Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

Πρέπει να επιστρέψουμε στην πραγματική μας φύση

Δεν είναι να απορεί κανείς γιατί φοβόμαστε τη ζωή και το θάνατο. Έχουμε αποξενωθεί από την πραγματική μας φύση. Πρέπει να επιστρέψουμε σε μια πιο υγιή οπτική της ζωής μας, σ' αυτό που πραγματικά είμαστε. Αντί να νομίζουμε ότι είμαστε ξεχωριστές προσωπικότητες, να αντιληφθούμε ότι είμαστε οργανισμοί που λειτουργούν εντός του περιβάλλοντος, μαζί με το περιβάλλον.

Αυτή η συνειδητοποίηση όμως δεν μπορεί να συμβεί μέσα σε μία νύχτα. Είναι σαν να μας ζητάει κάποιος να αφήσουμε το Εγώ μας. Και αυτό είναι ό,τι πιο δύσκολο μπορούμε να επιχειρήσουμε. Αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι δύσκολο, γιατί το Εγώ δεν υπάρχει. Αν βέβαια προσπαθήσει κάποιος να απαλλαγεί από το Εγώ του χρησιμοποιώντας το Εγώ του, τότε δεν πρόκειται να τα καταφέρει ποτέ.

Και αυτή είναι η ουσία. Δεν μπορείς να μεταμορφώσεις τον εαυτό σου. Δεν μπορείς να μάθεις να αγαπάς. Δεν μπορείς να σταματήσεις να είσαι εγωιστής. Κι όμως, είναι απολύτως αναγκαίο να γίνουν αυτές οι αλλαγές. Είναι απολύτως αναγκαίο να ξεχάσουμε τους εαυτούς μας, αλλά κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει. Τουλάχιστον δεν μπορεί να γίνει με το να κάνουμε κάτι, ή ενεργώντας με έναν συγκεκριμένο τρόπο, ούτε καν χρησιμοποιώντας τη βούλησή μας. Ο λόγος που δεν μπορούμε να το καταφέρουμε αυτό είναι γιατί ουσιαστικά δεν υπάρχουμε ως ξεχωριστά άτομα, ως προσωπικότητες. Έχουμε μεν αυτή την εντύπωση, αλλά πρόκειται για μια ψευδαίσθηση.

Τι κάνεις λοιπόν όταν συνειδητοποιήσεις ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα και ότι έχεις φτάσει σε αδιέξοδο; Γιατί, κατά τη γνώμη μου, το ανθρώπινο είδος έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Τι μένει να κάνουμε λοιπόν; Να αυτοκτονήσουμε; Όχι. Όταν δεν σου μένει τίποτα άλλο να κάνεις, απλά κάθεσαι και παρατηρείς. Και τι βλέπεις; Βλέπεις αυτά που συμβαίνουν από μόνα τους. Την αναπνοή σου, τον αέρα που φυσάει, τα δέντρα που κουνιούνται, το αίμα που κυκλοφορεί μέσα σου, το νευρικό σου σύστημα που δουλεύει. Όλα αυτά συμβαίνουν μόνα τους.

Και ξέρεις κάτι; Αυτός είσαι εσύ. Αυτός είναι ο πραγματικός σου εαυτός. Ο εαυτός που λειτουργεί από μόνος του. Δεν είσαι το σύμβολο. Δεν είσαι το άτομο. Όταν αναπνέεις μπορεί να έχεις την εντύπωση ότι εσύ είσαι αυτός που αναπνέει, αλλά αναπνέεις ασταμάτητα, μέρα νύχτα. Και δεν κάνεις τίποτα γι' αυτό, ούτε καν το σκέφτεσαι. Ακόμα και ο εγκέφαλός σου λειτουργεί χωρίς εσύ να τον ελέγχεις.

Όταν σταματάμε λοιπόν, ανακαλύπτουμε έναν κόσμο που λειτουργεί από μόνος του, αντί να βλέπουμε τον κόσμο που διαμορφώνουμε εμείς. Ο θεμελιώδης μας εαυτός είναι αυτό που συμβαίνει και όχι αυτό που κάνουμε. Και αυτός ο εαυτός δεν περιορίζεται στο σώμα μας. Είναι ό,τι αντιλαμβανόμαστε να συμβαίνει παντού γύρω μας. Όταν κοιτάς τη φύση, κοιτάς τον εαυτό σου.

Δεν χρειάζεται να πω τι πρέπει να κάνουμε από εδώ και στο εξής. Και πριν μπούμε στη διαδικασία να σκεφτούμε τι πρέπει να κάνουμε, πρέπει να αντιληφθούμε ότι αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε είναι εντελώς απατηλό. Πρέπει να επιστρέψουμε στην πραγματική μας φύση, που συμπεριλαμβάνει τον εξωτερικό κόσμο, ο οποίος δεν είναι και τόσο "εξωτερικός" όσο φαίνεται.

Υδρατμοί βρέθηκαν στην ατμόσφαιρα ενός ζεστού πλανήτη σαν τον Ποσειδώνα

Αμερικανοί και Βρετανοί επιστήμονες ανακάλυψαν μια πρωτόγονη ατμόσφαιρα με υδρατμούς και εξωτικά νέφη γύρω από ένα μακρινό εξωπλανήτη που έχει μέγεθος περίπου όσο και ο Ποσειδώνας του ηλιακού μας συστήματος. Είναι όμως είναι πολύ πιο ζεστός, επειδή περιφέρεται σε τροχιά πιο κοντινή στο άστρο του από ό,τι ο παγωμένος Ποσειδώνας γύρω από τον Ήλιο.
 
Ο εξωπλανήτης HAT-P-26b βρίσκεται σε απόσταση περίπου 430 ετών φωτός από τη Γη και ολοκληρώνει μία πλήρη περιφορά γύρω από το άστρο του (η διάρκεια του έτους του) σε μόνο 4,2 γήινες μέρες.
 
Η ατμόσφαιρά του αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από υδρογόνο και ήλιο, σε ποσότητες πολύ μεγαλύτερες από ό,τι του Ποσειδώνα. Απουσιάζουν σχεδόν τα βαρύτερα χημικά στοιχεία και μέταλλα από την ατμόσφαιρά του, σε σχέση με αυτό που θα περίμεναν οι αστρονόμοι για έναν τόσο μεγάλο πλανήτη.
 
Αυτό μάλλον σημαίνει ότι ο HAT-P-26b σχηματίσθηκε κοντύτερα στο μητρικό άστρο του από ό,τι οι αέριοι γίγαντες πλανήτες στο δικό μας ηλιακό σύστημα.
 
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή αστροφυσικής Ντέιβιντ Σινγκ του βρετανικού Πανεπιστημίου του Έξετερ και την Χάνα Γουέικφορντ της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας (NASA), που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό Science, πραγματοποίησαν τις παρατηρήσεις τους με τα αμερικανικά διαστημικά τηλεσκόπια Ηubble και Spitzer.
 
«Η νέα συναρπαστική ανακάλυψη δείχνει ότι υπάρχει πολύ μεγαλύτερη ποικιλία στις ατμόσφαιρες των εξωπλανητών από ό,τι νομίζαμε προηγουμένως» δήλωσε ο Σινγκ.
 
Όσο για τον ουρανό του εξωπλανήτη, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι υπάρχουν διάσπαρτα ασυνήθιστα σύννεφα όχι υδρατμών αλλά από κάποια άλλη ουσία, που θα δίνει μια γκρίζα και όχι μπλε απόχρωση στον ουρανό.

Ο πλανήτης Δίας πιθανότατα έκανε κάποτε άνω-κάτω το ηλιακό μας σύστημα

Στις καταστροφικές παραξενιές του Δία οφείλεται το ότι το ηλιακό μας σύστημα φαίνεται να είναι τόσο ασυνήθιστο σε σχέση με τα άλλα που έχουν ανακαλυφθεί τα τελευταία χρόνια.
 
Νέες εκτιμήσεις και προσομοιώσεις σε υπολογιστή αμερικανών επιστημόνων θεωρούν πολύ πιθανό ότι κάποτε ο Δίας, με τον τεράστιο όγκο του, εισέβαλε στα ενδότερα του ηλιακού μας συστήματος και, ως ταύρος εν υαλοπωλείω, «καθάρισε» ό,τι έβρισκε μπροστά του.
 
Κατέστρεψε έτσι την πρώτη γενιά των πλανητών, προτού ηρεμήσει και, απομακρυνόμενος, καταλήξει στην τωρινή τροχιά του. Αυτό σημαίνει ότι κάποτε στο ηλιακό μας σύστημα υπήρχαν πλανήτες που σήμερα δεν υπάρχουν πια.
 
Ο καθηγητής αστρονομίας Γκρέγκορι Λάφλιν του Πανεπιστημίου Σάντα Κρουζ της Καλιφόρνια και ο επίκουρος καθηγητής πλανητικής επιστήμης Κονσταντίν Μπατίγκιν του Πανεπιστημίου Caltech της Καλιφόρνια, πιστεύουν ότι αυτό το σενάριο του «επιθετικού Δία» εξηγεί γιατί σήμερα το ηλιακό μας σύστημα διαφέρει τόσο πολύ από εκατοντάδες άλλα συστήματα εξωπλανητών που έχουν ανακαλυφθεί με τη βοήθεια διαστημικών (όπως το «Κέπλερ») και επίγειων τηλεσκοπίων.
 
Εκτιμάται ότι περίπου τα μισά άστρα σαν τον Ήλιο στον γαλαξία μας έχουν πλανήτες γύρω τους. Η βασική διαφορά όμως είναι ότι στο δικό μας ηλιακό σύστημα δεν υπάρχουν πλανήτες σε τροχιά πιο κοντινή στον Ήλιο από ό,τι ο Ερμής. Σε άλλα συστήματα, αντίθετα, είναι συνηθισμένο φαινόμενο να ανακαλύπτονται πλανήτες μεγαλύτεροι από τη Γη (οι λεγόμενες σούπερ Γαίες) σε απόσταση πολύ πιο κοντά στο άστρο τους.
 
Το σενάριο του περιπλανώμενου Δία που σπέρνει την καταστροφή στο διάβα του, είχε προταθεί για πρώτη φορά το 2001 από μια άλλη ομάδα αστρονόμων του Πανεπιστημίου Queen Mary του Λονδίνου, είχε επαναληφθεί από επιστήμονες του Αστεροσκοπείου της Νίκαιας στη Γαλλία το 2011 και τώρα ενισχύεται με τους νέους υπολογισμούς στις ΗΠΑ.
 
Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, κατά τα πρώτα λίγα εκατομμύρια χρόνια ύπαρξης του ηλιακού συστήματος, ο Δίας διείσδυσε επιθετικά στην περιοχή κοντά στον νεαρό ακόμη Ήλιο, έως ότου στη συνέχεια σχηματίστηκε ο Κρόνος, γεγονός που ανάγκασε (λόγω των ισχυρών βαρυτικών αλληλεπιδράσεων) τον Δία να ανακρούσει πρύμναν και να μεταναστεύσει ξανά προς τα έξω, στη σημερινή πιο απομακρυσμένη από τον Ήλιο τροχιά του.
 
Οι νέοι υπολογισμοί δείχνουν ότι είναι πιθανό πως στις απαρχές του, το ηλιακό μας σύστημα ακολούθησε μια φάση κοινή στον γαλαξία μας, δημιουργώντας βραχώδεις πλανήτες με πυκνή ατμόσφαιρα πολύ κοντά στον ήλιο (καυτές σούπερ Γαίες), όπως τόσοι άλλοι εξωπλανήτες γύρω από τα μητρικά άστρα τους.
 
Όμως, ο γιγάντιος Δίας «καθάρισε» αυτή την αρχική ″φουρνιά″ πρωτοπλανητών, προκαλώντας -λόγω της βαρύτητάς του- ένα φοβερό ντόμινο συγκρούσεων, που θα θύμιζαν κοσμικό μπιλιάρδο, με τελικό αποτέλεσμα οι πρώτοι πλανήτες να καταλήξουν κομμάτια και θρύψαλα.
 
Ένα μέρος από αυτά τα απομεινάρια (γύρω στο 10% των αρχικών πρωτοπλανητών) σχημάτισαν εν καιρώ τη δεύτερη γενιά των πλανητών, μεταξύ των οποίων η Γη μας. Αν αυτό πράγματι συνέβη, τότε οι εσωτερικοί και μικρότεροι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος, δηλαδή ο Ερμής, η Αφροδίτη, η Γη και ο Άρης, είναι νεότεροι σε ηλικία σε σχέση με τους εξωτερικούς και πιο μεγάλους.
 
Μέχρι σήμερα έχει επιβεβαιωθεί η ανακάλυψη άνω των 1.000 εξωπλανητών στον γαλαξία μας. Σχεδόν 500 ηλιακά συστήματα έχουν βρεθεί να έχουν πάνω από έναν πλανήτη. Το τυπικό σύστημα φαίνεται να περιλαμβάνει καυτές σούπερ Γαίες, που έχουν μάζα μερικές φορές μεγαλύτερη της Γης, σε τροχιές πολύ πιο κοντινές στο άστρο τους από ό,τι ο Ερμής σε σχέση με τον Ήλιο.
 
Αλλά και στα άλλα συστήματα που διαθέτουν γιγάντιους πλανήτες ίδιους ή μεγαλύτερους από τον Δία, αυτοί είναι επίσης πολύ πιο κοντά στο άστρο τους, από ό,τι ο Δίας και ο Κρόνος σε σχέση με τον Ήλιο. Στον γαλαξία μας, ο σχηματισμός πλανητών σαν τον Δία είναι κάπως σπάνιος, όταν όμως συμβαίνει, τότε ο γιγάντιος εξωπλανήτης συνήθως βρίσκεται σε απόσταση από το άστρο του όσο η Γη από τον Ήλιο.

Σαρκοφάγο σφουγγάρι ανακαλύφθηκε στα βάθη των ωκεανών!

Τα σφουγγάρια όπως τα γνωρίζουμε εμείς είναι οργανισμοί με ελαφρύ και πορώδη σκελετό που δεν μπορούν να κινηθούν και τρέφονται με πλαγκτόν που μπαίνει μαζί με το νερό στο εσωτερικό τους, το οποίο φιλτράρουν κρατώντας την τροφή τους. Ωστόσο, ανακαλύφθηκε πρόσφατα ένα σφουγγάρι στα βάθη των βορειοανατολικών ακτών του Καναδά που δεν μοιάζει με κανένα.

Το Cladorhiza kenchingtonae έχει μήκος 2 μέτρα και διαθέτει “κλαδιά” στο σώμα του με αιχμηρές απολήξεις. Πάνω σε αυτές αιχμαλωτίζει το ζωοπλαγκτόν με το οποίο τρέφεται και η εικόνα είναι ασυνήθιστη, καθώς θυμίζει περισσότερο έντομο με μακριά πόδια. Οι ερευνητές το ανακάλυψαν σε βάθος 3.000 μέτρων και συνεχίζουν τις μελέτες για το είδος του που είναι από τα πλέον παράδοξα στον κόσμο, τοποθετώντας το ανάμεσα στα 137 είδη σαρκοφάγων σφουγγαριών που είναι σήμερα γνωστά στην επιστήμη.

Φιλικές σχέσεις και αληθινή φιλία

Ένας καλός γείτονας είναι πρόθυμος να φροντίζει τον κήπο σας όταν λείπετε από το σπίτι. Ένας συνάδελφος δεν αρνείται ποτέ να σας καλύψει όταν χρειαστεί να λείψετε από τη δουλειά. Ένας παλιός σας γνώριμος επιδιώκει την παρέα σας τακτικά και κάθε φορά περνάτε πολύ ωραία μαζί. Οι άνθρωποι αυτοί είναι βέβαια φίλοι με μία έννοια και είστε τυχεροί που τους έχετε. Αλλά πόσοι από αυτούς είναι πραγματικοί φίλοι, αφοσιωμένοι στη φιλία σας κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες; Λίγοι, λέει ο Αριστοτέλης, επειδή λίγοι άνθρωποι διαθέτουμε τα χαρακτηριστικά εκείνα που απαιτούνται σε μία «τέλεια φιλία». Από την άλλη, η αξία ενός αφοσιωμένου φίλου είναι ανεκτίμητη. Πώς μπορεί, όμως, κάποιος να δημιουργήσει μία τέτοια φιλία;

Μία όμορφη ιστορία για αρχή

Ο Ορέστης ήταν ο γιος του Αγαμέμνονα, του επικεφαλής της εκστρατείας εναντίον της Τροίας. Ο Πυλάδης ήταν ο εξάδελφός του, με τον οποίο είχαν μεγαλώσει μαζί στην Φωκίδα και είχαν γίνει αχώριστοι. Η φιλία τους αποτελεί πρότυπο αγάπης και αφοσίωσης, όπως θα διαπιστώσετε από το παρακάτω απόσπασμα, από το οποίο θα αρχίσει η εξερεύνηση της γνήσιας, αληθινής ή όπως την ονομάζει ο Αριστοτέλης, της ολοκληρωμένης φιλίας.

Η σκηνή διαδραματίζεται στο παλάτι του Άργους όπου τώρα κυβερνά ο Μενέλαος, ο αδελφός του Αγαμέμνονα. Έχει αποφασιστεί πως ο Ορέστης και η αδελφή του Ηλέκτρα πρέπει να εκτελεστούν ως φονιάδες της μητέρας τους. Ο Πυλάδης προτείνει στον εξάδελφο και φίλο του Ορέστη να δραπετεύσει, αλλά ο Ορέστης φοβάται πως οι Ερινύες, οι θεότητες που τιμωρούν τους μητροκτόνους, θα του προκαλέσουν τρέλα ώστε να εμποδίσουν την δραπέτευση. Κι ο Πυλάδης τον καθησυχάζει και τον ενθαρρύνει:

Πυλάδης: Αλλά εγώ θα σε φροντίσω

Ορέστης: Δύσκολο άρρωστο άνδρα ν’ αγγίζεις

Πυλάδης: Όχι βέβαια για εμένα, αν είσαι εσύ.

Ορέστης: Πρόσεχε μήπως την τρέλα μου κι εσύ κολλήσεις

Πυλάδης: Ασ’ το αυτό!

Ορέστης: Δεν θα διστάσεις λοιπόν;

Πυλάδης: Κακό μεγάλο ο δισταγμός ανάμεσα στους φίλους.

Ο Ορέστης ανακτά το θάρρος του, σκέφτεται πως η πράξη του ήταν δίκαια και αξίζει να σωθεί και στρέφεται με ευγνωμοσύνη στον φίλο του:

Ορέστης: Να τη αυτή η παλιά ρήση «ν’ αποκτάς φίλους και όχι συγγενείς μόνο», διότι από χιλιάδες συγγενείς, φίλος καλύτερος εκείνος είναι, που αν και ξένος, ένα γίνεται μαζί σου στη ζωή.

Ωστόσο, πιστός φίλος δεν είναι μόνο ο Πυλάδης. Και ο Ορέστης αγαπά τον φίλο του τόσο πολύ, ώστε προσπαθεί να τον αποδεσμεύσει. Του ζητά να μην εμπλακεί στην υπόθεση, αλλά να συνεχίσει ευτυχισμένος τη ζωή του. Αλλά αυτό είναι απαράδεκτο για τον φίλο του:

Πυλάδης: «Και τι θα πω όταν κάποτε γυρίσω στους Δελφούς, την ακρόπολη της Φωκίδας, πως ήμουν φίλος σου όταν όλα ήταν καλά, αλλά όταν σε βρήκε η δυστυχία έπαψα να είμαι; Όχι, αυτό δεν γίνεται. Είναι και δική μου υπόθεση».

Ο Πυλάδης αγαπά τον εαυτό του, θέλει να τον τιμούν και να απολαμβάνει την εκτίμηση των θεών και των ανθρώπων σε αυτόν ή στον άλλον κόσμο, να παραμείνει ένας ενάρετος άνθρωπος. Και το ίδιο επιθυμεί για τον φίλο του. Και εδώ ακριβώς είναι που θα συναντήσουμε τη σκέψη του Αριστοτέλη:

«Το αίσθημα της φιλίας συνίσταται στο να επιθυμεί κανείς για έναν άλλον αυτά που θεωρεί αγαθά, χάριν του φίλου του και όχι του εαυτού του, και στο να επιθυμεί, όσο μπορεί, να τα κάνει πραγματικότητα».

Έτσι ορίζει τη φιλία ο Αριστοτέλης στην «Ρητορική» του, και τώρα ίσως προσπαθείτε να ανακαλύψετε αν υπάρχει κάποιος από τους φίλους σας που σας προκαλεί αυτό το αίσθημα φιλίας, όπως περιγράφεται στον ορισμό. Οι περισσότεροι μάλλον, δεν θα σας προκαλούν κάτι τόσο ισχυρό. Μερικοί από αυτούς, θα πλησιάζουν αρκετά, αλλά ένα τόσο βαθύ αίσθημα, τόσο ισχυρή αγάπη είναι σπάνια. Θα επανέλθουμε όμως σε αυτό αργότερα. Προς το παρόν, μην ανησυχείτε, γιατί οι φίλοι, οποιουδήποτε είδους είναι σημαντικοί.

Ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται πως το κίνητρο που μας ωθεί να συνδεθούμε φιλικά με άλλους ανθρώπους είναι επιθυμία μας να ωφεληθούμε από αυτούς. Στις πιο συνηθισμένες φιλίες επιλέγουμε ή μας επιλέγουν βάσει της χρησιμότητάς ή της ευχαρίστησης και αυτά είναι τα δύο πρώτα είδη φιλίας.

Οι συνηθισμένες φιλίες

Πόσοι άνθρωποι υπήρξαν φίλοι σας και σήμερα δεν γνωρίζετε καν πού βρίσκονται; Με πόσους από αυτούς τσακωθήκατε ή απλώς ψυχρανθήκατε και απομακρυνθήκατε; Πόσους χάσατε χωρίς να έχετε ακόμα καταλάβει πώς; Μην ανησυχείτε αν είναι πολλοί. Οι περισσότερες φιλίες είναι προσωρινές. Εμφανίζονται για να καλύψουν ορισμένες ανάγκες, δικές σας και των άλλων, αλλά όταν αυτές οι ανάγκες πάψουν να υπάρχουν, αυτοί οι φίλοι δεν έχουν πια ρόλο να παίξουν στη ζωή σας. Ή εσείς στη δική τους. Δεν είναι κακό, είναι ανθρώπινο.

Αυτή είναι η πρώτη κατηγορία φιλίας κατά την οποία συνδεόμαστε με κάποιον «όχι επειδή είναι φίλος, αλλά κατά το μέτρο κατά το οποίο είναι χρήσιμος». Η φιλία αυτή είναι σαν τις συμμαχίες που συνάπτουν μεταξύ τους τα κράτη, ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί κι εμείς να συνδεθούμε με έναν γείτονα, με έναν εργοδότη, με κάποιον επαγγελματία ή δημόσιο λειτουργό που ήταν εξυπηρετικός σε μία δύσκολη στιγμή. Φυσικά, κάποιοι άλλοι μας συνυπολογίζουν στους φίλους τους για τον ίδιο λόγο.

Η δεύτερη κατηγορία είναι όταν «αγαπούν αυτούς που τους προκαλούν ευχαρίστηση. Διότι δεν αγαπούν τους χαρισματικούς για αυτό που είναι, αλλά γιατί κοντά τους βρίσκουν ευχαρίστηση». Τέτοιοι φίλοι είναι οι τύποι που είναι η «ψυχή της παρέας», οι εραστές κι οι ερωμένες με ομορφιά και χάρες, οι άνθρωποι με χιούμορ που μας κάνουν και γελάμε, οι ευφυείς από τους οποίους αποκτούμε συναρπαστικές γνώσεις, οι καθηγητές στο σχολείο, οι μέντορες στην σταδιοδρομία μας. Τέτοιοι είμαστε κι εμείς για κάποιους άλλους άλλους.

Οι φιλίες της χρησιμότητας και της ευχαρίστησης είναι οι συχνότερες κι εμπεριέχουν το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων που κάποτε αποκαλέσαμε φίλους. Και ήταν φίλοι μας και ήμασταν κι εμείς φίλοι τους, αλλά μόνο μέχρι να ολοκληρωθεί μία συγκεκριμένη διαδικασία που απαιτείται για να ωριμάσουμε και να προχωρήσουμε, κι εμείς στη ζωή μας κι εκείνοι στη δική τους. Όμως, διαρκούν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κι ύστερα χάνονται και γίνονται γλυκές ή πικρές αναμνήσεις. Γιατί; Γιατί αυτό που αγαπάμε κι αγαπούν οι φίλοι αυτών των κατηγοριών είναι συγκεκριμένες ιδιότητες και όχι η προσωπικότητα συνολικά. Αναπόφευκτα, όταν δεν θα έχουμε πια ανάγκη αυτές τις ιδιότητες επειδή άλλαξε ο χαρακτήρας των φίλων ή άλλαξαν οι περιστάσεις, η φιλία δεν έχει πια λόγο ύπαρξης.

«Αυτού του είδους οι φιλίες διαλύονται εύκολα, διότι τα πρόσωπα που συνδέονται με φιλία δεν παραμένουν πάντοτε ίδια Εξ άλλου, και το συμφέρον υφίσταται μεταβολή και σε κάθε εποχή είναι διαφορετικό. Έτσι, όταν εκλείψει ο συνδετικός δεσμός, μαζί εξαφανίζεται και η φιλία, έχοντας υπάρξει μόνο ως μέσο για συγκεκριμένο σκοπό».

Πώς συμβαίνει λοιπόν και κάποιες φιλίες επιβιώνουν για πολλά χρόνια ανεξαρτήτως των περιστάσεων;

Η τέλεια φιλία

Το μυστικό για μία γνήσια φιλία που αντέχει στον χρόνο, ο συνδετικός δεσμός πέρα από τη χρησιμότητα και την ευχαρίστηση, που δεν φθείρεται, δεν αλλάζει και είναι ίδιος πάντα και ίδιος για όλους, είναι μία μικρή αλλά σπουδαία λέξη:

«Αληθινοί φίλοι είναι αυτοί που επιθυμούν το καλό για τους φίλους τους, επειδή διαπνέονται από το αίσθημα της φιλίας αυτό καθ’ εαυτό και όχι ανάλογα με τις περιστάσεις. Αφού η αρετή είναι μόνιμη, όσο οι φίλοι παραμένουν ενάρετοι, η φιλία τους παραμένει σταθερή»

Ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται πως αναγκαία προϋπόθεση για μία τέτοια φιλία είναι η αρετή. Δεν αρκεί να ταιριάζουν τα γούστα και οι χαρακτήρες. Καμία φιλία δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη και διαρκής αν και οι δύο φίλοι δεν είναι ενάρετοι. Για παράδειγμα, δύο άνθρωποι που είναι άδικοι, μικρόψυχοι και οργίλοι, μπορούν να δημιουργήσουν φιλίες σαν αυτές που είδαμε προηγουμένως. Δεν θα γίνουν όμως ποτέ μόνιμοι και αξιόπιστοι φίλοι μεταξύ τους. Διότι με την πρώτη ευκαιρία θα αδικήσουν τον φίλο τους για να ωφεληθούν κάτι οι ίδιοι, εφόσον είναι άδικοι. Όταν θα πρέπει να διαχειριστούν μία διαφωνία με τον φίλο τους, θα τον προσβάλουν και θα του φερθούν βάναυσα, εφόσον είναι οργίλοι. Δεν έχει λοιπόν ο κακός άνθρωπος την ικανότητα να αγαπήσει αληθινά έναν όμοιό του ούτε να αγαπηθεί από αυτόν. Αλλά ούτε κι ένας ενάρετος θα μπορούσε να γίνει φίλος του.

Αντιθέτως, δύο άνθρωποι που έχουν αναπτύξει τις αρετές, όπως τις περιγράφει ο Αριστοτέλης, πρώτα απ’ όλα αγαπούν και σέβονται ο καθένας τον εαυτό του. Κι εφόσον είναι δίκαιοι, επιθυμούν για τον φίλο τους όσα επιθυμούν και για τον εαυτό τους. Είναι επίσης εγκρατείς και νηφάλιοι, ώστε μπορούν να διαχειρίζονται τις δυσκολίες με επιτυχία. Είναι γενναίοι και στη δύσκολη στιγμή διακινδυνεύουν για να σώσουν τον φίλο τους, όπως έκανε ο Πυλάδης λέγοντας πως για τους φίλους υπάρχει «εἷς ἀγών, δίκη μία, ἢ ζῆν ἅπασιν ἢ — θανεῖν ὀφείλεται» (ένας αγώνας, μία ποινή, και πρέπει ή όλοι μαζί να ζήσουμε ή όλοι μαζί να πεθάνουμε).

Μία τέτοια φιλία εξασφαλίζει και στα δύο μέρη και τη χρησιμότητα και την ευχαρίστηση που αναζητούμε στα δύο πρώτα είδη. Αλλά αυτά έρχονται ως αποτέλεσμα της σχέσης και δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Έτσι, όταν οι περιστάσεις αλλάξουν, οι ενάρετοι φίλοι προσαρμόζονται με σωφροσύνη στα νέα δεδομένα ώστε να συνεχίσουν να απολαμβάνουν τη φιλία τους υπό τις νέες προϋποθέσεις.

Θα σκέφτεστε τώρα πως τέτοιες σχέσεις είναι πραγματικά σπάνιες και θα έχετε δίκιο. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν είναι εύκολο ούτε να γίνουμε ενάρετοι ούτε να βρούμε άλλον έναν ενάρετο. Το ίδιο δύσκολο ήταν και στην εποχή του Αριστοτέλη και σε κάθε εποχή. Αλλά δεν είναι μόνο η σπανιότητά της που την κάνει πολύτιμη.

Αξίζει τον κόπο;

Μολονότι σε γενικές γραμμές οι φιλίες των δύο πρώτων κατηγοριών καλύπτουν τις κοινωνικές μας ανάγκες, πάντοτε λαχταρούμε έναν μόνιμο, γνήσιο φίλο που θα αγαπά αυτό που είμαστε και όχι αυτό που έχουμε. Το πρόβλημα είναι πως «Η επιθυμία για φιλία γεννιέται γρήγορα, όχι όμως και η ίδια φιλία». Ο Αριστοτέλης λέει πως δεν γίνεται να γνωρίσεις καλά έναν άνθρωπο πριν «ἅλας συναναλῶσαι», πριν δηλαδή φάτε μαζί αλάτι. Παρόμοια λέμε μέχρι σήμερα «φάγαμε μαζί ψωμί κι αλάτι», για κάποιον φίλο με τον οποίο έχουμε μοιραστεί πολλές, συνήθως δύσκολες, εμπειρίες. Χρειάζεται, λοιπόν, να περάσουμε πολύ χρόνο με τον φίλο μας μέχρι να γνωριστούμε καλά και να αντιληφθούμε πως πράγματι μπορούμε να χτίσουμε μία γνήσια φιλία. Η αρετή μπορεί να είναι ο συνδετικός παράγοντας, η συνήθεια όμως, μέσω της συναναστροφής ενδυναμώνει την σύνδεση, καθώς οι φίλοι αποκτούν κοινές εμπειρίες.

Οπωσδήποτε η γνήσια φιλία δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά τα εύκολα συνήθως είναι μικρής αξίας. Πόση αξία έχει όμως μία σχέση, δοκιμασμένη στο χρόνο, μέσα στην οποία αισθανόμαστε ασφαλείς; Πόσο πιο όμορφη κι ενδιαφέρουσα γίνεται η ζωή μας, όταν υπάρχει κάποιος που νοιάζεται για την επιτυχία μας και κάνει ό, τι μπορεί για να τα καταφέρουμε. Κάποιος που μας συμβουλεύει σοφά, που χαίρεται με τη χαρά μας και λυπάται στη δυστυχία μας; Κάποιος που δεν θα εξαπατηθεί όταν οι άλλοι μας συκοφαντούν, που δεν θα φοβηθεί να θέσει σε κίνδυνο τον εαυτό του για μας στηρίξει.

Αν ένας τέτοιος ενάρετος άνθρωπος βρίσκεται στον περίγυρό σας, ένα τρόπος υπάρχει να δημιουργήσετε τη δική σας τέλεια φιλία: Να γίνεται κι εσείς ο ενάρετος άνθρωπος που θα ήθελε εκείνος στη ζωή του.

Άλλος τρόπος δεν υπάρχει!

Πώς φαντασία και συνεργασία πυροδότησαν την ιστορία της εξέλιξης

Τι μας κάνει ανθρώπους; Τελικά, είναι ο πόλεμος συνυφασμένος με την ανθρώπινη φύση;

Αξιοποιώντας τις πρόσφατες επιστημονικές ανακαλύψεις στην εξέλιξη, τη βιολογία και την αρχαιολογία, ο ο ανθρωπολόγος Augustín Fuentes υποστηρίζει στο νέο βιβλίο του με τίτλο «The Creative Spark: How Imagination Made Humans Exceptional» ότι η σημαντικότερη κινητήρια δύναμη στην εξέλιξη και πρόοδο του ανθρώπου είναι η δημιουργικότητα και η συνεργασία. Και ότι πολλά από όσα πιστεύαμε για τον εαυτό μας -από τη θρησκεία μέχρι τη φυλή- είναι λάθος.

Το National Geographic συνάντησε τον συγγραφέα στο γραφείο του στο Πανεπιστήμιο Notre Dame της Ιντιάνα και έθεσε ερωτήματα όπως… γιατί ο σκύλος είναι πραγματικά ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου και γιατί η τέχνη είναι βασικό, χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης.

Ιδού τί απάντησε.

Οι μεγάλες παρανοήσεις

«Υπάρχει μια ολόκληρη σειρά παρανοήσεων. Η πρώτη από αυτές είναι ότι οι άνθρωποι είμαστε κακοί μέχρι το κόκαλο. Ή τουλάχιστον, ότι τα αρσενικά είναι κακά. Και ότι η αρσενική επιθετικότητα είναι αυτή που οδήγησε την κούρσα της εξέλιξης. Αλλά τα βιολογικά, εθνογραφικά και ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Δεν ήταν οι πραγματικά ενοχλητικοί άνθρωποι αυτοί που, μακροπρόθεσμα, μας επηρέασαν περισσότερο.

Η δεύτερη εσφαλμένη αντίληψη είναι ότι τα αρσενικά και τα θηλυκά είναι ριζικά διαφορετικά όσον αφορά τη σεξουαλικότητα και το φύλο. Αλλά ενώ τα αρσενικά και τα θηλυκά είναι όντως τόσο διαφορετικά, στην πραγματικότητα έχουν πολύ περισσότερες ομοιότητες από όσες νομίζουμε.

Η ιδέα ότι αυτά και μόνο αυτά -η επιθετικότητα ή οι διαφορές του φύλου- ερμηνεύουν τη σύνθετη έννοια της εξέλιξης, του τι σημαίνει άνθρωπος, είναι τελικά, μία υπεραπλουστευμένη προσέγγιση. Γι αυτό ακριβώς προτείνω την ιδέα της συνεργασίας και της δημιουργικότητας. Επειδή είναι ένας πολύ πιο περίπλοκος και συναρπαστικός τρόπος για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και γιατί κάνουμε αυτά που κάνουμε».

Είναι ο πόλεμος συνυφασμένος με την ανθρώπινη φύση;

«Υπάρχει ένα μεγάλο debate γύρω από το θέμα. Εξετάζοντας τα αρχαιολογικά ευρήματα και τα απολιθώματα διαπιστώνουμε ότι τα πρώτα τεκμήρια μεγάλης κλίμακας ή τουλάχιστον συντονισμένης, θανατηφόρου ομαδικής βίας -αυτό που ονομάζουμε ‘πόλεμο’- εντοπίζονται πριν από 10.000-14.000 χρόνια.

Όμως, ο πόλεμος σήμερα δεν αφορά μόνο δύο ομάδες ανθρώπων οι οποίες μάχονται μεταξύ τους. Αφορά πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές, θρησκευτικές και άλλες αντιλήψεις που έρχονται σε σύγκρουση με όρους βίας, εξαναγκασμού ή χειραγώγησης. Αυτό το είδος του πολέμου (μεγάλης κλίμακας), όπως και οι (δια)μάχες για ιδεολογίες, χρήμα και πόρους, εμφανίζεται όλο και πιο συχνά τα τελευταία 10.000 χρόνια επειδή πλέον υπάρχουν περισσότερα να διεκδικήσουμε.

Παρότι ο κόσμος φαίνεται πιο βίαιος από ποτέ, στην πραγματικότητα δεν είναι. Η πλειοψηφία των 7,5 δισεκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη δεν εμπλέκεται με φρικτή βία, καταναγκασμό ή καταπίεση. Ωστόσο, αυτό είναι μόνο η μία όψη του προβλήματος. Ακριβώς επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν απλά την καθημερινότητα τους, δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε δημιουργήσει νέους και περισσότερο τρομακτικούς τρόπους για να ασκούμε βία ο ένας στον άλλον.

Ζούμε σε έναν κόσμο με δύο πρόσωπα. Έναν κόσμο στον οποίον είμαστε εν δυνάμει πιο σκληροί και εν δυνάμει πιο βίαιοι παρά ποτέ».

Χωρίς την Τέχνη δεν είμαστε άνθρωποι

«Χωρίς την τέχνη, δεν είμαστε άνθρωποι. Η ικανότητα να φανταζόμαστε και στη συνέχεια, να κάνουμε αυτό που φανταζόμαστε πραγματικότητα, είναι αυτό ακριβώς που καθορίζει την ανθρώπινη φύση. Είτε αυτό αφορά τη ζωγραφική, είτε την κατασκευή ενός αεροπλάνου -ακόμη και τον τρόπο που προγραμματίζουμε την εξόφληση ενός λογαριασμού για το τέλος του μήνα- όλα έχουν την αρχή τους στην ίδια δημιουργική ικανότητα. Η Τέχνη γυμνάζει τον μυ της δημιουργικότητας».

Η τέχνη ως βασικό γνώρισμα της εξέλιξης

«Εξαρτάται όμως, τί χαρακτηρίζουμε ‘τέχνη’. Συνήθως μας έρχονται στη σκέψη οι τοιχογραφίες των σπηλαίων, οι παλαιολιθικές αναπαραστάσεις με τα μεγάλα μαστόδοντα. Αλλά αυτές είναι μόλις 40.000 ετών. Γνωρίζουμε επίσης, ότι πριν από 85.000 χρόνια στη Νότια Αφρική, οι πρόγονοί μας σκάλιζαν κελύφη από αυγά στρουθοκάμηλων και ότι 20.000 χρόνια πριν και από αυτό, έκαναν τρύπες σε μικρά κελύφη και τα φορούσαν γύρω από τον λαιμό.

Εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πριν, έτριβαν ώχρα και την άπλωναν στο σώμα τους. Πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια πριν από αυτό -δηλαδή, μισό εκατομμύριο χρόνια πίσω-, έφτιαχναν εργαλεία που ήταν απίστευτα όμορφα και συμμετρικά, πολύ περισσότερο από ό, τι χρειαζόταν να είναι για να κάνουν απλά και μόνο τη δουλειά τους. Η Τέχνη πηγαίνει πολύ βαθιά στην ιστορία του ανθρώπου».

Σχεδόν έξι δισεκατομμύρια άνθρωποι, με άλλα λόγια το 83% του παγκόσμιου πληθυσμού, αυτοχαρακτηρίζονται θρησκευόμενοι. Η θρησκεία είναι άλλο ένα τεράστιο θέμα σήμερα. Ήταν η θρησκεία και η υπερβατική εμπειρία θεμελιώδης ανθρώπινη δραστηριότητα;

Σε αυτό το σημείο πρέπει να γίνει μία σημαντική διάκριση. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της θρησκείας, ως θεσμό και της θρησκευτικότητας.

Υπάρχουν πολύ ισχυρές ενδείξεις ότι επί μακρόν ήταν η έννοια του υπερβατικού που κυριαρχούσε. Οι μεγάλες θεσμοποιημένες οργανωμένες θρησκευτικές δομές είναι καινούργιες. Ο Χριστιανισμός, το Ισλάμ και ο Ιουδαϊσμός είναι πρόσφατες -πολύ πρόσφατες- ιστορίες».

Σκύλος, ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου

«Η ιστορία ανθρώπου και σκύλου είναι εκπληκτική. Εάν ένας βιολόγος ή επιστήμονας από άλλο πλανήτη ερχόταν στη Γη, ένα από τα πρώτα πράγματα που θα έλεγε είναι, δείτε πώς συμβιώνουν, πώς τα ένα είδος εμπλέκεται στη ζωή του άλλου. Και θα μιλούσαν για τον άνθρωπο και τον σκύλο.

Η εξέλιξη της σχέσης ανθρώπου – σκύλου είναι ένα από τα παραδείγματα όπου η ιδέα της δημιουργικότητας και της πολυπλοκότητας που έχει η ιστορία της εξέλιξης απεικονίζεται με τον πιο σαφή τρόπο.

Τα πρώτα στοιχεία της σχέσης αυτής γυρίζουν πίσω στον χρόνο 10.000-30.000 χρόνια πριν. Στην αρχή είναι απολιθώματα που μοιάζουν με λύκο, αλλά λίγο διαφορετικά (πιθανώς, στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο σκύλος) και στη συνέχεια, τα απολιθώματα τείνουν να εμφανίζονται όλο και περισσότερο μαζί με απολιθώματα ανθρώπων.

Οι περισσότεροι πίστευαν ότι η σχέση αφορούσε μόνο για το κυνήγι. Αλλά πολλοί ειδικοί αναγνωρίζουν τώρα ότι επρόκειτο για κάτι παραπάνω από αυτό. Ότι ο άνθρωπος και ο σκύλος ήταν σύντροφοι».

M. Heidegger: ποιος ήταν ο Σωκράτης;

Πώς κατανοεί ο Σωκράτης το Dasein;

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Στις παραδόσεις του στο Μάρμπουργκ (Marburg) –θερινό εξάμηνο 1926– ο Χάιντεγκερ εγκαινιάζει μια συνομιλία με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία από τις στοχαστικές της πρωταρχές μέχρι και τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Αν και δεν προβαίνει σε κάποια συστηματική πραγμάτευση αλλά περιορίζεται σε μια επισκόπηση σχεδιαστικού χαρακτήρα, εν τούτοις επιχειρεί μια βαθυστόχαστη ερμηνευτική πράξη, καθώς εκείνη την περίοδο επιστρατεύει όλη τη δυναμική της σκέψης του στην οριστική σύνταξη του μνημειώδους έργου του: Sein und Zeit [=Είναι και Χρόνος]. Κατά συνέπεια, όλες οι ερμηνευτικές απόπειρες κινούνται κάτω από τον αστερισμό αυτού του έργου. Έτσι, ο Χάιντεγκερ συνδέει την περιδιάβασή του στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας με το πνεύμα, κατά κάποιο τρόπο, της ιστορικής κατανόησης του Είναι και Χρόνος. Ενδιαφέρεται να σκεφτεί ξανά και ξανά την κρίσιμη απαρχή της δυτικής φιλοσοφίας, δηλαδή την ελληνική φιλοσοφία, ως την αεί ζωτική διεργασία που εκκινεί από το ον για να ανακαλύψει το Είναι. Και τούτο σε σχέση με το γεγονός ότι ο Χάιντεγκερ, της περιόδου του Είναι και Χρόνος, ξεκινάει από το Dasein για να αναζητήσει το νόημα του Είναι. Οι εν λόγω παραδόσεις δημοσιεύτηκαν το 1993 στον τόμο 22 των απάντων του. Δίνουν βαρύτητα στο αρχαίο θεωρείν: στον λόγο, στην έννοια, στη σημασία· πράγμα που σημαίνει: Sein und Sinn (=Είναι και νόημα) . Με τούτο το νόημα του Είναι συνδέει ο Χάιντεγκερ και την ερμηνευτική προσέγγιση του Σωκράτη (GA22, 92).

Ο «επικίνδυνος» φιλόσοφος

1. Ο Σωκράτης είναι η πιο γνωστή αλλά και η πιο «επικίνδυνη» προσωπικότητα της Πόλης της Αθήνας. Η πορεία της ζωής του συνδυάζει συνέπεια λόγου και πράξης, αποστροφή στη διεκδίκηση δημόσιων αξιωμάτων και εμμονή στην αναγκαιότητα υπεράσπισης της φιλοσοφικής του αποστολής και της αντίστοιχης στάσης ζωής. Είναι λοιπόν η πιο «επικίνδυνη» προσωπικότητα υπό το πνεύμα ότι υπερασπίζεται τη φιλοσοφική αλήθεια, όπως δείχνει και η απολογία του στο δικαστήριο, χωρίς να ορρωδεί προ ουδεμιάς καθεστηκυίας σύμβασης. Το γεγονός ακριβώς αυτό κλονίζει την αγοραία γνώμη της Πόλης, την αμφισβητεί συθέμελα. Και επειδή η ζωή της Πόλης συνδέεται με την πολιτική, υπό ένα ευρύ νόημα, ουσιαστικά αμφισβητεί τα πολιτικά θεμέλια της πόλης μαζί και τη μοχθηρία της τρέχουσας πολιτικής.

2. Βασική αρχή του Σωκρατικού σκέπτεσθαι: να μπορεί κανείς να κατανοεί με σαφήνεια: να ξέρει τι κατανοεί και να έχει επίγνωση για ό,τι δεν καταλαβαίνει πραγματικά. Τότε και σήμερα και πάντα, αυτή η αρχή αποτελεί τον πιο βαρύ κόλαφο κατά των διαφόρων ημιμαθών σε όλες τις σφαίρες της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, από την καθημερινή συναναστροφή ως την πολιτική και τη θεσμισμένη ακαδημαϊκή κουλτούρα. Δυνάμει αυτής της αρχής, αντιπαρέθετε στην «παντογνωσία» και απερισκεψία του κοινού νου την άγνοια· όθεν, απέναντι στην ηχηρή φλυαρία του μαζικού περίγυρου, την πλήρη αφιέρωση στη φιλοσοφία, την αναζήτηση της αυθεντικής γνώσης· εν τέλει το ερώτημα: τι εστί; Δηλαδή τι είναι Κάτι και γιατί είναι ή μπορεί να είναι έτσι. Είναι το ερώτημα για την ουσία και το ον (ό.π., 91).

Η διαφάνεια της πράξης

1.Απέναντι στο τυφλό πράττειν, ο Σωκράτης πρόβαλλε συνεχώς την ανάγκη: το πράττειν συνολικά να διέπεται από διαφάνεια (ό.π.). Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το οὗ ἕνεκα (Worumwillen): η τελική αιτία και ο σκοπός· ταυτόχρονα όμως και εκείνο, μέσα στο οποίο πραγματοποιείται ο σκοπός. Έτσι φτάνει κανείς σε κατανόηση της δυνατότητας, της εκάστοτε δυνατότητας-για- Είναι (Seinkönnen). Ετούτη η δυνατότητα-για-Είναι έχει την αντιστοιχία της, για τον Χάιντεγκερ, στη σωκρατική έννοια της αρετής (ό.π.). Η αρετή είναι φρόνηση, δηλαδή Γνώση· και ακριβώς ως τέτοια Γνώση είναι παρούσα η δυνατότητα-για-Είναι και η κατανόηση. Το σωκρατικό Είναι, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, είναι θεμελιακά και ουσιαστικά συνυφασμένο με την προσπάθεια επίτευξης της ως άνω Γνώσης. Προς τούτο αφυπνίζει την κατανόηση για τούτη και ενεργοποιεί το ένστικτο.

2. Ενώ δεν χάραξε καμιά νέα κατεύθυνση στη φιλοσοφία και όλα τα άφησε όπως ήταν, ωστόσο ο Σωκράτης ταρακούνησε τα πάντα/τους πάντες στη ρίζα τους: άνοιξε το δρόμο για μια νέα δυνατότητα και ως εκ τούτου μια ριζοσπαστική απαίτηση για τη Γνώση και για τη θεμελίωσή της (ό.π., 92). Η φιλοσοφική πράξη του Σωκράτη αφορούσε την κατανόηση της Γνώσης και της πράξης γύρω από το Dasein μας. Να γιατί, ενώ η εν λόγω πράξη δεν οδήγησε σε επιστημονικά αποτελέσματα, εν τούτοις επέφερε μια επανάσταση στην επιστήμη, δηλαδή στην επιστημονική Γνώση. Γι’ αυτό, παρατηρεί στη συνέχεια ο Χάιντεγκερ, ήταν ο Σωκράτης που κατέστησε δυνατή την ύπαρξη του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Με τον Σωκράτη καταδείχτηκε μια για πάντα, μέσα στην ιστορία της Γνώσης και της έρευνας, η σημασία του μεθοδολογικού ορισμού, ήτοι προσδιορισμού (Bestimmung): η σωκρατική μέθοδος δεν συνδεόταν με κάποια τεχνική, αλλά με τη θεμελιακή θεώρηση των πραγμάτων και την εξ αυτής δυνατότητα σύλληψης και προσδι-ορισμού τους. Παρόμοια, η μαιευτική έδινε χώρο στη δυνατότητα της κατανόησης, που έφερνε ο καθένας μέσα του. Ήταν έτσι σε ευθεία αντίθεση με την κοινοποίηση γνώσεων (ό.π.)· επομένως και σε απόλυτη αντίθεση με τον σημερινό καταιγισμό της πληροφοριακής γνώσης, που περνάει στα μορφωτικά μας ιδρύματα για περισσή γνώση.

Πλάτων: από το φυσικό στο θετικό δίκαιο

Δικαιοσύνη και φυσικό δίκαιο

Ποια σχέση μπορεί να έχει η δικαιοσύνη με το φυσικό δίκαιο; Από μια γενική άποψη, ο Πλάτων επιχειρεί να συλλάβει την ουσία της δικαιοσύνης με βάση την οντολογική θεμελίωση του δικαίου εκείνου, που ανταποκρίνεται στη φύση των πραγμάτων και το οποίο θα μπορούσε να αποκληθεί φυσικό, καθώς αναδύεται από την ίδια τη φύση του ανθρώπου. Πριν απ’ όλα, η δικαιοσύνη ενδημεί στη σφαίρα της αλήθειας και όχι της απλής δόξας. Τούτο σημαίνει πως δεν τοποθετείται στη μια πλευρά της κοινωνίας ή της πολιτείας, για να βρεθεί έτσι σε αντιπαράθεση με την άλλη. Δεν εντάσσεται, ας πούμε, στην περιοχή της ουσίας ώστε να είναι σε αντιπαράθεση με το κατά συμβεβηκός ή με το επουσιώδες· ούτε επίσης μονοσήμαντα στην πλευρά του νόμου προς αντιπαράθεση με τη φύση. Απεναντίας στέκεται πάνω από έναν τέτοιο διχοτομικό λόγο. Βρίσκεται πέραν όλων τούτων: σε ένα είδος επέκεινα αυτών. Ανήκει στη σφαίρα του Αγαθού. Ακριβώς όπως ο Πλάτων το συλλαμβάνει να είναι, μέσα στον κόσμο των Ιδεών, η αρχή, η μέθοδος, το παράδειγμα και το μέτρο, έτσι συλλαμβάνει και τη δικαιοσύνη, μέσα στον εμπράγματο κόσμο των όντων: να είναι η λειτουργική παρουσία του Αγαθού.

Ο Πλάτων τοποθετεί πάντα τη δικαιοσύνη στην πρακτική σφαίρα, στο πεδίο της πράξης: τη συνάπτει με την προοπτική της ευδαίμονος πόλης και του ευδαίμονος βίου των πολιτών. Πώς όμως μπορεί τούτη η σφαίρα να υπερβαίνει τη συμβατική λειτουργία του νόμου, καταπώς την κατανοούσαν οι σοφιστές ως την ανύψωση του ανθρώπινου υποκειμένου σε μέτρο όλων των πραγμάτων; Με την αναγωγή της δικαιοσύνης στα οντολογικά της θεμέλια και ορισμένως με την αναγνώριση της φύσης ως οντολογικού τόπου του δικαίου. Αν και η φύση δεν χρησιμοποιείται συχνά από τον Πλάτωνα ούτε δείχνει να αποτελεί μια αυθύπαρκτη οντότητα, εν τούτοις συνιστά, κατά κάποιο τρόπο, ένα αρχέτυπο τάξης και αρμονίας. Μας διανοίγει σε μια έννομη τάξη, που προϋποθέτει ένα πράττειν «κατά τον νόμο της φύσεως» (Γοργίας, 483e), όχι όμως με το σοφιστικό νόημα του κατά φύση ισχυρότερου, αλλά με εκείνο, όπου ο άνθρωπος διέρχεται μέσα απ’ αυτόν τον νόμο της φύσης για να αναζητήσει τον ιστορικό νόμο του δικαίου. Σύμφωνα με την αναζήτηση αυτή, η δικαιοσύνη είναι σύμφυτη με το Είναι του κόσμου και διεκδικεί τη λειτουργική, αισθητή της παρουσία μέσα στον κόσμο της Πόλεως, έχοντας ως υποσήμανση ορθοπραγίας το φυσικό δίκαιο.

Η εν λόγω ορθοπραγία ή οικειοπραγία νοείται από τον Πλάτωνα ως μια φυσική αρμονία: συνυφαίνεται με τη φύση των πραγμάτων και ιδιαίτερα με την αναγκαιότητα εναρμόνισης της κοινωνικής και πολιτικής πράξης με τη φύση του ανθρώπου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο καθίσταται εφικτή η άρση των ανισοτήτων, που έρχονται από τη φύση. Μια τέτοια άρση επιτυγχάνεται μόνο από την πολιτική πράξη, που στηρίζεται στο θετικό δίκαιο· ένα θετικό δίκαιο όμως που ανάγει το οντολογικό του θεμέλιο στο φυσικό δίκαιο και το οποίο δεν μετατρέπει τη φυσική ανισότητα σε μια απόλυτη νομική ανισότητα, όπως συμβαίνει με τους σοφιστές, αλλά σε μια πολιτική ισότητα με βάση την αρχή: ίση μεταχείριση των ίσων και άνιση των άνισων· άνιση των άνισων με ένα πνεύμα ισότητας, που γεωμετρικά προσμετρά την κατάσταση ανισότητας, έτσι ώστε να την περιορίζει και να την αποδυναμώνει. Από εδώ προκύπτει πως μέσα στον αισθητό κόσμο δεν μπορεί να υπάρχει απόλυτη ισότητα παρά μόνο η δυνατότητα εφαρμογής του θετικού δικαίου. Τέτοια δυνατότητα γίνεται πραγματικότητα, καθώς ο Πλάτων εισάγει το φυσικό δίκαιο μέσα στην πολιτική κοινότητα των ανθρώπων ως το πρόπλασμα για τη συγκρότηση του θετικού δικαίου και την εφαρμογή του επί ίσοις όροις για όλους.

Hegel: κράτος και κοινωνία

Σχετική εικόναΤι είναι το κράτος;

§1

Είναι κοινός τόπος πως η πολιτική φιλοσοφία του Χέγκελ συνδέεται θεμελιακά με τη Γαλλική Επανάσταση και μεταστοχάζεται διαλεκτικά τις πολύτροπες σεισμικές δονήσεις, που η Επανάσταση προκάλεσε στο πολιτικό στερέωμα του νεωτερικού κόσμου. Απ’ αυτή την άποψη κατανοεί τον εαυτό της, διεκδικεί δηλαδή την ιστορική της αλήθεια, ως φιλοσοφία της επανάστασης και της ελεύθερης κοινωνίας μέσα στον ιστορικό ορίζοντα της νεωτερικής εποχής. Κύριος λοιπόν σκοπός της ιστορίας είναι να γνωρίσει το ανθρώπινο πνεύμα (der menschliche Geist) την ελευθερία του και συναφώς την ενεργό πραγματικότητα αυτής της ελευθερίας. Γράφει σχετικά ο Χέγκελ:

«η παγκόσμια ιστορία είναι η πρόοδος μέσα στη συνείδηση της ελευθερίας –μια πρόοδος που πρέπει να γνωρίσουμε [και να αναγνωρίσουμε] μέσα στην αναγκαιότητά της» (Werke 12, 32). 

Έτσι η ως άνω φιλοσοφία προορίζεται να μεθερμηνεύσει στην πράξη αυτή την αναγκαιότητα της προόδου στη συνείδηση της ελευθερίας. Γι’ αυτό συγκαταλέγεται στη λεγόμενη πρακτική φιλοσοφία, της οποίας οι καταβολές ανάγονται στον Αριστοτέλη. Με την εγελιανή ορολογία πρόκειται πιο ειδικά για τη φιλοσοφία του αντικειμενικού πνεύματος, που επιτυγχάνει την ολοκλήρωσή της στη φιλοσοφία του απόλυτου πνεύματος.

§2

Πώς δομείται το εν λόγω αντικειμενικό πνεύμα μέσα στον κόσμο των ανθρώπων; Από άποψη γενικής αρχής δομείται με τους θεσμούς της κοινωνίας και του κράτους. Αυτούς τους θεσμούς πραγματεύεται, μεταξύ των άλλων, ο Χέγκελ συστηματικά στο κατ’ εξοχήν πολιτικό του έργο: Βασικές γραμμές της φιλοσοφίας του Δικαίου ή φυσικό δίκαιο και πολιτική [ή πολιτειακή] επιστήμη σε επιτομή (1821). Ο γερμανός φιλόσοφος συλλαμβάνει το κράτος ως ένα ρητά προσδιορισμένο όλο ανθρώπινων ατόμων, ως μια ενεργώς πραγματική ύπαρξη (wirkliche Existenz), που είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα όλων των πολιτών. Πριν απ’ όλα αναδύεται μέσα από την ιστορία του: ιστορία σκέψης και άμεσης πρακτικής και ως ιστορικό προϊόν δεν μπορεί να ταυτίζεται με φαντασιακές απεικονίσεις κάποιου ιδανικού κράτους, που έχει την πραγματικότητά του πέρα από τις θεσμικές ανάγκες του νεωτερικού ανθρώπου. Ακολουθεί την κίνηση του Λόγου και συγκροτεί ένα αξιακό σύστημα Δικαίου, που φιλοδοξεί να υπερβαίνει τον εξοντωτικό ανταγωνισμό της αστικής κοινωνίας. Κατ’ αυτή την έννοια, το κράτος είναι το ηθικό σύμπαν, με καθορισμένο θεμέλιό του τον Λόγο. Αυτός ο Λόγος αποτρέπει το Δίκαιο εν γένει να σχετίζεται είτε με την εξωτερική αυθεντία του κράτους, δηλαδή με την κρατική βία, είτε με την αυθεντία του εσωτερικού συναισθήματος.

§3

Το κράτος δεν είναι έργο τέχνης:

«[1] Το κράτος καθεαυτό και διεαυτό είναι το κοινωνικά ηθικό όλο, η πραγμάτωση της ελευθερίας· και συνιστά απόλυτο σκοπό του Λόγο, το να είναι η ελευθερία πραγματική. Το κράτος είναι το πνεύμα, εγκατεστημένο μέσα στον κόσμο, όπου πραγματοποιεί τον εαυτό του συνειδητά, ενώ στη φύση πραγματώνει τον εαυτό του ως το άλλο του εαυτού του, ως κοιμώμενο πνεύμα. Το πνεύμα είναι το κράτος, μόνο όταν είναι παρόν μέσα στη συνείδηση και γνωρίζει τον εαυτό του ως υπάρχον αντι–κείμενο. Κάθε σκέψη περί ελευθερίας πρέπει να ξεκινά όχι από την ενικότητα, από την καθέκαστη αυτοσυνείδηση, αλλά μόνο από την ουσία της αυτοσυνείδησης, γιατί, είτε ο άνθρωπος το γνωρίζει είτε όχι, τούτη η ουσία πραγματώνει τον εαυτό της ως αυτόνομη δύναμη και τα καθέκαστα άτομα είναι απλώς στοιχεία της: το κράτος έγκειται στο να είναι η πορεία του θεού μέσα στον κόσμο, η βάση του είναι η δύναμη του Λόγου, που πραγματώνει τον εαυτό του ως βούληση.

[2] Υπό την Ιδέα του κράτους δεν πρέπει να έχουμε κατά νου επί μέρους κράτη ή επί μέρους θεσμούς, αλλά κάτι πολύ περισσότερο: να θεωρούμε την Ιδέα αυτή καθεαυτήν, αυτό τον πραγματικό θεό. Κάθε κράτος, ακόμη κι αν το κρίνουμε ως κακό με βάση τις δικές του αρχές, ακόμη κι αν αναγνωρίζουμε σ’ αυτό τούτη ή εκείνη την έλλειψη, έχει πάντοτε τα ουσιώδη στοιχεία της ύπαρξής του εντός εαυτού, αρκεί βέβαια να ανήκει στα προηγμένα κράτη της εποχής μας. Επειδή όμως είναι ευκολότερο να εντοπίζουμε ελλείψεις από το να συλλαμβάνουμε το θετικό, υποπίπτουμε εύκολα στο λάθος, να λησμονούμε τον ενδότερο οργανισμό του ίδιου του κράτους για χάρη επί μέρους πλευρών. Το κράτος δεν είναι ένα έργο τέχνης· υπάρχει μέσα στον κόσμο, ως εκ τούτου στη σφαίρα της αυθαιρεσίας, της συγκυρίας και του λάθους· κακή συμπεριφορά μπορεί να το παραμορφώσει από πολλές απόψεις. Αλλά ο πιο αποκρουστικός άνθρωπος, ο εγκληματίας, ένας άρρωστος ή ένας ανάπηρος εξακολουθεί να είναι ένας ζωντανός άνθρωπος· το καταφατικό [ή το θετικό], η ζωή, υφίσταται σε πείσμα τέτοιων ελλείψεων …» (W7, 403–404).

§4

Ένα σχόλιο

1. Το κράτος, όπως το συλλαμβάνει ο Χέγκελ, έχει την οντολογική του ρίζα στον ορίζοντα του πνεύματος. Τούτο υποδηλώνει πως οι πολίτες δεν αποτελούν απλούς υπηκόους, αλλά διεκδικούν αδιάπτωτα την πνευματική τους αυτονομία, τουτέστι την ανεξαρτησία τους από τον ωφελιμισμό του πολιτικού συστήματος, και τις περιστάσεις ισχυροποίησης αυτού του συστήματος. Μια τέτοια αυτονομία οδεύει ολοταχώς προς εφαρμογή του ορθολογικού Δικαίου. Εφαρμογή δηλαδή όχι με τη λογική του κοινού νου, αλλά με εκείνη που υπαγορεύει ο ηθικός βίος, η κοινωνική ηθική (Sittlichkeit) ως εσωτερική, συμπαντική ενότητα ατομικότητας και πολιτικής κοινότητας. Κατά τη Λογική ετούτης της κοινωνικής ηθικής, μια κοινωνική και πολιτική ολότητα, που θέλει να αυτοθεσμίζεται, συνδυάζει μέσα της ως ισοζυγία αντίρροπων τάσεων του Καλού όλους εκείνους τους προσδιορισμούς, που συγκροτούν τον χαρακτήρα ενός έθνους (ό.π., σ. 35).


2. Τα άτομα, μέσα στο κράτος, προορίζονται να διάγουν μια καθολική ζωή και να πραγματώνουν την πολιτική τους ουσία ως αληθινή ελευθερία. Αληθινή ελευθερία γι’ αυτά σημαίνει πως δεν είναι υποταγμένα σε μια σιδερένια και έξωθεν επιβαλλόμενη καθηκοντολογία παρά βρίσκονται σε εσωτερική ανταπόκριση με την Ιδέα του κράτους, δηλαδή με τη Λογική Ιδέα, που τους επιτρέπει να αντικρίζουν το συγκεκριμένο κράτος στη δεδομένη του ιστορικότητα: με λάθη, παραλείψεις, στρεβλώσεις και αυθαιρεσίες. Συνεπώς, μόνο ένα τέτοιο κράτος που δεν είναι έργο τέχνης, δηλαδή δεν είναι τέλειο και ιδεατό, μπορεί να πραγματώσει την ηθική Ιδέα ως διαλεκτική σύνθεσης και συνύπαρξης των αντιθέτων. Η ισχύς αυτής της διαλεκτικής διασφαλίζει την καθολική έκφραση της υποκειμενικότητας, αλλά συνάμα και την πλήρη ελευθερία της τελευταίας ως μερικότητας ή ατομικότητας. Τότε συμβαίνει η ευδαιμονία των ατόμων και η γενική ευημερία να αποτελούν το περιδινούμενο όλο, που καταφάσκει τη ζωή ως δημιουργία.

Κυριακή 11 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (62-69)

[62] Πολλῶν τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, γεγενημένων ἐχθρῶν ἀλλήλοις, οὐ μόνον ἐξ ἰδίων ἀλλὰ καὶ ἐκ κοινῶν πραγμάτων, οὐδεὶς πώποτ᾽ εἰς τοσοῦτ᾽ ἀναιδείας ἀφίκεθ᾽ ὥστε τοιοῦτόν τι τολμῆσαι ποιεῖν. καίτοι φασὶν Ἰφικράτην ποτ᾽ ἐκεῖνον Διοκλεῖ τῷ Πιθεῖ τὰ μάλιστ᾽ ἐλθεῖν εἰς ἔχθραν, καὶ ἔτι πρὸς τούτῳ συμβῆναι Τεισίαν τὸν Ἰφικράτους ἀδελφὸν ἀντιχορηγῆσαι τῷ Διοκλεῖ. ἀλλ᾽ ὅμως πολλοὺς μὲν ἔχων φίλους Ἰφικράτης, πολλὰ δὲ χρήματα κεκτημένος, φρονῶν δ᾽ ἐφ᾽ αὑτῷ τηλικοῦτον ἡλίκον εἰκὸς ἄνδρα καὶ δόξης καὶ τιμῶν τετυχηκόθ᾽ ὧν ἐκεῖνος ἠξίωτο παρ᾽ ὑμῶν,

[63] οὐκ ἐβάδιζ᾽ ἐπὶ τὰς τῶν χρυσοχόων οἰκίας νύκτωρ, οὐδὲ κατερρήγνυεν τὰ παρασκευαζόμεν᾽ ἱμάτι᾽ εἰς τὴν ἑορτήν, οὐδὲ διέφθειρε διδάσκαλον, οὐδὲ χορὸν μανθάνειν ἐκώλυεν, οὐδὲ τῶν ἄλλων οὐδὲν ὧν οὗτος διεπράττετ᾽ ἐποίει, ἀλλὰ τοῖς νόμοις καὶ τῇ τῶν ἄλλων βουλήσει συγχωρῶν ἠνείχετο καὶ νικῶντα καὶ στεφανούμενον τὸν ἐχθρὸν ὁρῶν, εἰκότως· ἐν ᾗ γὰρ αὐτὸς εὐδαίμων ᾔδει γεγονὼς πολιτείᾳ, ταύτῃ συγχωρεῖν τὰ τοιαῦτ᾽ ἠξίου.

[64] πάλιν Φιλόστρατον πάντες ἴσμεν τὸν Κολωνῆθεν Χαβρίου κατηγοροῦντα, ὅτ᾽ ἐκρίνετο τὴν περὶ Ὠρωποῦ κρίσιν θανάτου, καὶ πάντων τῶν κατηγόρων πικρότατον γενόμενον, καὶ μετὰ ταῦτα χορηγοῦντα παισὶν Διονύσια καὶ νικῶντα, καὶ Χαβρίαν οὔτε τύπτοντα οὔτ᾽ ἀφαρπάζοντα τὸν στέφανον οὔθ᾽ ὅλως προσιόνθ᾽ ὅποι μὴ προσῆκεν αὐτῷ.

[65] πολλοὺς δ᾽ ἂν ἔχων εἰπεῖν ἔτι καὶ διὰ πολλὰς προφάσεις ἐχθροὺς γεγενημένους ἀλλήλοις, οὐδένα πώποτ᾽ οὔτ᾽ ἀκήκοα οὔθ᾽ ἑόρακα ὅστις εἰς τοσοῦτον ἐλήλυθεν ὕβρεως ὥστε τοιοῦτόν τι ποιεῖν. οὐδέ γ᾽ ἐκεῖν᾽ οὐδεὶς ὑμῶν οἶδ᾽ ὅτι μνημονεύει πρότερον, τῶν ἐπὶ τοῖς ἰδίοις ἢ καὶ τοῖς κοινοῖς ἐχθρῶν ἀλλήλοις οὐδέν᾽ οὔτε καλουμένων τῶν κριτῶν παρεστηκότα, οὔθ᾽ ὅταν ὀμνύωσιν ἐξορκοῦντα, οὔθ᾽ ὅλως ἐπ᾽ οὐδενὶ τῶν τοιούτων ἐχθρὸν ἐξεταζόμενον.

[66] ταῦτα γὰρ πάντα καὶ τὰ τοιαῦτ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, φιλονικίᾳ μὲν ὑπαχθέντα χορηγὸν ὄντα ποιεῖν ἔχει τινὰ συγγνώμην· ἔχθρᾳ δ᾽ ἐλαύνοντά τινα, ἐκ προαιρέσεως, ἐφ᾽ ἅπασι, καὶ τὴν ἰδίαν δύναμιν κρείττω τῶν νόμων οὖσαν ἐνδεικνύμενον, Ἡράκλεις, βαρὺ κοὐχὶ δίκαιόν ἐστιν οὐδὲ συμφέρον ὑμῖν. εἰ γὰρ ἑκάστῳ τῶν χορηγούντων τοῦτο πρόδηλον γένοιτο, ὅτι ἂν ὁ δεῖν᾽ ἐχθρὸς ᾖ μοι, Μειδίας ἤ τις ἄλλος θρασὺς οὕτω καὶ πλούσιος, πρῶτον μὲν ἀφαιρεθήσομαι τὴν νίκην, κἂν ἄμεινον ἀγωνίσωμαί τινος, ἔπειτ᾽ ἐφ᾽ ἅπασιν ἐλαττωθήσομαι καὶ προπηλακιζόμενος διατελῶ, τίς οὕτως ἀλόγιστος ἢ τίς οὕτως ἄθλιός ἐστιν, ὅστις ἑκὼν ἂν μίαν δραχμὴν ἐθελήσειεν ἀναλῶσαι; οὐδεὶς δήπου.

[67] ἀλλ᾽, οἶμαι, τὸ πάντας ποιοῦν καὶ φιλοτιμεῖσθαι καὶ ἀναλίσκειν ἐθέλειν ἐκεῖν᾽ ἐστίν, ὅτι τῶν ἴσων καὶ τῶν δικαίων ἕκαστος ἡγεῖται ἑαυτῷ μετεῖναι ἐν δημοκρατίᾳ. ἐγὼ τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τούτων οὐκ ἔτυχον διὰ τοῦτον, ἀλλὰ χωρὶς ὧν ὑβρίσθην, καὶ τῆς νίκης προσαπεστερήθην. καίτοι πᾶσιν ὑμῖν ἐγὼ τοῦτο δείξω σαφῶς, ὅτι μηδὲν ἀσελγὲς ἐξῆν ποιοῦντι Μειδίᾳ μηδ᾽ ὑβρίζοντι μηδὲ τύπτοντι καὶ λυπεῖν ἐμὲ καὶ κατὰ τοὺς νόμους αὐτῷ φιλοτιμεῖσθαι πρὸς ὑμᾶς, καὶ μηδὲ διᾶραι περὶ αὐτοῦ τὸ στόμ᾽ ἔχειν ἐμέ.

[68] ἐχρῆν γὰρ αὐτόν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅτ᾽ ἐγὼ τῆς Πανδιονίδος χορηγὸς ὑπέστην ἐν τῷ δήμῳ, τότε τῆς Ἐρεχθῇδος ἀναστάντα, τῆς ἑαυτοῦ φυλῆς, ἀνθυποστῆναι, καὶ καταστήσανθ᾽ ἑαυτὸν ἐξ ἴσου καὶ τὰ ὄντ᾽ ἀναλίσκονθ᾽ ὥσπερ ἐγώ, οὕτω μ᾽ ἀφαιρεῖσθαι τὴν νίκην, ὑβρίζειν δὲ τοιαῦτα καὶ τύπτειν μηδὲ τότε.

[69] νῦν δὲ τοῦτο μὲν οὐκ ἐποίησεν, ἐν ᾧ τὸν δῆμον ἐτίμησεν ἄν, οὐδ᾽ ἐνεανιεύσατο τοιοῦτον οὐδέν· ἐμοὶ δ᾽, ὃς εἴτε τις, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, βούλεται νομίσαι μανίαν (μανία γὰρ ἴσως ἐστὶν ὑπὲρ δύναμίν τι ποιεῖν), εἴτε καὶ φιλοτιμίᾳ χορηγὸς ὑπέστην, οὕτω φανερῶς καὶ μιαρῶς ἐπηρεάζων παρηκολούθησεν ὥστε μηδὲ τῶν ἱερῶν ἱματίων μηδὲ τοῦ χοροῦ μηδὲ τοῦ σώματος τὼ χεῖρε τελευτῶν ἀποσχέσθαι μου.

***
[62] Αν και πολλοί, Αθηναίοι, έχουν γίνει εχθροί μεταξύ τους όχι μόνο για ιδιωτικές αλλά και για δημόσιες διαφορές, κανένας μέχρι σήμερα δεν έδειξε τόση αναίδεια ώστε να τολμήσει να κάμει κάτι τέτοιο. Λέγεται όμως ότι κάποτε ο περίφημος Ιφικράτης έγινε θανάσιμος εχθρός με τον Διοκλή από τον δήμο Πίθο· και επιπλέον συνέπεσε ο αδελφός του Ιφικράτη Τεισίας να είναι ο ανταγωνιστής του Διοκλή στη χορηγία. Μολονότι όμως ο Ιφικράτης είχε πολλούς φίλους, μεγάλη περιουσία και τόση αυτοπεποίθηση όση εύλογα θα είχε κάποιος που είχε αποκτήσει την υπόληψη και τις διακρίσεις τις οποίες σεις του παραχωρήσατε,

[63] δεν ορμούσε νύκτα στις κατοικίες των χρυσοχόων, δεν κατέσχιζε τα ρούχα που ετοιμάζονταν για την εορτή, δεν προσπαθούσε να εξαγοράσει τον δάσκαλο του χορού, δεν εμπόδιζε τον χορό στις ασκήσεις του ούτε εφάρμοζε κανένα από τα άλλα τεχνάσματα του Μειδία, αλλά υποχωρώντας μπροστά στους νόμους και στη θέληση των συμπολιτών του, ανεχόταν να βλέπει τον εχθρό του να νικάει και να παίρνει το στεφάνι της νίκης· αυτό ήταν φυσικό, γιατί έκρινε ότι μία τέτοια παραχώρηση ήταν αντάξια της πολιτείας μέσα στην οποία αυτός ο ίδιος ήξερε ότι είχε γίνει ευτυχισμένος.

[64] Άλλο γνωστό παράδειγμα είναι του Φιλοστράτου από τον Κολωνό, ο οποίος ήταν κατήγορος του Χαβρία —και μάλιστα ο σφοδρότερος από όλους— την εποχή που αυτός δικαζόταν και κινδύνευε να θανατωθεί για την υπόθεση του Ωρωπού· όταν μετά τα γεγονότα αυτά ο Φιλόστρατος ορίσθηκε χορηγός χορού αγοριών κατά τα Διονύσια και αναδείχθηκε νικητής, ο Χαβρίας ούτε τον κτύπησε ούτε του άρπαξε το στεφάνι ούτε πλησίασε όπου δεν έπρεπε.

[65] Μολονότι όμως θα μπορούσα να αναφέρω πολλά παραδείγματα ανθρώπων οι οποίοι για διαφόρους λόγους έγιναν εχθροί μεταξύ τους, δεν άκουσα ούτε είδα ποτέ μέχρι σήμερα κανέναν που να είναι τόσο αναιδής ώστε να κάμει κάτι τέτοιο. Γνωρίζω ότι κανένας σας δεν θυμάται αυτό, ότι δηλαδή από όσους γίνονταν εχθροί στο παρελθόν για ιδιωτικές ή δημόσιες διαφορές, κανείς δεν παρευρισκόταν την ώρα που καλούσαν τους κριτές του αγώνα ούτε υπαγόρευε τον όρκο κατά την ορκωμοσία, και κανείς γενικά σε τέτοιες περιστάσεις δεν έδειχνε εχθρότητα.

[66] Όλες αυτές και παρόμοιες πράξεις, Αθηναίοι, μπορούν κάπως να συγχωρηθούν σε ένα χορηγό ο οποίος παρασύρθηκε από την επιθυμία της νίκης· το να κυνηγά όμως κάποιος κάποιον από έχθρα, εσκεμμένα, σε κάθε ευκαιρία και να δείχνει ότι η προσωπική του δύναμη είναι ανώτερη από τους νόμους, αυτό είναι, μά τον Ηρακλή, σοβαρό, άδικο και ασύμφορο για σας παράπτωμα. Γιατί ποιός χορηγός θα ήταν τόσο ασυλλόγιστος ή τόσο εξαθλιωμένος, ώστε να ξοδεύει πρόθυμα και με τη θέλησή του ακόμα και μία δραχμή, αν φαινόταν από πριν ότι, αν κάποιος όπως ο Μειδίας ή άλλος τόσο αναιδής και πλούσιος είναι εχθρός του, πρώτα θα στερηθεί τη νίκη, ακόμη κι αν αγωνισθεί καλύτερα, και έπειτα θα μειονεκτεί σε όλα και θα εξευτελίζεται διαρκώς; Κανένας βέβαια.

[67] Αντίθετα, νομίζω ότι το κίνητρο που ωθεί όλους και να επιθυμούν τη νίκη και να ξοδεύουν με προθυμία είναι η πεποίθηση καθενός ότι έχει ίσα και νόμιμα δικαιώματα σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Τα δικαιώματα αυτά, Αθηναίοι, τα στερήθηκα εξαιτίας του Μειδία και, εκτός από τις προσβολές που δέχθηκα, έχασα επιπλέον και τη νίκη. Θα αποδείξω επίσης σε όλους σας πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο Μειδίας, χωρίς βιαιότητα, χωρίς να με προσβάλει και να με κτυπήσει, μπορούσε και να με ενοχλεί και να σας δείχνει τις φιλοδοξίες του νόμιμα, χωρίς να μπορώ να ανοίξω το στόμα μου εναντίον του.

[68] Έπρεπε δηλαδή, Αθηναίοι, όταν εγώ ανέλαβα στην εκκλησία του δήμου τις δαπάνες της χορηγίας για την Πανδιονίδα φυλή, να προσφερθεί και αυτός να ορισθεί αντίπαλός μου χορηγός για τη δίκη του, την Ερεχθηίδα φυλή· και αφού έρθει σε ίση μοίρα με μένα και ξοδέψει, όπως και εγώ, την περιουσία του, έτσι να προσπαθήσει να μου αφαιρέσει τη νίκη· ούτε τότε όμως έπρεπε να με προσβάλει με αυτόν τον τρόπο και να με κτυπά.

[69] Τώρα όμως δεν έκαμε αυτό, με το οποίο θα τιμούσε τον λαό, ούτε έδειξε καμιά τέτοια παλληκαριά. Και εμένα, ο οποίος ανέλαβα τη χορηγία —είτε κανείς, Αθηναίοι, θέλει να νομίσει από παραφροσύνη (γιατί είναι ίσως τρέλα να επιχειρεί κάποιος κάτι πέρα από τις δυνάμεις του) είτε από φιλοδοξία—, με ενοχλούσε συνεχώς τόσο φανερά και με τόση κτηνωδία, ώστε τα ιερά ενδύματα ούτε ο χορός ούτε τελικά και εγώ ο ίδιος δεν γλίτωσα από τα χέρια του.

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ

Φυσικά, ακόμα και η βασιλική ειρήνη δεν ήταν πραγματική ειρήνη, γιατί οι ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις συνεχίσθηκαν. Σ’ αυτό το κομφούζιο των εναλλασσόμενων συνασπισμών και συμφώνων, νικών και ηττών, η μάχη στα Λεύκτρα, που έγινε το 371, αποτελεί ένα ορόσημο, γιατί με τη νίκη τους οι Θηβαίοι κατέρριψαν τον μύθο του αήττητου των Σπαρτιατών. Η θηβαϊκή επιτυχία οφειλόταν στη μεγαλοφυΐα του Επαμεινώνδα, που επινόησε τη «λοξή φάλαγγα». Ως τότε, το δεξί κέρας της φάλαγγας των οπλιτών ήταν πάντα το επιθετικότερο και ισχυρότερο, γιατί τα δόρατα έκλιναν ακούσια προς τα δεξιά. Επομένως, η νίκη εξαρτιόταν πάντα από αυτό το κέρας: αν κατόρθωνε να τρέψει σε φυγή το αντικριστό αριστερό κέρας του εχθρικού στρατού, το μέτωπο του εχθρού πλευροκοπούνταν αυτόματα και τότε η μάχη είχε κριθεί. Ο Επαμεινώνδας είχε τη μεγαλειώδη όσο και απλή σκέψη να ενισχύσει το αριστερό κέρας, εμβαθύνοντάς το σαν μια σφήνα. Έτσι όμως αναγκάσθηκε να κοντύνει το δεξί κέρας και να το εκθέσει στον κίνδυνο της υπερφαλάγγισης. Γι’ αυτό κάλυψε τα πλευρά του δεξιού κέρατος με ιππικό: τώρα το αριστερό κέρας μπορούσε να προωθηθεί με ολόκληρη τη δύναμη κρούσης του, «σαν μια τριήρης που διεμβολίζει την αντίπαλή της» (σύμφωνα με μια πετυχημένη σύγκριση που έκανε ο Ξενοφών). Ο χαρακτηρισμός «λοξή φάλαγγα» είναι κάπως παραπλανητικός, γιατί και ο παραδοσιακός σχηματισμός ήταν λοξός, αφού πάντοτε προωθούνταν το δεξί κέρας· αλλά η φάλαγγα του Επαμεινώνδα, εξαιτίας του άνισου βάθους της διάταξής της, ήταν ακόμα λοξότερη. Το βασικό όμως ήταν ότι στη φάλαγγα του Επαμεινώνδα είχε γίνει αντιμετάθεση των κέντρων βάρους: γι’ αυτό πολλοί προτιμούν να τη λένε «αντεστραμμένη φάλαγγα». Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι η επιτυχία αυτής της έξυπνης ιδέας βασιζόταν στο στοιχείο του αιφνιδιασμού και γι’ αυτό μπορούσε να τελεσφορήσει μόνο μια φορά· αλλά έπειτα από εννιά χρόνια η επιτυχία επαναλήφθηκε στη Μαντίνεια. Μήπως αυτό οφειλόταν στον νωθρό συντηρητισμό των Σπαρτιατών; Ή στην ανικανότητά τους ν’ αναπτύξουν αξιόμαχο ιππικό, πράγμα που απαιτούσε αυτή η καινούρια τακτική, ενώ οι Βοιωτοί ήταν ανέκαθεν καβαλάρηδες; Ή μήπως (πράγμα που είναι πιθανότερο) ο Επαμεινώνδας δεν ήταν δούλος του συστήματος του, αλλά ήξερε να το τροποποιεί αποτελεσματικά, έτσι ώστε το στοιχείο του αιφνιδιασμού να είναι πάντα δικός του σύμμαχος; Γιατί το ουσιαστικό γνώρισμα της διάταξής του δεν ήταν βέβαια η «αντιστροφή», αλλά ακριβώς η «λοξότητα» με μια καινούρια και ανώτερη έννοια, δηλαδή η συγκέντρωση του εξοντωτικού πλήγματος σ’ ένα σημείο, ενώ ως τότε ήταν αυτονόητος κανόνας να γίνεται η επίθεση σ’ ολόκληρο το μέτωπο. Με μια λέξη, ήταν η κοσμοϊστορική στροφή από την παραλληλομαχία στην πλάγιομαχία: η επιθετική πτέρυγα προελαύνει με εξουθενωτική υπεροχή, η αμυντική πτέρυγα μένει στην αρχή σκόπιμα πίσω, για να προωθηθεί κι αυτή αργότερα και να ολοκληρώσει τη νίκη περικυκλώνοντας τον εχθρό. Είναι ολοφάνερο ότι ώς τότε ο τρόπος διεξαγωγής της μάχης δεν επέτρεπε ουσιαστικά την πλαγιομαχία: γιατί, παρόλο που το αριστερό κέρας έμενε κατά κανόνα στην άμυνα, δεν το έκανε αυτό προ- μελετημένα, αλλά αναγκαστικά και μηχανικά, υπακούοντας, θα έλεγε κανείς, σ’ ένα νόμο της βαρύτητας· και είναι εξίσου φανερό ότι στη «λοξή φάλαγγα» δεν είναι καθόλου αναγκαίο να είναι πάντα το αριστερό κέρας το επιθετικό, γιατί η επίθεση μπορεί να γίνει σ’ οποιοδήποτε σημείο: αρκεί να είναι αιφνιδιαστική και εξουθενωτική· ο εντοπισμός αυτού του «αρχιμήδειου σημείου» ήταν ζήτημα στρατηγικής ιδιοφυίας, που συνίσταται σ’ ένα μίγμα από τη γοργόστροφη και ξεκάθαρη σκέψη του ρεαλιστή και τη διαίσθηση του υπνοβάτη. Το «αδρανές» κέρας, αυτό που στην αρχή δεν έρχεται σ’ επαφή με τον εχθρό, παίζει τον ρόλο της εφεδρείας, που πραγματικά μπορούμε να πούμε ότι την επινόησε ο Επαμεινώνδας. Εφεδρεία, πλευροκόπηση, αντιστροφή, περικύκλωση: όλα αυτά είναι ιδέες, κι έτσι δεν απορούμε πια μαθαίνοντας ότι ο Επαμεινώνδας, αυτός ο σύγχρονος του Πλάτωνα, δεν ενδιαφερόταν αρχικά καθόλου για την πολιτική και τα στρατιωτικά, αλλά για την τέχνη και τη φιλοσοφία. Ακόμα και η στρατιωτική τέχνη είναι ένας κόσμος της σκέψης. Όλες οι πράξεις του πνεύματος είναι φιλοσοφία.
 
Μετά την καταστροφή των Σπαρτιατών στα Λεύκτρα ο Επαμεινώνδας εισέβαλε στη Λακωνία, που, όπως η Αγγλία, δεν είχε δει εχθρό στα εδάφη της από αμνημονεύτων χρόνων. Αλλά, ως υπερασπιστές της πατρώας γης, οι Σπαρτιάτες εξακολούθησαν να είναι αήττητοι, και παρόλο που η πόλη τους δεν ήταν περιτειχισμένη ο Επαμεινώνδας δεν κατόρθωσε να την κυριεύσει. Κινήθηκε τότε προς τη Μεσσηνία και απελευθέρωσε τους είλωτες, που από εκείνη τη στιγμή αποτελούσαν αυτόνομο κράτος, με μια οχυρή πρωτεύουσα στους πρόποδες του βουνού Ιθώμη. Αυτό ήταν το φοβερότερο χτύπημα που μπορούσε να δοθεί στη Σπάρτη: η ηγεμονία της κατέρρευσε ολοκληρωτικά. Τότε ο Επαμεινώνδας άρχισε να κάνει μακρόπνοα σχέδια, για να εγκαθιδρύσει τη θηβαϊκή κυριαρχία σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Η μοναδική αξιόλογη αντίπαλος ήταν η Αθήνα, που στο μεταξύ είχε συνέλθει και μάλιστα είχε ιδρύσει μια καινούρια ναυτική συμμαχία. Καθώς οι Βοιωτοί δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα σ’ ένα κατά θάλασσα πόλεμο, ο Επαμεινώνδας ήρθε σε συνεννόηση με την Περσία. Αλλά το 362 σκοτώθηκε στη μάχη της Μαντίνειας και η Θήβα ξανάπεσε στον προηγούμενο υποδεέστερο ρόλο της. Η άνθησή της ήταν ένα επεισόδιο που κράτησε-δεν κράτησε δέκα χρόνια και βασιζόταν εξ ολοκλήρου σ’ ένα μεγαλοφυή πρωταγωνιστή. Ως πολιτικός, ο Επαμεινώνδας δεν ήταν ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος από τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες προδρόμους του: τα αισθήματά του δεν ήταν περισσότερο πανελλήνια από τα δικά τους, αν και αργότερα ο ρομαντισμός τον εξιδανίκευσε και τον παρουσίασε ως «ελευθερωτή». Ο Επαμεινώνδας δε γνώριζε τίποτα ανώτερο από τη δικτατορία  της πόλης του. Ο τρόπος σκέψης και ζωής των Ελλήνων ήταν ο ἀγών, ο θρίαμβος και η δόξα του παλαιστή· η ισότητα και η ενότητα είναι έννοιες ξένες προς το ελληνικό πνεύμα: η στιγμή που απόκτησαν παγκόσμια ισχύ σημαδεύει το τέλος της ελληνικής ιστορίας.

Πόσο κατανοητή θα ήταν η μυκηναϊκή διάλεκτος σ’ έναν Αθηναίο της κλασικής εποχής;

Η σύντομη απάντηση:
κατανοητή μόνο μέσω ενδεχόμενης εξάσκησης στο σχολείο


Η αναλυτικότερη απάντηση:
Ένας Αθηναίος της κλασικής εποχής θα έβρισκε πολύ μεγάλες έως ανυπέρβλητες δυσκολίες στην κατανόηση της μυκηναϊκής διαλέκτου δίχως τη βοήθεια ενός δασκάλου, με τον ίδιο τρόπο που κανένας φυσικός ομιλητής της Νεοελληνικής δεν θα μπορούσε να κατανοήσει τα αρχαιοελληνικά κείμενα χωρίς τη μεσολάβηση της σχετικής εκπαίδευσης. Οι συλλογισμοί μου για τη δυσκολία του Αθηναίου είναι σε γενικές γραμμές οι εξής:

Τα μυκηναϊκά κείμενα χρονολογούνται από το 1400 ως το 1200 π.Χ. περίπου, συνεπώς είναι 8 έως 10 αιώνες αρχαιότερα από την εποχή του Περικλή, του Θουκυδίδη και του Δημοσθένη. Έχουν δηλαδή την ίδια χρονολογική σχέση που έχει η σημερινή Νεοελληνική με τα δημώδη κείμενα του 10ου-12ου αιώνα μ.Χ.

Όποιος ομιλητής της σημερινής Κοινής Νεοελληνικής προσπαθήσει να διαβάσει αυτά τα κείμενα (λ.χ. τα Πτωχοπροδρομικά ποιήματα) δίχως τη βοήθεια λεξιλογίου ή υπομνήματος θα έχει δυσκολίες στην κατανόησή τους. Κι αυτό, ενώ πρέπει να ληφθεί υπόψη το εξής: η ύπαρξη μακραίωνης ταυτόχρονης γραπτής λόγιας παράδοσης έχει επιβραδύνει την εξέλιξη και της ομιλούμενης νεοελληνικής γλώσσας. Με λίγα λόγια η σημερινή Νεοελληνική είναι πολύ πιο κοντά γλωσσικά στα δημώδη κείμενα του 10ου αιώνα μ.Χ. από ό,τι ήταν η κλασική Ελληνική στη μυκηναϊκή διάλεκτο.

Για παράδειγμα από φωνητική άποψη κανένας φθόγγος δεν έχει αλλάξει προφορά στην Ελληνική από τον 10ο αιώνα μ.Χ. μέχρι σήμερα. Αντίθετα, σχεδόν όλες οι μεγάλες φωνητικές και μορφολογικές εξελίξεις που αποτελούν σήμα κατατεθέν την κλασικής Ελληνικής συνέβησαν ραγδαία μετά την Εποχή του Χαλκού, πιθανόν λόγω της πολυδιάσπασης του ελληνικού κόσμου μετά την πτώση της ενοποιητικής πολιτιστικής δύναμης του μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος: αναφέρω ενδεικτικά την σταθεροποίηση της χρονικής αύξησης στα ρήματα, την εξαφάνιση ολόκληρων κατηγοριών φθόγγων (π.χ. χειλοϋπερωικοί όπως οι qw, gw), την μείωση του αριθμού των πτώσεων (από 8 έγιναν 5), την εμφάνιση του οριστικού άρθρου, τους παρακειμένους σε -κα (λέλυκα), την ανάπτυξη της παθητικής φωνής, τις αναπληρωματικές εκτάσεις που αλλοίωσαν τη μορφή των λέξεων και πολλά άλλα ακόμη.

Ο αρχαίος Αθηναίος θα έπρεπε να τα διδαχτεί όλα αυτά σε κάποιο σχολείο, για να καταλάβει την μυκηναϊκή Ελληνική. Ήδη στην κλασική εποχή είχαν αρχίσει να έχουν δυσκολίες στην κατανόηση της Ομηρικής Ελληνικής που ήταν μόλις 300 χρόνια αρχαιότερη.[i] Γι’ αυτό είχαν την ανάγκη καταλόγων με ερμηνεύματα λέξεων (γλῶσσαι), οι φιλόλογοι διαφωνούσαν μεταξύ τους για τη σημασία πολυάριθμων ομηρικών φράσεων, ενώ σύντομα παρουσιάστηκε η ανάγκη για εξηγητικά υπομνήματα. Πρέπει να τονιστεί ότι η εξοικείωση των μικρών μαθητών με την ομηρική γλώσσα διαπερνούσε τα σχολικά τους χρόνια, όπως η εκμάθηση της Αρχαίας Ελληνικής από τους σημερινούς μαθητές. Σίγουρα ήταν σε θέση να κατανοήσουν την Ομηρική πολύ πιο εύκολα από εμάς, αλλά η τριβή στο σχολείο βοηθούσε σημαντικά.[ii] Επιπλέον δεν πρέπει να μας διαφεύγει το εξής: η μυκηναϊκή ποτέ δεν ήταν τίποτε άλλο από μια διάλεκτος της Ελληνικής (ανήκε στον κλάδο που αργότερα εξελίχθηκε στην Αρκαδοκυπριακή).[iii] Ακόμη και σε συγχρονικό επίπεδο, πόσο μάλλον σε διαχρονικό, οι Έλληνες ενίοτε είχαν δυσκολίες να καταλάβουν μερικές τουλάχιστον διαλέκτους: ο Θουκυδίδης παραδέχεται ότι η διάλεκτος των Αιτωλών ήταν αγνωστότατη (ακατανόητη), ενώ το ίδιο ίσχυε προφανώς για τη μακεδονική διάλεκτο.

Οι νόμοι της Γόρτυνας θα δυσκόλευαν πολύ έναν Αθηναίο στην κατανόηση με τα αρχαϊκά τους στοιχεία. Οι ποιητές, όταν έγραφαν διαλεκτικά για ένα πανελλήνιο ακροατήριο, φρόντιζαν να δίνουν μόνο ένα επιφανειακό διαλεκτικό επίχρισμα στα έργα τους, ώστε να μην είναι δυσνόητα στους ομιλητές άλλων διαλέκτων. Για παράδειγμα η δωρική των χορικών της αττικής τραγωδίας πρακτικά περιορίζεται μόνο στη χρήση του δωρικού α αντί του αττικοϊωνικού η, δηλαδή στο σήμα κατατεθέν των δωρικών διαλέκτων. Προφανώς η εξοικείωση έπαιζε ρόλο στην αλληλοκατανόηση και όταν οι Έλληνες ομιλητές διαφορετικών διαλέκτων συναθροίζονταν σε συνέδρια και αγώνες θα κατανοούσαν με μια μικρότερη ή μεγαλύτερη προσπάθεια ο ένας τον άλλο. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι ομιλητές περιόριζαν ασυνείδητα τα πολύ ιδιόμορφα διαλεκτικά στοιχεία για να βρουν ένα κοινό έδαφος, με τον ίδιο τρόπο που ενεργεί λ.χ. ένας σύγχρονος Κύπριος, όταν ομιλεί σε ελλαδίτικο ακροατήριο (χωρίς πάντως να χάνει κάποια χαρακτηριστικά της ομιλίας του).

Στην περίπτωση της μυκηναϊκής οι δυσκολίες από διαλεκτικής άποψης θα ήταν ακόμη μεγαλύτερες, αφού και χρονικά η διάλεκτος είναι απόμακρη και ανήκει σε μια ομάδα περιθωριακών διαλέκτων με λίγους ομιλητές κατά την κλασική εποχή (Αρκάδες, Κύπριοι), ενώ τα μυκηναϊκά αρχεία περιλαμβάνουν ένα μεγάλο πλήθος λέξεων που αργότερα εξαφανίστηκαν σε όλες τις διαλέκτους (προπάντων ειδικοί τεχνικοί όροι σχετικοί με την ανακτορική γραφειοκρατία, τη διοίκηση ή την οικονομία της γης, την κτηνοτροφία, τα είδη των τεχνιτών κ.τ.λ.). Παρατηρούμε στις πινακίδες πολλές σύνθετες λέξεις, στις οποίες κατανοούμε ίσως το ένα συνθετικό, αλλά το άλλο μας είναι αδύνατο να το αποκαταστήσουμε, όχι μόνο λόγω της ατελούς γραφής, αλλά επειδή η λεξική ρίζα χάθηκε στους επόμενους αιώνες. Τέλος, πολλές λέξεις παρουσιάζουν διαφορετική μορφή και νόημα σε σχέση με τα κλασικά αντίστοιχά τους (π.χ. gwasileus = ο τοπικός διοικητής ή αρχηγός επαγγελματικής συντεχνίας # βασιλεύς = βασιλιάς).
--------------------
[i] Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αφού οι μαθητές σήμερα δυσκολεύονται πάρα πολύ στην κατανόηση της κρητικής διαλέκτου του Ερωτόκριτου (17ος αιώνας) ή να καταλάβουν ακόμη και την ρουμελιώτικη Ελληνική του Μακρυγιάννη (19ος αιώνας).
[ii] Όπως και η απομνημόνευση στίχων. Πβ. (σε ένα βαθμό) την εκμάθηση από τους μαθητές του Πάτερ ημών σήμερα.
[iii] Η ομοιομορφία της μυκηναϊκής σε όλο τον ελληνικό κόσμο της Εποχής του Χαλκού οφείλεται στο ανακτορικό σύστημα. Οι άλλες διάλεκτοι της 2ης χιλιετίας π.Χ. δεν καταγράφηκαν ποτέ. Η μυκηναϊκή παρουσιάζει την πιο χαρακτηριστική ίσως φωνητική εξέλιξη από όλες όσες χρησιμοποιούνται για την διάκριση των ελληνικών διαλέκτων: την τροπή του κληρονομημένου -τι- σε -σι- που χωρίζει τις ελληνικές διαλέκτους σε ανατολικές (Αττικοϊωνική, Αρκαδοκυπριακή, Αιολική) και δυτικές (Δωρική, βορειοδυτικές διάλεκτοι). Βλ. λ.χ. αττικό λέγουσι αντί δωρικού (και κληρονομημένου) λέγοντι.

Δενόμαστε με ανθρώπους και μετά γινόμαστε για δέσιμο

Η αλήθεια είναι ότι η δίνη του έρωτα μπορεί να σε παρασύρει ασυναίσθητα σε μονοπάτια αχαρτογράφητα, κυρίως όμως, να πάρει διαστάσεις ακραίες, απ’ τις πλέον μαγικές έως κι άλλες, απόλυτα καταστροφικές. Άντε τώρα να το προβλέψεις εκ των προτέρων αυτό. Εκεί δεν την πατάμε πάντα, άλλωστε;

Ξεκινάς με έναν καινούριο άνθρωπο στη ζωή σου παρέα με τους καλύτερους οιωνούς. Βλέπεις στα μάτια του ένα νέο κόσμο να ανοίγεται διάπλατα μπροστά σου. Έναν κόσμο που θες να εξερευνήσεις μόνο μαζί του. Απ’ τον ενθουσιασμό στον έρωτα ένα τσιγάρο δρόμος. Λίγο να αφεθείς, πάει το μυαλό, το ‘χασες, η καρδιά παίρνει τα ηνία και κάνει κουμάντο. Για τόλμα να της φέρεις αντίρρηση!

Τότε είναι που η λογική πάει περίπατο. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να τον χαζεύεις, να τον αγγίζεις, να τον φιλάς, να του μιλάς, ν’ ακούς τη φωνή του, να χάνεσαι στο βλέμμα του, να ονειρεύεσαι μαζί του, να μοιράζεσαι τα εσώψυχα, τα όνειρα, τα σχέδια, τις προσδοκίες σου. Και ξέρεις, είναι απερίγραπτα υπέροχο όλο αυτό.

Υπάρχει όμως μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ του «δένομαι» και του «δίνομαι». Εκεί κάπου μπερδευόμαστε. Βλέπεις, ένα φωνήεν μπορεί πραγματικά να αλλάζει το νόημα, τη ροή των πραγμάτων στα συναισθήματα και την εξέλιξή τους. Γιατί δενόμαστε με ανθρώπους τόσο, που έπειτα αδυνατούμε να λυθούμε. Δίνουμε όλο μας τον εαυτό, όλο μας το είναι, αφηνόμαστε σχεδόν έρμαια σαν να μην υπάρχει αύριο. Κι όμως υπάρχει. Όπως υπάρχει πάντα και η πιθανότητα το αύριό μας με του άλλου ατόμου να μην είναι κοινό. Τα δίνουμε όλα και στο τέλος μας γυρνάνε μπούμερανγκ. Όχι πάντοτε, αλλά είπαμε. Οι πιθανότητες παραμονεύουν να ισχύει.

Κι αν όντως συμβεί αυτό, τότε τι κάνουμε; Υπάρχει μήπως κανένας διακόπτης on/off για τα συναισθήματα; Kι όταν αυτά τα τελευταία τρέχουν με φρενήρεις ρυθμούς, τι να προλάβεις να περιμαζέψεις; Ανεξέλεγκτα, αμέτρητα, διάσπαρτα, ισοπεδωτικά, που μας οδηγούν σχεδόν στην τρέλα.  Άλλωστε τα όρια μεταξύ έρωτα και παράνοιας είναι πολύ ρευστά, θα ‘πρεπε να το ξέρεις πια αυτό.

Στην πορεία, λοιπόν, κάπου, κάπως, αλλάζουν τα πράγματα. Ο άνθρωπος που επένδυσες χρόνο, χώρο στη ζωή σου κι αισθήματα δεν είναι αυτός που νόμισες στην αρχή. Είτε δεν ήταν ποτέ είτε απεδείχθη στη διαδρομή είτε άλλαξες γνώμη, μπορεί ν’ άλλαξε κι αυτός μεταξύ μας, η ουσία είναι ότι ανάμεσά σας το πράγμα δεν προχωράει, το θέμα δεν τσουλάει παραπέρα, η φλόγα έσβησε, το πάθος μας τελείωσε. Δεν ταιριάζετε, σου λέω και τέτοια γίνεται η φάση και μόνο να το διακωμωδήσω μπορώ για να ελαφρύνω κάπως το κλίμα, γιατί αν σου έχει συμβεί, στην πραγματικότητα ξέρεις πως δεν έχεις ζωή, ψυχραιμία, διαυγή σκέψη κι υγιή ψυχισμό για πολύ καιρό μετά από αυτή τη διαπίστωση.

Και να τα νεύρα, τα αναπάντητα ερωτήματα, τα κλάματα, οι οδυρμοί, τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια να διαδέχονται το ένα το άλλο σαν μια μορφή απόλυτα φυσιολογικής ιεροτελεστίας. Δε διανοείσαι να αποδεχτείς πώς είναι δυνατόν να έπεσες τόσο έξω μ’ έναν άνθρωπο, πώς γίνεται να υπάρξεις στο εξής χωρίς εκείνον, πώς μπορεί να ζήσει και να τα καταφέρει αυτός που πέθαινε για χάρη σου χωρίς τη παρουσία σου στη ζωή του.

Οι αναμνήσεις σε κυριεύουν ανελέητα, οι φωτογραφίες, τα τραγούδια, τα ραντεβού, τα τηλεφωνήματα, οι εξομολογήσεις, οι κουβέντες, τα μηνύματα, όλες εκείνες οι μικρές στιγμές ευτυχίας που συνέθεταν την αρμονία του εσωτερικού σου κόσμου και της καθημερινότητάς σου, εν γένει, σου χτυπάνε με σφυρί τον εγκέφαλο. Τη δε καρδιά, ακόμη χειρότερα, με τρυπάνι, αργά και βασανιστικά, επώδυνα, βαθιά για να μην μπορεί να ξεχάσει λεπτό.

Παγώνει ο χρόνος. Νιώθουμε ανήμποροι να κάνουμε το παραμικρό. Σαν να σταμάτησε η ζωή, μια ζωή σε παύση από τη μέρα που τέλειωσαν όλα. Δε σε απασχολεί τίποτα και κανένας, αρνείσαι πεισματικά να προχωρήσεις, δε βρίσκεις κανένα λόγο και καμία διάθεση πια, ακόμη και για τα αυτονόητα, τα απλά ή τα τετριμμένα, κολλάς στο παρελθόν, περιμένοντας στωικά είτε να επιστρέψει είτε να πατηθεί κάποιο θαυματουργό κουμπί και να σταματήσεις να πονάς.

Σ’ αυτό το σημείο είναι που μας χτυπά κι επίσημα η τρέλα την πόρτα. Στην αρχή διακριτικά, ύπουλα θα έλεγα, μήπως και δεν την καταλάβεις με τη μία, στη συνέχεια πιο δυνατά, πιο βίαια, πιο επίμονα, λες και ξέρει ότι θ’ ανοίξεις, ότι την περίμενες, ας πούμε. Έχεις δύο επιλογές: ή που την καλωσορίζεις με άνεση ή που της κλείνεις την πόρτα στα μούτρα.

Διαλέγεις και παίρνεις. Να σου θυμίσω όμως προτού αποφασίσεις τελεσίδικα ότι η ζωή δε σταματά σ’ έναν έρωτα που τελικά δεν ευδοκίμησε. Όπως επίσης ότι επιτρέπεται να πέσεις, άλλο τόσο όμως επιβάλλεται να σηκωθείς. Όχι για κανέναν άλλον, παρά μόνο για τον ίδιο τον εαυτό σου.

Πώς να αποφασίζουμε όταν έχουμε αμφιβολίες για τις επιλογές μας

Αποτέλεσμα εικόνας για vladimir fedotkoΚάθε φορά που καλούμαστε να πάρουμε μία απόφαση σχεδόν αυτόματα γεννάται μέσα μας το ερώτημα ποια από τις δύο επιλογές μας είναι η καταλληλότερη για εμάς. Ακολούθως ο καθένας βάσει του χαρακτήρα του εξετάζει, διερευνά και καταλήγει στη μία ή την άλλη επιλογή. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιες παράμετροι που μπορούν να μας καθοδηγήσουν στην καλύτερη για εμάς επιλογή. Μερικές από αυτές είναι οι παρακάτω.
 
1. Το πώς μας κάνει να νιώθουμε η κάθε μία από τις επιλογές μας. Αν μας προκαλεί κάποια από τις δύο δυσφορία ή οποιασδήποτε μορφής αρνητικό συναίσθημα, τότε μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι αυτή είναι η λάθος επιλογή για εμάς. Τη δεδομένη χρονική στιγμή τουλάχιστον. Μία σωστή επιλογή θα πρέπει να μας κάνει να νιώθουμε καλά, να μας προκαλεί θετικά συναισθήματα. Αν όλα αυτά δεν ισχύουν για καμία από τις δύο, τότε καμία δεν θα πρέπει να αποτελεί λύση για εμάς.
 
2. Η ποιότητα των σκέψεων που αναπτύσσουμε κατά τη διάρκεια διερεύνησης κάθε μίας επιλογής. Αν οι σκέψεις ή ακόμα και οι συνειρμοί μας έχουν θετική και αισιόδοξη χροιά τότε πολύ πιθανόν να πρέπει να επιλέξουμε τη συγκεκριμένη.
 
3. Δοκιμάζουμε και στη συνέχεια παρατηρούμε τι αντίκτυπο έχει στη ζωή μας η εκάστοτε επιλογή. Εάν από τη στιγμή που θα επιλέξουμε κάτι, όλα μας πάνε από το καλό στο καλύτερο, τότε ίσως πράξαμε ορθώς. Αν αντιθέτως η φυσική ροή της καθημερινότητάς μας διακόπτεται και αρνητικά γεγονότα αρχίζουν να συμβαίνουν, ίσως να πρέπει να επανεξετάσουμε την επιλογή που κάναμε το συντομότερο δυνατόν.
 
4. Δεν επιλέγουμε ποτέ εν βρασμώ και συναισθηματικά φορτισμένοι. Είναι πολύ πιθανό να πράξουμε λανθασμένα και να το μετανιώσουμε αργότερα, συχνά πληρώνοντας το τίμημα της επιλογής μας. Οι έντονες εξάρσεις στην πλειοψηφία τους δεν μας βοηθούν να κάνουμε μία πραγματικά συμφέρουσα για εμάς επιλογή και καλό είναι να τις αποφεύγουμε.
 
5. Δεν επιτρέπουμε την επιρροή εξωγενών παραγόντων και τρίτα πρόσωπα, όσο δύσκολο και αν φαίνεται. Θεωρώντας ότι οι άλλοι θέλουν το καλό μας, παρεισφρέουν στη ζωή μας κατά τέτοιο τρόπο που μας προκαλούν προβληματικές συνθήκες ζωής. Άρα, λοιπόν, θέτουμε ξεκάθαρα όρια ακόμα και αν έχουν τις καλύτερες των προθέσεων.
 
Αυτές είναι μόνο κάποιες από τις προϋποθέσεις οι οποίες μπορούν να μας στρέψουν προς μία ορθότερη για εμάς κατάσταση, αν και το απόλυτο στο θέμα των προσωπικών επιλογών δεν χωράει. Ο καθένας θα πρέπει να επιλέγει ελεύθερα και ανεπηρέαστα αυτό που κρίνει ότι είναι το καταλληλότερο για αυτόν αναλαμβάνοντας φυσικά και τις ευθύνες που του αναλογούν.

Η ηθική διδασκαλία του Κομφούκιου

Ο Κομφούκιος (551-479 π.X.) ήταν Κινέζος σοφός και εισηγήθηκε δικό του φιλοσοφικο-ηθικο-κοινωνικό σύοτημα, τον κομφουκιανιομό. Το όνομα του αποτελεί εκλατινισμένη εκδοχή του Κουνγκ φου τζου, που σημαίνει ο δάσκαλος Κουνγκ. Καταγόταν από ευγενή οικογένεια και έμεινε ορφανός σε μικρή ηλικία και μεγάλωσε μέσα σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες.
 
Αν και αυτοδίδακτος, κατόρθωσε να γίνει ο πιο μορφωμένος άνθρωπος του τόπου του. Στη νεότητα του ακολούθησε διάφορα επαγγέλματα, όπως φύλακας σε σιταποθήκη και επόπτης σε ποίμνιο, τα οποία, λόγω των συγκρούσεων του με τους προϊσταμένους του, δεν άσκησε επί μεγάλο χρονικό διάστημα. Από νωρίς, επίσης, άρχισε να διδάσκει και έδειξε ενδιαφέρον για την πολιτική. O τρόπος της διδασκαλίας του βασιζόταν στην ενεργό συμμετοχή του μαθητή· «αν», έλεγε χαρακτηριστικά, «όταν δείχνω μία πλευρά του θέματος, ο μαθητής δεν μπορεί να υπολογίσει τις άλλες τρεις μόνος του, δεν συνεχίζω».
 
Σε ηλικία πενήντα ενός ετών ο Κομφούκιος έγινε υπουργός δικαιοσύνης, στην ιδιαίτερη πατρίδα του – θέση την οποία εγκατέλειψε ύστερα από πέντε περίπου χρόνια, όταν δεν του προκαλούσε πλέον ενδιαφέρον. Αποφάσισε, τότε, με ορισμένους μαθητές του να ταξιδέψει σε εννέα επαρχίες της Κίνας. Ύστερα από δέκα τρία χρόνια, όμως, εγκατέλειψε το βίο του πλάνητος, όταν διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να επηρεάσει με τις απόψεις του τους κυβερνήτες και, σε ηλικία εξήντα οκτώ ετών, επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, για να συνεχίσει εκεί πια το διδακτικό έργο του.
 
H διδασκαλία του αποτελεί συλλογή αφενός μεν αποφθεγμάτων του ίδιου και των μαθητών του, αφετέρου δε συζητήσεων μεταξύ αυτού και μαθητών του. H ύψιστη ηθική αρχή, κατά αυτόν, είναι το γιεν, που σημαίνει την αγάπη, τη φιλανθρωπία, τη μεγαλοθυμία, την καλοσύνη «γιεν είναι να αγαπάει κανείς τους ανθρώπους με χαρά από τα μύχια της ψυχής του».
 
To γιεν είναι μία αρχή, την οποία θα πρέπει να καλλιεργήσουν οι άνθρωποι μέσα τους, ώστε να μπορέσει αυτή να επηρεάσει τις σχέσεις των με τους άλλους. O καλύτερος τρόπος, για να προσεγγίσει και να κατανοήσει κανείς τη σημασία του γιεν, είναι να βάζει τον εαυτό του στη θέση των άλλων και, έτσι, να συμπεριφέρεται ανάλογα.
 
Τα δύο βασικά αξιώματα του Κομφούκιου, εν προκειμένω, είναι: «Να μην κάνεις στους άλλους ό,τι δεν θα σου άρεσε για τον εαυτό σου» και «Να κάνεις στους άλλους εκείνο που θα ήθελες να κάνεις για τον εαυτό σου».
 
Δίδαξε περισσότερο για τη ζωή και τον άνθρωπο παρά για το θάνατο και τα πνεύματα. «Ο άνθρωπος είναι που κάνει τον δρόμο μεγάλο και όχι ο δρόμος που κάνει τον άνθρωπο μεγάλο», υποστήριξε.
 
Αντιδιέστειλε, επίσης, τον τσουντζου, τον ανώτερο άνθρωπο, ο οποίος διέπεται από το γιεν και χαρακτηρίζεται από τη γαλήνη και την ηρεμία, προς τον κατώτερο άνθρωπο, που έχει ως στόχο του το κέρδος και διακατέχεται από την ανησυχία και την αγωνία, και διακήρυξε ότι το ιδεώδες είναι η εναρμόνιση του ανώτερου ανθρώπου με το ορθά ταξινομημένο κοινωνικό περιβάλλον, η οποία προσδιορίζεται από τις αμοιβαίες ηθικές υποχρεώσεις, που περιλαμβάνονται στις πέντε βασικές ανθρώπινες σχέσεις – μεταξύ κυβερνήτη και υπουργού, μεταξύ πατέρα και γιου, μεταξύ μεγαλύτερου και μικρότερου αδελφού, μεταξύ συζύγων και μεταξύ φίλων.
 
Αποφθέγματα
* Η σιωπή είναι ένας πιστός φίλος που ποτέ δε θα σε προδώσει.
* Διάλεξε μια δουλειά που σ’ αρέσει και δε θα χρειαστεί να δουλέψεις ούτε μια μέρα στη ζωή σου.
* Κάποτε οι άνθρωποι σπούδαζαν για να τελειοποιούν τον εαυτό τους. Τώρα σπουδάζουν για να προξενούν τον θαυμασμό των άλλων.
*  Η γνώση χωρίς την εμπειρία δεν είναι παρά ένα άχρηστο στολίδι.
*  Τρεις είναι οι δρόμοι προς τη σύνεση: ο δρόμος σκέψης ο πιο ευγενικός, ο δρόμος
*  Ακόμη και η μικρή ανυπομονησία μπορεί να εμποδίζει στην πραγματοποίηση των μεγάλων στόχων.
* Μια έννοια που έχει τη δύναμη να ρυθμίζει όλη τη ζωή μας: Επιείκεια.
*  Όσο πιο αυστηρά και άσπλαχνα κρίνεις τον εαυτό σου, τόσο πιο δίκαια και με επιείκεια θα κρίνεις τους άλλους.
*  Ο άνδρας με αρετή είναι απαιτητικός με τον εαυτό του, ενώ ο μικρός άνθρωπος είναι απαιτητικός με τους άλλους.
*  Ο άνδρας με αρετή λυπάται πως δεν είναι τέλειος, δεν λυπάται πως δεν είναι διάσημος.
*  Εμπειρία: ένα μικρό φανάρι που κρέμεται πίσω από την πλάτη μας και φωτίζει τον δρόμο που έχουμε είδη περάσει.
*  Ο ανώτερος άνθρωπος κρίνει τον εαυτό του, ο κατώτερος κρίνει τους άλλους …
*  Ο ευγενικός άνδρας πάντα έχει ατάραχη ψυχή. Ο παλιάνθρωπος είναι πάντα γεμάτος έγνοιες.
*  Μόνο οι γυναίκες και οι μικροπρεπείς είναι κουραστικοί μες στο σπίτι. Όταν αποκτήσουν οικειότητα μαζί σου, παύουν να συμβιβάζονται. Και όταν τους κρατάς σε απόσταση, γίνονται εκδικητικοί.
*  Ξέχνα τις προσβολές, αλλά ποτέ μη ξεχνάς την καλοσύνη.

Λόγια και σιωπή

Από μικρός θαύμαζα τους ανθρώπους που έλεγαν λίγα λόγια αλλά με τόσο νόημα.

Θυμάμαι ατάκες, λόγια και μότο ανθρώπων που σημάδεψαν τη ζωή μου και που υποσυνείδητα υιοθέτησα και με ωφέλησαν τόσο πολύ. Ο σοφός λαός λέει πως τα πολλά λόγια είναι φτώχια. Λέει ακόμα πως τα λίγα λόγια είναι ζάχαρη και τα καθόλου μέλι ή… λίγα λόγια και καλά. Τα πολλά λόγια είναι συνήθως απόρροια των μπερδεμένων σκέψεων, μιας εσωτερικής αναστάτωσης, ενός πολυδουλεμένου και αγχωμένου μυαλού.

Τα καλύτερα λόγια είναι αυτά που προέρχονται κατευθείαν από την καρδιά. Λίγα, καίρια, γλυκά, μεστά. Αυτό που ειλικρινά θαυμάζω σε έναν άνθρωπο είναι η ικανότητά του να μιλάει όταν χρειάζεται, όταν είναι η κατάλληλη ώρα, εκεί ακριβώς που πρέπει. Χωρίς πολλά-πολλά, να μπαίνει στο νόημα, να δίνει κατευθυντήρια γραμμή, να παίρνει ξεκάθαρη θέση.

Λατρεύω τους ανθρώπους που παρατηρούν, ακούν τον άλλο με προσοχή και με λίγα λόγια γεμάτα συμπυκνωμένα νοήματα μπορούν ακόμα και να σου τακτοποιήσουν την σκέψη.

Είναι τόσο σημαντικό να είναι κάποιος καλός ακροατής. Συνήθως δεν ακούμε. Βιαζόμαστε να πούμε αυτό που έχουμε στο μυαλό μας, να δώσουμε απάντηση σε μια ερώτηση που πολλές φορές δεν έχουμε καταλάβει ή καν ακούσει.

Αν δεν έχουμε καταφέρει να συναντηθούμε με την ουσία του εαυτού μας, κάνουμε συνέχεια προβολές στον άλλον αδυνατώντας να κατανοήσουμε αυτό που μας λέει. Μιλάμε χωρίς να επικοινωνούμε. Συχνά αναλωνόμαστε σε συζητήσεις ανούσιες, με άμεσο αποτέλεσμα μετά από μια τέτοια κουβέντα να νιώσουμε πως χάσαμε χρόνο και την ενέργειά μας.

Αν δεν έχεις κάτι ουσιαστικό και ωφέλιμο να πεις, καλύτερα να σιωπάς και να ακούς μόνο.

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που με έναν χαρισματικό τρόπο μπορούν να σου περνάνε νοήματα ακόμα και μέσα από τη σιωπή τους.

Τα καλύτερα λόγια σε πολλές περιπτώσεις είναι τα λόγια που δε λέγονται με το στόμα, αλλά εκφράζονται μέσα από τη σιωπή.

Τα λόγια της σιωπής ηχούν δυνατά χωρίς όμως να κάνουν τον παραμικρό θόρυβο. Φωλιάζουν στην καρδιά και όχι στο μυαλό. Αναζητούν την ουσία και όχι την εικόνα. Χαρακτηρίζονται από αλήθεια που καθρεπτίζεται στα μάτια…

Κάνε μια προσπάθεια να ακούσεις αυτά τα λόγια της σιωπής… αφέσου… έχουν να σου πουν τόσα πολλά…

Αν θέλουμε Ειρήνη...

Για να ολοκληρωθεί λοιπόν ο εσωτερικός μας Κόσμος, να γιγαντωθεί και να γίνει Παγκόσμιος, όπως άλλωστε τον ονειρευόμαστε, ο αγώνας και η πάλη αρχίζει πάντα ενάντια στον μεγαλύτερό μας εχθρό: τον ίδιο τον εαυτό μας. «Νίκαν αυτόν εαυτόν, πασών νίκη πρώτη και άριστη», έλεγε ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης.

Στην προσπάθεια λοιπόν γι’ αυτήν την πρώτη και άριστη νίκη αρχίζουμε με την μελέτη της Φύσης και την παρατήρηση των φαινομένων που συμβαίνουν σ’ αυτή. Απορούμε, θαυμάζουμε διαπιστώνοντας πως ολόκληρος ο υλικός κόσμος, μαζί με τα έμβια αλλά άλογα όντα, βρίσκεται συνέχεια σε μια τάξη ισορροπίας και τάξης και μέσα στο αιώνιο «γίγνεσθαι» εμφανίζεται πάντα σαν ένα σύμμετρο και αρμονικό σύνολο. Μαγεμένος από την ομορφιά αυτού του συνόλου ο Πυθαγόρας ο Σάμιος, είναι ο πρώτος που το ονόμασε Κόσμο.

«Δια γαρ το θαυμάζειν οι άνθρωποι και νυν και το πρώτον, ήρξαντο φιλοσοφείν» (Αριστοτέλης, μετά τα Φυσικά). Ο φιλοσοφικός όμως λογισμός προβληματίζεται, όταν την τάξη και την αρμονία του κόσμου αυτού, έρχεται να τη διαταράξει το μόνο έλλογο όν του πλανήτη μας, ο άνθρωπος, με την μόλυνση, την αλλοίωση ακόμα και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος. Το δυστύχημα όμως είναι, πως η διαταραχή αυτή δεν περιορίζεται στις σχέσεις του ανθρώπου με τη Φύση, αλλά επεκτείνεται και στην ίδια του την Ύπαρξη, με αποτέλεσμα πάνω στην προσπάθειά του για απόκτηση όλο και περισσοτέρων υλικών αγαθών και στην επίδειξη δύναμης και δόξας, να συγκρούεται με τους συνανθρώπους του. Τέτοιες συγκρούσεις, πολλές φορές στην ιστορία της ανθρωπότητας, ξεπέρασαν τα μέτρα των ανθρώπινων σχέσεων για να πάρουν παγκόσμιες διαστάσεις αφανισμού εκατομμυρίων ανθρώπων, μέσα στους ανέμους των πολέμων. Σήμερα, κοιτάζοντας κάποιος τι συμβαίνει στον κόσμο γενικότερα και στην περιοχή μας ειδικότερα, θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι 100 χρόνια μετά το τέλος του Α' Παγκόσμιου Πολέμου και 30 περίπου χρόνια μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο Τόμας Χομπς είχε δίκιο: τον κόσμο τον χαρακτηρίζει η αρχή «bellum omnium contra omnes» (πόλεμος εναντίον όλων)

Όσο υπάρχουν αιτίες αναγκαστικά θα συνεχίσουν να υπάρχουν και αποτελέσματα. Όσο οι άνθρωποι είναι επιρρεπείς στις διακρίσεις και τους διαχωρισμούς, όσο είναι ιδιοτελείς κι επιθετικοί, οι πόλεμοι θα εξακολουθήσουν να συμβαίνουν. Αν θέλουμε λοιπόν ειρήνη και αρμονία στον κόσμο, πρέπει να έχουμε ειρήνη και αρμονία μέσα στην καρδιά και στον νου μας. Μια τέτοια αλλαγή δεν μπορεί να επιβληθεί εξωτερικά. Πρέπει να προέλθει από μέσα. Εκείνοι που αποστρέφονται τον πόλεμο, πρέπει να τον εξοβελίσουν από τον εαυτό τους. Χωρίς ειρηνικούς ανθρώπους, πώς μπορούμε να έχουμε ειρήνη στον κόσμο; Όσο οι άνθρωποι είναι όπως είναι, και ο κόσμος θα συνεχίσει να παρουσιάζει αυτό το χάλι.

Είναι στα αλήθεια πολύ παράδοξο, να διαπιστώνει ο άνθρωπος την τάξη και την αρμονία που επικρατούν στο Σύμπαν, να την θαυμάζει, να πετυχαίνει να τη μεταφέρει μέσα στα δημιουργήματά του, όπως είναι η στατική ισορροπία των τεραστίων κατασκευών που κόβουν την ανάσα στη θέα τους, με την αρμονική σύνδεση των διαφόρων υλικών και αυτός ο ίδιος να είναι ανίκανος να ρυθμίσει κατά τρόπον ισόρροπο κι αρμονικό τις λειτουργίες της ίδιας του της ύπαρξης και την συμπεριφορά του μέσα στην κοινωνία με τους συνανθρώπους του.

Έτσι η τεχνολογική πρόοδος μετατρέπεται σιγά-σιγά σε μια δεσποτική δύναμη που μπορεί να καταποντίσει τον άνθρωπο μέσα στη δίνη της ευημερίας και να τον υποδουλώσει στις υλικές του ανάγκες που τόσο αλόγιστα δημιουργεί. Αυτή η υποδούλωση στην ποσότητα, δημιουργεί τον κίνδυνο να μετατρέψει τους ανθρώπους της καταναλωτικής κοινωνίας σε μια απαθή μάζα, μπροστά στην ποιότητα των πνευματικών και ηθικών αξιών, σε σημείο που να χάσουν την πίστη τους στην έλλογη πορεία της ανέλιξής τους μέσω των αρχών του ανθρωπισμού, και τον χώρο της εσωτερικότητας τους να τον σαρώσουν εύκολα οι άνεμοι διαφόρων υλιστικών κοσμοθεωριών.

«Σοφόν τι το μηχανόεν τέχνας υπέρ ελπίδα ποτέ μεν κακόν, άλλοτ’ επ’ εσθλόν έρπει». Κύριος ο άνθρωπος μιας γνώσης που οι επινοήσεις της ξεπερνούν κάθε ελπίδα, μπορεί να πάρει το δρόμο είτε του κακού είτε του καλού. Αυτή είναι η μοίρα του ανθρώπου όλων των εποχών. Του ανθρώπου που πάντα θα παραπαίει μεταξύ της Αρετής και της Κακίας, όπως τόσο προφητικά ψάλλει ο χορός στην «Αντιγόνη».

Αν και πάει πολύς καιρός, χιλιετηρίδες, που ο φιλοσοφικός «λόγος» της αρχαίας Ελλάδας έχει ακουσθεί, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα κοινωνικά φαινόμενα μέσα στην ανακύκλησή τους, έχουν περιόδους παρακμής αλλά και ακμής για τον άνθρωπο. Μπορεί λοιπόν σήμερα να διατρέχουμε τον αιώνα της βασιλείας της ύλης και των αισθήσεων, όμως αργά ή γρήγορα οι άνθρωποι του ευδαιμονισμού, της αθεΐας και του μηδενισμού, θα ξαναζήσουν τους πνευματικούς θησαυρούς της κορυφαίας στιγμής της ελληνικής πνευματικής άνθησης, της εποχής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Τούτο είναι απολύτως βέβαιο, γιατί όλες οι αναγεννήσεις απέβλεπαν στο αναβάπτισμα μέσα στις πηγές αυτών ακριβώς των θησαυρών.

Γιατί σε φοβίζει ο Λαβύρινθος;

Λαβύρινθος· ένας εσωτερικός χώρος με μία μόνο είσοδο και πολύπλοκους διαδρόμους που κατασκευάστηκε για να απομονώσει το Μινώταυρο.

Ο μύθος λέει πως μόνο ένας άντρας κατάφερε να βγει από τον Λαβύρινθο ζωντανός. Αντιμετώπισε και νίκησε το Μινώταυρο και στη συνέχεια βρήκε το δρόμο της εξόδου.

Από τότε εκατομμύρια άνθρωποι έχουν μπει ο καθένας στο δικό του λαβύρινθο.

Μπλέκουν στις μπερδεμένες του στοές και ψάχνουν να βρουν την έξοδο. Κι εκεί είναι το λάθος.

Όταν βρεθείς στο Λαβύρινθο, προσπαθείς να βγεις, ενώ πρέπει να δεχθείς ότι αναγκαστικά θα φτάσεις πρώτα στο κέντρο του, θα βρεις εκεί το Μινώταυρο που θα παραμονεύει, θα τον αντιμετωπίσεις και έπειτα θα προσπαθήσεις να βρεις την έξοδο. Θα βγεις ακολουθώντας την αντίθετη διαδρομή τώρα. Και με αυτήν την αντίστροφη πορεία θα αρνηθείς το παρελθόν και θα κάνεις μια νέα αρχή.

Ο Λαβύρινθος είναι το ταξίδι σου πάνω σε αυτή τη Γη, οι επιλογές που κάνεις ή δεν κάνεις, οι αποφάσεις που πρέπει να πάρεις, τα διλήμματα που αντιμετωπίζεις κι οι δρόμοι που τελικά ακολουθείς.

Ο ίδιος σου ο εαυτός θα σε φέρει μέσα στο Λαβύρινθο. Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς.

Στην αρχή όλα είναι σκοτεινά κι εσύ βρίσκεσαι μόνος. Κοιτάς γύρω σου φοβισμένος. Δε θες να προχωρήσεις γιατί ξέρεις ότι θα χαθείς. Μα κάτι πρέπει να κάνεις. Υπολόγισε τις δυνάμεις σου, τα όπλα που έχεις και στάσου στα πόδια σου.

Τότε θα έρθει και η ελπίδα… Η ελπίδα πως θα τα καταφέρεις. Γιατί παρά τους δαιδαλώδεις διαδρόμους, τα στενά του περάσματα και τους κινδύνους που παραμονεύουν ο Λαβύρινθος καταλήγει στο φως – είναι το ταξίδι σου στο φως.

Κι όταν μπερδευτείς στις στοές του, μην το βάλεις κάτω! Τις πιο πολλές φορές ο Λαβύρινθος θα σε βγάλει σε αδιέξοδο. Δεν θα μπορείς να προχωρήσεις γιατί δεν θα ξέρεις που να πας και θα πρέπει να γυρίσεις πίσω.

Άλλες φορές θα σε βγάλει μπροστά σε δύο δρόμους κι εσύ θα πρέπει να επιλέξεις. Ίσως ο ένας να σε οδηγήσει τελικά εκεί που θες, ίσως να είναι και οι δύο οι λάθος δρόμοι. Κάποιον όμως, θα πρέπει να ακολουθήσεις.

Να θυμάσαι ότι όσο μπερδεμένος κι αν είναι, ο Λαβύρινθος, πάντα κάπου θα σε οδηγεί.

Και μη φοβηθείς το Μινώταυρο σαν τον συναντήσεις. Ο Μινώταυρος είσαι εσύ… είσαι εσύ όταν απελπίζεσαι και το βάζεις κάτω. Είσαι ο Μινώταυρος, όπως είσαι και ο Θησέας, όπως είσαι και η Αριάδνη. Μην ζητήσεις λοιπόν, το Μίτο ή το σπαθί. Ήδη τα κρατάς στα χέρια σου.

Γιατί λοιπόν, σε φοβίζει ο Λαβύρινθος; Επειδή είναι σκοτεινός; Ποιος το λέει; Είναι το ταξίδι σου στην ζωή και θα έχει όποια χρώματα εσύ επιλέξεις.

Επειδή είναι μπερδεμένος και θα χαθείς;

Σκέψου τι θα ήμασταν, αν δεν χανόμασταν σε Λαβυρίνθους. Θα μέναμε σε ένα σημείο μην έχοντας μονοπάτι να ακολουθήσουμε.

Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο ο Λαβύρινθος θα σε κάνει να προχωρήσεις. Προχώρα λοιπόν, εκεί που υπάρχει δρόμος.

Βρες το λαβύρινθο μέσα σου και μπες. Και μην ξεχνάς! Εσύ κρατάς το Μίτο και εσύ μοναχά μπορείς να οδηγήσεις τον εαυτό σου στην έξοδο κι εκεί να συναντήσεις το Φως.

Το μάθημα της γάτας στον άνθρωπο

– Βασίλισσα; Είναι βασίλισσα αυτή η γάτα;

– Όλες οι γάτες είναι βασίλισσες.

Οι γάτες είναι οντότητες, που έχουν κατακτήσει τα πάντα. Έχουν κατακτήσει το σκοτάδι και το έχουν κάνει φως. Τη δυσκολία, την έχουν κάνει ευκολία. Την εξάρτηση, ανεξαρτησία. Το φόβο, θάρρος. Όλες οι γάτες πάνω στη γη δείχνουν συνεχώς στον άνθρωπο, πόσο εύκολα μπορεί να τα έχουν όλα. Πως η τροφή τους, είναι πάντα εκεί για αυτές. Πως όλο το Σύμπαν, κυριολεκτικά υπάρχει για να προσφέρει στη γάτα.

Αυτό είναι μια πάρα πολύ μεγάλη αρχοντιά, που η ανθρωπότητα θα κατακτήσει όταν αποφασίσει να δεχθεί τον Εαυτό του ολοκληρωτικά. Αυτός είναι ο λόγος γιατί πολλοί άνθρωποι, ιδιαίτερα οι άντρες δεν συμπαθούν τις γάτες. Γιατί, μέσα από ένα δύσκολο παρελθόν, πιστεύουν πως μόνο με σκληρή δουλειά και πολύ κόπο, φέρνουμε στον εαυτό μας τα αγαθά της ζωής.

Η γάτα πάντα δείχνει στον άνθρωπο ακριβώς το αντίθετο. Όταν κατακτήσεις τον Εαυτό σου, τότε η Ζωή, η γη, ο ουρανός, η Ύπαρξη ολόκληρη, προσφέρει όλα της τα δώρα σε εσένα. Είναι οι πιο ισχυροί δάσκαλοι. Ο μόνος τρόπος για να καταλάβει κάποιος πραγματικά τις γάτες είναι να φτάσει στο επίπεδο τους. Κρατάνε μέσα τους όλη τη Γνώση, τη Δύναμη, την Αλήθεια και έχουν έρθει στην ανθρωπότητα, γιατί προστατεύουν τον άνθρωπο από πολλές αρνητικές ενέργειες, δείχνοντας του μέσα από τον τρόπο τους, την τελική του πορεία.

Οι γάτες, κοιτώντας σας από χιλιόμετρα, ξέρουν πολύ καθαρά ποιος είστε και ακριβώς επειδή είναι βασίλισσες, ανώτερες υπάρξεις ευγενείας, σας επιτρέπουν να τις πλησιάσετε όταν αισθάνονται ότι κατακτάτε βήμα-βήμα τον Εαυτό σας στην Αγάπη.

Τις αποκαλώ Τέλειες Υπάρξεις Ομορφιάς. Κάθε τους κίνηση, αποτελεί χορευτική εναρμόνιση σύμπαντος και γης. Είναι τόσο τρυφερές, που το τρίχωμα τους παράγει ηλεκτρικά κύματα που σε κάνουν να αγαπάς, να παίρνεις δύναμη, να νιώθεις πιο βαθιά τον Εαυτό σου και τον κόσμο.