Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ: Οι ευθύνες του πολίτη

1. Οικογενειακά και τοπικά συμφέροντα και ευθύνες
 
Ορισμένες υποχρεώσεις συνδέονταν ιδιαίτερα με την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη, όπως η προσωπική υπηρεσία στις ένοπλες δυνάμεις και, στην περίπτωση των εύπορων τάξεων, τα οικονομικά βάρη, αλλά υπήρχε επίσης μια μεγάλη κλίμακα ευθυνών, οι οποίες προϋπέθεταν τη συμμετοχή στα πολιτικά πράγματα. Οι φίλοι του Σωκράτη, για παράδειγμα, όταν είχε καταδικαστεί σε θάνατο με την κατηγορία της ασέβειας και της διαφθοράς των νέων, τον προέτρεπαν να δραπετεύσει και να ζήσει στην εξορία. Δεν ήταν λίγοι οι Αθηναίοι που επέλεγαν την εξορία, ό­ταν υφίσταντο πολιτική ή δικαστική επίθεση, και η εξορία ήταν, πράγματι, μια ποινή που μπορούσε να επιβληθεί με νόμο. Αλλά ο Σωκράτης στη δίκη του αρνήθηκε αυτή την εναλλακτική νόμιμη λύση και απέρριψε, επίσης, τις εκκλήσεις του Κρίτωνα να αποδράσει από τη φυλακή. Πρόβαλε το επιχείρημα ότι σ’ όλη του τη ζωή είχε απολαύσει την προστασία και τα ευεργετήματα των νόμων και γι’ αυτό δεν έπρεπε τώρα να προσπαθήσει να τους αποφύγει και μ’ αυτό τον τρόπο να τους καταστρέψει καθώς και ολόκληρη την πόλη[1]. Όλοι οι Αθηναίοι δεν θα συμμερίζονταν πλήρως την υψηλόφρονα στάση του Σωκράτη, αλλά, θεωρητικά, θα υποστήριζαν την ιδέα της υπακοής στους νόμους, γιατί μοιράζονταν με τους άλλους Έλληνες μια βαθιά πεποίθηση ότι οι νόμοι, και όχι οι ιδιοτροπίες ενός δεσπότη όπως ο Πέρσης βασιλιάς, ήταν ο κύριός τους και ότι η υπακοή στους νόμους είχε θεμελιώδη σημασία για την ευημερία της πόλης τους[2]. Στην πράξη, οι αντικρουόμενες απαιτήσεις θα μπορούσαν να κάνουν έναν πολίτη να παραβεί τις νόμιμες υποχρεώσεις του - ή τις ευρύτερες ευθύνες του - ή να τους επιβάλει ορισμένους περιορισμούς. Γιατί, αν και οι Αθηναίοι έδιναν μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι είχαν γραπτούς νόμους, είχαν και επίγνωση της δύναμης του «άγραφου νόμου». Σε μια σχετικά μικρή κοινότητα, όπως η αθηναϊκή πόλη, οι συμβατικότητες και οι ηθικές και κοινωνικές αξίες εξακολουθούσαν να είναι πολύ ισχυρές δυνάμεις, παρά την αμφισβήτηση πολλών παραδοσιακών αξιών κατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα, που οφειλόταν εν μέρει στην πνευματική επανάσταση η οποία πήγαζε από τους σοφιστές και εν μέρει από τις πιέσεις της ζωής που ασκήθηκαν στην Αθήνα κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο[3]. Αυτό που εξετάζουμε σ’ αυτό το κεφάλαιο είναι, επομένως, το πεδίο των δραστηριοτήτων στις οποίες υποκινούνταν να λάβουν μέρος οι πολίτες, έστω και με διαφορετικούς βαθμούς «καταναγκασμού» και με κάποιες έκδηλες διαφορές στον ενθουσιασμό και στο βαθμό συμμετοχής.
 
Μεταξύ της ευρείας κλίμακας των ευθυνών, το ενδιαφέρον μας θα στραφεί κυρίως σ’ εκείνες που επηρέαζαν άμεσα το ρόλο του ατόμου ως πολίτη σε σχέση με την πόλη. Η συντήρηση του οίκου (του «σπιτικού» ή της οικογένειας που ζούσε στο σπίτι) είχε θεμελιώδη σημασία στη σκέψη των Αθηναίων - μια ευθύνη που όφειλε τη δύναμή της στην επιθυμία να διατηρηθεί η οικογένεια και η περιουσία της, στο σεβασμό για τους προγόνους, στην αφοσίωση προς την «εστία» και τους εφέστιους θεούς[4]. Οι Αθηναίες συνεισέφεραν σημαντικά στη συντήρηση του οίκου και όχι απλώς σε ό, τι αφορούσε αυτό που θεωρούσαν κύριο ρόλο τους - την τεκνοποιία και την ανατροφή των παιδιών[5]. Σε οικονομικούς όρους, οι γυναίκες στις εύπορες οικογένειες επόπτευαν τις υποθέσεις του νοικοκυριού και την εργασία των δούλων, που περιλάμβανε την κατασκευή ενδυμάτων και άλλων απαραίτητων ειδών. Στην περίπτωση των φτωχών, οι ίδιες οι Αθηναίες εκτελούσαν αυτά τα καθήκοντα του νοικοκυριού αν και μπορεί, ακόμη, η πενία να τις ανάγκαζε να εργάζονται και έξω από το σπίτι - πουλώντας, για παράδειγμα, αντικείμενα στην Αγορά[6]. Στην πολιτική ζωή της πόλης, οι γυναίκες δεν έπαιζαν άμεσο ρόλο και η έμμεση επιρροή τους, αν και δεν ήταν αμελητέα, είναι πολύ δύσκολο να σταθμιστεί[7]. Η οικογένεια του πολίτη ήταν, όπως είδαμε, το μέσον για να αποκτήσει κανείς την πολυπόθητη ιδιότητα του πολίτη και από την ευημερία της οικογένειας εξαρτιόταν η δημιουργία πολιτών που θα μπορούσαν να πάρουν μέρος στη ζωή και, όχι λιγότερο, στην άμυνα της πόλης. Το αθηναϊκό πολίτευμα στις διάφορες εκφάνσεις του ενδιαφερόταν, επομένως, όχι μόνο για τα προσόντα για την απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη και για την τήρηση του νόμου σ’ αυτό το ζήτημα, αλλά και για πολλά θέματα που αφορούσαν την οικογένεια και το γάμο[8]. Ο χαρακτήρας των υποχρεώσεων και των ευθυνών, που είχαν σχέση με την οικογένεια, θα μπορούσε να δειχθεί με μια αναφορά σε δύο-τρία ζητήματα. Η ευθύνη ενός άνδρα να διατηρεί την οικογενειακή περιουσία, για παράδειγμα, φαίνεται από τη δυνατότητα να εγερθεί αγωγή σε περίπτωση διαχειριστικής ανικανότητας ή παραφροσύνης, που θα μπορούσαν να είναι αιτία μείωσης ή απώλειας της περιουσίας. Ένας Αθηναίος δεν ήταν υποχρεωμένος από το νόμο να δώσει προίκα, αν και το έθιμο ήταν πολύ ισχυρό σ’ αυτό το θέμα κι εκείνος που έλεγχε την προίκα μιας γυναίκας ήταν υπεύθυνος για τη συντήρησή της. Ένας πολίτης, που ως κύριος έλεγχε μια γυναίκα ή ένα παιδί, αναλάμβανε την ευθύνη της φροντίδας και της συντή­ρησής τους[9]. Ο Πλούταρχος αποδίδει στον Σόλωνα ένα νόμο που απαιτούσε από τον άνδρα να διδάξει ένα επάγγελμα στο γιο του, επί ποινή να μην τον συντηρεί ο γιος του όταν θα γερνούσε, ενώ ο Σωκράτης αναφέρεται σε νόμους που απαιτούσαν από τον πατέρα να διδάξει στο γιο του μουσική (μουσική και λογοτεχνία) και γυμναστική[10]. Οι «νόμοι» που αναφέρει ο Σωκράτης φαίνεται, ωστόσο, ότι βασίζονταν στη δύναμη του εθίμου και όχι του νόμου. Το αθηναϊκό πολίτευμα φαίνεται έτσι ότι ελάχιστα ενδιαφερόταν για την ανατροφή ή τη μόρφωση των νέων και, αν και οι πλουσιότεροι πολίτες είχαν τα μέσα για να στέλνουν τα παιδιά τους σε (ιδιωτικούς) δασκάλους για κανονική εκπαίδευση, στις περισσότερες αθηναϊκές οικογένειες τα παιδιά βασίζονταν, πιθανότατα σε πολύ μεγάλο βαθμό, σ’ αυτά που μάθαιναν, λίγο-πολύ ανεπίσημα, από τον πατέρα ή τη μητέρα ή άλλα πρόσωπα που ζούσαν στο σπίτι[11].
 
Μπορεί η οικογένεια και η ευημερία της, ή ακόμη και η επιβίωσή της, να απορροφούσαν ένα μεγάλο μέρος της ενεργητικότητας κάποιων πολιτών, αλλά ακόμη κι εκείνοι που ζούσαν σχεδόν στο επίπεδο της στοιχειώδους συντήρησης συχνά πρέπει να ενδιαφέρονταν ενεργά για την άμεση περιοχή τους - τον δήμο. Στις αγροτικές περιοχές της Αττικής είχε ήδη εγκαθιδρυθεί τον 6ο αιώνα ένα σχέδιο οικισμών γύρω από έναν πυρήνα ή κοινότητες χωριών και ο Κλεισθένης είχε μπορέσει να χρησιμοποιήσει αυτούς τους αγροτικούς δήμους και αυτά που μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε ως «χωριά» ως υπάρχοντα μέσα στην περιοχή που ήταν γνωστή ως «Άστυ». Για πολλούς Αθηναίους αυτοί οι αγροτικοί δήμοι, που αποτελούσαν σχετικά ανεξάρτητες κοινωνικές ομάδες, θα είχαν εξακολουθήσει να είναι το κέ­ντρο της ζωής τους τον 4ο αιώνα[12]. Για παράδειγμα, από τους δήμους παρεχόταν ένα πλούσιο και ποικίλο πρόγραμμα εορτών, με θυσίες και λατρεία των τοπικών ηρώων, αλλά επίσης και με λατρείες των θεοτήτων του Ολύμπου. Ανάμεσα στις Ολύμπιες θεότητες φαίνεται ότι εξέχουσα θέση κατείχαν ο Ζευς και ο Απόλλων, και σε ορισμένους δήμους πιο εξέχουσα από εκείνη της Αθηνάς, που ήταν προστάτις θεά της πόλης, ενώ μεταξύ των άλλων θεών και ηρώων ο Ηρακλής και ο Παν λατρεύονταν ευρέως[13]. Ιδιαίτερα διαδεδομένα και σημαντικά στους αγροτικούς δήμους ήταν τα Αγροτικά Διονύσια προς τιμήν του Διονύσου, του θεού του κρασιού: αρχικά μπορεί να ήταν μια γιορτή γονιμότητας όπως η άλλη πολύ διαδεδομένη εορτή της «τελετουργικής άροσης»[14]. Αυτές οι τοπικές λατρείες και εορτές εξακολουθούσαν να αποτελούν εστιακά σημεία στη θρησκεία και την πολιτιστική ζωή των δήμων και η ευθύνη για τη συντήρηση πολλών ή των περισσότερων από αυτές, είτε από δημοτικά κεφάλαια είτε με λειτουργίες, ανήκε στους δήμους[15]. Η συνέλευση του δήμου διαχειριζόταν επίσης την περιουσία του δήμου και είχε την εποπτεία των δημοτικών υποθέσεων. Οι δήμοι, και ειδικότερα οι δήμαρχοι, ήταν επίσης υπεύθυνοι για την τήρηση των καταλόγων των πολιτών και ενός περιουσιακού μητρώου που χρησίμευε ως βάση για την εξακρίβωση της υποχρέωσης ενός ατόμου για καταβολή φόρου περιουσίας και για την ανάληψη λειτουργιών. Από τους 139 δήμους αντλούνταν τα μέλη της Βουλής των 500, κυρίως ανάλογα με τον πληθυσμό των πολιτών τους (ή ίσως με τον αριθμό των οπλιτών τους). Πολλοί δήμοι είχαν μόνο ένα ή δύο βουλευτές ενώ ο μεγαλύτερος δήμος των Αχαρνών είναι γνωστό ότι είχε 22 τον 4ο αιώνα. Οι βουλευτές και οι δήμαρχοι, μαζί με τους εύπορους πολίτες (που είχαν περισσότερες ευκαιρίες για ενεργό συμμετοχή στη ζωή της πόλης) αποτελούσαν επίσης τους σημαντικότερους συνδετικούς κρίκους με την πόλη ως σύνολο[16].
 
Με λίγα λόγια, η ζωτικότητα της αθηναϊκής ζωής ήταν ευθέως ανάλογη προς την προθυμία των Αθηναίων πολιτών να συμμετέχουν στη ζωή του δήμου τους και να αναλαμβάνουν, μέσω αυτού, μεγαλύτερες ευθύνες στην πόλη σε ευρύτερη κλίμακα. Ο Ευξίθεος, ο ομιλητής στον Δημοσθένη 57, υπαινίσσεται ότι ορισμένοι συμμετείχαν ενεργώς στις δημοτικές υποθέσεις για οικονομικό κέρδος, άλλοι ήταν αμελείς και ανίκανοι, και άλλοι είχαν υιοθετήσει δόλιες μεθόδους προσπαθώντας να εκμεταλλευθούν τις τοπικές αντιζηλίες και εχθρότητες[17]. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σε δικαστικές υποθέσεις είναι πολύ δύσκολο να αξιολογηθούν όπως επίσης και οι ισχυρισμοί που φαίνεται ότι απέβλεπαν στην εξασφάλιση της υποστήριξης των ενόρκων. Ίσως να υπάρχει κάποια αλήθεια στον ισχυρισμό του Ευξίθεου ότι ο δήμος του Αλιμούντα ήταν ο πιο διεφθαρμένος από όλους εκείνη την εποχή, αν και είναι δύσκολο να δώσουμε πίστη στον ισχυρισμό του ότι τα αδικήματα που διαπράχθηκαν εις βάρος του δεν ήταν γνωστά στους μεγάλους δήμους. Από την άλλη πλευρά, φαίνεται ότι ο Ευξίθεος, όταν ήταν νωρίτερα δήμαρχος ο ίδιος, είχε δυσαρεστήσει κάποιους συνδημότες του και, μέσα στο παιχνίδι της τοπικής πολιτικής, αυτοί οι άνθρωποι ίσως να θέλησαν να συνωμοτήσουν με τον εχθρό του Ευξίθεου, τον τότε δήμαρχο[18].
 
Οι δήμοι ήταν, επίσης, οι βασικές μονάδες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε από τον Κλεισθένη η δομή των δέκα φυλών. Οι δέκα φυλές εξακολουθούσαν να είναι στη δεκαετία του 320 το μέσον για να αναλάβει ο πολίτης μερικές από τις ευρύτερες υποχρεώσεις και ευθύνες του. Οι οπλίτες, για παράδειγμα, εξακολουθούσαν να είναι οργανωμένοι σε μονάδες κατά φυλές, με τους ταξιάρχους (διοικητές οπλιτών) και τους φυλάρχους (διοικητές ιππικού) να εκλέγονται ένας από κάθε φυλή. Αλλά τώρα εκλέγονταν από το σύνολο του λαού και όχι από τις συνελεύσεις των φυλών, ενώ και οι στρατηγοί επίσης εκλέγονταν από ολόκληρο το λαό, που μπορούσε, επιπλέον, να εκλέξει δύο ή περισσότερους στρατηγούς από μια φυλή αποκλείοντας άλλες φυλές για εκείνο το έτος[19]. Η αίσθηση της συνεργασίας και της ενότητας, που προερχόταν από τη στρατιωτική υπηρεσία στις μονάδες των φυλών, ήταν ένας από τους σημαντικούς συνδετικούς κρίκους για την πλήρη ένταξη πολιτών, από δήμους διασκορπισμένους σ’όλη την Αττική, στην πόλη. Οι φυλές, έτσι, έπαιζαν κάποιο ρόλο σε άλλους τομείς. Συμμετείχαν π.χ. στην (αν)οικοδόμηση των τειχών της πόλης και διόριζαν Επιθεωρητές των Τειχών για να επιβλέπουν τις εργασίες. Οι διαγωνισμοί διθυράμβων στην κατηγορία ανδρών και παίδων στα Διονύσια και τα Θαργήλια διεξάγονταν μεταξύ των φυλών και ο νικητής χορηγός, που είχε επιλεγεί από την πόλη του για να την εκπροσωπήσει και που επέλεγε το χορό του από τα μέλη της φυλής του, έπαιρνε έναν τρίποδα τον οποίο έστηνε με έξοδά του. Οι 50 βουλευτές από κάθε φυλή υπηρετούσαν διαδοχικά ως μόνιμη επιτροπή της Βουλής των 500, ενώ οι εννέα άρχοντες και ο γραμματέας τους επιλεγόταν με κλήρο από κάθε φυλή[20].
 
2. Θρησκευτικές λατρείες και εορτές
 
Οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες των πολιτών στο επίπεδο της πόλης είναι δυνατόν να εξεταστούν, για ευκολία, χωρισμένες στις ευρείες κατηγορίες των θρησκευτικών, στρατιωτικών, οικονομικών, δικαστικών και πολιτικών. Δεν πρέπει, όμως, να αποδοθεί σ’ αυτές τις κατηγορίες αυθύπαρκτη οντότητα ή πραγματικότητα, ούτε θα έπρεπε οι όροι «υποχρεώσεις» και «ευθύνες» να ερμηνευθούν πολύ στενά.
 
Αυτό είναι φανερό π.χ. σε ό,τι αφορά τις λατρείες και τις εορτές. Οι περισσότερες είχαν αναπτυχθεί στην αρχαϊκή Αττική, σε στενή σύνδεση με τις παραδοσιακές αγροτικές ασχολίες και οι κάτοικοι προσπαθούσαν με ιεροτελεστίες και μυσταγωγίες να εξασφαλίσουν την προστασία και τη βοήθεια των θεών εναντίον της στέρησης, των λοιμών και των εχθρών τους. Για ένα ολόκληρο σύνολο προσωπικών, θρησκευτικών και κοινωνικών λόγων οι Αθηναίοι που ζούσαν στην ύπαιθρο εξακολούθησαν κατά την περίοδο που εξετάζουμε να συμμετέχουν στον εορτασμό των τοπικών λατρειών και εορτών. Πέρα από τον ίδιο τον δήμο οι δημότες ίσως να συμμετείχαν σε γιορτές που αφορούσαν μια ομάδα δήμων μιας περιοχής, ίσως να έκαναν μια ειδική εκδρομή στην Αθήνα (όπως έκαναν οι δημότες από την Ερχιά το μεσοκαλόκαιρο) για να προσφέρουν θυσίες, μια συγκεκριμένη μέρα, σε μερικές θεότητες, ή ίσως έπαιρναν μέρος στη θυσία προς τιμήν του Μειλίχιου Δία στα Διάσια στις Άγρες, όπου (πράγμα κάπως ασυνήθιστο) συγκεντρώνονταν όλοι οι δήμοι για την εορτή[21]. Φαίνεται ότι οι τοπικές λατρείες και εορτές απασχολούσαν τους περισσότερους Αθηναίους που ζούσαν στην ύπαιθρο σε μεγαλύτερο βαθμό από τις εορτές που γίνονταν έξω από το δήμο τους ή ακόμη και από τις μεγάλες εθνικές εορτές που γίνονταν στην Αθήνα, όπως εκείνη των Παναθηναίων. Από την άλλη πλευρά δεν υπάρχουν μαρτυρίες για τοπικές θρησκευτικές δραστηριότητες στους δήμους κατά τη διάρκεια μεγάλων δημόσιων εορτών όπως τα Παναθήναια, τα Ελευσίνια Μυστήρια, τα Ανθεστήρια (η εορτή των λουλουδιών), τα Λήναια (μια εορτή προς τιμήν του Διονύσου που περιλάμβανε θεατρικές παραστάσεις) ή, με κάποιες μικρές εξαιρέσεις, τα εν Άστει Διονύσια (που περιλάμβαναν παραστάσεις τραγωδών, κωμωδιών και λυρικών χορικών)[22]. Καθώς δεν υπήρχαν τοπικές εκδηλώσεις για αντιπερισπασμό, μεγάλος αριθμός δημοτών της υπαίθρου πρέπει να συμμετείχε μαζί με τους κατοίκους της Αθήνας στον ενθουσιασμό και στο μεγαλοπρεπές θέαμα των μεγάλων εορτών που χρηματοδοτούνταν και εποπτεύονταν από την ίδια την πόλη, αλλά κυρίως των Παναθηναίων. Αυτή ήταν μια εορτή διάρκειας αρκετών ημερών, που γινόταν στα μέσα του καλοκαιριού μετά το θερισμό, όταν οι Αθηναίοι συγκεντρώνονταν για να τιμήσουν την προστάτιδα θεά τους, την Αθηνά Πολιάδα, με μιαν εορτή που περιλάμβανε τραγούδια και χορούς, πομπή, θυσίες και μουσικούς αγώνες. Το αποκορύφωμα ήταν η πομπή που άρχιζε την αυγή από την Πύλη του Διπύλου και διέσχιζε την Αγορά για να φθάσει στην Ακρόπολη. Αυτή είναι η πομπή που απεικονιζόταν στη μήκους 160 μέτρων ζωφόρο του Παρθενώνα. Κάθε τέσσερα χρόνια η εορτή αποκτούσε ιδιαίτερη λαμπρότητα. Στα τετραετή Μεγάλα Παναθήναια οι αγώνες περιλάμβαναν αγώνες δρόμου, ιπποδρομίες και αρματοδρομίες, πένταθλο, πάλη και πυγμαχία. Το έπαθλο για τους νικητές ήταν λάδι από τις ιερές ελιές αποθηκευμένο σε αμφορείς που είχαν επάνω τους μια παράσταση της Αθηνάς και μια παράσταση του συγκεκριμένου αγωνίσματος. Οι Αθηναίοι προέβαλλαν και εκμεταλλεύονταν την εορτή των Παναθηναίων για θρησκευτικο-πολιτικούς λόγους, όπως έκαναν και την Αθήνα κέντρο της Συμμαχίας τους κατά τον 5ο αιώνα[23]. Με λίγα λόγια τα Παναθήναια, αν και προήλθαν από τις φυσικές αναγκαιότητες μιας αγροτικής κοινότητας, αντικατόπτριζαν την πολιτική και κοινωνική σημασία της Αθηνάς που κατοικούσε στην Ακρόπολη και προστάτευε την πόλη[24]. Πέρα από τον μύθο και τη λατρεία που είχαν κληρονομηθεί, είχε αναπτυχτεί μια νέα επίσημη, κάπως «εκκοσμικευμένη» λατρεία, που προκαλούσε περηφάνια για την πόλη και σεβασμό για τη θεά. Ίσως, λοιπόν, να υπήρχαν πολλά κίνητρα που έκαναν τον Αθηναίο πολίτη - από την Αθήνα, τον Πειραιά, ή ακόμη και έναν απομακρυσμένο δήμο της βορειοανατολικής Αττικής - να γιορτάσει τα Παναθήναια, ενώ, από μια άποψη, το μεγαλόπρεπο θέαμα και οι πλούσιες θυσίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολύτιμα μέσα «κοινωνικού ελέγχου». Εξάλλου, το κρέας, που διανεμόταν μετά από τις θυσίες, σπάνια περιλαμβανόταν στο διαιτολόγιο των περισσότερων Αθηναίων[25].
 
3. Οι υποχρεώσεις της στρατιωτικής υπηρεσίας
 
Από όλες τις υποχρεώσεις του πολίτη, η στρατιωτική υποχρέωση ήταν από πολλές απόψεις η υπέρτατη. Εκ παραδόσεως, η ικανότητα να οπλιστεί κανείς ως οπλίτης και να υπερασπίσει την πόλη - δηλαδή η σωματική και η οικονομική ικανότητα - συνιστούσε από μια άποψη το πρότυπο του πολίτη που διέθετε όλα τα προσόντα[26]. Η στρατιωτική υπηρεσία, γενικά στις ελληνικές πόλεις, αποτελούσε τόσο προνόμιο όσο και υποχρέωση εκείνων που είχαν αρκετή περιουσία. Οι οπλίτες, κανονικά, προέρχονταν από τις τρεις ανώτερες τάξεις απογραφής των Αθηναίων πολιτών ηλικίας 18 έως 59 ετών. Τον 5ο αιώνα και κατά το πρώτο μισό του 4ου αιώνα φαίνεται ότι η θητεία των οπλιτών βασιζόταν στην ιδέα της υπηρεσίας «κατ’ εναλλαγήν» και αναμενόταν οι στρατηγοί να στρατολογήσουν πρώτα εκείνους που δεν είχαν ήδη υπηρετήσει σε κάποια εκστρατεία, αλλά μπορούσαν επίσης να συμπεριλάβουν εθελοντές και πιο έμπειρους άνδρες. Κατά το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα οι πολίτες καλούνταν κατά ομάδες ηλικίας: η ηλικία για ενεργό υπηρεσία προσαρμοζόταν στις ανάγκες των περιστάσεων και οι πρώτες που υπηρετούσαν ήταν οι ομάδες των 20-29 και 30-39 ετών[27].
 
Στη δεκαετία του 320 η αθηναϊκή πόλη έδειχνε άμεσο ενδιαφέρον για την εκπαίδευση των νέων ηλικίας δεκαοκτώ και δεκαεννέα ετών (έφηβοί). Φαίνεται ότι οι έφηβοι ήταν υποχρεωμένοι επί μεγάλο χρονικό διάστημα να υπηρετούν ως φρουροί μέσα στην Αττική και υπήρχε κάποια μορφή βασικής εκπαίδευσης στο να πολεμούν και ως οπλίτες. Πάντως η εφηβεία (η συστηματική οργάνωση αυτής της εκπαίδευσης), όπως την περιγράφει ο συγγραφέας της Αθηναίων Πολιτείας, δεν είναι δυνατόν να αναχθεί με βεβαιότητα πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 330[28]. Σε μεγάλο βαθμό αντίθετα από τον έλεγχο και την επίβλεψη που ασκούσε η πόλη της Σπάρτης πάνω στη ζωή και την ανατροφή αγοριών και κοριτσιών από την ηλικία των επτά ετών, φαίνεται ότι η εφηβεία ήταν το όριο του αμέσου ενδιαφέροντος της αθηναϊκής πολιτείας για την εκπαίδευση των νέων. Μπορούμε να δούμε τί περίμενε η πόλη από τους εφήβους της (και τους πολίτες στρατιώτες) α­πό τον όρκο που έδιναν οι Αθηναίοι έφηβοι του τέλους του 4ου αιώνα, που σώζεται σε μια επιγραφή από τις Αχαρνές:
 
Δεν θα ντροπιάσω τα ιερά όπλα μας, ούτε θα εγκαταλείψω το σύντροφό μου όπου κι αν βρίσκομαι. Θα υπερασπίζομαι τα δικαιώματα των θεών και των ανθρώπων και όταν πεθάνω δεν θα αφήσω την γενέτειρά μου μικρότερη, αλλά μεγαλύτερη και καλύτερη, όσο μπορώ εγώ ο ίδιος και με τη βοήθεια όλων. Θα σέβομαι τους εκάστοτε ηγεμόνες και τους θεσμούς που υπάρχουν και όλους τους άλλους που μπορεί να θεσπισθούν στο μέλλον. Και αν κάποιος προσπαθήσει να καταλύσει τους θεσμούς, θα του αντισταθώ όσο μπορώ και με τη βοήθεια όλων. Θα τιμώ τη λατρεία των πατέρων μου. Μάρτυρές μου οι θεοί Αγραυλος, Εστία, Ενυώ, Ενυάλιος, Άρης και η Αθηνά η Πολεμική, ο Ζευς, η Θαλλώ, η Αυξώ, η Ηγμόνη, ο Ηρακλής και τα σύνορα της γενέτειράς μου, το σιτάρι, το κριθάρι, τα αμπέλια, οι ελιές και οι συκιές[29].
 
Η υπεράσπιση της πόλης από πολίτες οπλισμένους ως οπλίτες αποτελούσε λοιπόν παραδοσιακή υποχρέωση. Αν και επιτρέπονταν εξαιρέσεις - π.χ. για τους αξιωματούχους, τα μέλη της Βουλής και εκείνους που είχαν αναλάβει με σύμβαση την είσπραξη του φόρου του 2% επί της συγκομιδής καθώς και για τους ακατάλληλους - η αποφυγή της στρατιωτικής υπηρεσίας, η λιποταξία και η δειλία ήταν κατηγορίες που μπορούσαν να καταστρέψουν ένα άτομο[30]. Η δύναμη της Αθήνας, πάντως, κατά την περίοδο που εξετάζουμε βασιζόταν μάλλον στο ναυτικό - τους κωπηλάτες και τον μικρότερο αριθμό ναυτών που μετέφερε μια τριήρης - παρά στο στρατό των οπλιτών της. Οι οπλίτες υπηρετούσαν ως κωπηλάτες όταν υπήρχε ανάγκη, αλλά οι περισσότεροι Αθηναίοι πολίτες που υπηρετούσαν στο στόλο προέρχονταν από την τάξη των θητών. Οι εξελίξεις του 5ου αιώνα, εξωτερικές και εσωτερικές, τους έκαναν να αποκτήσουν επίγνωση του ρόλου τους και της δύναμής τους που όλο και ενισχύονταν στην Αθήνα, και αναφέρεται ότι πάντοτε ήταν πρόθυμοι να υπηρετήσουν στο στόλο[31]. Εκτός από την κρίση του 428, που προκάλεσε η εξέγερση της Μυτιλήνης, και την κρίση πριν από την ναυμαχία των Αργινουσών το 406, δεν έχουμε πληροφορίες για πραγματικά προβλήματα στην επάνδρωση των τριήρων κατά τον 5ο αιώνα, ούτε έχουμε άλλες ενδείξεις για ανάγκη στρατολόγησης πληρωμάτων. Αλλά, από τον 4ο αιώνα υπάρχουν αναφορές -κάποιες από τις οποίες ίσως υπερβάλλουν με σκοπό να υπερτονίσουν τις προσπάθειες ενός τριηράρχου - για δυσκολίες στη στρατολόγηση ναυτών και τη διατήρησή τους στο πλήρωμα. Σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, το 362, η Εκκλησία ψήφισε ότι «οι βουλευτές και οι δήμαρχοι έπρεπε να καταρτίσουν καταλόγους των δημοτών και να παραδώσουν έναν κατάλογο ναυτών» ώστε να μπορέσει να προχωρήσει η εκστρατεία χωρίς καθυστέρηση. Μετά το 362 η στρατολόγηση θητών φαίνεται ότι είχε γίνει συνηθισμένη ή και τακτική πρακτική[32].
 
Κατά τα μέσα του 4ου αιώνα η Αθήνα χρησιμοποιούσε σε σημαντική έκταση μισθοφορικά στρατεύματα, όχι μόνο πελταστών και ελαφρά οπλισμένων στρατιωτών αλλά και οπλιτών[33]. Μερικοί από τους ανθρώπους της εποχής έδιναν μεγάλη σημασία στο γεγονός. Ο Δημοσθένης επανειλημμένως αντιπαρέβαλλε την απροθυμία των πολιτών να υπηρετήσουν αυτοπροσώπως με τη στάση των προγόνων τους. Στα μέσα της δεκαετίας του 350 ο Ισοκράτης υποστήριζε ότι τον παλιό καλό καιρό, «όταν οι Αθηναίοι επάνδρωναν τις τριήρεις τους, επιβίβαζαν σ’ αυτές ξένους και δούλους, αλλά έστελναν πολίτες να πολεμήσουν ως οπλίτες, ενώ σήμερα χρησιμοποιούμε μισθοφόρους ως οπλίτες, υποχρεώνουμε, όμως, τους πολίτες να κωπηλατούν στα πλοία»[34]. Είναι αλήθεια ότι η Αθήνα τον 4ο αιώνα, όπως εί­δαμε, ήταν υποχρεωμένη να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε πολίτες - κωπηλάτες, κατά ένα μέρος, τουλάχιστον, εξαιτίας της μείωσης του αριθμού των μετοίκων. Αλλά ο ισχυρισμός του Ισοκράτη, με τα ρητορικά διανθίσματα ενός συγγραφέα, που δεν φημίζεται για το ενδιαφέρον του για την ιστορική ακρίβεια, και οι επικρίσεις του Δημοσθένη, που είχαν σκοπό να κάνουν τους Αθηναίους να υιοθετήσουν την πολιτική του, δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι απεικονίζουν πλήρως ή με ακρίβεια τη στάση των πολιτών απέναντι στην υποχρέωσή τους να υπερασπισθούν την πόλη. Αυτή η στάση έχει συζητηθεί πολύ και μερικές πλευρές της πρέπει να εξετασθούν εν συντομία εδώ[35].
 
Πρώτον, η στάση των Αθηναίων απέναντι στη στρατιωτική υπηρεσία ήταν κά­τι παραπάνω από τον συνολικό υπολογισμό ή τη στάθμιση των εκτιμήσεών τους για τον τρόπο που θα μπορούσε να τους επηρεάσει ο πόλεμος ως άτομα. Σ’ αυτό το επίπεδο ήταν σύνηθες να παρουσιάζονται οι «φτωχοί» ως έχοντες ίδιο συμφέρον από τον πόλεμο, γιατί τους προσέφερε απασχόληση, αλλά φαίνεται περισσότερο πιθανόν, αν και όχι σίγουρο, ότι για τους «πλούσιους» («καλύτερους») που διατύπωναν αυτές τις κατηγορίες ο πόλεμος ήταν πιθανόν, αλλά όχι βέβαιο, πως θα ήταν λιγότερο ευπρόσδεκτος, γιατί θα μπορούσε να συνεπάγεται κινδύνους για εκείνους που είχαν αγροκτήματα που ήταν περισσότερο ευάλωτα σε εισβολές στην Αττική και θα τους δημιουργούσε μεγαλύτερες δαπάνες με τις συχνότερες και δαπανηρότερες τριηραρχίες ή με την επιβολή φόρου περιουσίας[36]. Όσο για τους τακτικούς ναύτες και στρατιώτες, η συνηθισμένη αμοιβή κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο ήταν πιθανόν 1 δραχμή την ημέρα μέχρι και την καταστροφή στη Σικελία, μετά από την οποία μειώθηκε στο μισό[37]. Μερικοί φτωχοί εξασφάλιζαν με αυτόν τον τρόπο απασχόληση και υποστήριξη που διαφορετικά θα τους ήταν ίσως δύσκολο να επιτύχουν. Επιπλέον, κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο πολλοί Αθηναίοι συχνά δεν είχαν πρόσβαση στη γη τους και θα ήταν πρόθυμοι να φύγουν από την πολυπληθή πόλη, ιδίως εάν, εκτός από τη στρατιωτική αμοιβή, υπήρχε προοπτική και για λάφυρα.
 
Αλλά και πάλι η παραμέληση των συνηθισμένων τους ασχολιών, έστω και όταν η αμοιβή ήταν μια δραχμή, θα ήταν σοβαρή για πολλούς. Ο Αθηναίος πολίτης, που υπηρετούσε ως οπλίτης ή ναύτης, δεν έβλεπε τον πόλεμο απόλυτα, ή έστω κυρίως, από μισθοφορική ή άμεσα οικονομική σκοπιά. Από μία άποψη ήταν εξοικειωμένος με τον πόλεμο, γιατί υπήρχαν ελάχιστες μακρές περίοδοι κατά τις οποίες η αθηναϊκή πολιτεία δεν είχε εμπλοκή σε πόλεμο: η ασφάλεια και τα συμφέροντα της Αθήνας και των πολιτών της προστατεύονταν ή προωθούνταν συνεχώς περισσότερο με την βία παρά με τη διπλωματία. Έτσι, αν και μερικά τμήματα του σώματος των πολιτών, και κατά καιρούς μάλιστα σημαντικός αριθμός τους, ίσως να επιθυμούσαν την ειρήνη σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. κατά τον Αρχιδάμειο Πόλεμο), φαίνεται ότι οι πολίτες γενικά δέχονταν πρόθυμα την προσωπική υπηρεσία ως οπλίτες ή κωπηλάτες[38]. Είναι αλήθεια ότι στο ατομικό επίπεδο και στο επίπεδο των αποφάσεων στην Εκκλησία προβάλλονταν επιχειρήματα που βασίζονταν στα πλεονεκτήματα, αλλά τα επιχειρήματα που βασίζονταν στην απειλή εναντίον της Αθήνας και στην τιμή είχαν θεμελιώδη σημασία, εκτός από τους φανερούς λόγους για δράση[39]. Επιπλέον, οι αποφάσεις στην Εκκλησία δεν εξαρτιόνταν μόνο από την εκτίμηση των ατόμων για τα προσωπικά τους συμφέροντα, αλλά ενδιαφέρονταν για την ορθότητα της συγκεκριμένης πρότασης από την πλευρά της ασφάλειας και των συμφερόντων της Αθήνας καθώς και από την πλευρά των τρόπων εφαρμογής των αποφάσεων.
 
Δεύτερον, κατά τον 4ο αιώνα οι εκστρατείες, που αποτελούνταν αποκλειστικά ή κυρίως από πολίτες οπλίτες, ήταν πολύ συνηθισμένες και, αν οι σωζόμενες μαρτυρίες αντικατοπτρίζουν την πραγματική κατάσταση, ήταν πιο πολυπληθείς και πιο σημαντικές από τις εκστρατείες που βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό σε μισθοφορικά στρατεύματα[40]. Κατά τον 4ο αιώνα χρησιμοποιούνταν μισθοφορικά στρατεύματα από την Αθήνα (αν και το θέμα των μισθοφόρων δεν ήταν ασήμαντο στην υποστήριξη που της προσέφεραν οι σύμμαχοί της κατά τον 5ο αιώνα, π.χ. κατά τη Σικελική Εκστρατεία). Μισθοφορικά στρατεύματα υπήρχαν διαθέσιμα σε αφθονία και πιθανόν να ήταν καλύτερα εκπαιδευμένα, πιο πεπειραμένα και πιο αποδοτικά, αν και λιγότερο αξιόπιστα, από τις δυνάμεις των πολιτών[41]. Μια απόφαση να χρησιμοποιηθούν μισθοφόροι, αν και ανακούφιζε τον πολίτη από τις δυσκολίες και τον κίνδυνο της προσωπικής υπηρεσίας, ίσως σε ορισμένες περιπτώσεις να βασιζόταν στη λογική και στην αναγνώριση της αξίας της χρήσης μισθοφόρων, που ήταν πάντοτε διαθέσιμοι, ιδίως για μακροχρόνιες ή μακρινές εκστρατείες[42]. Επομένως η ορθότητα της απόφασης θα έπρεπε να κρίνεται λαμβάνοντας υπόψιν τη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και κατά τη δεκαετία του 340 οι Αθηναίοι ίσως να γίνονταν όλο και περισσότερο επιρρεπείς στη χρήση μισθοφόρων. Αναμφισβήτητα οι ρήτορες είχαν δίκιο να υπαινίσσονται ότι οι Αθηναίοι αδιαφορούσαν για τις συνέπειες που θα είχε για τους συμμάχους και τους φίλους τους αλλά και για τους ίδιους η χρήση μισθοφορικών στρατευμάτων που έπαιρναν ελάχιστη ή και καμιά αμοιβή από την Αθήνα. Κατά συνέπεια, αυτά τα στρατεύματα στηρίζονταν στην ικανότητα των διοικητών τους να βρίσκουν χρήματα ή εφόδια από φίλους και εχθρούς και να αποκτούν λάφυρα ή αιχμαλώτους, οι οποίοι θα μπορούσαν να πουληθούν ή να εξαγορασθούν με λύτρα[43]. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έ­νοιωθαν καμιά δέσμευση απέναντι στα βασικά συμφέροντα της Αθήνας.
 
Οι επικρίσεις του Δημοσθένη δείχνουν επίσης διαφορετικές εκτιμήσεις για το ποια ήταν κατά καιρούς η κατάλληλη πολιτική για την Αθήνα. Στη δεκαετία του 350 και του 340 οι πολίτες στην Εκκλησία έδειχναν κάποια απροθυμία να δεσμευθούν για προσωπική υπηρεσία, π.χ. στη Θράκη και στο βόρειο Αιγαίο και κυρίως για να υποστηρίξουν την Όλυνθο της Χαλκιδικής όταν απειλήθηκε από τον Φίλιππο της Μακεδονίας το 34 9/8[44]. Αυτή η απροθυμία οφειλόταν εν μέρει σε διαφορετική εκτίμηση της απειλής που αντιπροσώπευε ο Φίλιππος ή του καλύτερου τρόπου αποτελεσματικής αντίστασης, καθώς οι μακροχρόνιες εκστρατείες, στην περιοχή από το Στρυμόνα ως τη Θρακική Χερσόνησο στη δεκαετία του 360 είχαν σημειώσει περιορισμένη επιτυχία[45]. Αλλά, όταν η απειλή είχε γίνει σαφής και πλησίαζε, καθώς ο Φίλιππος φαινόταν έτοιμος να περάσει μέσω Θερμοπυλών στην κεντρική Ελλάδα το 352, οι Αθηναίοι ήταν σε θέση να αντιδράσουν δυναμικά και με καλά αποτελέσματα[46]. Οι παρατεταμένες ή μακρινές εκστρατείες έβρισκαν λιγότερη υποστήριξη από τους πολίτες, οι οποίοι όχι μόνο θα έπρεπε να αφήσουν τη γη τους ή να παραμελήσουν τις συνηθισμένες τους ασχολίες, αλλά θα είχαν ελάχιστες προοπτικές κανονικής αμοιβής ή οικονομικής αποζημίωσης, εκτός εάν η επιτυχία τους εξασφάλιζε λάφυρα[47]. Αυτή η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη που επικρατούσε κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Είναι αλήθεια ότι η απροθυμία να υπηρετήσουν θα μπορούσε να αποδοθεί στο ενδιαφέρον των φτωχών (και των Αθηναίων γενικά) για τις εορταστικές πληρωμές των δύο οβολών που καταβάλλονταν στους πολίτες σε ορισμένες εορτές, γιατί το ετήσιο πλεόνασμα που χρησιμοποιούνταν γι’ αυτές τις πληρωμές θα μπορούσε σε περίπτωση πολέμου να χρησιμοποιηθεί για στρατιωτικούς σκοπούς.
 
Αλλά οι εορταστικές πληρωμές είχαν μάλλον πολιτική ή συμβολική παρά οικονομική σημασία. Σύμφωνα με τη διατύπωση σ’ έναν από τους λόγους που αποδίδονται στο Δημοσθένη «το ποσό για το οποίο συζητάτε είναι μικρό, αλλά η νοοτροπία που το συνοδεύει είναι σημαντική». Για ένα διάστημα ο Δημοσθένης προέτρεπε να μεταφερθεί το ετήσιο πλεόνασμα των εσόδων, που καταβαλλόταν στο Ταμείο των Εορτών που έκανε δυνατές αυτές τις πληρωμές, στο Στρατιωτικό Ταμείο. Αλλά τελικά συνειδητοποίησε ότι αυτό που ο Δημάδης ονόμαζε «κόλλα της δημοκρατίας» δεν ήταν η ουσία του θέματος, ή τουλάχιστον ότι οι αντιρρήσεις του για τις εορταστικές πληρωμές ήταν αντιπαραγωγικές[48].
 
Κατά τον 4ο αιώνα, όμως, φαίνεται ότι άρχισε να διαμορφώνεται κάποια μετατόπιση της ισορροπίας ανάμεσα στην αφοσίωση προς την πόλη και στα συμφέροντα του ατόμου και επομένως δεν πρέπει να αρνηθούμε ότι υπήρχε κάποια μείωση της πίστης προς την πόλη. Έχει όμως επίσης σημασία να εξετάσουμε τη στάση των Αθηναίων απέναντι στις μακρινές ή μακροχρόνιες εκστρατείες - όχι μόνο κατά τον 4ο αλλά και κατά τον 5ο αιώνα. Οι «αμυντικές» ενέργειες (όπως η αντίδραση στην εισβολή της Σπάρτης στην Αττική το 445 ή τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου) ή ορισμένες «αντιδραστικές» εκστρατείες (η καταστολή της εξέγερσης στην Εύβοια το 446 ή η εκστρατεία στο νησί το 357 ή η αντίδραση στην εξέγερση της Μυτιλήνης το 428) αναλαμβάνονταν λόγω πιεστικών στρατιωτικών ή/και πολιτικών αναγκών. Το κόστος αυτών των εκστρατειών δεν φαίνεται να απασχολούσε συχνά την Εκκλησία των Αθηναίων, αν και δεν μπορούσαν να αγνοήσουν την εξεύρεση κεφαλαίων, όπως φαίνεται καθαρά από την απόφαση συγκέντρωσης 200 ταλάντων με επιβολή φόρου επί της περιουσίας το 428, όταν η Αθήνα είχε να αντιμετωπίσει την εξέγερση της Λέσβου[49]. Αλλά όταν ο χαρακτήρας και ο σκοπός μιας εκστρατείας γινόταν πιο «επιθετικός» ή μπορούσε να απαιτήσει μακροχρόνια ή μακρινή εκστρατεία, φαίνεται ότι αυξανόταν η τάση να θέλουν να είναι αυτοχρηματοδοτούμενη ή τουλάχιστον να απαιτεί ελάχιστο δημόσιο χρήμα. Είναι αλήθεια ότι ακόμη και σε τέτοιες εκστρατείες οι επεκτατικές βλέψεις θα μπορούσαν να κάνουν την Εκκλησία να δώσει την υποστήριξή της. Η μεγάλη Σικελική Εκστρατεία έγινε, μεταξύ άλλων, για όνειρα κατακτήσεων και για την προοπτική όχι μόνο χρημάτων για το παρόν αλλά και πρόσθετων κτήσεων που θα εξασφάλιζαν μια ανεξάντλητη πηγή πληρωμής (μισθός)[50]. Ένας άλλος κρίσιμος παράγοντας που έκανε τους Αθηναίους να πραγματοποιήσουν το 416 μια φιλοδοξία, που δεν ήταν εντελώς νέα, ήταν η πεποίθηση ότι η εκστρατεία θα μπορούσε τουλάχιστον να ξεκινήσει με τα 60 τάλαντα που έφεραν οι Εγεσταίοι, οι οποίοι ζητούσαν την επέμβαση των Αθηναίων και μιλούσαν για άφθονα χρήματα στους ναούς τους και στο δημόσιο θησαυροφυλάκιο[51].
 
Στην περίπτωση αυτών που ονομάσαμε αντιδραστικές εκστρατείες, υπήρχε συνήθως η προσδοκία ότι δεν θα αποτελούσαν οικονομικό βάρος για την αθηναϊκή πολιτεία. Θα ζητούσαν από τους αποστάτες συμμάχους να πληρώσουν μεγάλες αποζημιώσεις - η Σάμος υποχρεώθηκε το 439 να πληρώσει με δόσεις το κόστος της εκστρατείας, εκτός από τα μέτρα που αποσκοπούσαν στον περιορισμό ή την εξάλειψη της ικανότητάς της να αντιστέκεται στις απαιτήσεις των Αθηναίων στο μέλλον. Οι προοπτικές για λάφυρα θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την υποστήριξη για εκστρατείες (αντιδραστικές ή επιθετικές) για ιδιωτικούς και κρατικούς λόγους, ενώ φυσικά μπορούσε να επιβληθεί φόρος περιουσίας εάν χρειαζόταν, αλλά παρά τα παράπονα των φορολογουμένων, και από μια άποψη εξαιτίας τους, φαίνεται ότι η Εκκλησία δεχόταν ορισμένους περιορισμούς στη χρησιμοποίηση αυτής της πηγής χρηματοδότησης[52]. Όσο πιο «επιθετική» ήταν η επιχείρηση, τόσο μεγαλύτερος ήταν ο πειρασμός κατά την περίοδο που εξετάζουμε για όσο το δυνατόν μικρότερη δημόσια χρηματοδότηση. Τον 4ο αιώνα η τάση αυτή ενισχύθηκε από την σχεδόν μόνιμη έλλειψη δημόσιων κεφαλαίων, γιατί δεν υπήρχαν αποικιακές πρόσοδοι και αποθεματικά όπως εκείνα που είχε η Αθήνα την εποχή της έναρξης του Πελοποννησιακού Πολέμου. Σε ορισμένους διορισμούς η Εκκλησία περίμενε ολοφάνερα από το διοικητή να εξασφαλίσει, με τη δημοκρατία ή τη βία, τοπική υποστήριξη για τις δραστηριότητές του και να κερδίσει λάφυρα[53]. Σε άλλους, φαίνεται ότι η Εκκλησία θεωρούσε δεδομένο ότι ο διοικητής θα χρησιμοποιούσε την ιδιωτική του περιουσία για να οργανώσει ένα εκστρατευτικό σώμα και θα έπαιρνε πίσω τα χρήματά του με μια επιτυχημένη εκστρατεία: ο διορισμός του Τιμόθεου το 373 για μια εκστρατεία στην Κέρκυρα και άλλοι διορισμοί του Τιμόθεου δείχνουν ότι η Εκκλησία, όταν είχε ανεπαρκή κεφάλαια ή υποστήριζε «χλιαρά» μια πρόταση, ήταν πρόθυμη να δεχθεί μια πρόταση για εκστρατεία, αλλά άφηνε σε μεγάλο βαθμό στο διοικητή την ευθύνη της εξεύρεσης μέσων για να εκτελέσει την εντολή[54]. Έτσι, οι πολίτες που υπηρετούσαν σε τέτοιες εκστρατείες δεν μπορούσαν να βασίζονται στην τακτική πληρωμή όπως οι πρόγονοί τους στο τέλος του 5ου αιώνα και εξαρτιόνταν σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα και την πείρα των διοικητών τους, για να πληρωθούν από τα κέρδη από την πώληση λαφύρων και αιχμαλώτων ή για να κερδίσουν λάφυρα που θα τα έπαιρναν μόνοι τους ή θα τους διανέμονταν.
 
Μετά την αποτυχία των επανειλημμένων προσπαθειών τους να ανακαταλάβουν την Αμφίπολη και μετά την απώλεια συμμάχων και γοήτρου κατά τον Κοινωνικό Πόλεμο (357-355 π.Χ.), οι Αθηναίοι της επόμενης γενιάς - της γενιάς την οποία προειδοποιούσε ο Δημοσθένης για τον κίνδυνο του Φιλίππου - ήταν περισσότερο διατακτικοί να αναλάβουν στρατιωτικές επιχειρήσεις[55]. Πολλοί έβρισκαν πλεονεκτήματα σε πολιτικές όπως εκείνη του Ευβούλου οι οποίες έδιναν προσοχή στα οικονομικά μέσα της Αθήνας και εξέταζαν τα ζωτικά της συμφέροντα, λαμβάνοντας σαφώς υπόψιν τη διαθέσιμη χρηματοδότηση. Αυτές οι εξελίξεις και άλλες συντέλεσαν σε αντιδράσεις των Αθηναίων οι οποίες θα μπορούσαν να δώσουν την εντύπωση ότι οι Αθηναίοι των μέσων του 4ου αιώνα ενδιαφέρονταν λιγότερο για την υπεράσπιση της ασφάλειας και των συμφερόντων της πόλης τους απ’ όσο ενδιαφέρονταν στην πραγματικότητα. Οι αντιδράσεις τους έτειναν να είναι λιγότερο επιθετικές. Η αντίληψή τους για τα αθηναϊκά συμφέροντα μπορεί να ήταν κάπως περιοριστική[56].0 Δημοσθένης είχε αυτή τη γνώμη, αλλά αναγνώριζε το ζήλο με τον οποίο οι Αθηναίοι ανταποκρίθηκαν το 357 στο αίτημα μερικών ευβοϊκών πόλεων να τις βοηθήσουν να διώξουν τους Θηβαίους από το νησί τους[57]. Εάν αντιτάξει κανείς το επιχείρημα ότι το γειτονικό νησί της Εύβοιας είχε κρίσιμη σημασία για την Αθήνα, όπως είχε δείξει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, θα ήταν καλό να προσθέσουμε ότι το 353/2 στάλθηκε ένα εκστρατευτικό σώμα για να καταλάβει τη Θρακική Χερσόνησο και εγκαταστάθηκαν κληρούχοι στη Σηστό. Σ’αυτή την περιοχή, που ήταν μακριά από την Αθήνα αλλά σημαντική εδώ και πολύ και­ρό για τη διέλευση των εισαγομένων τροφίμων, οι Αθηναίοι έκριναν ότι τα συμ­φέροντα τους απαιτούσαν δράση κι έτσι ανταποκρίθηκαν.
 
4. Οικονομικές υποχρεώσεις
 
Μερικοί πολίτες - πλούσιοι ή άνθρωποι με πλούτο ή καταγωγή ή ικανότητα, άνθρωποι που είχαν ως κίνητρο τη φιλοτιμία ή τη φιλοδοξία τους ή άλλους παράγοντες - εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους υπηρετώντας ως διοικητές λόχων, ταξίαρχοι, φύλαρχοι, στρατηγοί ή τριήραρχοι. Στο ναυτικό οι τριήραρχοι έπαιζαν εκ παραδόσεως σημαντικό διοικητικό ρόλο, αλλά αν και ήταν υπεύθυνοι για τη διοίκηση της τριήρους, έπρεπε να καλύπτουν και τα έξοδα της συντήρησης της τριήρους και του εξοπλισμού της[58]. Κατά την περίοδο που εξετάζουμε, η ανάμιξη των τριηράρχων μετατοπίστηκε από το προσωπικό στοιχείο στο οικονομικό. Γύρω στα τέλη του 5ου αιώνα έχουμε πληροφορίες για τριηράρχους που ξόδευαν περίπου μισό έως ένα τάλαντο το χρόνο, αλλά αυτές οι δαπάνες, ακόμη και αν δηχθούμε την ακρίβεια αυτών των ισχυρισμών, μπορεί να μην είναι αντιπροσωπευτικές[59]. Είναι όμως φανερό όχι η τριηραρχία συνεπαγόταν πολλά έξοδα. Γύρω στην αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου, όταν η Αθήνα είχε στόλο 300 τριήρων, 400 άνδρες εκλέγονταν τριήραρχοι κάθε χρόνο, αν και ο μεγαλύτερος αριθμός πλοίων που βρίσκονταν σε ενεργό υπηρεσία κάθε καλοκαίρι ήταν 250. Πριν από το τέλος του πολέμου τα βάρη των συνηθισμένων τριηραρχιών είχαν γίνει τόσα ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις δύο τριήραρχοι μοιράζονταν την ευθύνη για μια τριήρη[60]. Οι συντριήραρχοι έγιναν πολύ πιο συνηθισμένοι από τους μεμονωμένους τριηράρχους κατά το πρώτο μισό του 4ου αιώνα, οπότε η πραγματική διοίκηση ή το στοιχείο της προσωπικής υπηρεσίας μπορούσε να μεταβιβασθεί σ’ ένα μισθωτό πλοίαρχο[61]. Τα προβλήματα της τριηραρχίας οδήγησαν το 357 στις μεταρρυθμίσεις του Περιάνδρου, σύμφωνα με τις οποίες οι 1.200 πλουσιότεροι Αθηναίοι μοιράσθηκαν σε 20 λόχους (συμμορίες) σε μια προσπάθεια κατανομής του φορτίου με δικαιότερο τρόπο[62]. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις επέφεραν θεμελιώδεις αλλαγές στο χαρακτήρα της τριηραρχίας ή επιβεβαίωσαν τις τάσεις που ήδη υπήρχαν. Όχι μόνο μείωσαν το στοιχείο της προσωπικής υπηρεσίας, ενθαρρύνοντας την πρόσληψη πλοιάρχων, αλλά αφαίρεσαν σε μεγάλο βαθμό το στοιχείο της ατομικής επίδοσης. Στο παρελθόν, μια επιτυχημένη τριηραρχία δεν απέφερε μόνο προσωπική ικανοποίηση, αλλά και τιμή και την αναγνώριση των υπηρεσιών που προσφέρθηκαν για το συμφέρον της πόλης[63]. Αυτές οι ικανοποιήσεις ήταν χωρίς αμφιβολία πολύ λιγότερες από όσο ήταν στα μέσα του 5ου αιώνα, οπότε υπήρχε πληρέστερη αποδοχή του αριστοκρατικού ήθους, αλλά άνθρωποι όπως ίσως ο υπερενθουσιώδης Απολλόδωρος (που σε τελευταία ανάλυση ήταν γιος του Πασίωνα, του δούλου που είχε γίνει τελικά πολίτης) επιζητούσαν ακόμη να εξασφαλίσουν τιμή για το πρόσωπό τους με την ενθουσιώδη εκτέλεση μιας τριηραρχίας[64]. Φαίνεται ότι οι μεταρρυθμίσεις του Δημοσθένη το 340/39 περιόρισαν τον αριθμό των υποχρέων στους 300 πλουσιότερους Αθηναίους[65]. Οι εξελίξεις κατά τον 4ο αιώνα είχαν μεταμορφώσει την τριηραρχία σ’ ένα θεσμό που απέβλεπε σ’ ελάχιστα περισσότερα από την εξασφάλιση χρηματοδότησης για το στόλο, και ουσιαστικά άφησαν τους τριηράρχους στην ανωνυμία που συνδέεται με την πληρωμή των φόρων.
 
Έντονα οικονομικού χαρακτήρα ήταν η υποχρέωση των πλουσιότερων πολιτών (και, όπως είδαμε, και των μετοίκων) να πληρώνουν φόρο περιουσίας (εισφορά). Ο φόρος υπήρχε κατά τη δεκαετία του 430 αλλά η χρονολογία της καθιέ­ρωσής του είναι αβέβαιη. Το γεγονός ότι επιβαλλόταν όποτε προέκυπτε ανάγκη χρηματοδότησης (σχεδόν πάντοτε για πόλεμο) πρόσθετε το στοιχείο του απρόβλεπτου στη δυσφορία γι’ αυτό που θεωρούνταν οικονομικό βάρος[66]. Αν και γνωρίζουμε περισσότερα πράγματα για την εισφορά μετά την αναδιοργάνωσή της το 378/7, πολλά βασικά ερωτήματα παραμένουν αβέβαια. Εκείνοι που ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν φόρο περιουσίας μετά το 378/7 ήταν περίπου 2.000, αν και ο αριθμός έχει υπολογισθεί μέχρι 6.000[67]. Οι μεταρρυθμίσεις του 378/7 περιλάμβαναν την απογραφή της περιουσίας που κατείχαν τα άτομα στην Αττική, αλλά όπως και προηγουμένως υπήρχαν πιθανότητες απόκρυψης και υπήρχαν και πλεονεκτήματα στο να έχει κανείς ορισμένα περιουσιακά στοιχεία σε μέρη έξω από την Αττική[68]. Ως ύψος της περιουσίας που υπόκειτο σε πληρωμή εισφοράς αναφέρονται τα 6.000 τάλαντα και οι υπόχρεοι πλήρωναν ανάλογα με το κεφάλαιό τους[69]. Στα μέσα του 4ου αιώνα έχουμε πληροφορίες για μια επιβολή φόρου 1%, που απέφερε 60 τάλαντα, και όποιος κι αν ήταν ο ακριβής τρόπος υπολογισμού του φόρου, ένα τέτοιο ποσό είναι πιο αληθοφανές για τον 4ο αιώνα από τα 200 τάλαντα που συγκεντρώθηκαν κατά την κρίση του 428/7. Για τον φορολογούμενο, ένας φόρος 1% ισοδυναμούσε με φόρο εισοδήματος 8%, εάν η ετήσια πρόσοδος της περιουσίας ήταν της τάξης του 12,5%[70]. Οι δυσκολίες στην είσπραξη της εισφοράς οδήγησαν, πιθανότατα γύρω στο 360, στη θέσπιση της προσφοράς - προπληρωμή του φόρου από τους 300 πλουσιότερους Αθηναίους οι οποίοι στη συνέχεια εισέπρατταν το μερίδιό τους από τους άλλους φορολογούμενους[71]. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι κατά την περίοδο μεταξύ 378/7 και 369 (εάν η χρονολογία είναι σωστή) οι καθυστερούμενες πληρωμές εισφοράς είχαν φθάσει στα 14 τάλαντα και μόνο στις αρχές της δεκαετίας του 350 έγινε μια αποφασιστική προσπάθεια - από τον Ανδροτίωνα - για την είσπραξη αυτών των καθυστερουμένων[72].
 
Περισσότερο αποδεκτές, επειδή ήταν ετήσιες, και επομένως τακτικές, επειδή συνεπάγονταν λιγότερες δαπάνες και επειδή διατηρούσαν την - προσωπική και πολιτική - ικανοποίηση της ενθουσιώδους συμμετοχής, ήταν οι ετήσιες λειτουργίες ή δημόσιες υπηρεσίες, που ήταν περισσότερες από 97 το χρόνο στα μέσα του 4ου αιώνα (και περισσότερες από 118 κάθε τέταρτο χρόνο όταν γιορτάζονταν τα Μεγάλα Παναθήναια)[73]. Αυτές οι λειτουργίες, στις οποίες περιλαμβανόταν η χορηγία, επέτρεπαν στους πλούσιους Αθηναίους πολίτες με το ενδιαφέρον τους και την προθυμία τους να εξασφαλίζουν άφθονα κεφάλαια[74], να επιδεικνύουν το δημόσιο πνεύμα τους. Οι αντιλήψεις τους ανήκαν σε μια αριστοκρατική εποχή και μπορεί να είχαν διατηρήσει ένα μεγάλο μέρος αυτού του χαρακτήρα σε όλη την περίοδο που εξετάζουμε. Όπως η τριηραρχία και η πληρωμή της εισφοράς, οι τακτικές ή «εορταστικές» λειτουργίες προβάλλονταν από τους κατηγορουμένους σε δίκες ως απόδειξη του δημόσιου αισθήματος τους και συνήθως με την παραδοχή ότι τις είχαν εκτελέσει με ενθουσιασμό για να δημιουργήσουν ένα απόθεμα χάριτος (ευγνωμοσύνης) ώστε το άτομο να έχει καλή αντιμετώπιση στο δικαστήριο σε περίπτωση δίωξης. Η δύναμη της περιουσίας μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί και με άλλους τρόπους για την εξασφάλιση τιμής και επιδοκιμασίας και για την αύξηση της πολιτικής επιρροής ενός ανθρώπου - με εκούσιες εισφορές διαφόρων ειδών ή με την πληρωμή λύτρων για την εξαγορά Αθηναίων αιχμαλώτων πολέμου[75]. Αυτές οι πράξεις, και ειδικότερα η μεγαλοπρεπής εκτέλεση μιας λειτουργίας, είχαν κίνητρα παρόμοια με εκείνα των εμπορικών χορηγών, που χρηματοδοτούν σύγχρονες πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις για να κερδίσουν την επιδοκιμασία του κοινού, συχνά πολιτική και εμπορική. Η τριηραρχία, η πληρωμή εισφοράς και οι λειτουργίες εμφανίζονται σταθερά στους ρήτορες ως «σταθερές» υπηρεσίες που προσέφεραν οι πλουσιότεροι πολίτες με την περιουσία τους, ενώ βοηθούσαν στην προστασία της ασφάλειας της πόλης με την προσωπική τους υπηρεσία.
 
Κατά τον 4ο αιώνα οι άνθρωποι με περιουσία μικρότερη από 3 τάλαντα ήταν απίθανο να κληθούν ν’ αναλάβουν την τριηραρχία ή τις άλλες λειτουργίες, ενώ εκείνοι που είχαν περιουσία πάνω από 4 τάλαντα ήταν απίθανο να αποφύγουν αυτές τις υποχρεώσεις μακροπρόθεσμα[76]. Οποιοσδήποτε πολίτης στον οποίο είχε ανατεθεί μια λειτουργία μπορούσε να προκαλέσει έναν άλλο πολίτη, τον οποίο θεωρούσε πλουσιότερο, να ανταλλάξει την περιουσία του με τη δική του ή να εκτελέσει τη λειτουργία. Αυτό το σύστημα της αντιδόσεως (ανταλλαγής) βοήθησε στο να περιοριστεί στο ελάχιστο η αποφυγή της εκτέλεσης λειτουργιών και στο να λαμβάνεται υπόψιν η αλλαγή της οικονομικής κατάστασης των ατόμων[77]. Το κόστος των περισσότερων τακτικών λειτουργιών κυμαινόταν κατά τα λεγόμενα των ρητόρων μεταξύ 300 και 2.500 δραχμών. Σύμφωνα με τις πληροφορίες οι περισσότερες τριηραρχίες κόστιζαν περισσότερο από 3.000 δραχμές (που μπορεί να είναι το κόστος μιας συντριηραρχίας) και λιγότερο από 6.000[78]. Δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί τί δαπάνη συνεπαγόταν η εκτέλεση δημόσιων υπηρεσιών από ένα άτομο στη διάρκεια της ζωής του, λόγο) της δυσκολίας ν’ αξιολογηθεί η ακρίβεια των ισχυρισμών ανθρώπων που ήθελαν να εντυπωσιάσουν το ακροατήριο ή τους κριτές τους. Ο ομιλητής του Λυσία 19 έλεγε ότι σε διάστημα πενήντα ετών (περ. 438-388) ο πατέρας του είχε αναλάβει χορηγίες, είχε υπηρετήσει επτά φορές ως τριήραρχος και είχε κάνει πολλές μεγάλες πληρωμές φόρου περιουσίας και ότι το συνολικό κόστος όλων αυτών ήταν 9 τάλαντα και 2.000 δραχμές. «Ο πατέρας μου», είπε, «σ’ όλη του τη ζωή ξόδεψε περισσότερα για την πόλη παρά για τον εαυτό του και την οικογένειά του - τα διπλάσια απ’ όσα έχουμε σήμερα, όπως υπολόγισε συχνά μπροστά μου». Άλλες ενδείξεις δείχνουν ότι ο πλούτος ήταν πολύ σημαντικός και οι δημόσιες υπηρεσίες δεν ήταν τόσο επιβαρυντικές όσο αφήνει να εννοηθεί ο γιος[79]. Μπορούμε να αναφέρουμε ένα άλλο άτομο - τον ομιλητή του Λυσία21, που έκλεισε τα 18 το 411/10 και στη διάρκεια των επομένων εννέα ετών ξόδεψε, κατά τους ισχυρισμούς του, 10 τάλαντα και 3.600 δραχμές. Τα περισσότερα από αυτά τα χρόνια ήταν κρίσιμα χρόνια πολέμου και έλεγε ότι υπηρέτησε συνεχώς ως τριήραρχος επί επτά χρόνια, έκανε δύο πληρωμές εισφοράς (3.000 και 4.000 δραχμές) και εκτέλεσε έναν αριθμό δημοσίων λειτουργιών. Πρόσθετε ότι δεν θα είχε ξοδέψει ούτε «το ένα τέταρτο» αυτών που είχε ξοδέψει, αν είχε επιλέξει να περιορίσει τις δημόσιες υπηρεσίες του στο γράμμα του νόμου. Ακόμη και αν δεχθούμε την υπερβολή, φαίνεται ότι αυτός ο νέος ξεπέρασε τις υποχρεώσεις του από την άποψη της συχνότητας (και του ύψους της δαπάνης) και η περίπτωσή του δεν μπορεί να θεωρηθεί τυπική[80], γιατί κατά τον 4ο αιώνα υπήρχαν διατάξεις που προέβλεπαν μεσοδιάστημα ενός έτους μεταξύ διαδοχικών εορταστικών λειτουργιών και δύο ετών μεταξύ τριηραρχιών. Αυτές οι διατάξεις, ή μια γενική διάταξη για μεσολάβηση ενός έτους μεταξύ λειτουργιών, ίσως να υπήρχαν κατά τον 5ο αιώνα. Η απαγόρευση δύο ταυτόχρονων λειτουργιών του 4ου αιώνα μπορεί να υπήρχε νωρίτερα, αλλά θα μπορούσε να παρακαμφθεί από τον ενθουσιασμό ενός εθελοντή[81].
 
5. Πολιτικός και δικαστικός τομέας
 
Στον πολιτικό και το δικαστικό τομέα επιβάλλονταν ορισμένες νομικές υποχρεώσεις στους πολίτες, αλλά πολύ σημαντικότερη ήταν η ανάγκη ευρείας συμμετοχής των πολιτών που ήταν συμφυής στη δομή της αθηναϊκής δημοκρατίας. Για παράδειγμα, η Βουλή των 500 κατείχε κρίσιμη θέση στη λειτουργία της δημοκρατίας και περιλάμβανε σημαντικό αριθμό μελών. Στη δεκαετία του 320 ένας άνδρας μπορεί να μην υπηρετούσε περισσότερες από δύο φορές στη Βουλή και ίσως αυτό να ίσχυε από τη θέσπιση της Βουλής στα τέλη του 6ου αιώνα. Επιπλέον, εάν οι θητείες δεν μπορούσαν να είναι διαδοχικές, θα χρειαζόταν τουλάχιστον ένας μέσος αριθμός 250 νέων ανδρών κάθε χρόνο, ή σε διάστημα δέκα ετών όχι λιγότεροι από 2.500 νέοι βουλευτές και όχι περισσότεροι από 5.000[82]. Η προσφορά βουλευτών περιοριζόταν από άλλους παράγοντες. Ένας άνδρας έπρεπε να είχε συμπληρώσει τα τριάντα χρόνια και συχνά θεωρείται δεδομένο ότι, όπως και οι άρχοντες, οι βουλευτές προέρχονταν από τις τρεις ανώτερες τάξεις απογραφής, αν και ίσως αυτός ο περιορισμός αγνοήθηκε κατά τον 4ο αιώνα, όπως έγινε και στην περίπτωση των αρχόντων[83]. Ο άλλος βασικός παράγων που θα έτεινε να κάνει δύσκολη την υπηρεσία στη Βουλή για τους άνδρες της τάξης των θητών ήταν οι μεγάλες απαιτήσεις διαθέσιμου χρόνου. Αυτός ο παράγων θα απέκλειε στην πράξη εκείνους που περιγράφονταν ως «φτωχοί» ή «χωρίς (επαρκή) μέσα» - εκείνους που εξαρτιόνταν από την εργασία τους για να ζήσουν - μέχρι την εποχή που το ύψος της βουλευτικής αμοιβής αποτέλεσε λογική ανταμοιβή. Η βουλευτική αμοιβή καθιερώθηκε πιθανόν κατά την δεκαετία του 450 (το νωρίτερο λίγο μετά τις μεταρρυθμίσεις του 462) και στη δεκαετία του 320 ήταν 5 οβολοί την ημέρα, αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις που να δείχνουν πόσο καιρό ίσχυε αυτό το ποσό[84]. Η αποζημίωση ήταν απαραίτητη για «τους ανθρώπους που δεν είχαν τα μέσα», γιατί οι βουλευτές καλούνταν να συνεδριάσουν κατά τη δεκαετία του 320 περίπου 260 ημέρες κατά την διάρκεια της θητείας τους και έτσι θα μπορούσαν να διαταραχθούν σοβαρά οι κανονικές τους δραστηριότητες[85]. Αν και οι συνεδριάσεις μπορεί να ήταν λιγότερο συχνές στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα, η επέκταση του ρόλου της Βουλής, ως αποτέλεσμα των αλλαγών που καθιέρωσε ο Εφιάλτης το 462, και η αύξηση των διοικητικών και άλλων υποθέσεων στην Αθήνα από τα μέσα του 5ου αιώνα θα απαιτούσαν πολύ συχνές συνεδριάσεις[86].
 
Επομένως, η Βουλή των 500 έδινε εκτεταμένες ευκαιρίες και επέβαλλε μια σαφή ευθύνη στους Αθηναίους πολίτες για να γνωρίσουν από κοντά τις υποθέσεις της πόλης τους. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στο μεγάλο αριθμό των μελών της Βουλής και στη μεταβαλλόμενη σύνθεσή της και εν μέρει στην ποικιλία των λειτουργιών που ασκούσε. Για να καταλάβουμε αυτές τις λειτουργίες είναι καλύτερο να εξετάσουμε πρώτα την κυρίαρχη Εκκλησία, τους αξιωματούχους της αθηναϊκής πόλης και τα Δικαστήρια ή ορκωτά δικαστήρια, γιατί η Βουλή ήταν εκείνη που εξασφάλιζε τον όποιο συντονισμό υπήρχε ανάμεσα σ’ αυτές τις ενότητες.
 
Όπως είδαμε, όλοι οι ενήλικοι άνδρες πολίτες μπορούσαν να είναι μέλη της Εκκλησίας. Εκτός από το φημολογούμενο τέχνασμα της χρήσης ενός σχοινιού αλειμμένου με κόκκινο χρώμα, που το έσερναν στην αγορά για να κάνουν τους πολίτες που συζητούσαν ή ήταν απασχολημένοι στην Αγορά να ανέβουν στην Πνύκα όπου συνερχόταν συνήθως η Εκκλησία, φαίνεται ότι δεν υπήρχε προσπάθεια εξαναγκασμού για παρουσία[87]. Η σημασία της παρουσίας όμως φαίνεται από τις διατάξεις που απαιτούσαν απαρτία 6.000 για ορισμένους τύπους αποφάσεων και για μια έγκυρη ψηφοφορία οστρακισμού. Κατά τον 4ο αιώνα η συμμετοχή ενθαρρυνόταν με οικονομικά κίνητρα: στα μέσα της δεκαετίας του 390 προσέφεραν 1 οβολό την ημέρα και σε διάστημα δύο ή τριών ετών το ποσό αυξήθηκε σε 2 και μετά σε 3 οβολούς. Στη δεκαετία του 320 πληρωνόταν μια δραχμή για καθεμιά από τις τριάντα τακτικές συνελεύσεις και 1,5 δραχμή για τις δέκα κύριες συνελεύσεις (μία σε καθεμιά από τις πρυτανείες στις οποίες ήταν διαιρεμένο το αθηναϊκό έτος)[88]. Εάν οι επί μέρους πολίτες ενδιαφέρονταν να δουν μια συγκεκριμένη πρόταση να ψηφίζεται από την Εκκλησία , θα δέχονταν, αν μπορούσαν, την ευθύνη που συνεπαγόταν το δικαίωμά τους να παρίστανται στη συνέλευση. Στην ακραία περίπτωση του 411 οι ολιγαρχικοί οργάνωσαν μια συνέλευση έξω από τα τείχη, στην οποία μπορούσαν να παρευρεθούν χωρίς κίνδυνο μόνο όσοι είχαν πανοπλία και όπλα, και έτσι προκάλεσαν την ανατροπή της δημοκρατίας[89]. Ο κύριος λόγος για τον οποίο οι Αθηναίοι θέσπισαν στο τέλος του αιώνα μια ειδική διαδικασία για την αναθεώρηση των νόμων ήταν η επιθυμία να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των δόλιων συνελεύσεων και των αιφνιδιαστικών ψηφοφοριών[90].
 
Η βασική προϋπόθεση της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν η κυριαρχία του αθηναϊκού λαού: «ο αθηναϊκός Δήμος ασκεί την υπέρτατη εξουσία σε όλες τις υποθέσεις της πόλης και έχει την εξουσία να κάνει ό,τι επιθυμεί»[91]. Εκτός από την εκλογή των αξιωματούχων, η Εκκλησία είχε πλήρη εξουσία σε όλα τα «νομοθετικά» και διοικητικά ζητήματα. Οι μεγάλες κρατικές υποθέσεις υποβάλλονταν στην κρίση της: εάν έπρεπε να απορρίψουν τα αιτήματα των Σπαρτιατών το 432/1 και να αντιμετωπίσουν την απειλή του πολέμου, αν έπρεπε να επεκτείνουν τη συμμαχία τους το 378/7 στέλνοντας μια γενική πρόσκληση ένταξης στη Δεύτερη Αθηναϊκή Συμμαχία[92]. Ήταν επίσης αρμόδια να αποφασίζει για δευτερεύοντα ζητήματα - ζητήματα κανονισμών ή διοικητικών λεπτομερειών, που ένα σύγχρονο κράτος θα ανέθετε στους υπουργούς ή στις δημόσιες υπηρεσίες. Ο όγκος των εργασιών της Εκκλησίας και η σημασία πολλών από αυτές συνεπαγόταν σημαντικές ευθύνες για τη Βουλή και τους αξιωματούχους που ενδιαφέρονταν άμεσα για τις συνεδριάσεις της Εκκλησίας καθώς επίσης και για μεμονωμένους πολίτες[93]. Για παράδειγμα, οι αποφάσεις της Εκκλησίας δεν έπρεπε να αντιβαίνουν προς την ισχύουσα νομοθεσία. Η ευθύνη γι’ αυτό ανήκε στις αρχές του 5ου αιώνα στον Άρειο Πάγο. Σε κάποια στιγμή πριν από το 415 (και ίσως ήδη από τη δεκαετία του 450) αυτή η ευθύνη μεταβιβάστηκε στους αξιωματούχους που προέδρευαν στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας καθώς επίσης και σε κάθε μεμονωμένο πολίτη. Μια πρόταση η οποία, αν και είχε ψηφισθεί από την Εκκλησία (ή τη Βουλή), αποτελούσε παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας ή είχε ψηφισθεί με παράτυπη διαδικασία, μπορούσε να «μπλοκαριστεί» με την κατάθεση μήνυσης για παράνομη πρόταση (γραφή παρανόμων)[94]. Αυτή η μήνυση κατά της ίδιας της πρότασης μπορούσε να υποβληθεί από οποιονδήποτε πολίτη ανά πάσα στιγμή, αλλά φυσικά, εάν επρόκειτο να φέρει κάποιο αποτέλεσμα, συνήθως υποβαλλόταν λίγο-πολύ αμέσως. Η κατηγορία εκδικαζόταν από τα Δικαστήρια. Εντός ενός έτους από την ψήφιση της πρότασης, μπορούσε να ασκηθεί και δίωξη κατά του προτείνοντος. Και οι προεδρεύοντες πρυτάνεις υπόκειντο σε δίωξη. Εδώ αποκαλύπτεται μία από τις κεντρικές αρχές της αθηναϊκής δημοκρατίας - η προσωπική ευθύνη εκείνων που υπέβαλλαν προτάσεις και εκείνων που προΐσταντο στην Εκκλησία, αλλά και κάθε Αθηναίου. Δεν υπήρχε δημόσιος κατήγορος για να καταθέσει μια γραφή παρανόμων ή να ασκήσει δίωξη κατά των πρυτάνεων, αλλά απαιτείτο η επαγρύπνηση και η πρωτοβουλία όλων των πολιτών. Οι πρυτάνεις, όμως, είχαν μια ειδική υποχρέωση, να φροντίζουν να μην υπάρχει παράβαση των νόμων, κι έτσι θα μπορούσαν να κληθούν να ματαιώσουν τη θέληση του Δήμου: ο Αριστοτέλης, που δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια για τη δημοκρατία, επέσυρε ιδιαίτερα την προσοχή σ’ αυτό το θεμελιώδες δίλημμα των δημοκρατικών πόλεων - τη σύγκρουση ανάμεσα στην εξουσία του νόμου και τη βούληση του λαού όπως εκφραζόταν στα ψηφίσματα ή στις αποφάσεις[95].
 
Εάν στρέψουμε την προσοχή μας από τη λειτουργία της Εκκλησίας στους αξιωματούχους ή δικαστές, υπάρχουν αρκετά χαρακτηριστικά που ενέπλεκαν σημαντικούς αριθμούς πολιτών στη λειτουργία της δημοκρατίας και τους έδιναν πείρα και κάποιο ειδικό μέτρο εξουσίας και ευθύνης. Το πρώτο ήταν η αρχή της περιορισμένης θητείας και της εναλλαγής. Εκτός από τα στρατιωτικά αξιώματα και πιθανόν τα ελάχιστα αιρετά αξιώματα, ένας πολίτης μπορούσε να κατέχει ένα αξίωμα μόνο, και μόνο για ένα χρόνο. Αυτή η απαγόρευση επανεκλογής εξασφάλιζε την εναλλαγή στην κατοχή των αξιωμάτων, κατανέμοντας ευρύτερα την ευθύνη και καθιστώντας δυσκολότερη για ένα άτομο την απόκτηση επιρροής με την κατ’ επανάληψη κατοχή ενός αξιώματος. Η δεύτερη αρχή - η ιδέα της συλλογικότητας - αύξανε επίσης τις ευκαιρίες και τις ευθύνες των πολιτών και καταπολεμούσε την ατομική επιρροή. Με λίγες εξαιρέσεις, οι περισσότεροι αξιωματούχοι ήταν μέλη ενός σώματος (συνήθως δεκαμελούς) και οι διαφορετικές γνώμες και οι ανταγωνιστικές βλέψεις των συναδέλφων δυσκόλευαν οποιοδήποτε άτομο να αποκτήσει ηγετική θέση. Και οι δύο αυτές αρχές της κατοχής των αξιωμάτων βοηθούσαν πολύ στη διατήρηση της κυριαρχίας του Δήμου απέναντι στους αξιωματούχους - μια κυριαρχία που βασιζόταν στη θεμελιώδη αντίληψη ότι όλοι οι αξιωματούχοι ήταν «υπόλογοι» ή «υπεύθυνοι» προς το Δήμο και έπρεπε να λογοδοτούν για τη θητεία τους. Αν και ήθελαν να δώσουν στους πολίτες εκτεταμένες ευκαιρίες για κατοχή αξιωμάτων, οι Αθηναίοι ενδιαφέρονταν και για την ικανότητα του ατόμου να αντιστέκεται στους πειρασμούς της ανεύθυνης εξουσίας[96].
 
Αυτά τα χαρακτηριστικά σήμαιναν ότι σημαντικοί αριθμοί Αθηναίων συμμετείχαν στην κατοχή αξιώματος - υπήρχαν αρκετές εκατοντάδες αξιωματούχοι στην Αττική κάθε χρόνο (εκτός από τους βουλευτές και τους αξιωματούχους στο εξωτερικό), γιατί η Αθήνα ήταν μεγάλη πόλη και οι Αθηναίοι προχωρούσαν περισσότερο από άλλες πόλεις στον πολλαπλασιασμό των επίσημων θέσεων[97]. Ακόμη μεγαλύτεροι αριθμοί συμμετείχαν στην απονομή της δικαιοσύνης στα Δικαστήρια. Η αλήθεια είναι ότι όλες οι υποθέσεις δεν έφταναν στα Δικαστήρια. Οι αξιωματούχοι, για παράδειγμα, ασχολούνταν με μερικά δευτερεύοντα αδικήματα, ιδίως αδικήματα (όπως η κακή συμπεριφορά σε μια εορτή) που εμπόδιζαν τον αξιωματούχο να εκτελέσει τα καθήκοντα του αξιώματος του, αλλά δεν μπορούσαν να επιβάλουν πρόστιμο που να υπερβαίνει ένα ορισμένο όριο (πιθανόν 50 δραχμές το πολύ) και έπρεπε να παραπέμπουν τις σοβαρότερες υποθέσεις στα Δικαστήρια[98]. Πολλές μικροδιαφορές μεταξύ ατόμων ρυθμίζονταν πιθανόν από τους τριάντα «κριτές του δήμου» και μετά το 403/2 από τους Τεσσαράκοντα ή (εάν αφορούσαν ποσό μεγαλύτερο από δέκα δραχμές) από τους δημόσιους διαιτητές, αλλά ένας διάδικος μπορούσε να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης ενός διαιτητή ενώπιον των Δικαστηρίων. Ο Άρειος Πάγος εκδίκαζε υποθέσεις ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως ενός Αθηναίου πολίτη και υποθέσεις φαρμακείας και εμπρησμού[99]. Αλλά οι δικαστικές αποφάσεις τυπικά ήταν θέμα των Δικαστηρίων. Αν και υπήρχε προκαταρκτική εξέταση μιας κατηγορίας από έναν από τους άρχοντες, επρόκειτο για τυπική διαδικασία που έλεγχε αν η υπόθεση ήταν παραδεκτή και επέτρεπε την εκδίκαση της υπόθεσης από ένα συγκεκριμένο δικαστήριο. Στη συνέχεια ο άρχων προέδρευε στο δικαστήριο με εντελώς τυπική έννοια, αφού οι ένορκοι έπρεπε να αποφασίσουν για τα πραγματικά και νομικά στοιχεία, «καθοδηγούμενοι» από τους διαδίκους, και να επιβάλουν οποιαδήποτε ποινή. Τα δικαστήρια και οι δικαστές ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Αθήνας: τουλάχιστον όταν παρουσίασαν στον Στρεψιάδη ένα χάρτη του κόσμου στις Νεφέλες τον Αριστοφάνη και του έδειξαν την Αθήνα, εκείνος απάντησε: «Τί εννοείς; Δεν το πιστεύω, γιατί δεν βλέπω δικαστές να συνεδριάζουν»[100].
 
Σ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε η Ηλιαία ήταν από μια άποψη διαφορετική από την Εκκλησία, γιατί κάθε χρόνο αρκετές χιλιάδες πολίτες, που έπρεπε να έχουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα, εκλέγονταν με κλήρο δικαστές ή ηλιαστές. Επιπλέον, υπήρχε όριο ηλικίας: πολίτες ηλικίας κάτω των 30 ετών δεν μπορούσαν να εκλεγούν ένορκοι. Τον 5ο αιώνα ο αριθμός των ενόρκων (κριτών) ήταν 6.000 και κάθε δικαστής ανήκε σ’ ένα δικαστήριο για όλο το χρόνο. Υπάρχουν αναφορές για δικαστήρια με 1.000, 1.500, 2.000 και 6.000 μέλη, αλλά οι συνηθισμένες υποθέσεις μπορεί να εκδικάζονταν από 500 δικαστές[101]. Η διαφθορά των δικαστηρίων οδήγησε στις αρχές του 4ου αιώνα στη θέσπιση ενός νέου συστήματος κατανομής των ενόρκων σε δικαστήρια: στην αρχή του χρόνου οι δικαστές μοιράζονταν σε έναν αριθμό επιτροπών (που χαρακτηρίζονταν από ένα γράμμα του αλφαβήτου και στη δεκαετία του 320 ανέρχονταν σε δέκα) αλλά κάθε ημέρα χρησιμοποιούσαν τον κλήρο για να καθορίσουν την τοποθέτηση μιας συγκεκριμένης επιτροπής σε ένα συγκεκριμένο δικαστήριο[102]. Δεν μπορεί να εξακριβωθεί με βεβαιότητα κατά πόσον κάθε επιτροπή αριθμούσε το πολύ 500 ή 600 άτομα (ο τελευταίος αριθμός θα έκανε πιθανότερη την παρουσία περίπου 500 παρά την αποχή), αλλά οι πηγές αναφέρονται σε 500 και πολλαπλάσια του 500. Η συνεχιζόμενη πιθανότητα δωροδοκίας, τα προβλήματα της εξασφάλισης αρκετού αριθμού μελών στις επιτροπές ή άλλα προβλήματα οδήγησαν σε περαιτέρω αλλαγές που είναι γνωστές κάπως λεπτομερώς από τη δεκαετία του 320 αλλά καθιερώθηκαν πιθανόν γύρω στη δεκαετία του 370. Με μια περίπλοκη διαδικασία που περιλάμβανε τη χρήση ενός δελτίου ενόρκου που έφερε το όνομα του δικαστή, οι επί μέρους δικαστές (και όχι μια ολόκληρη επιτροπή, όπως παλαιότερα) τοποθετούνταν κάθε μέρα σ’ ένα συγκεκριμένο δικαστήριο[103]. Από το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα έχουμε αναφορές σε δικαστήρια με 500 ή 501 μέλη και πολλαπλάσια των 500 (1.000, 1.500,2.500 ή (ίσως το ακριβέστερο) 1.001 και ούτω καθεξής, με τον περιττό αριθμό να έχει προορισμό την αποφυγή της ισοψηφίας) και περιστασιακές αναφορές σε 201 ή 401[104]. Οι Αθηναίοι κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να εξασφαλίσουν τη δικαιοσύνη και να εμποδίσουν τη διαφθορά, αλλά σημαντικότερος από την άποψη της ευθύνης των πολιτών είναι ο μεγάλος αριθμός των δικαστών που εκδίκαζαν οποιαδήποτε υπόθεση (500 ήταν ένας συνηθισμένος αριθμός τον 4ο αιώνα για κοινές υποθέσεις) και ο μεγάλος αριθμός των δικαστών που συμμετείχαν κάθε χρόνο στην απονομή της δικαιοσύνης.
 
Αυτά τα δύο γεγονότα και η ιδέα του τυχαίου δείγματος, που επιτυγχανόταν με την εκτεταμένη χρήση του κλήρου, δείχνουν ότι από πολλές απόψεις η Ηλιαία θεωρούνταν τμήμα του Δήμου γενικά ή σχεδόν ταυτόσημη με το Δήμο. Οι ρήτορες, αν και μερικές φορές έκαναν διάκριση ανάμεσα στο δικαστήριο και το Δήμο στο σύ­νολό του, συχνά ταύτιζαν τους ενόρκους με το λαό και μερικές φορές απευθύνονταν στους δικαστές σαν να μην υπήρχε διαφορά ανάμεσα στην Εκκλησία, όπου οι πολίτες συνέρχονταν για να πάρουν κάθε είδους αποφάσεις (από υψηλές κρατικές υποθέσεις μέχρι σχετικά δευτερεύοντα διοικητικά θέματα), και στα Δικαστήρια, όπου συνεδρίαζαν για να αποφασίσουν για υποτιθέμενες παραβάσεις των αθηναϊκών νόμων[105]. Επίσης, σε μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα της προέλευσης και της εξέλιξης της Ηλιαίας, υπήρχε κάποια αλληλοεπικάλυψη στο χαρακτήρα των λειτουργιών της Ηλιαίας και της Εκκλησίας. Από ορισμένες απόψεις η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο θεσμών παρέμενε ρευστή: για παράδειγμα, μερικές από τις σοβαρότερες κατηγορίες που απαγγέλλονταν με τη διαδικασία που είναι γνωστή ως εισαγγελία (απαγγελία κατηγορίας) μπορούσαν να εκδικασθούν είτε από την Εκκλησία είτε από ορκωτά δικαστήρια[106]. Επιπλέον, τα Δικαστήρια αντιμετώπιζαν συχνά υποθέσεις οι οποίες στην πραγματικότητα είχαν μάλλον πολιτικό παρά δικαστικό χαρακτήρα. Η γνωστή υπόθεση του χρυσού στεφανιού που προτάθηκε για τον Δημοσθένη αφορούσε από τεχνική άποψη το θέμα κατά πόσον η πρόταση που είχε ψηφισθεί ήταν απόλυτα σύμφωνη με τους νόμους. Η προσπάθεια του Αισχίνη να παρεμποδίσει την πρόταση με τη χρήση της γραφής παρανόμων είχε ως κίνητρο την πολιτική επιθυμία του να στερήσει από τον Δημοσθένη την τιμή και την αναγνώριση της πολιτικής του, ενώ ο λόγος του Δημοσθένη Περί του στεφάνου παραμέρισε τις τεχνικές πλευρές και παρουσίασε μια λεπτομερή περιγραφή της σταδιοδρομίας και της πολιτικής του. Μια τέτοια γραμμή υπεράσπισης θεωρούνταν φανερά παραδεκτή από τους ενόρκους. Ο πολιτικός χαρακτήρας των μεγάλων δημόσιων δικών φαίνεται επίσης από το γεγονός ότι ο Αισχίνης άφησε σε εκκρεμότητα την κατηγορία υποβολής παράνομης πρότασης επί έξι χρόνια περίπου και μετά, το 330, έκρινε ότι το πολιτικό κλίμα ήταν κατάλληλο για να απαγγείλει την κατηγορία του κατά του Κτησιφώντα, ή στην πραγματικότητα κατά του παλιού του αντιζήλου, του Δημοσθένη. Έκρινε όμως εσφαλμένα το πολιτικό κλίμα ή, ίσως, ήταν η ρητορική δεινότητα του Δημοσθένη ο κρίσιμος παράγοντας για ν’ απορριφθεί με συντριπτική πλειοψηφία η κατηγορία του Αισχίνη.
 
Πρέπει να αναφέρουμε έναν άλλο παράγοντα που έπαιζε σημαντικό ρόλο στην ενθάρρυνση όσο το δυνατόν περισσότερων πολιτών να δεχθούν τις ευθύνες που συνεπαγόταν το αθηναϊκό δικαστικό σύστημα. Η πληρωμή για δικαστική υπηρεσία, που γίνεται δεκτή γενικά ως η πρώτη περίπτωση πληρωμής από το κράτος για δημόσια υπηρεσία, είχε σκοπό να ενθαρρύνει τους πολίτες να υπηρετούν στις επιτροπές ενόρκων καθώς και να αναγνωρίσει τις απαιτήσεις που δημιουργούσε ο όλο και μεγαλύτερος όγκος υποθέσεων που εκδίκαζαν τα δικαστήρια της πολυθόρυβης Αθήνας των μέσων του 5ου αιώνα[107]. Στα μέσα της δεκαετίας του 420 η ημερήσια αμοιβή των 2 οβολών αυξήθηκε από τον Κλέωνα σε 3 και έχει σημασία να σημειώσουμε ότι το ποσό της αμοιβής διατηρήθηκε στους 3 οβολούς σε όλη την περίοδο που εξετάζουμε. Η πληρωμή καταβαλλόταν μόνο για τις ημέρες που χρειαζόταν η παρουσία του δικαστή και όλοι οι δικαστές δεν χρειάζονταν κάθε μέρα. Έτσι η αμοιβή των ενόρκων δεν ήταν τόσο ελκυστική για τους φτωχούς όσο έχει υποτεθεί μερικές φορές, αν και η αμοιβή επέτρεπε σε μεγαλύτερο αριθμό πολιτών να εγκαταλείψουν τις συνηθισμένες τους ασχολίες[108].
 
Η λειτουργία του δικαστικού συστήματος απαιτούσε τη συμμετοχή μεγάλου αριθμού Αθηναίων ως ενόρκων. Ένα από τα κίνητρα ήταν η σημαντική δύναμη της Ηλιαίας και ειδικότερα η πολιτική της δύναμη, καθώς μπορούσε να επιβάλει πρόστιμα (μερικές φορές πολύ μεγάλα), εξορία, ή την ποινή του θανάτου. Ουσιαστικά δεν υπήρχε δυνατότητα έφεσης κατά των αποφάσεων της Ηλιαίας[109]. Το σύστημα στηριζόταν επίσης στην προθυμία των ατόμων, είτε επρόκειτο για ηγετικά δημόσια πρόσωπα είτε για απλούς πολίτες, να ασκήσουν αγωγή κατά των παραβατών. Οι αξιωματούχοι είχαν κάποια ευθύνη σ’ αυτό το θέμα, γιατί, όπως είδαμε, μπορούσαν να ασκήσουν αγωγή εναντίον εκείνων που διέπρατταν αδικήματα σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Το ίδιο ίσχυε και για τη Βουλή σε σχέση π.χ. με την εποπτεία που ασκούσε στη συμπεριφορά των αξιωματούχων και στην κρατική διοίκηση γενικά[110]. Εάν το αδίκημα ήταν σοβαρό και θεωρείτο ότι έπρεπε να επιβληθεί πρόστιμο που υπερέβαινε τη δικαιοδοσία του αξιωματούχου (που περιοριζόταν πιθανόν σε 50 δραχμές) ή της Βουλής (που περιοριζόταν σε 500 δραχμές), φρόντιζαν ώστε να παραπέμψουν την υπόθεση προς εκδίκαση σ’ ένα Δικαστήριο. Δεν υπήρχαν μόνιμοι αξιωματούχοι παρόμοιοι με τους δημόσιους κατηγόρους (εισαγγελείς) όπως είναι γνωστοί στα σύγχρονα κράτη. Εντούτοις, η δίωξη εναντίον ενός αξιωματούχου για οικονομικό αδίκημα (ευθύναι) ασκείτο κανονικά από τους δέκα συνηγόρους που ορίζονταν κάθε χρόνο με κλήρο, ενώ για ιδιαίτερα ζητήματα που υποβάλλονταν σ’ αυτές η Εκκλησία ή η Βουλή μπορούσαν να διορίσουν έναν ή περισσότερους πολίτες ως κατηγόρους[111].
 
Επομένως οι αγωγές μπορούσαν να ασκηθούν από αξιωματούχους ή από τη Βουλή, ενώ η Βουλή ή η Εκκλησία μπορούσαν να διορίζουν κατηγόρους, αλλά στις περισσότερες «δημόσιες υποθέσεις» η διαδικασία εκινείτο από τους Αθηναίους ως άτομα. Οι δημόσιες υποθέσεις αφορούσαν προδοσία και υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, καθώς και αδικήματα όπως η κακομεταχείριση ενός ορφανού ή η αποπλάνηση ελεύθερης γυναίκας. Η εθελοντική δίωξη από πρόσωπα επιτρεπόταν ή ενθαρρύνονταν στις υποθέσεις που θεωρείτο ότι επιδρούσαν στην κοινότητα ως σύνολο, αλλά όχι στις «ιδιωτικές υποθέσεις». Ο Λυκούργος υποστήριζε ότι η διατήρηση της δημοκρατίας και η ευημερία της πόλης εξαρτάτο από τρία βασικά στοιχεία: τον κώδικα των νόμων, την ψήφο των δικαστών και τα άτομα που ήταν διατεθειμένα να ασκήσουν κατηγορία κατά των παραβατών του νόμου. Αλλά, πρόσθετε, η κατηγορία ήταν άχαρο έργο και είχε ως αποτέλεσμα να αποκτά κανείς τη φήμη του «ανακατωσούρα» και όχι του πατριώτη. Αισθάνθηκε όμως την υποχρέωση να μηνύσει τον Λεωκράτη για προδοσία γιατί είχε φύγει από την Αθήνα μετά την ήττα στη Χαιρώνεια το 338: όπως δήλωσε, παρακινήθηκε, όπως ισχυρίστηκε, όχι από εχθρότητα ή από φιλόνικη διάθεση, αλλά από τη δικαιοσύνη και το αίσθημα ότι τα εγκλήματα που θίγουν το λαό προσφέρουν δημόσια έδαφος για εχθρότητες[112].
 
Οι κατήγοροι τόνιζαν συνήθως, ειλικρινά ή όχι, ότι κίνητρό τους ήταν η επιθυμία να βοηθήσουν και να προστατεύσουν τους νόμους, ενώ και η προσωπική εχθρότητα προβαλλόταν συχνά ως (σωστός) λόγος για την άσκηση δίωξης σε μια δημόσια υπόθεση. «Ό, τι λέγεται συχνά για τις δημόσιες δίκες, δεν είναι λάθος», υποστήριζε ο Αισχίνης, «γιατί πολύ συχνά οι ιδιωτικές εχθρότητες διορθώνουν τις δημόσιες αδικίες». Αυτές τις εξηγήσεις έδιναν συνήθως οι ομιλητές ώστε να μην σκέπτονται οι δικαστές ότι ήταν φιλόνικοι ή ότι προσπαθούσαν να δημιουργήσουν θόρυβο ή ότι εμπνέονταν από την ελπίδα οικονομικού κέρδους[113]. Η αθηναϊκή πόλη προσέφερε οικονομικά κίνητρα σε ορισμένους τύπους υποθέσεων - για παράδειγμα η αμοιβή για μια επιτυχή δίωξη με την κατηγορία γάμου μιας αλλοδαπής γυναίκας με πολίτη ήταν το ένα τρίτο της περιουσίας του παραβάτη, ενώ γινόταν κατάσχεση του υπόλοιπου της περιουσίας του[114]. Αυτά τα κίνητρα δεν ήταν η μοναδική αιτία αλλά ήταν η κύρια αιτία της εμφάνισης των συκοφαντών (ή κακόβουλων κατηγόρων) - ανθρώπων που κατηγορούσαν τους συμπολίτες τους για να εξασφαλίσουν τις οικονομικές αμοιβές που προσέφερε το κράτος, ή ακλουθώντας τις οδηγίες ενός τρίτου που τους πλήρωνε, ή με την ελπίδα να αποσπάσουν χρήματα από τα θύματα για να σωπάσουν[115]. Οι αρχαίες πηγές δείχνουν ότι η πρακτική της συκοφαντίας ανθούσε στην Αθήνα, παρά την ευρεία δημόσια αποδοκιμασία, παρά την πρόβλεψη για την υποβολή κατηγορίας ότι ένας άνθρωπος ήταν συκοφάντης και παρά τις ποινές που γενικά επιχειρούσαν να εμποδί­σουν τις κακόβουλες ή επιπόλαιες κατηγορίες από άτομα[116]. Οι τελευταίες αυτές ποινές δεν αφορούσαν μόνο υποθέσεις που συνεπάγονταν αμοιβή. Προέβλεπαν κυρίως ένα ανώτατο πρόστιμο 1.000 δραχμών και την απώλεια του δικαιώματος απαγγελίας κατηγορίας του ίδιου τύπου εάν ο κατήγορος αποσυρόταν πριν από τη δίκη ή δεν έπαιρνε το ένα πέμπτο των ψήφων των δικαστών[117]. Έτσι, όταν το 330 ο Αισχίνης απέτυχε να πάρει το ένα πέμπτο των ψήφων υπέρ της γραφής παρανόμων που κατέθεσε κατά της πρότασης του Κτησιφώντα, έφυγε από την Αθήνα (επειδή, όπως έλεγαν, δεν ήταν πρόθυμος να πληρώσει το πρόστιμο αλλά βασικά λόγω της έλλειψης λαϊκής υποστήριξης που έδειχνε η ψηφοφορία) και εξαφανίστηκε από την πολιτική ζωή. Ο Αισχίνης, που ήταν τότε 60 ετών, έφυγε για την Έφεσο, πήγε στη Ρόδο το 323 και στη συνέχεια στη Σάμο. Αλλά τα προτρεπτικά μέσα φαίνεται ότι ελάχιστα συντέλεσαν στην αναχαίτιση της κατάχρησης της γραφής παρανόμων και των άλλων καταχρήσεων της εθελοντικής δίωξης, όπως η συκοφαντία.
 
6. Ο ρόλος της Βουλής των 500
 
Πρέπει να ξαναγυρίσουμε τώρα στη Βουλή και να εξετάσουμε τις λειτουργίες που ασκούσαν οι 500 βουλευτές, ιδίως σε σχέση με τα άλλα σώματα. Όπως είδαμε, οι δημόσιες υποθέσεις παραπέμπονταν σε πολλές περιπτώσεις από τη Βουλή στα Δικαστήρια. Αλλά ο απαραίτητος συνδετικός κρίκος στο αθηναϊκό δημοκρατικό σύστημα ήταν η σχέση ανάμεσα στη Βουλή και στην Εκκλησία, που είχε εξουσία σε όλα τα ζητήματα εκτός από τις «δικαστικές» υποθέσεις. Στη διαδικασία της λήψης αποφάσεων η Βουλή έπαιζε βασικό ρόλο, γιατί τα κράτη ή τα άτομα προσέγγιζαν πρώτα τη Βουλή (ή τους πρυτάνεις, την επιτροπή της Βουλής) - είτε επρόκειτο για ξένους απεσταλμένους με αιτήματα ή διαμαρτυρίες, αγγελιοφόρους από το εξωτερικό ή Αθηναίους αξιωματούχους για την υποβολή εκθέσεων είτε για μεμονωμένα άτομα με προτάσεις[118]. Όχι μόνο η Βουλή εξέταζε τις λεπτομέρειες και τη σημασία των διαφόρων υποθέσεων και αποφάσιζε εάν έπρεπε να τις παραπέμψει στην Εκκλησία (και με ποια μορφή), αλλά έκανε προκαταρκτική εξέταση (προβούλευσις) όλων των ζητημάτων, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, για τα οποία επρόκειτο να ληφθεί απόφαση από την Εκκλησία[119]. Έτσι, αυτές οι προβουλευτικές λειτουργίες της Βουλής ήταν κρίσιμες για τη διαδικασία της λήψης αποφάσεων.
 
Κατά την εφαρμογή των αποφάσεων της Εκκλησίας, είτε επρόκειτο για μείζονα θέματα πολιτικής είτε για δευτερεύουσες διοικητικές διευθετήσεις, η Βουλή έπαιζε εποπτικό και συντονιστικό ρόλο. Οι λεπτομέρειες αυτού του ρόλου έγιναν καλύτερα γνωστές από την περιγραφή των αθηναϊκών συνταγματικών και διοικητικών διευθετήσεων στη δεκαετία του 320[120]. Κατά τα χρόνια που μεσολάβησαν από τα μέσα του 5ου αιώνα είχαν γίνει χωρίς αμφιβολία μεταβολές στις λειτουργίες και τις εξουσίες της Βουλής και στη σχετική σημασία μεταξύ των αθηναϊκών θεσμών[121]. Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα της αθηναϊκής ζωής στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα μπορεί να έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο έργο της Βουλής, και μάλι­στα λόγω της ανάμιξής της στον καθορισμό και την είσπραξη του συμμαχικού φό­ρου. Στα τέλη του 5ου αιώνα είχε αποκτήσει μια γενική ευθύνη για την εποπτεία της δημόσιας οικονομίας με την ανάμιξή της στα ιερά θησαυροφυλάκια και στην είσπραξη του φόρου και την εποπτεία των οικονομικών αξιωματούχων που έκαναν εισπράξεις και πληρωμές για λογαριασμό της πόλης. Αυτή η οικονομική καθημερινή επίβλεψη μέσω ενός αριθμού επιτροπών επέτρεπε στην Βουλή να ενημερώνει την Εκκλησία κατά πόσον υπήρχαν χρήματα διαθέσιμα για ένα συγκεκριμένο σκοπό ή πρόγραμμα, αλλά ο βαθμός αυτής της εποπτείας δεν οδήγησε στην ανάπτυξη ενός τύπου σύγχρονου προϋπολογισμού που συντόνιζε τα διάφορα οικονομικά μέσα ή τις ανάγκες της πόλης. Κατά τον 4ο αιώνα μπορεί να είχαν επιβληθεί περιορισμοί στην αρμοδιότητά της, αλλά ο κύριος παράγων που επηρέασε την Βουλή ήταν η εμφάνιση, κατά τα τέλη της δεκαετίας του 350 και κατά την δεκαετία του 340, της Επιτροπής του Ταμείου Εορτών, που άσκησε ισχυρό εποπτικό ρόλο στη διοίκηση της πόλης[122].
 
Η βάση για τον εποπτικό ρόλο της Βουλής των 500 στηριζόταν πιθανόν στις δικαστικές της εξουσίες σχετικά με τους άρχοντες. Για κάθε πρυτανεία οι άρχοντες υπέβαλλαν τους οικονομικούς τους λογαριασμούς σε μια επιτροπή βουλευτών και στο τέλος του χρόνου η Βουλή συμμετείχε στις «ευθύνες» των αρχόντων. Αν και είχε πιο περιορισμένες εξουσίες για επιβολή ποινών απ’ όσο στο παρελθόν, η Βουλή μπορούσε στα τέλη του 5ου αιώνα και κατά τον 4ο αιώνα να επιβάλει πρόστιμα μέχρι 500 δραχμών[123]. Στον ευρύτερο τομέα της κρατικής διοίκησης η Βουλή ήταν πιθανό να συμμετέχει με κάποιο τρόπο σχεδόν σε κάθε σημείο, όπως φαίνεται από επιγραφικές και φιλολογικές πηγές. Έτσι, την βλέπουμε να συμμετέχει στα οικονομικά θέματα, στην οικοδόμηση ναών, στην προσφορά των απαρχών στην Ελευσίνα, στους διορισμούς για θρησκευτικούς σκοπούς, στην τήρηση και δημοσίευση των δημόσιων αρχείων[124]. Η Βουλή έλεγχε λεπτομερώς το ιππικό και πάνω απ’ όλα είχε σημαντική ευθύνη για το ναυτικό - π.χ. στην εποπτεία των επιθεωρητών των ναυπηγείων και της αποστολής εκστρατευτικών σωμάτων, αλλά και της ναυπήγησης νέων πλοίων[125]. Οι Αθηναίοι έδιναν αρκετά μεγάλη σημασία στη ναυπήγηση νέων πλοίων για το ναυτικό, και μια Βουλή που αποτύγχανε σ’ αυτή την αρμοδιότητά της δεν μπορούσε να πάρει στέφανο τιμής, όσο αποτελεσματική κι αν ήταν στην άσκηση των άλλων καθηκόντων της[126].
 
Έτσι τα μέλη της Βουλής μπορούσαν να αποκτήσουν σημαντικές γνώσεις για τις καθημερινές υποθέσεις που θα πρέπει να συντελούσαν σημαντικά στην προ- βουλευτική λειτουργία της και στις συμβουλές που θα μπορούσε να προσφέρει στην Εκκλησία. Αλλά οι σχέσεις της μ’αυτό το σώμα, που θα εξετασθούν περαιτέρω στο επόμενο κεφάλαιο, ρυθμίζονταν από το γεγονός ότι η Βουλή δεν ήταν ένα συνεχές εκτελεστικό όργανο με έντονα ανεπτυγμένο το συλλογικό αίσθημα, γιατί είναι πιθανόν ότι στο τέλος του χρόνου ούτε ένα μέλος της Βουλής των 500 δεν θα μπορούσε να εξακολουθήσει να είναι μέλος της. Εντούτοις, η Βουλή κατείχε κρίσιμη θέση στη λειτουργία της δημοκρατίας, λόγω των δεσμών της με όλους τους άλλους φορείς και είχε ζωτική σημασία να υπάρχει μεγάλος αριθμός πολιτών πρόθυμων και ικανών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις των μελών της.
 
Συνοψίζοντας, πρέπει να τονίσουμε δύο σημεία σχετικά με τις ευθύνες των Αθηναίων πολιτών και τη συμμετοχή τους σ’ αυτές τις ευθύνες. Πρώτον, η ανάγκη για ηγέτες αντιμετωπίσθηκε κατά τον 5ο και τον 4ο αιώνα με μια αισθητή διεύρυνση της κλίμακας των κοινωνικοοικονομικών ομάδων από τις οποίες προέρχονταν. Το δεύτερο ζήτημα, και ίσως το πιο εντυπωσιακό είναι η έκταση στην οποία οι ταπεινότεροι πολίτες μπορούσαν να συμμετέχουν στη δημόσια ζωή και χρειαζόταν να το κάνουν για να μπορούν να λειτουργούν οι δημοκρατικοί θεσμοί. Επιπλέον, μη αρκούμενοι στο να αφήνουν τις υποθέσεις της πόλης στην παραδοσιακή «ελίτ», οι Αθηναίοι είχαν την τάση να περιορίζουν κάθε εξάρτηση από τους «ειδικούς», αν και η αξία τους στο στρατιωτικό και τον οικονομικό τομέα αναγνωριζόταν ευρύτερα κατά τα μέσα του 4ου αιώνα. Η στρατιωτική ασφάλεια της πόλης δεν βρισκόταν στα χέρια μόνιμων ενόπλων δυνάμεων. Είχε παραμείνει εκ παραδόσεως στα χέρια οπλιτών που καλούνταν να υπηρετήσουν όποτε υπήρχε ανάγκη, αλλά, λόγω της εξάρτησης της Αθήνας από το ναυτικό, τα μέλη της τάξης των θητών συμμετείχαν επίσης σ’ αυτές τις ευθύνες ενώ οι τριήραρχοι είχαν ιδιαίτερη συμμετοχή στην ασφάλεια της Αθήνας. Ωστόσο, υπήρχε μια τάση προς τη χρησιμοποίηση μισθοφορικών δυνάμεων. Στη σφαίρα της δημόσιας χρηματοδότησης που προερχόταν από την Αθήνα, ενώ οι έμμεσοι φόροι, τα δικαιώματα από τα μεταλλεία, τα ενοίκια και άλλες επιβαρύνσεις παρείχαν τις κύριες πηγές «εισοδήματος», οι πλουσιότερες ομάδες έφεραν σημαντικό βάρος με τις λειτουργίες και την πληρωμή εισφοράς. Αλλά η αθηναϊκή δημοκρατία διακρινόταν κυρίως από τον πολιτικό και δικαστικό τομέα. Η ίδια η δομή της και η ποικιλία των παραγόντων ευνοούσαν ιδιαίτερα τη συμμετοχή σημαντικού αριθμού πολιτών, και στο κεφάλαιο 5 εξετάζεται το θέμα της έκτασης στην οποία οι Αθηναίοι συμμετείχαν πραγματικά.
---------------------- 
[1] Πλ. Κρίτ. 50a-54d.
[2] Σόλων απ. 3 (Diehl) (για την ευνομία), Ηρόδ. 7.104, Θουκ. 2.37.3, Δημ. 24.210, Λυκούργ.
Λεωχ. 2-4.
[3] Βλ., για παράδειγμα, Pearson (1962), Adkins (1972), Dover, και Fisher (1976).
[4] Βλ. ΑΠ55.3 που αναφέρονται ατοκεφ.4.1. 
[5] Για τον οίκο και άλλες πλευρές της οικογενειακής ζωής, βλ. Lacey (1968) κεφ. 4-7 και για το αμφισβητήσιμο ερώτημα της θέσης των γυναικών, βλ., για παράδειγμα, Gomme (1937) 89-115, Seltman (1957) 87-119, Pomeroy (1975) και (1973) 127-52, και Schaps (1979).
[6] Αντιπαράβαλλε τη σύζυγο του ευκατάστατου Ισχομάχου (όπως απεικονίστηκε στο Ξεν. Οικ. 7) και τη μητέρα του Ευξιθέου (Δημ. 57.30-4,45).
[7] Βλ. [Δημ.] 59.108-13, 122.
[8] Βλ. ΑΠ 56.6-7, Harrison 1 (passim) και MacDowell 84-108 για υποχρεώσεις που προκλήθηκαν από τον έλεγχο των πολιτών στους εξαρτώμενους και για τα ζητήματα που αναφέρονται στο γάμο, την κληρονομική διαδοχή, τα ορφανά και τις επικλήρους («κατά πλάσμα κληρονόμος»).
[9] Harrison 1.45-60,78-81· πρβλ. Pomeroy (1982) 131-3.
[10] Πλουτ. Σόλ. 22, Πλ. Κρίτ. 50d (πρβλ. 45c-d).
[11] Πλ. Αλκ. 1. 122b, Αισχίν. 1.9-11 (νόμοι του «Σόλωνα» οι οποίοι δεν θεωρούνταν αυθε­ντικοί ή που δεν τηρούνταν πια, τον 4ο αιώνα). Για την αθηναϊκή παιδεία γενικά, βλ. Marrou (1956) 36-60 και Beck (1964) 72-146. 
[12] Θουκ. 2.16 (δεκαετία του 430)· D.M. Lewis (1963Β) 724, W.E. Thompson (1971) 72-9, R. Osborne 15-46,72-92, 127-53, Whitehead 5-38.
[13] Βλ. τα ιερά ημερολόγια των δήμων (π.χ., IG II2.1358 (Μαραθών), Daux (1963) 603-34 (και BCH 88 (1964), 676-7) (Ερχιά) και Daux (1983) 150-74 (Θορικός)), Dow (1968) 170- 86, Parke 175-82 και Mikalson (1977)424-35· R. Osborne 154-82, Whitehead 185-208. H Ερχιά, η οποία μπορεί να θεωρηθεί τυπικός δήμος τον 4ο αιώνα, είχε 35 χωριστές τοποθεσίες λατρείας συμπεριλαμβανομένων των βωμών και όριζε 25 ημέρες κάθε χρόνο για ετήσιες θυσίες, που χρηματοδοτούνταν από ή διαμέσου του δήμου. Οι περισσότερες από τις τοπικές λατρείες και εορτές φαίνεται ότι έχουν γίνει χωριστά και ανεξάρτητα από τις λατρείες και τις εορτές της πόλης, και οι δήμοι δεν εμφανίζονται να έχουν κανονικά υιοθετήσει τοπικούς τόπους από τις κύριες εορτές της πόλης (Mikalson (1977) 428, πρβλ. Whitehead 187 σημ. 63). Οι μοναδικές εορτές της «πόλης», οι οποίες τηρούνταν στο επί­πεδο του δήμου, ίσως ήταν εκείνες, οι οποίες αναφέρονταν στην οικογένεια και εορτάζο­νταν από γυναίκες, αν κρίνουμε από τη Θεογαμία (εορτή της Ήρας ως προστάτιδας του γάμου και πιθανόν εορτάζονταν αποκλειστικά από γυναίκες - Mikalson (1975Β) 189).
[14] Mikalson (1977) 433-4- Αρ. Αχαρνής247-79, Πλ. Πολιτ. 475d.
[15] Θεοφρ. Χαρ. 10.11 (Ο Κακός Άνδρας σερβίρει μικρές μερίδες κρέατος όταν οργανώνει έ­να συμπόσιο για τους συνδημότες του)· Whitehead 176-222.
[16] AΠ 21.5,42.1· πρβλ. Rhodes 8-12, Traill 19,56-8,64-103, Davies (1979) 151-6, R. Osborne 72-92, Whitehead 17-23,58-61,86-175,255-326. Για τη συμμετοχή των πολιτών σε άλλους θεσμούς, βλ., για παράδειγμα, τρία ψηφίσματα της φατρίας των Δημοτιωνιδών (IGII2. 1237). 
[17] Δημ. 57, ιδίως 2,6-8, 13 (πιθανόν 346/5 π.Χ.), και πρβλ. ΑΠ 62.1 για μια αλλαγή (πιθανόν περ. 370 - περ. 362) στις εκλογικές διαδικασίες για να εμποδιστεί η πώληση των αξιωμάτων από τους δήμους (βλ. Kroll 91-4, Whitehead 287-90)· R. Osborne 147-51, Whitehead 88-90,106-8.
[18] Δημ. 57.57-64- Δείν. απ. Α7· Αναξανδρίδης απ. 4- Whitehead 292-301.
[19] ΑΠ 61.1 (και CAAP)· Pierart (1974) 125-46, Hansen 119-21· πρβλ. Fornara (1971Α) 19-27.
[20] IG II2.1658.1 (394/3 π.Χ.) και 1660.1-3 (393/2)· IG II2. 244.28-36 (337/6): πρβλ. Αισχίν.
3.14,28-30. Βλ. ΑΤΙ56.3, Pickard - Cambridge (1968) 75-8- A/743.2,55.1. 
[21] Mikalson (1977) 429-32, Parke 176-7, Θουκ. 1.126.6.
[22] Mikalson (1977) 428, Parke 29-169, Pickard - Cambridge (1968) 1 -125- για τις πολεμικές εορτές, βλ. Pritchett 3. 154-229. Για τον αριθμό και τη σημασία των εορτών στην αθηναϊκή ζωή, βλ. Θουκ. 2.38, [Ξεν.] ΑΠ 3.2,8, Ξεν. Ελλ. 2.4.20.
[23] IG Ρ. 14 (ML 40). 2-8 (Ερυθρές, 453/2 π.Χ. (;)), Il34 (ML 46). 41 -3 (περ. 447(;)), Ρ.71 (ML 69). 54-8 (425/4)· Meiggs 291-305 και Barron (1964) 35-48. 
[24] Η λαβυρινθώδης συγχώνευση «θρησκευτικών» και «πολιτικών» θεμάτων αντανακλάται στο γεγονός ότι, στη δεκαετία του 320, (ΑΠ 43.6) τρία ζητήματα που αναφέρονταν σε θρησκευτικά θέματα επρόκειτο να συζητηθούν σε δύο από τις τακτικές συνεδριάσεις της Εκκλησίας σε κάθε πρυτανεία και στο πλήθος των υποθέσεων που έφτασαν στην Εκκλη­σία, οι οποίες κυμαίνονταν από τους λεπτομερείς κανονισμούς σχετικά με την προσφο­ρά των απαρχών στην Ελευσίνα (IG Ι3.78 (ML 73)) οις την εκλογή των «θρησκευτικών» αξιωματούχων {ΑΠ 54.6-8· πρβλ. 56.3-5, 57. 1, 58.1, 60.1) και την αναδιοργάνωση των θησαυρών του ναού (πρβλ. IG Ρ.52 (ML 58)).
[25] Βλ. D. Μ. Lewis (1959) 239-47 (SEG 18.13) για ένα νόμο του 336-34 που προμήθευε τακτικά κεφάλαια για τον εορτασμό των Μικρών Παναθηναίων και IG Η2.334.25-7 (ένα ψήφισμα που αναφέρεται στην ίδια εορτή και χαράχτηκε στον ίδιο λίθο με το νόμο) ορίζοντας λεπτομερώς ότι οι μερίδες του κρέατος θα διανέμονται «σε κάθε δήμο, αναλογικά προς τον αριθμό του στην πομπή, που θα οργανωνόταν από τον κάθε δήμο».
[26] Αυτή η ιδέα ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στους μετριοπαθείς ολιγαρχικούς κατά τα τέλη του 5ου αιώνα: Θουκ. 8.65.3. Βλ. Ridley (1979) 510-22.
[27] Λυσ. 9.4,15, Αισχίν. 2.167-8, ΑΠ 26.1 (και CAAP) 53.7· Andrewes (1981) 1-3, Hansen (1986) 83-9- πρβλ. Jones 163.
[28] Βλ. ΑΠ42 (και CAAP και Rhodes (1980 Β)· πρβλ. Ruschenbusch (1979Β) και (198 ΙΑ) που αποδέχονται τον ισχυρισμό της ΑΠ ότι οι θήτες συμπεριλαμβάνονταν) και Marrou (1956) 105-7 για την οργάνωση και το (ουσιαστικά στρατιωτικό) περιεχόμενο της εκπαί­δευσης των εφήβων. Στο δεύτερο χρόνο οι νεαροί άνδρες έκαναν δημόσια επίδειξη των στρατιωτικών τους δεξιοτήτων και δέχονταν από την πόλη ασπίδα και όόρυ πριν να α- ναλάβουν καθήκοντα περιπολίας στην ύπαιθρο. Για την εκπαίδευση των οπλιτών, βλ. Ridley (1979) 530-48 και για τη χρονολόγηση της καθιέρωσης του τυπικού συστήματος της ολόχρονης στρατιωτικής   
υπηρεσίας, βλ. D. Μ. Lewis (1973Β) 254-5 και Mitchel (1975)233-43- πρβλ. Πελεκίδης (1962) 7-79 και Reinmuth (1952) 34-50 και (1971) 123-38· βλ. Mitchel (1970) 37-9.
[29] Tod 204 (και σχόλια) (πρβλ. Λυκούργ. Αεωκ. 76, με προσαρμογές από τη μτφρ. Loeb)· Siewert (1977) 102-11: αναλύει τις αρχές των στοιχείων στον όρκο.
[30] Λυσ. 14, ιδίως 4-15, [Δημ.] 59.27.
[31] [Ξεν.] ΑΠ 1.2,2.14· Θουκ. 3.18.3-4-Αριστ. Πολ. 1274a5-21 και ΑΠ11.\. Βλ. κεφ. 2.2 για μέτοικους κωπηλάτες, αλλά, στα μέσα του 4ου αιώνα, ο αριθμός των μετοίκων είχε ελατ­τωθεί περισσότερο από όσο στα τέλη του 5ου αιώνα (πρβλ. Ξεν. Πόροι).
[32] Θουκ. 3.16.1, Ξεν. Ελλ. 1.6.24· [Δημ.] 50.6-7, 16- Δημ. 3.4, Αισχίν. 2.133· βλ. επίσης Θουκ. 6.43· Amit (1965)48-9, Jordan (1975) 102-3,225-6, Hansen (1986)22-4. Για τη συνεισφορά των Αθηναίων οπλιτών, βλ. Ridley (1979) 522-7. 
[33] Οπλίτες εκμισθώθηκαν κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά σχεδόν αποκλειστικά από τους εχθρούς της Αθήνας (Θουκ. 1.60.1, 4.80.5· 6.43· 7.27.1, 29-30· Parke (1933) 15-18)· βλ. επίσης Θουκ. 1.31,143.
[34] Δημ. Ολυνθιακοί και Φιλιππικοί· Ισοκρ. 8.48 και βλ. 8.41 -8, αλλά αντιπαράβαλλε 7.54.
[35] Βλ., για παράδειγμα, Jones 30-8 και Pritchett 2.104-112.
[36] Πρβλ. [Ξεν.] ΑΠ 2.14.
[37] Θουκ. 3.17.3-4, 6.8.1, 6.31.3· 8.45.2 (3 οβολοί το 412 π.Χ., και για το 407 βλ. Ξεν. Ελλ. 1.5.4)· Jones 30-2, Dover και Andrewes στο //CT4.293,5.97-9. Πρβλ. Gomme HCT1215- 6, ο οποίος αναφέρει την 1 δραχμή την ημέρα και 1 για τους ακολούθους τους, που ήταν μια ειδική αμοιβή για την «ταλαιπωρία» για τους οπλίτες που πολιόρκησαν την Ποτεί- δαια, καλοκαίρι και χειμώνα, αλλά προκαλεί σύγχυση, γιατί όλοι οι ναύτες εκείνη την ε­ποχή (όπως ο Θουκ. 3.17.4 φανερά υπαινίσσεται) έπαιρναν τα ίδια χρήματα. Ο Pritchett 1.14-24 περιορίζει την αμοιβή της δραχμής στους ναύτες που απέκλεισαν την Ποτείδαια και, όπως ο Gomme, θεωρεί την τιμή για την εκστρατεία στη Σικελία (6.31.3, 7.27.2) ως ειδική αμοιβή (πρβλ. 6.21-2 που εξετάζει τα προβλήματα που δημιουργούνται από μια μακρινή ή παρατεινόμενη εκστρατεία ή μια εκστρατεία που συνεπάγεται ειδικές δυσκο­λίες στην εξεύρεση τροφής). 
[38] Πρβλ. Θουκ. 1.70.6-9,2.41.
[39] Βλ. Θουκ. 1.75- βλ. επίσης Δημ. 24.183-5, που μιλάει εκτενώς για την ανάμνηση των κατορθωμάτων των Αθηναίων τον 5ο αιώνα και την προθυμία τους να ξοδεύουν όλο τον πλούτο της Αθήνας για την αγάπη στην τιμή (φιλοτιμία), να πληρώνουν φόρο περιουσίας και να μη δειλιάζουν από κανένα κίνδυνο για χάρη της δόξας, και 18.63-7,89,97-101,199- 205,207, 322 για τον αγώνα της Αθήνας σε κάθε γενεά για πρωτεία, τιμή και δόξα.
[40] Βλ. Pritchett 23.104-10.
[41] Ισοκρ. 4.167-8,5.96, 120-1,8.24-πρβλ. 7.82-3.
[42] Πρβλ. Διον. Αλικ. Αμμ. 1.9, Pritchett 2.108-9. 
[43] Για κατηγορίες σχετικά με τη συμπεριφορά των διοικητών, οι οποίοι έδιναν ελάχιστα ή καθόλου χρήματα για τους στρατιώτες τους, βλ. Αιοχίν. 2.71-2, Πλουτ. Φωκ. 14.2-3, Δημ. 8.21-2,26-8, και Pritchett 2.34-58, 82-5, 101-2 ο οποίος υποστηρίζει ότι η συνέλευση ενέκρινε την τελική ευθύνη γι’ αυτό και ότι έτσι επέβλεπε τους διοικητές της, αν και (αυτό πρέπει να τονιστεί) με ποικίλη σοβαρότητα και επιτυχία- βλ. κεφ. 6.4. Βλ. σημ. 52 και σημ. 54.
[44] Δημ. 1-3.
[45] Cawkwell (1962Α) 122-40 και (1963A) 47-67.
[46] Δημ. 4,17, 19.84.
[47] [Δημ.] 50.10-14· Ισοκρ. 7.82-3· βλ. Δημ. 4.28-9 (Griffith (1935) 271-3)· πρβλ. Pritchett 1.24-9.
[48] Δημ. 1.19-20, 3.10-13, 31-3, [Δημ.] 10.35-45, 13.2,10 και 59.4-5, Πλουτ. Ηθ. 1011b, Jones
33-5, Buchanan (1962) 53-74,83-8, Cawkwell (1963A) 53-61. 
[49] Θουκ. 3.19.1.
[50] Θουκ. 6.24.
[51] Θουκ. 6.8.1-2, Πλουτ. Αλκ. 17.2.
[52] Πλουτ. Κίμ. 13.6- Λυσ. 28.3-7- Δημ. 20.77· Πολύαινος 3.9.31· Pritchett 1.53-100. Βλ. κεφ.5.5.
[53] Δημ. 8.24-9· de Ste Croix 607 αημ. 37.
[54] Βλ. [Δημ.] 49.6,11, D.S. 15.47.2-3,7, Ισοκρ. 15.109-11, [Αριστ]. Οικ. 2.1350b4-15, Πολύαινος 3.10.5,9· [Αριστ.] Οικ. 2.1350a23-30. 
[55] Πρβλ. Davies (1978) 171 για ένα αίσθημα, στους λόγους της δεκαετίας του 340, αποκοπής από το παρελθόν.
[56] Η απαγόρευση το 378/7 της κατοχή; γης από τους Αθηναίους, είτε από ιδιώτες είτε από την πόλη, στο έδαφος συμμαχικών κρατών (Tod 123.25-46) ουσιαστικά βοήθησε άλλους παράγοντες όπως η απώλεια των εισοδημάτων από τους Συμμάχους στην αλλαγή των αθηναϊκών αντιλήψεων. Μερικοί κληρούχοι, πράγματι, απεστάλησαν (π.χ. στη Σάμο το 365), αλλά υπήρχε μια αξιοσημείωτη διαφορά από τον 5ο αιώνα με τους απειράριθμους κληρούχους του και την εκτεταμένη κατοχή γης και το επακόλουθο ενδιαφέρον τόσο των φτωχών, όσο και των ευκατάστατων για ισχυρή πολιτική στο εξωτερικό και τα μέσα (ειδικά ναυτικά) για την υποστήριξη μιας τέτοιας πολιτικής.
[57] Δημ.8.74,21.165, Αισχίν. 3.85.
[58] Amit (1965) 103-15 και Jordan (1975) 61-93. 
[59] Λυσ. 19.29 και 42 (1 1/3 τάλαντα σε 3 χρόνια - αυτές ίσως ήταν συντριηραρχίες), Λυσ. 21.2 (6 τάλαντα σε 7 χρόνια). 1 τάλαντο = 6.000 δραχμές = 60 μ(ι)ναι. 1 μνα= 60 δραχμές, 1 δραχμή = 6 οβολοί· βλ. κεφ. 2.2.
[60] Θουκ. 2.13.8, 3.17.2, [Ξεν.] ΑΠ 3.4, Davies 16-17,21 οημ. 13, Rhodes (1982) 16 σημ. 17· Λυσ. 32.24.
[61] ΙGII2. 1609, Δημ. 21.154 (συντριήραρχοι)· Δημ. 21.80,51.7-8 (κυβερνήτες που είχαν προσληφθεί πριν από το 357)· Δημ. 21.163 (μετά τις μεταρρυθμίσεις του 357).
[62] Δημ. 14.16-17,21.155,47.21-Rhodes (1982) 1-19, πρβλ. Davies 15-20, βλ. 5.3.1.
[63] Δημ. 51.7-βλ. Λυσ. 25.12-13.
[64] [Δημ.] 50.7, 10, 34-7 (362 π.Χ.). Βλ. Δημ. 21.165 για δώρα από τριήρεις για την εκστρατεία στην Εύβοια το 357.
[65] Αισχίν. 3.222, Δημ. 18.103-4.
[66] IG Ι3.52 (ML 58). Β19 (και τα σχόλια του ML πτην υποστήριξη του 434/3 π.Χ.)· Λυσ. 19.29, Δημ. 24.198, [Δημ.] 47.54 και Davies 82-4. 
[67] Ruschenbusch (1978)275-84,Rhodes(1982)5-1Ι,πρβλ. Jones28-9,83-4- βλ.κεφ. 5.3.1. Για την εισφορά βλ. de Ste Croix (1953) 30-70, Jones 23-30, Thomsen (1964) 195-206, Ruschenbusch (1978) 275-84 και (1985) 237-40, Rhodes (1982) 1-19.
[68] Δημ. 27.8,28.3-4,42.22-3.
[69] Δημ. 14.19,27- πρβλ. Πολύβ. 2.62.6-7.
[70] Μέσα από τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν από διαφορές στα συνθετικά στοιχεία της περιουσίας ενός άνδρα και τις αναλογίες των εισπράξεων, μπορεί να υπαινιχθεί κανείς ότι ο μέσος όρος κόστους ετήσιας είσπραξης ήταν της τάξης του 10-12,5%. Εάν οι τιμές που αναφέρονται στον Ισαίο 11.42 είναι ακριβείς, η είσπραξη του ενοικίου από τη γη και τα σπίτια, στο πρώτο μισό του 4ου αιώνα, ήταν περίπου 8% (βλ. de Ste Croix (1953) 39). Αλλά ένας αγρότης, που δουλεύει τη δική του γη, ή ένας άνδρας, που δουλεύει μια νοικιασμένη γη, πιθανόν θα προσδοκούσε να θερίσει παρά να παράγει περισσότερο: ο αγρότης ίσως μπορούσε να έχει καθαρό κέρδος κατά μέσο όρο 12 ή 12,5%. Η περιουσία που αναφέρεται στον Ισαίο 11.42 εικάζεται ότι απέδιδε εισόδημα (κυρίως από ενοίκιο) περίπου 10% (8% ενοίκιο γης, 8 4/7% ενοίκιο σπιτιών, 18% σε χρήματα). Η είσπραξη του ενοικίου σε εργαστήρια με δούλους ήταν υψηλότερη (Δημ. 37.5: 12% ενοίκιο από ένα εργαστήριο στα ορυχεία αργύρου και 30 δούλους). Μερικοί πιο πλούσιοι Αθηναίοι ενοί­κιαζαν δούλους σε τακτική βάση: το εισόδημά τους μπορούσε να ήταν υψηλότερο από ό,τι από την ενοικίαση γης (Jones (1960) 5, προτείνει 35% ή περισσότερο- βλ. APF127-30- πρβλ. το υψηλό, θεωρητικά, ανώτατο όριο που υπαινίχθηκε ο Markle (1985) 295-6, αποκλείοντας τις επιπτώσεις των παραγόντων υψηλού κινδύνου). Μεγαλύτερες εισπράξεις μπορούσαν να έχουν επιτύχει εκείνοι, οι οποίοι είχαν μεγαλύτερη αναλογία της περιου­σίας τους σε ρευστά κεφάλαια (είτε για λόγους απόκρυψης είτε για πολιτικούς λόγους: βλ. APF128-9, 134-5). Για τιμές τόκων, βλ. [Δημ.] 53.13 (16% για υποθήκη σε ένα οίκημα για κατοικία- βλ. Δημ. 34.23-4), Δημ. 30.7 (10% εμφανίζεται ως η χαμηλότερη τιμή), Δημ. 27.9, 23 (12% παρουσιάζεται ως μια πολύ λογική τιμή· βλ. Δημ. 37.5, Αισχίν. 3.104), [Δημ.] 59.92 (18% της αναγραφόμενης τιμής οε χρήματα δανείστηκε για να ανταποδοθεί μια προίκα) και Ισαίος απ. 23 (33 1/3%). Για τα ναυτιλιακά δάνεια, βλ. Δημ. 35 και Michell (1957) 345-50.
[71] Η αρχαιότερη βέβαιη αναφορά στην προεισφορά μας παραπέμπει στο 364/3 π.Χ. (Ισαίος 6.60). Το 369 η Αθήνα συμμάχησε με την άλλοτε εχθρά της, τη Σπάρτη, για να αντιμετωπίσει την απειλή της Θήβας. Οι Αθηναίοι αποφάσισαν, κατά τα λεγάμενα του Δημοσθένη (16.12), «να πληρώσουν εισφορά και να ριψοκινδυνεύσουν τη ζωή τους για την ασφάλεια των Σπαρτιατών». Η κατάσταση απαίτησε την επείγουσα ανεύρεση χρημάτων και ήταν μία από τις αιτίες για τις οποίες οι πλουσιότεροι Αθηναίοι, οι περισσότεροι από αυτούς γνωστοί για τις ήδη υπάρχουσες συμπάθειές τους για τη Σπάρτη, θα μπορούσαν να έχουν βρει την προπληρωμή του φόρου περιουσίας περισσότερο ευπρόσδεκτη.
[72] Δημ. 22.42-4. 
[73] Davies (1967) 33-40' σύγκρινε την εμφανώς συνειδητή προσπάθεια του Δημοσθένη το 355/4 (20.21 - «ίσως 60 ή λίγο περισσότερες») να ελαχιστοποιήσει τον αριθμό των ετή­σιων λειτουργιών.
[74] Ξεν. Απομν. 3.4.3-5·
[75] Λυσ. 19.56-7,20.30-1,25.12-13, Ισαίος 5.41-2, [Δημ.] 25.76-8, Δημ. 36.40-2, αλλά πρβλ. Λυσ. 26.4 και Δημ. 21.169 για αμφισβητήσεις αυτής της γραμμής υπεράσπισης. Βλ. Davies 91-7 για χη μετάφραση σε εθνικούς και λειτουργικούς όρους αυτού που ήταν από καιρό καθιερωμένος τρόπος δαπάνης για πολιτικούς σκοπούς.
[76] APF xxiii-xxiv: Ο Davies υποθέτει ότι οι τιμές του 5ου αιώνα ίσως ήταν πολύ υψηλότερες.
[77] Λυσ. 24.9, Δημ. 21.78-80,28.17 (πρβλ. Λυσ. 4.1-2). Βλ. επίσης [Ξεν.] ΑΠ 3.4 και ΑΠ 61.1 για την εκδίκαση των αμφισβητήσεων για τις λειτουργικές υποχρεώσεις.
[78] Λυσ. 21.2 (300 δρχ. για ένα διθυραμβικό χορό στα Μικρά Παναθήναια)· Λυα. 19.42 (5.000 δρχ. για δύο χορηγίες). Η φθηνότερη καταγραμμένη λειτουργία κόστισε 50 ή 100 δρχ. (1G ΙΙ2.417), ενώ ένας διθυραμβικός χορός μαζί με έναν αναθηματικό τρίποδα λέγεται ότι κόστισαν 5.000 δρχ. (Λυσ. 21.2). Για άλλα παραδείγματα, βλ. APfxxi-xxii. Για την τριηραρχία, βλ. κεφ. 3.4 παραπάνω και Δημ. 21.155 (6.000 δρχ. για τριηραρχία που εκμισθώθηκε σε εργολάβο). 
[79] Λυσ. 19.9,57-9- APF200· πρβλ. Λυσ. 19.42-3, APF201-2- APF 135-8.
[80] Λυσ. 21.1-6.0 ομιλητής δεν προβάλλει το συνηθισμένο ισχυρισμό της θυσίας των πόρων του για χάρη της πόλης, αλλά ίσως ένας τέτοιος ισχυρισμός θα προκαλούσε το γέλιο στο δικαστήριο επειδή η περιουσία του ήταν πολύ σημαντική ή επειδή η δαπάνη μπορεί να ήταν μια κραυγαλέα προσπάθεια αντιμετώπισης του πολιτικού φακέλου του πατέρα του- βλ. APF592-3.
[81] Δημ. 20.8, Ισαίος 7.38- Λημ. 20.19,21.155, [Δημ.] 50.9- Rhodes (1982) 2-3, πρβλ. Davies 17.
[82] ΑΠ 62.3' Rhodes 3-4, 242-3. Η αρχαιότερη μαρτυρία για δύο θητείες, που μπορούν να χρονολογηθούν, με κάποια σχετική ακρίβεια, παραπέμπει στον Ανδροτίωνα, του οποίου η δεύτερη θητεία συμπίπτει με ή πριν το 356/5· βλ. επίσης, κεφ. 4 σημ. 61 για πολιτικούς ηγέτες, που υπηρέτησαν στη Βουλή. Ο Larsen (1955) 10-11 έκλινε κάπως προς την άποψη ότι αρχικά μόνο μία θητεία επιτρεπόταν, όπως με τα περισσότερα αθηναϊκά αξιώματα, και ότι η δεύτερη θητεία κρίθηκε αναγκαία εξαιτίας της δυσκολίας στην εξεύρεση 500 νέ­ων βουλευτών κάθε έτος· βλ. πάντως κεφ. 5.1 για μια «εφεδρία» υποψηφίων. Ένας κανό­νας ενάντια στις εξακολουθητικές περιόδους ίσως ήταν σε αρμονία με το Δημ. 24.149 και συμπεραίνεται από το δημοκρατικό πολίτευμα που θεμελιώθηκε από την Αθήνα στις Ερυθρές στη δεκαετία του 450: η βουλευτική υπηρεσία είχε περιοριστεί σε ένα έτος ανά τέσσερα (ΙG Ι3.14 (ML 40). 12· Hignett 228 σημ. 3).
[83] ΑΠ7.4· Rhodes 2-3 για άλλους πιθανούς περιορισμούς.
[84] Βλ. κεφ. 5.3.1 για το «φτωχό»· Θουκ. 8.69.4 (πλήρωσε το 412/11)· ο Griffith (1962) 125 χρονολογεί εκ νέου· ΑΠ 62.2 (5 οβολοί για ένα σύμβουλο, με έναν επιπρόσθετο οβολό για τους πρυτάνεις). Η τιμή των 3 οβολών, που προτάθηκε το 411 για τους πρυτάνεις και τους άρχοντες (με κανέναν άλλο από τους αξιωματούχους να αμείβεται για τη διάρκεια του πολέμου - Α/729.5) μπορεί κάλλιστα να αντιπροσωπεύει μείωση της τιμής.
[85] Βλ. κεφ.5.1.
[86] [Ξεν.] ΑΠ 3.1-5.
[87] Αρ. Αχαρνής 17-22, αλλά πρβλ. Εκκλ. 378-95- βλ. κεφ. 5.2. 
[88] ΑΠ 41.3,62.2. Τη δεκαετία του 320 σε κάθε πρυτανεία γινόταν μία κύρια και τρεις άλλες συνεδριάσεις (ΑΠ 43.3-6, απαριθμώντας ορισμένα θέματα που συζητούνταν τακτικά στις τέσσερις συνεδριάσεις)· η άρνηση από τον Hansen 41 -3 της πιθανότητας για πρόσθε­τες (επείγουσες) συνεδριάσεις είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτή. Ούτε είναι φανερό ότι πρέπει να συμπεράνουμε από τον Δημ. 24.21,25 (που αναφέρει τρεις συνεδριάσεις στην πρώτη πρυτανεία) ότι το 353/2 γίνονταν μόνο τρεις συνεδριάσεις σε κάθε πρυτανεία (βλ. Hansen και Mitchel (1984) 13-19). Η συχνότητα και η τακτικότητα των συνεδριάσεων μπορεί να ήταν λιγότερο καθορισμένες κατά την περίοδο πριν από το 403. Βλ. κεφ. 5.2- 5.3.2 για τα επίπεδα παράστασης.
[89] Θουκ. 8.67.2.
[90] Βλ. κεφ. 4.2 για τη νομοθεσία.
[91] [Δημ.] 59.88- Ανδοκ. 2.19-20, Αριστ. Πολ. 1298a3-l 1.
[92] Θουκ. 1.139-45, Tod 123.
[93] Βλ. κεφ. 2.2 για την πρόβλεψη ότι ένα ζήτημα, το οποίο είχε προηγουμένως τεθεί στην Εκκλησία για συζήτηση, μπορούσε ήδη να έχει συζητηθεί από τη Βουλή. Για τους όρους του βουλευτικού όρκου, βλ. Ξεν. Απομν. 1.1.18 («να συμβουλεύεις σύμφωνα με τους νόμους») και Rhodes 194-9.
[94] Ανδοκ. 1.72.22 (περί το 415 π.Χ.)· Θουκ. 8.67.2, Α/7 29.4, 45.4- Hignett 210-13, Griffith (1966) 130-1, Wolff (1970) 12-28, Hansen (1974), ιδίως 55-61, Sealey (1982)297-301· βλ. κεφ. 6.5. Κατηγορίες με την αιτιολογία της «διατύπωσης ενός ακατάλληλου (ή ανάρμοστου) νό­μου» είναι γνωστές από τον 4ο αιώνα (Α/759.2, Δημ. 20.144,24.138) 
[95] Δημ. 23.92-3· Α/759.2 (και CAAPRhodes 194 σημ. 13 για έναν πιθανό όρο στο βουλευτικό όρκο να μη θέτουν σε ψηφοφορία τίποτα αντίθετο με τους νόμους. Βλ. Ξεν. Ελλ. 1.7.12-15- Αισχίν. 2.84· Αριστ. Πολ. 1292a4-37.
[96] ΑΠ43.1 και 62.3 (και CAAP)· Αριστ. Πολ. 1279a8-lJones 61.
[97] Σχετικά με τον 5ο αιώνα το εδάφιο της ΑΠ 24.3 αναφέρει περίπου 700 αξιωματούχους στην πατρίδα και περίπου 700 έξω από αυτήν. Το τελευταίο στοιχείο απορρίπτεται από τους περισσότερους μελετητές ως απρόσεκτη επανάληψη από ένα γραφέα. Ο Hansen (1980Β) 153-73 πιστεύει ότι ο πρώτος αριθμός είναι περίπου σωστός, ενώ ο Rhodes (CAAP 304-5) σημειώνει ότι οι (ελλιπείς) κατάλογοι των αξιωματούχων του 4ου αιώνα στην ΑΓΓ43,47-56,60-1 αναφέρουν περίπου 300 αξιωματούχους στην πατρίδα χωρίς να περιλαμβάνουν διαιτητές ή αξιωματούχους οι οποίοι ήταν, επίσης, και βουλευτές. 
[98] IG Ρ.82.24-30, Δημ. 21.179, Αισχίν. 3.27· Stroud, Hesperia 43 (1974) 158, στίχοι 23-6 (όριο των 10 δρχ.)· ΑΠ 61.2 (στρατηγοί στο πεδίο της μάχης)· MacDowell 235-7.
[99] ΑΠ 26.3,53.1-3 (πρβλ. 42.1), 57.3· Harrison 2.4-68.
[100] Ruschenbusch (1957) 257-74- Ag. Νεφέλαι 206-8.
[101] IGΙ3.281. 60-1, ΓΤλουτ. Περ. 32.2, Λυα. 13.35, Ανδοκ. 1.17 (πρβλ. Hansen (1981-2) 21).
[102] Aρ. Εκκλ. 681-90.
[103] Βλ. ΑΠ 63-9 για τη λειτουργία των Δικαστηρίων στη δεκαετία του 320· MacDowell 35-40- Βλ. Dow (1937) 198-215 και (1939) 1-34, Bishop (1970) l-14,Staveley62-9 και CAAP 706 - 9 για τα κληρωτήρια (μηχανές κλήρωσης) και Kroll για το σύστημα των εισιτηρίων των ενόρκων. Βλ. επίσης Wycherley 144-50 και Thompson και Wycherley 52-72 (για κτίρια και εξοπλισμό όπως μηχανές κλήρωσης και κλεψύδρες)· πρβλ. Hansen (1981-2) 16-27. 
[104] ΑΠ 68.1, Δημ. 21.223, Δείν. 1.52, 107, Δημ. 24.9 (και σχολιαστής για αποφυγή της ισοψηφίας στην ψηφοφορία, αλλά πρβλ. Αντιφώντα 5.51, Αρ. βάτραχοι 684-5, Αισχίν. 3.252, ΑΠ 69.2 για απαλλαγή ως αποτέλεσμα ισοψηφίας στην ψηφοφορία)· ΑΠ 53.3, Tod 200.206-8.
[105] Αισχίν. 3.8 αλλά 1.176- [Δημ.] 43.72- Λυσ. 13.10, Ανδοκ. 1.66, Ισαίος 4.17- πρβλ. Hansen 139-60.
[106] Rhodes 162-71 και (1979) 103-14- πρβλ. Hansen (1975) 51-4
[107] Βλ. κεφ. 1.5.
[108] Αρ. Ιππής 51,225, Σφήκες88 (με σχόλια), ΑΠ62.2· βλ. κεφ. 5.4.
[109] ΑΠ 9, Αριστ. Πολ. 1274a2-15. Η άποψη του Hansen (139-60 και (1974) 15-21) ότι την υπέρτατη εξουσία είχαν τα δικαστήρια και όχι η Εκκλησία, έχει ορθώς αμφισβητηθεί - για παράδειγμα, από τους MacDowell (1976) 231-2 και Caven (1976) 227-8. Για ένδικα μέσα κατά δικαστικών αποφάσεων, βλ. Δημ. 24.54, σχόλ. Πλ. Νόμοι 937d, Harrison 2.190-9.
[110] ΑΠ 45.2, 46.2, Rhodes 144-62.
[111] ΑΠ 54.2· πρβλ. Αρ. Αχαρνής 713-16, Σφήκες 482-3- Υπ. 5.38, Δείν. 2.6- Harrison 2.208-10, MacDowell 53-66. 
[112] Λυκούργ. Λεωκ. 3-6- πρβλ. Αρ. Πλούτος  898-919.
[113] Αισχίν. 1.1-2· Λυσ. 14.1-2 (πρβλ. 7.27), 24.24-5.
[114] [Δημ.] 59.52.
[115] Λυσ. 7-27, Πλ. Κρίτ. 45a· Lofberg (1917) ix-x, 1-10,26-59.
[116] Αρ. Αχαρνής 818-29, 899-958, Α/743.5, Λυσ. 13.65, Αισχίν. 2.145- Bonner και Smith 2 (1938) 39-74, Lofberg (1917) 19-25,86-95.
[117] Μερικές δημόσιες υποθέσεις εξαιρούνταν εν μέρει ή πλήρως και γενικά οι διατάξεις δεν φαίνεται να ήταν αποτελεσματικές· βλ. MacDowell 64-5. 
[118] Tod 131.8-16, 133.6-40, Ξεν. Ελλ. 6.4.20· Δημ. 18.169-70' Tod 143.6-19' Δημ. 24.47-8' Rhodes 42-6.
[119] Ισοκρ. 12.144, AΠ 45.4.
[120] ΑΠ 43-69.
[121] Rhodes 209-21, και ιδίως 218 για κάποιες αλλαγές του 4ου αιώνα που επηρέασαν επουσιωδώς τη Βουλή· πρβλ. 82-5, 184, απορρίπτοντας την άποψη ότι για ένα σύντομο διά­στημα στις αρχές του 4ου αιώνα, η Βουλή απολάμβανε αυξημένες εξουσίες.
[122] Αισχίν. 3.25.
[123] IGΙ3.78 (ML 73). 57-9, [Δημ.] 47.43,4/745.1, Rhodes 179-207.
[124] IG Ι3.52Α (ML58A). 18-21I3.35 (ML44). 15-18Ι3. 78 (ML73).21-4, 30-2· I3.40(ML52).
57-67· βλ. [Ξεν.] ΑΠ3Λ-5- Λ/743-9- Rhodes 88-143.
[125] ΑΠ49.1-2,46.1, [Δημ.] 47.33,41-3.
[126] Δημ. 22, ιδίως 12-16.

To ψηλότερο κτίριο στον κόσμο θα κρέμεται από …μετεωρίτη

Oι νέοι αρχιτέκτονες είναι πιο φιλόδοξοι από ποτέ. Ονειρεύονται να σχεδιάσουν κτίρια που θα γράψουν τη δική τους ιστορία για να ξεχωρίσουν. Και τώρα μια αρχιτεκτονική εταιρία με έδρα τη Νέα Υόρκη ετοιμάζεται να κατακτήσει τον ουρανό και το …διάστημα.

Ζούνε στα …σύννεφα και δεν αισθάνονται ότι πρέπει να απολογηθούν γι'αυτό. Πώς είναι η επωνυμία του αρχιτεκτονικού γραφείου; Clouds Architecture Office. Πώς λέμε «Sky is the limit»; Ή «οι ουρανοί είναι δικοί μας»; Αυτό ακριβώς. Και τώρα διαβάζω πως η αρχιτεκτονική ομάδα ετοιμάζεται να παρουσιάσει ένα νέο κόνσεπτ που θέλει τα κτίρια να πετάνε.

Πώς θα γίνει αυτό; Φανταστείτε ένα συγκρότημα από ουρανοξύστες που κρέμονται από κομήτες. Αυτό, για κάποιον που δεν γνωρίζει τη διαδιασία, μοιάζει με ταινία επιστημονικής φαντασίας. Κι αν τελικά είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί;



Όλα καλά. Και ποιος θα πάει να μείνει σε αυτούς τους ουρανοξύστες; Ποιοι θα είναι οι πρώτοι τολμηροί που θα θέλουν να θαυμάσουν τη θέα από ψηλά, μέρα και νύχτα; 

Η νεοϋροκέζικη εταιρία υποστηρίζει πως ολόκληρο το φιλόδοξο πρότζεκτ θα βασιστεί σε έναν μεγάλο αστεροειδή και ο πύργος θα χτιστεί πάνω από το Ντουμπάι (για να στοιχίσει λιγότερο από ότι θα στοίχιζε στη Νέα Υόρκη) και τα υπόλοιπα θα πρέπει να τα δούμε στην πράξη.

Για την ώρα υπάρχει ένα δελτίο Τύπου με φωτογραφίες από το Analemma Tower που είναι φυσικά εξαιρετικά εντυπωσιακές. Θα είναι το ψηλότερο κτίριο στον κόσμο, με γραφεία και διαμερίσματα, και στην ταράτσα θα γίνονται θρησκευτικές τελετές, δηλαδή, κηδείες… Και τα παράθυρα θα πρέπει να στηθούν διαφορετικά λόγω της ατμοσφαιρικής πίεσης.  Προσδεθείτε. 

Αν όλα ήταν αλλιώς

1486975868_12-con-giap-can-than-tien-het-tinh-tan-nam-2017-anh-1Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας…. Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει…Αν στην προβλήτα μας περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε… Αν τόσες φορές , παρασυρμένοι από το τραγούδι των σειρήνων, δεν είχαμε χάσει τη ρότα μας… Αν δεν είχαμε κρυφτεί λαθραία σε λάθος όνειρα…
 
Αν όλα αυτά που γυάλιζαν και τα μαζέψαμε με τόση αφοσίωση και στοργή ξέραμε από την αρχή πως δεν ήταν χρυσάφι…Μπορεί και να το ξέραμε, αλλά μας έφαγε η ουτοπία. Αν δεν είχαμε ξεπουλήσει σε γαλίφηδες εμπόρους τα τιμαλφή μας, για λίγες γουλιές παρηγοριάς…
 
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι… Τι απερισκεψία κι αυτή! Πάντα τους ληστές τους περνούσαμε για κατατρεγμένους. Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε καταιγίδες… Αν φορούσαμε στολές παραλλαγής…
 
Αυτό είναι σίγουρο μέσον για να πετύχεις. Μα εντελώς το αψηφήσαμε! Εμείς ακόμα και τη νιτσεράδα για τις βροχές που κάποιος προνοητικός-δεν μπορεί πάντα υπάρχει ένας τέτοιος στο περιβάλλον μας-έχωσε στις αποσκευές μας, τη χαρίσαμε στον πρώτο τεμπέλη ψαρά. Έτσι… Γιατί μας άρεσε το χαμόγελό του…
 
Αχ, αυτή η λάθος εκτίμηση… Ο υπερβάλλων ζήλος…Η περιττή εναιοδωρία! Αν είχαμε υψώσει έναν τοίχο για να προστατέψουμε τη ζωή μας…Ένα ανάχωμα έστω. Μια ξερολιθιά. Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση…
 
Πόσος χαμένος χρόνος ,αλήθεια! Αν δεν χαμογελούσαμε, με κείνο το ηλίθιο χαμόγελο, σ’ αυτόν που ερχόταν καταπάνω μας μ’ενα σουγιά… Λέγαμε αποκλείεται! Άλλη θα είναι η πρόθεσή του. Αν δεν δίναμε ραντεβού με την ψυχή μας , πέρα από τα όριά της…
 
Αν δεν κάναμε τον κλόουν, με στόχο να διασκεδάσει η ομήγυρις και να ξεχάσει τον καημό της… Αν όλος ο κόσμος ήταν ένα κουκούλι που θα μας προστάτευε και μέσα εκεί, με όλη μας την άνεση, θα γινόμασταν από σκουλήκια πεταλούδες…
 
Αν…Αν… Αν ήταν όλα… αλλιώς! Άντε καλέ! Μα τότε, πώς θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;

Χθες βράδυ ονειρεύτηκα έναν κόσμο...

Χθες το βράδυ μου συνέβη κάτι πολύ περίεργο. Αλλά και μαγικό συνάμα...

Έκλεισα τα μάτια μου κι ονειρεύτηκα πως ήμουν σ' έναν τόπο παραμυθένιο. Έναν τόπο μακριά, πολύ μακριά από δω...

Ονειρεύτηκα πως είχα πάρει πάλι το σακίδιο μου στην πλάτη και ήμουν, λέει, σ' έναν κόσμο γεμάτο χρώματα. Κόκκινο, πράσινο, λευκό, μαύρο, ροζ, μοβ... Λες και είχαν σύναξη τα χρώματα του ουρανίου τόξου, ένα πράμα...





Στον κόσμο αυτόν,
 οι νότες της μουσικής σ' έπαιρναν από το χέρι και σε ταξίδευαν ψηλά, πολύ ψηλά στον ουρανό. Εκεί που οι ψυχές των ανθρώπων πετάνε αγκαλιά με τα συναισθήματα τους εξερευνώντας κάθε κρυφή και φανερή γωνιά της φαντασίας...
Εδώ μπορούσες ν' αγγίξεις τα σύννεφα, να πιάσεις κουβέντα μαζί τους και να ξαπλώσεις πάνω στη μεταξένια ράχη τους δίχως να φοβάσαι μη πέσεις...

Στον κόσμο αυτόν,
 το γρασίδι είχε το πιο όμορφο πράσινο χρώμα κι ο ουρανός το πιο γλυκό γαλάζιο. Δεν άκουγες κόρνες και φασαρία, ούτε καυγάδες, μονάχα τα πουλιά τραγουδούσαν πάνω σε νότες τόσο μελωδικές που σε μάγευαν.
Εδώ δε σκοτείνιαζε ποτέ. Κι ακόμα κι όταν νύχτωνε, το φως των μυριάδων αστεριών που στόλιζαν το βαθύ μπλε φόρεμα της νύχτας παιχνίδιζε σα μωρό παιδί με τις γρίλιες  των παντζουριών και έδινε πνοή σε κάθε τι που άγγιζε...

Στον κόσμο αυτόν,
 είδα τον γιο μου να πηγαίνει σ' ένα σχολείο που δε στριμώχνουν την ψυχή του σε καλούπια. Σ' ένα σχολείο που μοναδικό του βιβλίο ήταν η φαντασία. Και που τα παιδιά στις κασετίνες τους αντί για μολύβι είχαν ένα μαγικό κλειδί που ξεκλείδωσε την ευτυχία και μια γόμα που έσβησε το δάκρυ.
Και που κανένα από τα παιδιά δε φοβόταν να πετάξει. Και που αν, παρ' ελπίδα, βρισκόταν κάποιο που φοβόταν να πετάξει, του 'πιανε το χέρι η δασκάλα και του μάθαινε ν' ανοίγει τα φτερά του...

Στον κόσμο αυτόν,
 δεν υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί, ισχυροί κι αδύναμοι, τυχεροί και άτυχοι. Μήτε ευτυχισμένοι και δυστυχισμένοι. Παρά μονάχα άνθρωποι που ακολουθούσαν την ψυχή τους...
Και κάθε φορά που κάποιος σκόνταφτε, βρισκόταν πάντα ένα χέρι δίπλα του για να τον σηκώσει και να τον κρατήσει. Και κάθε φορά που έκλεινε μια πόρτα, άνοιγαν δεκάδες παράθυρα για να μπορεί να ταξιδεύει ο νους του...

Στον κόσμο αυτόν,
 δεν υπήρχε πόνος. Ούτε δυστυχία. Δεν υπήρχαν σύνορα, δεν υπήρχαν φράχτες που να χωρίζουν τους ανθρώπους. Ούτε θρησκείες και ιδεοληψίες...
Ο πόλεμος ήταν μια λέξη που οι άνθρωποι δεν είχαν ακούσει ποτέ στη ζωή τους και τα χαμόγελα χόρευαν αγκαλιά σου πάνω στις νότες της πιο γλυκιάς μελωδίας που είχαν ακούσει ποτέ αυτιά ανθρώπου.
Εδώ κανείς δε πεινούσε, μήτε και κρύωνε, κι είχαν όλοι στη θέση της καρδιάς τους μια καρδιά μικρού παιδιού...

Πόσο φοβάμαι ν' ανοίξω τα μάτια μου, πόσο τρέμω μη ξυπνήσω... Πόσο θέλω να μείνω για πάντα στον κόσμο αυτόν...

Ακολούθησε τη φύση σου και θα θεραπευθείς

Ξυπνάς κάθε πρωί μουτρωμένος και βαριέσαι να πας στη δουλειά σου, βαρυγκωμάς, σέρνεσαι στη μέρα, πίνεις το καφέ σου αγχωμένα και στο πόδι. Έτσι λοιπόν ξεκινάς ακόμα μία εφιαλτική μέρα, όπως ακριβώς ήταν και οι προηγούμενες. Έρχεται το βράδυ, δεν σε χωράει το σπίτι, ψάχνεις παρέα, να βγεις σε κάποιο μαγαζί ώστε να ξεχάσεις την ανυπαρξία σου,να ξεχάσεις ποιος είσαι μέσα στο πλήθος, να απαρνηθεις τους θαμμένους πόθους σου, να απαλλαχτείς απ αυτό το ανεξήγητο βάρος που νιώθεις… Το βάρος των χαμένων ονείρων… Του χαμένου εαυτού

Ή ψυχή σου σαπίζει, σου φωνάζει»δεν ανήκω εδώ,ελευθέρωσε με, μη με φυλακίζεις άλλο σε μία ζωή αβίωτη, μάταιη, μίζερη «και εσύ κάνεις πως δεν την ακούς.

Ακόμα όμως και αν το παραδεχτείς πως την ακούς δεν σου έμαθε κανένας το τρόπο να τη βοηθήσεις. ΓΙΑΤΙ;

Γιατί η κοινωνία σε θέλει ένα «δυστυχισμένο βλάκα», γιατί είσαι πνιγμένος στα κοινωνικά στεγανά σου, γιατί διάλεξες μία δουλειά που τρέφει το στομάχι σου την ίδια στιγμή που η ψυχή σου ατροφεί και αρρωσταίνει.

Τώρα ξέρω, έφτασε η ώρα να μου πεις τη πιπίλα πως έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα είναι ουτοπικό να κάνεις αυτό που θες αλλιώς δεν έχεις να ζήσεις και όλα αυτά. Είναι πολύ καλά μελετημένη η προπαγάνδα αλλά ευτυχώς υπάρχουν άπειρα παραδείγματα ανθρώπων που ζουν απ αυτό που αγαπάνε, και δεν στάθηκαν τυχεροί, στάθηκαν ευφυείς και γενναίοι.

Ξέχνα τους νόμους της κοινωνίας, ακολούθησε τους νόμους της δικής σου φύσης

Το μόνο σου χρέος να παραδοθείς, να υπακούσεις τη φύση σου.
Ο καθένας από τη γέννηση του φέρει ένα θεϊκό καρπό, αν δεν τον καλλιεργήσει η ψυχή του δεν θα τραφεί ποτέ αληθινά.
Έχεις θησαυρό μέσα σου, όλοι μας κουβαλάμε ταλέντα, έμφυτες κλίσεις που καλούμαστε να ανακαλύψουμε κι ‘ύστερα να δοθούμε σε αυτά ολοκληρωτικά κάνοντας σκληρή δουλειά.
Τη στιγμή που παίρνουμε τη θαρραλέα απόφαση να επικεντρωθούμε στη φύση μας αγνοώντας τις επιταγές της κοινωνίας ξεκινάει ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΘΑΥΜΑ.
Ξαφνικά ξυπνάς και είσαι γεμάτος λαχτάρα να αδράξεις τη μέρα, να τη ξεζουμίσεις. Κάθε μέρα είναι τόσο ξεχωριστή και αποτελεί μία νέα πρόκληση. Ή κούραση σου ξεκουράζει το μέσα σου, σε γλυκαίνει τόσο πολύ.
Ξαφνικά ξεχειλίζεις από αγάπη για όλους γιατί έχεις γνωρίσει και έχεις αγαπήσει βαθιά τον εαυτό σου, γιατί έχεις συνδεθεί με το πυρήνα σου,με τη θεϊκή σου διάσταση.
Ξαφνικά εξαλείφεται η ματαιότητα για τώρα έχεις φέρει τον ουρανο στη γη.

Κάνε την επανάσταση, κάνε μόνο ό,τι αγαπάς

Μην είσαι δεσμώτης, βγες στο φως, κλείσε τα αυτιά σου στις σειρήνες που σε υπνωτίζουν και σε παρασέρνουν στο πνευματικό θάνατο.
Μην καταπιέζεσαι άλλο σε μία ζωή, σε μία κατάσταση που δεν σε εκφράζει.
Ανακάλυψε το θησαυρό σου, αξιοποίησε τον και δεν θα βαρεθείς ξανά ούτε μία ώρα.
Μάθε ποιος είσαι, αγάπα το είναι σου και σταματά να αναλώνεσαι και να υποφέρεις.

Ακολούθησε τη φύση σου και θα θεραπευθείς

Ή πηγή της ευτυχίας σου είσαι εσύ!!!

Πως οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από γη και ουρανό

Βλέποντας το πρόσωπο της Ελένης στο φεγγάρι όλα έγιναν φανερά στο Θαλή. Η Ελένη ήταν η ίδια η θεά του φεγγαριού. Γι’ αυτό χανόταν και πάλι εμφανιζόταν. Γι’ αυτό κανείς ποτέ δεν την κράτησε, ούτε ακόμα κι ο Θησέας. Αυτό ήταν το μυστικό της γέννησής της. Και πώς αλλιώς; Αφού και οι δυο γονείς της ήταν αθάνατοι θεοί. Γι’ αυτό και δεν ήταν δυνατόν να την έχει ούτε ο Μενέλαος ούτε ο Πάρης. Ούτε ακόμα κι ο Θησέας, ήρωας πιο μεγάλος από τους άλλους δύο, στάθηκε δυνατόν να την κρατήσει κοντά του. Όμως, αυτό θα ήταν από την αρχή και για πάντα το νόημα στον πόλεμο που έγινε για χάρη της:

Ο αγώνας των ανθρώπων για το καλύτερο, για να κάνουν δικό τους το καλύτερο και χάρη σε αυτό να πάνε ψηλά, όλο και πιο ψηλά… Γιατί οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από γη και ουρανό και μέσα τους αυτά τα δύο στοιχεία συνυπάρχουν, πότε πολεμώντας το ένα το άλλο και πότε συμφιλιωμένα σε γόνιμη αρμονία. Η γη τους καλεί να ζήσουν τη ζωή τους εδώ κάτω, να αδράξουν την κάθε τους ημέρα σαν να είναι η πρώτη τους και συνάμα η τελευταία τους. Ο ουρανός που έχουν μέσα τους τούς καλεί να παλέψουν για να κρατήσουν στο δικό τους κόσμο την αθάνατη ομορφιά, που μόνο στους θεούς ανήκει.

Ο Θαλής τώρα, που είχε πια αποκρυπτογραφήσει το μυστικό του τρίποδα, έβλεπε με κάπως διαφορετικό τρόπο το μεγάλο κίνδυνο που απειλούσε τη Μίλητο, αλλά και την Ελλάδα ολόκληρη. Εξακολουθούσε, βέβαια, να ανησυχεί για την ανεξέλεγκτη επέκταση του κράτους των Περσών, όμως ήξερε πια, χάρη σε εκείνο το μήνυμα από το παρελθόν, πως οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από γη και ουρανό. Και δεν υπάρχει τίποτα, απολύτως που να μπορεί να σκλαβώσει τη γη, τον ουρανό.

Δεν πειράζει, ...εσύ να είσαι καλά.

Δεν πειράζει, εσύ να είσαι καλά. Μία φράση ελευθερίας, μία φράση αποδοχής, μία φράση ευλογημένη.

Αυτή η φράση απαλλάσσει αυτόματα τον συνάνθρωπό μας από μονοπάτια που επέλεξε να περπατήσει, τα οποία έχουν να κάνουν με την μεταξύ μας σχέση.

Κάθε άνθρωπος μέσα σε μία σχέση του είτε φιλική, είτε συντροφική, είτε οποιαδήποτε σχέση, ενδέχεται να κάνει λάθη, να αθετήσει τον λόγο του, να οδηγηθεί να πει ψέματα, να μας στεναχωρήσει και άλλα διάφορα. Είτε όλα αυτά τα κάνει ηθελημένα, είτε άθελά του, είναι πολύ σπουδαίο και όμορφο να ξέρει ότι έχει πάντα κατανόηση και αποδοχή.

Η κατανόηση και η αποδοχή είναι δύο δρόμοι αγάπης. Δύο δρόμοι γεμάτοι από αγκαλιά και στοργή. Οι οποίοι μας θυμίζουν το ανθρώπινο στοιχείο που έχει ο καθένας μας και πως ο καθένας μας έχει πιθανότητες να κάνει και λάθη. Που όμως εμείς είμαστε εύκολοι στο να κρίνουμε, στο να κατηγορήσουμε, στο να κρεμάσουμε τους ανθρώπους μας στον τοίχο για κάθε τους λάθος.

Κι όμως η φράση «δεν πειράζει, εσύ να είσαι καλά» είναι μία αγκαλιά κατανόησης την οποία για να μπορέσουμε να την καταλάβουμε θα την αρχίσουμε από τους εαυτούς μας. Αντί να στήνουμε κι εμάς σε έναν τοίχο και να μας «λιθοβολούμε» για κάθε μας λάθος ή παράπτωμα, μπορούμε να αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε το δεν πειράζει.

Θα μου πείτε, πως κάποια πράγματα πειράζουν και μάλιστα πολύ. Συμφωνώ απόλυτα. Όμως για να φτάσει κάποιος να κάνει κάτι μεγάλο, θα πει ότι δεν έλαβε ποτέ την κατανόηση για τα μικρά. Και έτσι έρχεται το μεγάλο, όχι ηθελημένα πάντα, αλλά σαν συμπερασματικό αποτέλεσμα.

Αντί να μαλώνουμε τους ανθρώπους μας για τα μικρά, μπορούμε να τους αγκαλιάζουμε με κατανόηση και έτσι δεν θα έρθουν ποτέ αντιμέτωποι με μεγάλα λάθη- παραπτώματα.

Πόσες φορές και σε δικές μας καταστάσεις δεν θέλαμε να ακούσουμε «δεν πειράζει» από το περιβάλλον μας και το περιμέναμε πως και πως;

Τι μεγάλο δώρο είναι αυτό για κάθε άνθρωπο. Να ξέρει ότι έχει ανθρώπους δίπλα του, που πάντα είναι έτοιμοι να του δώσουν το χέρι τους έτσι απλά. Να δεχτούμε με απλότητα την συγνώμη που έχουν να μας πουν και αυτόματα να μηδενίσουμε το «κοντέρ» σαν να μην έγινε ποτέ το όποιο λάθος.

Επειδή κανένας δεν είναι αλάνθαστος και επειδή κανένας δεν είναι τέλειος, είναι πολύ όμορφο να αρχίσουμε να έχουμε μεταξύ μας μία αγκαλιά έτοιμη να δεχτή με αγάπη τους άλλους.

Η ένωση του Δία και της Αλκμήνης και η γέννηση του Ηρακλή

Η εκδοχή της γέννησης του Ηρακλή που ακολουθεί αποτελεί τους πρώτους 56 εναρκτήριους στίχους της ψευδο-ησιόδειας Ασπίδας του Ηρακλή. Το τμήμα αυτό αποσπάστηκε από τον Γυναικών κατάλογο, ένα άλλο ποίημα που αποδιδόταν στην αρχαιότητα στον Ησίοδο, και προσκολλήθηκε στην αρχή της Ασπίδας. Οι διαφορές στη γλώσσα και το ύφος με το υπόλοιπο ποίημα είναι πολλές και εγγυώνται την διαφορετική προέλευσή του:

[1]...ή σαν αυτήν που πίσω της παλάτι αφήνοντας, τη γη την πατρική
ήρθε στη Θήβα[2] με τον πολεμικό τον Αμφιτρύωνα,
η Αλκμήνη, κόρη του Ηλεκτρύωνα που ξεσηκώνει το στρατό για μάχη.[3]
Ήταν αυτή ξεχωριστή στην ομορφιά και το παράστημα
στων γυναικών το γένος μέσα. Καμιά τους δεν την έφτανε στο νου
απ’ όσες γεννηθήκανε από θνητές που με θνητούς πλαγιάσαν.
Απ’ το κεφάλι της, από τα κυανά της μάτια
έπνεε σαν της πολύχρυσης της Αφροδίτης γλύκα.
Μα κι έτσι,[4] μες την καρδιά τον άντρα της τιμούσε,
όσο ποτέ τον άντρα της δεν τίμησε καμιά γυναίκα.[5]
Κι όμως, εκείνος το γενναίο πατέρα της τον σκότωσε νικώντας τον με βία,[6]
για κάποια βόδια θυμωμένος. Κι άφησε αυτός την πατρική του γη
και πήγε ικέτης στους ασπιδοφόρους[7] τους Καδμείους, στη Θήβα[8].
Σπίτι είχε εκεί μαζί με τη σεβάσμια γυναίκα του,
μα δίχως έρωτα μαζί της ποθητό να κάνει. Τι δεν του έπρεπε
στην κλίνη ν’ ανεβεί της κόρης του Ηλεκτρύωνα[9] με τους ωραίους τους αστράγαλους,
προτού να εκδικηθεί το θάνατο των αδερφών της, που ’χαν καρδιά γενναία,
και με φωτιά ολέθρια τις κώμες κατακάψει
των Ταφίων[10] και Τηλεβόων[11] ηρώων.[12]
Αυτή τη συμφωνία είχε κάνει κι ήτανε μάρτυρες οι θεοί σ’ αυτήν. [13]
Φοβόταν την οργή τους και βιαζόταν όσο πιο γρήγορα
το μέγα έργο να εκτελέσει που ο Δίας του ’χε ορίσει.[14]
Κι αυτόν τον συνοδεύανε, με πόθο για μάχη και για πόλεμο,
αρματηλάτες Βοιωτοί[15] που ξεφυσούν επάνω απ’ τις ασπίδες τους,[16]
Λοκροί που σώμα με σώμα πολεμούν[17] και γενναιόκαρδοι
Φωκείς. Τους οδηγούσε του Αλκαίου[18] ο γενναίος γιος,
περήφανος για το στρατό του. Μα ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων, ο Δίας,
στο νου του άλλο σχέδιο ύφαινε: πώς δηλαδή να σπείρει γιο,
προστάτη απ’ το κακό και των θεών και των ανθρώπων που παλεύουν για τη ζήση.[19]
Κι όρμησε απ’ τον Όλυμπο στο βάθος του μυαλού του δόλο[20] πλέκοντας,
ποθώντας έρωτα καλόζωστης γυναίκας,
μες τη νύχτα. Γοργά στο Τυφαόνιο έφτασε. [21] Κι από εκεί
στην κορυφή του Φίκιου[22] ανέβηκε ο συνετός ο Δίας.
Κάθισε εκεί[23] και με το νου σχεδίαζε θαυμάσια έργα.
Γιατί την ίδια νύχτα στο κρεβάτι ερωτόσμιξε
με του Ηλεκτρύωνα το λυγερόποδο κορίτσι. Κι έτσι τον πόθο του εκπλήρωσε.
Κι αυτήν την ίδια νύχτα ο Αμφιτρύων που ξεσηκώνει το στρατό για μάχη,
ήρως λαμπρός, αφού το μέγα έργο εκτέλεσε, έφτασε σπίτι του,
κι ούτε που κίνησε να πάει στους δούλους και τους ποιμένες των αγρών του,
προτού ν’ ανέβει στο κρεβάτι της γυναίκας του.[24]
Τόσο μεγάλος πόθος τον ποιμένα του στρατού μες την καρδιά κατείχε.
[Όπως όταν κανείς χαρά γεμάτος ξεφύγει από τη συμφορά,
είτε απ’ αρρώστια αφόρητη, είτε κι από ισχυρά δεσμά,
έτσι και τότε ο Αμφιτρύων, το έργο το βαρύ του σαν τελείωσε,
όλος χαρά κι αγάπη στο σπιτικό του μέσα μπήκε.][25]
Κι όλη τη νύχτα πλάγιαζε με τη γυναίκα του τη σεβαστή
και με τα δώρα της πολύχρυσης της Αφροδίτης[26] ευφραινότανε.
Κι εκείνη, έχοντας με θεό ενωθεί και μ’ άντρα πολύ ξεχωριστό,
στη Θήβα μέσα την εφτάπυλη δίδυμα γέννησε παιδιά,
που ίδιο δεν είχαν φρόνημα, κι ας ήτανε αδέρφια.
Τον ένα[27] τον γέννησε κατώτερο, τον άλλον πάλι πολύ ανώτερο άντρα,
δεινό και κρατερό, το δυνατό Ηρακλή.
Τον ένα αφού υποτάχθηκε στο μαυροσύννεφο το γιο του Κρόνου,
ενώ τον Ιφικλή[28] αφού υποτάχθηκε στον Αμφιτρύωνα που σείει το δόρυ,
- γενιές που διέφεραν- τον ένα σμίγοντας μ’ άντρα θνητό,
τον άλλο με το γιο του Κρόνου Δία, άνακτα όλων των θεών.
------------------------
[1] Στο 4ο βιβλίο του Καταλόγου η ιστορία της Αλκμήνης (=Ασπίδα 1-56) ακολουθούσε το γάμο της Αερόπης, εγγονής του Μίνωα (Pap. Oxy. 2355-2494A). H Αερόπη και η Αλκμήνη ανήκαν σε διαφορετικούς κλάδους της ίδιας οικογένειας: η πρώτη καταγόταν από τον Αγήνορα και η άλλη από τον Βήλο, που και οι δυο τους ήταν γιοι της Λιβύης. Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Κατάλογος ήταν οργανωμένος με βάση τις μεγάλες γενεαλογικές γραμμές της ελληνικής μυθολογίας.
[2] Βασιλιάς στη Θήβα ήταν τότε ο Κρέοντας, ο οποίος είχε γυναίκα του την Ηνιόχη (βλ. Ασπίδα 83) Πβ. και Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη 2. 57.
[3] Ο Ηλεκτρύων ήταν γιος του Περσέα και της Ανδρομέδας και μυθικός ήρωας της Τίρυνθας. Οι παραδόσεις γύρω από το πρόσωπό του είναι πολλές και ποικίλες. Σύμφωνα με την κυριότερη απ' αυτές βρήκε το θάνατο, μετά από φιλονικία για την κυριότητα κάποιων κοπαδιών, από τον ανιψιό και γαμπρό του στην κόρη του Αλκμήνη Αμφιτρύωνα. Τότε ο Αμφιτρύωνας αναγκάστηκε να φύγει στη Θήβα μαζί με την Αλκμήνη.
[4] Δηλ. παρά την τόση της ομορφιά (έμενε πιστή στον άντρα της).
[5] Οι δύο στίχοι χρησιμεύουν για να έρθουν σε αντίθεση με τον αμέσως επόμενο στίχο.
[6] Ο ποιητής δε δίνει περισσότερες λεπτομέρειες για το περιστατικό, θεωρώντας προφανώς το μύθο γνωστό στο ακροατήριό του.
[7] Στο πρωτότυπο ο ποιητής αποκαλεί τους Θηβαίους φερεσσακέας. Η Βοιωτία είχε παράδοση στη χρήση ασπίδας που καλύπτει όλο το σώμα (σάκος) και αυτό το είδος ασπίδας υπάρχει χαραγμένο στα βοιωτικά νομίσματα ως εθνικό όπλο ή ως σύμβολο κάποιας θεότητας ή ήρωα. Η έκφραση μπορεί να ήταν τυπική προς περιγραφή των Θηβαίων. Στον Όμηρο δε συναντώνται επίθετα σύνθετα με τη λέξη φερ-, φερε-, φερεσι- (αλλά βλ. το όνομα Φέρεκλος στην Ιλ.Ε 55).
[8] Ήταν συνήθης πρακτική η φυγή σε ξένη χώρα για όσους είχαν διαπράξει κάποιο φόνο. Ο Αμφιτρύωνας εκδιώχτηκε από την Αργολίδα από το Σθένελο, αδερφό του Ηλεκτρύωνα. Οι Θηβαίοι ονομάζονταν Καδμείοι από το μυθικό ιδρυτή της πόλης τους Κάδμο.
[9] Η Αλκμήνη αποκαλείται Ηλεκτρυώνη, ένα όνομα που γίνεται συνήθως αντιληπτό απλά ως πατρωνυμικό, όπως τα Ακρισιώνη για τη Δανάη, το Τυνδαρεώνη για την Κλυταιμήστρα κ.τ.λ. Στην πραγματικότητα, όμως, το αρχικό όνομα της Αλκμήνης ήταν πράγματι Ηλεκτρυώνη, μια λέξη που συνδέεται με το ἠλέκτωρ, επίθετο του ήλιου που λάμπει, που ακτινοβολεί (πβ. και τη λέξη ήλεκτρο). Ηλέκτρα λεγόταν η μητέρα της θεάς Ίριδος (Θεογ. 266), Ηλεκτρυώνη σύμφωνα με το Διόδωρο (5. 56) λεγόταν μια κόρη του Ήλιου. Από τα δάκρυα των Ηλιάδων, αδελφών του Φαέθοντα, γιου του Ήλιου, γεννήθηκε το ήλεκτρο. Μπορούμε, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι η Αλκμήνη αρχικά συνδεόταν με τη λατρεία του Ήλιου και ίσως ταυτιζόταν με την Ηλεκτρυώνη, κόρη του Ήλιου και της Ρόδου, επώνυμης θεάς της Ρόδου. Αλλά και το όνομα του πατέρα της Ηλεκτρύων, δείχνει ακριβώς την ίδια σύνδεση, και φαίνεται να προέκυψε από το όνομα της Ηλεκτρυώνης και όχι το αντίθετο. Δηλαδή, δεν ονομάστηκε η Αλκμήνη Ηλεκτρυώνη, επειδή ήταν κόρη του Ηλεκτρύωνα, αλλά ο Ηλεκτρύωνας πήρε αυτό το όνομα ως πατέρας της ηλιακής θεότητας Ηλεκτρυώνης-Αλκμήνης.
[10] Κάτοικοι της Τάφου, ενός μικρού νησιού στο Ιόνιο πέλαγος, νοτιανατολικά της Λευκάδας. Το νησί λέγεται σήμερα Μεγανήσι και χωρίζεται από τη Λευκάδα με ένα στενό εύρους μισού μιλίου. Οι Τάφιοι ήταν περίφημοι ναυτικοί και πειρατές. Σύμφωνα με το μύθο, όπως τον εκθέτει ο Απολλόδωρος (2. 57), έκαναν κάποτε επιδρομή στα κοπάδια του Ηλεκτρύωνα και στη συμπλοκή σκοτώθηκαν όλοι οι γιοι του. Τότε η Αλκμήνη ανακοίνωσε πως θα δεχτεί ως σύζυγο αυτόν που θα ορκιστεί να εκδικηθεί το φόνο των αδερφών της. Ο ποιητής των πρώτων 56 στίχων τηςΑσπίδας διασώζει μια κάπως διαφορετική εκδοχή του μύθου: η Αλκμήνη και ο Αμφιτρύωνας είναι ήδη σύζυγοι, προτού συμβεί η εκδίκηση του φόνου των αδερφών της από τον Αμφιτρύωνα. Η Αλκμήνη ακολουθεί το σύζυγό της με προθυμία στην εξορία. Επομένως, το βραβείο που λαμβάνει ο Αμφιτρύων με την εκδίκηση του φόνου των αδελφών της Αλκμήνης δεν είναι ο γάμος του μ’ αυτήν, αλλά η έναρξη των ερωτικών επαφών μαζί της μέσα στο πλαίσιο του γάμου. Είναι πιθανό ότι ο ποιητής εδώ διασώζει κάποια αρχαιότερη παραλλαγή του μύθου: ο φονιάς του Ηλεκτρύωνα είναι ήδη σύζυγος της κόρης του και η εξορία η διαρκής τιμωρία του. Έτσι συμβιβάζεται η επιθυμία της Αλκμήνης να εκδικηθεί το φόνο των αδερφών της με τη νομιμοφροσύνη της προς το σύζυγο που σκότωσε τον πατέρα της. Ο Αμφιτρύωνας είναι ο εκδικητής όχι εν είδει εξαγνισμού για το φόνο του πεθερού του, αλλά επειδή η Αλκμήνη τον βλέπει ως τον κοντινότερο συγγενή της. Η Αλκμήνη δεν τον αφήνει να ανεβεί στο συζυγικό κρεββάτι, προτού φέρει σε πέρας την εκδίκηση του θανάτου των αδερφών της.
[11] Άλλο όνομα των Ταφίων από τον Τηλεβόα, πατέρα του Πτερέλαου, βασιλιά των Ταφίων. Τα δύο ονόματα (Τάφιοι και Τηλεβόες) αναφέρονται συνήθως μαζί στις πηγές, ενώ το Μέγα Ετυμολογικόν (748. 41) ισχυρίζεται ότι το όνομα Τηλεβόες είναι αρχαιότερο από το Τάφιοι και ότι οι Τάφιοι ήταν Φοίνικες στην καταγωγή που ήρθαν μαζί με τον Κάδμο, γενάρχη των Θηβαίων. Φαίνεται, όμως, ότι οι Τηλεβόες ήταν οι αρχικοί κάτοικοι της Ακαρνανίας: στο Στράβωνα (10. 461) οι Τηλεβόες κατοικούσαν στη δυτικής Ακαρνανίας, απέναντι από το νησί των Ταφίων, το οποίο κατέλαβαν αργότερα.
[12] Το γεγονός ότι ο ποιητής αποκαλεί τους Ταφίους ήρωες, παρόλο που είναι πειρατές δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Η ιδιότητα του πειρατή δε θεωρούνταν ατιμωτική. Βλ. Θουκ. 1. 5.
[13] Ήταν μάρτυρες με την έννοια ότι κάθε όρκος γίνεται στο όνομα των θεών.
[14] Όπως φαίνεται από το στίχο 28 όλα ήταν ένα σχέδιο του Δία, για να μπορέσει να συνευρεθεί με την Αλκμήνη, όσο θα έλειπε ο Αμφιτρύωνας.
[15] Στο πρωτότυπο πλήξιπποι, κυριολ. αυτοί οι οποίοι πλήττουν τα άλογα, προφανώς για να σύρουν το άρμα. Οι Βοιωτοί ήταν φημισμένοι στην αρχαιότητα για το ιππικό τους, αφού η πεδιάδα της Βοιωτίας καλείται ιπποτρόφος.
[16] Δηλ. δεν μπορούν να καθησυχάσουν την ορμητική πνοή τους για πόλεμο, με αποτέλεσμα αυτή να υπερβαίνει ακόμη και τις ασπίδες τους.
[17] Δηλ. δεν πολεμούν από μακριά με τόξα και βέλη, αλλά από κοντά με τα δόρατά τους. Όπως εξηγεί ο Ησύχιος αγχέμαχοι είναι οι εγγύθεν μαχόμενοι. Η μάχη σώμα με σώμα θεωρούνταν ανώτερη από άποψη ανδρείας από τη μάχη εκ του μακρόθεν. Στην Ιλιάδα (Ν 713 κ.εξ.) οι Λοκροί παρουσιάζονται αντίθετα ως μαχητές ελαφρά οπλισμένοι που πολεμούν εκ του μακρόθεν. Την αντίθεση ανάμεσα στον Όμηρο και την Ασπίδα σχετικά με τον τρόπο που πολεμούν οι Λοκροί παρατηρούν και τα σχόλια Σ.
[18] Ο Αμφιτρύωνας ήταν γιος του Αλκαίου, αδερφού του Ηλεκτρύωνα. Από τον παππού του Αλκαίο ο Ηρακλής ονομαζόταν και Αλκείδης.
[19] Παρατηρούμε πώς ο ποιητής προσπαθεί να ηθικοποιήσει τη μοιχεία που διαπράττει ο Δίας: το απώτερο σχεδιό του δεν είναι τόσο να συνευρεθεί με την Αλκμήνη, όσο να φέρει στον κόσμο έναν γιο, ο οποίος θα βοηθήσει και τους θεούς (βλ. Θεογ. 520) και τους ανθρώπους. Αυτή η αντίληψη επαναλαμβάνεται στους στίχους 34 και 94, όπου οι πράξεις του Ηρακλή παρουσιάζονται ως αποστολή εντεταλμένη από τον ουρανό. Είναι φανερή η θεολογίζουσα τάση των αρχαίων Ελλήνων σε σχέση με τον Ηρακλή (αλλά και το Θησέα): ο Ηρακλής στην ελληνική φαντασία έχει την αποστολή του κοσμοκράτορα (Ιλ. T 103 κ.εξ.), του σωτήρα, όπως εδώ, του συμβόλου της ευεργεσίας και του μόχθου.
[20] Ο ποιητής δε μας αναφέρει ποιος ήταν ο δόλος του Δία, ίσως επειδή η ιστορία ήταν καλά γνωστή στους ακροατές του. Από άλλες πηγές γνωρίζουμε ότι ο Δίας πήρε τη μορφή του Αμφιτρύωνα και ενώθηκε με την Αλκμήνη.
[21] Όρος της Βοιωτίας, όπου λεγόταν ότι είχε κεραυνωθεί ο Τυφωέας από το Δία.
[22] Όρος των Θηβών, όπου σύμφωνα με το μύθο είχε τη φωλιά της η Σφίγγα.
[23] Η εικόνα του Δία, ο οποίος είναι καθισμένος στην κορυφή του Φίκιου όρους, μιμείται την ομηρική εικόνα του Δία που κάθεται πάνω στην Ίδη.
[24] Ο ποιητής φαίνεται εδώ φαίνεται συνειδητά να έρχεται σε αντίθεση με τον Όμηρο. Στην Οδύσσεια ο 504 ο Τηλέμαχος σκοπεύει να πάει πρώτα στους αγρούς και τους βοσκούς του και έπειτα στη μητέρα του. Τα χωράφια, οι δούλοι, οι βοσκοί, τα βοσκοτόπια αποτελούσαν μέγιστο μέλημα για τον αρχηγό του οίκου. Με την αντιστροφή στη συμπεριφορά του Αμφιτρύωνα τονίζεται ο μεγάλος ερωτικός του πόθος για την Αλκμήνη.
[25] Οι στίχοι 42-5 είναι νόθοι και παρεμβλήθηκαν με τον προφανή σκοπό να υποκαταστήσουν τους στίχους 39-41, οι οποίοι ίσως να ήταν ενοχλητικοί με τη συμπαράθεση της Αλκμήνης και των δούλων και βοσκών του αγρού. Πράγματι, το τέλος του νόθου στίχου 45 ανακαλεί το τέλος του γνήσιου στίχου 38, μια τεχνική γνωστή και από άλλες παρόμοιου είδους παρεμβολές. Επίσης, ο ποιητής των γνήσιων στίχων δε φαίνεται να έχει την πρόθεση να αναφερθεί εκτενώς στον κόπο που κατέβαλλε ο Αμφιτρύωνας στη μάχη, αλλά να μεταβεί αμέσως μετά τις περιπτύξεις της Αλκμήνης με το Δία στις περιπτύξεις της Αλκμήνης με τον Αμφιτρύωνα. Το λόγο μας το δίνει ένα σχόλιο, το οποίο αναφέρει ότι ο Αμφιτρύωνας πηγαίνει κατευθείαν μετά το Δία στο κρεββάτι της γυναίκας του, επειδή ήταν στο σχέδιο του θεού να μην κατηγορηθεί η Αλκμήνη για μοιχεία. Ο χαλεπός πόνος του Αμφιτρύωνα δεν ενδιαφέρει τον ποιητή, ο οποίος έκανε μερικούς υπαινιγμούς σ’ αυτόν στους προηγούμενους στίχους. Οι παρεμβλητοί στίχοι 42-5 μιμούνται τους ομηρικούς στίχους ε 394-8 της της Οδύσσειας.
[26] Η έκφραση είναι τυπική και συναντάται ήδη στον Όμηρο (Ιλ. Γ 54 / 64). Τα δώρα της Αφροδίτης είναι η χάρις, η οποία ισοδυναμεί εδώ, σε μια ηδονιστική χροιά, με τα αφροδίσια, την ευχαρίστηση του έρωτα. Πβ. τις παρόμοιες εκφράσεις στον ομηρικό ύμνο στη Δήμητρα (στ. 102), στην Αφροδίτη (στ. 2) κ.α.
[27] Τον Ιφικλή.
[28] Ο Ιφικλής δεν αναφέρεται ούτε στον Όμηρο, ούτε στα γνήσια έργα του Ησιόδου.

Η Τιτανομαχία: Δίας και Ολύμπιοι εναντίον Κρόνου και Τιτάνων

Όταν ο Τιτάνας Κρόνος πήρε τον θρόνο του πατέρα του, του Ουρανού, φοβήθηκε ότι κάποιο από τα δικά του παιδιά με τη σειρά του θα τον εκθρόνιζε. Έτσι κάθε φορά που η γυναίκα του η Ρέα γεννούσε ένα παιδί, εκείνος το κατάπινε και το κρατούσε μέσα του. Η Ρέα απαρηγόρητη με αυτό το κακό, όταν γέννησε το τελευταίο της παιδί,τον Δία, το έστειλε να μεγαλώσει μακριά. Στη θέση του μωρού,τύλιξε με σπάργανα μια πέτρα. Ο Κρόνος την κατάπιε ανυποψίαστος. Το θεϊκό βρέφος τράφηκε από το γάλα μιας γίδας,της Αμάλθειας σε μια σπηλιά, στο "Αιγαίον Όρος" της Κρήτης. Όταν μεγάλωσε ο Δίας ανάγκασε τον Κρόνο, με ένα φάρμακο, να βγάλει από μέσα του τα υπόλοιπα αδέρφια του. Ήταν οι Ολύμπιοι θεοί: Η Ήρα,η Δήμητρα,η Εστία,η Άδης και ο Ποσειδώνας. Συντάχθηκαν μαζί με τον Δία, εναντίον του Κρόνου και πολλών Τιτάνων, σε έναν πόλεμο που ονομάστηκε Τιτανομαχία. Μαζί με το Δία συμμάχησε ο πρώτος Τιτάνας ο Ωκεανός και κόρη του η Στύγα,με τα τέσσερα παιδιά της,το Κράτος και τη Βία, τον Ζήλο και τη Νίκη. Πολύτιμος σύμμαχος και ο Προμηθέας,γιος του Τιτάνα Ιαπετού.

Ο Δίας ακολούθησε τη συμβουλή της Γαίας και ελευθέρωσε τους Εκατόγχειρες και τους Κύκλωπες από τα τάρταρα όπου τους είχε φυλακίσει ο Κρόνος. Οι Κύκλωπες έδωσαν στον Δία πολύτιμα όπλα: την βροντή, την αστραπή και τον κεραυνό.

Οι Τιτάνες όμως δεν ήταν εύκολοι αντίπαλοι. Πολεμούσαν από το όρος Όθρυ ενώ ο Δίας και οι σύμμαχοί του από τον Όλυμπο.

Όταν ο Δίας κέρδισε τον πόλεμο, φυλάκισε με βαριές αλυσίδες τον Κρόνο και τους υπόλοιπους Τιτάνες στα τάρταρα. Φύλακες πιστοί έμειναν εκεί οι Εκατόγχειρες.

Ο Δίας μοίρασε τον κόσμο με τους υπόλοιπους Ολύμπιους και βασίλεψε ως αρχηγός των θεών.

 

«Κορίτσια, ηρεμήστε»: 10 συχνά λάθη που κάνουν οι γυναίκες και σκοτώνουν τη σχέση

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ ποιο απ’ όλα τα λάθη που έχει κάνει ο σύντροφός σας ευθύνεται περισσότερο για την αρνητική πορεία που ακολουθεί η σχέση σας; Σίγουρα. Έχετε αναρωτηθεί ποτέ ποιο από τα δικά σας λάθη έχει ίδιο μερίδιο ευθύνης με του συντρόφου σας και έχετε πάρει την κάτω βόλτα; Όχι;

Μήπως αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που έχει χαθεί η μαγεία και πλέον εμφανίζονται συνεχώς προβλήματα από το πουθενά; Το πιο πιθανό είναι πως ναι. Σε μία σχέση πολλές φορές ξεχνάμε ότι υπάρχουν ανάγκες και απαιτήσεις και από τις δύο πλευρές και αντιμετωπίζουμε τις καταστάσεις εγωιστικά. Το φαινόμενο αυτό φυσικά δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των γυναικών όμως αποδεδειγμένα ο γυναικείος εγκέφαλος είναι πολύ πιο πιθανό να πλάσει μία ολόκληρη ιστορία από το πουθενά... Διαβάστε τον παρακάτω δεκάλογο και στη συνέχεια κάντε μία προσπάθεια να αποφύγετε τις συμπεριφορές που αναφέρονται. Το παιχνίδι δεν είναι χαμένο και εσείς είστε έτοιμες για μία νέα αρχή!

1. Απόκρυψη συναισθημάτων
Οι άντρες είναι πολύ πιο ένοχοι από τις γυναίκες όταν μιλάμε για την απουσία έκφρασης συναισθημάτων και σκέψεων. Τις περισσότερες φορές κρατάνε μέσα τους και τον θυμό και την ενόχληση και τα νεύρα αντί να πουν ευθέως τι ακριβώς τους έχει πειράξει. Μαντέψτε όμως ποιες έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης σε αυτό και είναι οι έμμεσα ένοχες: οι γυναίκες. Ενώ οι γυναίκες -υποτίθεται- πως είναι πιο συναισθηματικές και αυτό τους δίνει πάτημα να εκφράζονται περισσότερο μέσα στη σχέση, συγκρατούν και εκείνες τα πάντα μέσα τους από την άποψη πως αντί να εκφράσουν ακριβώς αυτό που νιώθουν, αρχίζουν και εξαπολύουν κατηγορίες στον άλλον λέγοντας φράσεις όπως πχ. «Σε μισώ που δεν μου σήκωσες το τηλέφωνο 1 χρόνο πριν», «Σε μισώ που κοιμήθηκες προχθές ενώ ήθελα να φτιάξουμε κουλουράκια» κλπ. Φυσικά αυτό δεν ισχύει για όλες τις γυναίκες, όμως φανταστείτε πόσο πιο ήρεμα θα ήταν τα πράγματα αν αντί να λέτε σε κάποιον πως τον μισείτε του λέγατε πως απλά νιώθετε άσχημα για κάτι που σας ενόχλησε! Συζήτηση: είναι το μυστικό των πάντων.

2. Απόρριψη συναισθημάτων
Σε κάθε κατάσταση στη ζωή κανείς δεν επιλέγει το πώς θα αισθανθεί, ούτε το ποια τρομακτική σκέψη θα εμφανιστεί από το πουθενά στο κεφάλι του. Πόσες φορές έχετε θυμώσει πραγματικά με τον σύντροφό σας, το έχετε κρατήσει μέσα σας και κάθε φορά που εκείνος σας ρωτούσε τι έχετε εσείς λέγατε «τίποτα!»; Πολλές - και μεταξύ μας το κάνουμε όλες. Είναι πράγματι άβολη διαδικασία να εκφράζεις τον θυμό, τη ντροπή, τη λύπη, την ενοχή (ακόμη και την αγάπη) που αισθάνεσαι απέναντι σε ένα πρόσωπο οπότε τι κάνεις; Καταπιέζεσαι και προσπαθείς να εξαφανίσεις τις σκέψεις σου με το να σκέφτεσαι κάτι άλλο, πιο ευχάριστο. Στο πλαίσιο της σχέσης όμως αυτό έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Τα αρνητικά συναισθήματα δεν εξαφανίζονται μαγικά όταν τα απορρίπτουμε, απλώς συσσωρεύονται και σταδιακά καταστρέφουν τη σχέση. Εκφραστείτε. Για να το νιώθετε εκείνη τη στιγμή σημαίνει πως υπάρχει λόγος, ακόμη κι αν είναι παράλογος!

3. Κατηγορίες
Η αποτυχία της σωστής έκφρασης των συναισθημάτων μπορεί να είναι μία κατηγορία από μόνη της μέσα σε μία σχέση, όμως στην πραγματικότητα είναι και η πηγή όλων των άλλων κατηγοριών. Αν παρατηρήσετε ποτέ ένα ζευγάρι που τσακώνεται (ή απλά αν σκεφτείτε τους τσακωμούς που έχετε εσείς στη σχέση σας), το σίγουρο είναι πως θα ακούσετε τον έναν να κατηγορεί τον άλλον για τα προβλήματα που έχετε. Στην προσπάθεια να διατηρηθεί μία τέλεια εικόνα, κανείς δεν αναγνωρίζει πως έχει κάνει λάθη. Ο καθένας πιστεύει πως για να βελτιωθούν οι καταστάσεις πρέπει να αλλάξουν οι άλλοι, ενώ στην ουσία αυτό που πρέπει να κάνει είναι να ξεκινήσει την αυτοκριτική του και να αλλάξει ο ίδιος αυτά που κάνει λάθος. Η συνεχής «θυματοποίηση» είναι ένα από τα μεγαλύτερα λάθη μέσα σε μία σχέση.

4. Εμφανής έλλειψη ενδιαφέροντος
Ξέρετε τι έκανε ο σύντροφός σας σήμερα; Πότε τον ρωτήσατε τελευταία φορά πώς πήγε ο αγώνας ποδοσφαίρου που έπαιξε; Μπορεί να βαριέστε τρομερά το ποδόσφαιρο, όμως για εκείνον είναι κάτι σημαντικό και ό,τι είναι σημαντικό για κάποιον οφείλετε να το σεβαστείτε. Δεν είναι κακό να ζητήσετε πληροφορίες για κάτι που δεν σας απασχολεί και τόσο. Δείξτε ενδιαφέρον γι’ αυτό που ενδιαφέρει τον άλλον. Το ενδιαφέρον για τη ζωή του συντρόφου σας τον κάνει αυτόματα να αισθάνεται σημαντικός, χτίζει τη σχέση σας και σταδιακά σας διδάσκει πολλά. Σκεφτείτε πόσο θα σας άρεσε αν σας ζητούσε να του πείτε περισσότερα για το μάθημα γιόγκα που παρακολουθείτε;

5. Υπερβολικός έλεγχος
Ακόμη και οι μεγαλύτεροι ηγέτες (ακόμη και ο διευθυντής σας!) αφήνουν όλοι ένα περιθώριο ελευθερίας στα μέλη της ομάδας τους για να λειτουργήσουν όπως ξέρουν. Το ίδιο ισχύει και στις οικογένειες και το ίδιο πρέπει να ισχύει και στις σχέσεις. Εάν στα παιδικά σας χρόνια σας έλεγαν να μην καπνίσετε ποτέ γιατί αλλιώς θα τιμωρηθείτε και όχι επειδή θα σας κάνει κακό, μην αναρωτιέστε για ποιον λόγο πλέον προσπαθείτε απεγνωσμένα να κόψετε το κάπνισμα... Γιατί λοιπόν να κάνετε συνεχώς σκηνές ζήλιας στον σύντροφό σας από το πουθενά και γιατί να του ασκείτε έλεγχο μέχρι και στην τελευταία κίνηση που θα κάνει; Να θυμάστε πάντα: όταν κάποιος είναι περισσότερο υποστηρικτικός παρά περιοριστικός τότε ο άλλος θα είναι ευχαριστημένος και όχι αντιδραστικός.

6. Προσπαθείτε να τον αλλάξετε...
Κάθε φορά που προσπαθούμε να αλλάξουμε κάποιον μέσω χειραγώγησης, κριτικής ή απειλής το αποτέλεσμα είναι το αντίθετο από αυτό που περιμένουμε. Θυμηθείτε την αντίδρασή σας την τελευταία φορά που σας είπαν επιτακτικά να αλλάξετε κάτι στη συμπεριφορά σας. Ναι, καλά θυμάστε. Αντιδράσατε αμέσως, κοιτάξατε τον άλλον με δυσφορία και σκεφτήκατε πως δεν θα αλλάξετε για κανέναν! Εάν κάποιος σας έλεγε όμως με ήρεμο τρόπο ότι τον ενοχλεί κάτι που κάνετε συστηματικά; Δεν θα κάνατε μία προσπάθεια να το διορθώσετε; Το θέμα δεν είναι πόσο γρήγορα θα αλλάξει κάποιος αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα τον βοηθήσετε να κάνει το αρνητικό του, θετικό.

7. ...ενώ εσείς παραμένετε ίδιες
Ένα συνηθισμένο λάθος στις σχέσεις είναι πως ζητάμε μόνο από τον άλλο να αλλάξει τα αρνητικά του στοιχεία. Και εδώ πρέπει να θυμηθείτε ΠΩΣ ΔΕΝ ΕΙΣΤΕ ΜΟΝΗ ΣΑΣ ΣΤΗ ΣΧΕΣΗ! Είστε δύο και όταν η προσπάθεια δεν γίνεται και από τις δύο πλευρές, τότε κανείς δεν πρόκειται να αλλάξει προς το καλύτερο.

8. Συζητήσεις με τρίτους
Εκτός από τις φορές που θα συζητήσετε για τα προβλήματα που σας απασχολούν ώστε να πάρετε κάποια συμβουλή, μην ανοίξετε ξανά κουβέντα με κάποιον τρίτο για να κλαφτείτε για τα χιλιάδες προβλήματα που αντιμετωπίζετε στη σχέση σας. Αρχικά, δεν ενδιαφέρει τους συναδέλφους σας αν ο ''Χ'' σας κάνει τη ζωή μαύρη επειδή κλειδώνει δύο φορές αντί για τρεις την πόρτα ή επειδή σας ενοχλεί η μυρωδιά από το κόκκινο πιπέρι που βάζει στο φαγητό του. Όταν έχετε κάποιο σοβαρό ζήτημα προς αντιμετώπιση (και όχι πιπεράτα προβλήματα...) το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να το συζητήσετε με τον άνθρωπό σας.

9. Ερμηνεύετε αρνητικά συμπεριφορές
Εάν εσείς οι ίδιες δημιουργείτε σενάρια και φανταστικές ιστορίες στο κεφάλι σας, τότε η κάθε κίνηση του συντρόφου σας θα ενσωματώνεται αυτόματα στην πλοκή της ιστορίας. «Ο ''Χ'' ήπιε πολύ νερό επειδή ήταν με την άλλη και έτρεξε για να είναι στην ώρα του σπίτι/ στο ραντεβού μας κλπ» ΟΧΙ! Ο ''Χ'' μπορεί να ήπιε πολύ νερό επειδή δεν είχε πιει όλη μέρα. Η καχυποψία μπορεί να βλάψει τη σχέση σας σε μεγάλο βαθμό γιατί πρώτα θα έχει βλάψει τον εαυτό σας. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν πρέπει να έχετε κριτική σκέψη, καλό θα είναι να σταματήσετε να δημιουργείτε σενάρια επιστημονικής φαντασίας.

10. Έχετε πάντα δίκιο
Είναι λογικά και μαθηματικά αδύνατο να πιστεύει κανείς πως έχει δίκιο το 95% του χρόνου. Ποιο είναι το ποσοστό που νομίζετε εσείς ότι έχετε δίκιο; 80; 90; 100%; Αν υποθέσουμε πως ο μέσος άνθρωπος θα απαντούσε 90%, τότε στη διάρκεια ενός τσακωμού με τον σύντροφό σας το «συνολικό δίκιο» σας ανέρχεται στο... 180%! Αφύσικο και παράλογο. Έχετε και οι δύο τόσο δίκιο όσο και άδικο σε πολλά ζητήματα. Γι’ αυτό κρατήστε το 50% που σας αναλογεί, επιτρέψτε στον σύντροφό σας να έχει το υπόλοιπο 50% και συζητήστε με ηρεμία. Συ-ζή-τη-ση: ήρεμα, πολιτισμένα και με επιχειρήματα. Είναι το μυστικό των πάντων

Σχέσεις: Μπορει η φιλία να γίνει έρωτας; Δείτε γιατί είναι καλή ιδέα...

Θα μπορούσατε ποτέ να δείτε ερωτικά έναν φίλο/φίλη σας; Αν όχι, τότε μπορεί να κάνετε λάθος.

Μάλιστα, οι μελέτες δείχνουν οτι τα ζευγάρια που θεωρούν ο ένας τον άλλο τον καλύτερο του φίλο,έχουν μια ολοκληρώμένη σχέση.

Δείτε το video:

Προέλευση της ζωής: Θα μπορούσε η ζωή να αναδυθεί σε αλμυρά περιβάλλοντα;

Dead_Sea_CoastlineΑνακαλύψεις που μπορούν να οδηγήσουν την επιστημονική κοινότητα ένα βήμα πιο κοντά στο να κατανοήσουν πώς ακριβώς εμφανίστηκε ζωή στη Γη πριν από δισεκατομμύρια χρόνια, ανακοίνωσε ο δομικός βιολόγος του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Φλόριντα Michael Blaber.

Η Νεκρά Θάλασσα έχει δώσει δεδομένα που υποστηρίζουν την ιδέα ότι τα 10 αμινοξέα που πιστεύεται ότι υπήρχαν στη Γη, πριν περίπου 4 δισεκατομμύρια χρόνια, ήταν ικανά να σχηματίζουν αναδιπλούμενες πρωτεΐνες σε ένα περιβάλλον υψηλής συγκέντρωσης άλατος (halophile). Αυτές οι πρωτεΐνες θα ήταν σε θέση να δώσουν μεταβολική δραστηριότητα στους πρώτους οργανισμούς που αναδύθηκαν στον πλανήτη μας μεταξύ 3,5 και 3,9 δισεκατομμύρια χρόνια πριν.

Ο καθηγητής Michael Blaber και η ομάδα του δημοσίευσαν δεδομένα που υποστηρίζουν την ιδέα ότι δέκα αμινοξέα που υπήρχαν στη Γη πριν από τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια, ήταν ικανά να σχηματίζουν αναδιπλούμενες πρωτεΐνες σε ιδιαίτερα αλόφιλο (αλμυρό) περιβάλλον. Τέτοιου είδους πρωτεΐνες θα είχαν τη δυνατότητα να παράσχουν μεταβολικές δραστηριότητες, ώστε οι πρώτοι ζωντανοί οργανισμοί να εμφανιστούν πριν από 3,5 με 3,9 δισεκατομμύρια χρόνια.
 
Η έρευνα του Blaber διήρκεσε τρία χρόνια και βασίστηκε σε ερευνητικές τεχνικές οι οποίες αναπτύχθηκαν σε βάθος 17 ετών. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών.
 
Οι πρώτοι ζωντανοί οργανισμοί ήταν μικροσκοπικά κύτταρα με τη δυνατότητα αναπαραγωγής και προσαρμογής σε διάφορα περιβάλλοντα. «Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία πιστεύεται ότι το ριβονουκλεϊκό οξύ (RNA) σχηματίστηκε πρώτο σε περιβάλλοντα υψηλής θερμοκρασίας», δήλωσε ο Michael Blaber. «Τα δικά μας ευρήματα δείχνουν περισσότερο πως αρχικά εμφανίστηκαν οι πρωτεΐνες, και μάλιστα σε αλόφιλο περιβάλλον», συμπλήρωσε.
 
Οι πρωτεΐνες μπορούν να σχηματίζουν ακριβείς δομές, απαραίτητες για τη διατήρηση της ζωής, χάρις στην ιδιότητά τους να αναδιπλώνονται. Η αναδίπλωση τούς δίνει τη δυνατότητα αλληλεπίδρασης με άλλες πρωτεΐνες και εκτέλεσης συγκεκριμένων χημικών αντιδράσεων, προκειμένου να προσαρμόζονται στο περιβάλλον.
 
«Υπάρχουν πολλές θέσεις που μπορεί να εξελιχθεί η ζωή», δήλωσε ο Blaber. «Για παράδειγμα, ακρόφιλοι είναι οργανισμοί που υπάρχουν σε υψηλές θερμοκρασίες, υψηλή οξύτητα, ακραίο ψύχος, ακραίες πιέσεις και ακραία συγκέντρωση άλατος και ούτω καθεξής. Για να υπάρχει ζωή σε τέτοια περιβάλλοντα είναι σημαντικό ότι οι πρωτεΐνες θα είναι σε θέση να προσαρμοστούν σε αυτές τις συνθήκες. Δηλαδή, θα πρέπει να είναι σε θέση να πάνε πάσο.»
 
Θραύσματα κομητών και μετεωριτών, όπως αυτά που πρόσφατα έπεσαν στη Ρωσία, μας έχουν παράσχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την άφιξη των αμινοξέων στη Γη. Τα θραύσματα αυτά είναι παλαιότερα από τη Γη και είναι υπεύθυνα για τη μεταφορά των 10 προβιοτικών αμινοξέων, τα οποία προήλθαν από το σχηματισμό του ηλιακού μας συστήματος.
 
Σήμερα το ανθρώπινο σώμα χρησιμοποιεί είκοσι κοινά αμινοξέα για την παραγωγή των απαραίτητων πρωτεϊνών. Δέκα εξ αυτών σχηματίζονται μέσω βιοσύνθεσης, ενώ ο σχηματισμός των δέκα προβιοτικών αμινοξέων γίνεται μέσω χημικών διεργασιών που δεν απαιτούν κάποια βιοσυνθετική ατραπό.
 
Χρησιμοποιώντας μια τεχνική που ονομάζεται συμμετρική αποδόμηση, το εργαστήριο του Blaber κατόρθωσε να εντοπίσει μικρά πεπτίδια-δομικά στοιχεία ικανά να συναρμολογούνται αυτόματα σε ιδιαίτερες και σύνθετες πρωτεϊνικές αρχιτεκτονικές. Τα τελευταία πειράματα διερεύνησαν αν τέτοια δομικά στοιχεία μπορούν να αποτελούνται μόνο από τα 10 προβιοτικά αμινοξέα και να διατηρούν ακόμα τη δυνατότητα αναδίπλωσης.
 
Η υπόθεση αυτή αποδείχθηκε προς το παρόν σε βαθμό 80%, καθώς δημιουργήθηκαν αναδιπλούμενες πρωτεΐνες με 12 αμινοξέα. Αν η ομάδα του Michael Blaber καταφέρει να αποδείξει πλήρως την υπόθεσή της, ολόκληροι κλάδοι της βιολογίας που ασχολούνται με την αβιογένεση (την εμφάνιση της ζωής) και όχι μόνο, θα μετατοπίσουν το ενδιαφέρον τους στις πρωτεΐνες και τα αλόφιλα (αλμυρά) περιβάλλοντα.

Στην αρχή το σύμπαν ίσως ήταν ολόγραμμα

universe1Παρατηρησιακά δεδομένα από τον δορυφόρο Planck, τα οποία στηρίζουν την υπόθεση ότι το σύμπαν είναι ένα τεράστιο και περίπλοκο ολόγραμμα, εντόπισαν για πρώτη φορά επιστήμονες από τον Καναδά, την Ιταλία και την Αγγλία, με επικεφαλής τον καθηγητή – ερευνητή του Πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον, τον Κώστα Σκενδέρη,  που έχει αποφοιτήσει από το τμήμα Φυσικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου.

“Ποια είναι η δομή του χώρου και του χρόνου; Υπήρξε αρχή στο χρόνο ή το Σύμπαν υπήρχε πάντοτε; Αυτές είναι κάποιες από τις ερωτήσεις που απασχολούσαν το άνθρωπο από τα αρχέγονα χρόνια. Στις πρωταρχικές στιγμές του Σύμπαντος,  ολόκληρο το Σύμπαν ήταν «συμπιεσμένο» σε τόσο μικρό χώρο ώστε μόνο μία κβαντική θεωρία της βαρύτητας θα μπορούσε να το περιγράψει. Θεωρητική έρευνα για την κβαντική βαρύτητα τα τελευταία 20 χρόνια έχει δώσει ενδείξεις ότι το Σύμπαν είναι ολογραφικό, που σημαίνει ότι στο θεμελιώδες επίπεδο το Σύμπαν είναι διδιάστατο (συν το χρόνο) και η επιπλέον διάσταση (και η βαρύτητα) είναι αποτέλεσμα της δυναμικής της θεωρίας. Ο σκοπός της πρόσφατης εργασίας μου ήταν να  κοιτάξουμε για παρατηρησιακές ενδείξεις της ολογραφίας στην αρχέγονη κοσμική ακτινοβολία. Η ακτινοβολία αυτή προέρχεται από τις πρωταρχικές στιγμές του Σύμπαντος και η δομή της περιέχει στοιχεία για τους νόμους της φύσης στο αρχέγονου Σύμπαν.  Βρήκαμε ότι όλες οι παρατηρήσεις  μπορούν να εξηγηθούν μέσω ενός ολογραφικού μοντέλου και τα παρατηρησιακά δεδομένα είναι εξίσου συμβατά τόσο με το καινούργιο ολογραφικό μοντέλο όσο και με το καθιερωμένο μοντέλο της κοσμολογίας”.
 
Η επιστημονική ιδέα της ολογραφίας έχει κάποια αναλογία με αυτό που βλέπουμε στις ταινίες αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η ιδέα λέει ότι οι φυσικοί νόμοι στο θεμελιώδες επίπεδο διατυπώνονται σε δύο διαστάσεις αντί για τρεις, έχουμε δηλαδή μια διάσταση λιγότερη. Η επιπλέον διάσταση που αισθανόμαστε και η βαρύτητα προκύπτουν μέσα από την αλληλεπίδραση των σωματιδίων στις δύο διαστάσεις”, εξηγεί ο Κώστας Σκενδέρης και ένας από τους συγγραφείς της επιστημονικής εργασίας που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό «Physical Review Letters» με τις πρώτες χειροπιαστές ενδείξεις για την ορθότητα της ολογραφικής θεωρίας.
 
“Ποια είναι η δομή του χώρου και του χρόνου; Υπήρξε αρχή στο χρόνο ή το Σύμπαν υπήρχε πάντοτε; Αυτές είναι κάποιες από τις ερωτήσεις που απασχολούσαν το άνθρωπο από τα αρχέγονα χρόνια. Στις πρωταρχικές στιγμές του Σύμπαντος,  ολόκληρο το Σύμπαν ήταν «συμπιεσμένο» σε τόσο μικρό χώρο ώστε μόνο μία κβαντική θεωρία της βαρύτητας θα μπορούσε να το περιγράψει. Θεωρητική έρευνα για την κβαντική βαρύτητα τα τελευταία 20 χρόνια έχει δώσει ενδείξεις ότι το Σύμπαν είναι ολογραφικό, που σημαίνει ότι στο θεμελιώδες επίπεδο το Σύμπαν είναι διδιάστατο (συν το χρόνο) και η επιπλέον διάσταση (και η βαρύτητα) είναι αποτέλεσμα της δυναμικής της θεωρίας. Ο σκοπός της πρόσφατης εργασίας μου ήταν να  κοιτάξουμε για παρατηρησιακές ενδείξεις της ολογραφίας στην αρχέγονη κοσμική ακτινοβολία. Η ακτινοβολία αυτή προέρχεται από τις πρωταρχικές στιγμές του Σύμπαντος και η δομή της περιέχει στοιχεία για τους νόμους της φύσης στο αρχέγονου Σύμπαν.  Βρήκαμε ότι όλες οι παρατηρήσεις  μπορούν να εξηγηθούν μέσω ενός ολογραφικού μοντέλου και τα παρατηρησιακά δεδομένα είναι εξίσου συμβατά τόσο με το καινούργιο ολογραφικό μοντέλο όσο και με το καθιερωμένο μοντέλο της κοσμολογίας”.
 
Όταν οι επιστήμονες θέλουν να ελέγξουν κατά πόσον είναι ορθές οι θεωρίες τους για το τι συνέβη κατά τη γένεση του σύμπαντος χρησιμοποιούν στοιχεία (πολύ μικρές διακυμάνσεις θερμοκρασίας) από τη λεγόμενη «κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου» (η οποία εμφανίσθηκε 375.000 χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη). Ακόμη και σήμερα αυτή η αρχαία ακτινοβολία περιέχει πληροφορίες για τις πρώτες στιγμές του σύμπαντος και είναι ορατή με πολύ ισχυρά τηλεσκόπια. Έτσι, ερευνητές από πανεπιστήμια του Καναδά, της Ιταλίας, από το Ινστιτούτο Perimeter συνέκριναν τα στοιχεία της αρχαίας ακτινοβολίας με τις προβλέψεις της ολογραφικής θεωρίας και εντόπισαν ταυτίσεις και μετρήσιμα δεδομένα που ενισχύουν τη θεωρητική άποψη ότι το σύμπαν και οι πληροφορίες που σήμερα γνωρίζουμε ήταν κωδικοποιημένες σε δύο αρχικές διαστάσεις.
 
«Φανταστείτε πως ό,τι βλέπουμε, νιώθουμε και ακούμε στις τρεις διαστάσεις, ακόμη και η αντίληψή μας για τον χρόνο, προκύπτει από ένα δισδιάστατο πεδίο. Η ιδέα είναι παρόμοια με τα συνηθισμένα ολογράμματα, όπως στις πιστωτικές κάρτες. Το ολόγραμμα είναι μια τρισδιάστατη εικόνα κωδικοποιημένη πάνω σε μια επιφάνεια δύο διαστάσεων. Ωστόσο, τώρα (σύμφωνα με τη θεωρία) ολόκληρο το σύμπαν είναι κωδικοποιημένο».
 
Υπήρξε αρχική στιγμή;
Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για εμάς; Πολλά και τίποτα, μας λέει ο Σκενδέρης. Η εμφάνιση της τρίτης διάστασης και της βαρύτητας μερικές στιγμές μετά τη Μεγάλη Έκρηξη δεν μειώνει τη σημασία της και την αίσθηση της πραγματικότητας ή τουλάχιστον αυτό που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας ως πραγματικό. Αλλάζει όμως την αντίληψή μας για τον χώρο και τον χρόνο. «Από τη στιγμή που αυτές οι έννοιες δεν είναι θεμελιώδεις από μόνες τους αλλά προέρχονται μέσα από τη δυναμική της ολογραφικής θεωρίας έχουμε μια τελείως διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει χώρος και χρόνος. Αυτό μπορεί να μην αλλάζει αυτά που ξέρουμε π.χ. για την κίνηση των πλανητών γύρω από τον Ηλιο αλλά μας δίνει μια βαθύτερη κατανόηση του κόσμου και μας επιτρέπει να διατυπώσουμε θεωρίες και επιστημονικά ερωτήματα για τη φυσική στην αρχή του σύμπαντος. Υπήρχε αρχική στιγμή; Υπάρχει θεωρία που εξηγεί τι συνέβη πιο πριν; Αυτά τα ερωτήματα γίνονται πια επιστημονικά, ενώ προηγουμένως ήταν στο πεδίο της φιλοσοφίας. Ωστόσο, αν λάβουμε υπόψη μας ότι –σύμφωνα με τη θεωρία– η τρίτη διάσταση και η βαρύτητα είναι αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων και της δυναμικής της θεωρίας δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι στο μέλλον οι δυναμικές μπορεί να αλλάξουν», σημειώνει ο καθηγητής.
 
Οι μαύρες τρύπες
Το άλυτο πρόβλημα των φυσικών παραμένει μια θεωρία που θα συνδέει τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν και την κβαντομηχανική και θα μπορεί να απαντήσει σε ερωτήματα, όπως τι συνέβη κατά τη γέννηση του σύμπαντος και γιατί οι μαύρες τρύπες συμπεριφέρονται με ανεξήγητους ακόμη τρόπους.
 
Όπως εξηγεί ο κ. Σκενδέρης, οι επιστήμονες αναζήτησαν απαντήσεις στη φυσική των μαύρων τρυπών που μοιάζουν να συμπεριφέρονται ως θερμά σώματα σε δύο όμως διαστάσεις. «Αυτό οδήγησε αρχικά στη θεμελίωση της ολογραφικής αρχής που λέει ότι μια κβαντική θεωρία της βαρύτητας είναι ισοδύναμη με μια κβαντική θεωρία σε δύο διαστάσεις που δεν περιέχει τη βαρύτητα. Αν αυτή η αρχή ισχύει, αυτό εξηγεί τη φυσική των μαύρων τρυπών», τονίζει ο καθηγητής.
 
Η ολογραφική αρχή διατυπώθηκε στις αρχές του 1990 από τον Ολλανδό νομπελίστα Γκέραρντ Χουφτ και αργότερα επαληθεύτηκε μέσω της θεωρίας των Χορδών, της επικρατέστερης θεωρίας για την κβαντική βαρύτητα. «Από τότε η ιδέα ότι η κβαντική θεωρία είναι ολογραφική έχει γίνει βασικό αντικείμενο έρευνας από επιστήμονες σε όλο τον κόσμο».
 
Η ολογραφική θεωρία του σύμπαντος «ανταγωνίζεται» τη θεωρία του κοσμικού πληθωρισμού που εξηγεί το ίδιο καλά τις διακυμάνσεις στην κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου. Οπότε, όπως επισημαίνει ο Σκενδέρης, χρειάζονται κι άλλα δεδομένα για να διαπιστωθεί ποια θεωρία εξηγεί καλύτερα τις αρχικές στιγμές του σύμπαντος. Πάντως, σημειώνει ο καθηγητής, η ολογραφική θεωρία έπεισε και τους πιο «σκληροπυρηνικούς» θεωρητικούς φυσικούς των μαύρων τρυπών όπως τον Στίβεν Χόκινγκ. «Η ολογραφία ήταν ο λόγος που ακόμη και εκείνος πείστηκε ότι η πληροφορία που μπαίνει μέσα στη μαύρη τρύπα δεν χάνεται. Το πώς ξαναγυρίζει σε εμάς είναι ακόμη άγνωστο».

Το Big Bang ίσως «γέννησε» ένα παράλληλο σύμπαν όπου ο χρόνος κυλά αντίστροφα

universeΧάρις στη Μεγάλη Έκρηξη, είναι πιθανόν να δημιουργήθηκαν δύο «κατοπτρικά» σύμπαντα, στα οποία τα «βέλη του χρόνου» έχουν αντίθετη κατεύθυνση, υποστηρίζουν Καναδοί και Βρετανοί επιστήμονες. Σύμφωνα με τη θεωρία που ανέπτυξαν, αν τα νοήμονα όντα σε κάθε «κόσμο» μπορούσαν να παρατηρήσουν το δεύτερο «κατοπτρικό» σύμπαν, τότε θα διαπίστωναν πως ο χρόνος κυλά σε αυτό αντίστροφα. 
 
Η θεωρία διατυπώθηκε από τον Βρετανό δρα Τζούλιαν Μπάρμπουρ και τους Τιμ Κοσλόφσκι και Φλάβιο Μερκάτι, οι οποίοι εργάζονται στον Καναδά και πιο συγκεκριμένα στο πανεπιστήμιο του Νιου Μπράνσγουικ και το Ινστιτούτο Θεωρητικής Φυσικής Perimeter, αντίστοιχα. Με αυτήν, οι τρεις φυσικοί επιχειρούν να απαντήσουν σε έναν από τους πιο περίπλοκους «γρίφους» σχετικά με τη λειτουργία του σύμπαντος που ζούμε: για ποιον λόγο όλα τα «αυθόρμητα» φυσικά φαινόμενα εξελίσσονται πάντοτε προς μια κατεύθυνση – π.χ. όταν καίγεται, ένα κομμάτι ξύλο μετατρέπεται σε στάχτη, χωρίς να συμβαίνει ποτέ το αντίστροφο.

Αυτή η αναπόδραστη κίνηση του χρόνου «από το παρόν στο μέλλον» περιγράφεται από τη θερμοδυναμική, όπως έδειξε ήδη από τον 19ο αιώνα ο Αυστριακός φυσικός Λούντβιχ Μπόλτζμαν. Έτσι, αυτό που αντιλαμβανόμαστε σαν κατεύθυνση του «βέλους του χρόνου» δεν είναι τίποτε άλλο από την τάση που έχουν όλα τα συστήματα να μεταβαίνουν από καταστάσεις υψηλότερης οργάνωσης σε μεγαλύτερη αταξία. Αυτό το μέτρο της αταξίας ονομάζεται εντροπία, η οποία με βάση τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής δεν μπορεί να μειώνεται σε ένα κλειστό σύστημα – όπως είναι το σύμπαν. 
 
Την ίδια στιγμή, όμως, όλες οι υπόλοιπες εξισώσεις που περιγράφουν το σύμπαν –είτε πρόκειται για τον νόμο της βαρύτητας, είτε για την κβαντομηχανική, είτε για τη θεωρία της σχετικότητας– δεν προβλέπουν μια συγκεκριμένη κατεύθυνση για τον χρόνο. Κάτι που σημαίνει πως «δουλεύουν» εξίσου καλά, είτε ο χρόνος «κυλά προς τα εμπρός» είτε αντίστροφα. 
 
«Είναι μυστήριο. Παρά τα όσα προβλέπουν οι εξισώσεις, το σύμπαν διαστέλλεται, ο άνθρωπος γερνάει και όλα δείχνουν να οδεύουν σε μεγαλύτερη αταξία», λέει χαρακτηριστικά ο Μπάρμπουρ. Όπως σημειώνει στην εφημερίδα, το σύμπαν μοιάζει με ένα παγάκι το οποίο θα λιώσει, όταν βρεθεί μέσα σε νερό, μεταβαίνοντας έτσι σε μια πιο κατάσταση μικρότερης οργάνωσης. 
 
Για να μελετήσουν το σύμπαν, οι τρεις φυσικοί ανέλυσαν μια προσομοίωση σε υπολογιστή 1.000 σημειακών σωματιδίων, τα οποία αλληλεπιδρούν μέσω της βαρύτητας – για μέτρο της αταξίας του συστήματος, χρησιμοποίησαν τις μεταξύ τους αποστάσεις. Στη συνέχεια, από μία κατάσταση μέγιστης ομοιομορφίας, που αναλογεί στη στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης, επέτρεψαν στο σύστημα να εξελιχθεί με δύο εναλλακτικά σενάρια, αντιστοιχώντας σε αυτά και διαφορετική κατεύθυνση για το «βέλος του χρόνου». Όπως διαπίστωσαν, και τα δύο σενάρια είχαν σαν αποτέλεσμα να σχηματισθούν οργανωμένες δομές, το ισοδύναμο των γαλαξιών και των πλανητών σε ένα «πραγματικό» σύμπαν. 
 
Όπως αναφέρει το Scientific American, το αποτέλεσμα σημαίνει πως τα δύο μονοπάτια είναι ισοδύναμα προς την εξέλιξή τους. «Με άλλα λόγια, όπως έδειξε το μοντέλο, από το ίδιο παρελθόν είναι πιθανόν να προέκυψαν δύο διαφορετικά μέλλοντα», σημειώνει χαρακτηριστικά το περιοδικό. Κάτι που, από κοσμολογικής σκοπιάς, σημαίνει πως δεν αποκλείεται εκτός από το σύμπαν μας, ο ίδιος «πυρήνας» απειροελάχιστων διαστάσεων να δημιούργησε κι έναν δεύτερο «κατοπτρικό» κόσμο, όπου ο χρόνος «κυλά προς τα πίσω».

Υπάρχουν παράλληλα σύμπαντα σε περισσότερες διαστάσεις;

bigbang1Είναι πιθανό να αποδειχθεί ότι το σύμπαν μας δεν προέκυψε από έναν κοσμικό «σπόρο» απειροελάχιστων διαστάσεων, όπως υποστηρίζει η Μεγάλη Εκρηξη. Αυτό θα ελεγχθεί στη δεύτερη φάση λειτουργίας του Μεγάλου Επιταχυντή Αδρονίων (LHC), στο Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών (CERN) στη Γενεύη.

Ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων (LHC) στο Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών (CERN) στη Γενεύη έχει ήδη γράψει ιστορία, αφού επιβεβαίωσε την ύπαρξη του «σωματιδίου του Θεού». Ωστόσο, είναι πιθανό στη δεύτερη φάση λειτουργίας του να οδηγήσει σε ακόμη πιο επαναστατικές ανακαλύψεις ― αποδεικνύοντας μεταξύ άλλων ότι το σύμπαν μας δεν προέκυψε από έναν κοσμικό «σπόρο» απειροελάχιστων διαστάσεων, όπως υποστηρίζει η Μεγάλη Εκρηξη. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας θεωρίας που θα ελεγχθεί στη δεύτερη φάση λειτουργίας του επιταχυντή και η οποία θα επαληθευθεί αν από τις συγκρούσεις στο εσωτερικό του μηχανήματος παραχθούν μικροσκοπικές μαύρες τρύπες.

Η αρχική φάση πειραμάτων στον LHC ολοκληρώθηκε πριν από περίπου δύο χρόνια, με τη μέγιστη παραγόμενη ενέργεια να αγγίζει τα 8 TeV ― αρκετή, όπως αποδείχθηκε στην πράξη, για να ανιχνευθεί το μποζόνιο Χιγκς, δηλαδή το «σωματίδιο του Θεού» που είχε προταθεί εδώ και δεκαετίες ως ο μηχανισμός ο οποίος προσδίδει μάζα στα «συστατικά» της ύλης. Η ενέργεια αυτή όμως ήταν μικρή για να δοκιμασθεί και η καινούργια θεωρία, όπως αναφέρουν σε πρόσφατο άρθρο τους στο περιοδικό Physics Letters B οι φυσικοί που τη διατύπωσαν και οι οποίοι προέρχονται από τα Πανεπιστήμια της Αλεξάνδρειας στην Αίγυπτο, του Οντάριο στον Καναδά και της Φλόριντα στις ΗΠΑ. Αντίθετα, η «ώρα της αλήθειας» για τις προβλέψεις της θα έρθει με την επαναλειτουργία του LHC, ο οποίος πλέον έχει αναβαθμισθεί για να φτάσει τα 13 TeV.

Η θεωρία αυτή βασίζεται στην ιδέα του «ουράνιου τόξου της βαρύτητας», σύμφωνα με την οποία ένα βαρυτικό πεδίο επιδρά με διαφορετικό τρόπο σε δέσμες φωτός διαφορετικού μήκους κύματος. Μία από τις συνέπειες αυτής της ιδέας είναι πως, αν ανατρέξουμε πίσω στον κοσμικό χρόνο, δεν θα φτάσουμε σε μια χρονική στιγμή «μηδέν» πριν από 13,8 δισ. χρόνια και στο σημείο άπειρης ενεργειακής πυκνότητας που, όπως προβλέπει η θεωρία του Big Bang, εξερράγη τότε «γεννώντας» το σύμπαν.

Αν όμως ανιχνευθούν μικροσκοπικές μαύρες τρύπες στον επιταχυντή, οι επιστήμονες υποστηρίζουν πως θα έχει αποδειχθεί επίσης η ύπαρξη επιπλέον διαστάσεων, πέρα από ό,τι ισχύει η ιδέα του «ουράνιου τόξου της βαρύτητας». Με αυτό τον τρόπο, θα έχει προκύψει πλέον η απάντηση σε ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα της φυσικής, αφού παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα, δεν έχει δοθεί μια επαρκής εξήγηση για το γεγονός ότι η βαρύτητα έχει μικρότερη τιμή από τις υπόλοιπες θεμελιώδεις δυνάμεις. Κάτι που θα οφείλεται στο ότι ένα μέρος της βαρυτικής δύναμης «διαρρέει» στις επιπλέον διαστάσεις, με αποτέλεσμα να μετριέται εξασθενημένη στον τετραδιάστατο χωροχρόνο. Οι εντυπωσιακές συνέπειες της θεωρίας δεν σταματούν όμως εδώ, αφού προβλέπει πως στις έξτρα διαστάσεις υπάρχουν παράλληλα σύμπαντα. «Οπως πολλά παράλληλα φύλλα χαρτιού, τα οποία είναι δισδιάστατα αντικείμενα μόνο με πλάτος και μήκος, μπορούν να συνυπάρξουν σε μια τρίτη διάσταση (το ύψος), έτσι και μπορούν να συνυπάρξουν παράλληλα σύμπαντα σε περισσότερες διαστάσεις», αναφέρει χαρακτηριστικά από το Πανεπιστήμιο του Οντάριο και μέλος της ομάδας.

Ασβός βιντεοσκοπήθηκε να θάβει ολόκληρο μοσχάρι!

Βιολόγοι που μελετούσαν τη συμπεριφορά πτωματοφάγων πτηνών της Γιούτα ανακάλυψαν κάτι πιο ενδιαφέρον όταν άφησαν νεκρά μοσχάρια στην έρημο: ένας απρόσκλητος ασβός έθαψε ολόκληρο ένα κουφάρι, συμπεριφορά που δεν είχε παρατηρηθεί στο παρελθόν. Οι ερευνητές αρχικά απογοητεύτηκαν όταν αντιλήφθηκαν πως ένα από τα νεκρά ζώα, τα οποία είχαν μεταφέρει με μεγάλη δυσκολία στην έρημο, είχε εξαφανιστεί μια εβδομάδα μετά την έναρξη του πειράματος.

Την απάντηση στο μυστήριο έδωσαν φωτογραφικές μηχανές που ενεργοποιούνται αυτόματα με αισθητήρα κίνησης. Ο αρσενικός αμερικανικός ασβός, βάρους περίπου 11 κιλών, χρειάστηκε πέντε μέρες για να σκάψει γύρω και κάτω από το μοσχάρι των 25 κιλών, μέχρι που το κουφάρι εξαφανίστηκε μέσα στην κοιλότητα. Μετά την ολοκλήρωση του άθλου, ο ασβός επέστεψε στο λαγούμι του για δύο εβδομάδες, και στη συνέχεια άρχισε να επισκέπτεται το κουφάρι για να τσιμπολογήσει ανά μερικές μέρες.

Οι παρατηρήσεις, οι οποίες δημοσιεύονται στο Western North American Naturalist, δείχνει ότι οι ασβοί παίζουν σημαντικό ρόλο στην απομάκρυνση νεκρών ζώων και την προστασία των κοπαδιών από μικρόβια που μπορεί να επωάζονται στα ψοφίμια. Ο αμερικανικός ασβός (Taxidea taxus) είναι διαφορετικό είδος από τον ευρωπαϊκό ασβό (Meles meles), ανήκουν όμως στην ίδια οικογένεια μαζί με το κουνάβι, τη νυφίτσα, την ενυδρίδα και τον αδηφάγο. Οι ερευνητές υποψιάζονται ότι υπάρχουν κι άλλα μέλη της οικογένειας με τόσο αξιοθαύμαστες ικανότητες ταφής.

Τα φυτά ξέρουν πότε κάποιος τρώει το φύλλωμά τους και… αμύνονται!

Τα φυτά καταλαβαίνουν τον εχθρό που τρώει τα φύλλα τους και προσπαθούν να τον αντιμετωπίσουν, σύμφωνα με έρευνα από το πανεπιστήμιο του Μισούρι. Οι κάμπιες ή άλλα έντομα γίνονται ο στόχος του φυτού, που εκκρίνει έλαια για να τα διώξει. Οι ερευνητές μελέτησαν τις αντιδράσεις του ζιζανίου αραβιδόψις, το οποίο φέρει χαρακτηριστικά που είναι όμοια με αρκετά λαχανικά που καταναλώνουμε.

Η λειτουργία αυτή των φυτών αποδεικνύει πως αυτά δεν είναι παθητικοί οργανισμοί αλλά αμύνονται στους εχθρούς τους, κάτι που μέχρι τώρα δεν γνωρίζαμε.

Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι τα φυτά αντιδρούν στους ήχους, όμως δεν ήταν γνωστό το κατά πόσο είναι σε θέση να γνωρίζουν εάν κάποιος ή κάτι τρώει τα φύλλα τους. Η λειτουργία αυτή των φυτών είναι σημαντική για τους ερευνητές καθώς θα τους δείξει νέους δρόμους αντιμετώπισης των παρασίτων.

Ο Πλάτων Πλαστογραφεί Ενσυνειδήτως

Αυτό που έχει σημασία στο χώρο της φιλοσοφίας είναι τα ερωτήματα, η κριτική, η αμφισβήτηση και η προσπάθεια τεκμηρίωσης των απόψεων με έλλογα επιχειρήματα και νηφάλια σκέψη. Αυτό έχουν κάνει πολλοί όταν μελετούν τόσο τον Πλάτωνα όσο και τους άλλους φιλοσόφους. Η παρούσα κριτική προσπαθεί να αποκαταστήσει ένα ιστορικό ατόπημα εκ μέρους του φιλόσοφου και να αποδώσει δικαιοσύνη σε μία κατηγορία στοχαστών, γνωστών με το όνομα «σοφιστές».

Το ζήτημα είναι πολύ σημαντικό, διότι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα στην ιστορία της σοφιστικής σκέψεως είναι οι επιθέσεις του Πλάτωνα εναντίον της, οι οποίες φθάνουν μέχρι τη συκοφάντηση. Πράγμα που έχουν επισημάνει πολλοί ερευνητές, όπως ο G. Romeyer Dherbey, που σημειώνει ότι η πλατωνική και αριστοτελική παράδοση κατάφερε να δημιουργήσει τους «καταραμένους στοχαστές», ακριβώς όπως υπάρχουν οι καταραμένοι ποιητές. Γράφει χαρακτηριστικώς: «το ίδιο το όνομα του ‘σοφιστή’, που σημαίνει ‘σοφός’, αποσπασμένο από την αρχική σημασία του, έγινε συνώνυμο του δασκάλου της ψευδούς γνώσεως, που επιδιώκει την απάτη, χρησιμοποιώντας προς τούτο ευρέως τον παραλογισμό». [1]

Ο Θ. Βέικος σημειώνει: «Είναι χαρακτηριστικό ότι η πιο γνωστή και πιο διαδεδομένη εικόνα των σοφιστών οφείλεται στην μαρτυρία των εχθρών τους, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Έτσι, δεν είναι παράξενο που η εικόνα των σοφιστών παρουσιάστηκε αλλοιωμένη, παραποιημένη και κακογραμμένη. Αν ο Πλάτων, ιδιαίτερα, που ήταν σφοδρός πολέμιος των σοφιστών, αποτελεί την κύρια πηγή μας γι’ αυτούς, αυτό βέβαια σημαίνει ότι πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός στην μαρτυρία του. Διότι είναι πολύ φυσικό να βλέπει ο Πλάτων τους αντιπάλους του μέσα από τα δικά του μάτια και να μεροληπτεί όσον αφορά την ακριβή μετάδοση των ιδεών τους».[2]

Και η Γ. Αλατζόγλου-Θέμελη κάνει ‘ανίερες’ συγκρίσεις: «Γνωρίζομε τον Σωκράτη από περιγραφές μαθητών και φίλων του, τον Πρωταγόρα από την πολεμική των αντιπάλων του. Είναι ένα γεγονός που κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει. Οι επιπτώσεις του δεν μπορούν με τίποτα να εξουδετερωθούν. Τον Πρωταγόρα όχι μόνο τον κατάτρεξαν, αλλά φρόντισαν και να εξαφανίσουν τα γραπτά του. Αντίθετα για τον Σωκράτη έχομε τόμους ολόκληρους, χωρίς ο ίδιος να έχει γράψει τίποτε».[3]

Και ενώ στον υπόλοιπο κόσμο πριν από δεκαετίες, οι σοφιστές έχουν αποκατασταθεί και βρει τη θέση τους στην ιστορία της φιλοσοφίας, στην τριτοκοσμική από όλες τις απόψεις Ελλάδα, θεωρούνταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια αυτό που κατόρθωσαν να επιβάλλουν επί αιώνες οι πλατωνικές και αριστοτελικές διαστρεβλώσεις. Ο Β. Κύρκος σημειώνει σχετικώς: «Οι παλαιότεροι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι της Φιλοσοφίας συνέχιζαν την πλατωνική αντιμετώπιση της σοφιστικής, ουσιαστικά δηλ. ήταν δέσμιοι των αντιλήψεων του Πλάτωνα και της πολεμικής του εναντίον των σοφιστών.

Έτσι οι γενεές των μορφωμένων Ελλήνων και κυρίως οι εκπαιδευτικοί, έμειναν με την εντύπωση ότι η σοφιστική και οι σοφιστές σημαίνουν άρνηση και εκφαύλιση του φιλοσοφικού λόγου, όπως τους είδε ο Πλάτων. Άλλωστε οι πλατωνικοί διάλογοι που διδάσκονταν στα σχολεία αυτή την αντίληψη συντηρούσαν».[4]

Αναφέρω ενδεικτικώς ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων καθηγητών, που συνετέλεσαν στην εδραίωση της πλατωνικής-αριστοτελικής απαξίωσης των σοφιστών. Ο Κ. Τσάτσος γράφει: «Η σοφιστική έγινε το δηλητήριο της ελληνικης κοινωνίας και, καθώς σιγά-σιγά διοχετεύθηκε σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, μπορούμε να πούμε πως αυτή έγινε η κύρια πνευματική αιτία που οδήγησε στην κατάρρευση τον αρχαίο ελληνικό κόσμο». Επίσης: «η σοφιστική σκέψη, ακόμα και στην καλύτερη της έκφανση, έχει στα ίδια τα πνευματικά της θεμέλια κάτι χαλασμένο».[5]

Ίδια απαξίωση των σοφιστών και από τον ένθερμο υποστηρικτή του Πλάτωνα, τον Ι. Θεοδωρακόπουλο, σύμφωνα με τον οποίο η σοφιστική εξάρθρωσε «τα δεσίματα και τα δυναμάρια που κρατάνε την οικοδομή του λόγου», συνετέλεσε στην καταστροφή του λόγου, «εσκυβάλισε» την αλήθεια και όλες τις αξίες της ζωής.[6] Ο Κ. Γεωργούλης κινείται στο ίδιο κλίμα: «παρ’ όλας τας αναμφισβητήτους υπηρεσίας τας οποίας προσέφερον [οι σοφιστές] δια την ανάπτυξιν της επιστήμης και δια την διαμόρφωσιν της διδακτικής τεχνικής, εν τω συνόλω των αποτέλεσαν αρνητικόν παράγοντα ως προς την ευδοκίμησιν του αρχαίου ελληνισμού».[7] Για τον Ε. Μουτσόπουλο, ο λόγος κινδυνεύει εξ αιτίας του Πρωταγόρα και των άλλων Σοφιστών. [8] Επίσης ο Δ. Δημητράκος [9] και ο Κ Κατσιμάνης [10] απορρίπτουν και απαξιώνουν πλήρως τη σοφιστική και εξιδανικεύουν τον Σωκράτη.

Από την άλλη, υπήρξαν και αυτοί που προσπάθησαν να αποκαταστήσουν τους σοφιστές, αποτελώντας, ταυτοχρόνως, απάντηση στην αντισοφιστική χορεία, όπως ο Π. Λεκατσάς, ο Χ. Θεοδωρίδης, ο Γ. Κορδάτος, ο Θ. Βέικος, ο Β. Κύρκος, ο Φ. Βώρος, ο Κ. Παλάσκας, η Γ. Αλατζόγλου-Θέμελη και φυσικά ο Κ. Καστοριάδης και ο Π. Κονδύλης. Στη συνέχεια αναφέρομαι κυρίως στη στάση του Πλάτωνα έναντι των Σοφιστών και όχι τόσο στις θέσεις και αντιλήψεις των σοφιστών.[11]

Ο Πλάτων στα περισσότερα έργα του, όχι μόνο σε αυτά που αναφέρονται ρητώς σε κάποιον σοφιστή (Ιππίας ελάσσων, Ιππία μείζων, Ευθύδημος, Πρωταγόρας, Μένων, Γοργίας, Σοφιστής), αλλά και στα υπόλοιπα λ.χ. Πολιτεία, Νόμοι, προβαίνει στην απαξίωση της σοφιστικής. Σημειωτέον ότι τα περισσότερα έργα του Πλάτωνα, αναφέρονται και διαδραματίζονται στον 5ο αιώνα, με κύρια πρόσωπα που τα περισσότερα, εκτός του Σωκράτη, δεν γνώρισε προσωπικώς ο ίδιος. Συνεπώς οι διάλογοι με τα πρόσωπα αυτά είναι επινοημένοι και σκηνοθετημένοι από τον ίδιο τον Πλάτωνα και λίγη σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει ότι η «ζωντανή» δραματική ατμόσφαιρα των διαλόγων χρησιμοποιείται από τον μεγάλο φιλόσοφο για απαξίωση των σοφιστών κι έχει ως αποτέλεσμα να στρέφει τον αναγνώστη εναντίον τους, κατ’ αρχάς συναισθηματικώς και μετά φιλοσοφικώς.

Αντιθέτως ο Σωκράτης, ο συνήθης συνομιλητής τους και αντίπαλός τους, παρουσιάζεται πάντοτε με τα καλύτερα χρώματα, άψογος, ήρεμος, διαλεκτικός και κερδίζει αβίαστα τη συμπάθεια, τη συγκατάθεση και τη συναίνεση του αναγνώστη. Όλες οι εικόνες του Σωκράτη είναι θετικές, ηθικώς και φιλοσοφικώς. Ο Σωκράτης είναι το αδιαμφισβήτητο πρόσωπο των περισσότερων πλατωνικών διαλόγων, που κυριαρχεί και οδηγεί σε αδιέξοδο τους συνομιλητές του, που έχει πάντα το δίκαιο και το σωστό με το μέρος του[12].

Αρκετά από τα έλλογα επιχειρήματα του Πλάτωνα κατά των σοφιστικών θέσεων, πέρα από τη φιλοσοφική τους αξία στην ιστορία της φιλοσοφίας, ουσιαστικώς δεν πείθουν, για πολλούς και διαφόρους λόγους. Κατ’ αρχάς, διότι ορισμένα προσπαθούν να υποστηρίξουν πράγματα παράλογα από λογικής απόψεως και άλλα καταφανώς συγκρούονται με το κοινό αίσθημα.

Στον Πρωταγόρα λ.χ. ο Σωκράτης ταυτίζει τις αρετές σοφία, ανδρεία, δικαιοσύνη, οσιότητα και σωφροσύνη, ενώ στον Ιππία μείζονα αφ’ ενός ταυτίζει τον αληθή και ψευδή άνθρωπο και αφ’ ετέρου υποστηρίζει ότι όποιος διαπράττει κάποιο σφάλμα εκουσίως είναι καλύτερος από αυτόν που σφάλλει ακουσίως. Εδώ ο Σωκράτης χρησιμοποιεί αυτό που ο ίδιος κατηγορεί στους άλλους, το σόφισμα. Σε άλλα υποστηρίζει το ουδείς εκών κακός ή το εν οίδα ότι ουδέν οιδα που οδηγούν σε ηθικά και γνωσιολογικά αδιέξοδα.

Την αδυναμία πειθούς τη διαισθάνεται και ο ίδιος ο Πλάτων και γι’ αυτό καταφεύγει στη συναισθηματική και δραματική απαξίωση των αντιπάλων του. Άλλωστε και στη σύνολη φιλοσοφία του τελικώς καταφεύγει στα απόλυτα και έσχατα μέσα της μεταφυσικής και της θεολογίας, δηλαδή σε μέσα μή ελέγξιμα από τα εργαλεία του λόγου και της έλλογης επιχειρηματολογίας, σε μέσα μη υποκείμενα στον κοινό λόγο της κοινότητας και της πραγματικότητας.

Μερικές περιπτώσεις από τα πλατωνικά έργα στα οποία η προσπάθεια απαξίωσης και συκοφάντησης των σοφιστών είναι εμφανής. Φυσικά, δεν αναφέρομαι στο γεγονός ότι ο Πλάτων διαφωνεί με θέσεις των σοφιστών, που είναι θεμιτό και ανθρώπινο, ούτε στο ότι προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει που είναι αναμενόμενο και επιβεβλημένο, αλλά αναφέρομαι τόσο στην αρνητική δραματουργική εικόνα των Σοφιστών στα έργα του όσο και στις απαξιωτικές εκφράσεις του, που αποβλέπουν στην ηθική απαξίωση και φιλοσοφική συκοφάντησή τους.

Η αρνητική δραματουργική εικόνα των Σοφιστών στους πλατωνικούς διαλόγους
Οι εικόνες των Σοφιστών στα πλατωνικά έργα είναι σχεδόν όλες απαξιωτικές, παρουσιάζoνται ότι είναι με το μέρος της αδικίας, του λάθους, της αντίφασης, του ψεύδους.

Μερικά παραδείγματα: Ο σοφιστής Πρωταγόρας, στον ομότιτλο διάλογο του Πλάτωνα, παρουσιάζεται να ενοχλείται από τη διαδικασία των ερωτημάτων του Σωκράτη και να αγριεύει ενώ ο Σωκράτης είναι γλυκός και ήρεμος (334a). Όταν διακόπτεται η συζήτηση, ο Σωκράτης, που θέτει τις ερωτήσεις στον Πρωταγόρα, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να απαντά, λέει ότι: «Τότε κατάλαβα ότι δεν έμεινε (ο Πρωταγόρας) ικανοποιημένος από τον εαυτό του για τις προηγούμενες απαντήσεις του και δεν θα δεχθεί πρόθυμα να συνεχίσει τη συζήτηση απαντώντας σε ερωτήσεις» (335b). Σε άλλο σημείο ο Σωκράτης λέει ότι: «Από τα λόγια του Αλκιβιάδη και τις παρακλήσεις του Καλλία και όλης σχεδόν της συντροφιάς μου φαίνεται ότι ντράπηκε ο Πρωταγόρας, αποφάσισε λοιπόν, απρόθυμα, να συνεχίσει τη συζήτηση» (348c).

Ας σημειωθεί ότι ο P.Vidal-Naquet θεωρεί ότι ο Καλλικλής είναι μία καρικατούρα του Περικλή, φιλοτεχνημένη από τον Πλάτωνα. Ο σκοπός του Αθηναίου φιλοσόφου ήταν να δυσφημήσει, ταυτοχρόνως και τη σοφιστική και τον μεγάλο πολιτικό Περικλή, τον κύριο συντελεστή του αθηναϊκού μεγαλείου. Μάλλον ο Πλάτων πέτυχε τον σκοπό του αν κρίνουμε από το γεγονός ότι πολλοί μελετητές θεωρούν τον Καλλικλή αφ’ ενός σοφιστή, ενώ δεν είναι παρά ένας πολιτικός κι αφ’ ετέρου αντιπρόσωπο ενός φυσικού δικαίου που πρεσβεύει την ανισότητα, ενώ δεν υπάρχει τέτοια αντίληψη στους σοφιστές. Ο σοφιστής Γοργίας, στον ομότιτλο διάλογο, παρουσιάζεται να πέφτει σε αντίφαση κάτω από τις καταιγιστικές ερωτήσεις του Σωκράτη και να αποχωρεί με ντροπή. (461a).

Ο Σωκράτης συνεχίζει τη συζήτηση με τον μαθητή του Γοργία, Πώλο, για να απαξιώσει έτσι περαιτέρω τη ρητορική. Στη συνέχεια, ο Σωκράτης συζητεί με τον πολιτικό Καλλικλή, ο οποίος δεν αναφέρεται από καμία άλλη πηγή. Όπως δέχονται οι ερευνητές, ο Πλάτων κατασκευάζει, επινοεί, τον Καλλικλή για να οδηγήσει τη συζήτηση εκεί που θέλει. Πράγματι, του αποδίδει τη θέση ότι το δίκαιο που επιβάλλει η φύση είναι ο καλύτερος να έχει περισσότερα από τον χειρότερο και ο δυνατότερος από τον αδυνατότερο (483δ).

Είναι το δόγμα για το δίκαιο του ισχυροτέρου, το οποίο αναδιατυπώνει πιο κάτω ως εξής: «Το κατά φύσιν δίκαιο είναι να λαμβάνει ο ισχυρότερος με βίαιο τρόπο τα πράγματα των ασθενεστέρων, να ηγεμονεύει ο καλύτερος επί των χειροτέρων» (488b). Ο Καλλικλής με τη θεωρία του αυτή, βασισμένη στη φύση, γίνεται υπέρμαχος της βίας, της εξουσίας του ισχυροτέρου και της τυραννίδος. Γίνεται ο προάγγελος του υπερανθρώπου του Νίτσε (483e-484b).

Στο πρόσωπο του επινοημένου κυνικού Καλλικλή, ο Πλάτων δυσφημεί τους σοφιστές, υποστηρικτές του φυσικού δικαίου, όπως ο Ιππίας, ο Αντιφών, ο Αλκιδάμας, οι οποίοι ευνοούν εξισωτικές αντιλήψεις και όχι μόνο δεν ταυτίζονται με τις θέσεις του πλατωνικού Καλλικλή αλλά βρίσκονται στον αντίποδά τους.

Ο σοφιστής Θρασύμαχος, στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας (336b), εισάγεται από τον Πλάτωνα στη συζήτηση με τον εξής αρνητικό τρόπο (μιλάει ο Σωκράτης): «Όση ώρα συζητούσαμε, ο Θρασύμαχος επανειλημμένα επιχείρησε να πάρει τον λόγο, δεν τον άφηναν όμως οι διπλανοί του, που ήθελαν να ακούσουν το επιχείρημα ως το τέλος. όταν όμως κάναμε μια παύση εκείνος δεν ηρεμούσε αλλά μαζεύτηκε και σαν θηρίο χύμηξε καταπάνω μας να μας κατασπαράξει. Από τον τρόμο μας, εγώ και ο Πολέμαρχος τα χρειαστήκαμε. κι εκείνος, βάζοντάς μας τις φωνές μπροστά σε όλους είπε: Τι φλυαρία είναι αυτή που σας δέρνει τόσην ώρα, Σωκράτη; Και τι ανοησία αυτές οι υποχωρήσεις -όλο ευγένεια- του ενός προς τον άλλον;».

Ο Πλάτων παρουσιάζει την θέση που εκφράζει ο Θρασύμαχος ως ένα Δέον ενώ δεν είναι. Ο Θρασύμαχος εκφράζει μία διαπίστωση: «αυτό που ισχύει ως δίκαιο σε κάθε κοινωνία είναι το συμφέρον του ισχυροτέρου». Όπως όμως δέχονται πια οι ερευνητές, ο Θρασύμαχος δεν είναι υπέρ αυτής της αντίληψης, πράγμα που φαίνεται από άλλα αποσπάσματά του που έχουν διασωθεί.[13] Άρα ο Πλάτων τον διαστρεβλώνει σκόπιμα και η διαστρέβλωση αυτή είχε ως συνέπεια, πολλοί επηρεασμένοι από τον Πλάτωνα, να εντάσσουν τον Θρασύμαχο στην άποψη ή στη σχολή του επινοημένου Καλλικλή.

Απαξιωτικές εκφράσεις κατά των σοφιστών
Οι απαξιωτικές εκφράσεις και οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί κατά των Σοφιστών είναι αρκετές στα πλατωνικά έργα. Αναφέρω μερικές:

Στον Ευθύδημο. Όλος ο διάλογος είναι μία απαξίωση της σοφιστικής, στο πρόσωπο δύο αγνώστων και δευτερευόντων σοφιστών του Ευθύδημου και του Διονυσόδωρου.

Στον Μένωνα 91b-92a, όπου στη συζήτηση μεταξύ Άνυτου και Σωκράτη αναφέρεται ότι οι σοφιστές διαφθείρουν τους νέους και είναι σκέτη συμφορά και καταστροφή σε όσους τους πλησιάζουν (91c), ότι εξαπατούν και διαφθείρουν ενσυνειδήτως τους νέους (92a) και ότι ο Πρωταγόρας διέφθειρε τους μαθητές του και τους παρέδιδε στην κοινωνία χειρότερους από ό,τι τους παρελάμβανε, για περισσότερο από σαράντα χρόνια (91e). Επίσης, αυτοί που πληρώνουν τους Σοφιστές για να ακούσουν τη διδασκαλία τους, χαρακτηρίζονται παράφρονες (μαίνεσθαι). Αλλά ακόμη πιο πολύ παράφρονες χαρακτηρίζονται οι πόλεις που δίνουν την άδεια εισόδου στους σοφιστές και αρνούνται να τους απελάσουν (92b).

Στον Πρωταγόρα 312a4-7: «Και εσύ, για όνομα των θεών, δεν θα ντρεπόσουν να παρουσιασθείς στους Έλληνες ως σοφιστής; – Μα τον Δία, ναι Σωκράτη». Επίσης, Πρωταγόρας 338a: παρουσιάζει τον Πρωταγόρα ως κάποιον που απλώνει στον άνεμο όλα τα πανιά του και χύνεται σε πέλαγα απεραντολογίας, χάνοντας από τα μάτια του τη στεριά.

Στην Πολιτεία 6, 493a, κατηγορεί τους σοφιστές ότι πληρώνονται για να διδάσκουν τις γνώμες των πολλών, αυτά που πιστεύουν οι πολλοί όταν συνεδριάζουν και τα ονομάζουν σοφία, ενώ δεν έχουν ιδέα ποιο είναι το καλό ή το αισχρό, το αγαθό ή το κακό, το δίκαιο ή το άδικο.

Στον Πολιτικό 291c, έχει την έκφραση «τον μεγαλύτερο απατεώνα από όλους τους σοφιστές, και τον πιο έμπειρο στην τέχνη της απάτης». Επίσης 303c.

Στον Θεαίτητο: αποκαλεί τον Πρωταγόρα δημαγωγό («δημούμενον λέγειν», 161c) και κατώτερο στη φρόνηση από έναν μικρό βάτραχο («ετύγχανεν ων εις φρόνησιν ουδέν βελτίων βατράχου γυρίνου», 161d). Να σημειωθεί, επίσης, πως παραποιεί-παρερμηνεύει τη γνωστή φράση του Πρωταγόρα «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», αποδίδοντάς του αισθησιοκρατικές απόψεις.

Στον Σοφιστή. Το ζήτημα με το οποίο ασχολείται ο διάλογος αυτός είναι ο ορισμός του σοφιστή γενικώς. Τον κατατάσσει σε διάφορες κατηγορίες: πλαστογράφο, απατεώνα, λαοπλάνο, κ.ά και καταλήγει με τη θέση ότι ο σοφιστής δεν κατέχει την αλήθεια αλλά κάποια φαινομενική γνώση (τη δόξα), δηλαδή την απλή γνώμη (268d).

Στους Nόμους 10, 890α: οι Σοφιστές παρουσιάζονται ως αυτοί που «διδάσκουν τους νέους ότι το δίκαιο είναι εκείνο που επιβάλλει κανείς όταν νικά κάποιον με τη βία. Γι’ αυτό η ασέβεια κατακλύζει τη νεολαία μας, αφού δεν υπάρχουν θεοί τέτοιοι, που μας διατάζει ο νόμος να πιστεύουμε πως πρέπει να είναι. Γι’ αυτό ξεσπούν και οι επαναστάσεις…».

Τα αναφερθέντα παραδείγματα δεν είναι τα μόνα, υπάρχουν και άλλα που αναμένουν τον ερευνητή τους. Συνεπώς, όπως φαίνεται από τους ανωτέρω χαρακτηρισμούς, η αντιμετώπιση της σοφιστικής από τον Πλάτωνα δεν μπορεί να θεωρηθεί έντιμη και αντικειμενική. Αντιθέτως, είναι εμφανώς πολεμική και προκατειλημμένη και σκοπό έχει να μειώσει γενικώς τη σοφιστική, χωρίς ουσιαστικά επιχειρήματα. Αυτό ονομάζεται συκοφάντηση.

Συκοφάντηση των Αθηναίων πολιτικών, του δήμου και της δημοκρατίας
Δεν θα αναφερθώ στη παραπλήσια στάση του Ξενοφώντα, του Ισοκράτη και του Αριστοτέλη έναντι των σοφιστών, διότι το κείμενο θα μεγάλωνε αρκετά πιο πολύ. Αξίζει όμως, εν είδει επιλόγου, να επισημανθεί ένας άλλος τομέας στον οποιο βλέπουμε επίσης την ανωτέρω περιγραφείσα συμπεριφορά του Πλάτωνα. Διότι ο Αθηναίος φιλόσοφος, εν γένει, δεν είναι γαλαντόμος με τους αντιπάλους του, πράγμα που φαίνεται και στην αντιμετώπιση του μεγάλου στοχαστή Δημοκρίτου. Σε όλο το έργο του, δεν έχει την παραμικρή νύξη γι’ αυτόν και τις απόψεις του.

Ενώ σε αυτό βρίσκει κανείς πολλούς φιλοσόφους μικρούς και μεγάλους και ποικίλα άλλα πρόσωπα παντελώς άγνωστα ή απόψεις δευτερεύουσες, εν τούτοις, δεν υπάρχει ούτε κάν το όνομα του μεγάλου Αβδηρίτη σοφού. Πώς μπορεί να χαρακτηρισθεί αυτή η damnatio memoriae (καταδίκη μνήμης, καταδίκη στη σιωπή) εις βάρος του Δημοκρίτου -που επισημαίνει ο Κ. Καστοριάδης στα σεμινάριά του για τον Πολιτικό του Πλάτωνα;

Ο Πλάτων έχει όμως και άλλους ομολογημένους αντιπάλους, τους οποίους μεταχειρίζεται ανάλογα με τους σοφιστές. Τα βέλη του στρέφονται επίσης κατά του δήμου, κατά της δημοκρατίας και κατά των πολιτικών ανδρών, όχι των υποτιθέμενων δημαγωγών, αλλά των σημαντικών πολιτικών που συνέβαλαν στην ακμή και το μεγαλείο της Αθήνας. Κατά τον Πλάτωνα, όλοι οι σημαντικοί Αθηναίοι πολιτικοί άνδρες δεν έκαναν καλύτερους τους πολίτες. ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, ο Περικλής, ο Θουκυδίδης (του Μελησίου) απέτυχαν στη μετάδοση της αρετής (Μένων 93a-94c).

Επίσης στον Γοργία (515c-d, 516d-e), καταφέρεται κατά των Αθηναίων πολιτικών: Περικλή, Κίμωνα, Μιλτιάδη, Θεμιστοκλή. Για τον Περικλή λέει ότι έκανε τους Αθηναίους «οκνούς και δειλούς, φλύαρους και φιλάργυρους επειδή εισήγαγε τη μισθοφορία των αξιωμάτων» (515e). Και καταλήγει για την πολιτική ζωή των Αθηνών με την εξής συκοφαντική άποψη: «δεν ξέρουμε κανέναν σε ετούτη την πόλη που να έχει αναδειχθεί άξιος στα πολιτικά» (517a). Ο Πλάτων, δηλαδή, έχει στόχο όχι περιφερειακές ή δευτερεύουσες προσωπικότητες, αλλά τους μεγάλους πολιτικούς που συνέβαλαν στο μεγαλείο της Αθήνας, στοχεύει στην ίδια την καρδιά της δημοκρατίας[14].

Μισεί τη δημοκρατία, δεν το κρύβει, το τονίζει σε κάθε ευκαιρία και προσπαθεί να την απαξιώσει με κάθε μέσον, όπως φαίνεται σε αρκετά έργα του και κυρίως στο όγδοο βιβλίο της Πολιτείας. Γι‘ αυτό και στρέφεται εναντίον των σοφιστών και προσπαθεί να τους συκοφαντήσει, διότι τους θεωρεί υποστηρικτές των πολλών και του δήμου, υπέρμαχους της ελευθερίας, της ισότητας και της δημοκρατίας.[15]

Εκτός αυτών των διαστρεβλώσεων και των συκοφαντιών, ο Πλάτων προβαίνει και σε πλαστογράφηση της ιστορίας, όπως σημειώνει ο Κ. Καστοριάδης: «Ο Πλάτων πλαστογραφεί ενσυνειδήτως την ιστορία, είναι ο πρώτος επινοητής των σταλινικών μεθόδων, σε αυτόν τον χώρο. Εάν γνωρίζαμε την ιστορία των Αθηνών μόνο από τον Πλάτωνα (Γ΄ βιβλίο των Νόμων) θα αγνοούσαμε τη ναυμαχία της Σαλαμίνος, τη νίκη του Θεμιστοκλή και του ελεεινού αυτού δήμου των κωπηλατών».[16]

Ο Κ. Καστοριάδης στο εξαίρετο βιβλίο του Ο Πολιτικός του Πλάτωνα[17] αποδεικνύει τα ποικίλα πλάγια και αθέμιτα μέσα που μεταχειρίζεται ο Πλάτων, για να απαξιώσει το συνομιλητή του, τις αντίπαλες απόψεις και τη δημοκρατία. Αποδεικνύει επίσης με πειστικό τρόπο, τις αλλοιώσεις πολλών ελληνικών αντιλήψεων στις οποίες προβαίνει ο Πλάτων.

Συμπέρασμα: ο Πλάτων καταφέρεται εναντίον των αντιπάλων του σοφιστών, δημοκρατίας και δημοκρατών πολιτικών με διαστρεβλώσεις και πλάγια μέσα. Άρα, δεν πρέπει να λαμβάνονται τοις μετρητοίς όλα όσα λένε οι φιλόσοφοι, ακόμα και οι μεγάλοι, διότι είναι και αυτοί υπήκοοι των προσωπικών εμπαθειών και της ιδεολογίας.
------------------------
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
-Γ. ΑΛΑΤΖΟΓΛΟΥ-ΘΕΜΕΛΗ, Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος. Η πλατωνική και η αριστοτελική μαρτυρία, Παρνασσός, Αθήνα, 1976.
-Νους εναντίον Αισθήσεων. Πτυχές της προ-αριστοτελικής Γνωσιοθεωρίας, Καρδαμίτσα, Αθήνα 2000.
-Χ. Η. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Σοφιστές και παιδεία, Κυριακίδης, Θεσ/νίκη, 1997.
-Θ. ΒΕΪΚΟΣ, Αρχαία σοφιστική, Θεσ/νίκη, 1971
-Φ. ΒΩΡΟΣ, Σύντομη ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, Γρηγόρης, Αθήνα, 1984.
-Ε. DUPREEL, Les sophistes, Neuchatel, 1980.
-W. K. C. GUTHRIE, Oι Σοφιστές, μτφ., ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1989.
-ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ ΚΟΡΝ. Ο Πολιτικός του Πλάτωνα (μτφρ. Ζ. Καστοριάδη) Αθήνα, Πόλις 2001.
-ΚΑΤΣΙΜΙΤΣΗΣ – ΜΑΓΟΥΛΑΣ – ΣΙΝΙΟΣΟΓΛΟΥ – ΤΣΟΛΙΑΣ, Πλάτων, Ουτοπία, Ολοκληρωτισμός, Futura, Αθήνα 2011.
-G. B. KERFERD, H σοφιστική κίνηση, μτφ., Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1999.
-Β. ΚΥΡΚΟΣ, Αρχαίος ελληνικός διαφωτισμός και σοφιστική, Ιωάννινα, 1986.
-Β. ΝΕΣΤΛΕ, Από τον μύθο στον λόγο, τόμ. Β΄, μτφ., Γνώση, Αθήνα, 1999.
-POPPER KARL, Η Ανοιχτή Κοινωνία και οι εχθροί της, τ. Α. Η γοητεία του Πλάτωνα, (μτφ. Ειρ. Παπαδάκη), Δωδώνη 1980 (πρώτη αγγλ. έκδ. 1945).
-G. ROMEYER DHERBY, Les sophistes, puf, Paris, 1993.
SAMARAS TH., Plato and Democracy, Peter Lang, New York, 2002.
-N.M.ΣΚΟΥΤΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (επιμέλεια, μετάφραση, σχόλια), Η αρχαία σοφιστική (τα σωζόμενα αποσπάσματα, Γνώση, Αθήνα 1991.
-UNTERSTEINER, Les sophistes (trad. fran.), Vrin, Παρίσι, 1993.
-------------------------
Σημειώσεις:
[1] G. Romeyer Dherbey, Les sophistes, puf, Paris, 1993, σ. 3.
[2] Θ. Βέικος, Αρχαία σοφιστική, Θεσ/νίκη, 1971, σ. 29.
3 Γ, Αλατζόγλου-Θέμελη, «Πρωταγόρας και Σωκράτης. Ενδείξεις της συνοδοιπορίας τους», Φιλοσοφία 8-9 (1978-79), σ.117.
[4] Β. Κύρκος, Αρχαίος ελληνικός διαφωτισμός και σοφιστική, Ιωάννινα, 1986, σ. 7.
[5] Κ. Τσάτσος, Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, Εστία, Αθήνα, 1980, σ. 56-57.
[6] Ι. Θεοδωρακόπουλος, Εισαγωγή στον Πλάτωνα, Αθήνα, 1970, σ. 36-47. επίσης στο Πλάτωνος Φαίδρος, Αθήνα, Αθήνα, 1968, σ. 48 κ.ε. και στην Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, τόμ. Γ2, Αθήνα, 1972, σ. 458.
[7] Κ. Γεωργούλης, Ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας, Α΄, Αθήνα, 1975, σ. 120.
[8] Ε. Μουτσόπουλος, Προσωκρατική διανόησις, Αθήνα, 1978, σ. 68
[9] Δ. Δημητράκος, Το Βήμα 19. 8. 2001, σ. Α45.
[10] Κ. Κατσιμάνης, Πρακτική φιλοσοφία και πολιτικό ήθος του Σωκράτη, Αθήνα, 1981. Οι συντηρητικές απόψεις ιεροποίησης του Πλάτωνα διατηρούνται ακόμη σε ορισμένους θύλακες, όπως στη διεύθυνση του περιοδικού Φιλοσοφία και παιδεία,(περιοδική έκδοση της Ένωσης Καθηγητών για την προαγωγή της Φιλοσοφίας στην Εκπαίδευση), η οποία αρνήθηκε να δημοσιεύσει το παρόν κείμενο με τη δικαιολογία ότι «εξυβρίζει τον Πλάτωνα»!
[11] Ορισμένες σημαντικές θέσεις και αντιλήψεις των σοφιστών, που έχουν σπουδαία σημασία και για μας σήμερα, ανέπτυξα στα σεμινάρια του μεταπυχιακού προγράμματος σπουδών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, καθώς επίσης στις διαλέξεις μου στο βιβλιοπωλείο «Σύγχρονη έκφραση» στη Λιβαδειά (2 Νοεμβρίου 2009) και στο café «Στο κύμα» στην Καλαμάτα (5 Δεκεμβρίου 2009). Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να πάρει μία ιδέα από την ομιλία μου που υπάρχει εδώ. Στοιχεία της σοφιστικής σκέψης υπάρχουν επίσης στο Γ. Ν. Οικονόμου, Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Παπαζήσης, 2007.
[13] Bλ. Γ. Μιχαηλίδης-Νουάρος, «Νέα αξιολόγηση του διαλόγου του Θρασυμάχου με τον Σωκράτη», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνων, τόμ. 53, Αθήνα, 1978.
[14] Βλ. και Γ. Αλατζόγλου-Θέμελη, «Ο Πλάτων, το ‘χρυσό’ παρελθόν και το ‘σιδερένιο’ παρόν», Πλάτων, Ποιητής και Φιλόσοφος. Μνήμη Ιωάννου Ν. Θεοδωρακόπουλου, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2013, σ. 252 κ.ε. «…ο Πλάτων θεωρεί κλειδί της μετάβασης από την ‘ορθή’ αρχαία πολιτεία στην σύγχρονή του ‘οχλοκρατική’, την επικράτηση της άποψης ότι μπορεί ο καθένας να κρίνει…και να μη σέβεται τη γνώμη του ‘βελτίονος’… το θεωρούσε ασυγχώρητο να εξισώνονται όλοι…Κρίνει και κατακρίνει την αθηναϊκή δημοκρατία επειδή δίνει ίσα δικιώματα σε όλους…είναι εντυπωσιακό το πως καταφέρεται κατά του πλήθους που είναι άμουσο…».
[15] Πλάτων Πολιτεία 6, 493a, που αναφέρθηκε προηγουμένως.
[16] Κ. Καστοριάδης, «Οι διανοούμενοι και η ιστορία», Ο θρυμματισμένος κόσμος, Ύψιλον, Αθήνα, 1992, σ. 119-120.
[17]Κ. Καστοριάδης, Ο Πολιτικός του Πλάτωνα μτφ. Ζ. Καστοριάδη, Πόλις, Αθήνα, 2001. Βλ. επίσης Γ. Ν. Οικονόμου, «Πλάτων και Καστοριάδης: Η συγκάλυψη και η ανάδειξη της δημοκρατίας», στη Νέα Εστία, τχ. 1760, Οκτώβριος 2003.