Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Η Σκιά πάνω απ’ το Ιννσμουθ

Η ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΟ ΙΝΝΣΜΟΥΘ
 
»Θα ’λεγα ότι τώρα η πόλη έχει περισσότερα έρημα σπίτια από κατοίκους και δε διαθέτει καμία αξιόλογη επιχείρηση εκτός από την αλιεία ψαριών και αστακών. Όλοι κάνουν τις δοσοληψίες τους είτε εδώ είτε στο Άρκαμ ή το Ίπσγουιτς. Κάποτε διέθεταν κάτι λίγους μύλους, αλλά τίποτα δεν έχει απομείνει εκτός από ένα εργοστάσιο καθαρισμού χρυσού που επεξεργάζεται με μειωμένο ωράριο ένα πολύ φτωχό μετάλλευμα. Αυτό το εργοστάσιο, πάντως, ήταν κάποτε μια μεγάλη επιχείρηση κι ο γερο-Μαρς, ο ιδιοκτήτης του, θα πρέπει να είναι πιο πλούσιος κι από τον Κροίσο.
 
Περίεργος άνθρωπος αυτός ο Μαρς· δεν κάνει ρούπι έξω από το σπίτι του. Λένε ότι έπαθε κάποια δερματοπάθεια ή παραμόρφωση σε μεγάλη ηλικία, που τον αναγκάζει να κρύβεται. Είναι εγγονός του καπετάνιου Όμπεντ Μαρς, του ιδρυτή της επιχείρησης. Η μάνα του ήταν μάλλον αλλοδαπή -λένε από τα νησιά των Νότιων Θαλασσών- έτσι χάλασε ο κόσμος όταν πριν πενήντα χρόνια παντρεύτηκε μια κοπέλα από το Ίπσγουιτς. Έτσι γίνεται πάντα με τους κατοίκους του Ίννσμουθ, και οι άνθρωποι εδώ γύρω προσπαθούν να κρατήσουν κρυφό το τυχόν αίμα του Ίννσμουθ που ρέει στις φλέβες τους. Αλλά, απ’ όσο μπορώ να κρίνω, τα παιδιά και τα εγγόνια του Μαρς δεν ξεχωρίζουν από κάθε άλλον άνθρωπο. Ρώτησα και μου τα έδειξαν… αν και, τώρα που το συλλογιέμαι, τα πιο μεγάλα από τα παιδιά του δεν πολυεμφανίζονται τώρα τελευταία. Τον ίδιο το γέρο ούτε που τον έχω δει ποτέ. Γιατί τα ’χουν βάλει όλοι με το Ίννσμουθ; Λοιπόν, παλικάρι μου, δεν πρέπει να δίνεις και πολλή βάση στα όσα λέει ο κόσμος εδώ γύρω.

Δύσκολο ν’ αρχίσουν να μιλάνε, αλλά έτσι κι αρχίσουν, μετά δε σταματάνε με τίποτα. Και τι δε λένε για το Ίννσμουθ τα τελευταία εκατό χρόνια! Κι αν θες τη γνώμη μου, όλα μαρτυρούν κυρίως το φόβο που νιώθουν γι’ αυτό. Μερικές από τις ιστορίες θα σ’ έκαναν να γελάσεις. Για το γερο-καπετάνιο Μαρς λένε ότι έκανε συμφωνία με το διάβολο κι έφερε να κατοικήσουν στο Ίννσμουθ κάποια δαιμονικά από την κόλαση· και μιλούν ακόμη για κάποιο είδος δαιμονολατρίας με φοβερές ανθρωποθυσίες που γίνονται κάπου κοντά στις αποβάθρες, και οι οποίες αποκαλύφτηκαν τυχαία το 1845 ή κάπου τότε… Αλλά ελόγου μου είμαι από το Πάντον του Βερμόντ, και δεν ιδρώνει τ’ αυτί μου με τέτοιες ιστορίες.
 
Θ’ άξιζε πάντως ν’ ακούσεις τα όσα λένε μερικοί γέροι για κείνη τη μαύρη ξέρα στ’ ανοιχτά –την Ξέρα του Διαβόλου, όπως την αποκαλούν. Ανάλογα με την παλίρροια, ένα μέρος του χρόνου εξέχει αρκετά από το νερό, και ποτέ δε σκεπάζεται εντελώς, αλλά δε θα μπορούσες και να την πεις νησί. Σύμφωνα μ’ αυτές τις ιστορίες, λοιπόν, κατά καιρούς μπορεί να δει κανείς ολάκερες λεγεώνες από διαβόλους σ’ αυτή την ξέρα, να κάθονται εκεί ή να μπαινοβγαίνουν από κάτι σπήλαια κοντά στην κορφή.
 
Η ξέρα αυτή είναι ένας τραχύς, ακανόνιστος βράχος κάνα δύο χιλιόμετρα έξω από την ακτή και τα παλιά χρόνια οι ναυτικοί έκαναν μια μεγάλη παράκαμψη μόνο και μόνο για να μην περάσουν από κοντά του. Και λέγοντας ‘ναυτικοί’, εννοώ εκείνους που δεν κρατούσε η σκούφια τους από το Ίννσμουθ. Κάτι που είχαν να το λένε σε βάρος του γερο-καπετάνιου Μαρς ήταν ότι συχνά επισκεπτόταν την ξέρα τα βράδια, όταν το επέτρεπε η παλίρροια. Μπορεί και να το ’κάνε, γιατί πραγματικά αυτός ο βράχος παρουσιάζει ενδιαφέρον και δεν αποκλείεται να γύρευε εκεί τίποτα θησαυρούς πειρατών. Διόλου απίθανο, μάλιστα και να τους βρήκε. Πάντως οι φήμες έλεγαν ότι πήγαινε εκεί για να κάνει διάφορες δοσοληψίες με τους διαβόλους που κατοικούσαν στην ξέρα. Είναι γεγονός, νομίζω, ότι ήταν αυτά τα σούρτα-φέρτα του καπετάνιου που έδωσαν το κακό όνομα στην ξέρα.
 
Αυτά συνέβαιναν πριν από τη μεγάλη επιδημία του 1846 που αφάνισε πάνω από το μισό πληθυσμό του Ίννσμουθ. Ποτέ δεν εξακριβώθηκε με σιγουριά τι σόι λοιμός ήταν, αλλά μάλλον επρόκειτο για κάποια ξενόφερτη αρρώστια που την είχαν φέρει με τα πλοία από την Κίνα ή κάποιο τέτοιο μέρος. Ήταν σίγουρα μια φοβερή επιδημία. Εξαιτίας της ξέσπασαν αιματηρές ταραχές κι έγιναν ένα σωρό φρικτά επεισόδια που, ωστόσο, δε νομίζω να ξεπέρασαν τα όρια της πόλης. Το αποτέλεσμα ήταν να μείνει ο τόπος σε άθλια χάλια. Πάντως η αρρώστια δεν ξαναχτύπησε από τότε, και τώρα δε θα ζουν εκεί παραπάνω από 300 με 400 ψυχές.
 
Αλλά η πραγματική αιτία για την εχθρότητα που νιώθουν οι ντόπιοι είναι κατά βάση οι ρατσιστικές τους προκαταλήψεις… και δεν μπορώ να πω ότι τους κατηγορώ γι’ αυτό. Κι εγώ απεχθάνομαι αυτούς τους τύπους από το Ίννσμουθ και δε θα ήθελα να πατήσω ποτέ το πόδι μου στην πόλη τους. Φαντάζομαι να έχεις ακουστά -αν και η προφορά σου δείχνει κάτοικο της Δύσης- πόσα από τα καράβια της Νέας Αγγλίας έκαναν δουλεμπόριο και είχαν πάρε-δώσε με παράξενα λιμάνια της Αφρικής, των Νότιων Θαλασσών ή και με άλλους τόπους, και τι παράξενο ζωντανό εμπόρευμα έφερναν στο γυρισμό τους. Πιθανώς να έχεις ακουστά για εκείνον τον τύπο από το Σέηλεμ που γύρισε παντρεμένος με μια Κινέζα, και ίσως θα ξέρεις ότι υπάρχει ακόμη κι ένα τσούρμο από ιθαγενείς του Φίτζι που ζουν κάπου κοντά στο Ακρωτήρι Κοντ.
 
Που λες, κάτι τέτοιο πρέπει να κρύβεται και στην καταγωγή των κατοίκων του Ίννσμουθ. Ο τόπος τους ήταν πάντοτε αποκομμένος από τον έξω κόσμο εξαιτίας των βάλτων και των ποταμών, και δεν είμαστε σίγουροι τι ακριβώς γινόταν εκεί. Πάντως φαίνεται ότι γερο-καπετάνιος Μαρς έφερε μαζί του μερικά πολύ παράξενα ανθρώπινα δείγματα όταν έκανε εμπόριο με τα τρία καράβια του παλιά, στη δεκαετία του 1820 ή του ’30. Σίγουρα κάποιο παράξενο αίμα ρέει στις φλέβες των κατοίκων του Ίννσμουθ σήμερα  -δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, αλλά έχουν κάτι πάνω τους που σε κάνει ν’ ανατριχιάζεις. Αυτό θα το παρατηρήσεις λίγο και στον Σάρτζεντ, αν τελικά πάρεις το λεωφορείο του.
 
Μερικοί από δαύτους έχουν περίεργα στενό κεφάλι, πλακουτσή μύτη και γουρλωτά, ανέκφραστα μάτια που δε φαίνεται να κλείνουν ποτέ. Αλλά και το δέρμα τους έχει κάτι το αφύσικο. Είναι τραχύ και ψωραλέο και το πλάι του λαιμού τους είναι πολύ ζαρωμένο και σουφρωμένο. Χώρια απ’ αυτά, χάνουν και τα μαλλιά τους γρήγορα, από πολύ νέοι. Τη χειρότερη όψη την έχουν οι πιο ηλικιωμένοι… αν κι εδώ που τα λέμε, δε θυμάμαι να είδα και ποτέ κανέναν πολύ γέρο από τη φάρα τους. Μάλλον θα πρέπει να τα τινάζουν απ’ την τρομάρα τους βλέποντας τη φάτσα τους στον καθρέφτη! Ακόμη και τα ζώα νιώθουν απέχθεια για δαύτους, και δεν τους ζυγώνουν· παλιότερα, πριν βγουν τ’ αυτοκίνητα, είχαν πολλά προβλήματα με τ’ άλογα.
 
Κανένας από δω γύρω ή το Άρκαμ και το Ίπσγουιτς δε θέλει να έχει πάρε δώσε μαζί τους, αλλά κι εκείνοι συμπεριφέρονται ψυχρά όταν έρχονται στην πόλη μας ή όταν κάποιος προσπαθήσει να ψαρέψει στα νερά τους. Είναι παράξενο το πώς τα ψάρια αφθονούν έξω από το λιμάνι του Ίννσμουθ όταν δεν υπάρχει λέπι πουθενά αλλού. Αλλά για κάνε πώς ψαρεύεις εκεί, και θα δεις πώς θα σε πάρουν στο κυνήγι! Οι τύποι αυτοί, που λες, έρχονταν παλιά εδώ με το σιδηρόδρομο. Ακόμη και όταν διακόπηκε η γραμμή με το Ρόουλυ, πήγαιναν ως εκεί με τα πόδια. Αλλά τώρα χρησιμοποιούν αποκλειστικά εκείνο το λεωφορείο.
 
Ναι, υπάρχει ένα ξενοδοχείο στο Ίννσμουθ -το λένε Γκίλμαν Χάουζ- αλλά δε νομίζω να λέει και πολλά πράγματα. Καλύτερα να μείνεις εδώ γι’ απόψε, και να πάρεις το πρωινό λεωφορείο των δέκα. Έτσι θα μπορέσεις να πάρεις από κει το βραδινό των οχτώ για το Άρκαμ. Υπήρχε ένας εργοστασιακός επιθεωρητής που έκανε μια στάση στο Γκίλμαν πριν δύο χρόνια, και μετά άφησε να διαρρεύσουν κάποιοι πολύ δυσάρεστοι υπαινιγμοί γι’ αυτό το μέρος. Φαίνεται να μαζεύουν περίεργη πελατεία εκεί, γιατί ο επιθεωρητής που λέμε άκουγε φωνές από τ’ άλλα δωμάτια -αν και τα πιο πολλά ήταν άδεια- που τον έκαναν ν’ ανατριχιάζει. Ήταν ξενικές ομιλίες, όπως του φάνηκαν, αλλά το άσχημο της όλης υπόθεσης ήταν το είδος της φωνής που μιλούσε κάποιες φορές.
 
Ακουγόταν τόσο αφύσικη -κάπως λασπερή, έτσι την περιέγραψε- που ο άνθρωπος δεν τόλμησε καν να ξεντυθεί και να πέσει για ύπνο. Απλώς την έβγαλε ξάγρυπνος, και με το πρώτο φως της αυγής πήρε δρόμο. Οι κουβέντες αυτές συνεχίζονταν σχεδόν όλη νύχτα. Ο τύπος αυτός -Κέηζυ, έτσι τον λέγαν- είχε πολλά να πει για το πως τον παρακολουθούσαν οι ντόπιοι του Ίννσμουθ, και φαίνονταν κάπως σαν να ήταν κουμπωμένοι και σ’ επιφυλακή απέναντι του. Οι εγκαταστάσεις του Μαρς του φάνηκαν σαν πολύ αλλόκοτο μέρος – είναι ένας παλιός νερόμυλος στους κάτω καταρράκτες του Μανούξετ.
 
Τα όσα είπε έδεναν με τα όσα είχα ακούσει. Τα λογιστικά τους βιβλία ήταν σε άθλια κατάσταση και δεν υπήρχε κανένας ξεκάθαρος λογαριασμός για οποιαδήποτε από τις δοσοληψίες τους. Ξέρεις, ανέκαθεν ήταν κάπως μυστήριο το που βρίσκουν οι Μαρς το χρυσάφι που ραφινάρουν. Δε φαίνεται να κάνουν και πολλές αγορές σ’ αυτό το χώρο, αλλά πριν χρόνια διοχέτευσαν στην αγορά μια τεράστια ποσότητα αυτού του μετάλλου. Κυκλοφορούσαν φήμες για κάποια πολύ παράξενα κοσμήματα που οι ναύτες και οι εργαζόμενοι στις εγκαταστάσεις πουλούσαν κατά καιρούς λαθραία και στη ζούλα, ή που τα είχαν δει κάνα δύο φορές να τα φορούν οι γυναίκες των Μαρς.

Ο κόσμος έλεγε ότι μπορεί ο γερο-καπετάνιος Όμπεντ να τ’ αποκτούσε κάνοντας τράμπα με αγρίους σε κάποιο ξωτικό λιμάνι, ιδίως αν λάβουμε υπόψη ότι πάντοτε παράγγελνε μεγάλες ποσότητες από γυάλινες χάντρες κι άλλα τέτοια μπιχλιμπίδια, από κείνα που προμηθεύονταν κάποτε οι ναυτικοί για ανταλλαγές με τους ιθαγενείς. Άλλοι πάλι λέγαν και το λένε ακόμη, ότι είχε βρει κάποιον παλιό πειρατικό θησαυρό πέρα στην Ξέρα του Διαβόλου. Αλλά εδώ υπάρχει κάτι παράξενο. Ο γερο-καπετάνιος τα έχει τινάξει εδώ κι εξήντα χρόνια και κανένα καράβι της προκοπής δεν έχει σαλπάρει από κείνο το μέρος από την εποχή του Εμφύλιου Πολέμου. Και παρ’ όλα αυτά οι Μαρς εξακολουθούν ν’ αγοράζουν ακόμη κάτι λίγα από κείνα τα ψευτοπράγματα γι’ ανταλλαγές με ιθαγενείς – κυρίως γυάλινα και λαστιχένια μπιχλιμπίδια, απ’ ό,τι μαθαίνω. Μπορεί τελικά οι τύποι από το Ίννσμουθ να κάνουν κέφι να τα χαζεύουν αυτοί οι ίδιοι – γιατί, μα το Θεό, έχουν καταντήσει σχεδόν χειρότεροι κι από τους κανίβαλους των Νότιων Θαλασσών ή τους αγρίους της Γουινέας.
 
Εκείνη η πανούκλα του ’46 θα πρέπει να πήρε μαζί της το καλύτερο αίμα του τόπου. Όπως και να ’χει, όλοι τους είναι σκέτη σαβούρα τώρα, κι όσο για τους Μαρς και τους άλλους ντόπιους λεφτάδες, είναι τόσο ελεεινοί όσο και οι ρέστοι. Όπως έλεγα, δεν υπάρχουν παραπάνω από 400 νοματαίοι όλοι κι όλοι στην πόλη, παρά τους τόσους δρόμους που λένε ότι υπάρχουν εκεί. Υποθέτω ότι είναι του είδους που τους αποκαλούν ‘λευκά σκουπίδια’ κάτω στο Νότο -άνομοι, πανούργοι, κι όλο μυστικοπαθή τερτίπια. Πιάνουν πολλά ψάρια και αστακούς που τα εξάγουν με φορτηγά. Είναι παράξενο πώς τα ψάρια μαζεύονται έτσι εκεί, και πουθενά αλλού.
 
Κανείς δεν μπορεί να κρατήσει λογαριασμό απ’ αυτούς τους ανθρώπους και τόσο οι υπεύθυνοι της δημόσιας εκπαίδευσης όσο κι εκείνοι που κάνουν απογραφή τραβάνε των παθών τους τον τάραχο με δαύτους. Μπορείς να ’σαι σίγουρος ότι οι ξένοι που έχουν την τάση να χώνουν τη μύτη τους δεν είναι και πολύ καλοδεχούμενοι στο Ίννσμουθ. Εγώ ο ίδιος έχω ακούσει κάμποσες ιστορίες με ανθρώπους της κυβέρνησης που εξαφανίστηκαν εκεί, και υπάρχουν και κάτι αόριστες φήμες για κάποιον που τρελάθηκε και που τώρα τον έχουν κλεισμένο στο Ντάνβερς. Θα πρέπει να είχαν σκαρώσει κάποια πολύ άγρια βρομοδουλειά στο φουκαρά. Να γιατί δε θα πήγαινα ποτέ εκεί τη νύχτα, αν ήμουν στη θέση σου. Δεν έχω πάει ποτέ μου εκεί, ούτε και θα ’θελα να πάω, αλλά φαντάζομαι μια επίσκεψη στο φως της μέρας δε θα σου κάνει δα και κάνα κακό -αν κι ο κόσμος εδώ γύρω θα σε συμβούλευε να μην πας. Αν απλώς κάνεις τουρισμό για τ’ αξιοθέατα και γυρεύεις παλιά πράγματα, τότε το Ίννσμουθ θα πρέπει να ’ναι ό,τι πρέπει για σένα.
 
Κι έτσι πέρασα ένα μέρος από κείνο το βράδυ στη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Νιούμπερυπορτ ψάχνοντας να βρω στοιχεία για το Ίννσμουθ. Όταν επιχείρησα να ρωτήσω τους ντόπιους στα μαγαζιά, διαπίστωσα ότι ήταν ακόμη πιο δύσκολο να τους κάνω ν’ ανοίξουν το στόμα τους απ’ όσο είχε προβλέψει ο τύπος στο γκισέ των εισιτηρίων· και κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να διαθέσω τον αναγκαίο χρόνο για να σπάσω τον πάγο και την αρχική ενστικτώδη τους επιφυλακτικότητα. Είχαν ένα είδος ακαθόριστης καχυποψίας, σαν να πίστευαν ότι υπήρχε κάτι στραβό σε οποιονδήποτε ενδιαφερόταν τόσο πολύ για το Ίννσμουθ.
 
Στη Χ.Α.Ν. όπου έκανα μια στάση, ο υπάλληλος απλώς με αποθάρρυνε από το να πάω σ’ έναν τέτοιο ελεεινό κι εκφυλισμένο τόπο· και οι άνθρωποι στη βιβλιοθήκη αντέδρασαν περίπου με τον ίδιο τρόπο. Ήταν σαφές ότι, στα μάτια των πιο μορφωμένων, το Ιννσμουθ ήταν απλώς μια ακραία περίπτωση ξεπεσμού μιας κοινότητας. Τα ιστορικά αρχεία με τα χρονικά της επαρχίας του Έσσεξ στη βιβλιοθήκη είχαν πολύ λίγα να πουν, πέρα από το γεγονός ότι η κωμόπολη είχε ιδρυθεί 1642, ότι ήταν γνωστή για τα ναυπηγεία της πριν την Επανάσταση, ότι κατά τις αρχές του 19ου αιώνα είχε γνωρίσει μεγάλη οικονομική ευμάρεια χάρη στη θάλασσα και ότι αργότερα είχε εξελιχτεί σ’ ένα μικρό βιομηχανικό κέντρο χρησιμοποιώντας τον ποταμό Μανούξετ ως πηγή ενέργειας.
 
Η επιδημία και οι αναταραχές του 1846 θίγονταν πολύ λακωνικά, μια και αποτελούσαν ένα στίγμα ντροπής για την όλη επαρχία. Οι αναφορές σχετικά με την παρακμή ήταν ελάχιστες, αν και το έμμεσο νόημα των μεταγενέστερων στοιχείων ήταν αναμφισβήτητο. Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο κάθε βιομηχακή δραστηριότητα είχε περιοριστεί στη Εταιρία Επεξεργασίας Χρυσού του Μαρς, και οι πωλήσεις του χρυσού αποτελούσαν το μόνο κομμάτι σοβαρής εμπορικής δραστηριότητας που απέμενε πέρα από την αιώνια απασχόληση με την αλιεία.
 
Το ψάρεμα αυτό απέδιδε ολοένα και λιγότερο, καθώς η τιμή των αλιευμάτων έπεφτε σταθερά και οι μεγάλες εταιρίες έμπαιναν στον ανταγωνισμό, αλλά ποτέ δεν υπήρχε έλλειψη ψαριών γύρω από το λιμάνι του Ίννσμουθ. Ξένοι σπάνια πήγαιναν να εγκατασταθούν εκεί, και υπήρχαν κάποιες διακριτικά συγκαλυμμένες ενδείξεις ότι κάμποσοι Πολωνοί και Πορτογάλοι που το είχαν επιχειρήσει είχαν διωχτεί μ’ έναν περίεργα δραστικό τρόπο.
 
Το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα ήταν μια σύντομη μνεία για τα παράξενα κοσμήματα που συσχετίζονταν γενικά κι αόριστα με το Ίννσμουθ. Ήταν φανερό ότι το αίνιγμα είχε απασχολήσει ουκ ολίγον την όλη περιοχή, γιατί γινόταν λόγος περί δειγμάτων που υπήρχαν στο μουσείο του Πανεπιστημίου του Μισκατόνικ στο Άρκαμ, καθώς και στην αίθουσα εκθεμάτων της Ιστορικής Εταιρίας του Νιούμπερυπορτ. Οι αποσπασματικές περιγραφές αυτών των αντικειμένων ήταν λιτές και πεζές, αλλά έπιασα σ’ αυτές έναν υπαινιγμό για κάποια επίμονη υποβόσκουσα παραξενιά. Κάτι στον όλο γρίφο τους μου φαινόταν τόσο αλλόκοτο και προκλητικό που, παρά το σχετικά προχωρημένο της ώρας, αποφάσισα να ρίξω μια ματιά στο τοπικό δείγμα, αν ήταν δυνατό να κανονίσω μια επίσκεψη. Σύμφωνα με τ’ αναγραφόμενα, επρόκειτο για ένα μεγάλο στολίδι με παράξενες αναλογίες, και προφανώς ήταν κάποιο είδος διαδήματος.
 
Ο βιβλιοθηκάριος μου έδωσε ένα συστατικό σημείωμα για την έφορο της Εταιρίας, την δεσποινίδα Aνν Τίλτον, η οποία διέμενε εκεί κοντά και ύστερα από λίγες σύντομες εξηγήσεις εκείνη η ευγενική γριούλα με οδήγησε στο κλειστό κτίριο, μια και η ώρα δεν ήταν υπερβολικά προχωρημένη. Η όλη συλλογή ήταν πραγματικά αξιόλογη, αλλά με τη διάθεση που με διακατείχε τώρα δεν είχα μάτια για τίποτε άλλο παρά μόνο για εκείνο το αλλόκοτο αντικείμενο που λαμπύριζε σε μια γωνιακή βιτρίνα κάτω από τα ηλεκτρικά φώτα.
 
Δε χρειαζόταν να με διακρίνει κάποια υπερβολική ευαισθησία προς την ομορφιά για να μου κοπεί κυριολεκτικά η ανάσα μπροστά σ’ εκείνο το παράξενο, απόκοσμο μεγαλείο της εξωτικής κι οργιώδους φαντασίας που αναπαυόταν εκεί, πάνω σ’ ένα πορφυρόχρωμο βελούδινο μαξιλαράκι. Ακόμη και τώρα δυσκολεύομαι να περιγράφω αυτό που είδα, αν και ήταν σαφώς κάποιο είδος διαδήματος, όπως ανέφερε και η ταμπελίτσα του. Ήταν ψηλό μπροστά, και με μια πολύ μεγάλη και περίεργα ακανόνιστη περιφέρεια, λες κι ήταν σχεδιασμένο για ένα κεφάλι με σχεδόν τερατωδώς ελλειψοειδές περίγραμμα.
 
Το υλικό του φαινόταν να είναι κυρίως ο χρυσός, αν και η αλλόκοτη, πιο ανοιχτόχρωμη στιλπνότητά του, υποδήλωνε κάποιο παράξενο κράμα με ένα εξίσου όμορφο αλλά δυσπροσδιόριστο μέταλλο. Ήταν σε τέλεια κατάσταση, και θα μπορούσε κανείς ν’ αναλώσει ώρες ολόκληρες μελετώντας τα εντυπωσιακά και ακαθόριστης παράδοσης αινιγματικά του σχέδια. Μερικά ήταν απλώς γεωμετρικά, ενώ άλλα ήταν σαφώς θαλασσινά μοτίβα, εγχάρακτα ή σε έκτυπα ανάγλυφα στην επιφάνειά του, όλα φτιαγμένα με μια μαστοριά που μαρτυρούσε απίστευτη τέχνη και χάρη. Όσο περισσότερο το κοιτούσα τόσο περισσότερο με γοήτευε αυτό το αντικείμενο, αλλά στη γοητεία αυτή συνυπήρχε κι ένα περίεργα ανησυχητικό στοιχείο που δύσκολα μπορούσα να προσδιορίσω ή να εξηγήσω.
 
Αρχικά υπέθεσα ότι ήταν εκείνη η παράδοξη και απόκοσμη τεχνοτροπία που γεννούσε μέσα μου αυτή την αίσθηση ανησυχίας. Κάθε άλλο έργο τέχνης που είχα δει στη ζωή μου ανήκε σε κάποια γνωστή φυλετική ή εθνική επικρατούσα τάση ή, άλλως, εξέφραζε κάποια συνειδητή μοντέρνα προσπάθεια ενάντια σε κάθε προϋπάρχουσα τάση. Τούτο το διάδημα δεν ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ήταν σαφές ότι ανήκε σε κάποια κατασταλαγμένη τεχνική απείρου ωριμότητας και τελειότητας κι ωστόσο αυτή η τεχνική ήταν τελείως άσχετη με οποιαδήποτε άλλη -ανατολική ή δυτική, αρχαία ή σύγχρονη- που είχα δει ή ακούσει ποτέ. Ήταν σχεδόν σαν η εργασία να ανήκε σε κάποιον άλλον πλανήτη.
 
Σύντομα, ωστόσο, συνειδητοποίησα ότι η ανησυχία που ένιωθα είχε και μια δεύτερη και ίσως εξίσου σημαντική αιτιολογία κι αυτή βρισκόταν στους εικονογραφικούς και μαθηματικούς υπαινιγμούς που ενυπήρχαν σ’ εκείνα τα παράξενα σχέδια. Όλα τα μοτίβα υπαινίσσονταν απόμακρα μυστικά και ασύλληπτες αβύσσους χρόνου και χώρου και ο σαφώς θαλασσινός χαρακτήρας των αναγλύφων γεννούσε μέσα σου μια σχεδόν δυσοίωνη αίσθηση απειλής. Μεταξύ αυτών των αναγλύφων υπήρχαν μυθικά τέρατα αποτρόπαιης αποκρουστικότητας και μοχθηρίας -μισοψαρίσια, μισοβατραχίσια σε περίγραμμα- που δεν μπορούσε κανείς να μη συσχετίσει με κάποια επίμονη κι ανησυχητική αίσθηση ψευδομνήμης.
 
Ήταν σαν να ανέσυραν και ξυπνούσαν μέσα σου κάποιες εικόνες από βαθύτερα επίπεδα κυττάρων και ιστών που έχουν την ικανότητα να διατηρούν κάποιες φοβερά αρχέγονες και νοσηρά προπατορικές μνήμες. Ήταν στιγμές που η φαντασία μου έβλεπε την κάθε γραμμή σ’ αυτά τα βλάσφημα ψαρο-βατραχόμορφα όντα να ξεχειλίζει από την έσχατη πεμπτουσία ενός αγνώστου και εξωανθρώπινου κακού. Σε παράξενη αντίθεση με την όψη του διαδήματος ερχόταν η σύντομη και πεζή ιστορία του, όπως μου την αφηγήθηκε η δεσποινίδα Τίλτον.
 
Το 1873 είχε δοθεί ως ενέχυρο για ένα γελοίο ποσό σ’ ένα μαγαζί της οδού Στέητ από ένα μεθυσμένο κάτοικο του Ίννσμουθ, ο οποίος λίγο αργότερα είχε σκοτωθεί σ’ έναν καβγά. Η Ιστορική Εταιρία το είχε αποκτήσει κατ’ ευθείαν από τον ενεχυροδανειστή, διαθέτοντας από την πρώτη στιγμή για το έκθεμα μια βιτρίνα αντάξια της ποιότητάς του και το είχε χαρακτηρίσει ως πιθανής ανατολικο-ινδικής ή ινδο-κινεζικής προέλευσης, αν και αυτός ο χαρακτηρισμός ήταν απλώς μια καθαρή εικασία.
 
Η δεσποινίδα Τίλτον, συγκρίνοντας όλες τις πιθανές θεωρίες αναφορικά με την προέλευση και την παρουσία του στη Νέα Αγγλία, έτεινε να πιστέψει ότι αποτελούσε μέρος κάποιου εξωτικού πειρατικού θησαυρού που είχε ανακαλυφθεί από τον παλιό καπετάνιο Όμπεντ Μαρς. Αυτή η άποψη ενισχυόταν από το γεγονός ότι οι Μαρς, αμέσως μόλις έμαθαν για την εκεί παρουσία του διαδήματος, άρχισαν να κάνουν επίμονες και υψηλές προσφορές αγοράς του, κάτι που το συνέχιζαν μέχρι και σήμερα παρά τη σταθερή απόφαση της Εταιρίας να μην το πουλήσει.
 
Καθώς η καλή εκείνη κυρία με συνόδευε ως το δρόμο έκανε σαφές ότι η θεωρία περί πειρατών ήταν η πλέον δημοφιλής μεταξύ των πιο μορφωμένων ανθρώπων της περιοχής. Η δική της θέση ως προς το σκιερό Ίννσμουθ -το οποίο δεν είχε δει ποτέ- ήταν εκείνη της αγανάκτησης προς μια κοινότητα που είχε πάρει τον κατήφορο της πολιτισμικής κλίμακας. Με διαβεβαίωσε, εξάλλου, ότι οι φήμες περί δαιμονολατρίας είχαν κάποια βάση αλήθειας, γιατί κάποια περίεργη μυστική αδελφότητα είχε όντως κυριαρχήσει εκεί και είχε καταπιεί όλες τις συμβατικές εκκλησίες.

Την αποκαλούσαν, όπως μου είπε «Εσωτερικό Τάγμα του Δαγώνα» [ή «Ντάγκον» ή «Ντέιγκον» ψαρόμορφος θεός της αρχαίας Μεσοποταμίας] και επρόκειτο αναμφίβολα για κάποια ξεπεσμένη, ημιπαγανιστική πίστη η οποία είχε εισαχθεί από την Ανατολή πριν έναν αιώνα, σε μια εποχή που τα ψαροτόπια του Ίννσμουθ φαίνονταν εντελώς εξαντλημένα από αλιεύματα. Η εξάπλωσή της μεταξύ των απλοϊκών ανθρώπων ήταν πολύ φυσική, αν λάβουμε υπόψη την ξαφνική και μόνιμη επιστροφή άφθονων αλιευμάτων στα νερά τους, και σύντομα έφτασε να ασκεί τη μεγαλύτερη επιρροή στην πολίχνη, υποκαθιστώντας εντελώς τον Ελευθεροτεκτονισμό και εγκαθιστώντας το αρχηγείο της στην παλιά Τεκτονική Αίθουσα στο Πάρκο της Νέας Εκκλησίας.
 
Όλα αυτά, για την ευσεβή δεσποινίδα Τίλτον, αποτελούσαν ένα σοβαρό λόγο για ν’ αποφεύγει κανείς εκείνο το παμπάλαιο χωριό της φθοράς και της ερήμωσης· αλλά για μένα ήταν απλώς ένα καινούριο ερέθισμα. Στις αρχιτεκτονικές και ιστορικές μου προσδοκίες προστέθηκε τώρα κι ένα έντονο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον, και εξαιτίας της σχετικής έξαψης δεν μπόρεσα σχεδόν να κλείσω μάτι εκείνη τη νύχτα στο μικρό μου δωμάτιο στη Χ.Α.Ν.
 
Λίγο μετά τις δέκα το άλλο πρωί στεκόμουν με μια μικρή βαλίτσα μπροστά από το ντράγκστορ του Χάμμοντ στην παλιά Πλατεία της Αγοράς περιμένοντας το λεωφορείο για το Ίννσμουθ. Καθώς πλησίαζε η ώρα της άφιξής του πρόσεξα μια βαθμιαία γενική μετακίνηση των θαμώνων προς άλλα στέκια πιο πάνω στο δρόμο ή και προς το φαγάδικο της αλυσίδας Αϊντήλ Λαντς στην αντικρινή πλευρά της πλατείας. Προφανώς ο πράκτορας των εισιτηρίων δεν είχε υπερβάλει σχετικά με την αντιπάθεια που ένιωθαν οι ντόπιοι για το Ίν νσμουθ και τους κατοίκους του. Λίγες στιγμές αργότερα ένα μικρό λεωφορείο, ένα σκέτο σαράβαλο με βρόμικο γκρίζο χρώμα, κατέβηκε κροταλίζοντας την οδό Στέητ, έκανε μια στροφή και σταμάτησε στο κράσπεδο του πεζοδρομίου δίπλα μου. Κατάλαβα αμέσως ότι αυτό ήταν το σωστό· μια υπόθεση που επιβεβαιώθηκε σύντομα από τη μισοσβησμένη πινακίδα Άρκαμ-Ίννσμουθ-Νιούμπερυπορτ στο παρμπρίζ.
 
Υπήρχαν μόνον τρεις επιβάτες -μαυριδεροί, ατημέλητοι άντρες με σκυθρωπές φάτσες και κάπως νεανίζουσα θωριά- και όταν το όχημα σταμάτησε κατέβηκαν αδέξια και άρχισαν ν’ ανηφορίζουν την οδό Στέητ με μια αθόρυβη, σχεδόν μουλωχτή περπατησιά. Ο οδηγός κατέβηκε επίσης, και μπήκε στο ντράγκστορ για κάποια αγορά. Αυτός, σκέφτηκα, θα πρέπει να ήταν ο Τζο Σάρτζεντ για τον οποίο είχε κάνει λόγο ο πράκτορας των εισιτηρίων· και πριν καν προσέξω οποιαδήποτε λεπτομέρεια, με πλημμύρισε ένα κύμα αυθόρμητης απέχθειας που δεν μπορούσα ούτε να την ελέγξω ούτε να την εξηγήσω. Ξαφνικά μου φάνηκε ως κάτι το πολύ φυσικό που οι ντόπιοι δεν έκαναν κέφι να ταξιδεύουν μ’ ένα λεωφορείο που κατείχε κι οδηγούσε αυτός ο άνθρωπος, ούτε και το να επισκέπτονται πιο συχνά απ’ όσο ήταν αναγκαίο τον τόπο που έμενε ένας τέτοιος τύπος, καθώς και άλλοι σαν και δαύτον.
 
»Δεν υπήρχε δημόσια βιβλιοθήκη στο Ίννσμουθ, ούτε εμπορικό επιμελητήριο, αλλά μάλλον δε θα ’χα πρόβλημα να μάθω τα κατατόπια. Ο δρόμος που είχα κατέβει ήταν η οδός Ομοσπονδίας. Στα δυτικά της υπήρχαν οι παλιές αριστοκρατικές οδοί Μπροντ, Ουάσιγκτον, Λαφαγιέτ και Άνταμς, ενώ προς τ’ ανατολικά εκτείνονταν οι παράκτιες φτωχογειτονιές με τις τρώγλες. Ήταν σ’ αυτές τις φτωχογειτονιές -κατά μήκος της Κεντρικής Οδού- που θα μπορούσα να βρω τις παλιές γεωργιανές εκκλησίες, αλλά όλες ήταν εγκαταλειμμένες προ πολλού. Θα ήταν καλό εξάλλου, με προειδοποίησε, να μη γίνομαι και πολύ περίοπτος σ’ αυτές τις φτωχογειτονιές -ιδίως σ’ εκείνες βόρεια του ποταμού- επειδή οι άνθρωποι εκεί ήταν πολύ στρυφνοί και εχθρικοί. Μερικοί ξένοι, μάλιστα, είχαν ήδη εξαφανιστεί.
 
Ορισμένα σημεία αποτελούσαν απαγορευμένη περιοχή, κάτι που ο ίδιος το είχε μάθει με αρκετά δυσάρεστο τρόπο. Για παράδειγμα, δεν ήταν καλό να πολυτριγυρίζει κανείς κοντά στις εγκαταστάσεις του Μαρς, ούτε γύρω από τις ακόμη σε χρήση εκκλησίες, ούτε γύρω από το κολονάτο κτίριο του Τάγματος του Δαγώνα στο Πάρκο της Νέας Εκκλησίας. Αυτές οι εκκλησίες ήταν πολύ παράξενες -τις είχαν αποκηρύξει μετά βδελυγμίας τα επίσημα δόγματα στα οποία θεωρητικά ανήκαν- και κατά τα φαινόμενα χαρακτηρίζονταν από τις πιο αλλόκοτες τελετουργίες και ιερατικές αμφιέσεις. Τα πιστεύω τους ήταν ετερόδοξα και μυστηριώδη, εμπεριέχοντας υπαινιγμούς για ορισμένες θαυμαστές μεταμορφώσεις που χάριζαν τάχα τη σωματική αθανασία -κάποιου είδους- σε τούτη τη γη. Μάλιστα, ο εφημέριος του νεαρού -ο δρ. Γουώλλας της Μ.Ε. Εκκλησίας του Άσμπερυ στο Άρκαμ- τον είχε προειδοποιήσει με κάθε έμφαση να αποφύγει κάθε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκκλησίες του Ίννσμουθ.
 
Όσο για τους ίδιους τους κατοίκους του Ίννσμουθ -ο νεαρός σχεδόν δεν ήξερε καν τι συμπέρασμα να βγάλει γι’ αυτούς. Κινούνταν μουλωχτά και σπάνια τους έβλεπε μάτι, σαν τα ζώα που ζουν σε λαγούμια και, αν εξαιρέσουμε μια κάποια μικρή απασχόλησή τους με το ψάρεμα, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς πώς περνούσαν την ώρα τους. Δεν αποκλείεται -κρίνοντας από τις μεγάλες ποσότητες λαθραίου ποτού που κατανάλωναν- να έβγαζαν τις περισσότερες ώρες της ημέρας τους βυθισμένοι σε μια αλκοολική αποχαύνωση. Φαίνονταν να είναι βλοσυρά συνασπισμένοι σε κάποιο είδος αδελφότητας και αμοιβαίας πίστης -περιφρονώντας τον έξω κόσμο, σαν οι ίδιοι να είχαν πρόσβαση σε κάποιες άλλες, προτιμότερες σφαίρες ύπαρξης.
 
Το όλο παρουσιαστικό τους -και ιδίως εκείνα τα γουρλωτά μάτια τους που κανένας δεν τα έβλεπε να κλείνουν ποτέ- ήταν σίγουρα αρκετά απαίσια, αλλά και η φωνή τους ήταν αποκρουστική. Ηταν φοβερό να τους ακούς να ψέλνουν στις εκκλησιές τους τη νύχτα και ιδίως κατά τις κυριότερες γιορτές ή θρησκευτικές εκδηλώσεις τους που έπεφταν δύο φορές το χρόνο, κατά την 30η Απριλίου και την 21η Οκτωβρίου [η Νύχτα της Αγίας Βαλπουργίας προς η Πρωτομαγιά και το Χάλλογουην η γιορτή των Αγίων Πάντων – παραδοσιακά μεγάλες μαγικές γιορτές] Συμπαθούσαν εξαιρετικά το νερό και κολυμπούσαν πολύ, τόσο στο ποτάμι όσο και στο λιμάνι.
 
Οι αγώνες κολύμβησης ως την Ξέρα του Διαβόλου ήταν πολύ συνηθισμένοι και οι πάντες φαίνονταν ικανοί να συμμετάσχουν σ’ αυτό το εξαντλητικό σπορ. Αν το καλοσκεφτόταν κανείς, τελικά μονάχα οι μάλλον πιο νέοι εμφανίζονταν δημόσια και από αυτούς ήταν οι μεγαλύτεροι που είχαν συνήθως και την πιο αποτρόπαιη όψη. Όταν υπήρχαν εξαιρέσεις, αυτές αφορούσαν κυρίως σε άτομα χωρίς κανένα ίχνος ανωμαλίας, όπως συνέβαινε με τον ηλικιωμένο υπάλληλο του ξενοδοχείου. Ήταν άξιο απορίας το τι συνέβαινε με τη μεγάλη μάζα των ηλικιωμένων, και κατά πόσο η λεγάμενη «θωριά του Ίννσμουθ» δεν ήταν παρά κάποιο παράξενο και ύπουλο σύμπτωμα μιας ασθένειας που χειροτέρευε όσο προχωρούσε η ηλικία.
 
Μόνο κάποια πολύ σπάνια πάθηση, βέβαια, θα μπορούσε να επιφέρει τόσο τεράστιες και ριζικές ανατομικές αλλαγές σ’ ένα μεμονωμένο άτομο μετά την ωρίμανσή του, και μάλιστα αλλοιώσεις των οστών τόσο βασικές όσο είναι το σχήμα του κρανίου. Αλλά ακόμη κι έτσι, τίποτα δεν ήταν πιο αινιγματικό και ανήκουστο από το να βλέπεις τα φανερά συμπτώματα της αρρώστιας ως σύνολο. Ήταν δύσκολο, όπως άφησε να εννοηθεί ο νεαρός, να καταλήξει κανείς σε κάποιο σίγουρο συμπέρασμα, επειδή κανένας ξένος δεν μπορούσε να πιάσει προσωπικές γνωριμίες με τους ντόπιους, ασχέτως πόσο καιρό διέμενε στο Ίννσμουθ.
 
Ο νεαρός ήταν σίγουρος ότι πολλές περιπτώσεις παραμόρφωσης, πολύ χειρότερες από εκείνες που μπορούσε να δει κανείς στο δρόμο, κρατούνταν αθέατες πίσω από κλειδωμένες πόρτες σε κάποια σημεία της πόλης. Κατά καιρούς μπορούσε ν’ ακούσει κανείς κάποιους πολύ αλλόκοτους ήχους. Οι φήμες έλεγαν ότι οι ετοιμόρροπες τρώγλες της προκυμαίας στα βόρεια του ποταμού συνδέονταν με μυστικά τούνελ, φτιάχνοντας έτσι μια αληθινή μυρμηγκοφωλιά που έβριθε από αθέατες τερατωδίες.
 
Ήταν αδύνατο να πει κανείς τι είδους ξένο αίμα -αν όντως συνέβαινε κάτι τέτοιο- κυλούσε στις φλέβες αυτών των πλασμάτων. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, όταν την πόλη επισκέπτονταν κρατικοί υπάλληλοι ή άλλοι ξένοι επισκέπτες, φρόντιζαν να κρατούν μακριά από κάθε αδιάκριτο μάτι ορισμένα ιδιαίτερα αποκρουστικά μέλη της κοινότητάς τους.
 
Θα ήταν εντελώς μάταιο, εξήγησε ο πληροφοριοδότης μου, να ρωτήσω τους ντόπιους οτιδήποτε αναφορικά με τον τόπο τους. Ο μόνος που μιλούσε κάπως ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος, αλλά φυσιολογικής εμφάνισης άντρας, ο οποίος ζούσε στο φτωχοκομείο στη βόρεια άκρη της πόλης και περνούσε την ώρα του σουλατσάροντας εκεί γύρω ή τεμπελιάζοντας κοντά στον πυροσβεστικό σταθμό. Αυτός ο γεράκος, Ζάντοκ Άλλεν ήταν τ’ όνομά του, 96 χρονών και κάπως πειραγμένος στα μυαλά του, ήταν συγχρόνως και ο μεθύστακας της πόλης. Ήταν ένας παράξενος τύπος που κυκλοφορούσε στα κλεφτά και κοιτούσε διαρκώς πίσω του σαν να φοβόταν κάτι, και όταν ήταν ξεμέθυστος ήταν αδύνατο να τον πείσεις να μιλήσει σε ξένο.
 
Από την άλλη μεριά, του ήταν αδύνατο να πει όχι σε οποιοδήποτε κέρασμα από το αγαπημένο του φαρμάκι, και όταν μεθούσε μπορούσε κανείς να τον ακούσει να ψιθυρίζει κάποια πολύ εκπληκτικά απομεινάρια από τις αναμνήσεις του. Όπως και να ’χε, όμως, ελάχιστα χρήσιμα στοιχεία μπορούσε ν’ αντλήσει κανείς απ’ αυτόν, αφού οι ιστορίες του ήταν γεμάτες από τους πιο τρελούς υπαινιγμούς και μισόλογα για απίθανα θαύματα και φρικαλεότητες, που δε θα μπορούσαν παρά να είναι γέννημα αποκλειστικά της δικής του δια ταραγμένης φαντασίας. Κανένας δεν τον πίστευε ποτέ, αλλά στους ντόπιους δεν άρεσε να τον βλέπουν να πίνει και να μιλά με ξένους· και δεν ήταν πάντοτε ιδιαίτερα υγιεινό το να σε δουν να του κάνεις ερωτήσεις.

» …μου πέταξε ψιθυριστά κάποια μισόλογα που ήταν φανερό τι υπονοούσαν.
 
‘Kει πέρα είναι που αρχίσανε όλα -σε ‘κείνο κει το καταραμένο μέρος, τον τόπο της κάθε προστυχιάς ‘κει που αρχίζουνε τα βαθιά νερά. Μια πύλη της κόλασης -κείνος κει ο βράχος πέφτει κάθετα σε τέτοια βάθη που κανένα βαρίδι δεν μπορεί να πιάσει πάτο. Ο γερο-καπετάνιος, ο Όμπεντ, ελόγου του το ’κάνε έχοντας μάθει η αφεντιά του, πέρα στα νησιά στις Νότιες Θάλασσες, πιότερα πράματα απ’ όσα ήτανε για το καλό του. Όλοι ’τανε σε κακά χάλια κείνα τα χρόνια. Το εμπόριο πάαινε κατά διαύλου, οι μύλοι χάνανε δουλειές -ακόμη και οι πιο καινούριοι- και τα καλύτερα απ’ τα παλικάρια μας είχανε σκοτωθεί κουρσεύοντας στον Πόλεμο του 1812 ή είχανε πάει φούντο με το μπρίκι Ελίζα και τη μαούνα Ρέιντζερ – και τα δύο ήταν πλεούμενα του Γκίλμαν.
 
Ο Όμπεντ Μαρς είχε τρία καράβια στο νερό -το μπριγκαντίνι Κολούμπια, το μπρίκι Χέττυ και το μπάρκο Σουμάτρα Κουήν. Ήτανε ο μόνος που συνέχιζε το εμπόριο με τις Ανατολικές Ιντίες και τον Ειρηνικό, αν και το μπαρκομπέστια Μαλέυ Μπράιντ του Έσντρας Μάρτιν έκανε κι αυτό μια τελευταία ρότα το ’28. Ποτέ δεν υπήρξε άλλος άθρωπος σαν τον καπ’τάν Όμπεντ -σκέτο παιδί του Σατανά! Χε, χε! Τον θυμάμαι να μιλά για τα ξένα μέρη και να αποκαλεί ζωντόβολα όλους όσοι παγαίνανε στις χριστιανικές εκκλησιές κι υποφέρανε τα βάσανά τους μ’ υπομονή και χωρίς να βαρυγκωμάνε. Τους έλεγε ότι θα ’πρεπε να βρούνε καλύτερους θεούς, σαν κείνους που ’χουνε οι αθρώποι στις Ιντίες, θεούς που θα τους φέρνανε καλύτερες ψαριές σ’ ανταπόδοση για τις θυσίες που θα τους προσφέρανε και που θ’ ακούγανε στ’ αλήθεια τις προσευχές των αθρώπων.
 
Ο ΜατΈλιοτ, ο ύπαρχός του, κι αυτός μιλούσε πολύ, μονάχα που ελόγου του ήτανε κόντρα στο να κάνει ο κοσμάκης αυτά τα ειδωλολατρικά πράματα. Έλεγε για ένα νησί στ’ ανατολικά της Ταϊτής όπου υπήρχανε πολλά πέτρινα ερείπια, πιο παλιά κι απ’ όσο μπορεί να ξέρει άθρωπος, κάπως σαν κείνα στην Ποναπέ στις Καρολίνες, αλλά με σκαλισμένα κεφάλια σαν τα μεγάλα αγάλματα στο νησί του Πάσχα. Υπήρχε ακόμη κι ένα μικρό ηφαιστειακό νησάκι κοντά στο άλλο, όπου κει υπήρχανε άλλα ερείπια με διαφορετικά σκαλίσματα ερείπια που ’τανε καταφαγωμένα σαν να ’χάνε μείνει κάτω απ’ τη θάλασσα κάποτες, γεμάτα με σχέδια φοβερών τεράτων.
 
Που λες, αγόρι, ο Ματ έλεγε ότι οι ιθαγενείς κει γύρω είχανε πιο πολλά ψάρια απ’ όσα μπορούσανε να πιάσουνε και φορούσανε κάτι μπρασελέδες και βραχιόλια και πλουμίδια κεφαλής, όλο φκιαγμένα από ’να πολύ παράξενο χρυσάφι. Κι όλα τους ήτανε γεμάτα με σκέδια τεράτων ίδια με κείνα που ’τανε σκαλισμένα στα ερείπια του μικρού νησιού – κάτι πράματα σα βατράχια ή σα βατραχομούρικα ψάρια, σκεδιασμένα σε όλων των λογιώνε τις στάσεις, σαν να ’τανε κανονικοί αθρώποι. Κανένας δε μπορούσε να τους πάρει λόγια για το πού βρίσκανε όλα αυτά τα πράματα, και οι άλλοι ιθαγενείς απορούσανε κι αναρωτιόντουσαν πώς ελόγου τους καταφέρνανε να πιάνουνε τόσα πολλά ψάρια ακόμα κι όταν σ’ όλα τα διπλανά νησιά δυσκολευόντουσαν να πιάσουνε έστω και λέπι. Κι ο Ματ αναρωτιότανε το ίδιο, όπως κι ο καπ’τάν Όμπεντ. Κι ο Όμπεντ πρόσεξε, εξάλλου, ότι πολλά από τα όμορφα νέα παιδιά ξαφανίζονταν εντελώς με την κάθε χρονιά που περνούσε, κι ότι δεν υπήρχανε και πολλά γερόντια κει γύρω. Χώρια απ’ αυτό, σκεφτότανε ότι πολλοί απ’ τους ντόπιους είχανε πολύ παράξενο μούτρο, ακόμη και για Κανάκους [χαβανέζικη λέξη που σημαίνει άνθρωπος].
 
Κι ο Όμπεντ βάλθηκε να τους ψαρέψει και να μάθει την αλήθεια. Δε ξέρω πως το ’κάνε, αλλ’ άρχισε να παζαρεύει για τα χρυσά πλουμίδια που φορούσανε. Τους ρώτησε από πού προέρχονταν, κι αν θα μπορούσανε να βρούνε κι άλλα, και τελικά κατάφερε με τα πολλά ν’ αποσπάσει την ιστορία από το γερο-αρχηγό – τον Ουαλακέα, έτσι τον λέγανε. Κανένας εκτός από τον Όμπεντ δε θα πίστευε ποτέ κείνον τον κιτρινιάρη γερο-διάβολο, αλλά ο καπετάνιος μπορούσε να διαβάζει τους ανθρώπους σαν να ’τανε ανοιχτά βιβλία. Χε, χε! Κανένας πια δε πιστεύει την αφεντιά μου όταν τους τα λέω, όπως φαντάζομαι ότι δε θα με πιστεύεις και συ, παλικάρι μου – αν και τώρα που σε καλοκοιτάζω, θα ’λεγα ότι έχεις κι ελόγου σου μάτια που κόβουνε πολύ, σαν κείνα που ’χε κι ο Όμπεντ.
 
Που λες, κύριέ μου, ο Όμπεντ έμαθε ότι υπάρχουνε πράματα σε τούτη τη γη που οι περισσότεροι αθρώποι ούτε τα ’χουνε ακούσει ποτές – και δε θα τα πιστεύανε αν τ’ ακούγανε. Φαίνεται ότι κείνοι οι Κανάκοι θυσιάζανε με τη σέσουλα τα παλικάρια και τις κοπελιές τους σε κάποια πλάσματα σα θεούς που ζούσανε κάτω απ’ τη θάλασσα, και σ’ αντάλλαγμα κερδίζανε πολλές χάρες από τη μεριά τους. Συναντούσανε αυτά τα πλάσματα στο μικρό νησάκι με τα παράξενα ερείπια, και υποτίθεται ότι κείνες οι φοβερές ζωγραφιές με τα βατραχοψαρίσια τέρατα παριστούσανε αυτά τα πλάσματα. Μπορεί να ’τανε από τα όντα εκείνα που ξεκινήσανε όλες οι ιστορίες για τις γοργόνες και τα παρόμοια.
 
Είχανε κάθε λογής πόλεις στον πάτο της θάλασσας, κι κείνο το νησάκι είχε αναδυθεί από κει. Φαίνεται ότι υπήρχανε κάποια από τα πλάσματα που ’τανε ζωντανά όταν το νησάκι ξεπετάχτηκε ξαφνικά στην επιφάνεια, κι έτσι οι Κανάκοι πήρανε χαμπάρι τι υπήρχε εκεί κάτω. Κι αμέσως μόλις συνήρθανε απ’ την τρομάρα τους, αρχίσανε να κάνουνε χειρονομίες συνεννόησης, και σύντομα είχανε κλείσει κάποια συμφωνία.
 
Κείνα τα πλάσματα θέλανε ανθρωποθυσίες. Τις είχανε και παλιότερα πριν αιώνες, αλλά μετά από ’να διάστημα χάσανε την επαφή με τον πάνω κόσμο. Τι κάνανε με τα θύματα, δεν έχω ιδέα, και υποθέτω ότι κι ο Όμπεντ δεν πολυεπέμενε να ρωτήσει για να μάθει. Αλλά δεν υπήρχε πρόβλημα με κείνους τους ειδωλολάτρες, γιατί περνούσανε δύσκολες μέρες κι ήτανε σε μεγάλη απόγνωση για το καθετί. Προσφέρανε ένα συγκεκριμένο αριθμό από νιους και νιες στα θαλασσινά πλάσματα δύο φορές το χρόνο -την Παραμονή της Πρωτομαγιάς και στο Χάλλογουην- όσο πιο τακτικά μπορούσανε. Κι ακόμη τους δίνανε και κάποια από τα σκαλιστά μπιχλιμπίδια που φτιάχνανε. Σ’ αντάλλαγμα τα πλάσματα συμφώνησαν να δίνουν μπόλικες ψαριές -οδηγούσαν προς τα κει κοπάδια ψαριών απ’ ολάκερη τη θάλασσα- και πότε-πότε και λίγα από κείνα τα περίεργα χρυσαφικά τους.
 
Λοιπόν, όπως έλεγα, οι ιθαγενείς συναντούσανε τα πλάσματα στο μικρό ηφαιστειακό νησάκι -παγαίνανε εκεί με κανό, κουβαλώντας τα θύματα και τα ρέστα, και φέρνανε πίσω τα τυχόν χρυσαφικά που δικαιούνταν. Στην αρχή τα πλάσματα δε βγαίνανε ποτές στο κυρίως νησί, αλλά ύστερα από ’να διάστημα άρχισαν να το κάνουν κέφι. Φαίνεται μαθές ότι πολύ τους άρεσε να ζευγαρώνουνε με τους αθρώπους και να το γιορτάζουν αντάμα στις μεγάλες μέρες -την Παραμονή Πρωτομαγιάς και στο Χάλλογουην. Βλέπεις, μπορούσανε να ζήσουνε και μέσα και όξω απ’ το νερό, ήτανε αυτό που λένε ‘αμφίβια’, νομίζω.

Οι Κανάκοι τους είπανε ότι οι κάτοικοι των άλλων νησιώνε μπορεί να ’θελαν να τους ξεπαστρέψουν αν μυρίζονταν την παρουσία τους, αλλά λένε ότι αυτό δε φάνηκε να τους σκοτίζει και πολύ, γιατί μπορούσανε να εξοντώσουμε ολάκερη την αθρώπινη ράτσα αν θέλανε να μπούνε στον κόπο, δηλαδής, κείνους που δεν κατείχανε ορισμένα σημάδια όπως τα χρησιμοποιούσανε κάποτες οι χαμένοι Μεγάλοι Παλιοί, όποιοι κι αν ήτανε αυτοί. Αλλά μη θέλοντας να μπουν στον κόπο, συμφωνήσανε να γίνονται άφαντοι κάθε φορά που κάποιος θα επισκεφτότανε το νησί.
 
Τώρα, σχετικά με το ζευγάρωμα με κείνα τα βατραχομούρικα ψάρια, στην αρχή οι Κανάκοι τσίνησαν κάπως, αλλά τελικά μάθανε να βλέπουνε το πράμα μ’ άλλο μάτι. Φαίνετ’ ότι η αθρώπινη ράτσα έχει κάποια συγγένεια μ’ αυτά τα νεροπλάσματα -ότι καθετί το ζωντανό βγήκε απ’ το νερό κάποτες κι ότι δε χρειάζεται παρά μια μικρή αλλαγή για να ξαναγυρίσει πίσω κει. Αυτά τα πλάσματα είπανε στους Κανάκους ότι αν αυτοί κι αυτά ανακατεύανε το αίμα τους θα γεννιόντουσαν παιδιά που θα φαίνονταν σαν αθρώποι στην αρχή, αλλ’ αργότερα θα μοιάζανε ολοένα και πιότερο με κείνα, μέχρι που τελικά θα γυρίζανε στο νερό για να βρούνε και να ενωθούνε με το υπόλοιπο μεγάλο ασκέρι τους κει κάτω. Και δω ’ναι το σπουδαίο, παλικάρι μου, ‘κείνοι που θ’ αλλάζανε σε ψαροπλάσματα και θα γυρίζανε στο νερό δε θα πεθαίνανε ποτές. Αυτά τα πλάσματα δεν πεθαίνουνε ποτές εκτός κι αν σκοτωθούνε βίαια.
 
Λοιπόν, παλικάρι μου, φαίνεται ότι την εποχή που τους γνώρισε ο Όμπεντ κείνοι οι νησιώτες ήταν κιόλας γιομάτοι ψαρίσιο αίμα από κείνα τα πλάσματα των βαθιών νερώνε. Όταν γερνούσανε κι αρχίζανε να το δείχνουνε, τους κρατούσανε κρυμμένους μέχρι που νιώθανε έτοιμοι να μπούνε στο νερό και να φύγουνε απ’ τον τόπο. Μερικοί ήταν πιο αλλαγμένοι απ’ τους άλλους και μερικοί ποτές δεν αλλάζανε αρκετά για να μπούνε στο νερό· αλλά οι πιότεροι αλλάζανε όπως ακριβώς είχανε πει κείνα τα πλάσματα. Κείνοι που γέννιοντουσαν μοιάζοντας πιότερο με τα πλάσματα, αλλάζανε νωρίς, αλλά κείνοι που ήτανε σχεδόν αθρώπινοι μπορεί και να μένανε στο νησί ως τα βδομήντα τους, αν και συνήθως κατεβαίνανε κάτω στα βάθη από πριν, έτσι για δοκιμή.
 
Κείνοι που είχανε φύγει για τη θάλασσα επιστρέφανε συχνά για να κάνουνε βίζιτες, έτσι πολλές φορές ένας άθρωπος μπορούσε να κουβεντιάζει με τον πέντε φορές προπροπάππου του που ’χε εγκαταλείψει τη στεριά πριν από καμιά διακοσαριά χρόνια. Όλοι ξεφεύγανε από τα νύχια του χάρου – εκτός κι αν σκοτώνονταν σε κανομαχίες με τους άλλους νησιώτες, ή σα θυσιάσματα στους θαλασσοθεούς κει κάτω, ή από δαγκωματιές φιδιώνε ή από πολύ γλήγορο χτικιό ή άλλα τέτοια που τους έβρισκαν προτού προλάβουνε να φύγουν για το νερό.
 
Αλλά κατά τ’ άλλα, περίμεναν πώς και πώς την αλλαγή, που μετά από λίγο δεν τους φαινότανε πια καθόλου φριχτή. Πιστεύανε ότι αυτό που κερδίζανε άξιζε πιο πολύ απ’ αυτό που χάνανε – και φαντάζομαι ότι κι ο Όμπεντ έφτασε να πιστεύει το ίδιο πράμα όταν κάθισε και δούλεψε στο μυαλό του την ιστορία του Ουαλακέα. Ο Ουαλακέα όμως ήτανε απ’ τους λίγους που δεν είχανε στάλα από ψαρίσιο αίμα στις φλέβες τους -ήτανε βλέπεις της βασιλικής γενιάς, κι αυτοί παντρευόντουσαν μονάχα με άλλους βασιλικής γενιάς από τ’ άλλα νησιά.
 
Ο Ουαλακέα έδειξε στον Όμπεντ πολλές τελετουργίες κι επικλήσεις που είχανε να κάνουνε με τα θαλασσινά πλάσματα, και τον άφησε να δει μερικούς απ’ τους αθρώπους στο χωριό που ’χάνε αλλάξει πολύ απ’ την αθρώπινη μορφή. Για κάποιο λόγο, πάντως, ποτέ δεν τον άφηνε να δει κάποιο από τα κανονικά πλάσματα που βγαίνανε από το νερό. Στο τέλος του έδωσε κάποιο περίεργο μαραφέτι φτιαγμένο από μολύβι ή κατιτίς, λέγοντάς του ότι με δαύτο μπορούσε να καλέσει τα ψαροπλάσματα να βγούνε από τα οποιαδήποτε νερά που τυχόν υπήρχε κάποιο απ’ τα λημέρια τους.
 
Η ιδέα ήταν να το ποντίσει στη θάλασσα, λέγοντας τις κατάλληλες προσευχές και τα παρόμοια. Ο Ουαλακέα του ’πε ακόμη ότι αυτά τα πλάσματα ήταν σκορπισμένα σ’ όλο τον κόσμο, έτσι όποιος το ’ψάχνε λιγάκι θα μπορούσε να βρει κάποιο λημέρι τους και να τα καλέσει να βγούνε αν το ’θελε.
 
Στον Ματ δεν άρεσε διόλου αυτή η ιστορία, κι ήθελε να πείσει τον Όμπεντ να μην ξαναπατήσει το πόδι του στο νησί. Αλλά ο καπετάνιος ψοφούσε για το παραδάκι, κι ανακάλυψε ότι μπορούσε ν’ αποκτήσει κείνα τα χρυσαφικά τόσο φτηνά που θα ’χε μεγάλη κονόμα αν ασχολιόταν και μόνο μ’ αυτά. Τα πράματα συνεχίστηκαν έτσι για χρόνια, κι ο Όμπεντ μάζωξε αρκετά από κείνα τα χρυσαφικά ώστε να ξεκινήσει τη φάμπρικά του στον παλιό, εγκαταλειμμένο νερόμυλο του Γουαίητ. Δεν τολμούσε να πουλήσει τα κομμάτια έτσι όπως ήτανε, γιατί ο κόσμος θ’ άρχιζε να κάνει ερωτήσεις. Αλλ’ ακόμη κι έτσι, κάποιοι απ’ τους αθρώπους του βουτάγανε κάποιο κομμάτι κατά καιρούς και το πουλάγανε στη ζούλα, αν κι ήτανε ορκισμένοι να το κρατήσουνε μυστικό. Αλλά κι ελόγου του άφηνε το γυναικολόι της φαμίλιας του να φοράει κάποια απ’ τα κομμάτια που ήταν πιο αθρώπινα στην όψη από τ’ άλλα.
 
Που λες, θα ’τανε γύρω στο ’38 -θα ’μουνα εφτά χρονώνε τότες- όταν ο Όμπεντ ανακάλυψε πως όλοι οι ιθαγενείς είχαν ξεπαστρευτεί στο διάμεσο δύο ταξιδιών. Φαίνεται ότι οι άλλοι νησιώτες είχανε πάρει χαμπάρι τι γινόταν κι είχανε πάρει τα πράματα στα χέρια τους. Υποθέτω ότι πρέπει να ’χάνε βρει μάλλον κάποια από κείνα τα παλιά μαγικά σύμβολα που τα θαλάσσια πλάσματα λέγανε ότι ήταν τα μόνα πράματα που φοβόντουσαν. Κανένας δεν ξέρει τι μπορεί να τύχει και να βάλουν στο χέρι οι Κανάκοι όταν ο βυθός ξερνάει κάποιο νησί μ’ ερείπια που ’ναι παλιότερα κι απ’ τον κατακλυσμό.
 
Θεοφοβούμενοι λεχρίτες όπως ήταν – δεν αφήσανε τίποτα όρθιο ούτε στο κεντρικό νησί ούτε στο μικρό ηφαιστειογενές νησάκι, εκτός από κάποια κομμάτια απ’ τα ερείπια που ’ταν πολύ μεγάλα για να τα κατεδαφίσουν. Σε μερικά μέρη υπήρχαν μικρές πέτρες σκορπισμένες ολόγυρα -σαν ξόρκια- με κάτι σχέδια πάνω τους σαν κείνα που στις μέρες μας τα λένε σβάστικες. Μπορεί αυτά να ’ταν τα σύμβολα των Παλιών. Όλοι οι ντόπιοι αθρώποι είχαν εξοντωθεί, δεν υπήρχε ούτε λέπι απ’ τα χρυσαφικά και κανένας απ’ τους γειτονικούς Κανάκους δεν εννοούσε να βγάλει άχνα για το όλο θέμα. Δεν παραδεχόντουσαν καν ότι είχαν υπάρξει ποτέ αθρώποι σε κείνο το νησί.
 
Αυτό φυσικά ήτανε πολύ μεγάλο χτύπημα για τον Όμπεντ, αν λάβουμε υπόψη ότι και οι άλλες, οι κανονικές του δουλειές, πηγαίνανε κατά διαόλου. Ήταν μεγάλο το χτύπημα και για ολάκερο το Ίννσμουθ, γιατί κείνες τις μέρες του θαλασσινού εμπορίου ό,τι ήτανε καλό για τον κύρη του καραβιού ήτανε καλό και για το τσούρμο του, ο καθένας με το μερίδιο του. Οι πιότεροι απ’ τους κατοίκους της πόλης το πήρανε κάπως σαν τα πρόβατα και τα παρατήσανε, αλλά ήτανε στα μαύρα τους τα χάλια, γιατί οι ψαριές είχανε αρχίσει να λιγοστεύουν και οι μύλοι δεν τα πήγαιναν και δαύτοι τόσο καλά.

Τότε ήτανε που ο Όμπεντ άρχισε να βλαστημάει τον κοσμάκη ότι ήντουσαν ζωντόβολα που προσευχόντουσαν σ’ ένα χριστιανικό θεό που δεν τους βοήθαγε καθόλου. Τους έλεγε ότι ’χε γνωρίσει αθρώπους που προσευχόντουσαν σε θεούς που τους δίνανε πράματα που τα χρειαζόντουσαν στ’ αλήθεια και διαβεβαίωνε ότι έτσι και βρισκόταν ένα καλό τσούρμο να τον υποστηρίξει, μπορεί και να καλούσε ορισμένες δυνάμεις που θα φέρνανε μπόλικο ψάρι και κάμποσο χρυσάφι στον τόπο.
 
Βέβαια, κείνοι που ’χάνε δουλέψει στο Σουμάτρα Κουήν κι είχανε δει το νησί, ξέρανε τι εννοούσε και δεν ήταν διόλου πρόθυμοι να ’χουνε πάρε-δώσε με θαλασσινά πλάσματα σαν κείνα που ’χαν ακούσει να γίνεται λόγος. Αλλά, κείνοι που δεν ξέρανε τι σήμαιναν όλα αυτά, σαν κάπως να πείθονταν απ’ τις κουβέντες του Όμπεντ· έτσι αρχίσανε να τον ρωτάνε τι μπορούσε να κάνει για να τους οδηγήσει στο δρόμο της πίστης που θα τους έκανε να δουν κι αυτοί μια άσπρη μέρα.»
 
Στο σημείο αυτό ο γέρος κόμπιασε, ψέλλισε κάτι, και μετά βυθίστηκε σε μια σκυθρωπή και φοβισμένη σιωπή. Αφού έριξε μια νευρική ματιά πάνω από τον ώμο του, γύρισε μετά να κοιτάξει σαν μαγνητισμένος προς τη μακρινή μαύρη ξέρα. Όταν του μίλησα δεν απάντησε, έτσι κατάλαβα ότι είχε έρθει η στιγμή να τον αφήσω ν’ αποτελειώσει τη μπουκάλα. Η παλαβή ιστορία που είχα ακούσει μου είχε κινήσει έντονα το ενδιαφέρον, γιατί φανταζόμουν ότι έβλεπα σ’ αυτήν ένα είδος χοντροκομμένης αλληγορίας που είχε ως υπόστρωμα την παραξενιά του Ίννσμουθ, και στη συνέχεια είχε δουλευτεί από μια φαντασία η οποία διέθετε και δημιουργικότητα κι ένα πλούτο από ποικίλους εξωτικούς θρύλους.
 
Ούτε για μια στιγμή δεν είχα πιστέψει ότι η ιστορία αυτή είχε κάποια ουσιαστική βάση στην πραγματικότητα. Παρ’ όλα αυτά, η αφήγηση εμπεριείχε κάποια ίχνη γνήσιου τρόμου, έστω κι αν ήταν μόνο σε σχέση μ’ εκείνα τα παράξενα κοσμήματα που ήταν σαφώς συγγενικά με το διάδημα που είχα δει στο Νιούμπερυπορτ, και το οποίο απέπνεε μια αίσθηση κακού. Δεν αποκλείεται τελικά εκείνα τα στολίδια να είχαν όντως προέλθει από κάποιο παράξενο νησί· και διόλου απίθανο οι εξωφρενικές ιστορίες να ήταν τα ψέματα του μακαρίτη Όμπεντ, μάλλον, παρά αυτού του γερο-μεθύστακα.
 
Έδωσα στον Ζάντοκ την μπουκάλα, κι εκείνος την άδειασε ως και την τελευταία της σταγόνα. Ήταν περίεργο πώς άντεχε σε τόσο ουίσκι, γιατί ούτε ένα ίχνος τραυλίσματος δεν είχε φανεί στη διαπεραστική, ασθματική φωνή του. Έγλειψε το στόμιο της μπουκάλας και την έχωσε στην τσέπη του, μετά άρχισε να κουνά το κεφάλι του και να μονολογεί ψιθυριστά. Πλησίασα το αυτί μου μήπως και πιάσω τίποτα καθαρές λέξεις που μπορεί να έλεγε, και μου φάνηκε ότι διέκρινα ένα σαρδόνιο χαμόγελο πίσω από τα λιγδιασμένα φουντωτά μουστάκια και τα γένια του. Ναι – τα χείλη του σχημάτιζαν στ’ αλήθεια κάποιες λέξεις, και μπορούσα να πιάσω αρκετές από αυτές.
 
«Ο δύστυχος ο Ματ -ο Ματ ήτανε πάντοτες κόντρα σ’ αυτά- προσπάθησε να μαζέψει τον κοσμάκη στο πλευρό του και είχε ατέλειωτες κουβέντες με τους παπάδες -δε γινότανε τίποτα- αναγκάσανε κείνον τον κογκρεσιοναλιστή πάστορα, να πάρει δρόμο απ’ την πόλη, ενώ ο άλλος ο μεθοδιστής τα παράτησε -ούτε που ξανάδα ποτές τον Ρηζόλβντ Μπάμπκοκ, το μεθοδιστή εφημέριο- Οργή Θεού- εγώ ’μουνα ένας τόσο δα μπόμπίρας τότε, αλλ’ άκουσα τα όσα άκουσα, κι είδα τα όσα είδα -Ο Δαγών και η Αστορέθ – ο Μπελίαλ κι ο Μπεελζεμπούμπ – ο Χρυσός Μόσχος και τα είδωλα της Χαναάν και των Φιλισταίων – βαβυλωνιακές βδελυγμίες – Μενέ, μενέ, τεκέλ, ουφαρσίνη … [Δανιήλ, 5:6,25:28. βιβλική φράση στ’ αραμαϊκά, γνωστή και ως “γραφή στον τοίχο”, που σημαίνει «Μετρήθηκε, ζυγίστηκε, κατανεμήθηκε» και η οποία ερμηνεύεται ως οιωνός επικείμενης συμφοράς ή καταδίκης]
 
Δε με πιστεύεις, ε; Χε, χε, χε -τότε για πες μου συ, παλικάρι μου, γιατί ο καπ’τάν Όμπεντ και είκοσι τόσοι άλλοι νοματαίοι παγαίνανε πέρα στην Ξέρα του Διαβόλου μέσ’ στα μαύρα μεσάνυχτα και ψέλνανε κάποια δικά τους, τόσο δυνατά που τους ακούγανε σ’ ολάκερη την πόλη όταν ο αγέρας φύσαγε απ’ τη σωστή μεριά; Μπορείς να μ’ απαντήσεις σ’ αυτό, ε; Και πες μου γιατί ο Όμπεντ έριχνε συνέχεια κάτι βαριά πράματα στα βαθιά νερά απ’ την άλλη πλευρά της ξέρας, κει που ο βράχος πέφτει κάθετα σα γκρεμός σε τέτοια βάθη που τίποτα δεν πιάνει πάτο; Για πες μου συ, τι έκανε με κειό το περίεργο μολυβένιο μαραφέτι που του ’χε δώσει ο Ουαλακέα; Ε, αγόρι; Και τι σκούζανε όλοι τους την Παραμονή της Πρωτομαγιάς και μετά πάλι στο επόμενο Χάλλογουην; Και γιατί το καινούριο παπαδαριό -παλιοί ναυτικοί όλοι τους- φοράνε κείνα τα παράξενα ράσα και στολίζουνται με κείνα τα χρυσαφένια πράματα που ’φερε ο Όμπεντ; Ε, γιατί;
 
Χε, χε, χε, χε! Άρχισες να το πιάνεις, ε; Μπορεί και να εύχεσαι να ’σουνα συ στη θέση μου κείνες τις μέρες, τότενες που μπορούσα να δω πράματα και θάματα τις νύχτες πέρα στη θάλασσα απ’ τη θολωτή στέγη του σπιτιού μου. Οι πιτσιρικάδες έχουνε μεγάλ’ αυτιά, ξέρεις, κι απ’ τα δικά μου δεν ξέφευγε τίποτες απ’ τα όσα κουτσομπόλευε ο κόσμος για τον καπτ’αν Όμπεντ και τα τσιράκια του πέρα στην ξέρα! Χε, χε, χε! Τι θα ’λεγες για κειά τη νύχτα που βούτηξα το καραβίσιο κιάλι του γέρου μου, και ψηλά απ’ τη θολωτή σοφίτα είδα την ξέρα να μυρμηγκιάζει από πράματα που βουτήξανε σβέλτα στα βαθιά νερά της άλλης μεριάς αμέσως μόλις έσκασε μύτη το φεγγάρι, χωρίς να ξαναβγούνε μετά. Πώς θα σου φαινότανε να ’σαι μια μαριδούλα τόση δα, σαν και μένα τότες, κει ψηλά στη θολωτή στέγη, και να χαζεύεις πράματα που δεν είχανε αθρώπινη θωριά; Χε, χε, χε…
 
Φαντάσου μια νύχτα να ’βλεπες κατιτίς βαρύ να ρίχνεται απ’ την ψαρόβαρκα του Όμπεντ στη θάλασσα πέρα απ’ την ξέρα, και μετά τη άλλη μέρα να μάθαινες ότι κάποιος νεαρός είχε χαθεί από το σπίτι του. Ε! Ποιος ξανάδε ποτέ τίποτες απ’ τον Χάιραμ Γκίλμαν; Τον ξανάδε κανείς; Ή τον Νικ Πηρς, ή τον Λουέλλυ Γουαίητ, ή τον Αντονιράμ Σάουθγουικ, ή τον Χένρυ Γκάρρισον. Ε; Χε, χε, χε, χε. Πράματα που μιλούσανε με τη γλώσσα των νοημάτων, με τα χέρια τους, ναι, είχανε αληθινά χέρια κείνα τα πράματα.
 
Που λες, κύριέ μου, ήτανε τότενες που ο Όμπεντ άρχισε να ξαναστέκει στα πόδια του. Ο κόσμος έβλεπε τις τρεις τσούπρες του να φοράνε κείνα τα σα μαλαματένια μπιχλιμπίδια, κάτι που δεν το ’χάνε ξαναδεί ποτές παλιότερα, και καπνός άρχισε να βγαίνει απ’ την τσιμινιέρα της φάμπρικάς του. Αλλά κι άλλοι αρχίσανε να τα πάνε καλύτερα -τα ψάρια αρχίσανε να ’ρχονται κατά μιλιούνια στο λιμάνι έτοιμα για πιάσιμο, κι ένας Θεός ξέρει τι φορτία αρχίσαμε να εξάγουμε προς το Νιούμπ’ρυ, το Άρκαμ και τη Βοστώνη.
 
Ήτανε τότενες που ο Όμπεντ φρόντισε να μπει κείνη η παλιά σιδεροδρομική διακλάδωση. Μερικοί απ’ τους ψαράδες του Κίνγκσπορτ ακούσανε για τις ψαριές μας κι αριβάρανε στα νερά μας με τα καΐκια τους, αλλά πάνε καλιά τους όλοι τους. Ούτε που τους ξανάδε κανείς ποτές. Και ήτανε τότενες που οι δικοί μας οργανώσανε το Εσωτερικό Τάγμα του Δαγώνα κι αγοράσανε τη Μασονική Αίθουσα δίνοντας σ’ αντάλλαγμα το Διοικητήριο του Ιππικού… χε, χε, χε! Ο ΜατΈλιοτ ήτανε μασόνος κι ενάντιος στην πώληση, αλλά ακριβώς τότενες χάθηκε κι αυτός.
 
Υπόψη, δε λέω ότι ο Όμπεντ είχε βαλθεί να φτιάξει τα πράματα όπως ήτανε σε κειό το νησί των Κανάκων. Δε νομίζω να σκόπευε στην αρχή να ’χουνε σμιξίματα και ν’ αποκτήσουνε κουτσούβελα που μετά θα μπαίνανε στο νερό και θα γινόντουσαν ψάρια που θα ζούσανε αιώνια. Ελόγου του ήθελε μονάχα κείνα τα χρυσαφικά, και ήτανε πρόθυμος να πλερώσει χοντρά, και φαντάζομαι ότι και οι άλλοι ήταν ευχαριστημένοι για ένα διάστημα…
 
Είχε μπει το ’46, και οι ρέστοι κάτοικοι της πόλης είχανε αρχίσει κάπως να το ψάχνουνε και να τους απασχολεί. Σαν πολλοί νοματαίοι να ’χάνε χαθεί, σαν πολλά παλαβά κηρύγματα να γινόντουσαν τις Κυριακές στις εκκλησιές και κυκλοφορούσανε πια πολλές κουβέντες για κείνη την ξέρα. Θα ‘λεγα ότι μάλλον έβαλα κι εγώ το χεράκι μου σ’ αυτό, λέγοντας στο δημοτικό επίτροπο Μάουρυ τι είχα δει απ’ τη σοφίτα μου.
 
Έτσι φκιάξανε μια ομάδα ένα βράδυ κι ακολουθήσανε το τσούρμο του Όμπεντ πέρα ως την ξέρα, και μετά άκουσα πυροβολισμούς να πέφτουνε ανάμεσα στις βάρκες. Την άλλη μέρα ο Όμπεντ και τριάντα δύο άλλοι ήτανε στη φυλακή, μ’ όλο τον κοσμάκη ν’ αναρωτιέται τι έτρεχε τελικά και ποια θα ’τανε η κατηγορία εναντίον τους. Θε μου, αν μπορούσανε να φανταστούνε τι τους περίμενε,  δύο βδομάδες αργότερα, όταν καμιά προσφορά δεν είχε ριχτεί στη θάλασσα σ’ όλο αυτό το διάστημα.

Κείνη τη φοβερή νύχτα, τους είδα. Ήμουνα ψηλά στη θολωτή σοφίτα, ορδές από δαύτους, κοπάδια ολάκερα, πάνω σ’ όλη την ξέρα και να κολυμπάνε προς το λιμάνι μπαίνοντας στον Μανούξετ. Θε μου, τι έγινε στους δρόμους του Ίννσμουθ κείνη τη νύχτα, ταρακουνήσανε και την πόρτα μας, αλλά ο γέρος μου δεν άνοιξε, μετά σκαρφάλωσε έξω από το παραθύρι της κουζίνας μαζί με το μουσκέτο του για πάει να βρει τον επίτροπο Μάουρυ και να δει τι μπορούσε να γίνει. Βουνά από πεθαμένους κι ετοιμοθάνατους … πυροβολισμοί κι ουρλιαχτά… κραυγές από την Παλιά Πλατεία, τη Δημοτική Πλατεία και το Πάρκο της Νεοκκλησιάς – η φυλακή είχε ανοιχτεί… -κατάσταση έκτακτης ανάγκης… προδοσία… το είπανε πανούκλα όταν ήρθανε αθρώποι απ’ έξω κι ανακαλύψανε ότι οι μισοί από τους αθρώπους μας είχανε χαθεί… κανένας δεν είχε απομείνει, εκτός από κείνους που είτε ήτανε με τη μεριά του Όμπεντ κι κείνων των πλασμάτων είτε κρατάγανε το στόμα τους κλειστό… ποτέ δεν ξανάδα ίχνος απ’ το γέρο μου.
 
Όλα τα ’χάνε καθαρίσει ως το πρωί – αλλά είχανε μείνει ίχνη. Ο Όμπεντ πήρε κι εγώ δεν ξέρω πώς την εξουσία, και είπε ότι τα πράματα δε θα ’τανε πια όπως τα ξέραμε παλιά, ότι και άλλοι θα λατρεύανε μαζί μας στις μέρες των γιορτών κι ότι ορισμένα σπίτια θα ’πρεπε να δεχτούνε κάποιους φιλοξενούμενους, θέλανε σμιξίματα όπως γινότανε και με τους Κανάκους, κι αυτός τουλάχιστο δε σκόπευε να τους χαλάσει το χατίρι. Ο Όμπεντ είχε ξεπεράσει πια κάθε όριο, ήτανε ακριβώς σαν να ’χε καβαλήσει εντελώς το καλάμι μ’ αυτό το θέμα. Είπε ότι κείνοι θα μας φέρνανε ψάρια και θησαυρούς, κι ότι θα ’πρεπε κι αυτοί να λάβουνε τα όσα επιθυμούσανε.
 
Τίποτις δε θ’ άλλαζε προς τα έξω, μονάχα που θα ’πρεπε ν’ αποφεύγουμε τους ξένους αν θέλαμε το καλό μας. Όλοι υποχρεωθήκαμε να δώσουμε τον Όρκο του Δαγώνα κι αργότερα ήταν κι ο δεύτερος κι ο τρίτος Όρκος που δώσανε μερικοί από μας. Εκείνοι που θέλανε να προσφέρουνε κάποια παραπάνω βοήθεια, είχανε και κάποιο παραπάνω ρεγάλο – χρυσαφικά και τέτοια. Δεν είχε νόημα να τους πάει κόντρα κανείς, γιατί υπήρχανε μιλιούνια από δαύτα κει κάτω. Θα προτιμούσανε να μην αρχίσουνε να σηκώνονται και ν’ αρχίσουνε να εξολοθρεύουνε την αθρώπινη ράτσα, αλλά έτσι και τους πρόδωναν και τους έφερναν στην ανάγκη, θα μπορούσαν να κάνουν πολλά προς αυτή τη μεριά.
 
Εμείς δεν είχαμε κείνα τα παλιά μαγικά για να τους κάνουμε πέρα, όπως κάνανε κείνοι οι ντόπιοι στις Νότιες Θάλασσες, και οι Κανάκοι ποτέ δε θ’ αποκαλύπτανε τα μυστικά τους. Δώστε τους αρκετές θυσίες, ψεύτικα μπιχλιμπίδια και το λεύτερο στο λιμάνι της πόλης αν το χρειαστούνε, και θα μας αφήσουνε στην ησυχία μας. Δε θα πειράζουμε ξένους που μπορεί και να μεταφέρουνε ιστορίες παραέξω – εκτός κι αν παραχώσουνε τη μύτη τους. Όλοι στην τάξη των πιστών -στο Τάγμα του Δαγώνα- και τα παιδιά τους δε θα πεθάνουνε, αλλά θα γυρίσουνε πίσω στη Μητέρα Ύδρα και τον Πατέρα Δαγώνα απ’ τους οποίους όλα προήρθανε κάποτες…
 
Ια! Κθούλου φθαγκν! Φ ’νγκλούι μγκλου ’ναφ Κθούλου Ρ ’λυέ βγκαχ-ναγκλ φτάγκα-”
 
Θε μου, και τι δεν έχω δει απ’ τα δεκαπέντε μου – Μενέ, μενέ, τεκέλ, ουψαρσίν! – τους αθρώπους που χανόντουσαν και κείνους που αυτοκτονούσανε – κείνους που λέγανε κάποια πράματα στο Άρκαμ ή το Ίπσγουιτς ή σ’ αυτά τα μέρη, τους λέγανε όλους τρελούς, όπως με λες και συ τώρα – αλλά Θε μου, τι έχω δει – Θα μ’ είχανε σκοτώσει προ πολλού για τα όσα ξέρω, μονάχα που έχω πάρει τον πρώτο και το δεύτερο Όρκο του Δαγώνα απ’ τον Όμπεντ, έτσι προστατεύομαι, εκτός κι αν ένα ένορκο σώμα από δαύτους απόδειχνε ότι έλεγα πράματα σκόπιμα κι εξεπίτηδες, αλλά δεν ήθελα να πάρω τον τρίτο Όρκο, θα προτιμούσα να πεθάνω παρά να τον πάρω αυτόνε.
 
Ήτανε γύρω στον Εμφύλιο Πόλεμο, τα παιδιά που γεννηθήκανε μετά το ’46 αρχίσανε να μεγαλώνουνε, μερικά απ’ αυτά δηλαδή. Φοβόμουνα – δεν έχωνα πουθενά τη μύτη μου μετά από κείνη τη φοβερή νυχτιά, και ποτέ σ’ όλη μου τη ζωή δεν είδα κανέναν από κείνους, από κοντά. Θε να πω, κανέναν που να ’ναι σκέτα καθαρόαιμος. Πήγα στον πόλεμο κι αν είχα μια στάλα κουράγιο ή νιονιό δε θα ξαναγύριζα ποτές πίσω, αλλά θα βολευόμουνα για πάντα κάπου μακριά από δω. Αλλά οι αθρώποι μου γράφανε ότι τα πράματα δεν ήτανε και τόσο άσκημα. Φαντάζομαι ότι αυτό θα ’τανε επειδή στην πόλη υπήρχανε στρατολόγοι της κυβέρνησης ύστερα από το ’63.
 
Μετά τον πόλεμο τα πράγματα ξαναγενήκανε το ίδιο άσκημα όπως παλιά. Ο κόσμος άρχισε να λακίζει, μύλοι και μαγαζιά βάζανε λουκέτο, το θαλασσινό εμπόριο σταμάτησε και το λιμάνι μπούκωσε απ’ τη λασπουριά, ο σιδερόδρομος εγκαταλείφτηκε,  αλλά κείνοι … ποτέ τους δε σταματήσανε να κολυμπάνε μπρος πίσω, ως και μέσα στο ποτάμι, από κείνη την καταραμένη ξέρα του Σατανά, κι ολοένα και πιότερα παραθύρια σε σοφίτες σφραγίζονταν με σανίδες κι ολοένα και πιότεροι θόρυβοι ακούγονταν από σπίτια που υποτίθεται ότι κανένας δεν έμενε σ’ αυτά.
 
O κόσμος που ζει απέξω στα γύρω μέρη έχει τις ιστορίες του για μας – φαντάζομαι θα ’χεις ακουστά κάμποσες από δαύτες, αν κρίνω απ’ τις ερωτήσεις που κάνεις – ιστορίες για πράματα που βλέπει κανείς κατά καιρούς και για κείνα τα παράξενα κοσμήματα που εμφανίζονται δω και κει και που δεν τα ’χουνε λιώσει εντελώς, αλλά ποτές τίποτες το συγκεκριμένο. Κανένας δε θέλει να πιστέψει τίποτες. Λένε ότι κείνα τα χρυσαφικά είναι από λάφυρα πειρατών και πιστεύουνε ότι οι κάτοικοι του Ίννσμουθ έχουνε ξενικό αίμα, ότι είναι παλιοχαρακτήρες ή κάτι τέτοιο. Εξάλλου, κείνοι που ζούνε δω διώχνουνε όσο πιότερους ξένους μπορούνε κι αφήνουνε τους ρέστους να καταλάβουνε ότι δεν πρέπει να ’ναι και πολύ περίεργοι, ιδίως τις νύχτες. Τα ζώα αποφεύγουμε κείνα τα πλάσματα – τ’ άλογα και τα μουλάρια – αλλ’ όταν ήρθανε τ’ αυτοκίνητα αυτό βολεύτηκε.
 
Το ’46 ο καπ’τάν Όμπεντ πήρε μια δεύτερη γυναίκα -κανένας στην πόλη δεν την είδε ποτές- μερικοί λένε ότι δεν το ’θελε να το κάνει, αλλά τον αναγκάσανε κείνοι που είχε καλέσει- απόχτησε τρία παιδιά από δαύτη, δύο που εξαφανιστήκανε μικρά, αλλά μια τσούπρα του που έμοιαζε σαν όλους τους αθρώπους την έστειλε να σπουδάζει στην Ευρώπη. Ο Όμπεντ τελικά κατάφερε με κάποιο κόλπο να την παντρέψει μ’ έναν τύπο από το Άρκαμ που δεν υποψιαζότανε τίποτες. Αλλά κανένας απ’ τον έξω κόσμο δε θέλει πια να ’χει κανένα πάρε δώσε με τους ντόπιους του Ίννσμουθ. Ο Μπάρναμπας Μαρς που κουμαντάρει τη φάμπρικα τώρα ειν’ εγγονός του Όμπεντ απ’ την πρώτη του γυναίκα – γιος του Oνησίφορους, του μεγαλύτερου γιου του, αλλά η μάνα του ήταν άλλη μια από κείνες που κανένας δεν την είδε ποτές να κυκλοφορεί έξω.
 
Τώρα που μιλάμε ο Μπάρναμπας έχει σχεδόν αλλάξει εντελώς. Δεν μπορεί να κλείσει πια τα μάτια του, κι έχει αλλάξει εντελώς μορφή. Λεν’ ότι ’ξακολουθεί να φοράει ρούχα, αλλά ότι όπου να ’ναι θα φύγει για το νερό. Μπορεί και να το δοκίμασε κιόλας – κατά καιρούς κατεβαίνουνε κει κάτω για σύντομα διαστήματα πριν αναχωρήσουνε για τα καλά. Έχει να εμφανιστεί δημόσια για κάπου δέκα χρόνια τώρα. Αναρωτιέμαι πώς να αιστάνεται κείνη η φουκαριάρα η κυρά του – ελόγου της είναι απ’ το Ίπσγουιτς και μόνο που δεν λυντσάρισαν τον Μπάρναμπας όταν της έκανε κόρτε πριν πενήντα τόσα χρόνια. Ο Όμπεντ τα ’χε τινάξει από το ’78, κι όλη η υπόλοιπη γενιά δεν υπάρχει πια -τα παιδιά της πρώτης γυναίκας του πεθάνανε, κι όσο για τα υπόλοιπα… ένας Θεός ξέρει..
 
Ε, συ, γιατί δε λες κάτι; Πώς θα σου φαινότανε να ζεις σε μια πόλη σαν και τούτη, με τα πάντα να σαπίζουνε και να πεθαίνουνε, και με φυλακισμένα τέρατα να σέρνουνται και να βελάζουνε και να ξερογαβγίζουνε και να χοροπηδάνε σε μαύρα κελάρια και σε σοφίτες προς όποια μεριά κι αν γυρίσεις; Ε, για πες μου. Πώς θα σου φαινότανε ν’ ακούς τα ουρλιαχτά τη μια νυχτιά μετά την άλλη να βγαίνουνε απ’ τις εκκλησιές κι από την Αίθουσα του Δαγώνα, και να ξέρεις από πού προέρχονται μερικά από τα ουρλιαχτά αυτά; Πώς θα σου φαινότανε αν άκουγες τι έρχεται από κείνη τη φοβερή ξέρα κάθε Παραμονή Πρωτομαγιάς και κάθε Χάλλογουην; Ε, για πες μου! Νομίζεις ότι ο γέρος είναι τρελός, έτσι; Λοιπόν, παλικάρι μου, και δε σου ‘χω πει ακόμα ποιο ’ναι το χειρότερο.
 
Θες να μάθεις ποια ’ναι η αληθινή φρίκη, ε; Λοιπόν, είναι τούτη – δεν είναι τα όσα κάνανε οι ψαροδιαβόλοι, αλλά τα όσα μέλλει να κάνουνε! Φέρνουνε στην πόλη ζωντανά πράματα από κείνα τα βάθη όπου ζούνε, το κάνουνε δω και χρόνια, αν και το ’χουνε λιγοστέψει κάπως τώρα τελευταία. Κείνα τα σπίτια βόρεια απ’ το ποτάμι, ανάμεσα στην Κεντρική και την οδό Υδάτων, είναι φίσκα από δαύτα, απ’ αυτούς τους διαβόλους και τα όσα έχουνε φέρει μαζί τους – κι όταν θα ’ναι έτοιμοι… σ’ το λέω, όταν θα ’ναι έτοιμοι… έχεις ακούσει ποτέ να μιλάνε για τα σογκόθ; Έι, μ’ ακούς τι σου λέω; Ξέρω τι ’ναι αυτά τα πράματα, τα ’χω δει μια νύχτα όταν… αχ-αχχχ-αχ! Ε γιαχχχ…
 
Η φοβερή ξαφνικότητα της κραυγής και ο πέραν του ανθρώπινου τρόμος που υπήρχε στο ουρλιαχτό του γέρου σχεδόν μ’ έκαναν να λιποθυμήσω. Τα μάτια του, που κοιτούσαν πέρα από μένα προς τη δύσοσμη θάλασσα, είχαν κυριολεκτικά αρχίσει να πετάγονται έξω από τις κόγχες τους, ενώ το πρόσωπό του ήταν μια μάσκα φόβου άξια ελληνικής τραγωδίας. Καθώς γύριζα να δω τι έβλεπε, τα κοκαλιάρικα δάχτυλά του ήταν λες και πάσχιζαν να χωθούν με φοβερή δύναμη στον ώμο μου.
 
Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορώ να διακρίνω. Μονάχα την επερχόμενη φουσκονεριά, με ίσως κάποιους μικροκυματισμούς πιο τοπικούς από τις μακριές γραμμές των μεγάλων κυμάτων. Αλλά τώρα ο Ζάντοκ με ταρακουνούσε και γύρισα το κεφάλι προλαβαίνοντας να δω το παγωμένο από τον τρόμο πρόσωπό του να λιώνει σ’ ένα χάος από σπασμωδικά τικ βλεφάρων που έπαιζαν και χειλιών που μουρμούριζαν τρεμουλιαστά.
 
«Φύγε από δω! Φύγε από δω! Μας είδανε – φύγε αν αγαπάς τη ζωής σου! Μην σταθείς για τίποτες – το ξέρουν τώρα – τρέχα να γλιτώσεις – γλήγορα – φύγε μακριά από τούτη την πόλη» Άλλο ένα βαρύ κύμα έσπασε πάνω στη αποσαθρωμένη λιθοδομή της παλιάς αποβάθρας και άλλαξε τους ψιθύρους του ξετρελαμένου γέρου σ’ ένα ακόμη μη ανθρώπινο ουρλιαχτό που σου πάγωνε το αίμα. “Ε-γιααχχχχ!… Γιααααααα! ”
 
Πριν προλάβω να βάλω σε μια τάξη τις σκορπισμένες σκέψεις μου εκείνος είχε χαλαρώσει το σφίξιμό του στον ώμο μου και είχε αρχίσει να τρέχει σαν τρελός προς την ενδοχώρα και το δρόμο, παρακάμπτοντας όλο σκοντάμματα τον τοίχο της ερειπωμένης αποθήκης. Έριξα μια ματιά πίσω προς τη θάλασσα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα εκεί και όταν έφτασα στην οδό Υδάτων και κοίταξα πέρα προς το βορρά δεν απέμενε πια ούτε ένα ίχνος από τον Ζάντοκ Άλλεν.

Επιγραμματικά
 
»Έχω προσπαθήσει να υπαινιχθώ τι ήταν, μόνο και μόνο για ν’ αποφύγω την φρίκη του να το καταγράψω καθαρά με λόγια. Μα είναι δυνατό τούτος ο πλανήτης να έχει στ’ αλήθεια γεννήσει τέτοια πράγματα; Είναι δυνατόν ανθρώπινα μάτια να έχουν στ’ αλήθεια δει, σαν απτή πραγματικότητα, κάτι που ως τότε ο άνθρωπος γνώριζε στις πυρετικές φαντασιώσεις του και από αόριστους θρύλους; Ωστόσο τα είδα σαν ένα ατέλειωτο ποτάμι, πλαταγίζοντας, χοροπηδώντας και βελάζοντας, που έρρεε αποτρόπαια κάτω από το φασματικό φεγγαρόφωτο σαν μια γκροτέσκα και δαιμονική λιτανεία κάποιου φανταστικού εφιάλτη.
 
»Ήταν κυρίως γυαλιστερά και γλιστερά, αλλά οι προεξοχές στην ραχοκοκαλιά τους ήταν φολιδωτές. Οι μορφές τους ήταν αόριστα ανθρωποειδείς, ενώ τα κεφάλια τους ήταν ψαρίσια, με τερατώδη γουρλωτά μάτια που δεν έκλειναν ποτέ. Στα πλάγια του λαιμού τους πάλλονταν βράχια και τα μακριά τους δάχτυλα ήταν ενωμένα με μεμβράνες. Πήγαιναν με ένα ακανόνιστο χοροπηδηχτό τρόπο, άλλοτε στα δύο τους πόδια και άλλοτε στα τέσσερα.
 
Οι σαν κοάσματα και ξερογαβγίσματα φωνές τους, που χρησιμοποιούνταν σαφώς για έναρθρο λόγο, είχαν όλες τις σκοτεινές αποχρώσεις της έκφρασης που απουσίαζε από τα γουρλομάτικα μούτρα τους. Αλλά παρ’ όλο το τερατώδες της μορφής τους δε μου ήταν εντελώς άγνωστα. Ήταν οι ανίεροι, ψαροβάτραχοι που απεικονίζονταν στα ανώνυμα σχέδια -ζωντανά και φρικαλέα- και βλέποντας τα κατάλαβα τι μου είχε θυμίσει, τόσο επίφοβα εκείνος ο καμπουρωτός, διαδηματοφόρος ιερέας, στο σκοτεινό υπόγειο της εκκλησίας.
 
»Τα πλάσματα αυτά, είπαν στους Κανάκυς πως, αν ζευγαρωθούν μαζί τους, τα παιδιά τους θα μοιάζουν στην αρχή με ανθρώπους, αλλά όσο θα περνά ο καιρός θα μοιάζουνε όλο και περισσότερο με ‘κείνους, και στο τέλος θα έμπαιναν στο νερό για να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους εκεί κάτω. Φαίνεται πως όλοι τους είχαν στις φλέβες τους το αίμα των πλασμάτων του βυθού, όταν τους συνάντησε ο γερο-Όμπεντ. Όταν γέρναγαν κι άρχιζαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια, κρύβονταν από τον κόσμο και θέλανε να φύγουν και να βυθιστούν στο νερό.
 
Μερικοί δεν άλλαξαν ποτέ ολότελα για να μπορέσουν να ζήσουν στην θάλασσα, μα οι πιο πολλοί μεταλλάσσονταν όπως τους είχαν υποσχεθεί τα πλάσματα. Έτσι πολλοί άλλαζαν και έφευγαν, ενώ μερικοί μένανε άνθρωποι ακόμη και στα εβδομήντα τους, και δεν άφηναν το νησί παρά μόνο μερικές φορές που κατέβαιναν στη θάλασσα, τελείως δοκιμαστικά. Εκείνοι που είχαν φύγει στο νερό, γύριζαν μερικές φορές πίσω για να επισκεφτούν το νησί, ώστε πολύ συχνά θα μπορούσε κάποιος από τους ανθρώπους να συναντηθεί με τον προ-προ-πάππο του, ας πούμε, που είχε αφήσει τη στεριά πριν από διακόσια ή παραπάνω χρόνια. Δεν υπάρχει φυσικός θάνατος γι’ αυτούς. Αλλά μπορούν να σκοτωθούν.
 
»Ο Όμπεντ μου είπε πως ο Γουαλακέα του έδειξε πολλές από τις ιεροτελεστίες και τα άλλα παράξενα πράγματα που έκαναν μαζί με τα θαλάσσια πλάσματα, και τον άφησε να δει μερικούς από τους ντόπιους που είχε αλλάξει η μορφή τους. Όμως, για κάποιον άγνωστο λόγο, δεν του επέτρεψε να δει τα ίδια τα πλάσματα όταν έβγαιναν έξω από το νερό. Στο τέλος του χάρισε ένα παράξενο αντικείμενο, κάτι ακατονόμαστο, φτιαγμένο από μολύβι ή κάτι παρόμοιο, και του είπε πως το είχαν φέρει Αυτοί. Ο Όμπεντ έκλαψε από τρόμο, γιατί πάνω του υπήρχε σκαλισμένη η εικόνα του Θεού τους.
 
»Οι Αβυσσαίοι δεν θα μπορούσαν ποτέ να εξοντωθούν, έστω κι αν η αρχαία μαγεία των ΞΕΧΑΣΜΕΝΩΝ ΠΑΛΑΙΩΝ, μπορούσε να τους αναχαιτίσει. Προς το παρόν θα παρέμεναν σε αδράνεια, αλλά κάποια μέρα, θα αναδύονταν ξανά για τις θυσιαστήριες προσφορές που τόσο ποθούσε ο Μέγας Κθούλου. Την επόμενη φορά θα γινόταν σε κάποια πόλη μεγαλύτερη του Ίνσμουθ. Είχαν σχεδιάσει να εξαπλωθούν και είχαν καλέσει εκείνο που μπορούσε να τους βοηθήσει, αλλά τώρα θα έπρεπε να περιμένουν για μια ακόμη φορά.
 
Howard Phillips Lovecraft: The shadow over the Innsmouth (1931)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου