι έγραφε ο Νορβηγός δραματουργός του 19ου αιώνα Ερρίκος Ίψεν: «Ο πιο δυνατός άνθρωπος στον κόσμο είναι εκείνος που είναι πιο μόνος».

Αυτό μπορείτε να το ερμηνεύσετε σαν μια στάση εγωιστική και αντικοινωνική ή μπορεί να εξετάσετε τι υπαγορεύουν οι παράμετροι της δικής σας πραγματικότητας. Το γεγονός είναι ότι οι άνθρωποι που επηρέασαν πιο πολύ την ανθρωπότητα, που βοήθησαν το μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων, είναι αυτοί που προτίμησαν να συμβουλευτούν τα προσωπικά τους συναισθήματα, αντί να κάνουν αυτό που τους έλεγαν οι άλλοι να κάνουν. Από την άποψη αυτή, δύναμη σημαίνει να πάψεις να προσπαθείς να κάνεις τους άλλους να αισθανθούν αυτό που αισθάνεσαι εσύ και να υποστηρίζεις αυτό που πιστεύεις.

Για να ξαναγυρίσω στον πρώην πελάτη μου, το Ραλφ: εξακολουθεί να θυμάται τη στιγμή εκείνη στο σαλόνι του σπιτιού του σαν μια από τις πιο σημαντικές της ζωής του, γιατί όχι μόνο τον ώθησε στη συμβουλευτική θεραπεία και του έδωσε την ελευθερία να σταματήσει τη μόνιμη, αλλά εντελώς ανώφελη προσπάθεια του να κάνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του να αισθανθούν όπως εκείνος, αλλά του έδωσε και τη δύναμη να είναι ο εαυτός του, μ’ έναν τρόπο πιο ισχυρό και θετικό. Εξακολουθεί να πιστεύει ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι απόλυτα αυτόνομος, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει σαν αντικοινωνικός ερημίτης· τώρα, όμως, ξέρει ακόμη, έχοντάς το βιώσει, ότι μέσα μας είμαστε νησιά μοναδικά και πως, όταν συνειδητοποιήσουμε την ιδέα αυτή, μπορούμε -αν θέλουμε – να χτίσουμε γέφυρες προς τους άλλους, αντί να στήνουμε φράγματα, απογοητευμένοι κάθε φορά που διαπιστώνουμε ότι οι άλλοι δεν είναι σαν κι εμάς.

ΓΟΥΑΙΗΝ ΝΤΥΕΡ, ΝΑ ΚΙΝΕΙΣ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΝΗΜΑΤΑ

Βρείτε μόνοι σας τα δικά σας «πρέπει»

Υπάρχει μια μικρή λέξη, που την επινόησε ο Άλμπερτ Έλλις, η οποία αναφέρεται στην τάση να ενσωματώνουμε τα «πρέπει» στη ζωή μας. Είναι η λέξη «πρεπισμός». Είστε «πρεπιστές» κάθε φορά που ανακαλύπτετε πως συμπεριφέρεστε με τρόπο που νομίζετε ότι πρέπει, έστω κι αν προτιμάτε κάποιου άλλου είδους συμπεριφορά. Η Κάρεν Χόρνεϋ, η εξαίρετη ψυχίατρος, στο βιβλίο της Νεύρωση και ανθρώπινη ωρίμανση, αφιέρωσε ένα ολόκληρο κεφάλαιο σ’ αυτό το θέμα με τίτλο «Η τυραννία του πρέπει»:

«Τα “πρέπει” δημιουργούν πάντα ένα συναίσθημα έντασης, που γίνεται ακόμη μεγαλύτερο, όσο το άτομο προσπαθεί να πραγματώσει αυτά τα ‘’πρέπει’’ στη συμπεριφορά του… Επιπλέον, τα ‘’πρέπει’’ συμβάλλουν πάντα στη διατάραξη των ανθρώπινων σχέσεων με τον έναν ή τον άλλο τρόπο».

Τα «πρέπει» λοιπόν καθορίζουν τόσο πολύ τη ζωή σας; Νιώθετε ότι πρέπει να είστε ευγενικοί με τους συναδέλφους σας, ότι πρέπει να υποστηρίζετε το/τη σύζυγό σας, να βοηθάτε τα παιδιά σας και να εργάζεστε πάντα σκληρά; Κι αν κάποια φορά αποτύχετε σ’ ένα από αυτά τα «πρέπει», κατηγορείτε τον εαυτό σας και φτάνετε σ’ αυτή την ένταση και ταραχή που υπαινίσσεται παραπάνω η Κάρεν Χόρνεϋ; Αλλά αυτά τα «πρέπει» ίσως να μην είναι δικά σας. Αν πράγματι ανήκουν σε άλλους κι εσείς απλώς τα δανειστήκατε, τότε ανήκετε στους «πρεπιστές».

Υπάρχουν ακριβώς τόσα «δεν πρέπει», όσα και «πρέπει». Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται: Δεν πρέπει να θυμώνεις, να είσαι σκληρός, επιπόλαιος, ανόητος, θλιμμένος, επιθετικός κ.ά. Αλλά για τίποτε στον κόσμο δεν υποχρεούστε να αποδεχθείτε τον «πρεπισμό». Μπορείτε κάλλιστα να μην είστε ψύχραιμοι ή να μην καταλαβαίνετε κάτι. Σας επιτρέπεται να είστε αναξιοπρεπείς, αν θέλετε. Κανείς δεν θα σας βαθμολογήσει, ούτε πρόκειται να σας τιμωρήσει, επειδή δεν είστε αυτό που οι άλλοι λένε ότι θα ‘πρεπε να είστε. Άλλωστε, δεν μπορεί να είστε ό, τι δεν θέλετε. Δεν είναι δυνατόν. Γι’ αυτό οποιοδήποτε «πρέπει» σας δημιουργεί υπερένταση, αφού δεν είστε ικανοί να ικανοποιήσετε τις λαθεμένες προσδοκίες των άλλων. Η υπερένταση δεν προκύπτει από την αναξιοπρεπή, μη υποστηρικτική, αδιάκριτη συμπεριφορά σας, αλλά από την επιβολή του «πρέπει».

Η εθιμοτυπία ως «πρέπει»

Η εθιμοτυπία είναι ένα καλό παράδειγμα του ανώφελου και επιζήμιου καθωσπρεπισμού. Σκεφτείτε όλους αυτούς τους δίχως νόημα, ασήμαντους κανόνες που σας ενθάρρυναν να υιοθετήσετε, μόνο και μόνο επειδή είναι γραμμένοι σε κάποια βιβλία καλής συμπεριφοράς: Να τρώτε βαστώντας το μαχαίρι και το πιρούνι έτσι κι όχι αλλιώς, πάντα να περιμένετε την οικοδέσποινα προτού αρχίσετε να τρώτε, κάντε τις συστάσεις του κυρίου προς την κυρία, καθήστε σ’ αυτή την πλευρά της εκκλησίας την ώρα ενός γάμου, να φοράτε αυτά τα ρούχα, να χρησιμοποιείτε αυτές τις λέξεις. Μη συμβουλεύεστε τον εαυτό σας, αλλά τα βιβλία καλής συμπεριφοράς. Ενώ οι καλοί τρόποι είναι αναμφίβολα κάτι σωστό – το μόνο που απαιτούν είναι σεβασμό στους άλλους – το 90% όλων των κανόνων «καλής συμπεριφοράς» είναι ανόητοι κι επιβλήθηκαν αυθαίρετα. Δεν υπάρχουν «καλοί» τρόποι, υπάρχει μόνο αυτό που εσείς θεωρείτε σωστό – εφ’ όσον δεν κάνετε δύσκολη τη ζωή των άλλων. Μπορείτε εσείς να διαλέξετε πως θα συστήσετε δυο ανθρώπους μεταξύ τους, τι φιλοδώρημα θα δώσετε, τι ρούχα θα φορέσετε, πως θα μιλήσετε, που θα καθήσετε, πώς θα φάτε κ.τ.λ., έχοντας ως μοναδική αφετηρία τη δική σας επιθυμία. Κάθε φορά που πέφτετε στην παγίδα του «Τι θα πρέπει να φορέσω;» ή «Τι πρέπει να κάνω;» εγκαταλείπετε ένα μεγάλο μέρος του εαυτού σας. Δεν θέλω να πω εδώ ότι πρέπει να γίνετε κοινωνικοί επαναστάτες, μια που κάτι τέτοιο θα ‘ταν μια μορφή αναζήτησης της έγκρισης μέσω του αντικομφορμισμού. Σας καλώ να είστε περισσότερο ο εαυτός σας παρά να κατευθύνεστε από τους άλλους στον τρόπο που ζείτε καθημερινά. Το να είστε αληθινοί με τον εαυτό σας σημαίνει ν’ απαλλαγείτε από την ανάγκη κάποιου εξωτερικού συστήματος υποστήριξης.

Αντισταθείτε στον καθωσπρεπισμό και τις παραδόσεις όταν σας επηρεάζουν αρνητικά

Η πρόοδος, η δική σας και όλου του κόσμου, εξαρτάται μάλλον από παράλογους ανθρώπους, από άτομα που δεν προσαρμόζονται στην κοινωνία και αποδέχονται καθετί. Η πρόοδος γενικά συντελείται από τους ανανεωτές, απ’ αυτούς που απορρίπτουν τις συμβατικότητες και δημιουργούν το δικό τους κόσμο. Με σκοπό να περάσουμε από την απλή μίμηση των άλλων στη δράση, θα πρέπει να μάθουμε ν’ αντιστεκόμαστε στον καθωσπρεπισμό και τις επιταγές του κομφορμισμού. Για να λειτουργήσουμε αποτελεσματικά, η αντίδραση στον καθωσπρεπισμό πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Μπορεί μερικοί να σας θεωρούν ανυπότακτους, και αυτό είναι το τίμημα που θα πληρώσετε επειδή σκέφτεστε για τον εαυτό σας. Μπορεί να σας χαρακτηρίσουν αδιάφορο, να σας πουν εγωιστή ή επαναστάτη – βαρύτατη επιτίμηση για πολλούς φυσιολογικούς ανθρώπους – και ίσως να σας εξοστρακίσουν. Μερικοί άνθρωποι δεν θα δεχθούν πρόθυμα την αντίστασή σας σε κανόνες που οι ίδιοι υιοθέτησαν. Θ’ ακούσετε το παλιό επιχείρημα: «Τι θα γίνει αν όλοι οι άνθρωποι αποφασίσουν να ακολουθούν κανόνες που οι ίδιοι επιλέγουν; Τι είδους κοινωνία θα έχουμε τότε;» Φυσικά, η απλή απάντηση είναι πως δεν πρόκειται όλοι να το κάνουν αυτό. Η προσκόλληση των περισσότερων ανθρώπων σε εξωτερικά στηρίγματα και σε «πρέπει» απαγορεύει μια τέτοια στάση.

Αυτά που συζητάμε εδώ δεν έχουν καμιά σχέση με τον αναρχισμό. Κανείς δεν θέλει να γκρεμίσει την κοινωνία, αλλά πολλοί από μας θα ήθελαν να προσφέρουν στο άτομο περισσότερη ελευθερία μέσα στην κοινωνία – απελευθέρωση από τα παράλογα «πρέπει».

Αυτό για το οποίο αγωνιζόμαστε είναι η επιλογή, δηλαδή η ικανότητα να είναι κανείς ελεύθερος από τη δουλική νοοτροπία της σταθερής προσκόλλησης στα «πρέπει». Δεν χρειάζεται να είστε πάντα αυτό που η κουλτούρα σας απαιτεί να είστε. Αν είστε έτσι και νιώθετε ανίκανοι να είστε αλλιώς, τότε στην πραγματικότητα είστε οπαδοί, ανήκετε στο κοπάδι που επιτρέπει στους άλλους να κατευθύνουν την πορεία του. Το να καθοδηγείτε τη ζωή σας σημαίνει να έχετε ευελιξία και να έχετε επανειλημμένα αξιολογήσει πόσο σωστά λειτουργεί ένας κανόνας σε μια ορισμένη προσωπική στιγμή. Στ’ αλήθεια, είναι συχνά πιο εύκολο ν’ ακολουθείς, να εκτελείς τυφλά αυτό που σου λένε, αλλά από τη στιγμή που θα καταλάβεις ότι οι κανόνες έγιναν για να σε υπηρετούν κι όχι για να τους υπηρετείς, μπορείς ν’ αρχίσεις να εκμηδενίζεις τα «πρέπει».

Αν μάθετε ν’ αντιστέκεστε στον καθωσπρεπισμό, θα γίνετε ένα άτομο που ξέρει ν’ αδιαφορεί. Άλλοι μπορεί να συνεχίζουν να υπακούν, έστω κι αν αυτό τους πληγώνει, και θα πρέπει να μάθετε να τους επιτρέπετε μια τέτοια εκλογή. Δεν χρειάζεται θυμός, μόνο εμπιστοσύνη στις πεποιθήσεις σας.

Αντίσταση στον καθωσπρεπισμό σημαίνει να παίρνεις αποφάσεις για τον εαυτό σου και να τις εφαρμόζεις όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά και διακριτικά. Δεν χρειάζονται διαδηλώσεις κι εξεγέρσεις, που δεν προσφέρουν τίποτε θετικό. Οι παράλογοι κανόνες, και οι παραδόσεις δεν πρόκειται να εκλείψουν, δεν υπάρχει όμως λόγος να μετέχετε κι εσείς σ’ όλα αυτά. Σηκώστε απλώς τους ώμους καθώς οι άλλοι ακολουθούν το κοπάδι. Αν θέλουν να συμπεριφέρονται κατ’ αυτό τον τρόπο, πολύ καλά κάνουν, μα εσάς δεν σας αφορά. Δημιουργώντας φασαρίες το μόνο που πετυχαίνετε είναι να καλλιεργείτε την οργή και να βάζετε περισσότερα εμπόδια στον εαυτό σας. Θ’ αντιμετωπίσετε πολλές περιπτώσεις όπου θα είναι καλύτερο να παρακάμψετε τους κανόνες παρά να ξεκινήσετε ένα κίνημα διαμαρτυρίας. Στο χέρι σας είναι ν’ αποφασίσετε αν θα είστε αυτός που θέλετε εσείς ή αυτός που θέλουν οι άλλοι.

Κυριολεκτικά όλες οι νέες ιδέες που άλλαξαν την κοινωνία μας για κάποια εποχή αντιμετωπίζοταν περιφρονητικά και πολλές απ’ αυτές ήταν παράνομες. Κάθε πρόοδος απαιτεί εγκατάλειψη των παλιών κανόνων, που πλέον δεν εφαρμόζονται. Ο Έντισον, ο Φορντ, ο Αϊνστάιν, οι αδελφοί Ράιτ γελοιοποιήθηκαν μέχρι ν’ αναγνωριστεί η επιτυχία τους. Ίσως κι εσείς αντιμετωπίσετε την περιφρόνηση, καθώς θ’ αρχίσετε ν’ αντιστέκεστε στους παράλογους κανονισμούς.

Χαρακτηριστικές συμπεριφορές «πρέπει»

Οι συμπεριφορές των «πρέπει» θα ήταν δυνατόν να γεμίσουν ένα ολόκληρο βιβλίο. Εδώ παραθέτουμε μερικά κοινά παραδείγματα τέτοιων πράξεων, όπως αυτές εκδηλώνονται στον πολιτισμό μας:

-Πιστεύετε ότι υπάρχει μια θέση για καθετί κι ότι καθετί πρέπει να βρίσκεται στη θέση του. Το σύνδρομο της οργανωτικότητας σημαίνει πως νιώθετε άσχημα αν τα πράγματα δεν βρίσκονται στην προκαθορισμένη τους θέση.
-Ρωτάτε συνεχώς «Τι θα πρέπει να φορέσω» σαν να υπάρχει μόνο ένας αποδεκτός τρόπος ντυσίματος, ο οποίος μάλιστα καθορίζεται από άλλους. Τα άσπρα παντελόνια και τα ανοιχτά χρώματα φοριούνται μόνο το καλοκαίρι, το μάλλινο είναι πάντα χειμωνιάτικο ύφασμα κι άλλα παρόμοια «πρέπει», εξαρτώμενα από τις εποχές, που εισβάλλουν στη ζωή μας. (Στο μυθιστόρημα του Χαβάη ο Τζέιμς Μίτσενερ περιγράφει τους κατοίκους της Νέας Αγγλίας, που ήρθαν στο τροπικό κλίμα της Χαβάης κι όταν έφτασε ο Οκτώβρης, παρ’ όλο που έκανε ακόμη πολύ ζέστη, εκείνοι έβαλαν τα χειμωνιάτικά τους κι επί έξι μήνες υπέφεραν μ’ αυτό το ντύσιμο… Γιατί; Επειδή, υποτίθεται, πως έτσι έπρεπε να κάνουν). Είστε σκλάβοι των δημιουργών μόδας και φοράτε μόνο ό, τι «φοριέται» γιατί σε τελική ανάλυση πρέπει να προσαρμοστείτε.
-Θεωρείτε ότι ορισμένα ποτά ή κρασιά ταιριάζουν με τα αντίστοιχα φαγητά. Το άσπρο κρασί πρέπει να συνοδεύει το ψάρι και τα πουλερικά. Το κόκκινο κρασί μόνο το μοσχάρι. Αυτό σημαίνει ότι εγκλωβίζεστε στους κανόνες κάποιων άλλων σχετικά με τι θα φάτε και τι θα πιείτε.
-Μεταθέτετε την ευθύνη για τις πράξεις σας στους άλλους. «Αυτή φταίει που αργήσαμε», «Μην κατηγορείτε εμένα, αυτός φταίει».
-Πηγαίνετε σ’ ένα γάμο ή στέλνετε ένα δώρο, παρ’ όλο που δεν συμπαθείτε τους ανθρώπους που παντρεύονται. Απλούστατα, δεν μπορείτε ν’ αγνοήσετε μια πρόσκληση, έστω κι αν το θέλετε. Μπορεί ν’ αγανακτείτε όταν αγοράζετε το δώρο, αλλά το κάνετε γιατί, υποτίθεται, πως έτσι πρέπει. Αντίστοιχα, πηγαίνετε σε μια κηδεία, ενώ δεν θέλετε, μόνο και μόνο επειδή πρέπει. Μετέχετε σε τέτοιες τυπικές εκδηλώσεις για να δείξετε ότι λυπάστε, σέβεστε ή τρέφετε ανάλογα συναισθήματα.
-Παρακολουθείτε θρησκευτικές τελετές που απεχθάνεστε και δεν πιστεύετε, επειδή αυτό περιμένουν οι άλλοι από σας και επειδή θέλετε να κάνετε το σωστό.
-Δίνετε τίτλους σ’ όσους σας εξυπηρετούν, το οποίο σημαίνει ότι τους τοποθετείτε ψηλότερα από σας. Πώς αποκαλείτε τον οδοντογιατρό σας; «Γιατρέ;» Είναι άραγε σωστό αυτό; Θα αποκαλούσατε το μαραγκό ή τον υδραυλικό σας «μαραγκέ μου» ή «υδραυλικέ μου»; Αν το κάνετε από σεβασμό για τη θέση του, τι σας κάνει να πιστεύετε ότι η θέση του είναι ανώτερη από τη δική σας; Αφού πληρώνεται για τις υπηρεσίες του, γιατί πρέπει αυτός να προσφωνείται μ’ έναν τίτλο, ενώ εσείς απλώς με τα’ όνομά σας;
-Πηγαίνετε για ύπνο όταν έρχεται η ώρα του ύπνου κι όχι όταν είστε πραγματικά κουρασμένοι.
-Κάνετε έρωτα με περιορισμένους τρόπους, επειδή αυτοί είναι αποδεκτοί, ή μόνο όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες (σκοτάδι στο δωμάτιο, εσείς στο κρεβάτι σας κ.τ.λ.)
-Επιλέγετε διάφορους ρόλους στην καθημερινή ζωή, μόνο και μόνο επειδή το απαιτεί ο πολιτισμός. Οι γυναίκες στην κουζίνα, οι άντρες να βγάζουν τα σκουπίδια στο δρόμο. Το νοικοκυριό για τη σύζυγο, οι εξωτερικές δουλειές για το σύζυγο. Τα’ αγόρια πρέπει να κάνουν αυτό, τα κορίτσια εκείνο.
-Υπακούετε σε ανόητους οικογενειακούς κανόνες και παραδόσεις που δεν έχουν απήχηση στην οικογένειά σας, όπως ζητάτε άδεια για να σηκωθείτε απ’ το τραπέζι, ενώ οι άλλοι τρώνε ακόμη, και ακολουθείτε τακτικό ωράριο ύπνου.
-Ακολουθείτε όλες τις απαγορευτικές ενδείξεις, ακόμη κι όταν δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Μη μιλάτε! Απαγορεύεται η είσοδος. Απαγορεύεται… Δεν παραβιάζετε ποτέ μια απαγορευτική πινακίδα ή δεν σκέφτεστε καν πως η θέση της δεν είναι εκεί – οι άνθρωποι φτιάχνουν τις απαγορεύσεις κι οι άνθρωποι μπορεί να κάνουν λάθη.
-Τρώτε κάθε Κυριακή με τη «μαμά», παρ’ όλο που δεν το θέλετε πάντα. Στο κάτω κάτω αποτελεί παράδοση κι εσείς, ακόμη κι αν δεν το θέλετε – ή ίσως να μην το θέλει κι η ίδια η «μαμά» – πρέπει να την ακολουθήσετε.
-Αρχίζετε ένα βιβλίο και το διαβάζετε πάντα ως το τέλος, ακόμη κι αν το μισό απ’ αυτό είναι πληκτικό. Τελειώνετε ένα βιβλίο που δεν σας αρέσει επειδή βρίσκεστε στη μέση και, αφού φτάσατε ως τη μέση, πρέπει να το διαβάσετε ολόκληρο.
-Οι γυναίκες δεν ζητάτε ποτέ ραντεβού από άντρα. Στο κάτω κάτω αυτός είναι ρόλος του άντρα. Ποτέ δεν τηλεφωνείτε εσείς πρώτες ούτε ανοίγετε την πόρτα να περάσει πρώτος ένας άντρας, ποτέ δεν πληρώνετε το λογαριασμό και πλήθος άλλων ανόητων παραδόσεων που δεν εξυπηρετούν κανέναν ουσιαστικό σκοπό.
-Στέλνετε κάρτες από τον τόπο των διακοπών σας, παρ’ όλο που κάτι τέτοιο σας εκνευρίζει. Και το κάνετε μόνο και μόνο επειδή πάντα το συνηθίζατε κι οι άλλοι το περιμένουν από σας.
-Αγωνίζεστε για καλούς βαθμούς στο σχολείο ή πιέζετε τα παιδιά σας να το κάνουν. Δεν μαθαίνετε επειδή αυτό σας ικανοποιεί, αλλά για τους βαθμούς που θα πάρετε στο ενδεικτικό σας.
Ρωτάτε πάντα «Μου ταιριάζει αυτός/αυτή;» και μπερδεύεστε στην αναζήτηση του κατάλληλου ατόμου.
-Πηγαίνετε παντού με το σύντροφό σας επειδή έτσι πρέπει, έστω κι αν οι δυο σας θα προτιμούσατε να βρίσκεστε σε διαφορετικά μέρη αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή.
-Συμβουλεύεστε «βιβλία καλής συμπεριφοράς» για καθετί, επειδή όλα πρέπει να γίνονται με το σωστό τρόπο. Δεν μπορείτε να καταλάβετε τη διαφορά ανάμεσα στα βιβλία που σας προσφέρουν σωστή πληροφόρηση και σ’ αυτά που σας λένε απλώς πώς να κάνετε κάτι.
-Είναι άραγε αυτό το κατάλληλο φόρεμα, καπέλο, αυτοκίνητο, έπιπλο, σάλτσα σαλάτας, ορεκτικό, βιβλίο, κολέγιο, εργασία κ.τ.λ.; Ανησυχείτε πάντα μήπως δεν διαλέξατε το σωστό, με αποτέλεσμα να γίνεστε έρμαιο αυτής της αναποφασιστικότητας και αμφιβολίας.
-Θεωρείτε τις ανταμοιβές, τους τίτλους, τις τιμές κι όλα αυτά τα ένσημα αξίας πιο σημαντικά από την αξιολόγηση των επιτευγμάτων σας.
-Λέτε: «Ποτέ δεν θα μπορούσα να είμαι τόσο σπουδαίος όσο…»
-Χειροκροτείτε μαζί με το υπόλοιπο ακροατήριο, ακόμη κι αν δεν σας άρεσε το θέαμα.
-Δίνετε φιλοδώρημα, ακόμη κι όταν δεν σας εξυπηρετούν όπως θα έπρεπε.
-Παθιάζεστε με ομαδικά αθλήματα και ζείτε έντονα τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, τις νίκες και τις ήττες των αθλητών.

Το σύνηθες τίμημα του «πρεπισμού»
 
Παρακάτω αναφέρονται λεπτομερώς ορισμένοι λόγοι προσκόλλησης στα «πρέπει». Αυτές οι ανταμοιβές, όπως κι όλες οι άλλες που αντλούμε από λαθεμένες ζώνες, είναι βασικά αυτοκαταστροφικές, μα παρ’ όλα αυτά, αποτελούν από μόνες τους ένα σύστημα υποστήριξης.

-Μπορεί να παρηγοριέστε με την ιδέα του «καλού παιδιού», ακολουθώντας πιστά όλα σας τα «πρέπει». Μπορείτε να χτυπήσετε χαϊδευτικά τον εαυτό σας στην πλάτη επειδή είναι υπάκουος. Αυτή η ανταμοιβή αποτελεί παλινδρόμηση και σας μεταφέρει στην πρώιμη περίοδο ανάπτυξής σας, κατά την οποία η έγκριση από τους άλλους ήταν η ανταμοιβή τους για τη συμπεριφορά σας, γεγονός που σημαίνει ότι στηρίζεστε σε κάποιους άλλους για να υιοθετήσετε κανόνες συμπεριφοράς.
-Η υπακοή στα εξωτερικά «πρέπει» σας επιτρέπει να μεταθέτετε την ευθύνη της αδράνειάς σας στην προσκόλλησή σας μάλλον σ’ αυτά παρά στον εαυτό σας. Όσο τα «πρέπει» αποτελούν μια λογική εξήγηση για το τι είστε (ή δεν είστε), μπορείτε ν’ αποφύγετε τους κινδύνους που περικλείει η εμπιστοσύνη στον εαυτό σας για αλλαγή. Έτσι τα «πρέπει» σας εμποδίζουν να ωριμάσετε. Η Μάρτζορι είχε ένα «πρέπει» στο μυαλό της, που της υπαγόρευε ότι οι προγαμιαίες σχέσεις είναι ταμπού. Είναι τριάντα τεσσάρων χρονών και μέχρι σήμερα δεν είχε καμιά σεξουαλική εμπειρία, εξαιτίας αυτού του «πρέπει». Αλλά η Μάρτζορι δεν έχει και εσωτερική γαλήνη. Θα ήθελε να αποκτήσει σεξουαλικό σύντροφο κι είναι ιδιαίτερα ανικανοποίητη με τον εαυτό της στον τομέα αυτό. Είναι ακόμη πολύ πιθανόν η Μάρτζορι να μην παντρευτεί ποτέ και τα «πρέπει» (στην περίπτωση αυτή «δεν πρέπει») θα την εμποδίσουν να απολαύσει το σεξ. Όταν βρίσκεται αντιμέτωπη μ’ αυτή την πραγματικότητα, ανατριχιάζει στη σκέψη κι ωστόσο τα «πρέπει» την εμποδίζουν πάντα. Η Μάρτζορι είναι υποδουλωμένη στα «πρέπει» της. Δεν μπορεί να περάσει ούτε μια νύχτα στο σπίτι του φίλου της, φοβούμενη την κρίση των άλλων. Έτσι διαρκώς βρίσκεται σε δύσκολη θέση, εξαιτίας του ότι «πρέπει» να γυρίσει τη νύχτα σπίτι, κοντά στη μαμά. Η προσκόλλησή της στα «πρέπει» την αποτρέπει να διακινδυνεύσει το φοβερό εγχείρημα της σεξουαλικής πράξης. Η μόνιμη αντίδρασή της είναι: «Δεν πρέπει να το κάνω¨. Έτσι, τα «πρέπει» της στρέφονται ξεκάθαρα ενάντια στην ίδια την ευτυχία της.
-Τα «πρέπει» σας βοηθούν να χρησιμοποιείτε τους άλλους. Λέγοντας σε κάποιον να συμπεριφερθεί μ’ αυτό τον τρόπο, τον αναγκάζετε να πράξει όπως εσείς θέλετε.
-Είναι ευκολότερο να επιστρατεύσετε ένα «πρέπει» όταν δεν έχετε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας. Όσο θολώνει η εικόνα που έχετε για τον εαυτό σας τόσο τα «πρέπει» γίνονται το καταφύγιό σας.
-Μπορείτε να δικαιολογείτε τον εαυτό σας για τη συμπεριφορά σας και να διατηρείτε την εχθρότητά σας για όσους δεν προσαρμόζονται στα «πρέπει» που έχετε καθορίσει για τον εαυτό σας και για τον υπόλοιπο κόσμο. Έτσι, δημιουργείτε μια αυτοεικόνα σε βάρος των άλλων, οι οποίοι δεν υπακούν στους κανόνες –πρότυπα.
-Μπορείτε να πετύχετε την έγκριση των άλλων με τον κομφορμισμό σας. Αισθάνεστε άνετα προσαρμοζόμενοι, μια που πάντα έτσι σας έλεγαν πως πρέπει να κάνετε. Αυτή η παλιά ανάγκη αναζήτησης της έγκρισης υποβόσκει ακόμη κι εδώ.
-Όσο επικεντρώνεστε στους άλλους και ζείτε μέσα από τις επιτυχίες ή τις αποτυχίες τους, δεν χρειάζεται να κάνετε κάτι για τον εαυτό σας. Έχοντας ήρωες ενισχύετε την ταπεινή γνώμη που έχετε για τον εαυτό σας και αυτό σας επιτρέπει να ξεφύγετε από την υποχρέωση να κάνετε κάτι για να βελτιωθείτε. Απ’ τη στιγμή που οι ήρωές σας ευθύνονται για την καλή ή την κακή σας διάθεση, δεν υπάρχει κανένας λόγος ν’ αναλάβετε εσείς την ευθύνη. Η αυταξία σας, στην περίπτωση αυτή, προέρχεται στην πραγματικότητα από τους άλλους και άρα είναι φευγαλέα και παροδική. Εξαρτάται απ’ όλους αυτούς τους σπουδαίους ανθρώπους κι από τη θέση που καταλαμβάνουν στη ζωή σας.

Τελικές σκέψεις σχετικά με τη συμπεριφορά των «πρέπει»

Ο Ράλφ Γουώλντο Έμερσον έγραφε το 1838 στο βιβλίο του Φιλολογική Ηθική:
«Οι άνθρωποι αλέθονται συνεχώς στο μύλο μιας παλιάς αλήθειας και τίποτε δεν βγαίνει από κει εκτός απ’ αυτό που μπήκε. Αλλά, από τη στιγμή που εγκαταλείπουν την παράδοση για μια αυθόρμητη σκέψη, τότε η ποίηση, το χιούμορ, η ελπίδα, η αρετή, η γνώση, όλα έρχονται σε βοήθειά τους».

Τι όμορφη σκέψη. Μείνετε με την παράδοση και να είστε σίγουροι ότι θα παραμείνετε ίδιοι. Αλλά παραμερίστε την κι ο κόσμος θα ‘ναι δικός σας για να τον χρησιμοποιήσετε δημιουργικά όπως νομίζετε.

Γίνετε οι ίδιοι κριτές της συμπεριφοράς σας και μάθετε να στηρίζεστε στον εαυτό σας για να αποφασίσετε για την τωρινή στιγμή. Μην ψάχνετε σ’ όλη σας τη ζωή για μια απάντηση μέσα σε διάφορες πολιτικές και παραδόσεις. Τραγουδήστε το δικό σας τραγούδι της ευτυχίας με όποιο τρόπο εσείς διαλέξετε, μακάριοι για καθετί που πρόκειται να συμβεί.

Είναι πάντα δίκαιη η δικαιοσύνη;

Είναι πάντα δίκαιη η δικαιοσύνη; Ένα γνωστό λατινικό απόφθεγμα λέει: summum jus summa injuria (η απόλυτη δικαιοσύνη είναι απόλυτη αδικία). Αν εφαρμόζει κανείς μια τέλεια από θεωρητική άποψη δικαιοσύνη, που βρίσκεται όμως έξω από τα ανθρώπινα, γίνεται βαθύτατα άδικος. Το γνωστότερο παράδειγμα γι’ αυτό είναι ο Έμπορος της Βενετίας του Σαίξπηρ. Ξέρουμε ότι ο Σάυλοκ, ο ήρωας του έργου, είχε κάνει μια συμφωνία με το γείτονά του, να του κόψει ένα κομμάτι σάρκα αν δεν έπαιρνε πίσω τα χρήματά του τη συμφωνημένη μέρα. Η μοιραία μέρα της εξόφλησης του χρέους ήρθε: σύμφωνα με το κριτήριο της απόλυτης δικαιοσύνης, ο Σάυλοκ είχε το δικαίωμα να πάρει το κομμάτι σάρκας που του ανήκε. Αυτό ήταν όμως άδικο απέναντι στο γείτονά του, τον βενετό εφοπλιστή, που όλα τα σκάφη του είχαν βυθιστεί ή είχαν χαθεί ή βρίσκονταν σε καραντίνα στο λιμάνι της Βενετίας. Δεν μπόρεσε να κρατήσει το λόγο του· δεν ήταν όμως υπεύθυνος γι’ αυτό που του συνέβη. Είχε έρθει η στιγμή ‘να επικαλεστεί τη δικαιοσύνη να ζητήσει κατανόηση, μεγαλοψυχία, που είναι πιο δίκαιη από την αδικία μιας ψυχρής απόφασης από ανθρώπους ρομπότ, στους οποίους το συναίσθημα δε συμμετέχει ούτε στο ελάχιστο στη λήψη μιας απόφασης.

Η δικαιοσύνη και η ευσπλαχνία είναι συχνά διαχωρισμένες και βρίσκονται σε σύγκρουση ή εξισορροπεί και διορθώνει η μία την άλλη. Ευσπλαχνία σημαίνει ακριβώς να είσαι αρκετά δυνατός ώστε να διορθώνεις τη δικαιοσύνη όταν είναι άδικη ή αδιάλλακτη, να καλύπτεις τα κενά της ή να αμβλύνεις τις αιχμές της. Η ενάρετη δικαιοσύνη είναι συχνά αδιάλλακτη , έχει μαθηματική ακρίβεια, άκαμπτη αυστηρότητα, και είναι αδέκαστη. Συχνά, ωστόσο, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πραγματικότητα, δεν εναρμονίζεται με τους ανθρώπους. Τη στιγμή που δικαιοσύνη καθίσταται ανεφάρμοστη, η ευσπλαχνία μπορεί να κάνει θαύματα. Πολλές φορές ονομάζεται και «χάρη».

Στο γαλλικό υπουργείο δικαιοσύνης υπάρχει ένα «συμβούλιο χαρίτων». Με την ηπιότητα, τη συμπάθεια ή την αληθινή κατανόηση για το συνάνθρωπο μπορεί κανείς να ξεπεράσει τη δικαιοσύνη και να απονείμει χάρη στους ενόχους. «Για Κάθε αμάρτημα οίκτος».

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του Εμπόρου της Βενετίας. Τελικά δεν επιτρέπεται στον Σάυλοκ να κόψει από το ζωντανό άνθρωπο το κομμάτι σάρκας που δικαιούται. Τα σκάφη του οφειλέτη του έρχονται ακριβώς τη συμφωνημένη στιγμή, κι έτσι αυτός ξαναπαίρνει τα λεφτά του και δεν παθαίνει ζημιά. Εξάλλου, αυτό είναι και το απόφθεγμα του Σοπενάουερ και ο ορισμός που δίνει στη δικαιοσύνη: «Μη βλάψεις κανέναν, μην αδικήσεις κανέναν». Η δικαιοσύνη είναι πιο συχνά αρνητική παρά θετική. Το να είσαι δίκαιος σημαίνει να μη βλάπτεις, να μην κλέβεις, να μη σκοτώνεις, να μη ζημιώνεις κανέναν.

Αντίθετα, η ευσπλαχνία σημαίνει αγαθοεργία. Το να κάνεις το καλό, είναι κάτι εξαιρετικά θετικό και εποικοδομητικό. Η ευσπλαχνία φέρνει κάτι παραπάνω, μια βελτίωση, ένα συμπλήρωμα στην ανθρωπιά, στην καλοσύνη, στη μεγαλοψυχία. Ο Απόστολος Παύλος λέει: «Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι ευμενής: δεν εξάπτεται, δεν κομπορρημονεί, δεν ενεργεί ανάρμοστα, δεν κοιτάζει το συμφέρον της, δε χαίρεται με το άδικο, αντέχει τα πάντα, ελπίζει».

Στο ερώτημα αν η αγάπη για τον άνθρωπο, την οποία αντιπροσωπεύει η ευσπλαχνία, πρέπει να τοποθετηθεί πάνω απ’ τη δικαιοσύνη, μπορούμε να δώσουμε ανενδοίαστα την εξής απάντηση: η ευσπλαχνία δεν πρέπει να τοποθετείται πάνω απ’ τη δικαιοσύνη, όποιες κι αν είναι οι αρετές της και τα προτερήματά της. Δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο από τη δικαιοσύνη. Δεν πρέπει να θέλουμε τίποτε παραπάνω από δικαιοσύνη – και δεν πρέπει να προσπαθούμε να κάνουμε περισσότερα απ’ το καθήκον μας: «Να κάνουμε περισσότερα απ’ το καθήκον μας; Αυτό είναι αδύνατον, επειδή το καθήκον μας έχει ως όριο τις δυνατότητές μας».

Η κβαντική προέλευση του χωροχρόνου

Ορισμένοι φυσικοί κάνουν υπαινιγμούς ότι η κβαντική διεμπλοκή εξηγεί τις εξισώσεις του Αϊνστάιν για τη βαρύτητα και τον χωροχρόνο. Φυσικά, από την εποχή του Αϊνστάιν, οι επιστήμονες ξύνουν το κεφάλι τους για το πώς να κατανοήσουν τον χώρο και το χρόνο. Πριν από αυτό, σχεδόν όλοι πίστευαν ότι ο Isaac Newton τα είχε καταλάβει. Ο χρόνος «ρέει σταθερά χωρίς σχέση με οτιδήποτε εξωτερικό αίτιο», δήλωνε. Ο απόλυτος χώρος είναι επίσης δικό του, «είναι πάντα όμοιος και ακίνητος». Τα γεγονότα εκεί εκτελούνται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο σε μια ουδέτερη σκηνή όπου οι “ηθοποιοί” τρέχουν χωρίς να επηρεάσουν το υπόλοιπο θέατρο.
 
Η γενική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν δείχνει ότι η βαρύτητα είναι το αποτέλεσμα μιας μάζας που στρεβλώνει τη γεωμετρία του χωροχρόνου

Όμως οι θεωρίες του Αϊνστάιν μετέτρεψαν τον απόλυτο χώρο και χρόνο του Νεύτωνα σε σχετικιστικό μίγμα – οι εξισώσεις του πρότειναν συγχωνευμένο χωροχρόνο, ένα νέο είδος αρένας στο οποίο οι παίκτες άλλαζαν το διάστημα του αγωνιστικού χώρου. Ήταν ένα παιχνίδι αλλαγής φυσικής. Δεν παρείχε πλέον ο χώρος και ο χρόνος ένα αδιάλειπτο σκηνικό για ύλη και ενέργεια. Ενώ παλαιότερα ήταν ανεξάρτητα και ομοιόμορφα, ο χώρος και ο χρόνος έγιναν αδιαχώριστα και μεταβλητά. Και όπως έδειξε ο Αϊνστάιν στη γενική θεωρία της σχετικότητας, η ύλη και η ενέργεια κύρτωναν τον χωροχρόνο που τα περιβάλλει. Αυτή η απλή αλήθεια εξήγησε τη βαρύτητα. Η φαινομενική δύναμη έλξης του Νεύτωνα έγινε μια ψευδαίσθηση που διαπράχθηκε από τη χωροχρονική γεωμετρία. Ήταν το σχήμα του χωροχρόνου που υπαγόρευε την κίνηση των τεράστιων σωμάτων, μια συμμετρική δικαιοσύνη, καθώς τα τεράστια σώματα καθόρισαν το σχήμα του χωροχρόνου.
  • “Η εμφάνιση του χωροχρόνου και της βαρύτητας είναι ένα μυστηριώδες φαινόμενο της κβαντικής φυσικής πολλών σωμάτων που θα θέλαμε να καταλάβουμε.”   Brian Swingle του Πανεπιστημίου του Maryland
Η επαλήθευση της επανάστασης του χωροχρόνου του Αϊνστάιν ήρθε πριν από έναν αιώνα, όταν μια αποστολή παρακολούθησης μιας έκλειψης επιβεβαίωσε την πρωταρχική πρόβλεψη της γενικής θεωρίας του (μια ακριβής ποσότητα της κάμψης του φωτός,  που περνά κοντά στην άκρη ενός τεράστιου σώματος, στην περίπτωση αυτή του ήλιου). Αλλά ο χωροχρόνος παρέμεινε μυστηριώδης. Δεδομένου ότι ήταν κάτι υπαρκτό και όχι τίποτα, ήταν φυσικό να αναρωτιόμαστε από πού προήλθε.
 
Τώρα μια νέα επανάσταση βρίσκεται στα πρόθυρα να απαντήσει σε αυτήν την ερώτηση, βασισμένη σε γνώσεις από την άλλη μεγάλη έκπληξη της φυσικής του περασμένου αιώνα: την κβαντομηχανική. Η σημερινή επανάσταση προσφέρει τη δυνατότητα για μια ακόμη εξήγηση του αθροίσματος του χωροχρόνου, με το πλεονέκτημα να εξηγεί ίσως γιατί η κβαντική μηχανική φαίνεται τόσο περίεργη. 
 
«Ο χωροχρόνος και η βαρύτητα πρέπει τελικά να προκύπτουν από κάτι άλλο», λέει ο φυσικός Brian Swingle . Διαφορετικά, είναι δύσκολο να δούμε πώς η βαρύτητα του Αϊνστάιν και τα μαθηματικά της κβαντικής μηχανικής μπορούν να συνδυάσουν τη μακροχρόνια ασυμβατότητά τους. Η άποψη του Einstein για τη βαρύτητα ως εκδήλωση της γεωμετρίας του χωροχρόνου υπήρξε μια τεράστια επιτυχία. Αλλά και η κβαντική μηχανική, η οποία περιγράφει τους μηχανισμούς της ύλης και της ενέργειας στην ατομική κλίμακα το πέτυχε με ακρίβεια. Ωστόσο, οι προσπάθειες εύρεσης συνεκτικών μαθηματικών που να ικανοποιούν την κβαντική παραξενιά με τη γεωμετρική βαρύτητα, έχουν συναντήσει τρομερά τεχνικά και εννοιολογικά οδοφράγματα.
 
Τουλάχιστον αυτό ίσχυε εδώ και καιρό στις απόπειρες κατανόησης του συνηθισμένου χωροχρόνου. Όμως, κάποιες ενδείξεις για πιθανή πορεία προς την πρόοδο έχουν προκύψει από τη θεωρητική μελέτη εναλλακτικών χωροχρονικών γεωμετριών, κατανοητών κατ ‘αρχήν αλλά με ασυνήθιστες ιδιότητες. Μία τέτοια εναλλακτική, γνωστή ως χώρος anti de Sitter, είναι περίεργα καμπύλος και τείνει να καταρρεύσει από μόνος του, αντί να επεκτείνεται όπως το σύμπαν στο οποίο ζούμε. Δεν θα ήταν ωραίο μέρος για να ζήσεις εκεί μέσα. Αλλά σαν εργαστήριο για τη μελέτη των θεωριών της κβαντικής βαρύτητας, έχει πολλά να προσφέρει.
 
«Η κβαντική βαρύτητα είναι αρκετά πλούσια και προκαλεί σύγχυση, ακόμη και τα σύμπαντα των παιχνιδιών μπορούν να ρίξουν τεράστιο φως στη φυσική», γράφει ο Swingle,
 
Ένας παράξενος τύπος χωροχρόνου με ασυνήθιστη καμπυλότητα γνωστός ως χώρος αντί de Sitter, που απεικονίζεται εδώ, δεν μοιάζει με το σύμπαν στο οποίο ζούμε, αλλά θα μπορούσε ωστόσο να δώσει  στοιχεία για τις κβαντικές διαδικασίες που μπορεί να είναι υπεύθυνες για την παραγωγή συνηθισμένου χωροχρόνου.
 
Οι μελέτες του χώρου αντι Sitter υποδηλώνουν, για παράδειγμα, ότι τα μαθηματικά που περιγράφουν τη βαρύτητα (δηλαδή τη γεωμετρία χωροχρόνου) μπορούν να είναι ισοδύναμα με τα μαθηματικά της κβαντικής φυσικής σε ένα χώρο μιας μικρότερης διάστασης. Σκεφτείτε ένα ολόγραμμα – μια επίπεδη, δισδιάστατη επιφάνεια που ενσωματώνει μια τρισδιάστατη εικόνα. Με παρόμοιο τρόπο, ίσως η τετραδιάστατη γεωμετρία του χωροχρόνου θα μπορούσε να κωδικοποιηθεί στα μαθηματικά της κβαντικής φυσικής που λειτουργεί σε τρεις διαστάσεις. Ή ίσως χρειάζεστε περισσότερες διαστάσεις – πόσες διαστάσεις απαιτούνται είναι μέρος του προβλήματος που πρέπει να επιλυθεί.
 
Εν πάση περιπτώσει, οι έρευνες προς αυτή την κατεύθυνση έχουν αποκαλύψει μια απροσδόκητη πιθανότητα: Ο ίδιος ο χωροχρόνος μπορεί να δημιουργηθεί από την κβαντική φυσική, συγκεκριμένα από το περίπλοκο φαινόμενο που είναι γνωστό ως κβαντική διεμπλοκή.
 
Όπως έχει εξηγηθεί, η διεμπλοκή είναι ένα τρομακτικό αλλόκοτο φαινόμενο που συνδέει σωματίδια που βρίσκονται ακόμη και σε μεγάλες αποστάσεις. Εάν εκπέμπονται από μια κοινή πηγή, τέτοια σωματίδια παραμένουν πεπλεγμένα ανεξάρτητα από το πόσο μακριά είναι μακριά το ένα από το άλλο. Εάν μετρήσετε μια ιδιότητα (όπως σπιν ή πόλωση) για ένα από αυτά, τότε ξέρετε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της ίδιας μέτρησης για το άλλο. Πριν όμως από τη μέτρηση, αυτές οι ιδιότητες δεν έχουν ποτέ προσδιοριστεί, ένα παράλογο γεγονός που επαληθεύεται από πολλά πειράματα. Φαίνεται ότι η μέτρηση σε ένα μέρος καθορίζει ποια θα είναι η μέτρηση σε μια άλλη μακρινή τοποθεσία.
 
Φαίνεται ότι τα πεπλεγμένα σωματίδια πρέπει να είναι σε θέση να επικοινωνούν γρηγορότερα από το φως. Διαφορετικά, είναι αδύνατο να φανταστούμε πώς ένα από αυτά θα μπορούσε να ξέρει τι συνέβαινε στον άλλο σε ένα τεράστιο χωροχρόνο. Αλλά στην πραγματικότητα δεν στέλνουν καθόλου μήνυμα. 
 
Πώς λοιπόν τα πεπλεγμένα σωματίδια ξεπερνούν το χάσμα του χωροχρόνου που τα διαχωρίζει; Ίσως η απάντηση είναι να μην χρειάζεται – γιατί η διεμπλοκή δεν συμβαίνει στο χωροχρόνο. Η διεμπλοκή δημιουργεί χωροχρόνο.
 
Τουλάχιστον αυτή είναι η πρόταση που έχει εμπνεύσει μια έρευνα στη θεωρία για τον κόσμο. «Η εμφάνιση του χωροχρόνου και της βαρύτητας είναι ένα μυστηριώδες φαινόμενο της κβαντικής φυσικής πολλών σωμάτων, που θα θέλαμε να κατανοήσουμε», προτείνει ο Swingle.
 
Η έντονη προσπάθεια πολλών κορυφαίων φυσικών έχει δημιουργήσει θεωρητικά στοιχεία ότι τα δίκτυα των πεπλεγμένων κβαντικών καταστάσεων υφαίνουν τον χωροχρονικό ιστό. Αυτές οι κβαντικές καταστάσεις περιγράφονται συχνά ως «qubits» – κομμάτια κβαντικής πληροφορίας (όπως τα συνηθισμένα bit του υπολογιστή, αλλά υπάρχουν σε ένα συνδυασμό του 1 και του 0, όχι μόνο είτε 1 είτε 0). Τα πεπλεγμένα qubits δημιουργούν δίκτυα με γεωμετρία στον χώρο με μια επιπλέον διάσταση πέρα ​​από τον αριθμό των διαστάσεων στις οποίες ζουν τα qubits. Έτσι, η κβαντική φυσική των qubits μπορεί στη συνέχεια να εξομοιωθεί με τη γεωμετρία ενός χώρου με μια επιπλέον διάσταση.
 
Και το καλύτερο από όλα, η γεωμετρία που δημιουργήθηκε από τα πεπλεγμένα qubits μπορεί πολύ καλά να υπακούει στις εξισώσεις από τη γενική σχετικότητα του Αϊνστάιν που περιγράφουν την κίνηση λόγω της βαρύτητας – τουλάχιστον αυτό λένε τα πιο πρόσφατα ερευνητικά σημεία προς αυτήν την κατεύθυνση. «Προφανώς, μια γεωμετρία με τις σωστές ιδιότητες που δημιουργήθηκαν από την διεμπλοκή πρέπει να υπακούει στις βαρυτικές εξισώσεις της κίνησης», γράφει ο Swingle. “Αυτό το αποτέλεσμα δικαιολογεί περαιτέρω τον ισχυρισμό ότι ο χωροχρόνος προκύπτει από την διεμπλοκή.”
 
Βέβαια, απομένει να αποδειχθεί ότι οι ενδείξεις που βρέθηκαν στα σύμπαντα των παιχνιδιών με επιπλέον διαστάσεις θα οδηγήσουν στην αληθινή ιστορία για τον συνηθισμένο χωροχρόνο στον οποίο οι πραγματικοί φυσικοί βαδίζουν. Κανείς δεν ξέρει πραγματικά ποιες κβαντικές διαδικασίες στον πραγματικό κόσμο θα είναι υπεύθυνες για την ύφανση του χωροχρόνου. Ίσως ορισμένες από τις παραδοχές που έγιναν στους υπολογισμούς μέχρι στιγμής να αποδειχθούν λανθασμένοι. Αλλά θα μπορούσε να είναι ότι η φυσική βρίσκεται πια στο χείλος μιας παρατήρησης πιο βαθειά στα θεμέλια της φύσης από όσο ποτέ, σε μια ύπαρξη που περιείχε προηγουμένως άγνωστες διαστάσεις του χώρου και του χρόνου, που θα μπορούσε να καταλήξει να κάνει το έργο The Twilight Zone πραγματικότητα.

Σοφιστές: "κίνημα" ιδεών (1)

Σοφιστές και Πλάτων: Ηθικός σχετικισμός και ηθικός ρεαλισμός

§1

Ι. Ποιοι ονομάζονται σοφιστές; Οι στοχαστές εκείνοι, που εμφανίστηκαν μετά τους προσωκρατικούς στοχαστές και επιχείρησαν να στρέψουν το ενδιαφέρον της σκέψης σε θέματα του θεωρητικο-πρακτικού βίου των ανθρώπων. Η λέξη σοφιστής, στην αρχέγονη-πρωταρχική της σημασία, αποδίδεται σε όποιον «καλλιεργεί τη σοφία». Οι Έλληνες σοφιστές, κατ’ αυτή την έννοια, επιχείρησαν να προωθήσουν, κατά κανόνα, καινοτόμες ιδέες, ικανές για την ανάπτυξη πολυσύνθετων περαιτέρω προβληματισμών στο πεδίο της άμεσης ζωής, αλλά και της ηθικής.

ΙΙ. Γιατί λοιπόν οι σοφιστές; Επειδή αποτέλεσαν τον πρώτο –χρονικά και λογικά– Ελληνικής μορφής Διαφωτισμό στην ιστορία της Δυτικής σκέψης, που προκάλεσε τέτοιες συζητήσεις φιλοσοφικού προβληματισμού, ώστε να εξακολουθούν να ενδιαφέρουν ακέραια το εκάστοτε σήμερα. Στο πνεύμα αυτό, η φιλοσοφία γίνεται τώρα πέρα για πέρα πρακτική, με το νόημα ότι φέρνει σε διαρκή συζήτηση δυνατότητες να βρίσκει κανείς το δρόμο του στη ζωή. Κάτι παρόμοιο συζητά και ο Πλάτων στα έργα του. Έτσι, μια καλή γνώση των σοφιστικών ιδεών δεν νοείται έξω από τη γνώση και των πλατωνικών ιδεών. Υπ’ αυτή την έννοια ήταν καθοριστική και η συμβολή τους για να γνωρίσουμε την τιτάνια φιλοσοφική μορφή του Πλάτωνα ως αεί παρούσα στους μικρούς ή μεγάλους προβληματισμούς του σύγχρονου ανθρώπου.

ΙΙ. Είναι γνωστό πως πολλές μαρτυρίες για την πολυσχιδή δραστηριότητα των σοφιστών τις αντλούμε από τον Πλάτωνα. Εξίσου γνωστό είναι πως όλη η πορεία του Σωκράτη δεν είναι άσχετη με τη θυελλώδη εκδίπλωση και διάδοση του σοφιστικού Διαφωτισμού. Θα μπορούσε λοιπόν ο τελευταίος να είναι κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι ήταν; Θα μπορούσε, εάν οι βαθιές και πολύτροπες αλλαγές στις πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας ήταν κι αυτές διαφορετικές. Τι σημαίνει αυτό; Πως ο εν λόγω Διαφωτισμός ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτές τις αλλαγές, υπό μια Λογική βασικά δυναμικής αλληλεπίδρασης.

ΙΙΙ. Τι είναι τότε στ’ αλήθεια το κίνημα των σοφιστών; Χωρίς να συνιστά ένα συμπαγές κίνημα ομοϊδεατών με κοινό πρόγραμμα και δράση εμφανίζεται ως μια ισχυρή πνευματική κίνηση, δυνάμει σχετικά όμοιων ή διαφορετικών έως και σχεδόν αντιπάλων σε επίπεδο ιδεών προσώπων, που βάζουν ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στο κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό γίγνεσθαι της Ελλάδας του 5ου π.Χ. αιώνα. Χαρακτηριστικές μορφές της «πρώτης γενιάς» των σοφιστών είναι ο Πρωταγόρας και ο Γοργίας, τους οποίους ο Πλάτων αντιμετωπίζει κριτικά αλλά και με τον δέοντα σεβασμό. Πρωταγόρας: μερικός σκεπτικισμός και μερική βεβαιότητα: φιλοσοφική προβληματική για τη φύση της γνώσης και ιδιαίτερα της ανθρώπινης γνώσης. Γοργίας: δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτα αποδεδειγμένη και αποδεικτική γνώση παρά επιδέξιες απόψεις και ερμηνείες.

§2

Ι. Οι σοφιστές εν γένει συνδέθηκαν με τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνταν κατ’ αυτή την εποχή στις πόλεις-κράτη και οι οποίες ωθούσαν τις κοινωνίες σε έναν πιο ανοικτό ορίζοντα ιδεών, σκέψης, πολιτικής οργάνωσης, ανεκτικότητας του διαφορετικού και αυτόνομης δράσης. Η πρωτοτυπία της σοφιστικής συμβολής στο σύμπαν μιας τέτοιας κοσμογονίας θα μπορούσε να συνοψισθεί με δυο λέξεις: ηθικός σχετικισμός. Αυτός-εδώ δεν πρέπει να αναγιγνώσκεται υποχρεωτικά ως κάτι το αρνητικό, ως επίθεση στις σταθερές και καθαγιασμένες αρχές ή αξίες της Εστίας των Ελλήνων, αλλά μάλλον ως ένα είδος ρηξικέλευθης κινητικότητας της σκέψης σε σχέση κυρίως με πρακτικά, ήτοι κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα των Ελληνικών πόλεων και των ανθρώπων τους.

ΙΙ. Ετούτη η κινητικότητα εξ αντικειμένου στρεφόταν και ενάντια στις βεβαιότητες, πάνω στις οποίες στηριζόταν εν πολλοίς η συνοχή της πόλεως-κράτους, αλλά και η καθιερωμένη συν-εν-νόηση των πολιτών. Σε αυτόν τον ηθικό σχετικισμό ό Πλάτων απαντά με έναν ηθικό ρεαλισμό: στις σκεπτικές αβεβαιότητες που έσπειραν οι σοφιστές, ο Έλληνας διαλεκτικός φιλόσοφος αντιπαραβάλλει τις φιλοσοφικές βεβαιότητες. Αλλά τι είδους βεβαιότητες; Σίγουρα όχι αυτές που οι πολλοί αναζητούν στην περιοχή των εμπειρικών καταφάσεων και των αισθητηριακών εντυπώσεων παρά όσες έχουν ως θεμέλιο τις μεγάλες Ιδέες και οι οποίες όχι λιγότερο απορρέουν από τούτες. Γι’ αυτό και η Πλατωνική προοπτική της φιλοσοφίας διανοιγόταν στην ενατένιση του Αγαθού και στον υψιπετή κόσμο των Ιδεών.

ΙΙΙ. Όσο πιο στερεή είναι η φιλοσοφική βάση της βεβαιότητας, τόσο η δοκιμασμένη και τιμημένη βεβαιότητα του παρελθόντος εισέρχεται στη ζωή των ηθικά αβέβαιων πολιτών της εποχής ως νοσταλγική κοιτίδα έμπνευσης και παραμυθίας. Στη συνάφεια τούτη, ο Πλάτων δεν επιχειρούσε να εδραιώσει ένα πάγιο και αμετάβλητο φιλοσοφικό δόγμα, άρα κάποιο ιδιαίτερο είδος φιλοσοφίας, παρά να θεμελιώσει τη φιλία, στη βάση τη σοφίας ως φιλο-σοφίας. Έτσι βλέπουμε τη φιλοσοφική του απάντηση εν γένει να μην είναι ποτέ: ένα ναιˑ να μην είναι απλώς μια άπνοη κατάφαση αλλά συνεχής στοχαστική και απαράμιλλα δια-λογική αναζήτηση. Τα περισσότερα κείμενά του είναι Διάλογοι, που διεκδικούν, αλλά και αναγκαία προκαλούν τη βουλόμενη και βουλευόμενη συμμετοχή του αναγνώστη.

ΠΛΑΤΩΝ: Ἵππίας μείζων (289d-290c)

ΙΠΠΙΑΣ. Ἀλλὰ μέντοι, ὦ Σώκρατες, εἰ τοῦτό γε ζητεῖ, πάντων ῥᾷστον ἀποκρίνασθαι αὐτῷ τί ἐστι τὸ καλὸν ᾧ καὶ τὰ ἄλλα πάντα κοσμεῖται καὶ προσγενομένου αὐτοῦ καλὰ φαίνεται. [289e] εὐηθέστατος οὖν ἐστιν ὁ ἄνθρωπος καὶ οὐδὲν ἐπαΐει περὶ καλῶν κτημάτων. ἐὰν γὰρ αὐτῷ ἀποκρίνῃ ὅτι τοῦτ᾽ ἐστὶν ὃ ἐρωτᾷ τὸ καλὸν οὐδὲν ἄλλο ἢ χρυσός, ἀπορήσει καὶ οὐκ ἐπιχειρήσει σε ἐλέγχειν. ἴσμεν γάρ που πάντες ὅτι ὅπου ἂν τοῦτο προσγένηται, κἂν πρότερον αἰσχρὸν φαίνηται, καλὸν φανεῖται χρυσῷ γε κοσμηθέν.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Ἄπειρος εἶ τοῦ ἀνδρός, ὦ Ἱππία, ὡς σχέτλιός ἐστι καὶ οὐδὲν ῥᾳδίως ἀποδεχόμενος.
ΙΠΠΙΑΣ. Τί οὖν τοῦτο, ὦ Σώκρατες; τὸ γὰρ ὀρθῶς λεγόμενον [290a] ἀνάγκη αὐτῷ ἀποδέχεσθαι, ἢ μὴ ἀποδεχομένῳ καταγελάστῳ εἶναι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Καὶ μὲν δὴ ταύτην γε τὴν ἀπόκρισιν, ὦ ἄριστε, οὐ μόνον οὐκ ἀποδέξεται, ἀλλὰ πάνυ με καὶ τωθάσεται, καὶ ἐρεῖ· «Ὦ τετυφωμένε σύ, Φειδίαν οἴει κακὸν εἶναι δημιουργόν;» καὶ ἐγὼ οἶμαι ἐρῶ ὅτι Οὐδ᾽ ὁπωστιοῦν.
ΙΠΠΙΑΣ. Καὶ ὀρθῶς γ᾽ ἐρεῖς, ὦ Σώκρατες.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Ὀρθῶς μέντοι. τοιγάρτοι ἐκεῖνος, ἐπειδὰν ἐγὼ ὁμολογῶ ἀγαθὸν εἶναι δημιουργὸν τὸν Φειδίαν, «Εἶτα,» [290b] φήσει, «οἴει τοῦτο τὸ καλὸν ὃ σὺ λέγεις ἠγνόει Φειδίας;» Καὶ ἐγώ· Τί μάλιστα; φήσω. «Ὅτι,» ἐρεῖ, «τῆς Ἀθηνᾶς τοὺς ὀφθαλμοὺς οὐ χρυσοῦς ἐποίησεν, οὐδὲ τὸ ἄλλο πρόσωπον οὐδὲ τοὺς πόδας οὐδὲ τὰς χεῖρας, εἴπερ χρυσοῦν γε δὴ ὂν κάλλιστον ἔμελλε φαίνεσθαι, ἀλλ᾽ ἐλεφάντινον· δῆλον ὅτι τοῦτο ὑπὸ ἀμαθίας ἐξήμαρτεν, ἀγνοῶν ὅτι χρυσὸς ἄρ᾽ ἐστὶν ὁ πάντα καλὰ ποιῶν, ὅπου ἂν προσγένηται.» ταῦτα οὖν λέγοντι τί ἀποκρινώμεθα, ὦ Ἱππία;
[290c] ΙΠΠΙΑΣ. Οὐδὲν χαλεπόν· ἐροῦμεν γὰρ ὅτι ὀρθῶς ἐποίησε. καὶ γὰρ τὸ ἐλεφάντινον οἶμαι καλόν ἐστιν.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. «Τοῦ οὖν ἕνεκα,» φήσει, «οὐ καὶ τὰ μέσα τῶν ὀφθαλμῶν ἐλεφάντινα ἠργάσατο, ἀλλὰ λίθινα, ὡς οἷόν τ᾽ ἦν ὁμοιότητα τοῦ λίθου τῷ ἐλέφαντι ἐξευρών; ἢ καὶ ὁ λίθος ὁ καλὸς καλόν ἐστι;» φήσομεν, ὦ Ἱππία;
ΙΠΠΙΑΣ. Φήσομεν μέντοι, ὅταν γε πρέπων ᾖ.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. «Ὅταν δὲ μὴ πρέπων, αἰσχρόν;» ὁμολογῶ ἢ μή;
ΙΠΠΙΑΣ. Ὁμολόγει, ὅταν γε μὴ πρέπῃ.

***
Δεύτερος ορισμός.

ΙΠ. Μα αν είναι αυτό, Σωκράτη, που γυρεύει, τότε είναι το πιο εύκολο πράγμα να του αποκριθεί κανείς τί είναι το όμορφο, που με αυτό στολίζονται όλα τα άλλα και όταν αυτό προστεθεί φαίνονται όμορφα. [289e] Ο άνθρωπος αυτός είναι ολωσδιόλου απλοϊκός και από όμορφα πράγματα δεν καταλαβαίνει τίποτα. Αν λοιπόν του αποκριθείς ότι αυτό που ρωτάει, το όμορφο, δεν είναι παρά το χρυσάφι και τίποτε άλλο, θα βρεθεί στα στενά και δεν θα δοκιμάσει να σε βγάλει πως δεν ξέρεις τί λες. Γιατί όλοι, φαντάζομαι, ξέρουμε ότι όπου τούτο προστεθεί, ακόμα και αν πιο πριν φαινόταν άσκημο, μόλις στολιστεί με χρυσάφι, θα φανεί όμορφο.
ΣΩ. Δεν τον έχεις δοκιμάσει τον άνθρωπο αυτόν, Ιππία, πόσο στριμμένος είναι και πόσο δύσκολο είναι να παραδεχτεί κάτι εύκολα.
ΙΠ. Και τί με αυτό, Σωκράτη; Ό,τι λέγεται σωστά, [290a] θα αναγκαστεί να το δεχτεί, ή, αν δεν το δεχτεί, όλος ο κόσμος θα γελάσει μαζί του.
ΣΩ. Και όμως, καλέ μου, όχι μόνο δεν θα δεχτεί την απόκριση αυτή παρά θα με πάρει και στο ψιλό και θα πει: Ε φαντασμένε εσύ, ο Φειδίας πιστεύεις πως είναι κακός τεχνίτης; Και εγώ, πιστεύω, θα πω πως με κανέναν τρόπο.
ΙΠ. Και σωστά θα πεις, Σωκράτη.
ΣΩ. Σωστά βέβαια. Εκείνος όμως, μόλις εγώ παραδεχτώ για τον Φειδία πως είναι καλός τεχνίτης, Και ύστερα φαντάζεσαι, [290b] θα πει, πως τούτο το όμορφο που λες εσύ ο Φειδίας δεν το ήξερε; Και εγώ θα πω: Τί θέλεις να πεις με αυτό; Γιατί, θα πει, της Αθηνάς τα μάτια τα έκανε από φίλντισι, όχι χρυσά, ούτε το άλλο πρόσωπο ούτε τα πόδια ούτε τα χέρια, την ώρα που αν ήταν χρυσά θα φαίνονταν πάρα πολύ όμορφα, βέβαια. Έτσι έπεσε έξω, από κουταμάρα, γιατί δεν ήξερε πως το χρυσάφι, όπως λες, είναι που τα κάνει όλα όμορφα, όπου και να προστεθεί. Όταν τα λέει αυτά, τί να του αποκριθούμε, Ιππία;
[290c] ΙΠ. Καμιά δυσκολία! Θα πούμε ότι σωστά έκαμε· γιατί και ό,τι είναι φτιαγμένο από φίλντισι είναι, φαντάζομαι, όμορφο.
ΣΩ. Γιατί όμως τότε, θα πει, δεν έκανε και τα μέσα μέρη των ματιών από φίλντισι, μόνο από πέτρα; — και μάλιστα κοίταξε να βρει πέτρα που να μοιάζει όσο γίνεται περισσότερο με το φίλντισι. Ή μήπως και η πέτρα η όμορφη είναι κάτι όμορφο; Θα το δεχτούμε, Ιππία;
ΙΠ. Θα το δεχτούμε, φτάνει να ταιριάζει.
ΣΩ. Και όταν δεν ταιριάζει, θα πούμε πως είναι κάτι άσκημο; Να το παραδεχτώ ή όχι;
ΙΠ. Παραδέξου το, όταν βέβαια δεν ταιριάζει.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡρακλεῖδαι (329-352)

ΧΟ. ἀεί ποθ᾽ ἥδε γαῖα τοῖς ἀμηχάνοις
330 σὺν τῶι δικαίωι βούλεται προσωφελεῖν.
τοιγὰρ πόνους δὴ μυρίους ὑπὲρ φίλων
ἤνεγκε καὶ νῦν τόνδ᾽ ἀγῶν᾽ ὁρῶ πέλας.
ΔΗ. σοί τ᾽ εὖ λέλεκται καὶ τὰ τῶνδ᾽ αὐχῶ, γέρον,
τοιαῦτ᾽ ἔσεσθαι· μνημονεύσεται χάρις.
335 κἀγὼ μὲν ἀστῶν σύλλογον ποιήσομαι,
τάξω δ᾽ ὅπως ἂν τὸν Μυκηναίων στρατὸν
πολλῆι δέχωμαι χειρί· πρῶτα μὲν σκοποὺς
πέμψω πρὸς αὐτόν, μὴ λάθηι με προσπεσών·
ταχὺς γὰρ Ἄργει πᾶς ἀνὴρ βοηδρόμος·
340 μάντεις τ᾽ ἀθροίσας θύσομαι. σὺ δ᾽ ἐς δόμους
σὺν παισὶ χώρει, Ζηνὸς ἐσχάραν λιπών.
εἰσὶν γὰρ οἵ σου, κἂν ἐγὼ θυραῖος ὦ,
μέριμναν ἕξουσ᾽. ἀλλ᾽ ἴθ᾽ ἐς δόμους, γέρον.
ΙΟ. οὐκ ἂν λίποιμι βωμόν, εὐξόμεσθα δὲ
345 ἱκέται μένοντες ἐνθάδ᾽ εὖ πρᾶξαι πόλιν.
ὅταν δ᾽ ἀγῶνος τοῦδ᾽ ἀπαλλαχθῆις καλῶς,
ἴμεν πρὸς οἴκους. θεοῖσι δ᾽ οὐ κακίοσιν
χρώμεσθα συμμάχοισιν Ἀργείων, ἄναξ·
τῶν μὲν γὰρ Ἥρα προστατεῖ, Διὸς δάμαρ,
350 ἡμῶν δ᾽ Ἀθάνα. φημὶ δ᾽ εἰς εὐπραξίαν
καὶ τοῦθ᾽ ὑπάρχειν, θεῶν ἀμεινόνων τυχεῖν·
νικωμένη γὰρ Παλλὰς οὐκ ἀνέξεται.

***
ΧΟΡ. Πάντα τους έρημους η χώρα μας ετούτη
330 ναν τους συντρέχει με το δίκιο επιθυμάει.
Υπόφερεν άμετρους πόνους για τους φίλους
και τώρα βλέπω νέον κίνδυνο σιμά μας.
ΔΗΜ. Καλά μίλησες, γέροντα· και θαρρώ πως τέτοια
θα γίνουν τα παιδιά: τη χάρη θα θυμούνται.
Τώρα εγώ σύναξη των πολιτών θα κάμω
και θα κοιτάξω να δεχτώ των Μυκηναίων
το στράτεμα με δύναμη πολλήν, και πρώτα
σκοπούς θα στείλω, μήπως ξαφνικά μας πέσουν·
γιατί ᾽ναι γρήγορος δρομέας ο κάθε Αργίτης·
340 τους μάντεις έπειτα θα μάσω να θυσιάσουν,
και αφήνοντας συ τον βωμό πήγαινε μέσα
με τα παιδιά κι είναι τους ποιοι, κι αν εγώ λείπω,
που θα φροντίσουνε για σένα. Λοιπόν, σύρε!
ΙΟΛ. Δεν παρατάμε τον βωμό και θα ευχηθούμε
ικέτες μένοντας η πόλη να ευτυχήσει·
κι όταν καλά απ᾽ τον κίνδυνον αυτόν γλιτώσει,
θα μπούμε στο παλάτι. Κι έχουμε βοηθούς μας
όχι κατώτερους θεούς απ᾽ τους Αργίτες·
του Δία η γυναίκα προστατεύει τους, η Ήρα,
350 κι εμάς πάλ᾽ η Αθηνά· και λέω πως για καλό μας
εμείς καλύτερους θεούς έχουμε τύχει·
γιατί δεν δέχεται να νικηθεί η Παλλάδα.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η ανατολίζουσα περίοδος και η αρχή της μνημειακής τέχνης στην Ελλάδα

2.5. Οι επιδράσεις από την Ανατολή και τα πρώτα λίθινα γλυπτά

Στην πλαστική τα ερεθίσματα που πήραν οι Έλληνες από την Ανατολή είναι πολύ εμφανέστερα από ό,τι στην αγγειογραφία. Η εξέλιξη αυτής της τέχνης συνδέεται αναμφίβολα με την ευημερία και τις κοινωνικές αλλαγές που έφεραν στην Ελλάδα, μέσα στον 7ο αιώνα π.Χ., το εμπόριο, ο αποικισμός και η νέα πολιτική οργάνωση σε πόλεις. Θέλοντας να προβάλουν τον πλούτο τους αλλά και να δοκιμάσουν τις τεχνικές δυνατότητές τους, οι Έλληνες δημιουργούν για πρώτη φορά γλυπτά μνημειακών διαστάσεων, έχοντας ως πρότυπα τα επιβλητικά έργα που έβλεπαν και θαύμαζαν στα ανάκτορα και τους ναούς της Συρίας, της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου. Από την άποψη αυτή η ανάπτυξη της μεγάλης πλαστικής συμβαδίζει με εκείνη της μνημειακής αρχιτεκτονικής.
 
Η μνημειακότητα όμως δεν είναι μόνο θέμα μεγέθους. Η εντύπωση που προκαλεί ένα γλυπτό στον θεατή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις αναλογίες του και από τη σχέση του με τον περιβάλλοντα χώρο. Τα χάλκινα αγαλμάτια και τα μικρά συμπλέγματα της όψιμης γεωμετρικής εποχής δεν είναι κατασκευασμένα με βάση αυστηρούς κανόνες αναλογιών και δεν έχουν μία κύρια όψη· μόνο όσα διακοσμούν μεγάλους χάλκινους τρίποδες υποτάσσονται αναγκαστικά στην οπτική γωνία που επιβάλλει η θέση τους. Ήδη όμως από τις αρχές του 7ου αιώνα τα γλυπτά, ανεξάρτητα από το μέγεθος και τη θέση τους, αποκτούν μια σαφώς προσδιορισμένη δομή, κάτι που προϋποθέτει τη χρήση ενός συστήματος αναλογιών. Συνέπεια του νέου τρόπου κατασκευής, ειδικά των ανθρώπινων μορφών, είναι μια έντονη σχηματοποίηση· έχει κανείς την εντύπωση ότι είναι δομημένες με βάση γεωμετρικά σχήματα. Για να κατανοήσουμε τη σημασία αυτής της αλλαγής αρκεί να συγκρίνουμε το αγαλμάτιο ενός πολεμιστή από την περιοχή της Καρδίτσας (του «Αχιλλέα»), έργο του τέλους του 8ου αιώνα π.Χ., με ένα λίγο μεγαλύτερο γυμνό χάλκινο άγαλμα από τη Βοιωτία, πιθανότατα από τη Θήβα, που χρονολογείται γύρω στο 680 π.Χ., είναι δηλαδή μόλις 20 με 30 χρόνια νεότερο. Τo κεφάλι της δεύτερης μορφής μοιάζει σαν ένα ανεστραμμένο ισοσκελές τρίγωνο πλαισιωμένο από κάθετους βοστρύχους μαλλιών (δύο από κάθε πλευρά), που πέφτουν στους ώμους, το σώμα σαν τραπέζιο και οι μηροί σαν κύλινδροι που στενεύουν προς τα κάτω, εκεί όπου διαμορφώνονται σαν μικρές σφαίρες τα γόνατα. Το χάλκινο αγαλμάτιο από τη Βοιωτία ήταν αφιερωμένο σε ένα ιερό του Απόλλωνα (πιθανόν στο ιερό του Απόλλωνα Ισμηνίου στη Θήβα), όπως δηλώνει η επιγραφή που είναι χαραγμένη στην μπροστινή επιφάνεια των μηρών: το έμμετρο κείμενο (δύο δακτυλικοί εξάμετροι στίχοι) λέει ότι το έργο το αφιέρωσε στον Απόλλωνα ο Μάντικλος από το δέκατο των κερδών του. Ο αναθέτης θέλησε να ευχαριστήσει τον τοξότη θεό κάνοντάς του ένα όμορφο δώρο και του ζητά να του ανταποδώσει τη χάρη. Η μορφή εικονίζει τον ίδιο τον θεό, αφού πρέπει να κρατούσε τόξο στο προτεταμένο αριστερό χέρι.
 
Με πόσο γρήγορα βήματα προχώρησε η εξέλιξη της πλαστικής κατά τη διάρκεια του 7ου αιώνα το βλέπουμε αν συγκρίνουμε τον Απόλλωνα του Μαντίκλου με ένα 30 ή 40 χρόνια νεότερό του χάλκινο αγαλμάτιο από τους Δελφούς, που εικονίζει, έναν όρθιο γυμνό νέο, ο οποίος (όπως και ο Απόλλων του Μαντίκλου) φοράει μόνο ένα φαρδύ περίζωμα γύρω από τη μέση του. Η διαφορά στις αναλογίες του σώματος ανάμεσα στα δύο έργα οφείλεται ασφαλώς ως έναν βαθμό στη διαφορετική εργαστηριακή παράδοση: ο Απόλλων του Μαντίκλου πρέπει να είναι έργο Βοιωτού καλλιτέχνη, ενώ ο «νέος των Δελφών» έχει αποδοθεί με πειστικά επιχειρήματα σε κρητικό εργαστήριο. Σημαντικό είναι όμως να προσέξουμε πόσο πιο οργανικά δεμένα είναι μεταξύ τους τα μέλη του σώματος του νεότερου έργου: ο λαιμός αποτελεί οργανική συνέχεια του κεφαλιού και δεν είναι ένα ξεχωριστό κυλινδρικό στοιχείο που το ενώνει με τους ώμους· η μετάβαση από τον κορμό στους γλουτούς και τα σκέλη ακολουθεί μια συνεχή μαλακή καμπύλη και δεν δηλώνεται με μιαν απλή οριζόντια τομή. Οι διαφορές αυτές δείχνουν ποια κατεύθυνση ακολούθησε η τέχνη από το πρώτο τέταρτο ως τα μέσα του 7ου αιώνα: οι καλλιτέχνες άρχισαν να εγκαταλείπουν τα καθαρά γεωμετρικά σχήματα και να χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο καμπύλες γραμμές και πλαστικούς όγκους για να αποδώσουν το ανθρώπινο σώμα. Έτσι, τα νεότερα έργα φαίνονται λιγότερο σχηματοποιημένα και πιο "φυσιοκρατικά".
 
Στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. εμφανίζονται και τα πρώτα λίθινα γλυπτά, κατασκευασμένα από μαλακό ασβεστόλιθο. Το παλαιότερο ίσως παράδειγμα είναι το κάτω μέρος μιας φυσικού μεγέθους καθιστής γυναικείας μορφής από τη Γόρτυνα της Κρήτης. Οι λείες, επίπεδες επιφάνειες του ενδύματος καλύπτονται από καμπυλόγραμμα διακοσμητικά μοτίβα, στα οποία διακρίνεται ακόμη έντονο κόκκινο χρώμα. Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι τα αρχαία γλυπτά, σε αντίθεση με τα σύγχρονα, ήταν πάντα χρωματισμένα, συχνά με ζωηρά χρώματα. Είδαμε ότι η Κρήτη είναι ένα κομβικό σημείο του ελληνικού κόσμου που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διάδοση του ανατολίζοντος ρυθμού στην τέχνη.
 
Το πιο γνωστό ολόγλυφο έργο της πρώιμης κρητικής πλαστικής είναι ένα μικρό σχετικά άγαλμα ντυμένης γυναίκας, που ακουμπάει το δεξί χέρι στο στήθος, σε μια στάση που ίσως δηλώνει προσευχή. Το άγαλμα, που σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου, είναι γνωστό με το όνομα «κυρία της Auxerre», γιατί παλαιότερα βρισκόταν στο μουσείο της μικρής αυτής γαλλικής πόλης. Η «κυρία της Auxerre» μπορεί να χρονολογηθεί λίγο μετά τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., καθώς βρίσκεται τεχνοτροπικά στην ίδια εξελικτική φάση με το επίσης κρητικής προέλευσης χάλκινο αγαλμάτιο από τους Δελφούς. Χαρακτηριστική για την εποχή είναι η ενδυμασία: αποτελείται από έναν κυλινδρικό μάλλινο μακρύ χιτώνα ζωσμένο στη μέση με φαρδιά ζώνη, και έναν επενδύτη που καλύπτει τους ώμους και το πίσω μέρος των βραχιόνων, και στερεώνεται επάνω από τα στήθη με δύο πόρπες, τις οποίες καλύπτουν τα μαλλιά. Ο χιτώνας έχει πλούσιο εγχάρακτο διάκοσμο από γραμμικά κοσμήματα και ήταν βέβαια χρωματισμένος. Λίγο μεταγενέστερα από την «κυρία της Auxerre» είναι τα γλυπτά του ναού του Απόλλωνα στον Πρινιά.
 
Μπορεί η Κρήτη να διεκδικεί τα πρωτεία στη λιθογλυπτική στα χρόνια του ανατολίζοντος ρυθμού, όμως η τέχνη αυτή φαίνεται ότι εξαπλώθηκε γρήγορα, καθώς πρώιμα λίθινα γλυπτά προέρχονται και από άλλες περιοχές της Ελλάδας. Στην ίδια περίοδο με την «κυρία της Auxerre», δηλαδή γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., ανήκει μια αποσπασματικά σωζόμενη ανάγλυφη πλάκα από ασβεστόλιθο που βρέθηκε στην ακρόπολη των Μυκηνών. Η παρουσία στο επάνω μέρος της πλάκας μιας φαρδιάς προστατευτικής λωρίδας δείχνει ότι ήταν τμήμα του ανάγλυφου διακόσμου ενός κτίσματος. Είναι, ωστόσο, δύσκολο να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τι είδους κτίσμα ήταν αυτό και σε ποιο σημείο του ήταν τοποθετημένη η ανάγλυφη πλάκα. Από την παράσταση διατηρείται το επάνω μέρος μιας ντυμένης γυναικείας μορφής, που εικονίζεται κατενώπιον. Η ομοιότητα του κεφαλιού με κεφάλια από πλαστικούς πρωτοκορινθιακούς αρυβάλλους βεβαιώνει τη χρονολόγηση της ανάγλυφης πλάκας και οδηγεί επιπλέον στη σκέψη ότι πρέπει να είναι έργο Κορίνθιου γλύπτη.

Νίτσε: Αγαπούμε τη ζωή, επειδή είμαστε συνηθισμένοι όχι στη ζωή αλλά στην αγάπη

Για την ανάγνωση και τη γραφή

Απ' όλα όσα έχουν γραφτεί αγαπώ μόνο αυτό που γράφει κανείς με το αίμα του. Γράφε με αίμα: και θα νιώσεις ότι το αίμα είναι πνεύμα.

Δεν είναι εύκολο να καταλάβεις το ξένο αίμα: απεχθάνομαι τους τε­μπέληδες που διαβάζουν.

Όποιος γνωρίζει τον αναγνώστη, αυτός δεν κάνει πια τίποτε για τον αναγνώστη. Άλλος ένας αιώνας αναγνώστες — και θα βρομίσει και το ίδιο το πνεύμα.

Το ότι καθένας έχει το δικαίωμα να μάθει να διαβάζει, αυτό είναι κάτι που στην πορεία χαλάει όχι μόνο το γράφειν αλλά και το σκέπτεσθαι.

Κάποτε το πνεύμα ήταν θεός, μετά έγινε άνθρωπος και τώρα γίνεται πια πλέμπα.

Όποιος γράφει με αίμα και αποφθέγματα, αυτός δεν θέλει να τον δια­βάζουν, αλλά να τον μαθαίνουν από στήθους.

Στο βουνό ο πιο σύντομος δρόμος είναι από κορυφή σε κορυφή: αλλά γι' αυτό το πράγμα πρέπει να έχεις μακριά πόδια. Τα αποφθέγματα πρέπει να είναι κορυφές: κι αυτοί, για τους οποίους λέγονται αυτά, πρέπει να είναι μεγάλοι και ψηλόκορμοι.

Ο λεπτός και καθαρός αέρας, ο κοντινός κίνδυνος και το πνεύμα το γεμάτο από χαρούμενη κακία: αυτά πάνε καλά μαζί.

Θέλω να έχω γύρω μου στοιχειά, γιατί είμαι θαρραλέος. Το θάρρος, που διώχνει τα φαντάσματα, δημιουργεί για τον εαυτό του στοιχειά — το θάρρος θέλει να γελά.

Δεν αισθάνομαι πια τα πράγματα όπως εσείς: το σύννεφο αυτό, που βλέπω κάτω μου, αυτή η μαυρίλα και το βάρος, για τα οποία γελώ — αυτό ακριβώς είναι το σύννεφο που θα φέρει καταιγίδα σε σας.

Βλέπετε προς τα πάνω, όταν ποθείτε την ανύψωση. Κι εγώ βλέπω προς τα κάτω, γιατί είμαι ανυψωμένος.

Ποιος από σας μπορεί να γελά και συγχρόνως να είναι ανυψωμένος;

Εκείνος που ανεβαίνει στα πιο ψηλά βουνά, γελά με όλες τις τραγω­δίες, είτε είναι πραγματικές είτε παίζονται.

Θαρραλέους, ανέμελους, είρωνες, βίαιους — έτσι μας θέλει η σοφία: είναι μια γυναίκα και αγαπά πάντα μόνο τον πολεμιστή́.

Μου λέτε: "είναι δύσκολο να σηκώσει κανείς τη ζωή". Προς τι όμως τότε έχετε το πρωί την περηφάνια σας και το βράδυ την υποταγή σας;

Είναι δύσκολο να σηκώσει κανείς τη ζωή: μα μην είστε πια τόσο τρυφεροί!

Είμαστε όλοι όμορφοι κουβαλητές γάιδαροι και γαϊδούρες.

Τι κοινό έχουμε με τον κάλυκα του τριαντάφυλλου, που τρέμει επειδή έπεσε πάνω του μια σταγόνα δροσιάς;

Είναι αλήθεια: αγαπούμε τη ζωή, επειδή είμαστε συνηθισμένοι όχι στη ζωή αλλά στην αγάπη.

Πάντα υπάρχει λίγη παραφροσύνη στην αγάπη. Αλλά και πάντα υπάρχει λίγο λογικό στην παραφροσύνη.

Και εμένα επίσης, που έχω καλή διάθεση απέναντι στη ζωή, μου φαί­νεται ότι οι πεταλούδες και οι σαπουνόφουσκες και τα ανθρώπινα όντα που μοιάζουν μ' αυτές γνωρίζουν περισσότερο απ' τους άλλους την ευτυχία.

Να βλέπεις να πετούν αυτές οι ανάλαφρες ψυχούλες, τρελές, τρυφερές και ευκίνητες — αυτό προκαλεί στον Ζαρατούστρα δάκρυα και τραγούδια.

Θα πίστευα μόνο σ' έναν θεό που θα ήξερε να χορεύει.

Κι όταν είδα τον διάβολο μου, τον βρήκα σοβαρό, εμβριθή́, βαθύ́, επίσημο: ήταν το πνεύμα του βάρους — μέσω αυτού πέφτουν όλα τα πρά­γματα.

Δεν σκοτώνει κανείς με την οργή αλλά με το γέλιο. Εμπρός, ας σκο­τώσουμε το πνεύμα του βάρους!

Έμαθα να περπατώ: από τότε αφήνω τον εαυτό μου να τρέχει. Έμα­θα να πετώ: από τότε δεν περιμένω να με σπρώξουν για να αλλάξω θέση.

Τώρα είμαι ελαφρός, τώρα πετώ, τώρα βλέπω τον εαυτό μου κάτω μου, τώρα μέσω εμού χορεύει ένας θεός.

Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα.

Φρίντιχ Νίτσε, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα