Πέμπτη 23 Μαΐου 2019

Το μυστήριο της ασυμμετρίας του φεγγαριού ίσως οφείλεται σε σύγκρουση με ένα πλανήτη-νάνο

Το φεγγάρι μας δεν είναι στρογγυλό. Είναι ένα ασύμμετρο ουράνιο σώμα, με χαρακτηριστικά ξένα ως προς τη Γη και πολύ διαφορετικά ανάμεσα στα δύο ημισφαίριά του. Για πολλές δεκαετίες και οπωσδήποτε πριν τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από τις διαστημικές αποστολές, οι επιστήμονες είχαν τη δυνατότητα να μελετήσουν μόνο τη μία πλευρά της Σελήνης. Η «σκοτεινή πλευρά» παρέμενε ένα μυστήριο, καθώς το ουράνιο αντικείμενο στεκόταν ακίνητο, ως προς τον άξονά του και απέναντι στη Γη.

Τι να κρύβει αυτή η αθέατη πλευρά του φεγγαριού; Νέα μελέτη, με υπερσύγχρονα όργανα, έδειξε ότι δεν αποκλείεται η ασυμμετρία του φεγγαριού να οφείλεται σε μία ισχυρή «κατά μέτωπο» σύγκρουση με έναν πλανήτη-νάνο

Για χιλιάδες χρόνια, η ανθρωπότητα δεν είχε ιδέα ποια ήταν η μακρινή πλευρά της Σελήνης. Ο φυσικός μας δορυφόρος είναι κλειδωμένος απέναντι στη Γη, αναγκάζοντάς μας να κοιτάμε αδιάκοπα σε ένα από τα δύο ημισφαίρια του. Αρχίζοντας από τις αποστολές του Απόλλωνα, όμως, αποκτήσαμε την ικανότητα να διερευνήσουμε το αόρατο πρόσωπο της Σελήνης. Προς έκπληξη των αστρονόμων, οι δύο λοβοί της Σελήνης βρέθηκαν να εμφανίζουν εντυπωσιακές διαφορές στην τοπογραφία, το πάχος της κρούστας και τη χημική σύνθεση. Οι επιστήμονες θεώρησαν ότι αυτή η έντονη ασυμμετρία ήταν αποτέλεσμα αρχαίων, αλλά άγνωστων φυσικών διεργασιών.

Η έρευνα που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Γεωφυσικής Έρευνας ανέφερε ότι αυτή η απροσδόκητη ασυμμετρία προκλήθηκε από μια αρχαία σύγκρουση με ένα αρκετά μεγάλο αντικείμενο, πιθανόν ένα πλανήτη-νάνο.

Ο επικεφαλής συγγραφέας της νέας μελέτης, Zhu Meng-Hua του Ινστιτούτου Διαστημικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας του Macau, σχημάτισε την άποψη ότι οι ασύμμετρες πλευρικές πλευρές ήταν αποτέλεσμα της ουράνιας σύγκρουσης, μετά από τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν το 2012. Αυτά τα στοιχεία έδειξαν ότι το πάχος της κρούστας στην αθέατη πλευρά ήταν περίπου 10 χιλιόμετρα παχύτερη από την κρούστα στη φωτεινή πλευρά. Επιπλέον, η σκοτεινή πλευρά έδειξε επίσης ένα επιπλέον στρώμα κρούστας που αποτελείται από υλικά πλούσια σε μαγνήσιο και σίδηρο.

Χρησιμοποιώντας τα δεδομένα του GRAIL, ο Zhu «έτρεξε» μια σειρά από προσομοιώσεις σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, για να ελέγξει την υπόθεση μίας τεράστιας σύγκρουσης στο φεγγάρι. Συνολικά, 360 διαφορετικά μοντέλα προσομοίωσης διεξήχθησαν για να προσδιορίσουν εάν μια σύγκρουση θα μπορούσε να παράγει το ίδιο είδος φυσικών χαρακτηριστικών που παρατηρείται σήμερα στη Σελήνη.

Από τις πραγματοποιηθείσες προσομοιώσεις, οι δύο ήταν σε αρμονία με τα δεδομένα GRAIL. Συγκεκριμένα, η ασυμμετρία της κοντινής πλευρικής πλευράς φαίνεται να προκαλείται από ένα μεγάλο αντικείμενο που έχει διάμετρο 780 χιλιομέτρων σε διάμετρο που πλήττει το φτερό της Σελήνης στα 22.550 χλμ. / ώρα) ή ένα ελαφρώς μικρότερο αντικείμενο σε απόσταση 720 χιλιομέτρων σε υψηλότερη ταχύτητα 24.500 χλμ / ώρα.

Οι συντάκτες της νέας μελέτης δήλωσαν ότι πιθανόν να πρόκειται για έναν πλανήτη-νάνο που ήταν σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο και όχι ένα δεύτερο φεγγάρι της γης.

Το νέο αποτέλεσμα θα μπορούσε να εξηγήσει παρόμοια ασύμμετρα χαρακτηριστικά που παρατηρούνται σε άλλους πλανήτες του ηλιακού συστήματος, συμπεριλαμβανομένου του Άρη. «Πράγματι, αρκετοί πλανήτες έχουν ημισφαιρικές διχοτομίες, όμως για τη Σελήνη έχουμε πολλά δεδομένα για να μπορέσουμε να δοκιμάσουμε μοντέλα και υποθέσεις», δήλωσε ο Hauck.

De La Boetie Etienne: Πραγματεία περί Εθελοδουλείας

Αποφασίστε να μην υπηρετείτε πλέον και αμέσως είστε ελεύθεροι.
 
»Εκείνος που έτσι σας καταδυναστεύει έχει μόνο δύο μάτια, μόνο δύο χέρια, μόνο ένα σώμα, τίποτα παραπάνω από όσα διαθέτει και ο τελευταίος άνθρωπος ανάμεσα στους αμέτρητους που κατοικούν στις πόλεις σας. Στην πραγματικότητα δεν έχει τίποτα παραπάνω για να σας καταστρέψει, από την εξουσία που εσείς του απονείματε. Πού βρήκε αρκετά μάτια για να σας κατασκοπεύσει εάν δεν του τα δώσατε οι ίδιοι; Πώς μπορεί να έχει τόσα πολλά χέρια για να σας χτυπά, εάν δεν τα δανείστηκε από εσάς; Τα πόδια με τα οποία ποδοπατά τις πόλεις σας, πού τα βρήκε εάν δεν είναι τα δικά σας; Πώς έχει οποιαδήποτε εξουσία πάνω σας, εκτός μέσα από εσάς;
 
Πώς θα τολμούσε να σας επιτεθεί εάν δεν είχε την συνεργασία σας; Τι θα μπορούσε να σας κάνει εάν εσείς οι ίδιοι δεν συνεργούσατε με τον κλέφτη που σας ρημάζει, εάν δεν ήσασταν συμμέτοχοι με τον εγκληματία που σας σκοτώνει, εάν εσείς οι ίδιοι δεν προδίδατε τους εαυτούς σας;
 
Σπέρνετε τα χωράφια σας ώστε να μπορεί να τα ρημάζει, φτιάχνετε κι επιπλώνετε τα σπίτια σας ώστε να του δίνετε αγαθά για να πλιατσικολογήσει. Ανατρέφετε τις κόρες σας ώστε να μπορεί να ικανοποιήσει την λαγνεία του. Μεγαλώνετε τα παιδιά σας ώστε να μπορεί να ασκήσει πάνω τους το μεγαλύτερο προνόμιο που ξέρει – να οδηγηθούν στις μάχες του, να πάνε στο σφαγείο, να γίνουν υπηρέτες της απληστίας του και όργανα της εκδίκησής του.
 
Παραδίδετε τα κορμιά σας στην σκληρή εργασία, προκειμένου να είναι σε θέση να ικανοποιεί τις απολαύσεις του και να κυλιέται στις αισχρές ηδονές του. Αδυνατίζετε προκειμένου να τον κάνετε τον ισχυρότερο και τον ενδοξότερο που θα σας έχει υπό έλεγχο.
 
»Ένας λαός σκλαβώνεται μόνος του, κόβει τον ίδιο του το λαιμό όταν, έχοντας επιλέξει ανάμεσα στο να είναι υποτελής και στο να είναι ελεύθερος, εγκαταλείπει τις ελευθερίες και μπαίνει στο ζυγό, συναινώντας στην ίδια του την δυστυχία ή μάλλον, προφανώς, καλωσορίζοντάς την. Εάν κοστίζει κάτι στους ανθρώπους η ανάκτηση της ελευθερίας τους, δεν θα τονίσω την ανάγκη δράσης προς αυτή την κατεύθυνση, αν και δεν υπάρχει τίποτα που ένα ανθρώπινο ον θα μπορούσε να αγαπήσει περισσότερο από την αποκατάσταση του δικού του φυσικού δικαιώματος, να μεταμορφωθεί ο ίδιος από ένα κτήνος με κυρτή πλάτη σε άνθρωπο, για να το πούμε έτσι. Δεν απαιτώ απ’ αυτόν τέτοια τόλμη, αφήστε τον να προτιμά την αμφίβολη ασφάλεια της άθλιας ζωής, όπως την επιθυμεί.
 
Τι γίνεται τότε; Εάν, προκειμένου να έχει την ελευθερία του, δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο από το να την επιθυμεί, εάν μόνο μια απλή πράξη της θέλησης είναι αναγκαία, υπάρχει κανένα έθνος στον κόσμο που να θεωρεί πως μια απλή επιθυμία έχει τόσο υψηλό τίμημα, προκειμένου να ανακτήσει δικαιώματα, τα οποία οφείλει να είναι έτοιμο να αποκαταστήσει με κόστος το ίδιο του το αίμα, δικαιώματα τέτοια που τους υποβιβάζει όλους τους τίμιους ανθρώπους, σε σημείο να νιώθουν τη ζωή αφόρητη και τον ίδιο το θάνατο σαν σωτηρία;
 
»Αυτή την μέθοδο που χρησιμοποιούν οι τύραννοι για να αχρηστεύσουν τους υπηκόους τους, μπορούμε να τη δούμε κατά τον καλύτερο τρόπο σε όσα έκανε στους Λυδούς ο Κύρος αφού κατέλαβε τις Σάρδεις, την πρωτεύουσα τους, και είχε υπό το έλεος του τον αιχμαλωτισμένο Κροίσο, τον αφάνταστα πλούσιο βασιλιά τους. Όταν του έφεραν τα νέα ότι ο λαός των Σάρδεων είχε εξεγερθεί, του ήταν εύκολο να τους επιβληθεί με την βία, αλλά αφού δεν ήθελε είτε να καταστρέψει μια τόσο όμορφη πόλη είτε να διατηρεί εκεί στρατό για να την αστυνομεύει, σκέφτηκε ένα ασυνήθιστο μέτρο για να την υποτάξει.
 
Εγκατέστησε πορνεία, ταβέρνες και δημόσιους αγώνες και εξέδωσε διακήρυξη σύμφωνα με την οποία οι κάτοικοι θα μπορούσαν να τα απολαύσουν. Βρήκε αυτόν τον τύπο φρούρησης τόσο αποτελεσματικό, ώστε ποτέ πια δεν τράβηξε το ξίφος εναντίον των Λυδών. Αυτοί οι άθλιοι άνθρωποι ευχαριστούνταν να ανακαλύπτουν όλων των ειδών τα παιχνίδια, έτσι ώστε οι Λατίνοι πήραν απ’ αυτούς την λέξη παιχνίδι και ό,τι αποκαλούμε «απασχόληση για να περνάει η ώρα», λένε δηλαδή «ludi» σαν να έλεγαν Λυδοί.
 
Δεν έχουν όλοι οι τύραννοι εκδηλώσει τόσο ξεκάθαρα την πρόθεση τους να μαλθακεύσουν τα θύματα τους, αλλά στην πραγματικότητα, αυτό που ο προαναφερθείς δεσπότης διεκήρυξε δημοσίως και έβαλε στην πράξη, οι περισσότεροι από τους άλλους έχουν προωθήσει μυστικά ως στόχο τους.
 
Είναι στην πραγματικότητα στην φύση του πληθυσμού, του οποίου η πυκνότητα είναι μεγαλύτερη στις πόλεις, να αντιμετωπίζει με καχυποψία εκείνον που ενδιαφέρεται για την ευημερία του, και να είναι εύπιστος απέναντι σ’ αυτόν που τον κοροϊδεύει. Μην φανταστείτε ότι υπάρχει οποιοδήποτε πουλί που πιάνεται εύκολα στον κράχτη, ή οποιοδήποτε ψάρι που τσιμπάει πιο γρήγορα στο δολωμένο σκουλήκι, απ’ ότι όλοι αυτοί οι δυστυχείς χαζοί που έξυπνα ξεγελιούνται στην δουλειά από το πέρασμα του παραμικρού πούπουλου, για να το πούμε έτσι, μπροστά από το στόμα τους.
 
Πραγματικά, είναι εκπληκτικό που αφήνονται να πιαστούν τόσο γρήγορα στο παραμικρό γαργάλημα της φαντασίας τους. Παιχνίδια, φάρσες, θεάματα, μονομάχοι, παράξενα ζώα, μετάλλια, εικόνες και άλλα τέτοια ναρκωτικά, αυτά ήταν τα δολώματα για να σκλαβωθούν οι λαοί της αρχαιότητας, το τίμημα της ελευθερίας τους, τα εργαλεία της τυραννίας. Μ’ αυτές τις πρακτικές και τους πειρασμούς οι αρχαίοι δικτάτορες αποκοίμιζαν με τέτοια επιτυχία τους υπηκόους τους κάτω από το ζυγό, ώστε οι αποβλακωμένοι λαοί, συνηθισμένοι να λάμπουν μπροστά στα μάτια τους τα παιχνίδια και οι μάταιες ηδονές, μάθαιναν στην δουλοπρέπεια σαν κάτι φυσικό, αλλά όχι τόσο αξιόπιστα όσο τα μικρά παιδιά που μαθαίνουν να διαβάζουν κοιτώντας λαμπερά εικονογραφημένα βιβλία.
 
Οι Ρωμαίοι τύραννοι ανακάλυψαν μια ακόμη λεπτότητα. Συχνά προμήθευαν τους δημοτικούς συμβούλους τσιμπούσια με φαγητό για να καλοπιάσουν τον λαουτζίκο, πάντοτε έτοιμο να παρασυρθεί στην ηδονή του φαγητού, απ’ οτιδήποτε άλλο. Οι πιο έξυπνοι και με την μεγαλύτερη αντίληψη ανάμεσα τους, δεν θα εγκατέλειπαν την κούπα με την σούπα για να επαναφέρουν την δημοκρατία του Πλάτωνα. Οι τύραννοι θα μοιράσουν με γενναιοδωρία οχτώ γαλόνια στάρι, ένα γαλόνι κρασί και ένα σηστέρσιο: και τότε όλοι θα φωνάξουν χωρίς ντροπή: «Ζήτω ο Βασιλεύς!». Δεν αντιλαμβάνονται οι χαζοί ότι απλώς ξαναπαίρνουν ένα μερίδιο από την δική τους περιουσία και ότι ο κυρίαρχος τους δε θα μπορούσε να τους δώσει αυτό που πήραν, χωρίς προηγουμένως να το έχει πάρει από τους ίδιους.
 
»Είναι πράγματι στη φύση του ανθρώπου να είναι ελεύθερος και να επιθυμεί κάτι τέτοιο, όμως ο χαρακτήρας του είναι τέτοιος που ενστικτωδώς ακολουθεί τις τάσεις που η εκπαίδευσή του τού έχει δώσει. Ας παραδεχτούμε συνεπώς ότι όλα εκείνα τα πράγματα στα οποία έχει εκπαιδευτεί και συνηθίσει ο άνθρωπος του φαίνονται φυσικά, και μόνο ό,τι είναι πραγματικά εγγενές σ’ αυτόν το λαμβάνει με την αρχική του, μη εκπαιδευμένη ατομικότητα. Συνεπώς, το έθιμο γίνεται η πρώτη αιτία για την εθελοδουλεία.
 
Παρομοίως οι άνθρωποι μεγαλώνουν συνηθίζοντας την ιδέα ότι ανέκαθεν ήταν υποταγμένοι και οι πατεράδες τους ζούσαν με τον ίδιο τρόπο∙ θα πιστέψουν ότι είναι υποχρεωμένοι να υποφέρουν αυτό το κακό και θα πείσουν τους εαυτούς τους μέσω παραδειγμάτων και της μίμησης των άλλων, δίνοντας κύρος τελικώς σ’ εκείνους που τους διατάζουν μέσω ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, βασισμένοι στην ιδέα ότι έτσι συνέβαινε πάντα. Οι άνθρωποι αποδέχονται ακόμη την δουλικότητα, προκειμένου να αποκτήσουν πλούτη∙ λες και θα μπορούν να έχουν οτιδήποτε δικό τους όταν δεν θα μπορούν καν να ισχυριστούν ότι ανήκουν οι ίδιοι στον εαυτό τους, ή λες και μπορεί ο οιοσδήποτε να κατέχει έστω και ένα μόνο πράγμα, όταν βρίσκεται κάτω από ένα τύραννο. Έπειτα δρουν λες και ο πλούτος τους πράγματι τους ανήκει και ξεχνούν ότι είναι αυτοί οι ίδιοι που δίνουν στον κυρίαρχο την εξουσία να παίρνει τα πάντα απ’ όλους μην αφήνοντας κάτι που θα μπορούσε οποιοσδήποτε να πιστοποιήσει ότι ανήκει σε κάποιον.
 
»Για να καρπωθούν το καλό που επιθυμούν, οι τολμηροί δεν φοβούνται τον κίνδυνο∙ οι έξυπνοι δεν αρνούνται να υποφέρουν τα βάσανα. Είναι οι χαζοί και οι δειλοί που ούτε είναι σε θέση να υποφέρουν τις ταλαιπωρίες, ούτε να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους∙ σταματούν απλώς στην λαχτάρα γι’ αυτά και χάνουν μέσω της ατολμίας την γενναιότητα που ξεπηδά μέσα από την προσπάθεια διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους, αν και η επιθυμία να τα απολαύσουν παραμένει ακόμα ως μέρος της φύσης τους.
 
Μια κοινή λαχτάρα στους έξυπνους και τους χαζούς, στους γενναίους και τους δειλούς, είναι αυτή για όλα εκείνα τα πράγματα, τα οποία, μόλις αποκτηθούν, τους κάνουν ευτυχισμένους και ικανοποιημένους. Όμως εμφανίζεται να λείπει ένα στοιχείο. Δεν γνωρίζω πως συμβαίνει η φύση να αποτυγχάνει να τοποθετήσει στις καρδιές των ανθρώπων μια φλογερή επιθυμία για ελευθερία, μια ευλογία τόσο μεγάλη και επιθυμητή, ώστε μόλις χαθεί, να ακολουθούν αμέσως όλα τα κακά, και ακόμη και οι ευλογίες να παραμένουν άγευστες και άνοστες λόγω της διάβρωσής τους από τη δουλεία. Η ελευθερία είναι η μοναδική χαρά στην οποία οι άνθρωποι δεν φαίνεται να επιμένουν∙ γιατί στα σίγουρα, εάν πράγματι την ήθελαν, θα την είχαν. Προφανώς αρνούνται αυτό το θαυμάσιο προνόμιο γιατί το αποκτούν τόσο εύκολα.
 
»Φτωχοί, εξαθλιωμένοι και χαζοί άνθρωποι, έθνη αποφασισμένα για την ίδια της την δυστυχία και τυφλά στο δικό σας καλό! Αφήνεστε να στερήστε μπροστά στα ίδια σας τα μάτια, το καλύτερο μέρος των εσόδων σας· τα χωράφια σας λεηλατούνται, τα σπίτια σας ληστεύονται, τα οικογενειακά σας κειμήλια αφαιρούνται. Ζείτε με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε να μην μπορείτε να θεωρήσετε ούτε ένα πράγμα δικό σας· και μάλλον θα θεωρείτε τον εαυτό σας τυχερούς που δανείζετε την ιδιοκτησία σας, τις οικογένειές σας και την ίδια σας την ζωή.
 
Όλη αυτή η καταστροφή, αυτή η δυστυχία, αυτή η ερήμωση, πέφτει επάνω σας όχι από ξένους εχθρούς, αλλά από το μοναδικό εχθρό τον οποίο εσείς καθιστάτε τόσο δυνατό, για τον οποίο πηγαίνετε με γενναιότητα στον πόλεμο, για το μεγαλείο του οποίου δεν αρνείστε να προσφέρετε στο θάνατο τα ίδια σας τα κορμιά.
 
Από όλες αυτές τις ταπεινώσεις, τέτοιες που ούτε τα κτήνη του αγρού θα υπέμεναν, μπορείτε να απαλλαγείτε, αν το προσπαθήσετε, όχι περνώντας στην δράση, αλλά απλώς επιθυμώντας την ελευθερία.
 
Αποφασίστε να μην υπηρετείτε πλέον και αμέσως είστε ελεύθεροι. Δεν σας ζητώ να θέσετε τις χείρες πάνω στον τύραννο για να τον ανατρέψετε, αλλά απλώς να μην τον στηρίζετε πλέον· τότε θα τον παρατηρήσετε σαν έναν μεγάλο Κολοσσό του οποίου αποσπάστηκε το βάθρο, να πέφτει από το ίδιο του το βάρος και να σπάει σε κομμάτια!
 
De La Boetie Etienne, Πραγματεία περί Εθελοδουλείας
------------------------
Ο Ετιέν ντε λα Μποεσί έζησε την εποχή της Μεταρρύθμισης, του μανιερισμού, του Κοπέρνικου, του Βεσάλιου, του Παράκελσου. Πέθανε στα 32 του -κι ο Μοντέν θρήνησε το χαμό του στο υποδειγματικό δοκίμιό του “Περί Φιλίας”. Ο ρηθείς Ντε λα Μποεσί λοιπόν, 18 μόλις ετών, έγραψε έναν φλογερό λόγο (ή πραγματεία) περί εθελοδουλείας -“θέλοντας να κάνει το εγκώμιο της λευτεριάς κατά των τυράννων”
Είπαν πως η σύντομη αυτή πραγματεία δίνει την εντύπωση “αρχαίου χειρόγραφου, που βρέθηκε κάτω απ’ το σπασμένο άγαλμα του νεότερου Γράκχου”. Το πνεύμα της όμως διασώζεται ακέραιο στη δική μας ανώνυμη “Ελληνική Νομαρχία” – και σε άλλα, διασημότερα συγγράμματα του επαναστατικού Διαφωτισμού. Γι’ αυτό το λόγο, άλλωστε, το κείμενο κυκλοφορούσε επί 28 χρόνια σε χειρόγραφο. Και όταν επιτέλους τυπώθηκε (με άλλον, απαλυντικό τίτλο: “Εναντίον του ενός”), λειψό στην αρχή κι έπειτα ολόκληρο, ο επιστήθιος φίλος του συγγραφέα του, ο Μοντέν, διαμαρτυρήθηκε πως “το δημοσίεψαν με κακό σκοπό εκείνοι που ζητούν να ταράξουν και ν’ αλλάξουν την κατάσταση των θεσμών μας”, εξ ου και “το ανακάτωσαν μ’ άλλα γραφτά του δικού τους φυράματος”.
Εννοούσε, βέβαια, τους καλβινιστές -αλλά προσδιόρισε με ακρίβεια την ορθή χρήση του βιβλίου, σε κάθε εποχή… Κι εφόσον ορθά την προέβλεψε, προσπάθησε να θάψει ξανά το επικίνδυνο αυτό έργο (όπως ο Γεννάδιος έκαψε το έργο του φίλου του Πλήθωνα, μόλις έλαβε εξουσία από τον Πορθητή) και δημοσίευσε, αντ’ αυτού, άλλο έργο του Λα Μποεσί, “πιο πεταχτό και πιο πρόσχαρο”: 29 σονέτα, αφιερωμένα στην κόμισσα de Guiche. Τώρα μάλιστα!
Η “Πραγματεία περί Εθελοδουλείας” είναι το κείμενο όπου κάποιος, προγραμματικά αφελής, εκπλήσσεται διαρκώς: “Πώς συμβαίνει, αυτή η επίμονη προθυμία προς υποταγή να έχει ριζώσει τόσο ώστε η ίδια η αγάπη για την ελευθερία να φαίνεται τώρα αφύσικη;”

Όχι πια «κλιματική αλλαγή»;

Γιατί ο Guardian αλλάζει τη γλώσσα που χρησιμοποιεί για το περιβάλλον!

H φρασεολογία με την οποία ο Guardian θα καλύπτει στο εξής τα θέματα του περιβάλλοντος αλλάζει. Και τούτο γιατί, όπως λέει η βρετανική εφημερίδα, θέλει να αποτυπώνει και να μεταδίδει στον αναγνώστη με μεγαλύτερη ακρίβεια την κρίση, που αντιμετωπίζει ο πλανήτης.

Αντί λοιπόν για «κλιματική αλλαγή» (climate change), προτιμά το «κλιματική έκτακτη ανάγκη» (climate emergency) ή «κλιματική κρίση» (climate crisis), ενώ για την άνοδο της θερμοκρασίας στον πλανήτη από το σχετικά ήπιο «global warming» περνάει στο «global heating», με τον όρο heat, που σημαίνει καύσωνας, να παραπέμπει σε μία πολύ πιο έντονη κατάσταση.

Οι παλαιοί όροι δεν απαγορεύονται βεβαίως, αλλά η σύσταση της διευθύντριας σύνταξης, Κάθριν Βάινερ, στους συντάκτες είναι σαφής. «Θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι θα είμαστε επιστημονικά ακριβείς, επικοινώνοντας παράλληλα ξεκάθαρα με τους αναγνώστες σε αυτό το τόσο σημαντικό ζήτημα» τόνισε και εξήγησε: «Η φράση κλιματική αλλαγή, για παράδειγμα, ακούγεται μάλλον παθητική και ήπια, την ώρα που οι επιστήμονες μιλούν για μία καταστροφή για την ανθρωπότητα».

Η «κλιματική κρίση» αναγκάζει τα ζώα να αναζητήσουν τροφή στο χερσαίο έδαφος, όπως συμβαίνει με τις πολικές αρκούδες στη βόρεια Ρωσία.

Όπως είπε ολοένα και περισσότεροι επιστήμονες και οργανισμοί αλλάζουν και εκείνοι την ορολογία, χρησιμοποιώντας πιο «δυνατή» γλώσσα για να περιγράψουν την κατάσταση, στην οποία έχουμε βρεθεί.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, πράγματι μίλησε για «κλιματική κρίση» τον Σεπτέμβριο, προσθέτοντας: «Αντιμετωπίζουμε άμεση υπαρξιακή απειλή». Ο επιστήμονας Χανς Γιοαχίμ Σελνουμπερ, πρώην σύμβουλος της Άγκελα Μέρκελ, της Ε.Ε. και του πάπα, επίσης χρησιμοποιεί τη φράση «κλιματική κρίση».

«Καθώς η κρίση κλιμακώνεται στον φυσικό μας κόσμο, αρνούμαστε να αγνοήσουμε την κλιματική καταστροφή και την εξαφάνιση των ειδών. Για τον Guardian τα ρεπορτάζ για το περιβάλλον είναι προτεραιότητα» ξεκαθαρίζει η διευθύντρια της εφημερίδας.

Πλάτων: Δημοκρατία και πολιτική αρετή

Πρωταγόρας: H επίφαση δημοκρατίας διαλύει την κοινωνία!

1. Ο διάλογος Πρωταγόρας είναι ένα από τα πιο μεστά σε φιλοσοφικό περιεχόμενο έργα του Πλάτωνος και τα πιο εμπνευσμένα σε ύφος, πλοκή και δραματουργική τεχνική. Γράφτηκε μετά το 399 π.Χ., πιθανόν γύρω στα 388/387 π.Χ., και απεικονίζει την πνευματική ζωή της Αθήνας λίγο πριν την έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου, όταν έφτανε στο τέλος της η εποχή του Περικλή. Η πνευματικότητα τούτη δεν νοείται από τον Αθηναίο φιλόσοφο απλώς ως μια πτυχή ή εκδήλωση της πολυδιάστατης δραστηριότητας της πόλης και της πολύπαθης δημοκρατικής της λειτουργίας παρά ως το φωτεινό κέντρο μιας πόλεως-πολιτείας, που προς τα έξω ασκούσε «δημοκρατική» ηγεμονία σε άλλες πόλεις, ενώ προς τα μέσα καλλιεργούσε μια «δημοκρατική» επίσης κυκλοφορία των ιδεών αλλά όχι λιγότερο και μια ιδεολογική ηγεμονία επί ενός κατά πολύ άγνωμου πλήθους. Το ηγεμονικό στοιχείο συνιστά κίνητρο δράσης διαφόρων επίδοξων πολιτικών ομάδων, αλλά και πνευματικών κινημάτων σαν αυτό των σοφιστών. Ετούτο το κίνημα επιχείρησε να ανταποκριθεί στα πρακτικά αιτήματα της αθηναϊκής κοινωνίας για νέες ιδέες, για την πολιτική παίδευση και εκπαίδευση νέων ανθρώπων και για τη διαμόρφωση αντίστοιχης αυτοσυνείδησης, με πυρήνα την πολιτική συνείδηση. Βασικό στοιχείο στην ως άνω εκπαίδευση ήταν η άσκηση της ρητορικής ικανότητας και γενικότερα η αποτελεσματική χρήση του λόγου μέσα από την ανάπτυξη επιχειρημάτων.    

2. Η συνομιλία ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Πρωταγόρα σκηνοθετείται σε συνδυασμό με την Αθήνα του πλούτου και της δόξας, αλλά και με τη φήμη που είχε αποκτήσει μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον της πόλεως ο μεγάλος σοφιστής Πρωταγόρας. Γι’ αυτό και η έκθεση των ιδεών του διαλόγου επιζητεί να αναδείξει τον χαρακτήρα της κατά Πρωταγόρα σοφιστικής παιδείας σχετικά με την αρετή, αλλά και τον σκοπό της. Η παρουσίαση των φιλοσοφικών ιδεών του σοφιστή γίνεται από τον Πλάτωνα με απαράμιλλη γλαφυρότητα και σπάνια ακρίβεια νοημάτων, αντάξια του πνευματικού μεγέθους του Πρωταγόρα. Η συνομιλία διεξάγεται με μια μορφή κύκλου των θέσεων των δυο συνομιλητών. Αυτό, ας πούμε, που υποστηρίζει αρχικά ο Σωκράτης ενάντια στις θέσεις του Πρωταγόρα εκτυλίσσεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να υποχρεώνεται στη συνέχεια να γυρίζει στον λόγο ή τις θέσεις του σοφιστή. Πρώτος λοιπόν ο Πρωταγόρας ισχυρίζεται πως διδάσκει την πολιτική αρετή, δηλαδή την πολιτική τέχνη. Όπως λέει ο ίδιος, διδάσκει την ευβουλία για την καλή διαχείριση των ιδιωτικών του υποθέσεων και για τις υποθέσεις της πόλεως πώς θα διοικεί κανείς σωστά το σπίτι του και συγχρόνως πώς θα γίνει ικανός πολιτικός στο λέγειν και το πράττειν. Ο Σωκράτης αμφισβητεί τη δυνατότητα να διδάσκεται η πολιτική αρετή. Τα επιχειρήματά του μάλιστα στοχεύουν ευθέως στο κέντρο μιας φθαρμένης και ανεπίστρεπτα διεφθαρμένης δημοκρατίας. Όλες οι πανοπλίες της έχουν πια κουρελιαστεί και εκφυλιστεί.

3. Το πρώτο επιχείρημα: άσχετοι επί του Πολιτικού, άνθρωποι χωρίς στοιχειώδη πολιτική παιδεία, ξυλουργοί, σκυτοτόμοι, σιδηρουργοί και άλλοι του είδους συμβουλεύουν αδιάκοπα τους Αθηναίους – και τούτοι το δέχονται– στην εκκλησία του δήμου για τις σπουδαίες υποθέσεις της πολιτείας, τη στιγμή που για τις πρακτικές-εξειδικευμένες τέχνες ακούγεται στην εκκλησία του δήμου από τους Αθηναίους μόνο ο ειδικός. Ακριβώς ό,τι συμβαίνει σήμερα και στη δική μας «Δημοκρατία»: αμόρφωτοι ηθοποιοί, δημοσιογράφοι, καθαρίστριες, αθλητές, συνδικαλιστές, τραγουδιστές, μοντέλα και κάθε είδους εσμοί καθορίζουν τις πολιτικές τύχες μια ολόκληρης χώρας. Τι δείχνει αυτό το επιχείρημα; Πως οι Αθηναίοι δεν πιστεύουν ότι διδάσκεται η πολιτική αρετή. Αυτό βέβαια περιέχει υπαινιγμούς για το ότι ένα θεσμικό όργανο της λαϊκής βούλησης, όπως η εκκλησία του δήμου, χωρίς βαθύτερη φιλοσοφική παιδεία των μελών του γίνεται έρμαιο των επιτήδειων. Σύμφωνα με το δεύτερο επιχείρημα, σπουδαίοι πολιτικοί ηγέτες, όπως ο Περικλής, δεν μπορούν να μεταδώσουν την πολιτική αρετή στους γιους τους, παρά τη μόρφωση που τους έδωσαν. Η τυπική μόρφωση, μας λέει ο Πλάτων, δεν αρκεί. Ο Πρωταγόρας απαντά με έναν συνεχή λόγο, που η πεμπτουσία του εντοπίζεται στα εξής: η πολιτική αρετή δεν σχετίζεται με την αρετή ορισμένων ειδικών, παρά συνδέεται με την ορθολογική δράση της ανθρωπότητας γενικά. Έτσι έχουν δυνατότητα και δικαίωμα συμμετοχής όλοι στην πολιτική αρετή, δηλαδή στην πολιτική τέχνη. Ο Δίας εξάλλου έδωσε σε όλους τους ανθρώπους την πολιτική αρετή της δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένων και των ξυλουργών και των τεχνιτών.

4. Τούτο βέβαια σημαίνει στο βάθος, για τον Πλάτωνα, πως μια σωστή λειτουργία της πολιτείας απαιτεί την άνωθεν δημιουργική πνοή, την απαραίτητη φροντίδα για το κοινό καλό και όχι απλώς τον έναν ή τον άλλο τεχνίτη. Αυτή την ιδέα επεξεργάζεται καθ’ όλη τη φιλοσοφική του πορεία με κορύφωση τη χρηστή διακυβέρνηση από τους φιλοσόφους στην Πολιτεία. Η ασχετοσύνη, η ανικανότητα, η ακαταλληλότητα, η αναρμοδιότητα, η αναξιότητα … που με «δημοκρατικό» μανδύα υπονόμευε εκ βάθρων, στην εποχή του Πλάτωνα, την ύπαρξη της Αθήνας, αυτή η ίδια αναξιότητα και πολιτική ανυποληψία των σημερινών επαγγελματιών πολιτικών χορεύει τους πανηγυριώτικους χορούς της πάνω στο πτώμα της σύγχρονης κοινωνίας μας. Οι άνθρωποι, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, μπορεί να είναι καλοί τεχνίτες, αλλά δεν σημαίνει ότι είναι και καλοί πολιτικοί. Ένας σημερινός, ας πούμε, οικονομολόγος μπορεί να φαίνεται ότι γνωρίζει καλά τα οικονομικά, αλλά με αυτή την «αρετή» μόνο δεν μπορεί να κυβερνήσει δίκαια, γιατί είναι ένας στυγερός διαχειριστής, ένας απαίδευτος φιλοσοφικο-πολιτικά εγωιστής, χωρίς ικμάδα δημιουργικής πνοής και λεπταίσθητης στοχαστικής ικανότητας. Πόσο μάλλον μια καθαρίστρια στη συνείδηση ή ένας ποδοσφαιριστής, θεατρολόγος κ.λπ. Ο διακεκριμένος σοφιστής, ο Πρωταγόρας, θέλει να μας πει εν τέλει ο Πλάτωνας, εκ πρώτης όψεως έχει δίκαιο, όταν υποστηρίζει το διδακτό της πολιτικής αρετής. Η τελευταία ωστόσο δεν προκύπτει ως άθροισμα επί μέρους αρετών –π.χ. τεχνοκρατικών, δημοσιογραφικών, οικονομικών κ.λπ.– αλλά συνυφαίνεται με τη σφαιρική γνώση του κόσμου, με το διαλεκτικό του Όλο και με την αντίστοιχη φιλοσοφική του ερμηνεία‒κατανόηση, καθώς επίσης και με την κατανόηση της θέσης του ανθρώπου εδώ μέσα.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΟΜΗΡΟΣ – Ἰλιὰς Φ 227-271

Η μάχη με τον ποταμό

Στην αρχή της προηγούμενης ραψωδίας (Υ, Θεομαχία) ο Ζευς, για να αποτρέψει την πρόωρη άλωση της Τροίας από τον Αχιλλέα, που είχε ήδη αποκηρύξει τον θυμό του (Τ, Μήνιδος ἀπόρρησις) και είχε επανέλθει στη μάχη, παρότρυνε τους θεούς να εμπλακούν ευθέως στη σύγκρουση. Εν συνεχεία περιγράφεται η είσοδος των θεών στη μάχη (Υ 47-66), αλλά η εξιστόρηση των θεομαχιών αναστέλλεται ώς τα μέσα της επόμενης ραψωδίας (Φ 328 κ.ε.). Ενδιαμέσως παρακολουθούμε σειρά σκηνών στις οποίες πρωταγωνιστεί ο Αχιλλέας: μάχεται με τον Αινεία, αψιμαχεί με τον Έκτορα, φονεύει πολλούς άλλους Τρώες. Η αφήγηση κλιμακώνεται με τον φόνο του Λυκάονα και του Αστεροπαίου. Ο Αχιλλέας ρίχνει τα νεκρά σώματά τους στον ποταμό και προκαλεί την αγανάκτησή του. Εκείνος του ζητάει να σταματήσει και, όταν δεν εισακούεται, του επιτίθεται. Η αφήγηση κορυφώνεται με την περιγραφή της μάχης με τον ποταμό στους στίχους που ακολουθούν.
 
Ἰλιὰς Φ 227-271
ὣς εἰπὼν Τρώεσσιν ἐπέσσυτο δαίμονι ἶσος·
καὶ τότ᾽ Ἀπόλλωνα προσέφη ποταμὸς βαθυδίνης·
«ὢ πόποι, ἀργυρότοξε, Διὸς τέκος, οὐ σύ γε βουλὰς
230 εἰρύσαο Κρονίωνος, ὅ τοι μάλα πόλλ᾽ ἐπέτελλε
Τρωσὶ παρεστάμεναι καὶ ἀμύνειν, εἰς ὅ κεν ἔλθῃ
δείελος ὀψὲ δύων, σκιάσῃ δ᾽ ἐρίβωλον ἄρουραν.»
ἦ, καὶ Ἀχιλλεὺς μὲν δουρικλυτὸς ἔνθορε μέσσῳ
κρημνοῦ ἀπαΐξας· ὁ δ᾽ ἐπέσσυτο οἴδματι θύων,
235 πάντα δ᾽ ὄρινε ῥέεθρα κυκώμενος, ὦσε δὲ νεκροὺς
πολλούς, οἵ ῥα κατ᾽ αὐτὸν ἅλις ἔσαν, οὓς κτάν᾽ Ἀχιλλεύς·
τοὺς ἔκβαλλε θύραζε, μεμυκὼς ἠΰτε ταῦρος,
χέρσονδε· ζωοὺς δὲ σάω κατὰ καλὰ ῥέεθρα,
κρύπτων ἐν δίνῃσι βαθείῃσιν μεγάλῃσι.
240 δεινὸν δ᾽ ἀμφ᾽ Ἀχιλῆα κυκώμενον ἵστατο κῦμα,
ὤθει δ᾽ ἐν σάκεϊ πίπτων ῥόος· οὐδὲ πόδεσσιν
εἶχε στηρίξασθαι· ὁ δὲ πτελέην ἕλε χερσὶν
εὐφυέα μεγάλην· ἡ δ᾽ ἐκ ῥιζέων ἐριποῦσα
κρημνὸν ἅπαντα διῶσεν, ἐπέσχε δὲ καλὰ ῥέεθρα
245 ὄζοισιν πυκινοῖσι, γεφύρωσεν δέ μιν αὐτὸν
εἴσω πᾶσ᾽ ἐριποῦσ᾽· ὁ δ᾽ ἄρ᾽ ἐκ δίνης ἀνορούσας
ἤϊξεν πεδίοιο ποσὶ κραιπνοῖσι πέτεσθαι,
δείσας· οὐδέ τ᾽ ἔληγε θεὸς μέγας, ὦρτο δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ
ἀκροκελαινιόων, ἵνα μιν παύσειε πόνοιο
250 δῖον Ἀχιλλῆα, Τρώεσσι δὲ λοιγὸν ἀλάλκοι.
Πηλεΐδης δ᾽ ἀπόρουσεν ὅσον τ᾽ ἐπὶ δουρὸς ἐρωή,
αἰετοῦ οἴματ᾽ ἔχων μέλανος, τοῦ θηρητῆρος,
ὅς θ᾽ ἅμα κάρτιστός τε καὶ ὤκιστος πετεηνῶν·
τῷ ἐϊκὼς ἤϊξεν, ἐπὶ στήθεσσι δὲ χαλκὸς
255 σμερδαλέον κονάβιζεν· ὕπαιθα δὲ τοῖο λιασθεὶς
φεῦγ᾽, ὁ δ᾽ ὄπισθε ῥέων ἕπετο μεγάλῳ ὀρυμαγδῷ.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἀνὴρ ὀχετηγὸς ἀπὸ κρήνης μελανύδρου
ἂμ φυτὰ καὶ κήπους ὕδατι ῥόον ἡγεμονεύῃ
χερσὶ μάκελλαν ἔχων, ἀμάρης ἐξ ἔχματα βάλλων·
260 τοῦ μέν τε προρέοντος ὑπὸ ψηφῖδες ἅπασαι
ὀχλεῦνται· τὸ δέ τ᾽ ὦκα κατειβόμενον κελαρύζει
χώρῳ ἔνι προαλεῖ, φθάνει δέ τε καὶ τὸν ἄγοντα·
ὣς αἰεὶ Ἀχιλῆα καὶ κιχήσατο κῦμα ῥόοιο
καὶ λαιψηρὸν ἐόντα· θεοὶ δέ τε φέρτεροι ἀνδρῶν.
265 ὁσσάκι δ᾽ ὁρμήσειε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς
στῆναι ἐναντίβιον καὶ γνώμεναι εἴ μιν ἅπαντες
ἀθάνατοι φοβέουσι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι,
τοσσάκι μιν μέγα κῦμα διιπετέος ποταμοῖο
πλάζ᾽ ὤμους καθύπερθεν· ὁ δ᾽ ὑψόσε ποσσὶν ἐπήδα
270 θυμῷ ἀνιάζων· ποταμὸς δ᾽ ὑπὸ γούνατ᾽ ἐδάμνα
λάβρος ὕπαιθα ῥέων, κονίην δ᾽ ὑπέρεπτε ποδοῖιν.
 
***
Αυτά είπε, και όρμησε πάνω στους Τρώες, όμοιος με θεό· και τότε είπε στον Απόλλωνα ο ποταμός με τις βαθιές δίνες: «Πω πω, αργυρότοξε, γιε του Δία,
[230] δε φύλαξες τις εντολές του γιου του Κρόνου, που σου έδινε πολλές παραγγελίες να παραστέκεσαι και να βοηθάς τους Τρώες, ως που να έρθει το δειλινό, που πέφτει αργά, και να ισκιώσει την εύφορη γη».

Είπε, και ο ξακουσμένος στο δόρυ Αχιλλέας πήδησε μέσα του ορμώντας από τον γκρεμό, και ο ποταμός χίμησε πάνω του με φουσκωμένο κύμα, και φουσκώνοντας ανατάραξε όλα του τα νερά,
[235] και έσπρωξε τους πολλούς νεκρούς, που είχε σκοτώσει ο Αχιλλέας και βρίσκονταν άφθονοι μέσα του. Αυτούς τους έβγαζε έξω στην ξηρά μουγκρίζοντας σαν ταύρος. Τους ζωντανούς πάλι τους έσωζε στα όμορφα νερά του, κρύβοντάς τους μέσα στις βαθιές, μεγάλες του δίνες.
[240] Και το κύμα υψώθηκε φοβερό, αναταραγμένο γύρω από τον Αχιλλέα, και το ρέμα τον έσπρωχνε πέφτοντας πάνω στην ασπίδα του· και ούτε μπορούσε να στηριχτεί στα πόδια του. Άρπαξε τότε με τα χέρια μια φτελιά καλοφτιαγμένη, μεγάλη· εκείνη όμως ξεριζώθηκε πέφτοντας και έριξε κάτω όλο τον γκρεμό, και σταμάτησε τα όμορφα νερά
[245] με τα πυκνά κλαδιά της, και γεφύρωσε τον ποταμό καθώς έπεσε όλη μέσα του. Ο Αχιλλέας πήδησε έξω από το στρόβιλο και πήρε να τρέχει με τα γρήγορα πόδια του φοβισμένος. Ο μεγάλος όμως θεός δε σταμάτησε, μόνο όρμησε πάνω του, σκοτεινός στην κορυφή του, για να σταματήσει
[250] το θείο Αχιλλέα από τον πόλεμο και να διώξει την καταστροφή από τους Τρώες. Ο γιος του Πηλέα πήδησε πέρα, όσο φτάνει η φόρα του κονταριού, έχοντας την ορμή του μαύρου αετού, του κυνηγάρη, που είναι μαζί το πιο δυνατό και το πιο γρήγορο από τα πουλιά. Όμοιος μ᾽ αυτόν πήδησε
[255] και ο χαλκός έκανε φοβερό κρότο γύρω στο στήθος του·τραβήχτηκε έξω από τον ποταμό και το έβαλε στα πόδια, μα εκείνος, τρέχοντας από πίσω, τον κυνηγούσε με μεγάλο πάταγο. Όπως όταν ένας άνθρωπος, που ανοίγει αυλάκι από βρύση που τρέχει σκοτεινό νερό, φέρνει το ρέμα του νερού στα δέντρα και στα περιβόλια κρατώντας στα χέρια του το τσαπί και βγάζοντας έξω από το αυλάκι τα χώματα που το εμποδίζουν,
[260] και καθώς εκείνο τρέχει κατρακυλούν όλα τα πετραδάκια από κάτω· τρέχοντας γρήγορα, κελαρύζει, σε μέρος κατηφορικό, και προφταίνει κι εκείνον που το οδηγεί· έτσι και τον Αχιλλέα, μ᾽ όλο που ήταν γρήγορος, τον πρόφταινε πάντα το κύμα του ποταμού, γιατί οι θεοί είναι ανώτεροι από τους ανθρώπους.
[265] Όσες φορές ο γρήγορος στα πόδια θείος Αχιλλέας ήθελε να σταθεί αντίκρυ του και να καταλάβει αν όλοι οι αθάνατοι που ζουν στον πλατύ ουρανό τον έστρωσαν στο κυνήγι, άλλες τόσες το μεγάλο κύμα του ποταμού που είχε γεννηθεί από τη βροχή του Δία του κουκούλωνε τους ώμους· κι εκείνος πηδούσε με τα πόδια ψηλά,
[270] βαθιά ταραγμένος μέσα του. Ο ποταμός του έκοβε τα γόνατα, τρέχοντας ορμητικός από κάτω του, και του φευγάτιζε κάτω από τα πόδια το χώμα.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Λυσιστράτη (286-318)

ἀλλ᾽ αὐτὸ γάρ μοι τῆς ὁδοῦ [στρ.]
λοιπόν ἐστι χωρίον
τὸ πρὸς πόλιν τὸ σιμόν, οἷ σπουδὴν ἔχω.
χὤπως ποτ᾽ ἐξαμπρεύσομεν
290 τοῦτ᾽ ἄνευ κανθηλίου·
ὡς ἐμοῦ γε τὼ ξύλω τὸν ὦμον ἐξιπώκατον.
ἀλλ᾽ ὅμως βαδιστέον,
καὶ τὸ πῦρ φυσητέον,
μή μ᾽ ἀποσβεσθὲν λάθῃ πρὸς τῇ τελευτῇ τῆς ὁδοῦ.
φῦ φῦ.
295 ἰοὺ ἰοὺ τοῦ καπνοῦ.

ὡς δεινόν, ὦναξ Ἡράκλεις, [ἀντ.]
προσπεσόν μ᾽ ἐκ τῆς χύτρας
ὥσπερ κύων λυττῶσα τὠφθαλμὼ δάκνει.
κἄστιν γε Λήμνιον τὸ πῦρ
300 τοῦτο πάσῃ μηχανῇ·
οὐ γὰρ ‹ἄν› ποθ᾽ ὧδ᾽ ὀδὰξ ἔβρυκε τὰς λήμας ἐμοῦ.
σπεῦδε πρόσθεν εἰς πόλιν
καὶ βοήθει τῇ θεῷ.
ἢ πότ᾽ αὐτῇ μᾶλλον ἢ νῦν, ὦ Λάχης, ἀρήξομεν;
φῦ φῦ.
305 ἰοὺ ἰοὺ τοῦ καπνοῦ.

τουτὶ τὸ πῦρ ἐγρήγορεν θεῶν ἕκατι καὶ ζῇ.
οὔκουν ἄν, εἰ τὼ μὲν ξύλω θείμεσθα πρῶτον αὐτοῦ,
τῆς ἀμπέλου δ᾽ εἰς τὴν χύτραν τὸν φανὸν ἐγκαθέντες
ἅψαντες εἶτ᾽ εἰς τὴν θύραν κριηδὸν ἐμπέσοιμεν,
310 κἂν μὴ καλούντων τοὺς μοχλοὺς χαλῶσιν αἱ γυναῖκες,
ἐμπιμπράναι χρὴ τὰς θύρας καὶ τῷ καπνῷ πιέζειν.
θώμεσθα δὴ τὸ φορτίον. φεῦ τοῦ καπνοῦ, βαβαιάξ.
τίς ξυλλάβοιτ᾽ ἂν τοῦ ξύλου τῶν ἐν Σάμῳ στρατηγῶν;
ταυτὶ μὲν ἤδη τὴν ῥάχιν θλίβοντά μου πέπαυται.
315 σὸν δ᾽ ἔργον ἐστίν, ὦ χύρτα, τὸν ἄνθρακ᾽ ἐξεγείρειν,
τὴν λαμπάδ᾽ ἡμμένην ὅπως παρὼν ἐμοὶ προσοίσει.
δέσποινα Νίκη, ξυγγενοῦ τῶν τ᾽ ἐν πόλει γυναικῶν
τοῦ νῦν παρεστῶτος θράσους θέσθαι τροπαῖον ἡμᾶς.

***
Α’ ΗΜΙ. Χάιντε, γέρο, λίγος δρόμος [στρ.]
μας απόμεινε ακόμα.
Πολύ ζόρικη ανηφόρα!
Πώς απάνου θ᾽ ανεβούμε
290 χωρίς κάποιο αβασταγό;
Με ξεκατινιάσαν τα παλιόξυλα
κι όμως όλο κι ανεβαίνω
τη φωτιά φυσώντας κάθε τόσο,
μην και σβήσει, πριν να φτάσω.
(Φυσάει)
Φου! Φου!
Ώχου! Τί καπνούρα!

Β’ ΗΜΙ. Η καπνούρα τούτη, θε μου, [αντ.]
πώς πετιέται λυσσασμένη,
σαν τη σκύλα, και τα μάτια
μου δαγκώνει. Λες της Λήμνου
300 την ξερνάει καρβουναριό.
Μου ᾽φαγε τις τσίμπλες κι όμως, Λάχη μου,
όλο τρέχω να βοηθήσω
την Παλλάδα, τώρα πὄχει ανάγκη,
τώρα πιότερο από πάντα.
(Φυσάει)
Φου! Φου!
Ώχου! Τί καπνούρα!

ΚΟΡ. Το θέλουν σίγουρα οι θεοί κι η φλόγα μας κρατιέται.
Άι τώρα ν᾽ απιθώσουμε τα κούτσουρά μας χάμου.
Απ᾽ τη φοφού προσάναμμα μ᾽ αμπελοκλάδια πάρτε
κι ανάβοντας φωτιά στην πύλη ομπρός, ριχτείτε απάνου
σαν καστροπολεμίτικα δοκάρι᾽ ατσαλωμένα.
310 Κι αν την αμπάρα δε σηκώσουν με το καλό οι κυράτσες,
με τον καπνό τις πνίγουμε, με τη φωτιά τις καίμε.
Πετάχτε χάμου το φορτιό! Πωπώ! καπνούρα αλιά μου!
Ρε ποιός θα μπόρειε στρατηγός ν᾽ ασκώσει τόσα ξύλα!
(Ξεφορτώνονται τα ξύλα)
Ξαλάφρωσα! Της ράχης μου σταμάτησαν οι πόνοι!
Τώρα, φοφού μου, έχεις σειρά, δυνάμωσε τη θράκα
και κάνε αυτό μου το δαυλό γερά να λαμπαδιάσει!
Κι ω Νίκη αφέντρα, βόηθ᾽, αφού τα κανονίσουμε άξια
τα ξεσκισμένα θηλυκά, τρόπαιο να στήσουμε όρθιο.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΑΝΤΕΙΣ - ΓΑΛΕΩΤΗΣ, ΔΑΦΝΗ

ΓΑΛΕΩΤΗΣ

Ο Γαλεώτης ήταν γιος του θεού Απόλλωνα και της Θεμιστώς, θυγατέρας του βασιλιά των Υπερβορείων Ζάβιου. Με τον υπερβόρειο Τελμισσό πήγαν στο μαντείο του Δία στη Δωδώνη, για να ζητήσουν χρησμό. Το μαντείο τους είπε να βαδίσουν ο ένας στην Ανατολή, ο Τελμισσός, και ο άλλος στη Δύση, ο Γαλεώτης. Εκεί όπου ένας αετός θα άρπαζε το κρέας στη διάρκεια μιας θυσίας, εκεί έπρεπε να σταματήσουν και να ιδρύσουν βωμό. Ο Τελμισσός πήγε στην Καρία και ο Γαλεώτης στη Σικελία, στην πόλη που λεγόταν Ύβλα και αργότερα Γελεάτις, στην νότια πλαγιά της Αίτνας. Εκεί έγινε γενάρχης μιας σειράς μάντεων, των Γαλεωτών.

ΔΑΦΝΗ

Η νύμφη Δάφνη δεν εμπλέκεται άμεσα στον κύκλο των μάντεων παρά μόνο ως η αγαπημένη του θεού της μαντικής Απόλλωνα, ως το ομώνυμο φυτό στο οποίο μεταμορφώθηκε αναπόσπαστο στοιχείο του φυσικού τοπίου των Δελφών, προϋπόθεση για τη μαντική διαδικασία εκεί.
 
Και στην περίπτωση της Δάφνης της αποδίδονται διαφορετικοί γονείς. Άλλοτε είναι κόρη του ποταμού Λάδωνα της Πελοποννήσου και της Γης, άλλοτε του θεσσαλικού ποταμού Πηνειού άλλοτε του βασιλιά Αμύκλα της Λακωνίας.
 
Η Δάφνη είναι το αντιπρότυπο της κόρης που υπόκειται στους κοινωνικούς κανόνες του γάμου. Σαν θηλυκός Ιππόλυτος και αγαπημένη νύμφη της Άρτεμης, αδελφής του Απόλλωνα, περνούσε τον χρόνο της στα βουνά, αποφεύγοντας τη συναναστροφή των ανδρών και κυνηγώντας. Και γι' αυτή την παρθένο νύμφη τα προβλήματα ανακύπτουν με τον έρωτα. Την ερωτεύτηκε ο Λεύκιππος, ο γιος του βασιλιά της Ήλιδας Οινόμαου. Ο νέος γρήγορα παραιτήθηκε από την προσπάθεια να την κάνει γυναίκα του, επινόησε όμως ένα τέχνασμα για να βρίσκεται κοντά της: Έπλεξε κοτσίδα τα μαλλιά του, που τα άφησε να μακρύνουν για να τα προσφέρει στον ποταμό Αλφειό, ντύθηκε σαν κόρη, παρουσιάστηκε στη Δάφνη ως κόρη του πατέρα του και την παρακάλεσε να τον/την αφήνει να κυνηγά μαζί της.

Η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους ξύπνησε τη ζήλια του Απόλλωνα που, θέλοντας να εκδικηθεί, εμφύσησε στις κοπέλες την επιθυμία να κάνουν μπάνιο στα νερά του ποταμού. Εκείνες υποχρέωσαν τον διστακτικό Λεύκιππο να ξεντυθεί, ανακάλυψαν το πραγματικό του φύλο και τον σκότωσαν με τα ακόντια και τα μαχαίρια τους. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές, οι θεοί τον έκαναν αόρατο. Ο Απόλλωνας τότε όρμηξε να αρπάξει τη Δάφνη. Κυνηγημένη η κόρη, έτρεχε ως τη στιγμή που, καθώς θα την έπιανε, ζήτησε από τον πατέρα της να τη μεταμορφώσει. Μεταμορφώθηκε σε δάφνη, το αγαπημένο φυτό του θεού, το οποίο θα έφερε στο εξής στην κεφαλή του. Η δαφνηφορία θα έφτανε μέχρι την κεφαλή της πολιτικής εξουσίας στη Ρώμη. (Οβ., Μετ. 1.452-567)*
 
Η σημασία του δέντρου που διατηρείται σε διάφορα μαντεία, όπως στη Δωδώνη με τη δρυ ή στους Δελφούς και στα Δίδυμα της Μιλήτου με τη δάφνη του Απόλλωνα, είναι πολύ πιθανό ότι εκφράζει ένα παλαιότατο λατρευτικό στάδιο δενδρολατρείας, του οποίου τα νεότερα μαντεία παρέμεναν φορείς.
--------------------------
*Η μεταμόρφωση της Δάφνης στις «Μεταμορφώσεις» του Οβιδίου. Έρως και πολιτική.
 
Η Δάφνη, θυγατέρα του Πηνειού, η πρώτη του Απόλλωνα αγάπη -
δεν το 'φερε η τύχη στα τυφλά, μόνο του Έρωτα θυμός αγριεμένος.
Ήταν οι μέρες κείνες που ο θεός καμάρωνε σα νικητής του δράκου·
της Αφροδίτης σύντυχε το γιο, που τάνυζε χορδή πάνω στο τόξο,
και «τι μπερδεύεσαι με τ' άρματα εσύ, παλιόπαιδο», του είπε, «τ'
αντριωμένα;
Τέτοια μονάχα οι άντρες τα φορούν και στις δικές μου πρέπουνε τις
πλάτες.
Έχω σημάδι αλάθευτο - εχτρούς λαβώνω και θεριά αγριεμένα·
να τώρα δα τον Πύθωνα αυτόν, που σπειρωτός εμόλευε τον τόπο,
με σαϊτιές αμέτρητες εγώ τον έστρωσα στη γη τουμπανιασμένο.
Μόνη δουλειά σου εσένα το δαδί - ν' ανάβεις τις καρδιές, κι αυτό
σου φτάνει!
Μη θες απ' τα δικά μου μερτικό, κι εκεί που δε σε σπέρνουν μη φυτρώνεις!»
Είπε της Αφροδίτης το παιδί «ρίξε σαϊτιές στους πάντες και στα πάντα,
κι εγώ σ' εσένα, Απόλλωνα. Θεού κατώτερα τα ζωντανά της πλάσης,
κι η δόξα στο δικό σου μερτικό κατώτερη απ' τη δικά μου δόξα».
Τέτοια τα λόγια του Έρωτα. Μετά χτυπώντας τα φτερά του ανελήφθη
και με σβελτάδα στήθηκε ψηλά στου Παρνασσού τη δασωμένη ράχη.
Μες στη φαρέτρα βέλη δυο λογιώ, γι' άλλη δουλειά φκιαγμένο το καθένα:
φέρνει τον έρωτα το ένα στις καρδιές, τον έρωτα τον αποδιώχνει τ' άλλο.
Αυτό που φέρνει έρωτα χρυσό κι αστραφτερή στην άκρια του η μύτη,
το δεύτερο δεν είναι σουβλερό κι η αιχμή του στομωμένη με μολύβι.
Το στομωμένο το 'ριξε ο θεός στην Πηνειάδα κόρη, και το άλλο
τον Φοίβο βρήκε, κι η λαβωματιά πήγε βαθιά, ως μέσα στο μεδούλι.
Εκείνος νιώθει έρωτα, αυτή για έρωτες μήτε ν' ακούσει στέργει,
για τα βαθιά ρουμάνια έχει καημό, για τα θεριά που αγρεύει λάφυρά της,
και της παρθένας Άρτεμης πιστή, της Άρτεμης παθαίνεται να μοιάσει,
με την κορδέλα πιάνοντας ψηλά τ' ανάκατα κι αχτένιστα μαλλιά της.
Άντρες τη Δάφνη γύρεψαν πολλοί, μα σε πολλούς εγύρισε την πλάτη·
μακριά απ' των αντρών τη συντροφιά σε απάτητα λημέρια τριγυρνούσε,
Υμέναιος, αγάπες, παντρειά τι πα' να πει δεν έβαζε στο νου της.
Κι όλο ο γονιός της έλεγε «γαμπρό θα καρτερώ να φέρεις, θυγατέρα»,
κι όλο ο γονιός της έλεγε «ξεχνάς που μου χρωστάς εγγόνια, θυγατέρα».
 
Της φαίνονταν βαριά η παντρειά κι απόδιωχνε τη σκέψη της σα κρίμα
και της ντροπής μια ρόδινη χροιά απλώνονταν στην όμορφη θωριά της.
Σφίγγονταν στου πατέρα το λαιμό, τον χάιδευε με λόγια μελωμένα:
«Μια χάρη, πατερούλη, σου ζητώ, κόρη να μείνω πάντα και παρθένα·
το γύρεψε κι η Άρτεμη παλιά, κι είδε τέτοια χάρη απ' τον γονιό της».
Της έκανε κι εκείνος την καρδιά - μόνο που εσένα η ομορφιά σου, Δάφνη,
εμπόδιο θα σταθεί σ' αυτό που θες· είσαι ωραία, δε θα πιάσει η ευχή σου.
Την είδε ο Φοίβος και τη λαχταρά και θέλει για γυναίκα του τη Δάφνη -
ό,τι ποθεί το ελπίζει ο θεός, κι αν είναι ο ίδιος μάντης ξεγελιέται.
Πώς καίγονται οι καλαμιές μετά που οι θεριστές μαζώνουνε τα στάρια,
πώς καίγονται στους φράχτες τα ξερά από δαδί που άφηκε διαβάτης
ή στρατοκόπος που άναψε φωτιά και κίνησε χαράματα να φύγει,
παρόμοια και του Φοίβου η πυρκαγιά, ολάκερη η καρδιά του ένα καμίνι.
Από μακριά προσώρας την ποθεί κι η αγάπη του κρεμιέται στην ελπίδα.
Βλέπει τ' αχτένιστά της τα μαλλιά - «αν χτενιζόταν κιόλας», συλλογιέται,
«τι όμορφη θα φάνταζε!» Θωρεί τα δυο μεγάλα φωτεινά της μάτια
που λάμπουν σαν τ' αστέρια τ' ουρανού· το στόμα της θωρεί, τα δυο της
χείλη
που δε χορταίνει μόνο να κοιτά. Τα χέρια της, κι εκείνα τα παινεύει,
δάχτυλα σαν τα κρίνα και καρποί και μπράτσα γυμνωμένα ως απάνω,
και πιο πολύ παινεύει τα κρυφά. Όλα καλά, μόνο που εκείνη φεύγει
γρήγορη σαν τον άνεμο - θεού δεν την κρατούν τα χίλια παρακάλια:
«Νύμφη ωραία, κόρη ποταμού, δεν είμαι εχτρός για να σε κυνηγήσω!
Μακριά απ' τον λύκο τρέχουνε τ' αρνιά, τα ελάφια μακριά απ' το
λιοντάρι,
οι περιστέρες τρέμουν στο φτερό όταν πλακώσει άρπαγας γεράκι -
τρέχουνε να ξεφύγουν τον εχτρό· εγώ σ' ακολουθώ από αγάπη.
Πόσο φοβάμαι, πόσο ανησυχώ μη πέσεις καταγής, βάτοι κι αγκάθια
αναίτια μη σου βλάψουν τα σφυρά, να μην πονέσεις κι είμαι εγώ η αιτία.
Δύσβατος είναι ο τόπος και τραχύς· χαλάρωσε, μη παίρνεις τόση φόρα,
για φρέναρε κομμάτι το φευγιό, κι εγώ ξοπίσω αγάλια ακολουθάω.
Στάσου και ρώτα ποιος σ' αποζητά. Δεν είμαι εγώ χοντράνθρωπος
βουνίσιος,
μήτε τσομπάνης άξεστος· εγώ δε σαλαγάω κοπάδια με γελάδες.
Αστόχαστο κορίτσι, βιαστικό, ποιος είναι αυτός που αρνιέσαι, δεν το
ξέρεις·
αν ήξερες δε θα 'φευγες μακριά. Εγώ είμαι εκείνος που η Κλάρος,
η Τένεδος, τα Πάταρα, οι Δελφοί με ξέρουνε θεό και άρχοντά τους.
Γονιός μου ο Δίας· όσα έχουν συμβεί, συμβαίνουνε και μέλλουν να
συμβούνε
όλα τα φανερώνω - μουσική, τραγούδι, λύρα εγώ τα συνταιριάζω.
Σκοπεύω κι έχω σίγουρη σαϊτιά, μόνο που τώρα αλλουνού σαΐτα
πιο σίγουρη με πήρε στην καρδιά που έγνοια δεν τη βάραινε ως τα τώρα.
Εφεύρημα δικό μου η γιατρική, όλος ο κόσμος για γιατρό με ξέρει,
και τα βοτάνια τα ξαρρωστικά, όπου της γης όλα στους ορισμούς μου.
Όμως, για της αγάπης τον καημό, αλίμονο, δεν βρίσκεται βοτάνι,
κι εκείνος που γιατρεύει αλλουνούς, τον εαυτό του δεν μπορεί να γιάνει».
 
Ήθελε κι άλλα να της πει· εκείνη σκιάχτηκε και το 'βαλε στα πόδια,
άφηκε πίσω τον θεό, και του θεού ημιτελή παράτησε τα λόγια.
Πιο όμορφη απάνω στο φευγιό: ο άνεμος φαινόταν να τη γδύνει,
φυσώντας τη λεπτή της φορεσιά κατάσαρκα στου τρέξιμου τη δίνη,
κι οι αύρες από πίσω μαλακές ανέμιζαν της κεφαλής την κόμη -
όμορφη κόρη, έτρεχε γοργά και γίνονταν πιο όμορφη ακόμη.
Στέρεψε του θεού η υπομονή, «χάνω τα λόγια μου», είπε, «κι είναι κρίμα»,
κι όπως του έδινε το πάθος του ορμή εχύμηξε και άνοιξε το βήμα.
Πώς το ζευγάρι το γαλατικό σβέλτο λαγό στο ίσιωμα ξανοίγει,
κι ενώ τρεχάτο τον ακολουθεί, εκείνος πολεμάει να ξεφύγει·
του πλάκωσε τα πισινά, θαρρείς, λίγο ακόμα και τον έχει φτάσει,
τανύζει τη μουσούδα του μπροστά, λίγο ακόμα και θα τον δαγκάσει.
Τρέχει ο λαγός - ξεφεύγει απ' το σκυλί για πιάστηκε, δεν το γνωρίζει
ακόμα,
τραβιέται απ' τα σαγόνια του εχθρού και ξεμακραίνει απ' τ' ανοιχτό του
στόμα.
Όμοια τρέχαν κόρη και θεός - με πόθο αυτός, εκείνη από τρόμο,
μόνο που ο Φοίβος τρέχει πιο καλά με τα φτερά του Έρωτα στον ώμο.
Δε βρίσκει πια η κόρη ανασασμό, ξοπίσω αυτός κι αυτή ξεθεωμένη
τον νιώθει πως στη ράχη της σιμά και τα λυτά μαλλιά βαριανασαίνει.
Η δύναμή της σώθηκε, χλομή, κατάκοπη απ' της φυγής το μόχθο
έβγαλε απ' τα στήθια της φωνή στρεφόμενη στου Πηνειού τον όχτο:
«Πατέρα, βόηθα. Αν οι ποταμοί λογιάζονται μες στων θεών την τάξη,
απ' τη μορφή που άρεσε πολύ απάλλαξέ με, καν' την να χαλάσει!»
Το λόγο αυτό δεν πρόκανε να πει και λήθαργος τα μέλη της πλακώνει,
λεπτή δεντρίσια φλούδα τρυφερά τύλιξε το κορμάκι της σα ζώνη.
Γίνεται τώρα η κόμη φυλλωσιά, μπράτσα και χέρια γίνονται κλωνάρια,
κι ασάλευτα ριζώνουν μες στη γη τα δυο της γοργοκίνητα ποδάρια.
Η κεφαλή της έγινε κορφή, η λάμψη της επέρασε στο φύλλο.
Δεν παύει ο Φοίβος να την αγαπά, και ακουμπώντας του κορμού το ξύλο,
κάτω απ' τη φρέσκια φλούδα του κορμού νιώθει καρδιά που χτύπαγε
ακόμα.
Τους κλώνους τότε αγκάλιασε σφιχτά, σα να 'τανε τ' αλλοτινό της σώμα
κι έκανε να της δώσει ένα φιλί· κι όπως το ξύλο αποτραβιόταν πίσω,
«σ' αγάπησα», της είπε ο θεός, «κι αφού γυναίκα δε θα σ' αγαπήσω,
το δέντρο που 'χεις γίνει θ' αγαπώ, κι έτσι, σα δάφνη, πάντοτε δικιά μου,
θα στεφανώνεις πάντα εν τιμή κιθάρα και φαρέτρα και μαλλιά μου.
Όπου του Λάτιου οι άρχοντες, κι εσύ, κι όπου κραυγή της νίκης
βακχεμένη
με δάφνινο στεφάνι ο νικητής στο Καπιτώλιο πάντα θ' ανεβαίνει.
Σύμβολο και πιστός φρουρός εσύ θα σημαδεύεις του Αύγουστου το θρόνο,
του ηγεμόνα θα 'σαι θυρεός αγκαλιαστής με της δρυός τον κλώνο.
Σαν το μακρύ κι ακούρευτο μαλλί στου Απόλλωνα το αγέραστο κεφάλι,
όμοια της φυλλωσιάς σου η ομορφιά παντοτινή κι ολόφρεσικα θα
θάλλει!»
Σειώντας αυτή στα λόγια του θεού κλαριά που ήταν νιόβγαλτα ακόμη
της φυλλωσιάς της νεύει την κορφή σα να 'στερξε του Απόλλωνα τη
γνώμη.
(Οβ., Μετ. 1. 452-567)

Ενθουσιασμός κι έρωτας, η σπίθα κι η φωτιά

Κάτω από ένα φεγγάρι ή έναν ήλιο, σε μια παραλία ή σε ένα μαγαζί, σε έναν χειμώνα ή ένα καλοκαίρι, κάπου και κάποτε τα βλέμματα συναντιούνται κι η σπίθα δημιουργείται. Κάποιος είναι ο κυνηγός κι ένας άλλος παίρνει αυτομάτως τη θέση του τροπαίου. Ο κυνηγός, λοιπόν, –σαν τα παραμύθια– θα επιστρατεύσει κάθε τεχνική κι όπλο για να αποκτήσει το πολυπόθητο εκείνο τρόπαιο. Οι πρίγκιπες κι οι νεράιδες που ‘γιναν στόχοι και πολύτιμα ζητούμενα κολακεύονται τόσο πολύ που την προσπάθεια αυτή τη βαφτίζουν έρωτα και πάθος.

Όλοι μας έχουμε βρεθεί πάνω μία φορές και στις δύο πλευρές της μάχης. Διεκδικούμε με πείσμα και σθένος, γιατί αυτό που επιθυμούμε πρέπει να ‘ρθει στην κατοχή μας. Οι ρομαντικοί θα το βαφτίσουν έρωτα και θα πείσουν πως γι’ αυτόν θα έκαναν τα πάντα. Οι πιο ρεαλιστές θα μιλήσουν για έναν εγωιστή ενθουσιασμό, που για χατίρι του θα έκαναν ό,τι περνάει απ’ το χέρι τους.

Έχεις αναρωτηθεί, όμως, ποτέ εσύ που κυνηγάς τόσον καιρό τάζοντας ουρανούς κι άστρα, αν όλα αυτά που λες πως νιώθεις και τα στολίζεις με λόγια μεγάλα, όντως τα νιώθεις; Μήπως έχεις τυφλωθεί απ’ τη δίψα σου για νίκη; Γιατί μια νίκη θα ‘ναι αν θα αποκτήσεις το πρόσωπο που βάφτισες «καψούρα» κι ήττα αν στο πάρει άλλος, αν το ‘χάσεις.

Και τι είναι αυτό που ερωτεύτηκες, όπως λες; Ερωτεύτηκες δύο μάτια, απαντάς. Εκείνα που συνάντησες ένα βράδυ κάτω από μια πανσέληνο. Μήπως, όμως, ήταν η πανσέληνος που τα έκανε να μοιάζουν έτσι ερωτεύσιμα; Μην κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, ούτε τον άλλον. Γιατί ο έρωτας με τον ενθουσιασμό απέχουν σύμπαντα ολόκληρα.

Όταν είσαι ενθουσιασμένος με κάποιον, ναι, θες να ‘σαι μαζί του όλη την ώρα, γιατί πεταρίζει ίσως η καρδιά σου στο «μαζί» κι απογειώνεται. Στον έρωτα, όμως, δε ζητάς απλά την παρουσία, αλλά καίγεσαι στην απουσία του άλλου. Ο έρωτας είναι φωτιά κι ο ενθουσιασμός μια απλή σπίθα. Τι να την κάνεις τη σπίθα, όμως, αν μπορείς να ‘χεις ολόκληρη τη φωτιά; Φωτιά ικανή να σε ζεστάνει αλλά και να σε κάψει. Είδες; Πάντα υπάρχει παγίδα.

Προσπαθώντας τόσο καιρό, λοιπόν, να καταλάβεις τι νιώθει για ‘σένα, σηκώνεις άμυνες και βάζεις τεστ. Μα προσπαθώντας με μανία να καταλάβεις αν και τι αισθάνεται για ‘σένα, ξέχασες στην εξίσωση αυτή τα δικά σου συναισθήματα. Μέσα σε αυτή τη μάχη βρέθηκες σε μόνιμη άμυνα χωρίς να ‘χεις όπλα.

Μπαίνοντας σε ρόλους, χάνουμε πολλή απ’ την ουσία, που δεν είναι άλλη απ’ το ότι δεν ξέρουμε πώς νιώθουμε γιατί απλά ο φόβος σκεπάζει όλα τα άλλα. Γιατί η απόρριψη πονάει περισσότερο, κι όταν αυτή έρχεται απ’ τον ίδιο σου τον εαυτό, στο πλαίσιο της διάψευσης όσων πίστευες πως ένιωθες, πώς τον αντικρίζεις; Η διαρκής προσπάθειά μας για νίκη –ακόμα και συναισθημάτων– μας εξαντλεί, καταλήγοντας να μην ξέρουμε ποια είναι τα αληθινά, εκείνα τα ατόφια, που αμφιβολίες δε δέχονται. Γιατί πολύ απλά τα ειλικρινά από τη στόφα τους συναισθήματα δε χρειάζονται φεγγάρι και βεγγαλικά για να φανούν, φωτίζουν από μόνα τους.

Προσπάθησε, λοιπόν, να πάρεις τον χρόνο εκείνο που χρειάζεσαι πριν παίξεις το παιχνίδι, γιατί όταν παίζεις με συναισθήματα –για καλό δικό σου– πρέπει να παίζεις καθαρά και τίμια.

Δε συζητιούνται εύκολα οι φαντασιώσεις

Φαντασιώσεις. Κι η πρώτη σκέψη που περνά απ’ το μυαλό μου είναι πώς γράφουν για φαντασιώσεις σ’ έναν κόσμο που πάσχει από κυνισμό; Κι, ύστερα, έκανα τη σύνδεση. Ο κύριος τρόπος να χρησιμοποιούμε τη φαντασία μας ως ενήλικες καταντά να ‘ναι το σεξ; Λυπηρό. Ας είναι κι έτσι. Κάποιος εκστασιασμός πρέπει να υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο, κι ας είναι αυτός κυρίως βασισμένος στην ηδονή. Κι έπειτα τι σου είναι ο έρωτας αν είναι ικανός να κρατήσει ζωντανά μέρη του εγκεφάλου, όπως η φαντασία, στη ρεαλιστική πραγματικότητα ενός κοινού έτους 2019.

Μπορούμε να διαχωρίσουμε τις φαντασιώσεις σε τρεις κύριες κατηγορίες.
Κατηγορία πρώτη: Σ’ αυτήν εντάσσονται οι φαντασιώσεις που είναι πρακτικά αδύνατο να πραγματοποιήσουμε, όπως για παράδειγμα με κάποιον διάσημο.
Κατηγορία δεύτερη: Φαντασιώσεις με άτομα απ’ τον γνωστό κύκλο μας, που θα μπορούσαμε να πραγματοποιήσουμε.
Κατηγορία τρίτη: Φαντασιώσεις που δεν εστιάζουν συγκεκριμένα στο άτομο αλλά στον χρόνο, τον τόπο και την πράξη.

Κι εδώ προκύπτουν διάφορα ερωτήματα. Τουτέστιν, αν είμαστε σε σχέση και δηλώνουμε ερωτευμένοι, κατά πόσο θεωρείται φυσιολογικό να ‘χουμε φαντασιώσεις της πρώτης και της δεύτερης κατηγορίας, που εμπλέκουν δηλαδή άλλα άτομα; Για πολλούς φαντασίωση της δεύτερης κατηγορίας, μπορεί να θεωρηθεί απιστία. Είναι; Είμαστε υπόλογοι για τις σκέψεις μας; Κι αν δεν μπορούμε να ελέγξουμε το μυαλό, μήπως οι φαντασιώσεις μας υποδηλώνουν αλήθειες που δεν είμαστε έτοιμοι να πούμε; Μήπως στη φαντασίωση με τρίτο άτομο κρύβεται η ανεπάρκεια της σχέσης μας να γεμίσει τα κενά μας;

Κι αν εμείς είμαστε πεπεισμένοι για τη φυσικότητα της κατάστασης κι άνετοι με το θέμα, δε σημαίνει ότι είναι κι η σχέση μας. Οπότε τίθεται το ερώτημα του κατά πόσο είμαστε διατεθειμένοι να συζητήσουμε και τι. Πέρα απ’ την ντροπή του τσαλακώματος. Γιατί θέλει ένα κάποιο θάρρος να αραδιάσεις τις ενδόμυχες επιθυμίες σου στο φως μέρα μεσημέρι, και πόσο μάλλον μπροστά στον άνθρωπο που σε ενδιαφέρει η εικόνα που έχει για ‘σένα πιο πολύ απ’ την εικόνα που σχηματίζει οποιοσδήποτε άλλος.

Κι αν αποφασίσεις να αποκαλύψεις φαντασιώσεις πρώτης κατηγορίας, σίγουρα θα λάβεις καλύτερες αντιδράσεις από αυτές της δεύτερης, αλλά μήπως υποβάλλεις τον σύντροφό σου σε έναν αγώνα δρόμου που είναι αδύνατο να κερδίσει; Μπαίνει αυτόματα και μόνος του σε μία διαδικασία σύγκρισης με το δικό σου άπιαστο απωθημένο το οποίο εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να φτάσει. Άρα αναγκάζεται να νιώθει ανεπαρκής. Εν τέλει, μήπως το μόνο που μπορείς να προκαλέσεις είναι σύγχυση; Απ’ την άλλη, αν μάθαινε με άλλο τρόπο ότι είχες φαντασιώσεις που δε συζητούσες, δε θα ήταν χειρότερο; Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος ότι δε θα το πάρει εντελώς ανάποδα και δε θα ‘ναι αυτό κάτι που, στην τελική, θα μπει ανάμεσά σας; Φαντάζομαι δεν μπορείς.

Έπειτα, πάμε στην περίπτωση της τρίτης και πιο αθώας κατηγορίας, όπου η φαντασίωσή μας μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τον σύντροφό μας. Ακόμα κι αν είμαστε έτοιμοι να μιλήσουμε γι’ αυτήν, πώς ξέρουμε ότι ο σύντροφός μας είναι έτοιμος να ακούσει; Είμαστε σε θέση να βιώσουμε ένα βλέμμα υποτίμησης, ντροπής ή και κατάκρισης; Κι αν είναι κι αυτός δεκτικός, το τελευταίο και πιο κρίσιμο ερώτημα είναι αν είμαστε ικανοί να την πραγματοποιήσουμε. Αν μπορούμε να διαθέσουμε τα ρίσκα που χρειάζονται για να περάσουμε τη γραμμή που διαχωρίζει τη φαντασία απ’ την πραγματικότητα.

Γιατί όσο είναι σκέψη, μπορεί να συσταλεί και να διαπλαστεί και να πάρει ό,τι σχήμα και μορφή θέλουμε να έχει. Είναι καθαρά δικό μας δημιούργημα, γέννημα θρέμμα του μυαλού μας. Αν, όμως, εφαρμοστεί, είναι πλέον πραγματικότητα. Γεγονός. Με πραγματικές διαστάσεις που δεν μπορούμε να μεταβάλουμε. Και μπορεί να μην είναι η πραγματικότητα αντάξια των προσδοκιών μας. Μπορεί, βέβαια, και να τις ξεπεράσει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δε θα εντάσσεται στην ενότητα «φαντασιώσεις», πλέον θα θεωρείται κι επίσημα εμπειρία.

Το θέμα είναι αν θεωρούμε αντάξια την ανταλλαγή φαντασίας για πραγματικότητα κι αν μετά δε θα ζητάμε αποζημιώσεις. Πάντως, αν η απάντηση είναι «ναι», δε θα έπρεπε να μας προβληματίζει ότι είμαστε έτοιμοι να ανταλλάξουμε τα τελευταία υπολείμματα φαντασίας που διαθέτουμε για ακόμα λίγη δόση πραγματικότητας; Θα μου πείτε καλύτερα να τα ζούμε στον κόσμο κι όχι στο υποσυνείδητό μας. Τι να πω; Στην τελική, εναπόκειται στον καθένα από μας κι είναι ακόμα μία προσωπική επιλογή που έχουμε να κάνουμε.

Η ήττα και η νίκη είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος

Η ίδια η γέννηση ενός ανθρώπου εξελίσσεται κάποιες φορές σε αγώνα ζωής και θανάτου. Κι όμως αυτό αποτελεί απλώς μια πρόγευση εκείνου που ακολουθεί μετά. Η πείνα, η δίψα ή το κρύο αποτελούν μέρος απ’ τις συνθήκες, μέσω των οποίων συνεχώς η ζωή μάς προκαλεί να ενεργοποιήσουμε τις δικές μας δυνάμεις και να εντείνουμε τις προσπάθειές μας.

Στο πατρικό μας σπίτι, στο νηπιαγωγείο, στο σχολείο ή αργότερα στον χώρο εργασίας, παντού αναγκαζόμαστε και πρέπει να επικρατήσουμε. Ακόμη και στη συμβίωση με τον αγαπημένο μας σύντροφο δεν λείπουν οι περιορισμοί, η τριβή και οι συγκρούσεις. Συχνά στο τέλος της ημέρας βρίσκουμε τον εαυτό μας αποκαμωμένο απ’ όλα αυτά να ονειρεύεται στο ηλιοβασίλεμα έναν παραδεισένιο κόσμο και να νοσταλγεί τη μόνιμη ειρήνη.

Κι όμως η πρώτη αχτίδα της νέας ημέρας καταστρέφει τη νυχτερινή μας ησυχία και μας κινητοποιεί προς νέες πράξεις. Ποτέ δεν ησυχάζουμε, ποτέ δεν χαλαρώνουμε πλήρως και ποτέ δεν βρίσκουμε αληθινή ειρήνη. Έτσι αισθανόμαστε –ειδικά προς τα μέσα τη ζωής– κυνηγημένοι από το πεπρωμένο και συχνά χωρίς να γνωρίζουμε –χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα– προς τα πού οδηγεί όλο αυτό το ταξίδι.

Έχει όλος αυτός ο αγώνας κάποιον στόχο; Ή αγωνιζόμαστε τελικά, απλώς για να αγωνιζόμαστε; Τέτοια ερωτήματα μπορεί να έθεταν στον εαυτό τους και οι ήρωες της Τροίας. Μετά από διάρκεια δέκα ετών ο αγώνας δεν έχει πλέον ούτε υψηλότερο στόχο ούτε αληθινό νόημα. Ο αγώνας και η σχετική μ’ αυτόν στάση γίνεται τότε καθημερινότητα.

Παρομοίως συμβαίνει και με εμάς. Είτε το θέλουμε είτε όχι, η ζωή μάς οδηγεί στον αγώνα, μας κάνει αγωνιστές –τον καθένα με τον δικό του διαφορετικό τρόπο. Όποιος δεν έχει το θάρρος να πολεμήσει ευθέως, πολεμά καλυμμένα. Όποιος όντας μόνος αισθάνεται πολύ αδύναμος, αναζητά συμμάχους. Όποιος θεωρεί τον εαυτό του πολύ άπειρο, παραχωρεί την ηγεσία σε άλλους. Ένα ισχύει ωστόσο για όλους: η νοοτροπία του αγωνιζόμενου.

Η σκέψη μας λειτουργεί στο πλαίσιο κατηγοριών: του καλού και κακού, φίλου και εχθρού, νίκης και ήττας. Ο κόσμος μάς φαντάζει χωρισμένος σε δύο διαφορετικά στρατόπεδα –εμείς ανήκουμε στο ένα, οι εχθροί μας στο άλλο. Μέσα σε έναν τέτοιο διχασμό του κόσμου μας, δεν εκπλήσσει η διαδεδομένη πεποίθηση, ότι μόνο μια απόλυτη νίκη επί του υποτιθέμενου εχθρού θα έφερνε την πολυπόθητη ειρήνη.

Ωστόσο μια τέτοια πεποίθηση αποτελεί αυταπάτη. Ήδη γνωρίζουμε από τον Όμηρο στην Οδύσσεια ότι ο στρατηγός των Ελλήνων, ο Αγαμέμνων, δολοφονείται αισχρά κατά την επιστροφή του μετά τη μεγάλη νίκη. Και για τον Οδυσσέα τα πράγματα δεν είναι πολύ καλύτερα. Τον περιμένει μια δεκαετής περιπλάνηση προτού φτάσει στο σπίτι του, για να αντικρίσει μια ορδή από θρασείς μνηστήρες να τρώνε το βιός του. Και άλλοι γενναίοι αγωνιστές της Τροίας δεν περνούν καλύτερα. Σε πολύ λίγους μόνο ήταν γραφτό να επιστρέψουν με ευκολία και τύχη.

Κι εμάς ο αγώνας μάς οδηγεί κάποτε πολύ μακριά από την πατρίδα. Κι εμείς βλέπουμε στον αγώνα μόνο ένα νόημα: τη νίκη. Αν κάποιος μας έλεγε –προς τη μέση της ζωής– ότι η ήττα είναι το ίδιο πολύτιμη με τη νίκη, θα τον περιγελούσαμε ή ενδεχομένως και να τον αντιμετωπίζαμε αφ’ υψηλού με κάποιου είδους λύπηση. Μια ήττα –σε αυτό είμαστε όλοι σίγουροι– δεν μπορεί να «εξυμνηθεί», είναι αναγκαστική και χρειάζεται να κρυφτεί όσο γίνεται καλύτερα.

Ισχύει κάτι τέτοιο ή μήπως είμαστε θύματα μιας απάτης των αισθήσεών μας; Υπάρχει κάτι τέτοιο: μια ευτυχής ήττα; Μία πολύτιμη; Ή μήπως μια ευλογημένη; Ας θυμηθούμε κάποιες εμπειρίες μας. Φυσικά και χρειάστηκε να βιώσουμε ήττες –επαγγελματικές, ιδιωτικές, προσωπικές. Τι μας έφεραν όμως εκτός από πόνο και έννοιες; Ας τις αφήσουμε να περάσουν σιγά σιγά ως ανασκόπηση μπροστά μας και γρήγορα θα ανακαλύψουμε πόσο πολύ επηρέασαν τη ζωή μας. Οι ήττες αποτελούν κατά κανόνα απογοητεύσεις και ως τέτοιες μάς απελευθερώνουν από διάφορες «γοητείες».

Έτσι θα μπορούσαμε μετά από κάθε απογοήτευση να αφήνουμε πίσω μας και μια αυταπάτη, επιλογή η οποία –χωρίς καμία αμφιβολία– θα ακόνιζε τη ματιά μας ως προς την πραγματικότητα. Μια νίκη μαρτυρά τις αγωνιστικές μας ικανότητες, ενώ μια ήττα μάς πληροφορεί ως προς τις αυταπάτες μας. Ποιος τολμά να πει τι είναι πολυτιμότερο; Η ήττα και η νίκη είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Και οι δύο πλευρές είναι σημαντικές για τον δρόμο της ζωής μας.

Στους Κίκονες ο Οδυσσέας πρέπει να αποδεχτεί την πρώτη του μεγάλη ήττα, στ’ αλήθεια όχι απλώς και μόνο λόγω της μεγάλης νίκης στην Τροία. Έχει εδώ και καιρό αποδείξει ότι μπορεί να αγωνίζεται και να νικά. Στους Κίκονες το ουσιώδες είναι να δείξει αν μπορεί να αποφεύγει πολέμους και να διαχειρίζεται ήττες. Τη συμβουλή της Αθηνάς την κατάλαβε –ωστόσο τα πολεμικά του ένστικτα υπερίσχυσαν της ευφυούς σύνεσης.

Η ήττα αποτέλεσε το μοναδικό δυνατό μέσο ίασης γι’ αυτόν. Κατάφερε κάποτε μέσω του τεχνάσματός του να επιφέρει μια πικρή ήττα στους Τρώες. Ήρθε η σειρά του να καταπιεί το ίδιο πικρό χάπι –ακριβώς βάσει της ομοιοπαθητικής αρχής, σύμφωνα με την οποία όμοια θεραπεύονται από όμοια.

Η συνέχεια της Οδύσσειας μας δείχνει ότι ο Οδυσσέας έμαθε από την απογοήτευση και την ήττα. Ο δρόμος του στην Τρωική εκστρατεία είναι στεφανωμένος από νίκες, ενώ στον δρόμο της επιστροφής για την Ιθάκη βιώνει μπόλικες απογοητεύσεις. Ωστόσο ούτε απογοήτευση ούτε πόνος μπόρεσαν να τον αποθαρρύνουν. Αντιθέτως στο ταξίδι της επιστροφής κερδίζει επάξια το προσωνύμιο «ταλασίφρων» ή «πολύπαθος».

Το πουλί που γεννήθηκε στο κλουβί νομίζει ότι το πέταγμα είναι αρρώστια

Κάθε πουλάκι γεννιέται για να είναι ελεύθερο∙ εάν εμείς το εγκλωβίσουμε σε ένα κλουβί, θα νιώσει περιορισμένο, παγιδευμένο σε έναν χώρο στενό, κλειστό και κρύο.

Θα αισθανθεί σα να του κόβει κάποιος τα φτερά, στερώντας του αυτό που του χαρίζει την ταυτότητά του: την δυνατότητα να πετά.

Η φράση του τίτλου ανήκει στον Alejandro Jodorowsky και είναι το σημείο από το οποίο θα ξεκινήσουμε για να δούμε αν αυτό ισχύει και με τους ανθρώπους.

Αυτό βέβαια είναι μια μεταφορά, ένα σχήμα λόγου, που δείχνει ότι όταν κάποιος ζει μέσα σε ένα κλουβί, σαν πουλάκι παγιδευμένο, δεν έχει τη δυνατότητα μιας ευρείας προοπτικής της ίδιας της ζωής.

Υπάρχουν άνθρωποι που είναι ικανοποιημένοι με ό,τι έχουν αποκτήσει, με τις πεποιθήσεις που θεωρούν ασφαλείς και βέβαιες και δεν έχουν την ανάγκη, ή την επιθυμία να ταξιδέψουν σε άλλα λιβάδια, να γνωρίσουν νέες εμπειρίες.

Αυτό δε σημαίνει ότι είναι κάτι κακό∙ από τη στιγμή που είναι δική μας επιλογή και δεν υπάρχουν συνέπειες κανείς δεν μπορεί να μας κατηγορήσει.

Το πρόβλημα προκύπτει από τη στιγμή που το πουλάκι θεωρεί ότι όλοι οι υπόλοιποι, ακόμη κι οι συγγενείς του, σφάλουν εάν ανοίξουν τα φτερά τους και πετάξουν μακριά από τη φωλιά. 
«Το αηδόνι δεν φτιάχνει τη φωλιά του μέσα σε κλουβί, διότι δεν θέλει η σκλαβιά να είναι η μοίρα των μικρών του». Khalil Gibran

 

Ένα πουλάκι που παραμένει μέσα στο κλουβί ακόμη κι όταν η πόρτα του κλουβιού είναι ανοιχτή, είναι ένα πουλάκι εγκλωβισμένο, φοβισμένο…


Με τον ίδιο τρόπο, εμείς, οι άνθρωποι, γεννηθήκαμε για να πάμε εκεί που μας οδηγεί η επιθυμία μας, ελεύθερα και αυτόνομα.

Ωστόσο, για πολλούς διαφορετικούς λόγους, όπως η παιδεία ή η κοινωνική επιρροή, υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι, μεγαλώνοντας αγκυροβολούν σε μία, αποκαλούμενη, «ζώνη ασφάλειας», από την οποία δεν έχουν την ικανότητα να βγουν, ακόμη κι εάν κάποιος τους σπρώξει προς τα έξω.

Αυτή η «ζώνη ασφάλειας» συνδέεται με κάτι που μας είναι οικείο και μας γεννά ένα αίσθημα ασφάλειας, προστασίας, όταν η καθημερινότητά μας και κάθε εδραιωμένη πραγματικότητα κάνουν τα πάντα για εμάς.

Στην ουσία, πολλές φορές αντιμετωπίζουμε περισσότερες δυσκολίες για να πετάξουμε από πάνω μας αυτά τα συμπεριφορικά πρότυπα και τις αξίες που έχουμε αποκτήσει, ενώ αισθανόμαστε ξένοι με κάθε νέα αξία, διαφορετική από τη δική μας.

Από τη στιγμή που είμαστε ελεύθεροι, κανένα πουλάκι δεν είναι υποχρεωμένο να βγει από το κλουβί του και να πετάξει. Όπως επίσης και κανένας από εμάς δεν είναι υποχρεωμένος να παραμείνει μέσα στο κλουβί πλέον.

Η κατανόηση ενός διαφορετικού τρόπου ζωής είναι μια επωφελής στάση που μας βοηθά να διατηρήσουμε τις προσωπικές μας σχέσεις.
«Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, πρέπει να είναι ελεύθερος».
«Η πρωταρχική του αρετή, η πιο λαμπερή του ομορφιά, ο μεγαλύτερός του έρωτας είναι η ελευθερία». Juan Ramón Jiménez

 

Δύο μάτια  δεμένα με επιδέσμους δεν βλέπουν παρά μόνο ένα τυφλό πνεύμα.


Μία από τις πιο δημοφιλείς και σημαντικές προσωπικότητες του κόσμου, ο Nelson Mandela, πίστευε πάνω από όλα στην ελευθερία του πνεύματος.

Όταν φοράμε στα μάτια παρωπίδες, μπορούμε  – εάν θέλουμε –  να τις πετάξουμε μακριά και να δούμε τους ανοιχτούς ορίζοντες, αλλά αυτό είναι πιο περίπλοκο για ένα τυφλό πνεύμα.

Αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι δεν έχουν την ικανότητα να αντιληφθούν ότι βρίσκονται μέσα σε ένα κλουβί, αισθάνονται να πέφτουν πάνω τους κριτικά σχόλια άλλων πλασμάτων, που έχουν ένα πνεύμα ακόμη πιο άκαμπτο: «είσαι τρελός», «δεν είναι σωστή συμπεριφορά», «είναι λάθος αυτό που κάνεις», «τι θα πουν οι άλλοι για εσένα;» είναι φράσεις που ακούμε όταν τολμάμε να ανοίξουμε τα φτερά μας.

Εκείνος που βρίσκεται μέσα στο κλουβί αντιλαμβάνεται πάντοτε ότι ο κόσμος είναι γεμάτος χρώματα και προκλήσεις! Εκείνος που δεν πιστεύει ότι είναι πουλί φυτεύει τα όνειρά του στο έδαφος και μπλέκεται σε έναν φαύλο κύκλο, από τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει.

Εκείνος που δεν αμφισβητεί την ικανότητά του να πετάει αναρωτιέται εάν οι άλλοι μπορούν να πετάξουν και μαζί με εκείνους και τα όνειρά τους.

Πρέπει να προκαλούμε το πνεύμα μας να δοκιμάσει νέες εμπειρίες, όχι να το θεωρούμε χορτασμένο.


Εάν ένα πουλάκι έχει φτερά που του επιτρέπουν να πετάξει, ο άνθρωπος έχει ένα πνεύμα που του επιτρέπει να απογειώνεται.

Ωστόσο, θα πρέπει να προκαλούμε το πνεύμα μας, να το ταΐζουμε όμορφες σκέψεις, να το βοηθήσουμε να σκέφτεται χωρίς να το γεμίζουμε προκαταλήψεις.

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν σαν πουλιά, περνώντας τη ζωή τους μέσα σε ένα κλουβί, επειδή φοβούνται να πετάξουν όταν ξαφνικά η πόρτα ανοίξει.

Δε σημαίνει ότι το πουλάκι κρατάει κακία στους συγγενείς του που πετούν, απλώς δεν τολμάει να το κάνει και το ίδιο. Όλα αυτά έχουν τη δική τους αιτία και σε αυτή την περίπτωση, το μόνο που αυτά τα πουλάκια χρειάζονται είναι τόλμη και γενναιότητα.

«Sapere aude», όπως είπε και ο φιλόσοφος Kant: τόλμα να είσαι σοφός, τόλμα να γνωρίσεις, χρησιμοποίησε τον λόγο για να το πετύχεις.
«Η ελευθερία μας φοβίζει όταν δε συνηθίζουμε να την χρησιμοποιούμε». -Robert Schuman

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΟΜΗΡΟΣ – Ἰλιὰς Σ 478-508, 541-549, 561-572, 590-608

Η ασπίδα του Αχιλλέα

Όταν ο Αχιλλέας πληροφορείται τον θάνατο του Πατρόκλου, θρηνεί γοερά γιa τον χαμό του. Στα βάθη της θαλάσσης η μητέρα του, η Θέτις, ακούει τον θρήνο του και έρχεται να τον παρηγορήσει, συνοδευόμενη από τις αδελφές της, τις Νηρηίδες. Ο Αχιλλέας είναι αποφασισμένος να εκδικηθεί τον Έκτορα. Η μητέρα του πηγαίνει στον Όλυμπο για να του εξασφαλίσει όπλα, επειδή τα όπλα του, που τα είχαν χαρίσει άλλοτε οι θεοί στον Πηλέα, όταν παντρεύτηκε τη Θέτιδα, τα είχε δώσει στον Πάτροκλο και τώρα βρίσκονται στα χέρια του Έκτορα.

Ικανό τμήμα της ραψωδίας Σ, στην οποία οι Αλεξανδρινοί έδωσαν τον τίτλο Ὁπλοποιία, αφιερώνεται στην περιγραφή της καινούργιας ασπίδας (κατασκευή και -κυρίως- διακόσμηση), ενώ στα υπόλοιπα όπλα γίνεται απλώς σύντομη αναφορά. Φαίνεται ότι η ασπίδα είχε σχήμα κυκλικό και ότι οι παραστάσεις που την κοσμούσαν ήσαν διατεταγμένες σε ομόκεντρους κύκλους. Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει σε ανάλογες περιγραφές, οι παραστάσεις της ασπίδας, που δεν αντλούν τα θέματά τους από τον μύθο, δεν έχουν επιλεγεί με σκοπό να εμβάλουν φόβο στους αντιπάλους, αλλά συγκροτούν μια ισορροπημένη επιλογή σκηνών από την καθημερινή ζωή, που πλαισιώνονται από την εικόνα του "σύμπαντος" (στο κέντρο) και την εικόνα του Ωκεανού (στην περιφέρεια). Ενδιαμέσως περιγράφονται με τη σειρά οι εξής παραστάσεις: 1) δύο πολιτείες, από τις οποίες η πρώτη (α) παρουσιάζεται σε ειρηνικές ασχολίες (γάμος, "δικαστήριο"), ενώ η δεύτερη (β) σε στιγμές πολέμου (πολιορκία, μάχη)· 2) όργωμα· 3) θερισμός· 4) τρύγος· 5) επίθεση λεόντων σε αγέλη βοδιών· 6) βοσκότοπος· 7) χορός. (Στο απόσπασμα που ακολουθεί παραλείπονται οι σκηνές 2β, 3, 5 και 6).

Η επιλογή του ποιητή να παρουσιάσει πάνω στην ασπίδα καθημερινές σκηνές του επιτρέπει να εισαγάγει στην επική αφήγηση, που αναφέρεται στο "εκεί" και το "τότε", στοιχεία από τον σύγχρονό του κόσμο, από το "εδώ" και το "τώρα". Ένα μέρος από τη γοητεία της περιγραφής απορρέει από το γεγονός ότι ο ποιητής, αντί να περιγράφει στατικές εικόνες, τις μετατρέπει σε ιστορίες γεμάτες ζωή και κίνηση.

Ἰλιὰς Σ 478-508, 541-549, 561-572, 590-608
ποίει δὲ πρώτιστα σάκος μέγα τε στιβαρόν τε
πάντοσε δαιδάλλων, περὶ δ᾽ ἄντυγα βάλλε φαεινὴν
480 τρίπλακα μαρμαρέην, ἐκ δ᾽ ἀργύρεον τελαμῶνα.
πέντε δ᾽ ἄρ᾽ αὐτοῦ ἔσαν σάκεος πτύχες· αὐτὰρ ἐν αὐτῷ
ποίει δαίδαλα πολλὰ ἰδυίῃσι πραπίδεσσιν.
ἐν μὲν γαῖαν ἔτευξ᾽, ἐν δ᾽ οὐρανόν, ἐν δὲ θάλασσαν,
ἠέλιόν τ᾽ ἀκάμαντα σελήνην τε πλήθουσαν,
485 ἐν δὲ τὰ τείρεα πάντα, τά τ᾽ οὐρανὸς ἐστεφάνωται,
Πληϊάδας θ᾽ Ὑάδας τε τό τε σθένος Ὠρίωνος
Ἄρκτον θ᾽, ἣν καὶ Ἄμαξαν ἐπίκλησιν καλέουσιν,
ἥ τ᾽ αὐτοῦ στρέφεται καί τ᾽ Ὠρίωνα δοκεύει,
οἴη δ᾽ ἄμμορός ἐστι λοετρῶν Ὠκεανοῖο.
490 ἐν δὲ δύω ποίησε πόλεις μερόπων ἀνθρώπων
καλάς. ἐν τῇ μέν ῥα γάμοι τ᾽ ἔσαν εἰλαπίναι τε,
νύμφας δ᾽ ἐκ θαλάμων δαΐδων ὕπο λαμπομενάων
ἠγίνεον ἀνὰ ἄστυ, πολὺς δ᾽ ὑμέναιος ὀρώρει·
κοῦροι δ᾽ ὀρχηστῆρες ἐδίνεον, ἐν δ᾽ ἄρα τοῖσιν
495 αὐλοὶ φόρμιγγές τε βοὴν ἔχον· αἱ δὲ γυναῖκες
ἱστάμεναι θαύμαζον ἐπὶ προθύροισιν ἑκάστη.
λαοὶ δ᾽ εἰν ἀγορῇ ἔσαν ἀθρόοι· ἔνθα δὲ νεῖκος
ὠρώρει, δύο δ᾽ ἄνδρες ἐνείκεον εἵνεκα ποινῆς
ἀνδρὸς ἀποφθιμένου· ὁ μὲν εὔχετο πάντ᾽ ἀποδοῦναι
500 δήμῳ πιφαύσκων, ὁ δ᾽ ἀναίνετο μηδὲν ἑλέσθαι·
ἄμφω δ᾽ ἱέσθην ἐπὶ ἴστορι πεῖραρ ἑλέσθαι.
λαοὶ δ᾽ ἀμφοτέροισιν ἐπήπυον, ἀμφὶς ἀρωγοί·
κήρυκες δ᾽ ἄρα λαὸν ἐρήτυον· οἱ δὲ γέροντες
ἥατ᾽ ἐπὶ ξεστοῖσι λίθοις ἱερῷ ἐνὶ κύκλῳ,
505 σκῆπτρα δὲ κηρύκων ἐν χέρσ᾽ ἔχον ἠεροφώνων·
τοῖσιν ἔπειτ᾽ ἤϊσσον, ἀμοιβηδὶς δὲ δίκαζον.
κεῖτο δ᾽ ἄρ᾽ ἐν μέσσοισι δύω χρυσοῖο τάλαντα,
τῷ δόμεν ὃς μετὰ τοῖσι δίκην ἰθύντατα εἴποι.
541 ἐν δ᾽ ἐτίθει νειὸν μαλακήν, πίειραν ἄρουραν,
εὐρεῖαν τρίπολον· πολλοὶ δ᾽ ἀροτῆρες ἐν αὐτῇ
ζεύγεα δινεύοντες ἐλάστρεον ἔνθα καὶ ἔνθα.
οἱ δ᾽ ὁπότε στρέψαντες ἱκοίατο τέλσον ἀρούρης,
545 τοῖσι δ᾽ ἔπειτ᾽ ἐν χερσὶ δέπας μελιηδέος οἴνου
δόσκεν ἀνὴρ ἐπιών· τοὶ δὲ στρέψασκον ἀν᾽ ὄγμους,
ἱέμενοι νειοῖο βαθείης τέλσον ἱκέσθαι.
ἡ δὲ μελαίνετ᾽ ὄπισθεν, ἀρηρομένῃ δὲ ἐῴκει,
χρυσείη περ ἐοῦσα· τὸ δὴ περὶ θαῦμα τέτυκτο.
561 ἐν δὲ τίθει σταφυλῇσι μέγα βρίθουσαν ἀλωὴν
καλὴν χρυσείην· μέλανες δ᾽ ἀνὰ βότρυες ἦσαν,
ἑστήκει δὲ κάμαξι διαμπερὲς ἀργυρέῃσιν.
ἀμφὶ δὲ κυανέην κάπετον, περὶ δ᾽ ἕρκος ἔλασσε
565 κασσιτέρου· μία δ᾽ οἴη ἀταρπιτὸς ἦεν ἐπ᾽ αὐτήν,
τῇ νίσοντο φορῆες, ὅτε τρυγόῳεν ἀλωήν.
παρθενικαὶ δὲ καὶ ἠΐθεοι ἀταλὰ φρονέοντες
πλεκτοῖς ἐν ταλάροισι φέρον μελιηδέα καρπόν.
τοῖσιν δ᾽ ἐν μέσσοισι πάϊς φόρμιγγι λιγείῃ
570 ἱμερόεν κιθάριζε, λίνον δ᾽ ὑπὸ καλὸν ἄειδε
λεπταλέῃ φωνῇ· τοὶ δὲ ῥήσσοντες ἁμαρτῇ
μολπῇ τ᾽ ἰυγμῷ τε ποσὶ σκαίροντες ἕποντο.
590 ἐν δὲ χορὸν ποίκιλλε περικλυτὸς ἀμφιγυήεις,
τῷ ἴκελον οἷόν ποτ᾽ ἐνὶ Κνωσῷ εὐρείῃ
Δαίδαλος ἤσκησεν καλλιπλοκάμῳ Ἀριάδνῃ.
ἔνθα μὲν ἠΐθεοι καὶ παρθένοι ἀλφεσίβοιαι
ὠρχεῦντ᾽, ἀλλήλων ἐπὶ καρπῷ χεῖρας ἔχοντες.
595 τῶν δ᾽ αἱ μὲν λεπτὰς ὀθόνας ἔχον, οἱ δὲ χιτῶνας
εἵατ᾽ ἐϋννήτους, ἦκα στίλβοντας ἐλαίῳ·
καί ῥ᾽ αἱ μὲν καλὰς στεφάνας ἔχον, οἱ δὲ μαχαίρας
εἶχον χρυσείας ἐξ ἀργυρέων τελαμώνων.
οἱ δ᾽ ὁτὲ μὲν θρέξασκον ἐπισταμένοισι πόδεσσι
600 ῥεῖα μάλ᾽, ὡς ὅτε τις τροχὸν ἄρμενον ἐν παλάμῃσιν
ἑζόμενος κεραμεὺς πειρήσεται, αἴ κε θέῃσιν·
ἄλλοτε δ᾽ αὖ θρέξασκον ἐπὶ στίχας ἀλλήλοισι.
603 πολλὸς δ᾽ ἱμερόεντα χορὸν περιίσταθ᾽ ὅμιλος
605 τερπόμενοι· δοιὼ δὲ κυβιστητῆρε κατ᾽ αὐτοὺς
μολπῆς ἐξάρχοντες ἐδίνευον κατὰ μέσσους.
ἐν δὲ τίθει ποταμοῖο μέγα σθένος Ὠκεανοῖο
ἄντυγα πὰρ πυμάτην σάκεος πύκα ποιητοῖο.

***
Επήρε πρώτα πρώτα κι έφτιαξε ασπίδα στέρεη, γιγάντια,
δουλεύοντάς τη ολόκληρη με τέχνη·
την έδεσε ολόγυρα με λαμπερό τριπλό στεφάνι που άστραφτε
και απ᾽ αυτό εκρέμασε λουρί ασημένιο.

480
Το σώμα της ασπίδας το έστρωσε πέντε φορές
και πάνω του χάραξε πολλά στολίδια με το σοφό μυαλό του.

Έβαλε μέσα τη γης, έβαλε τον ουρανό, έβαλε τη θάλασσα,
έβαλε τον ήλιο τον ακάμαντο και το φεγγάρι ολόγιομο,
κι όλα τα αστέρια που στεφανώνουν τον ουρανό,
τις Πλειάδες,1 τις Υάδες, τον στιβαρό Ωρίωνα,

485
την Άρκτο, που τήνε λεν και Αμάξι,
που μένει εκεί γυρνώντας γύρω γύρω και παραφυλάει τον Ωρίωνα,
αυτή που μόνη δεν μοιράζεται τα λουτρά του Ωκεανού.1
Έφτιαξε και δυο θεσπέσιες πολιτείες ανθρώπων

490
που τους δαμάζει ο θάνατος.
Στη μια γίνονταν γάμοι και ξεφάντωναν·
με λαμπάδες που φεγγοβολούσαν
έπαιρναν από τα δώματα τις νύφες
και τις οδηγούσαν μέσα από την πόλη,
ενώ ξεχυνόταν πλούσιο το τραγούδι του υμεναίου· 2
νεαροί χορευτές στροβιλίζονταν,

495
και ανάμεσά τους ηχούσαν αυλοί και φόρμιγγες.
Οι γυναίκες στέκονταν στις πόρτες και θαύμαζαν.
Οι άντρες ήσαν συναθροισμένοι στον τόπο που συνάζονται·
εκεί είχε ξεσπάσει μια φιλονικία·
φιλονικούσαν δύο για το τίμημα κάποιου που σκοτώθηκε·
ο ένας προσφερόταν να το πληρώσει στο ακέραιο
και αυτό το έλεγε ανοιχτά στον κόσμο,

500
όμως ο άλλος δεν δεχόταν τίποτα,3
και οι δύο ήθελαν να πάνε σε κριτή να κρίνει.
Το πλήθος μοιρασμένο εκραύγαζε
βοηθώντας και τον ένα και τον άλλο.
Και οι κήρυκες εκεί επάλευαν να κρατήσουν τον κόσμο·
οι γέροντες εκάθονταν πάνω σε λαξεμένες πέτρες
μέσα στον ιερό κύκλο4
και από τους κήρυκες με τις φωνές που γεμίζουν τον αέρα

505
έπαιρναν και κρατούσαν στα χέρια τους σκήπτρα.
Οι δυο που μάλωναν έτρεχαν τότε μπροστά τους,
και αυτοί εκρίναν ένας ένας.
Στη μέση εκεί ακουμπισμένα στο χώμα
περίμεναν δυο τάλαντα χρυσάφι,
για να δοθούν σ᾽ εκείνον από τους κριτές
που θα ᾽βγαζε την πιο δίκαιη κρίση.
...
Έβαλε και ένα νέο χωράφι ήμερο,

541
γη καρπερή, απλόχωρη, οργωμένη τρεις φορές.
Πολλοί ζευγάδες εκεί μέσα πήγαιναν κι έρχονταν,
οδηγώντας τα ζευγάρια τους πέρα δώθε.
Και όταν γυρίζοντας έφταναν στην άκρη του χωραφιού,
ερχόταν τότες ένας άντρας και τους έδινε κρασί γλυκό σα μέλι·

545
εκείνοι εγύριζαν στον όργο πάλι και πάλι,
γυρεύοντας να φτάσουν ως την άκρη του νέου χωραφιού
με το βαθύ χώμα.
Και το χωράφι πίσω τους εμαύριζε κι έμοιαζε οργωμένο,
ας ήτανε από χρυσάφι· ήτανε ένα θαύμα αυτό που έφτιαξε.
...
Έβαλε αμπέλι όμορφο, χρυσό,
με κλήματα που ελύγιζαν από το βάρος του καρπού·
ήτανε μαύρα τα σταφύλια του και τα κλήματα πέρα ώς την άκρη
έγερναν πάνω σε ασημένιες βέργες.
Από τη μια κι από την άλλη έβαλε αυλάκι εβένινο
και γύρω το έκλεισε με φράχτη από κασσίτερο.
Εκεί οδηγούσε μονάχα ένα μονοπάτι,

565
απ᾽ όπου περνούσαν εκείνοι που μετέφεραν τον καρπό,
όταν τρυγούσαν το αμπέλι.
Παρθενικά κορίτσια και νέοι ανύμφευτοι και ανέμελοι
σήκωναν σε πλεχτά καλάθια τον καρπό γλυκό σα μέλι.
Εκεί στη μέση κάποιο αγόρι έπαιζε με τη λιγυρή φόρμιγγα
μελωδίες που ξυπνούν τον πόθο και με την ηδυπάθεια της φωνής του570
τραγουδούσε θεσπέσια το τραγούδι του Λίνου.5
Εκείνοι ακολουθούσαν χτυπώντας όλοι με τα πόδια τους το χώμα
και λικνίζονταν τραγουδώντας και αλαλάζοντας.
...
 
Εσκάλισε κι ένα χορό ο φημισμένος τεχνίτης με τα κυρτά πόδια

590
όμοιο μ᾽ εκείνον που έφτιαξε κάποτε στην απλόχωρη Κνωσσό
ο Δαίδαλος για την καλλίκομη Αριάδνη.
Εκεί εχορεύαν νέοι ανύπαντροι και παρθένες βαρύτιμες,
κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου στον καρπό.
Οι γυναίκες φορούσαν αραχνοΰφαντα φορέματα,

595
οι άντρες χιτώνες με τέλεια ύφανση, που αχνοφέγγιζαν από το λάδι.6
Εκείνες έφεραν ωραία στεφάνια, εκείνοι είχανε χρυσά μαχαίρια
που κρέμονταν από αλυσίδες ασημένιες·
με ασκημένα πόδια άλλοτες έτρεχαν αβίαστα,
όπως όταν ένας κεραμέας καθιστός

600
δοκιμάζει ανάμεσα στις παλάμες του
το ζυγισμένο τροχό
να δει αν γυρίζει·
άλλοτε πάλι έτρεχαν σε δυο σειρές αντικρυστά.
Μέγα πλήθος όρθιο γύρω τους χαίρονταν τον χορό
που ξυπνάει τον πόθο· και δίπλα τους δυο ακροβάτες

605
άρχιζαν το τραγούδι και στροβιλίζονταν εκεί στη μέση.

Έβαλε τέλος και το ακατάλυτο ποτάμι του Ωκεανού
πλάι στο ακρότατο στεφάνι της στερεής ασπίδας.
--------------------------
1 Οι Πλειάδες (Πούλια) και οι Υάδες (πιθανώς από το ὕω = βρέχω) είναι αστερισμοί που βρίσκονται κοντά στον Ωρίωνα. Κατά τον Ησίοδο με την εμφάνιση των Πλειάδων αρχίζει ο θερισμός και με τη δύση τους το όργωμα. Έχει επισημανθεί ότι η εμφάνιση και η δύση των τριών αυτών αστερισμών καλύπτει το διάστημα από τον Μάιο έως τον Νοέμβριο, δηλαδή την περίοδο κατά την οποία λαμβάνουν χώρα οι τρεις γεωργικές δραστηριότητες που περιγράφονται στη συνέχεια σε σκηνές της ασπίδας (θερισμός, τρύγος, όργωμα). Δεδομένου ότι για τους αρχαίους η (επίπεδη) γη περιβρέχεται από τον ποταμό Ωκεανό, όλα τα αστέρια ανατέλλουν από τον Ωκεανό και δύουν στον Ωκεανό. Η (Μεγάλη) Άρκτος δεν δύει στον Ωκεανό, επειδή για τους κατοίκους του βορείου ημισφαιρίου είναι ορατή καθ᾽ όλο το έτος.
2 Το τραγούδι του γάμου. Ονομάζεται υμέναιος από την τελετουργικώς επαναλαμβανόμενη κραυγή ὑμήν.
3 Πιθανώς η διαφωνία των δύο είχε να κάνει με το ότι ο ένας (ο δράστης) προσφερόταν να καταβάλει το τίμημα, ενώ ο άλλος (ο συγγενής του θύματος) επέμενε στην αντεκδίκηση.
4 Ο κύκλος χαρακτηρίζεται ιερός, επειδή ο ίδιος ο Ζευς εποπτεύει την απονομή δικαιοσύνης και επειδή κοντά στον χώρο που συγκεντρώνονται πρέπει να υπήρχαν βωμοί.
5 Το (θρηνητικό) τραγούδι του Λίνου και η ίδια η μυθική μορφή του Λίνου έχουν ίσως την αφετηρία τους στην πιθανώς ανατολικής προελεύσεως πένθιμη κραυγή αἴλινον. Στην αρχαιότητα υπήρχαν διάφορες παραδόσεις σχετικά με τον Λίνο, με κοινό χαρακτηριστικό τους ότι τον θάνατό του τον ακολουθούσε καθολικός θρήνος. Σύμφωνα με μία εκδοχή, ανταγωνιζόταν τον Απόλλωνα στο τραγούδι και ο θεός τον σκότωσε.
6 Κατά την ύφανση χρησιμοποιούσαν λάδι για να γυαλίζουν τα ρούχα και ίσως για να γίνονται πιο απαλά.

Τρίτη 21 Μαΐου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Λυσιστράτη (254-285)

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
χώρει, Δράκης, ἡγοῦ βάδην, εἰ καὶ τὸν ὦμον ἀλγεῖς
255 κορμοῦ τοσουτονὶ βάρος χλωρᾶς φέρων ἐλάας.

ἦ πόλλ᾽ ἄελπτ᾽ ἔνεστιν ἐν τῷ μακρῷ βίῳ, φεῦ, [στρ.]
ἐπεὶ τίς ἄν ποτ᾽ ἤλπισ᾽, ὦ Στρυμόδωρ᾽, ἀκοῦσαι
260 γυναῖκας, ἃς ἐβόσκομεν
κατ᾽ οἶκον ἐμφανὲς κακόν,
κατὰ μὲν ἅγιον ἔχειν βρέτας
κατά τ᾽ ἀκρόπολιν ἐμὴν λαβεῖν,
μοχλοῖς δὲ καὶ κλῄθροισιν
265 τὰ προπύλαια πακτοῦν;

ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα πρὸς πόλιν σπεύσωμεν, ὦ Φιλοῦργε,
ὅπως ἂν αὐταῖς ἐν κύκλῳ θέντες τὰ πρέμνα ταυτί,
ὅσαι τὸ πρᾶγμα τοῦτ᾽ ἐνεστήσαντο καὶ μετῆλθον,
μίαν πυρὰν νήσαντες ἐμπρήσωμεν αὐτόχειρες
270 πάσας, ἀπὸ ψήφου μιᾶς, πρώτην δὲ τὴν Λύκωνος.

οὐ γὰρ μὰ τὴν Δήμητρ᾽ ἐμοῦ ζῶντος ἐγχανοῦνται· [ἀντ.]
ἐπεὶ οὐδὲ Κλεομένης, ὃς αὐτὴν κατέσχε πρῶτος,
275 ἀπῆλθεν ἀψάλακτος, ἀλλ᾽
ὅμως Λακωνικὸν πνέων
ᾤχετο θὤπλα παραδοὺς ἐμοί,
σμικρὸν ἔχων πάνυ τριβώνιον,
πινῶν ῥύπ᾽, ἀπαράτιλτος,
280 ἓξ ἐτῶν ἄλουτος.

οὕτως ἐπολιόρκησ᾽ ἐγὼ τὸν ἄνδρ᾽ ἐκεῖνον ὠμῶς
ἐφ᾽ ἑπτακαίδεκ᾽ ἀσπίδων πρὸς ταῖς πύλαις καθεύδων.
τασδὶ δὲ τὰς Εὐριπίδῃ θεοῖς τε πᾶσιν ἐχθρὰς
ἐγὼ οὐκ ἄρα σχήσω παρὼν τολμήματος τοσούτου;
285 μή νυν ἔτ᾽ ἐν ‹τῇ› τετραπόλει τοὐμὸν τροπαῖον εἴη.

***
(Αλλάζει το σκηνικό. Είσοδος της Ακρόπολης. Απ᾽ τη δεξιά πάροδο μπαίνει ο Χορός των γερόντων με ξύλα στον ώμο και μια φουφού στα χέρια).

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Άνοιγε γρηγορότερα τα σκέλια, γέρο-Δράκο·
βαριά η κουτσούρα της ελιάς σού τσάκισε τον ώμο!

Α’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ
Πολλά ᾽ναι τ᾽ αναπάντεχα στην πολυχρόνια ζήση! [στρ.]
Ποιός το ᾽λπιζε, Στριγμόδωρε, ν᾽ ακούσει τέτοιο πράμα!
260 Οι γυναίκες, η πανούκλα,
που την θρέφουμε στο σπίτι,
χέρι βάλαν στης Παρθένας
τ᾽ άγιο ξόανο και μας πήραν
την Ακρόπολη και βάλαν
στα Προπύλαια την αμπάρα.

ΚΟΡ. Βιάσου, Φιλώτα, γρήγορα το βράχο ν᾽ ανεβούμε,
να στήσουμε τα κούτσουρά μας ολοτρόγυρά τους,
σ᾽ αυτές, που μας σκαρώσανε σήμερα τέτοια νίλα.
Κι ανάβοντας φωτιά μεγάλη να τις κάψουμε ούλες
270 χερόβολο και πρώτηνε του Λύκωνα τη σκρόφα.

Β’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ
Ναι, μά τη Δήμητρα, όσο ζούμε δε θαν τους περάσει, [αντ.]
αφού δεν μπόρεσε ουδ᾽ αυτός ο βασιλιάς Κλεομένης.
Την Ακρόπολη αν μας πήρεν
ο νταής ο μοραΐτης,
τονε κάναμε ν᾽ αφήσει
τ᾽ άρματα και να το σκάσει
βρόμικος και κουρελιάρης
280 κι άκουρος πολλά χρονάκια.

ΚΟΡ. Με πόση τον μπλοκάραμε λύσσα τον άντρα εκειόνε
κοιμάμενοι μπροστά στην πύλη απάνου στην ασπίδα!
Και τώρα, λες, ν᾽ αφήσω εγώ να με καταντροπιάσουν
τα θηλυκά, που τα μισούν θεοί μας κι Ευριπίδης;
Μα τότε ας πάει στ᾽ ανάθεμα της Αθηνάς η δόξα!

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΑΝΤΕΙΣ - ΒΡΑΓΧΟΣ

Ο Βράγχος ήταν πρόγονος του Μαχαιρέα που σκότωσε ο Νεοπτόλεμος στους Δελφούς, γιος του ήρωα Σμίκρου από τους Δελφούς. Αυτός εγκαταστάθηκε στη Μίλητο, όπου και παντρεύτηκε. Η μητέρα του ονόμασε το παιδί που γέννησε Βράγχο, γιατί, πριν γεννήσει, ονειρεύθηκε τον ήλιο να μπαίνει στο κορμί της από τον λάρυγγα (βράγχιον), να το διαπερνά, και να βγαίνει από την κοιλιά της.

Οι μάντεις θεώρησαν το όραμα ευνοϊκό οιωνό. Και πράγματι, το παιδί συνδέθηκε με τον Απόλλωνα και τη μαντική τέχνη. Γιατί, μια μέρα που έβοσκε τα πρόβατα του πατέρα του στο βουνό, έτσι όμορφος που ήταν και καθώς έπαιζε με τον σκύλο του, τον είδε ο Απόλλωνας και τον ερωτεύτηκε, τον φίλησε και του μετέδωσε το μαντικό χάρισμα. Γι' αυτό και ο Απόλλωνας απέκτησε τα επίθετα «φίλιος» και «βράγχιος».

Ο Βράγχος έχτισε βωμό προς τιμή του «φίλιου» Απόλλωνα και μαντείο στα Δίδυμα, νότια της Μιλήτου, ισότιμο σχεδόν με των Δελφών. Μάλιστα, έσωσε κάποτε την πόλη από λοιμό* ραίνοντας τον λαό με κλαδιά δάφνης και ψάλλοντας ύμνους. Στο μαντείο ιερείς γίνονταν οι απόγονοί του, οι Βραγχίδες. Ως γιος του Βράγχου αναφέρεται ο Χίλων ο Λακεδαιμόνιος (Διογ. Λ. 1.72.8· Αρισταγόρας fr. 11.3)
----------------------
*Ο καθαρμός των Μιλησίων από τον μάντη Βράγχο
Ἀπολλόδωρος δ᾽ ὁ Κερκυραῖος τοὺς στίχους τούσδε ὑπὸ Βράγχου ἀναφωνηθῆναι τοῦ μάντεως λέγει Μιλησίους καθαίροντος ἀπὸ λοιμοῦ. ὃ μὲν γὰρ ἐπιρραίνων τὸ πλῆθος δάφνης κλάδοις προκατήρχετο τοῦ ὕμνου ὧδέ πως· μέλπετε, ὦ παῖδες, ἑκάεργον καὶ ἑκαέργαν· ἐπέψαλλεν δὲ ὡς εἰπεῖν ὁ λαός· "βέδυ, ζάψ, χθώμ, πλῆκτρον, σφίγξ· κναξζβίχ, θύπτης, φλεγμό, δρώψ." μέμνηται τῆς ἱστορίας καὶ Καλλίμαχος ἐν ἰάμβοις. κναξζβὶχ δὲ κατὰ παραγωγὴν ἡ νόσος παρὰ τὸ κναίειν καὶ διαφθείρειν, θῦψαί τε τὸ κεραυνῷ φλέξαι. (Κλήμης Αλεξ., Στρωμ. 5.8.48)

Όσο πιο πολύ φωνάζουν κάποιοι, τόσο λιγότερα έχουν να σου πουν

Θα περάσουν άνθρωποι από την ζωή σου, που θα σου τεντώσουν το δάχτυλο και θα σου παραδώσουν μαθήματα για πράγματα που δεν ξέρουν, δεν έμαθαν και δεν κατάλαβαν ποτέ.
Θα περάσουν άνθρωποι από την ζωή σου, που θα φωνάζουν, θα ωρύονται για ένα δίκιο τους, κι όταν τους δείξεις το άδικό τους, θα συνεχίζουν να φωνάζουν γιατί δεν έχουν τίποτε άλλο να πουν.
Θα περάσουν άνθρωποι από την ζωή σου, που θα τα ξέρουν όλα καλύτερα, θα τα έχουν κάνει όλα καλύτερα, που κάθε φράση τους θα ξεκινά με ένα “εγώ”..
Θα περάσουν άνθρωποι από την ζωή σου που θα σου πουλήσουν τα “υπόσχομαι” και θα σου ξεπουλήσουν τα “μαζί” ευκολία..
Θα περάσουν άνθρωποι από την ζωή σου που θα σου διαφημίσουν την μαγκιά τους και την στάση ζωής τους..

Και μετά, θα μιλήσουν οι πράξεις τους! Και το κενό τους, δεν θα μπορούν να το καλύψουν οι κραυγές τους, όσο δυνατές κι αν είναι. Και το ψέμα τους, δεν θα μπορέσει να το καλύψει κανένας ψευτοτσαμπουκάς.

Κι εσύ, θα κάνεις αυτό που ξέρεις καλά μιας και δεν είναι οι πρώτοι περαστικοί που περνάνε από την ζωή σου! Εσύ, θα σιωπήσεις και θα χαμογελάς.

Θα χαμογελάς, γιατί εσύ ξέρεις πώς είναι να αγαπάς εκείνους τους ανθρώπους που έχουν αλήθεια στα μάτια τους και φως στην ψυχή τους. Γιατί εσύ αγαπάς τους ανθρώπους που ξέρουν να κάνουν λάθη! Είναι άνθρωποι που τίποτα δεν τους χαρίστηκε εύκολα κι ότι κέρδισαν, το κέρδισαν παλεύοντας με νύχια και με δόντια, πληρώνοντας ακριβά τα διόδια της ζωής τους.

Θα χαμογελάς, γιατί εσύ ξέρεις πως δεν έχουν τίποτα δήθεν οι άνθρωποι αυτοί. Θα χαμογελάς, γιατί εσύ ξέρεις πως οι άνθρωποι αυτοί κάνουν εύκολα εχθρούς γιατί την αλήθεια τους, της σερβίρουν ατόφια! Και ελαττώματα έχουν αυτοί οι άνθρωποι σωρό! Όμως ξέρουν να ζητάνε συγγνώμη στο λάθος τους. Ξέρουν να κοιτούν με μπέσα και ντόμπρα. Ξέρουν να είναι άνθρωποι, ανθρωπένιοι!

Αληθινοί, τρωτοί, σημαδεμένοι, ατόφιοι! Χωρίς φωτοστέφανα και βάθρα αγιοσύνης...

Και ποτέ μα ποτέ, δεν είναι περαστικοί..