Κυριακή 21 Ιουλίου 2019

Η Αντίληψη Περί Πατρίδας

Η Αρχαιοελληνική Αντίληψη Περί Πατρίδας και ο Σημερινός Ευτελισμός της
 
H περί πατρίδας πολιτική αντίληψη των κλασικών ελλήνων και η νεώτερη προπαγανδιστική διαστροφή της σε “πατριωτισμό”, “εθνική ενότητα” και “εθνική ομοψυχία”. Οι έλληνες δεν μάχονταν για «ιδέες», «ιδανικά» και άλλες ιδεολογικοποιημένες αυταπάτες, αλλά για απόλυτα καθορισμένες και χειροπιαστές σημασίες, όπως  η πόλη – πατρίδα. Η τελευταία σε πλήρη αντίθεση με τον σημερινό συσκοτισμό της («έθνος – κράτος») δεν ήταν μια ιδεολογική αφαίρεση· ήταν πρωταρχικά μια αυτοκυβερνώμενη ανθρώπινη κοινότητα, η οποία αυτοπροσδιοριζόταν  βιολογικά (κοινός γεννήτορας και πρόγονοι) χρονικά (κοινή ιστορική διαδρομή), συνειδησιακά (κοινά έθιμα, θεσμοί, σημασίες  κ.λπ.) και μόνο δευτερευόντως, γεωγραφικά.
 
Ο γεωγραφικός προσδιορισμός της πατρίδας φαίνεται, ότι ιεραρχείτο ως δευτερεύων, αφού αρκετές φορές υποχωρούσε υπό το βάρος άλλων, κοινωνικών, πολιτικών κ.ά. παραγόντων. Οι αναρίθμητες αποικίες των ελλήνων ιδρύθηκαν σε περιοχές, όπου αυτοί δεν μπορούσαν να επικαλεστούν κανένα γεωγραφικό παρελθόν και οι νέες ελληνικές πόλεις εγκαθιδρύθηκαν βασισμένες αποκλειστικά στους άλλους παράγοντες.
 
Επίσης ο Θεμιστοκλής θεωρούσε δευτερεύοντα τον γεωγραφικό προσδιορισμό της Αθήνας, όταν απείλησε, πως αν οι υπόλοιποι έλληνες δεν επιθυμούσαν να δώσουν ναυμαχία στη Σαλαμίνα, οι αθηναίοι θα πήγαιναν να ξαναϊδρύσουν την πόλη τους στην Ιταλία. Βλ. επίσης τη ρήση στον Θουκυδίδη «άνδρες γαρ πόλις» («η πόλη είναι οι άνδρες της», Ζ΄ 77) δηλαδή οι πολίτες της, που φέρουν παντού και πάντα την πολιτική τους διαπαιδαγώγηση και με αυτόν τον τρόπο δίνουν ύπαρξη στη πόλη.
 
Αλλά και γενικότερα οι έλληνες δεν προσδιόριζαν την πόλη-πατρίδα με γεωγραφικούς όρους, αφού έλεγαν π.χ. «οι αθηναίοι», ή «οι κορίνθιοι» και ποτέ «η Αθήνα», ή «η Κόρινθος». Ήταν, κατά συνέπεια, κάτι απολύτως συγκεκριμένο, για το οποίο άξιζε να πεθάνει κάποιος, ακριβώς επειδή δέν άξιζε να ζει χωρίς αυτό.  Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι οι αρχαίοι έλληνες, σαν ο πρώτος πολιτικά ελεύθερος λαός της ιστορίας, είναι οι εφευρέτες της πατρίδας. Η αυτοκυβερνώμενη πατρίδα – πόλη αποτελούσε για τους έλληνες έννοια κατ’ εξοχήν πολιτική.
 
Στον Επιτάφιο του Περικλέους (όπως τον αποδίδει ο Θουκυδίδης) κατονομάζονται οι χειροπιαστές αιτίες, για τις οποίες καλούνταν να πολεμήσουν οι αθηναίοι: η επιβεβαιωμένη στην πράξη ευνομία τους, οι απεριόριστες ευκαιρίες που είχε ο καθένας σε αυτή την πόλη για να αναπτύξει τις δυνατότητές του, οι  θεσμοί τους ως προϊόν αυθεντικής (=αυτόνομης) συλλογικότητας, η πολιτικώς θεσμισμένη (=έμπρακτη) ταύτιση ατομικού και συλλογικού συμφέροντος, η αναμφισβήτητη πληρότητα της ζωής τους.
 
Πουθενά στο συναρπαστικό αυτό κείμενο δεν θα βρει κανείς τον μεταγενέστερο πατριδοκάπηλο μελοδραματισμό, ύποπτους συλλογιστικούς ακροβατισμούς (στους οποίους ανέκαθεν επεδίδετο η εθνικιστική προπαγάνδα, βλ. «έθνος – κράτος») συγκινησιακά φορτισμένες κοινοτοπίες και λοιπά ιδεολογικοποιημένα ξεροκόκαλα, από αυτά, που πετούν συχνότατα οι έμποροι του πολέμου στις αποβλακωμένες ανθρωπομάζες/κρέας για τα κανόνια τους.
 
Ακόμα και η παραδοσιακή ομηρική έννοια της εξιδανικευμένης πολεμικής δόξας, απέκτησε στην κλασική εποχή υλικό σημείο αναφοράς: οι πεσόντες, π.χ. του Μαραθώνα, θεωρούνται πλέον δοξασμένοι ήρωες, όχι απλώς επειδή πολέμησαν γενναία, αλλά γιατί πολέμησαν για χειροπιαστά πράγματα, π.χ. για την πολιτική κοινότητά τους. Αλλά και από την Ιλιάδα (Β΄ 212 κ.ε.) δεν λείπει το πρωτόλειο  μιας  υλιστικής και πολιτικής αντίληψης περί πολέμου.
 
Ο Θερσίτης, ένας συνηθισμένος πολεμιστής, που θέλει να επιστρέψουν οι αχαιοί στην Ελλάδα αντί να συνεχίσουν τον πόλεμο, απευθύνεται με παρρησία στον Αγαμέμνονα λέγοντάς του, ότι: «οι σκηνές σου είναι γεμάτες από χαλκό και γυναίκες, εκλεκτά λάφυρα, που εμείς οι αχαιοί σου δίνουμε όποτε κατακτάμε μια πόλη. Είσαι άπληστος για το χρυσάφι, που οι αλογάρηδες Τρώες θα σου φέρουν ως λύτρα για τον γιό τους, που εγώ, ή κάποιος άλλος αχαιός θα αιχμαλωτίσει; Ή για κάποια γυναίκα που θα κοιμάσαι μαζί της και θα κρατάς μόνο για τον εαυτό σου;»
 
Στη συνέχεια λέει, ότι είναι ανάρμοστο να παρατείνεται ο πόλεμος μόνο και μόνο για να οικειοποιείται ένας βασιλιάς τη μερίδα του λέοντος από τα  λάφυρα. Ο Θερσίτης, σαν συνειδητοποιημένος  πολίτης, απαιτεί να έχει λόγο στα τής εκστρατείας, στην πορεία της, στη διανομή των ωφελημάτων της κ.λπ.
 
Το αντιπροσωπευτικότερο επιχείρημα, που μπορεί να επικαλεστεί κανείς σχετικά με το πώς οι έλληνες της κλασικής εποχής αντιλαμβάνονταν την κατ’ εξοχήν πολιτική διάσταση της πατρίδας, βρίσκεται στον Ηρόδοτο «Φαίνεται δε όχι μόνο από ένα παράδειγμα αλλά γενικώς πόσο σπουδαίο πράγμα είναι η ισηγορία. Διότι όταν οι αθηναίοι διοικούντο τυραννικά  δεν ήσαν καθόλου καλύτεροι στα πολεμικά από κανέναν από τους γείτονές τους, απαλλαγέντες όμως από τους τυράννους έγιναν οι καλύτεροι όλων. Τούτο φανερώνει, ότι όταν ήσαν υποταγμένοι συμπεριφέρονταν εκουσίως ως δειλοί, σκεπτόμενοι, ότι εργάζονται για τον δεσπότη τους, όταν όμως ελευθερώθηκαν, ο καθένας έδειχνε προθυμία να εργαστεί σκεπτόμενος, ότι εργάζεται για τον εαυτό του».
 
Με άλλα λόγια ο άνθρωπος αποκτά πατρίδα μόνο όταν γίνεται πολίτης. Και τότε, αν χρειαστεί, πολεμάει για τον εαυτό του κι άρα για την πατρίδα του (και όχι το αντίστροφο). Καμία σχέση με υπηκόους, που σύρονται στα πεδία των μαχών ωθούμενοι από το ιδεολογικό («εθνικό») κουτόχορτο, που τούς έχει ταΐσει κάποιος πατριδοκάπηλος εξουσιαστής.
 
Ακόμα και μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο, όπου  παρατηρείται μια όξυνση των κοινωνικών συγκρούσεων εντός των εξασθενημένων πόλεων και όπου η κοινωνική συνοχή τίθεται συχνά υπό αίρεση, οι έλληνες παραμένουν υποψιασμένοι πολίτες και  δεν συγκινούνται από καμιά υποκριτική επίκληση για κοινωνική ειρήνη στο όνομα δήθεν της πατρίδας-πόλης. Εξ άλλου τέτοιου είδους επικλήσεις είναι ανύπαρκτες στην ελληνική αρχαιότητα: η όποια επίκληση της πατρίδας γινόταν πάντα συνοδεία επιχειρημάτων, όπως π.χ. στον Επιτάφιο του Περικλή.
 
Σε κάθε άλλη περίπτωση (π.χ. τυραννίας, κοινωνικής ανισότητας κ.λπ.) η στάσις (και ό,τι αυτή συνεπαγόταν, π.χ, τον φόνο «συμπολιτών» – αρπακτικών, δηλαδή ομοεθνών) θεωρείται όχι μόνο δικαιολογημένη, αλλά και αυτονόητη (σε πλήρη αντίθεση με τη σημερινή εποχή, όπου θεωρείται σεμνότυφα «εθνική προδοσία» -σημειωτέον, ότι για «εθνική προδοσία» δεν είχαν κατηγορηθεί ούτε οι μηδίσαντες έλληνες). Tα αρχαία πολιτικά συγγράμματα πραγματεύτηκαν το φαινόμενο της στάσεως, χωρίς υποκρισία, ως προϊόν της κοινωνικής ανισότητας (βλ. Αριστοτέλους, Πολιτικά,V,1301 a25-1301 b 18. Αλλά και Αινεία Τακτικού, Πολιορκητικά XIV, 1).
 
Οι αρχαίοι έλληνες διέθεταν ανέκαθεν πλήρη επίγνωση, ότι αποτελούν έθνος με κοινή καταγωγή, γλώσσα, πολιτισμό κ.λπ. Ωστόσο, αυτό δεν τους έλεγε και πολλά πράγματα από πολιτικής πλευράς. Γνώριζαν, ότι η κοινωνική συνοχή απαιτεί πολύ περισσότερα πράγματα από απλοϊκές ιδεολογικές καταφυγές σε κάποιο «κοινό αίμα» κι ότι εξασφαλίζεται μόνο εάν η έμφαση δοθεί στο πολιτικό μέρος του προβλήματος.
 
Ο ελληνικός πολιτικός στοχασμός αναδύθηκε από αυτό ακριβώς το «κοινό αίμα» που έχυναν αλύπητα οι έλληνες στις μεταξύ τους «αντεθνικές» συγκρούσεις και, κυρίως, στον συχνό κοινωνικό πόλεμο εντός των πόλεων. Η κοινή εθνική καταγωγή μπορεί να βοηθήσει στην κοινωνική συνοχή, αλλά δεν μπορεί ούτε να τη δημιουργήσει, ούτε να την διατηρήσει. Γνώριζαν, ότι η επίκληση της κοινής καταγωγής δεν επαρκεί για να αποτρέπει τις κοινωνικές συγκρούσεις κι ότι ήταν επισφαλής βάση, ώστε να θεμελιώσουν επάνω της την πολιτική τους αναζήτηση και πρακτική.
 
Αυτό το έκανε πολύ αργότερα ο νεώτερος εξουσιασμός επινοώντας το φαιδρό υβρίδιο του «έθνους-κράτους». Το εθνοκράτος παγίωσε στη συλλογική συνείδηση μια αποϊεροποιημένη και  χυδαία εδαφική/συνοριακή αντίληψη της πατρίδας.
 
Πολεμικό συμβούλιο.
 
Στις κλέφτικες ομάδες που πολλές φορές συγκέντρωναν εκατοντάδες παλληκάρια, ξαναέζησε το πνεύμα των περίφημων συμβουλίων των πολεμιστών της Ιλιάδας, αλλά και των λαϊκών συνελεύσεων (εκκλησιών του Δήμου) της κλασικής εποχής. Έτσι, ο πόλεμος διεξάγεται ελληνικότατα, από μια στοιχειωδώς πολιτική κοινότητα και όχι από έναν στρατό σκλάβων.

Στην αρχαία ελληνική πόλη η στράτευση  γινόταν περισσότερο αντιληπτή ως τιμή παρά ως υποχρέωση. Αυτό συνέβαινε, διότι ο στρατός ήταν στρατός πολιτών και όχι υπηκόων, ή σκλάβων. Οι οπλίτες/πολίτες, σε αντίθεση με σήμερα, είχαν μια πραγματική -και όχι ιδεολογική- πατρίδα να υπερασπίσουν π.χ. ως άτομα είχαν ολοκληρωμένη πολιτική οντότητα και όχι τα σημερινά καχεκτικά «πολιτικά δικαιώματα».
 
Κατά τον ίδιο τρόπο οι αγωνιστές του 1821 αντιλαμβάνονταν την πατρίδα ως κάτι χειροπιαστό κι όχι ως μια αφηρημένη ιδέα. Γι΄ αυτό, η μισθοδοσία των παλληκαριών τους και η δίκαιη διανομή των λαφύρων, απασχολούσαν τούς οπλαρχηγούς το ίδιο με τον σχεδιασμό των συγκρούσεων. Αυτό δεν οφειλόταν στον ελλιπή, λόγω ανυπαρξίας τακτικού στρατού, εφοδιασμό (ο τακτικός στρατός ήταν άλλωστε κάτι, που τους προξενούσε αποστροφή).
 
Απλώς δεν δέχονταν να  πολεμήσουν για την «πατρίδα» των κοτσαμπασήδων και των φαναριωτών, που ήσαν αραγμένοι στα μετόπισθεν (αναλόγως έπρατταν και τα πληρώματα των πλοίων). Επίσης, από ένα σημείο και μετά, απαιτούσαν και συμμετοχή στην πολιτική εξουσία. Όποιος διαβάσει, έστω και επί τροχάδην, τα απομνημονεύματα των διαφόρων οπλαρχηγών του 1821 θα διαπιστώσει την πλήρη ομοφωνία τους στο να μήν πολεμούν, κατά το κοινώς λεγόμενο, «για την ψυχή της μάνας τους» αλλά, για «πεζά» υλικά πράγματα, τόσο για τους ίδιους, όσο και για τους πολεμιστές τους: χρήματα, λάφυρα, αγροτικές εκτάσεις, πολιτική συμμετοχή. Κάτι, που (κακώς) θα απογοητεύσει τους γαλουχημένους με τις προπαγανδιστικές αγιογραφίες, που προωθεί το νεοελληνικό εθνοκράτος.
 
Χιλιετίες πρωτύτερα, ο -ολιγαρχικός- Πλάτων (Πολιτεία VIII, 551 d-e) είχε παραδεχθεί, ότι οι ολιγαρχικοί δεν είναι ικανοί να κάνουν πόλεμο «γιατί είναι αναγκασμένοι, ή να οπλίσουν το πλήθος, οπότε θα το φοβούνται περισσότερο από τους εχθρούς, ή να μην το χρησιμοποιήσουν καθόλου». Το οπλισμένο πλήθος του 1821, σε πλήρη αντίθεση με τους νεοέλληνες απογόνους του, γνώριζε ενστικτωδώς αυτή την αλήθεια και πολεμούσε για τους δικούς του λόγους, οι οποίοι συνήθως δεν είχαν καμία σχέση με τα πολιτικά «μαγειρέματα» των ελληνικών εξουσιαστικών ομάδων της εποχής.
 
Η ρίζα αυτής τής εντελώς αντιιδεολογικής αντίληψης περί πατρίδας, πολέμου και στρατού είναι κοινή τόσο στους αρχαίους, όσο και στους νεώτερους.  Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ανθρώπους, που γνωρίζουν γιατί πολεμούν και δεν έχουν πέσει θύματα ιδεολογικοποιημένης εξαπάτησης. Παρά την έλλειψη μόρφωσης των Κλεφτών, ο  πόλεμός τους είχε πάντα ως κυρίαρχη μια ενστικτώδη υγιή πολιτική διάσταση, αντί για μια περιορισμένη και νεφελώδη «εθνική» και εδαφική.

Γαλουχημένοι με κείμενα όπως η συναρπαστική Ελληνική Νομαρχία τού Ανωνύμου του Έλληνος, οι εξεγερμένοι του 1821 ένιωθαν, ότι:
 
«Πατρίς είναι μια λέξις, διά της οποίας όλοι κοινώς εννοούσι την γην, εις ήν εγεννήθησαν, οι μόνον ελεύθεροι όμως δύνανται να καταλάβωσι τήν μεγάλην αυτής σημασίαν, και δια τούτο οι δούλοι αδιαφόρως προφέρουσι τοιούτον όνομα. Τα ονόματα αγαπητοί μου, λαμβάνουν την σημασίαν από την ιδιότητα των πραγμάτων, εις τα οποία αναφέρονται. Όθεν, αν τινάς δεν γνωρίζει το πράγμα εις ουδέν του χρησιμεύει η ονομασία του. Και καθώς ο εκ γενετής αόμματος, προφέροντας τα ονόματα των χρωμάτων ουδέν εννοεί, επειδή δεν είδε ποτέ τα χρώματα, ούτως και οι νυν Έλληνες με το «Πατρίς» άλλο δεν εννοούσι ειμή τήν γην εις την οποίαν εγεννήθησαν, επειδή τούς λείπει η ελευθερία. Ω! πόσον διαφέρομεν από τους προγόνους μας οι ταλαίπωροι! Η  λέξις «Πατρίς» ερέθιζε εις την ενθύμησιν τών προγόνων μας όλας τας ιδέας τών καλών της ελευθερίας και όλην την ευδαιμονίαν της ζωής των.»
 
Στη σημερινή εποχή η  έννοια της πατρίδας (ίσως η  μόνη, για την οποία άξιζε ανέκαθεν να πολεμήσει κανείς) έχει ευτελιστεί σε μια ιδεοληψία για όσους αρέσκονται να στριμώχνουν την πραγματικότητα σε απλοϊκά θρησκευτικά, ή εθνικιστικά σχήματα. Είναι αξιοσημείωτο, ότι οι αρχαίοι έλληνες, που πολέμησαν για πραγματικά ιερά πράγματα, τα οποία -θεωρητικά τουλάχιστον- αποδέχεται ως ιερά και ο σημερινός κόσμος, δεν το διατυμπάνισαν και δεν τα ιδεολογικοποίησαν ποτέ. Σε αντίθεση με τους ευρεσιτέχνες των διαφόρων ιδεολογιών του πολέμου.
 
Γι’ αυτό ένας πολίτης, που θέλει να είναι πραγματικά τέτοιος, αν ποτέ κληθεί να πολεμήσει, είναι απαραίτητο να αναρωτηθεί ποιός και γιατί πραγματικά του ζητά να το κάνει κι ας διεξάγει όπως μπορεί τον δικό του αντιιδεολογικό πόλεμο. Στην πράξη αυτό μόνο με έναν τρόπο μεταφράζεται: μετατροπή του ιδεολογικοποιημένου «εθνικού» πολέμου σε υλιστικό κοινωνικό, δηλαδή, κατά την απατηλή ορολογία του εθνοκράτους, σε «εμφύλιο» ή «ανταρσία» ή στα αρχαία ελληνικά στάση.
 
Δηλαδή ταυτόχρονος πόλεμος όσων θέλουν να λέγονται πολίτες, εναντίον, τόσο των «εξωτερικών» όσο και (κυρίως) των εσωτερικών εχθρών – εξουσιαστών της κοινωνίας. Μια σύρραξη με έναν «εξωτερικό» εχθρό, αποτελεί πάντα μια καλή ευκαιρία για τους εκμεταλλευόμενους, να διευθετήσουν γρήγορα και εύκολα όλη την ανώμαλη κοινωνική κατάσταση, στην οποία ζούν αλαζονικώς επαναπαυμένα τα κοινωνικώς κυρίαρχα παράσιτα.
 
Έτσι οι νικητές του κοινωνικού πολέμου θα έχουν αποκτήσει μια πραγματική (και όχι ιδεολογική) πατρίδα για να υπερασπίσουν. Η θέση περί μετατροπής των «εθνικών» πολέμων σε κοινωνικούς αποτελεί μια μεγάλη συνεισφορά της κλασικής πολιτικής σκέψης, που εγκαινίασαν οι ελληνικές δημοκρατίες και έφτασε ως εμάς διαμέσου της Γαλλικής Επανάστασης και του επαναστατικού σοσιαλισμού του 19ου αιώνα.

Μην πιστεύετε όλα όσα σκέφτεστε

Οι σκέψεις ταξιδεύουν στο μυαλό μας συνεχώς. Μερικές φορές έρχονται και ξαναεπιστρέφουν. Όπως είναι ένας δρόμος με κίνηση. Κάποιες στιγμές υπάρχει ροή, συνέχεια και λογικό επακόλουθο, ενώ άλλες στιγμές «κυκλοφοριακό» και συνωστισμός. Όταν συμβαίνει αυτό, επηρεαζόμαστε τόσο πολύ ψυχολογικά, που είναι δυνατόν να αλλάξει όλη η ψυχοσύνθεση και ο συναισθηματικός μας κόσμος – άγχος, κατάθλιψη, δυσφορία.
 
Ωστόσο, επειδή οι σκέψεις κυκλοφορούν μέσα στο μυαλό, αυτό δε σημαίνει ότι αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα. Συχνά είναι προϊόν φαντασίας παρά παρατήρησης. Επομένως, με σκοπό την ομαλή ροή των σκέψεων, είναι ουσιώδες να μη πιστεύετε όσα σκέφτεστε.
 
Οι άνθρωποι έχουν πολλών ειδών σκέψεις. Συχνά είναι διεκπαιρεωτικές, διαδικαστικές και κατευθύνονται από τους ίδιους, αλλά αρκετά συχνά απλώς συμβαίνουν ή έρχονται στο μυαλό. Σε αυτή την περίπτωση αναφερόμαστε στο ασυνείδητο. Αυτές οι σκέψεις μπορεί να είναι θετικές, αρνητικές ή ουδέτερες. Παρόλα αυτά, μπορεί να μας αναστατώσουν όταν αφορούν κριτική προς τον εαυτό ή δυσφορία για μία κατάσταση, όπως η σκέψη, «Δεν κάνω τίποτα σωστά. Το αφεντικό μου νομίζει ότι είμαι χαζός και ότι δε θα ολοκληρώσω ποτέ την εργασία μου».
 
Εάν δώσετε προσοχή στις σκέψεις σας, θα ανακαλύψετε ότι δεν είναι 100% αληθινές. Για παράδειγμα, ίσως σκέφτεστε ότι το αφεντικό σας σας θεωρεί χαζό και να νιώθετε ότι αυτό είναι αλήθεια. Αλλά, όταν σας επαινεί για κάτι που κάνετε, τότε καταλαβαίνετε ότι τελικά ίσως και να μην ισχύει απαραίτητα η αρνητική σκέψη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι καλό να υπενθυμίζετε στον εαυτό σας: «Επειδή αισθάνομαι ότι αυτή η σκέψη είναι αληθής, δε σημαίνει ότι είναι και πραγματικότητα».
 
Μπορείτε να αποδυναμώσετε πολλές ανακρίβειες και δυσάρεστες πεποιθήσεις που λέτε από μέσα σας, με το να σημειώσετε τις διαφορές ανάμεσα στην αλήθεια που αισθάνεστε και σε αυτό που παρατηρείτε στην πραγματικότητα. Με αυτό τον τρόπο είναι σημαντικό να έχετε υπομονή και επιμονή. Πρώτα, εξασκηθείτε στο να αναγνωρίζετε τις δυσάρεστες σκέψεις που εισέρχονται στη συνείδησή σας. Μπορείτε να τις συνειδητοποιήσετε λίγο πιο εύκολα, μέσω του διαλογισμού ή των τεχνικών χαλάρωσης.
 
Μετά θα χρειαστεί να υπενθυμίσετε στον εαυτό σας ότι απλώς η σκέψη ενός γεγονότος/πράγματος, δεν το κάνει αληθινό. Επίσης, προσπαθήστε να ανταποκριθείτε με την εξής δήλωση: «Όχι μόνο δε πιστεύει ότι είμαι χαζός, αλλά έχει δείξει και σεβασμό στο αντικείμενο της δουλειάς μου». Με την επανάληψη, η ανακρίβεια και η ανασφαλής σκέψη που είχατε κάνει στο παρελθόν θα είναι λιγότερο ισχυρή και, μετά από καιρό, θα φτάσετε το σημείο να μην την πιστεύετε καθόλου.
 
Όταν θα έρθετε σε επαφή με τις δυσάρεστες σκέψεις, ίσως κάποιες από αυτές να θεωρήσετε ότι αξίζουν λίγο παραπάνω προσοχή και προβληματισμό, ενώ άλλες θα ανακαλύψετε ότι είναι πιο πολύ προϊόν αντιληπτικού σφάλματος παρά πραγματικότητα. Όσο πιο πολύ αυξάνετε τη συνειδητότητα για τη σκέψη σας, ιδιαίτερα την αρνητική, τόσο λιγότερο θα είναι το «κυκλοφοριακό» μέσα στο μυαλό σας.
Επιπλέον, με την παρατήρηση των σκέψεων, ίσως καταφέρετε να αναπτύξετε συμπονετική αυτογνωσία. Με άλλα λόγια, η συνειδητοποίηση ότι αυτές οι αρνητικές σκέψεις σας προκαλούν πόνο θα σας οδηγήσει στη συμπόνια για τον εαυτό σας και τις προσωπικές σας δυνάμεις, όπως ακριβώς θα κάνατε σε περίπτωση που ένας φίλος σας είχε το ίδιο πρόβλημα.
 
Στο τέλος, όχι μόνο θα απομακρύνετε τις ανακρίβειες απ΄ το κεφάλι σας, αλλά θα αναπτύξετε και έναν πιο αισιόδοξο, φροντιστικό τρόπο συσχέτισης με τον εαυτό σας.

Fr. Hölderlin: H ποιητική ελευθερία της ύπαρξης

Friedrich Hölderlin:1770–1843
                    
Άρτος και Οίνος: Από τις σκιές στο φως

§1

Προς μια ποιητική ερμηνευτική

Με την παρούσα ποιητική πράξη ερμηνεύουμε την τέταρτη ακολουθία από το συνθετικό ποίημα του Χαίλντερλιν: Άρτος και Οίνος. Τι αξία έχει μια τέτοια ερμηνεία; Την ίδια ακριβώς που έχει εν γένει ο μεγάλος ποιητής ως τέτοιος και ο Χαίλντερλιν ειδικότερα ως τέτοιος ποιητής. Έχει, στ’ αλήθεια, την αξία της οδού, που μας άγει προς τις αρχέγονες πηγές της ανθρώπινης ύπαρξης και την οποία μόνο η υψηλή ποίηση μπορεί να μας εγγυηθεί. Όσο θνητή, πεπερασμένη, στην καθημερινή της βίωση, είναι η ύπαρξή μας, τόσο αθάνατη, απέραντη, αιώνια γίνεται στις προοπτικές και τον προορισμό της. Τέτοιες όμως προοπτικές δεν είναι ούτε άμεσα ορατές ούτε ευκολοδιάβατες: είναι δύσβατες, αν όχι άβατες.

Προκύπτουν από τη συνάντηση με τον ποιητή. Η συνάντηση με τον Χαίλντερλιν προς ένα τέτοιο Δύσβατο μας οδηγεί: μακριά και πέρα από την εύπεπτη ποίηση ως χθαμαλή πολιτιστική διεκπεραίωση, ως επιβράβευση με πολλά κοσμητικά επίθετα της μιας ή της άλλης υποκειμενικότητας, που θέλει να ορίζει την υφιστάμενη πραγματικότητα του ποιείν [=δημιουργείν] και συνάμα να ορίζεται απ’ αυτή ως ο αδιαφιλονίκητος αυθέντης της. Μας οικειώνει με εκείνη τη δυναμική πνοή της ποίησης, που μεταμορφώνει το ποίημα από ένα εργαλειακό αντι-κείμενο σε ουσιακή πράξη ελευθερίας και εμάς τους αναγνώστες, ως διψώντες και πεινώντες, σε αναζητητές της ιδίας ημών αρχέγονης πηγής. Η αρχέγονη πηγή μας στο ποίημα που ακολουθεί είναι η μακάρια Γη των Ελλήνων, η μακάρια Ελλάδα. Και τούτη όχι ως ένας κενός, σχηματικός λόγος, ως βάναυση προγονοπληξία αλλά ως ποιητικός τόπος μιας άλλης σκέψης, ως ένα ιστορικό συμβάν, που εισέρχεται στη ζωή μας ως μια αιφνίδια και άκρως προνομιακή στιγμή αποκάλυψης του Είναι μας: του Άρτου και του Οίνου μας: της ημέρας, του φωτός, και της νύχτας μας, του σκότους της ζωής.

§2

Άρτος και Οίνος:

Μακάρια Γη των Ελλήνων! Κατοικία πάντων των Ουρανίων εσύ,
Είναι αλήθεια, λοιπόν, αυτό που κάποτε στη νιότη μας ακούσαμε;
Εορταστικό δώμα! Το δάπεδο είναι θάλασσα! Και τα βουνά τραπέζια,
Αληθινά για μια γιορτή μοναδική από παλιά φτιαγμένα!
Αλλά πού τώρα οι θρόνοι; Οι ναοί, και πού οι αμφορείς,
Πού οι μεστοί από νέκταρ, πού τα άσματα για των θεών την τέρψη;
Πού, πού λάμπουν άραγε , οι μεγαλεπήβολοι χρησμοί;
Καθεύδουν οι Δελφοίˑ και πού η μεγάλη μοίρα αντηχεί;
Πού είναι η γρήγορη; Πού ξεσπά γεμάτη πανταχού παρούσα ευδαιμονία,
Βροντώντας, από ευφρόσυνο αγέρα εκκινώντας, μπροστά στα μάτια μας;
Πατέρα Αθέρα! Έτσι αντιλάλησε και πέταξε από γλώσσα σε γλώσσα
Χίλιες φορές ο λόγος, κανείς δεν άντεχε μονάχος τη ζωή,
Μοιρασμένο με άλλους τέτοιο αγαθό δίνει χαρά και σαν ανταλλαχθεί, με ξένους,
Γίνεται αγαλλίαση, αυξάνει, καθώς κοιμάται, η δύναμη του λόγου:
Πατέρα! Χαρούμενα! και αντηχεί, όσο γίνεται πιο μακριά, το πανάρχαιο
Σημείο, απ’ τους γονείς κληρονομιά, το στόχο βρίσκοντας προς τα
κάτω εδώ και δημιουργώντας.
Έτσι επιστρέφουν οι Επουράνιοι, συγκλονιστική βαθιά φτάνει έτσι
μέσα απ’ τις σκιές προς τα κάτω, ανάμεσα στους ανθρώπους, η μέρα τους.  


§3

Ερμηνεία ‒κατανόηση

     1. Ο ποιητής οραματίζεται την ευδαίμονα γη των Ελλήνων ως έναν τόπο [=εορταστικό δώμα με δάπεδο τη θάλασσα και τα βουνά τραπέζια], όπου όλα είναι φτιαγμένα για να συν-τελείται η πνευματική ευωχία, που είναι μοναδική πατρογονική στιγμή ευτυχίας: μοναδικό συμβάν αποκάλυψης της αλήθειας του Είναι μας.

     2. Αλλά μια τέτοια ευωχία/ευτυχία δεν είναι συμβατή με τον δικό μας αργό ρυθμό, με τον ράθυμο βηματισμό του μαζικού πολιτισμού. Αυτή η ραθυμία εμποδίζει την έγκαιρη εσωτερική συμμετοχή μας στην ως άνω ευωχία [=αλλά πού …μπροστά στα μάτια μας]: απώλεια της αποκαλυπτικής δυνατότητας του ανθρώπινου Dasein να βρεθεί στο φωτεινό μονοπάτι προς το Είναι [του]ˑ να βρεθεί πλησίον των θεών.

     3. Αυτό το Πλησίον, μας λέει ο Χάιντεγκερ, είναι το ίδιον χαρακτηριστικό της Πατρίδας. Όταν είναι μακριά, όταν δηλαδή η φυγή των θεών είναι γεγονός, τότε περισφίγγει ανέκκλητα τη ζωή μας το σιδηρουργείο της επιτηδευμένης γλώσσας του ως άνω μαζικού πολιτισμού: στα ρείθρα της βιοπορείας μας λιμνάζουν τα στυγερά ύδατα του υπολογισμού, του σκοταδισμού, της καταθλιπτικής ερήμωσης.

       4. Όλα τούτα είναι σήματα ακριβώς της απουσίας του Ιερού. Την υπέρβαση μιας τέτοιας απουσίας αναγγέλλει στη συνέχεια ο ποιητής. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να πορεύεται μονάχος στη ζωή του. Χρειάζεται την εύηχη γλώσσα των θεών, τα σήμαντρα των χρησμών, που μεταφράζουν τη βούληση των θεών για μια ανθρώπινη ζωή με νόημα και προ-οπτική, για ένα δεσμό με τον συμπαντικό ρυθμό της φύσης και του κόσμου [=του Είναι και του γίγνεσθαι], για ένα άνοιγμα των ανθρώπων στους ανθρώπους και στους θεούς.

     5. Το Πλησίον της φυγής των θεών (Χάιντεγκερ) έτσι τείνει να μας αποκαλύπτεται ως επι-στροφή τους (Ein-kehr) μέσα στη ζωή μας: οι άνθρωποι συνειδητοποιούν βαθμιαία πως είναι παρών ο λόγος των θεών, ο αυθεντικά δηλαδή ποιητικός λόγος ως ισόθεος λόγος, στην ερημωμένη ύπαρξή τουςˑ και όσο το συνειδητοποιούν γίνονται οι ίδιοι δημιουργοί και γράφουν την ιστορία τους ως ιστορία ακατάλυτων ‒ένθεων έργων.

     6. Πρόκειται καθαρά για τη διεργασία ποιητικού μετα-λογισμού, όπου το κάθε δημιούργημα καταφάσκεται ως δωρεά των θεών προς τους ανθρώπουςˑ τουτέστι ως μετουσίωση, σε επίπεδο κοινωνικής οντολογίας, του ίδιου του υπαρκτικού Είναι μας. Σ’ αυτά τα ένθεα έργα, για παράδειγμα, ανήκει και η ποίηση του Χαίλντερλιν, αλλά και όλα τα μεγαλουργήματα της ιστορίας, ας πούμε η αρχαία τραγωδία, η φιλοσοφία, τα έργα του Μπετόβεν κ.λπ.: Ιδού η μέρα των θεών!

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (116-153)

Από τον Ουρανό έως τον Κρόνο

ἤτοι μὲν πρώτιστα Χάος γένετ᾽· αὐτὰρ ἔπειτα
Γαῖ᾽ εὐρύστερνος, πάντων ἕδος ἀσφαλὲς αἰεὶ
ἀθανάτων οἳ ἔχουσι κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου,
Τάρταρά τ᾽ ἠερόεντα μυχῷ χθονὸς εὐρυοδείης,
120 ἠδ᾽ Ἔρος, ὃς κάλλιστος ἐν ἀθανάτοισι θεοῖσι,
λυσιμελής, πάντων τε θεῶν πάντων τ᾽ ἀνθρώπων
δάμναται ἐν στήθεσσι νόον καὶ ἐπίφρονα βουλήν.
ἐκ Χάεος δ᾽ Ἔρεβός τε μέλαινά τε Νὺξ ἐγένοντο·
Νυκτὸς δ᾽ αὖτ᾽ Αἰθήρ τε καὶ Ἡμέρη ἐξεγένοντο,
125 οὓς τέκε κυσαμένη Ἐρέβει φιλότητι μιγεῖσα.
Γαῖα δέ τοι πρῶτον μὲν ἐγείνατο ἶσον ἑωυτῇ
Οὐρανὸν ἀστερόενθ᾽, ἵνα μιν περὶ πάντα καλύπτοι,
ὄφρ᾽ εἴη μακάρεσσι θεοῖς ἕδος ἀσφαλὲς αἰεί,
γείνατο δ᾽ οὔρεα μακρά, θεᾶν χαρίεντας ἐναύλους
130 Νυμφέων, αἳ ναίουσιν ἀν᾽ οὔρεα βησσήεντα,
ἠδὲ καὶ ἀτρύγετον πέλαγος τέκεν οἴδματι θυῖον,
Πόντον, ἄτερ φιλότητος ἐφιμέρου· αὐτὰρ ἔπειτα
Οὐρανῷ εὐνηθεῖσα τέκ᾽ Ὠκεανὸν βαθυδίνην
Κοῖόν τε Κρεῖόν θ᾽ Ὑπερίονά τ᾽ Ἰαπετόν τε
135 Θείαν τε Ῥείαν τε Θέμιν τε Μνημοσύνην τε
Φοίβην τε χρυσοστέφανον Τηθύν τ᾽ ἐρατεινήν.
τοὺς δὲ μέθ᾽ ὁπλότατος γένετο Κρόνος ἀγκυλομήτης,
δεινότατος παίδων, θαλερὸν δ᾽ ἤχθηρε τοκῆα.
γείνατο δ᾽ αὖ Κύκλωπας ὑπέρβιον ἦτορ ἔχοντας,
140 Βρόντην τε Στερόπην τε καὶ Ἄργην ὀβριμόθυμον,
οἳ Ζηνὶ βροντήν τ᾽ ἔδοσαν τεῦξάν τε κεραυνόν.
οἱ δ᾽ ἤτοι τὰ μὲν ἄλλα θεοῖς ἐναλίγκιοι ἦσαν,
μοῦνος δ᾽ ὀφθαλμὸς μέσσῳ ἐνέκειτο μετώπῳ·
Κύκλωπες δ᾽ ὄνομ᾽ ἦσαν ἐπώνυμον, οὕνεκ᾽ ἄρά σφεων
145 κυκλοτερὴς ὀφθαλμὸς ἕεις ἐνέκειτο μετώπῳ·
ἰσχὺς δ᾽ ἠδὲ βίη καὶ μηχαναὶ ἦσαν ἐπ᾽ ἔργοις.
ἄλλοι δ᾽ αὖ Γαίης τε καὶ Οὐρανοῦ ἐξεγένοντο
τρεῖς παῖδες μεγάλοι ‹τε› καὶ ὄβριμοι, οὐκ ὀνομαστοί,
Κόττος τε Βριάρεώς τε Γύγης θ᾽, ὑπερήφανα τέκνα.
150 τῶν ἑκατὸν μὲν χεῖρες ἀπ᾽ ὤμων ἀίσσοντο,
ἄπλαστοι, κεφαλαὶ δὲ ἑκάστῳ πεντήκοντα
ἐξ ὤμων ἐπέφυκον ἐπὶ στιβαροῖσι μέλεσσιν·
ἰσχὺς δ᾽ ἄπλητος κρατερὴ μεγάλῳ ἐπὶ εἴδει.

***
Στ᾽ αλήθεια πρώτα‒πρώτα το Χάος έγινε. Κι ύστερα
η πλατύστερνη η Γη, η σταθερή πάντοτε έδρα όλων των αθανάτων
που την κορφή κατέχουνε του χιονισμένου Ολύμπου,
και τα ζοφώδη Τάρταρα στο μυχό της γης με τους πλατιούς τους δρόμους.
120 Αλλά κι ο Έρωτας που ο πιο ωραίος είναι ανάμεσα στους αθάνατους θεούς,
αυτός που παραλύει τα μέλη και όλων των θεών κι ανθρώπων την καρδιά
δαμάζει μες στα στήθη και τη συνετή τους θέληση.
Κι από το Χάος έγινε το Έρεβος κι η μαύρη Νύχτα.
Κι από τη Νύχτα πάλι έγιναν ο Αιθέρας και η Ημέρα:
αυτούς τους γέννησε αφού συνέλαβε σμίγοντας ερωτικά με το Έρεβος.
Και η Γη γέννησε πρώτα ίσον μ᾽ αυτή
τον Ουρανό που ᾽ναι γεμάτος άστρα, να την καλύπτει από παντού τριγύρω
και να ᾽ναι έδρα των μακαρίων θεών παντοτινά ασφαλής.
Γέννησε και τα όρη τα ψηλά, τις όλο χάρη κατοικίες των θεών Νυμφών
130 που κατοικούνε στα βουνά τα φαραγγώδη,
μα και το πέλαγος το άκαρπο γέννησε που ορμάει με το κύμα,
τον Πόντο, δίχως ζευγάρωμα ευφρόσυνο. Κι έπειτα
ξάπλωσε με τον Ουρανό και γέννησε τον Ωκεανό το βαθυδίνη
τον Κοίο, τον Κρείο, τον Υπερίονα, τον Ιαπετό,
τη Θεία, τη Ρέα, τη Θέμιδα, τη Μνημοσύνη,
τη χρυσοστέφανη τη Φοίβη και την εράσμια Τηθύ.
Μαζί μ᾽ αυτούς γεννήθηκε, πιο νέος απ᾽ όλους, ο δολοπλόκος Κρόνος,
ο πιο δεινός απ᾽ τα παιδιά. Και το γονιό του το θαλερό εχθρεύτηκε.
Γέννησε και τους Κύκλωπες, που ᾽χουν πανίσχυρη καρδιά,
140 το Βρόντη, το Στερόπη και τον Άργη με τη δυνατή ψυχή,
που δώσανε στο Δία τη βροντή και του ᾽φτιαξαν τον κεραυνό.
Αυτοί σε όλα τ᾽ άλλα με τους θεούς παρόμοιοι ήταν,
μα ένα μονάχα μάτι στη μέση του μετώπου τους βρισκόταν.
Και πήραν το φερώνυμο όνομα Κύκλωπες,
γιατί στο μέτωπό τους ένα βρισκόταν μάτι κυκλικό.
Και ισχύς, δύναμη και τεχνάσματα στα έργα τους υπήρχαν.
Και άλλοι πάλι από τη Γη κι από τον Ουρανό γεννήθηκαν
τρεις γιοι, μεγάλοι κι ισχυροί, ακατονόμαστοι,
ο Κόττος, ο Βριάρεως κι ο Γύγης, τέκνα αλαζονικά.
150 Από τους ώμους τους χέρια εκατό σαλεύανε,
απλησίαστοι, και στον καθένα κεφαλές πενήντα
φυτρώνανε απ᾽ τους ώμους πάνω στα στιβαρά τους μέλη.
Και δύναμη άπλετη και κρατερή στο μέγα ανάστημά τους.

Σάββατο 20 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1321-1344)

ΣΤ. ἰοὺ ἰού.
ὦ γείτονες καὶ ξυγγενεῖς καὶ δημόται,
ἀμυνάθετέ μοι τυπτομένῳ πάσῃ τέχνῃ.
οἴμοι κακοδαίμων τῆς κεφαλῆς καὶ τῆς γνάθου.
1325 ὦ μιαρέ, τύπτεις τὸν πατέρα; ΦΕ. φήμ᾽, ὦ πάτερ.
ΣΤ. ὁρᾶθ᾽ ὁμολογοῦνθ᾽ ὅτι με τύπτει. ΦΕ. καὶ μάλα.
ΣΤ. ὦ μιαρὲ καὶ πατραλοῖα καὶ τοιχωρύχε.
ΦΕ. αὖθίς με ταὐτὰ ταῦτα καὶ πλείω λέγε.
ἆρ᾽ οἶσθ᾽ ὅτι χαίρω πόλλ᾽ ἀκούων καὶ κακά;
1330 ΣΤ. ὦ λακκόπρωκτε. ΦΕ. πάττε πολλοῖς τοῖς ῥόδοις.
ΣΤ. τὸν πατέρα τύπτεις; ΦΕ. κἀποφανῶ γε, νὴ Δία,
ὡς ἐν δίκῃ σ᾽ ἔτυπτον. ΣΤ. ὦ μιαρώτατε.
καὶ πῶς γένοιτ᾽ ἂν πατέρα τύπτειν ἐν δίκῃ;
ΦΕ. ἔγωγ᾽ ἀποδείξω καί σε νικήσω λέγων.
1335 ΣΤ. τουτὶ σὺ νικήσεις; ΦΕ. πολύ γε καὶ ῥᾳδίως.
ἑλοῦ δ᾽ ὁπότερον τοῖν λόγοιν βούλει λέγειν.
ΣΤ. ποίοιν λόγοιν; ΦΕ. τὸν κρείττον᾽ ἢ τὸν ἥττονα.
ΣΤ. ἐδιδαξάμην μέντοι σε, νὴ Δί᾽, ὦ μέλε,
τοῖσιν δικαίοις ἀντιλέγειν, εἰ ταῦτά γε
1340 μέλλεις ἀναπείσειν, ὡς δίκαιον καὶ καλὸν
τὸν πατέρα τύπτεσθ᾽ ἐστὶν ὑπὸ τῶν υἱέων.
ΦΕ. ἀλλ᾽ οἴομαι μέντοι σ᾽ ἀναπείσειν, ὥστε γε
οὐδ᾽ αὐτὸς ἀκροασάμενος οὐδὲν ἀντερεῖς.
ΣΤ. καὶ μὴν ὅ τι καὶ λέξεις ἀκοῦσαι βούλομαι.

***
Ο Στρεψιάδης βγαίνει από το σπίτι του βιαστικός και κλαμένος· τον κυνηγά ο γιος του. ΣΤΡ. Βάι βάι!
Γειτόνοι, συγγενείς μου, χωριανοί μου,
με δέρνουνε· βοηθάτε όπως μπορείτε.
Ωχ το κεφάλι μου, το σαγόνι μου, ωχ!
Στο Φειδιππίδη.
Τον πατέρα σου δέρνεις, σιχαμένε;
ΦΕΙ., ατάραχος.
Πατέρα, ναι.
ΣΤΡ., στο Χορό και στους θεατές.
Με δέρνει, δεν τ᾽ αρνιέται·
το βλέπετε. ΦΕΙ. Και βέβαια. ΣΤΡ. Σιχαμένε,
διαρρήχτη, πατροκτόνε. ΦΕΙ. Ξαναπές τα·
πες κι άλλα. Σα με βρίζουν, πίνω μέλι.
1330 ΣΤΡ. Ξεπατωμένε. ΦΕΙ. Ραίνε με με ρόδα.
ΣΤΡ. Τον κύρη σου χτυπάς; ΦΕΙ. Και θ᾽ αποδείξω
πως, μά το θεό, είχα δίκιο να σε δείρω.
ΣΤΡ. Α, σιχαμένε· πώς μπορεί με δίκιο
κανένας τον πατέρα του να δέρνει;
ΦΕΙ. Θα σε κατατροπώσω με αποδείξεις.
ΣΤΡ. Εσύ, σ᾽ αυτό; ΦΕΙ. Και με πολλή ευκολία.
Απ᾽ τους δυο λόγους διάλεξε όποιον θέλεις.
ΣΤΡ. Ποιούς δυο; ΦΕΙ. Το δυνατό ή τον άλλον· όποιον.
ΣΤΡ. Α, μά το Δία, θα πει πως σ᾽ έχουν μάθει
καλά, μωρέ, στα δίκια ν᾽ αντιλέγεις,
1340 πως είν᾽ ωραίο και δίκαιο αν αποδείξεις
ξύλο να τρώει από το γιο ο πατέρας.
ΦΕΙ. Και τόσο θα σε πείσω, εγώ πιστεύω,
που, σα μ᾽ ακούσεις, δε θα βγάλεις άχνα.
ΣΤΡ. Θέλω ν᾽ ακούσω τί θα πεις· ορίστε

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΡΕΘΟΥΣΑ

ΑΡΕΘΟΥΣΑ
(πηγή)
 
Ο Αλφειός, σύμφωνα με μια εκδοχή, ήταν κυνηγός, ερωτευμένος με τη Νύμφη της Αχαΐας Αρέθουσα από τη στιγμή που είδε την ορκισμένη παρθένα της Άρτεμης να κολυμπά στα νερά του ύστερα από ένα έντονο κυνήγι. Εκείνη, όμως, δεν ανταποκρίθηκε στο ερωτικό του κάλεσμα και για να γλιτώσει από τις οχλήσεις του επίμονου εραστή και την καταδίωξή του, ζήτησε τη βοήθεια της Άρτεμης. Η θεά την τύλιξε σε σύννεφο και, καθώς ο Αλφειός αρνούνταν να φύγει από το μέρος όπου η νύμφη είχε χαθεί, χώρισε τη γη στα δύο, ώστε τα νερά της πηγής, στην οποία μεταμόρφωσε τη νύμφη της η θεά, να μην ενωθούν με τα νερά του ποταμού, στον οποίο μεταμόρφωσε τον νεαρό κυνηγό ο Δίας, επειδή λυπήθηκε την απελπισία του. Ύστερα, η Άρτεμη έδειξε στην Αρέθουσα υπόγειους δρόμους μέχρι την Ορτυγία, νησάκι απέναντι από τις Συρακούσες, αφιερωμένο στην Άρτεμη (μια εκδοχή του μύθου λέει ότι εκεί έγινε η μεταμόρφωση της κόρης σε πηγή). Ο Αλφειός, ποταμός πια, διέσχισε το πέλαγος και έφθασε στη Σικελία, όπου και ενώθηκε με τα νερά της «καλλίρροης» Αρέθουσας.
 
Παραλλαγή της ερωτικής ιστορίας αναφέρει στη θέση της Αρέθουσας την ίδια την Άρτεμη. Επειδή η θεά αντιστεκόταν στον έρωτά του, ο Αλφειός αποφάσισε να την κλέψει. Την πλησίασε μια μέρα που η Άρτεμη και οι Νύμφες γιόρταζαν κάποια γιορτή στις εκβολές του ποταμού στους Λετρινούς της Ηλείας· όμως η θεά πασάλειψε το πρόσωπό της με λάσπη και ο Αλφειός δεν την αναγνώρισε. Ύστερα την καταδίωξε ως την Ορτυγία, όπου όμως ερωτεύτηκε και μία από τις ακόλουθες της θεάς, την Αρέθουσα -έτσι εξηγείται το γεγονός ότι η Άρτεμη-Αρέθουσα αποτυπωνόταν στα νομίσματα των Συρακουσών. Η Αρέθουσα, υποκατάστατο της θεάς παρθένου, μεταμορφώθηκε σε πηγή και ο Αλφειός από έρωτα ανακάτεψε τα νερά του με τα δικά της. Ο μύθος, στις παραλλαγές του, διαφυλάσσει την παρθενία της Άρτεμης.
 
Με το ερωτικό κυνηγητό της Νύμφης ή της ίδιας της θεάς του κυνηγιού από τον κυνηγό Αλφειό οι μυθογράφοι αιτιολόγησαν την ομωνυμία των πηγών στην Ήλιδα και τη Σικελία.
 
Υπάρχει και μια άλλη Αρέθουσα, για την οποία ο σχολιαστής του Ομήρου (ν 408) αναφέρει ότι, όταν ο γιος της Κόρακας γκρεμίστηκε από βράχο σε κυνήγι, παραλυμένη η μάνα από τον πόνο μεταμορφώθηκε σε πηγή. Κοντά σε αυτή την πηγή ο Εύμαιος είχε κατασκευάσει μια ευρύχωρη πέτρινη στάνη, όπου φύλαγε ένα μεγάλο κοπάδι χοίρων. Εκεί έφτασε ο Οδυσσέας.

Νίτσε: Εμείς οι άφοβοι

Σκέλεθρο, τρέμεις; Θα έτρεμες ακόμη περισσότερο αν ήξερες πού σε πηγαίνω.  - Τυρέν (Γάλλος στρατηγός (1611-1675), που έλεγε αυτό στον εαυτό του πριν από κάθε μάχη.)
 
Τι σημαίνει η ευδιαθεσία μας.

-Το μεγαλύτερο πρόσφατο γεγονός -το ότι «ο Θεός είναι νεκρός», το ότι η πίστη στον χριστιανικό θεό έχει χάσει κάθε αξιοπιστία- έχει αρχίσει να ρίχνει τις πρώτες του σκιές πάνω στην Ευρώπη.

Στους λίγους τουλάχιστον, που τα μάτια τους, που η υποψία στα μάτια τους είναι αρκετά δυνατή και λεπτή γι' αυτό το θέαμα, δημιουργείται η εντύπωση πως κάποιος ήλιος έχει δύσει και πως κάποια αρχαία και βαθιά εμπιστοσύνη έχει μετατραπεί σε αμφιβολία: ο γέρικος κόσμος μας πρέπει να τους φαίνεται κάθε μέρα πιο όμοιος με δειλινό, πιο φιλύποπτος, πιο ξένος, πιο «γέρος».

Γενικά όμως μπορούμε να πούμε: το ίδιο το γεγονός είναι πάρα πολύ μεγάλο, πάρα πολύ μακρινό, πάρα πολύ απομακρυσμένο από την ικανότητα των πολλών να το συλλάβουν, για να μπορούμε να ισχυριστούμε απλώς πως έχει ήδη φτάσει η είδηση αυτού του γεγονότος· κι ακόμη λιγότερο ότι πολλοί γνωρίζουν ήδη τι συνέβη πραγματικά και τι θα γκρεμιστεί, τώρα που υπονομεύτηκε αυτή η πίστη, επειδή είχε χτιστεί πάνω σ αυτή, στηριχτεί σ' αυτή, αναπτυχθεί μέσα σ' αυτή: παραδείγματος χάρη, όλη η ευρωπαϊκή ηθική μας στο σύνολό της.

Αυτή η πληθώρα και η σειρά από καταρρεύσεις, καταστροφές, αφανισμούς και ανατροπές μας απειλεί σήμερα- ωστόσο, ποιος είναι σε θέση να μαντέψει αρκετά απ' αυτό το πράγμα, ώστε να γίνει ο δάσκαλος και ο προάγγελος αυτής της τρομερής λογικής του τρόμου, ο προφήτης ενός σκοτεινιάσματος και μιας έκλειψης ηλίου που όμοιά της ίσως δεν συνέβη μέχρι τώρα στη γη;...

Ακόμη κι εμείς, που είμαστε γεννημένοι για να λύνουμε αινίγματα, εμείς που περιμένουμε πάνω στα βουνά, τοποθετημένοι ανάμεσα στο αύριο και στο σήμερα, τεντωμένοι πάνω στην αντίφαση ανάμεσα στο αύριο και στο σήμερα, εμείς τα πρωτότοκα, τα πρόωρα γεννημένα παιδιά του αιώνα που έρχεται, εμείς που από τώρα πρέπει πράγματι να μπορούμε να διακρίνουμε τις σκιές που σύντομα θα σκεπάσουν την Ευρώπη -πώς είναι δυνατόν να βλέπουμε το σκοτάδι που πλησιάζει χωρίς να νιώθουμε πως μας αφορά και μας και ιδίως χωρίς να ανησυχούμε και να φοβόμαστε για μας;

Ίσως εξακολουθούμε να βρισκόμαστε κάτω από την επίδραση των εγγύτερων συνεπειών αυτού του γεγονότος - κι αυτές οι εγγύτερες συνέπειες, οι συνέπειές του για μας, είναι το αντίθετο εντελώς απ' ό,τι θα μπορούσε κανείς να περιμένει: δεν είναι καθόλου θλιβερές και ζοφερές, αλλά μοιάζουν με ένα καινούργιο και δύσκολο να περιγραφεί είδος φωτός, ευτυχίας, ανακούφισης, ιλαρότητας, ενθάρρυνσης, χαραυγής...

Πράγματι, εμείς οι φιλόσοφοι και «ελεύθερα πνεύματα», νιώθουμε, όταν ακούμε την είδηση ότι «ο παλιός θεός είναι νεκρός», σαν να λάμπει μπροστά μας μια καινούργια χαραυγή· η καρδιά μας ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη, έκπληξη, προαισθήματα, προσδοκία.

Επιτέλους, ο ορίζοντας μας φαίνεται πάλι ανοιχτός, παρόλο που δεν είναι φωτεινός· επιτέλους, μπορούν να σαλπάρουν πάλι τα πλοία μας, να βγουν στ' ανοιχτά για να αντιμετωπίσουν οποιονδήποτε κίνδυνο· επιτρέπεται πάλι κάθε παρακινδυνευμένο εγχείρημα του ανθρώπου της γνώσης· η θάλασσα, η δική μας θάλασσα, είναι ανοιχτή πάλι κι ίσως να μην έχει ξαναγίνει ποτέ τόσο «ανοιχτή θάλασσα».
 
Friedrich Nietzsche, Χαρούμενη επιστήμη

Πώς οι συμπτώσεις της καθημερινότητας μπορούν να μας βοηθήσουν να λύσουμε άλυτα προβλήματα

Η αγγλική γλώσσα ευτύχησε να έχει μια όμορφη λέξη (serendipity) που αποδίδει τη δύναμη των καλότυχων περιστασιακών συμπτώσεων. Έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή της το 1754, σε μια επιστολή του Άγγλου μυθιστοριογράφου Horace Walpole προς τον Horace Mann, και η καταγωγή της είναι από ένα περσικό παραμύθι με τίτλο «Οι τρεις πρίγκιπες της Σερεντίπ», οι πρωταγωνιστές του οποίου «έκαναν συνεχώς νέες ανακαλύψεις κατά τύχη, αλλά και με σύνεση, πράγματα που δεν γύρευαν να βρουν”.

Ο σύγχρονος πεζογράφος John Barth την περιγράφει με ναυτικούς όρους: «Δεν θα φτάσεις ποτέ στη Σερεντίπ καταστρώνοντας ένα ειδικό δρομολόγιο για να την πλησιάσεις. Θα χρειαστεί να ανοιχτείς με καλή πίστη στο πέλαγος έχοντας κάποιον άλλο προορισμό και να χάσει καλότυχα (serendipitously) στην πορεία τον μπούσουλά σου».

Μιλώντας όμως για καλότυχες συμπτώσεις δεν εννοούμε ότι καλωσορίζουμε τα τυχαία συναπαντήματα απλώς και μόνο για το κέφι και την καλή διάθεση που μας χαρίζουν. Οι καλότυχες συμπτώσεις είναι βέβαια ευτυχή τυχερά συμβάντα, αλλά αυτό που τα κάνει ευπρόσδεκτα και ευχάριστα είναι η αίσθηση ότι η καινούρια τυχαία ανακάλυψη που κάναμε έχει μια ιδιαίτερη σημασία για μας.

Συμπληρώνει τη διαίσθηση που είχαμε ή ανοίγει μια πόρτα στην παρακείμενη δυνατότητα που δεν είχαμε προσέξει. Ο γεωλόγος που εξερευνά το Διαδίκτυο, συναντώντας τυχαία μια νησίδα Σερεντίπ – η οποία εν προκειμένω είναι ένα δοκίμιο για τη μεταρρύθμιση του υγειονομικού συστήματος -, θα βρει ενδεχομένως το κείμενο ενδιαφέρον και κατατοπιστικό.

Συμπτωματικά καλότυχο όμως δεν θα είναι παρά μόνο αν τον βοηθά να συμπληρώσει κάποιο παζλ που τον παιδεύει. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οι γεωλόγοι μπορούν να κάνουν συμπτωματικά καλότυχες ανακαλύψεις μελετώντας αποκλειστικά κιτάπια γεωλογίας. Απεναντίας, οι εκ συμπτώσεως καλότυχες ανακαλύψεις συναντώνται συχνά στο πεδίο των ανταλλαγών μεταξύ γνωστικών αντικειμένων.

Ας θυμηθούμε πώς το μυθικό ερπετό του Kekule συνέλαβε επέφερε την επανάσταση στο πεδίο της οργανικής χημείας. Γνήσια καλότυχη σύμπτωση ήταν το ότι το παραδομένο στα όνειρα μυαλό του Kekule συνέλαβε εκείνη ειδικά τη στιγμή την εικόνα του ουροβόρου όφεως. Αν όμως ο Kekule δεν καταπιανόταν με θάρρος εκείνο τον καιρό με τη δομή του βενζόλιου, το σχήμα του φιδιού πιθανότατα δεν θα είχε προκαλέσει χρήσιμους συνειρμούς στο μυαλό του (Όπως θα έλεγε μάλλον και ο Φρόυντ, ένα φίδι που καταπίνει την ουρά του είναι απλώς ένα φίδι που καταπίνει την ουρά του).

Οι ευνοϊκές συμπτώσεις προϋποθέτουν αναπάντεχες συγκρούσεις και ανακαλύψεις, είναι όμως επίσης αναγκαίο να μπορούν κάπου να προσγειωθούν ή να αγκυροβολήσουν. Διαφορετικά οι ιδέες μας είναι σαν τα άτομα του άνθρακα που συγκρούονται τυχαία με άλλα άτομα μέσα στην αρχέγονη σούπα, δίχως να μπορούν να σχηματίσουν αλυσίδες και πλέγματα οργανικής ζωής.

Ένας κόσμος με ωραίους ανθρώπους

Θα ήταν μαγικό το να ζούσαμε ανάμεσα σε ένα κόσμο που δεν θα επικρατούσε κακία, φθόνος, ζήλια, υποκρισία, προδοσία, συμφέρον… Σε ένα κόσμο που θα υπερτερούσαν μόνο τα καλά η αλληλοβοήθεια, η καλοσύνη, η ευγένεια, η ποιότητα, ο σεβασμός, η αληθινή αγάπη... Σε ένα κόσμο ανάμεσα σε ωραίους ανθρώπους.

Κι όμως, να μην παραμυθιαζόμαστε... όλα αυτά έχουν χαθεί...

Λείπει τόσο πολύ το γεγονός να νιώσεις πως αυτοί που σε περιτριγυρίζουν όταν σου χαμογελάνε είναι αληθινοί , όταν σου λένε μια γλυκιά κουβέντα την εννοούν στα αλήθεια, είναι γνήσιοι, χωρίς καν να είσαι επιφυλακτικός και καχύποπτος. Πλέον ζούμε σε ένα κόσμο που όταν προσφερθεί κάποιος να σε βοηθήσει το θεωρείς παράξενο και διερωτάσαι αν όντως αυτό συμβαίνει στα αλήθεια, αν όντως θέλει να το κάνει πραγματικά από ευγένεια ψυχής χωρίς να έχει στο πίσω μέρος του μυαλού του κάποιο συμφέρον ή αντάλλαγμα. Δυστυχώς ζούμε σε ένα κόσμο με ανθρώπους που το μόνο που ξέρουν να κάνουν καλά είναι να ασχολούνται με τις ζωές των άλλων, να κατακρίνουν, να διαδίδουν όλων των ειδών ψέματα για να δυσφημήσουν τον δικό σου χαρακτήρα και που μόνο η κατινιά και το κουτσομπολιό είναι μέρος της ζωής τους..

Έχω κουραστεί να ζω σε αυτό τον κόσμο! Σε ένα κόσμο που δεν φημίζεται πια για τους καλούς του ανθρώπους. Έχω κουραστεί να απογοητεύομαι!

Μου λείπει ένας κόσμος με όμορφους ανθρώπους, όμορφους ΑΛΛΑ στην ψυχή. Έντιμους, να ξέρεις πως ποτέ δεν θα σε προδώσουν, ανθρώπους που είναι αυτό που φαίνονται στα αλήθεια, ότι κι αν σου δείχνουν να είναι αληθινό, να μην σου δίνουν το δικαίωμα να αμφιβάλλεις.. Κι όμως η ανθρωπιά πλέον είναι είδος προς εξαφάνιση..

Είναι μεγάλη η απογοήτευση που σε πλημμυρίζει και ένα μεγάλο παράπονο. Γιατί να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι , γιατί να έχουν αυτή την συμπεριφορά γιατί να είναι έτσι; Τι απέγιναν οι ‘’ωραίοι’’ άνθρωποι; Οι ντόμπροι, που δεν κρύβονται πίσω απ' το δάκτυλο τους, που μισούνε τα ψέματα, που σέβονται. ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ.

Όσες φορές κι αν αναρωτηθείς όσες φορές κι αν ευελπιστείς για το αντίθετο δυστυχώς δεν υπάρχει καμία απάντηση, τίποτα δεν θα αλλάξει, γιατί ο κόσμος πλέον δεν επενδύει στην ψύχη του αλλά στο να είναι αρεστός εξωτερικά, άδικα αναζητάς ένα κόσμο με ωραίους ανθρώπους εσωτερικά.. Αυτός ο κόσμος δεν υπάρχει πια. Γι' αυτό να μην βάζεις το χέρι σου στη φωτιά για κανένα, να μην δένεσαι εύκολα, να μην ανοίγεσαι , τίποτα δεν είναι ότι φαίνεται να προφυλάγεις τον εαυτό σου για να μην πληγώνεσαι.

Γιατί η ομορφιά είναι κάτι που πηγάζει από βαθιά μέσα στον κάθε άνθρωπο, εκεί βρίσκεται η πραγματική ομορφιά στην ψυχή του που δεν γερνάει ποτέ και τίποτα δεν μπορεί να κατορθώσει να την νικήσει, ούτε το εντυπωσιακό πρόσωπο ,ούτε τα ωραία μάτια, ούτε το καλλίγραμμο σώμα, ούτε το ακριβό αυτοκίνητο. ΤΙΠΟΤΑ... τι απέγινε όμως;...

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΕΣΑΙ ΚΑΛΑ

Να αναβάλλεις τα πάντα. Ποτέ δεν πρέπει να κάνουμε σήμερα ό,τι μπορούμε μια χαρά να αμελήσουμε να κάνουμε κι αύριο.

Δεν είναι καν ανάγκη να κάνουμε οτιδήποτε, ούτε σήμερα ούτε αύριο.

Μη σκέφτεσαι ποτέ αυτό που πρόκειται να κάνεις. Μην το κάνεις.

Να ζεις τη ζωή σου. Όχι να ζει αυτή εσένα.

Μέσα στην αλήθεια και το σφάλμα, μέσα στην απόλαυση και την πλήξη, να είσαι αυτό που πραγματικά είσαι. Ο μόνος τρόπος να τα καταφέρεις είναι να ονειρεύεσαι, γιατί η πραγματική ζωή σου, η ανθρώπινη ζωή σου, είναι αυτή που όχι μόνο δεν ανήκει σε σένα, αλλά ανήκει στους άλλους. Θα αντικαταστήσεις λοιπόν τη ζωή με το όνειρο, και η μόνη σου φροντίδα θα είναι να ονειρεύεσαι στην εντέλεια. Σε καμιά απ’ τις πράξεις της πραγματικής ζωής, απ’ τη γέννηση ως το θάνατο, δεν ενεργείς στ’ αλήθεια εσύ: ενεργούν άλλοι πάνω σου. Δεν ζεις· απλώς σε ζουν.

Γίνε στα μάτια των άλλων μια αλλόκοτη σφίγγα. Κλείσου, χωρίς όμως να βροντήξεις την πόρτα πίσω σου, μέσα στον φιλντισένιο πύργο σου. Κι αυτός ο φιλντισένιος πύργος είσαι εσύ ο ίδιος.

Κι αν έρθουν και σου πουν πως όλα αυτά είναι ψεύτικα και παράλογα, μην πιστέψεις τίποτα. Αλλά μην πιστέψεις ούτε αυτά που σου λέω, γιατί δεν πρέπει να πιστεύουμε σε τίποτα.

Να περιφρονείς τα πάντα, αλλά με τέτοιον τρόπο που αυτή η περιφρόνηση να μη σ’ ενοχλεί. Μην πιστέψεις ότι η περιφρόνησή σου σε καθιστά ανώτερο. Όλη η τέχνη της ευγενούς περιφρόνησης βρίσκεται εκεί.

Ο χωρισμός είναι ακρωτηριασμός

Ο χωρισμός είναι ακρωτηριασμός.

Πονάει αφόρητα. Συνθλίβει τον άνθρωπο.

Όπως λένε οι ειδικοί, «Το μέγεθος του ψυχολογικού πόνου είναι μεγαλύτερο μόνο σε πραγματικά φρικιαστικά γεγονότα, όπως η απώλεια ενός παιδιού».

Τι φταίει στη διάρρηξη μιας σχέσης;

Στην ουσία τίποτα, αν δεν υπάρχει κάποιο εμφανές ατόπημα, αλκοολισμός, ναρκωτικά, τζόγος, βία, απιστία. Απλώς δεν γεφυρώθηκε το χάσμα των δύο φύλων. Αυτό το χάσμα είναι η εγγενής κατάρα, αρρώστια, αδυναμία του ανθρώπινου είδους.

Οι εκατέρωθεν κατηγορίες δεν αρκούν· «δεν είναι πια αυτός πού ήταν», «δεν τρέχει μέλι πια από τα μάτια της». Πίσω από κάθε χωρισμό υπάρχει σταθερά το ίδιο ρητό ή άρρητο απλό μοτίβο «γιατί δεν είσαι αυτό που θα ‘θελα να είσαι».

Όταν η ερωτική πανδαισία τελειώσει, μπορούμε να χτυπιόμαστε˙ βροχή τα παράπονα και οι κατάρες, «μαύρη η ώρα πού σε γνώρισα», «τι ήθελα κι έμπλεκα μαζί σου».

Εκείνη η μέρα και η ώρα ήταν η ευτυχέστερη στη ζωή σου· είχες μεγάλη και πολύ βαθιά ανάγκη αυτό το πρόσωπο, ευχόσουν ολόψυχα να συμβεί.

Τα ήμουν μικρός, ήμουν μικρή, δεν περνάνε.

Αυτό ακριβώς ήθελες.

Δεν ισχύει το «μου έφαγες τα καλύτερά μου χρόνια».

Αυτά τα χρόνια ήταν όντως τα καλύτερα γιατί ήσασταν μαζί. Το πάθος, οι αγωνίες, τα καρδιοχτύπια, ο πόνος που βιώσατε είναι εντελώς σύμφυτα με την ανθρώπινη ύπαρξη˙ αυτό που ζήσατε σας πλούτισε τη ζωή ανυπολόγιστα.

Ο πόνος εξανθρωπίζει. Μας φέρνει σε επαφή με τον εσώτερο εαυτό μας. Ανακαλύπτουμε πτυχές μας που δεν γνωρίζαμε. Δεν θα υποφέρουμε μόνο για τα οικονομικά, τη δουλειά ή τα κιλά μας. Ελέγχουμε με αξιοπρέπεια τον πόνο μας, με την επίγνωση ότι μόνο όσοι δεν έζησαν δεν έχουν πονέσει.

Ο χωρισμός είναι πιο επώδυνος για τον άντρα.

Είναι αρκετά πιθανόν έναν άντρα που πρόδωσε και εγκατέλειψε η γυναίκα του, να τον προδώσει και η καρδία του˙ αυτό το συχνό φαινόμενο οι επιστήμονες το αποκαλούν «Σύνδρομο Ραγισμένης Καρδιάς». Κι αν δεν συμβεί αυτό, τα ποσοστά αυτοκτονίας των αντρών που βίωσαν την απόρριψη είναι τετραπλάσια από των γυναικών.

Ο χωρισμός δεν είναι καταστροφή. Αφορά μια μικρή περίοδο της ζωής μας, κάποια χρόνια που βραχυκυκλώσαμε, ξεμυαλιστήκαμε, είδαμε οράματα. Δεν αφορά ολόκληρη τη ζωή μας.

Όπως χάθηκε η χαρά, θα χαθεί κι ο πόνος. Νέος έρωτας θα μας προκύψει, είναι βέβαιο.

Μας διασώζει η φύση μας. Είμαστε φτιαγμένοι να ερωτευόμαστε, οι επιθυμίες μας δεν τελειώνουν˙ κι όπως λέει ένα ποίημα «Επιθυμούμε με τον ίδιο τρόπο που ένας σκύλος δηλητηριασμένος δυο φορές αντικρίζει ένα τρίτο κομμάτι κρέας».

Arthur Schopenhauer: Τα πραγματικά μεγάλα πνεύματα -όπως οι αετοί- φωλιάζουν ψηλά στους αιθέρες

Είναι αξιοθαύμαστο το πόσο εύκολα και γρήγορα φανερώνεται στην συνομιλία η ομοιότητα ή η διαφορετικότητα του πνεύματος και του θυμικού των ανθρώπων: γίνεται αισθητή σε κάθε λεπτομέρεια. Όταν συνομιλούν δύο άνθρωποι πού διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους, τότε η κάθε μία φράση του ενός, οσοδήποτε ξένο ή αδιάφορο και αν είναι γι’ αυτούς το θέμα στο οποίο αφορά ο διάλογός τους, θα προκαλεί μικρότερη ή μεγαλύτερη απαρέσκεια στον άλλον, μερικές μάλιστα φράσεις θα τον εξοργίζουν. Παρεμφερείς άνθρωποι, αντίθετα, διαισθάνονται αμέσως και παντού μία κάποια συμφωνία, η οποία, σε περίπτωση μεγάλης ομοιότητας, καταλήγει σύντομα σε τέλεια αρμονία, μάλιστα σε απόλυτη ομοφωνία.

Από τούτα εξηγείται, πρώτον, γιατί οι εντελώς συνηθισμένοι είναι τόσο κοινωνικοί και βρίσκουν παντού τόσο εύκολα πολύ καλή συντροφιά, ανθρώπους καλούς, συμπαθητικούς και γενναιόψυχους. Για τους ασυνήθιστους, ισχύει το αντίθετο, και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο πιο έκτακτοι είναι, ούτως ώστε κάποτε, μέσα στην απομόνωσή τους, να νιώθουν μεγάλη χαρά, όταν διακρίνουν σ’ έναν άλλον μία κάποια ίνα, οσοδήποτετε μικροσκοπική, που να είναι της αυτής φύσεως με τη δική τους˙ διότι, βέβαια, ο καθένας δεν μπορεί να είναι για τον άλλον παρά ό,τι κι εκείνος για τον ίδιο. Τα πραγματικά μεγάλα πνεύματα -όπως οι αετοί- φωλιάζουν ψηλά στους αιθέρες, μοναχικά.

Από τα ανωτέρω, γίνεται κατανοητό, δεύτερον, πως οι ομόφρονες άνθρωποι καταφέρνουν να σμίγουν τόσο γρήγορα, σαν να ασκούν εκατέρωθεν μαγνητική έλξη – verwandte Seelen grüßen sich von ferne [συγγενείς ψυχές αλληλοχαιρετώνται από μακριά]. Συχνότερα, ωστόσο έχει κανείς την ευκαιρία να παρατηρήσει το φαινόμενο αυτό σε ανθρώπους χαμηλού ποιού ή χωρίς χαρίσματα˙ ο λόγος, ωστόσο, δεν είναι παρά το γεγονός ότι  από τούς τελευταίους αυτούς υπάρχουν στρατιές ολόκληρες, ενώ οι ανώτερου ποιού κι εξαίρετοι είναι και ονομάζονται σπάνιοι.

Arthur Schopenhauer, Εγχειρίδιο πρακτικής σοφίας

Όταν οι Γίγαντες προσπάθησαν να νικήσουν τους Θεούς

Η Γιγαντομαχία είναι αρχαίος Ελληνικός μύθος που περιγράφει την πάλη του Δία και των ολυμπίων θεών με τους Γίγαντες. Την περιγράφει ο Απολλόδωρος στο έργο του «περί θεών», ο Όμηρος στην «Οδύσσεια», ο Υγίνος στο «Poetica Astronomica», ο Παυσανίας και ο Νόννος ο Πανοπολίτης.

Εκείνα τα χρόνια συνυπήρχαν με τους θεούς, και τους ανθρώπους και οι γίγαντες !!! Όταν ο Δίας νίκησε τον Κρόνο και τους Τιτάνες, και τους καταπόντισε στα Τάρταρα, η Γη μίσησε τον Δία και τους άλλους θεούς του ουρανού, και όλα τα παιδιά τους. Ξεσήκωσε τους Γίγαντες, και αυτοί με αρχηγό τον Ευρυμέδωντα εκτόξευαν προς τον ουρανό τεράστιες κοτρώνες και φλεγόμενα βελανίδια.

Η ιστορία από την αρχή

Οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το σώμα της Γης όταν έσταξε πάνω του αίμα από την πληγή του Ουρανού μετά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο. Με τον ίδιο τρόπο γεννήθηκαν και οι Ερινύες και οι Μέλιες Νύμφες. Οι Γίγαντες ήταν όντα τρομακτικά και υπερφυσικά. Είχαν μορφή ανθρώπου μα ήταν τρομεροί στην όψη, πελώριοι στο ανάστημα και ακαταμάχητοι στη δύναμη.

Το σώμα τους ήταν φολιδωτό και κατέληγε σε ουρά σαύρας. Είχαν πυκνά μαλλιά και μακριά γένια. Στα τριχωτά χέρια τους κρατούσαν μακριά και λαμπερά ακόντια. Μολονότι είχαν θεϊκή καταγωγή ήταν θνητοί ή τουλάχιστον για να σκοτωθούν έπρεπε να χτυπηθούν ταυτόχρονα από ένα θεό και ένα θνητό.

Άλλες παραδόσεις έλεγαν ότι κάποιοι από τους Γίγαντες ήταν αθάνατοι όσο πατούσαν στο έδαφος όπου είχαν γεννηθεί. Επικρατέστερο μέρος για τη γέννησή τους είναι η Παλλήνη της Χαλκιδικής, μια περιοχή εξαιρετικά άγρια. Οι Γίγαντες ήταν πολύ περισσότεροι από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπολογίζονται γύρω στους εκατό.

Κατοικούσαν στις δυτικές ακτές του Ωκεανού όπου συχνά τους επισκέπτονταν οι θεοί και έπαιρναν μέρος στα συμπόσιά τους. Αυτό γινόταν στις γιορτές όταν οι Γίγαντες πρόσφεραν εκατόμβες. Ακόμα και στο δρόμο, όταν τους συναντούσαν οι θεοί, πήγαιναν μαζί τους. Η δύναμη των Γιγάντων ήταν αφάνταστη. Μπορούσαν να ξεκολλούν με ευκολία βράχους ολόκληρους και να τους εκσφενδονίζουν μακριά.

Η Γη ήταν οργισμένη από την τύχη που είχαν οι Τιτάνες μετά το τέλος της Τιτανομαχίας. Μολονότι είχε βοηθήσει τον εγγονό της με κάθε τρόπο για να επικρατήσει, δεν άντεχε να βλέπει τους γιους και τις κόρες της φυλακισμένους στα Τάρταρα. Έτσι, όταν είδε την τεράστια δύναμη που είχαν οι Γίγαντες, τους ξεσήκωσε σε πόλεμο εναντίον των Ολυμπίων. Ο Δίας και τα αδέρφια του έπρεπε να περάσουν άλλη μια δοκιμασία. Ξέσπασε μια τρομερή μάχη που έμεινε γνωστή με το όνομα Γιγαντομαχία.

Η επίθεση των Γιγάντων μάλιστα έγινε χωρίς καμιά προειδοποίηση. Ξαφνικά οι θεοί του Ολύμπου δέχτηκαν βροχή από βράχους, αναμμένους δαυλούς και ολόκληρα φλεγόμενα δέντρα. Οι Γίγαντες ξερίζωναν τα βουνά και τα τοποθετούσαν το ένα πάνω στο άλλο για να σκαρφαλώσουν στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, εκεί όπου ήταν χτισμένα τα θεϊκά παλάτια.

Η Γη και ο Ουρανός αναστατώθηκαν

 Έγινε σωστή κοσμοχαλασιά: στεριές βούλιαζαν και ποτάμια άλλαζαν πορείες. Οι οροσειρές τραντάζονταν συθέμελα και σαν φύλλα δέντρων έτρεμαν ο Όλυμπος, η Όσσα, το Πήλιο, η Πίνδος, το Παγγαίο και ο Αθως.

Οι θεοί του Ολύμπου ζώστηκαν τα άρματα και ετοιμάστηκαν για πόλεμο. Αρχηγός στο θεϊκό στρατόπεδο ήταν ο Δίας, οπλισμένος όχι μόνο με την αστραπή και τον κεραυνό, όπως στην Τιτανομαχία, αλλά και με την αιγίδα, το δέρμα κατσίκας που είχε πάνω το κεφάλι της Γοργόνας. Η τρομερή μορφή της έσπερνε τον πανικό ή απολίθωνε όποιον την αντίκριζε.

Πλάι του πιστή σύμμαχος η κόρη του η Αθηνά, η θεά των μαχών, που μόλις είχε γεννηθεί πάνοπλη από το τεράστιο κεφάλι του. Φορώντας την πανοπλία της και με το γοργώνειο στο στήθος πολέμησε καλύτερα και από άντρας. Γι’ αυτό ο Δίας, ονομάστηκε γιγαντοφόνης και γιγαντολέτωρ και η Αθηνά προσονομάστηκε γιγαντολέτειρα, δηλαδή αυτοί που σκότωσαν τους Γίγαντες. Παραστάτες του Δία ήταν η Νίκη και η φοβερή μάνα της η Στύγα.

Πρωτοπαλίκαρά του ήταν ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας και ο Ήφαιστος ,που σε κάποια στιγμή που είδε κουρασμένο τον Ήλιο τον πήρε πάνω στο δικό του άρμα. Μα και οι θεές πρόσφεραν με κάθε τρόπο τη βοήθειά τους, η Ήρα, η Αφροδίτη, η Αρτεμη, η Εκάτη και οι Μοίρες. Μόνο η Δήμητρα δε συμμετείχε στον αγώνα αυτόν γιατί είχε ιδιαίτερη συγγένεια με τη Γη, προστάτευε τους καρπούς που φύτρωναν στο ιερό της χώμα.

Καθένας θεός και κάθεμία θεά σκότωσαν έναν ή περισσότερους από τους Γίγαντες που οι πιο γνωστοί ήταν ο Πορφυρίωνας, ο Αλκυονέας, ο Εγκέλαδος, ο Εφιάλτης, ο Εύρυτος, ο Κλυτίας, ο Πολυβώτης, ο Πάλλας, ο Ιππόλυτος, ο Γρατίωνας, ο Άγριος και ο Θέωνας.

Ο πόλεμος κρατούσε πολύ καιρό μα με κανέναν τρόπο οι Ολύμπιοι δεν μπορούσαν να νικήσουν. Τότε η Αθηνά έμαθε τον πανάρχαιο χρησμό που έλεγε πως οι Γίγαντες θα χαθούν μόνο αν κάποιοι θνητοί πολεμήσουν στο πλάι των αθανάτων. Μόλις το άκουσε ο Δίας έστειλε την Αθηνά να φωνάξει δυο θνητούς γιους του, τον Ηρακλή τον οποίο είχε αποκτήσει με την Αλκμήνη και τον Διόνυσο που τον γέννησε με τη Σεμέλη.

Η Γη αμέσως άρχισε να ψάχνει ένα μαγικό βοτάνι που θα έκανε ατρόμητους τους Γίγαντες από τα βέλη των θνητών. Ο Δίας για να την καθυστερήσει απαγόρευσε στον Ήλιο, τη Σελήνη και την Ηως να ανατείλουν. Έτσι, επικράτησε για πολλές μέρες σκοτάδι μέχρι που ο Δίας βρήκε πρώτος το μαγικό βοτάνι και το κατέστρεψε. Έτσι η πορεία προς τη νίκη ξεκίνησε. Σε λίγο κατέφθασε ο Ηρακλής που υπήρξε ο πολυτιμότερος σύμμαχος της Αθηνάς σ’ αυτόν τον αγώνα και με τα βέλη του σκότωσε πάρα πολλούς Γίγαντες.

Μάλιστα, επειδή ήταν γιος του Δία, μπορούσε όταν κουραζόταν από την πολύωρη μάχη, ν’ ανεβαίνει στο άρμα του θεϊκού πατέρα του. Ο Διόνυσος ήρθε με τη συνοδεία του, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες, καβάλα πάνω σε γαϊδούρια που με τους κρότους και τα γκαρίσματά τους πολλές φορές τρόμαζαν τους Γίγαντες. Ένα άλλο όπλο του Διόνυσου ήταν και ο θύρσος, το σύμβολό του, ένα μακρύ ραβδί στολισμένο με κισσό. Οι δυο γιοι του Δία για τη γενναιότητα και το θάρρος που έδειξαν στη Γιγαντομαχία ανταμείφθηκαν και έγιναν αθάνατοι.

Οι αρχαίοι μυθογράφοι ασχολήθηκαν με τη Γιγαντομαχία και μέσα από τα έργα τους μας περιγράφουν πολλές σημαντικές σκηνές της.

Ο Ηρακλής χτύπησε πρώτα με το τόξο του τον Αλκυονέα. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος από τους Γίγαντες και σύμφωνα με μια παράδοση, ο αρχηγός τους. Ο Αλκυονέας έπεσε κάτω με τρομερό κρότο. Αλλά τη στιγμή που ο ήρωας πανηγύριζε για την επιτυχία του, τον είδε να σηκώνεται πάλι υψώνοντας απειλητικά το τεράστιο κορμί του.

Ήταν μάλιστα έτοιμος να εκτοξεύσει στον Ηρακλή έναν τεράστιο βράχο που βρισκόταν δίπλα του. Ευτυχώς η Αθηνά κατάφερε να τον εμποδίσει. Μετά εξήγησε στον Ηρακλή που ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του, ότι ο Αλκυονέας ήταν αθάνατος όσο πατούσε στο χώμα που τον γέννησε. Τότε ο ήρωας φορτώθηκε στις στιβαρές πλάτες του το Γίγαντα, τον μετέφερε έξω από το πεδίο της Φλέγρας όπου είχε γεννηθεί και τον εξόντωσε τελειωτικά με τα βέλη του.

Οι κόρες του, οι Αλκυονίδες, απελπισμένες από το θάνατο του πατέρα τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα και μεταμορφώθηκαν σε πουλιά (τις αλκυόνες).

Ο Πορφυρίωνας που φιλοδοξούσε να εξουσιάσει τη Δήλο και τους Δελφούς και η Γη του είχε υποσχεθεί να τον ζευγαρώσει με την Ήβη, την κόρη της Ήρας, παρακολουθούσε την εξόντωση του αδερφού του και όρμησε να εκδικηθεί τον Ηρακλή.

Σίγουρα ο τρομερός Γίγαντας θα καταπλάκωνε μ’ ένα βουνό τον ήρωα. Ευτυχώς όμως ο Δίας μηχανεύτηκε ένα κόλπο την τελευταία στιγμή. Διέταξε την Αφροδίτη να κυριέψει το Γίγαντα με ερωτικό πάθος για την Ήρα που βρισκόταν εκεί κοντά.

Η Αφροδίτη έστειλε το γιο της τον Έρωτα εναντίον του Πορφυρίωνα και ξαφνικά αυτός αδιαφορώντας για τον Ηρακλή άρχισε να κυνηγάει την Ήρα για να σμίξει μαζί της. Τη στιγμή ακριβώς που είχε συλλάβει τη θεϊκή βασίλισσα και είχε σκίσει τα μεγαλόπρεπα πέπλα της, ο Ηρακλής βρήκε την ευκαιρία να τον εξοντώσει με το βέλος του.

Ανάλογο ρόλο έπαιξε και η ίδια η Αφροδίτη στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας. Σε μια δύσκολη στιγμή που δεκαπέντε Γίγαντες είχαν περικυκλώσει απειλητικά τον Ηρακλή, αυτή μετέφερε με τη θεϊκή δύναμή της τον ήρωα σ’ ένα σπήλαιο. Κατόπιν, έδειξε το καταπληκτικό της σώμα στους Γίγαντες. Αυτοί μονομιάς κυριεύτηκαν από ερωτικό πάθος και άρχισαν να τρέχουν πίσω από τη θεά. Η Αφροδίτη τους οδήγησε έτσι στη σπηλιά όπου είχε κρύψει τον Ηρακλή.

Επειδή οι Γίγαντες δε χωρούσαν να περάσουν όλοι μαζί την είσοδο της σπηλιάς, έμπαιναν μέσα ένας ένας. Ο Ηρακλής με μεγάλη ευκολία κατάφερε να τους εξοντώσει και τους δεκαπέντε. Η Αθηνά, πολεμική θεά, δεν κατέφυγε σε τέτοια γυναικεία κόλπα. χρησιμοποιώντας το δόρυ και το ακόντιό της πολέμησε αντρίκεια. Στην αρχή πάλευε πολλές ώρες με τον Πάλλαντα. Ο Γίγαντας ήταν τρομερά δυνατός, όμως η Αθηνά χρησιμοποιώντας πολεμικά κόλπα και έξυπνη στρατηγική κατάφερε να τον εξοντώσει. Στη συνέχεια τον έγδαρε και από το δέρμα του κατασκεύασε τη δική της αιγίδα, που την έκανε ατρόμητη.

Ο Εγκέλαδος, όταν είδε το φριχτό τέλος του Πάλλαντα, το έβαλε στα πόδια. Η Αθηνά όμως τον αντιλήφθηκε και τον καταδίωξε. Επειδή δυσκολευόταν να τον φτάσει, άρπαξε τη Σικελία και την πέταξε κατά πάνω του. Το νησί βρήκε το στόχο του και καταπλάκωσε το Γίγαντα. Έτσι εξηγούνταν από τους αρχαίους οι εκρήξεις της Αίτνας, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα τινάγματα του Εγκέλαδου που ψυχομαχούσε.

Μια παρόμοια περιπέτεια με τον Εγκέλαδο είχε και ο Πολυβώτης. Αυτόν ανέλαβε να τον αντιμετωπίσει ο Ποσειδώνας. Η μάχη μέσα στη θάλασσα ήταν τρομερή. Τεράστια κύματα σηκώθηκαν και κόντευαν να φτάσουν τα παλάτια του Ουρανού, ψηλά στον Αιθέρα. Ο Ποσειδώνας όμως είχε το προνόμιο ότι βρισκόταν στο δικό του χώρο, μέσα στο υγρό του βασίλειο. Με το όπλο που του είχαν χαρίσει οι Κύκλωπες, την τρομερή τρίαινα, κατάφερε να τρυπήσει πολλές φορές το κορμί του Γίγαντα.

Το αίμα του κυλούσε ασταμάτητα και κοκκίνισε ολόκληρη τη θάλασσα· μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα τράπηκε σε φυγή. Ο θαλασσοσείστης Ποσειδώνας όμως άρπαξε ένα κομμάτι από την Κω, το πέταξε με μεγάλη δύναμη στον Πολυβώτη και τον πλάκωσε. Το κομμάτι της Κω που καταπλάκωσε το Γίγαντα είναι το γνωστό νησάκι Νίσυρος.Στη Γιγαντομαχία έλαβε μέρος και ο Απόλλωνας, ο γιος του Δία από τη Λητώ. Πιο γνωστή είναι η μάχη που έδωσε με το Γίγαντα Εφιάλτη.

Τα μαγικά του βέλη έπεφταν σαν βροχή πάνω στο τρομερό τέρας. Στην αρχή ο Εφιάλτης έμοιαζε να μην καταλαβαίνει τίποτα. Ο Ηρακλής όμως που είχε μάθει από την Αθηνά όλα τα μυστικά για την εξόντωση των εχθρών, έτρεξε για να βοηθήσει. Ο Εφιάλτης ήταν ένας από τους Γίγαντες για τους οποίους υπήρχε χρησμός ότι θα εξοντωνόταν μόνο αν τους χτυπούσε παράλληλα ένας θνητός και ένας αθάνατος.

Έτσι όταν ο Απόλλωνας τόξευσε το αριστερό μάτι του Γίγαντα, ο Ηρακλής σημάδεψε το δεξί. Τότε ο Εφιάλτης, τυφλωμένος και με το αίμα να τρέχει σαν ποτάμι πάνω στα γένια του και το τεράστιο σώμα του, ξεψύχησε. Η Γη για να εκδικηθεί τον Ηρακλή άρχισε από τότε να στέλνει τη μορφή του Εφιάλτη στα όνειρα των θνητών.

Ο Διόνυσος μαζί με τους Σάτυρους έτρεψαν σε φυγή τον Εύρυτο. Ο γιος του Δία τον καταδίωξε και μ’ ένα χτύπημα του θύρσου του κατάφερε να σκοτώσει το Γίγαντα. Αλλά η λύσσα του ήταν τόσο μεγάλη ώστε παρακάλεσε τον πατέρα του να τον μεταμορφώσει σε λιοντάρι.

Ο Δίας άκουσε το γιο του και έτσι σε λίγο ο Διόνυσος με μορφή λιονταριού κατασπάραξε το νεκρό Εύρυτο. Ο Πελώρεος που είδε το τέλος του αδερφού του βάλθηκε να εκδικηθεί το φονιά. Άρπαξε λοιπόν με μεγάλη ορμή το όρος Πήλιο και το εκτόξευσε ενάντια στον Διόνυσο, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες. Ευτυχώς που ο Άρης παρακολουθούσε τη σκηνή και έπιασε το βουνό στον αέρα. Έτσι γλίτωσε τον Διόνυσο και την παρέα του από βέβαιο θάνατο.

Ο Ποσειδώνας στη συνέχεια κυνήγησε τον Πελώρεο και όταν τον είδε να πηδά μέσα στα νερά του Σπερχειού ποταμού για να γλιτώσει, τον χτύπησε με την τρίαινά του και τον σκότωσε.

Τον Ευρυμέδοντα, που σύμφωνα με μια παράδοση ήταν αυτός ο αρχηγός των Γιγάντων, τον σκότωσε ο ίδιος ο Δίας. Και να πώς έγινε η τρομερή πάλη μεταξύ τους:

Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να σκοτώσει ο ίδιος τον Δία έτσι ώστε σε περίπτωση νίκης των Γιγάντων, να γίνει αυτός ο κυρίαρχος του κόσμου. Έψαχνε λοιπόν μέσα στην αναταραχή τον αρχηγό των Ολυμπίων. Σε κάποια στιγμή διέκρινε τον αστραποβόλο κεραυνό και όρμησε με λύσσα εναντίον του. Η Γη προσπάθησε με κάθε τρόπο να βοηθήσει το γιο της. Έτσι έκανε να φυτρώσουν από το σώμα του χιλιάδες δηλητηριώδη φίδια.

Ο Ευρυμέδοντας άρχισε μ’ όλη του τη δύναμη να χτυπά τον Δία, που όμως προστατευόταν από τη θεϊκή αιγίδα του. Σε κάποια στιγμή ο Δίας κατάφερε να βάλει το πρόσωπο της Γοργόνας μπροστά στα μάτια του Γίγαντα. Τότε αυτός κυριεύτηκε από τρόμο. Ο Δίας έριξε πάνω του τον κεραυνό και σε λίγο το κορμί του τυλίχτηκε στις φλόγες. Κόρη του Ευρυμέδοντα ήταν η Περίβοια, που ζευγαρώθηκε με τον Ποσειδώνα και έφερε στον κόσμο τον Ναυσίθοο, πατέρα του Αλκίνοου, του βασιλιά των Φαιάκων.

Ο Ήφαιστος στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας χρησιμοποιούσε ως όπλα του τα διάφορα υλικά που είχε μέσα στο θεϊκό εργαστήρι του. Επάνω στη φωτιά έλιωνε διάφορα μέταλλα, όπως ατσάλι, σίδερο, χαλκό και πυρακτωμένα τα εκτόξευε στους Γίγαντες. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατάφερε να εξοντώσει έναν πολύ επικίνδυνο Γίγαντα, τον Μίμαντα.

Τη στιγμή που αυτός χτυπιόταν με τον Δία και την Αθηνά και τους είχε φέρει σε δύσκολη θέση, ο Ήφαιστος του έριξε βλήματα πυρακτωμένου σιδήρου. Τότε ο Γίγαντας ένιωσε το κορμί του να ζεματάει, άρχισε να ουρλιάζει, έπεσε κάτω και κυλιόταν απελπισμένα στο έδαφος.

Ο Δίας τότε βρήκε την ευκαιρία και τον πλάκωσε μ’ ένα βουνό. Από τότε είναι θαμμένος κάτω από το όρος Μίμαντας που βρίσκεται στις Ερυθρές απέναντι από τη Χίο. Ο φτερωτός Ερμής και σ’ αυτόν τον πόλεμο χρησιμοποίησε την πονηριά του. Κατέβηκε στον Αδη και ζήτησε από το θείο του, τον μελαψό Πλούτωνα, την κυνέα, που τον έκανε αόρατο. Πέταξε αμέσως πάλι στη χώρα της συμπλοκής και φορώντας το μαγικό κράνος πλησίασε τον Ιππόλυτο.

Ο Γίγαντας άρχισε ξαφνικά να βλέπει τεράστιους βράχους να σηκώνονται μόνοι τους από τη γη και να πέφτουν επάνω του. Σε λίγο άρχισε να νιώθει τσιμπήματα, κλοτσιές, γροθιές σ’ όλο του το κορμί μα δεν έβλεπε κανέναν να βρίσκεται κοντά του. Τότε νόμισε πως τρελάθηκε από την οχλαγοή και τους κρότους και τράπηκε μόνος του σε φυγή. Ο Ερμής τον κυνήγησε και κατάφερε με μεγάλη ευκολία να τον αποτελειώσει.

Αλλά και οι υπόλοιπες θεές που πήραν μέρος στη Γιγαντομαχία κατάφεραν να δώσουν ένα χέρι βοήθειας στους βασικούς πρωταγωνιστές. Έτσι, η Εκάτη κατάφερε ρίχνοντας αμέτρητους αναμμένους δαυλούς να εξοντώσει τον Κλυτία. Αυτός δεν προλάβαινε να αποφύγει τον έναν και αμέσως έφτανε ο άλλος δαυλός. Σε κάποια στιγμή που άφησε ελεύθερα τα χέρια του για να ξεκουραστούν, η Εκάτη του πέταξε μια βροχή αναμμένους δαυλούς.

Ο Γίγαντας τυλίχτηκε στις φλόγες χωρίς να προλάβει ν’ αντιδράσει

Έτσι βρήκε φριχτό θάνατο. Επίσης, η Αρτεμη, η θεά του κυνηγιού, ρίχνοντας τα θεϊκά βέλη της σκότωσε τον Γρατίωνα. Τέλος, οι Μοίρες, οι κόρες του Δία, στάθηκαν στο πλευρό του εξοπλισμένες με τα χάλκινα ρόπαλά τους. Αυτές σκότωσαν τον Αγριο και τον Θέοντα. Ο φοβερός Αδαμάστορας βλέποντας τον έναν πίσω από τον άλλο τους αδερφούς του να εξουδετερώνονται από τους Ολύμπιους, σε μια τελευταία προσπάθεια διαφυγής από τη μοίρα άρπαξε ολόκληρη την οροσειρά της Ροδόπης και την έριξε καταπάνω τους.

Ο Ήλιος που περνούσε εκείνη την ώρα με το άρμα του, την τελευταία στιγμή κατάφερε ν’ αλλάξει την πορεία των βουνών και έσωσε τους θεούς. Τότε αυτοί είδαν πως δεν ήταν εύκολο να τα βγάλουν πέρα με τον αδάμαστο Αδαμάστορα, παρά μόνον εάν ένωναν όλοι μαζί τις δυνάμεις τους. Όρμησαν λοιπόν επάνω του ο Δίας, ο Αρης, ο Ερμής, ο Απόλλωνας, ο Ήφαιστος και μαζί ο Ηρακλής και ο Διόνυσος και μετά από πολλές ώρες πάλης κατάφεραν να τον εξοντώσουν.

Όλους τους υπόλοιπους Γίγαντες τους ξέκανε με τον κεραυνό του ο Δίας και με τα βέλη του ο Ηρακλής. Όταν πια τους εξόντωσαν όλους, οι θεοί κάθισαν να ξαποστάσουν χαρούμενοι για τη νίκη τους. Αμέσως μετά άρχισαν να τακτοποιούν τα θεϊκά τους παλάτια που σχεδόν είχαν καταστραφεί ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά.

Μετά από χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι συνέχιζαν να βρίσκουν μέσα στη γη κόκαλα από σκοτωμένους Γίγαντες.

Έδειχναν βράχους που είχαν εκσφενδονίσει αυτοί ή οι θεοί, όπως ένα βράχο στη Λυκαονία, που έλεγαν πως τον είχε ρίξει ο Δίας, νησιά σαν τη Νίσυρο, τη Λήμνο και την Πορφυριώνη στην Προποντίδα, βουνά σαν τον Μίμαντα και ηφαίστεια σαν το Βεζούβιο και την Αίτνα που κρατούσαν στα σπλάχνα τους τους Γίγαντες. Λένε πως επίτηδες η Γη με στοργή είχε θάψει τους γιους της βαθιά κάτω από τα βουνά ή πως είχε μεταμορφώσει τους ίδιους σε βουνά.

Ο βασιλιάς Αίαντας του Τρωικού πολέμου ήταν ένας γίγαντας όπως αναφέρει ο Παυσανίας στα Αττικά. Γράφει ότι βλέποντας τον σκελετό του, η επιγονατίδα του ήταν περίπου όσο ο δίσκος που ρίχνουν τα παιδιά στο πένταθλο. Η Ελληνική μυθολογία είδαμε πως περιγράφει με λεπτομέρειες, για τις συμμαχίες στους πολέμους των γιγάντων και την σταδιακή αντικατάστασή τους από άλλους θεούς.

Η γιγαντομαχία λέγεται ότι έληξε κοντά στην σημερινή Μεγαλόπολη όπου ο Δίας κατακεραύνωσε με κεραυνούς τους γίγαντες. Σήμερα εκεί υπάρχουν τα ορυχεία λιγνίτη της Δ.Ε.Η. και κάποιοι υποστηρίζουν ότι συχνά βρίσκονται μέσα στον λιγνίτη και τεράστια κόκκαλα!

Στην Ύδρα, στο σπήλαιο του Αγ. Κυπριανού, αναφέρεται ύπαρξη γιγάντιου ανθρώπινου σκελετού. Παρόμοια οστά λέγεται ότι είναι θαμμένα και στον περίβολο του ναού του Αγίου Νικολάου στις Σπέτσες. Στον Φενεό της Πελοποννήσου επίσης οι ντόπιοι βεβαιώνουν την ανακάλυψη τάφων με γιγάντιους σκελετούς. Οι τάφοι καταστράφηκαν και οι σκελετοί εξαφανίστηκαν, αλλά ακόμη και σήμερα υπάρχουν κάτοικοι που ξέρουν την ακριβή τοποθεσία άλλων τάφων γιγάντων, οι οποίοι δεν έχουν γίνει γνωστοί ακόμη στις αρχές, οπότε και «διασώζονται».

Οι Νήσοι των Μακάρων

Η Ελληνική μυθολογία, εκτός από τα Ηλύσια πεδία, περιελάμβανε κι έναν άλλο ειδυλλιακό τόπο διαμονής των ηρώων και των ενάρετων ανθρώπων μετά τον συμβατικό θάνατό τους, τους Νήσους των Μακάρων, που ταυτίζονται πολλές φορές με αυτά. Και αυτά βρίσκονται δυτικά, στις εσχατιές της Γης, στο ρεύμα του «βαθυδίνη» Ωκεανού όπου οι «όλβιοι» ζουν εκεί τρισευτυχισμένοι σε ένα περιβάλλον Χρυσής Εποχής. Ο ήλιος λάμπει μέρα νύχτα και δεν σκοτεινιάζει ποτέ και η γόνιμη και καρποφόρα ζωδότρα γη δίνει πολλές σοδιές το χρόνο. Δεν υπάρχουν εδώ έγνοιες, κόποι, πόνοι και καημοί και όλοι ζουν μακάρια παίζοντας και γιορτάζοντας, ευδαίμονες, χωρίς κανένα πρόβλημα ή κακό να σκιάζει την καθημερινότητά τους. Εδώ οι λίγοι και εκλεκτοί των Θεών ζουν ό,τι δεν μπορούν να ζήσουν οι κοινοί θνητοί πάνω στη γη, στον κόσμο της «ύβρεως», που αντιπαραβάλλεται πάντοτε με τον κόσμο των θεών και τον παράλληλο μυθικό κόσμο της Χρυσής Εποχής.
 
Ο Ησίοδος μιλώντας για τα πέντε γένη της ανθρωπότητας, αναφέρει ειδικά για τους ήρωες του τετάρτου γένους, ότι ο Δίας έδωσε σε μερικούς απ’ αυτούς τη χάρη να ζήσουν μετά το θάνατο «εν μακάρων νήσοισι παρ’ ωκεανώ βαθυδίνην», όπου ο ζωοδότρα γη (ζείδωρος άρουρα) παράγει τρεις φορές το χρόνο «μελιηδέα καρπόν»:
 
«Όπου τους πιο πολλούς στο χώμα τους παράχωσε
το τέλος του θανάτου. Σε κάποιους όμως έδωσε τη χάρη
ο Κρονίδης Ζευς να μείνουν πέρα απ᾽ τους ανθρώπους·
σαν αγαθός πατέρας τους κατοίκισε στα πέρατα του κόσμου,
κι εκεί, με δίχως λύπη στην ψυχή τους,
κατοικούν στις Νήσους των Μακάρων, πλάι στις ροές
του Ωκεανού, του βαθυστρόβιλου, ήρωες ευτυχείς·
που τους προσφέρει τρεις φορές η σιτοφόρα γη τον χρόνο
ώριμους και γλυκούς καρπούς, σαν μέλι
».
(Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, 166-174»
 
Στον Όμηρο και στον Ησίοδο παρουσιάζεται ένας αριστοκρατικός εκλεκτισμός των Θεών ως προς εκείνους τους λίγους που επιτρέπουν να ζήσουν στα Ηλύσια πεδία ή στα Νησιά των Μακάρων, ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να ζήσουν μετά το θάνατο στον σκοτεινό και «ατερπή» Άδη, διατηρώντας μόνο ένα είδωλο ή σκιά που τρέφεται από τις χοές που κάνουν οι ζωντανοί συγγενείς του. Για τους ιδιαίτερα ασεβείς και αμαρτωλούς επιφυλάσσεται ο Τάρταρος, το δεσμωτήριο του Άδη, όπου βασανίζονται αιώνια – εκτός από τους Τιτάνες – άνθρωποι ασεβείς, όπως ο Φλεγύας που πυρπόλησε το Ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς και κρέμεται τώρα συνεχώς από πάνω του μια μεγάλη πέτρα, ο Ιξίωνας που τόλμησε να ενωθεί με την Ήρα και είναι τώρα δεμένος ανάσκελα με φίδια πάνω σ’ ένα πύρινο τροχό, περιστρεφόμενος, μαζί με αυτόν, αιώνια στον Τάρταρο. Ή ο Σίσυφος, που ανεβάζει στη κορυφή ενός βουνού μια μεγάλη πέτρα, που όμως όταν φτάσει εκεί ξανακυλάει κάτω, ή ο Τάνταλος, που δεν μπορεί να ικανοποιήσει τη πείνα και τη δίψα του, οι Αλωάδες και οι Δαναϊδες με τον τρύπιο πίθο τους.
 
Προφανώς δεν είναι λόγω της ανώτερης ηθικής τους που οι ήρωες απολαμβάνουν τους ειδυλιακούς και παραδείσιους αυτούς τόπους, «μεταφερόμενοι» μάλιστα εκεί από τους Θεούς χωρίς να πεθάνουν, αλλά η ευγενική τους κατά το πλείστον καταγωγή και η στενή έτσι συγγένειά τους με τους Θεούς. Μόνον για τους απογόνους Θεών και βασιλιάδων επιφυλάσσεται αυτή η επιλεκτική και αριστοκρατική ουσιαστικά μακαριότητα που προσφέρουν οι Θεοί στα Νησιά των Μακάρων.
 
Εκεί βασιλεύει ο Κρόνος με βοηθό του τον ξανθό Ραδάμανθυ, αφού ο ειδυλλιακός αυτός τόπος είναι ένα αντίγραφο της Χρυσής Εποχής (του Χρυσού Γένους της Ανθρωπότητας), οπότε βασίλευσε πάλι ο αγκυλομήτης. Εκεί είναι επίσης οι οι άλλοι δύο Κριτές του Άδη, ο Μίνωας και ο Αιακός κι εκτός από τον Αχιλλέα και τον Μενέλαο, ο Πηλέας, ο Διομήδης, ο Αίαντας, ο Νεοπτόλεμος, η Ιφιγένεια, ο Πάτροκλος, ο Ορφέας και η Ευρυδίκη, ο Κάδμος και η Αρμονία και η μητέρα του Ηρακλή Αλκμήνη, την οποία νυμφεύθηκε ο Ραδάμανθυς.
 
Εκεί επίσης έστειλε ο Ποσειδώνας, σύμφωνα με τον Ελλάνικο, τον γιο του Λύκο από την κόρη του Άτλαντα Κελαινώ: «Κελαινοί δε μίσγεται Ποσειδέων· των δε γίγνεται Λύκος, ον ο πατήρ κατοικίζει εν μακάρων νήσοις, και ποιεί αθάνατον (Απόσπασμα 1a,4,F.19b.5). Πάντως δε δέχονται όλοι οι ήρωες και όλοι οι βασιλιάδες τη μεγάλη αυτή εύνοια των θεών.
 
Με την πάροδο των ετών, κάτω από την επίδραση των Ελευσινίων και Ορφικών Μυστηρίων, αυξήθηκε ο αριθμός των κατοίκων των Νήσων των Μακάρων. Δεν απολάμβαναν πια μόνον οι ήρωες, εκλεκτοί των Θεών, την παραμονή τους εκεί, αλλά και οι μύστες, οι δίκαιοι και οι ενάρετοι. Αντίθετα, με την επίδραση πάλι του Ορφισμού, ο Άδης ή «Κάτω Κόσμος» μετατράπηκε σε ένα τόπο τιμωρίας των φαύλων και ασεβών. Την αλλαγή αυτής της στάσης παρατηρούμε και στον Πλατωνικό «Γοργία», όπου ο Σωκράτης εξιστορεί ότι από την εποχή του Κρόνου υπάρχει ένας νόμος στους Θεούς πως όποιος από τους ανθρώπους περάσει τη ζωή του δίκαια και αγνά να πηγαίνει όταν πεθαίνει στις νήσους των Μακάρων και να ζει εκεί πλήρως ευτυχισμένος μακριά απ’ όλα τα κακά, ενώ άμα την περάσει άδικα και ανόσια να ρίχνεται στον Τάρταρο λαμβάνοντας εκεί μια δίκαιη τιμωρία.
 
Δικαστές την εποχή του Κρόνου, αλλά και πιο πρόσφατα, όταν κυβερνούσε ο Δίας, ήταν ζωντανοί για τους ζωντανούς, που του δίκαζαν την μέρα που επρόκειτο να πεθάνουν. Οι κρίσεις όμως ήταν έτσι μεροληπτικές και ο Πλούτωνας και οι επιμελητές από τα νησιά των Μακάρων παραπονιόντουσαν στο Δία ότι έρχονταν στον τόπο τους άνθρωποι που δεν ταίριαζαν με αυτόν, όπως άνθρωποι με κακή ψυχή που παρουσιάζονταν με όμορφα ρούχα, πλούτη και ευγενική καταγωγή και πολλούς μάρτυρες να καταθέτουν υπέρ τους παρουσιάζοντάς τους δήθεν ως δίκαιους, εκπλήττοντας τους δικαστές.. Ο Δίας αποφάσισε όλοι οι άνθρωποι να κρίνονται γυμνοί, χωρίς στολίδια και περικαλύμματα αφού πεθάνουν. Ανάλογα και οι κριτές που θα τους έκριναν, έπρεπε και αυτοί να είναι γυμνοί, να έχουν δηλαδή και αυτοί πεθάνει, ώστε να μπορούν να τους δουν καθαρά ψυχή προς ψυχή όπως πραγματικά είναι και όχι με υλικά μάτια, σώμα και αυτιά.
 
Έτσι ο Δίας έκανε στο εξής Κριτές των ψυχών τους γιους του, Μίνωα και τον Ραδάμανθυ από την Ασία και τον Αιακό από την Ευρώπη, οι οποίοι και δικάζουν στο εξής τους νεκρούς στο τρίστατο, απ’ όπου ο ένας δρόμος οδηγεί στα Νησιά των Μακάρων και ο άλλος στον Τάρταρο. Αυτούς που προέρχονται από την Ασία τους κρίνει ο Ραδάμανθυς και αυτούς από την Ευρώπη ο Αιακός, ενώ ο Μίνωας έχει την τελική κρίση, αν υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ των δύο πρώτων.

Ο Πίνδαρος, ο μεγάλος λυρικός ποιητής της αρχαιότητας (522–443 π.κ.ε), επηρεασμένος σαφώς από τον Ορφισμό, παρουσιάζει στον 2ο Ολυμπιόνικό του τα Νησιά των Μακάρων στον ενικό «Μακάρων Νάσος» όπου πηγαίνουν όσοι παραμένουν δίκαιοι και αναμάρτητοι τρεις φορές (υποννοείται εδώ το δόγμα της μετενσάρκωσης) στο πάνω και στον κάτω κόσμο:
 
«Κι όσοι σταθήκανε ικανοί.
μένοντας απο τρεις φορές
στον ένα και στον άλλο κόσμο,
να φυλαχτούν ολότελ’ από τ’ άδικα,
του Δία το δρόμο βγάλανε ως την άκρη του
προς τον ψηλό του Κρόνου πύργο
εκεί όπου οι αύρες πνέουνε του Ωκεανού
στα νησιά γύρω των Μακάρων
κι άνθια χρυσά φεγγοβολούν
άλλα απο δέντρα ολόλαμπρα, στη γη
(κι) άλλα που το νερό τα θρέφει
και μ’ αυτά πλέκουνε γιρλάντες για τα χέρια των
και για τις κεφαλές στεφάνια
κατά τη δίκαιη κρίση του Ραδάμανθη,
που πρόθυμό του πάρεδρο τον έχει ο μέγας
πατέρας, ο άντρας της Ρέας, της θεάς
με τον απ’ όλους πιο ψηλό το θρόνο.
Μαζί μ’ αυτούς κι ο Κάδμος κι ο Πηλέας λογιάζουνται,
κι έφερε και τον Αχιλλέα εκεί η μητέρα του,
αφού την καρδιά λύγισε
του Δία με τα θερμά της παρακάλια
Πίνδαρος, Ολυμπιόνικος II 127
 
Ο Πίνδαρος παρουσιάζει καθαρά τη βασιλεία του Κρόνου και της Ρέας στα Νησιά των Μακάρων υποστηρίζοντας έτσι έμμεσα ότι η ζωή σ’ αυτά αποτελεί μια συνέχεια της Κρόνιας ή Χρυσής Εποχής του Ησιόδου. Το μυθικό έτσι παρελθόν συνεχίζεται στο παρόν στον παράλληλο κόσμο των Νήσων των Μακάρων. Η μετενσάρκωση που παρουσιάζει εδώ ο Πίνδαρος είναι κάτι εντελώς νέο, που δεν βρίσκεται στον Όμηρο ή στον Ησίοδο, στα πλαίσια της Χρυσής Εποχής. Δεν αρκεί μία μόνον ζωή, αλλά τρεις για να κερδίσουν οι δίκαιοι αυτή τη «χρυσή» ανταμοιβή. Η Ορφική διδασκαλία μιλάει για έναν «Ιερό Δρόμο» που πρέπει να ακολουθήσει ο μυημένος για να απαλλαγεί τελικά από τον Τροχό της Ανάγκης και να ζήσει έτσι στα Νησιά των Μακάρων, ανάμεσα στους άλλους ήρωες.
 
Τα Ηλύσια Πεδία και οι Νήσοι των Μακάρων εκφράζουν αντιλήψεις εποχών πολύ παλαιότερων από αυτές του Ομήρου και του Ησιόδου και ανάγονται ίσως στην Μυκηναϊκή Εποχή. Ο Πίνδαρος παρουσιάζει παραπάνω τα Νησιά των Μακάρων να βρίσκονται «παρ’ ωκεανόν βαθυδίνην» (που δε φαίνεται στην μετάφραση), κι επομένως σε μια μακρινή άγνωστη χώρα, όπως και τα Ηλύσια πεδία ή στα «πείρατα» του κόσμου, όπως επίσης η χώρα των Αιθιόπων που επισκέπτονται συχνά οι Θεοί και συνδειπνούν μαζί τους ή των Υπερβορείων που επισκέπεται ο Απόλλωνας στους χειμερινούς μήνες.
 
Τα Νησιά των Μακάρων έχουν ταυτιστεί κατά καιρούς με διάφορα νησιά του Ατλαντικού Ωκεανού «πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες», όπως οι Μικρές Αντίλες, οι Μαδέρες, οι Αζόρες, οι Σαλβάχες, οι Βερμούδες, οι Κανάριες νήσοι και τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου, με σπουδιαότερο γενικά υποψήφιο τις Κανάριες νήσους. Λέγεται ότι ο Κλαύδιος Πτολεμαίος χρησιμοποίησε τις Νήσους των Μακάρων ως σημείο αναφοράς για τη μέτρηση του γεωγραφικού μήκους.
 
Ο Στράβωνας τα ταύτισε με τα Νησιά των Εσπερίδων, όπου κατοικούσαν σύμφωνα με τον μύθο οι νύμφες Εσπερίδες, οι οποίες φύλαγαν τα χρυσά μήλα των θεών που έκλεψε ο Ηρακλής με τον Άθλο του. Ο Πλίνιος τα ταύτισε με τις Κανάριες Νήσους που «βρίθουν καρπών και πτηνών κάθε είδους». Έχουν ταυτιστεί επίσης με τα «Νησιά του Αιόλου» ή «Αιολίδες Νήσους» στη νότια Τυρρηνική Θάλασσα, τις «Αιγάδες Νήσους» ή «Αιγούσες» στα βορειοδυτικά της Σικελίας και άλλα μικρότερα νησιά της Σικελίας.
 
Ο Ηρόδοτος μιλάει στο τρίτο βιβλίο του για την «Όαση», επτά ημερών ταξίδι μέσα στην άμμο από τη Θήβα της Αιγύπτου, που την κατοικούν Σάμιοι και λέγεται στη ελληνική γλώσσα «Νησιά των Μακάρων» (3.26.1). Ο Στέφανος ο Βυζάντιος ονομάζει την «Όαση» του Ηρόδοτου και «Αύαση» και μας πληροφορεί ότι και ο Δούρος την ονόμαζε «Νήσον Μακάρων». Ο Φώτιος (Βίβλ. 61a) λέει ότι σύμφωνα με τον Ολυμπιόδωρο αυτή η πόλη ήταν παλιά νησί που αποχερσώθηκε και γι’ αυτό την ονομάζει ο Ηρόδοτος «Μακάρους Νήσους» και ότι ο Ηρόδωρος την ονομάζει Φαιακίδα.
 
Επίσης ο Φώτιος μας πληροφοροιεί στο Λεξικό του ότι «Μακάρων Νήσος» ονομαζόταν και η Ακρόπολη των Θηβών». Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας Γερμανικός χάρτης του 1493 από το Χρονικό της Νυρεμβέργης του Χάρτμαν Σίντελ, αποτυπώνει τρία νησιά στα δυτικά της βόρειας Αφρικής ως «Μακάρων Νήσους».
 
Ο Φιλόστρατος αναφέρει στο «Βίο του Απολλώνιου του Τυανέα (τ..2) ότι «τα νησιά των Μακάρων πρόκειται να καθοριστούν από τα όρια της Λιβύης, όπου ανυψώνονται προς το ακατοίκητο ακρωτήριο”. Σε αυτήν την γεωγραφία, η Λιβύη θεωρείτο ότι επεκτεινόταν δυτικά μέσω της Μαυριτανίας “μέχρι το στόμιο του ποταμού Σάλεξ, περίπου εννιακόσια στάδια, και πέρα από αυτό το σημείο μια περαιτέρω απόσταση που κανένας δεν μπορεί να υπολογίσει, επειδή όταν έχεις περάσει αυτό τον ποταμό η Λιβύη είναι μια έρημος που δεν υποστηρίζει πια κανένα πληθυσμό.”
 
Στο Βίο του Ρωμαίου Πολιτικού Σερτώριου (Quintus Scrtorius (123-73 π.κ.ε) ο Πλούταρχος τον παρουσιάζει στο μέσον ενός εμφυλίου πολέμου να πληροφορείται από κάποιους ναύτες που συνάντησε στης εκβολές του ποταμού Γουαδαλκιβίρ και είχαν έλθει πρόσφτα από τον Ατλαντικό Ωκεανό, για δύο νησιά χωρισμένα μεταξύ τους με ένα μικρό προρθμό, δέκα χιλιάδες στάδια μακριά από την Αφρική (ίσως οι Κανάριοι νήσοι). Αυτά ονομάζονται νησιά των «Μακάρων».
 
Σπάνια πέφτει εκεί βροχή και λίγη και οι άνεμοι είναι απαλοί και φέρνουν δροσιά που όχι μόνον κάνουν το χώμα πλούσιο για όργωμα και φύτεμα, αλλά και τόσο πολύ καρποφόρο, που παράγει από μόνο του πολλά όμορφα φρούτα, αρκετά για τους θρέψουν τους κατοίκους τους, οι οποίοι απολαμβάνουν τα πάντα εδώ χωρίς κόπο και μόχθο. Οι εποχές είναι ήπιες και απαλή η μετάβαση από τη μία στην άλλη, έτσι ώστε ο αέρας να είναι συνεχώς ήρεμος και ευχάριστος.
 
Οι βίαιοι βορεινοί και ανατολικοί άνεμοι που φυσούν από τις ακτές της Ευρώπης και της Αφρικής, διαλύονται στον απέραντο ανοιχτό χώρο και χάνουν εντελώς τη δύναμή τους πριν φτάσουν σε αυτά τα νησιά. Οι μαλακοί δυτικοί και νότιοι άνεμοι που πνέουν πάνω τους φέρνουν μερικές φορές λίγες ψιχάλες από τη θάλασσα και τις περισσότερες φορές ένα υγρό λαμπρερό καιρό, που δροσίζει και γονιμοποιεί απαλά το χώμα, έτσι ώστε επικρατεί η σταθερή πεποίθηση, ακόμα και στους βαρβάρους, ότι αυτό είναι το Ηλύσιο πεδίο και η κατοικία των Μακάρων που ύμνησε ο Όμηρος.
 
Όταν ο Σερτώριος άκουσε αυτή την ιστορία, ένιωσε μια σφοδρή επιθυμία στην καρδιά να πάει και να ζήσει σε αυτά τα νησιά, ήρεμα και ειρηνικά και ασφαλής, μακριά από την τυρανία και τους ακατάπαυστους πολέμους. Αναφέρεται ότι μια παρόμοια τάση διαφυγής προς τα νησιά των Μακάρων ένιωσε αργότερα και ο ποιητής Οράτιος.
 
Τέλος σημειώνουμε ότι πολλά ελληνικά νησιά έχουν χαρακτηριστεί κατά καιρούς για διάφορους λόγους «Μακάρια», χωρίς ωστόσο να συνδέονται αναγκαστικά με τις Μακάριες Νήσους των αρχαίων. Όπως είναι εμφανές, στην ιστορική εξέλιξη της ιδέας των Νήσων των Μακάρων και των Ηλυσίων πεδίων μπορούμε να διακρίνουμε τρεις διαφορετικές περιόδους: την καθαρά μυθική περίοδο του είδους του Χρυσού Αιώνα που κυριαρχεί την Ομηρική και Ησιόδεια περίοδο, όπου οι ιδεατοί-ουτοπικοί αυτοί τόποι είναι κατοικία των ηρώων και των ευνοουμένων των Θεών
 
2) την μυθικο-θρησκευτική περίοδο, κάτω από την επίδραση του Ορφισμού και του Πυθαγορισμού (5ος αι. π.κ.ε), με βασικούς αναμορφωτές τον Πίνδαρο και μετά τον Πλάτωνα που δημοκρατικοποιεί την αριστοκρατική προηγουμένως αντίληψη για των κατοίκους των ειδυλλιακών τόπων και αρχίζει να διεκδικεί έντονα νέες θέσεις για τους μύστες, τους δίκαιους και ενάρετους
 
3) στην περίοδο της «γείωσης» ή «απομυθοποίησης», όπου με την επέκταση της γνώσης και την ανάπτυξη των πληθυσμών και ιδιαίτερα των γεωγραφικών γνώσεων γίνεται μια προσπάθεια ταύτισης των Νησιών των ιδανικών αυτών τόπων με πραγματικά νησιά και ιδιαίτερα με κάποια νησιά του Ατλαντικού. Τέλος σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Ιάμβλιχο «Ο Βίος του Πυθαγόρα», οι Πυθαγόρειοι συμβόλιζαν τις Νήσους των Μακάρων με τον Ηλιο και την Σελήνη “οιον τί εστιν αι μακάρων νήσοι; Ηλιος καί Σελήνη”

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (53-115)

τὰς ἐν Πιερίῃ Κρονίδῃ τέκε πατρὶ μιγεῖσα
Μνημοσύνη, γουνοῖσιν Ἐλευθῆρος μεδέουσα,
55 λησμοσύνην τε κακῶν ἄμπαυμά τε μερμηράων.
ἐννέα γάρ οἱ νύκτας ἐμίσγετο μητίετα Ζεὺς
νόσφιν ἀπ᾽ ἀθανάτων ἱερὸν λέχος εἰσαναβαίνων·
ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐνιαυτὸς ἔην, περὶ δ᾽ ἔτραπον ὧραι
μηνῶν φθινόντων, περὶ δ᾽ ἤματα πόλλ᾽ ἐτελέσθη,
60 ἡ δ᾽ ἔτεκ᾽ ἐννέα κούρας, ὁμόφρονας, ᾗσιν ἀοιδὴ
μέμβλεται ἐν στήθεσσιν, ἀκηδέα θυμὸν ἐχούσαις,
τυτθὸν ἀπ᾽ ἀκροτάτης κορυφῆς νιφόεντος Ὀλύμπου·
ἔνθά σφιν λιπαροί τε χοροὶ καὶ δώματα καλά,
πὰρ δ᾽ αὐτῇς Χάριτές τε καὶ Ἵμερος οἰκί᾽ ἔχουσιν
65 ἐν θαλίῃς· ἐρατὴν δὲ διὰ στόμα ὄσσαν ἱεῖσαι
μέλπονται, πάντων τε νόμους καὶ ἤθεα κεδνὰ
ἀθανάτων κλείουσιν, ἐπήρατον ὄσσαν ἱεῖσαι.
αἳ τότ᾽ ἴσαν πρὸς Ὄλυμπον, ἀγαλλόμεναι ὀπὶ καλῇ,
ἀμβροσίῃ μολπῇ· περὶ δ᾽ ἴαχε γαῖα μέλαινα
70 ὑμνεύσαις, ἐρατὸς δὲ ποδῶν ὕπο δοῦπος ὀρώρει
νισομένων πατέρ᾽ εἰς ὅν· ὁ δ᾽ οὐρανῷ ἐμβασιλεύει,
αὐτὸς ἔχων βροντὴν ἠδ᾽ αἰθαλόεντα κεραυνόν,
κάρτει νικήσας πατέρα Κρόνον· εὖ δὲ ἕκαστα
ἀθανάτοις διέταξε νόμους καὶ ἐπέφραδε τιμάς.
75 ταῦτ᾽ ἄρα Μοῦσαι ἄειδον Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχουσαι,
ἐννέα θυγατέρες μεγάλου Διὸς ἐκγεγαυῖαι,
Κλειώ τ᾽ Εὐτέρπη τε Θάλειά τε Μελπομένη τε
Τερψιχόρη τ᾽ Ἐρατώ τε Πολύμνιά τ᾽ Οὐρανίη τε
Καλλιόπη θ᾽· ἡ δὲ προφερεστάτη ἐστὶν ἁπασέων.
80 ἡ γὰρ καὶ βασιλεῦσιν ἅμ᾽ αἰδοίοισιν ὀπηδεῖ.
ὅντινα τιμήσουσι Διὸς κοῦραι μεγάλοιο
γεινόμενόν τε ἴδωσι διοτρεφέων βασιλήων,
τῷ μὲν ἐπὶ γλώσσῃ γλυκερὴν χείουσιν ἐέρσην,
τοῦ δ᾽ ἔπε᾽ ἐκ στόματος ῥεῖ μείλιχα· οἱ δέ νυ λαοὶ
85 πάντες ἐς αὐτὸν ὁρῶσι διακρίνοντα θέμιστας
ἰθείῃσι δίκῃσιν· ὁ δ᾽ ἀσφαλέως ἀγορεύων
αἶψά τι καὶ μέγα νεῖκος ἐπισταμένως κατέπαυσε·
τούνεκα γὰρ βασιλῆες ἐχέφρονες, οὕνεκα λαοῖς
βλαπτομένοις ἀγορῆφι μετάτροπα ἔργα τελεῦσι
90 ῥηιδίως, μαλακοῖσι παραιφάμενοι ἐπέεσσιν·
ἐρχόμενον δ᾽ ἀν᾽ ἀγῶνα θεὸν ὣς ἱλάσκονται
αἰδοῖ μειλιχίῃ, μετὰ δὲ πρέπει ἀγρομένοισι.
τοίη Μουσάων ἱερὴ δόσις ἀνθρώποισιν.
ἐκ γάρ τοι Μουσέων καὶ ἑκηβόλου Ἀπόλλωνος
95 ἄνδρες ἀοιδοὶ ἔασιν ἐπὶ χθόνα καὶ κιθαρισταί,
ἐκ δὲ Διὸς βασιλῆες· ὁ δ᾽ ὄλβιος, ὅντινα Μοῦσαι
φίλωνται· γλυκερή οἱ ἀπὸ στόματος ῥέει αὐδή.
εἰ γάρ τις καὶ πένθος ἔχων νεοκηδέι θυμῷ
ἄζηται κραδίην ἀκαχήμενος, αὐτὰρ ἀοιδὸς
100 Μουσάων θεράπων κλεῖα προτέρων ἀνθρώπων
ὑμνήσει μάκαράς τε θεοὺς οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν,
αἶψ᾽ ὅ γε δυσφροσυνέων ἐπιλήθεται οὐδέ τι κηδέων
μέμνηται· ταχέως δὲ παρέτραπε δῶρα θεάων.
χαίρετε τέκνα Διός, δότε δ᾽ ἱμερόεσσαν ἀοιδήν·
105 κλείετε δ᾽ ἀθανάτων ἱερὸν γένος αἰὲν ἐόντων,
οἳ Γῆς ἐξεγένοντο καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντος,
Νυκτός τε δνοφερῆς, οὕς θ᾽ ἁλμυρὸς ἔτρεφε Πόντος.
εἴπατε δ᾽ ὡς τὰ πρῶτα θεοὶ καὶ γαῖα γένοντο
καὶ ποταμοὶ καὶ πόντος ἀπείριτος οἴδματι θυίων
110 ἄστρά τε λαμπετόωντα καὶ οὐρανὸς εὐρὺς ὕπερθεν·
[οἵ τ᾽ ἐκ τῶν ἐγένοντο, θεοὶ δωτῆρες ἐάων·]
ὥς τ᾽ ἄφενος δάσσαντο καὶ ὡς τιμὰς διέλοντο,
ἠδὲ καὶ ὡς τὰ πρῶτα πολύπτυχον ἔσχον Ὄλυμπον.
ταῦτά μοι ἔσπετε Μοῦσαι Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχουσαι
115 ἐξ ἀρχῆς, καὶ εἴπαθ᾽, ὅτι πρῶτον γένετ᾽ αὐτῶν.

***
Αυτές η Μνημοσύνη, που διαφεντεύει του Ελευθήρα τα υψώματα,
σαν έσμιξε με το γιο του Κρόνου, τον πατέρα, στην Πιερία γέννησε
λησμονιά απ᾽ τις συμφορές κι ανάπαυση απ᾽ τις έγνοιες.
Εννιά μαζί της νύχτες έσμιγε ο συνετός ο Δίας,
μακριά από τους αθανάτους, στην ιερή ανεβαίνοντας την κλίνη της.
Μα όταν συμπληρώθηκε ο καιρός κι έκαναν κύκλο οι εποχές
με των μηνών το σβήσιμο, και μέρες συμπληρώθηκαν πολλές,
60 γέννησε αυτή κόρες εννιά, ομόνοες, που μες στα στήθια τους
τις νοιάζει το τραγούδι, κι έχουνε ξέγνοιαστη ψυχή
λίγο πιο κάτω απ᾽ την ακρότατη κορφή του χιονισμένου Ολύμπου.
Κι έχουνε χοροστάσι εκεί λαμπρό και δώματα ωραία
και δίπλα τους οι Χάριτες κι ο Ίμερος σπίτι έχουν
στις ευωχίες μέσα. Και τραγουδούν, φωνή απ᾽ το στόμα αφήνουνε
εράσμια, και υμνούν των αθανάτων όλων τις συνήθειες
και τ᾽ αγαθά τα ήθη, ευφρόσυνη βγάζοντας φωνή.
Τότε πορεύθηκαν στον Όλυμπο με το τραγούδι τους το αθάνατο
κι αγαλλιάζανε με την ωραία τους φωνή. Κι αντιλαλούσε με τον ύμνο τους ολόγυρα
70 η μαύρη γη κι εράσμιος χτύπος απ᾽ τα πόδια τους σηκώνονταν,
καθώς πορεύονταν προς τον πατέρα τους. Εκείνος είναι βασιλιάς στον ουρανό,
γιατί κατέχει ο ίδιος τη βροντή και τον πυρώδη κεραυνό,
αφού τον Κρόνο, τον πατέρα του, νίκησε στη δύναμη. Κι όλους ωραία
τους νόμους διευθέτησε για τους αθανάτους κι όρισε προνόμια.
Αυτά οι Μούσες έψελναν που στα Ολύμπια κατοικούνε δώματα,
οι εννέα κόρες που γεννήθηκαν απ᾽ το μεγάλο Δία,
η Κλειώ, η Ευτέρπη, η Θάλεια, η Μελπομένη,
η Τερψιχόρη, η Ερατώ, η Ουρανία, η Πολύμνια,
κι η Καλλιόπη: αυτή η εξοχότατη απ᾽ όλες είναι.
80 Γιατί αυτή τους σεβαστούς τους βασιλιάδες συνοδεύει.
Όποιον απ᾽ τους θεόθρεφτους τους βασιλείς προσέξουν σαν γεννιέται
και τον τιμήσουνε του Δία του μεγάλου οι κόρες,
γλυκιά δροσιά τού χύνουνε στη γλώσσα του επάνω
και ρέουνε μειλίχια τα λόγια του απ᾽ το στόμα. Κι όλος ο κόσμος
στρέφει το βλέμμα του σ᾽ αυτόν και κρίνει τις διαφορές
με δίκαιη κρίση. Αυτός σαν αγορεύει αλάθητα
γοργά κι επισταμένα καταπαύει ακόμη και φιλονικία μεγάλη:
γι᾽ αυτό υπάρχουνε οι βασιλείς οι εχέφρονες, για να προσφέρουνε
στην αγορά με ευκολία στον κόσμο που αδικείται εκδίκηση,
90 αφού τον κατευνάσουν με λόγια μαλακά.
Αυτός στη σύναξη σαν έρχεται τον εξευμενίζουν σαν θεό
με σεβασμό μειλίχιο κι ανάμεσα στους μαζεμένους διαπρέπει.
Τέτοιο το ιερό δώρο των Μουσών για τους ανθρώπους είναι.
Γιατί απ᾽ τις Μούσες κι απ᾽ τον Απόλλωνα που μακριά τοξεύει
γίνονται οι τραγουδιστές και οι κιθαριστές πάνω στη γη,
από το Δία όμως οι βασιλιάδες. Μακάριος αυτός που αγαπούν οι Μούσες.
Γλυκιά απ᾽ το στόμα του κυλά η φωνή.
Ακόμη κι αν κανείς έχει ένα πένθος στην ψυχή που τώρα δα πληγώθηκε
και με θλιμμένη την καρδιά μαραίνεται, μόλις ο αοιδός,
100 ο υπηρέτης των Μουσών, τη δόξα των παλιών υμνήσει ανθρώπων
και τους μακάριους που τον Όλυμπο κατέχουνε θεούς,
αμέσως εκείνος λησμονεί τις θλίψεις του κι ούτε καθόλου τις έγνοιες του
θυμάται. Γοργά τον μεταβάλλουνε των θεαινών τα δώρα.
Του Δία τέκνα χαίρετε και θελκτικό τραγούδι δώστε.
Το ιερό υμνείτε των αθανάτων γένος των αιώνιων
που από τη Γη γεννήθηκαν κι από τον Ουρανό που ᾽ναι γεμάτος άστρα,
από τη ζοφερή τη Νύχτα, κι όσους μεγάλωσε ο αλμυρός ο Πόντος.
Πέστε πώς έγιναν στην αρχή οι θεοί και η γη
και οι ποταμοί κι ο πόντος ο απέραντος που ορμάει με το κύμα,
110 τ᾽ άστρα που λάμπουν κι ο πλατύς ο ουρανός επάνω.
[Κι όσοι απ᾽ αυτούς θεοί, των αγαθών οι χορηγοί, γεννήθηκαν.]
Και πώς μοιράστηκαν τα πλούτη τους και τ᾽ αξιώματα χωρίσανε.
Αλλά και πώς πήραν στην αρχή τον Όλυμπο με τα πολλά φαράγγια.
Αυτά πέστε μου Μούσες που κατοικείτε τα Ολύμπια δώματα,
απ᾽ την αρχή, και πέστε ποιό απ᾽ αυτά έγινε πρώτο.