Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Έλκομαι απ' ότι με καταστρέφει

Η καταστροφή έχει μια γοητεία. Μας έλκει πολλές φορές! Δεν ξέρω αν μπορεί να εξηγηθεί τουλάχιστο με βάση την λογική, για να δούμε...

Πολλοί άνθρωποι, ανάμεσά τους ίσως κι εμείς ενίοτε, έχουμε κάνει επιλογές που φώναζαν, ούρλιαζαν εξαρχής ότι όχι απλά είναι λάθος μα ίσως αποβούν και μοιραίες. Μοιραίες για την ψυχική -και όχι τελικά μόνο- υγεία μας, για το χρόνο μας, για την υπόστασή μας ολόκληρη και την προσωπικότητά μας. Καταστροφικές συνέπειες που θα τις νιώθαμε σε πολλές εκφάνσεις της ζωής και του εαυτού μας.

Κι όμως, όσο ξεκάθαρο κι αν ήταν εμείς πήγαμε ευθεία και με φόρα στο γκρεμό. Λες και κάποιος μαγνήτης μας τραβούσε και δεν είχαμε τη δύναμη να αντισταθούμε...

Γιατί;
Στην ψυχολογία αυτό ονομάζεται τάση αυτοκαταστροφής, σαφώς έχει διαβαθμίσεις και απασχολεί ιδιαιτέρως την επιστήμη. Κυρίως αυτό που μελετάται και θα θέλαμε όλοι απάντηση είναι το αν πρόκειται για συνειδητή ή όχι συμπεριφορά. Επίσης υπάρχει και το ενδεχόμενο να είναι πράξη απολύτου συνειδήσεως που την καλύπτουμε ώστε να φαίνεται το αντίθετο.

Η ψυχολογική μας κατάσταση την χρονική στιγμή που πράττουμε αυτοκαταστροφικά ή έστω εις βάρος μας, παίζει τεράστιο ρόλο μα σε γενικά πλαίσια ο κύριος παράγοντας είναι η ωρίμανσή μας και σε ποιο σημείο έχει φτάσει. Επιπροσθέτως το πόσο αγαπάμε τον εαυτό μας, τον σεβόμαστε ή τον έχουμε χαμηλά λόγω έλλειψης αυτοπεποίθησης και ανασφαλειών, είναι παράμετρος σημαντική που καθοδηγεί επιλογές.

Εκτός βέβαια αν μιλούμε απλά για ένα συγκεκριμένο στοιχείο χαρακτήρα, που λέγεται παρορμητισμός, αυθορμητισμός και επιπολαιότητα τα οποία δεν αλλάζουν απλά υποτίθεται μαθαίνεις ή τουλάχιστον οφείλεις, να τα κοντρολάρεις όσο μεγαλώνεις.

Μια άλλη απλούστερη ίσως θεωρία μα διόλου ευκαταφρόνητη είναι ο υπέρμετρος εγωισμός μας επί της ουσίας. Το γεγονός ότι δεν μπορούμε να δεχτούμε την αποτυχία ή την απόρριψη ή το ότι βλέπουμε τα πάντα ως πρόκληση και μόνο έτσι λειτουργούμε ή έχει ενδιαφέρον η ζωή.

Υπερβολική πίστη επίσης στον εαυτό μας ότι ενδεχομένως μπορούμε να τα έχουμε όλα υπό έλεγχο ή να καθορίσουμε το αν και κατά πόσο θα πληγωθούμε μα και ακόμη η ανοησία να θεωρήσουμε πως θα αλλάξουμε τα δεδομένα.

Συμπεριφορά κατά τη διάρκεια.
Το πιο πιθανό είναι ακόμη κι αν ξέρουμε την κατάληξη, κατά τη διάρκεια που ζούμε την όποια μας επιλογή, να μη σκεφτόμαστε το μετά και να είμαστε δοσμένοι ολόψυχα σε αυτό. Ακόμη κι αν υποφέρουμε προσπαθούμε να το βολέψουμε αλλιώς στο μυαλό μας για να εφησυχάσουμε. Ή απλά ζούμε τη στιγμή αποφεύγοντας να κάνουμε σκέψεις που αφορούν το μετά και ειδικά τις συνέπειες.

Όλα τα γνωρίζουμε και δεν έχουμε καμιά ανάγκη από καλοθελητές να μας υπενθυμίζουν τα τυχόν λάθη μας παριστάνοντας τους κριτές ή τους αλάνθαστους. Κάποιες φορές ενδεχομένως και να λειτουργούμε ως τιμωροί ως προς τον εαυτό μας αν νομίζουμε πως το αξίζουμε για προσωπικούς λόγους.

Το μετά.
Η περίοδος μετά από την όποια λανθασμένη έως καταστροφική επιλογή, είναι άσχημη σαφώς και όσο κι αν δεν είναι έκπληξη, δεν παύει να μας φέρνει πόνο, θυμό μα και αποδιοργάνωση. Έχουμε κι άλλα παράσημα- ήτοι πληγές- και έχουμε χάσει ακόμη και χρόνο μα κυρίως κομμάτια του εαυτού μας. Έχουμε αδειάσει κι αυτό είναι από τα χειρότερα συναισθήματα που υπάρχουν. Γνωρίζουμε τις ευθύνες μας μα αυτό δεν μας εμποδίζει από το να οικτίρουμε κιόλας τον εαυτό μας έχοντας μπει στην ψυχολογία του θύματος.

Η απογοήτευση κυριαρχεί διότι νιώθουμε αποτυχημένοι για ακόμη μια φορά ή πως δεν αξίζουμε. Ελλοχεύουν κίνδυνοι σ' αυτή τη φάση, ανάλογα με το πως θα το διαχειριστεί κανείς. Αν από αντίδραση κάνει σπασμωδικές κινήσεις πανικού θα οδηγηθεί σε νέα λάθη. Αν εκμεταλλευτεί ό,τι συνέβη προς όφελός του θα πρέπει να κάνει αρκετή παρέα με τον εαυτό του και αυτοκριτική. Να κατανοήσει, να δώσει χρόνο να συνέλθει και να το δει ως μάθημα δουλεύοντας προς τη κατεύθυνση ίασης και αλλαγής συμπεριφοράς πλέον.

Οφείλει να ψάξει βαθιά απαντήσεις και αν σε αυτό δεν τα καταφέρνει, δόκιμο θα ήταν να ζητήσει βοήθεια ειδικού για να αποφύγει την επανάληψη. Ενίοτε τα πράγματα δεν είναι καν τόσο σοβαρά μα τα μεγεθύνουμε εμείς για διαφόρους λόγους. Κάπου σε αυτό το σημείο βοηθούν ακόμη και δικοί μας άνθρωποι που πέρα από συμπαράσταση, μπορούν να είναι πιο νηφάλιοι και αντικειμενικοί.

Το μόνο βέβαιον είναι πως ουδείς αλάνθαστος μα απαιτείται κάποια ισορροπία ακροβατώντας στο πόσο αυστηροί θα είμαστε με τον εαυτό μας ή πόσο θα του χαϊδεύουμε τ' αυτιά βρίσκοντας και δικαιολογίες για τις πράξεις και τις επιλογές μας. Επίσης ευνόητο είναι ή τουλάχιστον πρέπει να είναι, πως η ηλικία αποτελεί σοβαρότατη παράμετρο στο να λυγίζεις ακόμη κι αν σε γοητεύει το οτιδήποτε που φωνάζει από μακριά ωστόσο πως είναι κίνδυνος.

Τέλος, δεν αναφέρεται ως άλλοθι αλλά είναι μια αλήθεια: είναι και στην φύση του ανθρώπου να έλκεται από δυσκολίες ή μυστήριες καταστάσεις που ενέχουν ρίσκο ή κάποιον κίνδυνο.

Κάθε φορά που εμπιστεύεσαι τα συναισθήματά σου και τα μοιράζεσαι με ειλικρίνεια, ανοίγεις μια πόρτα στην ελευθερία σου

Όταν έρχεσαι σε επαφή με τα συναισθήματά σου, τα αναγνωρίζεις και τα εκφράζεις, είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου. Δίνεις αξία στα συναισθήματά σου, εμπιστεύεσαι τις αποφάσεις σου, προσεγγίζεις ισότιμα τους ανθρώπους που εκφράζεις τα συναισθήματά σου.

Γιατί όμως, όταν κάθε φορά που σκέπτεσαι την παιδική σου ηλικία, θυμώνεις και στρέφεσαι κατά του εαυτού σου, κατά άλλων προσώπων της παιδικής σου ηλικίας, με τρόπο που δεν δίνεις αξία στο συναίσθημά σου; Με τρόπο που είτε νιώθεις θλίψη, είτε επιθετικότητα.

Το μικρό παιδί δεν νιώθει σίγουρο για τα συναισθήματά του και ενοχοποιεί τον εαυτό του, θεωρώντας ότι δεν θα έπρεπε να νιώθει αρνητικά συναισθήματα. Νιώθει ασήμαντο και αδύναμο να υποστηρίξει τη θέση του. Δεν τολμά να αναγνωρίσει τα συναισθήματά του αν κάποιος δεν τα αναγνωρίσει ώστε να τους δώσει αξία. Λέει μάλιστα στον εαυτό του ότι είναι ανόητο να αισθάνεται έτσι. Το συναίσθημα όμως παραμένει μέσα του και στη συνέχεια αποκαλύπτεται παρορμητικά. Κάθε φορά που έρχεται σε επαφή με τον θυμό του, δεν τον κατανοεί και τρομάζει. Ο τρόμος όμως γίνεται μη διαχειρίσιμος θυμός.

Αν ως παιδί δεν σου επέτρεπαν την έκφραση των συναισθημάτων σου, έμαθες να επικρίνεις τον εαυτό σου κάθε φορά που έρχεσαι σε επαφή με αυτά και ν' αντιδράς επομένως παρορμητικά. Αν τα συναισθήματά σου γινόντουσαν αποδεκτά, θα ένιωθες ασφαλής με τον εαυτό σου. Θα αναγνώριζες τα συναισθήματά σου, θα ένιωθες ασφάλεια με αυτά, όποια κι αν ήταν, θα τα εμπιστευόσουν, οπότε θα τα επικοινωνούσες με τρόπο που θα δικαιωνόσουν.

Όταν, δηλαδή, αναγνωρίζεις τα συναισθήματά σου και τα κατανοείς, δεν τα εκφράζεις παρορμητικά. Αυτό το κάνεις μόνο στις περιπτώσεις που επικρίνεις τον εαυτό σου για αυτά που νιώθεις. Δεν νιώθεις σίγουρος για τον εαυτό σου και για τα συναισθήματά σου, αμφιβάλλεις και καταφεύγεις σε μια αυστηρή κριτική και αυτή η αυστηρή επίκριση σε οδηγεί σε παρόρμηση, αντιδρώντας στην πραγματικότητα σε αυτά. Δεν τους φέρεσαι δηλαδή με τον σεβασμό που τους αναλογεί γιατί δεν τα εμπιστεύεσαι.

Όταν επικρίνεις τον εαυτό σου για ό,τι νιώθεις, δεν σε κατανοείς. Η ακύρωση του εαυτού σου δε σε βοηθά να χαρίσεις νόημα στα συναισθήματά σου. Καθετί που δεν νοηματοδοτείται με αξία στρέφεται σε σένα με αρνητικό τρόπο.

Η επίκριση σε γεμίζει ενοχές. Στρέφεσαι κατά του εαυτού σου, κατά της δημιουργικότητάς σου και δεν εστιάζεσαι με τρόπο αξίας σε σένα. Κάτω από το βάρος της ενοχής νιώθεις σύγχυση. Η ενοχή προκαλεί την αμφιβολία και ροκανίζει την εμπιστοσύνη στον εαυτό σου. Σε γεμίζει θυμό όπου αδυνατείς να τον διαχειριστείς που εν τέλει γίνεται οργή. Δεν επικοινωνείς το συναίσθημά σου με στόχο να εκφράσεις την αλήθεια σου για αυτά που νιώθεις με σεβασμό και εκτίμηση σε σένα, αλλά η υποσυνείδητη σου πρόθεση είναι να εκτονώσεις αυτό που νιώθεις.

Κάθε φορά που εμπιστεύεσαι τα συναισθήματά σου και τα μοιράζεσαι με ειλικρίνεια, ανοίγεις μια πόρτα στην ελευθερία σου. Κάθε φορά που σε επικρίνεις, ακυρώνεις τον εαυτό σου για αυτά που νιώθεις. Απομακρύνεσαι από τον εαυτό σου, από την προσωπική σου αλήθεια και τα αληθινά σου συναισθήματα φυλακίζονται.

Πολλοί άνθρωποι λένε «εγώ εκφράζω τα συναισθήματά μου» όταν επιτίθενται κατά του εαυτού τους ή κατά άλλων προσώπων. Ο ανεξέλεγκτος θυμός, η οργή, η κατάθλιψη προέρχονται από την επίκριση του εαυτού σας. Ο άνθρωπος που εκφράζει τα συναισθήματά του το κάνει με πρόθεση να επικοινωνήσει αυτό που νιώθει. Ο άνθρωπος που επικρίνει τον εαυτό του, όταν εκφράζει τα συναισθήματά του, το κάνει γιατί έχει προσδοκία να αλλάξει τον εαυτό του ή το άλλο πρόσωπο. Η προσδοκία τον βαραίνει συναισθηματικά οπότε επιτίθεται ή κλείνεται στον εαυτό του.

Συναισθηματική κατανόηση σημαίνει ότι σέβομαι το συναίσθημα μου το αγκαλιάζω και το καταλαβαίνω, χωρίς να αμφιβάλλω για αυτό και το μοιράζομαι με τους ανθρώπους που τους αφορά, με στόχο την επικοινωνία, το μοίρασμα, τη συναισθηματική προσέγγιση.

Από τη μοίρα του το κακό τριγυρνά τη θνητή φύση

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ούτε να χαθούν τα κακά είναι δυνατόν, Θεόδωρε, γιατί είναι ανάγκη να υπάρχει κάτι αντίθετο στο καλό, ούτε πάλι γίνεται να έχουν τον τόπο τους στους θεούς, αλλά περιτριγυρίζουν κατ' ανάγκη τη θνητή φύση κι αυτόν εδώ τον τόπο.

Γι' αυτό και πρέπει να προσπαθεί κανείς να φεύγει απ' εδώ, όσο μπορεί πιο γρήγορα, προς τα εκεί. Και η φυγή αυτή σημαίνει ομοίωση με το θεό, όσο τούτο γίνεται. Ομοίωση πάλι θα ειπεί, να γίνεις δίκαιος και όσιος με φρόνηση και με γνώση. Όμως δεν είναι εύκολο, καλέ μου, να πείσεις τον άλλον πως δεν πρέπει για την αιτία που νομίζουν οι πολλοί ν' αποφεύγει την κακία και να επιδιώκει την αρετή. Αυτοί λένε πως πρέπει κανείς το ένα να το κάνει και το άλλο να το αποφεύγει, για να μην τον έχει ο κόσμος για κακόν αλλά για καλόν άνθρωπο. Αυτά για μένα είναι, όπως λέει ο λόγος, φλυαρία για γραΐδια. Αντίθετα η αλήθεια είναι αυτή εδώ: ο θεός δεν είναι με κανένα τρόπο άδικος, αλλά τόσο δίκαιος όσο γίνεται, και τίποτα δεν είναι πιο όμοιο μ' αυτόν παρά όποιος από μας γίνει όσο μπορεί πιο δίκαιος.

Εδώ έγκειται το αληθινό μεγαλείο του ανθρώπου, αλλά και η μηδαμινότητα και η ανανδρία του. Η γνώση αυτού του πράγματος είναι σοφία και αρετή αληθινή, η άγνοιά του πάλι αμάθεια και κακία ολοφάνερη. Όλα τα άλλα όμως που περνούν για σπουδαία πράγματα και για σοφίες, όταν τα βρίσκουμε σ' εκείνους που έχουν πολιτική εξουσία είναι φορτικά, όταν πάλι στους τεχνίτες είναι βάναυσα.

Αυτόν λοιπόν που είναι άδικος και λέει ή κάνει ανόσια καλύτερα να μην τον αφήνομε να μεγαλώσει με την πανουργία του.

 Γιατί οι άνθρωποι αυτού του είδους χαίρονται για την πανουργία τους και νομίζουν πως εμείς λέμε ότι αυτοί δεν είναι για πέταμα, αυτοί που είναι το άχθος της γης, αλλά είναι άνδρες όπως πρέπει να είναι για να ανεβούν ψηλά μέσα στην πόλη. Πρέπει λοιπόν να πούμε την αλήθεια: είναι τόσο πιο πολύ ό,τι δεν πιστεύουν πως είναι, όσο πιο πολύ δεν το πιστεύουν· γιατί δεν ξέρουν ποια τιμωρία υπάρχει για την αδικία, πράγμα που πιο πολύ απ' όλα θα έπρεπε να το ξέρουν.

Γιατί η τιμωρία δεν είναι όπως την νομίζουν, πληγές και θάνατοι, πράγματα που πολλές φορές τα αποφεύγουν αν και είναι άδικοι, αλλά είναι κάτι που δεν μπορούν να το ξεφύγουν.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Τι εννοείς ;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Αν και ορθώνονται, φίλε μου, μέσα στον κόσμο δύο παραδείγματα, το ένα θείο και απόλυτα ευδαιμονισμένο, το άλλο άθεο και απόλυτα άθλιο, δεν βλέπουν ότι είναι έτσι, και από ηλιθιότητα και έσχατη ανοησία δεν καταλαβαίνουν ότι με τις άδικες πράξεις τους γίνονται όμοιοι με το ένα, ανόμοιοι όμως με το άλλο. Γι' αυτό τιμωρούνται να κάνουν ζωή όμοια με το παράδειγμα που ακολουθούν. Κι αν τους πούμε πως αν δεν απαλλαχθούν από την πανουργία τους και πεθάνουν, τότε ο τόπος εκείνος που είναι καθαρός από κακά δεν θα τους δεχθεί, αλλά θα έχουν πάντα τη ζωή που ταιριάζει στη διαγωγή τους, όντας κακοί ανάμεσα σε κακούς, αυτά δα είναι που σαν φοβεροί και πανούργοι άνθρωποι θα τα πάρουν για λόγια κάποιων ανόητων.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Ασφαλώς, Σωκράτη μου.

ΠΛΑΤΩΝ, ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ- 176a–177a

Η φοβία της χαράς

Έχω ακούσει για διάφορες φοβίες, οι οποίες μπορεί να εμφανιστούν κάποια στιγμή στη ζωή του ανθρώπου. Πρόσφατα όμως ανακάλυψα την ύπαρξη μιας ιδιαίτερης φοβίας, την «χαιροφοβία» (cherophobia). Βρήκα ενδιαφέρον το ότι η συγκεκριμένη φοβία σημειώνει υψηλά ποσοστά στο εξωτερικό και προβληματίστηκα για τα ποσοστά που μπορεί να υπάρχουν στη χώρα μας. Αυτό που με προβλημάτισε περισσότερο, είναι ότι τελεταία γνωρίζω αρκετά άτομα με τα παρακάτω συμπτώματα.

Τα άτομα λοιπόν με χαιροφοβία, αποφεύγουν τις δραστηριότητες που φαίνονται διασκεδαστικές ή χαρούμενες.

Η χαιροφοβία, δεν έχει χαρακτηριστεί ακόμη, ως διαταραχή. Μέχρι τώρα αντιμετωπίζεται ως μια αγχώδης διαταραχή στην οποία η φοβία αφορά στις δραστηριότητες που μπορεί να προσφέρουν χαρά. Τα άτομα μα χαιροφοβία, δεν είναι απαραίτητα μελαγχολικά, αλλά νιώθουν μεγάλο άγχος όταν βιώνουν το συναίσθημα της χαράς και όταν διασκεδάζουν. Σκέφτονται ότι κάτι κακό θα έρθει μετά. Έτσι, αποφεύγουν οτιδήποτε θεωρούν ότι θα τους κάνει χαρούμενους.

Σκέψεις των ατόμων με «χαιροφοβία»

«Όταν είμαι χαρούμενος μετά κάτι κακό συμβαίνει»
«Η ευτυχία δεν μας κάνει καλύτερους ανθρώπους»
«Όταν δείχνεις την ευτυχία σου, κάνεις κακό στον εαυτό σου και στην οικογένειά σου»
«Το να προσπαθούμε να νιώσουμε χαρά, είναι χάσιμο χρόνου»
«Προτιμώ να μην είμαι χαρούμενος, γιατί συνήθως την χαρά ακολουθεί η λύπη»
«Οι καταστροφές συνήθως ακολουθούν μεγάλες χαρές»
«η υπέρμετρη χαρά έχει κάποιες καταστροφικές συνέπειες»

Τα άτομα με χαιροφοβία, έχουν την αίσθηση πως όταν χαίρονται χάνουν τον έλεγχο.

Πιθανά αίτια της χαιροφοβίας
Τα άτομα με τελειομανία αλλά και εκείνα που είναι εσωστρεφή έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν χαιροφοβία. Τα εσωστρεφή άτομα, νιώθουν πιο άνετα με ένα ή δυο πρόσωπα, χαμηλών τόνων και εκ των πραγμάτων αποφεύγουν τη φασαρία και τις πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις.

Τα άτομα με τελειομανία, συνήθως νιώθουν ότι η χαρά είναι χαρακτηριστικό των τεμπέληδων λη των μη παραγωγικών ατόμων. Κάθε φορά που επιλέγουν κάποια δραστηριότητα η οποία συνδέεται μόνο με τη χαρά και τη διασκέδαση, νιώθουν «άχρηστοι». Νιώθουν ότι κάνουν κάτι περιττό και μπορεί και να νιώσουν ένοχοι που εκείνη τη στιγμή δεν κάνουν κάτι άλλο «πιο σημαντικό».

Η αλήθεια είναι ότι ζούμε σε μια εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπου κάθε λίγο περνούν από μπροστά μας φράσεις για το πώς να νιώσουμε ευτυχία. Οι περισσότεροι χρησιμοποιούν τα social media για να αποτυπώσουν στιγμές και γεγονότα χαράς. Γενικά, η ευτυχία έχει γίνει εμμονή και όλοι «πρέπει» συνέχεια να είμαστε χαρούμενοι. Αυτή η καταναγκαστική ευτυχία, μπορεί να φέρει και τα αντίθετα αποτελέσματα.

Επίσης, τα άτομα που μεγάλωσαν με γονείς που απαξίωναν την ευτυχία και επικροτούσαν μόνο την καλή απόδοση και την υπευθυνότητα, αναπτύσσονται με την ιδέα ότι η χαρά είναι περιττή και ένοχη.

Επιστήμονες κατάφεραν να «δουν» στην 4η διάσταση

Οι επιστήμονες κατάφεραν να δουν μια τέταρτη χωρική διάσταση αξιοποιώντας αυτό που είναι γνωστό ως quantum Hall effect, μια συγκεκριμένη μέθοδο περιορισμού και μέτρησης ηλεκτρονίων.

Δύο ομάδες επιστημόνων, έδειξαν ότι μια τέταρτη χωρική διάσταση θα μπορούσε να εκτείνεται πέρα ​​από τα όρια του πάνω και κάτω, αριστερά και δεξιά, προς τα εμπρός και προς τα πίσω.

Είμαστε συνηθισμένοι να υπάρχουμε σε τρεις χωρικές διαστάσεις με μια επιπλέον διάσταση χρόνου καθώς κινούμαστε εντός του Σύμπαντος, αλλά, συνδυάζοντας δύο ειδικά σχεδιασμένες 2D δομές, δύο ξεχωριστές ομάδες ερευνητών –μία στην Ευρώπη και μία στις ΗΠΑ– κατάφεραν να δουν μια τέταρτη χωρική διάσταση αξιοποιώντας αυτό που είναι γνωστό ως κβαντικό φαινόμενο Hall ( quantum Hall effect), μια συγκεκριμένη μέθοδο περιορισμού και μέτρησης ηλεκτρονίων.
«Φυσικά, δεν διαθέτουμε ένα 4D χωρικό σύστημα, αλλά μπορούμε να έχουμε πρόσβαση στην 4D φυσική του κβαντικού Hall χρησιμοποιώντας ένα λιγότερων διαστάσεων σύστημα, επειδή ένα σύστημα περισσότερων διαστάσεων κωδικοποιείται σε πολυπλοκότητα δομής», ένας ερευνητής στις ΗΠΑ, ο Mikael Rechtsman από το Penn State University, δήλωσε στο Gizmodo. Χάρις σε κάποιους μάλλον προηγμένους υπολογισμούς –ο οποίοι κέρδισαν το βραβείο Νόμπελ Φυσικής το 2016– γνωρίζουμε ότι το κβαντικό φαινόμενο Hall υποδεικνύει την ύπαρξη μιας τέταρτης χωρικής διάστασης.

“Ίσως μπορούμε να βρούμε νέα φυσική σε τέσσερις διαστάσεις και στη συνέχεια να σχεδιάσουμε συσκευές με τις οποίες θα εκμεταλλευθούμε την φυσική της ανώτερης αυτής διάστασης, αποκομίζοντας οφέλη για τις χαμηλότερες διαστάσεις”.

Με άλλα λόγια, ακριβώς όπως ένα τρισδιάστατο αντικείμενο δημιουργεί μια δισδιάστατη σκιά, οι επιστήμονες έχουν καταφέρει να παρατηρήσουν μια τρισδιάστατη σκιά που μπορεί να δημιουργείται από ένα αντικείμενο τεσσάρων διαστάσεων – ακόμα κι αν δεν μπορούμε να δούμε αυτό το ίδιο το τετραδιάστατο αντικείμενο. Τέτοιες μελέτες θα μπορούσαν να ξεκλειδώσουν νέες ανακαλύψεις για τις ίδιες τις βασικές αρχές της επιστήμης.

Αυτό που επιτυγχάνουν τα νέα αυτά πειράματα είναι να μας δώσουν μια εικόνα των επιπτώσεων που μπορεί να έχει αυτή η τέταρτη διάσταση στην γνώση του φυσικού κόσμου.

Το πείραμα της ευρωπαϊκής ομάδας περιελάμβανε άτομα που ψύχονταν κοντά στο απόλυτο μηδέν και διατάχθηκαν σε πλέγμα 2D μέ χρήστη λέιζερ, το οποίο πλέγμα περιγράφηκε από τους ερευνητές ως «φωτονικός κρύσταλλος τύπου “αυγοθήκης”».

Με την προσθήκη επιπλέον λέιζερ, η ομάδα ήταν σε θέση να εφαρμόσει μια κβαντική “αντλία φορτίου” για να διεγείρει τα παγιδευμένα άτομα και να τα κινεί. Ελαφρές διακυμάνσεις της κίνησης οι οποίες εντοπίστηκαν από τους ερευνητές ταιριάζουν με τον τρόπο που ένα τετραδιάστατο φαινόμενο Hall θα αποκλίνει – προσθέτοντας βάρος στην πιθανότητα να προσπελαστεί μια τέταρτη χωρική διάσταση.

Το αμερικανικό πείραμα χρησιμοποίησε επίσης λέιζερ, αυτή τη φορά για να ελέγξει το φως καθώς διέρχεται από ένα μπλοκ από γυαλί. Ρυθμίζοντας το φως ώστε να προσομοιώσουν την επίδραση ενός ηλεκτρικού πεδίου στα φορτισμένα σωματίδια, μπόρεσαν και πάλι να παρατηρηθούν οι συνέπειες ενός 4D κβαντικού φαινομένου Hall.

Φυσικά, δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε δια ζώσης αυτόν τον τετραδιάστατο κόσμο – είμαστε κολλημένοι σε 3D χώρο – αλλά οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η κβαντική μηχανική θα μπορούσε κάπως να μας δώσει μια εικόνα του, επεκτείνοντας έτσι την περιορισμένη αντίληψή μας για το Σύμπαν. Ένας τρόπος να φανταστούμε τι σημαίνει αυτό είναι το βίντεο αυτό, όπου προσομοιώνει τον χώρο μας σε έναν χώρο δύο διαστάσεων και μας υποδεικνύει την πλεονεκτική θέση αυτού που κινείται σε μία διάσταση παραπάνω.

Τα πειράματα στο CERN αποκάλυψαν μια νέα σπάνια διάσπαση σωματιδίου

Για πρώτη φορά οι επιστήμονες του CERN, «είδαν» μια υπερβολικά σπάνια διάσπαση σωματιδίου, η οποία ποτέ δεν είχε παρατηρηθεί πειραματικά μέχρι σήμερα.

Συγκεκριμένα, σε δημοσίευσή τους στο περιοδικό «Nature», οι ερευνητικές ομάδες των πειραμάτων CMS και LHCb περιγράφουν την πρώτη παρατήρηση της εξαιρετικά σπάνιας διάσπασης του σωματιδίου B0s σε δύο μιόνια.

Το λεγόμενο «Καθιερωμένο Πρότυπο» (η καλύτερη έως τώρα φυσική θεωρία που περιγράφει τα δομικά συστατικά της ύλης και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις – πλην της βαρυτικής) προβλέπει ότι αυτή η σπάνια υποατομική διεργασία συμβαίνει με συχνότητα τέσσερις φορές στο δισεκατομμύριο και γι’ αυτό δεν είχε καταγραφεί ποτέ πριν. Τέτοιες διασπάσεις μάλιστα θα μπορούσαν να ανοίξουν ένα παράθυρο σε θεωρίες πέρα από το Καθιερωμένο Πρότυπο, όπως η υπερσυμμετρία.

Η επιστημονική ανακοίνωση βασίσθηκε στην ανάλυση δεδομένων που συλλέχθηκαν από τον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων (LHC) μεταξύ 2011 και 2012. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι τα πειραματικά δεδομένα ενδεχομένως υποδεικνύουν και μια δεύτερη, ακόμη σπανιότερη, διάσπαση, του B0 (‘ξαδέλφου’ του B0s) σε δύο μιόνια.

Τα B0s και B0 είναι μεσόνια, δηλαδή μη στοιχειώδη ασταθή υποατομικά σωματίδια, που αποτελούνται από ένα κουάρκ και ένα αντι-κουάρκ, τα οποία συγκρατούνται μαζί μέσω της ισχυρής αλληλεπίδρασης. Τέτοια σωματίδια παράγονται μόνο σε συγκρούσεις υψηλής ενέργειας στο εσωτερικό των επιταχυντών ή στη φύση, για παράδειγμα κατά την αλληλεπίδραση των κοσμικών ακτίνων.

«Αποτελεί μαρτυρία της εξαιρετικής λειτουργίας του LHC και της ευαισθησίας των πειραμάτων μας, το γεγονός ότι μπορέσαμε επιτέλους να παρατηρήσουμε αυτή την εξαιρετικά σπάνια, όσο και σημαντική διάσπαση», ανέφερε ο εκπρόσωπος του LHCb Γκάι Ουίλκινσον.

«Η έρευνα για τον εντοπισμό νέων σωματιδίων και η μελέτη σπάνιων διασπάσεων είναι συμπληρωματικές στρατηγικές για την ανακάλυψη μιας νέας Φυσικής. Η ακρίβεια με την οποία τα πειράματά μας μπορούν να παρατηρήσουν αυτές τις διασπάσεις-κλειδιά και να μετρήσουν τον ρυθμό τους, θα βελτιώνεται συνεχώς, θέτοντας επομένως όρια στην επέκταση του Καθιερωμένου Προτύπου», ανέφερε ο εκπρόσωπος του CMS Τιζιάνο Καμπορέζι.

Τα δεδομένα που θα συλλεχθούν μελλοντικά κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του LHC, αναμένεται να βελτιώσουν ακόμη περισσότερο την ακρίβεια της μέτρησης του B0s και θα καθορίσουν αν οι υποψίες για την σχετική διάσπαση του B0 τελικά επιβεβαιωθούν.

Καθώς ο επιταχυντής του CERN τέθηκε ξανά σε λειτουργία πρόσφατα, χιλιάδες φυσικοί έχουν επιδοθεί στην αναζήτηση στοιχείων που θα συνηγορούν για την ύπαρξη μιας νέας Φυσικής η οποία θα μπορούσε να εξηγήσει μερικά από τα μεγαλύτερα επιστημονικά αινίγματα, όπως της φύσης της σκοτεινής ύλης.

Νευρωνικό κύκλωμα προσπαθεί να μιμηθεί τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου

Σημαντικό επίτευγμα στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.

Ερευνητές στις ΗΠΑ πραγματοποίησαν ένα μικρό αλλά σημαντικό βήμα στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, παρουσιάζοντας ένα απλό λειτουργικό τεχνητό νευρωνικό κύκλωμα.

Για πρώτη φορά, ένα τέτοιο κύκλωμα, που προσπαθεί να μιμηθεί τον ανθρώπινο εγκέφαλο, αποτελείται από περίπου 100 τεχνητές συνάψεις και είναι λειτουργικό, καθώς μπορεί να εκτελέσει μία απλή ανθρώπινη εγκεφαλική λειτουργία: την ταξινόμηση μίας εικόνας.

Το δίκτυο
Μηχανικοί του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια-Σάντα Μπάρμπαρα, με επικεφαλής τον καθηγητή Ντμίτρι Στρούκοφ του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Η/Υ ανακοίνωσαν ότι το λεγόμενο «ολοκληρωμένο νευρομορφικό δίκτυο» μπορεί σταδιακά, με περαιτέρω εξέλιξη, να επεκταθεί, ώστε σιγά-σιγά να μοιάσει περισσότερο στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Κάτι καθόλου εύκολο, ασφαλώς, με δεδομένο ότι ο εγκέφαλός μας διαθέτει ένα τετράκις εκατομμύριο συνάψεις, δηλαδή συνδέσεις νευρώνων (εγκεφαλικών κυττάρων).

Παρόλες τις αδυναμίες του, ο ανθρώπινος εγκέφαλος παραμένει πρότυπο υπολογιστικής ισχύος και αποτελεσματικότητας για τους μηχανικούς, που πασχίζουν να δημιουργήσουν πιο έξυπνους τεχνητούς εγκεφάλους, κάνοντάς τους να μοιάζουν περισσότερο με τους ανθρώπινους.

Τα εξαρτήματα
Το πρωτοποριακό νευρομορφικό κύκλωμα βασίζεται στα λεγόμενα «memristor» -συνδυασμός των λέξεων μνήμη (memory) και αντίσταση (resistor)- τα οποία αντικαθιστούν τα συμβατικά τρανζίστορ. Τα memristor είναι ηλεκτρονικά εξαρτήματα που βασίζονται στην κίνηση όχι των ηλεκτρονίων, αλλά των ιόντων, μιμούμενα τον τρόπο που τα ανθρώπινα νευρικά κύτταρα γεννούν και μεταδίδουν τα ηλεκτρικά σήματα.

Όμως, για να μπορέσει η τεχνητή νοημοσύνη, έστω, να προσεγγίσει κάπως τη βιολογική ανθρώπινη νοημοσύνη, θα χρειασθούν πολύ περισσότερα memristor να ενσωματωθούν στα νευρομορφικά δίκτυα. Μόνο τότε αυτά θα γίνουν πιο πολύπλοκα και πιο «φυσικά» στη λειτουργία τους, κάνοντας τα ίδια πράγματα που το ανθρώπινο μυαλό εκτελεί αβίαστα και χωρίς ιδιαίτερη κατανάλωση ενέργειας.

Οι Αμερικανοί ερευνητές, πάντως, όπως δήλωσαν, αισιοδοξούν ότι τα μελλοντικά «τσιπάκια» θα ενσωματώνουν τέτοια τεχνητά νευρομορφικά κυκλώματα, αυξάνοντας έτσι κατακόρυφα τις δυνατότητες των υπολογιστών.

Όμως, για να γίνει αυτό, το αμέσως επόμενο πρακτικό βήμα θα είναι να καταφέρουν να ενσωματώσουν αποδοτικά ένα νευρομορφικό δίκτυο από memristor στην υπάρχουσα συμβατική τεχνολογία δημιουργίας ημιαγωγών (τσιπ). Το επίτευγμα δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Nature».

Μπακούνιν: Η εξουσία διαφθείρει τους κάλλιστους

Το Κράτος δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή η κυριαρχία και η εκμετάλλευση νομιμοποιημένη και συστηματοποιημένη. Θα επιχειρήσουμε να τα δείξουμε αυτό εξετάζοντας τις συνέπειες της κυβέρνησης των λαϊκών μαζών από μια μειοψηφία, εξ αρχής ευφυής και όσο αφοσιωμένη θέλετε, σε ένα ιδανικό Κράτος, θεμελιωμένο πάνω σε ένα ελεύθερο συμβόλαιο.

Υποτεθείσθω ότι η κυβέρνηση περιορίζεται μόνον στους κάλλιστους πολίτες. Κατ’ αρχήν αυτοί οι πολίτες είναι προνομιούχοι όχι δικαιωματικά, αλλά ουσιαστικά. Έχουν εκλεγεί από το λαό επειδή είναι οι πιο ευφυείς, έξυπνοι, σοφοί, θαρραλέοι και αφοσιωμένοι. Διαλεγμένοι από τη μάζα των πολιτών, που θεωρούνται ως όλοι ίσοι, δεν διαμορφώνουν ακόμα μια ξεχωριστή τάξη, αλλά μια ομάδα ανθρώπων προνομιούχα μόνον εκ φύσεως και γι’ αυτό το λόγο ξεχωρισμένη προς εκλογή από το λαό. Ο αριθμός τους είναι αναγκαστικά πολύ περιορισμένος, επειδή σε όλες τις εποχές και σε όλες τις χώρες ο αριθμός των ανθρώπων που είναι προικισμένοι με τόσο αξιοσημείωτες ικανότητες ώστε αυτομάτως να έχουν την ομόφωνη αποδοχή από ένα έθνος, όπως η εμπειρία μας διδάσκει, είναι πολύ μικρός. Ως εκ τούτου, υπό τον κίνδυνο μιας κακής επιλογής, ο λαός θα είναι πάντοτε αναγκασμένος να επιλέξει τους κυβερνήτες του ανάμεσα σε αυτούς.

Εδώ, λοιπόν, η κοινωνία διαιρεμένη σε δύο κατηγορίες, για μην πω ακόμα δύο τάξεις, εκ των οποίων η μία, αποτελούμενη από την τεράστια πλειοψηφία των πολιτών, υποτάσσεται ελεύθερα στην κυβέρνηση των εκλεγμένων ηγετών της, η άλλη, σχηματισμένη από ένα μικρό αριθμό από προνομοιούχες φύσεις, αναγνωρίστηκε και έγινε δεκτή ως τέτοια από το λαό, και επιφορτίστηκε από αυτόν να τον κυβερνά. Ανάλογα με τη λαϊκή εκλογή, είναι εξ αρχής ξεχωρισμένη από τη μάζα των πολιτών μόνον από τις ιδιαίτερες ικανότητες που προκρίνουν για την επιλογή τους και είναι φυσικά, οι πιο αφοσιωμένοι και χρήσιμοι από όλους. Δεν εκχωρούν ακόμα στους ίδιους κάποιο προνόμιο, κάποιο συγκεκριμένο δικαίωμα, εκτός από αυτό της άσκησης, στο βαθμό που οι άνθρωποι το επιθυμούν, των ειδικών λειτουργιών που τους έχουν ανατεθεί. Κατά τα λοιπά, από τον τρόπο ζωής τους, από τις προϋποθέσεις και τα μέσα διαβίωσή τους, δεν διαφέρουν καθόλου από όλους τους άλλους, έτσι ώστε πλήρης ισότητα εξακολουθεί να κυριαρχεί μεταξύ όλων. Μπορεί αυτή η ισότητα να διατηρηθεί για καιρό; Εμείς ισχυριζόμαστε ότι τίποτα δεν είναι πιο εύκολο να αποδειχθεί.

Τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο για την ατομική ηθική του ανθρώπου από τη συνήθεια της διοίκησης. Ο κάλλιστος άνθρωπος, ο πιο έξυπνος, ανιδιοτελής, γενναιόδωρος, καθαρός, πάντοτε και αναπόφευκτα θα κακομάθει σε αυτή τη συναλλαγή. Δύο αισθήματα έμφυτα στην εξουσία ποτέ δεν αποτυγχάνουν να αποφέρουν αυτή την εξαχρείωση· αυτές είναι: η περιφρόνηση για τις μάζες και η υπερεκτίμηση των πλεονεκτημάτων του ενός.

«Οι μάζες» λέει ένας άνθρωπος στον εαυτό του, «αναγνωρίζοντας την ανικανότητά τους να κυβερνούν για λογαριασμό τους, έχουν εκλέξει εμένα ως επικεφαλής τους. Με την εν λόγω πράξη έχουν δηλώσει δημοσίως τη δικιά τους κατωτερότητα και τη δικιά μου ανωτερότητα. Ανάμεσα σε αυτό το πλήθος των ανθρώπων, αναγνωρίζοντας δύσκολα τίποτε κοινό με τον εαυτό μου, είμαι ο μόνος ικανός να διευθύνω τις δημόσιες υποθέσεις. Ο λαός με έχει ανάγκη· δεν μπορούν να κάνουν δίχως τις υπηρεσίες μου, ενώ, αντιθέτως εγώ, μπορώ να τα βγάλω πέρα μόνος μου· αυτοί, παρόλα αυτά, πρέπει να με υπακούν για το δικό τους καλό, και υποκρινόμενος πως τους υπακούω, τους κάνω χάρη.

Δεν υπάρχει σε όλο αυτό κάτι που κάνει έναν άνθρωπο να χάσει το μυαλό του και την καρδιά του, και να γίνει τρελός από περηφάνια; Είναι γι’ αυτό το λόγο που η εξουσία και η συνήθεια της διοίκησης που γίνεται ακόμα και για τους πιο έξυπνους και ενάρετους ανθρώπους, πηγή εκτροπών, τόσο διανοητικών όσο και ηθικών.

Απάθεια: Η αρρώστια των καιρών μας

Ο όρος απάθεια καταρχάς σημαίνει έλλειψη πάθους, έλλειψη δράσης ή αντίδρασης. Είναι συνώνυμο της αδιαφορίας. Συναισθήματα όπως ενδιαφέρον, συμπόνια, κίνητρο, πάθος, ενθουσιασμός, θυμός, χαρά και πολλά άλλα, συμπιέζονται και τη θέση τους παίρνει ένα κενό.

Δεν είναι ηρεμία ή γαλήνη, ούτε και δύναμη αυτοσυγκράτησης εκεί που άλλοι θα έδειχναν ταραχή, αλλά η απουσία επαφής και επικοινωνίας με το οποιοδήποτε ερέθισμα που μπορεί να προέρχεται από έναν εξωτερικό παράγοντα.

Τα άτομα που χαρακτηρίζονται από αυτήν παρουσιάζουν στο σύνολο τους μια ουσιαστική έλλειψη του σκοπού ή της έννοιας για ζωή. Σ’ αυτά, απουσιάζει κάθε κοινωνικό, συναισθηματικό, πνευματικό ή σωματικό ενδιαφέρον στη ζωή, έννοιες όπως αναζήτηση, αγωνιστικότητα, συντροφικότητα, γι’ αυτά είναι τελείως άγνωστες.

Θα μπορούσε να γράψει κανείς τόμους ολόκληρους για το θέμα και να μην το έχει καλύψει, καθώς τα αίτια αλλά και συμπτώματα είναι τόσο κοινωνικά, όσο και ψυχολογικά και πνευματικά, ακόμα και ιατρικά.
“Το τίμημα της απάθειας για τα κοινά, είναι να κυβερνούν οι κακοί.”
ΠΛΑΤΩΝ
Η αρρώστια των καιρών μας…
Η ψυχολογία άρχισε να ασχολείται και να ερευνά την απάθεια μετά τον 1ο Π.Π. Η φρίκη του πολέμου είχε τέτοια επίδραση στους στρατιώτες τότε, που μετά από τις εμπειρίες των βομβαρδισμών και πυροβολισμών, όπου είδαν συντρόφους τους να γίνονται κομμάτια ή να πεθαίνουν στα χέρια τους, όπου είδαν ‘το Χάρο με τα Μάτια’, όπως λέμε, στα πεδία μάχης, ανέπτυξαν ένα μούδιασμα αποσύνδεσης κι αδιαφορίας προς κάθε φυσιολογική κοινωνική αλληλεπίδραση. Το σοκ αυτό ονομάστηκε ‘σόκ του βομβαρδισμού’.

Συχνά, πολύ συχνά μάλιστα, η απάθεια συνοδεύεται και με μια παρόμοια ψυχική κατάσταση που λέγεται Άρνηση.

Άρνηση, στα αγγλικά, Denial. Μηχανισμός άρνησης του εγκεφάλου όταν δεν αντέχει την πραγματικότητα. Εμφανίζεται σε πολλές μορφές. Μια από τις πιο ήπιες είναι αυτοί που αρνούνται ακόμα και να ακούσουν για κάποιο πρόβλημα: “Αχ μην μου λες, στεναχωριέμαι” Σε πιο προχωρημένες η άρνηση αλλάζει ακόμα και τα γεγονότα ή δεδομένα. Έχει παρατηρηθεί κάποιος να έχει χάσει αγαπητό του πρόσωπο και να επιμένει ότι δεν έχει πεθάνει, αλλά κάπου έχει πεταχτεί για λίγο κι όπου να’ ναι θα επιστρέψει.

Η άρνηση βοηθά τον εγκέφαλο για κάποιο διάστημα για την αποφυγή του σοκ. Όταν όμως το διάστημα παρατείνεται και τείνει να γίνει μόνιμο, οι πιθανότητες ο εγκέφαλος να επανέλθει στην κανονική του λειτουργία μειώνονται. Κάτι παρόμοιο του κώματος.

Υπάρχουν διαφόρων ειδών άρνησης: Υπευθυνότητας, συνειδητότητας, επιπτώσεων συμπεριφοράς, ακόμα και άρνηση της ‘άρνησης’.

Το πιο αξιοπερίεργο είδος είναι το DARVO που βγαίνει από τα αρχικά της φράσης “Deny the abuse, then Attack the victim for attempting to make them accountable for their offense, thereby Reversing Victim and Offender”. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει άρνηση της κακοποίησης από τον θύτη και επίθεση στο θύμα κατηγορώντας το ότι σε αυτό το ίδιο οφείλεται η κακοποίηση.

Οι ‘επιστήμονες’ φρόντισαν να προσθέσουν ΠΡΟΣΦΑΤΑ στη μελέτη τους και τους αρνητές της κλιματικής αλλαγής και του Ολοκαυτώματος των Εβραίων. (κανείς φυσικά ΔΕΝ αρνείται στ’ αλήθεια το Ολοκαύτωμα, αντιρρήσεις υπάρχουν ως προς τον αριθμό που παρουσιάζουν και στον τρόπο πολιτικής εκμετάλλευσης του).

Η συνειδητοποίηση της κατάστασης σε άρνηση κάποιου ασθενούς προκειμένου να αποδεχτεί την αρρώστια του και να δεχθεί θεραπεία θεωρείται άκρως απαραίτητη, αλλιώς ο ασθενής δεν είναι συνεργάσιμος.

Η άρνηση συνήθως συνοδεύεται με έντονα συναισθήματα ενοχών και αδυναμίας αναγνώρισης κάποιου προσωπικού λάθους – πράξεων, σκέψεων, αποφάσεων, επιλογών, συναισθημάτων κλπ –
Και τα δύο, φυσικά, έχουν άμεσα σχέση και με την κατάθλιψη. Θεωρείται ως ψυχολογικό πρόβλημα, για μερικά καταθλιπτικά άτομα, στα οποία επικρατεί η αίσθηση ότι “τίποτα δεν έχει σημασία”, ή “δεν μπορεί να γίνει κάτι”, δεν αισθάνονται κανέναν ενθουσιασμό για τους αγαπημένους τους.

Για κάποιους ψυχιάτρους η απάθεια θα πρέπει να θεωρείται ως σύνδρομο ή ασθένεια: κατάθλιψη και απάθεια πάνε πακέτο, λένε.

Και κάποιοι λαοί αναφέρονται σ΄αυτήν λέγοντας, “Το αντίθετο της αγάπης δεν είναι το μίσος, είναι η απάθεια “. Και ας μην ξεχάσουμε την ιστορική φράση του Αϊνστάιν, ότι ο πλανήτης είναι ένα επικίνδυνο μέρος να ζει κανείς, όχι εξ αιτίας των κακών, αλλά των αδιάφορων. Όμως πόσο τυχαίο κοινωνικά είναι σήμερα αυτό;

Ο ακτιβιστής David Meslin εκρφράζοντας τις δικές του απόψεις εξηγεί ότι πολλοί από τους απαθείς κι αδιάφορους για τα κοινά ανθρώπους που συναντάμε δεν ευθύνονται 100% οι ίδιοι για την απάθεια τους. Το όλο σύστημα έχει φροντίσει να τους ‘σπρώξει’ προς αυτή την κατεύθυνση. Και δεν έχει άδικο.

Το σύστημα έστρεψε τα τελευταία χρόνια την προσοχή του κόσμου στην υπερ-κατανάλωση και στην εστίαση στο εξωτερικό του εαυτού μας αντί της εσωτερικής πνευματικότητας -πως φαίνομαι εξωτερικά και όχι πως είμαι εσωτερικά- κατέρριψε παραδόσεις και στεγανά που, όσο κι αν δεν ήταν τέλεια, προσέφεραν κάποια βάση, μια σταθερή. Όμως το σύστημα ανέτρεψε τις ισορροπίες, αλλά πάνω απ’ όλα ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΟ ΙΔΙΟ την έλλειψη εμπιστοσύνης στο ίδιο το σύστημα, αφήνοντας τον κόσμο μετέωρο, απροετοίμαστο για λύσεις νέες κι εναλλακτικές.

Άρα αυτό που μπορεί σε πολλούς να μοιάζει ως παραίτηση, αδιαφορία, άρνηση, τεμπελιά ή βαρεμάρα, ή ακόμα όπως λέμε, καλοπερασιά, μπορεί να μην είναι τίποτε περισσότερο από απλά εμπόδια και αδιέξοδους αντίδρασης, τα οποία έχει στήσει έντεχνα το ίδιο το κατεστημένο ως ασπίδα και ανάχωμα.

Μερικά από αυτά είναι η απομόνωσή μας από τα κοινά (πόσο δύσκολο να συνεργαστείς με ένα δήμο αυτή τη στιγμή;) τα ίδια τα κόμματα (μόνο αν θες να γίνεις επαγγελματίας απατεώνας και ψεύτης θα μπεις πια σε ένα κόμμα κι όχι ως ιδεολόγος)…

“Οι τοπικές πολιτικές — σχολεία, ζώνες, εκλογές συμβουλίου — επηρεάζουν τον τόπο όπου μένουμε. Άρα γιατί στην ουσία δεν συμμετέχουν περισσότεροι από εμάς; Είναι απάθεια; Ο Ντέιβ Μέσλιν λέει όχι. Ταυτοποιεί 7 εμπόδια που μας κρατάνε από το να πάρουμε μέρος στις κοινότητες μας, ακόμα και όταν πραγματικά ενδιαφερόμαστε.”



Τέλος, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε και την καθαρά ιατρική περίπτωση της απάθειας, η οποία σχετίζεται με κάποια σωματική ασθένεια που ΕΠΙΣΗΣ μπορεί να είναι απόρροια του σύγχρονου δυτικού τρόπου ζωής.

Οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι η απάθεια εμφανίζεται λόγω βλάβης στον εγκέφαλο ή από νευροψυχιατρικές ασθένειες όπως η άνοια, Alzheimer, η νόσος του Πάρκινσον ή η νόσος του Huntington, ή αλλιώς ένα γεγονός, όπως ένα εγκεφαλικό επεισόδιο. Ακόμα και το σύνδρομο CADASIL, η νόσος του Chagas, η ασθένεια Creutzfeldt-Jakob, το σύνδρομο Korsakoff, η υπερβολική βιταμίνη D, Υποθυρεοειδισμός και πολλές άλλες, καθώς και ορισμένα φάρμακα και η βαριά χρήση των ναρκωτικών όπως η ηρωίνη μπορούν να φέρουν απάθεια ως παρενέργεια.

Όμως ΟΛΕΣ αυτές οι ασθένειες που είτε έχουν είτε όχι άμεση σχέση με την απάθεια, έχουν σχέση με το πως ζούμε, που ζούμε και τι τρώμε. Άρα, τα αίτια της απάθειας, από ιατρικής πλευράς και βλέποντας την ως καθαρή χημική αντίδραση του οργανισμού θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι:
  • Έλλειψη σωστής διατροφής – καθαρά προϊόντα χωρίς συντηρητικά, φυτοφάρμακα, μεταλλαγμένα, πρόχειρο φαγητό, άτακτα γεύματα
  • Ηχορύπανση, έλλειψη ύπνου ή καλής ποιότητας ύπνου
  • Υπερβολική απορρόφηση βαρέων μετάλλων στον οργανισμό (το αλουμίνιο, διοξείδιο τιτανίου, υδράργυρος, μόλυβδος, κάδμιο κ.α. υπάρχουν πλέον παντού, για να μην αναφέρουμε τι μπορεί να εισβάλλει στον οργανισμό μας μέσω των χημικών αεροψεκασμών).
  • Έλλειψη επαφής με τη φύση -οι σύγχρονοι ρυθμοί ζωής και τα οξυμένα καθημερινά προβλήματα δεν επιτρέπουν πια περιόδους χαλάρωσης κι επαφής με το φυσικό μας περιβάλλον.
  • Έντονη ηλεκτρομαγνητική ρύπανση δεν χρειάζεται καν! Με τόση κινητή τηλεφωνία, κομπιούτερς, ασύρματα, ‘έξυπνα’ παιγνιδάκια της τεχνολογίας, γίναμε εμείς όχι μόνο απαθείς αλλά και ηλίθιοι… Όλη αυτή η ρύπανση θεωρείται πλέον η νούμερο ΕΝΑ αιτία κατάθλιψης.
Τελειώνοντας, ο βάτραχος που έχει αρχίσει να νυστάζει από το χλιαρό νερό, έχει μια μοναδική ευκαιρία: Να ξεχάσει τον μύθο του βατράχου που τελικά έβρασε! Να ξεχάσει τους νόμους της βαρύτητας και ν’ αρχίσει να ανεβαίνει κάνοντας ένα βήμα προς τα πάνω τη φορά. Τι μου συμβαίνει; Αυτό. Γιατί μου συμβαίνει; Γι’ αυτό. Θέλω να μου συμβαίνει; Όχι. Μπορώ να κάνω κάτι; ΝΑΙ! Και το κύριο, είναι να ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΑΤΙ! Χωρίς αυτό το θέλω δεν γίνεται τίποτα.

Κι επειδή ακούμε πολλές φορές να φωνάζουν κάποιοι σε άλλους γιατί δεν κάνουν κάτι για να βγουν από την απάθεια, θα τους πούμε ότι ΑΥΤΟ, είναι το μεγαλύτερο σύμπτωμα απάθειας. Να περιμένεις από τον διπλανό σου να κάνει κάτι κι όχι να το κάνεις εσύ.

Κι όπως λέει και ο Μέσλιν στο βίντεο, τέρμα οι ήρωες που σου έβαλαν στο μυαλό να πιστεύεις. Ο σούπερμαν είσαι εσύ μαζί με εκείνον κι εκείνην, μαζί με εμάς, μαζί με όλους. Ο ‘Σώζων Εαυτόν’, αχ! ξέχασαν επίτηδες να σου πουν ότι το ‘Εαυτόν’ γράφεται με κεφαλαίο Ε και σημαίνει το Πνεύμα, το Όλον, το σύνολο…

Πόσο αντέχεις να αντέχεις;

Σίγουρα όλοι μας κάποια στιγμή στη ζωή μας έχουμε πει, ή έχουμε ακούσει κάποιον δικό μας να λέει «δεν μπορώ, δεν αντέχω άλλο». Συνήθως είναι μια φράση που συνδέεται με δύσκολες καταστάσεις και στιγμές έντονης δυσφορίας. Στιγμές που (ίσως) κάνουμε (;) μια αστραπιαία αξιολόγηση και αποφασίζουμε πως ό,τι και αν είναι αυτό που μας δυσκολεύει, δεν μπορούμε πλέον να το αντέξουμε. Και δηλώνουμε, είτε θυμωμένα, είτε κλαίγοντας, είτε με όλη μας την αγανάκτηση, «δεν αντέχω άλλο». Πόσο αλήθεια είναι αυτό;
Σύμφωνα με το λεξικό, η αντοχή ορίζεται ως το σθένος αντιμετώπισης δύσκολων καταστάσεων, η αντίσταση στη φθορά, η αντίσταση του σώματος σε αντίθετες δυνάμεις και η τάση διατήρησης της υπάρχουσας κατάστασης. Συνώνυμα της αντοχής είναι η ανθεκτικότητα, η υπομονή, η καρτερία.
 
Παρόμοια το ρήμα αντέχω ορίζεται ως το να αντιμετωπίζω κάτι δυσάρεστο ή ενοχλητικό, με υπομονή και καρτερία, να δείχνω ανθεκτικότητα σε κάτι που επιχειρεί να με καταβάλλει.
 
Εξ ορισμού λοιπόν το ρήμα αντέχω και το ουσιαστικό αντοχή ενέχουν μια δυσάρεστη κατάσταση και τα ανάλογα δυσφορικά συναισθήματα. Παρόλα αυτά, οι άνθρωποι μαθαίνουν να αντέχουν, να θεωρούν την αντοχή ως αρετή και πολλές φορές να την χρησιμοποιούν για να μην αλλάξουν. Το γιατί μπορεί να συνδέεται με πολλά πράγματα, από τον τρόπο που μεγαλώσαμε, μέχρι το τι πιστεύουμε για τον εαυτό μας και για τον καθένα οι συνδέσεις αυτές είναι διαφορετικές.
 
Τι σημαίνει όμως το «δεν αντέχω άλλο»;
Έχω αγανακτήσει και νιώθω τόσο κουρασμένη από όλο αυτό το βάρος! Είμαι με την αγαπημένη μου φίλη, τον αγαπημένο μου φίλο και κάποια στιγμή τολμώ να πω, με δάκρυα στα μάτια, «ξέρεις; δεν αντέχω άλλο». Και τότε ακούω: «Μα εσύ είσαι δυνατή! Τι είναι αυτά που μου λες τώρα! Να δεις που όλα θα φτιάξουν! Αύριο θα ηρεμήσεις και όλα θα είναι καλύτερα!» Και εγώ που σε ακούω να μου λες τα παραπάνω, νιώθω λίγο παράξενα. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω πώς νιώθω. Καταλαβαίνω ότι θες να με ανακουφίσεις, να με παρηγορήσεις, να με κάνεις να δω πιο θετικά τα πράγματα. Όμως μου λες πάλι να αντέξω. Να σου πω κάτι; Δεν έχω ανάγκη από αυτό. Εγώ ανάγκη να μου πεις ότι δεν μπορείς να με βοηθήσεις. Και όταν σου πω ότι θέλω βοήθεια από έναν ειδικό, για να μου μάθει πως να μην αντέχω, να μην με κρίνεις. Δεν μπορώ να αντέξω και αυτό. Έχω ανάγκη να ακούσεις τη θλίψη μου και τον πόνο μου. Να μην φοβηθείς τους φόβους μου και να μην μου ενεργοποιήσεις ξανά τον φόβο και τις δεύτερες σκέψεις μου. Αυτές που τόσο καιρό μου έλεγαν όπως και εσύ τώρα, να κάνω υπομονή, να δώσω χρόνο, να πιστέψω ότι τα πράγματα θα αλλάξουν. Και ξέρεις ότι το έκανα. Τόσο καιρό αυτό έκανα. Και τίποτα δεν άλλαξε προς το καλύτερο. Όλα είναι ίδια τόσο καιρό.

Και ξέρεις και κάτι άλλο; Αν τουλάχιστον είχαν αλλάξει προς το χειρότερο, θα το προτιμούσα. Θα ήταν κάτι. Θα ήταν μια εξέλιξη. Μπορεί να ήταν και ένα πάτημα για μένα για να κάνω μια αλλαγή. Όμως μένουν ίδια και αυτό είναι που με ζορίζει πιο πολύ. Γιατί ξέρω ότι πολλοί θα αναρωτηθούν. «Τόσο καιρό ήταν έτσι η κατάσταση και εσύ ήσουν εκεί, τώρα τι σε έπιασε;» Έλα ντε! Τώρα τι με έπιασε; Και επειδή το άντεξα μια φορά και δυο, πρέπει να το αντέχω για πάντα; Και πρέπει σώνει και καλά να έχω μια φανερή δικαιολογία; Δεν μπορώ απλά να μην αντέχω άλλο; Δεν φτάνει μόνο να θέλω πια να με φροντίσω και να μην υπομένω αυτά που νιώθω πια ότι μου κάνουν κακό;
 
Όταν λοιπόν με ακούσεις ξανά να λέω, «δεν μπορώ, δεν αντέχω άλλο», να ξέρεις ότι εκείνη την ώρα, ακόμα και αν δεν το συνειδητοποιώ, σου λέω ότι έχω δώσει το χρόνο που μπορούσα να δώσω, σου λέω ότι έχω κουραστεί, σου λέω ότι θέλω πια να κάνω κάτι διαφορετικό στη ζωή μου. Να σταματήσω να ελπίζω. Να κάνω ΕΓΩ την αλλαγή που από μόνη της δεν έρχεται. Να δω τι υπάρχει έξω από αυτό το ίδιο που ζω ξανά και ξανά. Και μπορεί να μην ξέρω ακόμα τι θέλω, ξέρω όμως τι δεν θέλω πια. Και μπορεί να μην ξέρω τι διαφορετικό να κάνω, ξέρω όμως τι ίδιο να μην κάνω ξανά. Και το καινούργιο θα έρθει. Σίγουρα.
 
Όλα αυτά σου λέω. Και άλλα πολλά. Μέσα από την καρδιά μου και ίσως και μέσα από την ψυχή μου. Για αυτό την επόμενη φορά που θα με ακούσεις να λέω «δεν μπορώ, δεν αντέχω άλλο», πάρε με μια αγκαλιά και πες μου «Ευτυχώς. Γιατί όσο αντέχεις, τίποτα δεν θα αλλάξει».

Ηράκλειτος - Ευριπίδης: το παράλογο θεών και ανθρώπων

Το αγεφύρωτο χάσμα: ανάμεσα στον λογισμό και τον παραλογισμό

Ηράκλειτος

Β 5
καθαίρονται δ᾽ ἄλλως αἵματι μιαινόμενοι οἷον εἴ τις εἰς πηλὸν ἐμβὰς πηλῷ ἀπονίζοιτο. μαίνεσθαι δ᾽ ἂν δοκοίη, εἴ τίς μιν ἀνθρώπων ἐπιφράσαιτο οὕτω ποιέοντα. καὶ τοῖς ἀγάλμασι δὲ τουτέοισιν εὔχονται, ὁκοῖον εἴ τις δόμοισι λεσχηνεύοιτο, οὔ τι γινώσκων θεοὺς οὔδ᾽ ἥρωας οἵτινές εἰσιν.

Εξαγνίζονται [από το αίμα] με καθαρμούς και μολύνονται με άλλο αίμα, σαν κάποιον που βούτηξε στη λάσπη και μετά προσπαθεί να ξεπλυθεί με λάσπη. Για τρελό θα τον έπαιρνε, αν κανείς τον έβλεπε να κάνει κάτι τέτοιο. Και στ’ αγάλματα τούτα προσεύχονται, σαν κάποιον που θα ήθελε να συνομιλήσει με τους τοίχους/με τους ναούς, χωρίς να έχει ιδέα τι είναι οι θεοί και οι ήρωες.

Ερμηνεία ‒ κατανόηση:

Ι. Ποιοι επιζητούν μια τέτοιου είδους κάθαρση; Οι πολλοί, που δεν είναι μυημένοι στον καθολικό Λόγο και ζουν λες κι έχουν ιδιωτική σκέψη (απ. 2). Έτσι αρέσκονται στις ψευδαισθήσεις ενός εξαγνισμού, ήτοι μιας λατρείας του θείου, η οποία δεν έχει κανένα έρεισμα στο Λόγο παρά μόνο σχετίζεται με τα είδωλα, με τα αγάλματα των παραδοσιακών θεών. Μοιάζουν με εκείνους που προσπαθούν να ξεπλύνουν τη λάσπη τους με λάσπη. Τούτη η μέθοδος ή ο τρόπος μας θυμίζει, στο επίπεδο της τρέχουσας πολιτικής,  τους πολιτικούς τεντιμπόηδες και τυχοδιώκτες της καθεστωτικής «αριστεράς», που στη συμφεροντολογική τους σύμπνοια με τα γνωστά παραμάγαζα της ακροδεξιάς, έχουν καθιδρύσει στην Ελλάδα το πιο βρώμικο σύστημα φασιστικής εξουσίας από τότε που δημιουργήθηκε το νεοελληνικό κράτος και ξεπλένουν, κάθε φορά,  τον δικό τους οντολογικό βούρκο με βούρκο: είναι παράφρονες και ζητούν, μέσα από την παραφροσύνη τους, λογισμό από τους άλλους στα μέτρα αυτής της παραφροσύνης· δηλαδή ζητούν από τους άλλους να νομιμοποιούν την εν λόγω παραφροσύνη ως τον ύψιστο στοχασμό της κοινωνίας και της πολιτείας.

ΙΙ. Είναι τρελό, μας λέει ο Ηράκλειτος, οι άνθρωποι να σκέφτονται ότι μπορούν να ευχαριστήσουν, κατ’ αυτό τον τρόπο, τους θεούς. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για μια παραφροσύνη, που δεν είναι άσχετη με το ότι και οι ίδιοι οι θεοί, όπως τους φαντάζονται οι άνθρωποι, δηλαδή ανθρωπομορφικά, είναι άφρονες και παράφρονες σαν αυτούς. Οι άνθρωποι και οι θεοί τους βρίσκονται πολύ μακριά από το θείο, το οποίο μπορεί να συλληφθεί μόνο σε εναρμόνιση με τον καθολικό Λόγο.

Ευριπίδης

Ι. Μια τέτοια παραφροσύνη των θεών της κλασσικής εποχής φέρνει στο φως ο Ευριπίδης στην Ιφιγένεια εν Ταύροις (στ. 380-390), όπου η Ιφιγένεια παρουσιάζεται να συμμερίζεται τον ορθό Λόγο ενάντια στον παραλογισμό των καθημερινών φαντασιώσεων των θνητών:

«Της θεάς μας τα καμώματα δεν μου αρέσουν·
αν με τα χέρια ένας θνητός αγγίξει φόνου αίμα
ή και λεχώνα ή πεθαμένο,
τον διώχνει απ’ το βωμό της ως μολυσμένο·
αυτήν θυσίες ανθρώπων την ευφραίνουν.
Αδύνατο η Λητώ, του Δία η γυναίκα
να γέννησε ένα τόσο ανόητο πλάσμα.
Ούτε όσα λένε για τα δείπνα του Τάνταλου,
πως δήθεν οι θεοί γευτήκανε τις σάρκες
του παιδιού του, πιστεύω· οι ντόπιοι πάλι
θαρρώ πως είναι αιμοχαρείς και ζητούν
στη θεά να αποδώσουν τ’ άγρια ένστικτά τους·
κανένας θεός δεν πιστεύω πως είναι κακός.»

Ο παραλογισμός, η παραφροσύνη των θεών της λαϊκής θρησκείας, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο αλλά και τον Ευριπίδη, αντανακλά το παραλήρημα και τη δεισιδαιμονία των ανθρώπων, ελλείψει πνευματικής καλλιέργειας, ακόμη και τη σκληρότητά τους, τη μοχθηρία τους.

ΙΙ. Δεδομένου ότι αυτό που κυβερνά, κατά τον Ηράκλειτο και τον Ευριπίδη, τον κόσμο είναι ο στοχαστικός Λόγος, ό,τι ο Λόγος διακρίνει στη θρησκευτική συμπεριφορά των ανθρώπων αλλά και των θεών, που οι ίδιοι κατασκευάζουν/φαντάζονται, είναι άλογο. Τούτο το άλογο δεν είναι το διαλεκτικά αντίθετο προς τον Λόγο, έτσι ώστε να συνάπτεται στο φιλοσοφικό παιγνίδι της ενότητας των αντιθέσεων, παρά ένα μηδέν , ένα τίποτα, κάτι το άκυρο.

ΙΙΙ. Καθώς το άλογο είναι ένα τίποτα, η πίστη σ’ αυτούς ή εκείνους τους θεούς ‒ή σε επίπεδο πολιτικής: σ’ αυτούς ή εκείνους τους πολιτικούς‒ δεν προσφέρει τίποτα θετικό, καμιά δυνατότητα εύρεσης της αλήθειας παρά μόνο αυταπάτες και στο τέλος καταστροφή. Ωστόσο, οι άνθρωποι έχουν να επιδείξουν πολλές συμπεριφορές  τέτοιας υφής, οι οποίες όχι μόνο είναι ένα τίποτα αλλά και ενεργά αρνητικές: επιφέρουν αρνητικά αποτελέσματα. Οι πολλοί έτσι μετατρέπονται σε έναν βάρβαρο όχλο, που στο όνομα των ειδώλων του: θρησκευτικών, πολιτικών κ.λπ. σκοτώνουν και σκοτώνονται. Αυτή είναι η μοίρα του δουλόφρονου πλήθους.

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2018

Ο Σωκράτης για την ανδρεία

«Το άφοβο και το ανδρείο δεν είναι το ίδιο»197b
 
Μετά από μια δημόσια επίδειξη για τη διδασκαλία της μάχης με όπλα, δύο Αθηναίοι προσπαθούν να αποφασίσουν πώς να διαπαιδαγωγήσουν τους γιους τους. Όντας και οι δύο απόγονοι διάσημων πολιτών, οι ίδιοι είχαν στερηθεί τη μόρφωση που θα ήθελαν λόγω των δημόσιων υποχρεώσεων των γονιών τους, και τώρα ανησυχούν για τα παιδιά τους. Καλούν τον Νικία και τον Λάχη, τους διασημότερους στρατηγούς της εποχής, για να τους συμβουλέψουν. Παρών ήταν και ο Σωκράτης.
 
Ένας από τους γονείς ρωτάει: «Το να διδαχτεί κάποιος να μάχεται με όπλα είναι μάθημα κατάλληλο για εφήβους;»181c
 
Ο Νικίας απαντά ότι είναι ωφέλιμο, καθώς έτσι θα μάθουν πώς να πολεμούν καλύτερα στο μέτωπο, αλλά και σε μάχες ένας προς έναν καταδιώκοντας τον αμυνόμενο ή υπερασπίζοντας τον εαυτό του. Επίσης, θα φαίνεται φοβερότερος στους εχθρούς λόγω της σωματικής του διάπλασης, και θα μπορεί να ξεπεράσει τον εαυτό του σε θάρρος και γενναιότητα.
 
Ο Λάχης απαντάει λέγοντας ότι είναι βέβαια καλό να μαθαίνει κανείς τα πάντα, αλλά πρέπει να εξεταστεί αν πρέπει να διδαχτεί κάποιος τη μάχη με όπλα σε αντίθεση με κάτι άλλο. Αν αυτό το μάθημα ήταν όντως τόσο σημαντικό θα το δίδασκαν και οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι μόνο με αυτό ασχολούνται, το πώς θα γίνουν οι καλύτεροι στη μάχη. Και με την ίδια λογική που όποιος θέλει να κριθεί στις ικανότητές του στην τραγωδία πηγαίνει κατευθείαν στην Αθήνα, έτσι και οι ειδικοί στα όπλα αποφεύγουν τη Λακεδαιμόνα σαν απρόσιτο ιερό, γιατί ξέρουν ότι δεν υπερτερούν στη μάχη από εκείνους. Εξάλλου, κανένας δε διακρίθηκε στον πόλεμο με τη χρήση των όπλων. Είτε λοιπόν δεν είναι καν μάθημα η ειδίκευση στα όπλα, αφού δεν προσφέρει πλεονέκτημα στη μάχη, είτε είναι μεν μάθημα που σου χαρίζει κάποια ικανότητα αλλά προσφέρει πολύ λίγα, οπότε δεν αξίζει κάποιος να το διδαχτεί.
 
Ο Σωκράτης προτείνει πριν προχωρήσει η συζήτηση, να διευκρινιστεί ο ορισμός του αντικειμένου τους. Με τον ίδιο τρόπο που κάποιος, για να βρει αν πρέπει να βάλει χαλινάρι σε ένα άλογο, δεν θα σκέφτεται για το χαλινάρι αλλά για το άλογο, έτσι πρέπει αντί να μιλάνε για το μάθημα στα όπλα, να μιλάνε για το αντικείμενο του μαθήματος, την ανδρεία, στην οποία υποτίθεται ότι το μάθημα θα φέρει βελτίωση. «Γιατί, αν δε γνωρίζουμε καθόλου τι πράγμα είναι η αρετή, με ποιον τρόπο είναι δυνατό να γίνουμε σύμβουλοι οποιουδήποτε για το πώς θα μπορέσει να την αποκτήσει με τον ωραιότερο τρόπο;»190c
 
Στο ερώτημα λοιπόν τι είναι ανδρεία, ο Λάχης απαντάει «Αν κάποιος θέλει να παραμείνει στη θέση του αποκρούοντας τους εχθρούς και να μην υποχωρεί, ξέρεις σίγουρα ότι μπορεί να είναι ανδρείος»190e.
 
Ο Σωκράτης παρατηρεί ότι αυτή δεν είναι προσεκτική απάντηση, αφού μας δίνει μόνο ένα παράδειγμα, και όχι μια ιδιότητα που είναι μοναδική στην έννοια «ανδρεία». Μας ενδιαφέρει δηλαδή όχι μόνο ο παραπάνω πολεμιστής που δεν υποχωρεί, αλλά και αυτός που μάχεται ακόμα και στην υποχώρηση, αλλά και εκτός πολέμου κάποιος που λέμε ότι είναι ανδρείος όταν αντιμετωπίζει κινδύνους στη θάλασσα, τις αρρώστιες και την πενία, ή ανδρείος στην πολιτική, στις λύπες, στους φόβους και στις ηδονές, και σε όλα τα άλλα.
 
Ο δεύτερος, προσαρμοσμένος, ορισμός της ανδρείας από τον Λάχη, είναι «κάποιου είδους καρτερία της ψυχής»192b, δηλαδή ανδρεία έχει αυτός που επιδεικνύει υπομονή και επιμονή στην επιδίωξη κάποιου σκοπού. Σίγουρα όμως, λέει ο Σωκράτης, δεν είναι αρετή η κάθε είδους καρτερία. Η καρτερία με σύνεση είναι καλή κι ενάρετη, ενώ η ανδρεία με αφροσύνη είναι βλαβερή και κακή, και εφόσον η ανδρεία θεωρείται αρετή, μπορεί να περιλαμβάνει μόνο την καρτερία με σύνεση. Με άλλα λόγια, μπορεί η ανδρεία να συνεπάγεται καρτερία, αλλά η καρτερία δεν συνεπάγεται πάντα την ανδρεία. Ούτε αυτό είναι αρκετό όμως, αφού κάποιος μπορεί να ξοδεύει καρτερικά τα χρήματά του, με σύνεση και συγκεκριμένο καλό σκοπό, αλλά αυτόν δεν τον λέμε ανδρείο. Αντιθέτως, αν κάποιος κατά τη διάρκεια μιας μάχης, σκεφτεί συνετά ότι μάχεται δίπλα σε άλλους ικανούς πολεμιστές, ενάντια ενός μικρότερου ή πιο αδύναμου εχθρού, και το στράτευμά του βρίσκεται σε περισσότερο ευνοϊκή θέση στο πεδίο της μάχης από τον αντίπαλο, είναι όντως ανδρείος (γιατί όσο σίγουρος και να είναι κανείς ότι ο στρατός του θα βγει νικητής, είναι πιθανό ο ίδιος να πεθάνει στη μάχη). Κι όμως, αυτός που στις ίδιες περιστάσεις βρίσκεται στο αντίπαλο στρατόπεδο και δεν υποχωρεί, αλλά με καρτερία υπομένει και επιμένει ότι θα νικήσει, και μάχεται, σίγουρα αυτός είναι πιο ανδρείος από τον πρώτο. Η καρτερία του όμως είναι λιγότερο συνετή, αφού υπάρχουν αντικειμενικά εμπόδια στο να πετύχει τον σκοπό του. Περαιτέρω, αν κάποιος δεν είναι ιδιαίτερα ικανός σε κάτι, αλλά φέρεται με καρτερία, είναι ανδρειότερος από αυτόν που είναι περισσότερο ικανός. Για παράδειγμα, κάποιος που, χωρίς να είναι δεινός κολυμβητής, βουτάει σε βαθιά νερά, θεωρείται πιο ανδρείος από τον έμπειρο στο κολύμπι, που κάνει την ίδια πράξη. Τέλος, η πράξη η ίδια, όσο επικίνδυνη και να είναι, δεν δίνει από μόνη της αξία σε αυτόν που την κάνει, γιατί πρέπει να υπάρχει και ο ενάρετος σκοπός που θα επιτευχθεί με αυτήν.
 
Εφόσον δεν καταλήγουν πουθενά, τον λόγο παίρνει ο Νικίας, υπενθυμίζοντας κάτι που ο Σωκράτης έχει πει πολλές φορές, ότι ο καθένας είναι καλός σε όσα γνωρίζει και κακός σε όσα αγνοεί. Αφού το να είναι κάποιος ανδρείος είναι καλό, τότε αναγκαστικά πρέπει σε κάτι να είναι σοφός. Άρα η ανδρεία είναι μια κάποιου είδους σοφία. Το αντικείμενο αυτής της σοφίας, σύμφωνα με το Νικία, είναι η «γνώση όσων δημιουργούν φόβο ή θάρρος στον πόλεμο και σε όλα τα άλλα»195a.
 
Αυτό δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει όλες τις καταστάσεις, αφού, όπως παρατηρεί ο Λάχης, θα σήμαινε πως και ο γιατρός, που ξέρει ποια είναι τα φοβερά του επαγγέλματός του (δηλαδή οι αρρώστιες), θα έπρεπε να θεωρηθεί ανδρείος. Ο Νικίας επισημαίνει πως ο γιατρός ξέρει μόνο κάποια γεγονότα, όπως ποια είναι η εκάστοτε αρρώστια, ποιες οι πιθανότητες να πεθάνει ο ασθενής του, και ποιο φάρμακο θα έχει την καλύτερη επίδραση στο σώμα του ασθενή. Δεν μπορεί να ξέρει όμως κατά πόσο θα είναι καλύτερα για τον ασθενή να γιατρευτεί από μια αρρώστια ή να αφεθεί να πεθάνει. Το να συντηρηθεί κάποιος στη ζωή μπορεί να αποδειχτεί οδυνηρό ως προς την ποιότητα της ζωής του, είτε, για παράδειγμα, επειδή το φάρμακο απλά θα παρατείνει τη ζωή ενός υπερήλικα ασθενή αφαιρώντας του όμως την αξιοπρέπεια στην καθημερινότητά του είτε επειδή οι παρενέργειες του φαρμάκου μπορεί να είναι χειρότερες από τα συμπτώματα της αρρώστιας. Δεν είναι για όλους καλύτερο να ζουν, αλλά «για πολλούς είναι καλύτερο να πεθάνουν»195c. Εν τέλει ο γιατρός, δεν ξέρει ποιο είναι αυτό που προκαλεί μεγαλύτερο φόβο για τον ασθενή, άρα δεν ξέρει τι είναι καλύτερο γι’ αυτόν, και άρα δεν έχει αυτήν την γνώση που θα τον κάνει σοφό στο θέμα της ανδρείας.
 
Ο Νικίας ξεκαθαρίζει πως όταν μιλάει για γνώση του τι θα είναι αποβεί καλύτερο για κάποιον (να πεθάνει ή όχι), δεν αναφέρεται σε εκείνη την γνώση στην οποία έχουν πρόσβαση οι μάντεις. Ο μάντης, λέει, γνωρίζει μόνο τα σημεία που θα συμβούν˙ αν θα πεθάνει κάποιος και πώς, ή όχι. Δεν ξέρει όμως ποιο θα είναι το καλύτερο ενδεχόμενο για αυτόν, τουλάχιστον όχι περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον.
 
Από τη στιγμή που η ανδρεία ταυτίστηκε με τη σοφία, αυτό σημαίνει ότι τα ζώα που όλοι αναγνωρίζουν σαν ανδρεία ζώα, αλλά και τα παιδιά, που από άγνοια μόνο δεν φοβούνται, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ανδρεία. «Το άφοβο και το ανδρείο δεν είναι το ίδιο»197b. Είναι πολλοί αυτοί που εξαιτίας έλλειψης μέριμνας (ο Νικίας μιλάει για μέριμνα, ο Λάχης για καρτερία με σύνεση) φέρονται με αφοβία, τόλμη και θρασύτητα. Αυτούς ο Νικίας τους ονομάζει θαρραλέους. ‘’Ανδρείους’’ ονομάζει όσους είναι φρόνιμοι, αυτούς δηλαδή που έχουν και τόλμη και μέριμνα. Εξ άλλου, όπως είπαμε, μια πράξη που είναι μεν θαρραλέα, αφού περιλαμβάνει ανάληψη κινδύνου, αλλά είναι χωρίς άξιο σκοπό και με μικρό όφελος, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ανδρεία πράξη, αλλά μάλλον σαν ανόητη.
 
Εδώ παρεμβαίνει ο Σωκράτης, για να παρατηρήσει ότι η ανδρεία είναι ένα από τα μέρη της αρετής, όπως είναι και η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη και η σοφία. Ο Νικίας είχε πει ότι ανδρεία είναι η γνώση όσων σχετίζονται με τον φόβο (δηλαδή των δεινών) και με το θάρρος (δηλαδή των αγαθών). Δεινά είναι όσα γεννούν δέος και θαρραλέα όσα δεν γεννούν δέος. «Δέος άλλωστε είναι η προσδοκία μέλλοντος κακού»198b. Δεινά δηλαδή είναι οι μελλοντικές συμφορές, και θαρραλέα είναι τα μελλοντικά αγαθά. Γνώση όμως, για οτιδήποτε, δεν μπορεί να νοηθεί χωριστά για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Όσον αφορά την Ιατρική, για παράδειγμα, κάτι που ξέρουμε ότι είναι υγιεινό σήμερα, σίγουρα ήταν και στο παρελθόν, και θα είναι και στο μέλλον. Και η στρατηγική επίσης, μελετά αυτά που γίνονται τώρα και όσα έγιναν στο παρελθόν για να κάνει προβλέψεις του τι θα γίνει στο μέλλον, γι’ αυτό και δεν βασίζεται στους μάντεις. Η ίδια επιστήμη δηλαδή γνωρίζει όσα θα γίνουν, όσα γίνονται και όσα έγιναν. Τον ίδιο κανόνα πρέπει να υπακούει και η ανδρεία, αφού είναι γνώση. Άρα η ανδρεία δεν μπορεί να ταυτίζεται με τη γνώση των δεινών και των θαρραλέων, αφού αυτά αφορούν μόνο τα του μέλλοντος. Ο Νικίας δηλαδή απάντησε για την ανδρεία μόνο εν μέρει (κατά το ένα τρίτο, αφού παρέβλεψε το παρελθόν και το παρόν).
 
Αν επιμείνουμε να ορίσουμε την ανδρεία σαν γνώση, συνεχίζει ο Σωκράτης, πρέπει αυτή να αφορά και το παρόν και το παρελθόν, και αφού την ταυτίσαμε με τη γνώση των συμφορών και των αγαθών, πρέπει να της αποδώσουμε τη γνώση όλων των αγαθών και των κακών, όπως εκφράζονται πάντα. Έτσι όμως η ανδρεία θα ταυτιζόταν με το σύνολο της αρετής, κάτι που θα ήταν παράλογο, και που συμφώνησαν από πριν ότι δεν ισχύει, αφού θεώρησαν την ανδρεία μόνο σαν ένα μέρος της αρετής.
 
«Άρα, Νικία, δεν βρήκαμε τι είναι ανδρεία»199e καταλήγει ο Σωκράτης, ο οποίος αποδίδει στον εαυτό του όση άγνοια διακατέχει και τους υπόλοιπους. Εξ άλλου, καθ’ όλη την διάρκεια του διαλόγου, ο ίδιος δεν πρότεινε καμία δικιά του θέση, παρά μόνο ζητούσε διευκρινήσεις από τους υπόλοιπους για να τους δείξει ότι έσφαλαν, και κατεύθυνε την συζήτηση όπου θεωρούσε ότι έπρεπε, ώστε να καταλήξουν σε κάποια αλήθεια. Και πάντα ο Σωκράτης δήλωνε την άγνοιά του, υποστηρίζοντας ότι το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να βοηθάει τους συνομιλητές του να γεννούν ιδέες (σαν κάποιον μαιευτήρα). Για να αποδώσει όμως η μαιευτική μέθοδος, πρέπει ο συνομιλητής να είναι ικανός να παράγει ορθές ιδέες.
 
Ο Λάχης αποδεικνύεται επιφανειακός και επιπόλαιος, αφού πέρα από τις απαντήσεις του που περιορίστηκαν σε παραδείγματα και δεν αφορούσαν έννοιες για τις οποίες τον ρώτησε ο Σωκράτης, καθ’ όλη την διάρκεια της συζήτησης δεν αποφεύγει να αρπάζεται με τον Νικία, να τον αποπαίρνει και να τον προσβάλλει. Το μόνο που κατάφερε έτσι είναι να δείξει την δικιά του φιλοσοφική κατωτερότητα σε σχέση και με τον Σωκράτη αλλά και με τον Νικία.
 
Το λάθος που έκανε ο Νικίας από την άλλη, είναι να ταυτίσει την ανδρεία με τη γνώση των δεινών και αγαθών. Όταν ο Σωκράτης έλεγε ότι η αρετή είναι γνώση, δεν ταύτιζε τις δύο έννοιες. Εννοούσε ότι για να κάνουμε κάτι ενάρετο, πρέπει να γνωρίζουμε το αντικείμενο αυτής της αρετής, δηλαδή το τι είναι, αλλά και πώς να κάνουμε πράξη με τρόπο που θα προσφέρει ωφέλεια (όπως ο γιατρός για να ωφελήσει τον ασθενή πρέπει να ξέρει την επιστήμη της ιατρικής αλλά και το τι θα είναι ωφελιμότερο για τον εκάστοτε ασθενή – βλ. Χαρμίδης). Ο Νικίας θεωρεί σαν αντικείμενο αυτής της γνώσης τα μελλούμενα καλά και βλαβερά. Είχε δίκιο βέβαια όταν είπε ότι ένα παιδί που από άγνοια μόνο φέρεται με τόλμη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ανδρείο. Όταν για παράδειγμα ένα αγόρι προσπαθήσει άκριτα να ανεβεί έναν απόκρημνο βράχο, χωρίς να συνειδητοποιεί πόσο εύκολο είναι να κάνει ένα μοιραίο λάθος, ή όταν δεν ξέρει καν τι λάθη μπορεί να κάνει, και όταν αγνοεί τι μπορεί να πάθει πέφτοντας, όντως δεν μπορούμε να του αποδώσουμε τον χαρακτηρισμό του ανδρείου. Δεν είναι όμως η ίδια η άγνοια του κινδύνου που πρέπει να επισημάνουμε. Η άγνοια είναι μόνο αυτό που κάνει το αγόρι να μην φοβάται. Και είναι αυτή η έλλειψη φόβου που το αποκλείει από την ανδρεία. Γιατί αν έχει κάποιο νόημα η λέξη ανδρεία, είναι το ξεπέρασμα του φόβου. Αν δεν υπάρχει φόβος να ξεπεραστεί, ποια είναι η προσπάθεια του ήρωα και ποιο το επίτευγμά του, που θα προκαλέσει τον θαυμασμό μας;
 
Σίγουρα το να μπει κανείς σε έναν ανελκυστήρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί τολμηρό εγχείρημα. Για κάποιον κλειστοφοβικό όμως; Όπως έλεγε ο Σωκράτης, καμία πράξη δεν είναι ενάρετη από μόνη της, αλλά εξαρτάται από το ποιος πράττει, και γιατί. Αυτός είναι και ο λόγος που τελικά στο παράδειγμα του Σωκράτη πιο ανδρείος αποδεικνύεται ο στρατιώτης του μικρού και αδύναμου στρατού, γιατί αυτός πράττει σχεδόν απελπισμένα (αλλά όχι ανέλπιδα), χωρίς να υπολογίσει λογιστικά ή πιθανολογικά το αποτέλεσμα της πράξης του˙ πράττει παράτολμα. Ξεπερνά τον εύλογο φόβο που προκύπτει από τα αντικειμενικά εμπόδια, ενεργεί ενάντια στη λογική (ασύνετα όπως είπαμε πριν), και έχει σαφή και ενάρετο σκοπό (να επιζήσει και να νικήσει τον αντίπαλο και άρα να σώσει όχι μόνο τη ζωή του, αλλά και των συμπολεμιστών του, της πόλης του…).
 
Η έλλειψη φόβου όμως δεν είναι επιλογή αυτού που δεν φοβάται, είναι εν τέλει αποτέλεσμα της άγνοιας των κινδύνων ή προϊόν της ιδιοσυγκρασίας του άφοβου. Κανένα από τα δύο δεν προκύπτουν από ελεύθερη επιλογή του. Το να φοβάται κάποιος και να επιλέξει να μην τον κερδίσει ο φόβος, αλλά να ενεργήσει παρά τον φόβο του˙ αυτό είναι που τον κάνει ανδρείο. Αυτή η επιλογή είναι που θα τον ορίσει, και κάθε επιλογή προϋποθέτει ελευθερία σκέψης και δράσης. Γι’ αυτό και μόνο ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να γίνει ενάρετος.
 
Πλάτων – Λάχης (ή περί ανδρείας)

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ

Λόγω καταγωγής ο Σωκράτης ανήκε στον κατώτερο λαό: ήταν πληβείος. Ξέρουμε, μπορούμε ακόμη να δούμε, πόσο άσχημος ήταν. Αλλά η ασχήμια, από μόνη της ένα ελάττωμα, ήταν για τους  Ελληνες σχεδόν διάψευση. Ήταν λοιπόν ή όχι Έλληνας ο Σωκράτης; Η ασχήμια είναι πολλές φορές έκφραση μιας διασταυρωμένης, μιας ματαιωμένης από τη διασταύρωση εξέλιξης. Σ’ άλλες περιπτώσεις εμφανίζεται σαν κατιούσα εξέλιξη. Όσοι από τους εγκληματολόγους είναι ανθρωπολόγοι μας λένε πως ο τυπικός εγκληματίας είναι άσχημος: monstrum in fronte, monstrum in animo». Αλλά ο εγκληματίας είναι ένας παρακμιακός. Ήταν ο Σωκράτης ένας τυπικός εγκληματίας; Αυτό τουλάχιστον δεν θα διαψευδόταν από κείνη την περίφημη κρίση του φυσιογνωμιστή που τόσο άσχημα ηχούσε στους φίλους του Σωκράτη. Ένας ξένος που ήξερε να διαβάζει τις φυσιογνωμίες, πέρασε κάποτε από την Αθήνα και είπε κατάμουτρα στο Σωκράτη πως ήταν ένα monstrum – πως έκρυβε μέσα του όλες τις κακές έξεις και ορέξεις. Κι ο Σωκράτης περιορίστηκε ν’ απαντήσει: «Με ξέρεις πολύ καλά κύριε!»

Η παρακμή στο Σωκράτη δεν υποδεικνύεται μόνο από την παραδεδεγμένη αχαλινωσιά και αναρχία των ενστίκτων του, αλλά και από την υπερτροφία της λογικής ικανότητας και από την κακία του μαχητικού που τον διακρίνει. Ας μη ξεχνούμε επίσης εκείνες τις ακουστικές παραισθήσεις που, ως «δαιμόνιον του Σωκράτη», ερμηνεύτηκαν με θρησκευτικό τρόπο. Το καθετί σ’ αυτόν είναι παρατραβηγμένο, buffo, καρικατούρα- την ίδια στιγμή το καθετί είναι κρυμμένο, υστερόβουλο, υποχθόνιο.
 
Προσπαθώ να καταλάβω ποια ιδιοσυγκρασία δίνει αυτήν την σωκρατική εξίσωση λογικού, αρετής και ευτυχίας: αυτήν την εξίσωση την πιο περίεργη απ’ όλες, που έχει συν τοις άλλοις εναντίον της όλα τα ένστικτα των παλιότερων Ελλήνων.
 
Με τον Σωκράτη, το ελληνικό γούστο στρέφεται προς τη διαλεκτική: τι συνέβη λοιπόν ακριβώς; Πριν απ’ όλα χάθηκε ένα ευγενές γούστο- με τη διαλεκτική η πλέμπα ανεβαίνει στην κορυφή. Πριν το Σωκράτη, οι διαλεκτικοί τρόποι απορρίπτονταν από την καλή κοινωνία: θεωρούνταν κακοί τρόποι, ήταν επικίνδυνοι. Προειδοποιούσαν τους νέους γι’ αυτούς τους τρόπους. Επίσης, δυσπιστούσαν προς όσους παρουσίαζαν τα επιχειρήματά τους με τέτοιους τρόπους. Τα έντιμα πράγματα, όπως και οι έντιμοι άνθρωποι, δεν προσφέρουν τα επιχειρήματά τους έτσι με το χέρι. Είναι απρέπεια να δείχνει κανείς και τα πέντε δάκτυλα. Δεν αξίζει και πολύ ότι πρέπει πρώτα να αποδειχτεί. Παντού όπου αποτελεί ακόμη η αυθεντία μέρος της καλής συμπεριφοράς, παντού όπου δεν αναπτύσσει κανείς επιχειρήματα αλλά δίνει διαταγές, ο διαλεκτικός είναι ένα είδος γελωτοποιού: γελούν μαζί του, δεν τον παίρνουν στα σοβαρά. Ο Σωκράτης ήταν ο γελωτοποιός που κατάφερε να τον πάρουν στα σοβαρά: τί συνέβη λοιπόν τότε;
 
Διαλέγει κανείς τη διαλεκτική μόνο όταν δεν έχει άλλο μέσο. Ξέρει πως αυτή προκαλεί τη δυσπιστία, πως δεν είναι πολύ πειστική. Τίποτε δεν σβήνει ευκολότερα από την απήχηση του διαλεκτικού: το αποδεικνύει η απλή παρατήρηση κάθε συνάντησης στην οποία γίνεται συζήτηση. Η διαλεκτική μπορεί να είναι μόνο αυτοάμυνα στα χέρια εκείνων που δεν έχουν πια κανένα άλλο όπλο. Πρέπει κανείς να ενισχύσει το δίκιο του: μόλις τα καταφέρει δεν την χρησιμοποιεί πια. Οι Εβραίοι ήταν διαλεκτικοί γι’ αυτόν το λόγο Ο Reineke Fuchs ήταν διαλεκτικός: πώς; Ήταν κι ο Σωκράτης διαλεκτικός;
 
Είναι η ειρωνεία του Σωκράτη μια έκφραση εξέγερσης; Πληβείας αγανάκτησης; Απολαμβάνει τάχα, σαν καταπιεζόμενος, την ίδια του την αγριότητα με τις μαχαιριές των συλλογισμών του; Εκδικείται τους ευγενείς τους οποίους γοητεύει; – Ως διαλεκτικός κρατάει κανείς ένα ανελέητο εργαλείο στα χέρια του· μπορεί να γίνει τύραννος μ’ αυτό βάζει σε κίνδυνο αυτούς που κατακτάει. Ο διαλεκτικός αφήνει στον αντίπαλό του τη φροντίδα να αποδείξει ότι δεν είναι ηλίθιος: αφήνει τον άλλο εξοργισμένο και συνάμα αβοήθητο. Ο διαλεκτικός καθιστά ανίσχυρη τη νοημοσύνη του αντιπάλου του. – Πώς; Είναι η διαλεκτική του Σωκράτη απλώς μια μορφή εκδίκησης;
 
Σας έδωσα να καταλάβετε πώς μπορούσε να προκαλεί απέχθεια ο Σωκράτης: γι’ αυτό ακριβώς επιβάλλεται πιο πολύ τώρα να εξηγήσουμε τη γοητεία που ασκούσε. Ιδού ο πρώτος λόγος: ανακάλυψε ένα νέο είδος αγώνος κι έγινε ο πρώτος διδάσκαλός του στους ευγενείς κύκλους της Αθήνας. Γοήτευε ερεθίζοντας την αγωνιστική παρόρμηση των Ελλήνων – εισήγαγε μια παραλλαγή στον πυγμαχικό αγώνα μεταξύ νέων ανδρών και εφήβων. Ο Σωκράτης ήταν επίσης ένας μεγάλος ερωτικός.
 
Ο Σωκράτης όμως μάντευσε ακόμη περισσότερο. Είδε πίσω από τους ευγενείς Αθηναίους του· κατάλαβε ότι η περίπτωσή του, η ιδιοσυγκρασία του, δεν αποτελούσε πια εξαίρεση. Το ίδιο είδος εκφυλισμού αναπτυσσόταν σιωπηλά παντού: η παλιά Αθήνα είχε φτάσει στο τέλος της. – Και ο Σωκράτης κατάλαβε ότι όλος ο κόσμος τον χρειαζόταν – χρειαζόταν τα μέσα του, τη θεραπεία του, την προσωπική του τέχνη της αυτοσυντήρησης… Παντού τα ένστικτα βρίσκονταν σε κατάσταση αναρχίας· παντού όλοι απείχαν πέντε βήματα από την υπερβολή: το monstrum in animo ήταν κοινός κίνδυνος. «Οι παρορμήσεις θέλουν να γίνουν τύραννου πρέπει να βρούμε έναν ισχυρότερο αντι-τύραννο»… Όταν ο φυσιογνωμιστής αποκάλυψε στο Σωκράτη τί ήταν – ένα σπήλαιο γεμάτο από κακές ορέξεις – ο μεγάλος ειρωνικός άφησε να του ξεφύγει άλλη μιά λέξη που είναι κλειδί του χαρακτήρα του. «Αυτό είναι αλήθεια», είπε, «αλλά τις ελέγχω όλες». Πώς μπόρεσε ο Σωκράτης να γίνει κύριος του εαυτού του; – Κατά βάθος η περίπτωσή του ήταν απλώς η ακραία περίπτωση, απλώς το πιο χτυπητό παράδειγμα αυτού που είχε αρχίσει να γίνεται κοινή ανησυχία: κανείς δεν ήταν πια κύριος του εαυτού του, τα ένστικτα στρέφονταν ενάντια στον καθένα. Ο Σωκράτης γοήτευε επειδή ήταν η ακραία περίπτωση· η φοβερή του ασχήμια τό κάνε αυτό γνωστό σ’ όλα τα μάτια: είναι αυτονόητο βέβαια πως γοήτευε ακόμη περισσότερο σαν απάντηση, σαν λύση, σαν φαινομενική θεραπεία της περίπτωσης αυτής.
 
Όταν κανείς βρίσκει απαραίτητο, όπως έκανε ο Σωκράτης, να μετατρέψει το λογικό σε τύραννο, δεν μπορεί νά ‘ναι μικρός ο κίνδυνος ότι κάτι άλλο θα γίνει τύραννος. Τότε ανακαλύφτηκε σαν σωτήρας η ορθολογικότητα ούτε ο Σωκράτης ούτε οι «ασθενείς» του δεν ήταν ελεύθεροι να διαλέξουν την ορθολογικότητα: αυτό έγινε de rigueur, ήταν το τελευταίο τους καταφύγιο. Ο φανατισμός με τον οποίο όλος ο ελληνικός στοχασμός ρίχνεται στην ορθολογικότητα, προδίδει την ύπαρξη μιας απελπιστικής κατάστασης· υπήρχε κίνδυνος, δεν υπήρχε παρά’ μόνο μια εκλογή: ή να χαθείς ή να γίνεις παράλογα ορθολογικός… Ο μοραλισμός των Ελλήνων φιλοσόφων από τον Πλάτωνα και μετά είναι παθολογικά καθορισμένο, το ίδιο και η εκτίμηση που τρέφουν για τη διαλεκτική. Η εξίσωση λογικό = αρετή = ευτυχία σημαίνει απλώς: πρέπει να μιμηθεί κανείς το Σωκράτη και να βάζει μόνιμα απέναντι στις σκοτεινές ορέξεις ένα φώς ημέρας – το φως ημέρας του λογικού. Πρέπει κανείς νά ναι με κάθε τρόπο έξυπνος, διαυγής, λαμπρός: κάθε παραχώρηση στα ένστικτα, στο ασυνείδητο, οδηγεί προς τα κάτω…
 
Εξήγησα με ποιο τρόπο γοήτευε ο Σωκράτης: φαινόταν πως ήταν ένας γιατρός, ένας σωτήρας. Χρειάζεται ακόμη να καταδείξουμε το λάθος που ενυπήρχε στην πίστη του στην «ορθολογικότητα με κάθε τρόπο»; Οι φιλόσοφοι και οι μοραλιστές αυτοαπατώνται όταν πιστεύουν ότι απαλλάσσονται από την παρακμή με το να κηρύττουν απλώς πόλεμο εναντίον της. Η απαλλαγή είναι υπεράνω των δυνάμεών τους: αυτό που διαλέγουν ως μέσο, ως σωτηρία, δεν είναι παρά μια άλλη έκφραση της παρακμής- αλλάζουν την έκφρασή της αλλά δεν απαλλάσσονται από την ίδια την παρακμή. Ο Σωκράτης ήταν μια παρανόηση ολόκληρη η ηθική της βελτίωσης, συμπεριλαμβανομένης και της χριστιανικής, ήταν μια παρανόηση… Το εκτυφλωτικότερο φως ημέρας- η ορθολογικότητα με κάθε τρόπο η ζωή, λαμπρή, ψυχρή, προσεκτική, συνειδητή, χωρίς το ένστικτο, σ’ αντίθεση προς τα ένστικτα – όλα αυτά δεν ήταν παρά μια αρρώστια, μια άλλη αρρώστια, και καθόλου μια επιστροφή στην «αρετή», στην «υγεία», στην ευτυχία… Η υποχρέωση να πολεμάς τα ένστικτα – αυτή είναι η συνταγή της παρακμής: όσο η ζωή διατηρεί μια ανοδική πορεία, η ευτυχία ταυτίζεται με το ένστικτο.
Ο Σωκράτης, αυτός ο εξυπνότερος όλων όσων ξεγέλασαν τους εαυτούς τους, δεν το κατάλαβε τάχα αυτό; Μήπως το ομολόγησε τελικά μέσα στη σοφία του θάρρους του μπροστά στο θάνατο; o Σωκράτης ήθελε να πεθάνει: το κώνειο το διάλεξε αυτός κι όχι η Αθήνα αυτός ανάγκασε την Αθήνα να τον καταδικάσει σε θάνατο… «Ο Σωκράτης δεν είναι γιατρός», είπε μέσα του σιγανά: «εδώ γιατρός είναι μόνο ο θάνατος… Ο Σωκράτης ήταν απλώς άρρωστος εδώ και πολύν καιρό»!
 
Νίτσε, Λυκόφως των ειδώλων

Υπεραναλύουμε; Μήπως έτσι χάνουμε την ουσία της ζωής


Έχουμε την τάση να υπεραναλύουμε; Μήπως έτσι χάνουμε την ουσία της ζωής και δεν ζούμε πολλές σημαντικές στιγμές;
 
Η υπερανάλυση ειναι μια διαδικασία σκέψης που ξεκινάει, τις περισσότερες φορές, από τον φόβο του να μην μείνει κανείς μόνος με τον εαυτό του. Ξεκινάει δηλαδή από μία διάχυτη αίσθηση ανασφάλειας και “μειονεξίας”, και καταλήγει στο να την αναπαράγει.
  
Ο φόβος ότι δεν έχουμε πλήρη έλεγχο του προσωπικού, ή συλλογικού μας περιβάλλοντος κινητοποιεί τον μηχανισμό της επίλυσης προβλημάτων μέσα από την διαδικασία της ανάλυσης μιας κατάστασης.
 
Συχνά, ακριβώς επειδή αυτού του είδους η υπερβολική ανάλυση των δεδομένων του νου μας, δεν είναι το αίτημα μιας υγιούς διαδικασίας, αλλά περισσότερο μιας ψυχικής κατάστασης που “τελεί εν ασθενείας”, το αίτημα της επίλυσης ενός προβλήματος, όχι μόνο δεν επιτυγχάνεται, αλλά αντίθετα το προς επίλυση πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο!
 
Όταν σκεφτόμαστε υπερβολικά και καταλήγουμε να αναλύουμε τις πράξεις, τα λόγια και τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων αλλά και του εαυτού μας τότε κινδυνεύουμε από κατάθλιψη και άγχος. Η υπερανάλυση δεν είναι υγιής στάση & συμπεριφορά. Χρειάζεται να ξέρουμε που να σταματάμε.
 
Η υπερβολική σκέψη μπορεί να καταστρέψει την συναισθηματική μας υγεία.
Τα αποτελέσματα ερευνών έδειξαν ότι οι γυναίκες αναλύουν πιο πολύ από τους άντρες αλλά αυτό δε σημαίνει ότι οι άντρες δε συλλογίζονται καθόλου. Απλώς οι σκέψεις τους έχουν διαφορετικό χαρακτήρα. Οι άντρες συλλογίζονται περισσότερο καταστάσεις και συναισθήματα θυμού και οργής, τα οποία εκφράζουν με επιθετική, εχθρική συμπεριφορά.
 
Οι γυναίκες συγκεντρώνονται περισσότερο στα θέματα κατάθλιψης και άγχους. Επίσης σκέφτονται περισσότερο θέματα ελέγχου τα οποία σχετίζονται με το μέλλον, ειδικά στον τομέα των σχέσεων: «Πως μπορώ να κρατήσω το ενδιαφέρον του άντρα μου; Πως μπορώ να είμαι σίγουρη ότι όλοι στο γραφείο με συμπαθούν;».
 
Η ικανότητά μας να εξερευνούμε τις δικές μας σκέψεις και τις να αναλύουμε τα δεδομένα της εσωτερικής πραγματικότητας (ερμηνείες γεγονότων – σκέψεις – συναισθήματα) της δικής μας αλλά και των ανθρώπων που εμπλέκονται στη ζωή μας είναι πολύ σημαντική, γιατί μας βοηθάει να συνδέουμε διαφορετικά μεταξύ τους ερεθίσματα και τελικά, να δίνουμε νόημα στη ζωή μας.
 
Συχνά, βέβαια, η ενασχόλησή μας με τις ίδιες μας τις σκέψεις γίνεται αυτοσκοπός, και παύει να αποτελεί μέσο για την βελτίωση των σχέσεών που έχουμε με τους άλλους ανθρώπους. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, δεν χρησιμοποιούμε την παραπάνω ικανότητά μας –δηλ. του να κάνουμε συνδέσεις- για να διευκολύνουμε την ζωή μας, αλλά περισσότερο για να την περιπλέξουμε.
 
Αν και η αρχική πρόθεση των περισσότερων ανθρώπων -μέσα από την «ανάλυση» των καταστάσεων- είναι να μπορούν να κατανοούν καλύτερα τα κίνητρα των άλλων, να συνδέουν σκέψεις με συναισθήματα, να ερμηνεύουν και να δίνουν νόημα σε καταστάσεις και σχέσεις (φιλικές, επαγγελματικές και ερωτικές), πολύ συχνά καταλήγουμε να αναλωνόμαστε σε ατελείωτους εσωτερικούς «μονολόγους», εξαντλώντας την σκέψη μας και τη δημιουργικότητά μας σε υποθέσεις για το τι μπορεί να συμβεί στην μια ή την άλλη περίπτωση.
 
Στην προσπάθειά μας να ελέγξουμε το παρελθόν, και το παρόν μας -αλλά ιδιαίτερα το μέλλον μας- με το να ανησυχούμε για τις προθέσεις, τις σκέψεις, ή τις ενέργειες των άλλων ανθρώπων, στην πραγματικότητα καταφέρνουμε να προδιαγράψουμε, προκαλώντας αυτό που φοβόμαστε ότι θα μας συμβεί, αφού συνήθως η «υπερ-ανάλυση» δεν στηρίζεται σε ρεαλιστικές σκέψεις, επιθυμίες και συναισθήματα.
Αντίθετα, ενισχύει τους αρνητικές σκέψεις, τους φόβους, τον θυμό και τα αισθήματα μειονεξίας και κατωτερότητας, τα οποία, με τη σειρά τους, σχεδόν πάντα γεννούν και τρέφουν την «υπερ-ανάλυση».
Είναι σίγουρο ότι η ελλιπής αυτο-εκτίμηση, οι τα βιώματα του παρελθόντος που βιώθηκαν σαν απειλές, οι «φωνές» του οικογενειακού και του στενού μας περιβάλλοντος που -όταν χρειάστηκε- δεν μας στήριξαν όσο είχαμε ανάγκη, και άλλες δυσμενείς για την ψυχολογική εξέλιξη συνθήκες, έχουν συντελέσει στην τάση των πιο ευάλωτων ηλικιακών ομάδων (νεαρά και τρίτης ηλικίας άτομα) και των γυναικών να αναλώνονται σε σκέψεις για τις ίδιες τις τους τις σκέψεις και τις απόψεις των άλλων.
 
Για να σταματήσουμε να τρέφουμε και να διογκώνουμε τον παραπάνω «φαύλο κύκλο», θα ήταν χρήσιμο:
 
Να ρωτήσουμε τον εαυτό μας πότε ήταν η τελευταία φορά που η συνήθεια της «υπερανάλυσης» μας βοήθησε πραγματικά να αντιμετωπίσουμε μια προβληματική κατάσταση;
Να αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε πόσο ρεαλιστικές είναι οι σκέψεις & οι απόψεις που έχουμε για τον εαυτό μας,
Να δοκιμάσουμε να ενεργούμε αντί να αναλωνόμαστε σε σκέψεις,
Να μην υποθέτουμε πια, αλλά να ρωτάμε τους άλλους για τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους,
Να υπενθυμίζουμε συνεχώς στον εαυτό μας ότι ο στόχος μας είναι, όχι να «αναμασούμε» και να υπομένουμε παθητικά την ζωή, αλλά να δρούμε σύμφωνα με τις ανάγκες μας, όντας ενεργητικά άτομα, και να κάνουμε τις προθέσεις μας πραγματικότητα.

Άρχισα να απολαμβάνω τη ζωή μου με όλες της τις ατέλειες

Ο καθορισμός στόχων είναι σίγουρα μια δύσκολη υπόθεση. Οι στόχοι δίνουν στους ανθρώπους την προσμονή και το κίνητρο για κάτι που θα συμβεί στο μέλλον και έχει αποδειχτεί ότι αυτό δημιουργεί καλύτερες συνθήκες για την επιτυχία σε σχέση με τον μη καθορισμό στόχων. Αλλά αυτή η διαδικασία μπορεί επίσης να οδηγήσει και στην εμμονή, όπως και στην έλλειψη εστίασης στο παρόν. Και είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι μόλις ο στόχος επιτευχθεί, η χαρά που νιώθουμε δεν αξίζει τελικά τόσο το άσχημο και γεμάτο άγχος ταξίδι προς αυτό -εκτός κι αν το ταξίδι από μόνο του ήταν ήδη απολαυστικό.

Αν το επίπονο ταξίδι σας κάνει να απομακρυνθείτε από τους φίλους, την οικογένεια και τους αγαπημένους σας, τότε είναι πιθανώς απαραίτητο να αλλάξετε την πορεία της ζωής σας, ώστε να αποφύγετε να γίνετε κάτι που θα μετανιώσετε και για το οποίο θα λυπάστε στο μέλλον. Είναι ανούσιο να αντιλαμβάνεστε τη ζωή ως έναν συνεχή αγώνα, αλλά αν προτιμάτε αυτή την οπτική, τότε είναι σημαντικό να θυμάστε ότι στο τέλος του αγώνα θα έχετε μάλλον μείνει μόνοι σας. Αυτό είναι δύσκολο να το αποδεχτούμε στο σύγχρονο κόσμο με τόσα κοινωνικά μέσα δικτύωσης και με τόσο «αισιόδοξο» καταναλωτισμό, αλλά χρειάζεται να βρείτε τους δικούς σας μοναδικούς στόχους και επιθυμίες, που θα είναι ειδικά προσαρμοσμένα τόσο στην βραχυπρόθεσμη, όσο και στη μακροπρόθεσμη ευτυχία, ηρεμία και επιτυχία σας.

Η απόλαυση δεν αποτελεί μέσο μέτρησης της προσπάθειας ή του επιτεύγματος· είναι περισσότερο ένας τρόπος ζωής και μια κατεύθυνση στη ζωή σας. Επιπλέον, η απόλαυση μπορεί κατά κάποιο τρόπο να μετρηθεί μέσω του γέλιου, της αγάπης και της αγάπης προς τον εαυτό μας. Ο διαλογισμός μπορεί να διευκολύνει την αναγνώριση και αποδοχή τέτοιων ιδεών και αληθειών, αλλά να έχετε υπόψη σας ότι ο διαλογισμός περιέχει κι άλλα κομμάτια γνώσης, όπως το ποιοι πραγματικά είμαστε, πώς αντιλαμβανόμαστε τη ζωή και πώς θέλουμε να αλλάξουμε εμάς και τον κόσμο.

Ένας άλλος τρόπος είναι το ημερολόγιο. Αποδοτικός και αποτελεσματικός τρόπος για να καθορίσετε ποιες πράξεις πρέπει να γίνουν, ώστε να επιτεύξετε μια ουσιαστική και μακροχρόνια ευτυχία. Οι καλύτερες ώρες για να γράψετε στο ημερολόγιό σας είναι συνήθως το πρωί μόλις ξυπνάτε ή το βράδυ πριν αποκοιμηθείτε, αλλά όποτε μπορείτε, χρειάζεστε πέντε με δέκα λεπτά καθημερινά. Μπορείτε εκεί να μοιραστείτε τα πάντα, αλλά θα σας βοηθούσε ακόμα περισσότερο να σκεφτείτε από πριν τα θέματα που θέλετε να καταγράψετε και να το κάνετε με απόλυτη ειλικρίνεια χωρίς καμία λογοκρισία και φόβο!

Χρειάζεται όμως επιτέλους να εστιάσουμε στο σήμερα· μπορεί να μην είναι τέλειο, αλλά σίγουρα αποτελεί μια τέλεια ευκαιρία για να νιώσουμε λίγη ευτυχία. Αντίθετα από τις κοινές υποθέσεις και πεποιθήσεις, η βραχυχρόνια στεναχώρια δεν οδηγεί απαραίτητα σε μακροχρόνια ευτυχία. Όμως, η βραχυπρόθεσμη ευτυχία τροφοδοτεί την μακροπρόθεσμη· οπότε ένας από τους τρόπους να διασφαλίσετε ότι θα είστε ευτυχισμένοι στο μέλλον είναι να επιχειρήσετε να νιώσετε ικανοποιημένοι στο παρόν. Για άλλη μια φορά θα τονίσουμε ότι είναι σημαντικό να ανακαλύψετε τι είναι αυτό που αυθεντικά αξίζει για εσάς ως άνθρωπο και να αφήσετε την καρδιά και την ψυχή σας να μιλήσουν, δίνοντάς τους τον απαραίτητο χώρο και χρόνο να εκφραστούν.

Η ζωή μας φαίνεται ότι είναι ένα άλλοτε μακρύ και άλλοτε σύντομο ταξίδι. Και αποτελεί επίσης μια βεβαιότητα το γεγονός ότι η ζωή έχει τα πάνω και τα κάτω της, αλλά παρά τις αναπόφευκτες αυτές εναλλαγές που κοστίζουν συναισθηματικά, σωματικά και πνευματικά, αν εσείς εστιάσετε σε ό,τι είναι σημαντικό για εσάς -και αν θέσετε την ευτυχία σας ως προτεραιότητα στο τώρα- είναι πιο πιθανό η διαδρομή να είναι πιο απολαυστική και ευχάριστη.

Είναι δύσκολο να γίνεις ευτυχισμένος

Κάποτε με ρώτησαν τι είναι ευτυχία... Πώς μπορεί να είναι η ευτυχία; Έχει υφή, μορφή, αιωρείται; Όχι! Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ήξερα μόνο πως νιώθω εγώ αυτό το συναίσθημα.

Στα μάτια μου, λοιπόν, ευτυχία έμοιαζε ένα πλατύ χαμόγελο με μπόλικο φως! Ναι, κι ένα ζευγάρι χέρια ενωμένα, ένα ζευγάρι μάτια να σε κοιτάνε επίμονα και μια φωνή, που θα λέει: ''είμαι εδώ'

Περνά καθημερινά ένας σωρός και κάθε λογής άνθρωποι από τη ζωή μας. Πολλοί θα προσπεράσουν στο δρόμο, αλλά είναι κι εκείνοι οι λίγοι που θα περπατήσουν μαζί σου...

Το πιο δύσκολο είναι να μείνεις άνθρωπος μέσα στη ζούγκλα που λέγεται ζωή... Μια ζούγκλα χτισμένη από αψεγάδιαστες βιτρίνες, τόσο λαμπερές και ικανές να καλύψουν κάθε κενό, κάθε φόβο, κάθε ανασφάλεια. Έχεις ξυπνήσει ποτέ έχοντας όνειρα; Όνειρα που θα κυνηγήσεις μέχρι τέλους... Που θα σε κάμουν θηρίο ανήμερο... Που θα έδινες όλο σου το είναι για να τα κάνεις κομμάτι σου... Κτήμα σου! Ναι, κτητικότητα. Στα όνειρα χωράει μπόλικη!

Κι ας αποτύχεις, ας κλάψεις, ας πληγωθείς. Ξέρεις κάτι; Στην τελική, η ζωή δεν είναι μια κυλιόμενη, φωτεινή σκάλα που ανεβαίνει. Έχει πέτρες, λακκούβες, γκρεμούς...

Κι εκεί είναι που το χάνουμε εμείς οι άνθρωποι... Γουστάρουμε μια βολεμένη ζωή με μίζερα χαμόγελα, μίζερους ανθρώπους, μίζερα θέλω και πολλά-πολλά πρέπει. Βάζουμε ένα μεγάλο εγώ ως ταμπέλα στο κούτελο και μεγάλες ασπίδες για να μας κρύβουν τον ήλιο.

Πέντε λεπτά... Μόνο πέντε λεπτά κάθε μέρα να λέγαμε τι πραγματικά νιώθουμε... Αν λέγαμε ένα σ' αγαπώ, ένα συγγνώμη, ένα εγώ φταίω... Τι  θα γινόταν; Θα μειωνόταν ο εγωισμός που μας πλαισιώνει; Όχι, τότε μπορεί να πλησιάζαμε λίγο την ευτυχία... Μπορεί και όχι, αλλά ποτέ δεν θα μάθεις πραγματικά. Μάλλον γιατί το να το ζεις είναι καλύτερο απ' το να το σκέφτεσαι...

Πολλά θέλω μας, τα κάναμε με βήματα προς τα πίσω. Αφήσαμε να φύγουν άνθρωποι γιατί δεν αντέχαμε την αλήθεια τους. Τους φοβηθήκαμε... Τους πληγώσαμε και πληγωθήκαμε.

Η ζωή, λοιπόν, δεν θέλει παζάρι... Αλήθειες θέλει... Αληθινά λόγια, αληθινή ψυχή, αληθινές σκέψεις! Αληθινά μάτια! Αν με ρωτούσαν ξανά τι είναι ευτυχία, θα τους έλεγα το να είσαι ελεύθερος μαζί με τέσσερις-πέντε ανθρώπους δικούς σου, ένα βλέμμα που θα σου δίνει την απάντηση χωρίς τα λόγια, ένα ζευγάρι χέρια που όταν θα πέσεις θα σε σηκώσουν και μια ψυχή που θα νιώθει παιδί μπροστά σε όλα αυτά...

Είναι δύσκολο να γίνεις ευτυχισμένος... Ωστόσο γίνεται λίγο πιο εύκολο, αν κάνεις τα πάντα γι' αυτό!

Οι φίλοι είναι το φως στα σκοτάδια μας

Πολύ ωραίο καταφύγιο το σκοτάδι, δε βρίσκεις; Ξέρεις, εκείνο το σκοτάδι που επικρατεί κάμποσα χιλιόμετρα κάτω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας και δεν αφήνει τη ζωή να αναπτυχθεί. Είναι αποπνικτικό, μαύρο, χωρίς όρια και σε κρατάει αιχμάλωτο στα βάθη του με αλυσίδες που δεν μπορείς να σπάσεις, ίσως που δε θέλεις να σπάσεις!

Δε θέλεις γιατί μέσα σε αυτό το έρεβος έχεις βρει τον εαυτό σου, βυθίζεσαι άφοβα στις σκέψεις σου και δεν επιτρέπεις σε κανέναν να διαβάσει τα συναισθήματά σου. Νιώθεις ασφαλής, γιατί το σκοτάδι είναι το καταφύγιό σου, σε καταλαβαίνει χωρίς να ζητάει εξηγήσεις και το έχεις αγαπήσει γιατί στέκεται δίπλα σου ως ακίνητος φρουρός.

Σε βολεύει που είσαι μόνος σου εκεί κάτω, διότι κανένας δεν μπορεί να σε πληγώσει πλέον. Άλλωστε δεν ξεχνάς ότι εξ αιτίας κάποιων ανθρώπων κατέληξες εκεί. Σε υποτίμησαν, σε χτύπησαν στο αδύναμό σου σημείο, έδιωξαν καθετί φωτεινό μέσα σου κι έσβησαν την κάθε σου ελπίδα. Ως αποτέλεσμα αυτών, λοιπόν, διάλεξες το μαύρο, το χρώμα του μυστηρίου και του κρυφού, του ανεξερεύνητου που περιμένει με ανυπομονησία κάποια θαρραλέα ψυχή να ανακαλύψει τα μυστικά του.

Μέσα σου πάντα, όμως, τρεμοπαίζει το φως μιας μικρής φλόγας που περιμένει να αναζωπυρωθεί, να βρει τη δύναμη να ζεστάνει την ψυχή σου και το παγωμένο συναίσθημά σου. Περνούν τα χρόνια. Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν χωρίς πολλές-πολλές εξηγήσεις και το φως μέσα σου χάνει την ελπίδα του, πνίγεται στη βεβαιότητα ότι θα μείνει για πάντα μόνο του σ’ έναν κόσμο ψευτιάς κι υποκρισίας. Ώσπου κάποια στιγμή, απ’ το πουθενά, έτσι βίαια, μια αχτίδα φωτός τρυπά τη μαύρη ασπίδα σου και απειλεί την ασφάλεια και το καταφύγιό σου!

Θέλεις να κρυφτείς, να φύγεις, να κλειστείς! «Μα αυτό δεν ήταν ποτέ δύσκολο για σένα, άρα τώρα γιατί μοιάζει ακατόρθωτο;», σου ψιθυρίζει η ψυχή σου. Ψάξε την απάντηση στη φλόγα σου, εκείνη τη μικρή που κάποτε τρεμόπαιζε και περίμενε ευκαιρία αναζωπύρωσης. Μάντεψε! Η αχτίδα αυτή που σ’ έκανε να φοβηθείς και να υψώσεις απότομα τα τείχη σου έκανε το θαύμα της. Έτσι απροειδοποίητα έπεσε στο βυθό σου και γαντζώθηκε με βία στο μαύρο μανδύα σου, αρνούμενη να φύγει.

Αυτό το φως, ξέρεις, είναι εκείνος ο άνθρωπος, που θα σου διαλύσει τους φόβους σου, τους ενδοιασμούς σου και τις ανασφάλειές σου. Να σου δείξει πως ο κόσμος του δεν είναι γεμάτος κακία και ψεύδος, αλλά περιλαμβάνει καλοσύνη κι αλήθεια, που κρύβονται σε σπάνια και δυσεύρετα διαμάντια. Κι αυτό το κατανοείς απ’ το ότι ο άνθρωπος αυτός δεν κατέβαλε ποτέ προσπάθεια για να σε καταλάβει.

Αποδέχθηκε τις σκέψεις του σαν να ήταν δικές του, σε αγκάλιασε σα να ήσουν κομμάτι του εαυτού του, έγινε το yang στο yin σου κι ανέβηκε αβίαστα στο θρόνο της καρδιάς σου, ο οποίος τόσα χρόνια έστεκε μόνος του εγκαταλελειμμένος κι αραχνιασμένος. Ένιωσες ακαριαία, με το που το γνώρισες, ότι τον ήξερες χρόνια κι έγινε μονομιάς κομμάτι σου, σημαντικότερο ακόμα κι απ’ τον ίδιο σου τον εαυτό!

Και αυτό σε τρόμαξε, γιατί παρότι διέλυσε τους φόβους σου, σου δημιούργησε έναν καινούριο∙ το φόβο της απώλειας. Πως κάτι θα συμβεί και θα τον χάσεις, αφήνοντας το θρόνο σου κενό. Μα σου υποσχέθηκε, όπως υποσχέθηκες κι εσύ σ’ εκείνον, ότι δε θα σε αφήσει να φύγεις και να βυθιστείς ξανά στο σκοτάδι σου. Κι ήταν απ’ τους όρκους τους ατσάλινους, εκείνους που έχουν βάρος ασήκωτο και σε δεσμεύουν για μια ζωή!

Μα αυτό ακριβώς είναι το νόημα της φιλίας, η μαγεία της. Να δίνεις όρκους που δεν έχεις δώσει ποτέ σε άλλον, να μη φοβάσαι να τσαλακωθείς και να κλάψεις, να ξεγυμνώσεις την ψυχή σου και να δείξεις τις αδυναμίες σου. Να τον βάζεις πάνω από όλους κι από όλα, ακόμα κι από εσένα τον ίδιο!

Ναι, σε εσένα μιλάω! Που πληγώθηκες, που κρύφτηκες στο σκοτάδι σου. Την αδερφή ψυχή σου αγάπησέ την, εμπιστέψου την, δώσ’ της ό,τι έχεις και δεν έχεις! Είναι ωραίο ν’ αγαπάς κι είναι ωραίο να φοβάσαι! Άλλωστε, ο φόβος της απουσίας δεν είναι εκείνος που σε κάνει να προσπαθείς κάθε μέρα να την κρατήσεις κοντά σου;

Μέτρο της ζωής είναι η σπουδαιότητα και όχι η χρονική διάρκειά της

ΠΑΡΑΜΥΘΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΝ (απόσπασμα)

Γενικά, ο καθένας θα έπρεπε να έχει την πεποίθηση, αν εξετάσει σοβαρά τα πράγματα και από μόνος του και μαζί με άλλον, ότι η άριστη ζωή δεν είναι η πιο μακροχρόνια αλλά η πιο σπουδαία.

Δεν επαινείται άλλωστε εκείνος που έπαιξε περισσότερη μουσική ή εκφώνησε περισσότερους λόγους ή κυβέρνησε περισσότερα πλοία αλλά εκείνος που έχει κάνει τα παραπάνω με εξαιρετικό τρόπο. Δεν πρέπει, δηλαδή, να υπολογίζουμε τη σπουδαιότητα με τη χρονική διάρκεια αλλά με την αξία και την κατάλληλη συμμετρία.

Αυτά θεωρούνται αποδείξεις καλοτυχίας και θεϊκής εύνοιας. Για τον λόγο αυτό, πάντως, οι ποιητές μας παραδίδουν για τους μεγαλύτερους και θεϊκής καταγωγής ήρωες ότι αφήνουν αυτή τη ζωή προτού γεράσουν, όπως για εκείνον,

που ο ασπιδοφόρος Δίας και ο Απόλλων
πολύ τον αγαπούσαν
με κάθε λογής αγάπη· αυτός δεν έφτασε στων γηρατειών
το κατώφλι (ΟΜΗΡΟΣ)

Σε όλες τις περιπτώσεις δηλαδή θεωρούμε ανώτερη την καλή χρήση του χρόνου παρά τα καλά γεράματα.

Και από τα φυτά, εξάλλου, καλύτερα είναι εκείνα που σε μικρό χρονικό διάστημα δίνουν τις περισσότερες σοδειές, και από τα ζώα εκείνα που σε μικρό χρονικό διάστημα μας δίνουν τη μεγαλύτερη ωφέλεια για τη ζωή μας. Οι όροι “πολύ” και “λίγο” σε σχέση με τον χρόνο φαίνεται να μην έχουν διαφορά, αν στρέψουμε το βλέμμα μας προς την αιωνιότητα.

Μια χιλιετία ή και δέκα χιλιετίες, σύμφωνα με τον Σιμωνίδη, δεν είναι παρά μια ανεπαίσθητη στιγμή του χρόνου ή μάλλον ένα ελάχιστο μόριο της στιγμής.

Υπάρχουν όπως λένε στις ακτές του Πόντου κάποια πλάσματα που ζουν μόνο μια μέρα· γεννιούνται το πρωί, φτάνουν στην ακμή τους το μεσημέρι και κατά το βράδυ γερνούν και η ζωή τους τελειώνει. Αν λοιπόν κι αυτά τα πλάσματα είχαν μέσα τους ανθρώπινη ψυχή και σκέψη, δεν θα είχαν και κείνα το ίδιο συναίσθημα που κυριαρχεί και σε μας και δεν θα τους συνέβαινε το ίδιο, προφανώς, ώστε όσα πεθαίνουν πριν από το μεσημέρι να προκαλούν θρήνους και δάκρυα, ενώ εκείνα που ζουν ολόκληρη τη μέρα θα μακαρίζονταν;

Μέτρο της ζωής είναι η σπουδαιότητα και όχι η χρονική διάρκειά της.

Πρέπει να θεωρούμε μάταιες και ανόητες τις αναφωνήσεις του είδους: “Μα δεν θα έπρεπε να τον πάρει τόσο νέο!”

Ποιος μπορεί να πει τι έπρεπε; Πολλά μάλιστα άλλα πράγματα, για τα οποία θα μπορούσε να πει κάποιος ότι “δεν έπρεπε να γίνουν”, έγιναν, γίνονται και θα συνεχίσουν να γίνονται.

Δεν είμαστε στον κόσμο τούτο για να θέσουμε νόμους, αλλά για να υπακούμε στις εντολές των θεών που κυβερνούν τα πάντα και στους ορισμούς της ειμαρμένης και της πρόνοιας.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ