Κυριακή 28 Ιουλίου 2019

Ο Ερωτας στην Αρχαιότητα

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ Ο Ερωτας στην ΑρχαιότηταΔυστυχώς ο,τιδήποτε περιλαμβάνεται στη Φύση πρέπει να θεωρείται φυσιο-λογικό. Το αφύσικο είναι η Φύση στο σύνολό της” -Dimitri Horoskelis
 
Ο έρωτας στην αρχαιότητα και οι παρερμηνείες του
 
Όλες οι εποχές, όλοι οι πολιτισμοί και όλοι οι άνθρωποι, ασχολήθηκαν, ασχολούνται και θ’ ασχολούνται με τον Έρωτα. Έχουν δοθεί πάρα πολλοί ορισμοί, εξηγήσεις και ερμηνείες, σε τέτοιο βαθμό ώστε δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο καθένας ταυτίζει τον Έρωτα μ’ αυτό που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ότι είναι. Όπως η Φιλοσοφία σε κάθε εποχή αναζητάει τόσο για τον Έρωτα όσο και για κάθε τι που σχετίζεται με την ζωή και την ύπαρξη, αυτό που πραγματικά είναι και όχι τις υποκειμενικές και σχετικές αντιλήψεις. Στόχος της εργασίας αυτής είναι να προσεγγίσει την άποψη για το Έρωτα όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από τη Φιλοσοφία της Κλασικής Ελληνικής Αρχαιότητας και ακόμα να συσχετίσει αυτή την άποψη με τις σημερινές αντιλήψεις περί σεξουαλικής διαστροφής στην Αρχαία Ελλάδα.
 
Περίληψη Συμποσίου
 
Ανάμεσα στις ιστορικές πηγές που μπορούμε να έχουμε γι’ αυτό το θέμα, ξεχωρίζει ο διάλογος του Πλάτωνα «Συμπόσιο» ή «Περί Έρωτος Ηθικός». Σ’ αυτό το διάλογο οι Φαίδρος, Ερυξίμαχος, Παυσανίας, Αριστοφάνης, Αγάθων, Σωκράτης και Αλκιβιάδης, θα μιλήσουν με τη σειρά και θα τοποθετηθούν πάνω στο θέμα του Έρωτα. Ο Φαίδρος λοιπόν, παρουσιάζει τον Έρωτα σαν ένα Θεό Μέγα, γεννημένο πρώτο απ’ όλους τους Θεούς, ο οποίος προξενεί όλα τα αγαθά. Τη ντροπή για τα άσχημα και το φιλότιμο για τα ωραία. Προκαλεί ανδρεία, γιατί μόνο οι ερωτευμένοι είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για το αγαπημένο τους πρόσωπο κι όχι μόνο οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες.
 
Έπειτα ο Παυσανίας θα κάνει το διαχωρισμό ανάμεσα στον ουράνιο και τον πάνδημο Έρωτα ανάλογα με την ουράνια και την πάνδημο Αφροδίτη. Πάνδημος είναι αυτό του χυδαίου ανθρώπου με αντικείμενο περισσότερο τις γυναίκες παρά τα παιδιά. Οι εμπνευσμένοι από τον ουράνιο Έρωτα απέχουν από κάθε αδιαντροπιά. Τους αρέσει το αρσενικό επειδή έχει περισσότερη δύναμη σωματικά και πνευματικά. Αυτός ο Έρωτας γεννά στις ψυχές των πολιτών μεγάλα φρονήματα, δυνατές φιλίες και συντροφιές. Στις Ελληνικές πόλεις προστατεύεται από το νόμο και τον ονομάζει Παιδεραστία.
 
Σκοπός της Παιδεραστίας είναι η απόκτηση της αρετής, με την προϋπόθεση ότι ο εραστής είναι ικανός να διαμορφώσει τον ερωμένο ο οποίος όντως αισθάνεται την ανάγκη για μόρφωση και σοφία. Θα πρέπει να προσέξουμε ότι τόσο για αυτή την παιδεραστία όσο και για άλλα φαινόμενα της αρχαίας Ελληνικής κοινωνίας θα πρέπει να προσεγγίζονται στις σωστές ιστορικές τους διαστάσεις και όχι να μελετώνται αναχρονιστικά. Ο Ερυξίμαχος θα προσθέσει ότι ο έρωτας αναφέρεται και στα ζώα και στα φυτά και αλλά και σε όλο το σύμπαν. Στα ανθρώπινα σώματα ο Ουράνιος Έρωτας προκαλεί υγεία ενώ ο Πάνδημος νοσηρότητα.
 
Η Ιατρική συντελεί ώστε τα σώματα να υιοθετούν τον ωραίο έρωτα μέσα από τη συμφιλίωση των εχθρικών στοιχείων του σώματος. Αυτός ο δυαδισμός υπάρχει και για τη μουσική, ώστε υπάρχει αυτή που εξυψώνει ηθικά αλλά και αισθητικά, αλλά και αυτή που προκαλεί ακολασία. Το ίδιο ισχύει και για όλα τα πράγματα ανθρώπινα και Θεία.
 
Τέλος ο Ουράνιος Έρωτας είναι παντοδύναμος γιατί εγκαθιδρύει την φιλία μεταξύ ανθρώπων και Θεών, μέσα από τη χρήση της μαντικής επιστήμης. Ο Αριστοφάνης θα παρουσιάσει τον Έρωτα σαν τη τάση των ανθρώπων για ξανά-ολοκλήρωση, εφόσον σε κάποια παλαιότερη εποχή διχοτομήθηκαν από τους Θεούς. Αναλύει τη διαδικασία της επανένωσης, στην οποία τοποθετεί τον έρωτα για αρχηγό ο οποίος απαιτεί από τους ανθρώπους να έχουν σεβασμό προς τους Θεούς, για να επιτευχθεί η οριστική επανένωση του καθενός με το έτερο ήμισυ και ν’ αποφευχθεί πιθανή δεύτερη διχοτόμηση.
 
Ακολουθεί ο Αγαθών που παρουσιάζει τον Έρωτα σαν τον πιο ευτυχισμένο, ωραίο και άριστο από τους Θεούς. Είναι πάντα νέος,τρυφερός και ελαστικός. Ακόμα έχει τις αρετές της δικαιοσύνης,
 
 της φρόνησης και της ανδρείας. Πέρα από άριστος ποιητής είναι και μεγάλος σε κάθε τέχνη, εφ’ όσον και οι Θεοί με τον έρωτα για οδηγό αποκτούν μαστοριά στις τέχνες τους. Έτσι πριν τον Έρωτα βασίλευε η Ανάγκη. Με την γέννηση του έγιναν και όλα τα αγαθά στους θεούς και στους ανθρώπους. Στη συνέχεια αναλαμβάνει ο Σωκράτης, που αποδεικνύει στο Αγάθωνα ότι ο Έρωτας δεν είναι ούτε όμορφος, ούτε αγαθός γιατί αυτά είναι που στερείται εφόσον πάντα τα αναζητάει. Ακολουθεί η διήγηση από το Σωκράτη της διδασκαλίας της Διοτίμας που μάλλον πρόκειται για γυναίκα «σαμάνο» της εποχής.

Ο Έρωτας λοιπόν δεν είναι ωραίος όπως τους Θεούς αλλά ούτε και άσχημος
 
Είναι κάτι ανάμεσα, όπως η σωστή δοξασία μεταξύ της γνώσης και της άγνοιας. Είναι λοιπόν ανάμεσα στους ανθρώπους και στους Θεούς. Ένας δαίμονας μεσάζων και οι άνθρωποι επικοινωνούν με τους Θεούς μέσω αυτού, χρησιμοποιώντας την Ιερατική και τη Μαντική τέχνη. Ο Έρωτας είναι γιος του Πόρου και της Πενίας, που η σύλληψή του έγινε στα γενέθλια της Αφροδίτης. Έτσι είναι πάντα φτωχός, άσχημος και στερημένος. Κυνηγάει όμως τα ωραία και τα αγαθά με ορμή, ανδρεία και εξυπνάδα. Αγαπάει τη γνώση και είναι εφευρέτης της. Πάντα φιλοσοφεί. Το αντικείμενο του Έρωτα είναι η παντοτινή κατοχή του αγαθού και η αθανασία. Και η αθανασία αρχικά επιτυγχάνεται μέσα από την αναπαραγωγή των σωμάτων, που διαιωνίζει το είδος.
 
Αυτός όμως που εγκυμονεί ψυχικά δηλαδή (φρόνηση, δικαιοσύνη, σωφροσύνη) αναζητάει μια όμορφη, έξυπνη και ευγενική ψυχή για να γεννήσει τις αρετές του. Στη συνέχεια το γεννημένο ανατρέφεται από κοινού και αυτό δημιουργεί ένα πιο σπουδαίο δεσμό από αυτό των παιδιών και μια πολύ πιο σταθερή φιλία. Αυτά βέβαια τα παιδιά (οι αρετές) είναι πιο ωραία και πιο αθάνατα ώστε καθένας θα προτιμούσε τέτοια να γεννήσει και όχι ανθρώπινα. Για παράδειγμα τα «παιδιά» του Λυκούργου σώζουν τη Σπάρτη και αυτά «νόμοι» του Σόλωνα σώζουν και γεννούν αρετή στην Αθήνα.
 
Γι’ αυτά τα παιδιά τους έχουν τιμηθεί και τους έχουν αφιερωθεί πολλά ιερά. Στη συνέχεια σ’ αυτό το λόγο η Διοτίμα διδάσκει στο Σωκράτη το σωστό δρόμο για τη μύηση στα «τέλεια και εποπτικά» μυστήρια του Έρωτα. Πρώτα λοιπόν πρέπει από νεαρή ηλικία κάποιος να πλησιάσει νέους με ωραία σώματα, να αγαπήσει κάποιον και σ’ αυτόν να γεννήσει ωραίους λόγους, μετά να διευρύνει την αγάπη του προς όλα τα ωραία σώματα, ανακαλύπτοντας την ομορφιά του είδους, έπειτα ν’ ανακαλύψει την ομορφιά των ψυχών που είναι ανώτερη από αυτή των σωμάτων και που εκδηλώνεται στους ωραίους τρόπους ζωής και στους νόμους.
 
Στη συνέχεια αναζητώντας την ομορφιά των επιστημών, θα στρέψει το βλέμμα του στη μια και μοναδική επιστήμη. Την επιστήμη της ομορφιάς καθ’ αυτής. Με αυτό λοιπόν το δρόμο της παιδεραστίας φτάνει κανείς ως τη θέση της ίδιας της ιδέας της ομορφιάς ώστε να μπορεί πια να γεννήσει όχι είδωλο αρετής παρά αληθινή αρετή. Έτσι θα γίνει αγαπημένος στους Θεούς και αθάνατους περισσότερο από κάθε άλλον.
 
Ακολουθεί ο λόγος του Αλκιβιάδη που θα εγκωμιάσει τον ίδιο τον Σωκράτη. Αναφέρει ότι ο Σωκράτης ήταν ο μόνος που τον έκανε να ντραπεί, εκθειάζει την ανωτερότητα και τις αρετές της ανδρείας και της φρόνησης του Δαιμόνιου Σωκράτη, που όμοιος ούτε υπήρξε, ούτε υπάρχει.
 
Βλέπουμε λοιπόν ότι για τη Φιλοσοφία ο Έρωτας ταυτίζεται με τη δύναμη που τείνει στην ολοκλήρωση και στην κατάκτηση της αθανασίας. Σαν πρωταρχική ελκτική δύναμη ο Θεός Έρωτας είναι μια δύναμη ικανή να ταξινομεί και να δίνει ζωή στα πάντα. Πλάθει διαφορετικά σκαλοπάτια από ένα λεπτότατο ουρανό σε μια απτή γη, όπου σε κάθε επίπεδο υπάρχει και μια διαφορετική μορφή Έρωτα. Και για να φτάσουμε στην ουσία του Έρωτα, πρέπει να μάθουμε να ανακαλύπτουμε τη σκάλα ανάβασης ξεκινώντας από τη ομορφιά. Αυτή που υπάρχει στα σώματα, στις ψυχές, στις δράσεις, στους Νόμους της φύσης, στην Επιστήμη και στην Τέχνη και ακόμα πιο πέρα φτάνουμε στο Ωραίο καθ’ αυτό, στην αγνή ιδέα, στην αφηρημένη ομορφιά καθαρή και άψογη, η οποία όμως συμπίπτει και με το Καλό, το Δίκαιο και το Αληθές.
 
Η Σημερινή άποψη και η παρερμηνεία
 
Σήμερα αυτές οι αντιλήψεις σε μεγάλο βαθμό έχουν παρερμηνευθεί ολοκληρωτικά. Μέσα από ξένες αλλά και Ελληνικές επίσημες εκδόσεις ακόμα και από ντοκιμαντέρ πολιτιστικού περιεχομένου υιοθετείται και επαναλαμβάνεται η εσφαλμένη αντίληψη πως οι Αρχαίοι Έλληνες ασκούσαν την ομοφυλοφιλία και την παιδεραστία με την έννοια του σεξ στα πλαίσια ενός κοινωνικά και νομικά αναγνωρισμένου θεσμού.
 
Έτσι, προσπαθούν να μας πείσουν ότι οι άνθρωποι αυτοί, που αναζητούσαν την αρετή, την ανδρεία, την τιμή, την αξιοπρέπεια, την υπευθυνότητα, τη δικαιοσύνη και που άφησαν για το μέλλον αθάνατα μνημεία πολιτιστικής και πνευματικής κληρονομιάς, δεν ήταν παρά κίναιδοι που με κάθε ελευθεριότητα επιδίδονταν σε κάθε είδος σεξουαλικές περιπτύξεις. Αλλά αυτό είναι ένα μεγάλο λάθος. Η ουσία της παρερμηνείας εντοπίζεται κυρίως στη ύποπτα λανθασμένη απόδοση ορισμένων λέξεων που το νόημα και οι λέξεις οι σχετικές με το έρω, έρως, εραστής και παιδικά. Σχετικά γράφει ο Γιάννης Γιουδέλης στο βιβλίο του «η Ερωτική φιλία των Αρχαίων Ελλήνων», σελίδα 69-70 ότι:
 
«Το έρω σημαίνει και αγαπώ θερμά, κατ’ έννοια απολύτως άσχετη προς το μεταξύ των φύλων έρωτα, περιβάλλω τινά διά θερμής αγάπης, αφοσιώσεως, λατρεύω, εμφαντικότερο του φιλώ» (Σταματάκου, Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, Δ. Δημητράκου).  Εδώ κλείνεται και η έννοια της ερωτικής φιλίας, ενός αισθήματος ανώτατου που, αν και βρισκόταν τότε σε ακμή, τώρα έχει χαθεί τελείως από τη γλώσσα και τη καρδιά μας, και βέβαια βρίσκεται πέρα από τα όρια της αντίληψης των σημερινών ανθρώπων. Γι’ αυτό και αδυνατώντας να ερμηνεύσουν μια σχέση που εγείρει και δεν διαφθείρει, παρερμήνευσαν εξωραΐζοντας το χυδαίο.
 
Η λέξη έρως, πέρα από τη γνωστή έννοια σημαίνει και: η μετά πάθους αφοσίωση, προσήλωση σε κάτι, αντικείμενο, πρόσωπο, ιδέα ( Μ. Λεξ. Δ. Δημητράκου ). Ειδικά όλον τον Πλάτωνα τι άλλο τον χαρακτηρίζει πέρα από τον έρωτα των ιδεών; Η λέξη εραστής, εκτός από τη σημασία που δίνουμε έχει και τις εξής: α)θαυμαστής, θιασώτης, λάτρης. β) μτφ. εν. αναφ. προς πράγμ., ενέργεια, κατάσταση, θεωρία κ.α., λίαν αγαπών τι, ο μετά πάθους ορεγόμενο, ο θιασώτης τινός. (Μ. Λεξ. Δ. Δημητράκου )
 
Παίδων εραστής = ο επιθυμών να έχει τέκνα και σε προέκταση η επιθυμία να φέρεις στον κόσμο παιδιά της ψυχής σου, ομοιώματα του ανώτερου σου εγώ και αυτό ήταν έρως όπως λέει ο Ιωάννης Συκούρτης στη σελ. 33. Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Ι. Συκουρτής, Ακαδημαϊκός, στην επανέκδοση του Συμποσίου του Πλάτωνα από την Ακαδημία των Αθηνών στα 1949 παραθέτει εισαγωγή με μελέτη και σχόλια 250 σελίδων (16 κεφάλαια όπου δημιουργεί μια πραγματική σύγχυση για το θέμα.
 
Στο κεφ. 4 για π.χ., σχετικά με τον παιδικό έρωτα στους Αρχαίους Έλληνες αναφέρει ότι: «ήτο θεσμός κοινωνικώς αναγνωρισμένης με τας συνήθειας και τους κανονισμούς του με την παράδοση και την τεχνική του, όπως ο ιπποτικός έρως εις το μεσαίωνα.»
 
Ακόμα «το θέμα βέβαια είναι πολύ λεπτό. Αναφέρεται σε κάτι απολύτως ξένο προς τις συνήθειες και τις ηθικές αντιλήψεις της σημερινής κοινωνίας, αλλά αυτό δε μας απαλλάσσει από την υποχρέωση να το αντικρίσουμε με ψυχραιμία και αγνότητα … Δι’ εκείνους ο έρως ο παιδικός δεν θεωρείτο και δεν ήτο απλώς μια ηθική διαστροφή, διαδεδομένη και σήμερον περισσότερον απ’ ότι ομολογούμε,την οποία προσπαθούμε για λόγους ηθικούς και αισθητικούς να ανακαλύψωμεν με ένα πέπλον σιγής αισχυντηλής» με παρρησία και υπερηφάνεια τον ανέφεραν ως ένα σημείο ανωτερότητας από τους βάρβαρους λαούς, ως ένα κατ’ εξοχήν δείγμα πολιτισμού.
 
Ως θεσμόν κοινωνικών και όχι ως παρεκτροπήν, ιστορικώς και ψυχολογικώς, πρέπει να εξετάσωμεν αυτή τη συνήθεια. Να εισδύσωμεν δηλαδή εις τη νοοτροπίαν εκείνων και να την εννοήσομεν. Αυτή είναι η υποχρέωσή μας που δε θα είναι επιδοκιμασία αλλά ούτε και απδοκιμασία, αυτή η προσπάθεια κατανόησης εγκλείει πολύ μεγαλυτέρα δικαιοσύνην και σεβασμό προς τους πατέρας του ωραίου και του αληθινού, παρ’ όσον η μονοκόμματος καταδίκη ή, το χειρότερον, η δήθεν ευλαβής και μηδέν λέγουσα, πολλά δε σημαίνουσα παρασιώπησις.»
 
Με τις αντίστοιχες παραπομπές στους αρχαίους συγγραφείς αναφέρει πως ήταν ένας θεσμός κυρίως των Δωριέων που επικρατούσε στην Ηλεία, Θεσσαλία, Βοιωτία, Σπάρτη και Κρήτη. Έπειτα επηρεασμένοι από τους Δωριείς τον υιοθέτησαν οι Ίωνες στην Εύβοια και στη Αθήνα. «Εις την Σπάρτην η σχέσις εράστου (εισπλήνας ελέγετο) προς τον (αϊταν τον ερωμένον) τόσο νόμιμος εθεωρείτο ώστε ο εραστής επείχε θέσιν ανεγνωρισμένου κηδεμόνος και ήτο υπεύθυνος απέναντι της πολιτείας δια τας παρεκτροπάς εκείνου. Δια την Κρήτη, την κοιτίδα του εθίμου μας προσφέρει ο Έφορος παρά Στράβωνι ( σελ.483 ) λεπτομερή περιγραφή της εθιμοτυπίας.
 
Ο εραστής (φιλήτωρ ελέγετο) προανήγγελλε από τριών ημερών εις τους οικείου του νέου την εκλογήν του και εκείνοι έκριναν αν έπρεπε να επιτρέψουν τη σχέση αυτή. Κριτήριο ήταν όχι αν η σχέση αλλά αν ο εραστής ήταν αντάξιος του υιού τους. Αν προτιμούσαν άλλον εραστή φρόντιζαν να ματαιώσουν την αρπαγή, διαφορετικά η αρπαγή του νέου ήταν εικονική όπως και η αντίσταση των συγγενών. Το ζεύγος κατέφευγε στα βουνά όπου για δύο μήνες διδάσκονταν ο νέος τη σκληραγωγία, το κυνήγι και τη χρήση των όπλων, ιδιαίτερα των δύσκολων τεχνικών όπλων (τόξο, σφενδόνα κτλ) στα οποία διακρίνονταν στην αρχαιότητα οι Κρήτες. Έπειτα επέστρεφαν και ο εραστής χάριζε στο νέο μια πανοπλία, την πρώτη που θα φορούσε, ένα κύπελλο και ένα βόδι που θυσιάζονταν στο Δία.
 
Ο νέος έπαιρνε τότε το όνομα κληνός και απολάμβανε μεγάλες τιμές. Η μεγαλύτερη ντροπή για ένα νέο ήταν να μη βρεθεί γι’ αυτόν ένας φιλήτωρ. Η σχέση εξακολουθούσε ειδικά στους πολέμους όπου ο ερωμένος λεγόταν περασταθένς δηλαδή παραστάτης.» Το δρώμενο αυτό–γιατί περί αυτού πρόκειται–έχει αρκετές προεκτάσεις με την ιδέα της σχέσης πολίτη-οπλίτη. Πρόκειται επίσης και για μία διαβατήρια διαδικασία. Ουσιαστικά έξοδος από την παιδική ηλικία, από την κοινωνότητα, από την οργανωμένη ζωή και είσοδος στην ενηλικίωση και στην ενεργή συμμετοχή τόσο στην πολιτική ζωή, αλλά και την αναπαραγωγική αφού με την επιστροφή στην κοινότητα πραγματοποιούνταν και «ιεροί γάμοι». Πρόκειται για έναν συμβολικό θάνατο και αναγέννηση, αναπροσδιορισμός μέσω του έρωτα.
 
Αυτός βέβαια ο δεσμός υπήρχε σε όλες τις πόλεις όπως και στην Αθήνα όπου ο εραστής με τη συγκατάθεση των γονέων προετοίμαζε τον νέο ώστε να μπορέσει να γίνει ικανός και άξιος πολίτης ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί σε κάθε υποχρέωση προς την πόλη και να μπορεί να έχει αξιοπρεπή ιδιωτική ζωή. Στην Αθήνα λοιπόν έχουμε εραστή και ερωμένο, στη Σπάρτη εισπλήνα και αϊτα, στην Κρήτη Φιλήτωρ και κληνόν ή παρασταθένς.
 
Γιατί όμως θα πρέπει να δεχτούμε ότι στη σχέση αυτή μαθητείας απαραίτητο στοιχείο ήταν το σεξουαλικό; Και έχει θέση το σεξ σε μια τέτοια σχέση ανάμεσα σε άνδρες; Ο Γιάννης Γουδέλης μας δίνει τις έννοιες των λέξεων φιλήτωρ και κληνής ως εξής: «φιλήτως: φίλος της καρδιάς, καρδιακός φίλος=εραστής ,η έννοια της λέξης φαίνεται και στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (18,55) ‘Ιησούς δ’ ανέκοψε φιλήτορι Πέτρον’ όπου ο Ιησούς αναφέρεται στο φιλήτορα. Η λέξη Κληνής είναι λάθος, που σημαίνει αγαπητικός της κλήνης, ενώ η σωστή που θα έπρεπε να γράφεται είναι: κλεινός που σημαίνει “ο πλήρης κλέους, ο ένδοξος, ο επιφανής”
 
Στο ίδιο βιβλίο σελ.35 διαβάζουμε: “Πώς μπορεί ένα παιδί να παράδινε τη νεανική του σάρκα για μια σειρά ετών, να άλλαζε ρόλο εραστή ερωμένου και να λαμβάνει αποστολή στην οικογένεια και στην κοινωνία; Δεν χρειάζονται πολλά χρόνια αρσενοκοιτίας για να παραμορφώσουν και να διαστρεβλώσουν πλήρως τη φύση. Έτσι που να μην επανορθώνεται σε καμιά περίπτωση. Αντίθετα, η περίπτωση της φιλίας, στη δυνατή μορφή της, που αναφέρεται με τις λέξεις εραστής και ερωμένος, αποσκοπούσε στη φήμη και όχι στη δυσφήμιση. Ήταν δεσμός δασκάλου, φροντιστή, καθοδηγητή και που μια αναλογία μπορούμε να βρούμε και σήμερα στις σχέσεις νονού-βαφτιστήρα”
 
Στη σελίδα 52 γράφει: «Ο έρωτας των αρχαίων Ελλήνων πρέπει να έχει αντιπαρατεθεί στη περίπτωση της ερωτικής φιλίας με τη Χριστιανική αγάπη, με τους Γιόγκι (δάσκαλος γκουρού και μαθητής) και με κάθε δεσμό που το δόσιμο δένει τα άτομα. Τα δυναμώνει δεν τα εκφυλίζει. Σκεφτείτε όλους αυτούς τους χριστιανικούς αγίους που εμφανίζονται σε ζευγάρια και έχουν κοινή δράση και πορεία. Πρόκειται για μία συγκεκαλυμμένη μορφή του έρωτα των αρχαίων Ελλήνων, όπως αντέγραψε η χριστιανική διδασκαλία.
 
ΔΕΣ:
 
 
 
 
 
Τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν αρκετές, σε όλους τους χώρους και όλους τους χρόνους. Πρόσφατο παράδειγμα οι σταυραδερφοί. Ακόμα να φέρνουμε στο νου τη χριστιανική αγάπη, το δεσμό λ.χ. Ιησού και Λαζάρου και ειδικά τους πρώτους χριστιανούς, ακόμα και μοναχούς εκείνους, που τηρούσαν την αυστηρή και απαρέγκλιτη σχέση Γέροντα και νεοφώτιστου που θα τον διαδέχονταν τη λέξη έρως έχει εγκολπωθεί και η εκκλησία και τη συναντάμε με δοξαστική έννοια σε πολλούς αίνους: “πάντες οι των λόγων αυτών εραστές συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν” Ψάλλουν προς τους τρις Ιεράρχες οι χριστιανοί. Χρειάζεται σχόλιο;
 

Νομοθεσία περί ομοφυλοφιλίας στην Αρχαία Ελλάδα
 
Στις σελίδες 73,82, ο Γουδέλης παραθέτει αποσπάσματα από την νομοθεσία της Σπάρτης και της Αθήνας που είναι και πολύ διαφωτιστικά για το θέμα μας. Ενδεικτικά αναφέρουμε δυο αποσπάσματα. «Όποιος παρακινεί σε ακολασία παιδιά ή γυναίκα ή άνδρα ελεύθερο ή δούλο, ή παρανομεί σε βάρος κάποιου από αυτούς, να καταγγέλλεται από οποιοδήποτε Αθηναίο έχει το δικαίωμα (επίτιμο δηλαδή) στους θεσμοθέτες.
 
Οι δε θεσμοθέτες μέσα σε τριάντα μέρες από την καταγγελία να εισάγουν προς δίκην τον τούτον ( τον ένοχον ) ετώπιον της Ηλιαίας, εάν οι δημόσιες ασχολίες το επιτρέπουν (εάν δεν υπάρχει κάποιο δημόσιο κόλλημα). Εδ’ αλλιώς, όταν καταστεί δυνατόν. Αφού δε, δικαστεί πρώτα από την Ηλιαία, εάν κηρυχθεί ένοχος, καταδικάζεται πάραυτα σε φυλάκιση ή πρόστιμο. Αν δε, αποτιμηθεί η ύβρις με θάνατο, να παραδίδεται στους ένδεκα και να θανατώνεται αυθημερόν.»
 
“Δημοσθένους, Κατά Μειδίου” «Εάν κάποιος αποδεικνυόταν ότι επιθυμούσε παιδικό σώμα, ο Λυκούργος το έκανε με νόμο στη Σπάρτη να είναι αισχρότατο, ώστε οι εραστές να αποφεύγουν τα παιδικά σώματα καθόλου λιγότερο απ’ ότι οι γονείς τα παιδιά τους.» ‘Ξεν. Λακαιδ. Πολιτ. //13′
 
Ακόμη ο Πλούταρχος στον ‘Ερωτικό’ (769 α.β.) αναφέρει ότι: «ο Σόλωνας στάθηκε εμπειρότατος νομοθέτης του γάμου, που όρισε να μη σμίγει λιγότερο από τρις φορές το μήνα ο άντρας με τη γυναίκα του, όχι βέβαια για τη σαρκική ηδονή, αλλά γιατί, όπως οι πόλεις ανανεώνουν ύστερα από ορισμένο χρόνο τις συμμαχίες αναμεταξύ τους, έτσι ήθελε να ανανεώνεται ο γάμος από τη φθορά του κάθε φορά βυθώντας μέσα σε μια τέτοια ευχαρίστηση.»
 
Βλέπουμε λοιπόν ότι, τόσο ο Ι. Συκουρτής όσο και ο Άγγλος καθηγητής Κ.J.Dover, (βλ. «Η Ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα» 1978 by K.J.Dover ,ελληνική έκδοση Π. Χιωτέλη, Αθήνα 1990) αλλά και τόσοι άλλοι σχολιαστές ήδη από τη Ρωμαϊκή εποχή, δεν επιθυμούν μια πραγματικά και αντικειμενική προσέγγιση της νοοτροπίας των Αρχαίων Ελλήνων όπως ισχυρίζονται εφ’ όσον δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους ξεκάθαρα στοιχεία όπως τα παραπάνω.
 
Νοοτροπία όμως πολύ ξεκάθαρη που εκφράζεται και μέσα από το γνωστό μύθο του Έρωτα και της Ψυχής (Απουλήιου – Μεταμορφώσεις) όπου η Ψυχή μέσα από τη σχέση της με τον Έρωτα καταφέρνει να ξεπεράσει όλες εκείνες τις δοκιμασίες που θα της επιτρέψουν να γίνει δεκτή αθάνατη στον Όλυμπο.
 
Έναν άλλο μύθο μας διηγείται ο Αίσωπος.
 
ΑΙΣΩΠΟΥ ΕΠΩΔΟΣ ΖΕΥΣ ΚΑΙ ΑΙΣΧΥΝΗ
 
“Ο Ζευς πλάθοντας τους ανθρώπους, έβαλε μέσα τους διάφορες ψυχικές αρετές και μόνο την ντροπή λησμόνησε να βάλει. Γι’ αυτό, μη έχοντας άλλο δρόμο να την τοποθετήσει, την πρόσταξε να μπει απ’ τον πισινό των ανθρώπων. Εκείνη αρχικά αρνήθηκε και διαμαρτυρήθηκε για τη προσβολή.
 
Επειδή όμως ο Ζευς τη ζόρισε πολύ, είπε: «Ας είναι, θα μπω, υπό τον όρο ότι από κει δε θα μπει ο έρωτας. Γιατί αν τύχει και μπει, εγώ θα βγω αμέσως». Από τότε συμβαίνει όλοι οι ανώμαλοι να είναι και αδιάντροποι” Ο μύθος σημαίνει ότι είναι αδιάντροποι όσοι κατέχονται από ανώμαλες ερωτικές επιθυμίες. (Αισώπου Μύθοι, Αρχαίο κείμενο, μετάφραση στη δημοτική Τάσου Βουρνά, τομ. Ά,).
 
Στα Ορφικά, μετάφραση Ιωάννου Δ. Πασσά, Αθήναι, Εκδόσεις Εγκυκλωπαίδειας του « ΗΛΙΟΥ» υπάρχει ένας ωραίος ύμνους για τον Έρωτα, που έχει ως εξής:
 
ΕΡΩΤΟΣ θυμίαμα, αρώματα Επικαλούμαι τον μεγάλον, τον αγνόν,
τον Περιπόθητον, τον γλυκύν Έρωτα.
Τον ισχυρόν τοξότη, τον φτερωτόν, που φλογίζει με δύναμιν τους ανθρώπους, τον ταχύν και ορμητικό
που παίζει με τους θεούς και με τους θνητούς ανθρώπους, τον έξυπνον, τον εφευρετικόν,
με των πάντων, τα κλειδιά του επουράνιου αιθέρος, της θαλάσσης και της γης,
και όσα πνεύματα που γεννούν εις τους ανθρώπους,
τρέφει η θεά, παράγουσα χλωρούς καρπούς,
και όσα έχει ο ευρύς Τάρταρος και η θορυβώδης θάλασσα
διότι μόνον εσύ κρατείς το πηδάλιον ( είσαι κυρίαρχος ) όλων αυτών.
Αλλά ω μακάριε, με καθαρές διαθέσεις έλα Μαζί με τους μύστας,
Και απομάκρυνε από αυτούς τις φαύλες και Παράδοξες ορμές.
 
Τι ήταν λοιπόν ο έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα;
 
Σεξουαλικά διαστροφή ή σχέση μαθητείας που οδηγούσε προς την ηθική τελείωση και τον αυθεντικό άνθρωπο; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα η δεύτερη αν πιστέψουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί θέλησαν να ζουν σε αρμονία με τη φύση και τους νόμους της. Ακολουθούν κάποιες αναφορές σχετικά με το πόσο αυστηροί ήταν οι φιλόσοφοι και οι νόμοι για την ομοφυλοφιλία και όλες τις σεξουαλικές παρεκκλίσεις στην αρχαία Ελλάδα.
 
Πλουτάρχου, Περί Αλεξάνδρου Τύχης ή Αρετής Λόγος Α’ 12 «Αλέξανδρος δε, Φιλοξένου του της παραλίας υπάρχου γράψαντος, ότι παίς εν Ιωνία γέγονεν οίος ουκ άλλος ώραν και είδος, και πυνθανομένου δια των γραμμάτων ει αναπέμψη, πικρώς αντέγραψεν ω κάκιστ’ ανθρώπων, τι μοι πώποτε τοιούτο συνέγνως, ίνα τοιαύταις με κολακεύσης ηδοναίς;».
 
«Και ο Αλέξανδρος, όταν του έγραψε ο Φιλόξενος, ο κυβερνήτης της παραλίας ότι υπάρχει στην Ιωνία ένα παιδί που, όμοιο στην ομορφιά του δεν ξανάγινε ποτέ, και ζητούσε να πληροφορηθή με γράμμα, αν ήθελε να του το στείλη, ο Αλέξανδρος του έγραψε απαντώντας αυστηρά: «Ω πιο κακέ απ’ όλους τους ανθρώπους, με ξέρεις ανακατεμένο, ποτέ, με τέτοιες βρωμοδουλειές, για να με κολακεύσης με τέτοιου είδους απολαύσεις;»
 
Aισχύνου, Kατά Tιμάρχου § 21 «Eάν κάποιος Aθηναίος εκδίδεται ως παθητικός ομοφυλόφιλος, να μην επιτρέπεται σ’ αυτόν να εκλέγεται ως ένας εκ των εννέα αρχόντων, ούτε να αναλαμβάνει το αξίωμα του ιερέως, ούτε να γίνεται σύνδικος του δήμου, ούτε να αναλαμβάνει κανένα απολύτως αξίωμα ούτε στο εσωτερικό, ούτε στο εξωτερικό, ούτε κληρωτό, ούτε αιρετό, ούτε να αποστέλεται σε διπλωματική αποστολή, ούτε να εκφέρει τη γνώμη του, ούτε να εισέρχεται στα δημόσια ιερά, ούτε να έχει δικαίωμα να φέρει στεφάνι στις Eορτές που συνηθίζεται αυτό, ούτε να πηγαίνει στα περιαντήρια που βρίσκονται μέσα στην αγορά. Eαν δε κάποιος κάνει κάτι από αυτά και εφόσον αυτό αποδειχθεί δικαστικώς, τότε να τιμωρείται με θάνατο».
 
Δημοσθένους, Kατά Aνδροτίωνος § 21 «Δεν επιτρέπεται στους ομοφυλοφίλους ούτε να ομιλούν, ούτε να γράφουν».
 
Aιλιανού, Ποικίλη Iστορία III 12 «O Σπαρτιατικός έρωτας δεν είχε καμία σχέση με αισχρότητες. Εάν ποτέ κάποιος έφηβος τολμούσε να ανεχθεί ασέλγεια εις βάρος του ή εάν κάποιος άλλος έφηβος επιχειρούσε να ασελγήσει εις βάρος κάποιου άλλου, δεν συνέφερε κανέναν απ’ τους δύο να καταντροπιάσουν την Σπάρτη, αφού σε τέτοια περίπτωση ή εξοριζόντουσαν εφ’ όρου ζωής από την Σπάρτη ή έχαναν την ζωή τους».
 
Πλουτάρχου, Λακεδαιμονίων Eπιτηδεύματα 7,237c Mάξιμος Tύριος, 20,8d,e «O ψυχικός δεσμός μεταξύ των νέων δεν έχει καμία σχέση με σωματικές επαφές. Όποιος νέος επιχειρήσει να ασελγήσει εις βάρος άλλου θα στερηθεί διά βίου τα πολιτικά του δικαιώματα».
 
Ξενοφώντος Λακεδαιμονίων Πολιτεία ΙΙ, 13 «Ο δε Λυκούργος Εναντία και τούτοις πάσι γνούς, ει μεν τις αυτός ων οίον δει αγασθείς ψυχήν παιδός πειρώτο άμεμπτον φίλον αποτελέσασθαι και συν-είναι, επήνει και καλλίστην παιδείαν ταύτην ενόμιζεν. Ει δε τις παιδός σώματος ορεγόμενος φανείη, αίσχιστον τούτο θείς εποίησεν εν Λακεδαίμονι μηδέν ήττον εραστάς παιδικών απέχεσθαι ή γονείς παίδων ή και αδελφοί αδελφών εις αφροδίσια απέχοντα».
 
«Ο Λυκούργος όμως, αντιθέτως προς όλα ταύτα πιστεύων, επεδοκίμαζε μόνον το εάν σημαίνων άνθρωπος, θαυμάσας την ψυχική αρετήν του παιδίου, προσεπάθη να κάμη αυτόν φίλον με δεσμούς αναμεταξύ των αμέμπτους και να τον συναναστρέφεται, διότι τούτο ενόμιζε μέσον καλλίστης ανατροφής. Εάν όμως επαρουσιάζετο κανείς επιθυμών το παιδικόν σώμα, επειδή ο Λυκούργος εθεώρη τούτο πολύ αναίσχυντον, ενομοθέτησεν εις την Σπάρτην να απέχουν οι ερασταί από τα αγαπώμενα παιδιά, όπως αποφεύγουν εις αφροδισίους (ερωτικάς) σχέσεις οι γονείς από τα τέκνα των και οι αδελφοί από τους αδελφούς των».
 
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Λυκούργος ΧVII «Λακεδαιμόνιοι δε οι νομίζοντες, εάν και ορεχθή τις σώματος, μηδενός αν έτι καλού καγαθού τούτον τύχειν, ούτω τελέως τους ερωμένους αγαθούς απεργάζονται ως και μετά ξένων καν μη εν τη αυτή [πόλει] ταχθώσι τω εραστή, ομοίως αιδούνται τους παρόντας απολείπειν. Θεάν γάρ ου την Αναίδειαν αλλά την Αιδώ νομίζουν».
 
«Οι Λακεδαιμόνιοι, αντιθέτως, που πιστεύουν ότι το μόνο αν επιθυμήσει κανείς το σώμα νέου, αυτός δεν είναι δυνατόν πια να επιτύχη τίποτε το ωραίο και το αγαθό, καθιστούν τους ερωμένους τόσον τελείους αγαθούς, ώστε και αν ακόμη ταχθούν στην μάχη μεταξύ ξένων και όχι στην ίδια πόλη με τον εραστή, εξ ίσου από αιδώ δεν εγκαταλείπουν τους συμπολεμιστές των. Γιατί πιστεύουν ως θεά όχι την Αναίδεια, αλλά την Αιδώ».
 
«Εκοινώνουν δε οι ερασταί τοις παισί της δόξης επ’ αμφότερα και λέγεταί ποτε παιδός εν των μάχεσθαι φωνήν αγεννή προεμένου ζημιωθήναι τον εραστήν υπό των αρχόντων. Ούτω δε του εράν εγκεκριμένου παρ’ αυτοίς, ώστε και των παρθένων εράν τας καλάς και αγαθάς γυναίκας, το αντεράν ούκ ην, αλλά μάλλον αρχήν εποιούντο φιλίας προς αλλήλους οι των αυτώ ερασθέντες, και διετέλουν κοινή σπουδάζοντες, όπως άριστον απεργάσαιντο τον ερώμενον».
 
«Οι ερασταί δε των παίδων μετείχον της φήμης αυτών και εις τάς δύο περιπτώσεις (δηλαδή = της φήμης και επί καλώ και επί κακώ). Και διηγούνται σχετικώς ότι, όταν κάποτε εις παίς εξεφώνησε κατά την διάρκειαν της μάχης μίαν απρεπή κραυγήν, οι άρχοντες ετιμώρησαν δια τούτο τον εραστήν του παιδός.
 
Ενω δε ο έρως επεδοκιμάζετο κατ’ αυτόν τον τρόπον υπό των Σπαρτιατών, ώστε και αι αγαθαί και ευγενείς γυναίκες να τρέφουν έρωτα προς τας παρθένους, δεν υπήρχεν όμως αντιζηλία εις τας ερωτικάς των σχέσεις, αλλά μάλλον εύρισκον αφορμήν να συνάψουν μεταξύ των στενήν φιλίαν εκείνοι , οι οποίοι είχον αγαπήσει τους ιδίους παίδας, και κατέβαλλον από κοινού, συνεχείς φροντίδας, δια να εξεύρουν τον καλύτερον τρόπον, με τον οποίον θα ήτο δυνατόν να γίνη άριστος ο υπ’ αυτών αγαπώμενος νέος».
 
Πλάτωνος Νόμοι 636c «Εννοητέον ότι τη θηλεία και τη των αρρένων φύσει εις κοινωνίαν ιούση της γεννήσεως ή περί ταύτα ηδονή κατά φύσιν αποδεδόσθαι δοκεί, αρρένων δε προς άρρενας ή θηλέων προς θηλείας παρά φύσιν»
 
«Είναι λοιπόν κατανοητό ότι η φύσις ωθεί τα θηλυκά να είναι σε επαφή με τα αρσενικά από την γέννηση τους, και η ηδονή σε αυτά είναι φανερό ότι έχει δοθεί σύμφωνα με την φύσιν, ενώ (η επαφή ενν.) των αρσενικών με τα αρσενικά και θηλυκών με τα θηλυκά ενάντια στην φύσιν (παρά φύσιν).»
 
Πλάτωνος Νόμοι 836c-e «ει γάρ τις ακολουθών τη φύσει θήσει τον προ του Λαίου νόμον, λέγων ως ορθώς είχεν το αρρένων και νέων μη κοινωνείν καθάπερ θηλειών προς μίξειν αφροδισίων, μάρτυρα παραγόμενος την θηρίων φύσιν και δεικνύς προς τα τοιαύτα ουχ απτόμενον άρρενα άρρενος δια το μη φύσει τούτο είναι, ταχ’ αν χρώτο πιθανώ λόγω…
 
«Όποιος, υπακούοντας στην φύση, προτείνει την επανακαθιέρωση του νόμου, όπως ήταν πριν από τον Λάιο-(ο οποίος εθεωρείτο ο μυθικός εφευρέτης της ομοφυλοφιλίας, με τον βιασμό του Χρυσίππου, για τον οποίο και τιμωρήθηκε από την μοίρα με το να δολοφονηθεί από τον ίδιο του τον γιό) και διακηρύσσει ότι δεν είναι σωστό να έρχεσαι σε σεξουαλική επαφή με άνδρες και αγόρια, όπως με τις γυναίκες, και προσάγει ως απόδειξη γι’ αυτό, την φύση των Ζώων και επισημαίνει ότι (ενν. Ανάμεσα τους) το αρσενικό δεν αγγίζει αρσενικό με σεξουαλικό σκοπό, αφού αυτό δεν είναι φυσικό, βρίσκεται, νομίζω, σε πολύ ισχυρή θέση…»
 
Πλάτωνος Νόμοι 840de «ως ου χείρους ημίν είναι τους πολίτας ορνίθων και άλλων θηρίων πολλών, οι κατά μεγάλας αγέλας γεννηθέντες, μέχρι μεν παιδογονίας η ίθεοι και ακήρατοι γάμων τε αγνοί ζώσιν, όταν δ’ εις τούτο ηλικίας έλθωσι, συνδυασθέντες άρρην θηλεία κατά χάριν και θήλεια άρρενι, τον λοιπόν χρόνον οσίων και δικαίως ζώσιν, εμμένοντες βεβαίως ταίς πρώταις της φιλίας ομολογίαις δειν δη θηρίων γε αυτούς αμείνους είναι.»
 
«Οι πολίτες μας δεν πρέπει να είναι κατώτεροι από τα πουλιά και πολλά άλλα είδη ζώων, που γεννιούνται σε αγέλες και ζουν αζευγάρωτα, ως την ηλικία της τεκνοποιίας, αγνά και αμόλυντα από τον γάμο, αλλά, όταν φτάσουν σ’ εκείνη την ηλικία, ζευγαρώνουν αρσενικό με θηλυκό και θηλυκό με αρσενικό σύμφωνα με τις διαθέσεις τους και για το υπόλοιπο της ζωής τους ζουν με ευλάβεια και είναι νομοταγή, μένοντας πιστά στις συμφωνίες που ήταν η αρχή της σχέσεώς τους. Πρέπει λοιπόν αυτοί (δηλ οι πολίτες) να είναι ακόμη καλύτεροι από τα θηρία».
 
Πλάτωνος Νόμοι 841d «Ή μηδένα τολμάν μηδενός άπτεσθαι των γενναίων άμα και ελευθέρων πλην γαμέτης εαυτού γυναικός, άθυτα δε παλλακών σπέρματα και νόθα μη σπείρειν, μηδέ άγονα αρρένων παρά φύσιν ή το μέν των αρρένων πάμπαν αφελοίμθ’άν...»
 
«Ή κανένας να μην τολμά να έρχεται σε επαφή με τους γενναίους και ελευθέρους εκτός από την ίδια τους την γυναίκα, ούτε να επιτρέπεται να σπείρουν νόθα σπέρματα στις παλλακίδες, είτε σε άνδρες άγονα παρά φύσιν ή μάλλον καλύτερα την μεταξύ ανδρών επαφή να την απαγορεύσουμε εντελώς».
 
Ξενοφώντος Απομνημονεύματα Α,ΙΙ30 «Κριτίαν μεν τοίνυν αισθανόμενος ερώντα Ευθυδήμου και πειρώντα χρήσθαι, καθάπερ οι προς τ’ αφροδίσια των σωμάτων απολαύοντες, απέτρεπε φάσκων ανελεύθερόν τε είναι και ου πρέπον ανδρί καλώ καυγαθώ τον ερώμενον, ω βούλεται πολλού άξιος φαίνεσθαι, προσαιτείν ώσπερ τους πτωχούς ικετεύοντα και δόμενον προσδούναι, και τύτα μηδενός αγαθού του δε Κριτίου τοις τοιούτοις ουχ υπακούοντος ουδέ αποτρεπομένου, λέγεται τον Σωκράτην άλλων τε πολλών παρόντων και του Ευθυδήμου ειπείν ότι υιικόν αυτώ δοκοίη πάσχειν ο Κριτίας, επιθυμών Ευθυδήμω προσκνήσθαι ώστπερ τα ύιια τοις λίθοις, εξ ων δη και εμίσει τον Σωκράτην ο Κριτίας».
 
«Αντιθέτως όμως, όταν αντιλήφθηκε πως ο Κριτίας ήταν ερωτευμένος με τον Ευθύδημο και επροσπαθούσε να τον χρησιμοποιήση καθώς εκείνοι που απολαμβάνουν τα σώματα αφροδιασικά, τον απέτρεπεν ο Σωκράτης λέγοντας ότι και ανάξιο για ελεύθερον άνθρωπο είναι και ανάρμοστο για έναν άνδρα μορφωμένον ενάρετα, εκείνον που αγαπά, χάριν του οποίου θέλει να φαίνεται πως αξίζει πολύ, να τον ζητιανεύει, ικετεύοντας και παρακαλώντας να του στέρξει σε κάτι, που μάλιστα κάθε άλλο παρά αγαθό είναι.
 
Επειδή δε ο Κριτίας δεν άκουσε αυτά τα λόγια και δεν απομακρυνόταν από τον σκοπό του, λέγεται ότι ο Σωκράτης, παρουσία και πολλών άλλων και του Ευθύδημου, είπεν ότι του φαίνεται πως ο Κριτίας υποφέρει από κάτι που παθαίνουν οι χοίροι, αφού επιθυμεί να τρίβεται επάνω στον Ευθύδημο, όπως ακριβώς τρίβονται τα χοιρίδια στις πέτρες. Εξ αιτίας αυτών ακριβώς ο Κριτίας εμισούσε τον Σωκράτη».
 
Αισχίνου Κατά Τιμάρχου 72: «Ου γαρ έγωγε υπολαμβάνω ούτως υμάς επιλήσμονας είναι, ώστε ασχημονείν ων ολίγω πρότερον ηκούσατε αναγιγνωσκομένων <των> νόμων, εν οις γέγραπται, εάν τις μισθώσηται τινα Αθηναίων επί ταύτην την πράξιν, ή εάν τις εαυτόν μισθώση ένοχον είναι τοις μεγίστοις και τοις ίσοις επιτιμίοις».
 
«Εγώ τουλάχιστον, δεν νομίζω πως ξεχνάτε τόσο εύκολα, ώστε να μη θυμάστε αυτά που ακούσατε προηγουμένως, όταν γινόταν η ανάγνωση των νόμων. Θυμάστε ασφαλώς, ότι οι νόμοι αναφέρανε ότι, όποιος πληρώσει άλλον άνδρα γι΄ αυτή τη δουλειά, ή πληρωθεί για να ικανοποιήσει τέτοιες επιθυμίες, και στις δύο περιπτώσεις η τιμωρία είναι ίδια και μάλιστα από τις πιο βαριές».
 
Ειδικότερα δε για τον Ιερό Λόχο των Θηβαίων φαίνεται ότι στην αρχαιότητα κάποιοι θιασώτες της ομοφυλοφιλίας είχαν προσπαθήσει να συσχετίσουν αυτά τα ζευγάρια των εραστών και ερωμένων με ζευγάρια που είχαν σαρκικές σχέσεις, γι’ αυτό ο Πλούταρχος, ο οποίος βέβαια γράφει τον 2ο μ.κ.ε. αιώνα, άρα έχει περάσει ολόκληρη την Ρωμαϊκή εποχή της πλήρους διαστροφής και διαφθοράς των ηθών, βάζει μετά την μάχη της Χαιρωνείας στο στόμα του νικητού της μάχης, Φιλίππου τα εξής συνταρακτικά λόγια:
 
Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι: «ας έχουν κακό τέλος εκείνοι που τόλμησαν να υπονοήσουν ότι κάτι αισχρό συνέβαινε μεταξύ αυτών των (πολεμικών) ζευγαριών»
 
Ξενοφώντος Συμπόσιον VIII, 28-32 «επιθυμώ δε σοι, έφη, ω Καλλία, και μυθολογήσαι ως ου μόνον άνθρωποι αλλά και θεοί και ήρωες την της ψυχής φιλίαν περί πλείονος ή την του σώματος χρήσιν ποιούνται. Ζεύς τε γάρ όσων μεν θνητών ουσών μορφής ηράσθη, συγγενόμενος εία αυτάς θνητάς είναι όσων δε ψυχαίς αγαθαίς αγασθείη, αθανάτους τούτους εποίει ων Ηρακλής μεν και Διόσκουροί είσι, λέγονται δε και άλλοι και εγω δε φημι και Γανυμήδην ου σώματος αλλά ψυχής ένεκα υπό Διός εις ΅Ολυμπον ανενεχθήναι, μαρτυρεί δε και τούνομα αυτού έστι μεν γάρ δήπου και Ομήρω γάνυται δε τ’ ακούων, τούτο δε φράζει ότι ήδεται δε τ’ακούων έστι δε και αλλοθί που πυκινά φρεσί μήδεα ειδώς τούτο δ’ αυ λέγει σοφά φρεσί βουλεύματα ειδώς, εξ ούν συναμφοτέρων τούτων ουχ ηδυσώματος ονομασθείς ο Γανυμήδης αλλ’ ηδυγνώμων εν θεοίς τετίμηται αλλά μην, ω Νικήρατε, και Αχιλλεύς Ομήρω πεποίηται ουχ ως παιδικοίς Πατρόκλω αλλ’ ως εταίρω αποθανόντι εκπρεπέστατα τιμωρήσαι και Ορέστης δε και Πυλάδης και Θησεύς και Πειρίθους και άλλοι δε πολλοί των ημιθέων οι άριστοι υμνούνται ου διά το συγκαθεύδειν αλλά δια το άγασθαι αλλήλους τα μέγιστα και κάλλιστα κοινή διαπεπράχθαι, τι δε, τα νυν καλά έργα ου παντ’ αν εύροι τις ένεκα επαίνου υπο των και πονείν και κινδυνεύειν εθελόντων πραττόμενα μάλλον ή υπό των εθιζομένων ηδονήν αντ’ ευκλείας αιρείσθαι;»
 
«28. Επιθυμώ τέλος, Καλλία, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, να σου αποδείξω και με την μυθολογία ότι όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά και οι θεοί και οι ήρωες προτιμούν περισσότερο την φιλία της ψυχής παρά την χρησιμοποίηση του σώματος. 29. Ο Ζεύς, ως γνωστόν, όσες γυναίκες θνητές ερωτεύθηκε για τη σωματική τους ομορφιά, αφού συναντιόταν μαζί τους, τις άφηνε να μένουν θνητές όσους όμως αγάπησε για την ομορφιά της ψυχής τους, αυτούς τους καθιστούσε αθάνατους. Ανάμεσα σ’ αυτούς είναι ο Ηρακλής, οι Διόσκουροι και άλλοι.
 
30. Εγώ επίσης υποστηρίζω ότι και ο Γανυμήδης μεταφέρθηκε στον ΅Ολυμπον επάνω όχι για την ομορφιά του σώματός του, αλλά για την ομορφιά της ψυχής του. Επιβεβαιώνει δε την γνώμη μου και το όνομά του, διότι και σε κάποιο χωρίον του Ομήρου υπάρχει γάνυται δε τ’ ακούων τούτο δε σημαίνει «ευχαριστείται να τον ακούη» υπάρχει επίσης και κάποιο άλλο χωρίον του Ομήρου: πυκίνα φρεσί μήδεα ειδώς κι’ αυτό πάλι λέγει «αυτός που είχε σοφές σκέψεις». Απ’ αυτά τα δύο λοιπόν ο Γανυμήδης αφού πήρε τ’ όνομα όχι ηδυσώματος αλλά ηδυγνώμων έχει τιμηθή μεταξύ των θεών.
 
31. Αλλ’ επίσης και ο Αχιλλεύς, Νικήρατε, έχει παρασταθή από τον Όμηρον ότι περιφανέστατα εκδικήθηκε τον θάνατο του Πατρόκλου όχι ως ερωμένου του, αλλ’ ως φίλου του. Και επίσης ο Ορέστης και ο Πυλάδης και ο Θησεύς και ο Περίθους και άλλοι πολλοί απο τους ημιθέους οι άριστοι εξυμνούνται, όχι γιατί εκοιμούντο μαζί, αλλά γιατί εθαύμαζε ο ένας τον άλλον και από κοινού έχουν κάμει μέγιστα και ωραιότατα κατορθώματα.
 
32. Και ως προς τ’ σύγχρονα έργα τι γνώμην έχεις; Όλα δεν θα εύρισκε κανείς ότι γίνονται από εκείνους που συνηθίζουν να προτιμούν αντί της δόξας την ηδονή;»
 
Ξενοφώντος, Λακεδαιμονίων Πολιτεία II 13 «Eάν κάποιος επιθυμούσε το σώμα μικρού παιδιού, αυτό εθεωρείτο τόσο αισχρό όσο και το να επιθυμεί κάποιος αδελφός το σώμα του αδελφού του ‘ή κάποιος γονέας το σώμα του παιδιού του».
 
Ξενοφώντος, Λακεδαιμονίων Πολιτεία «Λεκτέον δε μοι δοκεί είναι και περί των παιδικών ερώτων έστι γαρ τι και τούτο πρός παιδείαν»

 «Μου φαίνεται και περί παιδεραστίας πρέπει να ομιλήσω, διότι και τούτο είναι κάτι, το οποίον έχει σχέσι με την αγωγήν».
 
(Παιδεραστία: O Nοητικός Έρως του Διδασκάλου προς τον Mαθητή, ανάλογον του σημερινού «Oι εκπαιδευτικοί πρέπει να αγαπούν τα παιδιά».)
 
Ξενοφώντος Κύρου Ανάβασις II,VI28 «Αριαίω δε βαρβάρω όντι, ότι μειρακίοις καλοίς ήδετο…»
«στον Αριαίο εξ άλλου, που ήταν βάρβαρος, διότι ευχαριστιόταν με όμορφα παιδιά»
 
Aισχύνου, Nόμος Aττικού Δικαίου – Kατά Tιμάρχου 12 «Oι διδάσκαλοι να μην ανοίγουν τα σχολεία πρίν ανατείλει ο ήλιος και να τα κλείνουν πριν από την δύση του. Nα μην επιτρέπεται σε όσους έχουν μεγαλύτερη ηλικία από τα παιδιά να εισέρχονται στα σχολεία, όταν υπάρχουν μέσα παιδιά, εκτός αν πρόκειται για τον υιό, τον αδελφό ή τον γαμπρό του διδασκάλου. Εάν κάποιος παραβεί αυτή την απαγόρευση και εισέλθει στο σχολείο, θα τιμωρείται με την ποινή του θανάτου. Επίσης οι επί κεφαλής της παλαίστρας να μην επιτρέπουν, επ’ ουδενί λόγο, σε κανέναν ενήλικο να κάθεται μαζί με τα παιδιά στις Εορτές του Eρμή. Εάν κάτι τέτοιο συμβεί ο επί κεφαλής της παλαίστρας είναι ένοχος παραβάσεως του νόμου περί διαφθοράς των ελευθέρων παίδων».
 
Aισχύνου, Nόμος Σόλωνος – Kατά Tιμάρχου 16 «Eάν κάποιος ωθήσει σε ασέλγεια ελεύθερο παίδα, να καταγγέλλεται ενώπιον των θεσμοθετών από εκείνον που έχει την κηδεμονίαν του παιδός, αφού προηγουμένως αναγράψει στην μήνυση την ποινή που θεωρεί άξια για τον δράστη. Αν δε ο μηνυθείς καταδικασθεί, να παραδοθεί στους ένδεκα και να θανατωθεί αυθημερόν».
 
Αισχίνου Κατά Τιμάρχου 13 «εάν τινά εκμισθώσει εταιρείν πατήρ ή αδελφός ή θείος ή επίτροπος ή όλως των κυρίων τις, κατ’ αυτού μεν του παιδός ουκ εά γραφήν είναι, κατά δε του μισθώσαντος και του μισθωσαμένου, του μεν ότι εξεμίσθωσε, του δε ότι, φησίν εμισθώσατο» «εάν κάποιος ή πατέρας είναι αυτός ή αδελφός ή θείος ή κηδεμόνας ή τέλος πάντων ένας που έχει κάποια εξουσία πάνω στο παιδί, παραχωρήσει για χρήματα ένα παιδί, στην περίπτωσι αυτή, εναντίον του παιδιού δεν ασκείται ποινική δίωξη, ασκείται όμως εναντίον εκείνου που πλήρωσε και εκείνου που το παραχώρησε»
 
Δημοσθένους, Nόμος Σόλωνος – Kατά Mηδείου § 47 «Όποιος παρακινεί σε ακολασία παιδί ‘ή γυναίκα ‘ή άνδρα ελεύθερο ‘ή δούλο ‘ή παρανομεί εις βάρος κάποιου απ’ αυτούς, να καταγγέλλεται από οποιονδήποτε Αθηναίο έχει το επίτιμο δικαίωμα, στους θεσμοθέτες. Oι δε θεσμοθέτες μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταγγελία να εισάγουν προς δίκη τον κατηγορούμενο ενωπίον της Hλιαίας εφόσον οι δημόσιες ασχολίες το επιτρέπουν. Σε αντίθετη περίπτωση να δικαστεί με την πρώτη ευκαιρία. Αφότου δικαστεί από την Hλιαία και αν κριθεί ένοχος, καταδικάζεται σε φυλάκιση ‘ή πρόστιμο. Εάν το αδίκημα όμως είναι σοβαρό τότε να παραδοθεί στους ένδεκα και να θανατωθεί αυθημερόν».
 
Αισχίνου Κατά Τιμάρχου 16 ”τις Αθηναίων ελεύθερον παίδα υβρίση, γραφέσθω ο κύριος του παιδός προς τους θεσμοθέτας, τίμημα επιγραψάμενος ου δ’ άν το δικαστήριον καταψηφίσηται, παραδοθείς τοις ένδεκα τεθνάτω αυθημερόν, εάν δε εις αργύριον καταψηφισθή, αποτισάτω εν ένδεκα ημέραις μετά την δίκην, εάν μη παραχρήμα δύνηται αποτίνειν έως δε του αποτίσαι ειρχθήτω ένοχοι δε έστωσαν ταίσδε ταίς αιτίαις και οι εις τα οικετικά σώματα εξαμαρτάνοντες.
 
«Αν κάποιος Αθηναίος προσβάλει έναν ελεύθερο νέο, να καταθέσει γραφή (μήνυση) ο κηδεμών προς τους θεσμοθέτες (εισαγγελείς) και να ζητάει την τιμωρία του. Εάν το δικαστήριο τον καταδικάσει, τότε να παραδοθεί στους ένδεκα δημίους και να εκτελεστή την ίδια ημέρα. Εάν καταδικαστεί σε χρηματικό πρόστιμο να το εξοφλήσει μέσα σε διάστημα ένδεκα ημερών από την καταδίκη του, εάν δεν έχει την δυνατότητα να το εξοφλήσει αμέσως και μέχρι να το εξοφλήσει να είναι σε κάθειρξη, ένοχοι δε για τις ίδιες πράξεις να είναι και όσοι τις κάνουν προς τους δούλους.
 
Αισχίνου Κατά Τιμάρχου 136 «Εγώ δε ούτε έρωτα δίκαιον ψέγω, ούτε τους κάλλει διαφέροντας φημί πεπορνεύσθαι, ούτε αυτός εξαρνούμαι μη ου γεγονέναι <τ’> ερωτικός και έτικαι νυν είναι? Ορίζομαι δ’ είναι το μεν εράν των καλών και σωφρόνων φιλανθρώπου πάθος και ευγνώμονος ψυχής, το δε ασελγαίνειν αργυρίου τινά μισθούμενον υβριστού και απαιδεύτου ανδρός έργον είναι ηγούμαι.
Και το μεν αδιαφθόρως εράσθαι φημί καλόν είναι, το δ’ επαρθέντα μισθώ πεπορνεύσθαι αισχρόν?Οι γαρ πατέρες ημών, οθ’ υπέρ των επιτηδευμάτων και των εκ φύσεως αναγκαίων ενομοθέτουν, α τοις ελευθέροις ηγούντο είναι πρακτέα, ταύτα τοις δούλοις απείπον μη ποιείν?.»δούλον ελευθέρου παιδός μητ’ εράν μητ’ επακολουθείν, ή τύπτεσθαι τη δημοσία μάστιγι πεντήκοντα πληγάς» αλλά ου τον ελεύθερον εκώλυσεν εράν <και ομιλείν> και ακολουθείν, ουδέ βλάβην τω παιδί, αλλά μαρτυρίαν σωφροσύνης ηγήσατο συμβαίνειν?το δ’ επακολουθείν και εφοράν φρουράν και φυλακήν σωφροσύνης ηγήσατο είναι μεγίστην».
 
«Αλλά εγώ, κύριοι δικασταί, δεν κατηγορώ τον όμορφο έρωτα. Ούτε λέω ότι είναι πόρνος όποιος είναι όμορφος. Ούτε αρνούμαι, ότι έχω αγαπήσει, και αγαπώ τα παιδιά; Και σας διευκρινίζω, ότι το να ερωτεύεται κανείς τα παιδιά τα όμορφα και με ανατροφή, αυτό είναι μια αδυναμία που χαρακτηρίζει ανθρώπους ανωτέρους. Αλλά το να ασελγή κάποιος πληρώνοντας, αυτό νομίζω είναι χαρακτηριστικό κακού και αμόρφωτου ανθρώπου. Υποστηρίζω ακόμη ότι το να αγαπηθεί ένας νέος με σκοπούς ανιδιοτελείς (αδιαφθόρως) είναι κάτι το ηθικό και όμορφο; Οι πρόγονοί μας κύροι δικασταί, όταν θεσπίζανε νόμους για τις ασχολίες μας και τις ανάγκες της ανθρώπινης φύσεως, όσα, κατά την γνώμη τους, αρμόζουν σε ελευθέρους ανθρώπους, αυτά τα απαγόρευαν στους δούλους. Ο νόμος λέει ο δούλος απαγορεύεται να γίνεται εραστής ελευθέρου παιδιού, ή να το παίρνει από κοντά γι’ αυτό τον σκοπό.
 
Ο παραβάτης δε να μαστιγώνεται δημόσια με πενήντα κτυπήματα. Τον ελεύθερο άνθρωπο όμως, κύριοι δικασταί, δεν τον εμπόδισε να γίνεται εραστής του παιδιού, ούτε τον εμπόδισε να το παρακολουθεί. Και δεν νόμισε πως αυτό είναι ζημιά για το παιδί, παρά απόδειξη καλής ανατροφής; Πάντως το να συνοδεύει κανείς παιδιά και να εποπτεύει τις πράξεις τους, αυτό ο νομοθέτης το θεώρησε σαν πολύ σπουδαίο τρόπο περιφρουρήσεως της καλής ανατροφής του παιδιού»
 
Συμπερασματικά, αυτό που βγαίνει είναι ότι οι αρχαίες Ελληνικές κοινωνίες δεν έβλεπαν με καλό μάτι την ομοφυλοφιλία, την ανεχόντουσαν στα πλαίσια ενός μικρού φυσιολογικού ποσοστού απόκλισης από το φυσιολογικό. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν την πρόβαλαν ως αγαθό και ιδανικό. Ασφαλώς και δεν τους έκαιγαν στην πυρά, αλλά απαιτούσαν να το δηλώσουν, έτσι ώστε να μην έχουν κανένα δικαίωμα σε δημόσια αξιώματα. Εάν το έπρατταν δεν τους ενοχλούσε κανείς. Εάν, όμως το έκρυβαν, τότε ο πέλεκυς του Νόμου έπεφτε πάνω τους βαρύς.

Στην αρχαία Ελλάδα το να είναι κάποιος ομοφυλόφιλος είχε τις εξής επιπτώσεις:
Δεν μπορούσε να γίνει ένας από τους 9 άρχοντες
Ούτε ιερέας
Ούτε δικηγόρος δημοσίων δικών ή να καταλάβει οποιαδήποτε εξουσία, είτε εντός της πόλεως είτε έξω από τα όριά της, είτε με κλήρο είτε με εκλογή
Ούτε να μυηθεί στα ιερά μυστήρια
Ούτε να στέλνεται ώς κήρυκας
Ούτε να λέει τη γνώμη του (η γνώμη του σε δίκες είχε μηδενική αξία)
Ούτε να μετέχει σε δημόσιες θρησκευτικές τελετές
Ούτε να φοράει στεφάνι στις δημόσιες στεφανοφορίες
Ούτε να περιφέρεται στην δημόσια αγορά (αυτό ισχύει για αυτόν που ήταν «δηλωμένος» ομοφυλόφιλος).
Ο παραβάτης των παραπάνω ετιμωρείτο με την ποινή του θανάτου.
Ο ομοφυλόφιλος στην αρχαία Ελλάδα δεν είχε πολιτικά και ιερατικά δικαιώματα.

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΕΛΛΗΝΑΣ

Γεννήθηκα Έλληνας. Τι σημαίνει τούτο; Ή μάλλον τι μπορεί να σημαίνει σήμερα; Πόσο σπουδαίο είναι; Έχει κανένα νόημα ή απλώς ορίζει τον φορολογούμενο πολίτη/υπήκοο ενός γραφειοκρατικού, κοινοβουλευτικού και στην ουσία πλουτοκρατικού εθνοκράτους από τα εκατόν πενήντα περίπου που υπάρχουν στον πλανήτη και τα οποία νομίζουν ότι ορίζουν όλη την επιφάνειά του με τις στρατιές των ενστόλων και μη υπαλλήλους τους;

Όποιος δεν συνειδητοποιεί έστω και στο ελάχιστο την απροσμέτρητα φωτοβόλα έννοια της λέξης Έλληνας ας κλείσει αμέσως τούτο το βιβλίο. Δεν τον αφορά. Μπορεί να συνεχίσει ανενόχλητος το ψηλάφισμά του στο σκοτάδι. Ακόμη κι αν του συμβαίνει να είναι ελληνόφωνος.

Διότι η απλή χρήση της ελληνικής γλώσσας δεν αρκεί προκειμένου να προσδόσει σε κάποιον την ιδιότητα του Έλληνα. Υπήρξαν και υπάρχουν ελληνότατοι Έλληνες που οι συγκυρίες δεν τους επέτρεψαν ποτέ να μάθουν να μιλούν ελληνικά. Όπως υπάρχουν και πάμπολλοι ελληνόφωνες οι οποίοι καμία συνειδησιακή σχέση δεν διατηρούν με την Ελλάδα.


Για να είναι κάποιος Έλληνας δεν αρκεί απλά να γεννηθεί στην Ελλάδα από Έλληνες γονείς. Κατά την αρχαιότητα υπήρξαν μεγάλες μορφές του ελληνικού πνεύματος οι οποίες ούτε γεννήθηκαν στην Ελλάδα ούτε συνέβη να έχουν Έλληνες γονείς. Παράδειγμα ο Αίσωπος, ο οποίος ήταν από την Φρυγία ή ο ποιητής Αλκμάν που γεννήθηκε Ληδός και τιμήθηκε όσο λίγοι στην Λακεδαίμονα.

Η γέννηση λοιπόν από μόνη της δεν αρκεί προκειμένου να προσδόσει σε κάποιον ή κάποιαν την ιδιότητα του Έλληνα.
Ούτε η καλή ή κακή χρήση της ελληνικής γλώσσας. Ο Γεώργιος Σχολάριος γνώριζε άριστα ελληνικά αλλά διατυμπάνιζε μετά μανίας ότι δεν είναι Έλληνας. Δίδαξε μάλιστα ελληνικά στον Τούρκο σουλτάνο Μωάμεθ τον Β’ κι εκείνος τον αντάμειψε πλουσιοπάροχα γι’ αυτές και τις άλλες υπηρεσίες του.

Από την άλλη μεριά, σε όλους τους αγώνες των Ελλήνων για ελευθερία έχυσαν άφθονο το αίμα τους πολλοί άνθρωποι οι οποίοι δεν γνώριζαν ελληνικά αλλά καλλιεργούσαν μέσα στην ψυχή τους μια καθαρότατη ελληνική συνείδηση.
Ούτε η μόνιμη διαβίωση εντός των γεωγραφικών ορίων της Ελλάδας προσδίδει την ιδιότητα του Έλληνα.
Αναρίθμητοι αλλοεθνείς γεννήθηκαν, έζησαν και πέθαναν στην Ελλάδα. Ποτέ τους δεν ένιωσαν Έλληνες. Ήσαν Τούρκοι, Βούλγαροι, Αλβανοί, Σαρακηνοί, Αθίγγανοι, Γότθοι, Εβραίοι, κ.α. Τυπικό παράδειγμα ο σύγχρονος εθνικός ήρωας της Τουρκίας, ο Κεμάλ Ατατούρκ, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη.

Όλοι αυτοί έζησαν και πέθαναν με αλλοεθνή συνείδηση κι ας μην έφυγαν, αρκετοί από αυτούς, ποτέ τους από την Ελλάδα.

Από την άλλη αναρίθμητοι Έλληνες γεννήθηκαν από αλλοδαπούς γονείς στην αλλοδαπή, ενδεχομένως δεν έμαθαν ποτέ τους να μιλούν ελληνικά κι ακόμη δεν τους συνέβη να ζήσουν ούτε μια ώρα στην Ελλάδα. Κι όμως ήσαν και είναι Έλληνες.

Τι είναι λοιπόν αυτό που προσδίδει την ιδιότητα του Έλληνα;

Οι σχετικές νομοθεσίες των δυο τελευταίων αιώνων ακολουθώντας την λογική των γραφειοκρατικών διατάξεων απέτυχαν παταγωδώς όταν κλήθηκαν να διατυπώσουν τον ορισμό του Έλληνα.
Θεώρησαν ως προϋπόθεση την καταγωγή. Απέτυχαν.
Θεώρησαν ως προϋπόθεση τον τόπο διαμονής. Απέτυχαν επίσης.
Θεώρησαν ακόμη ως προϋπόθεση την γνώση της ελληνικής γλώσσας. Απέτυχαν παρομοίως.
Θεώρησαν τέλος ως προϋπόθεση – και κατά τρόπο ασυγχώρητα ανιστόρητο – το ορθόδοξο χριστιανικό θρήσκευμα. Απέτυχαν παταγωδώς και συνάμα εγκλημάτησαν αποπέμποντας εκτός Ελλάδος πολυάριθμους ελληνότατους Έλληνες επειδή συνέβη οι πρόγονοί τους να υιοθετήσουν βίαια ή θεληματικά τη μια ή την άλλη θρησκεία.
Με δυο λόγια: το όλο γραφειοκρατικό οικοδόμημα του προσδιορισμού της ελληνικής ιθαγένειας, όπως διατυπώθηκε κατά τους τελευταίους δυο αιώνες από το νεοελληνικό κράτος είναι αποτυχημένο, επειδή βασίστηκε σε κριτήρια – καταγωγή, γλώσσα, διαμονή, θρήσκευμα – τα οποία είναι ανίκανα να προσδιορίσουν την ιδιότητα του Έλληνα.
Μα τι ορίζει επιτέλους τον Έλληνα;

Μία είναι η απάντηση και την δίνει στον Πανηγυρικό του ο Ισοκράτης:
ΚΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΛΕΙΣΘΑΙ
ΤΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΗΜΕΤΕΡΑΣ
Η ΤΟΥΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΜΕΤΕΧΟΝΤΑΣ

Με δυο λόγια:
Έλληνας είναι όποιος μετέχει της Ελληνικής Παιδείας!
Δεν υπάρχει άλλος ορισμός.
Και προσέξτε καλά το ρήμα «μετέχω».
Δεν σημαίνει μόνον «συμμετέχω». Σημαίνει επίσης «άπτομαι κάποιου πράγματος», «αποτελώ μέρος κάποιου πράγματος», κι επάνω απ’ όλα «ενέχω κάτι μέσα μου».
Μάλιστα από τον παθητικό τύπο του ρήματος «ενέχομαι» προκύπτει και η λέξη «ενοχή». Και «ένοχος» είναι ο υπεύθυνος κάποιας πράξης.
Εάν λοιπόν μετέχω της Ελληνικής Παιδείας, αυτό δεν σημαίνει απλά και μόνον ότι την γνωρίζω – κανένας άνθρωπος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει όλη την Ελληνική Παιδεία εφόσον οι αντικειμενικές διαστάσεις της υπερβαίνουν κατά πολύ τις δυνατότητες ενός και μόνον ανθρώπου σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Όποιος «μετέχει» της Ελληνικής Παιδείας την γνωρίζει ως ένα μικρό ή μεγάλο βαθμό. Αλλά δεν αρκεί η γνώση, η οποία παραμένει πάντοτε ατελής. Όποιος «μετέχει» συνάμα «άπτεται» της Ελληνικής Παιδείας, δηλαδή την αγγίζει και τον αγγίζει, βρίσκεται σε διαρκή επαφή μαζί της, κατά τρόπο, επιτρέψτε μου να πω, ερωτικό.
Διότι όταν «άπτομαι» της ερωμένης μου, τότε τα πράγματα δεν είναι απλά τρισδιάστατα ως προς τον χώρο ή μονοδρομικά ως προς τον χρόνο. Είναι πολυδιάστατα, αμφιδρομικά και εν τέλει δυναμικά, δηλαδή δημιουργικά.
«Άπτομαι» της ερωμένης μου σημαίνει ότι την αγγίζω, με αγγίζει, ότι είμαι κολλημένος επάνω της, ότι είναι κολλημένη επάνω μου, ότι της χαρίζω ηδονή, ότι μου χαρίζει ηδονή, ότι υπερβαίνουμε μαζί κάθε γραμμική έννοια του χρόνου, ότι την θέλω, ότι με θέλει, κι ότι από αυτή μας την εκστατική προσέγγιση ανοίγουν ορθάνοιχτες οι προϋποθέσεις για την δημιουργία μιας νέας ζωής, χώρια τα όσα άλλα εξαίρετα πράγματα μας εμπνέει να δημιουργήσουμε μαζί το υπέρτατο ερωτικό συναίσθημα.
«Άπτομαι» λοιπόν της Ελληνικής Παιδείας δεν σημαίνει ότι την γνωρίζω μόνον. Βεβαίως εν μέρει την γνωρίζω αλλά επάνω απ’ όλα σημαίνει ότι είμαι ερωτευμένος και βρίσκομαι σε επαφή μαζί της. Με όλες τις δυναμικές προεκτάσεις του έρωτα.
Για τούτο και η επόμενη σημασία του ρήματος «μετέχω» είναι ακόμη πιο σαφής: «αποτελώ μέρος κάποιου πράγματος»!..
Μετέχω δηλαδή της Ελληνικής Παιδείας σημαίνει επίσης ότι έχω αποδεχθεί να είμαι μέρος της, τμήμα της, και μάλιστα όχι άψυχο εξάρτημα αλλά δυναμικό μέλος, ένα ακόμη υπερδραστήριο κομμάτι της.
Και πως διασφαλίζεται αυτή η δραστηριότητα του μέλους της Ελληνικής Παιδείας; Από που αντλεί την απαιτούμενη ενέργεια;

Η τελευταία και ανώτερη σημασία του ρήματος «μετέχω» τα λέει όλα: «ενέχω κάτι μέσα μου», όπως ακριβώς η μήτρα των γυναικών ενέχει, κατά το πέρας της ερωτικής πράξης, το αντρικό σπέρμα. Διότι όταν ενέχει μέσα της η μήτρα το σπέρμα, η προοπτική της δημιουργίας της ζωής βρίσκεται ήδη εκεί.
Και τι γεννά το ζωντανό σπέρμα και η ολοζώντανη μήτρα η οποία το «ενέχει»;
Την Ζωή φυσικά.
Εάν λοιπόν «ενέχω την Ελληνική Παιδεία» αυτό σημαίνει όχι μόνον ότι απολαμβάνω τον ερωτικό σπασμό από την επαφή μου μαζί της αλλά είμαι ήδη σε θέση να γεννήσω και πάλι Ελληνική Παιδεία!..
Με λίγα λόγια, «μετέχω της Ελληνικής Παιδείας» σημαίνει ότι γνωρίζω ως ένα μικρό ή μεγάλο βαθμό την Ελληνική Παιδεία, ότι είμαι ερωτευμένος με την Ελληνική Παιδεία, ότι βρίσκομαι σε διαρκή επαφή με την Ελληνική Παιδεία, ότι είμαι μέρος της Ελληνικής Παιδείας και ότι αναπαράγω δημιουργικά την Ελληνική Παιδεία!
Ποιος γραφειοκράτης μπορεί να διατυπώσει έναν τέτοιον ορισμό; Ποιος «εκλεγμένος νομοθέτης» μπορεί να εισηγηθεί μια παρόμοια διάταξη ικανή να συμπεριληφθεί σ’ ένα κοινοβουλευτικό σύνταγμα και τη σχετική νομοθεσία;
Κανείς.
Κι όμως αυτός είναι ο αληθινός ορισμός του Έλληνα.
Έλληνας δεν είναι όποιος γεννήθηκε από Έλληνες γονείς, ούτε όποιος μιλάει ελληνικά, ούτε όποιος γεννήθηκε στην Ελλάδα, ούτε όποιος κατοικεί στην Ελλάδα, κι ακόμη λιγότερο όποιος ενδεχομένως έχει.. κρανίο ελληνικό (!) ή φέρει στο αίμα του «ελληνικό γονίδιο» ή «ελληνικό ...DNA» (!) όπως εισηγούνται πρόσφατα διάφοροι ετερόκλητοι και εν πολλοίς ηλίθιοι φασίστες και ρατσιστές.
Αλλά:
Έλληνας είναι όποιος μετέχει της Ελληνικής Παιδείας, όποιος δηλαδή την γνωρίζει λίγο και θέλει να τη μάθει περισσότερο, όποιος είναι ερωτευμένος μαζί της, όποιος βρίσκεται σε διαρκή επαφή μαζί της, όποιος αποτελεί τμήμα της κι όποιος μπορεί εξαιτίας της στενής επαφής του μαζί της να την αναπαράγει δημιουργικά!..

Αναλογιστήκατε ποτέ πόσο βαρύνει στους ώμους του Έλληνα ο απροσμέτρητος πλούτος της αρχαίας κληρονομιάς;
Στο κείμενο που ακολουθεί επιδιώκεται μια πρώτη προσέγγιση του τεράστιου θέματος η οποία άπτεται σίγουρα κάποιων εξαιρετικά ευαίσθητων χορδών του ψυχισμού μας.

Γεννήθηκα ‘Ελληνας. Τι σημαίνει αυτό; Έλληνας σημαίνει βέβαια πολλά, αλλά εδώ θα εξετάσουμε την έννοια από την οπτική του φυσικού αποδέκτη μιας γιγάντιας κληρονομιάς. Της σημαντικότερης πολιτισμικής κληρονομιάς της παγκόσμιας ιστορίας.
Με αυτή την έννοια εγώ ο Έλληνας και όλοι οι συμπατριώτες και συμπατριώτισσές μου, Ελληνίδες και Έλληνες, είμαστε όλοι συγκληρονόμοι του απροσμέτρητου πλούτου τον οποίο μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας.
Τι απομένει λοιπόν;
Μα τι άλλο;
Η πράξη της αποδοχής της αρχαίας κληρονομιάς – με τη νομική έννοια του όρου – και οι συνέπειές της.
Διότι εάν αποδεχθώ την κληρονομιά των προγόνων μου τότε θα πρέπει να φανώ αντάξιός της.
Δηλαδή:
Οφείλω να μοιάσω στους προγόνους μου.
Οφείλω να γίνω ήρωας και ημίθεος όπως εκείνοι.
Οφείλω να γίνω μέγας εραστής της πατρίδας μου.
Οφείλω να τιμώ τον Έρωτα.
Οφείλω να θεωρώ κάθε αντιληπτή εκδήλωση της Μητέρας Φύσης ως Θεό και Θεά.
Οφείλω να τιμώ τους Αθάνατους Έλληνες Θεούς.
Οφείλω να ασχολούμαι διαρκώς με τα κοινά.
Οφείλω να διδαχθώ από τον πλούτο της ελληνικής φιλοσοφίας και να επιλέξω ποια από τις πολυποίκιλες εκφράσεις της με ικανοποιεί περισσότερο, ποιες από αυτές μπορώ να συνδυάσω καλύτερα και πως μπορώ να διαμορφώσω και να εισηγηθώ τη νέα δική μου φιλοσοφία και να την εφαρμόσω στην πράξη.
Οφείλω να γίνω μέγας εξερευνητής του σύμπαντος κόσμου.
Οφείλω να υιοθετήσω κάθε αξία των προγόνων μου αλλά και να διδαχθώ από τα σφάλματά τους.
Οφείλω να γνωρίζω ότι ο Χρυσούς Αιώνας υπήρξε ανθρώπινο επίτευγμα και στο χέρι μου είναι να τον ξανακάνω πραγματικότητα.
Οφείλω να διδάξω τους νέους την αγάπη για την Ελλάδα και την Ελληνική Παιδεία.
Οφείλω να ξανακάνω την Ελλάδα αυτό που ήταν κατά την εποχή της δόξας των προγόνων μου: το Φως της Οικουμένης!..

Έλληνας είναι όποιος μετέχει της Ελληνικής Παιδείας.
Και τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει ότι αγαπώ αυτό τον τόπο.
Σημαίνει ότι υπερασπίζομαι αυτόν τον τόπο.
Σημαίνει ότι μελετώ με πάθος τα αρχαία συγγράμματα, τους καρπούς της νόησης των προγόνων μου.
Σημαίνει ότι τιμώ τους Θεούς των προγόνων μου, τουλάχιστον ως ιδανικά πρότυπα ελεύθερων, ωραίων, ερωτικών και δημιουργικών Ανθρώπων.
Σημαίνει ότι σέβομαι απεριόριστα τη Μητέρα Φύση, τόσο το φυσικό περιβάλλον όσο και τη φύση του σώματός μου.
Σημαίνει ότι αγαπώ την καλλιέργεια του σώματος και του πνεύματος.
Σημαίνει ότι επιθυμώ να ζω για πάντα ελεύθερος.
Σημαίνει ότι αγαπώ, σέβομαι και υπερασπίζομαι τη ζωή.
Σημαίνει ότι αγαπώ χωρίς διακρίσεις όλους τους άλλους λαούς τους κόσμου και – εάν το επιθυμούν – τους διαφωτίζω με τις γνώσεις μου, και – εάν διαθέτουν αξιόλογα πράγματα – τα υιοθετώ.
Σημαίνει ότι αναγνωρίζω τον Έρωτα ως υπέρτατο δημιουργικό Θεό και συμπεριφέρομαι ερωτικά προς τους πάντες και τα πάντα.
Σημαίνει ότι χρησιμοποιώ τη Λογική ως εργαλείο επεξεργασίας κάθε γνώσης και κάθε πληροφορίας με πλήρη ωστόσο συνείδηση της σχετικότητας της.
Σημαίνει ότι επιδιώκω δια της Φιλοσοφίας τη γνώση του Σύμπαντος Κόσμου, τη γνώση του Εαυτού μου, τη γνώση της κοινωνίας και υιοθετώ αρχές που ταιριάζουν στη Φύση μου και εξυπηρετούν τη συνέχιση της Ζωής.
Σημαίνει ότι ασχολούμαι περισσότερο με τις κοινές παρά με τις ιδιωτικές υποθέσεις.
Σημαίνει ότι θεωρώ τη Δημοκρατία ως το ιδανικότερο σύστημα συμβίωσης πολιτισμένων ελεύθερων ανθρώπων.
Σημαίνει ότι αγαπώ τις καλές τέχνες και προσπαθώ να είμαι καλλιτέχνης στον καθημερινό μου βίο. Διότι η τέχνη κρύβει τα κλειδιά της Επικοινωνίας με τον κόσμο πέρα από τα όρια της Λογικής.

Γεννήθηκα Έλληνας. Είμαι από τη φύση και την παιδεία μου ελεύθερος. Δεν θέλω να είμαι δούλος κανενός. Ούτε του Θεού. Δεν είναι Θεός όποιος με θέλει δούλο του.
Εγώ σαν Έλληνας μπορώ, εάν θέλω, να μην πιστεύω σε κανέναν Θεό. Τόσο η Φύση όσο και η Παιδεία μου το επιτρέπουν.
Μπορώ ακόμη, με τον καλλιεργημένο νου και το ευαίσθητο συναίσθημά μου να αποδεχθώ την ύπαρξη των θεών. Των Αθάνατων Ελλήνων Θεών.
Αλλά δεν είμαι δούλος τους. Ούτε αυτοί είναι αφέντες μου. Οι Έλληνες Θεοί είναι φίλοι και συμπαραστάτες μου.
Διότι η αρχαία παράδοση μας διδάσκει ότι τούτη είναι η κολακευτικότερη προσφώνηση προς έναν Έλληνα Θεό: «Φίλε!»
«Φίλε Ζευ», «Φίλη Αθηνά», «Φίλε Απόλλω», «Φίλη Αφροδίτη!..»
Για μένα, λοιπόν, τον Έλληνα άνθρωπο, οι Θεοί και οι Θεές είναι οι φίλοι και οι φίλες μου.
Είναι Θεοί στην πλειοψηφία τους ορατοί και άμεσα αντιληπτοί.
Είναι οι φυσικές δυνάμεις του Σύμπαντος Κόσμου. Του Έξω κόσμου και του Έσω κόσμου. Του ορατού και του αόρατου.
Είναι ακόμη η τάξη του Σύμπαντος Κόσμου γεννημένη μέσα από τους ίδιους τους νόμους της Φύσης και του πρωταρχικού Χάους. Διότι εκεί κατατείνουν σήμερα όλες οι μαθηματικές θεωρίες περί Χάους. Από την ίδια του τη Φύση το Χάος, και ενώ τείνει διαρκώς προς την αταξία, παράγει τελικά την τάξη του Σύμπαντος Κόσμου.
Θεματοφύλακες της τάξης του Σύμπαντος Κόσμου είναι οι Θεοί των Ελλήνων. Τη δράση τους την ιστορεί η Ελληνική Μυθολογία. Η υπέρτατη συνάθροιση αιώνιων αληθειών.
Βρείτε μου έναν Ελληνικό Μύθο χωρίς νόημα.
Δείξτε μου έναν Ελληνικό Μύθο χωρίς αλήθεια.
Αναφέρτε μου έναν Ελληνικό Μύθο χωρίς ουσία.

Ο Μύθος λέει την Αλήθεια.
Και μάλιστα την λέει τρυφερά, απαλά, χαριτωμένα, ηδονικά, διότι ο μυθοπλάστης αγαπάει τον συνάνθρωπό του και του μιλάει για τους φίλους του, τους Θεούς και τις Θεές και τις ιδιότητές τους.
Φυσικές δυνάμεις, λοιπόν, είναι οι Έλληνες Θεοί; Όχι μόνον. Είναι και επιστημονικές αλήθειες. Κι επάνω απ’ όλα είναι φυσικές συνθήκες, χάρη στις οποίες υπήρχε, υπάρχει και θα θα υπάρχει πάντοτε ο Κόσμος.
Ο Κόσμος τον οποίο κανένας δεν τον έφτιαξε ποτέ, αλλά πάντοτε υπήρχε, πάντοτε υπάρχει και πάντοτε θα υπάρχει, όπως μα δίδαξε ο σοφότατος πρόγονός μας, ο Ηράκλειτος:

ΚΟΣΜΟΝ ΤΟΝΔΕ ΤΟΝ ΑΥΤΟΝ ΑΠΑΝΤΩΝ
ΟΥΤΕ ΤΙΣ ΘΕΩΝ ΟΥΤΕ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΠΟΙΗΣΕΝ
ΑΛΛ ΗΝ ΑΕΙ ΚΑΙ ΕΣΤΙΝ ΚΑΙ ΕΣΤΑΙ ΠΥΡ ΑΕΙΖΩΟΝ
ΑΠΤΟΜΕΝΟΝ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΒΕΝΝΥΜΕΝΟΝ ΜΕΤΡΑ

Τούτο τον κόσμο, τον ίδιο για όλους,
ούτε κανείς θεός ούτε άνθρωπος έπλασε
αλλά ήταν, είναι και θα είναι πυρ ζωντανό αιώνιο
που με μέτρο ανάβει και με μέτρο σβήνει.

Ωραία όλα αυτά. Αλλά η ζωή; Η καθημερινή ζωή; Η κοινή μικρή και ασήμαντη – όπως νομίζουν αρκετοί – ζωούλα μας; Τι γίνεται μ’ αυτήν; Ποιος τελικά είναι ο ρόλος των Ελλήνων Θεών στην καθημερινή μας ζωή;
Αρκεί λιγάκι να ξεπλύνουμε τη θολούρα από το βλέμμα και…
Ιδού η Θεά Εστία που φροντίζει το σπιτικό μας.
Ιδού η Θεά Ήρα που φροντίζει την οικογένειά μας.
Ιδού η Θεά Αφροδίτη που ομορφαίνει και αναπαράγει τη ζωή μας.
Ιδού ο Θεός Ερμής, που αποκαλύπτει τις αλήθειες, που συμβάλλει ως Κερδώος στην επιβίωση, που διδάσκει ως Μέγιστος Αγγελιαφόρος ότι μια είναι η ουσία του πλούτου: η πληροφορία.
Και ιδού ο ικανός τεχνίτης, ο Θεός Ήφαιστος, που κάνει πιο άνετη τη ζωή μας.
Και ιδού ο μεγάλος πολεμιστής, ο Θεός Άρης, που υπερασπίζεται τα κεκτημένα μας.
Και ιδού ο Θεός Ζευς που γονιμοποιεί ως Όμβριος τους κόλπους της Μητέρας Γης.
Και ιδού η Θεά Δήμητρα, που τίκτει άφθονους τους βρώσιμους καρπούς, συνθήκη αναγκαία και καθημερινή για την δική μας επιβίωση.
Και ιδού η πάνσοφη νικηφόρα στρατηγός, η Θεά Αθηνά, που καλύπτει υπό την αιγίδα Της, την καλλιέργεια της γνώσης.
Και ιδού οι Μούσες που αναπτύσσουν τις τέχνες και τις επιστήμες.
Και ιδού ο Διόνυσος, ο Διγενής, που μας διδάσκει την ευφορία του οίνου, την μέθεξη του θεάτρου και το μυστικό της μακροβιότητας με την διπλή του γέννηση.
Και ιδού ο Μέγας Παν…
Και ιδού και ιδού και ιδού…

Αρκεί και μόνον να στοχαστούμε του Αθάνατους φίλους μας κι αμέσως ομορφαίνει η ζωή μας. Αποκτά και πάλι ό,τι της ανήκει. Νόημα και ουσία. Αρκεί και μόνο να αφηγηθούμε ένα μύθο ελληνικό και ιδού αναπαύεται η ψυχή μας.
Και τι είναι η ψυχή μας;
Αναμφίβολα η απόγονος της Θεάς Ψυχής η οποία πέρασε τα μύρια βάσανα για χάρη της λατρείας του Έρωτα, ώσπου τον ξαναβρήκε, σμίξανε και ως αθάνατο ζευγάρι πλέον επάνω στον Όλυμπο γέννησαν μια θυγατέρα: την Ηδονή.
Η ψυχή λοιπόν είναι η μητέρα της Ηδονής.
Της ηδονής της συνεύρεσης, της ηδονής της βρώσης και της πόσης, της ηδονής της γνώσης, της ηδονής της παιδείας και της παιδειάς, της ηδονής της καλής παρέας, της ηδονής της ύπαρξης, της ηδονής του ανοιξιάτικου πρωινού, του παιδικού χαμόγελου, του γλυκού ψωμιού, του οίνου του ευωδιαστού, του ανθισμένου δέντρου...

Είναι Θεός το δέντρο. Κατάπληκτος το παρατηρώ το μέγα θαύμα του σπόρου. Χώνεται στα σπλάχνα της Μάνας Γης, υγραίνεται, θερμαίνεται στην αγκαλιά της, κι έπειτα ιδού βλασταίνει!..
Μέρα με τη μέρα, νύχτα με τη νύχτα, υψώνεται προς τον Ήλιο. Απλώνει φύλλα και κλαδιά, δένει καρπούς, γιγαντώνεται, όμοιο με τα άλλα, διαφορετικό από κάθε άλλο.
Διότι ο σπόρος ο μικρούλης «ξέρει» κάθε φορά τι δέντρο να βλαστήσει και τι καρπούς να αποδώσει. Για χάρη του Έρωτα και της Ψυχής βγάζει άνθη και καρπούς. Και η Θεά Ηδονή τρυφερά τον οδηγεί να γίνει δέντρο, να θρέψει ζουμερούς καρπούς, να καλέσει ηδονικά το ζώο, το έντομο, το πτηνό, να τρυγήσουν τους καρπούς, να μεταφέρουν τη γύρη, να γίνει η συνεύρεση με το άλλο δέντρο, να γεννηθούν κι άλλα φυτά, κι άλλα δέντρα, δάση ολόκληρα...
Αυτό είναι θαύμα και αυτό είναι ο Θεός. Το δέντρο είναι ο φίλος μας ο Θεός. Και κάθε δέντρο το φρουρεί μια πεντάμορφη Θεά Δρυάδα!..
Αυτό είναι με λίγα λόγια το απόσταγμα της Ελληνικής Σοφίας. Κι από δω εκπορεύεται ο απροσμέτρητος πλούτος της Αρχαίας Ελληνικής Κληρονομιάς.
Απέναντί του στέκομαι εγώ ο ταλαίπωρος άνθρωπος του τέλους της εποχής του Σκότους.
Τι να κάνω;
Να σβήσω ένα ακόμη λυχνάρι εξανθρωπισμού και να συμβάλλω στη διαιώνιση του σκοτεινού θριάμβου;
Ή σαν το δέντρο να στραφώ προς τον Ζωοδότη Ήλιο, να βγάλω ρίζες, να απλώσω φύλλα, να δέσω κλαριά, να αποδώσω καρπούς και ηδονικά να σμίξω με τα άλλα δέντρα για να υφάνουμε όλα μαζί το νέο καταπράσινο ευωδιαστό μανδύα της Μάνας Γης:

Γεννήθηκα Έλληνας.
Η κληρονομιά των προγόνων μου δεν χάθηκε.
Υπάρχει.
Η επιλογή είναι δική μου.
Ή αποκηρύσσω την κληρονομιά μου και παραμένω τουρκοραγιάς/φραγγοραγιάς Ρωμιός ή την αποδέχομαι και ξαναγίνομαι Έλληνας με όλη τη σημασία της λέξης.
Η πράξη αποδοχής της Αρχαίας Ελληνικής Κληρονομιάς με περιμένει!...

ΜΑΡΙΟΣ ΒΕΡΕΤΤΑΣ
 

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (453-506)

Γέννηση, αριστεία και οριστική κυριαρχία του Διός

Ῥείη δὲ δμηθεῖσα Κρόνῳ τέκε φαίδιμα τέκνα,
Ἱστίην Δήμητρα καὶ Ἥρην χρυσοπέδιλον,
455 ἴφθιμόν τ᾽ Ἀίδην, ὃς ὑπὸ χθονὶ δώματα ναίει
νηλεὲς ἦτορ ἔχων, καὶ ἐρίκτυπον Ἐννοσίγαιον,
Ζῆνά τε μητιόεντα, θεῶν πατέρ᾽ ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν,
τοῦ καὶ ὑπὸ βροντῆς πελεμίζεται εὐρεῖα χθών.
καὶ τοὺς μὲν κατέπινε μέγας Κρόνος, ὥς τις ἕκαστος
460 νηδύος ἐξ ἱερῆς μητρὸς πρὸς γούναθ᾽ ἵκοιτο,
τὰ φρονέων, ἵνα μή τις ἀγαυῶν Οὐρανιώνων
ἄλλος ἐν ἀθανάτοισιν ἔχοι βασιληίδα τιμήν.
πεύθετο γὰρ Γαίης τε καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντος
οὕνεκά οἱ πέπρωτο ἑῷ ὑπὸ παιδὶ δαμῆναι,
465 καὶ κρατερῷ περ ἐόντι, Διὸς μεγάλου διὰ βουλάς.
τῷ ὅ γ᾽ ἄρ᾽ οὐκ ἀλαοσκοπιὴν ἔχεν, ἀλλὰ δοκεύων
παῖδας ἑοὺς κατέπινε· Ῥέην δ᾽ ἔχε πένθος ἄλαστον.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ Δί᾽ ἔμελλε θεῶν πατέρ᾽ ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν
τέξεσθαι, τότ᾽ ἔπειτα φίλους λιτάνευε τοκῆας
470 τοὺς αὐτῆς, Γαῖάν τε καὶ Οὐρανὸν ἀστερόεντα,
μῆτιν συμφράσσασθαι, ὅπως λελάθοιτο τεκοῦσα
παῖδα φίλον, τείσαιτο δ᾽ ἐρινῦς πατρὸς ἑοῖο
παίδων ‹θ᾽› οὓς κατέπινε μέγας Κρόνος ἀγκυλομήτης.
οἱ δὲ θυγατρὶ φίλῃ μάλα μὲν κλύον ἠδ᾽ ἐπίθοντο,
475 καί οἱ πεφραδέτην, ὅσα περ πέπρωτο γενέσθαι
ἀμφὶ Κρόνῳ βασιλῆι καὶ υἱέι καρτεροθύμῳ·
πέμψαν δ᾽ ἐς Λύκτον, Κρήτης ἐς πίονα δῆμον,
ὁππότ᾽ ἄρ᾽ ὁπλότατον παίδων ἤμελλε τεκέσθαι,
Ζῆνα μέγαν· τὸν μέν οἱ ἐδέξατο Γαῖα πελώρη
480 Κρήτῃ ἐν εὐρείῃ τρεφέμεν ἀτιταλλέμεναί τε.
ἔνθά μιν ἷκτο φέρουσα θοὴν διὰ νύκτα μέλαιναν,
πρώτην ἐς Λύκτον· κρύψεν δέ ἑ χερσὶ λαβοῦσα
ἄντρῳ ἐν ἠλιβάτῳ, ζαθέης ὑπὸ κεύθεσι γαίης,
Αἰγαίῳ ἐν ὄρει πεπυκασμένῳ ὑλήεντι.
485 τῷ δὲ σπαργανίσασα μέγαν λίθον ἐγγυάλιξεν
Οὐρανίδῃ μέγ᾽ ἄνακτι, θεῶν προτέρων βασιλῆι.
τὸν τόθ᾽ ἑλὼν χείρεσσιν ἑὴν ἐσκάτθετο νηδύν,
σχέτλιος, οὐδ᾽ ἐνόησε μετὰ φρεσίν, ὥς οἱ ὀπίσσω
ἀντὶ λίθου ἑὸς υἱὸς ἀνίκητος καὶ ἀκηδὴς
490 λείπεθ᾽, ὅ μιν τάχ᾽ ἔμελλε βίῃ καὶ χερσὶ δαμάσσας
τιμῆς ἐξελάαν, ὁ δ᾽ ἐν ἀθανάτοισιν ἀνάξειν.
καρπαλίμως δ᾽ ἄρ᾽ ἔπειτα μένος καὶ φαίδιμα γυῖα
ηὔξετο τοῖο ἄνακτος· ἐπιπλομένου δ᾽ ἐνιαυτοῦ,
Γαίης ἐννεσίῃσι πολυφραδέεσσι δολωθείς,
495 ὃν γόνον ἂψ ἀνέηκε μέγας Κρόνος ἀγκυλομήτης,
νικηθεὶς τέχνῃσι βίηφί τε παιδὸς ἑοῖο.
πρῶτον δ᾽ ἐξήμησε λίθον, πύματον καταπίνων·
τὸν μὲν Ζεὺς στήριξε κατὰ χθονὸς εὐρυοδείης
Πυθοῖ ἐν ἠγαθέῃ, γυάλοις ὕπο Παρνησσοῖο,
500 σῆμ᾽ ἔμεν ἐξοπίσω, θαῦμα θνητοῖσι βροτοῖσι.
λῦσε δὲ πατροκασιγνήτους ὀλοῶν ὑπὸ δεσμῶν,
Οὐρανίδας, οὓς δῆσε πατὴρ ἀεσιφροσύνῃσιν·
οἵ οἱ ἀπεμνήσαντο χάριν εὐεργεσιάων,
δῶκαν δὲ βροντὴν ἠδ᾽ αἰθαλόεντα κεραυνὸν
505 καὶ στεροπήν· τὸ πρὶν δὲ πελώρη Γαῖα κεκεύθει·
τοῖς πίσυνος θνητοῖσι καὶ ἀθανάτοισιν ἀνάσσει.

***
Κι η Ρέα στον Κρόνο υποταγμένη γέννησε τέκνα λαμπρά,
την Εστία, τη Δήμητρα και τη χρυσοπέδιλη Ήρα,
το δυνατό τον Άδη, που κατοικεί παλάτια κάτω από τη γη
κι έχει καρδιά ανήλεη, τον Εννοσίγαιο το βαρύχτυπο,
το συνετό το Δία, πατέρα θεών και ανθρώπων,
που απ᾽ τη βροντή του τρέμει η πλατιά η γη.
Κι αυτούς ο μέγας Κρόνος τούς κατάπινε, όπως καθένας τους
460 από την ιερή της μάνας τους κοιλιά στα γόνατα κατέβαινε,
αυτό στο νου του έχοντας, πώς απ᾽ τους γόνους τ᾽ Ουρανού τους ένδοξους
άλλος κανείς βασιλικό αξίωμα ανάμεσα στους αθανάτους να μην έχει.
Γιατί έμαθε από τη Γη κι από τον έναστρο Ουρανό
πως ήταν πεπρωμένο του να νικηθεί από παιδί δικό του,
—κι ας ήταν κρατερός— με του μεγάλου Δία το θέλημα.
Γι᾽ αυτό ο Κρόνος τυφλά δεν παραφύλαγε, αλλά καραδοκούσε
και τα τέκνα του κατάπινε. Και πένθος δίχως λησμονιά κυρίευε τη Ρέα.
Μα όταν έμελλε το Δία, θεών κι ανθρώπων τον πατέρα, να γεννήσει,
τότε τους ακριβούς ικέτευε γονείς της,
470 τη Γη και τον γεμάτο άστρα Ουρανό,
να καταστρώσουνε μαζί της κάποιο σχέδιο, πώς να περάσει απαρατήρητη
σαν θα γεννά το γιο της, και πώς να ξεπληρώσει ο Κρόνος τις ερινύες
του πατέρα της και των παιδιών της που ο μέγας δολοπλόκος τα κατάπινε.
Κι αυτοί στη θυγατέρα τους έδιναν μεγάλη προσοχή και πείθονταν,
και της εξήγησαν όσα να γίνουν ήταν πεπρωμένο
σε σχέση με τον βασιλιά τον Κρόνο και το γιο του με τη γενναία την ψυχή.
Τη στείλανε στη Λύκτο, στην πλούσια της Κρήτης χώρα,
όταν το τελευταίο απ᾽ τα παιδιά της να γεννήσει έμελλε,
το Δία το μεγάλο. Κι αυτόν δέχτηκε η πελώρια Γη
480 στην Κρήτη να τον θρέψει την πλατιά και να τον μεγαλώσει.
Και τότε φέρνοντάς τον μέσα απ᾽ τη μαύρη νύχτα τη γοργή ήρθε
στη Λύκτο πρώτα η Ρέα. Στα χέρια της τον πήρε και τον έκρυψε
σε άντρο απόκρημνο, στα σπλάχνα της πανίερης γης,
στο όρος Αιγαίο το δασοσκέπαστο, το δασωμένο.
Κι αφού σπαργάνωσε μεγάλο λίθο τον πρόσφερε σ᾽ εκείνον,
στο μέγα άνακτα, του Ουρανού το γιο, το βασιλιά των παλαιότερων θεών.
Στα χέρια του τον πήρε τότε ο Κρόνος και τον έριξε μες στην κοιλιά του,
ο άθλιος, και με το νου του δεν κατάλαβε πως πίσω του ᾽μενε,
στου λιθαριού τη θέση, δικός του γιος ανίκητος και δίχως έγνοιες
490 που έμελλε γοργά να τον νικήσει με τη βία και τα χέρια του,
να τον εκδιώξει από τ᾽ αξίωμα και μέσα στους αθάνατους να βασιλέψει.
Και γοργά κατόπιν η δύναμη και τα λαμπρά του βασιλιά τα μέλη
μεγαλώσανε. Και σαν ο χρόνος έφτασε,
παγιδευμένος απ᾽ τις παμπόνηρες τις προτροπές της Γης,
ο μέγας Κρόνος, ο δολοπλόκος, έβγαλε έξω και πάλι τα παιδιά του,
από τη δύναμη και τα τεχνάσματα του παιδιού του νικημένος.
Πρώτα το λίθο ξέρασε, αφού τελευταίο τον κατάπιε.
Αυτόν ο Δίας τον έστησε πάνω στη γη με τους πλατιούς τους δρόμους
στην ιερότατη Πυθώ, μέσα στις κοιλάδες του Παρνασσού,
500 για να ᾽ναι σημάδι στο εξής, θαύμα για τους θνητούς ανθρώπους.
Και τα αδέλφια του πατέρα του τα έλυσε απ᾽ τα ολέθρια δεσμά τους,
τους γιους του Ουρανού, που ο πατέρας τους τους έδεσε από την αφροσύνη του.
Κι εκείνοι τού αναγνώρισαν τη χάρη της ευεργεσίας του
και του ᾽δωσαν τη βροντή, τον κεραυνό που καίει
και την αστραπή. Πριν η πελώρια Γη τα έκρυβε.
Σ᾽ αυτά στηρίζεται και κυβερνά θνητούς και αθανάτους.

Σάββατο 27 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (54-91)

ΠΙ. ἀλλ᾽ οἶσθ᾽ ὃ δρᾶσον; τῷ σκέλει θένε τὴν πέτραν.
55 ΕΥ. σὺ δὲ τῇ κεφαλῇ γ᾽, ἵν᾽ ᾖ διπλάσιος ὁ ψόφος.
ΠΙ. σὺ δ᾽ οὖν λίθῳ κόψον λαβών. ΕΥ. πάνυ γ᾽, εἰ δοκεῖ.
παῖ παῖ. ΠΙ. τί λέγεις, οὗτος; τὸν ἔποπα παῖ καλεῖς;
οὐκ ἀντὶ τοῦ παιδός σ᾽ ἐχρῆν ἐποποῖ καλεῖν;
ΕΥ. ἐποποῖ. ποήσεις τοί με κόπτειν αὖθις αὖ.
60 ἐποποῖ. ΘΕΡΑΠΩΝ ΕΠΟΠΟΣ. τίνες οὗτοι; τίς ὁ βοῶν τὸν δεσπότην;
ΠΙ. Ἄπολλον ἀποτρόπαιε, τοῦ χασμήματος.
ΘΕ. οἴμοι τάλας, ὀρνιθοθήρα τουτωί.
ΕΥ. οὕτω ᾽στὶ δεινόν; οὐδὲ κάλλιον λέγειν;
ΘΕ. ἀπολεῖσθον. ΕΥ. ἀλλ᾽ οὐκ ἐσμὲν ἀνθρώπω. ΘΕ. τί δαί;
ΕΥ. ὑποδεδιὼς ἔγωγε, Λιβυκὸν ὄρνεον.
65 ΘΕ. οὐδὲν λέγεις. ΕΥ. καὶ μὴν ἐροῦ τὰ πρὸς ποδῶν.
ΘΕ. ὁδὶ δὲ δὴ τίς ἐστιν ὄρνις; οὐκ ἐρεῖς;
ΠΙ. ἐπικεχοδὼς ἔγωγε Φασιανικός.
ΕΥ. ἀτὰρ σὺ τί θηρίον ποτ᾽ εἶ, πρὸς τῶν θεῶν;
70 ΘΕ. ὄρνις ἔγωγε δοῦλος. ΕΥ. ἡττήθης τινὸς
ἀλεκτρυόνος; ΘΕ. οὔκ, ἀλλ᾽ ὅτε περ ὁ δεσπότης
ἔποψ ἐγένετο, τότε γενέσθαι μ᾽ ηὔξατο
ὄρνιν, ἵν᾽ ἀκόλουθον διάκονόν τ᾽ ἔχῃ.
ΕΥ. δεῖται γὰρ ὄρνις καὶ διακόνου τινός;
75 ΘΕ. οὗτός γ᾽, ἅτ᾽, οἶμαι, πρότερον ἄνθρωπός ποτ᾽ ὤν.
τοτὲ μὲν ἐρᾷ φαγεῖν ἀφύας Φαληρικάς,
τρέχω ᾽π᾽ ἀφύας ἐγὼ λαβὼν τὸ τρύβλιον·
ἔτνους δ᾽ ἐπιθυμεῖ, δεῖ τορύνης καὶ χύτρας,
τρέχω ᾽πὶ τορύνην. ΕΥ. τροχίλος ὄρνις οὑτοσί.
80 οἶσθ᾽ οὖν ὃ δρᾶσον, ὦ τροχίλε; τὸν δεσπότην
ἡμῖν κάλεσον. ΘΕ. ἀλλ᾽ ἀρτίως νὴ τὸν Δία
εὕδει καταφαγὼν μύρτα καὶ σέρφους τινάς.
ΕΥ. ὅμως ἐπέγειρον αὐτόν. ΘΕ. οἶδα μὲν σαφῶς
ὅτι ἀχθέσεται, σφῷν δ᾽ αὐτὸν εἵνεκ᾽ ἐπεγερῶ.
85 ΠΙ. κακῶς σύ γ᾽ ἀπόλοι᾽. ὥς μ᾽ ἀπέκτεινας δέει.
ΕΥ. οἴμοι κακοδαίμων, χὠ κολοιός μοἴχεται
ὑπὸ τοῦ δέους. ΠΙ. ὦ δειλότατον σὺ θηρίον,
δείσας ἀφῆκας τὸν κολοιόν. ΕΥ. εἰπέ μοι,
σὺ δὲ τὴν κορώνην οὐκ ἀφῆκας καταπεσών;
90 ΠΙ. μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγε. ΕΥ. ποῦ γάρ ἐστιν; ΠΙ. ἀπέπτετο.
ΕΥ. οὐκ ἆρ᾽ ἀφῆκας; ὦγάθ᾽, ὡς ἀνδρεῖος εἶ.

***
ΠΙΣ. Ξέρεις; Βάρα το βράχο με το πόδι.
ΕΥΕ. Με το... κεφάλι εσύ, να γίνει ο κρότος
διπλός. ΠΙΣ. Μια πέτρα πιάσε καν και χτύπα.
ΕΥΕ. Όπως σ᾽ αρέσει.
Χτυπά με μια πέτρα και φωνάζει.
Που, που, που. ΠΙΣ. Έτσι, γεια σου·
τον τσαλαπετεινό τον λεν και πούπο·
καλό ειναι το πουπού. ΕΥΕ. Ξαναχτυπάω.
Πουπουπουπού· βρε, πού είστε, πού είστε, πού είστε;
Από το σύδεντρο βγαίνει ένα πουλί, ο υπηρέτης του τσαλαπετεινού, με το μεγάλο του ράμφος ορθάνοιχτο.
Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΥ
60 Ποιοί να ᾽ναι; Ποιός φωνάζει τον αφέντη;
ΠΙΣ. Θεούλη μου! Μωρέ για κοίτα στόμα!
Τρομαγμένος, κάνει να φύγει και πέφτει κάτω· ο Ευελπίδης τρέχει κοντά του· πάνω στην ταραχή η καλιακούδα και η κουρούνα τούς φεύγουν από τα χέρια.
ΥΠΗ., τρομαγμένος κι αυτός.
Συφορά! Πουλολόγοι!
ΕΥΕ., στον Πισθέταιρο)
Τί τρομάζεις;
Καλύτερα, ξηγήσου.
ΥΠΗ., αφού συνήρθε από την τρομάρα.
Είστε χαμένοι.
ΕΥΕ. Για ανθρώπους μάς περνάς; ΥΠΗ. Δεν είστε; Τί είστε;
ΕΥΕ. Εγώ όρνιο λιβυκό, με λεν τρεμούλη.
ΥΠΗ. Βλακείες. ΕΥΕ. Καλέ, τα πόδια μου δε βλέπεις;
Δείχνει τα πόδια του που τρέμουν από το φόβο.
ΥΠΗ., δείχνοντας τον Πισθέταιρο.
Και τούτος τί όρνιο; Μίλα. ΠΙΣ. Κουτσουλιέρης. . .
κατσουλιέρης. ΕΥΕ. Κι εσύ σαν τί θεριό είσαι;
70 ΥΠΗ. Σκλαβοπούλι. ΕΥΕ. Σε σκλάβωσε στη μάχη
κανένας πετεινός; ΥΠΗ. Καλέ όχι· μα όταν
μου τσαλαπετεινώθηκε ο αφέντης,
δεήθηκε πουλί κι εγώ να γίνω,
να ᾽χει έναν υπηρέτη στις δουλειές του.
ΕΥΕ. Και τα πουλιά χρειάζονται υπηρέτες;
ΥΠΗ. Τ᾽ άλλα όχι, μόνο αυτός· γιατί ήταν, βλέπεις,
άνθρωπος πρώτα. Η όρεξη σαν τού ᾽ρθει
να φάει σαρδέλες του Φαλήρου, αρπάζω
μια σκουτέλα και τρέχω για σαρδέλες·
αν θέλει φάβα, χρειάζεται κουτάλα
κι ένα τσουκάλι· τρέχω για κουτάλα.
ΕΥΕ. Πουλί είσ᾽ εσύ, βρε φίλε, ή τρεχαντήρι;
80 Μπρος, τρεχαντήρι· τρέξε φώναξέ μας
τ᾽ αφεντικό σου. ΥΠΗ. Δεν είναι πολλή ώρα
που δείπνησε με μύρτα και μυγάκια
και πλάγιασε. ΕΥΕ. Μα ας είναι, ξύπνησέ τον.
ΥΠΗ. Θα του κακοφανεί, καλά το ξέρω,
ωστόσο θα σας κάμω αυτή τη χάρη.
Ξαναχώνεται στο σύδεντρο.
ΠΙΣ. Τσακίσου! Πώς με τρόμαξες! ΕΥΕ. Αλί μου·
μου ᾽φυγε η καλιακούδα από το φόβο.
ΠΙΣ. Αμόλησες, μωρέ, την καλιακούδα;
Α, φοβητσιάρη. ΕΥΕ. Κι όταν εσύ πήρες
την τούμπα, δεν αφήκες την κουρούνα;
90 ΠΙΣ. Εγώ όχι. ΕΥΕ. Τότε πού είναι; ΠΙΣ. Έχει πετάξει.
ΕΥΕ. Ώστε δεν την αμόλησες; Τί αντρείος!

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΣΚΑΛΑΦΟΣ

ΑΣΚΑΛΑΦΟΣ
(πουλί, κουκουβάγια)
 
Ήδη η καταγωγή του Ασκάλαφου*, γιος μιας Νύμφης της Στυγός και του Αχέροντα, προδιέγραφε τη σχέση του με τον Κάτω κόσμο. Παρών στον κήπο του Άδη την ώρα που η Περσεφόνη, από απερισκεψία ή υποκινούμενη από τον Άδη, έφαγε ένα σπυρί ροδιού διακόπτοντας την επιβεβλημένη νηστεία που θα της επέτρεπε να γυρίσει στον επάνω κόσμο, μαρτύρησε το γεγονός (Απολλόδ. 1.5.3**). Γεμάτη οργή η Δήμητρα, μεταμόρφωσε τον μαρτυριάρη Ασκάλαφο σε κουκουβάγια. Σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, η Δήμητρα τον τιμώρησε πλακώνοντάς τον με μια βαριά πέτρα την οποία μετακίνησε ο Ηρακλής όταν κατέβηκε στον κάτω κόσμο. Τότε έγινε η μεταμόρφωση σε κουκουβάγια, και αυτή είναι η δεύτερη τιμωρία του Ασκάλαφου (Απολλόδ. 2.5.12***). Σύμφωνα με τον Οβίδιο (Μετ. 5.539 κ.ε.) η ίδια η Περσεφόνη μεταμόρφωσε τον Ασκάλαφο σε κουκουβάγια καταβρέχοντάς τον με νερό από τον ποταμό Πυριφλεγέθοντα (η περιγραφή της μεταμόρφωσης από τον ρωμαίο ποιητή είναι παραστατική και λεπτομερειακή -ράμφος, κεφάλι, μάτια, φτερά, νύχια). Σε αυτή την εκδοχή ο μύθος θυμίζει εκείνον του Ασκάλαβου που η Δήμητρα μεταμόρφωσε σε σαύρα καταβρέχοντάς τον. Η σύγχυση οφείλεται προφανώς στην ομοιότητα των ονομάτων.
-------------------
*ἀσκάλαφος = άγνωστον πτηνόν, πιθ. είδος νυκτερινού πουλιού ή γλαυκός (Liddel - Scott)
 
**Πρώτη τιμωρία του Ασκάλαφου
 
Όταν ο Δίας διέταξε τον Πλούτωνα να στείλει την Κόρη πίσω στον επάνω κόσμο, ο Πλούτωνας, για να μην μείνει πολύ καιρό με τη μητέρα, της έδωσε να φάει ένα σπυρί ροδιού. Και αυτή, χωρίς να γνωρίζει τις συνέπειες, το έφαγε. Και επειδή ο Ασκάλαφος, ο γιος του Αχέροντα και της Γοργύρας, την κατέδωσε, η Δήμητρα έβαλε πάνω του μια βαριά πέτρα στον Άδη· και η Περσεφόνη υποχρεώθηκε να μένει το ένα τρίτο κάθε χρόνου μαζί με τον Πλούτωνα, και τον υπόλοιπο καιρό κοντά στους θεούς. (Απολλόδωρος 1.5.3)
 
***Ασκάλαφος και Ηρακλής
 
Όταν έφτασε κοντά στις πύλες του Άδη [ο Ηρακλής], βρήκε τον Θησέα και τον Πειρίθου, που θέλησε να παντρευτεί την Περσεφόνη, και γι' αυτόν τον λόγο τον έδεσαν. Μόλις αντίκρισαν τον Ηρακλή, άνοιγαν τα χέρια τους, για να τους σηκώσει με τη δύναμή του. Και αυτός, πιάνοντας τον Θησέα από το χέρι, τον σήκωσε, όταν όμως θέλησε να σηκώσει τον Πειρίθου, σείστηκε η γη και τον άφησε. Κύλησε πέρα και τον βράχο του Ασκάλαφου. (Απολλόδωρος 2.5.12)

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να συγχωρήσεις τον εαυτό σου

Το να συγχωρείς τον εαυτό σου δε σημαίνει ότι τη γλυτώνεις....

Αναγνωρίζω ότι ορισμένοι άνθρωποι «συγχωρούν» εαυτούς πολύ εύκολα και γρήγορα. Όταν νιώθουν τις αιχμηρές γωνίες των τύψεων και τη μαχαιριά τής μετάνοιας, αποφασίζουν να δώσουν άφεση αμαρτιών στον εαυτό τους.

Η άρνηση της ευθύνης του, η ελαχιστοποίηση του ρόλου του, η μετατόπιση της ευθύνης και η ενασχόληση με ρεβιζιονιστικές εκδοχές της ιστορίας είναι μερικές από τις χαρακτηριστικές κινήσεις του ατόμου που συγχωρεί εύκολα. Βεβαίως, δεν πρόκειται για αυθεντική αυτοσυγχώρεση διότι υπάρχει σχεδόν μηδαμινή αίσθηση αυτοκριτικής για το πώς οι πράξεις του έβλαψαν τους γύρω του ή τον ίδιο του τον εαυτό. Ούτε υπάρχει πολλή σκέψη για το πώς, τέτοιου τύπου εμπειρίες και ο τρόπος αντιμετώπισής τους, θα μπορούσαν να τον βελτιώσουν ως άνθρωπο στο μέλλον. Δεν καταβάλλεται ουδεμία προσπάθεια για την αποκατάσταση της οποιαδήποτε ζημιάς.

Τα άτομα που συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο ενδιαφέρονται να απαλλαγούν από τα αρνητικά συναισθήματα, σβήνοντας το παρελθόν. Αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους και τις πράξεις τους σαν ένα παιχνίδι με έναν πίνακα που γράφεις και σβήνεις διαρκώς. Με μια απλή κίνηση, όλες οι ενοχλητικές εμπειρίες και τα αρνητικά συναισθήματα εξαφανίζονται δια μιας.

Η αυτοσυγχώρεση και οι αυταπάτες που τη δυσκολεύουν

Η αυθεντική αυτοσυγχώρεση μπορεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση της αίσθησης του ατόμου ότι διαθέτει ηθικές αξίες και αξιοπρέπεια, ακόμα και αν έχει κάνει σημαντικά λάθη και έχει προκαλέσει μεγάλη ζημιά σε άλλους ή στον εαυτό του. Όλα καταλήγουν στο τι είναι πρόθυμος να κάνει ο καθένας στο παρόν και στο μέλλον. Πρέπει να αναγνωρίσει τι έχει κάνει, να επανορθώσει όσο καλύτερα μπορεί και όσο το επιτρέπουν οι συνθήκες και να δεσμευτεί ότι θα πράξει καλύτερα στο μέλλον. Η πικρή ειρωνεία είναι ότι οι άνθρωποι που ίσως το χρειάζονται περισσότερο, και το αξίζουν, δεν μπορούν να συγχωρήσουν τον εαυτό τους. Ο αναγκαίος αναστοχασμός και η αναγνώριση της συνυφασμένης κατάστασης μπορεί να αποδειχθούν διαδικασίες δύσκολες διότι πολλοί άνθρωποι επιβαρύνονται από μορφές αυταπάτης, κατάσταση η οποία φέρνει εμπόδια στο άτομο όταν καλείται να αναγνωρίσει πότε πρέπει να στραφεί στον δρόμο της αυτοσυγχώρεσης. Ορισμένες από αυτές τις μορφές αυταπάτης είναι οι εξής:

Εξαιρετισμός: Θεωρείτε τον εαυτό σας υπεύθυνο ή αξιόμεμπτο με κριτήρια τα οποία ποτέ δεν θα εφαρμόζατε σε άλλους. Διατηρείτε για τον εαυτό σας ένα πρότυπο, πολύ υψηλότερο από αυτά που αποδίδεται στους άλλους γύρω σας. Αυτή η κατάσταση είναι το ξαδελφάκι της τελειομανίας. Αξιώνεται ο εαυτός σας να είναι τέλειος και οτιδήποτε λιγότερο από την τελειότητα είναι μια τεράστια αποτυχία. Πιστεύετε ότι ελέγχετε τα αποτελέσματα των πράξεών σας. Εάν όμως τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν, τότε μπορείτε μόνο να υποθέσετε ότι το λάθος είναι εξ ολοκλήρου δικό σας.

Επεκτατισμός: Επεκτείνετε τη σφαίρα των ευθυνών σας σχεδόν στα πάντα. Υπερβαίνετε σημαντικά την περιοχή της ευθύνης σας, καταλήγοντας να αναλαμβάνετε έτσι την ευθύνη και για πράξεις ή καταστάσεις που δεν είναι δικές σας. Εάν θεωρείτε τον εαυτό σας υπεύθυνο για τα πάντα, θα αναμετράστε πάντα με τις αποτυχίες και τα λάθη σας.

Προκατάληψη επιβεβαίωσης: Λειτουργείτε με την υπόθεση ότι κάποιος σαν κι εσάς (και στο σημείο αυτό μπορείτε να εισάγετε όλες τις αρνητικές σας κρίσεις) μπορεί να προκαλέσει ζημιά ή να πληγώσει τους ανθρώπους γύρω του. Κάθε σας πράξη επιβεβαιώνει την ανεπάρκεια ή την ενοχή σας, γεγονός που εντείνει την ντροπή που αισθάνεστε. Πιστεύετε ότι όλα όσα κάνετε και οτιδήποτε σχετίζεται με εσάς είναι κακό, λάθος ή βλαβερό, και αυτός ο τρόπος θεώρησης των πραγμάτων ενισχύει την άποψή σας ότι ένας άνθρωπος όπως εσείς δεν είναι άξιος συγχώρεσης.

Αυτές οι μορφές αυταπάτης είναι άκρως δύσκολο να εντοπιστούν και να διακοπούν γιατί αποτελούν ιδιαίτερα οικείες συμπεριφορές στους ανθρώπους που τις ενστερνίζονται. Πιο συγκεκριμένα, θεωρούνται φυσιολογικές από τους ανθρώπους που συμπεριφέρονται υπό την επίδρασή τους, καθώς μεσολαβούν στον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τους εαυτούς τους και τους άλλους. Αυτές οι μορφές αυταπάτης έχουν πολύ σοβαρές συνέπειες.

Η αυτοσυγχώρεση ως αναγκαία της αξιοπρέπειας

Σκεφτείτε, για παράδειγμα, την Τίνα. Εάν η Τίνα πιστεύει ότι όλα τα κακά που συμβαίνουν σε μια σχέση είναι αποκλειστικά δικό της σφάλμα, ο σύντροφός της μπορεί να ενισχύσει αυτή την πεποίθηση μέσα από την δική του πεποίθηση ότι ο ίδιος δεν έχει καμία ευθύνη για το τι συμβαίνει. Η Τίνα υιοθετεί την ευθύνη του και την κατευθύνει μαζί με τη δική της στον εαυτό της. Μία τέτοια αντιμετώπιση των πραγμάτων μπορεί να καταστήσει μια κακή σχέση, τοξική και επικίνδυνη.

Ας υποθέσουμε ότι η Τίνα εν τέλει εγκαταλείπει τον σύντροφό της, μετά από πολλά χρόνια. Αισθάνεται απογοητευμένη για το γεγονός ότι παρέμεινε σε αυτή τη σχέση για τόσο μεγάλο διάστημα. Σπατάλησε πολλά χρόνια από τη ζωή της με κάποιον που, όχι μόνο δεν την έκανε καλύτερο άνθρωπο, αλλά επί της την κατέστρεψε. Γιατί λοιπόν η αυτοσυγχώρεση ενδείκνυται σε τέτοια συμφραζόμενα και ποια μορφή μπορεί να έχει στην περίπτωση της Τίνας; Η αυτοσυγχώρεση είναι κατάλληλη διότι αποτελεί έναν τρόπο αποκατάστασης της αξιοπρέπειας, η οποία συχνά ρημάζεται εντός τοξικών σχέσεων. Η αυτοσυγχώρεση είναι ένα βήμα για την ανοικοδόμηση – αν όχι για την οικοδόμηση για πρώτη φορά – της αίσθησης της σημαντικότητας του ατόμου.

Ποια μορφή μπορεί να έχουν για την Τίνα οι κρίσιμες διαδικασίες της αναγνώρισης, της επιδιόρθωσης και της δέσμευσης που οδηγούν στην αυτοσυγχώρεση;

Αρχικά, ρέπει να αναγνωρίσει το ιστορικό τής σχέσης και τα μοτίβα που μπορεί να αναπτύχθηκαν εκ νέου κατά τη διάρκειά της ή να βρήκαν τον δρόμο τους από προηγούμενες σχέσεις. Χρειάζεται να αναγνωρίσει τα συναισθήματα και τους λόγους παραμονής στη σχέση αυτή, καθώς και τους λόγους για τους οποίους έφυγε. Οφείλει να αναγνωρίσει τα στοιχεία ή τις καταστάσεις που ήταν πέρα από τον έλεγχό της, καθώς και τις ευθύνες τού συντρόφου της. Πρόκειται για πολύ δύσκολα πράγματα.

Η διαδικασία της επιδιόρθωσης παίρνει διάφορες μορφές

Επιδιορθώνω σημαίνει αποκαθιστώ, αναζωογονώ, θεραπεύω και συνεφέρνω τον εαυτό μου. Ένα σημαντικό βήμα είναι ο επαναπροσδιορισμός. Η Τίνα μπορεί να παίζει συνεχώς στο μυαλό της μία ταινία, κατηγορώντας τον εαυτό της για όλα όσα βίωσε, για το γεγονός ότι επέλεξε να παραμείνει στη σχέση αυτή για τόσο καιρό. Θεωρεί ότι τα προβλήματά της τα προκάλεσε η ίδια στον εαυτό της. Εάν, όμως, καλούνταν να επαναπροσδιορίσει συγκεκριμένες αποφάσεις, ίσως αυτό τη βοηθούσε να αναμορφώσει την ευρύτερη εικόνα.

Για παράδειγμα, μπορεί να διαπιστώσει ότι είχε πολύ λίγες επιλογές – με κάθε μία από αυτές να είναι κακή – για να επιλέξει ανάμεσά τους, αν και μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης, καμία δεν είναι καλή επιλογή. Μπορεί, ωστόσο, να επαναπροσδιορίσει τις ενέργειές της υπό το πρίσμα αυτών των επιλογών και να συνειδητοποιήσει ότι έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε σε δύσκολες καταστάσεις. Στην πραγματικότητα, μπορεί να διαπιστώσει ότι ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να βρει επιλογές σε πολλές περιπτώσεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να βοηθήσει την Τίνα να θεωρήσει τον εαυτό της ότι έχει λίγη παραπάνω αξία από όση αρχικά τού απέδιδε. Μία τέτοια εξέλιξη στη θεώρηση των πραγμάτων μπορεί να λειτουργήσει ως ένα τεράστιο επίτευγμα στην επούλωση των ψυχικών τραυμάτων και στην αποκατάσταση της αίσθησης αξίας τού εαυτού.

Η θηλυκή αντίληψη του κόσμου ως πυξίδα συνύπαρξης με τον Άλλον

Το γυναικείο σύμπαν δεν είναι απλώς μία από τις δύο διαφορετικές πιθανότητες της ζωής, αλλά η προϋπόθεση της. Αρσενικό και θηλυκό είναι δύο άκρα διαφοροποιημένα, αλλά συνδεδεμένα μεταξύ τους, που οριοθετούν τη δυνατότητα να υπάρξουμε, ενώ το γεγονός ότι ο ένας αποτελεί βασικό στοιχείο για τον άλλο προσδίδει νόημα στη ζωή.
 
Παρότι σήμερα παρατηρείται κατάχρηση και βιασμός του όρου «σχέση», στην πραγματικότητα δεν επιτεύχθηκε βαθιά και ολοκληρωμένη γνώση του νοήματός του.

Άνδρας και γυναίκα συναντιούνται, αναπτύσσουν δεσμούς και σχέσεις, παντρεύονται κι αποκτούν παιδιά, συγκροτούν αυτό που ονομάζεται ζεύγος, αλλά στην ουσία δεν είναι παρά μια δυάδα.

Η διαφορά που κάνει αυτούς τους δύο όρους μη παράλληλους είναι αξιοσημείωτη, αφού για τη δυάδα δεν απαιτούνται αυθεντικά και πηγαία αισθήματα, έντονη συναισθηματική συμμετοχή και επιθυμία για δόσιμο χωρίς την προσδοκία ανταλλάγματος. Το ζεύγος είναι όλα τα παραπάνω και πολύ περισσότερα, είναι μοίρασμα ζωής, ιδεών και αξιών, επιθυμία για κοινή πορεία στον δρόμο της ζωής.

Η σχέση του άνδρα και της γυναίκας παρουσιάζει σοβαρά κενά και ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί ώστε να καλυφτούν είναι μακρύς και δύσβατος. Η συνάντηση και η αλληλεπίδραση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού χαρακτηρίζεται μέχρι σήμερα όχι τόσο από την προοπτική και την επιθυμία για τη δημιουργία μιας σχέσης, όσο από την κατάσταση υποταγής στην οποία προ πολλού έχει περιέλθει η γυναίκα.

Υποταγή που προκλήθηκε από την κατάχρηση εξουσίας του αρσενικού απέναντι στο θηλυκό, κατάχρηση αιώνων, την οποία δεν κατάφερε ως τώρα να αποτινάξει η γυναίκα.

Γιατί το γυναικείο «ζήτημα» βάλλεται ακόμη και αμφισβητείται σε τέτοιο βαθμό; Γιατί οι γυναίκες χρειάστηκε να αγωνιστούν για τα ανθρώπινα δικαιώματα τους; Γιατί το θηλυκό βαρύνεται με διαφορετική μοίρα - και σίγουρα πιο σκληρή - από ό,τι το αρσενικό στην κοινωνία; Και, κυρίως, γιατί η γυναίκα βρίσκεται σε υποδεέστερη θέση έναντι του άντρα;

Ο πατριαρχικός πολιτισμός, που επιβλήθηκε πολύ πρώιμα στην ιστορία της ανθρωπότητας, συνέβαλε ώστε η μορφή του πατριάρχη να αποτελέσει τον πυρήνα της κοινωνικής ζωής, την κορυφή μιας πυραμίδας όπου οι γυναίκες κατείχαν τη χαμηλότερη βαθμίδα. Οι γυναίκες συνάντησαν τεράστια δυσκολία για να φτάσουν σε ένα επίπεδο αυτοεκτίμησης και να κατασκευάσουν τη δική τους αίσθηση ταυτότητας. Ο πατριαρχικός πολιτισμός παρήγαγε πλούσιο όγκο προκαταλήψεων και στερεότυπων. Η ισχυρότερη προκατάληψη, που άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της στην ανθρώπινη ιστορία, είναι ο εκτοπισμός της γυναίκας σε υποδεέστερη θέση, στο ρόλο ενός μη αυτόνομου και ανεξάρτητου όντος, ανίκανου να διαχειριστεί τον εαυτό του με τις δικές του δυνάμεις και με τα δικά του ψυχικά αποθέματα.

Ο υποβιβασμός του θηλυκού συνέβαλε αποφασιστικά στη δημιουργία των περισσότερων προβλημάτων που ταλανίζουν τις σχέσεις των δύο φύλων προκαλώντας έριδες και πάθη. Δεν είναι απορίας άξιο λοιπόν: ότι όλη η καταπιεσμένη ενέργεια (της γυναίκας) συσσωρεύεται και παίρνει τη μορφή μίσους προς τον εαυτό της, φθόνου προς τον κόσμο των ανδρών, ανταγωνισμού και μιμητισμού της αρσενικής συμπεριφοράς. (Whitmont, 1982, 261)

Αυτή η ψυχική παρόρμηση, όμως, προκαλεί έντονα πάθη και ανυπέρβλητες δυσκολίες στις γυναίκες, καθώς επιδίδονται στην εξαντλητική προσπάθεια της επιβεβαίωσης τους, του αυ-τοπροσδιορισμού τους ως άτομα διακριτά από τον άντρα, ως αυθύπαρκτες και όχι υποτελείς οντότητες. Οι γυναίκες ένιωσαν με μεγάλη ένταση την ανάγκη να αποκτήσουν γυναικεία συνείδηση, και μέχρι σήμερα πλανάται το ερώτημα κατά πόσο το έχουν καταφέρει.

Από τη στιγμή που γεννιόμαστε μας περιβάλλει ένα σύνολο μύθων, θρύλων και ιστοριών που τοποθετούν τη γυναίκα ένα σκαλοπάτι πιο κάτω από τον άντρα, ωστόσο η σχέση αρσενικού και θηλυκού δεν επιδέχεται κανενός είδους ασυμμετρία. Όσο θα εξακολουθεί να κληροδοτείται στη γυναίκα ένα πεπρωμένο διαφορετικό από του άντρα, δεν θα είναι εφικτό να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα η σχέση των δύο φύλων και να γίνουν κατανοητές οι πραγματικές αιτίες που την υπονομεύουν.

Το γεγονός ότι η γυναίκα υφίσταται μέχρι σήμερα την κατάχρηση των ανδρών, δεν οφείλεται σε ανωτερότητα των τελευταίων, ούτε στη δύναμη ή στην εξουσία τους.

Η υποταγή του θηλυκού δεν σημαίνει ότι το αρσενικό είναι καλύτερο ή ανώτερο αλλά, αντιθέτως, δείχνει την αδυναμία του άντρα, την αχίλλειο πτέρνα του που εκδηλώνεται με την πιεστική ανάγκη κατάκτησης της εξουσίας.

Το αρσενικό άγεται και φέρεται από τις ανάγκες του που, κατά ειρωνεία της τύχης, είναι επίκτητες, επιβεβλημένες από το σύνολο και την παράλογη κλίμακα προτεραιοτήτων του. Όσο ο άνδρας θεωρεί βασικό στοιχείο για την επιβίωση του την επιβολή του στους άλλους, την καθυπόταξη και την ηγεμόνευση τους, δεν μπορεί να ανοιχτεί στη διάσταση της σχέσης. Δεν μπορεί να συλλάβει το νόημα και την εσωτερική της αξία και πιστεύει πως παραμένει προνόμιο του θηλυκού. Αλλά μ' αυτήν τη στάση το αρσενικό στέρησε από τον εαυτό του το εκπληκτικότερο θαύμα της ζωής: τη σχέση.

Όσο το θηλυκό και το αρσενικό δεν τοποθετούνται πάνω σε δύο από τα πολλά σημεία της ίδιας ευθείας γραμμής και επιδιώκουν να επιβληθούν ο ένας στον άλλον, δεν μπορούμε να μιλούμε για «ζεύγος» και για αληθινή σχέση. Η σχέση είναι μια αναμέτρηση ίσου προς ίσον, όπου πρυτανεύουν η αγάπη, η σεξουαλικότητα, η εμπιστοσύνη, η φιλία αλλά κυρίως ο αμοιβαίος σεβασμός. Ένας τυραννικός και εξουσιαστικός άνδρας που υποτιμά το θηλυκό, χάνει μέσα από τα χέρια του τη σπουδαία ευκαιρία να συνάψει μια αυθεντική σχέση με τη γυναίκα. Διότι ο συγκεκριμένος άνδρας στην ουσία τρέμει μήπως χάσει τη μοναδική μορφή υπεροχής που αντιλαμβάνεται ίσως κάποιο είδος έμφυτου «τίτλου ευγενείας», δηλαδή όχι κερδισμένο με την αξία του.

Ένα από τα σημεία όπου πρωταγωνιστεί το θηλυκό είναι ακριβώς η σχέση, η σχέση για δύο η οποία βασίζεται σε αληθινά συναισθήματα και σε αυθόρμητες ψυχικές παρορμήσεις. Το θηλυκό βασιλεύει στην επικράτεια της ψυχής, είναι σοφός και επιδέξιος σύμβουλος, μάστορας των συναισθημάτων και των συγκινήσεων. Με άλλα λόγια, καλλιεργεί αξίες και στοιχεία με τα οποία δεν είναι εξοικειωμένο το αρσενικό ή απλώς τα περιφρονεί. Στην πραγματικότητα, η εκπληκτικότερη αλλαγή στην εποχή μας, σε ό,τι αφορά το ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία, δεν είναι τόσο - όπως πιστεύεται - η «γυναικεία χειραφέτηση», η νίκη στον αγώνα «για ισότητα», η διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, όσο η συνειδητοποίηση.

Τι είναι όμως αυτό που συνειδητοποιούμε; Ποιας πραγματικότητας γινόμαστε κοινωνοί; Όλοι, άνδρες και γυναίκες, είμαστε δέκτες των αποτελεσμάτων ενός εξαιρετικά ενδιαφέροντος φαινομένου που ορισμένοι ειδικοί είχαν ήδη προβλέψει και είχαν ονομάσει «θηλυκοποίηση του κόσμου». Πρόκειται για κοινωνικό φαινόμενο που συνίσταται στην ανακάλυψη και στη συνειδητοποίηση της «θηλυκής αντίληψης του κόσμου», λειτουργεί ως μια νέα προσέγγιση της ζωής που επαναπροσδιορίζει τις παραδοσιακές ανδρικές αξίες, πάνω στις οποίες στηρίχτηκε η πατριαρχική κοινωνία.

Σιγά-σιγά αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος καινούργιες «θηλυκές» αξίες που βάζουν σε δεύτερη μοίρα την ανάγκη για δύναμη, επιβολή και κυριαρχία, και αναδεικνύουν τη διάσταση της σχέσης με κυρίαρχο δεδομένο την αγάπη και το συναίσθημα, και κεντρικό στόχο τη συν - ύπαρξη με τον άλλον.

Γνωρίζοντας κανείς το γυναικείο σύμπαν, ανοίγεται προς τη σημαντικότερη δυνατότητα που προσφέρει η ζωή: τη διαπροσωπική σχέση. Αυτή είναι η ανεξάντλητη πηγή της ψυχικής μας στήριξης, ο μόνος τρόπος να ζήσουμε χωρίς να μας καταβροχθίσει η ίδια η ζωή.

Η συνειδητοποίηση αυτής της πραγματικότητας αποτελεί ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός, που μπορεί να μας φέρει στο «σωστό δρόμο», στο δρόμο της αναμέτρησης και της βαθιάς σχέσης με τον Άλλον. Και την επιλογή του Άλλου οφείλουμε να την κάνουμε σε πρώτο πρόσωπο, αποδεικνύοντας στον εαυτό μας ότι είμαστε σε θέση να κατευθύνουμε τη μοίρα μας. Η αγάπη περιέχει κι αυτό: τη συνειδητή επιλογή που υπαγορεύεται από τα συναισθήματα μας, την ελεύθερη επιλογή που εκπηγάζει από τη βαθιά επιθυμία να μοιραστούμε τη ζωή μας με αυτόν που πιστεύουμε ότι βρίσκεται στο ύψος των απαιτήσεων μας.

Η συνειδητοποίηση και η αυτογνωσία είναι κατακτήσεις που προϋποθέτουν άνοιγμα προς τους άλλους και προς την πραγματικότητα, και μας αναγκάζουν να αφήσουμε πίσω μας πολλά απ' αυτά που γνωρίζαμε. Στην αληθινή και ζωογόνο σχέση οδηγούμαστε μόνον αφού προηγουμένως έχουμε συνειδητοποιήσει ποιοι είμαστε και ποιες είναι οι βαθύτερες, εσωτερικές μας επιθυμίες και ανάγκες.

Με τον εαυτό μας οφείλουμε να μην συμβιβαζόμαστε ποτέ, και για να το πετύχουμε αυτό απαιτείται πρώτα απ' όλα η συνειδητοποίησή μας, η έξοδος από το σκότος του ασυνειδήτου και η πορεία προς τους απεριόριστους ορίζοντες της εσωτερικής μας ελευθερίας. Για να απαλλαγεί η γυναίκα από την κατάσταση του υποδεέστερου όντος και για να κερδίσει την ελευθερία της, θα πρέπει πρωτίστως να αποτινάξει την αρνητική εικόνα και την ανυποληψία που διαμόρφωσαν οι προκαταλήψεις. Την επόμενη στιγμή θα ναι σε θέση να ξεκινήσει με το κεφάλι ψηλά για τη συνάντηση με τον Άλλον• γεμάτη δύναμη από την επίγνωση του εαυτού της.

Στο έργο της μεταμόρφωσης και της αυτογνωσίας καλούμαστε να συμβάλουμε όλοι, άνδρες και γυναίκες.

Aldo Carotenuto, Η ψυχή της Γυναίκας

Θρησκεία ενός κατώτερου Θεού

Δεν είμαι βέβαιος αν οι θρησκείες μπορούν να θεωρηθούν πολιτισμικά προϊόντα της ανθρωπότητας, σίγουρα όμως δεν είναι πάντα μεταξύ των πολιτισμένων.

Παρ' όλα αυτά, είναι γεγονός πως σπάνια έχει υπάρξει εποχή και λαός χωρίς θρησκεία, διότι αυτή απορρέει από την φαντασιακή συγκρότηση του ίδιου του ανθρώπου.

Ο Θεός πατέρας, η Θεά μητέρα και τα ξεχωριστά τέκνα συνδυάστηκαν σε όλους τους βαθμούς σχέσης και σκληρότητας μεταξύ τους.

Ο ψυχικός ολοκληρωτισμός των θρησκειών έδειξε απίστευτη αντοχή σε σύγκριση με άλλους ολοκληρωτισμούς που έκαναν έναν σύντομο ιστορικό κύκλο, λόγω αυτής ακριβώς της συγκεντρωτικής οικογενειακής καταγωγής του.

Οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι και να θυσιαστούν ακόμα για τον τοτεμικό πατέρα της φαντασιακής τους υπόστασης, κάτι που δύσκολα θα έκαναν για τον φυσικό.

Το θρησκευτικό σύστημα του ανθρώπου καθίσταται ένα ιδεώδες το οποίο τρόπον τινά είναι ο κληρονόμος του ναρκισσισμού του.

Το ακραίο θρησκευτικό μίσος δεν είναι παρά μόνο η άλλη όψη του νομίσματος που εξαργυρώνει την ναρκισσιστική αγάπη στην Θεϊκή οικογένεια της καταγωγής.

Τρελή αγάπη και τρελό μίσος αναπόσπαστα και αδιαχώριστα μεταξύ τους, φουντώνουν τον φανατισμό ως μαγιά των φονικών ενστίκτων του θανάτου.

Τα ένστικτα αυτά είναι ο "Σατανάς", αυτός ο κατώτερος θεός που ρίχνει λάδι στη φωτιά της πίστης.

Ο θάνατος καθίσταται βέβαια ιερός αν συζευχθεί με τον σκοπό της ναρκισσιστικής επανένωσης με την Θεϊκή οικογένεια.

Η αυτοθυσία υπό αυτές τις συνθήκες είναι καθαγιασμένη.

Οι ορμές του θανάτου ήταν πάντα ένα μυστηριώδες πεδίο της ανθρώπινης υπόστασης και δυστυχώς εκδηλώνονται με μεγάλη βιαιότητα σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο όταν οι συνθήκες θα το ευνοήσουν.

Θρησκευτικοί, οικονομικοί, επεκτατικοί και άλλοι πόλεμοι γίνονται μάρτυρες της ύπαρξής και της σφοδρότητάς τους.

Η ικανοποίηση φαντασιακών ναρκισσιστικών κινήτρων βρίσκεται συχνά πίσω από τα πρόδηλα οικονομικά, εδαφικά και άλλα οφέλη.

Ο πόλεμος των μονοθεϊστικών θρησκειών ακολουθεί αυτή τη φαντασιακή νομοτέλεια.

Η αντιζηλία των διαφορετικών αδερφών για την υπέρτατη αγάπη του μοναδικού Θεού πατέρα πυροδοτεί τον φονικό ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Ο προνομιούχος πρωτότοκος του μονοθεϊσμού Ιουδαϊσμός, συγκεντρώνει τον φθόνο των άλλων μονοθεϊστικών θρησκειών, χωρίς να αναιρεί καθόλου την μεταξύ τους διαμάχη.

Αλλά και μεταξύ “διδύμων” αδερφών, ορθοδόξων και καθολικών, Σιιτών και Σουνιτών η φαντασιακή διαμάχη για την προνομιακή αγάπη του Πατέρα είναι σκληρή και ορισμένες φορές σκληρότερη.

Η “Δύση” και ο πολιτισμός της είναι ένα ακόμα πρόσωπο, μια μεταμφιεσμένη απόδοση του μισητού αδερφού.

Με βεβαιότητα θα υπάρξουν και άλλες στο μέλλον.

Ποια είναι η “λύση” και η έξοδος από αυτή τη βίαιη συνθήκη;

Πως μπορεί ο άνθρωπος να γλυτώσει από αυτόν τον κατώτερο θεό;

Μια κάποια απάντηση επιχείρησε να δώσει η Κοινωνία των Εθνών το 1931 έπειτα από τον καταστροφικό πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

Ζήτησε από προσωπικότητες της εποχής να ανταλλάξουν επιστολές γύρω από ζητήματα της αρμοδιότητάς της, με σκοπό τη δημοσίευσή τους στην υπηρεσία της παγκόσμιας ειρήνης.

Ο Αϊνστάιν ήταν από τους πρώτους που ανταποκρίθηκαν και επέλεξε να αλληλογραφήσει με τον Φρόιντ.

Του έθεσε το ερώτημα, «Υπάρχει τρόπος να απαλλαγούν οι άνθρωποι από τη μοίρα του πολέμου;».

Η επιστολή του Φρόιντ εστιάστηκε στο πεπρωμένο του πανανθρώπινου ενστίκτου του θανάτου που βρίσκεται πίσω από την καταστροφική βία όλων των μορφών, ασφαλώς και της θρησκευτικής.

Η πρότασή του για έξοδο από τη μοίρα αυτή, ήταν ο πολιτισμός.

Σημείωσε όμως πως ο μύλος του πολιτισμού αλέθει τόσο αργά, που αναπόφευκτα πολλοί θα πεθάνουν από “πείνα” μέχρι να δώσει το “αλεύρι” του.....

Δεν μπορούμε να ελπίζουμε λοιπόν στον πολιτισμό με την έννοια του χρηστικού μέσου, ούτε να τον επικαλούμαστε σαν άλλη θρησκεία.

Ο πολιτισμός απλώς προκύπτει από τη διαρκή μετουσίωση των ενστίκτων στον χρόνο που αυτά χρειάζονται .

Ίσως σε ένα απώτερο, ποιος ξέρει πόσο μακρινό μέλλον θα παγκοσμιοποιηθεί τόσο ο πολιτισμός, που οι άνθρωποι δεν θα σκοτώνονται μεταξύ τους.

Αν αυτό το μέλλον υπάρξει βέβαια ποτέ, είναι πολύ πιθανό να μην υπάρχουν θρησκείες και στρατοί.

Μέχρι τότε θα υπάρχουν οι κοινωνικοί θεσμοί, η δημοκρατία και ο γνήσιος ανθρωπισμός.