Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

Ο Αριστοτέλης, η ηθική αρετή και η ανεπάρκεια της θεωρίας

Ο Αριστοτέλης ολοκληρώνοντας το δέκατο (και τελευταίο) βιβλίο από τα «Ηθικά Νικομάχεια» καταλήγει στη διερεύνηση: «Μάλλον πρέπει να θεωρήσουμε σωστό αυτό που λέγεται, ότι στην περιοχή των πράξεων το πραγματικό τέλος δεν είναι η λεπτομερής θεωρητική ανάλυση και γνώση, αλλά πολύ περισσότερο η πραγματοποίησή τους – άρα και για την αρετή δεν είναι αρκετό το να ξέρουμε τι είναι, αλλά πρέπει να προσπαθούμε να την αποκτήσουμε και να την ασκούμε, ή, τελοσπάντων, να χρησιμοποιούμε όποιον άλλο τρόπο υπάρχει προκειμένου να γίνουμε ενάρετοι άνθρωποι» (1179b 9, 1-5).

Με άλλα λόγια, η θεωρία των φιλοσοφικών αναζητήσεων είναι οπωσδήποτε ωφέλιμη προκειμένου να γίνει κατανοητή η γνώση και η αξία της αρετής, αλλά σαφώς δεν αποτελεί εγγύηση και για την απόκτησή της: «Αν λοιπόν οι θεωρητικοί λόγοι ήταν από μόνοι τους αρκετοί για να κάνουν ενάρετους ανθρώπους, δικαιολογημένα θα κέρδιζαν πολλές και μεγάλες αμοιβές, και οι άνθρωποι θα έπρεπε οπωσδήποτε να τους εξασφαλίζουν. Η αλήθεια όμως είναι ότι οι λόγοι αυτοί μπορεί να έχουν τη δύναμη να προτρέψουν και να παρακινήσουν νέους ανθρώπους που έχουν ελευθέριο πνεύμα· μπορεί να έχουν τη δύναμη να κάνουν έναν ευγενή χαρακτήρα που είναι αληθινά ερωτευμένος με την ομορφιά να αλωθεί από την αρετή, είναι, πάντως φανερό ότι δεν έχουν τη δύναμη να προτρέψουν στην ομορφιά και στην αρετή τα μεγάλα πλήθη των ανθρώπων» (1179b 9, 5-13).

Κι εδώ επέρχεται ο ρόλος του νόμου: «γιατί οι άνθρωποι αυτοί» (εννοείται το μεγάλο πλήθος των ανθρώπων) «είναι καμωμένοι από τη φύση να υποτάσσονται όχι στην αιδώ και στην τιμή, αλλά στο φόβο, και να μένουν μακριά από τα τιποτένια πράγματα όχι γιατί αυτά φέρνουν ντροπή, αλλά γιατί επισύρουν τιμωρίες· ζώντας κατά τις επιταγές του πάθους κυνηγούν τις ηδονές που ταιριάζουν στη φύση τους και τα μέσα με τα οποία θα τις εξασφαλίσουν, και αποφεύγουν τις αντίθετες λύπες· δεν έχουν ιδέα τι είναι το ωραίο και τι το αληθινά ευχάριστο, μια και αυτά δεν τα γεύτηκαν ποτέ. Τέτοιας λογής λοιπόν ανθρώπους ποιοι θεωρητικοί λόγοι θα μπορούσαν να τους αλλάξουν και να τους διορθώσουν;» (1179b 9, 13-20).

Ο νόμος παρουσιάζεται ως το απαραίτητο συμπλήρωμα της ηθικής διδασκαλίας κι απευθύνεται πρωτίστως στους ανθρώπους που δεν την κατέχουν. Το δεδομένο της συνύπαρξης, που είναι αδύνατη χωρίς κανόνες, επιβάλλει την τήρηση της αρετής είτε οι πολίτες αισθάνονται την ανάγκη της είτε όχι. Όποιος δεν το αντιλαμβάνεται αυτό ως εσωτερική πληρότητα που θα τον οδηγήσει στην ευτυχία, θα αναγκαστεί να το εφαρμόσει από φόβο προς τις ποινές.

Θα έλεγε κανείς ότι μια πόλη που αποτελείται από πολίτες, οι οποίοι κατέχουν την ηθική αρετή κι αντλούν χαρά από την πραγμάτωσή της δε θα χρειαζότανε και νόμους. Η ποιότητα των ανθρώπων θα τους καθιστούσε περιττούς. Κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατο. Τα μεγάλα πλήθη των ανθρώπων είναι από τη φύση τους υποταγμένα στις κατώτερες ηδονές που απαξιώνουν το πραγματικά ωραίο. Ο νόμος οφείλει να τα συγκρατήσει. Από αυτή την άποψη, η ύπαρξη των νόμων και η πρόβλεψη των ποινών για τα παραπτώματα που θα υπονομεύσουν τη συνύπαρξη είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της άγνοιας των περισσοτέρων σε σχέση με την ανείπωτη (θεϊκή) υπόσταση της ευτυχίας που έρχεται μέσα από την πραγμάτωση της αρετής και τη μακαριότητα των πνευματικών ενασχολήσεων.

Η αντίληψη ότι οι πολλοί καθηλώνονται στις τιποτένιες πράξεις αδυνατώντας να συλλάβουν το μεγαλείο της ανθρώπινης ολοκλήρωσης λόγω της φύσης τους, που προφανώς είναι κατώτερη, δεν αποτελεί έκπληξη. Ο Αριστοτέλης αποδέχεται τη φύση ως καθοριστικό παράγοντα της διαμόρφωσης του ανθρώπου. Αυτός είναι ο λόγος που στα «Πολιτικά» υποστηρίζει ότι οι δούλοι είναι από τη φύση τους πλασμένοι έτσι. Γι’ αυτό και η άποψη ότι οι θεωρητικοί λόγοι της ηθικής φιλοσοφίας αφορούν τους «νέους ανθρώπους που έχουν ελευθέριο πνεύμα» (1179b 9, 8-9).

Όμως, δεν είναι μόνο η φύση που καθορίζει τον άνθρωπο: «Αυτό που μας κάνει να γίνουμε ενάρετοι άνθρωποι κάποιοι νομίζουν ότι είναι η φύση, κάποιοι άλλοι ότι είναι ο εθισμός και κάποιοι τρίτοι ότι είναι η διδαχή. Το στοιχείο “φύση” είναι φανερό ότι είναι κάτι που δεν εξαρτάται από μας, αλλά υπάρχει στους αληθινά ευνοημένους από την τύχη ανθρώπους. Ο θεωρητικός, πάλι, διδακτικός λόγος φοβούμαι ότι δεν έχει τη δύναμη να επιδρά σε όλους, αλλά ότι η ψυχή του “μαθητή” πρέπει πρώτα να καλλιεργηθεί μέσω του εθισμού ώστε να αισθάνεται τη χαρά και τη λύπη με τον τρόπο που πρέπει – ακριβώς όπως το χωράφι που θα θρέψει το σπόρο. Γιατί δεν πρόκειται, θαρρώ, να ακούσει τον αποτρεπτικό λόγο, ούτε και να τον καταλάβει, ο άνθρωπος που ζει κατά τις επιταγές του πάθους. Τον άνθρωπο που βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση πώς να τον πείσεις να αλλάξει;» (1179b 9, 25-34).

Το ότι η φύση δεν εξαρτάται από τον άνθρωπο δε σημαίνει και την απαλλαγή των ευθυνών του, αν παραβαίνει τους κανόνες της αρετής και (πολύ περισσότερο) του νόμου. Έχει ήδη ξεκαθαριστεί (από το πρώτο βιβλίο) ότι η αρετή δεν είναι έμφυτη αλλά σύμφυτη, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να την αποκτήσει με τον εθισμό και τη σωστή παιδεία. Οι αληθινά ευνοούμενοι από τη φύση είναι εκείνοι που μπορούν να απολαύσουν τις πνευματικές ηδονές και να φτάσουν στο (αξεπέραστο) ύψος της μακαριότητας, που πηγάζει από την πνευματικότητα που συνδυάζεται με την ηθική αρετή. Οι υπόλοιποι οφείλουν να γνωρίζουν τις επιταγές του νόμου και να τις ακολουθούν, αφού αλλιώς θα βρεθούν υπόλογοι αντιμετωπίζοντας ποινές.

Αυτός είναι και ο λόγος που στη διαμόρφωση του ανθρώπου (πέρα από τη φύση) προστίθενται ο εθισμός και η διδασκαλία. Από αυτά όμως, ο εθισμός φαίνεται ότι έχει τον πρώτο λόγο. Οι συνήθειες που αποκτά κανείς από την πιο παιδική ηλικία είναι το θεμέλιο της προσωπικότητάς του και λειτουργεί τόσο καθοριστικά που τείνει στο αξεπέραστο. Η διδασκαλία εμφανίζεται απολύτως εξαρτημένη από την ποιότητα του εθισμού, ή, για να ειπωθεί διαφορετικά, χωρίς την προϋπόθεση του ποιοτικού εθισμού η διδασκαλία ματαιώνεται.

Εκείνος που έχει συνηθίσει να απολαμβάνει τις ευτελείς πράξεις είναι δύσκολο (έως αδύνατο) να αλλάξει προσανατολισμό. Αυτό που μένει είναι η επιβολή του νόμου, ώστε να μην προβαίνει σε άδικες πράξεις. Η ευτέλεια των επιλογών του πρέπει να περιοριστεί στη διαμόρφωση της προσωπικής του ευτυχίας – που επίσης είναι καταδικασμένη στο ευτελές. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εμποδίζει την ευτυχία των άλλων. Ο νόμος λειτουργεί περισσότερο ως διαπαιδαγώγηση που αφορά τη συμβίωση κι όχι την αναζήτηση της βαθύτερης ευτυχίας. Αυτό είναι θέμα προσωπικό και (προφανώς) αφορά τις καλύτερες φύσεις.

Από την άλλη, ο εθισμός παρουσιάζεται αλληλένδετος με το νόμο, αφού (εν τέλει) ο νόμος θα επιφέρει τον εθισμό: «… είναι δύσκολο να πάρει κανείς από τα πρώτα νεανικά του χρόνια σωστή αγωγή προς την κατεύθυνση της αρετής, αν δεν ανατραφεί κάτω από ανάλογους νόμους· γιατί για τους περισσότερους ανθρώπους, ιδίως όταν είναι νέοι, δεν είναι ευχάριστο να ζουν τη ζωή τους με σωφροσύνη και καρτερία. Γι’ αυτό και πρέπει να ορίζονται με νόμους η ανατροφή και οι ασχολίες των νέων: στην πραγματικότητα, τα πράγματα αυτά δε θα τους είναι πια δυσάρεστα, όταν θα τους έχουν γίνει μια καθημερινή συνήθεια. Όμως δεν είναι ασφαλώς αρκετό να έχουν μια σωστή ανατροφή και φροντίδα μόνο όταν είναι νέοι· τα πράγματα αυτά πρέπει να τα κάνουν –και να αποκτούν τις σχετικές συνήθειες– και όταν ανδρωθούν· χρειαζόμαστε γι’ αυτό νόμους και γι’ αυτά, και γενικά για ολόκληρη τη ζωή» (1179b 9, 37-41 και 1180a 9, 1-5).

Η παρουσία του νόμου δρα καταλυτικά στη διαμόρφωση των πολιτών σύμφωνα με τους κανόνες της αρετής. Η αποδοχή του νόμου ισοδυναμεί με εξασφάλιση της συνύπαρξης, αφού συνύπαρξη χωρίς κανόνες είναι αδύνατο να επιτευχθεί. Γι’ αυτό ο νόμος πρέπει να επιδρά στην προσωπικότητα από την πιο μικρή ηλικία και μάλιστα με τρόπο καθοριστικό κι αμετάκλητο. Γιατί διαφορετικά κινδυνεύει η αρμονία της πόλης.

Το δεδομένο ότι οι καλύτερες φύσεις είναι λίγες κι ότι η συντριπτική πλειοψηφία αδυνατεί να κατανοήσει τις διδασκαλίες της ηθικής φιλοσοφίας προκειμένου να φτάσει στην ύψιστη ευτυχία καθιστά την παρουσία του νόμου ακόμη πιο επιτακτική, αφού πρέπει να δράσει αποτρεπτικά για τους περισσότερους. Η απειλή της ποινής παρουσιάζεται ως θεμέλιο της συνοχής, καθώς το πλήθος των ανθρώπων είναι αδύνατο να κατανοήσει τα αυτονόητα: «Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι υποτάσσονται πιο πολύ στην πίεση και στον εξαναγκασμό παρά στο λόγο, πιο πολύ στις τιμωρίες παρά στο ωραίο και το καλό» (1180a 9, 5-6).

Κι όχι μόνο αυτό: «πρέπει να ορίζουν ποινές και τιμωρίες για τους ανυπάκουους και για τους κατώτερης φύσης ανθρώπους· γι’ αυτούς, τέλος, που δε διορθώνονται με τίποτε πρέπει να προβλέπουν παντοτινή εξορία» (1180a 9, 9-12).

Για να συμπληρώσει: «… ο σωστός και ενάρετος άνθρωπος, αυτός που ζει προσηλωμένος στο ωραίο και στο καλό, θα πειθαρχήσει στο λόγο, ενώ το κατώτερης ποιότητας άτομο, αυτός που κυνηγάει μόνο την ηδονή, διορθώνεται με τιμωρία που προκαλεί λύπη – όπως ακριβώς τα υποζύγια» (1180a 9, 12-14).

Η εμμονή του Αριστοτέλη στο νόμο που λειτουργεί εκφοβιστικά και ο υποτιμητικός τρόπος που παρουσιάζονται οι περισσότεροι ως ανίκανοι να καταλάβουν το βάθος της ηθικής αρετής φαίνεται να υπονομεύει τις αρχές της ελευθερίας, αφού δίνεται η εντύπωση ότι, αν οι άνθρωποι αφεθούν (πλήρως) ελεύθεροι, θα καταπατήσουν κάθε έννοια αρετής καθοδηγούμενοι από το ζωώδες των κατώτερων ηδονών. Όμως, μια τέτοια συμπεριφορά θα λειτουργούσε διασπαστικά για την πόλη, καθώς υπό αυτές τις συνθήκες δε νοείται συνύπαρξη.

Μια τέτοια προοπτική έρχεται σε αντίθεση με την πάγια θέση του Αριστοτέλη ότι η πόλη ήρθε εκ φύσεως, αφού ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως δέσμιος των αντιφατικών επιταγών της φύσης, που από τη μια τον κάνει κατώτερο των ηθικών αρετών κι από την άλλη του επιβάλλει την υιοθέτησή τους προκειμένου να συνυπάρξει. Αν οι περισσότεροι κρίνονται ανάξιοι της αρετής και χρειάζονται την απειλή του νόμου για να υποταχθούν, τότε και η πόλη παρουσιάζεται σαν κάτι επίπλαστο, κάτι που αντιβαίνει τις ανθρώπινες ορμές που πρέπει να καταπιεστούν για την επίτευξή της. Από αυτή την άποψη, ο νόμος δε λειτουργεί απελευθερωτικά, αλλά μάλλον υποδουλώνει στο όνομα ενός υψηλότερου στόχου, ο οποίος τίθεται ως κάτι απαρέγκλιτο.

Θα έλεγε κανείς ότι περισσότερο δικαιώνονται οι σοφιστές που υποστήριζαν ότι η πόλη γεννήθηκε από ανάγκη (αλλιώς ο άνθρωπος θα κατασπαρασσόταν από τα θηρία) και λειτουργεί σε αντίθεση με την ανθρώπινη φύση, η οποία πρέπει να υποταχθεί στους νόμους παρά τη θέλησή της – άποψη την οποία ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» αντιπαρήλθε υποστηρίζοντας την εκ φύσεως δημιουργία της πόλης. Η υποτίμηση των πολλών ως κάτι ανάξιο προς την ηθική αρετή παραπέμπει σ’ ένα δεσποτικό κράτος που οφείλει διαρκώς να τους εκφοβίζει.

Η εικόνα του πλήθους που δίνεται στα «Πολιτικά» ως ανώτατης αρχής της πόλης, η οποία είναι σε θέση να πάρει τις καλύτερες αποφάσεις ξεπερνώντας ακόμη και τους άριστους (άριστες φύσεις), δεν έχει καμία σχέση με την εικόνα που δίνεται στο σημείο αυτό. Η αρχή της πλειοψηφίας που τέθηκε αδιαπραγμάτευτα στα «Πολιτικά» φαίνεται να υπονομεύεται δίνοντας χώρο σε μια απολυταρχική αντίληψη που επιβάλλει τον νομοθέτη-φόβητρο, όπως αρμόζει σε ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Ως πρότυπο ο Αριστοτέλης παρουσιάζει την ολιγαρχική Σπάρτη: «Φαίνεται, ωστόσο, ότι μόνο στην πόλη των Λακεδαιμονίων και σε κάτι λίγες ακόμη πόλεις ο νομοθέτης έλαβε πρόνοια για τα θέματα της ανατροφής και των ασχολιών των ανθρώπων· στις περισσότερες πόλεις τα θέματα αυτά είναι τελείως παραμελημένα, και ο καθένας ζει όπως του αρέσει» (1180a 9, 29-33).

Το ότι «ο καθένας ζει όπως του αρέσει» φαίνεται να τον ενοχλεί. Κι όχι μόνο αυτό: «Το καλύτερο λοιπόν είναι να υπάρχει μια δημόσια και ορθολογική για τα θέματα αυτά φροντίδα· αφού όμως η δημόσια φροντίδα έχει τελείως παραμεληθεί, θα φαινόταν σωστό να βοηθήσει ξεχωριστά ο καθένας τα παιδιά του και τους φίλους του να αποκτήσουν την αρετή: να έχει τη δύναμη, ή τουλάχιστο τη θέληση, να το κάνει. Από όσα όμως έχουμε πει προηγουμένως φαίνεται ότι αυτό θα μπορούσε να το κάνει, αν αποκτούσε τη γνώση και την ικανότητα να νομοθετεί» (1180a 9, 34-40).

Το γεγονός ότι ο γονιός πρέπει να είναι νομοθέτης για τα παιδιά του (ο Αριστοτέλης θεωρεί αυτονόητο ότι αυτή είναι δουλειά του πατέρα), θέτοντας τα όρια της ορθής συμπεριφοράς, αποτελεί και σημερινή πεποίθηση. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι το παιδί χρειάζεται κανόνες για να κατευθυνθεί προς την αρετή. Το ζήτημα είναι ότι για τον Αριστοτέλη ο νομοθέτης πρέπει να είναι άνθρωπος με μεγάλη εμπειρία, αφού αλλιώς δε θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στο έργο του. Όπως ο γιατρός πρέπει να είναι κάποιος ειδικός με βαθειά πείρα στις ασθένειες, έτσι και ο νομοθέτης πρέπει να προέρχεται από το χώρο της πολιτικής, ώστε να γνωρίζει καλά τις ανάγκες της πόλης και τον τρόπο που θα καλυφθούν.

Η προτροπή κάθε γονιού να γίνει νομοθέτης σε συνδυασμό με την απαξιωτική εικόνα του μέσου ανθρώπου, ο οποίος θέλει φόβο για να πειθαρχήσει, καθιστά σαφές ότι εδώ δεν πρόκειται για προτροπή προς τους γονείς, αλλά για καταγγελία της κρατικής ανεπάρκειας, που δε θεσπίζει συγκεκριμένους νόμους για την ανατροφή των παιδιών (όπως στη Σπάρτη) αφήνοντας ελεύθερο κάθε ανάξιο να παριστάνει το νομοθέτη για το παιδί του. Οι γονείς κρίνονται προφανώς ακατάλληλοι να ορίσουν τις αξίες που πρέπει να δώσουν στα παιδιά τους, καθιστώντας απαραίτητη την κρατική παρέμβαση.

Η αριστοτελική αντίληψη της υπευθυνότητας και του κύρους των πολιτών, που τους καθιστά ικανούς κριτές των δραματικών αγώνων χωρίς τη βοήθεια των ειδικών επαϊόντων (άποψη που εξόργιζε τον Πλάτωνα), όπως χαράζεται στα «Πολιτικά», φαίνεται να υπονομεύεται πλήρως παρουσιάζοντας ανθρώπους που δεν είναι ικανοί ούτε να αναθρέψουν τα παιδιά τους. Η αντιφατικότητα αυτή έχει επιφέρει και τη διχογνωμία των μελετητών, καθώς άλλοι τον παρουσιάζουν με δημοκρατικές κι άλλοι με ολιγαρχικές αντιλήψεις. Για πολλούς η παρέμβαση του νομοθέτη στο πώς θα αναθρέψει κανείς τα παιδιά του δεν μπορεί παρά να σηματοδοτεί το ανελεύθερο.

Το βέβαιο είναι ότι ο Αριστοτέλης έχει προτείνει και στα «Πολιτικά» τη Σπάρτη ως παράδειγμα προς μίμηση σε σχέση με την οργάνωση και το δημόσιο–ενιαίο χαρακτήρα της παιδείας. Από τη στιγμή που η παιδεία τίθεται ως κύριος μηχανισμός στη διάπλαση των νέων δεν μπορεί παρά να είναι θέμα πολιτικό, δηλαδή να άπτεται νομοθετικής ρύθμισης για τη λειτουργία της απευθυνόμενη σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες – άποψη που εν πολλοίς κυριαρχεί και σήμερα.

Ο Αριστοτέλης είχε προτείνει το εκπαιδευτικό σύστημα της Σπάρτης όχι για το στρατοκρατικό χαρακτήρα του, αλλά για τον τρόπο που λειτουργούσε. Η πρότασή του στους Αθηναίους δεν αφορούσε την προτροπή προς τις στρατιωτικές ασχολίες, αλλά τη λογική της καθιέρωσης ενός εκπαιδευτικού συστήματος που θα είναι ίδιο για όλους και που (φυσικά) το περιεχόμενό του θα διαμορφωνόταν από εκείνα τα μαθήματα που θα έκριναν οι Αθηναίοι ως κατάλληλα για τα παιδιά τους. Εξάλλου, η εμμονή προς τη στρατιωτική εκπαίδευση (όπως και κάθε εμμονή) δε θα μπορούσε να βρει σύμφωνο το μεγάλο δάσκαλο της μεσότητας.

Το ενιαίο της εκπαίδευσης σηματοδοτεί το πλαίσιο της λειτουργίας της πόλης ως συνθήκη συμβιωτική, η οποία οριοθετείται από τα κοινά ιδανικά που θα διαπλάσουν τους νέους. Η ίδια οπτική φαίνεται να επαναλαμβάνεται και στο ζήτημα της ανατροφής των παιδιών, αφού η ανατροφή και η διαπαιδαγώγηση είναι έννοιες σχεδόν αξεδιάλυτα συνυφασμένες. Η παρέμβαση του νομοθέτη, με τη σημασία του πεπειραμένου ειδικού, δεν αφορά το ανελεύθερο του γονιού να μεγαλώσει το παιδί του, αλλά την ύψιστη σημασία της ανατροφής που παίρνει πολιτικές διαστάσεις.

Αν μεταφέρουμε το πλαίσιο της ανατροφής στα σύγχρονα δεδομένα, είναι αδύνατο να παραβλεφθεί η τεράστια σημασία που δίνεται στο θέμα (απολύτως δικαιολογημένα) με την ολοένα μεγαλύτερη επίδραση των ειδικών (παιδαγωγών, παιδοψυχολόγων κλπ) για τη σωστή προσέγγιση του παιδιού. Οι γονείς καταφεύγουν σε ειδικούς όλο και περισσότερο, προκειμένου να ανταποκριθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο ρόλο τους. Υπάρχουν συμβουλευτικές παιδαγωγικού περιεχομένου που αφορούν ακόμη και την περίοδο της εγκυμοσύνης. Από αυτή την άποψη, η παρέμβαση των πεπειραμένων ειδικών γίνεται όλο κι εντονότερη και είναι σαφές ότι στο μέλλον θα γίνει ακόμη πιο καθοριστική.

Ο Αριστοτέλης μην μπορώντας να αποδώσει τις σύγχρονες διαστάσεις στο ζήτημα (μια τέτοια απαίτηση θα ήταν απολύτως παράλογη) αντιλαμβάνεται τη σημασία του ειδικού και προτείνει το νομοθέτη, καθώς δε γνωρίζει κάποιον άλλο που θα μπορούσε να του αποδοθεί ο ρόλος. Με άλλα λόγια, αφού το ζήτημα κρίνεται υψίστης σημασίας κι αφού δεν υπάρχει κάποια επιστήμη για να το αναλάβει, η παρέμβαση της πολιτείας κρίνεται ως καταλληλότερη.

Από αυτή την άποψη, ο νόμος δεν έχει να κάνει με το ανελεύθερο της επιβολής για το πώς θα μεγαλώσει κανείς τα παιδιά του (αν και εν τέλει αυτό συμβαίνει), αλλά με την έλλειψη πρότασης για κάτι καλύτερο. Όσο καταπιέζεται ο γονιός από τον ειδικό που θα τον συμβουλέψει για τα παιδιά του, με τον ίδιο τρόπο γίνεται αντιληπτή και η καταπίεση του νομοθέτη για το ίδιο θέμα.

Η ουσιώδης διαφορά της επιλογής (ο νόμος δεν αφήνει περιθώρια επιλογής, ενώ σήμερα απευθύνεται κάποιος στον ειδικό αν θέλει) έχει να κάνει και με την ουσιώδη αλλαγή των καιρών, καθώς σήμερα η ενημέρωση που υπάρχει κάνει το γονιό όλο και περισσότερο δεκτικό στο να αποταθεί στον ειδικό για το καλό του παιδιού του. Η εξέλιξη καθιστά με σαφήνεια την αναγκαιότητα πραγμάτων που στο παρελθόν ήταν άγνωστα. Η επιλογή σχετίζεται άμεσα με τις επιταγές των καιρών, αφού επιλέγει κανείς με τη θέλησή του σύμφωνα με τις δυνατότητες που του δίνει το περιβάλλον του.

Κι αυτή είναι η έννοια της προόδου: η ποιοτική αναβάθμιση της ζωής των πολιτών που θα τους κάνει να επιλέγουν το καλύτερο καθιστώντας την παρέμβαση του νομοθέτη περιττή. Εξάλλου, και σήμερα, αν υπάρξουν γονείς που αποδεδειγμένα έχουν κριθεί ακατάλληλοι για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, ο νομοθέτης παρεμβαίνει και τους τα παίρνει αναθέτοντας την ανατροφή τους στο κράτος.

Κι εδώ, βέβαια, δεν υποδεικνύεται ότι οι Αθηναίοι ήταν ανάξιοι να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, αλλά ότι ακόμη και σήμερα η παρέμβαση του νομοθέτη σε θέματα ανατροφής παιδιών δε θεωρείται κάτι κατακριτέο. Το ότι δεν είναι τόσο έντονη, όσο την επιζητά ο Αριστοτέλης, δεν έχει να κάνει με το ανελεύθερο της ασύδοτης κρατικής παρέμβασης, αλλά με την απόσταση των εποχών. Προφανώς, αν ο Αριστοτέλης ζούσε σήμερα, δε θα επικαλούταν το νομοθέτη για την ανατροφή των παιδιών, αλλά τη βοήθεια των ειδικών επιστημόνων. Η εξαγωγή συμπερασμάτων και η απόδοση χαρακτηρισμών (απολυταρχικός, ολοκληρωτικός κλπ) χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η χαοτική χρονική απόσταση που δρα και σκέφτεται ο Αριστοτέλης αποτελεί αναχρονισμό και προχειρότητα.

Όσο για το ζήτημα της απαξίωσης των πολιτών που παρουσιάζονται ως κατώτεροι των περιστάσεων και χρειάζονται τον εκφοβισμό του νόμου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Αριστοτέλης ζει στην Αθήνα της παρακμής, του πολιτικού καιροσκοπισμού, του λαϊκισμού και της ασυδοσίας. Αυτός είναι και ο λόγος που (και) στα «Πολιτικά» κατατάσσει τη δημοκρατία στα στρεβλά πολιτεύματα.

Η απογοήτευσή του δεν είναι αδικαιολόγητη. Μπροστά σε τέτοιες περιστάσεις το πρόταγμα του νόμου είναι λογικό να τεθεί με τον πιο έντονο τρόπο. Ο υπερβολικός κι άκομψος τρόπος που τον επικαλείται δεν αφορά την προτροπή προς ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, αλλά τη σφοδρότητα της αναγγελίας του αδιεξόδου. Μην ξεχνάμε ότι και η δημοκρατία χρειάζεται νόμους. Και η δημοκρατία προβλέπει ποινές. Και η δημοκρατία επιδιώκει τη διατήρηση της τάξης.

Και σ’ αυτό αποβλέπει ο Αριστοτέλης, όταν υψώνει τους τόνους. Μια διαφορετική εκδοχή θα τον έφερνε σε τέτοια αντίθεση με τις απόψεις του στα «Πολιτικά», που θα τον καθιστούσε ακατανόητο. Εξάλλου, η εκδοχή της πλήρους υποτίμησης των πολιτών, ώστε να πρέπει να καταπιεστούν προκειμένου να μη διαλυθεί η πόλη, είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με την ανυποχώρητη θέση του ότι η πόλη είναι από τη φύση. Είναι παράλογο να ερμηνεύεται ο Αριστοτέλης σαν να επρόκειτο να δικαιώσει τους σοφιστές. Είναι παράλογο να αποδίδεται ο χαρακτηρισμός του απολυταρχικού στο φιλόσοφο που δίδαξε το μέτρο. Γιατί η απολυταρχία είναι η υπερβολή που οδηγεί στο ανελεύθερο, όπως και η ασυδοσία της δημοκρατίας την οποία βιώνει είναι εξίσου υπερβολή (τυραννία του όχλου) που οδηγεί επίσης στο ανελεύθερο, όπως έχει καταδείξει με σαφήνεια στα «Πολιτικά».

Την αναζήτηση του μέτρου επιδιώκει για άλλη μια φορά ο Αριστοτέλης κι αυτήν επικαλείται, όταν θέλει το νόμο αυστηρό, προκειμένου να φέρει τις ισορροπίες στο ασύδοτο που βλέπει. Η αστοχία κάποιων εκφράσεων ή το ότι ενδεχομένως παρασύρθηκε από τη ροή του ίδιου του λόγου (ή των συναισθημάτων του) σε ένα έργο που έτσι κι αλλιώς δεν αποτελεί ολοκληρωμένη-επιμελημένη προσπάθεια, ώστε να εκδοθεί, αλλά αφορά τις προσωπικές του σημειώσεις (συνθήκες που καθιστούν κάποιον λιγότερο προσεκτικό) είναι φανερό ότι δεν πρέπει να οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα υπονομεύοντας την κατεύθυνση της πολιτικής του σκέψης, που (έτσι κι αλλιώς) είναι ξεκάθαρη. Είναι σαν να βλέπει κανείς το δέντρο και να χάνει το δάσος…
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

Φρίντριχ Νίτσε: Η κωμωδία των επιφανών ανδρών

Οι επιφανείς άνδρες που χρειάζονται τη διασημότητά τους -και αυτό γίνεται σε όλους τους πολιτικούς- δεν διαλέγουν πια ποτέ ανυστερόβουλα τους συνεργάτες τους και τους φίλους τους.

Από τον έναν φίλο ζητούν λίγη από την λάμψη του, και από την αντανάκλαση της αρετής του.

Από τον άλλον, γυρεύουν τον φόβο που μπορούν να προξενήσουν μερικές ανησυχαστικές ιδιότητές του, που τις γνωρίζουν πολλοί άνθρωποι.

Από κάποιον άλλο, οι επιφανείς, οι διάσημοι αυτοί άνδρες, προσπαθούν να κλέψουν τη ραθυμία του, γιατί τους είναι χρήσιμη για τους σκοπούς που έχουν, να θεωρηθούν για λίγο καιρό απρόσεκτοι και ράθυμοι. Ναι! Μην σας φαίνεται παράξενο. Με τον τρόπο αυτό (της ραθυμίας), κρύβουν το γεγονός ότι βρίσκονται σε επιφυλακή.

Άλλοτε πάλι, χρειάζονται πλησίον τους τον ιδιότροπο, τον ερευνητή, τον σχολαστικό, σαν να είναι το ΕΓΩ ΤΟΥΣ της στιγμής. Μπορεί όμως και να μην τους χρειαστούν την επομένη στιγμή. Έτσι τα περίχωρα τους και οι προσόψεις τους φθίνουν συνεχώς, ενώ όλα φαίνονται σαν να θέλουν να στριμωχτούν σ’ αυτό το προάστιο και να του δώσουν «χαρακτήρα». Σ’ αυτό, ομοιάζουν με τις μεγάλες πόλεις.

Η φήμη τους μεταμορφώνεται συνεχώς, όπως και ο χαρακτήρας τους, γιατί τα ασταθή μέσα τους αποκτούν την αλλαγή αυτή και σπρώχνουν στο πρώτο επίπεδο, για να φαίνεται καλά, πότε τη μια και πότε την άλλη από τις πραγματικές ή επίπλαστες ιδιότητές τους. Όπως λέγαμε, λοιπόν, οι φίλοι τους και οι συνεργάτες τους, αποτελούν ένα μέρος απ’ τις θεατρικές αυτές ιδιότητες.

Ενώ, αντίθετα, πρέπει, αυτό που θέλουν, να μένει ακόμα πιο σταθερό… Ένας λαμπρός χαλκός… Κι αυτό, πολλές φορές, απαιτεί τις σκηνοθεσίες του και την κωμωδία του.

Φρίντριχ Νίτσε, Η θεωρία του σκοπού της ζωής

Γιατί προτιμάμε να πληγωνόμαστε από το να αλλάζουμε;

Από παιδιά βιώνουμε διάφορες καταστάσεις οι οποίες παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μας και της προσωπικότητάς μας. Αυτά τα βιώματα αποτελούν τις αναπαραστάσεις μας οι οποίες επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή μας.

Αυτές οι αναπαραστάσεις όπως είναι λογικό είναι πολύ οικείες για εμάς και έχουμε την τάση να τις αναπαράγουμε. Αναπαράγουμε λοιπόν ό,τι είναι οικείο σ’ εμάς και όχι ό,τι είναι ευχάριστο. Αυτό συμβαίνει γιατί πιστεύουμε ότι μπορούμε να ελέγξουμε πιο εύκολα το οικείο.

Πολλές φορές, έχουμε νιώσει το οικείο να μην είναι ευχάριστο αλλά ίσα ίσα να είναι απειλητικό και να μας προκαλεί προβλήματα. Έχεις αναρωτηθεί ποτέ γιατί μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο; Ο νους μας προτιμάει να αναπαραγάγει το γνωστό από το άγνωστο. Ο φόβος για το άγνωστο είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση μας.

Αλλά πρέπει να αναλογιστούμε ότι δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος χωρίς ρίσκο. Όταν λέμε ότι κάποιος φοβάται το άγνωστο είναι σαν να λέμε ότι φοβόμαστε το αύριο, το επόμενο δευτερόλεπτο. Στην ουσία όμως η αιτία του φόβου μας είναι ο φόβος του θανάτου.

Κάτι τέτοιο όμως είναι παράλογο γιατί ο θάνατος είναι αναπόφευκτος για όλους μας. Το άγνωστο δεν μπορούμε να το αποφύγουμε καθώς δεν το γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να ελέγξουμε το επόμενο δευτερόλεπτο. Άρα ο φόβος για το άγνωστο πέρα από τον φόβο του θανάτου, αφορά και το φόβο για τη μελλοντική ζωή.

Αλλά τι γίνεται όταν πρέπει να πάρουμε μια απόφαση να μείνουμε ή να φύγουμε από μία γνωστή κατάσταση; Αυτό που θα πρέπει να κάνουμε είναι να αποκτήσουμε την γνώση του παράλογου φόβου μας. Δηλαδή να καταλάβουμε τι ακριβώς είναι αυτό που φοβόμαστε.

Στη συνέχεια, θα πρέπει να επιστρατεύσουμε τον ορθολογισμό μας. Χρησιμοποιώντας την λογική και την κριτική σκέψη, μπορούμε να κάνουμε έναν απολογισμό της κατάστασης και να δούμε αν πράγματι πρέπει να μείνουμε ή φύγουμε. Η απόφαση πάντα πρέπει να γίνεται μετά από νοητική επεξεργασία της κατάστασης.

Οι περισσότεροι στο δίλημμα «μένω ή αλλάζω» θα απαντήσουν το πρώτο. Οι άνθρωποι προτιμούν το οικείο και το γνωστό, και είναι δύσκολο να βγουν από τη ζώνη βολής τους. Θα πρέπει να αναλογιστούν πόσο αρνητικά τους επηρεάζει η παραμονή τους σε μια τοξική κατάσταση και να προσπαθήσουν να φύγουν, χέρι χέρι με το άγχος τους. Μπορεί αυτή η διαδικασία να τους φανεί πολύ δύσκολη αλλά στο τέλος θα αποδειχτεί λυτρωτική.

Ο Ρομπέν των Δασών πρέπει να σκεφτεί ποιες αρετές προσπαθεί να προστατέψει μέσω των πράξεών του

ΗΘΙΚΗ ΑΡΕΤΗ. Ο Αριστοτέλης, ο Βούδας και ο Κομφούκιος αποτελούν το “αλφαβητάρι” της ηθικής αρετής, έτσι οι ρίζες της πηγαίνουν πολύ πίσω στο παρελθόν. Και οι τρεις αυτοί σοφοί άνθρωποι κήρυτταν ένα είδος μετριοπάθειας, διδάσκοντας, με ξεχωριστούς τρόπους, ότι η αγαθότητα απλά προέρχεται από την άσκηση των αρετών και την αποφυγή των φαυλοτήτων. Οι αρετές και τα ελαττώματα (όχι πολύ διαφορετικά από τους ιούς) είναι πράγματα που τα αποκτούμε από άλλους και τα μεταδίδουμε σε άλλους.

 Είναι σαν τις καλές και τις κακές συνήθειες.

 Έτσι αν στόχος μας είναι να δούμε καλούς ανθρώπους να ενεργούν σωστά σε μια δίκαιη κοινωνία, πρέπει να δημιουργήσουμε και να διατηρήσουμε ενάρετα περιβάλλοντα – στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά, στην κυβέρνηση και ούτω καθεξής.

 Αυτοί που ακολουθούν την ηθική αρετή θα υποστήριζαν ότι η κλοπή γενικά είναι λάθος, αλλά επίσης θα παραδέχονταν ότι οι άνθρωποι όντως χρειάζονται να φροντίζουν τους εαυτούς τους.

 Εάν μια κυβέρνηση καταχράται την εξουσία της κλέβοντας την τροφή των πολιτών, υπερφορολογώντας τον πλούτο τους και στερώντας τους τη δικαιοσύνη, ίσως θα είναι αναγκαίο να αποκατασταθούν αυτές οι αδικίες. Ίσως να χρειαστείτε έναν Ρομπέν των Δασών.

 Η ηθική αρετή επικροτεί το να είναι οι άνθρωποι πιο ανεξάρτητοι, και να μη χρειάζονται συνέχεια να κυβερνιούνται από άλλους, πράγμα το οποίο ελαττώνει το ρίσκο να γίνουν θύματα της αναρχίας στο ένα άκρο και του δεσποτισμού στο άλλο.

 Στον καιρό του Ρομπέν των Δασών, οι κοινοί άνθρωποι ήταν στο έλεος των μοναρχών, πολλοί εκ των οποίων ήταν διεφθαρμένοι δεσπότες. Αν ένας πρίγκιπας επέλεγε να γίνει ένας δοξασμένος κλέφτης και συστηματικά καταλήστευε τους υποτελείς του, οι υποτελείς του το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να επιδοθούν σε αντι-κλοπή και οι ίδιοι, απλώς και μόνο για να επιβιώσουν.
Δεν είναι ηθικά αρεστό, αλλά είναι πρακτικά αναγκαίο.

 Έτσι ο Ρομπέν θα μπορούσε να πάρει την έγκριση της ηθικής αρετής, λόγω των ειδικών καταστάσεων. Σε αυτή την περίπτωση, η ηθική αρετή καταδεικνύει το φαύλο σύστημα σαν ένοχο. Ο Ρομπέν θα θεωρούνταν σαν ένα θύμα του ανήθικου περιβάλλοντός του.

 Όπως μια καλή “κατάσταση” είναι η κατάσταση στην οποία κανένας πολίτης δεν θα αναγκαζόταν να καταπατά τους νόμους, έτσι ένα άτομο που αναγκάζεται να γίνει παράνομο λόγω της πολιτικής κατάχρησης δεν πέφτει σε ατόπημα επειδή ζει εκτός νόμου.

 Ακόμη κι ένας παράνομος μπορεί να είναι καλός και σωστός και δίκαιος.

 Το κύριο προτέρημα της ηθικής αρετής είναι η έμφασή της στην εκπαίδευση και στη διαμόρφωση συνηθειών, οδηγών και δρόμων προς την καλή ζωή.

 Βλέπει αισιόδοξα τον άνθρωπο σαν ένα κομμάτι πηλό, το οποίο μπορεί να πλαστεί με πολλούς τρόπους, από την οικογένεια και την κοινωνία, από την κούνια ως τον τάφο. Ακόμη και αν είναι κακοσχηματισμένο, μπορεί να επανασχηματιστεί. Σε αυτό το σύστημα, σχεδόν κανένας δε θεωρείται αδιόρθωτος. Την ίδια στιγμή, το σύστημα αναγνωρίζει ότι διαφορετικά άτομα έχουν και διαφορετικές ικανότητες. Με την ίδια ευκαιρία σε ένα ενάρετο περιβάλλον, οι άνθρωποι θα εκφράσουν την τελειότητα διαφορετικά. Με την ίδια ευκαιρία σε ένα αδιάφορο περιβάλλον, θα εκφράσουν την απάθεια διαφορετικά. Με την ίδια ευκαιρία σε ένα φαύλο περιβάλλον, θα εκφράσουν την φαυλότητα διαφορετικά.

 Οι αδυναμίες της ηθικής αρετής είναι διπλές.

 Στο ένα άκρο, στην Ασία, η κομφουκιανή έμφαση στην οικογένεια, σαν τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινότητας, της κοινωνίας και της πολιτείας, μπορεί να οδηγήσει – και έχει οδηγήσει – στη διαφθορά και τη μεροληψία με τη μορφή της ρουσφετολογίας και συναφών αδυναμιών.

 Στο άλλο άκρο, όπου η μοντέρνα δυτική έμφαση στην ατομική ελευθερία έχει υποβαθμίσει την πυρηνική οικογένεια, και εκεί όπου η πολιτική δύναμη είναι ένα αγαθό που πρέπει να αγοραστεί, δίνεται συνολικά ελάχιστη προσοχή στην αρετή.

 Όταν οι άνθρωποι αφήνονται στην τύχη τους και ποτέ δεν ενθαρρύνονται – ή υποχρεώνονται – να υιοθετήσουν ηθικά συστήματα, συχνά επιλέγουν την φαυλότητα αντί της αρετής.

 Όπως και ο φυσικός κόσμος, έτσι και ο ηθικός κόσμος δεν είναι τέλεια αποδοτικός. Το χάσιμο απόδοσης ή το κέρδος εντροπίας – κίνηση από την τάξη προς το χάος – εμπεριέχεται στον φυσικό κόσμο. Κάθε διαδικασία είναι λιγότερο από 100% αποδοτική.

 Ομοίως είναι ευκολότερο να αποκτήσεις κακές συνήθειες αντί για καλές και είναι δυσκολότερο να απαλλαγείς από τις κακές αντί από τις καλές. Βραχυπρόθεσμα, και από ατομική οπτική γωνία, τα ελαττώματα φαίνεται να είναι πιο ευχάριστα από τις αρετές.

 Αλλά μακροπρόθεσμα, και από μια κοινωνική οπτική γωνία, μια ελαττωματική κοινωνία γίνεται δυσλειτουργική και εχθρική προς την ευημερία των μελών της· ενώ μια ενάρετη παραμένει λειτουργική και ενισχυτική για την ευημερία των μελών της.

 Έτσι ο Ρομπέν πρέπει να σκεφτεί ποιες μακροπρόθεσμες αρετές προσπαθεί να προστατέψει μέσω των βραχυπρόθεσμων πράξεών του.

«Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να πασχίζουν να ακολουθούν αυτό που είναι το σωστό και όχι αυτό που είναι καθιερωμένο». -ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Ο άνθρωπος δεν έχει ατομικό «Εγώ»

Ο άνθρωπος δεν έχει μόνιμο και αμετάβλητο Εγώ. Κάθε σκέψη, κάθε διάθεση, κάθε επιθυμία, κάθε αίσθηση, λέει «εγώ». Και κάθε φορά, φαίνεται να θεωρούμε σαν δεδομένο ότι αυτό το «εγώ» ανήκει στο Σύνολο, σ’ ολόκληρο τον άνθρωπο και ότι μια σκέψη, μια επιθυμία, μια αντιπάθεια, την εκφράζει αυτό το Σύνολο. Στην πραγματικότητα, αυτή η υπόθεση είναι τελείως αβάσιμη. Η κάθε σκέψη και η κάθε επιθυμία του ανθρώπου, εμφανίζεται και ζει τελείως ξεχωριστά και ανεξάρτητα από το Σύνολο. Και το Σύνολο ποτέ δεν εκφράζεται, για τον απλούστατο λόγο ότι, υπό την ιδιότητά του αυτή, έχει μόνο υλική υπόσταση, σαν ένα πράγμα, και υπάρχει αφηρημένα, σαν μία ιδέα. Ο άνθρωπος δεν έχει ατομικό Εγώ. Στη θέση του, υπάρχουν εκατοντάδες και χιλιάδες ξεχωριστά, μικρά εγώ, που τις περισσότερες φορές, δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, που ποτέ δεν έρχονται σε επαφή ή που αντίθετα, είναι εχθρικά μεταξύ τους, αποκλείουν το ένα το άλλο και είναι ασυμβίβαστα. Κάθε λεπτό, κάθε στιγμή, ο άνθρωπος λέει ή σκέφτεται «εγώ». Και κάθε φορά, το εγώ του είναι διαφορετικό. Μόλις τώρα ήταν μία σκέψη, λίγο μετά είναι μια επιθυμία, ύστερα μια αίσθηση, σε λίγο μια άλλη σκέψη, κι αυτό συνεχίζεται χωρίς τελειωμό.

Η αλληλοδιαδοχή των εγώ, η αδιάκοπη και ολοφάνερη προσπάθειά τους για να επικρατήσουν, ρυθμίζεται από τυχαίες εξωτερικές επιδράσεις. Δεν υπάρχει τίποτα μέσα στον άνθρωπο ικανό να ελέγξει αυτή την αλλαγή των «εγώ», κυρίως γιατί ο άνθρωπος δεν την προσέχει, δεν την γνωρίζει. Ζει πάντοτε στο τελευταίο του εγώ.

Και κάθε ξεχωριστό, μικρό «εγώ» είναι σε θέση να ιδιοποιείται το όνομα του Συνόλου, να ενεργεί στο όνομα του Συνόλου, να συμφωνεί ή να διαφωνεί, να δίνει υποσχέσεις, να παίρνει αποφάσεις, που ένα άλλο εγώ ή το Σύνολο θα είναι υποχρεωμένο να εκτελέσει. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι οι άνθρωποι παίρνουν τόσο συχνά αποφάσεις και τις εκτελούν τόσο σπάνια.

Αποτελεί τραγωδία του ανθρώπινου όντος, το ότι οποιοδήποτε ασήμαντο εγώ έχει το δικαίωμα να υπογράφει επιταγές και γραμμάτια, και ο άνθρωπος, δηλαδή το Σύνολο, είναι υποχρεωμένο να τα εξοφλεί. Έτσι, περνάμε ολόκληρη ζωή, εξοφλώντας τα γραμμάτια των μικρών, τυχαίων εγώ.

Η πλάνη της νεομανίας

Πώς θα είναι ο κόσμος σε 50 χρόνια; Πώς θα είναι η καθημερινότητά σας; Τι αντικείμενα θα σας περιβάλλουν; Να πώς φαντάζονταν τη σημερινή μας πραγματικότητα τα άτομα που έθεταν στον εαυτό τους αυτά τα ερωτήματα πριν από 50 χρόνια: έβλεπαν τον ουρανό γεμάτο ιπτάμενα αυτοκίνητα. Πόλεις σαν κρυστάλλινους κόσμους – τρένα με μαγνητικά υποστηρίγματα να ελίσσονται σαν μακαρόνια ανάμεσα σε γυάλινους ουρανοξύστες. Μας έβλεπαν να μένουμε σε πλαστικά κελιά, να δουλεύουμε σε υπόγειες πόλεις, να περνάμε τις διακοπές μας στη Σελήνη και να τρεφόμαστε με χάπια. Μας φαντάζονταν σ’ έναν κόσμο όπου δε γεννάμε παιδιά, αλλά τα διαλέγουμε από κατάλογο. Έναν κόσμο στον οποίο οι καλύτεροί μας φίλοι είναι ρομπότ, όπου ο θάνατος δεν υπάρχει πια και όπου έχουμε προ πολλού ανταλλάξει το καλό μας παλιό ποδήλατο μ’ ένα αεριωθούμενο.

 Κοιτάξτε γύρω σας. Κάθεστε σε καρέκλα – μια εφεύρεση της Αιγύπτου των Φαραώ. Φοράτε παντελόνι, που επινοήθηκε εδώ και πάνω από 5.000 χρόνια και τροποποιήθηκε από αρχαία γερμανικά φύλα γύρω στο 750 π.Χ. Τα δερμάτινα παπούτσια σας δημιουργήθηκαν στη διάρκεια των τελευταίων παγετώνων. Το ράφι με τα βιβλία σας πιθανότατα δεν είναι από πλαστικό, αλλά από ξύλο, το παλιότερο υλικό του κόσμου. Διαβάζετε αυτό το κείμενο σε τυπωμένο χαρτί και ίσως με γυαλιά – όπως ο προπάππος σας. Για να φάτε, πιθανότατα κάθεστε, όπως κι εκείνος, σ’ ένα ξύλινο τραπέζι και φέρνετε στο στόμα σας μ’ ένα πιρούνι (εφεύρεση της ρωμαϊκής εποχής) κομμάτια νεκρών ζώων και φυτών. Τίποτα δεν άλλαξε.

 Αλλά πώς θα είναι ο κόσμος σε 50 χρόνια; Να περιμένετε ότι οι περισσότερες τεχνολογίες που υπάρχουν εδώ και τουλάχιστον 50 χρόνια θα διαρκέσουν μισόν αιώνα ακόμα. Επιπλέον, οι πιο πρόσφατες τεχνολογίες θα είναι ξεπερασμένες σε λίγα χρόνια. Γιατί; Θεωρήστε τις τεχνολογίες σαν είδη ζώων: όσες άντεξαν στην καταιγίδα της καινοτομίας εδώ και αιώνες θα αντέξουν και στο μέλλον. Το παλιό αντέχει στον χρόνο, διαθέτει μια έμφυτη λογική – ακόμα κι αν δεν την καταλαβαίνουμε πάντα. Αν κάτι επιβιώνει στο πέρασμα των αιώνων, αυτό δεν είναι τυχαίο. Υπάρχει σίγουρα κάποιος λόγος.

Κάθε κοινωνία που φαντάζεται το μέλλον της δίνει πολύ περισσότερο βάρος στις πιο συναρπαστικές εφευρέσεις της στιγμής, στις περίφημες «killer apps», δηλαδή αυτές τις τρομερές εφαρμογές που αποκτούν ευρεία χρήση και προβάλλουν ως υπερπολύτιμες. Και κάθε κοινωνία υποτιμά τον ρόλο των παραδοσιακών τεχνικών. Με την κατάκτηση του διαστήματος στη δεκαετία του 1960, φανταζόμασταν ότι θα πηγαίναμε σχολικές εκδρομές στον πλανήτη Άρη. Με την επανάσταση του πλαστικού της δεκαετίας του 1970, φανταζόμασταν ότι θα ζούμε σε πλαστικά σπίτια. Υπερεκτιμάμε συστηματικά τον ρόλο της καινοτομίας. Ο Νασσίμ Τάλεμπ αποδίδει αυτή την τάση στην πλάνη της μανίας του καινούριου ή νεομανίας. Κι όμως, το αντικείμενο της τελευταίας λέξης της μόδας θα εξαφανιστεί γρηγορότερα από όσο νομίζουμε. Έχετε αυτό στο μυαλό σας την επόμενη φορά που θα συμμετάσχετε σε μια συνάντηση επιχειρηματικής στρατηγικής. Η καθημερινότητά σας σε 50 χρόνια θα μοιάζει γενικά με τη σημερινή ζωή σας. Βεβαίως, θα βρέχει από παντού καινούρια gadget που λειτουργούν με δήθεν μαγικές τεχνολογίες. Αλλά δε θα διαρκέσουν πολύ. Το bullshit filter της ιστορίας («το φίλτρο κουταμάρας») θα τα εξαλείψει. Η μανία του καινούριου έχει και μια άλλη όψη. Παλιότερα συμπαθούσα τους early adopters, αυτήν τη φυλή των ανθρώπων που θέλουν να είναι πάντοτε οι πρώτοι που θα υιοθετήσουν μια καινούρια τάση και δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς το τελευταίο iPhone. Θεωρούσα αυτούς τους ανθρώπους προχωρημένους για την εποχή τους. Σήμερα τους θεωρώ άτομα παράλογα, προσβεβλημένα από κάποια αρρώστια. Το απτό πλεονέκτημα που μπορεί να τους προσφέρει μια εφεύρεση δεν τους ενδιαφέρει ουσιαστικά. Αυτό που μετράει στα μάτια τους είναι μόνο το καινούριο.

Είναι προφανές ότι δε χρειάζεται σκληρή προσπάθεια για να προβλέψετε το μέλλον. Ο Μαξ Φρις το έδειχνε τέλεια στο Homo faber, ένα μυθιστόρημα του 1957. Ένας μηχανικός προβλέπει έναν μελλοντικό κόσμο συνδεδεμένο ηλεκτρονικά: «Γελάτε, κύριοι, αλλά έτσι είναι, το να ταξιδεύεις είναι ξεπερασμένο· θα έρθει μια μέρα όπου δε θα κυκλοφορούν άνθρωποι στον πλανήτη. Μόνον οι νεόνυμφοι θα μετακινούνται ακόμα – κανένας άλλος». Το διάβασα πριν από λίγους μήνες, μέσα σ’ ένα αεροπλάνο για τη Νέα Υόρκη.

Ραντεβού με την υπερβαρέα μαύρη τρύπα του Γαλαξία μας

Όπως οι φοβισμένοι θεατές στο σινεμά κάθονται στα καθίσματα τους και στο έλεος της φαντασίας τους βλέποντας ένα θρίλερ, έτσι και οι αστρονόμοι αναμένουν, να δουν τελικά το τέρας: μια υπερβαρέα μαύρη τρύπα. Αύριο λοιπόν οι επιστήμονες αναμένεται να απελευθερώσουν εικόνες της σιλουέτας αυτού του αόρατου και ανυπέρβλητου αστρονομικού αντικειμένου.
 
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, και αν όλα έχουν πάει καλά, είτε η μία ή και οι δύο μαύρες τρύπες πρέπει να εμφανίζονται ως μια μικροσκοπική σκιά που φωτίζεται από την λάμψη της ραδιοενέργειας στο γαλαξιακό κέντρο. Μπορεί να έχουν σχήματα κυκλικά, οβάλ ή κάποια άλλη μορφή, ανάλογα με το αν περιστρέφονται ή αν οι εξισώσεις του Einstein που τις περιγράφουν είναι ελαφρώς λανθασμένες ή εάν αυτές εκπέμπουν λάμψεις ενέργειας, όπως τα κβάζαρ παράγουν “πυροτεχνήματα” ορατά σε όλο το σύμπαν. Σε αυτές τις σκιές τα όνειρα των φυσικών πεθαίνουν, ο χρόνος τελειώνει, ο χωροχρόνος, η ύλη και το φως εξαφανίζονται μέσα στο αρχέγονο τίποτα από το οποίο όλα αυτά πηγάζουν

Οι αστρονόμοι δημιούργησαν ένα παγκόσμιο δίκτυο ραδιοτηλεσκοπίων που ονομάζεται Τηλεσκόπιο Ορίζοντα Γεγονότων (EHT) και αναμένεται να απελευθερώσουν εικόνες αυτού του αόρατου και ανυπέρβλητου αστρονομικού αντικειμένου. Τέτοιες εικόνες αντιπροσωπεύουν όχι μόνο ένα σημαντικό επιστημονικό επίτευγμα αλλά και μια ευκαιρία να ξανασκεφτούμε τον κόσμο και τη θέση μας μέσα σε αυτόν.
 
Μια μαύρη τρύπα είναι η περιοχή γύρω από ένα εξαιρετικά συμπαγές συγκρότημα της ύλης του οποίου η έντονη βαρυτική δύναμη τόσο δυναμικά παραμορφώνει και στρεβλώνει το χώρο, που μπορεί να το θεωρήσετε ως μια οπή στον ίδιο το χώρο. Οι μαύρες τρύπες αποτρέπουν οτιδήποτε βρίσκεται κοντά τους, είτε πρόκειται για ύλη είτε για το φως, από το να διαφύγει – εξ ου και το όνομά τους. Το όριο πέρα ​​από το οποίο δεν διαφεύγει τίποτα είναι ο ορίζοντας γεγονότων.
 
Ο δεύτερος στόχος βρίσκεται στην καρδιά του Messier 87, ένας γιγαντιαίος γαλαξίας στον αστερισμό της Παρθένου, όπου μια μαύρη τρύπα 7 δισεκατομμύρια φορές τη μάζα του ήλιου εκπέμπει ένα πίδακα ενέργειας μήκους χιλιάδες έτη φωτός στο διάστημα. Το ρεύμα των υποατομικών σωματιδίων στον πίδακα που ταξιδεύει σχεδόν με την ταχύτητα του φωτός ρέει από το κέντρο του γαλαξία Messier 87. 
 
Αρχικά, οι μαύρες τρύπες ήταν μόνο μία μαθηματική λύση στις εξισώσεις πεδίου της γενικής σχετικότητας του Αϊνστάιν. Δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι αντιστοιχούσαν σε πραγματικά αστρονομικά αντικείμενα. Ακόμη και ο Αϊνστάιν ήταν σκεπτικός ότι υπήρχαν.
 
Αλλά στη δεκαετία του 1930, ο Ινδός αστροφυσικός Subrahmanyan Chandrasekhar (1910-1995) έδειξε ότι οι μαύρες τρύπες ήταν η αναπόφευκτη συνέπεια του θανάτου ενός μεγάλου άστρου και οι επιστήμονες άρχισαν να τις θεωρούν πραγματικά αντικείμενα. Στη δεκαετία του 1960, οι αστρονόμοι που χρησιμοποιούσαν τηλεσκόπια ακτίνων Χ ήταν σε θέση να συμπεράνουν την ύπαρξη μαύρων οπών όταν ανίχνευσαν κβάζαρ – τεράστια ουράνια αντικείμενα που τροφοδοτούνται από ύλη που πέφτει μέσα σε μαύρες τρύπες σο κέντρο τους.
 
Η σημερινή κατανόηση των μαύρων οπών εξακολουθεί να βασίζεται σε έμμεσα συμπεράσματα που αντλούνται από δεδομένα που συλλέγονται σε απέραντες αποστάσεις, χρησιμοποιώντας παρατηρήσεις με ακτίνες Χ, οπτικά και ραδιοφωνικά κύματα. Δεν μπορέσαμε όμως να φτάσουμε ποτέ κοντά στην άμεση ανίχνευση ενός ορίζοντα γεγονότων. 

Οι επιστήμονες έχουν υπολογίσει ότι τα αστέρια στην καρδιά του Γαλαξία μας, ταξιδεύουν πολύ πιο γρήγορα από οπουδήποτε αλλού στον Γαλαξία, απόδειξη της παρουσίας μίας μαύρης τρύπας 4 εκατομμύρια φορές τη μάζα του ήλιου μας.
 
Αυτό αναμένεται να αλλάξει με τις εικόνες που πάρθηκαν από το Τηλεσκόπιο Ορίζοντα Γεγονότων. Οκτώ ραδιο-παρατηρητήρια σε όλο τον κόσμο έχουν συνδυάσει τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν μια γήινη αντένα ικανή να ανιχνεύσει τους ορίζοντες γεγονότων δύο κοντινών μαύρων οπών. Η πρώτη μαύρη τρύπα απέχει 26.000 έτη φωτός, στο κέντρο του Γαλαξία μας, και ζυγίζει όσο και τέσσερα εκατομμύρια ήλιοι. Η δεύτερη είναι μία “μεγαλοπρεπής” μαύρη τρύπα στο κέντρο ενός από τους μεγαλύτερους κοντινούς γαλαξίες. Εκτιμάται δε ότι αυτή ζυγίζει πάνω από έξι δισεκατομμύρια ήλιοι.
 
Η θεωρία της γενικής σχετικότητας προβλέπει παράξενα φαινόμενα γύρω από μια μαύρη τρύπα, ένα από τα οποία είναι η ακραία κάμψη των ακτίνων φωτός που κυκλοφορεί εκεί κοντά. Η ύλη που έλκεται από τη βαρύτητα της μαύρης τρύπας καταλήγει σε ένα σχηματισμό σαν ένας δίσκος, που «τροφοδοτεί» τη μαύρη τρύπα καθώς το αέριο και η σκόνη από την γύρω περιοχή σιγά-σιγά διοχετεύονται προς τον ορίζοντα γεγονότων και στην ‘λήθη’. Η ύλη που πέφτει σε αυτόν τον δίσκο επιταχύνεται και θερμαίνεται σε τέτοιες υψηλές θερμοκρασίες που εκπέμπει φως. Με τη σειρά του, αυτό το φως περιβάλλει τον ορίζοντα γεγονότων.
 
Είναι αυτό το μοτίβο κεκαλυμμένου φωτός που οι αστρονόμοι, οι οποίοι τρέχουν το Τηλεσκόπιο Ορίζοντα Γεγονότων, προσπαθούν να ανιχνεύσουν – ένα ελαφρώς λυγισμένο λαμπερό δαχτυλίδι που θα σκιαγραφεί το σημείο μη επιστροφής. Θα αποτελούσε τη σιλουέτα της μαύρης τρύπας.
 
Ένας λόγος να ενθουσιαστεί κάποιος από την δυνατότητα αυτής της ανακάλυψης είναι ότι τέτοιες εικόνες θα δοκιμάσουν ξανά τη θεωρία της γενικής σχετικότητας του Αϊνστάιν. Θα συμπεριληφθούν άραγε οι προβλέψεις του για το πώς συμπεριφέρονται η ύλη και η ενέργεια τόσο κοντά στη μαύρη τρύπα;  ή θα μπορούσαμε να δούμε ένα ελάττωμα στη θεωρία;
 
Ένας άλλος λόγος που πρέπει να ενθουσιαστεί κάποιος από την προοπτική της ανακάλυψης του Event Horizon Telescope είναι ότι αυτές οι αστρονομικές εικόνες θα μετατοπίσουν την άποψή μας για τον Κόσμο από το φανταστικό στο λογικό και το πραγματικό.
 
Αυτό συνέβη και πριν από περισσότερα από 400 χρόνια, όταν ο Γαλιλαίος παρουσίασε έξι ακουαρέλες από το φεγγάρι, όπως το είδε μέσα από το πρωτόλειο τηλεσκόπιο του. Συνέβη περίπου 200 χρόνια αργότερα, όταν ο Louis Daguerre έκανε την πρώτη αστρονομική φωτογραφία – επίσης από το φεγγάρι. Και συνέβη το 1990, με την πρώτη εικόνα του νηπιακού σύμπαντος, που τραβήχτηκε από ένα δορυφόρο της NASA, και το 2017, με εικόνες του διαστημικού τηλεσκοπίου του Hubble για σμήνη γαλαξιών.

Β. Ραφαηλίδης: Για την Ειρήνη

Οι αρχαίοι Έλληνες —που είναι τόσο αρχαίοι που μόνο από αταβισμό ή από δημαγωγική πρόθεση θα τους ονομάζαμε “προγόνους”-μας – λέγοντας “ειρήνη” ή “ειράνα” ή “ιράνα”, ανάλογα με τη διάλεκτο, εννοούσαν την κατάσταση ησυχίας, ομόνοιας και αρμονικής σχέσης ανάμεσα σε ανθρώπους, λαούς ή κράτη, που επικρατεί στο μεταξύ δύο πολέμων χρόνο. Μ’ άλλα λόγια, οι δημιουργοί της Λογικής δεν πίστευαν στη “διαρκή ειρήνη”, αφού όριζαν την ειρήνη σαν ένα είδος διαλείμματος ανάμεσα σε δύο πολέμους.

Φυσικά, εύχονταν τα διαλείμματα να είναι όσο το δυνατόν πιο μεγάλα, όμως αυτή η πανάρχαιη ευχή είναι και θα παραμείνει στον αιώνα τον άπαντα μια ευχή, εφόσον δεν εξαλειφθούν οριστικά τα αίτια του πολέμου που είναι πάντα οικονομικά.

Και ως γνωστόν, στη μαγεία της ευχής καταφεύγουν κυρίως οι παπάδες, που ξέρουν πολλές και θεϊκά κατοχυρωμένες ευχές, καθώς και οι απελπισμένοι, που η απελπισία τους δεν τους επιτρέπει να χρησιμοποιήσουν πιο αποτελεσματικά το μυαλό-τους.

Οι γιορτές εν γένει έχουν κάτι το θλιβερό καθώς μας κάνουν να συνειδητοποιούμε την ύπαρξη του χρόνου, δηλαδή του θανάτου, κι αυτός είναι ο λόγος που στις γιορτές ανταλλάσουμε ευχές αφειδώς. Οι γιορτές για την ειρήνη έχουν επίσης κάτι το θλιβερό, αφού δε θα ήταν δυνατόν να γίνουν αν δεν υπήρχε πόλεμος ή απειλή πολέμου, αν δεν υπήρχε δηλαδή ένας βίαιος, διατεταγμένος ή “επίσημος” θάνατος.

(Στην επίσημη γλώσσα, το βάρβαρο ρήμα “σκοτώνομαι ” το μεταβαφτίζουν ταχυδακτυλουργικά σε “πέφτω”, λες κι ο δύστυχος στρατιώτης σκόνταψε σε μια πέτρα ριγμένη από το Θεό στο πεδίο της μάχης κι έπεσε σέκος).

Οι αρχαίοι Έλληνες, για να δώσουν στην ειρήνη τη σταθερότητα που της έλειπε εξαιτίας της ύπαρξης των πολέμων που την έκαναν πάντα ασταθή και αβέβαιη, την ταύτισαν με την έννοια του Νόμου.

Ο Νόμος είναι μια έννοια απόλυτα κυρίαρχη στη σκέψη των Ελλήνων και σημαίνει καταναγκαστική και γενικής ισχύος εντολή, που η παραβίασή-της συνεπάγεται ολική αποδιάρθρωση και πλήρη καταστροφή. (Οι τραγικοί ήρωες καταστρέφονται πάντα γιατί καταπατούν το Νόμο).

Στη σκέψη των Ελλήνων δεν είναι σαφές αν ο Νόμος έχει ανθρώπινη ή θεϊκή καταγωγή και εν πάση περιπτώσει τούτος ο Νόμος δεν έχει καμιά σχέση με το σημερινό νομοθέτημα. Νόμος γι’ αυτούς είναι το καθετί που, αφενός κάνει ευτυχέστερο το άτομο και αφετέρου δίνει λογικές και γενικά παραδεκτές ερμηνείες των κοινωνικών γεγονότων.

Ο Νόμος είναι η επιθυμητή κατάσταση της απόλυτης ισορροπίας και ευστάθειας, που είναι το μεγάλο ιδανικό των Ελλήνων, γνωστό περισσότερο από την κατηγορηματική απαίτηση για αρμονία στην τέχνη-τους.

Ο Νόμος συνεπώς είναι η Υπέρτατη Αρμονία, που το χάλασμά-της συνεπάγεται οπωσδήποτε θάνατο.

(Τον Σωκράτη τον σκότωσαν γιατί προσπάθησε να διαταράξει τούτη την αρμονία εισάγοντας “καινά δαιμόνια” στο ισχύον κοινωνικό και φιλοσοφικό σύστημα.)

Ο Νόμος προϋποθέτει την ομόνοια, που σημαίνει “κοινή κατανόηση”, κοινή αποδοχή από τους πάντες μιας άποψης, όμοιος τρόπος του σκέπτεσθαι όσον αφορά κάποιες έννοιες που έχουν ισχύ αξιώματος. (Η αντίθετη της “ομόνοιας” έννοια είναι η “στάσις” και οι μη ομονοούντες είναι οι “στασιαστές”).

Νόμος, αρμονία, ειρήνη, ομόνοια είναι λέξεις περίπου συνώνυμες στη γλώσσα των Ελλήνων και συχνά χρησιμοποιούνται αδιάκριτα. Από τότε στην ιδεαλιστική σκέψη δεν άλλαξαν πολλά πράγματα.

Λοιπόν οι αρχαίοι-μας “πρόγονοι” αναγνωρίζοντας την αξία της ειρήνης, της έριξαν από δίπλα και μια θεά —προστάτιδα, που την ονόμασαν Ειρήνη.

Παρά το γεγονός πως τούτο το Ρηνάκι ήταν κόρη του Δία και της Θέμιδας κι αδελφή της Ευνομίας και της Δίκης, με τις οποίες αποτελούσαν το αδερφικό τρίδυμο των Τριών Ωρών, η Ειρήνη παράμεινε μια εντελώς δευτερεύουσα θεότητα. Απόδειξη, το γεγονός πως της πρόσφεραν θυσίες, αναίμακτες φυσικά, μόνο στις ασήμαντες γιορτές των Συνοικιών. Που σημαίνει πως η ειρήνη ήταν και παραμένει μια υπόθεση συνοικιακή, δηλαδή λαϊκή, δηλαδή άσχετη προς τα “κέντρα λήψεως αποφάσεων”, όπως είναι η Κυβέρνηση και το Γενικό Επιτελείο Στρατού.

Οι αρχαίοι-μας “πρόγονοι” γνώριζαν, ακόμα, πως η ειρήνη έχει κάποια σχέση με τον πλούτο. Αλλά αυτό δεν αποτελούσε “επίσημη” άποψη, διότι οι σοφοί αρχαίοι-μας “πρόγονοι” ήξεραν πως και ο πόλεμος είναι επίσης πηγή πλούτου και μάλιστα πολύ πιο σημαντική. (Μαυραγορίτες και έμποροι όπλων υπήρχαν και τότε).

Όμως, από τότε που ένας καλλιτέχνης, ο γλύπτης Κηφισόδοτος, έβαλε στην αγκαλιά της θεάς Ειρήνης το θεό Πλούτο, που τον πήρε από άλλο μύθο, ο κόσμος άρχισε να πιστεύει σιγά σιγά πως ο πλούτος είναι όντως υιός της ειρήνης. (Οι καλλιτέχνες έχουν την τάση να προκαλούν τρομερά μπερδέματα). Προτείνουμε τούτο το άγαλμα του Κηφισόδοτου να γίνει το σύμβολο της “ειρηνικής συνύπαρξης” ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους.

Πέρα από τους μύθους και τα σύμβολα, οι ‘Ελληνες, πάντα λογικοί μέχρι παραλογισμού, ήταν υποχρεωμένοι να δώσουν στην ειρήνη και ένα περιεχόμενό περισσότερο σαφές και συγκεκριμένο. Όμως, δεν τα κατάφεραν και τόσο καλά. Άλλωστε, κανείς δεν τα κατάφερε μέχρι σήμερα να δώσει έναν καθαρό και στρογγυλό ορισμό της λέξης “ειρήνη”. Κι έτσι η ειρήνη κρατείται μονίμως στη σκοτεινή περιοχή του ευχολογίου.

Οι ιδεαλιστές συνεχίζουν να θεωρούν την ειρήνη συνέπεια και αποτέλεσμα της ομόνοιας, δηλαδή της ομοφροσύνης, του κοινώς σκέπτεσθαι. Όμως ξέρουμε καλά πως μια τέτοια ομόνοια μόνο η δικτατορία μπορεί να την επιβάλλει πια, από τότε που ο Νόμος αντικαταστάθηκε από το νόμο των ανθρώπων. Η ομόνοια, συνεπώς και η ειρήνη, είναι αδύνατη εφόσον ο πλούτος δε μοιράζεται στους ανθρώπους σχολαστικά δίκαια. Συνεπώς, η “διαρκής ειρήνη”, τούτο το παμπάλαιο και παμμέγιστο ιδανικό θα γίνει πραγματικότητα μόνο αν σταματήσει η ανισότητα.

Από την εποχή των Ελλήνων και μέχρι σήμερα εμφανίστηκαν πολλά ειρηνευτικά συστήματα, που όλα απέτυχαν παταγωδώς, γιατί εξαρτούσαν την ειρήνη από αφηρημένες έννοιες. Τα κυριότερα απ’ αυτά τα συστήματα είναι το προγενέστερο του ελληνικού Νόμου εβραϊκό Σαλόμ, η Παξ Ρομάνα, η Παξ Κρίση, το γερμανικό Φρίντου, η Βασιλική Ειρήνη και η Νομικιστική Ειρήνη (η σύγχρονη ιδεαλιστική άποψη για την ειρήνη). Αξίζει να δούμε κι αυτά τα συστήματα, μια άλλη φορά. Θα έχουμε έτσι μια σαφέστερη αντίληψη για το γεγονός πως η ειρήνη δε θα κερδηθεί ούτε με ευχές, ούτε με προσευχές, ούτε με νόμους θεϊκούς ή ανθρώπινους. Θα κερδηθεί μόνο με την εξαφάνιση από προσώπου γης και του τελευταίου εκμεταλλευτή.

Ο Μαρξ έδωσε ένα σαφέστατο ορισμό του πολέμου, αλλά η ειρήνη δεν τον απασχόλησε ιδιαίτερα σαν έννοια, με αύταρκες περιεχόμενο, όπως ακριβώς και τους αρχαίους ’Ελληνες.

Σωστότερο είναι να πούμε πως ο Μαρξ όρισε την ειρήνη με απόλυτη ακρίβεια σαν το αντίθετο του πολέμου, αλλά ο αρνητικός ορισμός δεν είναι ποτέ σαφής ορισμός. (Όταν λες “τι δεν είναι” δε λες αναγκαστικά και “τί είναι”.)

Πάντως, ο διαλεκτικός Μαρξ είχε δίκιο από τη μεριά της διαλεκτικής: Όταν διαφοροποιηθεί ο πρώτος όρος μιας διαλεκτικής σχέσης διαφοροποιείται αυτομάτως και ο δεύτερος.

Έτσι αν εξαφανιστεί ο πόλεμος, θα εξαφανιστεί αναγκαστικά και η ειρήνη, δηλαδή δε θα υπάρχει πια λόγος να χρησιμοποιούμε τη λέξη ειρήνη, αφού θα ζούμε σε μια διαρκή κατάσταση ανυπαρξίας πολέμου.

Μ’ άλλα λόγια, μιλούμε για ειρήνη διότι υπάρχει πόλεμος και μιλούμε για πόλεμο διότι υπάρχει ειρήνη: Η μια έννοια είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη της άλλης. Έτσι έχουν τα πράγματα από τη διαλεκτική-τους άποψη.

Όμως, είναι αναγκαίο να καταλάβουμε τί είναι μια “ειρήνη καθεαυτή”, άσχετα από την αναγκαία σχέση της με τον πόλεμο. Εδώ έχουμε βέβαια μια θεωρητική αφαίρεση, που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα: Η “ειρήνη καθεαυτή” δε σημαίνει τίποτα ή μάλλον σημαίνει πολλά μόνο για τα μεταφυσικά συστήματα και κυρίως το χριστιανισμό. Ωστόσο, τούτη η οντολογική τοποθέτηση του προβλήματος της ειρήνης, δηλαδή μια σταθερή, αμετάβλητη και αιώνια οντότητα που λέγεται “ειρήνη” δηλώνει, τουλάχιστον, τον αμετακίνητο πόθο του ανθρώπου για οριστική και σταθερή κατάκτηση αυτού του πολυτίμου αγαθού.

Ελληνιστική Γραμματεία: Τα λογοτεχνικά είδη, Δραματική ποίηση, Μίμος

Ο μῖμος είναι ένα θεατρικό είδος λαϊκής προέλευσης και αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα που γεννήθηκε στη Σικελία τον 5ο αι. παράλληλα με τη σικελική κωμωδία. Και αν πρόδρομος του είδους θεωρείται ο κωμικός ποιητής Επίχαρμος από τα σικελικά Μέγαρα (ακμή πρώτο μισό του 5ου αι.), η παγίωση του μίμου συνδέεται με τον Σώφρονα από τις Συρακούσες. Ο Σώφρων παρουσίαζε χαρακτήρες και καταστάσεις του καθημερινού βίου σε διαλογική-θεατρική μορφή και σε ένα είδος ρυθμικής πρόζας∙ λέγεται μάλιστα ότι ο Πλάτωνας θαύμαζε σε τέτοιο βαθμό τους κομψούς, καλογραμμένους μίμους του Σώφρονα με τη γλαφυρή σκιαγράφηση των ανθρωπίνων ηθών ώστε τους χρησιμοποίησε ως πρότυπο για τους διαλόγους του.
 
Αριστουργηματικά δείγματα ελληνιστικού μίμου αποτελούν τα διαλογικά ειδύλλια του Θεοκρίτου από τις Συρακούσες που απαθανατίζουν σκηνές από την καθημερινή ζωή και τους ταπεινούς της εκπροσώπους. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν και βουκολικοί μίμοι (Ειδ. 4 ο διάλογος μεταξύ δύο βοσκών, του Βάττου και του Κορύδωνα), οι αστικοί μίμοι του Θεοκρίτου με τη ζωηρή αναπαράσταση των ηθών αποτελούν τα γνησιότερα παραδείγματα της ρεαλιστικής αυτής τέχνης. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει το Ειδ. 15 Συρακόσιαι ἢ Ἀδωνιάζουσαι όπου δύο λαϊκές γυναίκες της Αλεξάνδρειας, η Γοργώ και η Πραξινόη, πηγαίνουν να συμμετάσχουν σε μια γιορτή προς τιμήν του Άδωνη, απαθανατίζοντας ταυτόχρονα τη ζωή της ελληνιστικής μεγαλούπολης στα χρόνια των Πτολεμαίων [Θεόκριτος].
 
Ο μιμίαμβος είναι ένα υβριδικό λογοτεχνικό είδος ελληνιστικής επινόησης, το οποίο συνδυάζει τα χαρακτηριστικά του ιάμβου (ιππωνάκτειο ύφος και μέτρο, άσεμνο περιεχόμενο, σκωπτική διάθεση) με αυτά του μίμου (διαλογικό ποίημα μεταξύ δύο προσώπων με έντονη ηθογράφηση και θέματα αντλημένα από την καθημερινή ζωή). Ο Ηρώνδας (ή Ηρώδας) που άκμασε στα μέσα του 3ου αι. π.Χ. έγραψε μια συλλογή 8 μιμιάμβων σε θεατρική μορφή. Οι μιμίαμβοι αναπαριστούν σκηνές από την καθημερινότητα των φαυλοτέρων, η σκιαγράφηση χαρακτήρων και καταστάσεων είναι ακραία ρεαλιστική, η γλώσσα τολμηρή, ο τόνος άσεμνος. Ορισμένοι ανθρώπινοι τύποι που εμφάνιζε, όπως ο δούλος, η μαστροπός, ο προαγωγός, η ερωμένη, ο αυστηρός δάσκαλος και η λαϊκή γυναίκα συγγενεύουν με το είδος της Νέας Κωμωδίας και εμπνέονται από τους Χαρακτήρες του Θεοφράστου. Ερώτημα παραμένει αν οι Μιμίαμβοι του Ηρώνδα προορίζονταν για κάποιο είδος λαϊκής παράστασης ή απλώς για ανάγνωση. Η γοητεία τους ωστόσο άγγιξε ακόμη και τον Κωνσταντίνο Καβάφη που τους αφιέρωσε το ανέκδοτο ποίημά του «Οι Μιμίαμβοι του Ηρώδου».

Κείμενα:

· Θεόκριτος, Ειδύλλιο 2 (H γυναίκα που κάνει μάγια στον αγαπημένο της),
· Θεόκριτος, Ειδύλλιο 15 (Οι γυναίκες από τις Συρακούσες στο πανηγύρι του Άδωνη)
· Ηρώνδας, Ία. 3 (Ο κακός μαθητής),
· Ηρώνδας, Ία. 4 (Οι γυναίκες που επισκέπτονται τον ναό του Ασκληπιού)

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἐκκλησιάζουσαι (1079-1111)

ΝΕΑΣ. ἢν οὖν ὑφ᾽ ὑμῶν πρῶτον ἀπόλωμαι κακῶς,
1080 φέρε, πῶς ἐπ᾽ ἐκείνην τὴν καλὴν ἀφίξομαι;
ΓΡ. Γ’ αὐτὸς σκόπει σύ· τάδε δέ σοι ποιητέον.
ΝΕΑΣ. ποτέρας προτέρας οὖν κατελάσας ἀπαλλαγῶ;
ΓΡ. Γ’ οὐκ οἶσθα; βαδιεῖ δεῦρ᾽. ΝΕΑΣ. ἀφέτω νύν μ᾽ αὑτηί.
ΓΡ. Β’ δευρὶ μὲν οὖν ἴθ᾽ ὡς ἔμ᾽. ΝΕΑΣ. ἢν ἡδί μ᾽ ἀφῇ.
1085 ΓΡ. Γ’ ἀλλ᾽ οὐκ ἀφήσω μὰ Δία σ᾽. ΓΡ. Β’ οὐδὲ μὴν ἐγώ.
ΝΕΑΣ. χαλεπαί γ᾽ ἂν ἦστε γενόμεναι πορθμῆς. ΓΡ. Β’ τιή;
ΝΕΑΣ. ἕλκοντε τοὺς πλωτῆρας ἂν ἀπεκναίετε.
ΓΡ. Γ’ σιγῇ βάδιζε δεῦρο. ΓΡ. Β’ μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ὡς ἐμέ.
ΝΕΑΣ. τουτὶ τὸ πρᾶγμα κατὰ τὸ Καννωνοῦ σαφῶς
1090 ψήφισμα, βινεῖν δεῖ με διαλελημμένον.
πῶς οὖν δικωπεῖν ἀμφοτέρας δυνήσομαι;
ΓΡ. Γ’ καλῶς, ἐπειδὰν καταφάγῃς βολβῶν χύτραν.
ΝΕΑΣ. οἴμοι κακοδαίμων, ἐγγὺς ἤδη τῆς θύρας
ἑλκόμενός εἰμ᾽. ΓΡ. Β’ ἀλλ᾽ οὐδὲν ἔσται σοι πλέον·
1095 ξυνεσπεσοῦμαι γὰρ μετὰ σοῦ. ΝΕΑΣ. μὴ πρὸς θεῶν.
ἑνὶ γὰρ ξυνέχεσθαι κρεῖττον ἢ δυοῖν κακοῖν.
ΓΡ. Γ’ νὴ τὴν Ἑκάτην, ἐάν τε βούλῃ γ᾽ ἤν τε μή—
ΝΕΑΣ. ὢ τρισκακοδαίμων, εἰ γυναῖκα δεῖ σαπρὰν
βινεῖν ὁλὴν τὴν νύκτα καὶ τὴν ἡμέραν,
1100 κἄπειτ᾽ ἐπειδὰν τῆσδ᾽ ἀπαλλαγῶ, πάλιν
Φρύνην ἔχουσαν λήκυθον πρὸς ταῖς γνάθοις.
ἆρ᾽ οὐ κακοδαίμων εἰμί; βαρυδαίμων μὲν οὖν
νὴ τὸν Δία τὸν σωτῆρ᾽ ἀνὴρ καὶ δυστυχής,
ὅστις τοιούτοις θηρίοις ξυννήξομαι.
1105 ὅμως δ᾽ ἐάν τι πολλὰ πολλάκις πάθω
ὑπὸ τοῖνδε τοῖν κασαλβάδοιν δεῦρ᾽ ἐμπλέων,
θάψαι μ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ τῷ στόματι τῆς εἰσβολῆς,
καὶ τήνδ᾽ ἄνωθεν ἐπιπολῆς τοῦ σήματος
ζῶσαν καταπιττώσαντες εἶτα τὼ πόδε
1110 μολυβδοχοήσαντες κύκλῳ περὶ τὰ σφυρὰ
ἄνω ᾽πιθεῖναι πρόφασιν ἀντὶ ληκύθου.

***
ΠΑΛ. Κι αν πάω πρώτα μ᾽ εσάς ξερνοβολώντας,
1080 σε τί χάλια θα φτάσω στην κοπέλα;
Γ’ ΓΡ. Λογαριασμός δικός σου. Έχουμ᾽ εμείς
την πρωτιά. ΠΑΛ. Κι από ποιάνε σας θ᾽ αρχίσω
να χαϊνταντίζω, να ξεχρεωθώ;
Γ’ ΓΡ. Δεν ξέρεις; Από μένα! ΠΑΛ. Δε μ᾽ αφήνει
ετούτη. Β’ ΓΡ. Φυσικά, δεν τον αφήνω!
Γ’ ΓΡ. Ούτε κι εγώ! ΠΑΛ. Μωρέ, παλιοβαρκάρισσες!
Β’ ΓΡ. Γιατί; ΠΑΛ. Γιατί τραβώντας δώθε-κείθε
τους ταξιδιώτες, τους ξεκατινιάζετε!
Γ’ ΓΡ. Λίγα λόγια! Έλα δω! Β’ ΓΡ. Μ᾽ εμένα θά ᾽ρτει.
ΠΑΛ. Κατά το νόμο χωριστά δικάζονται
1090 οι συνένοχοι. Πώς εγώ θα λάμνω
μ᾽ ένα κουπί δυο βάρκες; Γ’ ΓΡ. Μια χαρά.
Να φας βορβούς ένα τσουκάλι, αμέσως
θα καρδαμώσεις. ΠΑΛ. Βάι, μανούλα μ᾽, χάθηκα!
Στην πόρτα τους μπροστά με φέραν σούρνοντας.
Β’ ΓΡ. (στην τρίτη γριά που κάνει να μπει πρώτη)
Όχι δα! Μοναχή σου δεν περνάς!
Θα μπω κι εγώ μαζί σου πηδηχτά.
ΠΑΛ. Θε μου, φύλαττε! Κάλλιο μια πανούκλα
παρά δυο! Γ’ ΓΡ. Δε ρωτιέσαι, θες δε θες!
ΠΑΛ. Αλιά μου, τρισαλιά, με το στανιό
με βάζουν να δουλέψω μια παλιόγρια
κι ολάκερο μερόνυχτο και μόλις
1100 την ξεμπερδέψω, φτου κι απ᾽ την αρχή
μιαν άλλη, σκιάχτρο, με ξεχειλωμένα
τα παραμάγουλα. Μά το Δία το Σώστη,
άλλος δεν είναι πιο κακότυχός μου,
με τέτοια αγρίμια θα θαλασσοδέρνω.
Κι άμα πάθω πολλά κι απανωτά,
απ᾽ αυτές τις λυσσάρες παλιοσκρόφες
θάψετέ με στου κόρφου την μπασιά
κι αυτή εδώ
(δείχνει την Γ’ Γριά)
γυμνήν να την αλείψετε
κατράμι και τα πόδια της τα δυο
1110 με μολύβι ως τα κότσια γύρω γύρω
να τα σφίξετε κι ύστερα ολοζώντανη
στυλώστε την απάνου στο μνημούρι μου,
τη νεκρική να παρασταίν᾽ υδρία.

ΧΟΡΟΣ
(Ο Χορός χορεύει.)

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, Δονακών - Έβρος

Δονακών (κοντά στη Θήβα)
Ο Παυσανίας παραδίδει ότι ο Νάρκισσος ερωτεύτηκε τη δίδυμη αδελφή του, που είχε πεθάνει πρόωρα. Ο νέος έβρισκε παρηγοριά στα ήσυχα νερά του Δονακώνα, όπου το είδωλό του του θύμιζε έντονα την αδελφή του. Ο τόπος που αναφέρει ο Παυσανίας ως Δονακών («με καλάμια») τοποθετείται νοτιοδυτικά των Θεσπιών, δίπλα στον χείμαρρο. Επιγραφή ενός αναθήματος που αφιέρωσε ο αυτοκράτορας Αδριανός στον Θέσπιο Έρωτα σημειώνει τον τόπο ως Ναρκίσσου κῆπον ἀνθόεντα (ως «λουλουδιασμένο κήπο του Νάρκισσου»).
 
Έβρος (Θράκη)
 
Ο μύθος που περιβάλλει τον ποταμό Έβρο θυμίζει την ιστορία της Φαίδρας που πραγματεύεται ο Ευριπίδης στην τραγωδία Ιππόλυτος. Η Φαίδρα ερωτεύτηκε τον γιο του συζύγου της, επειδή όμως εκείνος αρνήθηκε τον έρωτά της, τον συκοφάντησε στον πατέρα του Θησέα για άνομες προτάσεις. Ο πατέρας έδιωξε τον γιο που τελικά σκοτώθηκε, καθώς τα άλογα του άρματος που οδηγούσε, και το οποίο του είχε χαρίσει ο πατέρας του, αφήνιασαν στη θέα ενός ταύρου που βγήκε από τη θάλασσα.
 
Παρόμοια είναι η ιστορία του Έβρου, γιου του βασιλιά Κασάνδρου της Θράκης και της Κροτωνίκης. Ο βασιλιάς έδιωξε τη μητέρα του γιου του και παντρεύτηκε τη Δαμασίππη. Αυτή ερωτεύθηκε παθολογικά τον Έβρο αλλά εκείνος απέφευγε τη μητρυιά του και ασχολιόταν με το κυνήγι, όπως και ο Ιππόλυτος. Τότε η Δαμασίππη διέδωσε ψευδείς κατηγορίες, ότι δήθεν ο Έβρος θέλησε να τη βιάσει. Κυριευμένος από ζήλεια ο Κάσανδρος κατεδίωξε το γιο του, τον οποίο στον ποταμό Ρόμβο. Στα νερά του έπεσε ο νέος, για να μην πιαστεί από τον πατέρα του, και πνίγηκε. Από τότε το ποτάμι ονομάζεται Έβρος*.
 
Στα νερά του ποταμού έρριξαν οι Μαινάδες το κεφάλι του Ορφέα . Ξεβράστηκε στη θάλασσα και έπλευσε μέχρι το νησί της Λέσβου φωνάζοντας το όνομα της Ευρυδίκης.
---------------------------
*Ρόμβος και Έβρος
Ἕβρος ποταμός ἐστι τῆς Θρᾴκης. [Ἐκαλεῖτο δὲ πρότερον Ῥόμβος, τὴν] προσηγορίαν εἰληφὼς ἀπὸ τῆς συστροφῆς τῆς καταφορᾶς τοῦ ὕδατος. Κάσανδρος δὲ, ὁ βασιλεὺς τῶν τόπων, γήμας Κροτονίκην ἐγέννησεν ἐξ αὐτῆς υἱὸν Ἕβρον· ἀποταξάμενος δὲ τῇ συμβιώσει τῆς προτέρας γυναικὸς ἐπέγημε τῷ τέκνῳ Δαμασίππην τὴν Ἄτρακος· ἥτις εἰς ἐπιθυμίαν ἐμπεσοῦσα τοῦ προγόνου λόγους αὐτῷ περὶ συνόδων ἀπέστειλεν. Ὁ δ᾽ ὡς Ἐρινὺν φυγὼν τὴν μητρυιὰν προσηυκαίρει κυνηγίαις. Ἀποτυχοῦσα δὲ τῆς προαιρέσεως ἡ ἀσελγὴς κατεψεύσατο τοῦ σώφρονος, ὡς βιάσασθαι αὐτὴν θελήσαντος. Κάσανδρος δὲ τῷ ζήλῳ συμπεριενεχθεὶς μεθ᾽ ὁρμῆς ἐπὶ τὴν ὕλην ἠνέχθη καὶ σπασάμενος τὸ ξίφος ἐδίωκε τὸν υἱὸν, ὡς ἐπίβουλον τῶν πατρῴων γάμων. Ὁ δὲ υἱὸς περικατάληπτος γενόμενος ἑαυτὸν ἔρριψεν εἰς ποταμὸν Ῥόμβον, ὃς ἀπ᾽ αὐτοῦ Ἕβρος μετωνομάσθη, καθὼς ἱστορεῖ Τιμόθεος ἐν ια περὶ Ποταμῶν.
(Ψευδο-Πλούταρχος, Περί ποταμών 3.1.1-3.1.17)

Ενθουσιάζομαι, θα πει πιστεύω ακόμη στην καλύτερη πλευρά της ζωής

Να ενθουσιάζεσαι πάντα με το καινούριο.
Να ενθουσιάζεσαι με ότι συγκινεί το συναίσθημα σου.
Έτσι με την ίδια τρέλα, με τον ίδιο αυθορμητισμό, να γνωρίζεις και να συστήνεσαι στους ανθρώπους.
Και ας μην βρίσκεις ανταπόκριση και ας σπας κάθε φορά τα μούτρα σου. Εσύ να απλώνεις και να σφίγγεις το χέρι, χωρίς προϋποθέσεις.
Μην αλλοιώσεις αυτό το αυθεντικό, το ατόφιο, για τίποτα και για κανέναν.
Όσοι δεν το εκτιμήσουν άστους απλά να προσπεράσουν. Δεν ήταν ποτέ κατάλληλοι για σένα και ούτε πρόκειται να υπάρξουν.
Όσοι δεν μπορούν να το διαχειριστούν και σου βάζουν τεστ και δοκιμασίες, απλά θα πέσουν στην ίδια την παγίδα τους.
Και όσοι θελήσουν να σε αλλάξουν, αυτοί να ξέρεις είναι οι χειρότεροι.
Από αυτούς τράβα αντίθετα.
Άλλαξε πορεία.
Πάρε φορά, δώσε ορμή και τρέξε με ταχύτητα φωτός στην αντίθετη κατεύθυνση.
Όποιος δεν εκτιμάει τον ενθουσιασμό σου, δεν θα αφεθεί πότε στα συναισθήματά του.
Ούτε θα εκτιμήσει τα δικά σου.
Δεν θα θελήσει πότε να μοιραστεί, να δώσει, να αγαπήσει.
Πάντα θα είναι με μια ζυγαριά στο χέρι.
Πάντα θα μέτρα και θα υπολογίζει.
Δεν υπάρχει πιο ωραίο συναίσθημα από το καθαρό ,το πρώτο .Αυτό που βγαίνει πηγαία από μέσα μας. Αυτό που δεν γνωρίζει ,αλλά ανακαλύπτει. Αυτό που αναζητά την πρώτη ύλη χωρίς προϋποθέσεις, που είναι αποτέλεσμα από το ένστικτο και την λαχτάρα σου.
Να ενθουσιάζεσαι πάντα με το καινούριο.
Να έχεις τον ενθουσιασμό πυξίδα στην ζωή σου.
Να λειτουργείς σαν να ανοίγεις ένα όμορφο πακέτο.
Ένα δώρο.
Ενθουσιάζομαι σημαίνει πιστεύω ακόμη. Ελπίζω στο νέο. Έχω πλάσει εικόνα για το ιδανικό.
Ενθουσιάζομαι σημαίνει είμαι ζωντανός και έχω θέλω.
Τα έντονα συναισθήματα υπογραμμίζουν ότι η καρδία σου κτυπά .
Κτυπά στον δικό της ρυθμό.
Ό,τι αγαπάς την ζωή.
Ό,τι την ρουφάς μέχρι το μεδούλι.
Ενθουσιάσου λοιπόν και ενθουσίασε!
Είναι μεταδοτικό!

Τους στόχους μας πρώτα τους κατακτάμε με το μυαλό μας

Είναι αναρίθμητες οι ιστορίες των ανθρώπων που πέτυχαν τους στόχους τους, με την τεχνική της θετικής επιβεβαίωσης, με την οποία εστίαζαν την προσοχή τους στο επιθυμητό αποτέλεσμα και έκαναν νοερή απεικόνιση της μελλοντικής τους επιτυχίας.

Στο εξής, κάθε φορά που λέτε κάτι αρνητικό, ξαναπείτε το με έναν πιο θετικό τρόπο. Τους στόχους μας πρώτα τους κατακτάμε με το μυαλό μας και έπεται η ρεαλιστική τους επίτευξη, γιατί κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει τους περιορισμούς, που ο ίδιος θέτει στον εαυτό του.

Η νοερή απεικόνιση και οι θετικές βεβαιώσεις μπορούν να γκρεμίσουν τα εμπόδια στον δρόμο για την επιτυχία σας και να σας απελευθερώσουν, έτσι ώστε να γίνετε πιο δημιουργικοί και να αναπτύξετε τη δυναμική σας, όπως ποτέ δεν είχατε ονειρευτεί.

Μπορείτε να αποκτήσετε θάρρος επιβεβαιώνοντας: «Λύνω όλα τα προβλήματά μου, αντιμετωπίζοντάς τα με θάρρος και με την πεποίθηση ότι μπορώ να τα ξεπεράσω». Μπορείτε να αρχίσετε να αναπτύσσετε πρωτοβουλίες λέγοντας: «Δεν με τρομάζει η κούραση, αλλά η πλήξη. Έχω άφθονα αποθέματα ενέργειας να αντλήσω, όταν το θέλω».

Η ειλικρίνεια μπορεί να αναπτυχθεί επιβεβαιώνοντας: «Είμαι πάντα ειλικρινής με τον εαυτό μου και με τους άλλους, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες». Η ζωή σας είναι το γενικό σύνολο των παλαιότερων βεβαιώσεών σας.

Όταν βεβαιώνουμε κάτι, ο νόμος της Ενδυνάμωσης αρχίζει να λειτουργεί υπέρ μας. Πρώτα αναζητάμε τις δυνάμεις και τις αλλαγές, που βεβαιώσαμε, και μετά αρχίζουμε να βλέπουμε στον πραγματικό κόσμο όσα περιμένουμε να δούμε. Αρχίζουμε να ενεργούμε, όπως το άτομο που αποφασίσαμε να γίνουμε.

Ο τρόπος που περπατάμε, ακόμη και η γλώσσα του σώματός μας αρχίζει να αλλάζει. Οι συζητήσεις μας αποκτούν τον αέρα ενός διαφορετικού ατόμου. Αλλάζει κυριολεκτικά η προσωπικότητά μας και αρχίζουμε να ενεργούμε, όπως περιμένουμε να ενεργήσουμε.

Όλοι οι επιτυχημένοι αθλητές προπονούνται στα αθλήματά τους και σωματικά και νοερά. Ένας επιτυχημένος δρομέας δεν χτίζει το μυϊκό του σύστημα μόνο με συνεχή προπόνηση, αλλά έχει στο μυαλό του και την εικόνα ότι νικάει σε όλες τις κούρσες. Αν οι αθλητές δεν μπορούν να δουν τον εαυτό τους να κόβει το νήμα, πριν από τους αντιπάλους τους, δεν έχουν πολλές πιθανότητες να νικήσουν. Πάντα θα βλέπετε τον εαυτό σας νικητή. Ό,τι λέτε στον εαυτό σας, θα συμβεί.

Ποτέ μην σκέφτεστε τι δεν θέλετε να συμβεί. Να σκέφτεστε μόνο όσα θέλετε, ανεξάρτητα από την έκβαση μιας κατάστασης. Ό,τι σκέφτεστε και βεβαιώνετε θετικά είναι συνήθως αυτό που τελικά θα αποκτήσετε.

Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα καλάμι, αλλά ένα καλάμι που σκέφτεται

«Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα καλάμι, το πιο αδύνατο της φύσης, αλλά ένα καλάμι που σκέφτεται. Δεν χρειάζεται να οπλιστεί ολόκληρο το σύμπαν για να το σπάσει. Λίγος ατμός, μια σταγόνα νερό, φτάνει για να το σκοτώσει. Μα όταν θα τον έσπαζε το σύμπαν, ο άνθρωπος θα ήταν πιο ευγενής απ’ αυτό που τον σκοτώνει, γιατί ξέρει πως πεθαίνει, και ξέρει το πλεονέκτημα που έχει το σύμπαν επάνω του. Το σύμπαν δεν γνωρίζει τίποτα απ’ αυτό». Στην εικόνα αυτή, στο καλάμι που σκέφτεται, ο Πασκάλ συνδέει την απόγνωση με την επίλεκτη θέση της ανθρώπινης ύπαρξης. Εξηγεί τόσο την αδυναμία όσο και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, τον συνδυασμό των αντιθέσεων, το παράδοξο, ώστε ο άνθρωπος να παρουσιαστεί τελικά ως ένα πλάσμα που η λογική του δεν το βοηθάει.

Ως εκ τούτου, οι θεωρίες περί σωφροσύνης του Μονταίν ή του Επίκτητου δεν είναι αρκετές για τον Πασκάλ. Στις Σκέψεις επιστρέφει διαρκώς στους φιλοσόφους εκείνους που κάποτε ήταν δάσκαλοί του. Για τον Μονταίν λέει ότι παρασύρει τους ανθρώπους στην απάθεια έναντι της σωτηρίας. Κατά την άποψη του Πασκάλ, κανείς από αυτούς τους δύο φιλοσόφους δεν αντιλήφθηκε ότι η αιτία της ανθρώπινης δυστυχίας δεν έγκειται στην αποξένωση από τη λογική. Δεν πρόκειται για την εγκόσμια ευτυχία, αλλά για τη σωτηρία του ανθρώπου πέρα από τη ζωή σε αυτόν τον κόσμο. Και ο δρόμος που οδηγεί εκεί δεν περνάει μέσα από τη λογική αλλά μέσα από την καρδιά.

Η λογική, η νόηση, και η καρδιά είναι κατά τον Πασκάλ τα δύο ουσιώδη γνωστικά όργανα του ανθρώπου. Η λογική και η νόηση είναι υπεύθυνες για μια γνώση η οποία στηρίζεται σε επιχειρήματα, αποδείξεις και συμπεράσματα, όπως στη φιλοσοφία, στη λογική και στις επιστήμες. Αυτά όμως δεν καλύπτουν, κατά τον Πασκάλ, ολόκληρο το εύρος της αλήθειας. Εκτός από τη «λογική της νόησης», υπάρχει και η «λογική της καρδιάς». Η καρδιά, με την αισθητική-διαισθητική ικανότητά της να προσεγγίζει τη γνώση, προχωράει βαθύτερα σε σχέση με τη νόηση. Κατακτά γνώσεις τις οποίες δεν μπορούμε να «αιτιολογήσουμε» και να «αποδείξουμε». Ο Πασκάλ αναφέρει εν προκειμένω ως παράδειγμα το ότι γνωρίζουμε ότι ο χώρος είναι τρισδιάστατος ή ότι οι αριθμοί είναι άπειροι. Ειδικά τα βασικά αξιώματα, που αποτελούν προϋπόθεση των επιστημονικών θεωριών, δεν αναγνωρίζονται με τη λογική αλλά με την καρδιά. Τα αξιώματα τα αισθανόμαστε, τα θεωρήματα τα συνάγουμε, όπως λέει ο ίδιος. Όλες οι μεγάλες θεωρίες, υποστηρίζει ο Πασκάλ, βασίζονται αρχικά σε μια διαίσθηση.

Η αισθητική-διαισθητική ικανότητα της καρδιάς να συνάγει συμπεράσματα δεν φαίνεται μόνο στη διερεύνηση της φύσης, αλλά σε όλους τους τομείς, ιδιαίτερα μάλιστα στον τρόπο που σχετίζονται οι άνθρωποι μεταξύ τους αλλά και στις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους. Υπάρχει μια συγκεκριμένη «λογική», μια γνωστική περιοχή της καρδιάς. Ο Πασκάλ το διατυπώνει ως εξής: «La Coeur a sa raison, que la raison connait pas» – η καρδιά δηλαδή έχει τη δική της «λογική», την οποία η λογική δεν γνωρίζει». Με αυτή τη θέση του ο Πασκάλ εναντιώνεται στην «ορθολογική» παράδοση που κυριαρχεί στη φιλοσοφία από την αρχαιότητα και θέλει ειδικά τις ύψιστες αλήθειες να είναι προσιτές μόνο μέσω της λογικής. Δίνοντας στη «λογική της καρδιάς» το προβάδισμα έναντι της «λογικής της νόησης», αποδεικνύει απεναντίας τις περιορισμένες δυνατότητες και την αδυναμία της νόησης.

Ο Πασκάλ συνειδητοποιεί όμως ότι με τις θέσεις που υποστηρίζει βρίσκεται στο επίκεντρο μιας δημόσιας αντιπαράθεσης και ότι οι αναγνώστες του προέρχονται ως επί το πλείστον από τους κύκλους των λογίων. Για τον λόγο αυτό επιχειρεί στο πιο γνωστό μέρος του βιβλίου, το μέρος του στοιχήματος, ένα στρατηγικό πείραμα. Σε μια αντιπαράθεση με έναν επιφυλακτικό και κοσμικό συνομιλητή, έναν μορφωμένο μπον βιβέρ, δεν χρησιμοποιεί καθόλου τις έννοιες της Θείας Χάριτος και «αίσθηση της καρδιάς». Ακολουθεί την κριτική στάση του συνομιλητή του και προσπαθεί αρχικά να τον πείσει για την ύπαρξη του Θεού με έναν ορθολογικό υπολογισμό.

O Θεός βρίσκεται έξω από την «τάξη του πνεύματος». Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει κάποια «κανονική» απόδειξη της ύπαρξής του ή της μη ύπαρξής του. Στη ζωή μας πρέπει να αποφασίσουμε αν θα δεχτούμε ή όχι την ύπαρξη του Θεού. Ο Πασκάλ δεν αφήνει περιθώριο διαφυγής από την απόφαση αυτή. Βρισκόμαστε επομένως σε μια κατάσταση όπου θα πρέπει να ποντάρουμε υπέρ ή κατά της ύπαρξης του Θεού. Και το στοίχημα αυτό αφορά κάτι απείρως σημαντικό: την αιώνια μακαριότητα. Όλα δείχνουν πως η πιθανότητα να ποντάρει κανείς σωστά είναι 50:50. Το ενδεχόμενο όμως ενός μη πεπερασμένου κέρδους καταργεί κατά τον Πασκάλ κάθε στάθμιση πιθανοτήτων. Άρα άνθρωπος πρέπει να ποντάρει υπέρ της ύπαρξης του Θεού, επειδή η πιθανότητα να χάσει δεν μπορεί να συγκριθεί με το πιθανό κέρδος της αιώνιας μακαριότητας. Ακόμη και η λογική, αντιτείνει ο Πασκάλ στον ορθολογιστή συνομιλητή του, ωθεί τον άνθρωπο στην πίστη.

Η επιχειρηματολογία του Πασκάλ όμως δεν τελειώνει στο σημείο αυτό. Διότι ο συνομιλητής του, ο μπον βιβέρ, δεν μπορεί να αποφασίσει πού να ποντάρει και ομολογεί πως είναι ανίκανος να πιστέψει. Τώρα ο Πασκάλ προτείνει μια «μη ορθολογική», μια πρακτική οδό. Ο άνθρωπος πρέπει να φέρεται σαν να πιστεύει, πρέπει να συμμετέχει στα τελετουργικά της θρησκείας και έτσι να μετριάζει τα πάθη του. Πρέπει να ταπεινωθεί, ώστε να προετοιμάσει το έδαφος για την αληθινή πίστη. Ταπεινοφροσύνη και αυτοπεριορισμός της λογικής: Αυτός είναι για τον Πασκάλ ο δρόμος που οδηγεί ακόμη και έναν μορφωμένο άνθρωπο στην πίστη.

Αυτός ο μορφωμένος άνθρωπος έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά του συγγραφέα. Στις Σκέψεις ο θρήσκος Πασκάλ αντιπαλεύει με τον επιφυλακτικό ορθολογιστή που υπήρξε κάποτε και από τον οποίο θέλει να απελευθερωθεί. Ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με ένα διπλό πρόσωπο: το ένα επιχειρηματολογεί ορθολογικά και το άλλο διαλογίζεται θρησκευτικά. Και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο το βιβλίο προσέλκυε πάντα εξίσου τόσο θρησκευόμενους αναγνώστες όσο και αναγνώστες με φιλοσοφικό-ορθολογικό προσανατολισμό. Αλλά και για εκείνους που δεν πιστεύουν, οι Σκέψεις αποτελούν απόδειξη για τη διαυγή σκέψη του συγγραφέα τους, ο οποίος μέσα από μια εξαιρετική ανάλυση της κατάστασης του ανθρώπου καταλήγει σε λανθασμένα συμπεράσματα.

Οι ουρανοξύστες «σκοτώνουν» 100 εκατ. πτηνά ετησίως

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι τουλάχιστον 100 εκατομμύρια πτηνά πεθαίνουν κάθε χρόνο στις ΗΠΑ όταν συγκρούονται με κτίρια, φτιαγμένα από γυαλί ή φωτισμένους ουρανοξύστες.

Το Σικάγο, με τις πολυάριθμες γυάλινες κατασκευές, είναι ο πιο πολυσύχναστος εναέριος χώρος για τα πτηνά στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης και επομένως η πιο επικίνδυνη πόλη για τους φτερωτούς ταξιδιώτες. Περισσότερα από 5 εκατομμύρια πουλιά από τουλάχιστον 250 διαφορετικά είδη πετούν μέσα από το κέντρο της πόλης κάθε άνοιξη.

Πέρα από το Σικάγο και το Μανχάταν αποτελεί «παγίδα» για τα πουλιά, τα οποία ταξιδεύουν δύο φορές το χρόνο, πάνω από την περιοχή με στόχο να φτάσουν βόρεια την άνοιξη και νότια το φθινόπωρο.

Κατά τη διάρκεια μιας μέρας ένα πουλί βλέποντας την αντανάκλαση ενός δέντρου σε έναν ουρανοξύστη μπερδεύεται με αποτέλεσμα να καταλήγει με δύναμη πάνω στο τζάμι, το οποίο έχει μπερδέψει με κλαδί δέντρου. Παράλληλα, τα πουλιά συνηθίζουν να έλκονται από το φως για αυτό και τυχαίνει να πετούν πάνω από τις πόλεις που είναι φωτισμένες, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της νύχτας, μια πρακτική που επίσης εγκυμονεί κινδύνους για την επιβίωσή τους.

Κάθε πόλη με δομές από γυαλί και λαμπερά φώτα το βράδυ είναι ένοχη για το θάνατο εκατομμυρίων πουλιών, ωστόσο, κάποιες είναι πιο επικίνδυνες από άλλες σύμφωνα με την έκθεση. Ανάμεσά τους βρίσκονται το Χιούστον, το Ντάλλας, η Νέα Υόρκη, το Λος Άντζελες, το Σεντ Λούις και η Ατλάντα.

Οδύσσεια 700.000 ετών του Δία μέσω του ηλιακού συστήματος

Ερευνητές του Πανεπιστημίου Lund της Σουηδίας χρησιμοποίησαν προηγμένες προσομοιώσεις υπολογιστών για να μάθουν περισσότερα για το ταξίδι του Δία μέσα στο ηλιακό μας σύστημα περίπου 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια πριν, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με την αποδεκτή θεωρία ότι οι αέριοι πλανήτες σχηματίστηκαν μακριά και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν σε τροχιά πιο κοντά στο άστρο μας. 
 
«Υπάρχουν μερικά πράγματα που κάνουν το ηλιακό σύστημα κάπως παράξενο», λέει ο Lauren Weiss, αστροφυσικός στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ. «Ένα από τα οποία είναι ότι έχουμε έναν γιγαντιαίο πλανήτη και ξέρουμε ότι μόνο το 10% των άστρων έχει έναν τεράστιο πλανήτη. Και υπάρχουν ίσως ακόμη λιγότερα άστρα που έχουν δύο γιγαντιαίους πλανήτες». 
 
Ο Δίας σχηματίστηκε νωρίς στο ηλιακό σύστημα, όπως και οι άλλοι πλανήτες, οι οποίοι βαθμιαία σχηματίστηκαν από την κοσμική σκόνη, η οποία περιστρεφόταν γύρω από τον ήλιο μας σε έναν δίσκο αερίων και σωματιδίων. Ο Δίας δεν ήταν μεγαλύτερος από τον δικό μας πλανήτη.
 
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο Δίας σχηματίστηκε τέσσερις φορές πιο μακριά από τον ήλιο από ό, τι δείχνει η σημερινή του θέση.
 
«Είναι η πρώτη φορά που έχουμε την απόδειξη ότι ο Δίας σχηματίστηκε πολύ μακριά από τον ήλιο και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην τρέχουσα τροχιά του. Βρήκαμε αποδεικτικά στοιχεία για τη μετανάστευση των αστεροειδών Τρώες που βρίσκονται σε τροχιά γύρω από τον Δία «, εξηγεί η Simona Pirani, διδακτορική φοιτήτρια αστρονομίας στο Πανεπιστήμιο Lund και η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.
 
Αυτοί οι αστεροειδείς Τρώες  αποτελούνται από δύο ομάδες χιλιάδων αστεροειδών που βρίσκονται στην ίδια απόσταση από τον Ήλιο ως τον Δία, αλλά περιστρέφονται γύρω από και πίσω από τον Δία, αντίστοιχα. Υπάρχουν περίπου 50% περισσότεροι Τρώες μπροστά από τον Δία από ό,τι πίσω. Και αυτή η ασυμμετρία έγινε το κλειδί για την κατανόηση από τους ερευνητές της μετανάστευσης του Δία. Οι αστεροειδείς Τρώες (Trojan) ακολουθούν την τροχιά του Δία γύρω από τον Ήλιο και η μελέτη τους έχει οδηγήσει στους επιστήμονες του Πανεπιστημίου Lund να υποθέσουν ότι ο Δίας ακολούθησε την εν λόγω διαδρομή. Αξίζει να σημειωθεί ότι σημάδια της διαδρομής αυτής έχουν ήδη ανακαλυφθεί στη ζώνη των αστεροειδών. 
 
Η σημερινή θέση του Δία τον βρίσκει σε τροχιά σε απόσταση 780 εκατομμυρίων χιλιομέτρων από τον Ήλιο, απόσταση που αντιστοιχεί σε 5,2 αστρονομικές μονάδες (AU). Οι τελευταίες θεωρίες θέλουν τον μεγαλύτερο πλανήτη του Ηλιακού μας Συστήματος να ξεκινά σε μια απόσταση 3,5 αστρονομικών μονάδων, πιο κοντά δηλαδή στη ζώνη αστεροειδών Kuiper, να μεταφέρεται κοντά στον Ήλιο, σε απόσταση 1,5 αστρονομικών μονάδων, περίπου στη θέση που βρίσκεται σήμερα ο πλανήτης Άρης.  
 
Η μετακίνηση αυτού του τόσο μεγάλου σε όγκου ουράνιου σώματος δεν θα μπορούσε παρά να είναι εξαιρετικά βίαιη σε πλανητικό επίπεδο, γεγονός που εξηγεί πολλά από τα «περίεργα» στοιχεία που παρατηρεί κανείς στη συμπαντική γειτονιά μας. Ένα από αυτά είναι το μέγεθος του πλανήτη Άρη, το οποίο και εκτιμάται ότι είναι μικρότερο από όσο θα ήταν εάν δεν είχε συμβεί αυτό το διαστημικό ταξίδι του Δία. Η μετακίνηση αυτή εκτιμάται ότι διήρκησε περίπου 700.000 χρόνια, ένα χρονικό διάστημα που θεωρείται μικρό για τα διαστημικά δεδομένα. 
 
Οι επιστήμονες θα συνεχίσουν να μελετούν το Δία, προκειμένου να κατανοήσουν καλύτερα τόσο το παρελθόν του όσο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. 

Η Δύναμη της Θετικής Σκέψης

«Τα ανθρώπινα όντα μπορούν να τροποποιούν τη ζωή τους,τροποποιώντας τον τρόπο της σκέψης τους» -Γουίλιαμ Τζέημς
 
«Ο ταχύτερος και ευκολότερος τρόπος που ξέρω για να περάσετε από αρνητική στάση σε θετική, είναι να αναπτύξετε μια νοοτροπία ευγνωμοσύνης» -Jim Donovan
 
Ο άνθρωπος είναι ένα όν σκεπτόμενο.
Η σκέψη είναι προϊόν της διάνοιας, του εγκεφάλου του και αυτή η ικανότητα σκέψης του ανθρώπου τον οδήγησε εδώ που έφτασε, στη δημιουργία εκπληκτικών πραγμάτων. Ωστόσο, ο άνθρωπος, ως έλλογο όν, διασκέπτεται επί παντός του επιστητού και φιλοξενεί στην απέραντη δεξαμενή του νου του ποικίλες σκέψεις, από θετικές και εποικοδομητικές, μέχρι αρνητικές και καταστρεπτικές δι’ εαυτόν και αλλήλους. Ακόμη και για τον χώρο που απλόχερα τον φιλοξενεί: τη γη.
 
Η δύναμη και η επίδραση της θετικής σκέψης στη ζωή του ανθρώπου έχει επισημανθεί και εξαρθεί κατά διαστήματα από ψυχολόγους, ψυχίατρους, γνωστικούς νευροεπιστήμονες (Ν.P.L.), κοινωνιολόγους κ.ά., οι οποίοι με τις μελέτες τους επεσήμαναν μεταξύ άλλων δύο τινά:
 
Πρώτον: Τα ευεργετικά αποτελέσματα της θετικής σκέψης που οδηγούν σε θετικές στάσεις και στη διαμόρφωση θετικών αξιών ζωής.
 
Δεύτερον: Tον τρόπο κτήσης αυτής της ικανότητας και τέχνης, του σκέπτεσθαι, δηλαδή, με τρόπο θετικό. Γιατί πρόκειται πραγματικά περί τέχνης, το να καλλιεργεί κανείς μόνο θετικές σκέψεις και να αποκρούει τις αρνητικές ή μάλλον να μετατρέπει τις αρνητικές και καταστροφικές σε θετικές. Με αυτό δεν εννοώ ότι θα πρέπει να ακολουθήσει κανείς τις αρχές της θεοσοφίας, του ελέγχου του νου με την μέθοδο Silva και την μέθοδο του ανατολίτικου διαλογισμού, μέθοδοι που υπόσχονται πολλά, αν και, και σ’ αυτές μπορεί να βρει ωφέλιμες υποδείξεις ελέγχου και ανάπτυξης θετικής σκέψης. Εννοώ κάτι περισσότερο και διαφορετικό.
 
“Der Mensch ist was er istt”, λέει μια γερμανική παροιμία, το οποίο σημαίνει ότι «ο άνθρωπος είναι ό,τι τρώει». Τηρουμένων των αναλογιών, αυτό μπορεί να εφαρμοστεί και στη διατροφή της διάνοιας, του εγκεφάλου του. Ό,τι βάζει κανείς στη διάνοιά του, αυτό και είναι. Αρχαίος σοφός με την απέριττη σοφία του είχε επισημάνει προ εκατονταετιών: «Καθώς φρονεί τις εις την εαυτού ψυχήν τοιούτος και είναι».
 
Η σωστή πνευματική διατροφή του εγκεφάλου, λοιπόν, είναι το πρώτο προαπαιτούμενο για την καλλιέργεια μιας θετικής σκέψης που στη συνέχεια οδηγεί σε θετική στάση ζωής. Αν κανείς διαβάζει, συζητά, βλέπει και ακούει και μέσω των αισθήσεών του, κατακλύζει την διάνοιά του από αρνητικές σκέψεις και αισθήματα (εκδίκηση, φοβίες, άγχος, μίση, μνησικακίες, μικρότητες, αυτοκαταστροφικότητα, αντιζηλία, φθόνος) και θα καταλήξει με μαθηματική ακρίβεια στο να γίνει ένας αρνητικός, απαισιόδοξος και δυστυχής άνθρωπος, που θα σκορπά την αμφιβολία, την καχυποψία, τον πεσιμισμό και την δυσαρέσκειά του, γύρω του, με δυσάρεστα για τους αποδέκτες του αποτελέσματα.
 
Στην εποχή μας, ατυχώς, υπερπλεονάζουν αυτού του είδους οι άνθρωποι, ακριβώς, γιατί αφήνουν την διάνοιά τους να βομβαρδίζεται με δεκάδες αρνητικές σκέψεις: με φοβίες υπαρκτές ή ανύπαρκτες, με ανησυχίες υπερβολικές για το μέλλον (εγγύς ή απώτερο), με τον πληθωρισμό και την επαπειλούμενη ακρίβεια της ζωής, με την ανασφάλεια στον χώρο της εργασίας, με την απορία ζωής και την απόγνωση και τόσα άλλα.
 
Σ’ αυτό ασφαλώς συμβάλλουν αποφασιστικά τα Μ.Μ.Ε., που για λόγους κερδοσκοπικούς φροντίζουν να προβάλλουν κατά κόρον ειδήσεις με την αυξανόμενη εγκληματικότητα, την βία και την αιματοχυσία, τις ανθρώπινες διαστροφές, την χυδαιολογία, τα εντυπωσιακά ατυχήματα, τις τρομοκρατικές ενέργειες, την απανταχού πλεονάζουσα δυστυχία και τόσα άλλα αρνητικά, δήθεν για ενημέρωση του κοινού, στην πράξη όμως, επειδή αυτά «πουλάνε» περισσότερο, αφού ανεβάζουν την αδρεναλίνη του τηλεθεατή και ασκούν καταστρεπτική κριτική καλλιεργώντας το κλίμα της αρνητικότητας και της αμφισβήτησης των πάντων.
 
Έτσι, οι άνθρωποι δήθεν ψυχαγωγούνται στο σαλόνι τους, από ανθρώπους που δεν θα έβαζαν ποτέ στο σπίτι τους ―όπως παρατήρησε ορθά κάποιος Βρετανός τηλεπαρουσιαστής. Ωστόσο, είναι γεγονός αναντίρρητο ότι οι βίαιες ταινίες και οι σκηνές αίματος αιχμαλωτίζουν την σκέψη και την διαμορφώνουν, επηρεάζοντας τις επιλογές μας. Ενώ αν τα Μ.Μ.Ε. έδιναν έμφαση και στα θετικά επιτεύγματα του ανθρώπου, στις πράξεις αγαθοεργίας, φιλανθρωπίας και ευποιΐας, αν έδιναν ανάλογο χρόνο, στα ευγενή έργα και επιτεύγματα ανθρώπων της τέχνης, του λόγου και του πνεύματος, ασφαλώς θα καλλιεργούσαν πρότυπα με θετικά παραδείγματα, και θετικές σκέψεις, άξιες προς μίμηση και παραδειγματισμό, ιδίως των νέων.
 
Ζώντας, λοιπόν, σε μια κοινωνία κατ’ ουσίαν σχιζοφρενική, με χαμένες αξίες και ελάχιστα ιδανικά, πλέοντας μέσα σ’ ένα σκάφος που παραδέρνεται και απειλείται από τα πελώρια κύματα του αρνητισμού κινδυνεύοντας να καταποντιστεί, το ζητούμενο είναι πως ο σύγχρονος άνθρωπος θα μπορέσει να αποφύγει την καλλιέργεια αρνητικών σκέψεων και αισθημάτων και πως θα καλλιεργήσει και θα υλοποιήσει τη θετική σκέψη στη ζωή του.
 
Σ’ αυτό έρχονται οι ειδικοί και μας λένε κάποια απλά πράγματα που μπορεί να μείνει κανείς έκπληκτος με την απλότητα αλλά και την δύναμη και την αποτελεσματικότητά τους, αν εφαρμοστούν σωστά.
 
Το ν’ αποφύγει κανείς πληροφορίες και σκέψεις αρνητικές είναι σχεδόν αδύνατον και αναπόφευκτο. Είναι δε και ανέφικτο, μάλλον, το να ξεριζώνει συνεχώς τις αρνητικές σκέψεις αν έχει συνηθίσει να εκτρέφεται σ’ ένα κλίμα αρνητικό που τις παράγει. Για να καλλιεργήσει κανείς ένα χωράφι πρέπει προηγουμένως να καταστρέψει τα σκουλήκια και τα παράσιτα. Αλλά για να το καταφέρει αυτό, δεν μπορεί να το κάνει καταστρέφοντάς τα ένα-ένα. Πρέπει να φιλοξενήσει στο χωράφι του άλλα όντα, που θα εξαλείψουν τα παράσιτα.
 
Ήτοι, θα πρέπει να φιλοξενήσει στη διάνοιά του θετικές σκέψεις, με θετικές αξίες, που θα γίνουν ισοδύναμες ευεργετικές δυνάμεις και θα απορροφήσουν τις αρνητικές σκέψεις ανατρέποντας τις καταστάσεις. Ίσως θα πρέπει αναγκαστικά, ―για να θυμηθούμε εδώ την ευαγγελική παραβολή― ο σίτος και η ήρα (ζιζάνια) να συναυξάνονται ομού, μέχρις ότου ο σίτος υπερπλεονάσει και η ήρα συρρικνωθεί και αυτοκαταστραφεί. Πώς μπορεί όμως να επιτευχθεί κάτι τέτοιο;
 
Μπορεί να επιτευχθεί με την λεγόμενη μέθοδο της αυθυποβολής που δεν είναι τίποτα άλλο, από παραγωγική σκέψη με τον λεγόμενο αυτο-έλεγχο. Οι ψυχαναλυτές και οι ψυχολόγοι μάς έχουν κατά κόρον μυήσει και μιλήσει για τις νοητικές σφαίρες και τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου. Κάνουν λόγο για το συνειδητό που περιλαμβάνει τη φρόνηση, τον συλλογισμό, την λογική, την θέληση (ή αλλιώς την διάνοια) και το ασυνείδητο (που περιλαμβάνει και το υποσυνείδητο) και που είναι το σύνολο των ενστίκτων, των επιθυμών, της φαντασίας, των συνηθειών για να το πούμε έτσι απλά.
 
Σπάνια, όμως, γίνεται λόγος για το υπερσυνείδητο που είναι η ηθική μας συνείδηση, το ιδανικό μας εγώ και όλες οι δυνατότητες του νου για το πρακτέο. Σε αυτό το υπερσυνείδητο του ανθρώπου, κατοικοεδρεύουν δυνάμεις εξαιρετικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά, αρκεί να ξέρουμε εμείς να τις βρούμε, να τις ελέγξουμε και να τις χρησιμοποιήσουμε. Μέσα στο υπερσυνείδητο, μάς λέγουν οι ειδικοί, βρίσκεται το μυστικό της επιτυχίας μας, της υγείας και της ευτυχίας μας. Διότι, το υπερσυνείδητο μπορεί να έχει τον έλεγχο των λειτουργιών και καταστάσεων του σώματος εκτός από τον έλεγχο του πνεύματος.
 
Ο αυτοέλεγχος ή αυθυποβολή είναι το μυστικό της διάρθρωσης της ζωής. Στη διάρκεια της ημέρας, δεχόμενοι ποικίλους ερεθισμούς κάνουμε ποικίλες σκέψεις, θετικές, αρνητικές, ημι-αρνητικές, ημι-θετικές και αναμεταξύ τους συμπλεκόμενες.
 
Η άσκηση του εαυτού μας στο πνευματικό επίπεδο, με τον αυτο-έλεγχο, ήτοι με την αποδοχή μιας θετικής σκέψης και την απόρριψη της αρνητικής ή ακόμη με την απορρόφηση της αρνητικής και μετατροπής της, ολίγον κατ’ ολίγον, σε θετική είναι το πρακτέο σε κάθε περίπτωση.
 
Ο εντοπισμός της θετικής, εποικοδομητικής σκέψης, όπως καλλιέργεια και οι εκδηλώσεις φιλίας, γενναιοδωρίας, εμπιστοσύνης, ευγένειας, εντιμότητας, φιλαλληλίας, αλληλοσεβασμού, αλτρουισμού κ.ά. μπορεί με την επανάληψη και την εμπέδωσή τους, να μεταφερθούν από το συνειδητό στο υπερσυνείδητο, στον προσωπικό αξιακό κόσμο του ανθρώπου. Είναι αποδεδειγμένο ότι το μυαλό μας είναι μια απέραντη αποθήκη σκέψεων και ο καθένας μας κρατάει τα κλειδιά της.
 
Το ζήτημα είναι πως θα αρχειοθετήσει και πως θα τακτοποιήσει κανείς το υλικό αυτό σ’ αυτήν την τεράστια αποθήκη. Κι ακόμα: Πώς θα αδειάσει τον νου του από τα περιττά και επιβλαβή. Τα τελευταία βέβαια, (π.χ. φόβος, άγχος) μπορεί σ’ ορισμένες περιπτώσεις να λειτουργήσουν και θετικά, ως αναχώματα προστασίας για πιθανές αποτυχίες. Έτσι και οι αρνητικές σκέψεις ορθά θεωρούμενες, με κατάλληλη αυτο-επίγνωση, μπορεί να λειτουργήσουν θετικά, προστατεύοντάς μας από κινδύνους και παγίδες.
 
Οι ποικίλες σκέψεις και συγκινήσεις μπορούν ή να καταγραφούν στο υπερσυνείδητο και να γίνουν μέρος της ιδιοσυγκρασίας και του χαρακτήρα του ανθρώπου ή μπορεί να ελεγχθούν και να απορριφθούν ως σκέψεις αρνητικές, ως αποτέλεσμα, κατ’ ουσίαν, ανωριμότητας. Η βαθιά αναλυτική σκέψη σε ένα πρόβλημα που ανακύπτει και ο αυτο-έλεγχος θα μπορέσουν να μετατρέψουν την αρνητική συγκινησιακή σκέψη σε θετική και εποικοδομητική. Στον εγκέφαλο, τα νευρικά κύτταρα έχουν την δυνατότητα να δημιουργούν νέες συνάψεις και να καταργούν αυτές που ήδη υπάρχουν. Οι νευροεπιστήμονες μάς λένε ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν είναι κάτι το στατικό, αλλά μια διαρκώς μεταβαλλόμενη μάζα κυτταρικών συνδέσεων που επηρεάζονται από τις εμπειρίες μας. Ο αυτοέλεγχος και η διαρκής άσκηση θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για νέες συνάψεις και, στην συνέχεια, θα οδηγήσουν κάποιον στο να πραγματοποιεί εσωτερικές αλλαγές.
 
Αυτές με την σειρά τους θα αλλάξουν ακόμη με τις ορθές ενέργειες και τις εξωτερικές συνθήκες που θα υιοθετήσουμε. Κανείς δεν μπορεί βέβαια μέσα σε 10 μέρες να αλλάξει 10 χρόνια ζωής, παλιές συνήθειες και χρόνια αρνητικής νοοτροπίας, αλλά είναι γεγονός ότι η αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί. Κι αυτό είναι σπουδαίο, μας λένε οι ειδικοί. Όπως ένας αθλητής άρσεως βαρέων βαρών. Ξεκινά, με το να σηκώνει, κατ’ αρχάς, μικρά βάρη, αλλά με την αυτοπειθαρχία και την συνεχή άσκηση κατορθώνει τελικά να σηκώνει μεγάλα, πράγμα ακατόρθωτο για τον μέσο άνθρωπο. Όχι όμως και για τον αθλητή.
 
Τα αποτελέσματα τη καλλιέργειας της θετικής σκέψης είναι ανεκτίμητα, καθώς ένα μεγάλο μέρος των ψυχοδιανοητικών και σωματικών ασθενειών που κατατρύχουν τον σύγχρονο άνθρωπο οφείλονται στην νοοτροπία του και στην σκέψη του.
 
Όπως έγραψα κι άλλοτε, ο σύγχρονος τρόπος ζωής δίνει έμφαση στην συσσώρευση υλικών αγαθών, αλλά όσο πιο πολλά υλικά αποκτήματα αποκτά κανείς, τόσο περισσότερες επιθυμίες και ανάγκες του δημιουργούνται, αφού ζούμε σε μια κοινωνία υπερ-κατανάλωσης. Το τελευταίο, σε συνδυασμό με την επιτάχυνση του ρυθμού ζωής, αυξάνει τους κινδύνους της ταραχής, του άγχους και της ανισορροπίας. Στο σημείο αυτό χρειάζεται η σκέψη, η θετική σκέψη με την λήψη ορθών αποφάσεων. Διότι, η σκέψη μπορεί να γίνει το δηλητήριο που καταστρέφει ή ο ορός που γιατρεύει.
 
Από την εποχή του Ιπποκράτη και του Γαληνού είναι γνωστή η επίδραση της σκέψης στο σώμα. Ο Παβλώφ και άλλοι κατέδειξαν τις εξαρτημένες αντιδράσεις και τον ρόλο των συγκινήσεων στο παρασυμπαθητικό σύστημα. Ο θυμός, ο φόβος, η ενοχή, η αγωνία, η διχόνοια, η μνησικακία κ.ά. αυξάνουν την αρτηριακή πίεση, προκαλούν έλκη, νευρικές διαταραχές, καρδιακές βλάβες, εντερική κινητικότητα, εγκεφαλικά επεισόδια…
 
Ένα μεγάλο πλέγμα σωματικών ασθενειών του σύγχρονου ανθρώπου οφείλεται στον αρνητικό τρόπο σκέψης που καλλιεργεί συστηματικά, με αρνητικές επιμέρους σκέψεις που φιλοξενεί καθημερινά στο κεφάλι του και ιδιαίτερα στο άγχος, που οδηγεί με τη σειρά του στην ασθένεια του αιώνα μας: την κατάθλιψη.
 
Αν όμως αντί για τον αρνητισμό καλλιεργεί συστηματικά με την αυτοσυγκέντρωση, τον αυτοέλεγχο και την επιμονή μόνο θετικές σκέψεις, με θετικές αξίες, αν διαθέτει αυτο-επίγνωση και μετριοφροσύνη (ήτοι, δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του), θα μάθει να καλλιεργεί ένα θετικό τρόπο, μια θετική στάση στα οποιαδήποτε προβλήματα της ζωής και να τα αντιμετωπίζει με επιτυχία. Θα αντικαταστήσει τις κακές κεκτημένες συνήθειες της μονοτονίας, της καχυποψίας, του απομονωτισμού και του πεσιμισμού που διακρατούν οι περισσότεροι άνθρωποι με αρνητική νοοτροπία, με καλές συνήθειες διαμορφώνοντας μια προσωπικότητα που διαθέτει υψηλό αξιακό κόσμο.
 
Η ποιότητα των σκέψεων καθορίζει την ποιότητα της ζωής.
Η επιτυχία και η ευτυχία σε τελευταία ανάλυση αποκτώνται από ανθρώπους που διαθέτουν οράματα, ειλικρίνεια, αποφασιστικότητα, πίστη σε αυτό που κάνουν και αγάπη γι’ αυτό που κάνουν, που προσφέρουν κάτι, χωρίς να αναμένουν ανταπόδοση, που καλλιεργούν και εκδηλώνουν αγάπη για τους πάντες και τα πάντα, μέχρι τα πιο ταπεινά και τα πιο ασήμαντα. Αφού όλα αποτελούν μέρος της δημιουργίας, όπως έλεγε ο Φραγκίσκος της Ασίζης.
 
Υπάρχει κι ένας ταχύτερος και ευκολότερος τρόπος για να περάσει κανείς από την αρνητική στάση σε θετική, μάς λέει ο Jim Donovan. Είναι, να αναπτύξει μια νοοτροπία ευγνωμοσύνης. Μια καλή ιδέα είναι να κρατάει ένα «τετράδιο ευγνωμοσύνης» όπου θα καταγράφει τα πράγματα για τα οποία χρωστάει χάρη στην ζωή του.
 
Ενώ, πάρα πολλοί σήμερα δίνουν έμφαση στην διανόηση και στους θεσμούς και στις εφευρέσεις, οι θετικές αξίες της ζωής, όπως η αυτο-επίγνωση, η κατανόηση του πλησίον, η δικαιοσύνη στις συναλλαγές, η επιθυμία να βοηθήσουμε τους συνανθρώπους μας μπορούν να δώσουν διάρκεια στην ανθρώπινη κοινωνία και να εξασφαλίσουν την σιγουριά στο άτομο.
 
Η σκέψη δηλαδή η θετική και η θετική στάση ζωής επαληθεύουν το ρητό αρχαίου σοφού που είπε: «Ου ταράττει τα πράγματα αλλά αι περί των πραγμάτων δόξαι». Αναμφίβολα η θετική σκέψη ζωής οδηγεί σε ορθή στάση ζωής, σε ορθούς προσανατολισμούς και μπορεί αποφασιστικά να απεγκλωβίσει τον σύγχρονο άνθρωπο από τα αδιέξοδα στα οποία εκούσια έχει περιπέσει.

Ελληνιστική Γραμματεία: Τα λογοτεχνικά είδη, Δραματική ποίηση, Φλύακες

Φλύακες ονομάζεται ένα είδος κωμικής τραγωδίας (εναλλακτικά ἱλαροτραγῳδία) το οποίο άνθησε στις ελληνικές αποικίες της Κάτω Ιταλίας κατά τον 4ο αι. π.Χ. Οι φλύακες αποτελούσαν παρωδίες μυθολογικών θεμάτων, με έντονο το στοιχείο της καρικατούρας και του μπουρλέσκ, και με χαρακτήρες προερχόμενους τόσο από τον ελληνικό μύθο όσο και από την κωμωδία. Σε μεγάλο βαθμό οι ιλαροτραγωδίες αυτές ήταν αυτοσχεδιαστικές και είτε είχαν μυθολογικό θέμα είτε πραγματεύονταν σκηνές από την καθημερινή ζωή.
 
Πληροφορίες σχετικά με τους φλύακες και τον τρόπο παράστασής τους αντλούμε από κατωϊταλικά αγγεία. Ο σημαντικότερος ποιητής φλυάκων είναι ο Ρίνθων από τον Τάραντα (ή κατά μια άλλη εκδοχή από τις Συρακούσες), ο οποίος τελειοποίησε καλλιτεχνικά ένα αρχικά χοντροκομμένο λαϊκό είδος. Από τις μαρτυρίες σχετικά με το έργο του φαίνεται ότι παρουσίαζε παρωδίες τραγωδιών κυρίως του Ευριπίδη. Η επιγραμματοποιός Νοσσίς έγραψε έναν επιτάφιο για τον Ρίνθωνα και τους εκλεπτυσμένους του φλύακες (Νοσσίς Α.Π. 7.414):
 
«Καθώς με προσπερνάς γέλασε δυνατά και πες μια καλή κουβέντα για μένα. Είμαι ο Ρίνθων από τις Συρακούσες, ένα μικρό αηδόνι των Μουσών∙ μα από τις τραγικές φάρσες έδρεψα το δικό μου στεφάνι κισσού».
 
Το είδος είχε μεγάλη απήχηση στην Καμπανία κατά τον 3ο αι. και ήταν το πρότυπο για την ατελλανή φάρσα η οποία βασιζόταν σε στερεοτυπικούς χαρακτήρες. Μέσω της ατελλανής φάρσας οι φλύακες αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης και για τον Ρωμαίο κωμωδιογράφο Πλαύτο.