Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

Σόλων, ο πρώτος μεταρρυθμιστής της ευρωπαϊκής ιστορίας

Γύρω στα 600 π.Χ. η πλειοψηφία του πληθυσμού της Αθήνας βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος  στον βίο του Σόλωνα «την περίοδο αυτή η ανισότητα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς είχε φτάσει στο κορύφωμα της. Όλος ο λαός ήταν χρεωμένος στους πλούσιους. Είτε δηλαδή καλλιεργούσαν τη γη και πλήρωναν σε εκείνους το ένα έκτο από τα εισοδήματα τους και ονομάζονταν γι΄αυτό εκτήμοροι και θήτες, είτε έπαιρναν δάνεια με εγγύηση το σώμα τους και γίνονταν έτσι υποχείριοι στους δανειστές τους, που μπορούσαν να τους κάνουν δούλους στον ίδιο τους τον τόπο ή να τους πουλήσουν στα ξένα. Πολλοί μάλιστα αναγκάζονταν να πουλούν και τα ίδια τους τα παιδιά -γιατί δεν το εμπόδιζε ο νόμος- ή να φεύγουν από την πόλη αναγκασμένοι από την σκληρότητα των δανειστών» (Πλουτ. Σόλων).
 
Ο υπερπόντιος αποικισμός του 8ου και του 7ου αιώνα π.Χ. άνοιξε νέους εμπορικούς δρόμους και συσσώρευσε σταδιακά πλούτο στα χέρια όμως των λίγων προνομιούχων ευγενών οι οποίοι τον επένδυσαν στον τοκογλυφικό δανεισμό, ειδικά μετά τον 7ο αιώνα π.Χ. οπότε και η οικονομία άρχισε σταδιακά να γίνεται νομισματική. Μικροβιοτέχνες και έμποροι έχοντας ανάγκη κεφαλαίων λάμβαναν δάνεια με υποθήκη το σώμα τους και τις οικογένειες τους. Αδυναμία αποπληρωμής σήμαινε ότι ο δανειζόμενος και η οικογένεια του οδηγούνταν στην δουλεία. Και αναλογιζόμενος κανείς τους κινδύνους του εμπορίου τότε, από πειρατές μέχρι και κακοκαιρία, μπορεί να συλλάβει έστω και επιδερμικά το μέγεθος του προβλήματος που σταδιακά γιγαντωνόταν στην αθηναϊκή κοινωνία. Από την άλλη μεριά οι μικροκαλλιεργητές στραγγαλίζονταν από το δίκαιο του κράτους των ευγενών που απαιτούσε από αυτούς να δίνουν το ένα έκτο της παραγωγής τους στους ευγενείς-μεγαλογαιοκτήμονες. Ειδικά για φτωχά εδάφη και μικρούς καλλιεργητές αυτός ήταν ένας βαρύς φόρος. Και στην περίπτωση αυτή αδυναμία καταβολής του ενός έκτου σήμαινε αυτόματα εξανδραποδισμό.  Ουσιαστικά οι ευγενείς νέμονταν αυθαίρετα τα οφέλη της κοινωνικής παραγωγής και μονοπωλούσαν την πολιτική εξουσία έχοντας παγιώσει από τη μια μεριά την φεουδαλικής  μορφής εξάρτηση των εκτημόρων, ενώ από την άλλη μέσω της τοκογλυφικής δανειοδότησης ήλεγχαν ουσιαστικά ολόκληρους παραγωγικούς κλάδους, από τους κάθε λογής βιοτέχνες μέχρι τους εμπόρους. Έτσι ξεκίνησε μια παρατεταμένη περίοδος κοινωνικής αστάθειας, «στάσις», με τον δήμο να ξεσηκώνεται ενάντια στους ευγενείς.
 
Το 594 π.Χ. οι αντίπαλες παρατάξεις κατέληξαν σε έναν ιστορικό συμβιβασμό εκλέγοντας ως άρχοντα τον Σόλωνα, έναν μετριοπαθή πολιτικό της μεσαίας τάξης.  Όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος ασχολούταν με το εμπόριο, ήταν πολυταξιδεμένος, ασχολούταν με την ποίηση και είχε αναδειχτεί σε ηγετική φυσιογνωμία στον πόλεμο των Αθηναίων ενάντια στους Μεγαρείς για την κατοχή της Σαλαμίνας. Συνεπώς απολάμβανε σημαντικής αναγνώρισης και σεβασμού στην αθηναϊκή κοινωνία. «Στην πραγματικότητα, άλλωστε, ο Σόλων δεν θαύμαζε τον πλούτο ούτε ήθελε το περιττό, πίστευε όμως ότι το αναγκαίο πρέπει κανείς να το επιδιώκει. Του άρεσε να ξοδεύει χρήματα και αγαπούσε τις χαρές της ζωής, για τις οποίες μιλάει στα ποιήματα του» (Πλούτ. Σόλων). Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ως πολιτικός ακολουθούσε τη «μέση οδό» αποβλέποντας μάλλον στο γενικό συμφέρον παρά στην προσωπική προβολή. Το πρώτο νομοθετικό του μέτρο ήταν η διαγραφή των χρεών, η «σεισάχθεια». «Όρισε να διαγραφούν τα χρέη που υπήρχαν ως τότε και στο μέλλον να μην δίνονται δάνεια με ενέχυρο το ανθρώπινο σώμα» (Πλουτ. Σόλων). Όπως αντιλαμβάνεται κανείς επρόκειτο για μια άμεση και βίαιη επέμβαση στα δικαιώματα των δανειστών προς όφελος της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Επίσης με νόμο ο Σόλων έθεσε ένα όριο στην κατοχή γαιών με σκοπό να περιορίσει την υπερβολική και επιβλαβή για το κοινωνικό σύνολο μεγάλη ιδιοκτησία, δίνοντας όμως εγγυήσεις στους μεγαλογαιοκτήμονες για την ασφάλεια της ιδιοκτησίας τους. Η κίνηση αυτή έγινε μάλλον για να περιορίσει τα ριζοσπαστικά στοιχεία που απαιτούσαν αναδασμό της γης και κατανομή ίσων κλήρων (ισομοιρία). Με σύνεση ο Σόλων απέφυγε τα άκρα και ουσιαστικά περιόρισε τη μεγάλη γαιοκτησία ενώ παράλληλα απελευθέρωσε τους αγρότες και τη μικρομεσαία αστική τάξη από τον θανατηφόρο εναγκαλισμό των πλουσίων. Ουσιαστικά ο Σόλων δημιούργησε την Αττική των μικροϊδιοκτητών-οπλιτών. Ενδιαφέρον έχει η αναφορά του Πλουτάρχου στην ύπαρξη ήδη από τα χρόνια του Σόλωνα των σπεκουλαδόρων- κερδοσκόπων που καραδοκούν ανά πάσα στιγμή για να αποκομίσουν κέρδος. «Καθώς ξεκίνησε να ξεγράψει τα χρέη και ζητούσε να βρει τα κατάλληλα επιχειρήματα και τη σωστή αρχή, έκαμε γνωστό στους πιο έμπιστους και στενούς φίλους του, στον όμιλο δηλαδή του Κόνωνα, του Κλεινία και του Ιππόνικου, ότι δεν πρόκειται να θίξει τη γη, σκοπεύει όμως να καταργήσει τα χρέη. Αυτοί προτού εξαγγελθεί το μέτρο, έτρεξαν και δανείστηκαν πολλά χρήματα από τους πλούσιους και αγόρασαν μεγάλες εκτάσεις. Έπειτα όταν δημοσιεύτηκε ο νόμος, εκείνοι εξακολουθούσαν να καρπώνονται τα κτήματα, ενώ δεν έδωσαν πίσω τα χρήματα στους δανειστές τους και έγιναν αιτία να δεχτεί ο Σόλων πολλές κατηγορίες…» (Πλουτ. Σόλων).
 
Καθ’ όλα εύστοχη αξιοποίηση της…«εσωτερικής πληροφόρησης»! Παράλληλα προέβη και σε μια πανέξυπνη κίνηση ρύθμισης της οικονομίας. Κατέφυγε σε αυτό που οι σύγχρονοι οικονομολόγοι ονομάζουν «αναπροσαρμογή  του νομίσματος». Η αργυρή μνα που πριν είχε αξία 73 δραχμών στο εξής αποκτούσε αξία 100 δραχμών. Η δραχμή δηλαδή υποτιμήθηκε. Έτσι όσοι χρωστούσαν έδιναν πίσω το ίδιο ποσό ονομαστικά, κέρδιζαν όμως ένα ποσοστό 27% από το ποσό που όφειλαν. «Έδωσε δηλαδή ο Σόλων στη μνα αξία εκατό δραχμών, ενώ προηγουμένως είχε εβδομήντα τρεις. Με τον τρόπο αυτόν εκείνοι που ξεπλήρωναν τα χρέη τους, έδιναν πίσω το ίδιο ποσό αριθμητικά, μικρότερο όμως σε αξία, και έτσι είχαν μεγάλη ωφέλεια χωρίς να ζημιώνονται εκείνοι που έπαιρναν πίσω τα χρήματα τους» (Πλουτ. Σόλων).
 
Αμέσως μετά ασχολήθηκε με την αναμόρφωση της κοινωνίας χωρίζοντας τους πολίτες σε τέσσερίς τάξεις με βάση τα εισοδήματα τους. Στην κορυφή βρίσκονταν οι πεντακοσιομέδιμνοι. Ακολουθούσαν οι ιππείς, αυτοί δηλαδή που είχαν τη δυνατότητα συντήρησης αλόγου και εισόδημα τριακόσιους μεδίμνους, οι ζευγίτες με εισόδημα διακοσίων μεδίμνων και τέλος βρίσκονταν οι θήτες. Η ταξική διάρθρωση αυτή ήταν και η βάση για τον καθορισμό των πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών. Παλαιότερα τα πολιτικά αξιώματα ήταν προνόμιο των ευγενών. Ο Σόλων αντικατέστησε αυτήν την πρακτική με την αρχή της εκλογιμότητας στα δημόσια αξιώματα με βάση την περιουσία. Πάντως όλα τα αξιώματα του κράτους μονοπωλούνταν από τους πολίτες των τριών πρώτων τάξεων με αυτά του άρχοντα και του ταμία να αφορούν μόνο τους πεντακοσιομέδιμνους. Αυτού του είδους το σύστημα χωρίς να είναι δημοκρατία, οι ιστορικοί το ονόμασαν τιμοκρατία, αποτελούσε ένα σημαντικό κοινωνικό άνοιγμα που χτυπούσε ουσιαστικά το προηγούμενο καθεστώς της «κάστας». Επιπρόσθετα οι πλουσιότερες τάξεις υποχρεώνονταν να προσφέρουν ορισμένες υπηρεσίες στην πόλη τις λεγόμενες «λειτουργίες». Τέτοιες ήταν η «τριηραρχία» δηλαδή ο εξοπλισμός πολεμικών πλοίων, η «χορηγία», η φροντίδα για την παράσταση του χορού στις εορτές κ.α. Παράλληλα ο Σόλων καθιέρωσε και την Βουλή των τετρακοσίων για την οποία λίγα πράγματα γνωρίζουμε. Ο Πλούταρχος αναφέρει πως τους τετρακόσιους της βουλής ο Σόλων «τους έβαλε να εξετάζουν κάθε θέμα πριν το λαό και να μην αφήνουν καμιά υπόθεση να πηγαίνει στη εκκλησία του δήμου, χωρίς να την έχουν κρίνει από πριν» (Πλουτ. Σόλων).
 
Ουσιαστικά η Βουλή των τετρακοσίων προετοίμαζε το έργο της λαικής συνέλευσης (εκκλησία), για την οποία επίσης μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Πάντως η εκκλησία του δήμου δεν πρέπει να ήταν περισσότερο αντιπροσωπευτική εν συγκρίσει με τις συνελεύσεις που περιγράφονται στον ομηρικό κόσμο της Ιλιάδας. Αργότερα ο Κλεισθένης αντικατέστησε τη βουλή των τετρακοσίων με μια των πεντακοσίων για την οποία όμως γνωρίζουμε αρκετά περισσότερα. Η σπουδαιότητα της Βουλής των τετρακοσίων έγκειται στο γεγονός ότι έδωσε τη δυνατότητα στις πλατιές μάζες για πρώτη φορά να αποκτήσουν πολιτική δύναμη μέσα στην κοινότητα. Με αυτόν τον θεσμό περιόριζε ουσιαστικά και τις αυθαιρεσίες του Άρειου Πάγου, μιας γερουσίας που υπήρχε αρκετά πριν από το 600 π.Χ., και η οποία είχε σκοπό τη διαιώνιση των προνομίων των ευγενών, ενώ ένα μέρος των πολιτικών και διοικητικών εξουσιών του Αρείου Πάγου το πήρε η Βουλή των τετρακοσίων. Πλέον, όπως αναφέρει και ο ιστορικός Simon  Hornblower«η συνέλευση είχε θεσμοθετημένη ύπαρξη. Οι συνεδρίες δεν γίνονταν επειδή έτσι αποφάσιζε κάποιος Αγαμέμνων, αλλά πραγματοποιούνταν σε επίσημη σχέση και, υποθέτουμε, υπό τον έλεγχο και την προεδρία ενός μικρότερου και αιρετού σώματος, που δεν είχε ίδιον συμφέρον στην διαιώνιση της αριστοκρατικής εξουσίας». Τέλος καθιερώθηκε και ένα λαικό δικαστήριο η Ηλιαία  που συγκροτούνταν από μέλη όλων των τάξεων. Στην αρχή είχε αρμοδιότητα μόνο για τις εφέσεις εναντίον των αποφάσεων που είχαν εκδώσει οι άρχοντες. Αργότερα έγινε ο υπέρτατος κριτής όλων των διαφορών στην Αθήνα.

Με τις πολιτειακές του μεταρρυθμίσεις ο Σόλων επιθυμούσε να μετατοπίσει το ενδιαφέρον του πολίτη από το σπίτι και την οικογένεια προς την πόλη και την κοινότητα. Και έδωσε τέτοια σημασία στη συμμετοχή που θέσπισε ειδικό νόμο που ανέφερε «ότι χάνει τα πολιτικά του δικαιώματα όποιος μένει ουδέτερος σε περίπτωση που θα ξεσπούσε εμφύλια διαμάχη στην πόλη. Ήθελε, όπως φαίνεται, ο Σόλων κανένας πολίτης να μη μένει αδιάφορος και ασυγκίνητος για τα δημόσια ζητήματα κοιτάζοντας μόνο πως να εξασφαλίσει τα δικά του συμφέροντα, ούτε να καυχιέται πως δεν πονά κι αυτός και  δεν πάσχει με τα δεινά της πατρίδας του. Αντίθετα, έπρεπε ο πολίτης από την αρχή να παίρνει θέση πλάι σε αυτούς που ενεργούν πιο σωστά και πιο δίκαια και να κινδυνεύει μαζί τους και να τους βοηθά, αντί να περιμένει ακίνδυνα να δει ποιος θα νικήσει» (Πλουτ. Σόλων). Παράλληλα αναθεώρησε το σύνολο του προϋπάρχοντος ιδιωτικού και ποινικού δικαίου καταργώντας αρχικά τους «αιματογραμμένους» νόμους του Δράκοντα διατηρώντας μόνο εκείνους που αναφέρονταν σε φονικά και κατήργησε τον θεσμό της προίκας. Άφηνε τον πολίτη ελεύθερο να διαθέτει την περιουσία του όπου ήθελε και απαγόρευσε να κακολογούνται οι νεκροί για να μη διαιωνίζονται οι έχθρες. Ποινικοποίησε επίσης την αεργία με σκοπό να τονώσει την παραγωγή ενώ με νόμο επέτρεπε στον υιό να σταματάει να συντηρεί τον πατέρα του αν εκείνος δεν του είχε μάθει κάποια τέχνη. Όλα τα νομοθετήματα, τότε ονομάζονταν θεσμοί, δημοσιεύτηκαν ολόκληρα σε περιστρεφόμενους ξύλινους πίνακες, τους άξονες, στο Πρυτανείον και σε περίληψη μπροστά στη βασιλική στοά σε λίθινες τριγωνικές πυραμίδες, τις κύρβεις. Σε όλους τους νόμους του έδωσε ισχύ για εκατό χρόνια. Και επειδή πλήθος κόσμου συνέρεε να τον συμβουλευτεί για την ερμηνεία του ενός και του άλλου νόμου, προφασιζόμενος εμπορικά ταξίδια έφυγε για δέκα χρόνια ελπίζοντας ότι ο κόσμος θα συνήθιζε σταδιακά τους νόμους του. 

Οι μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα δημιούργησαν το πλαίσιο για την ανάδειξη του «πολίτη» και εν συνεχεία το θρίαμβο της δημοκρατίας. Σταδιακά ανοίγονταν οι δίαυλοι για την ενεργότερη συμμετοχή των πλατιών μαζών στη λειτουργία της κοινότητας. Ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων ανήγαγε το συμφέρον της πόλεως σε ύψιστη μέριμνα, ασχέτως κοινωνικής προέλευσης. Παράλληλα η υιοθέτηση της γαιοκτητικής δουλείας για όλους τους πολίτες έκανε ευκολότερη την ενασχόληση με τα δημόσια. Τα «πράγματα», όπως θεωρούσαν τους δούλους οι Αθηναίοι, ανέλαβαν να κάνουν τις δουλειές που πρώτα έκαναν οι πολίτες. Ο εξανδραποδισμός του πολίτη για χρέη μπορεί να απαγορεύτηκε η δουλοκτησία όμως δεν κλονίστηκε καθόλου, και θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ύπαρξη της συνέβαλε ως ένα βαθμό στη γέννηση της δημοκρατίας που όμως αφορούσε την κλειστή «ελίτ» των πολιτών. Ο οπλίτης της φάλαγγας που σε καιρό πολέμου ρίσκαρε τη ζωή του για την πόλη, αποκτούσε λόγο για τα κοινά αναβαθμιζόμενος σε καιρό ειρήνης σε πολίτη. Ο Σόλων δημιούργησε το κύτταρο της δημοκρατικής διαδικασίας, τον συμμετοχικό πολίτη που ζει και πεθαίνει με και για την πόλη του. Ο Σόλων έβαλε σε εφαρμογή ένα πρωτόγνωρο όσο και πρωτοποριακό σύστημα κοινωνικών αλλαγών με σκοπό να επαναφέρει την κοινωνία σε μια δημιουργική ισορροπία με γνώμονα το κοινό συμφέρον των πολιτών και τη λειτουργικότητα της κοινότητας. Δεν δίστασε να έρθει σε ρήξη με το παρελθόν αλλά ούτε και με τους προνομιούχους της εποχής του. Κατενόησε ευθύς εξ αρχής πως θεμέλιος λίθος της πολιτείας των πολιτών δεν είναι το ιδιωτικό συμφέρον αλλά η κοινωνική και ταξική αλληλεγγύη. Εφάρμοσε αυτό που σήμερα ονομάζεται «κοινωνική μηχανική» (social engineering) πριν από περίπου 2.500 χρόνια με αξιοθαύμαστη επιτυχία ανοίγοντας έτσι το δρόμο για τις μετέπειτα δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη.

Ο γνωστός δεν είναι φίλος

Φίλος; «Από δω ο φίλος μου. Κάθε μέρα μαζί στη δουλειά», «Τη φίλη μου, στη γνώρισα;», «Ποια συνάντησες; Είμαστε φιλαράκια καλά»  κι ένα σωρό άλλες τέτοιες φράσεις ηχούν στα αυτιά μου άσχημα, κάθε φορά που τις ακούω...

Ναι, είναι σύνηθες φαινόμενο ν’ αποκαλούμε «φίλους» ανθρώπους με τους οποίους έχουμε τακτική επικοινωνία, συνεργασία ή ψυχαγωγικό αλισβερίσι, αλλά μήπως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να το κάνουμε;  Μήπως τελικά ο όρος φιλία έχει χάσει την αξία του, γιατί αποφασίσαμε να βαπτίσουμε τον οποιονδήποτε «φίλο»;  Μήπως βιαστήκαμε όλες αυτές τις προδοσίες, τις απογοητεύσεις και τις πληγές  που αυτοί οι άνθρωποι φέρνουν μαζί τους, να τις χαρακτηρίσουμε έργα φίλων; Μήπως ήρθε η ώρα να τους συστήσεις με το πραγματικό τους όνομα κι ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο θα κάνεις τη σύσταση να είσαι εσύ;

Απλοί γνωστοί είναι κι ο γνωστός δεν είναι φίλος!
Κακώς χαρακτήρισες φίλο τον γείτονα, τον συνάδελφο απ’ τη δουλειά που σε καλύπτει όταν αργείς, τον τύπο απ’ το γυμναστήριο που αποφάσισες να βγεις κάνα-δυο βράδια για ποτό. Ναι, μαζί τους έχεις μοιραστεί στιγμές, έχεις ζήσει καταστάσεις κι ίσως σε στιγμές αδυναμίας έχεις εκμυστηρευτεί και  κανένα μυστικό, αλλά αυτό δεν είναι φιλία.  Αυτό είναι ζωή! Και κάποιοι άνθρωποι, απλά θα περάσουν από αυτή.

Θα βρεθούν στο δρόμο σου κι εσύ στον δικό τους, για να διασκεδάσεις, να συζητήσεις, να μάθεις, να ζήσεις.  Να ζήσεις πλάι τους στιγμές στις οποίες θα έχεις αφήσει στην μπάντα για λίγο το τι ουσιαστικά βιώνεις, αφού μόνο στον αληθινό φίλο μπορείς να το αποκαλύψεις αυτό.

Μάλλον δε χρειάζεται καν να το αποκαλύψεις. Θα το καταλάβει από μόνος του! Ο πραγματικός φίλος ξέρει τι κρύβεται πίσω από κάθε σου χαμόγελο κι αν το χαμόγελό σου είναι  αληθινό. Γιατί σ’ εκείνον θ’ αφήσεις να φανεί το «πονάω» ή το «χαίρομαι». Γιατί σ’ εκείνον δε φιλτράρεις τίποτα, γιατί σ’ εκείνον είσαι ακριβώς όπως είσαι.

Οι γνωστοί μας, είναι ένα διάλειμμα απ’ την καθημερινότητά μας.
Την ουσιαστική καθημερινότητα. Ένα διάλειμμα απ’ τη συναισθηματική φόρτιση που μας γεμίζουν τα προβλήματά μας, οι ανησυχίες μας, τα άγχη μας, οτιδήποτε μοιραζόμαστε με τους πραγματικούς μας φίλους.  Δεν τους χρησιμοποιούμε, δεν υποκρινόμαστε σ’ αυτούς, δεν είμαστε κάποιοι άλλοι σ’ εκείνους. Είμαστε ειλικρινείς όπως και σε οποιονδήποτε άλλον. Απλά δεν αφήνουμε να φανεί σ’ εκείνους το κομμάτι που θα βγάζαμε στον φίλο μας.

Αποφασίζουμε να δώσουμε κάτι απ’ τον εαυτό μας  σε ανθρώπους που δεν είναι κολλητοί μας και να μοιραστούμε μαζί τους μυστικά ή και σκέψεις μας, αλλά θα πρέπει να είμαστε σε θέση να μπορούμε ν’ αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά.

Με τους γνωστούς μοιραζόμαστε στιγμές και με τους κολλητούς ψυχές. Τις δικές μας ψυχές!
Είναι απαραίτητοι οι γνωστοί να υπάρχουν στη ζωή μας γιατί χάρη σε αυτούς ξεχωρίζουν και λάμπουν οι αληθινοί φίλοι. Πρέπει να στύψεις χίλιους γνωστούς για να βγει ένας καλός φίλος, λένε, αλλά αξίζει ο κόπος!

Όσα βράδια διασκέδασες, όσες συζητήσεις έκανες, όσες γνωριμίες στη ζωή σου έβαλες, όλες οδήγησαν σ’ αυτόν τον έναν. Τον φίλο  με τον οποίον έχετε φάει ατέλειωτες εργατοώρες αναλύοντας την κοσμοθεωρία σας, τα εσώψυχά σας, τη φιλοσοφία σας γύρω απ’ τα πάντα. Σ’ εκείνον που κάποιες φορές ήθελες να του φωνάξεις «σκάσε πια» μα την επόμενη ώρα του ‘λεγες χιλιάδες «σ’ αγαπώ» γιατί ποτέ δεν «έσκασε». Σ’ εκείνον που μπροστά του έκλαψες, ταπεινώθηκες, ξεφτιλίστηκες κι εκείνος, ακόμη εκεί, δίπλα σου!

Σε κάθε χίλιους, ένας φίλος!
Φίλος, έτσι σκέτο, χωρίς τα επίθετα που πάμε και του κολλάμε. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί βάζουμε τις λέξεις  «αληθινός» ή  «πραγματικός» μπροστά απ’ τον φίλο.  Ο φίλος δεν έχει ανάγκη από επίθετα. Αν δεν είναι φίλος, είναι απλά γνωστός, οπότε τώρα ξέρεις πώς πρέπει να τον συστήνεις….

Η μεγαλύτερη ευλογία είναι να μην γερνά η ψυχή σου

Η μεγαλύτερη ευλογία είναι να έχεις χρόνο.
Χρόνο να γελάσεις, να χαρείς, να ερωτευτείς.
Χρόνο να ονειρευτείς και να παλέψεις για να ενσαρκώσεις τα όνειρα που σε κρατούν ξύπνιο τις νύχτες.
Χρόνο ν’ αγαπήσεις βαθιά και να συγχωρήσεις.
Χρόνο να πέσεις και να ξανασηκωθείς.
Χρόνο να κλάψεις και να ωριμάσεις.
Χρόνο να ταξιδέψεις και να γνωρίσεις τη γη, τους ανθρώπους και τον εαυτό σου.
Τόσο πολύτιμο δώρο ο χρόνος αφήνεται στα χέρια μας να τον χρησιμοποιήσουμε κατά βούληση.
Να τον εξαργυρώσουμε στην τράπεζα της ζωής μέχρι το τελευταίο του δευτερόλεπτο.

Η μεγαλύτερη ευλογία είναι να μεγαλώνεις ζώντας τον χρόνο σου.
Να ανοίγεις και να κλείνεις τους κύκλους σου ένδοξα.
Να πλουτίζεις από εμπειρίες κι όχι να φτωχαίνεις ψυχικά.
Να δίνεις και να δίνεσαι σε ό, τι αξίζει.
Ακόμη και σε ό, τι αποδείχτηκε λιγότερο απ’ αυτό που περίμενες.
Αρκεί να είσαι αληθινός στα λόγια και στα έργα.
Με όλα τα λάθη και τις αδυναμίες σου.
Άλλωστε δεν γεννήθηκες Θεός.
Προσπαθείς όμως να του μοιάσεις.
Κι εδώ έρχεται η τιμή να σου σφραγίσει την ύπαρξη.
Η τιμή της προσπάθειας, η τιμή των όπλων κατά της απανθρωπιάς.

Η μεγαλύτερη ευλογία είναι να διατηρείς την ψυχή σου νεανική μέσα στον χρόνο.
Να βλέπεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να μην τρομάζεις.
Ν’ αναγνωρίζεις στα μάτια σου το παιδί που έπαιζε στις αλάνες.
Να χαιδεύεις τις ρυτίδες σου με σεβασμό γιατί είναι παράσημα της αντοχής σου.
Να χαμογελάς που κρατάς αναμμένη την φλόγα μέσα σου παρά το φύσηγμα των ανέμων.
Να καμαρώνεις που συνεχίζεις ν’ αφήνεις τα ίχνη σου με αξιοπρέπεια.
Να αγκαλιάζεις το πριν και το μετά σου με δύναμη, γιατί όλα είναι εσύ.
Γύρισε και κοίταξε το ρολόι σου που χτυπάει ακόμη.
Φόρεσε τον καλύτερο εαυτό σου και βγες έξω.
Είσαι νικητής και δεν το ξέρεις.

Στον στίβο της ζωής έχεις τον Χρόνο σύμμαχο κι αρωγό σου.

Εμπειρία και ερμηνείες

Η Πραγματικότητα, σαν Εμπειρία, βρίσκεται πέρα από την σκέψη (κι όσα δημιουργεί η σκέψη), στην Άμεση Επαφή με αυτό που πραγματικά συμβαίνει, σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Η Εμπειρία της Πραγματικότητας, καθώς ανήκει σε ένα υπερδιανοητικό χώρο, δεν μπορεί να μεταφερθεί στο διανοητικό επίπεδο, παρά, ίσως, μόνο με φτωχές αναλογίες. Το λάθος που κάνουν οι άνθρωποι είναι να νομίζουν ότι γνωρίζοντας ένα πράγμα διανοητικά (με «πληροφορίες») το γνωρίζουν. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με την Άμεση Εμπειρία.

Στην πραγματικότητα, η προσπάθεια του ανθρώπου να προσεγγίσει την Πραγματικότητα, αυτό που ονομάζουν θρησκεία, εσωτερική θεώρηση, μυστικό βίωμα, κλπ., εφόσον είναι Άμεση Επαφή με το πραγματικό, βρίσκεται πέρα από την θεωρητική διανοητική εξήγηση, πέρα από θεωρητικές διδασκαλίες, θεολογίες των εννοιών, πέρα από εξωτερικές δραστηριότητες των ανθρώπων. Το Βίωμα, αυτό που ζούμε, είναι η Ουσία της Θρησκείας κι όχι οι θεωρίες, κοσμοθεωρίες, διδασκαλίες, πρακτικές και δραστηριότητες.

Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να προσεγγίσουν πραγματικά το Αληθινό και μένουν στο διανοητικό επίπεδο φτιάχνουν όλες αυτές τις θεωρίες, νομίζοντας ότι αυτό είναι Γνώση, Θεία Γνώση, Θρησκεία, Αλήθεια, ο Δρόμος της ζωής κλπ. Όλα αυτά είναι στην πραγματικότητα διανοητικά σκουπίδια. Δεν βοηθούν καθόλου, κανέναν, να γίνει καλύτερος άνθρωπος, πόσο μάλλον να γίνει Ολοκληρωμένος Άνθρωπος.

Όταν οι άνθρωποι έχουν μια διανοητική εικόνα για τα εξωτερικά πράγματα μπορούν, κατά προσέγγιση να εφαρμόσουν την θεώρηση αυτή στην πράξη, στον εξωτερικό κόσμο. Αλλά εδώ πρόκειται για πράγματα της κοινής εμπειρίας. Όταν όμως οι άνθρωποι, χωρίς να έχουν οι ίδιοι Εμπειρία του Αγνώστου, ακούνε για Αυτό, πληροφορούνται για Αυτό, νομίζουν ότι με μόνο εφόδιο αυτή την διανοητική γνώση και με διαφόρους μεθόδους (διαλογισμό, προσευχή, κλπ.) θα φτάσουν σε Αυτό το Άγνωστο. Ψάχνουν να πραγματοποιήσουν την διανοητική εικόνα που έχουν. Και το μόνο που μπορούν να βρουν είναι ακριβώς η φαντασία τους. Όλη αυτή η διαδικασία δεν υπερβαίνει το διανοητικό επίπεδο, τους κρατά δεμένους στον χώρο της σκέψης.

Προφανώς δεν είναι αυτός ο τρόπος για να φτάσουμε στο Άγνωστο. Κι ούτε ποτέ, κάποιος Σοφός δίδαξε αυτόν τον τρόπο. Αντίθετα Όλοι οι Μεγάλοι Σοφοί, σαν τον Ορφέα, τον Λάο Τσε, τον Βούδα, κλπ., δίδαξαν Πρακτικούς Τρόπους για να Φτάσουμε στην Καρδιά της Πραγματικότητας, όχι μέσω κάποιας δήθεν γνώσης ή με δραστηριότητες, αλλά ξεπερνώντας όλες τις περιοριστικές δραστηριότητες, διαλύοντας τις αυταπάτες, απελευθερώνοντας τον εαυτό μας από τις ψευδαισθήσεις. Ποτέ δεν ξεκινάμε με μια θεωρητική εικόνα, με μια ιδέα περί της Πραγματικότητας, για να την Αναζητήσουμε. Δεν γνωρίζουμε τι θα βρούμε. Αυτό μένει να το βιώσουμε, να το ανακαλύψουμε, να το κατανοήσουμε. Αντίθετα, αντί για μια θετική αναζήτηση (που είναι στην πραγματικότητα ψευδής), πολύ απλά απαλλασσόμαστε από τις αυταπάτες μας, από τις ψευδαισθήσεις και τις αδιέξοδες δραστηριότητες, Μόνο τότε μπορούμε να Φτάσουμε στην Αλήθεια που Αποκαλύπτεται Ασαφής και Θολή στην αρχή, Ολόλαμπρη και στην Πληρότητά της όσο Εμβαθύνουμε στην Πραγματικότητα.

Αν θέλουμε λοιπόν να πάμε στην ουσία των πραγμάτων πρέπει να εγκαταλείψουμε το διανοητικό επίπεδο των θεωρητικών ερμηνειών και των διανοητικών προσπαθειών να πραγματοποιήσουμε το Αληθινό, να εγκαταλείψουμε όλα αυτά τα δημιουργήματα του ανθρώπου που ονομάζουμε θρησκείες και μυστικές διδασκαλίες και να Αναδυθούμε στην Μόνη Αληθινή Θρησκεία του Βιώματος. Αυτή η Θρησκεία, που είναι η μόνη πραγματική προσέγγιση της Αλήθειας είναι ο Μόνος Δρόμος για να περάσουμε από το όνειρο στην Αληθινή Ζωή, όλοι οι άλλοι δρόμοι είναι αδιέξοδοι. Ακριβώς Εδώ Αρχίζει η Αλήθεια, η Ζωή, η Αιωνιότητα, έξω από τον χρόνο.

Να βλέπετε καθαρά, χωρίς καμία παραμόρφωση

Πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε τα πράγματα όπως πραγματικά είναι - όχι όπως είμαστε προγραμματισμένοι να τα βλέπουμε.

Δείτε τη διαφορά. Μπορούμε να ελευθερωθούμε από τον προγραμματισμό μας και να κοιτάξουμε; Αν βλέπετε σαν χριστιανός, σαν δημοκρατικός, σαν κομμουνιστής, σοσιαλιστής, καθολικός ή διαμαρτυρόμενος -που όλα είναι ένας σωρός από προκαταλήψεις- τότε δεν θα μπορέσετε να καταλάβετε τον τεράστιο κίνδυνο, την κρίση που αντιμετωπίζουμε.

Αν ανήκετε σε κάποια ομάδα, ή ακολουθείτε κάποιο δάσκαλο, ή έχετε αφοσιωθεί σε κάποια μορφή δράσης, τότε, επειδή έχετε προγραμματιστεί, θα είστε ανίκανος να κοιτάξετε τα πράγματα όπως αυτά είναι στην πραγματικότητα. Και μόνο αν δεν ανήκετε σε καμιά οργάνωση, σε καμιά ομάδα, σε καμιά ιδιαίτερη θρησκεία ή εθνικότητα, μπορείτε πραγματικά να παρατηρήσετε.

Αν έχετε συσσωρεύσει πολλές γνώσεις από τα βιβλία και την πείρα, ο νους σας είναι ήδη γεμάτος, ο εγκέφαλός σας είναι παραφορτωμένος με πείρα, με τις ιδιαίτερες τάσεις σας και τα λοιπά - και όλα αυτά θα σας εμποδίζουν να βλέπετε.

Μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι από όλα αυτά ώστε να δούμε τι πραγματικά συμβαίνει στον κόσμο τώρα; - τη φρίκη και τους τρομερούς θρησκευτικούς αιρετικούς διχασμούς, ένας γκουρού ενάντια σ' έναν άλλο ανόητο γκουρού, τη ματαιοδοξία πίσω απ' όλα αυτά, τη δύναμη, τη θέση, τον πλούτο αυτών των γκουρού, είναι κάτι τρομακτικό.

Μπορείτε να κοιτάξετε τον εαυτό σας - όχι σαν ξεχωριστό άνθρωπο, αλλά σαν ανθρώπινο ον που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά η υπόλοιπη ανθρωπότητα; Το να έχετε ένα τέτοιο αίσθημα σημαίνει ότι έχετε τεράστια αγάπη για τους ανθρώπους. Όταν μπορείτε να δείτε καθαρά, χωρίς καμία παραμόρφωση, τότε αρχίζετε να ερευνάτε τη φύση της συνείδησης, περιλαμβάνοντας και τα πιο βαθιά στρώματά της.

Η ελευθερία της επιλογής

Μεγαλώνοντας καταλαβαίνει κανείς ότι δεν μπορεί να προβλέψει τα γεγονότα που θα προκύψουν στη ζωή του. Δεν είναι εκείνος που θα αποφασίσει αν θα περάσει κάποια ασθένεια ή θα φτάσει ως τα γεράματα υγιής. Έχει όμως τη δυνατότητα να αποφασίσει πως θα αντιμετωπίσει την κάθε κατάσταση. Ποια θα είναι μετάφραση που θα κάνει στα γεγονότα και πως θα τα διαχειριστεί. Ποια θα είναι η στάση που θα κρατήσει.

Με λίγα λόγια, δεν μπορεί κανείς να είναι ο συγγραφέας της ζωής του, μπορεί όμως να είναι ο σκηνοθέτης της.

Αν σκεφτεί κανείς ότι είναι στο χέρι του, ο τρόπος που θα κατευθύνει τη ζωή του, τότε αντιλαμβάνεται την ελευθερία της επιλογής. Τι σημαίνει όμως αυτό; Είναι καθένας ελεύθερος να επιλέγει την κάθε του κίνηση, αρκεί να κατανοεί ταυτόχρονα την ελευθερία αυτή. Η κατανόηση της ελευθερίας σημαίνει ότι αναγνωρίζει και την ευθύνη της κάθε επιλογής του.

Γιατί είναι όμως η ευθύνη σημαντική; Διότι η ευθύνη προσδίδει έναν ενεργητικό τρόπο αντιμετώπισης της ζωής. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις επιλογές του, μπορεί να τις χαρεί, ή να διδαχτεί από αυτές. Σε καμία περίπτωση δεν πορεύεται μοιρολατρικά, ούτε αφήνει τους άλλους να τον προσδιορίζουν και τα τον κατευθύνουν. Διαφοροποιείται από την παθητική στάση απέναντι στη ζωή. Απομακρύνεται από τη συνεχή θυματοποίηση του εαυτού του.

Η αδυναμία πολλών ανθρώπων να αναλάβουν την ευθύνη του εαυτού ταυτίζεται με το φόβο της ελευθερίας αυτής. Ο φόβος για την ελευθερία είναι ικανός να προκαλέσει μεγάλο άγχος και να δυσκολεύει το άτομο σε διάφορες πτυχές της ζωής του.

Η απόφαση είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ της επιθυμίας του ατόμου και της δράσης. Είναι απαραίτητη η επιθυμία στη ζωή, χωρίς όμως την απόφαση θα παρέμενε σε φαντασιακό επίπεδο.

Κάθε απόφαση εμπεριέχει ένα «ναι» και ένα «όχι». Δηλαδή για κάθε τι που θα επιλέξουμε να κάνουμε υπάρχει κάτι άλλο που θα πρέπει να αφήσουμε πίσω.

Σε ένα θεωρητικό επίπεδο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάθε απόφαση κρύβει και μια απώλεια. Για να αποφασίσω μία επιλογή, πρέπει να απορρίψω μία άλλη. Ακολουθούν κάποια παραδείγματα για μεγαλύτερη κατανόηση. Ένας απόφοιτος που μόλις ξεκινάει να εργάζεται πρέπει να αποδεχτεί ότι η διάρκεια των καλοκαιρινών του διακοπών δεν θα είναι εκείνη η τρίμηνη ανεμελιά που είχε ως φοιτητής. Όταν κάποιος επιλέγει να δεσμευτεί με έναν άνθρωπο που αγαπάει, αυτό προϋποθέτει ότι θα αφήσει πίσω τη διαδικασία του φλερτ με άλλα άτομα.

Η καυτή Αφροδίτη ίσως είναι ψυχρή στο εσωτερικό της

temperature_VenusΗ υψηλή θερμοκρασία της ατμόσφαιρας της Αφροδίτης, που προκαλείται από την παρουσία στην ατμόσφαιρα των αερίων του θερμοκηπίου, θα μπορούσε στην πράξη να φέρει μια ψύξη στο εσωτερικό του πλανήτη. Μάλιστα οι μελέτες ορισμένων πλανητικών διαδικασιών πάνω στην Αφροδίτη, μπορούν να μας δώσουν σημαντικές πληροφορίες για την αλλαγή του κλίματος στους βραχώδεις πλανήτες, όπως είναι η Γη. Και όπως ξέρουμε η αλλαγή του κλίματος θα μπορούσε να έχει βαθιές συνέπειες για τη μελλοντική κατοικησιμότητα του πλανήτη μας.

Κατανομή της θερμοκρασίας στο εσωτερικό της Αφροδίτης
 
Η θερμότητα στην ατμόσφαιρα της Αφροδίτης θα μπορούσε πραγματικά να έχει επιδράσει στο εσωτερικό της και να το έχει παγώσει. Αυτή η αντι-διαισθητική θεωρία βασίζεται σε υπολογισμούς από ένα νέο υπολογιστικό μοντέλο που παρουσιάστηκε στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Πλανητικής Επιστήμης (EPSC) στη Ρώμη.
 
"Επί μερικές δεκαετίες μας είναι γνωστό ότι ο μεγάλος όγκος των αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα της Αφροδίτης προκαλεί την υπερβολική ζέστη που παρατηρούμε σήμερα”, εξηγεί η Lena Noack από το Γερμανικό Κέντρο Αεροδιαστημικής (DLR) στο Βερολίνο, επικεφαλής της μελέτης.
 
“Το διοξείδιο του άνθρακα και άλλα αέρια του θερμοκηπίου που ευθύνονται για τις υψηλές θερμοκρασίες, διοχετεύτηκε στην ατμόσφαιρα από χιλιάδες ηφαίστεια στο παρελθόν. Η σταθερή θερμότητα – σήμερα μετράμε σχεδόν 470 βαθμούς Κελσίου σε μέσα επίπεδα – θα μπορούσε να ήταν πολύ υψηλότερη στο παρελθόν και, αυτό με τη σειρά του οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη ηφαιστειακή δράση. Αλλά σε κάποιο σημείο αυτή η διαδικασία ανατράπηκε – οι υψηλές θερμοκρασίες προκάλεσαν μια μερική κινητοποίηση του φλοιού της Αφροδίτης, με αποτέλεσμα την δραστική ψύξη του μανδύα, αλλά και την σημαντική μείωση της ηφαιστειακής δραστηριότητας. Αυτή λοιπόν η ψύξη στο εσωτερικό ανάγκασε την επιφάνεια της Αφροδίτης να έχει χαμηλότερες θερμοκρασίες, αν συγκριθούν φυσικά με τη θερμοκρασία του σήμερα, και την παύση της κινητοποίησης της επιφάνειας”.
 
Η πηγή του μάγματος, ή τα λειωμένα βραχώδη υλικά, και τα ηφαιστειακά αέρια βρίσκονται βαθιά μέσα στον μανδύα της Αφροδίτης. Η διάσπαση των ραδιενεργών στοιχείων, που κληρονόμησε η Αφροδίτη από τα δομικά στοιχεία από τα οποία φτιάχτηκαν οι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος, καθώς και η θερμότητα αποθηκεύονται στο εσωτερικό από την εποχή του σχηματισμού της, παράγουν αρκετή θερμότητα για να δημιουργήσουν μερικώς λιωμένα πυριτικά άλατα, σίδηρο και μάγμα πλούσιο σε μαγνήσιο στον ανώτερο μανδύα. Τα λιωμένα πετρώματα έχουν περισσότερο όγκο, ενώ είναι ελαφρύτερα από το περιβάλλον στερεό βράχο της ίδια σύνθεσης. Το μάγμα επομένως μπορεί να ανέβει προς τα πάνω και, τελικά, μπορεί να διεισδύσει στον σκληρό φλοιό φτάνοντας ψηλά στις εκροές των ηφαιστείων, σκορπώντας έτσι λάβα πάνω στην επιφάνεια και αέρια στην ατμόσφαιρα, ως επί το πλείστον τα γνωστά αέρια του θερμοκηπίου όπως το διοξείδιο του άνθρακα (CO2), υδρατμούς (H2O) και το διοξείδιο του θείου (SO2).
 
Ωστόσο, όσο περισσότερα είναι τα αέρια του θερμοκηπίου, τόσο θερμότερη γίνεται η ατμόσφαιρα – κι αυτό ενδέχεται να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ηφαιστειακή δράση. Για να ανακαλύψουν εάν αυτή η ανεξέλεγκτη διαδικασία θα τελείωνε με μία καυτή Αφροδίτη, οι Lena Noack και Doris Breuer, έφτιαξαν για πρώτη φορά ένα μοντέλο όπου η καυτή ατμόσφαιρα είναι «συνδεδεμένη» με ένα 3D μοντέλο του εσωτερικό του πλανήτη. Σε αντίθεση με τη Γη, οι υψηλές θερμοκρασίες στην Αφροδίτη έχουν πολύ μεγαλύτερη επίδραση στο σημείο που εφάπτεται με την βραχώδη επιφάνεια, θερμαίνοντας την σε μεγάλο βαθμό.
 
"Είναι ενδιαφέρον, ότι λόγω της ανόδου της επιφανειακής θερμοκρασίας, η επιφάνεια κινητοποιείται και έτσι η μονωτική δράση του φλοιού μειώνεται”, λέει η Noack. “Ο μανδύας της Αφροδίτης χάνει μεγάλο μέρος της θερμικής ενέργειας του προς τα έξω. Κι έτσι το εσωτερικό της Αφροδίτης ψύχεται πάρα πολύ οπότε ο ρυθμός της ηφαιστειακής δραστηριότητας σταματάει. Το μοντέλο μας δείχνει ότι μετά από αυτή την «καυτή» εποχή της ηφαιστειακής δραστηριότητας, η επιβράδυνση της ηφαιστειακής δραστηριότητας οδηγεί σε μεγάλη μείωση των θερμοκρασιών στην ατμόσφαιρα. "
 
Αλλά όταν η ατμόσφαιρα ψύχεται, η κινητικότητα της επιφάνειας σταματάει. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν κάποια ενεργά ηφαίστεια που εμφανίζουν μερικά σημεία με ροές λάβας. Μερικά δε ηφαίστεια μπορεί να είναι ενεργά ακόμα και σήμερα, όπως είδε η αποστολή Venus Express του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος. Αυτό το σκάφος ανίχνευσε «καυτά σημεία», ή ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες στην επιφάνεια σε ηφαίστεια που παλαιότερα θεωρούνταν εξαφανισμένα. Μέχρι στιγμής υπάρχει απλώς «η κάνη που καπνίζει» για ενεργά ηφαίστεια στην Αφροδίτη – αλλά δεν είναι απίθανο ότι το Venus Express ή μελλοντικές διαστημικές αποστολές να εντοπίσουν το πρώτο ενεργό ηφαίστειο στον γείτονα της Γης.
 
Αφροδίτη και Γη: δύο δίδυμοι πλανήτες στο Ηλιακό Σύστημα αλλά με εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες. Η Αφροδίτη είναι παρόμοια μεν με τη Γη σε μέγεθος (το 95% της Γης) και σε μάζα (80%), αλλά ο πλανήτης αυτός έχει μια παχιά ατμόσφαιρα θερμοκηπίου που κάνει τον πλανήτη αφιλόξενο για τη ζωή, όπως φυσικά την ξέρουμε.
 
Ωστόσο, οι επιστήμονες αναρωτιούνται εδώ και δεκαετίες για τους λόγους τους οποίους οι δύο πλανήτες έχουν αναπτυχθεί τόσο διαφορετικά:
 
• Εδώ, στον ‘γαλάζιο’ πλανήτη, υπάρχει ένας θησαυρός από νερό που φιλοξενεί τη ζωή. Το μόριο του νερού συνδέεται πολύ φιλικά με ιόντα άλλων ατόμων και μορίων (δεσμοί υδρογόνου).
• Εκεί, στην κολασμένη Αφροδίτη, δεν υπάρχει νερό σε υγρή μορφή στην επιφάνεια, όπου αυτή είναι πάρα πολύ καυτή. Η Αφροδίτη είναι τυλιγμένη με ένα παχύ και ζεστό στρώμα διοξειδίου του άνθρακα, όπου σύννεφα θειικού οξέος εμποδίζουν οποιαδήποτε παρατήρηση της επιφάνειας από το εξωτερικό. Από την Αφροδίτη τελικά μάθαμε πώς λειτουργεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου: η ηλιακή ενέργεια επανεκπέμπεται από την επιφάνεια, απορροφάται από τα αέρια του θερμοκηπίου όπως το CO2, και έτσι ανεβαίνει η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας. Αν και η ίδια διαδικασία λαμβάνει χώρα και στη Γη, αυτή έχει πολύ μικρότερη διάσταση εδώ από ό,τι στην Αφροδίτη.
• Το γεγονός ότι στην Αφροδίτη δεν υπάρχει υγρό νερό δείχνει ότι κάτι διαφορετικό συνέβη  εκεί πάνω, όταν διαμορφώθηκε περίπου πριν 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια. Από τις παρατηρήσεις με ραντάρ έχουμε μια πλήρη επισκόπηση των χαρακτηριστικών της επιφάνειας της Αφροδίτης. Αυτές μας δείχνουν ότι φαίνεται να έχουν αναδιαμορφωθεί χιλιάδες ηφαίστεια στο μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας του πλανήτη, η οποία είναι κατά μέσο όρο περίπου 500 εκατομμυρίων ετών.

Η Αφροδίτη ίσως ήταν ο πρώτος κατοικήσιμος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος

venusΤην αποκαλούν «κακή δίδυμη αδελφή» της Γης. Ο λόγος για την Αφροδίτη, τον πιο «καυτό» πλανήτη του ηλιακού μας συστήματος που οι επιστήμονες λένε πως κάποτε ίσως και να είχε ιδανικές συνθήκες για την εμφάνιση ζωής.

Καλλιτεχνική απεικόνιση κεραυνού στην Αφροδίτη. Η Ιαπωνική αποστολή στην Αφροδίτη παρακολουθεί τις καιρικές συνθήκες του πλανήτη με πρωτοφανείς λεπτομέρειες.
 
Σήμερα, η επιφάνειά της είναι τόσο θερμή που μπορεί να λιώσει μόλυβδο. Οι ουρανοί της είναι καλυμμένοι από πυκνά, τοξικά σύννεφα θειικού οξέως και το τοπίο θυμίζει μεσσαιωνική απεικόνιση της κολάσεως. Μόνο που έρευνα του Ινστιτούτου Goddard της Nasa στην Νέα Υόρκη έρχεται να καταρρίψει όλα όσα πιστεύαμε για την Αφροδίτη. Ο πλανήτης φαίνεται ότι ήταν ο πρώτος κατοικήσιμος πλανήτης της ηλιακής «γειτονιάς» μας.

Η έρευνα, η οποία πρόκειται να παρουσιαστεί στην επικείμενη συνάντηση της Αμερικανικής Αστρονομικής Κοινότητας στην Πασαντίνα της Καλιφόρνια, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πριν από τρία δισεκατομμύρια χρόνια, όσο στην Γη αναπτύσσονταν ακόμα μικροοργανισμοί, η Αφροδίτη πρέπει να διέθετε κλίμα παρόμοιο με εκείνο στις τροπικές ζώνες του πλανήτη μας. Ακόμα, διέθετε ωκεανούς βάθους 2.000 μέτρων.

Ο πλανήτης βέβαια δεν θα «έβλεπε» συχνά καθαρούς, καταγάλανους ουρανούς. Ο καιρός θα ήταν βροχερός και ο ουρανός μονίμως συννεφιασμένος, όμως θα μπορούσε να χαρεί κανείς την θέα του ηλιοβασιλέματος, το οποίο θα ήταν μάλλον πιο εντυπωσιακό από εκείνο της Γης. Οι επιστήμονες υπολογίζουν ότι ο πλανήτης διέθετε ωκεανούς έως και πριν από 715 εκατομμύρια χρόνια.

Οι επιστήμονες εξηγούν αναλυτικά τους τρόπους με τους οποίους κατέληξαν σε αυτά τα συμπεράσματα στο περιοδικό «Geophysical Research Letters».

Φιλοσοφία και Ιδεολογία: Πλάτων -Χέγκελ-Χάιντεγκερ

Τι είναι ιδεολογία;

§1

Είναι η φιλοσοφία ιδεολογία; Ή μήπως η ιδεολογία ιδιάζει στη φιλοσοφία; Για ν’ απαντήσει κανείς σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει πρώτα να ρωτήσει: τι είναι και τι δεν είναι φιλοσοφία; Προς την ίδια κατεύθυνση: τι είναι ιδεολογία;

Ι. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η φιλοσοφία συνάπτεται με την ιδέα του αγαθού, ως το αμετάβλητο, το ανυπόθετα, απαράλλακτα αμετάβλητο και αναλλοίωτο (Πολιτεία 473 κ.εξ.). Ενδημεί στον υπερουράνιο τόπο (Φαίδρος), όπου βασιλεύει απόλυτη αρμονία και δεν βλασταίνουν πια άσκοπες πολυπραγμοσύνες, δόλιες υστεροβουλίες, βάρβαροι ανταγωνισμοί, υβριστικές ψευδολογίες, πονηρές εξαπατήσεις ή ακατανόητες αυταπάτες. Η αληθινή φιλοσοφία, όπως απαράμιλλα μας λέει ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος, συνυφαίνεται με τον διαλεκτικό λόγο και ως εκ τούτου με τα μεγάλα και ωραία έργα. Και κάθε ωραίο έργο θα είναι, για τον άνθρωπο και δη για τον νέο,

«σαν αύρα από έναν τόπο καλό που θα φέρνει υγεία, και χωρίς καν να το καταλάβουν, από παιδιά κιόλας, θα οδηγούνται για να συνάπτουν φιλία και να συναναστρέφονται τον ωραίο λόγο. Ο ωραίος λόγος, η ωραία αρμονία, ο ωραίος ρυθμός μαρτυρούν την αγαθότητα του χαρακτήρα, όχι εκείνη που κατ’ ευφημισμό τη λέμε αγαθότητα, ενώ στην πράξη είναι βλακεία, αλλά εκείνο τον λογισμό που έχει λεπτό και ευγενικό ήθος… Δεν συμφέρει στους δυνάστες να φωλιάζουν στις ψυχές των νέων υψηλά φρονήματα ούτε να δημιουργούνται ανάμεσά τους ισχυρές φιλίες και δεσμοί» (Πολιτεία, ό.π.).

ΙΙ. Σύμφωνα με το Χέγκελ, η φιλοσοφία δεν σχετίζεται με ατέρμονες διηγήσεις, με ανεξήγητες ιδιοτυπίες, με διχαστικές λογικές, αλλά με τον ένα, τον ενοποιητικό, καθολικό Λόγο. Η φιλοσοφία αναδεικνύεται ως αναγκαία εκεί και τότε, όπου και όταν βασιλεύει ο διχασμός (Werke 2, 20). Ο διχασμός βασιλεύει εκεί όπου τον πρώτο λόγο για τη ζωή έχει η ιδεολογία, όπως θα δούμε πιο κάτω, όταν θα μιλήσουμε για την ιδεολογία:

«Η ανάγκη για φιλοσοφία ανακύπτει, όταν από τη ζωή των ανθρώπων εξαφανίζεται η δύναμη της ενοποίησης, οι δε αντιθέσεις έχουν χάσει τη ζωντανή τους σχέση και αλληλεπίδραση και αποκτούν αυτονομία» (ό.π., 22).

Στην ιστορία της φιλοσοφίας, αποφαίνεται με περισσή διαύγεια λόγου πως η φιλοσοφία είναι μόνο μία και μπορεί να είναι μόνο μία, διότι ο Λόγος είναι μόνο ένας. Εννοεί πως ο Λόγος δεν είναι διχαστικός, ιδεολογικός, εξοντωτικός, αλλά ενοποιητικός, έτσι ώστε οι διάφορες μορφές εκδίπλωσής του να είναι μορφές ή τρόποι της αυτογνωσίας του και όχι ακύρωσης της αλήθειας του:

«δεν μπορεί ανάμεσα στο Λόγο και την αυτογνωσία του να υψωθεί ένας τοίχος, με τη βοήθεια του οποίου η αυτογνωσία του θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί ουσιαστικά από την εμφάνισή της… Ο Λόγος, όταν εξετάζεται απόλυτα και γίνεται αντικείμενο του ίδιου του εαυτού του μέσα στην πράξη αυτογνωσίας του … γίνεται φιλοσοφία».

ΙΙΙ. Ο Χάιντεγκερ επίσης συνοψίζει ως εξής την ουσία της φιλοσοφίας:

«1. Φιλοσοφία είναι ο ακατάπαυστος αγώνας του ερωτάν για την ουσία και το Είναι των όντων.
2. Ετούτο το ερωτάν εντός εαυτού, αυτό καθεαυτό, είναι ιστορικό, τουτέστιν η απαίτηση, η έριδα [=ο αγώνας], η πρόκληση και η τιμή ενός λαού για χάρη της αυστηρότητας και της διαύγασης του πεπρωμένου του.
3. Η φιλοσοφία δεν είναι: επιστήμη, κατασκευή κοσμοθεωρίας, θεμελίωση γνώσης»

Η φιλοσοφία συνάπτεται με την ουσία των όντων εντός της ιστορίας του Είναι. Τούτο νοείται περαιτέρω ότι συνδέεται με την ιστορία και το πεπρωμένο του λαού, πράγμα που σημαίνει δυο τινά:

1. Η ίδια η φιλοσοφία δεν λειτουργεί ως κομματική ή πολιτική ιδεολογία του ενός ή του άλλου υποκειμένου ή οποιασδήποτε κοινωνικο-πολιτικής ομάδας·
2. Η ίδια προσλαμβάνει τον χαρακτήρα του πνευματικού αγώνα, της ερμηνευτικής αναμέτρησης, που διαυγάζει την πραγματικότητα, το αυθεντικό Είναι των ανθρώπων, αυτού τούτου του λαού, και τον αποτρέπει από το να άγεται ως όχλος από τον κάθε επίδοξο εξουσιαστή.

§2

Ι. Η έννοια ή ο όρος ιδεολογία ανάγει την ετυμολογική της/του προέλευση από: την Ιδέα συν τον Λόγο [=θεωρία-διδασκαλία] και υποδηλώνει πρωταρχικά τη διδασκαλία, τη θεωρία, την «επιστήμη» των ιδεών. Αυτή η «επιστήμη», θεωρία ή διδασκαλία, ως ενιαίο σύστημα, διεκδικεί μια αληθινή αποτύπωση, εικόνα, της πραγματικότητας. Η θεωρία ωστόσο του Φρ. Μπέικον (1561-1626) περί ειδώλων, ως κριτική της ψευδούς, της εξαπατημένης από κοινωνικές κι άλλες προκαταλήψεις συνείδησης, καθώς και η διατύπωση, υπό τον όρο ιδεολογία, μιας ανάπτυξης ιδεών από τον Ντεστού Ντε Τρασύ (1754-1836), για να αντικρούσει την κυρίαρχη τότε θεολογική μεταφυσική της πίστης και της αυθεντίας, προετοίμασαν το έδαφος για τη σύγχρονη χρήση της ιδεολογίας.

ΙΙ. Στη νεωτερική εποχή, έως και σήμερα, η ιδεολογία αποτελεί ό,τι το πιο αρνητικό. Παραποιεί την πραγματικότητα και εμποτίζει το κοινωνικό και πολιτικό σώμα με ιδιοτέλεια, με φανατισμό, με δογματισμό, με εχθρική διάθεση για την ετερότητα. Η παραποίηση έγκειται στο ότι παρουσιάζει τα επί μέρους συμφέροντα της μιας ή της άλλης κοινωνικής ομάδας ως καθολικά, ως συμφέροντα όλης της κοινωνίας και προβάλλει την ορισμένη κοσμοθεωρία ή κοσμο-αντίληψη ως συμπαντική αλήθεια. Έτσι διχάζει τον λογισμό και τη συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου. Το ένα ημισφαίριο του νου του τελευταίου τρέφεται με ιδεολογικές αυταπάτες, παραληρεί σε βαθμό ψυχασθένειας και συνάμα απονεκρώνει το άλλο ημισφαίριο: όλος ο εσωτερικός κόσμος του εν λόγω ιδεολογιστή τότε μετατρέπεται σε βάρβαρο εργαλείο, που θέλει να εξοντώσει όποιον και ό,τι δεν ομιλεί τη δική του γλώσσα της αγριότητας και του βανδαλισμού. Ο Μαρξ, ειδικά στο έργο του Γερμανική Ιδεολογία, στρέφεται ενάντια στην ιδεολογία. Ωστόσο, ο ιστορικός μαρξισμός καταδείχθηκε ως η πιο ωφελιμιστική ιδεολογία, που παρήγαγε και παράγει πολιτικούς απατεώνες, ψευδείς συνειδήσεις, αντι-επιστημονικές υποκειμενικότητες, αρρωστημένα Εγώ και ό,τι ανήκει στον ανεστραμμένο κόσμο της λογικής.

Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

ΣΤΟΒΑΙΟΣ - Ἀνθολόγιον γ'

Χείλων Δαμαγήτου Λακεδαιμόνιος ἔφη·
Γνῶθι σαυτόν. Πίνων, μὴ πολλὰ λάλει· ἁμαρτήσῃ γάρ. Μὴ ἀπείλει τοῖς ἐλευθέροις· οὐ γὰρ δίκαιον. Μὴ κακολόγει τοὺς πλησίον· εἰ δὲ μή, ἀκούσῃ ἐφ᾽ οἷς λυπηθήσῃ. Ἐπὶ τὰ δεῖπνα τῶν φίλων βραδέως πορεύου, ἐπὶ δὲ τὰς ἀτυχίας ταχέως. Γάμους εὐτελεῖς ποιοῦ. Τὸν τετελευτηκότα μακάριζε. Πρεσβύτερον σέβου. Τὸν τὰ ἀλλότρια περιεργαζόμενον μίσει. Ζημίαν αἱροῦ μᾶλλον ἢ κέρδος αἰσχρόν· τὸ μὲν γὰρ ἅπαξ λυπήσει, τὸ δὲ ἀεί. Τῷ δυστυχοῦντι μὴ ἐπιγέλα. Τραχέσιν ἥσυχον σεαυτὸν πάρεχε, ὅπως σε αἰσχύνωνται μᾶλλον ἢ φοβῶνται. Τῆς ἰδίας οἰκίας προστάτει. Ἡ γλῶσσά σου μὴ προτρεχέτω τοῦ νοῦ. Θυμοῦ κράτει. Μὴ ἐπιθύμει ἀδύνατα. Ἐν ὁδῷ μὴ σπεῦδε προάγειν, μηδὲ τὴν χεῖρα κινεῖν· μανικὸν γάρ. Νόμοις πείθου. Ἀδικούμενος διαλλάσσου· ὑβριζόμενος τιμωροῦ.

***
Ο Χίλωνας, γιος του Δαμάγητου, από τη Λακεδαίμονα είπε:
Κοίταξε να γνωρίσεις τον εαυτό σου. Όταν πίνεις, μη λες πολλά· θα κάνεις λάθη. Μη μιλάς απειλητικά στους ελεύθερους ανθρώπους, γιατί δεν είναι δίκαιο. Μην κακολογείς τους πλησίον σου· αλλιώς θ᾽ ακούσεις πράγματα που θα σε στενοχωρήσουν. Στα δείπνα των φίλων σου να πηγαίνεις σιγά σιγά, στις ατυχίες τους γρήγορα. Ο γάμος σου να είναι λιτός. Αυτόν που πέθανε μακάριζέ τον. Να σέβεσαι τους γεροντότερους. Τον άνθρωπο που ανακατεύεται στις ξένες υποθέσεις να τον μισείς. Να προτιμάς τη ζημιά παρά το αισχρό κέρδος: το ένα θα σε στενοχωρήσει μόνο μια φορά, ενώ το άλλο θα σε στενοχωρεί πάντοτε. Μη γελάς με άνθρωπο που τον βρήκε δυστυχία. Απέναντι στους σκαιούς ανθρώπους να μένεις ήρεμος, για να σε ντρέπονται μάλλον παρά να σε φοβούνται. Να κυβερνάς και να προστατεύεις το σπιτικό σου. Η γλώσσα σου να μην προτρέχει της διανοίας σου. Να συγκρατείς το θυμό σου. Να μην επιθυμείς πράγματα που δεν μπορούν να γίνουν. Στον δρόμο μη σπεύδεις να προσπεράσεις άλλους ούτε να χειρονομείς: αυτό το κάνουν οι τρελοί. Να υπακούς στους νόμους. Όταν αδικείσαι, να δείχνεις διαλλακτική διάθεση· όταν σου συμπεριφέρονται υβριστικά, να ζητάς εκδίκηση.

Ανατρέχοντας στην αρχαία σκέψη για μια καλύτερη ζωή: Σωκράτης

Σήμερα θα επικεντρωθούμε στην αρχαία ελληνική σκέψη, και πιο συγκεκριμένα στον Σωκράτη μέσα από τα κείμενα του Πλάτωνα. Θα δούμε πρώτα τι υποστήριζε ο Σωκράτης για το αν θα έπρεπε να υιοθετήσουμε το νόμο της φύσης στις ανθρώπινες κοινωνίες, όπως φαίνεται στη συνομιλία του με τον Καλλικλή, για την υπόθεση πως η ηθική προέρχεται από τη θεϊκή βούληση, στη συζήτησή του με τον Ευθύφρωνα, και τέλος θα δούμε τι μπορούμε να κερδίσουμε από την σωκρατική μέθοδο.
 
Στη συνομιλία του Σωκράτη με τον Καλλικλή συγκρούονται δύο εντελώς διαφορετικές όψεις του πώς πρέπει να ζει ο άνθρωπος. Ο σοφιστής Καλλικλής κατηγορεί τον Σωκράτη ότι υπερασπίζεται τον ανθρώπινο νόμο σε αντίθεση με το νόμο της φύσης, ο οποίος είναι και ο πραγματικά δίκαιος. Υποστηρίζει ότι η δύναμη του ισχυρού καθορίζει ποιος είναι ανώτερος μεταξύ των ανθρώπων, ο οποίος πρέπει και να άρχεται αυτών. Γι’ αυτόν, η απόκτηση δύναμης είναι η μεγαλύτερη απόδειξη μιας καλής ζωής και άρα ο απόλυτος και μοναδικός στόχος του ιδανικού βίου.
 
«Σύμφωνα με το νόμο της φύσης», λέει, «χειρότερο πράγμα για το άτομο είναι αυτό που είναι και το ασχημότερο, το ν’ αδικείται, ενώ σύμφωνα με τον ανθρώπινο νόμο χειρότερο είναι το ν’ αδικεί ο ίδιος». Το κράτος δικαίου τιμωρεί τους άδικους και αυτούς που επιχειρούν και καταφέρνουν να αποκτούν πολλά και ζηλευτά αγαθά, ενώ προωθεί την κοινωνική ισότητα, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ατόμου. Σε μια πολιτεία είναι οι πολλοί, και άρα εκ των πραγμάτων οι μέτριοι, που ορίζουν τους νόμους εις βάρος των ισχυρών και άξιων φοβερίζοντάς τους, «ώστε να μην πλεονεκτούν οι ισχυροί έναντι τους. Λένε πως είναι άσχημο και άδικο να έχει κάποιος περισσότερα από άλλους». Βαφτίζουν τις επιδιώξεις του υπέρτερου αδικίες, με σκοπό να έχουν όλοι τα ίδια αγαθά και τα ίδια δικαιώματα, και έτσι να ικανοποιείται η δικιά τους κατωτερότητα. «Αυτοί που θεσπίζουν τους νόμους είναι οι αδύνατοι άνθρωποι και το πλήθος», λέει ο ανηθικιστής Καλλικλής.
 
Συνεχίζει: «Η ίδια η φύση όμως φανερώνει ότι είναι δίκαιο ο καλύτερος να πλεονεκτεί του χειρότερου και ο δυνατότερος του αδυνατότερου». Στη φύση κρίνεται το δίκαιο του ισχυρότερου να άρχει και να πλεονεκτεί του κατώτερου, ενώ ο πιο αδύνατος οφείλει να υποκύπτει. Ο Καλλικλής παρομοιάζει τους ισχυρότερους με λιοντάρια που οι υπόλοιποι υποτάσσουν και υποδουλώνουν, με το να λένε πως καλό και σωστό είναι να θεωρούνται όλοι ίσοι μπροστά στη δικαιοσύνη. «Δεν αρμόζει, λέει, σε ισχυρό άνδρα αυτό το πάθημα, το ν’ αδικείται, αλλά σε δούλο, για τον οποίο καλύτερο είναι να πεθάνει παρά να ζει». Αν τυχόν υπάρξει κάποιος με ανώτερη φύση που καταφέρνει να τα αποσείσει όλα αυτά και να ξεφύγει από αυτούς τους παρά φύση νόμους, τότε είναι που θριαμβεύει το φυσικό δίκαιο.
 
Ο Σωκράτης απαντάει με το μάλλον αυτονόητο περί της ισχύος του πλήθους. «Δεν είναι οι πολλοί υπέρτεροι του ενός σύμφωνα με τη φύση;» Άρα, όσο ισχυρότεροι και να είναι οι λίγοι από τον καθένα του πλήθους, το πλήθος θα είναι πάντα ισχυρότερο αυτών των λίγων. Έτσι, οι νόμοι των πολλών στην πραγματικότητα συμβαδίζουν με το δίκαιο της φύσης (ή αποτελούν μέρος του). «Οι νόμοι τους λοιπόν είναι κατά φύση καλοί, ως νόμοι των υπέρτερων». Και εφόσον η γνώμη που έχουν αυτοί οι πολλοί είναι πως δίκαιο είναι να θεωρούνται όλοι ίσοι, έτσι οφείλουν να είναι οργανωμένες και οι κοινωνίες.
 
Κι αν δεν ενδιαφέρει τον Καλλικλή μόνο η φυσική δύναμη αλλά και η πνευματική δύναμη (ή όπως λέει ο ίδιος, η φρόνηση) δεν βοηθάει την επιχειρηματολογία του πάρα πολύ. Γιατί με την εισαγωγή της φρόνησης ως κριτήριο για το ποιος θα έχει εξουσία, ο κατά τ’ άλλα υπέρμαχος του φυσικού δικαίου Καλλικλής, εισάγει αυτό που μας δίνει στους ανθρώπους την ιδιαιτερότητά μας αναφορικά με την υπόλοιπη φύση. Και αν αναγνωρίσουμε αυτό που μας ξεχωρίζει από τη φύση ως το σημαντικότερο κριτήριο για το ποιος θα έχει την εξουσία, γιατί τότε να ενδιαφερθούμε για το πώς γίνονται τα πράγματα στη φύση όταν παίρνουμε αποφάσεις για το πώς να διακυβερνήσουμε τις κοινωνίες μας; Γιατί εμείς, που έχουμε φρόνηση, να πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της φύσης, αφού η φρόνηση είναι που λείπει από εκείνη;
 
Όπως θα δούμε και στον διάλογο Ευθύφρων στη συνέχεια, η ηθική (και άρα οι ηθικοί, οι δίκαιοι νόμοι) δεν μας έρχεται έξωθεν, ούτε από τους θεούς ούτε από αλλού, αλλά είναι ευθύνη των ανθρώπων να κρίνουμε ποια συμπεριφορά και ποια πράξη είναι σωστή, δίκαιη ή ηθική. Η φύση μένει μόνο απλοϊκά να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν άλλοθι, για να επιβεβαιώσει αυτό που εμείς αποφασίζουμε και να ενισχύσει την εφαρμογή των ανθρώπινων νόμων όταν λείπει από τους υποστηρικτές τους η έλλογη επιχειρηματολογία. Ο Καλλικλής άθελά του ακυρώνει όσα έλεγε μέχρι τώρα, βάζοντας όρους και περιορισμούς στη δήθεν αγνή φυσική νομοτέλεια που προσπαθεί να υπερασπιστεί. Αυτό που κάνει ουσιαστικά ο Καλλικλής είναι να διαλέγει από τη φύση αυτό που συμφέρει τον ίδιο, αφού, ως αριστοκράτης ο ίδιος και άρα με πρόσβαση σε προνόμια και σε δύναμη που οι πολλοί δεν απολαμβάνουν, βρίσκεται εκ των πραγμάτων στη θέση ισχυρού την οποία η άποψη που εκφράζει στον διάλογο δικαιολογεί και επικυρώνει.
 
Καταλήγει να λέει πως στον ισχυρό αξίζει να κατέχει περισσότερα αγαθά, περισσότερα τρόφιμα, ρούχα και εδάφη. Η ανακούφιση κάθε είδους υλικής ανάγκης, ακόμα και το ξύσιμο, παρουσιάζεται ως το απόλυτο περιεχόμενο της ευτυχισμένης ζωής, ως ο σκοπός της. Είναι ο στόχος του υπέρτερου, λέει, να αφήνει τις επιθυμίες του να μεγαλώνουν και να ικανοποιούνται χάρη στη φρόνηση και την ανδρεία του. Αυτό, οι πολλοί αδυνατούν να το κάνουν, και από ντροπή, για να κρύψουν την δικιά τους αδυναμία, λένε πως η ακολασία είναι κάτι άσχημο, ενώ επαινούν τη σωφροσύνη εξαιτίας της ανανδρίας τους. Για τον Καλλικλή λοιπόν, η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη (νόμοι των ανθρώπων) είναι αίτια δυστυχίας, αφού αποτρέπουν τους ανδρείους από το να προσφέρουν στους εαυτούς τους, αλλά και στους φίλους τους, ό,τι επιθυμούν. Αντιθέτως, το να μετριάζει κανείς τις επιθυμίες του είναι ισοδύναμο με το να είναι δούλος, πράγμα που θα τον απέτρεπε από το να είναι ευτυχισμένος και, όπως λέει, «μεγάλος άνδρας». Για τον Καλλικλή, η δυνατότητα να ικανοποιεί κάποιος τις επιθυμίες του είναι ένδειξη ελευθερίας και ανδρειοσύνης.
 
Ο Σωκράτης λοιπόν, έχει δείξει, προκαλώντας τις απαντήσεις του Καλλικλή, πως η θέασή του της ζωής αφορά εν τέλει τις υλικές και σωματικές ηδονές, τις οποίες ταυτίζει με το δίκαιο. Ο φιλόσοφος όμως λέει ότι η ικανοποίηση των ηδονών δεν είναι καν, τουλάχιστον όχι αναγκαστικά, αυτό που θέλει ο καθένας στην πραγματικότητα, αφού υπάρχουν και επιθυμίες που δεν είναι καλές.
 
Οποιαδήποτε πράξη κάνει κάποιος, λέει, την κάνει όχι για την ίδια την πράξη, αλλά για αυτό που θα κερδίσει κάνοντάς την. Αυτός που κάνει θαλάσσιο εμπόριο δεν ταξιδεύει επειδή του αρέσει το ταξίδι, αλλά για να αποκτήσει κέρδος από την αγορά και πώληση αγαθών. Είναι δηλαδή μια ωφέλιμη πράξη, αν και δεν προκαλεί η ίδια ευχαρίστηση. Αντίστοιχα υπάρχουν πράξεις ευχάριστες που δεν προκαλούν ωφέλεια ή προκαλούν και βλάβες, όπως, μπορούμε να πούμε, το κάπνισμα, που μπορεί μεν να είναι ευχάριστο, αλλά έχει βλαβερές συνέπειες. Η ικανοποίηση των επιθυμιών, λοιπόν, δεν εξασφαλίζει την ευτυχία.
 
Οι πιο πολλές πρακτικές, όπως η κιθαριστική, η αυλητική, ο χορός και η ποίηση, δεν ασχολούνται συνήθως με το να βελτιώνουν την ψυχή των ανθρώπων και να μεριμνούν γι’ αυτούς, αλλά αποβλέπουν μόνο στην ευχαρίστησή τους (να πούμε βέβαια πως εδώ ο Σωκράτης κάνει αναφορά σε αυτούς που ενδιαφέρονται μόνο να ικανοποιήσουν τα γούστα του κοινού). Για να αναγνωρίσουμε, λοιπόν, τη ρητορική ή την πολιτική ως ενάρετες ασχολίες, πρέπει να βρούμε το ρήτορα ή τον πολιτικό εκείνο που με τους λόγους του φροντίζει «να εισέλθει η δικαιοσύνη στις ψυχές των συμπολιτών του και ν’ αποβληθεί η αδικία, να εισέλθει η σωφροσύνη και ν’ αποβληθεί η ακολασία, να εισέλθουν οι άλλες αρετές και ν’ αποβληθούν οι κακίες», ανεξάρτητα από το αν θα είναι ευχάριστα ή δυσάρεστα για τους ακροατές ή τους πολίτες όσα λέει. Αυτού του είδους η ρητορική αποτελεί προπαρασκευή του πώς θα βελτιωθούν οι πολίτες, ενώ η άλλη, που νοιάζεται μόνο να ευχαριστεί, αποτελεί κολακεία και δημαγωγία (λαϊκισμό θα λέγαμε σήμερα).
 
Πρέπει λοιπόν τις ψυχές που είναι φαύλες, άφρονες, ακόλαστες, άδικες ή ανόσιες, να τις αποτρέπουμε από τις επιθυμίες τους, και να τις προτρέπουμε να κάνουν όσα θα τις βελτιώσουν. Η αποτροπή από τις επιθυμίες τους αποτελεί τιμωρία, η οποία θεωρείται από τον Σωκράτη ότι είναι ωφέλιμη σε αυτόν που τιμωρείται, αφού θα τον κάνει καλύτερο άνθρωπο, κι ας αποτελεί ένα είδος «υποδούλωσης», ή περιορισμού της ελευθερίας.
 
«Όποιος θέλει να είναι ευτυχισμένος πρέπει, όπως φαίνεται, να επιδιώκει και ν’ ασκεί τη σωφροσύνη, ενώ ν’ απομακρύνεται από την ακολασία και να καταρτίζεται έτσι, ώστε να μη χρειαστεί καθόλου να τιμωρείται. Αν όμως χρειαστεί ο ίδιος ή κάποιος άλλος από τους οικείους του ή ιδιώτης ή πόλη ολόκληρη, τότε πρέπει να επιβάλλεται τιμωρία, αν εννοεί να είναι ευτυχισμένος», καθότι η τιμωρία θα βελτιώσει αυτόν που φέρθηκε άδικα.
 
Και αφού ο Σωκράτης έδειξε πως η φιλοσοφία του Καλλικλή είναι φαύλη ή χυδαία, τώρα θα δείξει και το σημαντικότερο, ότι δεν δουλεύει, ότι δεν αποδίδει.
 
Γιατί, σύμφωνα με όσα λέει ο Καλλικλής, αν κάποιος επιθυμεί να μην αδικείται, πρέπει να γίνει τύραννος ο ίδιος ή φίλος του τυράννου. Φίλοι, λένε κάποιοι, γίνονται οι όμοιοι μεταξύ τους, ενώ οι ανόμοιοι αδυνατούν να συμφιλιωθούν. Κι αυτό γιατί, αν ένας πολίτης είναι δυνατότερος από τον τύραννο [κι ας έγινε ο τύραννος τέτοιος επειδή είναι ο υπέρτερος μεταξύ όλων, πάντα θα υπάρχει κάποιος υπέρτερος σε κάτι από αυτόν], ο τύραννος θα τον φοβάται και δεν θα μπορεί να τον έχει φίλο. Από την άλλη, αν κάποιος είναι χειρότερός του, θα τον περιφρονεί ως κάποιον που του αξίζει να άρχεται από αυτόν. Αν, λοιπόν, ένας νέος της πόλης σκεφτεί ότι θέλει να αποκτήσει δύναμη ή να μην αδικείται, θα πρέπει «να συνηθίσει τον εαυτό του να έχει τις ίδιες χαρές και τις ίδιες λύπες με τον ηγεμόνα, και να προετοιμάζεται να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο όμοιος με κείνον». Κι έχει σημασία εδώ να τονίσουμε ότι δεν θα υπάρχουν μόνο αυτοί που υποκριτικά μόνο θα παριστάνουν πως προσιδιάζουν τον τύραννο (θα υπάρχουν βέβαια κι αυτοί) αλλά κάποιοι θα αλλοιώνουν όχι μόνο τη συμπεριφορά τους στο δημόσιο χώρο για το θεαθήναι ώστε να μην φανούν διαφορετικοί από τον τύραννο ή από τους πολλούς, αλλά που θα αλλάξουν ή θα προσαρμόσουν και τον τρόπο σκέψης τους. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, η υπόδειξη του Καλλικλή υπέρ του νόμου της φύσης οδηγεί μακριά από την ελευθερία (και τον πλουραλισμό), αφού σκοπός των πολιτών θα είναι να μην εκτρέπονται από αυτά που ο ηγεμόνας θεωρεί καλά και ευχάριστα αποφεύγοντας ιδιαιτερότητες που θα τους ξεχώριζαν από τα συνηθισμένα. Η πρακτική του Καλλικλή λοιπόν οδηγεί στην ομοιογένεια, στον ολοκληρωτισμό και στον φόβο, που είναι εχθροί της ευτυχίας, και μετατρέπει το άτομο σε υποχείριο του τυράννου. Η θέληση για δύναμη οδηγεί, τελικά, στην υποταγή.
 
Ο διάλογος μέχρι τώρα αφορά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ζει κάποιος. Από τη μία ο τρόπος του Καλλικλή, εκφωνώντας δημόσιους λόγους και ασκώντας ρητορική και πολιτευόμενος κατά τον τρόπο του, και από την άλλη ο φιλοσοφικός τρόπος ζωής. Η επίθεση του Καλλικλή είναι εξ αρχής στραμμένη όχι μόνο στον Σωκράτη, αλλά στο ίδιο το φιλοσοφείν, υποστηρίζοντας ότι ο Σωκράτης θα έβλεπε την προφανή αλήθεια των λόγων του αρκεί να παρατούσε την ενασχόλησή του με τη φιλοσοφία.
 
Σύμφωνα με τον φιλοσοφικό βίο του Σωκράτη, για να αποφύγει κανείς να αδικηθεί, θα πρέπει να εργαστεί για να δημιουργήσει δίκαιους συμπολίτες. Ακόμα και ο Περικλής, που θεωρούταν από τους περισσότερους άξιος πολιτικός, μετά το θάνατό του κατηγορήθηκε άδικα από πολλούς. Στο βαθμό που δεν μπόρεσε να καλυτερεύσει τους πολίτες της Αθήνας, ώστε να μην γίνουν άδικοι εναντίον του, μπορεί να θεωρηθεί ότι απέτυχε στο έργο του, αφού ο ρόλος του θα έπρεπε να είναι ακριβώς αυτός, να βελτιώσει την ψυχή των Αθηναίων. «Αν λοιπόν κάποιος απαλείψει αυτό ακριβώς, την αδικία, δεν υπάρχει φόβος ν’ αδικηθεί». Γι’ αυτό και ο Σωκράτης πίστευε ότι ήταν ίσως ο μόνος που ασκούσε την αληθινή πολιτική τέχνη, όπως την όριζε αυτός, δηλαδή τη βελτίωση των πολιτών˙ αν και θα πρέπει έτσι να συναχθεί ότι και αυτός απέτυχε, αφού θανατώθηκε από τους Αθηναίους, τους οποίους δεν μπόρεσε να κάνει δίκαιους ώστε να τον αθωώσουν. Όπως απέτυχε να προτείνει και μια συνεκτική αντιπρόταση στην κοσμοθεωρία του Καλλικλή, πετυχαίνοντας ικανοποιητικά μόνο μια κριτική του αντιπάλου του.

Και αφού λοιπόν δείχνει ότι δεν έχει νόημα να ενημερώνουμε την ανθρώπινη ηθική από το φυσικό δίκαιο, ή να την ταυτίζουμε με αυτό, επιτίθεται στην ιδέα ότι η ηθική προέρχεται από τη βούληση των θεών ή από τις θεϊκές εντολές (και είναι από τους πρώτους, αν όχι ο πρώτος, που το κάνει). Στον διάλογο Ευθύφρων, όπου συνομιλεί με τον μάντη και θεολόγο, τον ρωτάει τι είναι όσιο και τι είναι ανόσιο. Ο θεολόγος τού λέει πως όσιο είναι κάτι που αρέσει στους θεούς και ανόσιο ό,τι δεν είναι θεάρεστο. Πώς όμως, απαντάει ο Σωκράτης, θα ξέρουμε τι είναι θεάρεστο κι τι όχι, αφού οι ίδιοι οι θεοί διαφωνούν μεταξύ τους για το τι είναι δίκαιο και τι ηθικό; Για παράδειγμα, στον πόλεμο της Τροίας κάποιοι θεοί ήταν με το μέρος των Αχαιών και κάποιοι με τους Τρώες. Πώς λοιπόν θα ξέρουν οι άνθρωποι τι είναι ηθικό, αφοί οι ίδιοι οι θεοί δίνουν μια καθοριστική απάντηση; Μήπως ηθικό είναι ό,τι αρέσει σε όλους τους θεούς; Όλοι οι θεοί, λέει ο Ευθύφρων, θεωρούν πως πρέπει να τιμωρείται αυτός που σκοτώνει άδικα. Ο Σωκράτης όμως ρωτάει αυτό που θα ‘πρεπε να είναι αυτονόητο, «μήπως άκουσες κάποιον άνθρωπο να αμφισβητεί ότι δεν πρέπει να τιμωρείται όποιος διαπράττει άδικο φόνο;». Η ένστασή του είναι δικαιολογημένη, φυσικά, αφού στην πραγματικότητα όλοι ξέρουμε πως δεν χρειαζόμαστε κανέναν θεό για να καταδικάσουμε κάποιον που σκοτώνει. Και κανένας δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του σε δικαστήριο λέγοντας πως, ναι μεν έπραξε άδικα, αλλά δεν του αρμόζει τιμωρία. Μόνο υποστηρίζει πως δεν αδίκησε, ή πως υπάρχουν ελαφρυντικά που πρέπει να επιφέρουν μικρότερη τιμωρία.
 
Οπότε το πρόβλημα παραμένει: πώς θα ξέρουμε τι είναι ηθικό και τι ανήθικο; Ο Σωκράτης, λοιπόν, αναρωτιέται αν όσιο είναι κάτι επειδή αρέσει στους θεούς, ή αν αρέσει στους θεούς επειδή είναι όσιο. Ακόμα έχουμε την ίδια απορία: ο θεός είναι ο συγγραφέας των ηθικών αξιών ή απλά τις επαναλαμβάνει και τις επιβάλλει; Και αν ισχύει το δεύτερο, ποια είναι η πηγή τους; Ελάχιστοι είναι βέβαια σήμερα αυτοί που ανησυχούν για το ποιους από όλους τους υπάρχοντες θεούς να πιστέψουν, καθώς οι περισσότεροι πιστοί ακολουθούν κάποια μονοθεϊστική θρησκεία, όπου θα περίμενε κανείς να μην υπάρχουν τέτοιες αμφισημίες αφού ο θεός είναι ένας και δεν μπορεί να διαφωνεί με τον εαυτό του. Ακόμα κι έτσι όμως βρίσκουμε αντιφάσεις στη θρησκευτική διδασκαλία, όπου ο θεός δηλώνει «ου φονεύσεις» σε ένα σημείο, και σε άλλο επιβάλλει τη θανάτωση των Χαναναίων, για παράδειγμα. Καλούμαστε εμείς λοιπόν να κρίνουμε ποια συμπεριφορά είναι αρεστή σε μας και θέλουμε να έχουμε απέναντι στους συνανθρώπους μας. Οπότε παραφράζουμε την ερώτηση του Σωκράτη ως εξής: Γιατί κάτι είναι αμαρτία; Επειδή το απαγορεύει ο θεός; Ή μήπως ο θεός το απαγορεύει επειδή είναι (ήδη) αμαρτία; Ο θεός δηλαδή μας δίνει τις ηθικές μας αξίες, ή τις γνωρίζουμε έτσι κι αλλιώς και τις βάζουμε στο στόμα του;
 
Το τι είναι θεάρεστο και τι μισεί ο θεός μπορούμε φυσικά να το βρούμε στη Βίβλο. Ένας σύγχρονος θεολόγος ίσως να έλεγε πως, ό,τι προστάζει ο θεός είναι καλό και πως ταυτόχρονα ό,τι είναι καλό το προτείνει κι ο θεός. Αυτό όμως δεν φαίνεται να πείθει τον σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος απορρίπτει ρητά εδάφια της Βίβλου, όταν σε αυτήν αναγράφεται, π.χ., πως αν κάποιος βρει ότι η σύζυγός του δεν είναι παρθένα την πρώτη νύχτα του γάμου τους, οφείλει να τη λιθοβολήσει μέχρι θανάτου έξω από τη πόρτα του πατέρα της (Δευτερονόμιο 22:13-21). Αυτό σίγουρα δεν το θεωρούμε ούτε σωστό ούτε δίκαιο, καλό ή ηθικό. Αντιθέτως, το θεωρούμε ανήθικο και χυδαίο. Αλλά είναι κάτι που προστάζει ο θεός. Άρα, το «ό,τι λέει ο θεός είναι ηθικό» δεν φαίνεται να ισχύει.
 
Ούτε ισχύει όμως και το «ό,τι είναι ηθικό, αυτό προτείνει και ο θεός». Στην Βίβλο, για αυτόν που ψάχνει να ορίσει την ηθική με θεολογικούς όρους όπως κάνει ο Σωκράτης με τον Ευθύφρωνα, υπάρχουν πολλές άλλες προσταγές και απαγορεύσεις όπου μπορεί να απευθυνθεί. Θα βρει όμως εκεί την υποστήριξη της δουλείας, την απαίτηση θανάτωσης των ομοφυλόφιλων, την απουσία καταδίκης της παιδοφιλίας, και ένα σωρό άλλες παρεκτροπές που ενδεχομένως να θεωρούνταν επιτρεπτές ή αναπόφευκτες (αναγκαία κακά) την εποχή που γράφτηκαν τα κείμενα, αλλά που σήμερα μας βρίσκουν ρητά αντίθετους. Διαβάζοντας σήμερα τα ιερά κείμενα καλούμαστε στην πράξη να ερμηνεύσουμε, να εκλογικεύσουμε ή να παραφράσουμε αυτά που θα συναντήσουμε, ώστε να ταιριάζουν στα δικά μας προϋπάρχοντα ηθικά κριτήρια. Αλλά αν έχουμε ήδη ηθικά κριτήρια, γιατί να αναζητήσουμε την ηθική στη Βίβλο;
 
Και θα βρούμε προτροπές με τις οποίες θα συμφωνήσουμε, όπως αυτές που θα θεωρούσαμε διαισθητικά ορθές, όπως τα «ου κλέψεις, ου φονεύσεις, ου ψευδομαρτυρήσεις». Αυτές είναι εντολές που συναντάμε σε κάθε θρησκεία που έχει πιστούς στον πλανήτη, και δεν εξαρτώνται από την ιδιοσυγκρασία του εκάστοτε θεού. Εξάλλου, σε ποιον θεό θα αναγνωρίζαμε σοφία, αν δεν καταδίκαζε το ψέμα, το κλέψιμο ή τον φόνο; Ποια θρησκεία που θα έλεγε ότι το ψέμα δεν είναι αμαρτία (ή έστω πως «δεν πειράζει» ή «δε μας αφορά») θα άξιζε τη λατρεία οποιουδήποτε; Όπως λέει κι ο Σωκράτης «κανένας θεός ή άνθρωπος δεν τολμά να πει τούτο, ότι δεν πρέπει να τιμωρείται ο άδικος». Όλοι δηλαδή ξέρουμε ότι το να σκοτώνεις είναι άδικο, γιατί ξέρουμε από μόνοι μας τι είναι ηθικό και τι είναι ανήθικο. Αν οι Εβραίοι της Παλιάς Διαθήκης περίμεναν από έναν θεό να τους πει πως ο φόνος «είναι κάτι κακό», μάλλον δεν θα είχαν καταφέρει να φτάσουν καν μέχρι το Όρος Σινά για να παραλάβουν τις Δέκα Εντολές όπου περιλαμβάνονται και οι παραπάνω τρεις. Ο θεός, λοιπόν, δεν φαίνεται να έχει καν τη δύναμη να μην καταδικάσει το φόνο.
 
Πώς θα μπορούσαμε να πούμε τότε πως η ηθική προέρχεται από τον θεό, όπως πιστεύει ο Ευθύφρωνας;  Ή, όπως θα το διατύπωνε ο Σωκράτης, «κάτι, αρέσει στον θεό επειδή είναι ηθικό», και όχι το ανάποδο, πως «κάτι είναι ηθικό επειδή αρέσει στον θεό». Από ό,τι φαίνεται, η θεϊκή ηθική ακολουθεί την ανθρώπινη, και όχι το αντίστροφο.
 
Κι αν ο Σωκράτης έδειξε ότι δεν χρειαζόμαστε τους θεούς για να καταδικάσουμε τον άδικο φόνο, δεν συνέχισε όμως για να μας πει από πού εν τέλει προέρχεται η ηθική. Για τον εαυτό του έλεγε πως καθοδηγούνταν από το δαιμόνιό του, όπως το ονόμαζε. Το δαιμόνιο του Σωκράτη σίγουρα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διατύπωση της κατηγορίας εναντίον του ότι «εισήγαγε νέες θεότητες» στην πόλη. Δεν επρόκειτο, βέβαια, όντως για μια νέα θεότητα, παρά μάλλον έκφραζε τη συνείδησή του, και μονάχα τού απαγόρευε να πράττει και ποτέ δεν τον παρότρυνε σε τίποτα. Αν και δεν ξεκαθάρισε ποτέ ποια ακριβώς ήταν η φύση του, χρησιμοποιούσε θρησκευτικούς όρους όταν αναφερόταν σ’ αυτό, χωρίς όμως να μπορούμε να μιλήσουμε για χαρακτηριστικό μιας ξεχωριστής θρησκείας που ανταγωνίζονταν τις υπόλοιπες μορφές λατρείας που ήταν τότε γνωστές.
 
Στην Απολογία, όπως μας την δίνει ο Πλάτωνας, ο Σωκράτης επικαλείται πως καθοριστική σημασία για να μην ασχοληθεί με την πολιτική αποτέλεσε η αποτροπή του δαιμονίου από αυτήν, και πίστευε πως αν είχε γίνει πολιτικός, θα είχε μάλλον θανατωθεί πολύ νωρίτερα. Και το γεγονός όμως ότι το δαιμόνιο δεν τον σταμάτησε από το να πάει στο δικαστήριο χωρίς να έχει προετοιμάσει λόγο, το θεωρεί σαν ικανοποιητική απόδειξη για να αντιμετωπίσει απροετοίμαστος την πιο επικίνδυνη πρόκληση της ζωής του. Το γεγονός δε ότι τελικά καταδικάστηκε δεν μείωσε την εμπιστοσύνη του στο δαιμόνιο, αλλά το ερμήνευσε σαν τρανταχτή απόδειξη πως όσα είπε στην απολογία του ήταν ακριβώς αυτά που έπρεπε να πει και ότι όλη η στάση ζωής του, που τώρα τον οδηγούσε στο θάνατο, ήταν η σωστή, η καλή ζωή. Είχε, λοιπόν, απεριόριστη σιγουριά για την καθοδηγητική αξία της θεϊκής αυτής δύναμης, όμως δεν είχε τυφλή πίστη σε αυτήν· πάντα έπρεπε να ανακαλύπτει τους λόγους πίσω από τις αποτροπές και τις προειδοποιήσεις του δαιμονίου του.
 
Ο Πλάτωνας αντιμετωπίζει το δαιμόνιο με μεγάλη μετριοπάθεια και του αφήνει ένα περιορισμένο μόνο πεδίο δράσης, χωρίς να μας εξηγεί επακριβώς τη λειτουργία του. Το δαιμόνιο όμως του Σωκράτη πρέπει να ληφθεί υπόψη παράλληλα με τη συνολική του θρησκευτική ταυτότητα, η οποία είναι πολύπλοκη αλλά και καθοριστική στη σκέψη και δράση του.
 
Όπως θα περίμενε κανείς από το έργο ενός μαθητή που ήθελε να εξιλεώσει τον δάσκαλό του από μια κατηγορία βλασφημίας, διαβάζοντας τους σωκρατικούς διαλόγους του Πλάτωνα γίνεται αδύνατο να δικαιολογηθεί το πώς θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει τον Σωκράτη βλάσφημο, μπορεί όμως ίσως να δει πώς παρεξηγήθηκε ως τέτοιος. Για παράδειγμα, ένας συνηθισμένος όρκος που έπαιρνε ο Σωκράτης, «μα τον κύνα» (μα τον σκύλο), θα μπορούσε εύκολα να ερμηνευτεί ως βλάσφημος. Ακόμα και μεταγενέστερα οι Χριστιανοί απέφευγαν την αποδοχή της σωκρατικής φιλοσοφίας θεωρώντας (μεταξύ άλλων) τον όρκο αυτό ως ασεβή και «παγανιστικό». Στην πραγματικότητα όμως θα έπρεπε μάλλον να ερμηνευτεί ως δείγμα ιδιαίτερης ευλάβειας, αφού έτσι απέφευγε την περιττή και επιπόλαια λήψη όρκου σε κάποιον γνωστό θεό της εποχής του.
 
Για την ελληνική σκέψη είναι αυτονόητο ότι ο κάθε άνθρωπος προστατεύεται από ορισμένη θεότητα ανάλογα με το επάγγελμά του, ο θεός όμως δεν επενέβαινε αυθόρμητα στη ζωή του για να τον καλέσει να ασκήσει κάποια συγκεκριμένη δραστηριότητα. Υπάρχουν μόνο σκόρπιες και ελάχιστες σχετικές διηγήσεις, όπως για τον Ησίοδο ότι έλαβε από τις Μούσες την κλήση να γίνει ποιητής, ή για τον Επιμενίδη, ο οποίος, ενώ βοσκούσε τα πρόβατά του έπεσε σε 57χρονο ύπνο από μια θεότητα, για να ξυπνήσει ποιητής. Ο μόνος που έγινε φιλόσοφος με άμεση θεϊκή κλήση, είναι ο Σωκράτης.
 
Το ίδιο το φιλοσοφείν, λοιπόν, του το επέβαλε ο θεός, λέει ο Σωκράτης στην Απολογία. Το έκανε αυτό «με χρησμούς, και με όνειρα και με κάθε τρόπο με τον οποίο κάθε θεϊκή ύπαρξη ορίζει οτιδήποτε στους ανθρώπους να πράττουν». Όλη του η δραστηριότητα είναι συνέπεια της εντολής των θεών, παρά ενάντιά της, όπως υπέθεσαν οι Αθηναίοι. Στο μυαλό του η υποταγή στους θεούς υπερέχει κάθε άλλης εντολής και υποχρέωσης, ακόμα και αυτής απέναντι στους Αθηναίους και στην πόλη. Ο Σωκράτης σαφώς αποδέχεται το θρησκευτικό στοιχείο, φανερώνοντας τον εαυτό του ως άνθρωπο του καιρού του, παρά το γεγονός ότι από πολλές απόψεις ήταν μπροστά από την εποχή του. Τους εκλογικεύει όμως τους θεούς. Ο Σωκράτης θα έλεγε πως ο θεός δεν μπορεί να είναι η αιτία των πάντων στη ζωή των ανθρώπων, αλλά μόνο των καλών πραγμάτων που τυχόν υπάρχουν ή συμβαίνουν σ’ αυτήν… Η ηθική των ανθρώπων, λοιπόν, πρέπει να είναι και η ηθική των θεών, κι ας μην προκύπτει από αυτήν.
 
Προηγουμένως, στον Ευθύφρωνα, είδαμε πως όχι μόνο θεμελίωσε την αυτονομία της ηθικής από το θεϊκό, αλλά και ανήγαγε την ηθική ως κανονιστική το ίδιο για τους θεούς όσο και για τους ανθρώπους, απηχώντας τους μύθους για την «Ανάγκη» της Ορφικής θεολογίας, στην οποία ήταν υποταγμένοι ακόμα και οι θεοί. Εφόσον πίστευε πως η αρετή είναι γνώση (και όχι γνώμη) και πως όποιος γνωρίζει το καλό, θα το κάνει πάντα, τότε οι θεοί, που είναι σοφοί, αναγκαστικά θα είναι πάντα καλοί. Άρα οι θεοί δεν μπορούν να είναι το αίτιο του κακού ή της βλάβης του ανθρώπου. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα που έχουμε των αρχαίων θεών της Ελλάδας, που συχνά ήταν πολύ σκληρότεροι από κάθε άνθρωπο, όπως η Ήρα που προσπαθούσε να σκοτώσει τον Ηρακλή ήδη στην κούνια του για τις απιστίες του Δία, και να πληρώσει έτσι αυτός για τις αμαρτίες του πατέρα του. Αυτή η αντίληψη σίγουρα ξένιζε τους αρχαίους Αθηναίους.
 
Ο Γρηγόρης Βλαστός παρατηρεί πως κατά την εξάσκηση της σωκρατικής ευσέβειας κανένας δεν προσεύχεται στον θεό ‘είθε το θέλημά μου να πραγματοποιηθεί από Σένα’, αλλά ‘είθε το θέλημά σου να γίνει από μένα’. Σύμφωνα με τη νέα αυτή μορφή ευσέβειας ο άνθρωπος δεν είναι ένας εγωιστικά σκεπτόμενος επαίτης που ικετεύει εγωκεντρικούς, μεγαλόδοξους θεούς, που μπορεί να τους κολακέψει με δώρα και θυσίες. Μια φράση όπως του Αισώπου «συν Αθηνά και χείρα κίνει» (Ανήρ Ναυαγός) αποβλέπει είτε στο να ενεργοποιηθεί η ανθρώπινη προσπάθεια για την απόκτηση βοήθειας από τον θεό ως ανταμοιβή για τον μόχθο του είτε, αντίστροφα, στην ανάγκη να συνεισφέρει ο άνθρωπος στην θεϊκή πράξη ώστε αυτή να πιάσει τόπο. Ο Σωκράτης προτείνει την ηθική πράξη χωρίς παρακάλια και χωρίς να περιμένει ανταλλάγματα στη μεταθανάτια ζωή που περιγράφει ως «ύπνο χωρίς όνειρα». Η ηθική πράξη γίνεται για την καλυτέρευση της ζωής στο εδώ και τώρα, τόσο του ίδιου, όσο και των συμπολιτών του.
 
Ο θεός του Σωκράτη δεν περιμένει κάτι από εμάς. Δεν μπορούμε να του προσφέρουμε καμιά υπηρεσία, γιατί είναι ένας τέλειος θεός. Η προσπάθεια να τον ευχαριστήσουμε ή να συνεισφέρουμε στην ευημερία του θα είναι άκαρπη, ενώ το μόνο που ο θεός θα ήθελε, είναι ο καθένας μας να κάνει για τους άλλους και για τον εαυτό του ό,τι θα έκανε εκείνος, αν ήταν στη θέση μας. Και τι θα έκανε εκείνος; Ό,τι του επιτάσσει η σοφία του. Γι’ αυτό και είναι επείγουσα η ανάγκη του φιλοσοφείν, ώστε να προσεγγίσουμε όσο μπορούμε αυτό που καθορίζει την ηθική πράξη του θεού αλλά και τη δική μας, δηλαδή τον λόγο.
 
Εξάλλου, μπορεί όντως ο Σωκράτης να είδε τα όνειρα και τους οιωνούς που τον οδήγησαν στην πορεία του, αλλά γιατί να πιστέψει ότι ήταν όνειρα που του έστειλε ο θεός; Πώς θα μπορούσε να είναι σίγουρος ότι τα ερμήνευε σωστά; Ενδεχομένως και άλλοι να έβλεπαν όνειρα αλλά να μην τα ερμήνευαν όπως εκείνος. Ήταν πάντα η φιλοσοφία που του έδινε απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα, όχι η άλογη πίστη. Ακόμα και η απάντηση του Μαντείου ότι ο Σωκράτης ήταν ο πιο σοφός από όλους τους ανθρώπους έπρεπε να δοκιμαστεί με τη διερεύνηση τού κατά πόσο όσοι θεωρούνταν σοφοί ήταν όντως τέτοιοι. Ακόμα λοιπόν κι αν αυτό που λένε οι μάντεις είναι αλήθεια, ούτε οι ίδιοι δεν είναι σε θέση να το γνωρίζουν με σιγουριά (πέραν της άλογης, τυφλής πίστης), και μένει στον φιλόσοφο να το εξακριβώσει.
 
Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Σωκράτης κάθε άλλο παρά άθεος ή βλάσφημος ήταν, το θρησκευτικό του όμως συναίσθημα ήταν αρκετά ιδιαίτερο. Αν μη τι άλλο, αν ήταν να τον κατηγορήσουν για αυτό, θα έπρεπε ίσως να τον κατηγορήσουν για ετεροδοξία παρά για αθεΐα. Η κατηγορία αυτή συνδεόταν βέβαια συχνά με κάποια πολιτική αιτία, όπως αυτή που αποτελούσε το πολιτικό παρασκήνιο της δίκης του. Με αυτό ως δεδομένο όμως, μπορούμε να φανταστούμε ότι οι αιτιάσεις του μπορούσαν εύκολα να αλλοιωθούν, αφού έδιναν αφορμές για συκοφαντία, και να χρησιμοποιηθούν σαν εύλογη δικαιολογία μιας θρησκευτικής δίωξης, έστω ως πρόφαση.
 
Το κλίμα της εποχής εξάλλου ήταν πρόσφορο για τη στοχοποίηση αποδιοπομπαίων τράγων, με τις κατηγορίες για αθεΐα να υποκαθιστούν τις κατηγορίες πολιτικού περιεχομένου (για τις οποίες είχε δοθεί αμνηστία μετά το τέλος της Τυραννίας). Στον αρχαίο κόσμο δεν υπήρχε η έννοια του διαχωρισμού θρησκείας-κράτους. Η λειτουργία της πόλης χρειαζόταν τη νομιμοποίηση από κάποιου είδους μυθολογικές αφηγήσεις, δοξασίες και λατρείες. Το να μην πιστεύει κάποιος, λοιπόν, στους θεούς της πόλης ήταν παρόμοιο με το να αμφισβητεί και την κρατική εξουσία εκτός από τις παραδόσεις της. Η ασέβεια, υπό αυτή τη σκοπιά, γίνεται συνώνυμη με την προδοσία, γι’ αυτό και η θεολογία των Ελλήνων φιλοσόφων σχεδόν ποτέ δεν τόλμησε να αμφισβητήσει σοβαρά την παραδοσιακή θρησκευτική λατρεία, με κάποιες εξαιρέσεις.
 
Το 432π.Χ. είχε εγκριθεί από την εκκλησία του δήμου ένα ψήφισμα ‘να καταγγέλλονται όσοι δεν πιστεύουν στα θεία ή παρεκτρέπονται σε ανόσιες διδασκαλίες για τα ουράνια φαινόμενα’. Θύμα της θρησκευτικής αδιαλλαξίας είχε πέσει και ο σοφιστής Πρωταγόρας, που δίδασκε ότι «για τους θεούς δεν μπορώ να γνωρίζω ούτε ότι υπάρχουν ούτε ότι δεν υπάρχουν ούτε τι λογής είναι. Γιατί είναι πολλά τα όσα μας εμποδίζουν να το γνωρίζουμε. Από τη μία η ασάφεια του ζητήματος και από την άλλη η συντομία της ανθρώπινης ζωής». Κατηγορήθηκε λοιπόν για αθεΐα και καταδικάστηκε σε εξορία. Στο δρόμο για τη Σικελία το πλοίο του βυθίστηκε κι αυτός πέθανε, ενώ τα βιβλία του συγκεντρώθηκαν και κάηκαν σε κοινή θέα.
 
Οπότε ο Σωκράτης, χωρίς να αρνηθεί την ύπαρξη κάποιου θεού, έδειξε το σφάλμα της πεποίθησης πως η ηθική προέρχεται από αυτόν, και είχε προτείνει και μια κάποια εναλλακτική για την προέλευσή της (το δαιμόνιο), τουλάχιστον όσον αφορά τον εαυτό του, και έστω με αρκετή ασάφεια.
 
Αυτό που έδειξε όμως, είναι χρήσιμο από μόνο του. Κι αν παραμένει το ερώτημα «γιατί κάτι είναι αμαρτία ή ανήθικο», τουλάχιστον μπορούμε να αναγνωρίσουμε πως η επιμονή να συνδέουμε την ηθική με τον θεό δεν μας δίνει τις απαντήσεις που ψάχνουμε.
 
Αυτό είναι ένα σύνηθες αποτέλεσμα των διαλόγων του Σωκράτη (αυτή η αδυναμία να καταλήξει σε κάποιο ξεκάθαρο συμπέρασμα ή να προτείνει μια απάντηση στην αρχική απορία του φιλοσόφου) γι’ αυτό και οι σωκρατικοί διάλογοι του Πλάτωνα ονομάζονται και απορητικοί. Αλλά, όπως παρατηρεί ο Παπαγιώργης, σύμφωνα με το «ένα γνωρίζω ότι δεν γνωρίζω τίποτα», οι διάλογοι φαίνονται καταδικασμένοι να μην καταλήξουν σε συμπέρασμα (αν κατέληγαν, τότε θα ήξερε). Στην πορεία όμως, ο Σωκράτης πείθει τον συνομιλητή ότι αυτό που μέχρι τώρα νόμιζε πως ήξερε, δεν μπορεί να το υπερασπίσει με λογικά επιχειρήματα, αναγκάζοντάς τον να το απορρίψει. Γι’ αυτό και ο ίδιος αναφέρεται στη μέθοδό του ως «έλεγχο», τον οποίο εφαρμόζει στους άλλους αλλά και στον εαυτό του για να προσεγγίσει την αλήθεια. Οι συνεχείς ερωταπαντήσεις του σκοπό έχουν να ελέγξουν αν η δήλωση του συνομιλητή έχει κάποια αξία, ή αν βασίζεται σε άλογες σκέψεις, σε προκαταλήψεις ή στο συναίσθημα.
 
Η θέση του συνομιλητή θα αντικρουστεί μόνο όταν η άρνησή της θα προκύψει από τις πεποιθήσεις αυτού του ίδιου και όσων αυτές συνεπάγονται. Στο τέλος του διαλόγου ο Σωκράτης, και συνήθως και οι συνομιλητές, αντιλαμβάνονται την αδυναμία τους να φτάσουν σε μια απάντηση, να αποκτήσουν τη γνώση που έψαχναν, και αναβάλλουν τη συζήτηση για κάποια άλλη φορά. Αυτό όμως δεν είναι μία απογοητευτική κατάληξη, αλλά μάλλον πρέπει να ιδωθεί ως κορύφωση, καθώς ο Πλάτωνας καταφέρνει να την παρουσιάζει με αισιόδοξο τόνο. Η ίδια η συνειδητοποίηση της άγνοιας είναι ένα κέρδος από μόνο του, αφού, όταν κάποιος ανακαλύπτει την άγνοιά του, είναι πλέον ελεύθερος να επιδιώξει την πραγματική γνώση με ανενδοίαστο το ενδιαφέρον του.
 
Ο Σωκράτης δεν έκανε υποθετικές συζητήσεις. Το θέμα του διαλόγου τίθεται πάντα από τον συνομιλητή, και συχνά απορρέει από τις περιστάσεις της συνεύρεσης. Στον Ευθύφρωνα που αναφέραμε ξεκινάει μια συζήτηση για την έννοια του οσίου, όταν ο θεολόγος τού εκμυστηρεύεται πως έχει καταδώσει τον πατέρα του για μια ανόσια πράξη. Και στους υπόλοιπους διαλόγους βρίσκουμε αυτή την οργανική σχέση μεταξύ των συνθηκών που προκαλούν τη συζήτηση και του περιεχομένου της. Ο συνομιλητής, λοιπόν, θα πρέπει πάντα να μιλάει για θέματα που τον αφορούν, και μάλιστα που τον αφορούν άμεσα, λέγοντας μόνο ό,τι πιστεύει ο ίδιος και όχι ό,τι άκουσε από άλλους. Και σε όσα λέει θα πρέπει να είναι συνεπής με αυτά που συνεπάγονται. Αν βρεθεί αντίφαση μεταξύ των δύο, θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η θέση που αρχικά υποστήριξε. Ο Σωκράτης ψάχνει την αλήθεια με τρόπο προσαρμοσμένο κάθε φορά στον αντίπαλό του, επιχειρηματολογώντας σύμφωνα με τους δικούς του όρους. Δέχεται τον ορισμό που του δίνει για μία έννοια χωρίς ενστάσεις, αλλά τη μελετάει για να δει αν οδηγεί σε ορθά συμπεράσματα.
 
Η αντίθεση μεταξύ δύο προτάσεων όμως δεν είναι το κύριο συμπέρασμα των διαλόγων, αφού ο Σωκράτης δεν έχει σκοπό απλά να αντιλογεί εναντίον κάποιου για χάρη μόνο της αντίκρουσης, αλλά για να κάνει τον συνομιλητή του καλύτερο. «Ο μαλακός τόνος είναι πιο ταιριαστός στη διαλεκτική μέθοδο. Ο πιο διαλεκτικός τρόπος είναι, όχι απλά να απαντάει κανείς με την αλήθεια, αλλά επίσης να αξιοποιεί όσα ο ερωτώμενος ομολογεί ότι γνωρίζει». Περισσότερο πρόκειται για αντίθεση μεταξύ των ιδανικών ενός ατόμου και του τρόπου που ζει, και πολλές φορές οι αντιφάσεις παρουσιάζονται μεταξύ των λεγομένων κάποιου και των πράξεών του. Ο έλεγχος, λοιπόν, στόχο έχει ουσιαστικά τον έλεγχο του αντιπάλου σαν άνθρωπο, ενώ η εύρεση μιας αντίφασης είναι το εργαλείο με το οποίο αυτός θα επιτευχθεί. Αυτή είναι και η ουσία του φιλοσοφικού βίου˙ η εξέταση του εαυτού μας και του άλλου.
 
Σε έναν από τους μεταγενέστερους διαλόγους (στον Θεαίτητο), ο Πλάτωνας εισάγει την παρομοίωση της γέννας των ιδεών. Ο Σωκράτης λέει ότι όπως η μητέρα του η Φαιναρέτη ήταν μαία, έτσι και ο ίδιος, ενώ δεν γνωρίζει τίποτα ιδιαίτερο, είναι μαιευτήρας ιδεών και γνώσεων σε άλλους («Κάνω κι εγώ την ίδια δουλειά» λέει). Η μαιευτική μέθοδός του εδώ παρουσιάζεται όχι μόνο σαν βοήθημα για την συνειδητοποίηση της άγνοιας, όπως ο έλεγχος, αλλά και για την ανακάλυψη της αλήθειας που βρίσκεται ήδη μέσα μας αλλά στην οποία δεν έχουμε εύκολη πρόσβαση.
 
Ο Dorion διαπιστώνει ότι η διαφορά μεταξύ του ελέγχου και της μαιευτικής μεθόδου είναι ότι ο έλεγχος δείχνει στους σοφούς ότι είναι αδαείς, ενώ η μαιευτική στους αδαείς ότι είναι σοφοί. Όσο θελκτική όμως και να είναι αυτή η ρήση, ουσιαστική διαφορά μεταξύ του ελέγχου και της μαιευτικής δεν υπάρχει. Κι αυτό γιατί η συνειδητοποίηση της άγνοιας στην οποία καταλήγει ο έλεγχος δεν είναι παρά ένα είδος γνώσης. Ο ίδιος ο Σωκράτης το μαρτυρεί αυτό, όταν στην Απολογία λέει αναφορικά με τον χρησμό της Πυθίας, πως όντως είναι ο κάτοχος της σοφίας, αλλά μόνο της ανθρώπινης σοφίας. Η άλλη, η πραγματική, ανήκει μόνο στους θεούς και είναι για τους ανθρώπους άπιαστη. Και η ανθρώπινη σοφία έγκειται μονάχα στο ότι δεν μπορεί να μάθει στην πραγματικότητα τίποτα ή «τίποτα ιδιαίτερο» ή μόνο «κάτι λίγο». Αυτή η σοφία του σκεπτικιστή, που θέλει συνέχεια να μαθαίνει, αλλά όσο προσπαθεί, όλο και περισσότερο αντιλαμβάνεται πως είναι αδαής, είναι απείρως χρησιμότερη από το δόγμα αυτού που βιάζεται για έτοιμα συμπεράσματα.
 
Η μορφή του διαλόγου όμως δεν προτείνεται για κάθε είδους γνώση. Ο Bertrand Russell πιστεύει πως οι γνώσεις της εμπειρικής επιστήμης δεν μπορούν να μεταδοθούν με ερωταπαντήσεις. Ακόμα κι όταν ο Γαλιλαίος χρησιμοποίησε τον διάλογο για να προωθήσει τις θεωρίες του, το έκανε μόνο ώστε να διευκολύνει την αντιμετώπιση των προκαταλήψεων. Για να μεταδώσει τα θετικά του συμπεράσματα με αυτόν τον τρόπο, θα έπρεπε να εισάγει μεγάλο βαθμό πλαστότητας στο κείμενο, με επιχειρηματολογία που θα έμοιαζε περισσότερο με εκλογίκευση παρά με πειθώ. Ο Σωκράτης όμως δεν ενδιαφέρεται για τελειωτικά, θετικά συμπεράσματα. Η τελειωτική αποδεικτική βεβαιότητα δεν ήταν καν στόχος της ερευνητικής του μεθόδου. Και η διαλεκτική του δεν εστίαζε στα δεδομένα, όπως συνήθως ο διάλογος σήμερα, αλλά στον αναστοχασμό· όχι στην χρήσιμη πληροφορία αλλά στη διορατικότητα. Γιατί δεν είναι η πληροφορία που θα προσφέρει πνευματική και ηθική βελτίωση, αλλά η ικανότητα ατομικής και κριτικής σκέψης. Ή αλλιώς, δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία να πείσουμε τον συνομιλητή για κάποιο συγκεκριμένο θέμα, γιατί εξάλλου τα θέματα είναι ατελείωτα, σημασία έχει να βελτιώσουμε τον τρόπο σκέψης του.
 
Υπάρχει κι ένας άλλος λόγος που ο Σωκράτης προτίμησε τον διάλογο παρά τη διατριβή ή το κήρυγμα. Δεν θα ήθελε να αποκτήσει ο ακροατής απόψεις χωρίς κόπο, μόνο και μόνο επειδή πρέπει να αποδεχτεί κάτι που αυτός λέει. Αυτό που προτείνει ο Σωκράτης είναι ένα είδος αυτό-εκπαίδευσης ή μετα-εκπαίδευσης˙ της εκπαίδευσης του εαυτού μας, και συγκεκριμένα με την αντιπαράθεση με κάποιον άλλο. Η φιλοσοφική σκέψη δεν οδηγεί σε επιτεύγματα μόνο μέσω της έντονης σκέψης του ενός, αλλά και από τις συζητήσεις μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανθρώπων. Ο Σωκράτης δεν έχει παρά να σπείρει την αμφιβολία στον αναγνώστη-ακροατή, και μένει σε αυτόν να κρίνει και να αποφασίσει πώς θα συνεχίσει. Εάν ο Σωκράτης έπαιρνε τη θέση του δασκάλου που κατέχει τη γνώση και που με δογματισμό μοιράζει διδάγματα, θα στερούσε από τους ακροατές του το τεράστιο όφελος που απορρέει από την αναζήτηση της γνώσης. Διαβάζοντας έναν πλατωνικό διάλογο ή ακούγοντας τον Σωκράτη στην αγορά της Αθήνας, δεν παρακολουθείς απλά, αλλά συμμετέχεις στον διάλογο και αναγκαστικά σκέφτεσαι ο ίδιος.
 
Μπορεί λοιπόν κάποιος να έχει αναπτύξει ιδέες και να έχει απόψεις, μπορεί και να λέει πως γνωρίζει κάποια πράγματα. Δεν έχει όμως δικαίωμα να τα παρουσιάζει ως αυθεντία αλλά μόνο να τα υπερασπίζεται με τον λόγο του ενάντια στην κρίση ενός αντιπάλου. Το να πει κάποιος ότι είναι σωκρατικός δεν σημαίνει κάτι αντίστοιχο με αυτόν που λέει ότι είναι ‘καντιανός’. Ο σωκρατικός δεν ακολουθεί κάποιο φιλοσοφικό σύστημα σκέψης, αλλά μια πνευματική στάση ταπεινότητας, η οποία όμως εύκολα παρεξηγείται με την υπεροψία, αφού ο σωκρατικός είναι πεπεισμένος όχι μόνο για τη δική του άγνοια, αλλά και για αυτήν των άλλων.

Πολλές φορές ο Σωκράτης καταφεύγει στο χιούμορ και την ειρωνεία για να αντιμετωπίσει τον αντίπαλο˙ και όσο περισσότερο δογματικός είναι αυτός τόσο περισσότερο περιπαιχτικός ή απότομος γίνεται ο Σωκράτης. Είναι η έπαρση του συνομιλητή και η σιγουριά για τον εαυτό του που «τιμωρείται» από τον Σωκράτη με τα πιο ειρωνικά και ταπεινωτικά του σχόλια, όπου δήθεν τον κολακεύει ή παριστάνοντας ο ίδιος τον αδαή που δεν καταλαβαίνει τα σοφά λόγια του. Δεν γίνεται όμως ειρωνικός για να εξαπατήσει ούτε για να επιβάλλει τη θέση του όταν δεν του αρκεί η λογική. Το κάνει ενάντια σε όσους είναι βυθισμένοι στην αυτοεξαπάτηση, για να διαλύσει την υποκειμενική γνώμη που εμφανίζεται στη σκέψη τους ως αντικειμενική γνώση. Συνήθως, η ειρωνεία του είναι διφορούμενη, ώστε ο συνομιλητής να μην είναι καν σίγουρος αν μιλάει σοβαρά ή αν τον κοροϊδεύει.
 
Η ειρωνική διάθεση του Σωκράτη δεν του βγήκε σε καλό, αφού επέμεινε σ’ αυτήν ακόμα και κατά τη διάρκεια της απολογίας του στο δικαστήριο που οδήγησε στην καταδίκη και την εκτέλεσή του. Εκεί, όταν κρίθηκε ένοχος για τα δήθεν σφάλματά του αλλά μπορούσε να προτείνει εναλλακτική ποινή από αυτήν του θανάτου, είπε ότι ως αντίτιμο για όσα έκανε στη ζωή του θα έπρεπε όχι μόνο να μην τιμωρηθεί, αλλά να ανταμειφθεί από τους Αθηναίους με δωρεάν ισόβια σίτιση στο Πρυτανείο (κάτι που αποτελούσε ανταμοιβή για τους ολυμπιονίκες), και συνέχισε κατηγορώντας τους δικαστές ότι περισσότερο θα αρέσκονταν να ακούσουν παρακάλια αντί της αλήθειας, τα οποία αρνήθηκε να προσφέρει ως ανάξιά του. «Εσείς θα χάσετε σκοτώνοντάς με» είναι σαν να τους λέει ο Σωκράτης, αφού οι άλλες πόλεις θα τον βαφτίσουν σοφό μετά το θάνατό του για να κακολογήσουν τη δυνατή και πλούσια Αθήνα, και τους Αθηναίους ότι σκότωσαν τον σοφό της.
 
Η διδασκαλία του Σωκράτη είναι η ίδια η διαλεκτική μέθοδος, γι’ αυτό και ο Πλάτωνας δεν μετέτρεψε τον διάλογο σε διατριβή. Είναι σαν να μας προειδοποιεί πως όσα γράφει στους διαλόγους του δεν πρέπει να αναγνωστούν σαν τις έτοιμες σοφίες ενός δασκάλου, αλλά πρέπει και οι αναγνώστες του να συμμετέχουν στον διάλογο.
 
Από την άλλη, βέβαια, όπως φάνηκε ο Σωκράτης αποτυχαίνει να πείσει κάποιον σαν τον Καλλικλή ότι κάνει λάθος. Είναι μάλλον αδύνατο να μεταπειστεί ένας τόσο κυνικός. Αλλά, όπως είπαμε, αυτό έχει μικρή σημασία. Οι σωκρατικοί διάλογοι είναι σαν τα σύγχρονα πολιτικά ντιμπέιτ. Όταν ένας αρχηγός κόμματος αντιπαραβάλλεται με έναν άλλο αρχηγό κόμματος, κανένας δεν περιμένει κάποιον από τους δύο να αλλάξει γνώμη για οτιδήποτε –το ντιμπέιτ γίνεται για εμάς τους θεατές. Όπως και οι σωκρατικοί διάλογοι γράφτηκαν για τους αναγνώστες τους, και όπως και ο Σωκράτης μάλλον θα είχε μεγαλύτερη επιτυχία μεταξύ των ακροατών που τον περιτριγύριζαν όταν συνδιαλεγόταν με τους αντιπάλους του, έτσι και οι διάλογοι γράφτηκαν για να γίνουμε εμείς μάρτυρες δύο διαφορετικών τρόπων σκέψης ώστε ο καθένας μας να πάρει θέση για το είδος του βίου που θέλει να ζήσει.
 
Στην πραγματικότητα λοιπόν, εν τέλει, είναι ο Καλλικλής που αποτυγχάνει να δικαιολογήσει τις θέσεις του και να παρουσιάσει έναν τρόπο ζωής που θα είναι επιθυμητός σε μια κοινωνία που θέλει να ευδοκιμήσει. Ο Σωκράτης αρκείται να δείξει πού οδηγούν οι θέσεις του αντιπάλου, και όσο γι’ αυτά τα λίγα που προτείνει ο ίδιος, μας λέει πως ούτε αυτά τα δέχεται τυφλά, αλλά περιμένει κάποιον να του αλλάξει γνώμη δείχνοντάς του γιατί έχει άδικο.

Αυτοσυνείδηση και συνειδητοποίηση

Ο δρόμος της προσωπικής ανάπτυξης ξεκινάει από την αυτογνωσία, κι αυτή από την αυτοσυνείδηση, που είναι επίσης το πρώτο και κύριο από τα εσωτερικά βοηθήματα.

Όσο πιο επιδέξιος είμαι όταν χρησιμοποιώ αυτό το εργαλείο, τόσο πιο γρήγορα θα προχωράω στο δρόμο και τόσο πιο αποτελεσματικός θα είμαι στις πράξεις μου.

Ωστόσο, όσο προχωράει κανείς μαθαίνει ότι υπάρχουν εργαλεία που συνδυάζονται μεταξύ τους, βοηθήματα που όταν ομαδοποιούνται μεγιστοποιείται η απόδοσή τους. Ο ενσυνείδητος εαυτός μου οφείλει να συνδεθεί με την ικανότητα συνειδητοποίησης του εξωτερικού κόσμου. Αυτό σημαίνει πως αν εγώ δεν μπορώ να αντιληφθώ τι συμβαίνει, δεν μπορώ να κάνω καμία πρόγνωση, δεν μπορώ να σχεδιάσω τη δράση που με συμφέρει να πραγματοποιήσω.

Λένε πως ήταν κάποτε ένας πατέρας που είχε έναν γιο λίγο χαζό. Φωνάζει μια μέρα τον γιο του και του λέει:

«Έλα εδώ! Πήγαινε στην αποθήκη και δες αν είμαι εκεί!»

«Εντάξει, μπαμπά» λέει ο χαζούλης. Μόλις φεύγει, ο πατέρας σχολιάζει σ’ έναν φίλο του: «Βλέπεις; Είναι τόσο χαζός που δεν μπορεί να καταλάβει ότι αφού με βλέπει εδώ δεν γίνεται να είμαι κι εκεί.»

Εν τω μεταξύ, συναντάει ο χαζούλης έναν φιλαράκο του στο δρόμο, κι αυτός τον ρωτάει: «Για πού το’ βαλες;»

«Πάω μέχρι τη γωνία. Ο μπαμπάς μου μ’ έστειλε να δω αν είναι εκεί. Είναι τόσο χαζός ο μπαμπάς μου! Πώς είναι δυνατόν να με στέλνει να δω αν είναι στη γωνία;»

Και ο φιλαράκος του, του λέει: «Προφανώς, θα σου το είπε στο τηλέφωνο!»

Μία έκπτωτη αξία μεταξύ άλλων

Αν κάπου έχουν τη βάση αλλά και τις ρίζες τους όλες οι αρετές, τούτη η βάση ακούει στο σαγηνευτικό όνομα της ειλικρίνειας. Ουδέποτε  η ψυχή του ανθρώπου δεν λυτρώθηκε και δεν εξυμνήθηκε τόσο πολύ όσο χάρη στην συμβολή της ειλικρίνειας, καθώς μόνο εκείνη κατάφερε να την υπηρετήσει συνετά, ευλαβικά και ελεύθερα.
 
Ο ορισμός του ενάρετου σώματος της ειλικρίνειας  δεν μπορεί να αποδοθεί εντός ολίγων λέξεων, ακόμη και ο ασύγκριτος πλούτος των λέξεων καθίσταται απογοητευτικά λειψός και ανεπαρκής  ενώπιον της κατάθεσης τούτου του ορισμού. Ας πούμε όμως πως μια άδηλη και ταπεινή σοφία είναι η ειλικρίνεια στη ζωή του ανθρώπου, ατέρμονη εράστρια της αλήθειας, του συνετού και του ωραίου, ξεχωριστή και αμόλευτη.
 
Κι’ όμως αυτό το τόσο ευειδές ιδανικό η ανθρώπινη φύση το εκμαυλίζει και το ξεθωριάζει με αμείωτους ρυθμούς, σχεδόν αποτρόπαιους και χυδαίους. Το πατάσσει, το μάχεται και το τραυματίζει κατάφορα στο χορό της αβύσσου, δίχως περισυλλογή και ενσυναίσθηση, δηλητηριάζοντας τις παραφυάδες και τους καρπούς της. Κυριαρχεί η ανειλικρίνεια και υπέρμετρη λατρεία των αναληθειών , ενώ η αντίπερα όχθη ατροφεί και ολιγοψυχεί λόγω του χλευασμού και του αδιάκοπου εμπαιγμού. Πειρασμοί, αδυναμίες, «σειρήνες» των ημερών μας και πνευματικές διολισθήσεις αμέριστοι σύμμαχοι της ανειλικρίνειας που την ενισχύουν και την οικοδομούν.
 
Τα συμπτώματα αυτά της κοινωνίας μας επαληθεύουν με μαθηματική ακρίβεια τις παθογένειες και τα πλήγματα της καθιστώντας την καθηλωμένη και αιμόφυρτη στο βούρκο των «διατρητών αληθειών». Η ενσάρκωση τέτοιων καταστάσεων καταδεικνύει με απόλυτη ενάργεια τον ολικό ξεπεσμό της προσωπικότητας του ανθρώπου, την αδυναμία του να προβάλει αντιστάσεις ουσίας αλλά και να επιβληθεί στο ανειλικρινές πνεύμα που τον περιτύλιξε και τον κατέστησε ανδράποδο του εαυτού του. Λησμόνησε την τέρψη που προσφέρεται απλόχερα δια της αλήθειας αλλά και την ανάγκη για την επιδίωξη της, το στοργικό του ενδιαφέρον αλλά και την θέληση να διατηρηθεί ανέπαφη και ανεπηρέαστη από αλλοιώσεις.
 
Η εναγκαλίαση της ειλικρίνειας προϋποθέτει πρωταρχικώς και ουσιαστικώς εσωτερική διαπάλη με τις σκοτεινές δυνάμεις του πνεύματος και της ψυχής οι οποίες μέχρι πρότινος θριάμβευαν ακούραστα και οδηγούσαν στην εξαχρείωση και τον ευτελισμό της προσωπικότητας, πάλη όμως που θα είναι αποκύημα αληθινούς και ατόφιας θέλησης για άρδην ανατροπή των υπαρχόντων δεδομένων.
 
Απαιτείται περιθωριοποίηση και εκτοπισμός του φαύλου αυτού φαινομένου ώστε μέσω αυτής της επίπονης διαδικασίας ο άνθρωπος να καταστεί εραστής, λάτρης, θηρευτής και πρεσβευτής της αλήθειας η οποία θα τον οδηγεί με σταδιακούς ρυθμούς στο μονοπάτι της καταξίωσης και του «ευ».  Μόνο  έτσι  καταθέτει ψυχή, δηλώνει πρόθυμος για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της ζωής, προσεγγίζει ορθές κατευθυντήριες γραμμές, μα κυρίως έχοντας ως συνοδοιπόρο την ειλικρίνεια έχει κατορθώσει να είναι ελεύθερος και αληθινός σε κάθε πτυχή και συνιστώσα του βίου του. Τέλος, μέσω αυτής δηλώνει εμμέσως την ακόρεστη επιθυμία του να προβεί και σε άλλα σπουδαιότερες κατακτήσεις αρετών και ηθών.
 
 Η «αξιομνημόνευτη δεξιότητα» της σημερινής εποχής έσπευσε να επισκιάσει την λαμπρότητα της ειλικρίνειας σε βωμούς της ευτέλειας. Η ευθύτητα, η ακεραιότητα και η δικαιοσύνη που εκπηγάζουν απ’ την ειλικρίνεια αφανίζονται και ηττώνται καθημερινώς με βίαιο τρόπο. Όπως είχε αναφέρει και ο εμπνευσμένος Καμύ «ελεύθερος και ευτυχής είναι εκείνος που συλλογίζεται και βουλεύεται άνευ ψεμάτων και υποκριτικών σεναρίων». Στην δειλία απαντάς με τόλμη, στην ημιμάθεια με γνώση και στην ψευδολογία με ειλικρίνεια.