Πρώτη η Αθήνα με το λαμπρό το όνομα, μοίρασε κάποτε στους βασανισμένους θνητούς τις σοδειές των καρπών και ανανέωσε τη ζωή και καθιέρωσε νόμους. Πρώτη χάρισε τις γλυκιές παρηγοριές της ζωής, σαν γέννησε τον άντρα εκείνο τον προικισμένο με τέτοιο πνεύμα, που από τα χείλη του έβγαινε η αλήθεια για το κάθε τι και μολονότι έσβησε το φως της ζωής του, οι θείες ανακαλύψεις του έχουν παντού διαδοθεί κι η δόξα του υψώθηκε ως τα ουράνια.
Είδε πως ήταν στο χέρι των ανθρώπων όλα τα απαραίτητα για να ζουν με ασφάλεια, στο μέτρο του δυνατού. Είδε τους δυνατούς με τα πλούτη και τις τιμές, περήφανους ως και για το καλό όνομα των παιδιών τους, κι όμως μες στα σπίτια τους οι καρδιές τους ήσαν γεμάτες αγωνία και το μυαλό τους σκλαβωμένο από τις έγνοιες, και πως αναγκάζονταν να μαλώνουν και να παραπονιούνται πικρά. Και κατάλαβε πως όλο το κακό έβγαινε μέσα από το ίδιο το δοχείο, και πως κάποιο ελάττωμα του τα χαλούσε όλα όσα έρχονταν να μπουν μέσα του, ως και τα πιο όμορφα. Εν μέρει γιατί ήταν όλο τρύπες και δίχως πάτο κι ήταν αδύνατο να γεμίσει και εν μέρει γιατί οτιδήποτε δεχόταν μέσα, το μόλυνε, θα ‘λεγε κανείς, με μιαν άσχημη μυρωδιά.
Κι εκείνος εξάγνισε τις καρδιές με λόγια γεμάτα αλήθεια, και σήκωσε φράχτες στις επιθυμίες και στους φόβους. Και μας δίδαξε ποιο είναι το υπέρτατο αγαθό που όλοι λαχταρούμε και μας έδειξε τον δρόμο, μονοπάτι στενό, για να φτάσουμε ίσια εκεί. Έδειξε ποια δυστυχία υπάρχει στα ανθρώπινα πράγματα, πώς γεννιέται και απλώνεται παντού με λογιών-λογιών μορφές, τυχαία είτε από φυσική αιτία σύμφωνα με την τάξη που έθεσε το σύμπαν, και δίδαξε από ποιες πόρτες πρέπει να την αντιμετωπίσει ο καθένας και απόδειξε ότι μάταια το ανθρώπινο γένος μηρυκάζει τις θλιβερές σκέψεις.
Γιατί όπως τα μικρά παιδιά φοβούνται μες στο σκοτάδι και τρέμουν το καθετί, έτσι κι εμείς φοβούμαστε μες στο φως πράγματα που δεν είναι πιο φοβερά από κείνα που τρομάζουν τα παιδιά και που φαντάζονται ότι θα τους συμβούν μες στα σκοτεινά.
Αυτό το φόβο λοιπόν, αυτά τα σκοτάδια της ψυχής, ας μη περιμένουμε να τα σκορπίσουν οι αχτίδες του ήλιου μήτε τα φωτεινά βέλη της μέρας, μα η ενατένιση της φύσης κι ο ορθός λόγος.
To ότι κάθε ερωτική σχέση έχει στη βάση της ένα ένστικτο προσανατολισμένο στο παιδί που θα γεννηθεί θα επιβεβαιωθεί χωρίς αμφιβολία μέσω της λεπτομερέστερης ανάλυσης αυτού του ενστίκτου, την οποία δεν μπορούμε να μην επιχειρήσουμε. Πρώτα πρώτα ο άντρας από τη φύση του τείνει προς την αστάθεια στον έρωτα, ενώ η γυναίκα στη σταθερότητα.
Ο έρωτας του άντρα μειώνεται αισθητά από τη στιγμή που έχει δεχτεί ικανοποίηση: σχεδόν κάθε άλλη γυναίκα τον ερεθίζει περισσότερο από ό,τι αυτή που έχει· ζητά αλλαγή. Αντίθετα, ο έρωτας της γυναίκας μεγαλώνει από εκείνη τη στιγμή. Αυτό αποτελεί συνέπεια του σκοπού της φύσης, ο οποίος αποβλέπει στη διατήρηση και επομένως στην κατά το δυνατόν μεγαλύτερη διεύρυνση του γένους. Δηλαδή ο άντρας μπορεί να παράγει άνετα περισσότερα από εκατό παιδιά το χρόνο. Αντίθετα, η γυναίκα, με όσους άντρες και αν πήγαινε, θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο μόνο ένα παιδί το χρόνο (εκτός από την περίπτωση διδύμων).
Γι’ αυτό εκείνος κοιτάζει συνέχεια γύρω του για άλλες γυναίκες· αντίθετα, αυτή κρατάει σταθερά τον έναν· γιατί η φύση την οδηγεί ενστικτωδώς και χωρίς περαιτέρω συλλογισμό να κρατήσει εκείνον που θα διασφαλίσει τη διατροφή και την προστασία του μελλοντικού απογόνου. Γι’ αυτόν το λόγο η συζυγική πίστη για τον άντρα είναι τεχνητή, για τη γυναίκα φυσική, άρα και η μοιχεία της γυναίκας, αντικειμενικά λόγω των συνεπειών και υποκειμενικά λόγω της αντίθεσης προς τη φύση, είναι πολύ πιο ασυγχώρητη σε σχέση με αυτήν του άντρα.
ARTHUR SCHOPENHAUER, ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
“Η συμπόνια είναι ο πόνος για τη δυστυχία του άλλου, η ζηλοφθονία είναι ο πόνος για την ευτυχία του άλλου.” Κινεζική παροιμία.
Κάποτε, ο μεγάλος Σωκράτης, όταν τον ρώτησαν γιατί ενώ ορισμένες φορές γνωρίζουμε το κακό και το καλό, γιατί προτιμούμε το πρώτο, απάντησε πως και πάλι, αγνοούμε το κακό και γι’ αυτό φερόμαστε άσχημα. Προσέθεσε επίσης πως «καλύτερα να αδικείσαι, παρά να αδικείς». Γι’ αυτό και στις μέρες μας θεωρείται κάτι σαν «προ-χριστιανικός πομπός». Αυτές τις μέρες, καλό είναι να ψάξουμε λίγο τον συναισθηματικό μας κόσμο. Η παραπάνω παροιμία, μας θυμίζει αρκετά από αυτά που ήδη αναφέραμε.
Συμπόνια: Η απόδειξη ότι είμαστε άνθρωποι.
Πρόκειται για ένα «χάρισμα». Μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες (πόνο) αλλά ο τρόπος με τον οποίον αποκαλύπτεται και αναδύεται από μέσα μας, είναι πραγματικά μαγικός. Χωρίς να νιώθουμε άσχημα για κάτι που μας αφορά, νιώθουμε άσχημα για κάτι που συμβαίνει έξω από μας και κυρίως, κάτι που συμβαίνει σε κάποιον άλλον. Ένας πλούσιος συναισθηματικός κόσμος, έχει σε αφθονία αυτό το αντανακλαστικό.
Απευθείας, θέτουμε τον εαυτό μας, στο σώμα και στην ψυχή κάποιου άλλου. Γινόμαστε κάποιοι «άλλοι» και απεγκλωβιζόμαστε από τον εαυτό μας και από τον εγωϊσμό μας. Κάποιοι, θεωρούν πως το να μην επηρεάζεσαι από τα συναισθήματα των άλλων, είναι δύναμη. Όταν όμως αυτή η «δύναμη» (της αδιαφορίας) ασκείται πάνω τους, τότε…αλλάζουν γνώμη. Δύναμη είναι να μπορείς κάθε στιγμή να είσαι «αδύναμος» και μετά να κάνεις κάτι για να αλλάξεις αυτή τη διάθεση. Εν προκειμένω, να προσφέρεις κάτι για να κάνεις πιο υποφερτό τον πόνο του άλλου …αλλά και τον δικό σου, αφού… συμπονάς. Η συμπόνια, είναι χορηγός προσφοράς, αλληλεγγύης και τελικά, η απόδειξη της αγάπης.
Φθόνος και ζήλεια: Τα δηλητήρια του ανθρώπου.
Χωρίς υπερβολή, πρόκειται για δύο τοξικογενή συναισθήματα που έχουμε μέσα μας. Υπάρχουν σε όλους μας. Οι ποσότητές τους, είναι αυτές που διαφέρουν. Θα λέγαμε, πως είναι η αντίστροφη συναίσθηση της συμπόνιας. Σκεφτείτε την ψυχική υγεία ενός παιδιού. H ψυχή ενός παιδιού, είναι πεντακάθαρη γι’ αυτό και αν θέλει κάποιος να μάθει αν κάτι είναι καλό ή κακό, το λέει σε ένα παιδί και αρκεί να δει την αντίδραση του προσώπου του, για να μάθει.
Αν πεις σε ένα παιδί οτι κάτι καλό έτυχε σε κάποιον άλλον, τότε, θα χαρεί. Αν του πεις πως κάτι κακό συνέβη, θα λυπηθεί. Αν συμβαίνει το αντίστροφο, τότε δεν είμαστε «παιδιά» και σημαίνει οτι χρειάζεται, πολύ απλά, να ξαναγίνουμε. Ο φθόνος και η ζήλεια, μοιάζουν με την χαιρεκακία. Το να νιώθουμε χαρά για κάποιον όταν αυτός υποφέρει, έστω και αν το έχει κάνει και ο ίδιος για μας, είναι τουλάχιστον ποταπό ως συναίσθημα. Ο λόγος που είναι «φθηνό» ως συναίσθημα και πλήρως ανειλικρινές, είναι απλός:
Αν πονάγαμε ή υποφέραμε εμείς, δε θα γελούσαμε, δε θα χαιρόμασταν. Άρα, υπο μία έννοια, δεν έχουμε εκτίμηση ούτε στον εαυτό μας. Μέρες που είναι γιορτινές και μάλιστα αγάπης, καλό είναι να γίνουμε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και να παραδεχτούμε μέσα από μνήμη, πότε γίναμε «αντίπαλοι των φυσικών νόμων» (με τη χαρά γελάς και με τη λύπη, κλαις) και έτσι να δούμε γιατί το νιώσαμε αυτό. Αν θέλουμε κάτι να νιώθουμε έντονο σε σχέση με τους άλλους, ας πηγαίνουμε στις γιορτές τους όταν έχουν μια χαρά να μοιραστούν, με έντονη χαρά και όχι με …σφιχτό χαμόγελο ή λύπη που τα κατάφεραν.
Πρώτη αφορά οι αστρονόμοι παρατήρησαν τέσσερα άστρα – έμβρυα να αναπτύσσονται ταυτόχρονα στην «μήτρα» ενός τεράστιου νέφους αερίων, στην περιοχή του αστερισμού του Περσέα.
Ο πυκνός «πυρήνας» αερίου ονομάζεται Barnard 5 (B5) και βρίσκεται στον αστερισμό του Περσέα
Η ανακάλυψη επιβεβαιώνει την θεωρία ότι τα περισσότερα άστρα στο σύμπαν δεν ξεκινούν τη ζωή τους ως «μοναχοπαίδια», αλλά ως «δίδυμα», «τρίδυμα» ή -όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση- ως «τετράδυμα».
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι πάνω από τα μισά άστρα στον γαλαξία μας διαθέτουν ένα τουλάχιστον συνοδό άστρο, όπως άλλωστε συμβαίνει και με το κοντινότερο στον Ήλιο μας άστρο, τον Άλφα του Κενταύρου, που είναι ένα τριπλό αστρικό σύστημα. Μέχρι σήμερα οι αστρονόμοι έχουν κάνει ελάχιστες παρατηρήσεις που να δείχνουν κατά πόσο τα άστρα σε αυτά τα διπλά, τριπλά, τετραπλά και πολλαπλά αστρικά συστήματα γεννιούνται ταυτόχρονα ή διαδοχικά. Η νέα ανακάλυψη ενισχύει την πρώτη εκδοχή. Τα τέσσερα «μωρά» φαίνεται να έχουν ηλικία κάτω των 100.000 ετών και συναποτελούν το νεανικότερο πολλαπλό σύστημα άστρων που έχει ποτέ ανακαλυφθεί.
Τα τέσσερα άστρα βρίσκονται σε φάση παράλληλης ανάπτυξης από το ίδιο νέφος αερίων και σκόνης και είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους σε ένα ενιαίο σύστημα. Απέχουν μεταξύ τους τρεις έως τέσσερις χιλιάδες αστρονομικές μονάδες (μια αστρονομική μονάδα είναι η απόσταση Γης – Ήλιου), μια πολύ μεγάλη απόσταση για πολλαπλό αστρικό σύστημα, καθώς τα «δίδυμα» άστρα συνήθως απέχουν δέκα έως 100 αστρονομικές μονάδες.
Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με σιγουριά τι θα συμβεί στα τέσσερα «αδελφάκια», αλλά θεωρείται πιθανό ότι το σύστημά τους θα διαλυθεί, καθώς κάποια στιγμή -εξαιτίας των ασταθών βαρυτικών αλληλεπιδράσεων- δύο από τα άστρα θα εκτιναχθούν μακριά από τα υπόλοιπα, στην μοναξιά του διαστήματος. Προς το παρόν πάντως, και τα τέσσερα κινούνται συντονισμένα ως μια «οικογένεια».
Τρία από αυτά είναι ακόμη σφαίρες αερίων μέσα στο ευρύτερο μητρικό νέφος αερίων και θα χρειαστούν ακόμη γύρω στα 40.000 χρόνια για να «γεννηθούν», δηλαδή για να γίνουν άστρα. Το τέταρτο είναι κιόλας ένα νεογέννητο άστρο, καθώς έχει ήδη υποστεί βαρυτική κατάρρευση, με συνέπεια να έχει κιόλας πυροδοτήσει την πύρινη φλόγα στην «καρδιά» του, δηλαδή έχει θέσει σε λειτουργία τις εσωτερικές πυρηνικές αντιδράσεις που το κάνουν να καίει και να λάμπει.
Η συνδυασμένη παρατήρηση από τρία διαφορετικά τηλεσκόπια έγινε από ομάδα επιστημόνων από διάφορα ευρωπαϊκά και αμερικανικά πανεπιστήμια, με επικεφαλής τον Χαϊμί Πινέδα του Ινστιτούτου Αστρονομίας του ελβετικού Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Ζυρίχης (ΕΤΗ) και του γερμανικού Ινστιτούτου Εξωγήινης Φυσικής Μαξ Πλανκ, ενώ η σχετική δημοσίευση έγινε στο περιοδικό «Nature».
Το μεγαλύτερο Αρχαιοελληνικο ψηφιδωτό στην Αρχαία Καυλωνία στην Καλαβρία. Αποικισμός σημαίνει περιπέτεια και πρόκληση, ταυτότητα και νόστος.
Οι Έλληνες ήταν άποικοι κι αποικιοκράτες. Η Ευρώπη υπήρξε «αποικία» της Ελλάδας παρά την αντίστροφη σύγχρονη σχέση. Τι σχέση έχει η αρχαία Καυλωνία (πόλη στην ανατολική ακτή της σημερινής Καλαβρίας) με τον Απόλλωνα των Τεμπών;
Οι υπερπόντιες αποικίες των Ελλήνων διέδωσαν τον ελληνικό πολιτισμό σε όλη την Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο. Οι Λατίνοι ερχόμενοι σε επαφή με τον πολιτισμό των Γραικών, όπως ονόμαζαν τους Έλληνες εξαιτίας μιας αποικίας Βοιωτών από την πόλη Γραία της Βοιωτίας, έπλασαν το κράμα του ρωμαϊκού πολιτισμού που θα αποτελέσει αργότερα το υπόβαθρο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Αλλά και οι Έλληνες εμπλούτισαν την κουλτούρα τους με στοιχεία από ξένους λαούς, όπως των Αιγυπτίων, των Βαβυλωνίων ακόμη και των Ινδών. Στην αποικιακή εξάπλωση πρέπει να αναζητηθούν οι ρίζες της μετέπειτα απογείωσης του ελληνικού πολιτισμού.
Οι περισσότερες πόλεις του ελληνικού κόσμου επιδόθηκαν σε αποικιακές επιχειρήσεις, αρχικά ως βαλβίδα εκτόνωσης κοινωνικών προβλημάτων, όπως του υπερπληθυσμού, ενώ στην πορεία έγινε αντιληπτή και η οικονομική διάσταση παρόμοιων εγχειρημάτων. Με στοιχειώδη μέσα και ακολουθώντας κατά βάση τις ακτογραμμές, οι άποικοι εγκαθίσταντο σε παράκτιες και παραποτάμιες περιοχές εγκαινιάζοντας σχέσεις με νέους, πολλές φορές άγνωστους λαούς, δημιουργώντας για πρώτη φορά ένα ενιαίο εμπορικό δίκτυο στη Μεσόγειο που μετέφερε πέρα από αγαθά της οικονομίας και πολιτιστικά προϊόντα. Το αμφιθέατρο, το γυμνάσιο, η αγορά υιοθετήθηκαν από όλους τους πολιτισμούς με τους οποίους συγχρωτίστηκαν οι Έλληνες, ενώ για πολλούς αιώνες ως πολιτισμένος θεωρούταν ο έχων ελληνική κουλτούρα.
Το μεγαλύτερο και λιγότερο φθαρμένο αρχαίο ελληνικό ψηφιδωτό που ανακαλύφθηκε ποτέ απο ομάδα αρχαιολόγων στο Μοναστηράκι της Καλαβριας στην Ιταλία! Οι ανασκαφές άρχισαν το 1998 στη θέση της αρχαίας Καυλωνίας αποικίας που ίδρυσαν οι Αχαιοί το 700 π.κ.ε με αρχηγό τους τον Τύφωνο απ’ το Αίγιο και κατοίκησαν στο μέρος αυτό μια ευρεία περιοχή. Το όνομα ίσως να προέρχεται από έναν πολίτη της Αυλώνας, τον Καυλώνα. Από την κτίση της πόλης, και μετά από λίγες δεκαετίες συμμάχησε με τον Κρότωνα και την Σύβαρι, αργότερα και με τους Θούριους, οι οποίες ήταν επίσης Αχαϊκές αποικίες. Στην Αυλωνία πρέπει να άνθιζε το εμπόριο, όπως συμπεραίνεται από τις μεγάλες ποσότητες αρχαίων νομισμάτων που έχουν βρεθεί.
Το 389 π.κ.ε. ο Διόνυσος τύραννος των Συρακουσών εισέβαλε στην Μεγάλη Ελλάδα, πολιόρκησε την Καυλωνία και επέφερε σοβαρές απώλειες στους Κροτωνιάτες και άλλους που έσπευσαν σε βοήθεια των Καυλωτών. Η Καυλωνία αναγκάστηκε να παραδοθεί και η πόλη καταστράφηκε το 384 π.κ.ε. ενώ οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν στις Συρακούσες. Η Καυλωνία παραχωρήθηκε στους σύμμαχους των Σικελών, τους Λοκρίους. Από τότε η Καυλωνία δεν ευδοκίμησε, και κατά την Σικελική εκστρατεία του Πύρρου αλώθηκε από μισθοφόρους στρατιώτες και έσβησε.
Νεότερες ανασκαφές (2012) έφεραν στο φως ένα μικρό δελφίνι, έναν ακόμη δράκο και ένα μεγάλο δελφίνι που δείχνει να έρχεται αντιμέτωπο και να παλεύει με τον δράκο που ανακαλύφθηκε παλαιότερα. Ο χώρος του ψηφιδωτού καταλαμβάνει περίπου 30 τ.μ. και ονομάστηκε από τους αρχαιολόγους «Η αίθουσα των δράκων και των δελφινιών».
Οι αρχαιολόγοι κρίνουν πως βρέθηκαν αντιμέτωποι με το Μεγαλύτερο ψηφιδωτό που δημιουργήθηκε ποτέ στην Μεγάλη Ελλάδα. Σ’ αυτό συμμετέχουν και φοιτητές από Ιταλικά Πανεπιστήμια άλλα και από Πανεπιστήμιο της Μπαχια Μπλανκα της Αργεντινής. Ο αρχαιολόγος Φραντσέσκο Τσουτέρι, ο οποίος έχει την ευθύνη των ανασκαφών λέγει ότι «είναι πεπεισμένος λόγο της διάταξης του χώρου πως θα βρούμε ακόμη δυο μωσαϊκά, εργαζόμαστε δέκα πέντε χρόνια και τα αποτελέσματα μας γεμίζουν χαρά»
Τα πλούσια αρχαιολογικά ευρήματα που ανακαλύφθηκαν στη περιοχή εκτίθενται σήμερα στο Εθνικό Μουσείο της Μεγάλης Ελλάδας (Museo Nazionale della Magna Grecia) στο Ρέτζιο της Καλαβρίας. Η Καυλωνία αναγκάστηκε να παραδοθεί και η πόλη καταστράφηκε το 384 π.κ.ε. ενώ οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν στις Συρακούσες και από τότε δεν ευδοκίμησε, ενώ κατά την Σικελική εκστρατεία του Πύρρου αλώθηκε από μισθοφόρους στρατιώτες και έσβησε.
Η έμφυτη περιέργεια του είδους μας σε συνδυασμό με την τεχνολογική ανάπτυξη έχουν ανοίξει νέους δρόμους επέκτασης, πέρα από τα όρια του μικρού μας πλανήτη. Ο 21ος αιώνας ενδεχομένως να είναι ο αιώνας που το εύθραυστο είδος μας ίσως δοκιμάσει την τύχη του στα άστρα. Άλλωστε παρόμοια προβλήματα με αυτά του ελληνικού κόσμου, στις απαρχές των αποικιακών του εγχειρημάτων, αντιμετωπίζει συνολικά πλέον η ανθρωπότητα και όχι μια μικρή πόλη- κράτος.
Καθ’ εαυτή η κάθε ιδέα είναι ουδέτερη, ή θα έπρεπε να είναι- αλλά ο άνθρωπος την εμψυχώνει, προβάλλει πάνω της τις φλόγες και τις παραφροσύνες του’ μιαρή, μεταμορφωμένη σε πίστη, εισδύει στο χρόνο, παίρνει τη μορφή γεγονότος: το πέρασμα από τη λογική στην επιληψία έχει συντελεστεί. Έτσι γεννιούνται οι ιδεολογίες, οι θεωρίες και οι αιμοσταγείς φάρσες.
Το παράξενο και «ανεξήγητο» με το ελληνικό σχολείο δεν είναι η σιωπή του σε σχέση με τον αρχαίο πολιτισμό. Το παράξενο και το διαβολικό είναι πως αυτή η σιωπή και αυτή η περιφρόνηση εκείνου του υπέροχου πολιτισμού ονομάστηκε προγονολατρεία. Πάρα πολύς κόσμος, ακόμα και σήμερα, εξακολουθεί να έχει την εντύπωση πως στον τόπο μας το παρακάναμε με τους αρχαίους μας, ενώ στην πραγματικότητα τους αγνοήσαμε τελείως.
Από την επανάσταση και δώθε για τους αρχαίους δε μάθαμε τίποτα άλλο εκτός από μερικά σκόρπια ρητά και μετοχές, μερικά απαρέμφατα, και το «οι αρχαίοι ημών πρόγονοι». Ποτέ κανένας δε μας δίδαξε την ουσία του αρχαίου πολιτισμού ούτε τα αίτια που γέννησαν εκείνο το θαυμάσιο λουλούδι ούτε βέβαια, και τη σχέση του με τη σημερινή πραγματικότητα μας εξήγησαν με κάποια ειλικρίνεια οι άρχοντές μας.
Μα το πιο παράξενο σε όλη την υπόθεση είναι πως μερικοί από εμάς ήμασταν τόσο αφελείς, που είχαμε την απαίτηση να μη διωχθεί ο αρχαίος πολιτισμός στον τόπο μας, όπου ήταν αδύνατο να καταλάβει κανείς που αρχινά και πού τελειώνει το κράτος, πού αρχινά και πού τελειώνει η εκκλησία, τι ανήκει στην εκκλησία και τι στο κράτος Σε μια χώρα όπου αυτός που έκανε κουμάντο στο σχολείο ήταν η εκκλησία. Το γιατί αυτή είναι η αλήθεια και δεν μπορούσαν τα πράγματα να είναι διαφορετικά, θα προσπαθήσω να εξηγήσω παρακάτω.
Για τον χριστιανισμό υπάρχει μια και μοναδική αλήθεια, μια και μοναδική άποψη για τό θεό και τη ζωή και αυτή είναι σταυρωμένη με γύφτικα καρφιά στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Για τους χριστιανούς η αλήθεια ήταν μια και ήταν ολοκληρωμένη. Οι νόμοι δόθηκαν από το Θεό στο Μωυσή μια φορά και είχαν αιώνια ισχύ. Και ο Χριστός ο ίδιος, όταν ήρθε, δεν ήρθε για να τους αλλάξει, αλλά όπως ο ίδιος τόνισε, ήρθε για να τους συμπληρώσει (1). Έτσι, εδώ, αφού όλοι είχαν μια πίστη, αφού όλα ήταν μόνιμα και αιώνια, όπως και ο Θεός, το έδαφος ήταν πρόσφορο για να φυτρώσουν δόγματα.
Αντίθετα, για τους Έλληνες δεν υπήρχε τίποτα το στατικό
Ακόμα και ο Μίνωας, αφού ανέβηκε στον Ψηλορείτη και πήρε τους νόμους από το θεό του το Δία, δεν κάθισε να αναπαυθεί, όπως έκανε ο συνάδελφός του ο Μωυσής, αλλά σε αντίθεση με αυτόν, ανέβαινε κάθε εννιά χρόνια στον Ψηλορείτη και εκεί ρωτούσε το θεό του το Δία μήπως είχε εν τω μεταξύ αλλάξει κανένας νόμος (2). Για τους Έλληνες τίποτα δεν ήταν ολοκληρωμένο, αιώνιο και αμετάβλητο. Γι’ αυτούς η αλήθεια ήταν σχετική και αποτελούσε καθημερινή κατάκτηση. Εδώ δεν υπάρχει μοναδική άποψη για κάποιο θέμα, όπως στους χριστιανούς. Εδώ για κάθε φιλοσοφικό ερώτημα υπάρχουν πολλές απαντήσεις, που μπορεί να είναι ακόμα και αντίθετες η μια από την άλλη. Εδώ γεννήθηκε η διαλεκτική. Σε τούτα εδώ τα χώματα δεν ήταν ποτέ δυνατόν να ριζώσουν δόγματα.
Το χαρακτηριστικό για τον Έλληνα ήταν η λογική εξήγηση.
Για τους χριστιανούς η πίστη. «Πίστει νοούμεν…», είπε ο Απόστολος Παύλος. Με την πίστιν και όχι με τας εξωτερικάς αισθήσεις κατανοούμεν και γνωρίζομεν, ότι ο ορατός κόσμος… εδημιουργήθη άρτιος και αρμονικός, με λόγον και πρόσταγμα του Θεού (3). Οι Έλληνες προσπαθούν να εξυψωθούν με το λόγο μέσα στο φως, ενώ οι χριστιανοί με την πίστη μέσα στο μυστήριο. «Οι Έλληνες φιλόσοφοι σφάλουν, όταν προσπαθούν να εύρουν το θεό με τη λογική, με τη γεωμετρία, με την ανάλυση και την αρμονία»(4), ενώ οι χριστιανοί διδάσκουν «σοφίαν μυστηριώδη που δεν μπορεί πεπερασμένος νους να ανακαλύψει» (5). Στους Ασιάτες η γνώση πέφτει από τον ουρανό, όπως ακριβώς έπεφτε το μάνα στους Ισραηλίτες στην έρημο. Αντίθετα για τους Έλληνες η γνώση ήταν αποτέλεσμα αγώνος και έρευνας.
Στη Μίλητο οι σοφοί Έλληνες προσπαθούν να βρουν και να προσδιορίσουν τις πρωταρχικές ύλες από τις οποίες φτιάχτηκε ο κόσμος. Και το σπουδαίο γι’ αυτή τη σχολή δεν είναι τόσο τα επιστημονικά της συμπεράσματα, αλλά τρία στοιχεία πολύ πιο σπουδαία. Πρώτον, τα ερωτήματα που διατύπωσε6. Δεύτερον, η απαλλαγή του ανθρώπου από τη μυθολογική-θρησκευτική εξήγηση της γέννησης του κόσμου Τρίτον, η νοοτροπία που καλλιέργησε ενεθάρρυνε τις επιστημονικές έρευνες.
Αντίθετα οι χριστιανοί δεν είχαν καθόλου ανάγκη να ιδρώνουν για την δημιουργία του κόσμου. Γι’ αυτούς ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο όλο όπως ακριβώς τον βλέπούμε. «Πιστεύω σε ένα Θεό’, πατέρα, παντοκράτορα…», που έφτιαξε τα πάντα. Και αυτά που βλέπουμε και αυτό που δε βλέπουμε. Και ακόμα: «Η σοφία αυτή των Ελλήνων δεν είναι η θεία σοφία που κατεβαίνει από τον ουρανό, αλλά η επίγειος και εμπνεομένη από τον δαίμονα» (7).
Και όχι μονάχα αυτό: «Η γαρ σοφία του κόσμου τούτου, μωρία παρά τω θεώ εστί» (8). Αλλά τα ίδια φαίνεται πως έλεγαν και οι Έλληνες για τους χριστιανούς: Εμείς κηρύσσομεν Χριστόν τον εσταυρωμένον που για τους Έλληνες δεν είναι παρά βλακεία (9), έλεγε ο Απόστολος Παύλος, και ο Ιουλιανός, που οι χριστιανοί τον ονόμασαν Παραβάτη, έλεγε στους χριστιανούς: «Σε εμάς ανήκει η τέχνη και η σκέψη της Ελλάδας και η λατρεία των θεών της, σε εσάς η αμάθεια, και η αγροικιά και ουδέν πλέον, αύτη εστί η σοφία υμών» (10). Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε πως για τους Έλληνες υπήρχε φιλοσοφία και έρευνα ενώ για τους χριστιανούς υπήρχε μονάχα πίστη.
Βέβαια, και οι Έλληνες είχαν θεούς και πίστευαν σε αυτούς, και αυτοί οι θεοί ήταν για τους Έλληνες τόσο πραγματικοί και αληθινοί όσο πραγματικοί και αληθινοί είναι οι σημερινοί θεοί για τους σημερινούς ανθρώπους. Όμως, εκείνοι οι θεοί δε δημιούργησαν κανένα κόσμο, κανένα σύμπαν. Απλά πολέμησαν και τον κατάκτησαν από άλλους θεούς. Και όπως όλοι οι θεοί μοιάζουν με τους ανθρώπους που τους έχουν φτιάξει, έτσι και οι θεοί των Ελλήνων ήταν «κατ’ εικόνα και ομοίωση» των Ελλήνων.
Μόνον που ήταν πιο δυνατοί από τούς ανθρώπους, ήταν αθάνατοι, στα σίγουρα ευτυχισμένοι και είχαν και τα ελαττώματα και τις αδυναμίες των Ελλήνων. Με τα Ιουδαϊκά και χριστιανικά κριτήρια ήταν στα σίγουρα αμαρτωλοί. Και το πιο μεγάλο τους αμάρτημα ήταν η φυσική τους κατάσταση, το ότι ήταν ροδοκόκκινοι, το ότι ήταν γελαστοί, ενώ ο θεός των Ιουδαίων ήταν βλοσυρός και «αγέλαστος». Οι Έλληνες είχαν ακόμα και θεούς της ομορφιάς, και θεούς του χορού και θεούς της μουσικής. Κρίμα και πάλι κρίμα για την ανθρωπότητα που στάλθηκε στην εξορία το ομηρικό γέλιο.
Αν και υπάρχει αλληλεπίδραση ανάμεσα στην καθημερινή ζωή και στη φιλοσοφία του ανθρώπου, είναι σίγουρο πως είναι η καθημερινή ζωή που δίνει το βηματισμό στη φιλοσοφία και όχι το αντίθετο. Αυτό που διαμορφώνει τη φιλοσοφία, τη στάση ενός λαού απέναντι στη ζωή, είναι οι συνθήκες της καθημερινής ζωής, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, τα όνειρα που του επιτρέπεται να κάνει. Βέβαια, και η φιλοσοφία, αφού πάρει τη μορφή της, αρχίζει με τη σειρά της να φτιάχνει ανθρώπους, μια και ο καθένας μας προσπαθεί να συμπεριφέρεται ανάλογα με τη φιλοσοφία «του». Μα, τελικά, ο άνθρωπος γίνεται όπως είναι οι κοινωνικές συνθήκες, όπως είναι τα προβλήματα που θέλει να λύσει.
Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός φύτρωσε και αναπτύχθηκε στην πάλη ανάμεσα στους γαιοκτήμονες, στους εμπόρους, στο λαό που διεξαγόταν με ποιήματα, με ξίφη, με φιλοσοφία (11). Αυτός ο πολιτισμός αναπτυσσόταν με την ίδια αναλογία που ο δήμος κέρδιζε έδαφος, που έπαυε ο λαός να φοβάται θεούς και αφέντες και έλαβε την οριστική του μορφή μετά τους νικηφόρους περσικούς πολέμους. Είναι αποτέλεσμα της αφοβίας, της ελευθερίας, της αισιοδοξίας και της αυτοπεποίθησης που έχουν πηγή πραγματικές καταστάσεις. Είναι πολιτισμός δημοκρατικός, εδωκοσμικός, ανθρωποκεντρικός.
Για τους Ιουδαίους η κατάσταση ήταν διαμετρικά αντίθετη. Ο πολιτισμός τους φύτρωσε και αναπτύχθηκε μέσα στο φόβο και μέσα στη σκλαβιά. Η απελπισία τους ήταν τόση μεγάλη που περίμεναν τη σωτηρία τους και την ελευθερία τους μονάχα από το θεό. Η σωτηρία του Ιουδαίου και σε τούτο τον κόσμο και στον άλλο κόσμο ήταν συνάρτηση της υπακοής του στο Γιαχβέ. Όλος του ο πολιτισμός ήταν καθαρά θεοκρατικός και θεοκεντρικός.
Οι Έλληνες ενδιαφερόντουσαν πρώτα από όλα για τούτη τη ζωή
Όταν ο Οδυσσέας συνάντησε τον Αχιλλέα στον κάτω κόσμο και είδε πως ήταν βασιλιάς σε όλους τους νεκρούς του είπε: Αλλά Αχιλλέα, σαν κι εσένανε κανένας δεν είναι τόσο καλότυχος. Όταν ήσουν ζωντανός, όλοι σε δοξάζαμε. Τώρα που πέθανες και πάλι είσαι βασιλιάς σε όλους τους νεκρούς. Πολύ καλά είσαι.
Και τότε του απάντησε ο Αχιλλέας: “Μη θέλεις για τον θάνατο να με παρηγορήσεις, χωρικός νάμουν ήθελα και να ξενοδουλεύω, άνδρα πτωχόν που κτήματα μεγάλα να μην έχει, παρά σε όλους τους νεκρούς εγώ να βασιλεύω.” Και τούτα είναι τα λόγια του πιο υπερήφανου Έλληνα (12)!
Σε αντίθεση με τους Έλληνες, για τους χριστιανούς τούτη η ζωή θεωρείται χωρίς αξία. Η μόνη της αξία είναι πως μας δίνει την ευκαιρία να προετοιμαστούμε για την άλλη τη ζωή. «Εμείς οι χριστιανοί, παιδιά μου, τον επίγειον τούτον βίον τον θεωρούμε χωρίς αξία» (13)
Ένα άλλο παράδειγμα που δείχνει τη στάση του Έλληνα για τούτη τη ζωή και το πάθος του γι’ αυτή και τον κάνει διαμετρικά αντίθετο από τον Ιουδαίο, είναι ο μύθος του Σίσυφου. Στο λιακωτό καθότανε ο Σίσυφος μαζί με την πεντάμορφη γυναίκα του, πάνω στο κάστρο της Ακροκόρινθος, ένα από τα πιο όμορφα μέρη της Ελλάδας, όταν βλέπει ξαφνικά τον χάροντα να έρχεται καβάλα στο μαύρο του άτι. Γυναίκα μου, της λέει, για μένανε μην κλάψεις και μη μαυροφορέσεις. Να τραγουδάς και να γλεντάς θέλω. Πήγε ο Σίσυφος στον κάτω κόσμο και αμέσως άρχισε να παρακαλεί τον χάροντα να τον αφήσει για μια στιγμή να ανεβεί στον απάνω κόσμο για να τιμωρήσει τη γυναίκα του που δεν πένθησε και δεν μαυροφόρεσε για αυτόν. Τελικά μπόρεσε και πήρε την άδεια για να επισκεφθεί τον απάνω κόσμο, αγκάλιασε την γυναίκα του και δεν ξαναπήγε στον Άδη (14). Εδώ μιλάμε για πάθος για τούτη τη ζωή.
Ενώ για τον χριστιανό η στάση του απέναντι στη ζωή είναι ακριβώς η αντίθετη: «Τέλος ο θάνατος για μένα θα είναι ευεργεσία, γιατί θα με στείλει ακόμα πιο γρήγορα στο Θεό, προς αυτόν πορεύομαι και από καιρό βιάζομαι να φτάσω» (15) όπως τόνισε ο «Μέγας» Βασίλειος.
Κάποιος ρώτησε τον Αναξαγόρα ποιο κίνητρο έχει ο άνθρωπος να προτιμά να ζει παρά να μη ζει, και εκείνος, του απάντησε: «Το κίνητρό του είναι να ημπορεί να θαυμάζει τον ουρανόν και την περί τον όλον κόσμον τάξη» (16).
Αλλά για τον χριστιανό η ομορφιά της ζωής έγινε αμαρτία. «Εάν κανείς αγαπά τον κόσμον, η άγάπη προς τον πατέρα του δεν υπάρχει μέσα του» (17). Ο ‘Ελληνας ήθελε να γίνει «καλός καγαθός», ενώ ο κτηνώδης και βάρβαρος χριστιανός είπε: «ούτε η σωματική δύναμη ούτε η ομορφιά… έχουν αξία για εμάς..; ό,τι μας προτεοιμάζει για την άλλη ζωή, αυτό αγαπάμε και αναζητάμε» (18).
Οι Έλληνες έφτασαν στο σημείο να πούνε με το στόμα του Επίκουρου πως ο σκοπός της φιλοσοφίας είναι να κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο, και για να επιτύχει αυτό το σκοπό πρέπει πρώτα να τον απαλλάξει από το φόβο. Πρώτα από το φόβο του Θεού και έπειτα από το φόβο του θανάτου. Οι χριστιανοί απάντησαν στο σοφό Επίκουρο «αρχή σοφίας φόβος κυρίου» και τον βαθμολόγησαν τόσο αρνητικά, που το όνομα επικούρειος, με τον καιρό, για τους χριστιανούς έγινε συνώνυμο του διαβόλου για όλον τον μεσαίωνα (19). Ακόμα και ο Δάντης κατατάσσει τον σοφό Επίκουρο στην κόλαση και μάλιστα στα χαμηλότερα πατώματά της.
Με λίγα λόγια ο Έλληνας προσπάθησε να ερευνήσει και να εξηγήσει τον κόσμο με τη λογική, ενώ για τον Ιουδαίο η αλήθεια ήταν μια και δοσμένη μια για πάντα και δε χρειαζόταν ούτε καν να κάνει τον κόπο να ψάχνει. Ο Έλληνας γνώρισε τον κόσμο μέσα στην πράξη, μέσα στην δράση, μέσα στην ελευθερία και τον αγάπησε με πάθος. Αντίθετα ο Ιουδαίος, σκλάβος μια ζωή, τον μίσησε και τον περιφρόνησε. Ο Έλληνας με το κεφάλι ψηλά και με πρόσωπο γελαστό προσπάθησε να εκφράσει με την τέχνη του, τη χάρη και την ομορφιά της ζωής, όμως ο Ιουδαίος, με τη μέση του γερμένη και με πρόσωπο βλοσυρό βογκούσε, προφήτευε και ανέμενε (20).
Ο Έλληνας έφτιαξε πολιτισμό εδωκοσμικό και ανθρωποκεντρικό, ενώ ο Ιουδαίος έφτιαξε πολιτισμό θεοκρατικό και εξωαποδώ. Ο Έλληνας κατόρθωσε πρώτος αυτός να: «ξεμπλέξει το υποκείμενο από το αντικείμενο, τον άνθρωπο από τον θεό, το θάνατο από τη ζωή, το μύθο από το λόγο…» (21), ενώ ο Ιουδαίος πέρασε τη ζωή του όλη αρνούμενος να μεγαλώσει.
Τούτοι οι δυο κόσμοι, οι διαμετρικά αντίθετοι, τάφερε η μοίρα κάποτε να συναντηθούν. Ο Ελληνισμός σε πλήρη παρακμή που είχε αρχίσει από την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου και ο Ιουδαϊσμός, όπως πάντα, σταθερός στο σκυφτοκέφαλο βίο του. Ο Έλληνας γινότανε καθημερινά όλο και λιγότερο πολίτης, αφού η πόλη-κράτος είχε πάρει το δρόμο της παρακμής, ο καθένας προσπαθούσε να σωθεί όπως-όπως και η φιλοσοφία άρχισε να προτείνει όλο και περισσότερο λύσεις ατομικές. Την ίδια εποχή ο Ιουδαίος δεν έκανε την παραμικρή υποχώρηση. Οτιδήποτε έλεγε η Παλαιά Διαθήκη ήταν πέρα για πέρα αλήθεια ακόμα και οι τρεις χρυσές τρίχες του Σαμψών!
Μα ο Έλληνας παρά την πτώση του εξακολουθούσε να διατηρεί ακόμα δόσεις λογικής και επιστημονικής σκέψης, και τούτο φάνηκε όταν ο Απόστολος Παύλος μίλησει στους Αθηναίους από το βήμα της πόλης. Στην αρχή οι Αθηναίοι τον άκουγαν με μεγάλη προσοχή. Όταν, όμως, ο Παύλος άρχισε να μιλά «για ανάσταση εκ νεκρών σαστίζουν και μερικοί χαμογελούν»: «Καλά όσο για αυτό, θα το ξαναπούμε άλλη φορά». «… ακούσαντες δε ανάστασιν νεκρών, οι μεν εχλεύαζον, οι δε είπον: ακουσόμεθά σου πάλι περί τούτου» (22). Ο παράλογος λόγος δεν ήταν δυνατόν να ριζώσει σε λαό που είχε μάθει να τα βλέπει όλα κάτω από το φως της λογικής.
Όμως, όπως έχουμε αναφέρει, για τους Έλληνες το απόλυτο, το δογματικό αποτελούσε ύβρη. Για κάθε φιλοσοφικό πρόβλημα στην Ελλάδα υπήρχαν πολλές και αντίθετες απόψεις. Αν πάρουμε π.χ. το θέμα «ψυχή», βλέπουμε πως ο Πλάτων πίστευε πως αυτή είναι ουσία αθάνατη, ενώ ο Δημόκριτος πίστευε πως και αυτή αποτελείται από ύλη, αν και διαφορετικής μορφής και είναι και αυτή θνητή, όπως ακριβώς και το υπόλοιπο σώμα.
Οι χριστιανοί ασπάσθηκαν μια παραποιημένη γνώμη του Πλάτωνα και απόρριψαν αυτή του Δημόκριτου. Τον Πλάτωνα τον σήκωσαν μέχρι τον ουρανό, ενώ το Δημόκριτο το βαθμολόγησαν πολύ αρνητικά. Το Σωκράτη τον αποκάλεσαν χριστιανό που έζησε προ χριστού, τον Πλάτωνα Μωυσή που αττικίζει. Για τους δυο έφτιαξαν ακόμα και εικόνες, ενώ ο “Άγιος” Αυγουστίνος πρότεινε να κτισθούν και εκκλησίες προς τιμήν τους (23). Και το σπουδαιότερο: Όλα σχεδόν τα βιβλία του Πλάτωνα έχουν σωθεί, ενώ αντίθετα, ο Δημόκριτος, που αρνήθηκε την αθανασία της ψυχής, προξένησε την οργή των χριστιανών και όλα του τα έργα, γύρω στα 70, χάθηκαν. Σώθηκαν μόνο περίπου 300 αποσπάσματα. Ίσως να του τα έκαψαν οι χριστιανοί, όπως επιθυμούσε, πολλά χρόνια πριν, ο Πλάτωνας (24).
Το ίδιο ακριβώς έκαναν και με όλο το αρχαίο πολιτισμό. Διάλεξαν από αυτόν αποσπασματικά αυτό και μόνον αυτό που τους συνέφερε, ή που ήταν ταιριαστό με την πίστη τους και αυτό και μόνον αυτό διέσωσαν και εξύψωσαν, ενώ ό,τι δεν συμφωνούσε με τα δόγματά τους και τη θρησκεία τούς το παρέδωσαν, δίχως δεύτερη σκέψη, στις φλόγες.
Τη στάση του χριστιανισμού απέναντι στον Ελληνισμό μπορούμε να την καταλάβουμε σωστά, αν διαβάσουμε την εργασία του “Μεγάλου” Βασιλείου: «Όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο βιβλίων». Σε αυτή την εργασία ο συγγραφέας παρομοιάζει το χριστιανισμό με μέλισσα και τον Ελληνισμό τον παρομοιάζει με όλα τα λουλούδια και συμβουλεύει τους νέους και τους λέει: Η μέλισσα δεν κάθεται επάνω σε όλα τα λουλούδια. Έτσι και οι χριστιανοί δεν πρέπει να διαβάζουν όλα τα βιβλία των Ελλήνων. Έπειτα, όταν η μέλισσα κάθεται επάνω σε ένα άνθος, δεν προσπαθεί να το πάρει ολόκληρο. Παίρνει μόνο αυτό που της χρειάζεται. Το ίδιο ακριβώς θα πρέπει να κάνουν και οι χριστιανοί. Όταν διαβάζουν ένα ελληνικό βιβλίο δεν πρέπει να το πάρουν ολόκληρο. Να πάρουν μόνον εκείνα τα στοιχεία που τους είναι χρήσιμα (25).
----------------- Παραπομπές
1. Η Καινή Διαθήκη, υπό Παν. Τρεμπέλα, έκδοση τριακοστή έκτη (Αθήνα: Ο Σωτήρ, 1993), Κατά Ματθαίον, στιχ. 17.
2. Ι.Θ. Κακριδής, Ελληνική Μυθολογία (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, Τόμος 30ς, 1986), σελίδα 266.
3. Η Καινή Διαθήκη, η ίδια που αναφέραμε παραπάνω, Επιστολή προς Εβραίους, Κεφάλαιο ΙΑ’, στίχ. 3, σελίδα 894.
4. Μ.Χ. Στασινόπουλος, Μορφές από το Δ’ Αιώνα (Αθήνα: Εκδόσεις Εστία, Β’ Έκδοση, 1980), σελίδα 65.
5. Στο ίδιο, Επιστολή προς Κορινθίους, Κεφ. Β’, στίχ. 7, σελίδα 666.
6. Bertrand Russel, History of Western Philosophy (London: Unwin Paperbacks 1979), page 48.
7. Στο ίδιο, Ιακώβου, κεφ. Γ’, στιχ. 15.
8. Στο ίδιο, προς Κορινθίους, Κεφ. Α’, στίχ. 19.
9. Στο ίδιο, Α’ προς Κορινθίους, Κεφ. Α’, στίχ. 23.
10. Μ.Χ. Στασινόπουλος, Μορφές από τον Δ’ Αιώνα, σελίδα 86.
11 X. Θεοδωρίδης, Επίκουρος (Αθήναν Εκδόσεις Κήπου, 1954) σελίδα 29.
12. Όμηρος, Οδύσσεια (Αθήναι: Εκδόσεις Φέξη, Μετάφραση Ιακώβου Πολυλά). Ραψωδία Λ’ στίχος 490.
13. Μ.Δ. Στασινόπουλος, στο ίδιο, σελίδα 231.
14. Θ. Κακριδής, Ελληνική Μυθολογία, στην ίδια που έχει αναφερθεί, σελίδα 250.
15. Μ.Δ. Στασινόπουλος, Μορφές από τον 40ον Αιώνα (Αθήνάι: Εκδόσεις Εστία, Β’ ‘Εκδοση, 1980), σελίδα 111.
16. Αριστοτέλης Άπαντα Αριστοτέλους (Αθήναι: Εκδόσεις «Ωφελίμου Βιβλίου», Μετάφραση Ν. Κυργιοποΰλου, 1980), Τόμος 4, σελίδα 168.
17. Καινή Διαθήκη, στην ίδια που έχει αναφερθεί, Α’ Ιωάννου Κεφ. Β’ στίχος 15, σελίδα 954.
18. Μ. Βασίλειος, Προς τους Νέους όπως αν εξ Ελληνικών Οφελοί-ντο Λόγων (Αθήνα: Εκδόσεις Εστία, μετάφραση Μιχ. Δ. Στασινόπου-λος, Β’ ‘Εκδοση, 1980)
19. X. Θεοδωρίδης, Επίκουρος, στο ίδιο βιβλίο που έχει αναφερθεί, σελίδα 196.
20. Παν. Κανελλόπουλος σελίδα 20 Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος (Αθήναι: Δ. Γιαλλέλης, Τόμος Α’ 1976), σελίδα 26.
21. Παν. Κανελλόπουλος, στο προηγούμενο βιβλίο, σελίδα 23.
22. Η Καινή Διαθήκη, στο ίδιο, Α’ Πράξεις, κεφ. ΙΖ, στ. 32.
23. Παναγ. Κανελλόπουλος, σελίδα 20.
24. Φ.Κ. Βώρος, τρόποι Σπουδής και διδασκαλίας της Ιστορίας (Αθήνα: Εκδόσεις Παπαδήμα, 1989), σελίδα 31.
25. Μ.Χ. Στασινόπουλος, στο ίδιο βιβλίο, σελίδα 229.
VIDEO:
Προμηθέα Ολυμπία Κυρήνη Πυθία 28 01 2007 Η ομιλία της πραγματοποιήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 2007 στο γεύμα που πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο «Ritz» γιά την εορτή των ''Ελληνικών Γραμμάτων'', με την παρουσία του μητροπολίτη Σικάγου Ιάκωβου καιτο θέμα ήταν ο "ελληνοχριστιανικός" πολιτισμός.Ξεκινώντας την ομιλία της σε άπταιστη καθαρεύουσα, αν και με αμερικανική προφορά, η νεαρή μαθηματικός έθεσε το ερώτημα σχετικά με τα αίτια που κατέστρεψαν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό αναλύοντας τις διώξεις του Ελληνισμού απο τον Χριστιανισμό.Ο υπεύθυνος για την εκδήλωση διέκοψε την βιντεοσκόπηση κι άρχισε έξαλλος και συνεπικουρούμενος από τέσσερις-πέντε ακόμα παρευρισκομένους να φωνάζει: «Έξω, έξω, βρωμοθήλυκο!», ενώ ορισμένοι άλλοι υποστήριζαν, ότι έπρεπε να αφήσουν την ομιλήτρια να ολοκληρώσει το λόγο της. Η Προμηθέα ύψωσε με σθένος τον τόνο της φωνής της και προσπάθησε να τους εξηγήσει, ότι αυτά που έλεγε αποτελούσαν την ιστορική αλήθεια,εμπρός όμως στις αυξανόμενες αντιδράσεις η μητέρα της αναγκάσθηκε να την κατεβάσει από το βήμα.
------------------ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ:
Οι αρχαίοι κίονες γίνανε πέτρες, για να χτιστούν οι τοίχοι των νέων ναών… Δημήτρη Λιαντίνη τα «Ελληνικά»
Μας δίδαξαν πως ο Χριστιανισμός ήρθε και συμπλήρωσε τον Ελληνισμό. Πως με τις νέες ιδέες κάλυψε τα κενά, θεράπευε τις ατέλειες και τα λάθη, ολοκλήρωσε την οπτική και τη θεωρία του, και βάθυνε τα αμμώδη και τα ρηχά της προβληματικής των Ελλήνων. Πως πράυνε τη σκληρότητα και μάλαξε την αγερωχία τους για τον άνθρωπο, στρογγύλεψε τις ακμές και τις οξείες της ελληνικής περηφάνειας, και ημέρωσε την τραχύτητα της ανθρώπινης πράξης.
Μ’ έναν λόγο, πως εξευγένισε τη γενική λειτουργία και έκφραση του βιοτικού τρόπου των Ελλήνων…
Διδάσκοντας οι δάσκαλοι τα αρχαία ελληνικά, μας έμαθαν να βλέπουμε ερμηνευτικά τους Έλληνες κάτω από τα τσακίσματα και τους ρυθμούς των χριστιανών. Αυτό σημαίνει, πως αν οι δάσκαλοι από την άποψη της ουσίας παραχάραξαν το ελληνικό νόμισμα, από την άποψη της μορφής ο τρόπος που ερμήνευαν στη συνέχεια τους Έλληνες ήταν να διαθέσουν το κίβδηλο χρήμα στην αγορά από όλες τις τράπεζες του κόσμου. Η υφήλιος γιόμισε κάλπικη μονέδα. Σύμφωνα με την τακτική αυτή, κάθε αποτίμηση ελληνικού στοιχείου έπρεπε να περνά μέσα από τους ηθμούς της χριστιανικής λογικής, της χριστιανικής ηθικής, και της χριστιανικής αισθητικής. Οι αρχαίοι κίονες γίνανε πέτρες, για να χτιστούν οι τοίχοι των νέων ναών…
Το δίκαιο των ανθρώπινων νόμων δεν είναι να μας χαρίζουν το μεγαλύτερο καλό, αλλά να μας φυλάγουν μέσα στο μικρότερο κακό. Ο νόμος των ανθρώπων δεν φιλοδοξεί να μου προσφέρει τον Παράδεισο. Του στέκεται αρκετό να αποτρέψει την Κόλαση να γκρεμιστεί απάνω μου. Μια βασική θέση των Ελλήνων, που είναι και η παιδαγωγική της φυσικότητας και της υγείας, λέει πως, είμαι ευτυχισμένος στο βαθμό που δεν είμαι δυστυχισμένος.
Αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι με την πραγματικότητα, και όχι με τις αφελείς επιθυμίες μας, τότε θα δεχθούμε ότι μέσα στην ανθρώπινη φύση περιπλεονάζει η φαυλότητα και το στοιχείο της άρνησης. Μία από τις δέκα θεμελιώδεις προτάσεις των Ελλήνων, που τη βάζουν μάλιστα και στο στόμα των εφτά σοφών, λέει: «Οι πλείστοι άνθρωποι κακοί». Και στη νεότερη εποχή το ίδιο νόημα μας το ‘δωκε η απαρηγόρητη διατύπωση του Χόμπς: «Ο άνθρωπος είναι λύκος για τον συνάνθρωπο». Σε μια τέτοια λοιπόν πραγματικότητα να πασχίζεις να εφαρμόσεις το «αγαπάτε αλλήλους» των χριστιανών είναι σαν να βάζεις φωτιά και να ζητάς να πυρπολήσεις τον χιονισμένο κάμπο…
Σχετικά με την αγάπη, την παρούσα στους χριστιανούς και την απούσα στους Έλληνες, αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι, όχι με την πλάνη και την υποκρισία, αλλά με την αλήθεια και την εντιμότητα, θα υποχρεωθούμε να αναδιατάξουμε τις θέσεις μας από τα θεμέλιά τους. Για τους Έλληνες αγάπη είναι η υποταγή στη φυσική και στην ηθική τάξη· αυτό που διαφορετικά το περιγράψανε με τη μεγαλώνυμη λέξη της Δίκης· να επιδικάζεις στον άνθρωπο την τιμή του· να μη γίνεσαι υπέρογκος και υβριστής απέναντι στους νόμους της φύσης και στους νόμους των ανθρώπων να κατέχεις και να δείχνεις τη νόστιμη και τη μέτρια ανθρωπιά· αυτό που οι Ευρωπαίοι ερμηνευτικά το βάφτισαν Ουμανισμό. Και όλα αυτά χωρίς γλυκασμούς και χωρίς ηχηρότητα. Με γνώση, με πίκρα και με βούληση.
Για τους Έλληνες, δηλαδή, αγάπη δε σημαίνει να δίνεις τον ένα από τους δύο χιτώνες σου. Αλλά να μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να ‘χει τρεις χιτώνες, όταν ο διπλανός δεν έχει κανέναν. Η θέση των χριστιανών να δίνεις από τα δύο το ένα σε ‘κείνον που δεν έχει κανέναν, είναι η νοσηρή αντίδραση απέναντι στους νοσηρούς όρους. Η ελεημοσύνη δεν ταιριάζει στον αξιοπρεπή και τον περήφανο άνθρωπο. Γιατί ζητεί να λύσει το πρόβλημα προσωρινά, και εκ των ενόντων να «κουκουλώσει» μια κοινωνική αταξία. Ενώ η θέση των Ελλήνων να μην αποκτήσεις τρία, όταν ο δίπλα σου δεν έχει ούτε ένα, είναι η υγεία. Σου υποδείχνει να προλαβαίνεις στοχαστικά, για να μη χρειάζεσαι ύστερα να γιατροπορεύεις ατελέσφορα. Άλλωστε η θέση αυτή είναι, αλλιώτικα, η βάση εκείνης της υπέροχης σύλληψης στο κοινωνικό πρόβλημα, που οι Έλληνες την είπανε δημοκρατία. Ξέρεις άλλη λέξη με πιο αδρή, πιο γόνιμη, πιο πλούσια, πιο σοφή, και πιο έμορφη αν θέλεις ουσία από τη λέξη δημοκρατία; Εγώ δεν ξέρω. Και γράμματα γνωρίζω, που λένε στα δικαστήρια.
Αυτή την πρωταρχική συμπεριφορά των Ελλήνων, που προφταίνει να σε φυλάγει από τη διολίσθηση στο ηθικό χάος, ο Αριστοτέλης τη χάραξε σε μια πρόταση μαρμάρινη. Μοιάζει με τις εξισώσεις που διατυπώνουν οι μεγάλοι φυσικοί: «Ο αλτρουισμός», λέει, «είναι στον ίδιο βαθμό λανθασμένη προκατάληψη με τον εγωισμό». Ο αλτρουισμός των χριστιανών όμως δεν είναι τέτοιο δώρο. Αλλά είναι η πρόφαση για να διαιωνίζεται ο εγωισμός τους. Σκέφτηκες ποτέ πόσο ατιμωτική είναι για σένα η στιγμή που ελεείς το διακονιάρη; Πώς επιτρέπεις, και πώς ανέχεσαι την υπεροχή σου απέναντί του; Η ελεημοσύνη σου τον φτύνει καταπρόσωπα.
Οι χριστιανοί ποτέ δε θα μπορούσαν να πουν αυτό τον λόγο του Αριστοτέλη. Γιατί έρχονται να διακονήσουν την αρρώστεια. Δεν έρχονται να στεφανώσουν την υγεία. Η πρόταση του Αριστοτέλη είναι ο λόγος ο φυσικός και ο ολόκληρος. Αντίθετα, το «αγαπάτε αλλήλους» των χριστιανών είναι η θέση η μισή και η αφύσικη. Γιατί ο άνθρωπος δεν αγαπά μόνο, αλλά εξίσου μισεί. Πράγμα που είναι και το φυσικό και το καθημερινά συμβαίνον… Ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να μισήσει ποτέ, μοιάζει με τη σκύλα που δεν μάχεται τον λύκο, σαν έρχεται επίβουλα στο μαντρί, αλλά ζευγαρώνει μαζί του. Έτσι όμως ποιος θα φυλάξει τα πρόβατα;
Επειδή η διδασκαλία των χριστιανών αγνόησε ή παράβλεψε αυτό το δεύτερο φυσικό μισό, η φύση και τα πράγματα την τιμώρησαν με τη χειρότερη τιμωρία. Την έκαμαν στα λόγια να γίνεται διδασκαλία απλότητας και αγάπης, και στην πράξη να μένει συμπεριφορά πονηρίας και μίσους. Αυτό το αναποδογύρισμα στα σκοτεινά το περιγράφει η περίφημη υποκρισία των χριστιανών, που συνέχεια τη βλέπουμε γύρω μας, και συνέχεια την παραβλέπουμε αδιάφορα. Η υποκρισία των χριστιανών μας είναι καθημερινή και βραδυνή και μεσημβρινή. Μας παραστέκει όπως το νερό που πίνουμε, και μας κυκλώνει όπως ο αέρας που ανασαίνουμε.
Θα φέρω δύο δείγματα, για να δείξω ότι αυτό το μίσος είναι η οξύτερη μορφή εχθροπάθειας, που μπόρεσε να ξεδιπλώσει η ανθρώπινη φύση. Το ένα δείγμα είναι η επινόηση της Κόλασης με τα βασανιστήρια της. Αναλογίστηκες ποτέ, τι σημαίνει την ώρα που πεθαίνει ο άνθρωπος να του φορτώνεις τον τρόμο του αιώνιου μαρτυρίου της Κόλασης; Η ώρα του θανάτου που κάποτε θα ‘ρθει για τον καθένα μας, ο θάνατος είναι η μοναδική σταθερά της ανθρώπινης φύσης, είναι μια ώρα απερίγραπτης τραγικότητας. Γιατί εκείνη τη φοβερή στιγμή ο άνθρωπος εξοφλεί την επιταγή της ζωής.
Εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή της ανεκλάλητης χρείας και της φρικτής εγκατάλειψης είναι ακριβώς που διάλεξε η Εκκλησία να φορτώσει τον αφελή χριστιανό με τους αιώνιους τρόμους της Κόλασης:
Θα ζεις, του λέει, αιώνια κλεισμένος σ’ έναν πύρινο τάφο.
Να φορτώνεις λοιπόν τον άνθρωπο τον αφελή και τον αθώο κάπου, γιατί είναι το μεγάλο σου θύμα, με τέτοιες φρικτές φαντασίες την πανίερη και την υπέρτατη και τη φοβερή ώρα που ψυχομαχεί· την ώρα που δίνει την πιο άγρια μάχη -τί ‘ναι μπροστά της τα Γαυγάμηλα και οι Κάννες και η Μάχη των Εθνών!- να βγει η ψυχούλα του για να λυτρωθεί από την αγωνία του θανάτου. Ερωτώ: Ποιος σατανάς, ποιο ανθρώπινο τέρας, ποιος αρχιτέκτονας του σκότους και του ουαί θα μπορούσε να δείξει αγριότερο μίσος και να επινοήσει χειρότερο μαρτύριο για τους ανθρώπους;
Το άλλο δείγμα μου είναι το κείμενο του αφορισμού της Εκκλησίας. Ακούστε τις λέξεις, κοιτάχτε τις σκηνές, και μετρήστε το μίσος που υπάρχει στο τυπικό του αφορισμού, την ώρα που ξεστομίζεται από το ρύγχος του ιερέα: «Να είσαι αφωρισμένος, καταραμένος, και μετά θάνατον άλυτος. Αι πέτραι και ο σίδηρος να λυθούν, συ δε μηδαμώς. Να σχισθή η γη και να σε κοταπίη ως τον Δαθάν και τον Αβειρών. Να τρέμης επί γης ως ο Κάιν, και να απόκτησης την λέπραν του Γιεζή, και την αγχόνην του Ιούδα. Περιπλέον να έχης τας αράς των 318 θεοφόρων πατέρων».
Ναι. Τις κατάρες των θεοφόρων πατέρων! Οι άγιοι, δηλαδή, και ο θεός που φέρνουν μέσα τους, θεοφόροι για, δεν είναι άλλο παρά χολή και ανάθεμα, πίσσα, οργή, μισανθρωπία, βρασμός και βρυγμός και τριγμός, καταλαλιά και αποθηρίωση. Ίδε η θρησκεία της αγάπης! Οποίον τρομερόν όπλον! λέει ο άγιος Παπαδιαμάντης μας για τον αφορισμό. Κι ένας άλλος θα μπορούσε να προσθέσει: Και ενάντια σε τι ανθρώπους σφεντονίζεται!…
Αν διατάξει κανείς το πρόβλημα της σχέσης Ελληνισμού και Χριστιανισμού μετωπικά, και το κοιτάξει κατάματα, θα βρει να κρατήσει δύο κρατούμενα. Το ένα είναι πως η σύνθεση αυτών των δύο κοσμοθεωριών σε ενότητα συνιστά το ακρότατο σημείο του αφύσικου μέσα σε ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος. Το άλλο είναι πως η απόπειρα να συνταιριαστούν αυτές οι δύο αταίριαστες ροπές δυνάμεων συνιστά την κατεξοχήν ερμηνευτική τερατωδία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μεγαλύτερη πομφόλυγα, και πιο γελοίο τσαλίμι από αυτό που ονομάστηκε «Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός» δε θα μπορούσε να σκαρφιστεί και να σκαρώσει ο άνθρωπος. Βλέπω έναν Τουρκαλβανό, με προβιά και τουλουπάνι, να πηδοκοπά και να λυγίζει χορεύοντας βαλς στα Χειμερινά Ανάκτορα της Πετρούπολης την εποχή του Στολύπιν…
Χαλκεύουμε και τεχνουργούμε το νέο άνθρωπο εκατό τοις εκατό πλαστικό, και εκατό τοις εκατό αφύσικο. Γιατί αφύσικη και πλαστική ως το μυελό των οστών της είναι τούτη η περιλάλητη ελληνοχριστιανική σύνθεση. Ενώστε το τραγί και την έλαφο, και θα ‘χετε τραγέλαφο. Παράλογα και αφύσικα, και πανούργα και γελοία, ανυπόστατα και καρκινοπαθή, και εγκληματικά και απάνθρωπα έργα του ανθρώπου ψάχνοντας θα βρούμε πολλά. Η έμπνευση όμως που είχαν κάποιοι να επιχειρήσουν τη μίξη του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό, και στη συνέχεια να την ονομάσουνε «εύκρατη κράση», είναι μία πράξη που μένει σαν η αποθέωση του θράσους, της άγνοιας, της πανουργίας, και της σύγχυσης των φρενών…
Τι ορίζει τη διαφορά ανάμεσα στους Έλληνες και στους χριστιανούς; Μία διαφορά, που από ένα σημείο και πέρα γίνεται αντίθεση, εναντίωση, ρήξη, πάλη της φωτιάς με το νερό; Εκείνο που ορίζει τη διαφορά είναι κάτι απλό και σαφές, όσο και το φύλλο της ελιάς. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι απόλυτο και ακραίο. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο είναι πως οι Έλληνες οικοδόμησαν έναν κόσμο που στηρίζεται στην παρατήρηση και στη νόηση, ενώ οι χριστιανοί οικοδόμησαν ένα κόσμο που στηρίζεται στην υπόθεση και στη φαντασία.
Η παρατήρηση των Ελλήνων είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε πάντα να βεβαιώνεται πρακτικά από τα συμβαίνοντα στη φύση, και πάντα να αποδεικνύεται χειροπιαστά από το πείραμα στο εργαστήριο. Λέμε, για παράδειγμα, σήμερα ατομική φυσική, και ξεκινάμε από το «άτομο» του Δημόκριτου. Και στην ατομική φυσική τίποτα δεν γίνεται δεκτό από την κοινότητα των φυσικών, εάν προηγουμένως δεν του δοθεί το «ναι» του εργαστηρίου. Αντίθετα, η υπόθεση των χριστιανών είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε μένει αναπόδειχτη. Οποιοδήποτε δεδομένο των χριστιανών ποτέ δε θα βρει την εφαρμογή του μέσα στην κλίμακα της φύσης. Ποτέ και κανείς, λόγου χάρη, δεν είδε τον θεό μέσα στις εξισώσεις του Αϊνστάιν ή στο λαμπορατόριο. Ποτέ και κανείς δεν είδε ένα νεκρό να ξανανεβαίνει στο φως, και να βγάζει λόγο για τον Παράδεισο και την Κόλαση. Ποτέ και κανείς δεν αγάπησε το ξένο παιδί όσο αγαπά το δικό του, ή δέχτηκε να πεθάνει το δικό του παιδί στη θέση του παιδιού ενός ξένου.
Πιο απλά, οι Έλληνες ξεκινούν από τη φύση και το ορατό. Το όργανο της μελέτης τους είναι η λογική… Αντίθετα, οι χριστιανοί ξεκινούν από την ψυχή και το αόρατο. Το όργανο της μελέτης τους είναι η φαντασία και το συναίσθημα… Ξεκινώντας λοιπόν από τις αφετηρίες της παρατήρησης και της φαντασίας βρίσκουμε και εξηγούμε, γιατί η μέθοδος των Ελλήνων οδήγησε στην επιστήμη, και γιατί ο τρόπος των χριστιανών οδήγησε στη θρησκεία. Και πάρα πέρα, βρίσκουμε και εξηγούμε, γιατί το κριτήριο της επιστήμης είναι η πειραματική απόδειξη της γνώσης, και στη συνέχεια η αναγκαστική αποδοχή της από κάθε φρόνιμο άνθρωπο, ενώ το γνώρισμα της θρησκείας είναι «η εξ αποκαλύψεως αλήθεια» και το «δόγμα». Ο Αυγουστίνος, ένας πρώιμος και βαθύς θεωρητικός των χριστιανών, έλεγε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον Χριστιανισμό είναι τα μαθηματικά. Η πιο καθαρή δηλαδή μορφή της επιστήμης. Ήξερε ο άνθρωπος…
Οι χριστιανοί του Μεσαίωνα, και μάλιστα του βυζαντινού, ήσαν πολύ πιο έντιμοι από τους σύγχρονους ανεμοκυκλοπόδηδες, που με τον ζήλο τους να συγχρωτίσουν Ελληνισμό και χριστιανισμόανακάτεψαν τον λαγό με τη χελώνα. Γιατί είπαν καθαρά και ξάστερα ότι οι Έλληνες ήσαν μωροί. Τους κηρύξανε μια και καλή σε πνευματική πτώχευση ως την αυτοκτονία. Και διαρρήξανε μαζί τους τελειωτικά όλους τους ιστούς και όλους τους συνδέσμους. «Τί πλανώνται προς Πλάτωνα; Τί Δημοσθένη στέργουσι τον ασθενή; Τί μη ορώσιν Όμηρον όνειρον αργόν;», λέει ο Ρωμανός σε κάποιον ύμνο του για τη μωρία, την αφασία, και την παραλυσία των Ελλήνων… Είναι έντιμη στάση, γιατί από το βάθρο της καθαιρεί τη λογική των Ελλήνων, και στη θέση της υψώνει την πίστη… Η σύγχρονη όμως τακτική των σχολείων μας που θέλει να ερμηνεύει τους Έλληνες μέσα από το καλειδοσκόπιο των χριστιανών, είναι οικτρή απόπειρα ευνουχισμένων στο κρεβάτι. Και τρομάρα νεκροφάνειας στο φέρετρο…
Το επίπεδο της ιατρικής: Προβληματισμοί και Προοπτικές
H άσκηση της ιατρικής είχε κάποτε μιαν εντελώς διαφορετική θεώρηση και αντιμετώπιση. Η ιατρική πράξη άγγιζε τα όρια του θαύματος και ο γιατρός εξομοιώνετο με θαυματοποιό.Η άσκηση ιατρικής είχε την αίγλη κάποιας θεϊκής δύναμης. Ο γιατρός ήταν αδιαμφισβήτητα σεβαστό πρόσωπο και ο ασθενής του δινόταν με απόλυτη πίστη και απεριόριστη εμπιστοσύνη και δεν υπήρχε περίπτωση αμφισβήτησης, καχυποψίας ή αμφιβολίας για το έργο του, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα. Ακολουθεί μια σημαντική εξέλιξη της επιστήμης της ιατρικής αλλά φυσικά και όλων των άλλων και πολλά πράγματα άλλαξαν, τροποποιήθηκαν, βελτιώθηκαν, προσαρμόστηκαν και μερικά απροσάρμοστα καταργήθηκαν τελείως.
Mε την πάροδο των χρόνων η ιατρική πράξη βρέθηκε εκτεθειμένη στη νομική κρίση. Δεν είναι μόνο η ζωή, η υγεία, η σωματική ακεραιότητα των ασθενών που αφήνεται στα χέρια των γιατρών, αλλά και η ανθρώπινη αξία και αξιοπρέπεια, η προσωπική ελευθερία, η ιδιωτική σφαίρα του απορρήτου. Tόνοι μελάνης σπαταλήθηκαν για τη γραφή άρθρων και μελετών σχετικά με το ιατρικό σφάλμα, την ιατρική αμέλεια, τη διαφώτιση, τη συναίνεση του ασθενούς, την τήρηση ιατρικών αρχείων, το ιατρικό απόρρητο και οτιδήποτε άλλο διέπει και χαρακτηρίζει την ιατρική πράξη και τη σχέση γιατρού – ασθενή.
Oι γιατροί πλέον δεν αποφασίζουν μόνοι. Στην ιερή σχέση τους με τον ασθενή επεμβαίνουν πια και άλλοι παράγοντες. Επιτελέστηκε και ορθώς μέχρις ενός σημείου, μια μετακίνηση του κέντρου βάρους των ιατρικών αποφάσεων και σε επιτροπές ηθικής και δεοντολογίας.
Aπό την αρχική ουσιαστικά ιατρική ασυλία των περασμένων αιώνων, περάσαμε αφύσικα και απότομα στην υπερβολή και στο αντίθετο άκρο. Σε πολλές περιπτώσεις παρατηρούμε αχρείαστες διώξεις κατά των γιατρών, με αποκορύφωμα τα μέσα της δεκαετίας του 70 στις H.Π.A. H αναντίλεκτη διαπίστωση τελικά ήταν ότι αυτές οι διώξεις ελάχιστη συμβολή είχαν στη βελτίωση του επιπέδου της ιατρικής περίθαλψης και την αποφυγή ιατρικών σφαλμάτων. Διαπιστώθηκε ότι αυτή η πρακτική επιβάρυνε το όλο σύστημα περίθαλψης και φυσικά τους ίδιους τους ασθενείς με την άσκηση αμυντικής ιατρικής.
ΤΟ «ΠΑΙΧΝΙΔΙ» ΠΑΙΖΕΤΑΙ ΩΣ ΡΩΣΙΚΗ ΡΟΥΛΕΤΑ
H ιατρική και η νομική επιστήμη όχι μόνο δεν ταυτίζονται,αλλά βρίσκονται στον αντίποδα της εννοιολογικής θεώρησης και της εκτίμησης της ιατρικής συμπεριφοράς και πράξης. Ότι ο νομικός θεωρεί επιβεβλημένο (λ.χ. “ώφειλε ή ηδύνατο” με την καθαρεύουσα που έχουν γαλουχηθεί γενιές νομικών) για το γιατρό είναι μέρος ενός συστήματος πιθανοτήτων. Tόσες οι πιθανότητες επιτυχίας της διάγνωσης ή της θεραπευτικής μεθόδου, τόσες πιθανότητες οι των παρενεργειών, των αλληλεπιδράσεων, τόσες οι πιθανότητες της επιτυχίας σε μια χειρουργική επέμβαση. Τόσες οι πιθανότητες της επιβίωσης κοκ. O νομικός στηρίζει το οικοδόμημα σκέψης του όσον αφορά το αποτέλεσμα ή το αναμενόμενο της ιατρικής πράξης στο άμεσο, στο έμμεσο και στο ενδεχόμενο.
Η προσέγγιση του είναι πολλές φορές νομικίστικη και ενίοτε νομική και ως εκ τούτου σχεδόν πάντοτε ψυχρολογική, άτεγκτη και αμείλικτη. O γιατρός έχει διαφορετική αντίληψη, διαφορετική νοοτροπία και διαφορετικό τρόπο σκέψης, διαφορετική θεώρηση και ως εκ τούτου βλέπει τα πράγματα διαφορετικά και κάτω από άλλο φακό. Στηρίζεται σε στατιστικές και σε πιθανότητες.Έτσι το «παιχνίδι» παίζεται ως ρωσική ρουλέτα. Χονδροειδή ενδεχομένως σφάλματα καταπίνονται στους διαδρόμους των χειρουργείων ή και τα σκεπάζει η γη, κατά το γνωστό ανά τους αιώνες λογοπαίγνιο, αλλά υπάρχει και ο αντίποδας. Ο γιατρός που εμπλέκεται σε κυκεώνες νομικών διαδικασιών για μια συμπεριφορά που ήταν καθ΄όλα ιατρικά ορθή, αλλά το νομικό σύστημα υποπτεύεται πως δεν ήταν, για παράδειγμα μια πλανημένη διάγνωση.
Η ίδια η ζωή και η τριβή μας με την ιατρική, μας διδάσκει ότι η μη εμπλοκή των γιατρών σε περιπέτειες, ιδίως των πιο εκτεθειμένων, των πιο επεμβατικών ειδικοτήτων, είναι ζήτημα τύχης σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αντί του ευτελούς τιμήματος ενός χαρτοσήμου, κάθε ασθενής μπορεί να «προσφέρει» τη ψυχοφθόρα εμπειρία σε ένα γιατρό, να τον σέρνει σε δικαστήρια, ποινικά ή αστικά.
Κάθε φορά που βρίσκεται κανείς σε διαδρόμους κρατικών νοσοκομείων, ιδίως σε ώρες εφημερίας, δεν μπορεί να μην εξαγάγει την απογοητευτική διαπίστωση για όλους αυτούς που συνοδεύουν τους ασθενείς. Δεν έρχονται μόνο προς συμπαράσταση του ασθενούς, δεν έρχονται μόνο για να υποκαταστήσουν το συνήθως μη επαρκώς στελεχωμένο νοσηλευτικό προσωπικό, αλλά και για να ασκήσουν ψυχολογική πίεση στους γιατρούς. Είναι έτοιμοι να εκραγούν, να επιρρίψουν ευθύνες, να λογομαχήσουν, να βρίσουν, να επιτεθούν, ακόμη και να χειροδικήσουν.
Η συμπεριφορά τους είναι πολύ συχνά καθαρά επιθετική και δείχνουν έκδηλα ότι κατέχουν όλα τα μυστικά και τα απόκρυφα της ιατρικής επιστήμης και ως εκ τούτου δεν συζητούν, αλλά επιβάλουν. Δεν ακούνε αλλά μιλούνε. Είναι ασυμβίβαστοι και απόλυτα πεπεισμένοι ότι έχουν δίκαιο. Αναφέρομαι σε αυτή τη κατηγορία των πολιτών, γιατί θεωρώ ότι τις περισσότερες φορές είναι αυτοί που πυροδοτούν τις αγωγές κατά των γιατρών και δίνουν ως επαΐοντες και ειδικοί επί παντός επιστητού τις κατευθυντήριες γραμμές για την άσκηση αγωγής κατά των ιατρών.
Το τραγικό σε αυτές τις περιπτώσεις και αυτό οφείλουμε να το παραδεχθούμε, είναι ότι και ο ασθενής έχει πολλές φορές δίκιο, γιατί οι υπηρεσίες δεν είναι εκείνες τις οποίες αναμένει και που ένα πολιτισμένο ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας μπορεί και πρέπει να του προσφέρει στις παρυφές του 21ου αιώνα. Το ιατρικό αλλά και το υγειονομικό προσωπικό υφίσταται την ανεπάρκεια του συστήματος και συγχρόνως είναι το ευάλωτο μέρος, η συτζιά του μαύρου κατά την κυπριακή τοπολαλιά, όταν ο ασθενής ή οι οικείοι του θελήσουν να ασκήσουν δυναμικά τα πραγματικά ή εκείνα που θεωρούν ως πραγματικά δικαιώματά τους.
Τα τελευταία χρόνια με την αλματώδη εξέλιξη σε όλους τους τομείς της ζωής μας και κυρίως με τη ισχυροποίηση και διάδοση και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, κάθε πολίτης αντιλαμβάνεται ότι έχει μεγαλύτερη δύναμη στα χέρια του, που μπορεί να την ασκήσει όχι μόνο δια μέσου της δικαστικής αξίωσης της απαίτησής του, αλλά και δια μέσου της δυσφήμισης, δίκην μεσαιωνικής διαπόμπευσης. Μάλιστα δεν είναι υπερβολή, αν ισχυριστώ, ότι κάποια κανάλια χαμηλής ποιότητας και ήθους και κατά συνέπεια με ψηλή θεαματικότητα, συνέτειναν συνειδητά ή ασυνείδητα στην καλλιέργεια ενός απαράδεκτου κλίματος κατά των ιατρών.
O γιατρός που μόλις μερικές δεκαετίες πριν, περιβαλλόταν από τεράστιο κοινωνικό κύρος, εμφανίζεται πολλές φορές στην εύκολα διαμορφούμενη σήμερα κοινωνική συνείδηση, ως ο στυγνός εκμεταλλευτής της ανάγκης, του πόνου, απελπισίας και της απόγνωσης του απλού και απροστάτευτου ανθρώπου.
«Μεγαλογιατροί», «φακελάκια», «σφάλματα ιατρικά», «ιατρική αμέλεια», κοσμούν ως πηχυαίοι τίτλοι και ως πρώτα θέματα τα έντυπα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Διεθνώς η ιατρική βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων. Νέες μέθοδοι πειραματικής ή υποθετικής θεραπείας ανιάτων νοσημάτων, αλλά και νέες αμφισβητούμενες από ηθικής πλευράς επεμβάσεις πραγματοποιούνται και νέα φάρμακα με πιθανές παρενέργειες δοκιμάζονται.
Η ευθύνη του γιατρού δεν μπορεί να είναι ποτέ αντικειμενική στο βαθμό που είναι του εργολάβου ή του κατασκευαστή υλικών προϊόντων. Ο ασθενής δεν είναι οικοδομή, η οποία αν καταρρεύσει, κάποιος θα ευθύνεται απόλυτα ή σχεδόν απόλυτα. Ο εργολάβος, ο μηχανικός, ο αρχιτέκτονας, ο οικοδόμος κοκ.
Ο ασθενής δεν είναι δεν είναι προϊόν που αν είναι ελαττωματικό θα πρέπει να αντικατασταθεί και να αποκατασταθεί η ζημιά. O ασθενής είναι έμβιο ον και η κατάσταση της υγείας του δεν εξαρτάται αποκλειστικά και απόλυτα από το γιατρό. H εξομοίωση της ευθύνης του γιατρού με το μηχανικό θα σήμαινε ότι για κάθε επιβάρυνση της υγείας του ασθενούς, για κάθε θάνατο, υπόλογος, χωρίς άλλο, θα ήταν ο γιατρός. Αυτό βεβαίως θα είχε καταστροφικές συνέπειες στην άσκηση της ιατρικής. H ιατρική χρειάζεται γιατρούς που να έχουν δυνατότητα δράσης και όχι άβουλα φοβισμένα πιόνια, καλυπτόμενα με σαφή αμυντική τακτική πίσω από ατέρμονα αποτελέσματα μηχανημάτων.
Τελικά το ζητούμενο είναι να πετύχουμε να διαμορφώσουμε μια υγιή κοινωνική δομή με ευσυνείδητους κυβερνώντες και διοικούντες, που να διαθέτουν όραμα, εργατικότητα, αλτρουισμό, αυτοθυσία αξιοπρέπεια, ήθος και συνείδηση. Κυβερνώντες και διοικούντες που παίρνουν μια θέση πραγματικά για να προσφέρουν και όχι για να αποκατασταθούν κυρίως οικονομικά οι ίδιοι και μερικές συγγενικές γενεές μετά από αυτούς.
Και τούτο γιατί μια κοινωνία που νοσεί, μια αμοραλιστική κοινωνία, μια κοινωνία χωρίς αρχές, αξίες, ήθος, ιδανικά και όραμα, μια κοινωνία που θεοποιεί και προσκυνά το χρήμα και κάνει αυτοσκοπό τον εύκολο και γρήγορο πλουτισμό, δεν μπορεί να απαιτεί να έχει αξιοζήλευτο πολιτισμό, δεν μπορεί να απαιτεί να έχει ψηλού επιπέδου παιδεία και φυσικά δεν μπορεί να απαιτεί να έχει άψογους λειτουργούς υγείας και άριστου επιπέδου Γενικό Σχέδιο Υγείας.
Και το κερασάκι στην τούρτα …
Να σκοτώνεις την αρρώστια της πόλης
Ο Πρωταγόρας παρουσιάζει με μελανά χρώματα την «πρώτη κατάσταση» του ανθρώπου εξαιτίας της ελαφρομυαλιάς του Επιμηθέα (επί + μήδομαι = σκέπτομαι μετά), όπου καμιά βασική ανάγκη δεν ικανοποιούνταν και η απλή επιβίωση ήταν καθημερινή αγωνία. Θεμελιακό μέρος αυτής της ομιλίας (λόγου) του Πρωταγόρα, απ’ όπου θ’αντλήσει τις βασικές θέσεις για να ανατρέψει τη σωκρατική επιχειρηματολογία είναι ο περίφημος μύθος που καταχώρισε ο Πρωταγόρας στο μη σωζόμενο έργο του, πιθανότατα “Περί της Πρώτης Καταστάσεως”
»Επειδή, τώρα, ο άνθρωπος πήρε κάτι από του θεούς (θείας μετέσχε μοίρας), πρώτα εξαιτίας της συγγένειάς του μαζί τους, μόνο αυτός απ’ όλα τα ζώα πίστεψε σε θεούς και προσπαθούσε να κατασκευάσει βωμούς και αγάλματα θεών. Έπειτα, γρήγορα, άρθρωσε με επιδεξιότητα φωνή και λέξεις και επινόησε κατοικίες και ενδύματα και υποδήματα και σκεπάσματα και τροφές από τη γη. Με αυτά τα εφόδια οι άνθρωποι στην αρχή κατοικούσαν διασκορπισμένοι και πόλεις δεν υπήρχαν. Αφανίζονταν λοιπόν από τα θηρία, γιατί, από κάθε άποψη, ήταν ασθενέστεροι από αυτά. Για την εξασφάλιση της τροφής τους οι τεχνικές τους ικανότητες παρείχαν αρκετή βοήθεια· ήταν όμως ανεπαρκείς στον πόλεμο με τα θηρία.
Γιατί δεν είχαν ακόμη την πολιτική τέχνη, μέρος της οποίας είναι η πολεμική. Επεδίωκαν λοιπόν να συγκεντρωθούν και να εξασφαλίσουν τη σωτηρία τους χτίζοντας πόλεις. Όταν όμως συγκεντρώνονταν όλοι μαζί, αδικούσαν ο ένας τον άλλον, επειδή δεν κατείχαν την πολιτική τέχνη· σκόρπιζαν έτσι πάλι και αφανίζονταν (ώστε πάλιν σκεδαννύμενοι διεφθείροντο). Ο Δίας, λοιπόν, επειδή φοβήθηκε για το γένος μας, μήπως εξαφανισθεί όλο, στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους την αιδώ και τη δικαιοσύνη για να αποτελούν κοσμήματα για τις πόλεις και δεσμούς που στερεώνουν τη φιλία.
Ρωτάει λοιπόν ο Ερμής το Δία με ποιόν τρόπο θα δώσει τη δικαιοσύνη και την αιδώ στους ανθρώπους: «να μοιράσω και αυτές όπως μοιράζουν τις τέχνες;» Τις έχουν μοιράσει με τον εξής τρόπο: ένας που κατέχει την ιατρική τέχνη είναι αρκετός για πολλούς συμπολίτες του, το ίδιο και οι άλλοι δημιουργοί. Τη δικαιοσύνη λοιπόν και την αιδώ, έτσι να τις τοποθετήσω ανάμεσα στους ανθρώπους ή να τις μοιράσω σε όλους (πάντας νείμω); Σε όλους, είπε ο Δίας και όλοι να έχουν μερίδιο. Γιατί δεν θα υπήρχαν πόλεις, αν συμμετείχαν λίγοι σ’ αυτές, όπως στις άλλες τέχνες. Και βέβαια να θέσεις εκ μέρους μου νόμο, εκείνον που δεν μπορεί να συμμετάσχει στην αιδώ και τη δικαιοσύνηνα τον σκοτώνουν ως αρρώστια της πόλης.
Αγαπητοί επισκέπτες του Ουλουγουάτου, προσοχή στα προσωπικά σας αντικείμενα: οι πανούργοι μακάκοι που ζουν δίπλα σε έναν ναό στο Μπαλί της Ινδονησίας κλέβουν τα υπάρχοντα των τουριστών και αρνούνται να τα επιστρέψουν αν δεν πάρουν έναν μεζέ για λύτρα. Οι μακάκοι του είδους Macaca fascicularis ζουν συχνά κοντά στους ανθρώπους, από τους οποίους κλέβουν φαγητό σε κάθε ευκαιρία. Στον ναό του Ουλουγουάτου, όμως, η πονηριά τους φτάνει σε πρωτόγνωρα επίπεδα. Οι αδίστακτες μαϊμούδες κλέβουν κινητά τηλέφωνα, γυαλιά ηλίου ή ό,τι άλλο βρουν, και στη συνέχεια περιμένουν το προσωπικό του ναού να τους προσφέρει λίγη τροφή ως αντάλλαγμα για την επιστροφή των κλεμμένων.
Αν και υπήρχαν αρκετές ανεκδοτολογικές αναφορές για την απαράδεκτη συμπεριφορά τους, η μελέτη της Φάνι Μπρότκορν, ειδικής στα πρωτεύοντα θηλαστικά στο Πανεπιστήμιο της Λιέγης στο Βέλγιο, είναι η πρώτη που προσφέρει επιστημονική τεκμηρίωση. «Πρόκειται για μοναδική συμπεριφορά. Ο Ναός Ουλουγουάτου είναι το μόνο μέρος στο Μπαλί όπου έχει καταγραφεί κάτι τέτοιο» λέει η ερευνήτρια στο περιοδικό New Scientist.
Η Μπρότκορν και οι συνεργάτες της πέρασαν τέσσερις μήνες παρατηρώντας τις μαϊμούδες του ναού. Διαπίστωσαν ότι, μεταξύ των τεσσάρων ομάδων μακάκων που ζουν στην περιοχή, τα περιστατικά κλοπής και εκβιασμού είναι συχνότερα στις δύο ομάδες που ζουν πλησιέστερα στους ανθρώπους. Ήταν επίσης συχνότερα σε ομάδες με πολλά νεαρά αρσενικά άτομα, τα οποία είναι πιθανότερο να επιδίδονται σε ριψοκίνδυνες συμπεριφορές.
Οι μακάκοι μιας πέμπτης ομάδας που εμφανίστηκε πρόσφατα στην περιοχή άρχισαν κι αυτοί να κλέβουν, αναφέρουν οι ερευνητές στην επιθεώρηση Primates. Οι παρατηρήσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εγκληματική συμπεριφορά των μακάκων είναι μαθημένη και όχι έμφυτη. Το γεγονός ότι αυτή η συμπεριφορά δεν έχει παρατηρηθεί σε άλλες περιοχές όπου ζει το συγκεκριμένο είδος «υποδεικνύει ότι μπορεί πράγματι να πρόκειται για μια νέα συμπεριφορική παράδοση στα πρωτεύοντα, μια παράδοση που μας διδάσκει ότι νέες παραδόσεις μπορεί να αφορούν την κλοπή και την ανταλλαγή μεταξύ διαφορετικών ειδών» λέει η Μπρότκορν.
Η ερευνήτρια έπεσε και η ίδια θύμα των κλεφτών «πολλές φορές» στη διάρκεια της μελέτης. «Οι μαΐμούδες συνέχεια προσπαθούσαν να κλέψουν το καπέλο, το στιλό μου, ακόμα και τα ερευνητικά δεδομένα!».
Ι. Ο Χαϊντεγκεριανός στοχασμός άσκησε την ερμηνευτική του δυναμική ως αποδόμηση πάσας θεσμισμένης τάξης Λόγου και καταστάσεων και ως εναντίωση στις κυρίαρχες λογισμικές αιωρήσεις του σύγχρονου ωφελιμιστικού πνεύματος. Διέρχεται μέσα από τη διερεύνηση του λόγου του ανθρώπου, για να χωρήσει πέραν τούτου προς τη διερεύνηση του χώρου του ανθρώπου. Ο εν λόγω χώρος είναι πλημμυρισμένος από ένα στερεότυπο και κατεστημένο πλήθος λέξεων της μεταφυσικής, που εμποδίζει την ελεύθερη διακίνηση της σκέψης και συγκαλύπτει την αλήθεια του Είναι. Η μόνη διέξοδος από τούτη τη φυλακή είναι η γλώσσα, ως οντολογικό πρόταγμα της σκέψης. Καθοδόν προς τη γλώσσα του Είναι φανερώνεται αυτό που είναι ο άνθρωπος.
ΙΙ. Τι είναι όμως ο άνθρωπος; Σε ένα πρώτο επίπεδο φαίνεται να είναι και πράγματι είναι το να ομιλεί για τα όντα και για τον ίδιο τον εαυτό του ως ον. Ένα τέτοιο ομιλείν, είτε με το χαρακτήρα της φλυαρίας και της καθημερινής κουβέντας είτε με εκείνον της επιστήμης, φτάνει σε κάποια όρια και πέραν τούτων η άβυσσος. Αποδεικνύεται δηλαδή ότι είναι ορισμένων και περιορισμένων δυνατοτήτων: στη σφαίρα της καθημερινότητας, όπου ανήκει και η πολιτική, εξαντλείται σε παράθεση ή άθροιση λέξεων χωρίς κάποια στοχαστική βαρύτητα, χωρίς πρό-βλεψη για το μέλλον, ενώ στη σφαίρα της επιστήμης δεσπόζει η υπολογιστική σκέψη, η γλώσσα της τεχνικής και του υπο-λογισμού.
ΙΙΙ. Σε ένα προχωρημένο επίπεδο –και τούτο με το νόημα όχι της γεωμετρικής προόδου, αλλά της φανέρωσης του ίδιου του Είναι μέσα στις ρίζες της γλώσσας– ο άνθρωπος είναι το Da-Sein [=το εδωνά του Είναι] και μέσα στη γλώσσα της σκέψης ακροάται ό,τι αυτή γλώσσα του απευθύνει. Τι του απευθύνει; Να ψάξει το υπαρκτικό του Είναι όχι μέσα στο αερολογείν, όχι στις απλές δοξασίες, που δεν διαθέτουν αυτί για τούτες τις ακροάσεις, αλλά στις οντολογικές τοπο-σημάνσεις της γλώσσας, εκεί δηλαδή που αγγέλλεται φανέρωση, αποκάλυψη της απόκρυψης. Όπου η απόκρυψη, η συγκάλυψη αφήνεται ή δεν εξωθείται από τη γλώσσα στην ανοικτότητα της κατανόησης, εκεί συμβαίνει προδοσία. Να γιατί, ας πούμε, η καθεστωτική πολιτική εκτυλίσσεται πάντοτε ως απουσία νοήματος και κατ’ επέκταση ως διεργασία προδοσίας.
§2: Andenken: Αναμνηστική σκέψη.
Ι. Ο Χάιντεγκερ εκκινεί από το δεδομένο ότι η φιλοσοφία έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό της κύκλο, αφού έφτασε στο αποκορύφωμά της με τους τελευταίους μεταφυσικούς φιλοσόφους, όπως είναι ο Χέγκελ και ο Νίτσε μαζί και ο Μαρξ, και συναφώς σε ένα τέλος με την απόλυτη επικράτηση του βασιλείου της τεχνολογίας. Η κυρίαρχη σκέψη τώρα είναι η υπολογιστική σκέψη (rechnendes Denken), η οποία κλείνει το δρόμο στην αναζήτηση του νοήματος του Είναι. Σε τούτη τη σκέψη ο μεγάλος γερμανός φιλόσοφος αντιπαραθέτει την αναμνηστική σκέψη. Γιατί; Επειδή η τελευταία μας διανοίγει στο μονοπάτι του Είναι, καθώς στην βαθύτερη πράξη της είναι ανάμνηση, ανα/μεταστοχασμός: μας παρέχει τη δυνατότητα να βρεθούμε κοντά στις πρωταρχικές ρίζες ή πηγές της φιλοσοφίας, του ίδιου του φιλοσοφικού μας πολιτισμού και να τον σκεφτούμε πάλι από την αρχή: να αφεθούμε γαλήνια και μειλίχια στην περισυλλογή των μυστικών του θησαυρών. Αυτοί είναι που αντι-μάχονται, μέσα στο χρόνο, τον ψεύτικο χρυσό της μαζικής κουλτούρας και συγκαλυμμένοι μας χορηγούνται ως απελευθερωτική στροφή προς την έκ-σταση.
ΙΙ. Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, πως η αναμνηστική σκέψη, καθότι ανάμνηση, δεν σκέπτεται την ιστορία του Είναι [μας] ως κάτι παρελθοντικόˑ απεναντίας επιχειρεί να απαντήσει σ’ αυτό που μοιραία καθορίζει την αληθινή μας ουσία, δηλαδή στο πεπρωμένο αυτής της ουσίας, στο πεπρωμένο του Dasein μας. Τουτέστιν: απέναντι στο μονόδρομο της υπολογιστικής, ήτοι επιστημονικής, τεχνολογικής σκέψης, που ηχεί ως πεπρωμένο μας, ακριβώς γιατί είναι αναπόφευκτη, αλλά και ως ένα μεγάλο βαθμό αναγκαία, η αναμνηστική σκέψη είναι η αλλαγή πλεύσης: σκάβει βαθιά μέσα στο προκαλούν τη λήθη υπάρχον και οραματίζεται, κυοφορεί το άλλο ξεκίνημα στην ιστορία του Είναι και της ανθρώπινης ύπαρξης.
ΙΙΙ. Το άλλο ξεκίνημα συνυφαίνεται πρωτίστως με ό,τι μας καλεί να σκεφτούμε πάνω στην αλλαγή της ουσίας της αλήθειας [μας]. Πρόκειται για έναν μετά-στοχασμό, μια μετά-σκέψη γύρω από τη ζωή και τη δράση της σύγχρονης τεχνικής ως τέτοιας και, με το ευρύτερο νόημά της, ως επιστημοσύνης ή απονεκρωμένης κοσμο-αντίληψης. Όσο απουσιάζει η μετά- σκέψη ή ατροφεί μέσα σε μια τεχνικοποιημένη πλαισιοθέτηση (Ge-stell) προκαλεί τους μοιραίους ολέθρους του σήμερα. Η ανα-ζωογόνησή της, δηλαδή το να μην αφήνουμε το εσκεμμένο, τη σιδερόφρακτη ιδεολογία, τη στρεψόδικη κοσμοθεωρία να παγιώνεται και να μας επιβάλλεται, είναι εφικτή με την αποφασιστική αντί-δραση στις προορισμένες για την αποκοίμιση των μαζών κοσμοθεωρίες: ο κατά Ηράκλειτο πόλεμος είναι η απαρχή του Μεγάλου.
§1: Η θετική διαλεκτική, δυνάμει της οποίας παριστάνεται η πολυδιάστατη δυναμική του Έρωτος στον Φαίδρο, ως συνέχεια –τρόπον τινά– μιας παρόμοιας δυναμικής του στο Συμπόσιο, μας φέρνει κοντά την εικόνα μιας εγγενούς σχέσης ανάμεσα στο αγαθό και το ωραίο. Πρόκειται για μια συνεχώς αυτό-αναγεννώμενη σχέση, που αποκτά τον χαρακτήρα της ερωτικής αγάπης για τη φιλοσοφική γνώση και η οποία εν τέλει καθιστά τον Έρωτα Φιλόσοφο. Ανάμεσα στον Έρωτα και τη Φιλοσοφία εφεξής σφυρηλατείται ένας εσωτερικός δεσμός, που μέλλει να προσδιορίσει, με ξεχωριστό τρόπο, την ιστορική πορεία της φιλοσοφίας. Τούτο σημαίνει πως η φιλοσοφία πια δεν παύει εις το διηνεκές να είναι η πιο ουσιαστική εκ-δήλωση του Έρωτος, όπως και αντίστροφα ο Έρως δεν παύει να αποτελεί τη θεά Εστία του φιλοσοφικού Είναι του ανθρώπου. Αλλά πώς νοείται ο Έρως στον παρόντα Διάλογο; Νοείται ως έρως του ιδεατού κάλλους. Αναλογικά και η θεματική του έργου περιστρέφεται γύρω από την ομορφιά και εκτυλίσσεται ως διαλεκτική διαπάλη ανάμεσα στην εμπειρική και τη νοητή πρόσληψη του κάλλους, ανάμεσα στη μόρφωση και την παραμόρφωση της ψυχής του νέου, ανάμεσα στο θείο λόγο του φιλοσόφου, ως εραστή του απόλυτου κάλλους, και τον παραπειστικό λόγο του ρήτορα-σοφιστή, ως κατασκευαστή επιδεικτικών, «ερωτικών» λόγων και ως κομιστή σοφιστικών τεχνασμάτων περί τα ερωτικά. Τώρα λοιπόν πρέπει η αληθινή φιλοσοφία να προχωρήσει πέρα από κάθε λογής καλοστημένη σοφιστεία και να πλησιάσει την ψυχή, το πνεύμα του ανθρώπου, όχι ως κάτι το μεμονωμένο ή ξεχωριστό, αλλά στον καθολικό της/του χαρακτήρα ως ένα όλο (270c).
§2: Γι’ αυτό, στον υπό συζήτηση Διάλογο, δεν έχουν θέση τα εγκώμια, που συναντάμε στο Συμπόσιον, παρά μια καθολική θεώρηση του ανθρώπου και του κόσμου. Όποιος θέλει να μελετήσει τον άνθρωπο, μας λέει ο φιλόσοφος, δεν μπορεί παρά να στοχεύει στο κέντρο: στην ψυχή του. Σε τούτο το κέντρο στοχεύει και ο ρητορικός και ο φιλοσοφικός λόγος, αλλά με διαφορετικό τρόπο και μέθοδο, όπως και για διαφορετικό σκοπό. Ο πρώτος θέλει να σταλάξει στην ψυχή την πειθώ, ο δεύτερος την αλήθεια. Ως εκ τούτου, ο μεν πρώτος σφυροκοπεί την ψυχή με γραπτούς, επιδεικτικούς λόγους, που μεγαλοποιούν, ήτοι παραμορφώνουν την πραγματικότητα κατά το δοκούν, αφήνοντας την αλήθεια να πάει στο καλόˑ ο δεύτερος, απεναντίας, δια-λέγεται, καλλιεργεί τη μνήμη και πάντοτε εκτυλίσσεται ως ανάμνηση της πρωταρχικής θέασης του ύψιστου κάλλους. Επομένως δεν αισθάνεται την ανάγκη να απολογείται σε ό,τι ηδονίζει τη μάζα κατά τη σκοπιμότητα της στιγμής, ούτε ενδιαφέρεται να προβάλλει το εύλογο, την εικασία, την αληθοφάνεια, αλλά παρα-ακολουθεί πιστά, μέσα από την ανάμνηση, την εικόνα και την ενέργεια της ζωντανής ψυχής. Αυτή την εικόνα και ενέργεια μας παρουσιάζει ο Πλάτων στο δεύτερο λόγο του Σωκράτη, όπου ο τελευταίος, ανάμεσα στα άλλα, διηγείται το μεγάλο μύθο της ψυχής στα χνάρια του πνευματικού πολιτισμού της εποχής. Ετούτη η διήγηση, στη διαχρονική της ισχύ, έρχεται να μας υπενθυμίσει πως ο Έρως, ως αυθεντικός τοιούτος, ως Έρως του υπέρτατου, του αδιάψευστου κάλλους, δεν αποστρέφεται το υπάρχον, ως πολιτισμό, κοινωνία, πολιτεία κ.λπ., αλλά ενυπάρχει λιγότερο ή περισσότερο, εντελώς ή ατελώς, μέσα στην ίδια τούτη την πραγματικότητα ως δυνητική ενέργεια κάθαρσης του πολιτισμού από καθετί το χαμερπές, το διεφθαρμένο, το παράλογο, το διεστραμμένο κ.λπ.
§3: Την κάθαρση τούτη συμβολίζει ο Έρως, ως φιλόσοφος Έρως, και την πραγμάτωσή της καθιστά εφικτή μόνο ο ερωτικός φιλόσοφος. Πώς τον φιλοτεχνεί στον Φαίδρο ο Πλάτων; Με τον Σωκράτη να γίνεται ένα με την ζωντανή εκδίπλωση των μορφών της μανίας και με τη μυσταγωγία του Έρωτος.. Είναι ακριβώς αυτή τούτη η θετική μανία, που συνιστά θεία δωρεά και εξοπλίζει τους ανθρώπους με συγκεκριμένες μορφές έμπνευσης, όπως μαντική, προφητική, ποιητική, ερωτική. Απέναντι στον ωφελιμιστικό «έρωτα», που εισηγήθηκε ο Λυσίας ορθώνεται τώρα ο ευδαιμονικός έρως. Για να δείξει τη δύναμη και τη σημασία αυτού του τελευταίου ο Πλάτων, αφού πρώτα περιγράψει, διά στόματος του Σωκράτη, το κοσμικό πανόραμα, την εικόνα του ουράνιου και υπερουράνιου τόπου, τη σφαίρα του κόσμου και το νόμο της Αδράστειας, καταπιάνεται με τη φύση της ψυχής., όπου έχει την έδρα του ο έρως. Σύμφωνα με το μύθο, η ψυχή σύρεται από δυο άλογα, απόλυτα αντίθετης νοο-τροπίας: το ενάρετο, το λογικό και αυτοπειθαρχημένο και το ατίθασο, το παρ-άλογο. Ο αμαξηλάτης–νους επιχειρεί να τιθασεύσει το ατίθασο άλογο και να οδηγήσει το φτερωτό άρμα προς το υπεραισθητό κάλλος. Η ανάβαση τούτη παριστά την πράξη που κάνει τον φιλόσοφο ερωτικό και τον έρωτα φιλοσοφικό. Η μαινόμενη εδώ διαλεκτική πάλη είναι σύμφυτη με το Είναι του ανθρώπου. Όποιος τη συνειδητοποιεί και δεν μένει στα μισά του δρόμου, συνεχίζει, μέσα από όλες τις ανασχέσεις, τη μεγάλη πορεία προς το Κάλλος και πραγματώνει τη φιλοσοφία ως αγάπη της σοφίας. Αυτή είναι η γραμμή που κινείται ο φιλόσοφος εραστής, καθώς με τη θέαση και το άγγιγμα της ομορφιάς του ανθρώπινου σώματος αναμιμνήσκεται δυνατά το αιώνιο που είδε κάποτε η ψυχή του. Η ομορφιά εν τέλει, στην περιοχή του εμπειρικού κόσμου, είναι παρούσα με τη μορφή εκείνων των φιλοσοφικών ιδεών ή εκείνης της Ιδέας, που φωτίζει πέρα ως πέρα τα έξω και τα έσω της ανθρώπινης ύπαρξης, που συγκροτεί το εσωτερικό της ρεύμα και την οδηγεί, πάνω από τα συντρίμμια της καθημερινής ζωής, προς το ανώτερο, το τέλειο, το άριστο. Ποιος φοβάται το άριστο;
Το υπό συζήτηση άρθρο αποτελεί το τρίτο τμήμα της εγελιανής Εγκυκλοπαίδειας των Φιλοσοφικών Επιστημών. Σε αντίθεση με την κοινή Εγκυκλοπαίδεια γνώσεων, όπου συναθροίζονται εξωτερικές πληροφορίες και οι επί μέρους επιστήμες παρατίθενται εξίσου εξωτερικά, στην εγελιανή Εγκυκλοπαίδεια πρόκειται για τη συστηματική οργάνωση της σκέψης με βάση την κίνηση του Λόγου (Vernunft). Ο Λόγος αυτός συνδυάζει γλώσσα και σκέψη και γνωρίζεται στην καθημερινή μας ζωή με τη μορφή ενός διανοηματικού όλου, που ανακαλύπτει συνεχώς τον εαυτό του μέσα στη και από τη σχέση του με τα πράγματα και τις συνθήκες του ανθρώπου. Απ’ αυτή την άποψη δεν αποτελεί ένα κοινό γλωσσικό όργανο για να γνωρίσουμε ή να εκφράσουμε κάτι ξένο προς τον εαυτό μας, αλλά τον συμπαντικό λόγο του ιστορικού και γνωσιο-οντο-λογικού Είναι μας ως κόσμου του ανθρώπου. Πώς νοείται αυτός ο κόσμος; Ως εκείνος που έρχεται από τη φύση και καθιδρύει κοινωνία και πολιτεία, ανα-ζωογονώντας συγχρόνως μέσα από εκάστοτε νέους αναβαθμούς την ιστορική του συνθήκη, την ύπαρξή του. Όλο τούτο το έργο ανήκει στον άνθρωπο ως δημιουργό. Δημιουργός σημαίνει ότι έργω και λόγω προσδιορίζεται μέσα από την οντολογική του σχέση – διαλεκτική περατού [=υποκειμενικού, αντικειμενικού] και απόλυτου πνεύματος– αλλά και μέσα στις αναφορικές [=πολιτικές-πολιτισμικές-θεσμικές-καλλιτεχνικές-θρησκευτικές] του σχέσεις με τον και εντός του πραγματικού κόσμου. Όταν συνεπώς ο Χέγκελ μιλάει για αντικειμενικό πνεύμα, έχει κατά νου την έννοια του τελευταίου στην αντικειμενική της έκ-φραση. Πώς συλλαμβάνεται αυτός ο αντικειμενικός της χαρακτήρας; Ως βούληση. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για την έννοια της βούλησης, έτσι όπως ενεργοποιείται, ως πράξη του πνεύματος, δηλαδή του ανθρώπου ως πνεύματος, μέσα από ένα σύνολο προσδιορισμών, κατηγοριών κ.λπ., που συνθέτουν τη φιλοσοφική θεωρία του Δικαίου.
Το αντικειμενικό πνεύμα εκδιπλώνει την πράξη του, ήτοι την πρακτική του θέσμιση, κοινωνικο-πολιτικά με τη μορφή της πολιτικής κοινωνίας και του κράτους και ιστορικά ως προ-νοητική ιστορία του κόσμου. Καθ’ όλη τούτη τη διεργασία εργάζεται δυναμικά και αποφασιστικά προς την ολοκλήρωσή του. Έτσι σκέπτεται και πράττει συνεχώς, ξανασκέπτεται και συνεχίζει να πράττει εν όψει ενός ποθούμενου σκοπού: της αυτοπραγμάτωσής του. Τούτο σημαίνει πως ανα/μετα-στοχάζεται εν έργω, όχι βέβαια για το πώς θα κλέψει το κράτος και θα εξαπατήσει την κοινωνία των πολιτών, όπως συμβαίνει με τους μισθοφόρους και πραιτοριανούς του πολιτικού σήμερα, αλλά πώς θα φτάσει να δομήσει την ευδαιμονία της αυτοπραγμάτωσής του ως ένα ανέγγιχτο από φθορά και διαφθορά οργανικό όλο, που δεν θα είναι μια στατική δόμηση οργανωμένων συμφερόντων, αλλά η απόλυτη αυτό-κατεύθυνση του Εαυτού, στη βάση της απόλυτης, δηλαδή μια αρκούντως ελεύθερης αυτογνωσίας. Ο Χέγκελ επιχειρηματολογεί εδώ πως η ύψιστη μορφή του εν λόγω ανα/μετα-στοχαστικού πράττειν είναι το απόλυτο πνεύμα, καθώς αντικείμενό του δεν είναι κάποιο αντι-κείμενο (Gegenstand), δηλαδή κάτι εξωτερικό, αλλά το ίδιο το συν-ειδητό, πνευματικό του Είναι. Το τελευταίο τούτο υποδηλώνει την ανα-συλλογή όλων των προηγούμενων μορφών του [=υποκειμενικού και αντικειμενικού πνεύματος] σε τούτη την απόλυτη μορφή του. Δομικά στοιχεία αυτής της απόλυτης ευφροσύνης του είναι η τέχνη, η θρησκεία και το αποκορύφωμα: η φιλοσοφία. Σε ένα τέτοιο τέλος, ήτοι ύψιστη επίτευξη, μπορεί να φτάσει μόνο ο άνθρωπος και ποτέ το ζώο. Γιατί; Επειδή ακριβώς είναι αυτός που σκέπτεται, ξανα-σκέπτεται και μετα-σκέπτεται, απαντά ο Χέγκελ. Η ολοκλήρωση μιας τέτοιας πορείας ωστόσο δεν αποτελεί καθηκοντολογική υποχρεωτικότητα, που επιβάλλει η σκέψη, αφού ως σκέψη δεν λειτουργεί καταναγκαστικά, αλλά είναι σύμφυτη με τη φύση του ανθρώπου και γίνεται εφικτή, στο μέτρο που ο τελευταίος αρχίζει να γνωρίζει τον εαυτό του μέσα στο φιλοσοφικό γίγνεσθαι.