Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2020

ANTON CHEKHOV: Το στοίχημα

Ήταν μια σκοτεινή φθινοπωρινή νύχτα. Ο γέροντας τραπεζίτης βημάτιζε στο γραφείο του από τη μια γωνιά στην άλλη και θυμόταν που, δεκαπέντε χρόνια πριν, ένα φθινοπωρινό βράδυ, είχε στο σπίτι του καλεσμένους. Σ’ εκείνη τη συγκέντρωση ήταν πολλοί γνωστικοί άνθρωποι κι έγιναν ενδιαφέρουσες συζητήσεις.
Μεταξύ των άλλων μίλησαν και για τη θανατική ποινή. Οι επισκέπτες, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν αρκετοί επιστήμονες και δημοσιογράφοι, στην πλειοψηφία τους τάχτηκαν αρνητικά σχετικά με την ποινή του θανάτου. Έβρισκαν ξεπερασμένο αυτό τον τρόπο τιμωρίας, ανάρμοστο και ανήθικο για χριστιανικές κυβερνήσεις. Ορισμένοι υποστήριζαν ότι η θανατική ποινή θα έπρεπε, γενικά και παντού, ν’ αντικατασταθεί με τα ισόβια δεσμά.
— Εγώ δε συμφωνώ μαζί σας, είπε ο οικοδεσπότης. Δε δοκίμασα ούτε τη θανατική ποινή ούτε τα ισόβια δεσμά, αλλά, αν μπορεί κανείς να κρίνει a priori, τότε, κατά τη δική μου γνώμη, η θανατική ποινή είναι ηθικότερη και πιο ανθρωπιστική από τα ισόβια. Η εκτέλεση σκοτώνει αμέσως, αλλά τα ισόβια σκοτώνουν σιγά σιγά. Ποιος δήμιος απ’ τους δυο είναι πιο ανθρωπιστικός; Εκείνος που σας σκοτώνει μέσα σε λίγα λεπτά ή αυτός ο οποίος σας αφαιρεί λίγο λίγο τη ζωή για πολλά χρόνια;
— Και το ένα και το άλλο είναι το ίδιο ανήθικα, παρατήρησε κάποιος απ’ τους επισκέπτες, επειδή έχουν έναν και τον αυτό σκοπό: την αφαίρεση ζωής. Η κυβέρνηση δεν είναι θεός. Δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει εκείνο που δεν μπορεί, αν θελήσει, να δώσει πίσω. Μεταξύ των επισκεπτών ήταν κι ένας νομικός, νέος άνθρωπος, γύρω στα είκοσι πέντε. Όταν του ζήτησαν τη γνώμη, είπε:
— Και η ποινή του θανάτου και τα ισόβια είναι το ίδιο ανήθικα, αλλά, αν μου πρότειναν να διαλέξω ένα από τα δυο, θα διάλεγα βέβαια το δεύτερο. Να ζεις με κάποιον τρόπο είναι καλύτερα από το να μη ζεις.

Η συζήτηση άναψε για τα καλά. Ο τραπεζίτης, που τότε ήταν νεότερος και πιο νευρώδης, έγινε ξαφνικά έξω φρενών, χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι και φώναξε απευθυνόμενος στο νεαρό νομικό:

— Δεν είναι αλήθεια! Βάζω στοίχημα δυο εκατομμύρια ότι δε θα μένατε στο κελί ούτε πέντε χρόνια.
— Αν το λέτε σοβαρά, απάντησε ο νομικός, βάζω στοίχημα ότι θα μείνω όχι πέντε αλλά δεκαπέντε!
— Δεκαπέντε. Εντάξει! φώναξε ο τραπεζίτης.
Κύριοι, βάζω δυο εκατομμύρια!
— Σύμφωνοι! Εσείς βάζετε τα εκατομμύρια κι εγώ την ελευθερία μου! είπε ο νομικός.
Κι αυτό, λοιπόν, το ανήκουστο και ανόητο στοίχημα μπήκε! Ο τραπεζίτης, μην ξέροντας τότε ούτε κι ο ίδιος πόσα εκατομμύρια έχει, κακομαθημένος κι απερίσκεπτος, ήταν ενθουσιασμένος με το στοίχημα.
Στο δείπνο πείραζε το νομικό κι έλεγε:
— Βάλτε λίγο μυαλό, νεαρέ μου, πριν ακόμα είναι αργά. Για μένα δυο εκατομμύρια δεν είναι τίποτα, εσείς όμως κινδυνεύετε να χάσετε τρία τέσσερα από τα καλύτερα χρόνια της ζωής σας. Λέω τρία τέσσερα γιατί δε θα μείνετε περισσότερο. Μην ξεχνάτε επίσης, κακόμοιρε, ότι η εθελοντική φυλάκιση είναι πολύ πιο βαριά από την υποχρεωτική. Η σκέψη ότι οποιαδήποτε στιγμή έχετε το δικαίωμα να βγείτε έξω ελεύθερος θα δηλητηριάσει όλη σας την ύπαρξη μέσα στο κελί της φυλακής. Σας λυπάμαι!
Ο τραπεζίτης τώρα, βηματίζοντας από τη μια γωνιά στην άλλη, θυμόταν όλ’ αυτά κι αναρωτιόταν:
«Γιατί μπήκε αυτό το στοίχημα; Ποιο το όφελος που ο νομικός έχασε δεκαπέντε χρόνια ζωής, κι εγώ πετάω δυο εκατομμύρια; Μπορεί αυτό να αποδείξει στους ανθρώπους ότι η καταδίκη σε θάνατο είναι χειρότερη ή καλύτερη από τα ισόβια δεσμά; Όχι βέβαια. Μωρολογίες κι ανοησίες. Από τη δική μου πλευρά ήταν μια παραξενιά ανθρώπου που είναι χορτάτος, κι απ’ την πλευρά του νομικού απληστία για λεφτά…».
Θυμήθηκε επίσης αυτά που έγιναν ύστερα από το βράδυ εκείνο. Αποφάσισαν ο νομικός να εκτίσει την εθελοντική ποινή του κάτω από την αυστηρότερη επίβλεψη, σε μία από τις πτέρυγες κοντά στο σπίτι του τραπεζίτη. Συμφώνησαν ότι στη διάρκεια των δεκαπέντε χρόνων δε θα είχε το δικαίωμα να περάσει το κατώφλι της πτέρυγας, να βλέπει ανθρώπους ζωντανούς, ν’ ακούει ανθρώπινες φωνές και να παίρνει γράμματα ή εφημερίδες.
Του επιτρεπόταν να έχει μουσικό όργανο, να διαβάζει βιβλία, να γράφει γράμματα, να πίνει κρασί και να καπνίζει. Με τον έξω κόσμο, σύμφωνα με ειδικό όρο, μπορούσε να επικοινωνεί μόνο χωρίς να μιλάει, μέσα από ένα μικρό παράθυρο φτιαγμένο ειδικά γι’ αυτόν το σκοπό. Η συμφωνία προέβλεπε ακόμα και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες, ώστε να υπάρχει αυστηρή απομόνωση, και υποχρέωνε το νομικό να μείνει στη φυλακή ακριβώς δεκαπέντε χρόνια, από τις 12 το μεσημέρι της 14ης Νοεμβρίου 1870 μέχρι τις 12 το μεσημέρι της 14ης Νοεμβρίου 1885. Η παραμικρή απόπειρα από το νομικό να παραβεί τους όρους, έστω και δυο λεπτά πριν από το τέλος της προθεσμίας, απελευθέρωνε τον τραπεζίτη από την υποχρέωση να του πληρώσει τα δυο εκατομμύρια.

Τον πρώτο χρόνο φυλακής του, κι όσο μπορεί κανείς να κρίνει από τα σύντομα σημειώματα, υπέφερε πολύ από τη μοναξιά και την πλήξη. Από την πτέρυγα, νύχτα και μέρα, ακουγόταν συνεχώς το πιάνο. Κρασί και καπνό αρνήθηκε να πάρει. Το κρασί, έγραφε, διεγείρει τις επιθυμίες, οι οποίες είναι εχθροί του φυλακισμένου. Άλλωστε, να πίνεις ωραίο κρασί και να μη βλέπεις κανέναν, δεν υπάρχει τίποτα πιο πληκτικό. Όσο για τον καπνό, βρομίζει τον αέρα στο δωμάτιο του. Τον πρώτο χρόνο του έστελναν κυρίως βιβλία ελαφρού περιεχομένου. Περίπλοκα ερωτικά μυθιστορήματα, διηγήματα με εγκληματικό και φανταστικό περιεχόμενο, κωμωδίες και άλλα.
Τη δεύτερη χρονιά η μουσική σίγησε στην πτέρυγα κι ο νομικός ζητούσε στα σημειώματα του μόνο κλασικούς. Τον πέμπτο χρόνο ακούστηκε πάλι μουσική κι ο έγκλειστος νομικός παρακάλεσε για κρασί. Εκείνοι που τον παρακολουθούσαν απ’ το παράθυρο έλεγαν ότι ολόκληρη εκείνη τη χρονιά μόνο έτρωγε, έπινε και ξάπλωνε στο στρώμα, συχνά χασμουριόταν και μιλούσε θυμωμένα με τον εαυτό του. Βιβλία δε διάβαζε. Μερικές φορές καθόταν τις νύχτες να γράψει. Έγραφε για πολλή ώρα και, κοντά στα ξημερώματα, έσκιζε σε μικρά κομμάτια όλα όσα είχε γράψει. Άλλες φορές τον άκουγαν που έκλαιγε.
Στο δεύτερο μισό του έκτου χρόνου ο φυλακισμένος ασχολήθηκε επίμονα με τη μελέτη γλωσσών, φιλοσοφίας και ιστορίας. Ρίχτηκε με τα μούτρα στη μελέτη αυτών των επιστημών, τόσο, που ο τραπεζίτης μόλις προλάβαινε να του στέλνει βιβλία. Μέσα σε τέσσερα χρόνια ζήτησε και του ‘στειλαν γύρω στους εξακόσιους τόμους. Κατά την περίοδο αυτής της μανίας ο τραπεζίτης, μεταξύ των άλλων, έλαβε από τον κατάδικό του το εξής γράμμα:
«Αγαπητέ μου δεσμοφύλακα! Σας γράφω αυτές τις γραμμές σε έξι γλώσσες. Δείξτε τις στους ειδικούς κι ας τις διαβάσουν. Αν δε βρουν κανένα λάθος, τότε, πολύ θα σας παρακαλούσα, προστάξτε να πυροβολήσουν στον κήπο με το ντουφέκι. Ο πυροβολισμός αυτός θα μου πει ότι οι προσπάθειές μου δεν πήγαν χαμένες. Οι μεγαλοφυίες όλων των εποχών και όλων των χωρών του κόσμου μιλούν σε διαφορετικές γλώσσες, αλλά μέσα σ’ όλους καίει μία και μόνη φλόγα. Ω, αν ξέρατε ποια ουράνια ευτυχία δοκιμάζει τώρα η ψυχή μου που ξέρω πώς να τους καταλάβω! ».
Η επιθυμία του κατάδικου εκπληρώθηκε και ο τραπεζίτης πρόσταξε να πυροβολήσουν στον κήπο δυο φορές. Στη συνέχεια, μετά το δέκατο χρόνο, ο νομικός καθόταν ακίνητος στο τραπέζι και διάβαζε μόνο το Ευαγγέλιο. Στον τραπεζίτη φαινόταν περίεργο που ένας άνθρωπος ο οποίος κατάφερε να διαβάσει σε τέσσερα χρόνια εξακόσιους δύσκολους τόμους χρειάστηκε ένα σχεδόν χρόνο για να διαβάσει ένα ευκολονόητο και όχι χοντρό βιβλίο. Μετά το Ευαγγέλιο πήραν σειρά η ιστορία των θρησκειών και η θεολογία.

Τα τελευταία δυο χρόνια της φυλάκισης ο κατάδικος διάβαζε υπερβολικά πολύ, χωρίς καμία διάκριση. Τη μια φορά μελετούσε φυσικές επιστήμες, την άλλη ζητούσε Μπάυρον ή Σαίξπηρ. Σε μερικά σημειώματα του παρακαλούσε να του στείλουν ταυτόχρονα και χημεία και εγχειρίδιο ιατρικής και μυθιστόρημα και κάποια φιλοσοφική ή θεολογική πραγματεία. Μ’ όλα αυτά τα διαβάσματα που έκανε, έμοιαζε σαν να κολυμπούσε στη θάλασσα, ανάμεσα στα συντρίμμια κάποιου καραβιού, και, επιθυμώντας να σωθεί, πιανόταν άπληστα πότε απ’ το ‘να συντρίμμι και πότε απ’ τ’ άλλο!
Ο γερο-τραπεζίτης θυμόταν όλα αυτά και σκεπτόταν:
«Αύριο στις 12 το μεσημέρι θα είναι ελεύθερος. Κατά τη συμφωνία, υποχρεώνομαι να του πληρώσω δυο εκατομμύρια. Αν το κάνω, για μένα όλα τελειώνουν, θα χρεοκοπήσω οριστικά…». Πριν από δεκαπέντε χρόνια δεν ήξερε κι ο ίδιος πόσα εκατομμύρια είχε, αλλά τώρα φοβόταν να θέσει στον εαυτό του το ερώτημα: Τα λεφτά που είχε ή τα χρέη του ήταν περισσότερα; Το ριψοκίνδυνο χρηματιστηριακό παιχνίδι, οι τολμηρές κερδοσκοπίες και το θερμόαιμο του χαρακτήρα του, απ’ το οποίο δεν μπορούσε ν’ απαλλαγεί ακόμα και στα γεράματα, οδήγησαν λίγο λίγο τις δουλειές του σε παρακμή και ο απαθής, ο επαρμένος, ο περήφανος ζάπλουτος μεταμορφώθηκε σ’ έναν κοινό και μέτριο τραπεζίτη που τρέμει σε κάθε άνοδο και κάθοδο στις αξίες που έπαιρναν τα χρεόγραφα.
— Καταραμένο στοίχημα! μουρμούριζε ο γέρος πιάνοντας με απόγνωση το κεφάλι του. Γιατί δεν πέθανε αυτός ο άνθρωπος; Είναι ακόμα σαράντα χρονών. Θα μου πάρει ό,τι έχω και δεν έχω, θα παντρευτεί, θα απολαύσει τη ζωή, θα παίζει στο χρηματιστήριο, κι εγώ, σαν ζητιάνος, θα βλέπω με ζήλια και θ’ ακούω κάθε μέρα να μου λέει τα ίδια λόγια: «Μένω υπόχρεος απέναντι σας για την ευτυχία μου, επιτρέψτε μου να σας βοηθήσω!». Ε όχι, αυτό πάει πολύ! Η μοναδική σωτηρία από τη χρεοκοπία και την ντροπή είναι ο θάνατος αυτού του ανθρώπου!
Χτύπησε η ώρα τρεις. Ο τραπεζίτης έβαλε το αυτί του ν’ αφουγκραστεί. Στο σπίτι όλοι κοιμούνταν και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο θόρυβος έξω απ’ τα παράθυρα που έκαναν τα παγωμένα απ’ το κρύο δέντρα. Προσπαθώντας να μη βγάλει ούτε άχνα, πήρε από το χρηματοκιβώτιο το κλειδί της πόρτας, η οποία δεν άνοιξε ποτέ στη διάρκεια δεκαπέντε χρόνων, φόρεσε το παλτό του και βγήκε απ’ το σπίτι. Έξω ήταν σκοτεινά κι έκανε κρύο. Έβρεχε. Στο αλσύλλιο φυσούσε με βουητό δυνατός υγρός αέρας, που έκανε τα δέντρα να γέρνουν ακατάπαυστα μια από δω και μια από κει. Ο τραπεζίτης προσπαθούσε να εντείνει την όραση του, αλλά δεν έβλεπε ούτε γη ούτε άσπρα αγάλματα ούτε δέντρα ούτε την πτέρυγα. Πλησιάζοντας προς το μέρος της, φώναξε δυο φορές το φύλακα. Απάντηση καμία. Ήταν φανερό ότι είχε πάει να καλυφθεί απ’ την κακοκαιρία και τώρα θα κοιμόταν κάπου στην κουζίνα ή στο θερμοκήπιο.
«Αν έχω το κουράγιο να κάνω αυτό που σκοπεύω να κάνω» σκέφτηκε ο γέρος «η υποψία θα πέσει πρώτα απ’ όλα στο φύλακα». Ψηλαφώντας στο σκοτάδι τα σκαλοπάτια και την πόρτα, μπήκε στον προθάλαμο της πτέρυγας. Προχώρησε λίγο χωρίς να βλέπει και βρέθηκε σ’ ένα μικρό διάδρομο. Άναψε ένα σπίρτο. Δεν υπήρχε ψυχή.
Είδε μόνο το κρεβάτι χωρίς στρώμα, ενώ στη γωνιά μαύριζε μια μαντεμένια σόμπα. Οι σφραγίδες στην πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο του φυλακισμένου ήταν άθικτες…
Όταν έσβησε το σπίρτο, ο γέρος, τρέμοντας από την ταραχή, κοίταξε στο παραθυράκι. Μέσα στο δωμάτιο φώτιζε αμυδρά ένα κερί. Ο ίδιος ο φυλακισμένος καθόταν κοντά στο τραπέζι. Φαινόταν μόνο η ράχη του, τα μαλλιά του κεφαλιού και τα πόδια. Πάνω στο τραπέζι, στα δυο καθίσματα και στο χαλί, κοντά στο τραπέζι, βρίσκονταν ανοιχτά βιβλία.
Πέρασαν πέντε λεπτά κι ο φυλακισμένος δεν κουνήθηκε ούτε μια φορά. Τα δεκαπέντε χρόνια στη φυλακή τον δίδαξαν να κάθεται ακίνητος. Ο τραπεζίτης χτύπησε με το δάχτυλο στο παράθυρο, αλλά ο φυλακισμένος δεν απάντησε στο χτύπο ούτε με μια κίνηση. Ο τραπεζίτης τότε έβγαλε προσεχτικά απ’ την πόρτα τη σφραγίδα κι έβαλε το κλειδί στην κλειδαρότρυπα. Από τη σκουριασμένη κλειδαριά ακούστηκε ένας βραχνός ήχος και η πόρτα έτριξε. Ο τραπεζίτης περίμενε ότι θ’ ακουστεί αμέσως κραυγή έκπληξης και βήματα, αλλά πέρασαν δυο τρία λεπτά και μέσα ήταν ησυχία όπως πρώτα. Αποφάσισε να μπει στο δωμάτιο.
Στο τραπέζι καθόταν ακίνητος ένας άνθρωπος που δεν έμοιαζε με τους συνηθισμένους ανθρώπους. Ήταν σκελετός τυλιγμένος εφαρμοστά με δέρμα, είχε μακριά, όπως οι γυναίκες, σγουρά μαλλιά και τραχύμαλλη γενειάδα. Το χρώμα στο πρόσωπο του ήταν κίτρινο με χωματένια απόχρωση, τα μάγουλα βαθουλωτά, η ράχη μακρουλή και στενή, και το χέρι με το οποίο κρατούσε το μαλλιαρό του κεφάλι ήταν τόσο λεπτό κι αδύνατο, που, όταν το κοίταζες, ένιωθες φρίκη. Τα μαλλιά του έλαμπαν σαν ασήμι και, κοιτάζοντας το γεροντικό κι εξαντλημένο πρόσωπο, κανένας δε θα πίστευε ότι ήταν μόνο σαράντα χρονών. Κοιμόταν… Μπροστά στο γερμένο κεφάλι του, πάνω στο τραπέζι, ήταν ένα φύλλο χαρτιού, που είχε κάτι γραμμένο με ψιλά γράμματα.
«Απαίσιος άνθρωπος!» σκέφτηκε ο τραπεζίτης.
«Κοιμάται και στα όνειρα του ίσως βλέπει εκατομμύρια! Αρκεί να πάρω αυτόν το μισοπεθαμένο, να τον πετάξω στο κρεβάτι και να τον πνίξω απλά με το μαξιλάρι. Ακόμα και η πιο ευσυνείδητη πραγματογνωμοσύνη δεν πρόκειται να βρει σημάδια βίαιου θανάτου. Αλλά ας κοιτάξουμε πρώτα να δούμε τι γράφει εδώ».

Ο τραπεζίτης πήρε απ’ το τραπέζι το χαρτί και διάβασε τα εξής:
«Αύριο στις 12 το μεσημέρι παίρνω την ελευθερία μου και το δικαίωμα να επικοινωνώ με τους ανθρώπους. Προτού όμως αφήσω αυτό το δωμάτιο και προτού ιδώ τον ήλιο, θεωρώ αναγκαίο να σας πω λίγα λόγια. Με καθαρή τη συνείδηση μπροστά στο Θεό, ο οποίος με βλέπει, σας δηλώνω ότι περιφρονώ και την ελευθερία και τη ζωή και την υγεία και όλα όσα ονομάζονται στα βιβλία σας αγαθά του κόσμου.»
Επί δεκαπέντε χρόνια σπούδασα προσεχτικά τη ζωή. Είναι αλήθεια ότι δεν είδα γη και ανθρώπους, αλλά, διαβάζοντας τα βιβλία σας, γεύτηκα το αρωματικό κρασί, τραγούδησα τραγούδια, κυνήγησα ελάφια κι αγριογούρουνα, αγάπησα γυναίκες… Αιθέριες καλλονές, πλασμένες με τη μαγεία που τους εμφύσησε η μεγαλοφυία των ποιητών σας, μ’ επισκέπτονταν τα βράδια σαν ένα πανάλαφρο σύννεφο και μου έλεγαν ψιθυριστά υπέροχα παραμύθια, με τα οποία μεθούσε το μυαλό μου. Μέσα από τα βιβλία σας σκαρφάλωνα στις κορφές του Έλμπορους και του Μονμπλάν, απ’ όπου τα πρωινά έβλεπα τον ήλιο να ανατέλλει και τα δειλινά να πλημμυρίζει τον ουρανό, τον ωκεανό και τις κορφές των βουνών με το πορφυρό του χρυσάφι. Από κει ψηλά έβλεπα πώς έλαμπαν οι αστραπές, όταν πάνω απ’ το κεφάλι μου χαράκωναν εκτυφλωτικά τα σύννεφα. Έβλεπα πράσινα δάση, λιβάδια, ποτάμια, λίμνες, πόλεις, άκουγα τις Σειρήνες να τραγουδούν και τους βοσκούς να παίζουν τις φλογέρες τους, ψηλάφιζα τα φτερά υπέροχων διαβόλων που έρχονταν πετώντας να μιλήσουμε για το Θεό… Ριχνόμουν μέσα στην απύθμενη άβυσσο των βιβλίων σας, έκανα θαύματα, σκότωνα, έκαιγα πόλεις, έκανα κηρύγματα νέων θρησκειών, κατακτούσα ολόκληρα βασίλεια…»
Τα βιβλία σας μου ‘δωσαν σοφία. Όλα αυτά που για αιώνες δημιουργούσε η ακούραστη ανθρώπινη σκέψη στριμώχτηκαν στο κρανίο μου σ’ ένα μικρό σβόλο. Ξέρω ότι είμαι πιο γνωστικός απ’ όλους σας.
«Περιφρονώ τα βιβλία σας κι όλα τα καλά του κόσμου, περιφρονώ τη σύνεση και τη σοφία. Είναι όλα ασήμαντα, εφήμερα, πλασματικά κι απατηλά, είναι αρρωστημένη φαντασία. Είστε σοφοί και περήφανοι, αλλά ο θάνατος θα σας εξαφανίσει από το πρόσωπο της γης, ακριβώς όπως θα κάνει και με τα ποντίκια που είναι κάτω από το πάτωμα. Όσο για τους απογόνους σας, την ιστορία, την αθανασία των μεγαλοφυών ανθρώπων σας, θα παγώσουν όλα ή θα καούν κι αυτά μαζί με τη γήινη σφαίρα. »Έχετε χάσει το λογικό σας και δε βαδίζετε στο σωστό δρόμο. Το ψέμα το δέχεστε σαν αλήθεια και την ασχήμια σαν ομορφιά. Θα σας έκανε έκπληξη αν, σαν αποτέλεσμα κάποιων συνθηκών, στις μηλιές και στις πορτοκαλιές μεγάλωναν ξαφνικά, αντί καρπών, βάτραχοι και σαύρες ή αν τα τριαντάφυλλα άρχιζαν να αναδίνουν μυρουδιά ιδρωμένων αλόγων. Εκπλήσσομαι, λοιπόν, με σας, που ανταλλάξατε τον ουρανό με τη γη. Δε θέλω να σας καταλάβω. »Για να σας αποδείξω στην πράξη την περιφρόνηση μου σε κάτι με το οποίο εσείς ζείτε, αρνούμαι να πάρω τα δύο εκατομμύρια, τα οποία κάποτε ονειρευόμουν σαν να ήταν ο παράδεισος και τα οποία τώρα καταφρονώ. Για να αφαιρέσω από τον εαυτό μου το δικαίωμα αυτό, θα βγω από δω πέντε ώρες πριν από το συμφωνημένο χρόνο και, με τον τρόπο αυτό, θα καταπατήσω τη συμφωνία».
Αφού τα διάβασε αυτά, ο τραπεζίτης άφησε το χαρτί στο τραπέζι, φίλησε τον παράξενο άνθρωπο στο κεφάλι, άρχισε να κλαίει και βγήκε από την πτέρυγα.
Ποτέ άλλη φορά, ακόμα κι ύστερα από μεγάλες χασούρες στο χρηματιστήριο, δεν αισθανόταν τέτοια καταφρόνηση για τον εαυτό του όπως τώρα. Όταν έφτασε στο σπίτι ξάπλωσε στο κρεβάτι, αλλά η συγκίνηση και τα κλάματα δεν τον άφηναν να κοιμηθεί για πολλή ώρα…
Την άλλη μέρα το πρωί έτρεξαν χλωμοί οι φύλακες και του ανακοίνωσαν ότι ο άνθρωπος που έμενε στην πτέρυγα βγήκε απ’ το παράθυρο στον κήπο, πήγε στην εξώπορτα κι ύστερα κάπου εξαφανίστηκε.
Ο τραπεζίτης μαζί με τους υπηρέτες πήγε αμέσως στην πτέρυγα και διαπίστωσε την απόδραση του φυλακισμένου του. Για να μην προκληθούν περιττές διαδόσεις, πήρε απ’ το τραπέζι το χαρτί με την απάρνηση και, επιστρέφοντας στο σπίτι του, το κλείδωσε μέσα στο χρηματοκιβώτιο.

Κβαντική φυσική και φιλοσοφία

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ επιλογεσΚατά την παραδοσιακή ή νευτώνεια φυσική, κάθε φαινόμενο της φύσης πρέπει να εξηγείται κατά τρόπο μηχανιστικό, δηλαδή ως αποτέλεσμα μιας αιτίας. H αιτιοκρατική και μηχανιστική αυτή αντίληψη της παραδοσιακής φυσικής κορυφώθηκε με τον ισχυρισμό του Laplace, σύμφωνα με τον οποίο όχι μόνο μπορούμε να γνωρίσομε την παρούσα φάση του σύμπαντος, αλλά, βάσει των κατάλληλων μετρήσεων, είμαστε σε θέση να γνωρίζομε και τη μελλοντική του κατάσταση (αιτιοκρατία).

Μία άλλη θεμελιώδης έννοια της παραδοσιακής φυσικής είναι η θεωρία για την αντικειμενικότητα της ύλης. Κατά την ατομική θεωρία του Dalton, ορισμένως, τα πράγματα υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδηση μας ως συνθέσεις συμπαγών ατόμων.

H κβαντική φυσική – μία από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις στην ιστορία της επιστήμης της φυσικής, που έλαβε την ονομασία της από τα κβάντα, με τα οποία αποδίδεται η στοιχειώδης ποσότητα εκπεμπόμενης ακτινοβολίας, και διαμορφώθηκε μέσω των ερευνών του Louis de Broglie, του Werner Heisenberg, του Paul Dirac και του Neils Bohr – αναίρεσε, μεταξύ άλλων, τα παραπάνω χαρακτηριστικά της παραδοσιακής φυσικής.

Έτσι, στο πλαίσιο της κβαντικής φυσικής, υποστηρίχθηκε ότι, εν αντιθέσει προς την έννοια της αντικειμενικότητας της ύλης, στοιχειώδη σωματίδια, όπως τα φωτόνια, τα ηλεκτρόνια και τα κουάρκς, δεν υφίστανται ως πράγματα, ως υλικά στοιχεία, αλλά ως κυματοδέσμη με δυναμικό χαρακτήρα.

Αυτό σημαίνει ότι ο υλικός κόσμος δεν απαρτίζεται, όπως υπέθεσαν οι εκπρόσωποι της παραδοσιακής φυσικής, από άτμητα υλικά άτομα αλλά ότι βρίσκεται σε ένα διαρκές καθεστώς άπειρων και εύπλαστων δυνατοτήτων.

Κατ’ αντιδιαστολή προς την άποψη της αιτιοκρατίας, εξάλλου, ο Heisenberg διατύπωσε την αρχή της απροσδιοριστίας, σύμφωνα με την οποία είναι αδύνατον να επισημανθούν επακριβώς τα χαρακτηριστικά ενός υποσωματιδίου σε μία δεδομένη στιγμή χωρίς να αλλάξουν την επόμενη. Και τούτο, γιατί η ίδια η διαδικασία της παρατήρησης, μέσω της οποίας, π.χ., μετρούμε μία ιδιότητα ενός φωτονίου, αλλάζει κάποια άλλη του ιδιότητα. Αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος ο παρατηρητής παρεμβαίνει στη φύση του παρατηρούμενου αντικειμένου.

H ερμηνεία αυτή προβλήθηκε από τα μέλη της λεγόμενης σχολής της Κοπεγχάγης και ιδιαίτερα από τον αρχηγό της Bohr. Άμεση συνέπεια της ερμηνείας αυτής ήταν η κατάρριψη της άποψης της αιτιοκρατίας. Επειδή δεν μπορούμε να προσδιορίσομε τις ιδιότητες των υποσωματιδίων, παρά μόνον αφού έχομε ήδη παρέμβει στη φύση των ιδιοτήτων αυτών μέσω της παρατήρησης, έπεται ότι δεν μπορούμε να προβλέψομε τις μελλοντικές των κινήσεις.

O Αϊνστάιν δεν δέχθηκε την αντιρεαλιστική αυτή θέση. «Ο Θεός δεν παίζει ζάρια», αναφώνησε αναφερόμενος στην ερμηνεία του Bohr. «Μην λες στο Θεό τι να κάνει και τι να μην κάνει!», λέγεται πως ήταν η απάντηση του Bohr στον Αϊνστάιν.

O Bohr, ο οποίος αντιλαμβανόταν το σύμπαν ως ένα διαρκώς ανοικτό ορίζοντα πιθανοτήτων και δυνατοτήτων, επέμεινε στην άποψη του αυτή παρά τους ισχυρισμούς του Αϊνστάιν για το αντίθετο.

Κλασικό, εν προκειμένω, είναι το νοητό πείραμα του Αυστριακού φυσικού Erwin Schrodinger, γνωστό ως η γάτα του Σρέντινγκερ. Σύμφωνα με το πείραμα αυτό, μία γάτα βρίσκεται σε ένα απολύτως σκοτεινό κουτί, το οποίο συνδέεται με ένα μηχανισμό αποτελούμενο από ένα μετρητή Γκάιγκερ, μία φιάλη δηλητηρίου και ελάχιστη ποσότητα ραδιενεργού υλικού. Οι πιθανότητες να συμβεί κάποια διάσπαση ενός ατόμου του ραδιενεργού υλικού είναι 5θ%. Αν συμβεί τούτο, τότε θα ενεργοποιηθεί ο μετρητής, πράγμα που θα έχει ως συνέπεια ο μηχανισμός να σπάσει το φιαλίδιο και να δηλητηριαστεί η γάτα. Αν δεν συμβεί η διάσπαση, δεν θα απελευθερωθεί το δηλητήριο και η γάτα θα εξακολουθεί να ζει.

O Σρέντινγκερ υποστήριξε ότι, από την πλευρά της κβαντικής θεωρίας, μέχρι ο παρατηρητής να ανοίξει το κουτί και να διαπιστώσει την έκβαση του φαινομένου, η γάτα δεν είναι ούτε ζωντανή ούτε νεκρή. Έως τότε, όμως, καμιά πρόβλεψη ως προς το αν η γάτα είναι ζωντανή ή νεκρή δεν μπορεί να υποστηριχθεί.

Προκειμένου να ελέγξει τη θεωρία της απροσδιοριστίας, ο Αϊνστάιν διεξήγαγε το γνωστό νοητό πείραμα EPR, το οποίο έλαβε την ονομασία αυτή από τα αρχικά των τριών επιστημόνων που συμμετείχαν σε αυτό -του Αϊνστάιν [Einstein], του Podolsky και του Rosen. Το πόρισμα του πειράματος αυτού ήταν πως ένα υποσωματίδιο μπορεί να επιδρά σε ένα άλλο υποσωματίδιο, που στην αρχή ήταν μαζί και χωρίστηκαν οπότε βρίσκονται μακριά το ένα από το άλλο. Ακόμη και αν φαινομενικά ουδεμία σύνδεση υπάρχει μεταξύ των σωματιδίων, εν τούτοις μπορούν να επιδρούν το ένα επί του άλλου (φαινόμενο διεμπλοκής).

Έτσι, αίρεται κάθε μορφής αιτιοκρατία, αφού τα κβαντικά φαινόμενα εξηγούνται, μόνον εάν πολλές και διαφορετικές διαδικασίες συμβαίνουν ταυτόχρονα χωρίς αιτιακή εξάρτηση της μιας από την άλλη. Κατά τον Μπορ, οι φιλοσοφικές συνέπειες της ερμηνείας των κβαντικών φαινομένων από τη σχολή της Κοπεγχάγης υπήρξαν τόσο εντυπωσιακές, όσο εκείνες της κοπερνίκειας επανάστασης. Το γεγονός ότι ο παρατηρητής μετέχει μέσω της διαδικασίας της παρατήρησης στα αποτελέσματα των μετρήσεων σημαίνει ότι δεν μπορούμε να έχομε ακριβείς μετρήσεις των φυσικών φαινομένων. Έτσι, υποστηρίχθηκε μία νέα μορφή αγνωσιαρχίας, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει μία αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά υφίστανται πολλές μορφές πραγματικότητας εξαρτημένες από το πρόσωπο που τις μετρά και τις λογίζεται.

O φυσικός Hugh Everett διατύπωσε το 1957 τη θεωρία των πολλών ή παράλληλων συμπάντων θεμελιώνοντας στην κβαντική φυσική την υπόθεση του Λάιμπνιτς για τους δυνατούς κόσμους, ότι δηλαδή ο κόσμος εντός του οποίου ζούμε δεν είναι ο μόνος κόσμος που μπορεί να υπάρχει. H θεωρία των παράλληλων κόσμων παραπέμπει σε ριζοσπαστικές ερμηνείες, όπως ότι, παράλληλα προς το δικό μας σύμπαν, θα μπορούσε θεωρητικά να υπάρχει και ένα άλλο σύμπαν όμοιο με το δικό μας, από όπου, όμως, μπορεί να απουσιάζει η ζωή, επειδή οι συνθήκες δεν το επέτρεψαν. Τέτοιες υποθέσεις αντιμετωπίζονται μεν από πολλούς φυσικούς επιστήμονες και φιλοσόφους με σκεπτικισμό, πλην όμως ερεθίζουν το στοχασμό και δημιουργούν νέα ερωτήματα για την υφή του κόσμου και τη σχέση του ανθρώπου προς τον τελευταίο αυτό.

Βρέθηκε μια νέα μορφή φυσικής επιλογής–εξέλιξης η οποία δεν βασίζεται στο DNA

Η εξέλιξη και η φυσική επιλογή λαμβάνουν χώρα σε επίπεδο DNA, καθώς τα γονίδια μεταλλάσσονται και τα γενετικά χαρακτηριστικά είτε παραμένουν είτε χάνονται με το πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο, επιστήμονες θεωρούν πως η εξέλιξη ίσως να λαμβάνει χώρα σε μια ολόκληρη νέα κλίμακα- να μην περνιέται μέσω γονιδίων, μα μέσω μορίων που προσκολλώνται στις επιφάνειές τους.

Αυτά τα γονίδια, γνωστά και ως ομάδες μεθυλίων (methyl groups), μεταβάλλουν τη δομή του DNA και μπορούν να ενεργοποιήσουν ή να απενεργοποιήσουν γονίδια. Οι μεταβολές αυτές είναι γνωστές ως «επιγενετικές τροποποιήσεις», κάτι που σημαίνει ότι εμφανίζονται «πάνω» ή «στην κορυφή» του γονιδίου. Πολλοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων και οι άνθρωποι, έχουν DNA με διάσπαρτες ομάδες μεθυλίων, ωστόσο κάποια πλάσματα όπως οι φρουτόμυγες και κάποια είδη σκουληκιών έχασαν τα σχετικά γονίδια με το πέρασμα του χρόνου.

Ένας άλλος οργανισμός, η μαγιά Cryptococcus neoformans, έχασε επίσης βασικά γονίδια για τη μεθυλίωση κατά την Κρητιδική περίοδο, περίπου 50 με 150 εκατομμύρια χρόνια πριν. Ωστόσο, στην παρούσα μορφή του, ο μύκητας έχει ακόμα ομάδες μεθυλίων στο γονιδίωμά του, και επιστήμονες θεωρούν ότι το C. neoformans ήταν σε θέση να διατηρήσει επιγενετικές τροποποιήσεις για δεκάδες εκατομμύρια χρόνια χάρη σε ένα νεοανακαλυφθέν είδος εξέλιξης, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε στις 16 Ιανουαρίου στο Cell.

Οι ερευνητές δεν περίμεναν να ανακαλύψουν ένα από από τα καλύτερα κρυμμένα μυστικά της εξέλιξης, είπε ο Χιτέν Μαντχανί, καθηγητής Βιοχημείας και Βιοφυσικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Σαν Φρανσίσκο (UCSF), και επικεφαλής ερευνητής στο Chan Ζuckerberg Biohub.

H ομάδα των ερευνητών κανονικά μελετά το C. neoformans για να κατανοήσει καλύτερα το πώς η μαγιά προκαλεί μυκητιασική μηνιγγίτιδα σε ανθρώπους. Ο μύκητας τείνει να μολύνει ανθρώπους με αδύναμα ανοσοποιητικά συστήματα και προκαλεί περίπου το 20% όλων των σχετιζόμενων με HIV/ AIDS θανάτων, σύμφωνα με ανακοίνωση του UCSF. Ο Μαντχανί και οι συνάδελφοί του μελετούν τον γενετικό κώδικα του C.neoformans, αναζητώντας κρίσιμης σημασίας γονίδια που βοηθούν τη μαγιά να «εισβάλει» σε ανθρώπινα κύτταρα- ωστόσο ήταν έκπληξη όταν προέκυψαν αναφορές πως το γενετικό υλικό συνοδεύεται από ομάδες μεθυλίων.

«Όταν μάθαμε ότι το C. neoformans είχε μεθυλίωση DNA…σκέφτηκα πως έπρεπε να το δούμε, χωρίς να ξέρουμε τι θα βρούμε» είπε ο Μαντχανί.

Οι ερευνητές εξέτασαν τα υπάρχοντα εξελικτικά δέντρα για να εξετάσουν την ιστορία του C. neoformans ανά το πέρασμα του χρόνου και διαπίστωσαν πως, κατά την Κρητιδική περίοδο, ο πρόγονος της μαγιάς είχε τα ένζυμα που απαιτούνταν για τη μεθυλίωση DNA. Ωστόσο, κάπου στην πορεία το C. neoformans έχασε ένα απαραίτητο γονίδιο, οπότε δεν μπορούσε πλέον να προσθέσει νέες ομάδες μεθυλίων στο DNA του, αλλά απλά να αντιγράψει υπάρχουσες.

Όπως υπολόγισαν οι ερευνητές, μέσα σε 7.500 γενιές το ένζυμο συντήρησης που απέμεινε, εν τέλει έμεινε χωρίς ομάδες μεθυλίων για να αντιγράψει. Δεδομένης της ταχύτητας πολλαπλασιασμού της, η μαγιά θα έπρεπε να είχε χάσει όλες τις ομάδες μεθυλίων της μέσα σε περίπου 130 χρόνια. Αντ’αυτού διατήρησε τις επιγενετικές τροποποιήσεις για δεκάδες εκατομμύρια χρόνια.

«Επειδή ο ρυθμός απώλειας είναι μεγαλύτερος από τον ρυθμό απόκτησης, το σύστημα θα έχανε αργά τη μεθυλίωση με το πέρασμα του χρόνου εάν δεν υπήρχε κάποιος μηχανισμός για να την κρατά εκεί» είπε ο Μαντχανί. Ο μηχανισμός αυτός είναι η φυσική επιλογή, σημείωσε: Με άλλα λόγια, αν και το C. neoformans αποκτούσε νέες ομάδες μεθυλίων πολύ πιο αργά από ό,τι τις έχανε, η μεθυλίωση βελτίωνε δραματικά την κατάσταση του οργανισμού . Όσον αφορά στο εξελικτικό πλεονέκτημα, κατά τον Μαντχανί ενδέχεται να ήταν η προστασία του γονιδιώματος από μεγάλες ζημιές.

Τα τρανσποζόνια (μεταθετά στοιχεία- γνωστά ως «jumping genes», γονίδια που μεταπηδούν) κινούνται ανά το γονιδίωμα και συχνά εγκαθίστανται σε περίεργα μέρη. Οι ομάδες μεθυλίων μπορούν να «αρπάζουν» τα τρανσποζόνια και να τα «κλειδώνουν». Κατά τον Μαντχανί ίσως το C. neoformans να διατηρεί ένα επίπεδο μεθυλίωσης DNA για να τα ελέγχει.

Είναι πολλά τα μυστήρια γύρω από τη μεθυλίωση DNA στο C. neoformans, και περαιτέρω έρευνες αναμένεται να αποκαλύψουν περισσότερα στοιχεία σχετικά με το πώς ακριβώς λειτουργεί η μεθυλίωση στον οργανισμό αυτό και εάν αυτή η μορφή εξέλιξης εμφανίζεται σε άλλους οργανισμούς.

Πλάτων: Φιλοσοφία και ηθική Αυτονομία

Πλάτων: 427 π.Χ. - 347 π.Χ.

O Σωκράτης ενώπιον του θανάτου

§1

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

     Ο Σωκράτης πίνει το κώνειο την άνοιξη του 399 π.Χ. Τότε ο Πλάτων είναι περίπου 28 χρονών και βιώνει τη φοβερή τούτη εμπειρία του άδικου θανάτου του Σωκράτη ως μια νομιμοφανή δολοφονία. Η ίδια τούτη εμπειρία τον οδηγεί στο καθοριστικό σημείο να αποστραφεί πλήρως την ενασχόλησή του με την ενεργό πολιτική και έκτοτε να δοθεί στη φιλοσοφία. Η εν λόγω φιλοσοφική στροφή του Πλάτωνα δεν ήταν άσχετη και με το ταλέντο που διέθετε στο λόγο και στη διεισδυτική σκέψη. Ακριβώς τούτη η ικανότητά του τού επέτρεψε να διακρίνει στον Σωκράτη μια αδέσμευτη, αγνή και πραγματικά συγκεκριμένη φιλοσοφική διάσταση του λόγου του και του αντίστοιχου τρόπου ζωής. Ο θάνατος του Σωκράτη έδειξε με περισσή καθαρότητα ότι το πολίτευμα της Αθήνας, η ίδια η πολιτεία, είχε φτάσει στο ακρότατο σημείο της σήψης. Ανεξάρτητα από το προσωπείο του κάθε πολιτεύματος, «δημοκρατικό» ή ολιγαρχικό, η ουσία για τον Πλάτωνα εντοπίζεται στο πώς θα μπορέσει να διασωθεί από την καταρρέουσα πολιτική κοινότητα της πατρίδας του ό,τι μπορεί να διασωθεί. Γι’ αυτό και θέτει ως έναν από τους ύψιστους στόχους της φιλοσοφίας του τη χάραξη ή τη φανέρωση εκείνων των τρόπων και δρόμων, που θα μπορούν να οδηγούν τις κυβερνήσεις, τα πολιτικά συστήματα και κατ’ επέκταση την πολιτεία προς τη χώρα της δικαιοσύνης, προς μια κοινωνική ηθική, όπου ο Σωκράτης μέσα στην κοινωνία, δηλ. ο κάθε Σωκράτης της πολιτικής κοινότητας, θα απολαμβάνει πλήρη ελευθερία λόγου και ανεξαρτησία σκέψης. 

ΙΙ. Επιστολή Ζ΄ 324b8‒325c5

     «Όταν κάποτε ήμουν νέος, έπαθα το ίδιο που έπαθαν και πολλοί άλλοι: υπολόγιζα, αμέσως μόλις γίνω κύριος του εαυτού μου, να ασχοληθώ με την πολιτική. Τότε βρήκα την εξής κατάσταση στα πολιτικά πράγματα της Πόλεως: επειδή το πολίτευμα που υπήρχε κατακρινόταν από πολλούς, έγινε πολιτειακή μεταβολή και ήρθαν στην εξουσία πενήντα ένας πολίτες ως άρχοντες, έντεκα στην πόλη, δέκα στον Πειραιά ‒καθεμιά απ’ αυτές τις δυο συναρχίες έπρεπε να έχει τον έλεγχο στην αγορά και γενικά στη διοίκηση των πόλεων‒ ενώ τριάντα έγιναν ανώτατοι άρχοντες µε απόλυτη εξουσία.

Μερικοί λοιπόν απ’ αυτούς έτυχε να είναι συγγενείς και γνωστοί µου, μάλιστα δε με καλούσαν άμεσα να πάρω μέρος σε πράγματα που φαινόταν να μου ταιριάζουν. Τότε δεν εύρισκα σ’ αυτά τίποτα το παράξενο, επειδή ήμουν νέος· πίστεψα, δηλαδή, πως θα οδηγήσουν την πόλη από έναν άδικο σε έναν δίκαιο τρόπο ζωής και έτσι θα την κυβερνήσουν· γι’ αυτό τους παρακολουθούσα µε μεγάλη προσοχή, για να δω τι θα κάνουν. Είδα λοιπόν πως μέσα σε λίγο καιρό οι άνθρωποι εκείνοι έκαναν να φαντάζει χρυσή εποχή το προηγούμενο καθεστώς. Πέραν των άλλων θέλησαν να στείλουν και τον φίλο µου, τον αρκετά ηλικιωμένο Σωκράτη, για τον οποίο δε θα δίσταζα να πω πως ήταν ο πιο δίκαιος άνθρωπος της εποχής του, μαζί µε άλλους να συλλάβει κάποιον πολίτη και να τον οδηγήσει δια της βίας στο θάνατο, με προφανή φυσικά στόχο να τον κάνουν συνένοχο στις εγκληματικές τους ενέργειες, ανεξάρτητα αν ήθελε ή όχι. Εκείνος όμως αρνήθηκε να υπακούσει και προτίμησε να διακινδυνεύσει κάθε είδους κινδύνους, παρά να γίνει συνεργός στις ανομίες τους.

Καθώς λοιπόν έβλεπα όλα αυτά και άλλα παρόμοια, της ίδιας βαρύτητας [όχι λιγότερο σοβαρά], αγανάκτησα κι αποτραβήχτηκα από εκείνο το βασίλειο της αδικίας . Λίγο μετά ανατράπηκε το καθεστώς των Τριάκοντα με όλο το πολιτικό του σύστημα· και πάλι τότε ένιωσα την επιθυμία, αν και αυτή τη φορά όχι τόσο έντονα, να ασχοληθώ µε τα κοινά και την πολιτική. Φυσικά κατ’ αυτήν την εποχή, επειδή ήταν μια ταραγμένη περίοδος, έγιναν πολλά εξωφρενικά πράγματα, που θα μπορούσαν να σε κάνουν να αγανακτήσεις· εξάλλου δεν είναι καθόλου παράξενο, σε περιόδους πολιτειακών μεταβολών, η εχθρότητα ορισμένων εναντίον άλλων να οδηγεί σε υπερβολική εκδίκηση· για να πούμε την αλήθεια, εκείνοι που επέστρεψαν τότε από την εξορία επέδειξαν μεγάλη μετριοπάθεια. Αλλά το ’φερε η τύχη κάποιοι από εκείνους που κατέλαβαν την εξουσία να σύρουν ενώπιον του δικαστηρίου τον φίλο μας, τον Σωκράτη που ανέφερα πριν, απαγγέλοντας εναντίον του μια ανόσια κατηγορία, την οποία ο ίδιος, από όλους τους ανθρώπους, άξιζε λιγότερο· πράγματι, οι μηνυτές τον κατηγόρησαν για ασέβεια και οι δικαστές τον καταδίκασαν και τον θανάτωσαν, αυτόν τον άνθρωπο που αρνήθηκε να συμμετάσχει στην άδικη σύλληψη ενός από τους τότε διωκόμενους φίλους τους, τον καιρό που και οι ίδιοι ήταν στην εξορία και σε δύσκολη κατάσταση».

§2

Ερμηνεία ‒ κατανόηση

  Στην Έβδομη Επιστολή, που έχει χαρακτήρα ανοικτής Επιστολής και εν πολλοίς αυτοβιογραφίας, ο Πλάτων αφηγείται καίρια στιγμιότυπα από την πορεία της ζωής του, την οποία σχεδίαζε κατά τη νεότητά του να ακολουθήσει αρχικά με ένα συμβατικό τρόπο. Τουτέστι, προτού ακόμη να βρει τον δρόμο προς τη φιλοσοφία, νιώθει μέσα του την τάση να ασχοληθεί με την πολιτική και να ξοδέψει όλη τη ζωτικότητα της ύπαρξής του στην ανάληψη πολιτικών καθηκόντων. Προς τούτο τον ευνοεί και η καταγωγή του από την αθηναϊκή αριστοκρατία. Η πολιτική εμπειρία όμως που αποκόμισε εκείνη την εποχή στην Αθήνα τον απέτρεψε από το να ακολουθήσει την ως άνω τάση ή την παραδοσιακή γραμμή, έτσι όπως την έβλεπε να ανοίγεται εμπρός του δυνάμει της αριστοκρατικής του καταγωγής. Πώς θα μπορούσε να μην αποστραφεί την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα, όταν συγκλονίζεται συθέμελα από την εμπειρία της αδικίας, που διέπραξαν οι κάτοχοι της εξουσίας κατά την περίοδο τόσο των Τριάκοντα όσο και της δημαγωγικής δημοκρατίας. Σε αμφότερες τις περιόδους, η πολιτική αυθαιρεσία ξεσπά στον Σωκράτη, τον τύπο δηλ. φιλοσόφου, που αγωνίζεται να επιτύχει μια ολοκληρωτική αυτονομία σκέψης και συντελεί με το φιλοσοφικό παράδειγμα της ζωής και του θανάτου του να στραφεί οριστικά και αποφασιστικά ο Πλάτων προς τη φιλοσοφία.

    Η στροφή προς τη φιλοσοφία σημαίνει πρωτίστως πραγμάτωση της φιλοσοφίας μέσα από την αναμέτρησή της με την πολιτική. Η θεωρητική βάση μιας τέτοιας αναμέτρησης εστιάζεται στο ερώτημα: γνώμη ή γνώση; Η γνώμη είναι συστατικό στοιχείο των διαφόρων πολιτικών καθεστώτων και πιο πολύ της δημοκρατίας, ενώ η γνώση της φιλοσοφίας. Η πρακτική εκδίπλωση της εν λόγω αναμέτρησης εγκαινιάζεται με τον Σωκράτη και αποκορυφώνεται με τον Πλάτωνα. Ο Σωκράτης αναπτύσσει τη φιλοσοφική του δραστηριότητα με γνώμονα να θέσει υπό τον έλεγχο της θεωρίας την πρακτική ζωή, να μην την αφήσει έρμαιο των παθών της, αλλά να εναρμονίσει τις ενέργειες των ανθρώπων με τον φιλοσοφικό λογισμό μέσω της διδασκαλίας και της ανεξάρτητης σκέψης. Ο κόσμος της αυτονομίας της σκέψης είναι ένας κόσμος ίδι-ος προς τον μεγάλο διαλεκτικό αγώνα του Σωκράτη, που για να κατανοήσουν οι άνθρωποι, ας πούμε οι συμπολίτες του ή και εμείς σήμερα, τι μπορεί να σημαίνει, πρέπει να τον πλησιάσουμε με τον τρόπο που ο ίδιος ο φιλόσοφος νοηματοδοτεί τις πράξεις του. Έτσι, η άρνησή του να υπακούσει στην ολιγαρχική κυβέρνηση των Τριάκοντα, όταν διατάχθηκε να πάει μαζί με άλλους τέσσερις πολίτες να πιάσουν τον Λέοντα από τη Σαλαμίνα, φίλο των εξόριστων δημοκρατικών, υπαγορεύεται από το νόημα, που ο ίδιος ο φιλόσοφος δίνει σε τούτη την πράξη. Ο Σωκράτης κατανοεί την εν λόγω άρνησή του ως άρνηση να πράξει το άδικο και γενικότερα να υποτάξει την Ιδέα του Δικαίου στην ιδεολογία των ολιγαρχικών ή σε άλλες περιπτώσεις στην ιδεολογία των δημοκρατών, των τυράννων κ.λπ.

§3

     Ο φιλόσοφος καλλιεργεί ένα καθολικό, οικουμενικό πνεύμα[1], γι’ αυτό και αρνείται να υποτάξει τον συμπαντικό χαρακτήρα της πολιτικής κοινότητας, της πόλεως, στη στενότητα και στερεοτυπία της πολιτικής ιδεολογίας, που η μόνη της δυνατότητα είναι να διχάζει και όχι να ανοίγεται στον κόσμο, όχι να εισχωρεί στα νοήματα της καθολικότητάς του και να τον εξυψώνει σε ένα ανώτερο επίπεδο βίου και σκέψης. Εξαρχής ήδη, με τον καθημερινό του βίο, επαληθεύει τον ανοικτό διάλογο με ολόκληρη την κοινότητα[2] κατά τέτοιο τρόπο, ώστε διαχρονικά να γίνεται αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της ελεύθερης συνείδησης του ανθρώπου. Σύμφωνα με τον Χέγκελ,

«ο Σωκράτης ανάγει την αλήθεια του αντικειμενικού στη συνείδηση, στη σκέψη του υποκειμένου, ακριβώς όπως είπε ο Πρωταγόρας ότι το αντικειμενικό υπάρχει μόνο μέσω της σχέσης με μας. Αναφορικά προς τον πόλεμο με τους σοφιστές, ο Σωκράτης και ο Πλάτων μπόρεσαν να στηρίξουν τη φιλοσοφική τους δραστηριότητα μόνο στη γενική φιλοσοφική παιδεία της εποχής τους· και αυτή η παιδεία είναι οι σοφιστές. Η αντί-θεσή τους προς τους τελευταίους δεν έχει το νόημα ότι ανήκουν στην παλαιά πίστη και θέλησαν να υπερασπιστούν την κοινωνική ηθική των Ελλήνων, τη θρησκεία και τα παραδοσιακά τους ήθη, για την παραβίαση των οποίων καταδικάστηκαν ο Αναξαγόρας ή ο Πρωταγόρας. Το αντίθετο μάλιστα. Ο αναστοχασμός, η αναγωγή της απόφασης στη συνείδηση είναι για τον Σωκράτη κάτι το κοινό με τους σοφιστές. Αλλά η αληθινή σκέψη σκέπτεται με τέτοιο τρόπο, ώστε το περιεχόμενό της να είναι εξίσου καλά όχι υποκειμενικό αλλά αντικειμενικό· εδώ έγκειται η ελευθερία της συνείδησης: να είναι στον ίδιο τον εαυτό της, την ίδια στιγμή που είναι σε εκείνο, εντός του οποίου υπάρχει· αυτό ακριβώς σημαίνει ελευθερία. Η αρχή συνεπώς του Σωκράτη είναι ότι ο άνθρωπος πρέπει να βρει από τον εαυτό του τον προορισμό του, τον σκοπό του, τον τελικό σκοπό του κόσμου, το αληθινό, εκείνο που υπάρχει καθεαυτό και διεαυτό· πρέπει να φτάσει στην αλήθεια μέσω του ίδιου του εαυτού του. Εδώ πρόκειται για την επιστροφή της συνείδησης στον εαυτό της· επιστροφή, που εξ αντιθέτου είναι προσδιορισμένη ως μια έξοδος από την ιδιαίτερη υποκειμενικότητα της συνείδησης»[3].
-------------------------
[1] Hegel, Werke 18. Suhrkamp, σ . 516
[2] Ό.π., σ. 443.
[3] Ό.π., σσ. 442-443.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1363b-1364a)

[VII] Ἐπεὶ δὲ πολλάκις ὁμολογοῦντες ἄμφω συμφέρειν περὶ τοῦ μᾶλλον ἀμφισβητοῦσιν, ἐφεξῆς ἂν εἴη λεκτέον περὶ τοῦ μείζονος ἀγαθοῦ καὶ τοῦ μᾶλλον συμφέροντος. ἔστω δὴ ὑπερέχον μὲν τὸ τοσοῦτον καὶ ἔτι, ὑπερεχόμενον δὲ τὸ ἐνυπάρχον, καὶ μεῖζον μὲν ἀεὶ καὶ πλεῖον πρὸς ἔλαττον, μέγα δὲ καὶ μικρὸν καὶ πολὺ καὶ ὀλίγον πρὸς τὸ τῶν πολλῶν μέγεθος, καὶ ὑπερέχον μὲν τὸ μέγα, τὸ δὲ μικρὸν ἐλλεῖπον, καὶ πολὺ καὶ ὀλίγον ὡσαύτως.

Ἐπεὶ οὖν ἀγαθὸν λέγομεν τό τε αὐτὸ αὑτοῦ ἕνεκα καὶ μὴ ἄλλου αἱρετόν, καὶ οὗ πάντ᾽ ἐφίεται, καὶ ὃ νοῦν ἂν καὶ φρόνησιν λαβόντα ἕλοιτο, καὶ τὸ ποιητικὸν καὶ τὸ φυλακτικόν, ἢ ᾧ ἕπεται τὰ τοιαῦτα, τὸ δ᾽ οὗ ἕνεκα τὸ τέλος ἐστίν, τέλος δέ ἐστιν οὗ ἕνεκα τὰ ἄλλα, αὐτῷ δὲ ἀγαθὸν τὸ πρὸς αὐτὸν ταῦτα πεπονθός, ἀνάγκη τά γε πλείω τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν ἐλαττόνων, συναριθμουμένου τοῦ ἑνὸς ἢ τῶν ἐλαττόνων, μεῖζον ἀγαθὸν εἶναι· ὑπερέχει γάρ, τὸ δὲ ἐνυπάρχον ὑπερέχεται.

Καὶ ἐὰν τὸ μέγιστον τοῦ μεγίστου ὑπερέχῃ, καὶ αὐτὰ αὐτῶν· καὶ ὅσα αὐτὰ αὐτῶν, καὶ τὸ μέγιστον τοῦ μεγίστου· οἷον εἰ ὁ μέγιστος ἀνὴρ γυναικὸς τῆς μεγίστης μείζων, καὶ ὅλως οἱ ἄνδρες τῶν γυναικῶν μείζους, καὶ εἰ οἱ ἄνδρες ὅλως τῶν γυναικῶν μείζους, καὶ ἀνὴρ ὁ μέγιστος τῆς μεγίστης γυναικὸς μείζων· ἀνάλογον γὰρ ἔχουσιν αἱ ὑπεροχαὶ τῶν γενῶν καὶ τῶν μεγίστων ἐν αὐτοῖς. καὶ ὅταν τόδε μὲν τῷδε ἕπηται, ἐκεῖνο δὲ τούτῳ μή, ἕπηται δὲ ἢ τῷ ἅμα ἢ τῷ ἐφεξῆς ἢ τῇ δυνάμει· ἐνυπάρχει γὰρ ἡ χρῆσις ἡ τοῦ ἑπομένου ἐν τῇ θατέρου. ἕπεται δὲ ἅμα μὲν τῷ ὑγιαίνειν τὸ ζῆν, τούτῳ δὲ ἐκεῖνο οὔ, ὕστερον δὲ τῷ μανθάνειν τὸ ἐπίστασθαι, δυνάμει δὲ τῷ ἱεροσυλεῖν τὸ ἀποστερεῖν· ὁ γὰρ ἱεροσυλήσας κἂν ἀποστερήσειεν.

Καὶ τὰ ὑπερέχοντα τοῦ αὐτοῦ μείζονι μείζω· ἀνάγκη γὰρ ὑπερέχειν καὶ τοῦ μείονι.

Καὶ τὰ μείζονος ἀγαθοῦ ποιητικὰ μείζω· τοῦτο γὰρ ἦν τὸ μείζονος ποιητικῷ εἶναι. καὶ οὗ τὸ ποιητικὸν μεῖζον, ὡσαύτως· εἰ γὰρ τὸ ὑγιεινὸν αἱρετώτερον τοῦ ἡδέος καὶ μεῖζον ἀγαθόν, καὶ ἡ ὑγίεια τῆς ἡδονῆς μείζων. καὶ

[1364a] αἱρετώτερον τὸ καθ᾽ αὑτὸ τοῦ μὴ καθ᾽ αὑτό, οἷον ἰσχὺς ὑγιεινοῦ· τὸ μὲν γὰρ οὐχ αὑτοῦ ἕνεκα, τὸ δὲ αὑτοῦ, ὅπερ ἦν τὸ ἀγαθόν. κἂν ᾖ τὸ μὲν τέλος, τὸ δὲ μὴ τέλος· τὸ μὲν γὰρ ἄλλου ἕνεκα, τὸ δὲ αὑτοῦ, οἷον τὸ γυμνάζεσθαι τοῦ εὖ ἔχειν τὸ σῶμα. καὶ τὸ ἧττον προσδεόμενον θατέρου ἢ ἑτέρων· αὐταρκέστερον γάρ· ἧττον δὲ προσδεῖται τὸ ἐλαττόνων ἢ ῥᾳόνων προσδεόμενον. καὶ ὅταν τόδε μὲν ἄνευ τοῦδε μὴ ᾖ, ἢ μὴ δυνατὸν ᾖ γενέσθαι, θάτερον δὲ ἄνευ τούτου, αὐταρκέστερον δὲ τὸ μὴ δεόμενον, ὥστε φαίνεται μεῖζον ἀγαθόν.

Κἂν ᾖ ἀρχή, τὸ δὲ μὴ ἀρχή, κἂν ᾖ αἴτιον, τὸ δ᾽ οὐκ αἴτιον, διὰ τὸ αὐτό· ἄνευ γὰρ αἰτίου καὶ ἀρχῆς ἀδύνατον εἶναι ἢ γενέσθαι. καὶ δυοῖν ἀρχαῖν τὸ ἀπὸ τῆς μείζονος ἀρχῆς μεῖζον, καὶ δυοῖν αἰτίοιν τὸ ἀπὸ τοῦ μείζονος αἰτίου μεῖζον. καὶ ἀνάπαλιν δὲ δυοῖν ἀρχαῖν ἡ τοῦ μείζονος ἀρχὴ μείζων, καὶ δυοῖν αἰτίοιν τὸ τοῦ μείζονος αἴτιον μεῖζον. δῆλον οὖν ἐκ τῶν εἰρημένων ὅτι ἀμφοτέρως μεῖζον ἔστιν φαίνεσθαι· καὶ γὰρ εἰ ἀρχή, τὸ δὲ μὴ ἀρχή, δόξει μεῖζον εἶναι, καὶ εἰ μὴ ἀρχή, τὸ δὲ ἀρχή· τὸ γὰρ τέλος μεῖζον καὶ οὐκ ἀρχή, ὥσπερ ὁ Λεωδάμας κατηγορῶν ἔφη Καλλιστράτου τὸν βουλεύσαντα τοῦ πράξαντος μᾶλλον ἀδικεῖν· οὐ γὰρ ἂν πραχθῆναι μὴ βουλεύσαντος· πάλιν δὲ καὶ Χαβρίου, τὸν πράξαντα τοῦ βουλεύσαντος· οὐ γὰρ ἂν γενέσθαι, εἰ μὴ ἦν ὁ πράξων· τούτου γὰρ ἕνεκα ἐπιβουλεύειν, ὅπως πράξωσιν. καὶ τὸ σπανιώτερον τοῦ ἀφθόνου, οἷον χρυσὸς σιδήρου, ἀχρηστότερος ὤν· μεῖζον γὰρ ἡ κτῆσις διὰ τὸ χαλεπωτέρα εἶναι. ἄλλον δὲ τρόπον τὸ ἄφθονον τοῦ σπανίου, ὅτι ἡ χρῆσις ὑπερέχει· τὸ γὰρ πολλάκις τοῦ ὀλιγάκις ὑπερέχει, ὅθεν λέγεται,

ἄριστον μὲν ὕδωρ.

Καὶ ὅλως τὸ χαλεπώτερον τοῦ ῥᾴονος· σπανιώτερον γάρ. ἄλλον δὲ τρόπον τὸ ῥᾷον τοῦ χαλεπωτέρου· ἔχει γὰρ ὡς βουλόμεθα.

***
[7] Επειδή πολλές φορές οι άνθρωποι, συζητώντας για δύο πράγματα, συμφωνούν ότι και τα δύο συμφέρουν, διαφωνούν όμως για το ποιό από τα δύο συμφέρει περισσότερο, θα πρέπει να μιλήσουμε στη συνέχεια για το πιο καλό και για το πιο συμφέρον. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι κατιτί υπερέχει από κάτι άλλο, αν είναι όσο εκείνο και κάτι παραπάνω· και, πάλι, ότι κατιτί υπερέχεται από κάτι άλλο, αν ολόκληρο περιέχεται μέσα σ᾽ εκείνο· επίσης ότι το «μεγαλύτερο» και το «περισσότερο» λέγονται συγκριτικά προς το «μικρότερο» («λιγότερο»)· ότι το «μεγάλο» και το «μικρό», το «πολύ» και το «λίγο» λέγονται συγκριτικά προς τον μέσο όρο του μεγέθους των πραγμάτων· «μεγάλο» είναι, τότε, αυτό που υπερέχει και «μικρό» αυτό που παρουσιάζει έλλειψη — το ίδιο και με το «πολύ» και το «λίγο».

Αφού λοιπόν καλό λέμε ότι είναι αυτό που το επιλέγουμε και το προτιμούμε γι᾽ αυτό που είναι το ίδιο και όχι για κάποιο άλλο πράγμα· επίσης αυτό που επιθυμούν και επιδιώκουν όλα τα όντα, καθώς και αυτό που θα το επιθυμούσαν και θα το επιδίωκαν όλα τα όντα αν αποκτούσαν νου και φρόνηση· ακόμη αυτό που παράγει και συντηρεί το καλό, ή αυτό που έχει ως επακόλουθό του καλά πράγματα· αφού αυτό που για χάρη του γίνεται ό,τι γίνεται είναι αυτό που λέμε «τελικός σκοπός», και «τελικός σκοπός» είναι αυτό που για χάρη του γίνονται κάποια άλλα πράγματα· αφού καλό για ένα συγκεκριμένο άτομο είναι ό,τι έχει αυτά τα χαρακτηριστικά ενσχέσει με αυτό το άτομο, υποχρεωτικά ο μεγαλύτερος αριθμός καλών πραγμάτων είναι ένα καλό μεγαλύτερο από το ένα καλό πράγμα ή από τα λίγα, με τον όρο βέβαια ότι το ένα ή τα λίγα αυτά καλά πράγματα συμπεριλαμβάνονται μέσα στον μεγαλύτερο αριθμό· ο λόγος είναι ότι ο μεγαλύτερος αυτός αριθμός υπερέχει, και αυτό που εμπεριέχεται υπερέχεται από αυτόν.

Επίσης: Αν αυτό που είναι το πιο μεγάλο σε μια κατηγορία πραγμάτων υπερέχει από αυτό που είναι το πιο μεγάλο σε μιαν άλλη κατηγορία πραγμάτων, τότε και η πρώτη κατηγορία υπερέχει από τη δεύτερη. Και αντίστροφα: Αν μια κατηγορία πραγμάτων υπερέχει από μιαν άλλη, τότε και το πιο μεγάλο αυτής της κατηγορίας υπερέχει από το πιο μεγάλο της άλλης κατηγορίας. Παράδειγμα: Αν ο μεγαλύτερος άντρας είναι πιο μεγάλος από τη μεγαλύτερη γυναίκα, τότε γενικά οι άντρες είναι μεγαλύτεροι από τις γυναίκες. Και: αν οι άντρες είναι γενικά μεγαλύτεροι από τις γυναίκες, τότε και ο μεγαλύτερος άντρας θα είναι πιο μεγάλος από τη μεγαλύτερη γυναίκα· γιατί η υπεροχή των κατηγοριών και η υπεροχή των μεγαλύτερων μέσα σ᾽ αυτές τις κατηγορίες βρίσκονται σε αναλογική σχέση.

Επίσης: Όταν αυτό εδώ ακολουθεί εκείνο, εκείνο όμως δεν ακολουθεί αυτό εδώ (το «ακολουθεί» με το νόημα: είναι συνέπεια εκείνου είτε ταυτόχρονα είτε στη συνέχεια είτε ως ενδεχόμενο)· γιατί η ωφέλεια από αυτό που ακολουθεί ενυπάρχει μέσα στην ωφέλεια από το άλλο. Έτσι: η ζωή «ακολουθεί» την υγεία ταυτόχρονα, όχι όμως και η υγεία τη ζωή· η γνώση «ακολουθεί» τη μάθηση ως συνέχεια· η κλεψιά «ακολουθεί» την ιεροσυλία ως ενδεχόμενο· γιατί ο ιερόσυλος μπορεί και να κλέψει.

Επίσης: Από δύο πράγματα που υπερέχουν από ένα άλλο, μεγαλύτερο είναι αυτό που υπερέχει περισσότερο, αφού υποχρεωτικά υπερέχει και από το άλλο «μεγαλύτερο».

Τα πράγματα, επίσης, που παράγουν μεγαλύτερο καλό είναι μεγαλύτερα· αυτό εννοούσαμε όταν μιλούσαμε γι᾽ αυτό που παράγει το μεγαλύτερο. Παρόμοια, επίσης, αυτό που το παρήγαγε μεγαλύτερο καλό· γιατί αν αυτό που παράγει υγεία είναι προτιμότερο από αυτό που παράγει ηδονή, και είναι μεγαλύτερο καλό, τότε και η υγεία είναι μεγαλύτερο καλό από την ηδονή.

[1364a] Επίσης αυτό που το προτιμούμε καθεαυτό είναι μεγαλύτερο καλό από αυτό που δεν το προτιμούμε καθεαυτό, π.χ. η σωματική δύναμη παρά αυτό που παράγει υγεία· ο λόγος είναι ότι το δεύτερο δεν το προτιμούμε καθεαυτό, ενώ το πρώτο το προτιμούμε καθεαυτό — και αυτό, βέβαια, λέγαμε ότι είναι το καλό. Επίσης αν ένα πράγμα είναι τελικός σκοπός, ενώ ένα άλλο δεν είναι· γιατί το δεύτερο το επιλέγουμε και το προτιμούμε για χάρη κάποιου άλλου πράγματος, ενώ το πρώτο για χάρη του ίδιου· τις γυμναστικές ασκήσεις π.χ. τις κάνουμε για χάρη της ευεξίας του σώματός μας. Επίσης αυτό που έχει σε μικρότερο βαθμό ανάγκη από τη βοήθεια του άλλου ή άλλων πραγμάτων· γιατί αυτό έχει μεγαλύτερη αυτάρκεια. (Όταν λέμε «έχει σε μικρότερο βαθμό ανάγκη» εννοούμε ότι χρειάζεται λιγότερα πράγματα ή πράγματα πιο εύκολα.) Επίσης: όταν κατιτί δεν υπάρχει ή δεν μπορεί να υπάρξει δίχως κάποιο άλλο, ενώ αυτό το δεύτερο μπορεί να υπάρχει ή να υπάρξει χωρίς το πρώτο· μεγαλύτερη αυτάρκεια έχει βέβαια αυτό που δεν χρειάζεται τίποτε, άρα ολοφάνερα είναι μεγαλύτερο καλό.

Επίσης: Αν ένα πράγμα είναι η πρωταρχή και ένα άλλο δεν είναι· αν ένα πράγμα είναι η αιτία για κάτι και ένα άλλο δεν είναι μια τέτοια αιτία, — για τον ίδιο, βέβαια, λόγο· γιατί χωρίς αιτία και χωρίς μια πρωταρχή τίποτε δεν μπορεί να υπάρχει ή να υπάρξει. Στην περίπτωση, πάλι, που υπάρχουν δύο αρχές, αυτό που προκύπτει από τη μεγαλύτερη αρχή είναι μεγαλύτερο, και αν υπάρχουν δύο αιτίες, αυτό που προκύπτει από τη μεγαλύτερη αιτία είναι μεγαλύτερο· και αντίστροφα: ανάμεσα σε δύο αρχές μεγαλύτερη είναι εκείνη από την οποία προκύπτει το μεγαλύτερο, και αν υπάρχουν δύο αιτίες, μεγαλύτερη είναι εκείνη από την οποία προκύπτει το μεγαλύτερο. Είναι λοιπόν φανερό από αυτά που είπαμε ότι ένα πράγμα μπορεί με δύο τρόπους να φανεί ότι είναι μεγαλύτερο· αν δηλαδή ένα πράγμα είναι μια πρωταρχή και ένα άλλο δεν είναι, το πρώτο θα φανεί πως είναι μεγαλύτερο· επίσης αν το ένα δεν είναι πρωταρχή και το άλλο είναι· γιατί το τέλος είναι μεγαλύτερο και δεν είναι αρχή. Έτσι ο Λεωδάμας κατηγορώντας τον Καλλίστρατο είπε ότι αυτός που έδωσε τη συμβουλή έκανε μεγαλύτερο αδίκημα από αυτόν που την εκτέλεσε, γιατί η πράξη δεν θα είχε γίνει, αν εκείνος δεν είχε δώσει τη συμβουλή· και ανάποδα: όταν κατηγορούσε τον Χαβρία, είπε ότι αυτός που εκτέλεσε την πράξη έκανε μεγαλύτερο αδίκημα από αυτόν που έδωσε τη συμβουλή· γιατί δεν θα υπήρχε πράξη, αν δεν βρισκόταν ο άνθρωπος που θα την έπραττε: στην ουσία τα επίβουλα σχέδια καταστρώνονται, λέει, για να γίνουν πράξη.

Επίσης: Το σπανιότερο είναι μεγαλύτερο καλό σε σύγκριση με αυτό που υπάρχει σε αφθονία, ο χρυσός π.χ. σε σύγκριση με τον σίδηρο, κι ας είναι λιγότερο χρήσιμος: η κτήση του, καθώς είναι δυσκολότερη, είναι μεγαλύτερο καλό. Από μιαν άλλη άποψη το άφθονο είναι μεγαλύτερο καλό από το σπάνιο, επειδή υπερέχει στη χρήση· γιατί το «συχνά» υπερέχει από το «σπάνια»· εξού και ο λόγος,

 Το πιο καλό απ᾽ όλα το νερό.

Γενικά το πιο δύσκολο είναι μεγαλύτερο καλό από το πιο εύκολο — ως πιο σπάνιο. Από μιαν άλλη όμως άποψη το πιο εύκολο είναι μεγαλύτερο καλό από το πιο δύσκολο, επειδή ανταποκρίνεται σ᾽ αυτό που θέλουμε.

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Βάκχαι (370-433)

370 ΧΟ. Ὁσία πότνα θεῶν, [στρ. α]
Ὁσία δ᾽ ἃ κατὰ γᾶν
χρυσέαι πτέρυγι φέρηι,
τάδε Πενθέως ἀίεις;
ἀίεις οὐχ ὁσίαν
375 ὕβριν ἐς τὸν Βρόμιον, τὸν
Σεμέλας, τὸν παρὰ καλλι-
στεφάνοις εὐφροσύναις δαί-
μονα πρῶτον μακάρων; ὃς τάδ᾽ ἔχει,
θιασεύειν τε χοροῖς
380 μετά τ᾽ αὐλοῦ γελάσαι
ἀποπαῦσαί τε μερίμνας,
ὁπόταν βότρυος ἔλθηι
γάνος ἐν δαιτὶ θεῶν, κισ-
σοφόροις δ᾽ ἐν θαλίαις ἀν-
δράσι κρατὴρ ὕπνον ἀμφιβάλληι.
385
ἀχαλίνων στομάτων [ἀντ. α]
ἀνόμου τ᾽ ἀφροσύνας
τὸ τέλος δυστυχία·
ὁ δὲ τᾶς ἡσυχίας
390 βίοτος καὶ τὸ φρονεῖν
ἀσάλευτόν τε μένει καὶ
ξυνέχει δώματα· πόρσω
γὰρ ὅμως αἰθέρα ναίον-
τες ὁρῶσιν τὰ βροτῶν οὐρανίδαι.
395 τὸ σοφὸν δ᾽ οὐ σοφία,
τό τε μὴ θνατὰ φρονεῖν
βραχὺς αἰών· ἐπὶ τούτωι
δὲ τίς ἂν μεγάλα διώκων
τὰ παρόντ᾽ οὐχὶ φέροι; μαι-
400 νομένων οἵδε τρόποι καὶ
κακοβούλων παρ᾽ ἔμοιγε φωτῶν.

ἱκοίμαν ποτὶ Κύπρον, [στρ. β]
νᾶσον τᾶς Ἀφροδίτας,
ἵν᾽ οἱ θελξίφρονες νέμον-
405 ται θνατοῖσιν Ἔρωτες
Πάφον, τὰν ἑκατόστομοι
βαρβάρου ποταμοῦ ῥοαὶ
καρπίζουσιν ἄνομβροι,
οὗ θ᾽ ἁ καλλιστευομένα
410 Πιερία, μούσειος ἕδρα,
σεμνὰ κλειτὺς Ὀλύμπου·
ἐκεῖσ᾽ ἄγε με, Βρόμιε Βρόμιε,
πρόβακχ᾽ εὔιε δαῖμον.
415 ἐκεῖ Χάριτες, ἐκεῖ δὲ Πόθος, ἐκεῖ δὲ βάκ-
χαις θέμις ὀργιάζειν.

ὁ δαίμων ὁ Διὸς παῖς [ἀντ. β]
χαίρει μὲν θαλίαισιν,
φιλεῖ δ᾽ ὀλβοδότειραν Εἰ-
420 ρήναν, κουροτρόφον θεάν.
ἴσαν δ᾽ ἔς τε τὸν ὄλβιον
τόν τε χείρονα δῶκ᾽ ἔχειν
οἴνου τέρψιν ἄλυπον·
μισεῖ δ᾽ ὧι μὴ ταῦτα μέλει,
425 κατὰ φάος νύκτας τε φίλας
εὐαίωνα διαζῆν,
†σοφὰν δ᾽ ἀπέχειν πραπίδα φρένα τε
περισσῶν παρὰ φωτῶν†.
430 τὸ πλῆθος ὅτι τὸ φαυλότερον ἐνόμισε χρῆ-
ταί τε, τόδ᾽ ἂν δεχοίμαν.

***
ΧΟΡΟΣ
370 Οσιότητα, δέσποινα των ουρανών,
Οσιότητα, που φέρνεις τα χρυσά φτερά σου πάνω στη γη,
άκουσες τί είπε ο Πενθέας;
375 Άκουσες την ανόσια ύβρη για τον Διόνυσο, τον γιο της Σεμέλης,
τον θεό τον πρώτο στις καλλιστέφανες γιορτές;
Εκείνος είναι που ορίζει
380 να δένεσαι στο χορό με το θίασο,
να γελάς όταν παίζει ο αυλός
και οι πίκρες να σβήνουν,
όταν έρχεται λαμπερό κρασί στα δείπνα των θεών
385 και ο κρατήρας,
σε γιορτές που τις στέφει ο κισσός,
βυθίζει στον ύπνο τους άντρες.

Αχαλίνωτα στόματα,
άνομη αφροσύνη,
το τέλος δυστυχία.
390 Ο ήσυχος βίος και η φρόνηση
ασάλευτα μένουν και στηρίζουν τα σπίτια.
Μακριά ζουν στον αιθέρα,
όμως βλέπουν οι ουράνιοι
όσα πράττει ο θνητός.
395 Το σοφόν δεν είναι σοφία.
Αν στοχάζεσαι υπέρ άνθρωπον,
βραχύς ο βίος.
Όποιος κυνηγά τα μεγάλα
χάνει τα καθημερνά.
400 Αυτοί, θαρρώ, είναι τρόποι ανθρώπων
μαινομένων και αστόχαστων.

Ας γινόταν να έφτανα στην Κύπρο,
τη γη της Αφροδίτης,
όπου πλανώνται οι έρωτες,
405 που μαγεύουν τις καρδιές των θνητών.
Στην Πάφο,
που την καρπίζουν, χωρίς βροχή,
του ξένου ποταμού οι εκατόστομες ροές.
Και κει που απλώνεται η θεσπέσια Πιερία,
410 ο τόπος των Μουσών, η σεπτή πλαγιά του Ολύμπου.
Εκεί οδήγησέ με, Διόνυσε Διόνυσε,
κορυφαίε των χορών μου και θεέ των ευάν.
Εκεί ζουν οι Χάριτες,
415 εκεί ο Πόθος.
Εκεί και οι βάκχες ελεύθερες
να τελούν τα όργια.

Ο θεός, ο υιός του Διός,
χαίρεται τις γιορτές.
Αγαπάει την Ειρήνη,
420 τη θεά που χαρίζει τον πλούτο και τρέφει τους άντρες.
Ίση σε πλούσιο και φτωχό
έδωσε την τέρψη του οίνου
που διώχνει τη λύπη.
Και μισεί αυτόν που δε νοιάζεται
425 μέσα στο φως και τις γλυκιές τις νύχτες
ευλογημένη ζωή να περνά ως τα τέλη
και με φρόνηση
νου και καρδιά μακριά να κρατάει
από ανθρώπους υπέρσοφους.
430 Ό,τι ο λαός ο απλός σεβάστηκε
και το πιστεύει
να το δεχθώ.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΤΙΘΩΝΟΣ

ΤΙΘΩΝΟΣ
(έντομο, τζιτζίκι)
 
Κι απ' του λεβέντη Τιθωνού την αγκαλιά η Αυγούλα
σηκώνουνταν να φέρει φως σ' όλους, θεούς κι ανθρώπους.
(Όμ., Οδ. ε 1-2)
 
Του γέρου αφήνει Τιθωνού το πλάγ΄ η χρυσωμένη
Ηώς να φέρει των θεών το φως και των ανθρώπων·
(Όμ., Ιλ. Λ 1-2)
 
Ο Απολλόδωρος παραδίδει και τις δύο εκδοχές για τον Τιθωνό και τη σχέση του με την Ηώ, και μάλιστα στο ίδιο βιβλίο (3.12.3 και 3.14.3). Σύμφωνα λοιπόν με τη μία εκδοχή ο Τιθωνός ήταν γιος της Ηώς και του Αθηναίου Κέφαλου, γιου του Ερμή και της Έρσης.
 
Η πιο διαδεδομένη εκδοχή εντάσσει τον Τιθωνό στον Τρωικό κύκλο και τον θεωρεί γιο του Λαομέδοντα και της Στρυμώς, κόρης του θεού ποταμού, ή της Πλακίας, κόρης του Οτρέα, ή της Λευκίππης. Η ωραιότητα του νέου εμφύσησε στην καρδιά της Ηώς έρωτα, γι' αυτό τον άρπαξε και τον έφερε στην Αιθιοπία· εκεί έσμιξε μαζί του και του γέννησε παιδιά, τον Ημαθίωνα και τον Μέμνονα.
 
Ερωτευμένη πολύ με τον Τιθωνό, η Ηώ ζήτησε από τον Δία να κάνει τον Τιθωνό αθάνατο, ξέχασε όμως να ζητήσει για εκείνον και την αιώνια νιότη. Με τα χρόνια ο Τιθωνός ζάρωσε και συρρικνώθηκε τόσο που αναγκάστηκαν να τον βάλουν μέσα σε καλάθι από ιτιά, όπως έκαμναν με τα παιδιά. Στο τέλος, η ίδια η Ηώ τον μεταμόρφωσε σε τζιτζίκι.

Να μαθαίνεις στους νέους τη ζωή και να τους ξεμαθαίνεις τις δεισιδαιμονίες

Αυτά είναι δουλειές και καμώματα για τους Βουσμάνους φίλε. Αυτά και τα άλλα συναφή τους. Βασκανίες, ξεματιάσματα, αστρολογία, τσαρλατανιά και λωποδύτες.
 
Ευχές και κατάρες, θεοί, διαβόλοι, αγγέλοι και φαντάσματα. Τελώνια τούλπες και δαιμονικά, το χερικό και το ποδαρικό, η μυρωδιά, το θυμίαμα και το λιβάνι. Λιτανείες για την ανεβροχιά, σταυροκοπήματα και μετάνοιες, φυλαχτά γκόλφια, κόκαλα χάντρες νυχτερίδες κα το τετράφυλλο τριφύλλι.
 
Τέτοιας λογής είναι ο φέροντας σκελετός της πνευματικής οργάνωσης των παιδιών μας. Τα πέλματα και τα πέδιλα, οι κολόνες, τα συνάζια και οι δοκοί συνδέσεως της ζωής τους είναι οι δεισιδαιμονίες και οι προλήψεις.

Αγωνιζόμαστε να αφαιρέσουμε τη φύση μέσα από το παιδί, και την ανταλλάζουμε με την άρρωστη γνώμη μας.

Και δόστου οι παπάδες με τα θυμιατά στις γωνίες των κοιμητηρίων. Για να βουτάνε τα όβολα των πονεμένων. Σαν το φίδι κοιτάνε πώς να μαγνητίσουν το θύμα. Ασε πια όταν τύχει να τους ιδείς να πιάνονται σε πρόστυχο καβγά για τον πελάτη. Χάρμα.

Και βέβαια ημπορεί να εννοήσει κανείς τη λυσσαλέα τους αντίδραση, όταν χρόνια τώρα ζητούμε να καθιερωθεί και στην Ελλάδα το αποτεφρωτήριο και η προαιρετική καύση των νεκρών. Όπως είναι σε όλες τις φτασμένες χώρες.

Και δόστου οι αγύρτες με τα ωροσκόπια και τους ζωδιακούς σε εφημερίδες και περιοδικά και τελεβίζια.

Βλέπεις κάτι χοντρές κυρίες, που σαν αρχίσουν να σου μιλούν για τον Στάχυ της Παρθένου και για τις επιρροές του Αιγόκερου με τα κέρατα στα ερωτικά σου βουβαίνουν τον Πεντζίας και τον Ουίλσον (οι αστροφυσικοί Penzias και Wilson to 1963 παρατήρησαν την ακτινοβολία μικροκυμάτων 3Κ που γεμίζει το σύμπαν.

Είναι καθώς υποθέτουν ισχυρά το κατάλοιπο από τη θερμοκρασία της μεγάλης έκρηξης (big bang) που ήταν άπειρη τη στιγμή της πρώτης αρχής, πριν 15 δισεκατομμύρια χρόνια).

Στο άψε σβήσε σου μετρούν την απόσταση από τη Γη ως το νέφος του Μαγγελάνου. Τα έτη φωτός και τα πάρσεκ, και τα μεγαπάρσεκ και τον ηλιακό άνεμο και τις ηλιακές κηλίδες και το ηλιακό στέμμα τα παίζουν στα δάχτυλα πεντόβολα...

Και δόστου το τροπάρι για την καλή ψυχή και τα καλά στερνά.

Να γίνεις δίκαιος και να γίνεις καλός για τους άλλους. Να πηγαίνεις το δείλι στο παρεθύρι, και να διαβάζεις τη Θεία Γραφή και τη Χαλιμά, που έλεγε της θυγατρός της η Γυναίκα της Ζάκυθος.

Εσύ ν΄αγιάσεις. Και να μην προσέχεις που οι άλλοι είναι λύκοι έτοιμοι να σε φάνε.

Και προπάντος αυτό: τα μάτια σου τέσσερα για τον Ουρανό και τη Βασιλεία του…
 
Δυο εντολές

Αυτές είναι οι δύο εντολές που πάνω τους κρέμουνται οι νόμοι και οι προφητείες της παιδείας. Να χτίζεις στο μάρμαρο της γνώσης και να γκρεμίζεις την αχεροπληθιά της πρόληψης.

Σωστή παιδεία θα ειπεί να μαθαίνεις στους νέους τη ζωή και να τους ξεμαθαίνεις τις δεισιδαιμονίες που από νήπια τους περνάει μια παράδοση άρρωστη μέσα από την οικογένεια, την κοινωνία, την πολιτεία, την εκκλησία, τα μέσα ενημέρωσης, και τους άλλους παράγοντες της αγωγής.

Το ένα λοιπόν είναι να ριζώσουμε το νέο στη ζωή, Το άλλο να ξεριζώσουμε από μέσα του την ψευτιά.
 
Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά

Μη μεγαλώσετε έναν ακόμη άνθρωπο που δεν κατάφερε να ζήσει για τον εαυτό του

Μπαλαρίνες που χάθηκαν σε αποτυχημένες πιρουέτες. Γιατροί που ξέμειναν με την ασπιρίνη, πικρή στο στόμα. Δικηγόροι που επιχειρηματολογούν μοναχικά χωρίς αντίλογο. Επιστήμονες που η τύχη τους έριξε στο γκισέ μιας γραμματείας. Καθηγητές που δεν δίδαξαν ποτέ κανέναν: Πόσοι από αυτούς τους φιλόδοξους επαγγελματίες -που η πορεία τους έστειλε αλλού- δεν είμαστε γονείς που αποφασίσαμε να επενδύσουμε στα παιδιά μας, χτίζοντας το μέλλον τους; Πόσοι από εμάς δεν επιθυμούμε να ζήσουμε το δικό μας χαμένο όνειρο μέσα από τα παιδιά μας;

ΔιαβάζουΜΕ την προπαίδεια. ΓράφουΜΕ διαγώνισμα ιστορία. ΧάσαΜΕ στον αγώνα του ποδοσφαίρου. Πρόκειται για ένα πρώτο πληθυντικό που δεν είναι μεγαλοπρεπείας, αλλά ένας πληθυντικός εγωισμού και προσωπικών φιλοδοξιών που γεμίζει μέσα από τις λέξεις τις ελπίδες μας.


Όταν ονειρεύεσαι το μέλλον κάποιου χωρίς αυτόν τον «κάποιο», ουσιαστικά ζεις το δικό σου όνειρο, με τον άμεσα ενδιαφερόμενο απλό θεατή που άγεται και φέρεται από ένα σενάριο γραμμένο από άλλον.

Όλοι εμείς, ωραίοι ως Έλληνες, λατρεύουμε τα παιδιά μας. Κάνουμε θυσίες, όπως και άλλοι γονείς, σε άλλες χώρες. Παλεύουμε γι’ αυτά. Το θέμα είναι κατά πόσο όλη αυτή η συναισθηματική επένδυση και η δανεική φιλοδοξία είναι ουσιαστική.

Πόσα παιδιά ονειρεύτηκαν να γίνουν μουσικοί και ο δρόμος που χάραξαν οι γονείς τους τούς έφεραν σε πανεπιστήμια και σπουδές άλλης κατεύθυνσης, πιο «επιστημονικής»; Πόσοι από εμάς δεν ονειρευτήκαμε κάποτε το σανίδι ενός θεάτρου και μας ξύπνησαν από αυτό το όνειρο με φροντιστήρια και διάβασμα; Πόσα παιδιά δεν θέλησαν να ζήσουν με ένα πινέλο και ένα καμβά στο χέρι σκορπώντας πινελιές από το ταλέντο τους και βρέθηκαν να διαβάζουν οικονομικά μίκρο, μάκρο;

Όλα αυτά τα δανεικά φτιαχτά όνειρα γίνονται μόνο από αγάπη. Αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς. Γίνονται αναμφίβολα στο όνομα του καλού των παιδιών μας. Επειδή εμείς «ξέρουμε» το καλό τους. Γιατί είναι παιδιά και δεν ξέρουν.


Θέλει δύναμη. Θέλει αγάπη. Θέλει αυταπάρνηση, να αποφασίσεις να αγνοήσεις ένα μέλλον που θέλεις για εκείνο και να το σπρώξεις προς μια ζωή που εκείνο ονειρεύεται. Δύναμη να αντέξεις ότι επιλέγει κάτι δύσκολο που, όμως, του αρέσει. Αγάπη να αποδεχθείς ότι διαλέγει άλλο δρόμο γιατί εκεί το πάει το όποιο ταλέντο. Αυταπάρνηση να βγεις από τα δικά σου γκρεμισμένα όνειρα και να μπεις στα δικά του, θερμός υποστηρικτής και αρωγός.

Και όταν μας παρασύρει η δίνη μιας ψευδαίσθησης ότι εκείνο επιλέγει, ενώ ξέρουμε ότι εκείνο μόνο ακολουθεί, πρέπει να δούμε την αλήθεια και να ακούσουμε τι λέει. Να μην κωφεύουμε στο «δεν μ΄ αρέσει», να μη γυρνάμε το βλέμμα αλλού στο «δεν μπορώ».

Τα παιδιά είναι σαν τα δέντρα. Πρέπει να τους δίνουμε ρίζες να πατάνε γερά και νερό φροντίδας να μεγαλώνουν και να απλώνουν τα κλαδιά τους εκεί που επιθυμούν περισσότερο. Να δίνουν τους καρπούς τους σ’ ό,τι αγαπάνε. Είμαστε γονείς-γεωργοί που φροντίζουμε να διώξουμε ζιζάνια, να δροσίσουμε ξηρασίες. Σε καμία όμως περίπτωση δεν είμαστε γενετιστές που θα δημιουργήσουν μεταλλαγμένα υβρίδια ενός χαμένου δικού μας δρόμου.

Ας αφήσουμε τα παιδιά να αναπτυχθούν χωρίς να μεταφέρουν στην πλάτη τους και έναν άλλο άνθρωπο που δεν κατάφερε να ζήσει για τον εαυτό του.

Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει… αλλά το ρολόι το κρατάμε εμείς

Συνηθίζουμε να λέμε πως κάθε γεγονός που βιώνουμε αφήνει και το σημάδι του σαν ένα αποτύπωμα στο χάρτη της ζωής μας. Και ενώ με ευκολία ξεχνάμε κάποια γεγονότα κάποια άλλα μένουν ανεξίτηλα λες και γράφτηκαν από τη γραφίδα της ζωής σε μέρος της καρδιάς που το σκοτάδι διατήρησε αναλλοίωτα την καταγραφή της μέρας, της ώρας, του λεπτού … Εκεί στο σκοτεινό αυτό μέρος της καρδιάς, στο βασίλειο του πόνου, ο χρόνος είναι ταυτόσημος του συναισθήματός μας και ο ήλιος δύσκολα τρυπώνει για να σβήσει τα σημάδια της γραφίδας ζεσταίνοντας παράλληλα και τον πόνο, παρά μόνο αν ένα δυνατότερο συναίσθημα σαν την αγάπη πλησιάσει δειλά, αυθαίρετα και απαλά σαν ήμερο χάδι αγκαλιάζοντας την ύπαρξή μας, διαπερνώντας και διαλύοντας σα ντόμινο όλα τα στρώματα του φυσικού μας σώματος φτάνοντας μέχρι τη σκοτεινή πλευρά των πνευματικών μας ορίων με το θεραπευτικό άγγιγμά της. Κι έρχεται τόσο απαλά και τόσο διακριτικά και λυτρωτικά σαν ένα ευχάριστο θαλασσινό αεράκι στο ηλιοκαμένο δέρμα μας.

Όταν η αλλαγή είναι το σύνθημα της εποχής και νοιώθεις τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά πως όλα αλλάζουν η στασιμότητα αποτελεί το μόνο εμπόδιο που οι ίδιοι βάζουμε στη ζωή μας με το παράδοξο της σκέψης πως η ζωή μας ακινητοποιεί στη στιγμή του πόνου.

Οι δουλειές αλλάζουν χέρια πολύ εύκολα ή χάνονται, οι σχέσεις τροποποιούνται ή πεθαίνουν, το περιβάλλον όπου ζούμε αλλάζει ή καταστρέφεται και όλα παίρνουν τη μορφή της συνεχούς και επιτακτικής ανάγκης για συμπόρευση με την αλλαγή. Εδώ όμως τίθεται και το δίλημμα των περισσότερων. Ακολουθώ τις αλλαγές ή τις ορίζω; Έχω τη δύναμη της αλλαγής; ‘Εχω τη δύναμη της μαραθώνιας προσπάθειας που απαιτείται;

Και αν είμαστε ακόμη στο στάδιο της σκέψης, τότε ας αναλογιστούμε τι πονάει περισσότερο:

Είναι η κατάσταση του πόνου που βιώνουμε από τη θέση του παθητικού ουραγού των αλλαγών που η ζωή επιφέρει δυσκολότερη από την προσπάθεια ν΄ αγωνιστούμε για να επιφέρουμε τις αλλαγές που επιθυμούμε; Τι μας πονάει περισσότερο λοιπόν; Να υπομένουμε παθητικά μία κατάσταση ή να προσπαθήσουμε να την αλλάξουμε;

Όταν η ζυγαριά κλίνει προς μία πλευρά τότε έχουμε απόλυτη επίγνωση της άμεσης ή όχι ανάγκης για αλλαγή της κατάστασης. Είτε επιλέγω το γνώριμο περιβάλλον του πόνου και μένω σε αυτό με το φόβο της αλλαγής είτε επιλέγω την αλλαγή επιλέγοντας παράλληλα ζωή.

Πολλές φορές η ζωή φέρνει με τη μορφή του πόνου τα δώρα της αλλαγής. Μία κατάσταση που είναι στάσιμη και δεν εξυπηρετεί το σκοπό μας αναπόφευκτα θα αλλάξει είτε από εμάς συνειδητά είτε από την ίδια τη ζωή ερήμην μας.

Έτσι η απρόσμενη αλλαγή στη δουλειά, στη σχέση, στα οικονομικά αλλά και σε άλλους τομείς της ζωής μας ορίζει την ανάγκη της δράσης προς μία κατεύθυνση και την ανάληψη άμεσης πρωτοβουλίας. Και ενώ όλα φαίνονται δύσκολα και απροσπέλαστα ο χρόνος έρχεται να γεμίσει με συναίσθημα τις ατελείωτες ώρες των σκέψεων και να μας βάλει σε στάση προσοχής προς τον εαυτό μας. Γιατί ο χρόνος είναι συναίσθημα αφού ορίζεται μέσα από αυτό. Ορίζεται από την αγωνία, τη λύπη, τη χαρά, την προσμονή.

Όταν λοιπόν σχετίζεται συγκεκριμένα με την απώλεια ο χρόνος βιώνεται μέσα από συναισθήματα:

• άρνησης
• θυμού,
• διαπραγμάτευσης,
• θλίψης και
• αποδοχής.

Η αλήθεια είναι πως η απώλεια είναι το πιο οδυνηρό μάθημα γι αυτό και το πιο σημαντικό για την εξέλιξή μας. Ως βιωματική εμπειρία μπορεί να προσφέρει μία μοναδική πηγή γνώσης της ζωής και βαθύτερης αυτογνωσίας. Ο πόνος ως πυξίδα που δείχνει που βρίσκεται ο στόχος μας παρουσιάζει παράλληλα το στάδιο που διανύουμε. Ορίζει κάθε φορά την αξία της ζωής αλλά και του εαυτού μας. Προσδιορίζει με ουσιαστικό τρόπο την αξία του χρόνου και του ανθρώπου στη θέση του οδηγού της μηχανής του χρόνου.

Αρνούμαστε να δεχτούμε το γεγονός που συμβαίνει και πολλές φορές μένουμε για χρόνια κολλημένοι σε γεγονότα του παρελθόντος μη μπορώντας να τα ξεπεράσουμε. Ο χρόνος όμως που θα αφιερώσουμε στην άρνηση του γεγονότος μας καθυστερεί από την έκφραση θυμού που αποσυμφορίζει αρχικά την εσωτερική μας κατάσταση, που πολλές φορές δε θεωρούμε δίκαιη και δονούμαστε αρνητικά για μεγάλο ή μικρό χρονικό διάστημα μέχρι να το ξεπεράσουμε για να προχωρήσουμε στο στάδιο της διαπραγμάτευσης, όπου οι πιθανές λύσεις που θα μπορούσαμε να είχαμε δει και δεν προσέξαμε ή αμελήσαμε φαίνεται να απορροφούν το χρόνο μας και προχωρώντας βλέπουμε την κατάσταση πια συνειδητά και λυπούμαστε βαθιά, εκφράζουμε τη θλίψη μας και αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε τι χάσαμε και σταδιακά με πολύ μεγάλη προσπάθεια να ισορροπήσουμε μεταξύ της λύπης και της κατάθλιψης οδηγούμαστε στην αποδοχή και τελικά στη λύτρωση. Εϊναι το στάδιο που απελευθερώνουμε και απελευθερωνόμαστε αποδεχόμενοι πλήρως την κατάσταση.

Ο χρόνος δεν είναι απλά μονάδα μέτρησης… είναι μονάδας συναισθηματικής αναμέτρησης με τον εαυτό μας.

FRIEDRICH NIETZSCHE: Υπάρχει στον κόσμο ένας και μόνο δρόμος που κανένας άλλος δεν μπορεί να διαβεί εκτός από εσένα. Πού οδηγεί; Μη ρωτάς, ακολούθησέ τον

Ακόμα όμως κι αν το μέλλον δεν μας επέτρεπε να ελπίζουμε σε τίποτε, είναι η αλλόκοτη ύπαρξή μας σ’ αυτό ακριβώς το τώρα που, περισσότερο από κάθε τι άλλο, μας ενθαρρύνει να ζήσουμε σύμφωνα με δικά μας μέτρα και δικούς μας νόμους· εκείνο δηλαδή το ανεξήγητο γεγονός ότι ζούμε ακριβώς σήμερα, μολονότι θα μπορούσαμε να γεννηθούμε οποιαδήποτε άλλη στιγμή μέσα στον άπειρο χρόνο, το γεγονός ότι δεν κατέχουμε τίποτε άλλο παρά ένα βραχύ σήμερα και οφείλουμε εντός αυτού να δείξουμε για ποιον λόγο και σκοπό γεννηθήκαμε τώρα και όχι κάποια άλλη στιγμή.

Πρέπει για την ύπαρξή μας να λογοδοτούμε ενώπιον του ίδιου μας του εαυτού· συνεπώς, θέλουμε να αποτελέσουμε και τους πραγματικούς πηδαλιούχους της ύπαρξης αυτής και να μην επιτρέψουμε να καταστεί τούτη όμοια με τυφλή σύμπτωση. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε την ύπαρξή μας κάπως πιο τολμηρά και πιο ριψοκίνδυνα, αφού άλλωστε είναι σίγουρο πως, σε κάθε περίπτωση, εμείς πάντα θα τη χάνουμε.

Γιατί να προσκολλόμαστε σε τούτο το κομμάτι γης, σ’ εκείνο το επάγγελμα; Γιατί να αφουγκραζόμαστε αυτό που λέει ο πλησίον;

Είναι τόσο μικροαστικό να δεσμεύεσαι από απόψεις που μόλις διακόσια μίλια μακριά δεν είναι πια δεσμευτικές. Η Ανατολή και η Δύση είναι γραμμές που κάποιος χάραξε μπροστά στα μάτια μας με κιμωλία για να περιγελάσει τη λιποψυχία μας.

“Θα κάνω μια προσπάθεια να αποκτήσω την ελευθερία μου”, μονολογεί η νεανική ψυχή· και σε τούτο πρόκειται να την εμποδίσει το γεγονός ότι δύο έθνη τυχαίνει να μισούνται και να πολεμούν μεταξύ τους ή το ότι μία θάλασσα χωρίζει δύο ηπείρους ή το ότι γύρω της διδάσκεται μια θρησκεία που όμως πριν μερικές χιλιάδες χρόνια πριν δεν υφίστατο. “Δεν είσαι εσύ όλ’ αυτά”, λέει στον εαυτό της. “Κανένας δεν μπορεί να χτίσει για σένα τη γέφυρα στην οποία πρέπει εσύ ακριβώς να βαδίσεις για να περάσεις πάνω από το ποτάμι της ζωής· κανένας εκτός από σένα και μόνο. Υπάρχουν βέβαια αμέτρητα μονοπάτια και γέφυρες και ημίθεοι που θέλουν να σε μεταφέρουν στην απέναντι όχθη, τούτο όμως μόνο με αντίτιμο εσένα τον ίδιο· τον εαυτό σου θα έβαζες ενέχυρο και θα τον έχανες. “Υπάρχει στον κόσμο ένας και μόνο δρόμος που κανένας άλλος δεν μπορεί να διαβεί εκτός από εσένα. Πού οδηγεί; Μη ρωτάς, ακολούθησέ τον”.

Ποιος ήταν αυτός που είπε τη ρήση: “Ένας άνθρωπος δεν ανεβαίνει ποτέ ψηλότερα απ’ όσο όταν δεν ξέρει που ακόμη μπορεί να οδηγήσει ο δρόμος του”.

Πώς όμως θα ξαναβρούμε τον εαυτό μας; Πώς μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τον εαυτό του; Αυτός είναι πράγμα σκοτεινό και συγκαλυμμένο· κι αν ο λαγός έχει επτά δέρματα, ο άνθρωπος μπορεί να γδάρει τον εαυτό του επτά επί εβδομήντα φορές και πάλι να μην μπορεί να πει: “Αυτό λοιπόν είσαι πραγματικά, αυτό πλέον δεν έχει περικάλυμμα”.

Επιπλέον, είναι βασανιστικό, επικίνδυνο εγχείρημα το να ανασκάπτει κανείς τον εαυτό του κατά τέτοιον τρόπο και να εκβιάζει την κατάβασή του στα έγκατα της ουσίας του από την πιο κοντινή διαδρομή.

Πόσο εύκολα μπορεί κανείς έτσι να τραυματιστεί τόσο ώστε κανένας γιατρός να μην μπορεί να τον θεραπεύσει! Και πέραν τούτου, γιατί να είναι αναγκαίο κάτι τέτοιο τη στιγμή που όλα αποτελούν μαρτυρίες για την ουσία μας: οι φιλίες και οι έχθρες μας, το βλέμμα και η χειραψία μας και ό,τι ξεχνάμε, τα βιβλία μας και ο γραφικός μας χαρακτήρας;

Για την διεξαγωγή όμως της πλέον σημαντικής ανάκρισης, υπάρχει το εξής μέσο: να στρέψει η νεανική ψυχή το βλέμμα της πίσω και να κοιτάξει τη ζωή της με το ερώτημα: “Τι αγάπησες στ’ αλήθεια μέχρι τώρα, τι εξύψωσε την ψυχή σου, τι την κυρίευσε και συγχρόνως την αγαλλίασε; Βάλε τα λατρευτά αυτά αντικείμενα σε μια σειρά μπροστά σου και τούτα ίσως σου αποκαλύψουν, μέσω της φύσης τους και της σειράς τους, έναν νόμο, τον θεμελιώδη νόμο του αληθινού σου εαυτού. Σύγκρινε τούτα τα αντικείμενα, δες πώς το ένα συμπληρώνει το άλλο, το διευρύνει, το υπερβαίνει, το λαμπρύνει, πώς όλα αυτά μαζί σχηματίζουν μια σκάλα με την οποία εσύ σκαρφάλωνες μέχρι τώρα στον εαυτό σου· διότι η αληθινή ουσία σου δεν βρίσκεται βαθιά κρυμμένη μέσα σου, αλλά σε απροσμέτρητο ύψος πάνω από σένα ή, τουλάχιστον, πάνω απ’ αυτό που συνήθως εκλαμβάνεις ως το Εγώ σου.

“Οι αληθινοί παιδαγωγοί και διαμορφωτές σου σού αποκαλύπτουν ότι το αληθινό πρωταρχικό νόημα και το θεμελιώδες υλικό της ουσίας σου είναι κάτι εντελώς ανεπίδεκτο διαπαιδαγώγησης και διαμόρφωσης και οπωσδήποτε κάτι το δέσμιο, δυσπρόσιτο και παραλυμένο· οι παιδαγωγοί σου δεν μπορούν να είναι παρά μόνον ελευθερωτές σου. Κι αυτό είναι το μυστικό όλης της παιδείας: δεν παρέχει τεχνητά μέλη, κέρινες μύτες, διοπτροφόρα μάτια· απεναντίας, εκείνο που δεν θα κατόρθωνε να προσφέρει παρά μόνο τέτοια χαρίσματα θα ήταν απλώς το κακέκτυπο της διαπαιδαγώγησης. Η παιδεία είναι, αντιθέτως, απελευθέρωση, απομάκρυνση όλων των ζιζανίων, των σωρών από μπάζα, των σκουληκιών που θέλουν να βλάψουν τα τρυφερά βλαστάρια των φυτών, εκπομπή φωτός και θερμότητας, τρυφερό βουητό νυχτερινής βροχής· είναι μίμηση και λατρεία της φύσης εκεί όπου η φύση εμφανίζει μητρική κι ευσπλαχνική διάθεση, είναι τελείωση της φύσης όταν αποτρέπει τις φρικτές και ανελέητες επιθέσεις αυτής και τις μετατρέπει σε κάτι καλό, όταν καλύπτει μ’ ένα πέπλο τις εκδηλώσεις των άστοργων διαθέσεων αυτής και της θλιβερής της αφροσύνης”.

Θα υπάρχουν σίγουρα και άλλα μέσα για να βρει κανείς τον εαυτό του, για να βγει από τον λήθαργο μέσα στον οποίο πλανιέται συνήθως σαν σε θολό σύννεφο και να έλθει στον εαυτό του· εγώ όμως δεν ξέρω κανένα καλύτερο από το να αναλογίζεται κανείς τους παιδαγωγούς και τους διαμορφωτές του. Έτσι λοιπόν, σήμερα θα τιμήσω τη μνήμη του μόνου δάσκαλου και αυστηρότατου παιδαγωγού για τον οποίο μπορώ να καυχιέμαι: του Άρθουρ Σοπεγχάουερ [Arthur Schopenhauer] – προκειμένου αργότερα να τιμήσω τη μνήμη και άλλων.

Friedrich Nietzsche

Ξαναβρείτε τον δρόμο σας

Η μεγάλη κλοπή της ταυτότητάς σας ξεκίνησε λίγο μετά την άφιξή σας στη Γη. Οι γονείς, οι δάσκαλοι, τα αδέλφια σας, οι ιερείς και άλλες φιγούρες εξουσίας σας είπαν πως είστε απρεπείς, ασήμαντοι, άσχημοι, ανόητοι, ανάξιοι και αμαρτωλοί, πως ο κόσμος είναι μια επικίνδυνη ζούγκλα και ο κίνδυνος ελλοχεύει σε κάθε γωνιά. Με τον καιρό αρχίσατε να πιστεύετε αυτά τα απαίσια ψέματα, μέχρι που έφτασε η ημέρα που ξεχάσατε την εσωτερική σας ομορφιά, δύναμη, αθωότητα και ασφάλεια. Στο τέλος, υιοθετήσατε μια ταυτότητα αντιφατική ως προς την θεϊκή σας φύση και ζείτε έκτοτε, σαν να είστε κάποιος άλλος.  

 Υπάρχει μια ιστορία, όπου κάποιοι απαγάγουν μια πριγκιποπούλα, η οποία τελικά μεγαλώνει ανάμεσα στους ψαράδες. Μεγάλωσε μέσα στα ψάρια και έμαθε να ζει στις κακουχίες. Μετά από πολλά χρόνια, ένας από τούς υπηρέτες του βασιλιά βρήκε την πριγκίπισσα και την έφερε πίσω στο παλάτι. Οι γονείς της την καλωσόρισαν με χαρά και την οδήγησαν στο βασιλικό της δωμάτιο, που είχε ένα μαλακό κρεβάτι, μεταξένια σεντόνια, πολύχρωμα λουλούδια, αρώματα. Το πρώτο της βράδυ η πριγκίπισσα στριφογύριζε συνεχώς στο κρεβάτι της. «Πάρτε με από εδώ» φώναζε. «Θέλω να πάω στο σπίτι μου». Αυτό που δεν είχε καταλάβει η πριγκίπισσα είναι πως βρισκόταν ήδη στο σπίτι της. Η βασιλική ζωή ήταν δική της από τη γέννησή της. Όμως εκείνη είχε τόσο συνηθίσει να ζει μέσα στις δυσκολίες, που πίστευε πραγματικά πως αυτή ήταν η θέση της στη ζωή. Το φυσιολογικό δεν ταυτίζεται και με το φυσικό. Όπως η πριγκίπισσα, όλοι μας έχουμε συνηθίσει να ζούμε σε ψυχικές συνθήκες πολύ χειρότερες από αυτές που μας αξίζουν 

Για να ξαναβρείτε τον δρόμο προς το παλάτι, θα πρέπει να θυμηθείτε την αληθινή σας καταγωγή. Δεν είστε το άνομά σας, η ηλικία σας, το βάρος σας, η διεύθυνσή σας, η θρησκεία σας, οι προσωπικές σας σχέσεις, η θέση εργασίας σας, το περιεχόμενο του τραπεζικού σας λογαριασμού, η ιατρική διάγνωση για την υγεία σας ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό με το οποίο σας προσδιορίζει ο κόσμος. Μπορεί οι κοινωνικές συμβάσεις να σας αρχειοθετούν βάσει κατακερματισμένων απόψεων, αλλά εσείς είστε πάντοτε ακέραιοι και ολόκληροι, όπως δημιουργηθήκατε από την αρχή.  

Δημώναξ: Ευτυχισμένος είναι ο ελεύθερος

«Ο αληθινά ευτυχισμένος είναι ο ελεύθερος. Μιλώ για εκείνον που μήτε ελπίζει μήτε φοβάται τίποτα.» -Δημώναξ (Δημώνακτος Βίος, Λουκιανός Ζ΄, 20)
Ο Κύπριος φιλόσοφος Δημώναξ δεν είναι γνωστός. Τουλάχιστον όχι όσο ο συντοπίτης του, Ζήνων ο Κιτιεύς, ο ιδρυτής του Στωικισμού. Οι λόγοι είναι πολλοί. Κατ’ αρχάς ο Δημώναξ δεν ίδρυσε κάποιο φιλοσοφικό κίνημα, όπως ο Ζήνων, αλλά ακολούθησε την ήδη υπάρχουσα φιλοσοφία του Κυνισμού. Δεύτερον, η εποχή του (έζησε τον 1ο-2ο αιώνα μ.Χ.) δεν έχει να προσφέρει κάτι καινούργιο φιλοσοφικά.

Δεν υπάρχει η έκρηξη της φιλοσοφικής σκέψης των Προσωκρατικών και ο θάνατος του Σωκράτη έχει κάνει εμφανείς τις συνέπειές του με την ίδρυση των μεγάλων φιλοσοφικών σχολών (Κυνισμός, Επικουρισμός, Σκεπτικισμός, Στωικισμός). Στον Δημώνακτα δεν παραπέμπουν όπως στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ούτε υπομνηματίζουν. Δε θα γνωρίζαμε ούτε την παρουσία του, αν δεν υπήρχε ο Λουκιανός να γράψει τον βίο του. Ίσως να μην στοχαζόμασταν για την ελευθερία του, αν ο Νίκος Καζαντζάκης δεν επέλεγε να βάλει στον τάφο του το επίγραμμα:

«Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος».

Η γνωριμία του Καζαντζάκη με τη φιλοσοφία του Δημώνακτος ξεκινάει το 1911, όταν ο Ιωάννης Κονδυλάκης, επίσης Κρητικός, (του οποίου ο Καζαντζάκης ήταν θαυμαστής) εκδίδει τη μετάφραση των «Απάντων» του Λουκιανού, όπου, στο Ζ΄ Βιβλίο περιλαμβάνεται ο «Δημώνακτος Βίος». Ο Καζαντζάκης θαυμάζει τον Κονδυλάκη και εμπιστεύεται τη γνώμη του. Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο νεαρός Καζαντζάκης, μόλις 23 ετών το 1906, είχε αποστείλει στον φτασμένο τότε λογοτέχνη και αρχισυντάκτη της αθηναϊκής εφημερίδας «Εμπρός» το πρώτο του βιβλίο «Όφις και κρίνο» (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή) να το διαβάσει.

Έτσι ξεκινάει η σχέση τους. Ο Καζαντζάκης είναι δεινός αναγνώστης, λάτρης των αρχαίων και της φιλοσοφίας. Διαβάζει το έργο του Λουκιανού που έχει μεταφράσει ο Κονδυλάκης. Η ιδέα της ελευθερίας του Δημώνακτος φαίνεται να είναι ελκυστική για τον Κρητικό λογοτέχνη. Το 1922 ξεκινάει να γράφει την «Ασκητική», όπου διαβάζουμε:

«Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν΄ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!»

Ξέρω τώρα. Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία.»

Η ιδέα της απόλυτης ελευθερίας του Δημώνακτος αποτέλεσε έμπνευση και για τον Ανώνυμο Έλληνα, συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» (Ήτοι Λόγος Περί Ελευθερίας) ένα προεπαναστατικό έργο που εκδόθηκε με έξοδα του συγγραφέα στην Ιταλία το 1806. Η ιδέα της ελευθερίας, συνυφασμένη με την απουσία ελπίδας και φόβου, είχε σκοπό έχει την εθνική αφύπνιση των Ελλήνων («προς ωφέλεια των Ελλήνων»):

«Και ο ελεύθερος ούτε ελπίζει, ούτε φοβείται εις ό,τι μέλλει να πράξη»

Ο Δημώναξ ούτε έλπιζε ούτε φοβόταν. Το απέδειξε με τη ζωή του, κατακτώντας την ευτυχία μέσα από την ελευθερία, κάνοντας πράξη την Κυνική φιλοσοφία. Έζησε ελεύθερος από κοινωνικές συμβάσεις και απατηλές ανάγκες. Ο Λουκιανός (σατιρικός συγγραφέας του 2ου αιώνα) μας μεταφέρει τον βίο του συγχρόνου του, Δημώνακτος, καθώς πιστεύει ότι αξίζει να διατηρηθεί η μνήμη του «άριστου των φιλοσόφων» και επειδή αποτελεί έξοχο παράδειγμα για τους νέους της εποχής του.

Ο Λουκιανός ξεκινά να περιγράφει τη ζωή του Δημώνακτος από την αφετηρία της. Ο Δημώναξ καταγόταν από την Κύπρο, γόνος πλούσιας οικογένειας με σημαντική κοινωνική θέση, αλλά «θεωρώντας τον εαυτό του άξιο για πράγματα ανώτερα, στράφηκε στη φιλοσοφία». Φυσικά, έζησε στην Αθήνα, στο κέντρο του κόσμου, του πολιτισμού, για να τον αρνηθεί στη συνέχεια. Δεν έφτασε στη φιλοσοφία του χωρίς πρώτα να μελετήσει ρητορική και φιλοσοφία ακόμη και να αποστηθίσει ποίηση. Γύμνασε το σώμα του στην αντοχή, ώστε να μην έχει την ανάγκη κανενός μέχρι τον θάνατό του, «γι’ αυτό μόλις ένιωσε ότι δεν ήταν πλέον αυτάρκης, έφυγε με τη θέλησή του από τη ζωή, αφήνοντας πίσω του μεγάλη υπόληψη για την προσωπικότητά του».

Για τη στάση της ζωής και τον χαρακτήρα του οι Αθηναίοι τον θαύμαζαν υπερβολικά σαν κάποιον ανώτερο άνθρωπο. Πολλοί επιζητούσαν τη συντροφιά του και η συναναστροφή μαζί του τους έκανε ευτυχέστερους. Αν και, όπως συνέβη και με τον Σωκράτη, βρέθηκαν κατήγοροι που συνασπίστηκαν εναντίον του, κατηγορώντας τον για αθεΐα, επειδή δεν έπαιρνε μέρος στις θρησκευτικές τελετές. Στην απολογία του ο Δημώναξ μίλησε με περίσσιο θάρρος υποστηρίζοντας ότι οι θεοί δεν έχουν ανάγκη τις θυσίες του. Με τον μειλίχιο λόγο του έπεισε τους Αθηναίους, που κρατούσαν ακόμη πέτρες στα χέρια τους, να ηρεμήσουν. Έτσι, άρχισαν να τον τιμούν και να τον σέβονται.

Ο Δημώναξ ως προσωπικότητα δεν ήταν σοβαροφανής, αντιθέτως τον διέκρινε ιλαρότητα. Ήταν μακρόθυμος, ποτέ δεν παθιαζόταν ούτε επέκρινε κάποιον για τα λάθη του (παρομοιάζοντας τον εαυτό του με τον γιατρό που θεραπεύει τις ασθένειες, αλλά δεν θυμώνει με τον ασθενή), θεωρώντας τα λάθη ανθρώπινα. Του είχαν μεγάλη αγάπη και σεβασμό, όχι μόνο στη Αθήνα αλλά σε ολόκληρη την Ελλάδα, σε σημείο που στον δρόμο τα παιδιά του πρόσφεραν φρούτα και τον φώναζαν «πατέρα», ενώ μια φορά που υπήρχε μια διένεξη στην Εκκλησία του Δήμου, μόλις μπήκε μέσα όλοι σώπασαν μόνο με την παρουσία του.

Δεν παρέλειπε να μιλάει για τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, θεωρώντας πρόσκαιρα τα αγαθά για οποία περηφανεύονταν όσοι τα είχαν. Για τον ίδιο δεν είχαν καμία σημασία, άλλωστε τα είχε γνωρίσει και κατανόησε ότι δε φέρνουν την ευτυχία. Γι’ αυτό και τα αρνήθηκε. Ο ορισμός της ευτυχίας ήταν και ο ορισμός της ελευθερίας:

«Ο αληθινά ευτυχισμένος είναι ο ελεύθερος. Μιλώ για εκείνον που μήτε ελπίζει μήτε φοβάται τίποτα».

Όσα αφορούν τον άνθρωπο δεν αξίζουν ούτε την ελπίδα ούτε τον φόβο μας, πίστευε.

«Ευχάριστα και δυσάρεστα έχουν οπωσδήποτε ένα τέλος».

Όταν είδε κάποιον κλεισμένο σ’ ένα κατασκότεινο μέρος να πενθεί για τον θάνατο του γιου του, του είπε ότι είναι μάγος και θα του έφερνε το είδωλο του παιδιού του, αρκεί να του κατονόμαζε τρεις ανθρώπους που δεν είχαν πενθήσει για κανέναν. Άφησε τον πατέρα πολλή ώρα να σκέφτεται, αλλά φυσικά δεν είχε ούτε έναν ν’ αναφέρει. Τότε του είπε:

«Γελοίε άνθρωπε, νομίζεις πως είσαι ο ένας και μοναδικός που βασανίζεσαι από κακά ανυπόφορα, τη στιγμή που βλέπεις ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει δοκιμάσει πένθος;»

Όταν τον ρώτησε κάποιος πώς θα ήθελε την κηδεία του, απάντησε «μην πολυσκοτίζεστε». Θα ήθελε να φανεί χρήσιμος ως νεκρός, γινόμενος βορά σε ζωντανούς οργανισμούς (όρνεα και σκυλιά). Όμως οι Αθηναίοι τον έθαψαν δημοσία δαπάνη. Στην κηδεία του, οι φιλόσοφοι τον μετέφεραν στους ώμους τους. Όλοι οι Αθηναίοι πήγαν για να τον τιμήσουν και τον πενθούσαν για πολύ καιρό, ενώ προσκυνούσαν και στεφάνωναν ακόμη και την πέτρα που καθόταν, θεωρώντας την ιερή. «Έφυγε απ’ τη ζωή ολόχαρος» στα εκατό του χρόνια, χρήσιμος στους φίλους του χωρίς να αποκτήσει εχθρούς.

Ο Δημώναξ, ο Κύπριος Κυνικός φιλόσοφος του 2ου μ.Χ. αιώνα ξεχάστηκε. Μαζί και η Κυνική φιλοσοφία, μία αξιοθαύμαστη στάση ζωής, ελεύθερη από τεχνητές συμβάσεις και φαινομενικές ανάγκες. Το επίγραμμα του Καζαντζάκη, αυτό που ο ίδιος επέλεξε να μας τον θυμίζει, είναι αυτό που και ο Δημώναξ θα ήθελε να κρατήσουμε από τη ζωή του. Μικρή σημασία έχει το ότι ο Καζαντζάκης δεν αναφέρει τον Κύπριο φιλόσοφο. Άλλωστε ούτε ο Δημώναξ θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Ίσως ο Καζαντζάκης σεβόμενος την κυνική ζωή του Δημώνακτος, να τον απάλλαξε από μεταθανάτια φήμη. Ακόμα και οι Αστρονόμοι ονόμασαν έναν κρατήρα στη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης «Δημώναξ», προς τιμήν του.

Είναι ευτυχία η ελευθερία; Όσο είμαστε υπόδουλοι των «αναγκών» μας δε θα το μάθουμε ποτέ.

Πλωτίνος: Φιλοσοφία και Έρως

Πλωτίνος: 204-270 μ. Χ.

Το ερωτικό στοιχείο στη φιλοσοφία του Πλωτίνου.

Ο Πλωτίνος στην Εννεάδα του περί του καλού (1,6,8-9) κατά διασκεπτικό τρόπο μας δίδει όλο το συναισθηματικό υπόβαθρο του Έρωτος, τον οποίο τοποθετεί σε γερά συμπαντικά θεμέλια. O φιλόσοφος επαναφέρει τη συζήτηση «περί έρωτος» μέσα από πλατωνικές ατραπούς στην οντολογική της βάση. Ο Πλωτινικός έρωτας πηγάζει μέσα από την μεγάλη Πρωταρχή (VI,9,4,28). Σε αυτή τη μεγάλη Πρωταρχή ανήκει η οντολογική και αξιολογική προτεραιότητα, η εσωτερική αυτο-ενδοσκόπηση του Υποκειμένου, η ενότητα με το Eν το οποίο ευρίσκεται πέρα και πάνω από όλα.

Ο Πλωτινικός Έρως είναι ένα καθαρά οντολογικό μέγεθος το οποίο αποσκοπεί στην επιστροφή του ανθρώπου στους συνειδησιακούς κόλπους του Ενός, της μεγάλης Αρχής, στη μέθεξη της πρώτης ουσίας του Πλωτινικού συστήματος. Η αρχή και μόνο της Εννεάδος «περί του καλού» μας αποσαφηνίζει για την έννοια του ερωτικού στοιχείου στον Πλωτίνο: (1,6,8) «Ας φύγουμε για την αγαπημένη μας πατρίδα, να η πιο σωστή συμβουλή». Ο έρωτας αποκτά οντολογικές διαστάσεις και δεν είναι βέβαια κοντόφθαλμος και σωματικά περιορισμένος. Καθίσταται υπόσταση του πνεύματος διότι ακριβώς εργάζεται για τη Δευτέρα μεταβλητή του Πλωτινικού συστήματος, το Νού. Είναι τρόπος νοητικός προκειμένου ο άνθρωπος να αποκτήσει ακόμη μία δύναμη και ενέργεια επικουρική στην οδό του προς την επιστροφή στο Έν.

Ο Πλωτίνος ο ίδιος αναφέρει (VI,7 35,25)ότι η ψυχή διά της ερωτικής επιθυμίας επιστροφής στο Έν γίνεται «νούς ερών, μεθυσθείς του νέκταρος». Υπάρχει ξεκάθαρη αναφορά στην υπέρβαση διά του νοός της ψυχής, από το επίπεδο του νοός «καίπερ καλού όντος» προς το Πρωταρχικό Έν, «αιρομένη η ψυχή υπό του δόντος τον έρωτα». Εξάλλου έχουμε την μαρτυρία του μαθητή του Πορφυρίου η οποία αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Συγκεκριμένα στην αρχή της βιογραφίας του δασκάλου του ο Πορφύριος αναφέρει ότι ο δάσκαλός του διακατεχόταν από ντροπή για το σώμα του και για κάθε τι το οποίο πρόδιδε την καταγωγή του.

Η φιλοσοφική δικαιολόγηση είναι εύλογος. Ο Πλωτίνος μέσα από την έντονο ερωτική διάθεσή του προς το Έν, απεχθάνεται κάθε τι το μεταβλητό, το φθαρτό, το πρόσκαιρο. Η ύλη ως απουσία του ανωτέρου πνεύματος του Ενός υποπίπτει στο θάνατο και δεν κατέχει οντολογική αξία. Άρα ο Πλωτινικός Έρωτας ουσιαστικά αποκτά όχι μόνο οντολογική μορφή ως δύναμη επιστροφής στην Απαρχή. Καθίσταται δύναμη αιώνιος, η οποία νικά το χρόνο, ίπταται του χρόνου και πέρα από τα φθαρτά οδηγεί τον άνθρωπο στην άνω αιωνιότητα του Ενός. Η αλληγορία την οποία ο σοφός χρησιμοποιεί στην εννεάδα του «Περί του καλού» δεν μας αφήνει αμφιβολίες για όλα αυτά. Εκεί μας λέει ότι όπως έπραξε ο Οδυσσέας ο οποίος τελικά απελευθερώθηκε από τα κάλλη και τα θέλγητρα της Κίρκης και της Καλυψούς συνεχίζοντας το ταξίδι του προς τη Μεγάλη Πατρίδα, παρόμοια θα πρέπει να πράττει και ο κάθε ένας από εμάς. Η Πατρίδα μας από την οποία ήλθαμε στη γή, ο Πατέρας μας είναι στην Πρωταρχή του Ενός. Εκεί και προς τα Εκεί θα πρέπει όλοι να οδεύσουμε. Αυτή είναι η Ιθάκη για όλους τους νοήμονες ανθρώπους και κανένας Λαιστρυγών και κανένας λωτός δεν θα πρέπει να μας εμποδίσει από αυτό το υπέροχο ερωτικό ταξίδι επιστροφής. Άρα ο Πλωτινικός Έρωτας διαγράφει και τον σκοπό του ανθρώπου, γίνεται ένας μεγάλος σκοποθέτης, καθοδηγητής του ανθρώπου προς το Έν.

Ο Έρωτας στον Πλωτίνο προκαλεί τον άνθρωπο σε έναν άλλο τρόπο όρασης και θέασης των πραγμάτων, των προσώπων, του κόσμου. Ουσιαστικά ο φιλόσοφος στην εννεάδα του «Περί του καλού» αφ΄ ενός συσχετίζει τον Έρωτα ως επιστροφή στο Εν με το καλό, αφ΄ ετέρου μας προσφέρει και τον ερωτικό τρόπο επίτευξης της μεγάλης μέθεξης του Ενός. Συγκεκριμένα μας αναφέρει ότι η ερωτική επιστροφή προς το Εν δεν χρειάζεται κανένα αμάξι με άλογα ή κάποιο θαλάσσιο μέσο αλλά κατ΄ αρχήν ο άνθρωπος θα πρέπει να εγκαταλείψει όλα όσα τον κρατούν εδώ δέσμιο. Κλείνοντας τα σαρκικά μάτια μας βλέπουμε με τα εσωτερικά μάτια του πνεύματος τα οποία ανοίγουν την άλλη όραση η οποία συνδέει τον άνθρωπο με το Νου και την πορεία προς το Έν. Αναφέρεται (1,6,9) : « τι βλέπει λοιπόν η εσωτερική εκείνη όραση; Μόλις ξυπνήσει καθόλου δεν μπορεί να ίδει τα λαμπρά εκείνα όντα. Πρέπει λοιπόν η ψυχή πρώτα να αντικρύσει να συνηθίσει και να διακρίνει τους ωραίους τρόπους ζωής. Κατόπιν τα ωραία έργα όχι εκείνα που κατασκευάζουν οι τέχνες αλλά αυτά τα οποία κάνουν οι λεγόμενοι αγαθοί άνδρες. Κοίταξε μετά την ψυχή αυτών που κάνουν τα ωραία έργα».

Συζητούμε για την Πλωτινική παιδαγωγική δύναμη του έρωτος, προκειμένου ο Έρως του Ενός να γίνει δάσκαλος και παιδαγωγός στον άνθρωπο που επιθυμεί της μεγάλης επιστροφής. Το ανθρώπινο Υποκείμενο χωρίζει τη ζωή του από τα γήινα υλικά σχήματα και προσπαθεί να προσανατολισθεί προς την ανωτέρα Ψυχή και το Νου. Σημαντικοί άνθρωποι, που μέσα από τη ζωή τους κατάφεραν να δουν τον άλλο κόσμο με τα μάτια του πνεύματος, μπορούν να αποτελέσουν πρότυπο και οδηγό στην προσπάθεια του ανθρώπου να επιστρέψει στην Πατρίδα από όπου ήλθε. Δεν συζητούμε για μίμηση αλλά για βύθιση στις πρωταρχικές δυνάμεις του ήδη υπάρχοντος Ενός διά του ανθρωπίνου Νοός. Η πορεία είναι εξόχως εσωτερική, ο Έρωτας ως βούληση και δύναμη ωθεί το Υποκείμενο προς τα ανώτερα συναισθήματα και τις σκέψεις οι οποίες μέσα από το εσωτερικό εκχειλίζον ποτάμι της ανθρώπινης ύπαρξης οδηγεί στο Εν.

Ωστόσο δεν συζητούμε για μία ακριβώς επιτηδειότητα προς θέωση, η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά στα Αρειοπαγητικά και εν συνεχεία σε έργα του Μαξίμου του Ομολογητού. Αναμφίβολα το ερωτικό στοιχείο της μέθεξης του Ενός στη φιλοσοφία του Πλωτίνου εμπεριέχει και το στοιχείο της εσκεμμένης επιτήδευσης, της κατευθυνόμενης και σκοποθετημένης πορείας προς το Πάντοτε υπάρχον. Ούτως ή άλλως υπάρχει η πλατωνική παράδοση του Θεαίτητου, όπου η ομοίωσις με το Θεό αποτελεί φυγή της ψυχής, προκειμένου στον κόσμο του Νοός αυτή να σωθεί από την μίξη του σώματος, η οποία της επιφέρει την επαφή με το κακό. Συζητούμε βέβαια για μία μορφή θέωσης η οποία επιβάλλεται από τον Πλάτωνα. Ο Πλωτίνος όμως προχωρεί το όλο θέμα πέρα από την επιτηδειότητα. Λόγω των απορροών και των εκχειλίσεων του Ενός ο άνθρωπος έχει βαθυτάτη οντολογική αποστολή όπως επιστρέψει ανεπιτήδευτα και αυθορμήτως εσωτερικά στο Πρωταρχικό Εν.

Ο Πλωτίνος, σε αυτό το σημείο, οντολογικοποιεί την ερωτική πορεία της ψυχής προς το Εν, οντολογικοποιεί την Πλατωνική ερωτική πορεία της ψυχής προς τη θέωση. Αναμφίβολα το σώμα για τον Πλωτίνο είναι κάτι το κακό, επειδή ακριβώς παρατηρείται σε αυτό απουσία πνεύματος. Στην Εννεάδα του Περί του καλού (1,6,9) ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος ομιλεί για την εσωτερική όραση της ψυχής. Η ψυχή ορά το ανώτερο και επιθυμεί την πορεία προς αυτό· θεωρεί ότι οντικά δύναται να πορευθεί προς τον τόπο του Νοός, εκεί όπου η πνευματική απόλαυση υπερκεράζει κάθε υλική ευδαιμονία. Το δεύτερο κριτήριο της μη επιτηδειότητας του ερωτικού στοιχείου της Πλωτινικής ψυχής τίθεται ως ακολούθως:

Η ψυχή διακρίνει τους ωραίους τόπους εις τους οποίους μπορεί να πορευθεί και εκουσίως τους ακολουθεί. Ο Πλωτίνος είναι καταπληκτικός στην περιγραφή του τρόπου. Η ομορφιά της καλής ψυχής διακρίνεται όταν ο άνθρωπος αποσυρθεί στον εαυτό του, τον οποίο και παρατηρεί. Όπως ο δημιουργός του ωραίου αγάλματος, παρόμοια και ο άνθρωπος σμιλεύει με την σκέψη και την ενόραση του Ενός τον εαυτό του, ώστε το ερωτικό αυτό ταξίδι της ψυχής να καταλήξει στη Μεγάλη Πρωταρχή. Βέβαια παρατηρούμε και μία άλλη παράμετρο της ερωτικής διάστασης της Πλωτινικής φιλοσοφίας. Ο άνθρωπος ερά την ίδια του την ψυχή, θεωρώντας την διαφορετικά και οντολογικώς εξελικτικά. Ο έρωτας είναι συνεκτικός, επιθυμεί την αρχέγονη ένωση, δεν ενέχει τίποτε το εγωιστικό και το επιτηδευμένο, είναι το μέσο της ένωσης της ψυχής με την ωραία εικόνα του Ενός από την οποία αποκολλήθηκε.

Ποια όμως είναι η θέση της ελπίδας σε αυτό το ερωτικό ταξίδι της ψυχής; Ο όρος Ελπίς ανιχνεύεται δύο φορές στις Εννεάδες, ενώ το ρήμα ελπίζειν μόλις μία. Αυτό και μόνο το γεγονός δηλώνει ότι ο Πλωτίνος προσπάθησε να στηρίξει το σύστημά του σε απολύτως έλλογα οντολογικές βάσεις· το ερωτικό στοιχείο είναι η ήδη προϋπάρχουσα πορεία επιστροφής προς το Εν διά του Νοός, ο οποίος αποκαθαίρει την Ψυχή από τις επιρροές της Ύλης και την προωθεί προς την μεγάλη Πρωταρχή. Ο άνθρωπος δεν ελπίζει, διότι η ελπίδα αντικατοπτρίζει φόβο και απιστία, έλλειψη της απολύτου δυνάμεως επιστροφής στο Έν. Ως εκ τούτου ο έρωτας της Ψυχής προς την μεγάλη επιστροφή προς το Έν είναι αδήριτος, αναπόφευκτος και απόλυτος, μακριά από κάθε ελπίδα ή πίστωση της πραγματικότητας. Είναι ξεκάθαρη υπέρβαση αυτής της πραγματικότητας, πορεία προς το Ήδη υπάρχον.

Ο Πλωτίνος συνδέει στενά την έννοια της ύλης με εκείνη του χώρου, η ύλη είναι αντανάκλαση της υπερβατικής φύσης του νοητού. Η ελπίδα επεισέρχεται σε αυτό το σημείο, ώστε να συνδέσει την ψυχή με την πηγή της αντανάκλασης που είναι ο Ενικός και Υπερβατικός Νους. Η ελπίδα στον Πλωτίνο είναι το συνεκτικό μέγεθος ανάμεσα στην εικόνα και στο πραγματικό μέγεθος του Ενός το οποίο επιφαίνεται στην εικόνα (το μέγεθος του Ενός δεν είναι απλά δεκτικό αλλά καθεαυτό) προκειμένου η ερωτική πορεία να αποκτήσει έλλογες βάσεις και η ψυχή να ενδυναμώσει στην πορεία της από την εικόνα της ύλης προς το αρχέτυπο του Ενός. Η ελπίδα βοηθάει την ψυχή στην μεγάλη επιστροφή, διότι καλύπτει το νοητικό κενό ανάμεσα στην μεριστή ύλη και στο άπειρο Έν.

Στην 4η μάλιστα Εννεάδα («περί της εις τα σώματα καθόδου της ψυχής») η ελπίδα πλέον αναγράφεται στο γνωστικό επίπεδο. Ο φιλόσοφος αυτο-εξομολογείται (γινόμενος…εμαυτού είσω) ότι η ελπίδα στηρίζει την ερωτική πορεία της ψυχής προς το ταξίδι της προς το Εν, ο άνθρωπος γνωρίζει ότι μπορεί να συναντήσει όλους τους προγενεστέρους που ακολούθησαν την πορεία προς το Έν. Όμως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχει μια βασική διαφορά ανάμεσα στην Πλωτινική και την Πλατωνική ελπίζουσα ερωτική πορεία της ψυχής προς το Εν. Ο Πλωτίνος αλληλοπεριχωρεί την ερωτική πορεία του ανθρώπου προς το Εν εσωτερικά της ανθρώπινης ψυχής, πέρα από την Πλατωνική διαλεκτική που στηρίζει πολλά στη γνώση του Άλλου και στην επιστροφή σε αυτό.

Ο Πλωτίνος (πέρα από την εξωτερική διαλεκτική ανάμεσα στον άνθρωπο και στο Άλλο ως Αγαθό, το οποίο γνωρίζεται και καλεί τον άνθρωπο) διά της θεωρίας των εκχειλιζουσών απορροών θεωρεί την επιστροφή της ψυχής προς το Εν όχι ως ένα εξωτερικό ταξίδι ενός μεγέθους προς το Άλλο, αλλά ως μυστική και εσωτερική αναπόφευκτη επιστροφή του ανθρώπου προς τον πραγματικό και όχι τον Άλλο εαυτό του. Θα μας πει στην Εννεάδα ΙΙ(2,2,(12-14) «Η δε ψυχή περιθέουσα τον θεόν αμφαγαπάζεται και περί αυτόν ως οίον τε αυτή έχει». Η ψυχή απλώνεται από τον κόσμο της πολλότητας στον κόσμο της ενότητος και υπέρλογα ενώνεται με το Εν. Ο Πλωτίνος μάλιστα προσεγγίζοντας ερμηνευτικά το Πλατωνικό Συμπόσιο στην περί θεωρίας Εννεάδα (ΙΙΙ,5 7 , 24) αναφέρεται στον έρωτα ως «αμήχανον …διά την ένδειαν» αλλά και «ποριστικόν διά την του λόγου φύσιν». Επίσης αναφέρει για το κάθε ον «μόνον πληρούται αληθώς ό,τιπέρ και πεπλήρωται τη εαυτού φύσει» (21-22).

Άρα ο Πλωτινικός έρωτας δεν είναι απλή «επίσκεψις», που προσπαθεί να καλύψει τη γνωσιολογική ένδειά του με περισσές γνώσεις περί του Αγαθού, αλλά μια βαθύτατα εσωτερική, βιωματική και ενοποιητική επιστροφική κίνηση της ψυχής προς τον αρχέγονο εαυτό της, το Εν. Εξάλλου ο φιλόσοφος περίφημα το διατυπώνει αυτό «ήδη γάρ ούτως προς το Εν, και προς το ήσυχον ού μόνον των έξω, αλλά και προς αυτόν και πάντα είσω» (ΙΙΙ,8 6 37-40). Εννοείται ότι για τον Πλωτίνο δεν επεισέρχεται κανένα χριστιανικής απόχρωσης ερώτημα περί της σωτηρίας της ψυχής. Ίσως και γι’ αυτό τελικά ο Νεοπλατωνισμός ηττήθηκε από το χριστιανισμό και δεν επικράτησε στις ευρείες μάζες. Ο Πλωτίνος δεν μετέχει καμιάς εσχατολογικής ή μεσσιανικής συζήτησης, η οποία θα μπορούσε εξουσιαστικά να ελέγξει τα πλήθη. Ο έρωτας της ψυχής προς την επιστροφή στον Ενικό εαυτό της είναι εσωτερική ανάγκη της ψυχής, ταξίδι μυστικό, η αντίθετη απορροή και εκχείλιση προς το Εν. Η ψυχή αφ’ εαυτής επιζητεί την άνω πορεία προς τον πρώτο και πραγματικό εαυτό της· σε τούτη την πορεία της δεν χρειάζεται κάποιον θεό κριτή. Η ερώσα ψυχή επιθυμεί το αντικείμενο του έρωτος, το δίχως όρια Εν-Αγαθόν.

Ο Πλωτίνος ορθά μας παραδίδει ότι η ψυχή στο ερωτικό της ταξίδι προς το Εν δεν έλκεται από το κάλλος του Ενός, διότι αυτό αναπόφευκτα θα το βιώσει όταν ενωθεί μαζί του· τότε δεν θα το γνωρίσει θα το ζήσει (σε αυτό το σημείο ο οντολόγος Πλωτίνος ξεπερνά το γνωσιολόγο Πλάτωνα). Ήδη η ψυχή κατέχει το Ενικό κάλλος, διότι είναι μέρος του Ενός· όταν ενωθεί με το Εν θα το βιώσει. Η Πλατωνική γνωσιολογία εξωτερικεύει τις σχέσεις και καθιστά την ψυχή έτερον του Αγαθού, το οποίον νοείται ως Άλλον. Όμως ο Πλωτινικός έρωτας αποκαθιστά πάνω από όλα τις οντολογικές ισορροπίες. Η ψυχή επιθυμεί την μεγάλη επιστροφή προς αυτό το οποίο ήδη είναι, προς τον εαυτός της ως Εν.