Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΟΜΗΡΟΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο ΟΜΗΡΟΣΟ Όμηρος. Το θέμα είναι, εξαιρετικά σύνθετο· οι ερμηνείες πολυάριθμες, αντιφατικές, από την αρχαιότητα, από τον Ξενοφάνη και τον Πλάτωνα ήδη, και χαρακτηρίζονται ενίοτε από ακραία απλοϊκότητα, όπως είναι, φυσικά, η προβολή στο παρελθόν όσων φαίνονται αυτονόητα στον ερμηνευτή μίας ορισμένης εποχής, η άρνηση του να δει τη διαφορά και μάλιστα το αλλότριο που ενυπάρχει, στα έπη. Πρόκειται για μια απλοϊκή προσέγγιση, από την οποία όμως, δεν μπορούμε ποτέ να απαλλαγούμε απόλυτα. Μιλάμε πάντα ξεκινώντας από κάτι, από την εποχή μας, από την κοινωνία όπου ζούμε. Μπορούμε σίγουρα να ασκήσουμε κριτική στις ίδιες μας τις προκαταλήψεις, στις προκατασκευασμένες αντιλήψεις μας κ.λπ., πώς μπορούμε όμως να ισχυριστούμε ότι έχουμε απαλλαγεί εντελώς; Υπάρχει μια άλλη απλοϊκότητα, συμμετρική και εξίσου βαριά, που είναι ιδίως χαρακτηριστικό των σύγχρονων ερευνητών και έγκειται στην αντιμετώπιση των επών - ή και. ολόκληρου άλλωστε του ελληνικού κόσμου - ξεκινώντας από προκαταλήψεις θετικιστικού τύπου, τις οποίες τείνω να χαρακτηρίσω «εθνολογίζουσες». Σύμφωνα με κάποιο είδος παραλλαγής της εθνοκεντρικής προκατάληψης απαλείφεται κάθε διαφορά μεταξύ του ομηρικού κόσμου και κάθε άλλου γνωστού παρελθόντος κόσμου - αυτό μάλιστα έγινε και από πολύ σημαντικούς συγγραφείς -, προκειμένου να περιγράφει σαν πρωτόγονος κόσμος με την πιο απλοϊκή, θα έλεγα την πιο βλακώδη, έννοια του όρου, ένας κόσμος που βρίσκεται δήθεν στα πρώτα στάδια εξανθρωπισμού.
 
Αν νομίζετε πως στο σημείο αυτό υπερβάλλω, σας παραπέμπω σε ένα πολύ σοβαρό, σχετικά πρόσφατο, πασίγνωστο βιβλίο, το La decouverte de l'esprit του Bruno Snell. Υπάρχουν εκεί δυο τρία κεφάλαια ειδικά για τον Όμηρο, όπου βρίσκει κανείς αυτή την απίστευτη διατύπωση - η οποία θεωρείται βεβαίως ότι βασίζεται σε φιλολογικά, ακόμα και γλυπτά τεκμήρια - σύμφωνα με την οποία ο ομηρικός κόσμος δεν έχει καταφέρει ακόμα να συλλάβει την ενότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και κυρίως των ψυχικών της δυνάμεων. Καθώς ο Όμηρος χρησιμοποιεί φυσικά πολλούς όρους -φρένες, θυμός, καρδία- οι οποίοι αντιπροσωπεύουν αναμφίβολος μεταφορικούς προσδιορισμούς, ο Snell βλέπει εκεί όργανα που αντιστοιχούν σε διάφορες ψυχικές ιδιότητες και φθάνει στο σημείο να υποστηρίξει τη θέση ότι στον Όμηρο δεν υπάρχει αντίληψη της ενότητας του ανθρώπινου όντος. Πρέπει να κατανοήσουμε τις τεράστιες επιπτώσεις ενός τέτοιου ισχυρισμού: η θεώρηση της ανθρώπινης ύπαρξης που συναντάμε στα ομηρικά κείμενα θα υπολειπόταν όχι μόνο της θεώρησης των πιο πρωτόγονων φυλών που μπορεί κανείς να φανταστεί, αλλά θα επρόκειτο επίσης για μια σχεδόν ψυχωτική οπτική. Η συγκρότηση του στοιχείου που ονομάζουμε στην ψυχανάλυση και στην ψυχιατρική «ενότητα της εικόνας του σώματος», συνεπώς δε και εικόνα των δυνατοτήτων των ανθρωπίνων όντων, συντελείται σε οποιοδήποτε παιδί μεταξύ του τέταρτου και του πέμπτου έ­τους. Και δεν θα βρούμε ούτε έναν πολιτισμό που να μη συλλαμβάνει αυτή την ενότητα της σωματικής εικόνας του ανθρώπου - συνεπώς και του ανθρώπινου όντος- ως έδρας δράσεων, δυνατοτήτων, συναισθημάτων κ.λπ.

   Έρχομαι τώρα στα ιστορικά και φιλολογικά προβλήματα που θέτουν τα ομηρικά έπη. Και πρώτα στο ερώτημα - το οποίο έχει τεθεί τουλάχιστον από την εποχή των αλεξανδρινών φιλολόγων - , δηλαδή των εμβόλιμων και πρόσθετων στίχων στα ομηρικά έπη. Ήδη ο Αρίσταρχος, που διηύθυνε τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας τον 2ο π.Χ. αιώνα, επιδιδόταν στη μέθοδο που ονομάστηκε αθέτηση^, δηλαδή στην καταδίκη ορισμένων εκ των παραδεδομένων στίχων του κειμένου ως μη αυθεντικών. Η σχετική συζήτηση γνωρίζει νέα αναζωπύρωση τον 18ο αιώνα, αυτός δε που θα την οδηγήσει στο από­γειό της και θα γίνει ο ιδρυτής της λεγόμενης αναλυτικής σχολής, είναι ένας μεγάλος γερμανός φιλόλογος, ο Friedrich Au­gust Wolf, με τα Prolegomena ad Homerum. Οι «αναλυτι­κοί» υποστηρίζουν ότι τα έπη, όπως μας παραδόθηκαν, αποτελούν βασικά συνονθύλευμα κομματιών από την ελληνική επική παράδοση, το οποίο συγκροτήθηκε σχετικά αργά, το αργότερο τον 6ο αιώνα. Βάζουν λοιπόν τα δυνατά τους για να δείξουν ότι το τάδε χωρίο δεν ταιριάζει με το ύφος των άλλων ή ότι διακόπτει τη ροή της δράσης, ότι το δείνα χωρίο στερείται αληθοφάνειας κ.ο.κ. Υπήρξε πάντα και η αντίθετη σχολή, αυτή των οπαδών της ενωτικής θεωρίας, των «ενωτικών» ή «ενωτιστών». Υπάρχει μάλιστα ακόμα -και φαίνεται να ξανακερδίζει έδαφος μεταξύ των ομηριστών φιλολόγων. Οι «ενωτικοί» πιστεύουν ότι το βασικό μέρος των επών, αν δεν συντάχθηκε εξ ολοκλήρου, τουλάχιστον συγκεντρώθηκε, υπέστη περαιτέρω επεξεργασία και ενοποιήθηκε από έναν ή δύο «μνημειώδεις συνθέτες», για να ξαναθυμηθούμε την έκφραση του Kirk στην εργασία που σας ανέφερα στο προηγούμενο σεμινάριο, ένα από τα καλύτερα δείγματα πρόσφατης βιβλιογραφίας που γνωρίζω πάνω στο ομηρικό ζήτημα. Δεν χρειάζεται να πάρουμε θέση στη διαμάχη αυτή, που δεν μας αφορά παρά σε δύο μόνο σημεία: στο πρόβλημα του τρόπου σύνθεσης και την κατά προσέγγιση χρονολόγηση των επών, καθώς και στο πρόβλημα του κόσμου στον οποίο αναφέρο- νται. Ως προς το πρώτο ερώτημα, θα έλεγα απλώς ότι κατά τη γνώμη μου τα επιχειρήματα των μετριοπαθών ενωτιστών, όπως ο Kirk, ο Finley και ο Vidal-Naquet, πείθουν για την ύ­παρξη ενός ή πιθανότερα δύο μνημειωδών συνθετών, οι ο­ποίοι έδωσαν σε ένα προϋπάρχον επεξεργασμένο επί αιώνες και προφορικά παραδεδομένο επικό υλικό μια δομική και ση- μασιολογική ενότητα. Για τη χρονολόγηση, όπως ήδη σας εί­πα, υφίσταται σήμερα σχεδόν ομοφωνία: πρόκειται για το δεύτερο ήμισυ του 8ου π.Χ. αιώνα, με πιο πιθανή ημερομη­νία το 720^, η θέση όμως που θα αναπτύξω στο σεμινάριο σχετικά με το περιεχόμενο των επών και τη σημασία τους εί­ναι συμβατή με οποιαδήποτε χρονολογία μέσα στον 8ο π.Χ. αιώνα, ακόμα δε και στις αρχές του 7ου. Θα έλεγα μάλιστα ότι στο βαθμό που η θέση μου είναι ορθή, επιβεβαιώνει τη χρονολόγηση αυτή. Σας θυμίζω ότι το ενδιαφέρον μας για τα κείμενα κινείται γύρω από δύο άξονες: από τη μια μεριά, το κείμενο ως παρακαταθήκη κεντρικών φαντασιακών σημασιών οι οποίες, για να καταχωρηθούν εκεί, σημαίνει ότι υπήρχαν ήδη στο κεφάλι του συγγραφέα ή των συγγραφέων, όσοι κι αν είναι αυτοί, Από την άλλη, το κείμενο ως πηγή των ίδιων αυτών σημασιών, πρώτα για τους ακροατές και μετά για τους αναγνώστες του. Με άλλα λόγια, αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ο Όμηρος ως παιδαγωγός ή «δάσκαλος» της Ελλά­δας[1], σύμφωνα με την περίφημη έκφραση που παραθέτει ο Πλάτων στην Πολιτεία[2], ασκώντας της βεβαίως κριτική. Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι, επομένως, η εκπαίδευση που λάμβαναν οι ακροατές και οι αναγνώστες των επών και που δεν ήταν αναγκαστικά συνειδητή.
 
Εδώ, μια παρένθεση για τη λειτουργία της ποίησης στον ελληνικό κόσμο. Υπήρξαν πρώτα οι αοιδοί, ποιητές τραγουδιστές που ανάγονται και αυτοί αναμφιβόλως σ’ ένα απώτερο παρελθόν, πιθανότατα πλανόδιοι από κάποια στιγμή και μετά, συνοδεύονταν από μουσικό όργανο και αυτοσχεδίαζαν πάνω σε δεδομένα θέματα ακολουθώντας μοτίβα προφορικής σύνθεσης. Ύστερα, από τον 7o  αιώνα και εξής, οι ραψωδοί περιηγούνται την Ελλάδα εκφωνώντας ή απαγγέλλοντας τα έπη με συνοδεία έγχορδου οργάνου κατά τη διάρκεια καθιερωμένων δημόσιων εορτών ή και σε άλλες ευκαιρίες. Τα ομηρικά έπη απαγγέλλονται συχνά στην Αθήνα, στη γιορτή των Παναθηναίων (η Αθήνα παίζει εδώ σημαντικότατο ρό­λο, διότι πιθανότατα εκεί οριστικοποιήθηκε γραπτώς το κείμενο των επών), στην οποία συμμετέχει το σύνολο του πληθυσμού, όπως αργότερα στις παραστάσεις των τραγωδιών τον 5ο αιώνα, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών, των παιδιών και των δούλων, διότι στον τομέα αυτό δεν γίνεται καμία απολύτως διάκριση. Μάλιστα, από τη στιγμή που τα έπη διατίθενται σε γραπτή μορφή, διδάσκονται στα σχολεία και πάνω σε αυτά οι νέοι μαθαίνουν ανάγνωση και γραφή. Τα αποστηθίζουν, τα παραθέτουν, τα αναθυμούνται με τη μορφή ρητών. Ο Ξενοφών αφηγείται ότι ο Νικίας, αθηναίος στρατηγός στα τέλη του 5ου αιώνα, είχε βάλει το γιο του να αποστηθίσει όλη την Αλιάδα και την Οδύσσεια. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται περί «λογοτεχνικού» κειμένου. Η σχέση του Ομήρου με τον ελληνικό πολιτισμό δεν είναι ανάλογη της σχέσης του Balzac με τη σύγχρονη, ας πούμε, γαλλική κουλτούρα· δεν πρόκειται για έργο που απευθύνεται σε ένα τμήμα της κοινωνίας, είναι κάτι που οι πολίτες πίνουν κυριολεκτικά μαζί με το μητρικό γάλα και στο οποίο επανέρχονται συνεχώς με κάθε ευκαιρία. Η μόνη ανάλογη περίπτωση θα ήταν, στον χριστιανικό π.χ. πολιτισμό - φυσικά δε και στον εβραϊκό -, ο παιδαγωγικός ρόλος της Βίβλου στον πιστό πληθυσμό, ο οποίος δεν περιορίζεται απλώς να πηγαίνει στην εκκλησία για να ακούσει αφηρημένος, αλλά παρακολουθεί τη λειτουργία και διαβάζει τακτικά τη Βίβλο, όπως συμβαίνει π.χ. με τους Διαμαρτυρόμενους.
 
Από την άποψη αυτή, και εφόσον η ημερομηνία σύνθεσης δεν τοποθετείται πολύ πρόσφατα, πράγμα ούτως ή άλλως αδύνατο καθώς διαθέτουμε ακλόνητα termini ante quem (δεν μπορούμε π.χ. να θεωρήσουμε τα ομηρικά έπη μεταγενέστερα του Ησιόδου, δηλαδή γύρω στο 680), τα υπόλοιπα - ο τρόπος σύνθεσης, η πολλαπλότητα των συγγραφέων, ακόμα και η αληθοφάνεια των γεγονότων που περιγράφονται, όπως π.χ. ο Τρωικός Πόλεμος ή τα χαρακτηριστικά της εποχής στην οποία υποτίθεται ότι αναφέρεται ο Όμηρος- είναι σχετικά αδιάφορα. Ας πάρουμε την περίπτωση ενός καλλιεργημένου αγγλικού κοινού που έχει γαλουχηθεί με τον Shakespeare: το ερώτημα αν τα όσα αναφέρονται στο Μάκβεθ ή στο Ριχάρδο Γ’ είναι ή όχι ιστορικά γεγονότα δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι η πνευματική αγωγή που ασκούν τα κείμενα αυτά. Άλλωστε, το ίδιο περίπου συμβαίνει με τη Βίβλο για τους χριστιανούς, με την Παλαιά Διαθήκη για τους εβραίους και με το Κοράνιο για τους μουσουλμάνους. Με μία σημαντική βέβαια διαφορά: η σχέση με τη Βίβλο και το Κοράνιο είναι σχέση με ιερά κείμενα, που καθορίζουν τον ιερό τους χαρακτήρα παραπέμποντας σε κάποιο γεγονός, δηλαδή στην αποκάλυψη. Η πίστη στον πραγματικό χαρακτήρα των γεγονότων αυτών, άρα και στον πραγματικό χαρακτήρα όλων όσων αναφέρονται εκεί, είναι ουσιαστικότατο στοιχείο γι’ αυτόν τον τύπο σχέσης με το κείμενο, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με τα ομηρικά έπη. Στην πραγματικότητα, η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων πίστευε ότι το περιεχόμενο των ομηρικών αφηγήσεων ήταν αληθές. Το σημαντικό όμως δεν ήταν ούτε η αλήθεια των αφηγήσεων ούτε καν η ένταση της πίστης σ’ αυτές. Το σημαντικό ήταν το πνεύμα και οι σημασίες  των κειμένων. Το επεισόδιο με τους Κύκλωπες στην Οδύσσεια ίσως με βοηθήσει να γίνω πιο κατανοητός. Τι μας ενδιαφέρει στο επεισόδιο αυτό; Δεν μας ενδιαφέρει βέβαια να μάθουμε αν οι Κύκλωπες υπήρξαν πραγματικά και σε ποιο νησί ούτε καν να ανακαλύψου με το πραγματικό γεγονός που επέτρεψε στον επιμελητή, στο «διασκευαστή» κατά τους «αναλυτικούς», να κατασκευάσει την πλοκή της ιστορίας. Αν αυτή η διευκρίνιση σας φαίνεται περιττή ή και γελοία, σας θυμίζω ότι ένας γάλλος λόγιος, ο Victor Berard, που επιμελήθηκε την Οδύσσεια στις εκδόσεις Bude - την κατακρεούργησε άλλωστε, μη διστάζοντας να μεταθέσει χωρία ολόκληρα -, πίστευε ακράδαντα ότι μπορεί να ξαναβρεί το 1930 όλη τη γεωγραφία των ταξιδιών του Οδυσσέα. Η γεωγραφική αυταπάτη επανέρχεται συχνά στην ερμηνεία της Οδύσσειας[3]. Αναζητούμε το νησί της Κίρκης, το νησί των Κυκλώπων... Πράγμα που πρέπει να ομολογήσουμε δεν έχει καμία σημασία για τη δική μας οπτική γωνία. Το σημαντικό είναι ότι στο επεισόδιο με τους Κύκλωπες βρίσκουμε απλώς τη θέση, τον ορισμό αυτού που διακρίνει τα ανθρώπινα όντα, μια ανθρώπινη κοινότητα, από το μη ανθρώπινο, από το τερατώδες, το απάνθρωπο - ή υπεράνθρωπο, όχι όμως θεϊκό. Ιδού τι βρίσκουμε στο επεισόδιο με τους Κύκλωπες - και που, ας μου επιτραπεί να το επαναλάβω, τα Ελληνόπουλα το έπιναν μαζί με το μητρικό γάλα. Και αυτό περιγράφεται με λίγες λέξεις: πρώτον, οι Κύκλωπες δεν είχαν θέμιστας. δηλαδή νομούς, και δεν διέθεταν επίσης βουληφόρους αγοράς[4], δηλαδή λαϊκές διαβουλευόμενες συνελεύσεις. Οι όροι αυτοί παραπέμπουν σε υπόρρητο ορισμό της ανθρώπινης κοινότητας: η ανθρώπινη κοινότητα έχει νόμους και κοινοβούλιο όπου τα πράγματα συζητούνται και αποφασίζονται. Η κοινότητα που δεν διαθέτει νόμους και βουλή είναι τερατώδης. Βέβαια, αν κάποιος παρά ταύτα κατάφερνε να αποδείξει ότι το χωρίο με τους Κύκλωπες είναι μεταγενέστερο του Κλεισθένη - ότι ένας ερανιστής του 6ου ή των αρχών του 5ου  αιώνα π.Χ. είχε εισάγει στην Οδύσσεια στοιχεία που ανταποκρίνονταν στις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες της δικής του εποχής- θα βρισκόμασταν σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο: το επεισόδιο έχει αποδειχθεί ότι χρονολογείται από τον 7ο αιώνα, και δίνει τον ορισμό της ανθρώπινης κοινωνίας ως πολιτικής κοινωνίας -το ζώον πολιτικόν είναι ήδη παρόν σε αυτές τις βουληφόρους αγοράς -, ως κοι­νωνίας υποκείμενης σε νόμους, σε θέμιστας.
 
Μερικά λόγια τώρα για τον τρόπο σύνθεσης των επών. Επικρατεί σήμερα η αντίληψη ότι τα έπη βασίζονται σε μακρά προφορική παράδοση, η οποία εκτείνεται ίσως σε αιώνες, πλασμένη και συντηρούμενη από αοιδούς, τραγουδιστές που δεν περιορίζονται στην επανάληψη αλλά παρεμβάλλουν κάθε φορά παραλλαγές και συμπληρώματα, παραμένοντας πάντα μέσα σε ένα πλαίσιο και χρησιμοποιώντας σχετικά σταθερά μέσα^. Αυτά περιλαμβάνουν τα εξής τρία στοιχεία: Πρώτον, τα επικά στερεότυπα σχήματα, τις εκφράσεις που επανέρχονται συνεχώς στον Όμηρο: ο νεφεληγερέτης Δίας, ο γοργοπόδαρος Αχιλλέας κ.λπ. δεν υπακούουν μόνο σε εσωτερική αναγκαιότητα (να υπάρχει ενιαίος χαρακτηρισμός των προσώπων) - αν και μπορεί να επιτελούν και τέτοια λειτουργία - αλλά απορρέουν απλούστατα από τις δεσμεύσεις του μέτρου. Πρόκειται για στίχους και ημιστίχια, ενίοτε και μικρότερες μονάδες, τα οποία ο αοιδός χρησιμοποιεί ως ρυθμικά κύτταρα. Συναντάμε επίσης και μόνιμα θέματα, όπως τη μονομαχία των δύο ηρώων, που εμφανίζεται με τρόπο αρκετά στερεότυπο στην Ιλιάδα. Από κάθε στρατόπεδο ένας ήρωας ξεχωρίζει από το πλήθος των πολεμιστών, προκαλεί τον άλλο, μιλά για τη δόξα των προγόνων του, ορισμένες φορές λοιδορεί τον α­ντίπαλό του. Τις περισσότερες φορές εκείνος απαντά: «Όχι, οι δικοί μου πρόγονοι είναι ενδοξότεροι από τους δικούς σου», και την ίδια στιγμή το δόρυ του ενός βρίσκει ή δεν βρίσκει τον άλλο, ο οποίος ανταποδίδει με τη σειρά του το χτύπημα. Κάποιος θεός μπορεί να παρέμβει για να μεταστρέψει την πορεία του δόρατος. Η τυπική αυτή μονομαχία επανέρχε­ται συχνότατα με στοιχεία που περιέχουν παραλλαγές. Η συνέλευση των θεών και οι διαβουλεύσεις τους αποτελούν ένα άλλο θέμα που επανέρχεται συχνά στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια. Διότι υπάρχει αγορά των θεών, και ο Δίας, παρά την ανώτερη και κυρίαρχη εξουσία του, δεν παραβλέπει καθόλου τις απόψεις των άλλων θεών. Το τρίτο στοιχείο είναι βέβαια ο ίδιος ο θρύλος, δηλαδή ο Τρωικός Κύκλος, το σύνολο των γεγονότων και των περιπετειών.
 
Η επανάληψη των ομηρικών στερεότυπων εκφράσεων είχε βεβαίως ανέκαθεν κινήσει την προσοχή, μόνο όμως περί το 1930 άρχισε να της αποδίδεται σημαντικός ρόλος. Ο αμερικανός Milman Parry διαπίστωσε την ομοιότητα μεταξύ ορισμένων κύριων χαρακτηριστικών αυτής της στερεότυπης ποίησης και των χαρακτηριστικών άλλων προφορικών λαϊκών ποιητικών παραδόσεων. Ο προφορικός χαρακτήρας είναι θεμελιώδης, γιατί το γραπτό κείμενο καταστρέφει τη μνήμη του αοιδού και του λαϊκού τραγουδιστή, αποτελεί δε το λόγο ύπαρξης της στερεότυπης επανάληψης. Όταν γράφετε, επανέρχεστε στα προηγούμενα. Λέτε «αυτό το είπα ήδη με αυτή τη μορφή» και αλλάζετε λέξεις ή εκφράσεις. Όταν αυτοσχεδιάζετε σε προφορικό ποιητικό λόγο, εργάζεστε υπό τον ακριβώς αντίστροφο περιορισμό: βασίζεστε σε προκατασκευασμένες διατυπώσεις. Το καλύτερο ανάλογο που μπορούμε να βρούμε στη σύγχρονη κουλτούρα είναι ασφαλώς οι διάφορες ερμηνείες των μεγάλων μουσικών και τραγουδιστών της τζαζ: βρίσκουμε το θέμα, π.χ. το Saint Louis Blues, το οποίο αντιστοιχεί σε ό, τι αποκάλεσα «θρύλο» στα ομηρικά έπη, όπως επίσης και άλλες μουσικές μορφές, τυποποιημένα ακόρντα, που χρήσιμοποιούνται με παραλλαγές από το μουσικό. Ο Parry διαπίστωσε λοιπόν ότι στους Σλάβους του Νότου επιβίωνε ακόμα στην εποχή του - βρέθηκε εκεί μεταξύ 1933 και 1935- μια προφορική ποίηση και λαϊκοί τραγουδιστές που δούλευαν, όπως οι αοιδοί, με ρυθμική δέσμευση, δηλαδή με κάτι αντίστοιχο του ομηρικού δακτυλικού εξάμετρου (στίχος έξι ποδών, όπου το βασικό μέτρο είναι ο δάκτυλος: μία μακρά και δύο βραχείες συλλαβές), δηλαδή δεκασύλλαβος με παύση μετά την τέταρτη συλλαβή. Η δέσμευση αυτή διευκολύνει τη δουλειά των προφορικών ποιητών, που συνοδεύονται άλλωστε από ένα είδος μικροσκοπικού βιολιού, την guzla. Οι στερεότυπες εκφράσεις που περιγράφουν εδώ τους Σλάβους, τους Τούρκους και τους λοιπούς πολεμιστές επανέρχονται διαρκώς, ενώ συναντάμε επίσης τα ίδια θέματα. Ο θρύλος που αντικαθιστά τον Τρωικό Κύκλο είναι κυρίως η Μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389) και ό, τι επακολούθησε, όπως τα κατορθώματα του Μάρκο Κράλιεβιτς. Ένας ολόκληρος επικός κύκλος γύρω από τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου υπήρχε ακόμα το 1933, όταν ο Parry έ- φτασε εκεί και άρχισε να ηχογραφεί. Έχουμε λοιπόν εν προκειμένω επί των ημερών μας μια προφορική παράδοση της ο- ποίας η μελέτη μας επιτρέπει να λύσουμε, μέχρις ενός σημείου, το αίνιγμα της σύνθεσης και της προφορικής απαγγελίας ποιημάτων 16.000 και 12.000 στίχων, όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αντίστοιχα. Βέβαια, τούτο δεν έγινε μονομιάς. Υπήρξε δημιουργία στο πλαίσιο της παράδοσης των αοιδών και διαδοχικές προσθήκες, συγχρόνως δηλαδή σταθερότητα και βραδεία εξέλιξη, όπως σε όλες τις πιο ζωντανές μορφές κάθε πραγματικά λαϊκής τέχνης, κάθε λαογραφικής παράδοσης. Έχει αποδειχθεί πλέον ότι κάποιος τέτοιος αοιδός μπορεί να συνθέσει και – κυρίως - να συγκρατήσει ένα τόσο μεγάλο ποίημα. Ένας από αυτούς, για παράδειγμα, κατόπιν αιτήματος του Parry συνέθεσε κατά τη διάρκεια πολλών ημερών, δουλεύοντας από δύο ώρες πρωί και απόγευμα, ένα ποίημα 12.000 στίχων, πραγματικό προϊόν αυτοσχεδιασμού, το οποίο ηχογραφήθηκε από τον Parry. (Είναι αλήθεια ότι οι αυτοσχεδιασμοί αυτοί αφορούσαν κυρίως πρόσθετα επεισόδια, παραλλαγές σε σχέση με το θρύλο βασισμένες ουσιαστικά στη χρήση στερεότυπων εκφράσεων, ημιστιχίων και ολόκληρων στίχων που υπήρχαν ήδη στη λαϊκή ποίηση). Πρόκειται λοιπόν για. μια.μακρά παράδοση, η οποία ξεκινάει πιθανότατα περί τα τέλη της Μυκηναϊκής Περιόδου, ίσως και νωρίτερα. Ας θυμίσουμε εν παρόδω ότι τα τέλη της Μυκηναϊκής Περιόδου χρονολογούνται με ακρίβεια: συμπίπτουν με τη σχεδόν ταυτόχρονη καταστροφή μιας σειράς Μυκηναϊκών πόλεων περί το 1200 (η Πύλος υπήρξε η τελευταία πόλη που καταστράφηκε το 1190) και με την εξαφάνιση της αυτοκρατορίας των Χετταίων. Εν ολίγοις, από την εποχή αυτή μέχρι και τον 9ο, ίσως και τον 8ο αιώνα, αναπτύσσεται η προφορική ποιητική παράδοση και ύστερα, κατά πάσα πιθανότητα περί το 720, ένας ή δύο μνημειώδεις ποιητές παίρνουν όλο αυτό το υλικό και το οργανώνουν σε δύο μεγάλα έπη. Και αν στην Iλιάδα δεν βρίσκει κανείς στοιχεία που κάποιος σύγχρονος απλοϊκά θα αποκαλούσε «σφάλματα σύνθεσης», στην Οδύσσεια υπάρχουν στοιχεία που μοιάζουν κάπως περίεργα: ο οργανικός χαρακτήρας της σύνθεσης είναι πράγματι προβληματικός. Εν πάση περιπτώσει, από τη στιγμή εκείνη είμαστε σε θέση να υποθέσουμε ότι το κείμενο παραμένει πρακτικά αναλλοίωτο, εκτός από ορισμένα τελείως δευτερεύοντα στοιχεία.
 
Ένα άλλο σημαντικό σημείο αφορά στην εποχή στην οποία παραπέμπουν τα έπη, που δεν είναι κατ' ανάγκην εκείνη στην οποία αναφέρεται ο θρύλος. Τα έπη εξιστορούν ένα μικρής εντέλει διάρκειας επεισόδιο του Τρωικού Πολέμου, και στη συνέχεια τις περιπέτειες του Οδυσσέα και την επιστροφή του στην Ιθάκη, τη δολοφονία των σφετεριστών του θρόνου κ.λπ. Έγινε πράγματι ο πόλεμος αυτός; Κατά πάσα πιθανότητα όχι, παρά την έντονη επιμονή ορισμένων αρχαιολόγων στην οποία αναφέρθηκα την προηγούμενη φορά. Το ερώτημα όμως που μας απασχολεί δεν βρίσκεται εκεί. Ακόμα κι αν ο Τρωικός Πόλεμος αποτελεί μύθο, ο μύθος αυτός δεν εκτυλίσσεται οπουδήποτε* η πολιορκία της Τροίας δεν είναι η πολιορκία του Στάλινγκραντ. Θέλω να πω μ' αυτό ότι τα έπη μας μιλούν για ανθρώπους οπλισμένους και οργανωμένους με συγκεκριμένο τρόπο. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ο πραγματικός κόσμος που περιγράφουν. Για ποια εποχή πρόκειται; Θεωρητικά, υπάρχουν τρεις δυνατότητες ερμηνείας. Η πρώτη είναι ότι τα έπη περιγράφουν τον πραγματικό κόσμο της εποχής κατά την οποία συντέθηκαν: ο ποιητής μιλάει όντως για ό, τι βλέπει γύρω του - σκεφτείτε ένα σημερινό μυθιστοριογράφο που θα έγραφε για τους πολέμους της Γαλλικής Επανάστασης και της αυτοκρατορίας του Ναπολέοντα του οποίου όμως οι ήρωες θα δρούσαν στο πλαίσιο των θεσμών της Δημοκρατίας του Ντε Γκωλ, θα φορούσαν δερμάτινα σακάκια και θα είχαν ακουστικά στ' αυτιά. Πρόκειται για υπόθεση που πρέπει να αποκλειστεί, αν δεχθούμε ότι τα έπη γράφτηκαν τον 8ο, ή το αργότερο στις αρχές του 7ου αιώ­να, διότι η ελληνική κοινωνία εκείνης της εποχής ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που περιγράφεται σε αυτά. Για να φέρω ένα μόνο παράδειγμα, πρόκειται για μια κοινωνία όπου τα όπλα κατασκευάζονται από σίδερο, ενώ στον Όμηρο τα όπλα είναι πάντα χάλκινα. Στην κοινωνία αυτή υπάρχουν πόλεις με ιδιαίτερη οργάνωση -και τούτο άσχετα από το αν είχε ήδη αναδυθεί την εποχή εκείνη το δημοκρατικό πολίτευμα ή κάποια στοιχεία δημοκρατίας- που δεν μοιάζει με την κοινωνία του Ομήρου, όπου άλλωστε οι πόλεις περιγράφονται πο­λύ σχηματικά. Μπορούμε να προβάλουμε χιλιάδες επιχειρήματα για να δείξουμε ότι δεν βρίσκουμε την εποχή κατά την οποία θα έπρεπε να έχουν γραφεί τα έπη τις πολιτικοκοινωνικές δομές των ηρωικών κοινωνιών που περιγράφει ο Όμηρος. Η μάχη, για παράδειγμα, δεν είναι πλέον μονομαχία μεταξύ δύο ηρώων αλλά έχει ήδη εξελιχθεί σε σύγκρουση μεταξύ τακτικών στρατευμάτων (φάλαγγας) οπλιτών. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος τύπος μονομαχίας δεν είναι καθόλου ανεκδοτολογικός. Παραπέμπει στο σύνολο της κοινωνικής οργάνωσης, σε μια κοινωνία όπου ήρωες, πρίγκιπες και ευγενείς κατέχουν την πρωτοκαθεδρία περιστοιχισμένοι από ανώνυμο πλήθος, που αν και παίρνει μέρος στις μάχες δεν αναφέρεται πολύ. Στον Όμηρο όλο το βάρος δίνεται στους ήρωες.
 
Δεύτερη δυνατότητα: η κοινωνία που περιγράφουν τα έπη είναι ακριβώς ο κόσμος στον οποίο αναφέρεται ο θρύλος. Πρόκειται άραγε για τον μυκηναϊκό κόσμο; Ξαναβρίσκουμε εδώ το πρόβλημα της ιστορικότητας του Τρωικού Πολέμου - δεν θα μπούμε όμως στη συζήτηση αυτή- και, κυρίως, το πρόβλημα της συμβατότητας του κόσμου που περιγράφουν τα έπη με τη μυκηναϊκή κοινωνία έτσι όπως τη γνωρίζουμε. Ερώτημα που συζητείται από παλιά και στο οποίο ο Finley έδωσε μίαν απάντηση - ο κόσμος των επών δεν ταυτίζεται με τον μυκηναϊκό - χρησιμοποιώντας επιχειρήματα που για πρώτη φορά δεν είναι αρχαιολογικά αλλά βασίζονται - πράγμα πολύ σημαντικό από μεθοδολογική άποψη - σε κοινωνικές αναλύσεις και, ως ένα βαθμό, σε ανάλυση των σημασιών. Το υποστήριξε στην πρώτη έκδοση του Κόσμου τον Οδυσσέα το 1954 και η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β το επιβεβαίωσε πανηγυρικά: ο μυκηναϊκός κόσμος, ανεξάρτητα ακόμα και από τα υλικά τεκμήρια, τα αρχαιολογικά ευρήματα κ.λπ., φαίνεται πολύ απομακρυσμένος από τον ομηρικό. Υπάρχουν διαφόρων ειδών επιχειρήματα. Πρώτα απ’ όλα μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι οι Μυκηναίοι είχαν γραφή - τη Γραμμική Β - και ότι ο Όμηρος αγνοεί πράγματι τη γραφή. Μόνο δύο στίχοι[5] αναφέρονται αόριστα σε σημεία, τα οποία δεν αποτελούν αναγκαστικά γραφή. Εξάλλου, η γεωγραφία του ομηρικού κόσμου δεν συμπίπτει με τη γεωγραφία των Μυκηνών, όχι γιατί τα νησιά άλλαξαν θέση, αλλά γιατί οι περιοχές που αναφέρονται ως σημαντικές στα έπη δεν ταυτίζονται μ’ αυτές που αποκαλύφθηκαν στις ανασκαφές. Ομοίως, η κοινωνική δομή δεν είναι η ίδια με τη δομή του μυκηναϊκού κόσμου. Έτσι όπως εμφανίζεται μέσα από τις πινακίδες - πράγμα που αντιστοιχεί πλήρως στα αρχαιολογικά δεδομένα-, πρόκειται για ανακτορικό πολιτισμό με γραφειοκρατική μοναρχία και γραμματείς που καταγράφουν το δούναι και λαβείν των διαφόρων στρωμάτων του πληθυσμού. Τέλος, σημαντικότατη πτυχή αποτελεί το γεγονός ότι στον Όμηρο η καύση των νεκρών έχει αντικαταστήσει τις μυκηναϊκές ταφές.
 
Τρίτη δυνατότητα είναι αυτή που προέβαλε με πολύ ισχυρά - και κατά τη γνώμη μου πειστικά- επιχειρήματα ο Fin­ley. Τα έπη περιγράφουν την πραγματική κοινωνία της εποχής των αοιδών. Οι διαδοχικές συνεισφορές των αοιδών συνέθεσαν τα έπη γύρω από ένα κληρονομημένο θρύλο του οποίου έμεινε ο καμβάς, χωρίς όμως να ανήκει στην εποχή αυτή. Περιγράφουν την κοινωνία των σκοτεινών χρόνων της Ελλάδας, του ελληνικού Μεσαίωνα μεταξύ του 11ου και του 9ου-8ου αιώνα. Ο Αγαμέμνων και ο Αχιλλέας κινούνται σε μια πραγματικότητα της οποίας ολόκληρα τμήματα ανή­κουν σ’ εκείνη την εποχή. Πρόκειται άλλωστε για κοινότατο φαινόμενο. Στο Άσμα του Ρολάνδου, για παράδειγμα, ο θρύλος αναφέρεται στην εποχή του Καρλομάγνου, αλλά τα γεγονότα που περιγράφονται αντιστοιχούν σε μια ενδιάμεση περίοδο, πράγμα που προδίδουν οι πολλαπλές προσθήκες που συνθέτουν το έπος μέσα σε μια προφορική παράδοση. Το ίδιο ισχύει για Το τραγούδι των Νίμπελοννγκεν στη Γερμανία κ.ο.κ.
 
Ας προσθέσουμε στα παραπάνω ότι αναμφίβολα περί τα τέλη της περιόδου αυτής, και εν πάση περιπτώσει κατά την οριστική σύνθεση των επών, συγκροτούνται ή τουλάχιστον εμφανίζονται για πρώτη φορά ορισμένες κεντρικές, κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που θα παίξουν στη συνέχεια μείζονα παιδαγωγικό ρόλο στον ελληνικό κόσμο. Και τείνω να πιστέψω ότι η συγκρότηση των σημασιών αυτών, αυτή η νέα σύλληψη του κόσμου, αρχίζει πιθανότατα πολύ νωρίς. Σαν να υπήρξε γι’ αυτά τα ελληνικά φύλα ένα καινούργιο ξεκίνημα μετά την εξαφάνιση του μυκηναϊκού κόσμου. Διότι αυτό συνδυάζεται με πολύ σημαντικές αλλαγές σε πολλούς τομείς - και ιδιαίτερα στο θρησκευτικό πεδίο- οι οποίες εκφράζουν μια διαφορετική σύλληψη του κόσμου. Παίρνω ως ένδειξη ένα μόνο κεντρικό στοιχείο: τη σημασία που αποδίδεται στο θάνατο και τις επιπτώσεις της σε όλες τις υπόλοιπες σημασίες. Ωστόσο, η σημασία αυτή, καθώς και όλο το επί μέρους μάγμα που οργανώνεται με κέντρο και αφετηρία αυτή τη σημασία, δεν βασίζεται σε κάποιο μεμονωμένο στίχο που θα μπορούσε να έχει προστεθεί ή παρεμβληθεί από κάποιο ραψωδό, γραμματέα, τον ίδιο τον Πεισίστρατό ή όποιον θέλετε. Η σημασία του θανάτου εκφράζεται από την ίδια την οργάνωση όλης της Ιλιάδας. Αφαιρέστε 2.000 στίχους και θα τη βρείτε πάλι μπροστά σας. Κατά τη γνώμη μου αυτό τείνει να αποδείξει ότι συντελέστηκε τεράστια αλλαγή στη σύλληψη του κόσμου, ίσως από την αρχή της σύνθεσης των επών, η δημιουργία της οποίας αποτελεί μαρτυρία ότι συνεχίστηκε μέχρι την εποχή της οριστικής τους σύνθεσης. Δεν είναι μόνο το επεισόδιο του Κύκλωπα που μοιάζει χαρακτηριστικό μιας όψιμης εποχής στη διαδικασία αυτή· και οι φράσεις οι σχετικές με τη δικαιοσύνη στο τέλος της Οδύσσειας εισάγουν νέα στοιχεία σε σχέση με το υπόλοιπο έπος - θα επανέλθουμε επ’ αυτού. Εδώ, υπό μία έννοια, χωρίς να διαφωνώ με τον Finley, ακολουθώ άλλη κατεύθυνση. Ο Finley ενδιαφέρεται κυρίως για τον πραγματικό κόσμο στον οποίο αναφέρονται τα έπη. Πρέπει να διαβάσετε τον Κόσμο του Οδυσσέα, είναι ένα πολύ όμορφο βιβλίο και, κατά τη γνώμη μου, πολύ αληθινό. Αποκλίνουμε απ' αυτό μόνο στο βαθμό που το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται κυρίως στην ύστατη παρακαταθήκη των σημασιών που βρίσκουμε στα έπη και που αναγγέλλουν -και μάλιστα ακόμα περισσότερο, είναι ήδη τα σπέρματα - όλα τα στοιχεία που θα συγκροτήσουν τον ελληνικό κλασικό κόσμο. Αυτό σκιαγραφείται ήδη στο τέλος του βιβλίου του Finley, αλλά με ένα νόημα που δεν συμμερίζομαι πλήρως.
 
Ας επιστρέφουμε τώρα σ’ αυτό που έχει λεχθεί τόσες φορές για τον Όμηρο ως παιδαγωγό της Ελλάδας: ότι είναι το σπέρμα όλων όσο3ν θα συναντήσουμε στη συνέχεια. Είναι κλασικός κοινός τόπος, αλλά είναι αλήθεια. Αυτό το διαπιστώνουμε και πριν ακόμα αρχίσουμε την εξέταση του περιεχομένου των επών, βλέποντας μόνο τι είναι τα κείμενα αυτά, ποια είναι η θέση τους. Μπορούμε να το πούμε με λίγες λέξεις: Το «ιερό» κείμενο της Ελλάδας δεν είναι ιερό. Πρόκειται ήδη για θεμελιώδη διαφορά με όλους σχεδόν τους γνωστούς ιστορικούς πολιτισμούς. Το κείμενο αυτό δεν είναι ούτε θρησκευτικό ούτε προφητικό, είναι ποιητικό. Ο συγγραφέας δεν είναι προφήτης, είναι ποιητής, είναι ο ποιητής. Ή, αν προτιμάτε, ο προφήτης της Ελλάδας είναι ένας ποιητής που δεν είναι και προφήτης. Και, με μία έννοια, όταν το πούμε αυτό είναι σαν να τα έχουμε πει όλα. Είναι ο ποιητής, αυτός που ποιεί, που δημιουργεί την ύπαρξη. Και ο ποιητής αυτός δεν απαγορεύει τίποτα, δεν επιβάλλει τίποτα, δεν δίνει διαταγές, δεν υπόσχεται τίποτα: λέγει. Και λέγοντας, δεν αποκαλύπτει τίποτα - δεν υπάρχει αποκάλυψη-, υπενθυμίζει. Θυμίζει αυτό που έχει υπάρξει και συγχρόνως την καταγωγή του είναι και του δυναμένου να είναι. Τα επαναφέρει στη μνήμη των ανθρώπων με τη βοήθεια των Μουσών[6], θυγατέρων της Μνημοσύνης. Πριν προχωρήσω σε μια μικρή παρέμβαση για τη Μνημοσύνη, θα σας πω κάτι που ίσως το βρείτε υπερβολικό. Προφανέστατα όλες οι μυθολογίες όλων των λαών εκφράζουν σημασίες που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι όμορφες, και μάλιστα πολύ όμορφες. Αυτό που διακρίνει την ελληνική μυθολογία -ωραία ή όχι, δεν μας αφορά- είναι ότι είναι αληθινή. Οι ελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί, ο μύθος του Ουρανού, του Κρόνου και του Δία είναι αληθινός, ο μύθος του Οιδίποδα είναι αληθινός, ο μύθος του Ναρκίσ­σου είναι αληθινός. Θέλω να πω ότι εξακολουθεί να είναι παρών: κοιταχτείτε σ’ έναν καθρέφτη... Οι Μούσες διαφεντεύουν την ποίηση με την ισχυρότερη, την ανώτερη έννοια του όρου, τη δημιουργία του ωραίου. Ωστόσο είναι κόρες της Μνημοσύνης, δεν είναι κατασκευάσματά της ούτε πιστά αντίγραφα της Μνημοσύνης: είναι οι θυγατέρες της. Η κόρη μοιάζει στη μητέρα της αλλά συγχρόνως διαφέρει από αυτή. Από πού προέρχεται η δημιουργία του ωραίου; Από τη δημιουργική φαντασία. Και η δημιουργική φαντασία κινητοποιεί όλες τις δυνάμεις του ανθρώπινου όντος και της φαντασίας, τόσο της ριζικής φαντασίας και της συγκροτούσας φαντασίας όσο και της συγκροτημένης φαντασίας. Συνεπάγεται επομένως ποικιλοτρόπως τη μνήμη, αλλά δεν εξαντλείται σ’ αυτήν. Μούσες και Μνημοσύνη συγγενεύουν στενά αλλά δεν ταυτίζονται. Η αλήθεια που διεκδικώ σήμερα, εν έτει 1982, ως αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης σε ό, τι αφορά τη φαντασία, δηλαδή σε ό, τι αφορά τα πάντα, έχει καταγραφεί εκεί εξαρχής. Έχει καταγραφεί εκεί, από την πρώτη στιγμή, μέσα σ’ αυτό τον μικρό μύθο, το παραμύθι, το θρύλο, πέστε το όπως σας αρέσει. Οι Μούσες είναι κόρες της Μνημοσύνης. Και υπάρχει στη μικρή αυτή ιστορία, κατά μία έννοια, περισσότερη φιλοσοφία από όλα όσα οι φιλόσοφοι μπόρεσαν να πουν για τη φαντασία. Για παράδειγμα, όπως γνωρίζετε - μιλήσαμε επί τρία χρόνια επ’ αυτού - η φαντασία θεωρήθηκε τις περισσότερες φορές στη φιλοσοφία, με μερικές σπάνιες εξαιρέσεις, μεταξύ τον οποίων ο Αριστοτέλης και ο Kant, ως παράγωγο της μνήμης[7]. Και το ίδιο συμβαίνει, κατά μία έννοια, με τη θεωρία της μιμήσεως. Τι λέει η θεωρία αυτή μεταφρασμένη στη γλώσσα της μυθολογίας; Ότι οι Μούσες δεν θεωρούνται κόρες της Μνημοσύνης, αλλά προϊόν κατασκευασμένο απ' αυτή. Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα; Είναι εμφανές ότι η φαντασία προϋποθέτει κατά την άσκησή της τη μνήμη: σχετίζεται πάντοτε με ένα μάγμα μορφών που είναι ήδη παρόν και αποτελεί, φυσικά, τελείως άλλο πράγμα από ένα άψυχο υλικό προς αναδόμηση. Από πού έρχονται όμως αυτές οι μορφές; Για να υπάρξει καταγραφή μορφών που θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει η φαντασία χάρη στη μνήμη χρειάστηκε να προϋπάρξει δραστηριότητα εικόνισης, δηλαδή δημιουργία εικόνων, διαμόρφωση του άμορφου ή διαμόρφωση χωρίς καμία αναφορά, δηλαδή ριζική φαντασία. Μπορούμε εδώ να συμπληρώσουμε, αν τολμώ να πω, το μύθο. Οι Μούσες είναι κόρες της Μνημοσύνης. Συγχρόνως αυτές ακριβώς οι θυγατέρες γεννούν  κύκλος ή παράδοξο- την τροφή με την οποία τρέφεται η μητέρα τους, με την οποία τρέφονταν ήδη πριν από τη γέννησή τους, το νερό που έπινε και τον αέρα που ανέπνεε. Οι θυγατέρες αυτές είναι μητέρες της μητέρας τους. Εδώ υπερβαίνουμε τα όρια του μύθου. Ωστόσο, ο ίδιος ο μύθος καθορίζει τη βασική σχέση μεταξύ δημιουργικής φαντασίας και μνήμης, και την καθορίζει όχι ως απόρροια αλλά ως βαθιά συγγένεια και συγχρόνως ως ετερότητα.
 
Ιδού σχετικά με το χαρακτήρα του κειμένου: δεν πρόκειται για ιερό αλλά για ποιητικό κείμενο. Η ίδια η μοίρα των ομηρικών ποιημάτων μας επιτρέπει να δούμε την αντιστροφή της σχέσης. Γίνονται τελικά «ιερά», όχι βεβαίως με τη θρησκευτική έννοια του όρου αλλά γιατί αποτελούν σημαντικά κείμενα στα οποία αναφέρονται οι πάντες και των οποίων η τροποποίηση απαγορεύεται διά νόμοι στην Αθήνα, από τον 6ο αιώνα, επειδή οι ραψωδοί έδειχναν απέναντι τους μεγάλη ελευθεριότητα. Το ποιητικό ακριβώς κείμενο ανάγεται σε «ιερό» εξαιτίας του θεμελιακού χαρακτήρα του - και όχι το αντίστροφο.
 
Τι βρίσκουμε λοιπόν στο κέντρο των σημασιών των επών; Απλούστατα, την ουσία του ελληνικού φαντασιακού, δηλαδή την τραγική σύλληψη του κόσμου. Απ’  όσα λέγονται σαφώς, τα στοιχεία αυτής της τραγικής σύλληψης είναι ήδη παρόντα και στα δύο έπη| Όσο για τη δράση - την πράξιν, όπως θα πει αργότερα ο Αριστοτέλης στον ορισμό της τραγωδίας-, η τραγική αυτή σύλληψη είναι δεδομένη, όπως σας το έλεγα πριν από λίγο, με την ίδια την υπόσταση του κειμένου και την οργάνωση όλων όσων εξιστορούνται στην Ιλιάδα: δεν πρόκειται για σχόλιο που προστίθεται στην ιστορία, είναι η ίδια η δομή της ιστορίας που αποπνέει τραγικότητα. Η Ιλιάδα είναι - κυριολεκτικά και στην πράξη - τραγωδία, πράγμα που κατάλαβε ο Πλάτων, όταν στον Θεαίτητο[8] χαρακτήρισε τον Όμηρο τραγικό ποιητή. Αυτό έχει ήδη ειπωθεί και δεν αποτελεί καινοτομία. Οφείλουμε όμως να προχωρήσουμε παραπέρα, να μιλήσουμε για μετά-τραγωδία ή για υπέρ-τραγωδία. Και αυτό με δύο τουλάχιστον έννοιες. Πρώτον, και αντίθετα με ό, τι θα συμβεί αργότερα με τους τραγικούς ήρωες, ο Αχιλλέας, όπως άλλωστε και ο Έκτορας, γνωρίζει ευθύς εξαρχής τι τον περιμένει. Υπάρχει μια όμορφη φράση στην Αντιγόνη του Anouilh όπου ο χορός, αναγγέλλοντας στους θεατές τι πρόκειται να συμβεί - παραπέμπω από μνήμης, πρόκειται για παλιές αναμνήσεις, δεν ξαναδιάβασα έκτοτε το έργο - , καθορίζει με ενάργεια τη διάκριση μεταξύ τραγωδίας και δράματος, δηλαδή μελοδράματος. Λέει ο χορός: στο δράμα υπάρχει αβεβαιότητα και μια σειρά συμπτώσεων που μπορεί να επηρεάσουν την εξέλιξη της δράσης. Αχ, αν ο χωροφύλακας είχε φθά- σει γρηγορότερα! Αχ, αν το αυτοκίνητο είχε ακολουθήσει άλλη πορεία... τα πράγματα θα είχαν πάρει διαφορετική τροπή. Η τραγωδία δεν εξαρτάται από τέτοιες επιλογές. Πρόκειται για το αναπόφευκτο. Στην κλασική τραγωδία οι θεατές -όπως άλλωστε οι ακροατές και αργότερα οι αναγνώστες της Iλιάδας - είναι ενήμεροι. Δεν πηγαίνουν να δουν τον Οιδίποδα Τύραννο για να μάθουν την ιστορία. Την ιστορία τη γνωρίζουν. Γνωρίζουν μάλιστα περισσότερες παραλλαγές της. Ίσως υπάρχει ενίοτε κάποια περιέργεια, διερωτώνται ποια παραλλαγή θα χρησιμοποιήσει ο Σοφοκλής, ποια επιμέρους αλλαγή θα εισάγει. Όμως γνωρίζουν. Ενώ ο τραγικός ήρωας δεν αναπαριστάνεται ως άτομο που γνωρίζει. Το αντίθετο μάλιστα, δεδομένου ότι η εξέλιξη της τραγωδίας αποτελεί ακριβώς την αποκάλυψη της αλήθειας στον ήρωα μέσω του τρόμου, μέσω της τύφλωσης ή του φόνου —και όχι μέσα από το λαμπερό ξέφωτο του είναι. Ο ήρωας δεν γνωρίζει. Ωστόσο, στην Ιλιάδα ο Αχιλλέας γνωρίζει εξαρχής. Και ο Έκτορας επίσης γνωρίζει εξαρχής. Κι αυτό βέβαια δεν εμποδίζει τίποτα, ακόμα και τις ίδιες τους τις πράξεις. Κι αυτό δεν εμποδίζει επίσης - πολύ σημαντικό σημείο - την εκπληκτική συνύπαρξη αυτής της προκαταβολικής γνώσης με την αυθεντικότητα των αποφάσεων που λαμβάνονται ελεύθερα ξανά και ξανά κατά τη διάρκεια της δράσης. Ο Αχιλλέας, που γνωρίζει εκ των προτέρων, βυθίζεται κάθε φορά μέσα σ’ έναν κόσμο όπου πρέπει να αποφασίσει αν θα πράξει ή αν θα απόσχει. Πρόκειται, όπως θα το διατυπώσει αργότερα ο Αριστοτέλης, για την ἀρχήν τῶν ἐσομένων, για την αρχή αυτών που θα γίνουν, και η μοίρα, η αίσα, πραγματοποιείται μέσω αυτών των ελεύθερων αποφάσεων του Αχιλλέα, που λαμβάνονται πάντα ελεύθερα και που δεν αλλάζουν όμως τίποτα ως προς το αναπόφευκτο.
 
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο μπορούμε να μιλάμε για μετά-τραγωδία ή υπέρ-τραγωδία, είναι ότι πράγματι, σε αντίθεση με τις κλασικές τραγωδίες του 5ου αιώνα, έχουμε να κάνουμε με ένα κομμάτι ιστορίας κατά μία έννοια αυτόνομο ή, αν προτιμάτε, αύταρκες. Ωστόσο, από μια άλλη σκοπιά, πρόκειται επίσης για ένα κομμάτι δράσης που άρχισε στο απώτερο παρελθόν και θα συνεχιστεί στο απώτερο μέλλον. Το ότι η δράση είχε αρχίσει στο απώτερο παρελθόν ισχύει και για την κλασική τραγωδία. Καμία όμως δεν αρχίζει σε τέτοιο βαθμό in medias res, όπως θα πουν αργότερα οι Ρωμαίοι[9]. Τα προηγούμενα της τραγικής δράσης στην Ιλιάδα υπάρχουν από πολύ καιρό. Η εχθρική στάση του Ποσειδώνα απέναντι στους Τρώες, για παράδειγμα, παραπέμπει - θα το θυμάστε ίσως- σε μια σκοτεινή ιστορία κάποιας αμοιβής που υποσχέθηκε αλλά δεν πλήρωσε ο Λαομέδων, βασιλιάς της Τροίας, στον Απόλλωνα και στον Ποσειδώνα για την ανέγερση των τειχών της πόλης. Από την ημέρα εκείνη ο Ποσειδών, ο μεγάλος θεός της θάλασσας, τρέφει άσβεστο μίσος προς τους Τρώες, πράγμα που θα παίξει συνεχή ρόλο στην εξέλιξη της δράσης. Και όλη η ιστορία, άλλωστε, ανάγεται σε ένα σαφώς μικρό περιστατικό, όταν ο Πάρις επέλεξε την Αφροδίτη και όχι την Ήρα ή την Αθηνά, ως την πιο όμορφη θεά και της προσέφερε ένα μήλο - ακόμα ένα μήλο... Από τότε και η Ήρα και η Αθηνά επιζητούν διακαώς την καταστροφή του Πάριδος και της πόλης του. Τελικά, ολόκληρη η ιστορία, όλες αυτές οι χιλιάδες νεκροί —θα επανέλθουμε επί τούτου- προέρχονται από εκείνη την ασήμαντη αιτία. Όλα γίνονται, κατά μία έννοια, χωρίς καμιά αιτία. Αυτό το κομμάτι δράσης λοιπόν περικλείεται σε μια υπέρ-τραγω­δία που εκτείνεται προς το παρελθόν και προς το μέλλον. Ορισμένα στοιχεία του παρελθόντος αναφέρονται στο κείμενο, ενώ αυτά που θα συμβούν στο μέλλον, γνωστά στους ακροατές και τους θεατές, θα περιληφθούν εν μέρει στην Οδύσσεια. Δεν θα βρούμε μέσα σε όλα αυτά το πρᾶξις σπουδαία και τε­λεία που ορίζει την τραγωδία, κατά τον Αριστοτέλη[10]. Δεν πρόκειται για κλειστό σύστημα με επιστέγασμα την κάθαρση, αλλά παραπέμπει στην υπέρ-τραγωδία και συγχέεται μ’ αυτή. Υπέρ-τραγωδία που αποτελεί το σύνολο της ιστορίας των ανθρώπων και του κόσμου.
 
Ίσως θα έπρεπε να προσθέσουμε στο σημείο αυτό λίγα πράγματα. Όπως ήδη είδαμε, στην Ιλιάδα δεν υπάρχει ούτε αβεβαιότητα ούτε προσμονή. Προβάλλονται, αντιθέτως, το αναπόφευκτο και η ανθρώπινη αδυναμία, ο αναπότρεπτος χαρακτήρας της πραγματοποίησης του πεπρωμένου, της μοίρας. Με άλλα λόγια, αν ο σύγχρονος αναγνώστης του Ομήρου δεν αισθάνεται καμία ανησυχία για την εξέλιξη της δράσης, δεν σημαίνει ότι ο συγγραφέας δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να προσθέσει το στοιχείο αυτό. Η απουσία αβεβαιότητας εί­ναι εγγενής και σύμφυτη με την απόρρητη οντολογία των επών. Δεν είναι δυνατό να υπάρξει αβεβαιότητα[11]. Έχουμε ήδη εδώ το βάθρο όχι μόνο της τραγωδίας αλλά και όλης της ελληνικής θεώρησης του κόσμου. Αυτό που πρέπει επίσης να σημειώσουμε, από την άποψη αυτή, είναι ότι στην Ιλιάδα, αλλά και στην Οδύσσεια - σήμερα όμως εξετάζω την Ιλιάδα - η εξέλιξη της δράσης, η πραγμάτωση της μοίρας, συνεπώς καθορίζεται από παραβάσεις, από την υπέρβαση των ορίων, από την ύβριν. Το στοιχείο αυτό υπάρχει από την αρχή. Ο Αγαμέμνων προσβάλει τον υπηρέτη του Απόλλωνα, ο Απόλλων εξαπολύει επιδημία χολέρας στο στρατόπεδο των Ελλήνων. Όταν ο Αγαμέμνων υποχρεώνεται να επιστρέφει τη Χρυσηίδα, κάνει μια πράξη που υπερβαίνει τα δικαιώματά του, παίρνει μια γυναίκα που ανήκε στη λεία του Αχιλλέα, τη Βρισηίδα. Ο Αχιλλέας βυθίζεται στο θυμό του με τρόπο που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε υβριστικό. Όταν οι Τρώες μπαίνουν τελικά στο στρατόπεδο των Ελλήνων, ο Αχιλλέας στέλνει εναντίον τους τον Πάτροκλο δίνοντάς του διαταγή να μην επιτεθεί αλλά να περιοριστεί στην απώθησή τους. Ο Πάτροκλος υπερβαίνει τα όρια και σκοτώνεται. Συνεπώς, η ύβρις φέρνει συνεχώς καινούργιες καταστροφές και αναζωπυρώνει τη δράση.
 
Άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο: το τέλος της Ιλιάδας δεν αποτελεί κάθαρση με την αριστοτελική έννοια. Το τέλος της Ιλιάδας, η θαυμάσια ραψωδία Ω, αποτελεί, όπως γνωρίζετε, συμφιλίωση: ο Αχιλλέας δέχεται να παραδώσει τη σορό του Έκτορα στον Πρίαμο. Κύμα εμπάθειας ή συμπάθειας διαπερνά και τους δυο που στέκονται αντικριστά - δεν πρόκειται για σύγκρουση - στη σκηνή αυτή, κλαίνε μαζί για τη μοίρα των ανθρώπων, ο ένας σκεπτόμενος το γιο του, Έκτορα, ο άλλος τον Πάτροκλο και τον γέρο πατέρα του. Υπάρχει εδώ μετάθεση ή ακριβέστερα επικοινωνία σημασιών και συναισθημάτων ανάμεσα στα δύο πρόσωπα, που επισφραγίζει αυτή τη Versohnung, όπως λένε στα Γερμανικά - στα Γαλλικά δεν υπάρχει κατάλληλη λέξη (ούτε στα Ελληνικά)-, αυτή τη συμφιλίωση. Δεν πρόκειται για συμφιλίωση ανθρώπων που καυγαδίζουν και καταφέρνουν τελικά να ησυχάσουν, αλλά μοιάζει περισσότερο με επανένωση ανταγωνιστικών μέχρι τότε στοιχείων, με την ο­ποία κλείνει το έπος.
 
Μια παρατήρηση τέλος για ένα θέμα που είναι ενδεχομένως αποτέλεσμα της ιστορικής διαστρωμάτωσης της δημιουργίας των επών - πράγμα που λίγο μας αφορά γιατί εξετάζουμε το κείμενο συγχρονικά ή δομικά, με έμφαση στο περιεχόμενο όπως προσφέρεται σε έναν Έλληνα του 600 π.Χ. Πρόκειται για μια άποψη που μόλις πρόσφατα ήρθε στο φως και στην οποία δεν δόθηκε η προσήκουσα σημασία ούτε αντιμετωπίστηκε σε όλο της το βάθος. Τα έπη αυτά, που περιγράφουν έναν κόσμο ηρώων, περιέχουν συγχρόνως και κριτική του κόσμου αυτού. Ας πάρουμε τα λόγια του Αχιλλέα στη Ραψωδία I της Ιλιάδας, στα οποία θα επανέλθω στη συνέχεια. Ο Αχιλλέας απορρίπτει την πρόταση του Αγαμέμνονα να ξαναρχίσει τις εχθροπραξίες με αντάλλαγμα πολύτιμα δώρα, λέγοντας περίπου τα εξής: ο πόλεμος αυτός δεν έχει νόημα, τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από τη ζωή. Αυτά ακούγονται από το στόμα του Αχιλλέα, μέσα σ’ ένα ηρωικό πλαίσιο όπου παρόμοια φράση είναι απολύτως ασύλληπτη. Διότι στον κόσμο των ηρώων η φράση «τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή» είναι ασύλληπτη, ενώ η φράση «ο πόλεμος δεν έχει κανένα νόημα» είναι ακόμα πιο ασύλληπτη, γιατί το νόημα της ηρωικής ύπαρξης είναι ο πόλεμος. Υφίσταται επομένως εδώ μια ενδογενής κρι­τική του κόσμου που περιγράφεται, την οποία πρέπει κατά τη γνώμη μου να αποδώσουμε στις διαδοχικές προσθήκες του κειμένου. Σε κάθε περίπτωση, το τελικό αποτέλεσμα για τον αναγνώστη ή τον ακροατή του έπους δεν μπορεί να είναι παρά μια θέση (position στα Γαλλικά, impostazione στα Ιταλικά, Einstellung στα Γερμανικά) τραγική. Αυτό θα δούμε αμέσως παρακάτω εξετάζοντας την πιο σημαντική πλευρά του ομηρικού έπους: το θάνατο.
 
Στην καρδιά των ποιημάτων, και ιδίως της Ιλιάδας, υπάρχει η εμπειρία αυτού του αναπόφευκτου δεδομένου που είναι ο θάνατος. Και το δεδομένο αυτό το βρίσκουμε εκεί χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς ψευδαισθήσεις, χωρίς ωραιοποίηση. Λέει ο Αχιλλέας στη ραψωδία I (πρόκειται για τους στίχους 400-409): τίποτα δεν αξίζει για μένα όσο η ζωή, τίποτα δεν είναι ψυχῆς ἀντάξιον. Και προσθέτει: μπορούμε να αποκτήσουμε βόδια και παχουλά αρνιά, να αγοράσουμε τρίποδες και άλογα, η ζωή όμως του ανθρώπου δεν γυρίζει πίσω έτσι και ξεφύγει από την άκρη των δοντιών του. Γνωρίζετε επίσης στην Οδύσσεια την περίφημη συνάντηση μεταξύ Οδυσσέα και Αχιλλέα[12] στον Κάτω Κόσμο - για την οποία σας έχω μιλήσει εκατό φορές— όπου ο Οδυσσέας αναφέρεται στη δόξα του Αχιλλέα, που, όπως όλοι οι νεκροί, είναι κι αυτός στον Άδη μια σκιά χωρίς νόον, χωρίς πνεύμα, ούτε αισθήσεις. Γιατί μόνο ο θεϊκός Τειρεσίας, μετά από χαριστική παρέμβαση της Περσεφόνης, κρατά στον Άδη τα λογικά του, τις πνευματικές του ικανότητες. Όλες οι άλλες ψυχές είναι σκιές που πετούν[13], που δεν γνωρίζουν τίποτα, που δεν θυμούνται τίποτα, που πρέπει να πιουν αίμα για να είναι σε θέση να αρθρώσουν «αληθινό λόγο[14]». Και ο Αχιλλέας αποκρίνεται στον Οδυσσέα: «Μην προσπαθείς να μου γλυκάνεις το θάνατο, θα προτιμούσα να ήμουν ζωντανός, εργάτης μεροκαματιάρης ενός φτωχού αγρότη, παρά να βασιλεύω ανάμεσα στους νεκροί». Ιδού η αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στα έπη: υπάρχει σίγουρα επιβίωση, η επιβίωση όμως αυτή είναι ακόμα πιο άθλια και από τον επίγειο βίο. Ακόμα πιο άθλια· αυτή είναι όλη κι όλη η υπόσχεση. Και θα μπορούσα στο σημείο αυτό να θυμίσω και να σχολιάσω κι άλλα χωρία, όπως τα λόγια του Αχιλλέα στον Λυκάονα[15] στην Ιλιάδα, στη ραψωδία Φ, όταν τον ικετεύει να μην τον σκοτώσει με αντάλλαγμα υψηλά λύτρα. Ο Αχιλλέας του απαντά ουσιαστικά «Γιατί κλαις έτσι; Ο Πάτροκλος, που ήταν πολύ καλύτερος από σένα, είναι ήδη νεκρός. Και μένα που με βλέπεις έτσι, ωραίο και ψηλό, γιο θεάς, ε, λοιπόν, κι από μένα μια μέρα, την αυγή ή το σούρουπο ή ίσως μες το καταμεσήμερο, ο Άρης θα πάρει όλη τη δύναμη από το κορμί και θα πεθάνω. Πέθανε λοιπόν και συ». Και τον σκοτώνει.
 
Αυτή η σύλληψη του θανάτου μπορεί να φανεί παράξενη μέσα στην ίδια της την κοινοτοπία. Διότι μπορείτε κάλλιστα να μου πείτε: μας ταλαιπωρείτε, αυτό είναι πασίγνωστο, κ.λπ. Το ξέρουν όχι μόνο ο Όμηρος και οι Έλληνες, αλλά και ο κόσμος ολόκληρος. Προφανώς πρόκειται για μέγα λάθος. Κανείς δεν το ξέρει. Η ανθρωπότητα σπαταλά το χρόνο της με ιστορούσες για την αθανασία σε όλες της τις μορφές. Το βίαιο γεγονός, φυσικά, κρύβεται πάντοτε στη φαντασιακή θέσμιση όλων των κοινωνιών. Μπορούμε λοιπόν να θέσουμε το ερώτημα: από πού προέρχεται η ιδέα αυτή που συναντάμε στον Όμηρο: Προφανώς δεν προέρχεται από τους Αιγυπτίους, που είχαν έναν ολόκληρο κύκλο μετεμψυχώσεων και τα σχετικά, ούτε από τους Βαβυλωνίους, ούτε από τους Μυκηναίους. Απλούστατα, ανταποκρίνεται δίχως αμφιβολία στην πραγματικότητα. Είναι περίεργο κι όμως αληθινό: οι Έλληνες ανακάλυψαν το γεγονός ότι υπάρχει ένας τελειωτικός θάνατος, οριστικός θάνατος - τέλος θανάτοιο, επαναλαμβάνεται συνέχεια στην Ιλιάδα-, ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο να πούμε πάνω σ' αυτό, δεν είναι δυνατό να του δώσου- με άλλη σημασία, να τον μετουσιώσουμε και να τον ωραιοποιήσουμε.
 
Παρένθεση: θα βρούμε και άλλους λαούς που φαίνεται να μην πιστεύουν στην αθανασία της ψυχής, όπως π.χ. οι Εβραίοι πριν από τον Ησαΐα. Παρεμβαίνουν όμως δύο στοιχεία που, κατά κάποιον τρόπο, μειώνουν την αυστηρότητα της πίστης αυτής. Πρώτον, ο ευλαβής άνθρωπος τον οποίο αγαπά ο Θεός θα έχει ευτυχισμένα γηρατειά, όπως ο Αβραάμ. Θα πεθάνει ευτυχής και πλήρης ημερών, λέει κατά λέξη η Παλαιά Διαθήκη. Πράγμα που για τους Έλληνες είναι αδιανόητο: δεν γνωρίζουμε κανένα ήρωα που να πεθαίνει γέρος και ευτυχής. Ακόμα και ο Ηρακλής έχει φρικτό θάνατο (ο χιτώνας του Νέσσου). Δεύτερον, όπως η κατάρα του Θεού που περνά από γενιά σε γενιά, έτσι και η ευλογία Του προς τους ευλαβείς μεταφέρεται και στους απογόνους τους. Πράγμα που επίσης δεν έχει νόημα για τους Έλληνες, αφού δεν υπάρχει καμία εγγύηση για τους απογόνους.

Πρέπει όμως να πάμε και πιο μακριά και να διακρίνουμε μεταξύ του θανάτου που υφιστάμεθα και του θανάτου που επιλέγουμε. Αν περιοριζόμαστε στη διαπίστωση ότι οι Έλληνες - πράγμα ήδη εκπληκτικό - είναι οι πρώτοι που ανακάλυψαν ότι ο άνθρωπος είναι θνητός με την οριστική και τελική έννοια, θα ήταν βέβαια πολύ ενδιαφέρον, θα μέναμε όμως στην απλή γνώση μίας μόνο πλευράς του ανθρώπου ως θνητού ζωικού οργανισμού. Τα βόδια πεθαίνουν, τα άλογα πεθαίνουν, οι άνθρωποι κι αυτοί επίσης πεθαίνουν. Ή, το πολύ, θα φθάναμε μέχρι τις πιο προχωρημένες θέσεις της σύγχρονης φιλοσοφίας, του Heidegger π.χ., για τον οποίο ο άνθρωπος αποτελεί το μοναδικό ζώο που γνωρίζει ότι θα πεθάνει. Προφανώς το ουσιώδες στον αρχαίο ελληνικό κόσμο προχωρεί παραπέρα. Υπάρχει όχι μόνο η γνώση της θνητότητας μας, αλλά η επιλογή του τρόπου θανάτου και η επιλογή του ίδιου του θανάτου. Τα δύο ίσως σημαντικότερα πρόσωπα του ελληνικού φαντασιακού, το πρώτο στην αρχή του, ένας πλασματικός ήρωας, ο Αχιλλέας, και το άλλο στην κατάληξή του, ο Σωκράτης, προσωπικότητα σαφώς ιστορική και υπαρκτή, επιλέγουν και οι δύο το θάνατο. Ο Αχιλλέας γνωρίζει πως τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή, και παρ’ όλα αυτά διαλέγει το θάνατο. Δεν επιστρέφει στη Φθία, αλλά προχωρεί προς τη μάχη σίγουρος ότι θα βρει τη δό­ξα αλλά και το θάνατο. Η τραγική σύλληψη εδώ δεν είναι επομένως η απλή ανακάλυψη του θανάτου ούτε απλώς το γεγονός ότι το Dasein είναι Sein zum Tode, όπως θα έλεγε ο Heidegger, ότι η ενθαδική ύπαρξη είναι ύπαρξη-προς-το-θάνατο. Απλούστατα, μέσα στο ον που προορίζεται να πεθάνει δεν υπάρχει αντίφαση. Η τραγική σύλληψη έγκειται στη σύλληψη αυτής της έσχατης αντίφασης: τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή, αλλά αν τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από τη ζωή, τότε η ζωή δεν αξίζει τίποτα. Όπως λέει ο Σωκράτης, ο ανεξέταστος βίος, η απερίσκεπτη ζωή -θεωρώντας τη σκέψη με την ισχυρή έννοια του όρου-, δεν είναι βιώσιμος, έτσι θα έλεγε και ο Αχιλλέας ότι τον ἀτίμητον ἤ ἀκλεή βίον, μια ζωή δίχως δόξα και φήμη, δεν αξίζει να τον ζήσει κανείς. Έχουμε εδώ μια αντίφαση στο ίδιο το αντικείμενο, δηλαδή στην ύφανση της ύπαρξης ασχέτως της υποκειμενικότητας. Και η αντίφαση αυτή στην κατάσταση των ανθρώπινων όντων μεταφράζεται βέβαια, με σαφήνεια και ενάργεια, στο υποκειμενικό πεδίο, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω σύγχρονη ορολογία: ο άνθρωπος διχάζεται αναπόφευκτα από αντιφατικά κίνητρα, δηλαδή από τη μια μεριά την αποφυγή του θανάτου, τη συνείδηση ότι τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή, και από την άλλη την αποφυγή μιας ζωής στερούμενης οτιδήποτε θα την καθιστούσε άξια να βιωθεί.[Άλλωστε ο διχασμός αυτός είναι συνεχώς παρών στα έπη. Αν τα ξαναδιαβάσετε προσεκτικά, θα δείτε ότι, αντίθετα με όσα θα μας άφηναν να υποθέσουμε οι ανοησίες ορισμένων σύγχρονων μελετητών, δύο φορές στις τρεις ο ήρωας που φεύγει για τη μάχη μονολογεί: μήπως πρέπει να το βάλω στα πόδια; Ο Αίας διερωτάται: μπορώ να μείνω εδώ; Όχι, είναι φρικτό, θα φύγω. Ο Οδυσσέας σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο, όπως και ο Πάτροκλος και ο Έκτωρ· ο Έκτωρ, και όχι ο Αχιλλέας, είναι ο κατεξοχήν ήρωας της Ιλιάδας -θα επανέλθουμε σ’ αυτό. Τα όντα αυτά που, όπως μας λένε μερικοί, δεν έχουν ακόμα καταφέρει να ιδιοποιηθούν τις ψυχικές τους δυνατότητες ή στα οποία ο ποιητής δεν διακρίνει ενσωμάτωση των ψυχικών τους δυνάμεων, τα όντα αυτά που δεν είναι πρόσωπα, γιατί το πρόσωπο αποτελεί, υποτίθεται, εφεύρεση του χριστιανισμού, που δεν είναι πραγματικά άτομα, που είναι μονάχα λειτουργίες, σκιές, συμβολικά κατηγορήματα - αυτά τα όντα στέκουν εκεί συνεχώς, κάθιδρα από φόβο μπροστά στον εχθρό που προελαύνει και διερωτώνται: μένω στη θέση μου ή το βάζω στα πόδια; Δίνω τη μάχη ή φεύγω και διατηρώ την ωραία μου ζωή; Και στο τέλος αυτού του εσωτερικού διαλόγου, που επαναλαμβάνεται στην Ιλιάδα τουλάχιστον δέκα φορές, ο ήρωας παίρνει συνήθως -όχι όμως πάντα - την απόφαση να μείνει, να πολεμήσει και, ενδεχομένως, να σκοτωθεί. Όχι πάντοτε, γιατί υπάρχουν και ήρωες που τρέπονται σε φυγή, όπως συμβαίνει στον Μενέλαο, αλλά και στον Έκτορα - όχι γιατί ο Έκτωρ είναι δειλός, το αντίθετο μάλιστα, είναι ο πιο γενναίος πολεμιστής. Δεν πρόκειται συνεπώς για διάλογο της ψυχής με τον εαυτό της, για να δανειστούμε την έκφραση του Σωκράτη και του Πλάτωνα, που βρίσκεται εκεί μόνο για διακοσμητικούς λόγους ή για φιγούρα. Το αποτέλεσμα του διαλόγου αυτού δεν είναι προκαθορισμένο, αφού υπάρχουν στιγμές που ο ήρωας εγκαταλείπει το πεδίο της μάχης. Και όταν μένει - πράγμα που συμβαίνει φυσικά τις περισσότερες φορές, αλλιώς δεν θα ήταν ήρωας και δεν θα επρόκειτο για επική ποίηση- μένει μετά από αυτή τη διαβούλευση.
 ------------
[1] [Σημ. περιθ.: πράγμα που δείχνουν επίσης οι επιθέσεις του Ξενοφάνη <DK Β11 και 12>, του Ηρακλείτου <Β42> κ.λπ.]
[2] <Πολιτεία, A, 606e.> 
[3][Σημ. περιθ.: Βλ. το άρθρο του Bollack (ζ).] 
[4] <Οδ.,ι,112 (η)>
[5] <Ιλ.,Ζ, 168-169.>
[6] <Ησίοδος, Θεογ., 54κ.εξ. και 915 κ.εξ.> 
[7] <Βλ. C. Castoriadis, «La decouverte de Γ imagination» (1985), αναδημοσίευση στο Doimaines de L’  homme, σ. 327-363 και επανέκδοση σ. 409-454.> [«Η ανακάλυψη της φαντασίας», στο Χώροι τον ανθρώπου, σ. 233-274. (ΣτΕ)] 
[8] <Πλάτων, Θεαίτητος, 152d> 
[9] <Οράτιος, Ars Poetica, 148.>
[10] <Αριστοτέλης, Περί ποιητικής, 6, 1449b, 23-24.>
[11]  [Σημ. περιθ.: Το πραγματικό «μυθιστόρημα» δεν είναι δυνα­τό να γεννηθεί παρά σ’ έναν κόσμο που έχει ήδη μερικώς απαρνηθεί αυτή την οπτική.] 
[12]<Οδ., λ, 467-541.>
[13] <Οδ., κ, 491-495.>
[14] <Οδ., λ, 148-149.>
[15] <Ιλ., Φ, 100-115.>

Έτσι γι’ αλλαγή, αφήστε και τους άλλους να νικήσουν σε μια διαφωνία

Αφήστε και τους άλλους να νικήσουν σε μια διαφωνία
Η λέξη «άλλοι» μπορεί να εννοεί τον οποιονδήποτε – τα παιδιά, τους γονείς, τους φίλους ή τους συγκατοίκους σας.

Ο σκοπός αυτής της στρατηγικής είναι να σας δείξει πως δεν είναι σπουδαίο πράγμα να αφήσετε κάποιον άλλο να έχει «δίκιο» ή να νικήσει σε μια διαφωνία. Για την ακρίβεια, είναι ό,τι πρέπει για τη μείωση του στρες. Όταν κάποιος άλλος «κερδίζει», δε σημαίνει πως εσείς «χάνετε». Το να αφήσετε κάποιον άλλο να νιώσει πως τον ακούσατε με ειλικρινή σεβασμό είναι, πολλές φορές, πολύ πιο ικανοποιητικό από το να προσπαθείτε να επιβάλετε το δικό σας τρόπο σκέψης στον άλλον – ή να σπαταλάτε πολύτιμη πνευματική ενέργεια προσπαθώντας να πείσετε κάποιον πως έχετε δίκιο και αυτός άδικο.

Η αλήθεια είναι πως, από την άποψη της ποιότητας ζωής, κανένας δεν κερδίζει πραγματικά σε μια λογομαχία. Όταν υπάρχει ένταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, η αλληλεπίδρασή τους απέχει πολύ από το να θεωρηθεί ιδανική. Μια διαφωνία δεν είναι τίποτε άλλο από την προσπάθεια δύο ή περισσότερων ανθρώπων να αποδείξουν μία άποψη.

Πάρα πολλές φορές αφήνει όλους τους συμμετέχοντες με μια άσχημη αίσθηση. Σε μια διαφωνία σπάνια κάποιος ακούει τον άλλον ή μαθαίνει κάτι από αυτόν. Από μια τέτοιου είδους σύγκρουση πολύ συχνά προκύπτουν συναισθήματα απογοήτευσης, θυμού, στενοχώριας και αναστάτωσης. Αν όμως αφήσετε κάποιον άλλο να νικήσει σε μια διαφωνία, πολύ συχνά νιώθετε και οι δυο νικητές. Έχει εδραιωθεί μια αρμονία μεταξύ σας και έτσι η σχέση σας έχει μια ευκαιρία να αναπτυχθεί.

Όταν αρνείστε να εμπλακείτε σε μια διαφωνία, όχι από πείσμα, ή επειδή πιστεύετε ότι μόνο εσείς έχετε δίκιο, αλλά λόγω αγάπης και καλοσύνης, θα δείτε πόσο γρήγορα λύνονται τα θέματα από μόνα τους.

Όταν κάποιος ξεκινάει μια διαφωνία ή μια έντονη συζήτηση, βρίσκεστε αντιμέτωποι με μια ενδιαφέρουσα απόφαση που πρέπει να πάρετε πολύ γρήγορα. Θα μπείτε κι εσείς μέσα σ’ αυτή ή θα κάνετε πίσω;

Η πρόθυμη συμμετοχή στη διαφωνία δεν κάνει τίποτε άλλο από το να τρέφει την κατάσταση.

Δε σας προτείνω να σταματήσετε να υπερασπίζεστε τις απόψεις όταν αφορούν πράγματι σε κάτι σημαντικό, ή να επιτρέπετε στον καθένα να σας υποσκελίζει, ή να σας εκμεταλλεύεται. Για την ακρίβεια, πιστεύω πως θα συμφωνήσετε ότι το να επιτρέπετε σε κάποιον άλλο να νικήσει σε μια διαφωνία, μία στις τόσες, είναι σημάδι δύναμης. Αποδεικνύει ότι είστε άνθρωπος με μια πιο προοπτική αντίληψη των πραγμάτων. Και συχνά, αν και όχι πάντα, η συμπεριφορά σας δίνει την ευκαιρία στον άλλο να κάνει το ίδιο.

Μην εξηγείς με λόγια την προσωπική σου φιλοσοφία. Ενσάρκωνέ τη

Οι ηθικά αδύναμοι άνθρωποι προσπαθούν να υπερασπιστούν ή να εξηγήσουν τον χαρακτήρα και τις πράξεις τους στους άλλους. Αντί γι’ αυτό, πρέπει να αφήνουμε τις πράξεις μας να μιλάνε για μας. Μη λες «Δεν πρέπει να λέμε ψέματα» — ας είσαι απλώς ειλικρινής. Το να ζεις τη σοφία είναι σημαντικότερο από το να γνωρίζεις γι’ αυτήν. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να λέμε ωραία πράγματα και στο να κάνουμε ωραία πράγματα. Ας μη δίνουμε υπερβολικό βάρος στην πολυμάθεια και στην πολυπραγμοσύνη.

Είμαστε αυτό που κάνουμε, όχι αυτό που λέμε. Ο Ζαν Πολ Σαρτρ έλεγε ότι είμαστε καταδικασμένοι στην ελευθερία κι ότι κρινόμαστε από τις πράξεις μας για τις οποίες φέρουμε την αποκλειστική ευθύνη. Εξάλλου, η —συχνά εφιαλτική— κρίση των άλλων μόνο σε αυτές μπορεί να βασιστεί και όχι στις προθέσεις ενός ατόμου. Ως ιδανικό τίθεται η ελευθερία επιλογής της δράσης και η ανάληψη της ευθύνης που αναλογεί σε κάθε άνθρωπο. Το να δηλώνουμε ότι είμαστε σοφοί δεν πείθει κανέναν — αντιθέτως, οι σοφές μας πράξεις αργά ή γρήγορα θα εκτιμηθούν.

Λέει ο Επίκτητος: «Ο χτίστης δεν μας λέει: “Άκουσέ με, θα σου κάνω μια διάλεξη πάνω στο χτίσιμο”». Αναλαμβάνει την υποχρέωση να χτίσει ένα σπίτι και το χτίζει. Έτσι αποδεικνύει ότι ξέρει την τέχνη. Κάνε κι εσύ κάτι παρόμοιο: «φάε και πιες σαν άνθρωπος, περιποιήσου τον εαυτό σου, παντρέψου, κάνε παιδιά, ζήσε σαν πολίτης». Ζήσε με περιέργεια, χωρίς υπεροψία, χωρίς έπαρση και φλυαρία.

Τρανσουμανισμός: Η Τελευταία Θρησκεία;

Αποτέλεσμα εικόνας για Τρανσουμανισμος : Η Τελευταια Θρησκεια;Έπειτα από αρκετές δεκαετίες μίας σχετικής θολής αντίληψης, ο Τρανσουμανισμος ξεκίνησε να θεωρείται ένα Φιλοσοφικό και Τεχνολογικό Κίνημα, με την απελευθέρωσή του από το παράξενο Διαννοούμενο Γκέτο, εισχωρώντας σταδιακά στην ευρύτερη συνειδητότητα του Πολιτισμού μας. Ποιοί είναι οι στόχοι αυτού του κινήματος όμως και με ποιό τρόπο καθορίζεται ο Τρανσουμανισμος ως έννοια;

«Ο Τρανσουμανισμος είναι μία σειρά από Φιλοσοφίες της Ζωής που αναζητούν την συνέχιση και επιτάχυνση της εξέλιξης της ζωής πέρα από την ανθρώπινη μορφή της, αλλά και τους ανθρώπινους περιορισμούς, με επιστημονικά και τεχνολογικά μέσα και αρχές που προωθούν την ίδια τη ζωή» (Max Moore – 1990)

H Παραπάνω εξήγηση του Τρανσουμανισμού ακούγεται πλήρως ακίνδυνη και πεζή. Αυτό που βρίσκεται πίσω από τις λέξεις όπως δεν είναι ούτε πεζό, ούτε άκακο και αντιπροσωπεύει μία τεράστια πιθανή μεταμόρφωση στη Γη αλλά και στο σύνολο της ανθρωπότητας. Οι στόχοι που θέτει ο Τρανσουμανισμος αναδύουν τα ίδια ερωτήματα που έθεσαν όλες οι Θρησκείες αλλά και τα Φιλοσοφικά συστήματα ανά τον κόσμο, και επιχειρεί να τα εξηγήσει. Πρόκειται για τις βαθύτερες ελπίδες αλλά και φόβους του Ανθρώπινου Νου: Η ζωή, ο Θάνατος, η Μετά Θάνατον ζωή, η Αθανασία, η φύση των Θεών και η μοίρα του Σύμπαντος.

Τρανσουμανισμος: Η Τελευταια Θρησκεια;

Άρα ποιοί είναι οι Τρανσουμανιστες; Κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς πόσοι άνθρωποι θεωρούν τους εαυτούς τους Λάτρεις του Τρανσουμανισμού. Σίγουρα όμως ως τώρα οι περισσότεροι από αυτούς είναι Τεχνικοί, μηχανικοί και επιστήμονες, καθώς και λάτρεις της Επιστημονικής Φαντασίας. Ολόκληρη η θεώρηση που εισάγει ο Τρανσουμανισμος πηγάζει από μία βασική αρχή και επεκτείνεται μέσα από αυτή – την εξάλειψη της Γήρανσης. Είναι μία σύγχρονη έκφραση της επιθυμίας της δοκιμής του Φρούτου από το Δέντρο της Ζωής, η επιθυμία για δημιουργία της Φιλοσοφικής λίθου που θα μας κάνει να μην χρειάζεται να ανησυχούμε για την ηλικία και την φθορά. Ο Στόχος των Τρανσουμανιστών είναι να παραμείνουν ζωντανοί και υγιείς ώσπου να αναπτυχθούν οι εκλεπτυσμένες τεχνολογίες που θα επιφέρουν την τεχνητή Αθανασία μέσα από την Ιατρική τεχνολογία που όμως τείνει να αγγίξει ένα άλλο ζήτημα που ανησυχεί τις γνώμες των ανθρώπων, και αυτό είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI).

Η Έννοια της Τεχνητής Νοημοσύνης υπάρχει για δεκαετίες, όμως παραμένει ακόμη ατελής. Ξεκίνησε από τους Ακαδημαικούς της Δεκαετίας του 1950 και συνοδευόταν συχνά από υπερβολικούς ισχυρισμούς και προβλέψεις που ποτέ δεν επαληθεύτηκαν. Σήμερα όμως κάτι τέτοιο φαίνεται να αλλάζει, αν κοιτάξουμε τις τελευταίες χρονικά ανακαλύψεις σχετικά με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Σε αυτό το σημείο όμως εμφανίζονται οι προειδοποιήσεις που μοιάζουν με κάποια νόρμα επιστημονικής φαντασίας, και που πάντα συνόδευαν την θεωρία της ανάπτυξης Τεχνητής Νοημοσύνης, με την διαφορά πως τώρα δεν προέρχονται από τους συνωμοσιολογικούς κύκλους που κηρύσσουν το τέλος του κόσμου, μα από ανθρώπους όπως ο Elon Musk και ο Stephen Hawking. Πρόκειται για την υπαρξιακή απειλή, που θα μπορούσε να μας αφανίσει ως είδος. Τι αλλάζει όμως στην εποχή μας; Φαίνεται πως πλησιάζουμε ήδη σε υπολογιστικές δυνάμεις που προσεγγίζουν περίπου την δύναμη του ανθρώπινου νου. Γίνονται προσπάθειες επίσης μέσα από διάφορα Projects, στα οποία εξομοιώνονται νευρικά δίκτυα με τον ίδιο περίπου βαθμό πολυπλοκότητας με εκείνο του Νου μας. Η ανησυχία εδώ έγκειται στην υπόθεση πως μπορεί στο τέλος να δημιουργήσουμε Τεχνητή Νοημοσύνη που όχι μόνο θα ξεπεράσει την ανθρώπινη διάννοια, αλλά μία νοημοσύνη που θα εναντιωθεί στον Ανθρώπινο Πολιτισμό μέσα από τις εκατομμύρια κατασκευασμένες μηχανές που θα επιτεθούν στην Ανθρωπότητα.

Το Μετανθρωπικό όνειρο που περιέχει άφθαρτα και αθάνατα σώματα με την ανώτερη νοημοσύνη ενος θεού είναι η μία πλευρά που εμφανίζει ο Τρανσουμανισμος. Μία άλλη εναλλακτική θεωρία είναι εκείνη του Uploading: Αν και ιστορικά προηγείται από την υπόθεση και τις προσπάθειες δημιουργίας ενός ανθρώπινου Μυαλού μέσα σε ένα υπολογιστή. Η Θεωρία αυτή αναρωτιέται τι θα γινόταν αν θα μπορούσε ο άνθρωπος να ανεβάσει και να αντιγράψει τα περιεχόμενα ενός Μυαλού, μεταφέροντας τις πληροφορίες στο Κυβερνοσύμπαν. Βέβαια αυτό υιοθετεί την θέση της Νευροεπιστήμης, πως ο Νους είναι στην ουσία το άτομο και πως δεν υπάρχει ψυχή συνδεδεμένη με αυτόν. Έπειτα από αυτό το ανέβασμα υπάρχουν δύο προορισμοί. Ο ένας και προφανέστερος είναι πως στο άτομο θα δωθεί ένα συνθετικό σώμα που δεν θα είναι ενός άχαρου ρομπότ, αλλά ενός εκλεπτυσμένου με δυνατότητες που υπερβαίνουν απείρως από τις φυσικές ανθρώπινες δυνατότητες. Ο Άλλος προορισμός είναι το ίδιο το κυβερνοσύμπαν το οποίο θα αντικαταστήσει την φυσική ανθρώπινη πραγματικότητα, και μέσα στο οποίο θα κατοικούν άπειρες απέθαντες ανθρώπινες συνειδήσεις.

Η Τελευταία φάση αφορά την συγκέντρωση όλης της ενέργειας των συνειδήσεων αυτών μέσα από αχανείς δομές τεράστιου μεγέθους (πλανητικού μεγέθους – που ονομάζονται Jupiter Brains) ή και ακόμη μεγαλύτερες (Matrioshka Brains) που θα περικυκλώνουν τον ήλιο. Ώσπου να ολοκληρωθεί αυτή η φάση το τελευταίο επόμενο βήμα είναι η μετατροπή ολόκληρου του Σύμπαντος σε ένα Συμπαντικό Νου που θα κινείται εξωτερικά της Γης σε ταχύτητες φωτός.

Πότε υποτίθεται πως θα ξεκινήσει όλη αυτή η διαδικασία; Αρκετές είναι οι ημερομηνίες που έχουν προβλεφθεί για αυτά τα γεγονότα, με την συντομότερη να είναι σε περίπου 30 χρόνια από τώρα. Αυτή η μετάβαση μεταξύ του κόσμου που γνωρίζουμε τώρα και αυτού που περιγράφεται παραπάνω ονομάζεται Singularity και είναι το όνειρω εκείνων που εξελίσσουν τον Τρανσουμανισμό. Η Τεχνολογική Μοναδικότητα (Technogical Singularity) περιγράφεται ως ένα σημείο κατά το οποίο θα επιτευχθεί η μεγαλύτερη τεχνολογική πρόοδος που θα αλλάξει ιστορικά και ανεπανόρθωτα τον κόσμο και την Ανθρωπότητα όπως την γνωρίζουμε ως σήμερα.

Τι θα συμβεί όμως αν όλα τα παραπάνω καθυστερήσουν πολύ να πραγματοποιηθούν; Τι θα γίνει αν όλοι οι Τρανσουμανιστές έχουν πεθάνει πριν προλάβουν να αντικρύσουν τα μεγάλα γεγονότα; Φαίνεται πως το Σχέδιο Β εμφανίζεται σε ένα τέτοιο σενάριο – Η επιστροφή από τους Νεκρούς. Αυτή η διαδικασία θα επιτευχθεί μέσα από την Κρυονική (Cryonics) που είναι το πάγωμα και η διατήρηση των Νεκρών προκειμένου να αναστηθούν σε ένα μεταγενέστερο χρονικό σημείο της Ιστορίας. Αυτή η θεωρία φαίνεται ως τώρα πλήρως φανταστική, αν και υπάρχουν άνθρωποι στο κίνημα του Τρανσουμανισμού που θεωρούν πως είναι εφικτή η «ανάσταση» των νεκρών μέσα από τεχνικές και τεχνολογίες ταξιδιού στον χρόνο ή μέσα από καταγραφή δεδομένων, φωτογραφιών, βίντεο, καταχωρήσεων blog, που θα εισχωρούν στο Μυαλό του Νεκρού και θα βοηθά στον «επαναπρογραμματισμό» του κατά την επιστροφή του στην ζωή.

Η Έννοια της Συνειδησιακής μεταβολής στοιχειώνει το μυαλό του ανθρώπου ακόμη περισσότερο μέσα στην σύγχρονη εποχή μας. Και η έννοια της Αθανασίας, της παραμονής μας στην ζωή ή της πνευματικής διατήρησης παραμένει στις συνειδήσεις μας για χιλιάδες χρόνια, και προβιβάζεται και τα Φιλοσοφικά Συστήματα ή υποσκάπτεται από τις Θρησκείες . Ίσως λοιπόν ο Τρανσουμανισμος να είναι η τελευταία θρησκεία στην οποία θα ενταχθεί ο άνθρωπος, αναζητώντας την αιώνια διατήρησή του, και την εξέλιξή του σε Επίγειο Θεό…

Οι φίλαυτοι με το πληγωμένο τους εγώ

6_sarolta_ban_20Υπάρχει ένας τύπος ανθρώπου, εριστικός, φίλαυτος και επηρμένος, που σαν το Σίσυφο κουβαλά το βράχο των ανασφαλειών του, βασανίζοντας με τη συμπεριφορά του όσους ηθελημένα ή ακούσια τον συναναστρέφονται.
 
Είναι σε τέτοιο βαθμό προσηλωμένος στο πληγωμένο του «εγώ», που αναλώνει τις πιο δημιουργικές στιγμές του επιχειρώντας να αποδείξει στους υπόλοιπους την αδιαμφισβήτητη αξία του. Ίσως, κατά τα κρίσιμα χρόνια της παιδικής ηλικίας δεν κατάφερε να κερδίσει το σεβασμό, την αγάπη και την αμέριστη προσοχή των γονέων, ή επιδόθηκε σε κάποια ανούσια μάχη εξουσίας και ανταγωνισμού με τα αδέλφια του.
 
Το θέμα είναι πως το έλλειμμα αυτό το σεργιανά διογκωμένο, άλυτο, υπερτροφικό στην ενήλικη ζωή, επικυρώνοντας κάθε στιγμή την απόλυτη εξάρτησή του από τη γνώμη των άλλων.
 
Αξία προς ικανότητες είναι ο απλός ορισμός της αυτοεκτίμησης, που οριοθετεί το πρόβλημα: Ο άνθρωπος που εξετάζουμε, ενώ δε διαθέτει αρκετές δεξιότητες, αν και δε διακρίνεται για τις εξαιρετικές του επιδόσεις, έχει με μαεστρία εξυφάνει έναν αστήριχτο μύθο αυταξίας και πομπώδους αυτοαναφοράς.
 
Κόλακας προς τους ανωτέρους (εξάλλου πάντοτε αυτοί ταυτίζονταν με τους απορριπτικούς γονείς), ζηλωτής προς τους ισότιμους και τυραννικός προς όσους εκλαμβάνει ως κατώτερους, ομιλεί πάντοτε προτάσσοντας το «εγώ», απαιτεί προσοχή, θαυμασμό, αδιαπραγμάτευτη αποδοχή, υποτιμά κάθε πρωτοβουλία που δεν εκπορεύεται από τον ίδιο, παγιδεύει τους υποτελείς σε ατελεύτητες ψυχαναγκαστικές διαδικασίες, αναστέλλει αποφάσεις για να ταλανίσει τους υφισταμένους, διατρανώνει την ισχύ του με λοιδορίες, ενώ σε κάθε ευκαιρία και περίσταση δρα με γνώμονα την αυτοπροβολή.
 
Πολλές φορές πείθει τους άλλους ή εκμεταλλεύεται το σύστημα για να κερδίσει διευθυντικές θέσεις και να διαλαλήσει το περίφημο: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε…» Η δύναμή του τεκμηριώνεται με επιτηδευμένα κηρύγματα και φιλιππικούς, οι οποίοι συνθέτονται εν ριπή οφθαλμού και εκφωνούνται στην αόρατη Πνύκα της υπομονής και του ραγιαδισμού των θυμάτων του.
 
Αλίμονο σε εκείνον που θα τον αμφισβητήσει ή θα εκφράσει διαφορετική άποψη, ουαί σε όσους δεν υπομείνουν την a priori ηγεμονία του: Σατραπικός στην ιδεολογία και μακιαβελικός στην επιβολή, θα μεταχειριστεί κάθε μέσο, ηθικό και μη, για να εκμηδενίσει τον αντίπαλο. Λοιδορίες, όνειδος, συκοφαντία μερικά από τα προσφορότερα όπλα του. Η χαμηλή, αμυντική του αυτοεκτίμηση τον καθιστά επικίνδυνο, τον καθηλώνει σε γνώσεις και διαδικασίες που γνωρίζει καλά, ώστε να αποδεικνύει την αυθεντία του, τον απομονώνει από το καινοτομικό, το νέο, το αναζωογονητικό. Διαστρέφει την αλήθεια που δε συντελεί στην εδραίωση της μεγαλομανίας του, υποβιβάζει κάθε κοινωνικά αναγνωρισμένο πρόσωπο, εγκλωβίζει τους συνεργάτες του σε ατέρμονες προφάσεις δημοκρατίας, τετριμμένων αξιών και επαναλήψεων.
 
Η νοσηρότητά του δεν αντιμετωπίζεται παρά με ψυχοθεραπεία, με χειρισμό, με την άνωθεν αποκάλυψη ή με κάποιο εσχατολογικό γεγονός, που θα τον κλονίσει. Οι υπομονετικοί, καρτερικοί συγγενείς, συνάδελφοι και υφιστάμενοι είτε θα προκρίνουν την αποφυγή είτε τη σύγκρουση είτε, συνηθέστερα, τη συμμόρφωση. Αλλά, πάντοτε η προσωπικότητά του θα μαρτυρά αυτό που ήταν ανέκαθεν γνωστό: Πως η αυτοεκτίμηση κερδίζεται σωρευτικά κυρίως κατά την παιδική ηλικία και πως οποιαδήποτε απόκλιση θα διαιωνίζει την αρνητική έκβαση μέχρι το θάνατο.

Καθυστερημένη ή άμεση ικανοποίηση... Ένα δίλημμα χωρίς νικητές

Αποτέλεσμα εικόνας για Ζωή με πάθοςΑν κάτι διακρίνει τους χειραφετημένους ενήλικες από εκείνους, που ως φυλαχτό διατηρούν την παιδική τους προσωπικότητα είναι, μεταξύ άλλων, και η ικανότητα για αναστολή της άμεσης ικανοποίησης των επιθυμιών και η αναμονή αργοπορημένης, αλλά μεγαλύτερης αμοιβής.

Πραγματικά, τα ανώριμα άτομα τις περισσότερες φορές δεν μπορούν να κατευνάσουν τις επιθυμίες τους και χειραγωγούνται από αυτές. Σαν τα παιδιά απαιτούν το δώρο τους εδώ και τώρα, φωνάζουν αν δεν τους χαριστεί άμεσα και το πετούν, αν φτάσει καθυστερημένα.

Κατά συνέπεια οι επιλογές που κάνουν αποσκοπούν στην άμεση ενίσχυση και οι στόχοι τους σπάνια είναι μακροπρόθεσμοι. Κάποιος θα υποστήριζε ότι κάλλιο πέντε και στο χέρι, όμως κάποιοι ειδικοί, όπως ο Walter Mischel, ανακάλυψαν πως όσοι διαθέτουν ανάλογη προσωπικότητα, πολύ ευκολότερα ρέπουν προς τον ηδονισμό, την εξάρτηση, τη χαμηλή αυτοεκτίμηση και την κατάχρηση.

Αντίθετα εκείνοι που μπορούν να κυριαρχήσουν στις ενορμήσεις τους, οι εγκρατείς και οι εχέφρονες, σχεδιάζουν αποτελεσματικότερα, έχουν καλύτερη επαγγελματική και ακαδημαϊκή επίδοση, αυτοέλεγχο, ρεαλιστικότερες εκτιμήσεις και αξιολογήσεις και πιο συνειδητή κοινωνική συμπεριφορά.

Σκεφτείτε κι εσείς αν θα αναβάλλετε μια αγορά, για να την πραγματοποιήσετε φθηνότερα αργότερα, αν θα προσποιηθείτε πως δεν βλέπετε τη σοκολάτα, που σας καλεί, προς χάρη της δίαιτας, που αρχίσατε, αν δεν θα αποδεχθείτε την άσχετη με τα ενδιαφέροντά σας εφήμερη δουλειά, που προέκυψε, για να σχεδιάσετε την πορεία σας προς την επαγγελματική επιτυχία, που πάντα ονειρευόσαστε.

Οι έρευνες έχουν δείξει ότι όσοι αντιστέκονται στη βραχυπρόθεσμη απόλαυση γίνονται επιτυχημένοι επιχειρηματίες, επειδή διακινδυνεύουν τα κεφάλαιά τους, που θα μπορούσαν να είχαν ξοδέψει άμεσα, επενδύουν σε χρόνο και κόπο, για να έχουν μεγαλύτερες απολαβές στο μέλλον. Πόσοι από σας ως φοιτητές αποστραφήκατε ‘κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας’, επιμένοντας σε ποιοτικές σχέσεις ή αρνηθήκατε ηδονές, για να εισέλθετε στα άδυτα της επιστήμης. Πόσες φορές δεν συγκρουστήκατε με το σύντροφό σας, επειδή πάραυτα δεν έσπευσε να διαχειριστεί τα θέλω σας.

Ας αγνοήσουμε όμως τους Αμερικανούς ψυχολόγους και τα πορίσματά τους για μια ευδαιμονιστική κοινωνία, όπου η επίτευξη παίζει βαρύνοντα ρόλο και ας επικεντρωθούμε σε μια μεταβλητή, που άπτεται του συστήματος αξιών.

Είναι προφανές ότι σε χώρες που οι νόμοι δε διασφαλίζουν τον πολίτη και που οι αλληλεπιδράσεις του με τους άλλους διέπονται περισσότερο από το φιλότιμο, την ευαισθησία, το μεράκι και άλλα υποκειμενικά κριτήρια παρά από κανονισμούς και αρχές, η καχυποψία και η έλλειψη κοινωνικής εμπιστοσύνης είναι παράμετροι, που αναγκάζουν τους ανθρώπους να επιζητούν την άμεση ικανοποίηση παρά την προσδοκία μεγαλύτερου κέρδους αργότερα. Είναι λογικότερο, σε μια πολιτεία, που καταληστεύει τον πληθυσμό, τα αντανακλαστικά των πολιτών να είναι αμεσότερα, ανταγωνιστικότερα, οι αποφάσεις πιο εγωκεντρικές και η επιβίωση να αφορά την καθημερινότητα και όχι ένα γενικό και αόριστο πλαίσιο.

Δυστυχώς, η κρίση γεννά ανομία και οδηγεί σε επιλογές, που πρόσκαιρα μόνο διασφαλίζουν την ποιότητα ζωής. Η δυσπραγία στα πρώτα στάδιά της αλλοιώνει το χαρακτήρα ενός λαού και μιαίνει τα ήθη του. Και οι Έλληνες δεν είναι καμωμένοι για τέτοιους συμβιβασμούς.

Ζωή με πάθος

Γιατί οι άνθρωποι δεν αγαπάνε ή δεν ζούνε με πάθος; Όχι απαραίτητα με δακρύβρεχτα σενάρια εγκατάλειψης ή διεκδίκησης (δράμα), αλλά αν ρίξουμε μια ματιά γύρω μας όλα είναι λίγο ή πολύ μια ευθεία γραμμή. Γνωρίζεις κόσμο, ανταλλάσετε τηλέφωνα, όλοι είναι φορτωμένοι με δουλειές ή γεμάτοι από τραύματα και εγωισμό, κάποιος κάνει το πρώτο βήμα, βγαίνεις ραντεβού, δεν σου κάνει, ο επόμενος.
 
Όλοι το έχουμε κάνει και τελικά όλοι ξέρουμε ότι είναι ένα παιχνίδι επιβολής. Παράξενο πάντως που στο τέλος της ημέρας όλοι θέλουμε να μας αγαπήσουν και να αγαπήσουμε.
 
Γιατί όμως το πράγμα δεν αλλάζει, ενώ αυτό είναι που θέλουμε πραγματικά;
 
Γιατί δεν δίνουμε στον άλλον μια αληθινή ευκαιρία;
 
Γιατί δεν είμαστε ανοιχτοί στα αισθήματα μας και δεν δοκιμάζουμε με το ρίσκο ότι μπορεί και να πληγωθούμε; 
 
Τελικά προχωράς παρακάτω και όλοι είμαστε αναλώσιμοι. Ο επόμενος… Την επόμενη φορά θα ανοίξω τα «κουτάκια» μου και θα προσπαθήσω να είμαι ανοιχτή να νιώσω με την καρδιά και όχι να αγαπήσω με το μυαλό. Το αξίζω.
 
Γιατί όμως δεν κάνουμε τίποτα διαφορετικό μέσα στην ημέρα μας; – μήπως γιατί δεν έχουμε χρόνο. Κι αυτός ο χρόνος είναι η μόνιμη δικαιολογία ότι «δεν προλαβαίνουμε». Δηλαδή… αν είχαμε αυτό τον πολυπόθητο επιπλέον χρόνο θα κάναμε κάτι άλλο;
 
Απάντηση: δεν θα κάναμε τίποτα διαφορετικό, ακόμα και με επιπλέον χρόνο, από το να τελειώναμε τις υποχρεώσεις μου ή να γεμίζουμε την ημέρα μας με περισσότερα «πρέπει».
 
Πάθος για ζωή
Πάθος είναι να γελάς, να ζεις τη στιγμή, να αφήνεις για λίγο το μυαλό σου ήσυχο να αναπνεύσει από τα «πρέπει» και τις σκοτούρες, να έχεις «θέλω» και όχι μόνο «πρέπει», να συγκινείσαι στη φύση και με απλά πράγματα που δεν μπορεί κανείς να στα στερήσει, όπως το ηλιοβασίλεμα, ένα ζωάκι, ένα μωρό, μια ταινία, να λες στον άλλον «είμαι εδώ για σένα σήμερα» χωρίς εμμονές και φόβους, έτσι απλά.
 
Πάθος είναι να αγκαλιάζεις τους γονείς σου, όσο ακόμα τους έχεις και παρόλες τις διαφορές σας που σε έχουν πληγώσει, να τους χαμογελάς (εντάξει μετά μπορείτε και να τσακωθείτε πάλι, δεν πειράζει, και αυτό πάθος είναι). Γιατί δηλαδή να μας συγκινούν οι διαφημίσεις στην τηλεόραση (που τις σκέφτηκε επιτηδευμένα μια ομάδα έξυπνων ανθρώπων πολύ καλών στη δουλειά τους) και δεν μας συγκινεί η ζωή μας κάθε μέρα που τη φτιάχνουμε εμείς; Ας τη φτιάξουμε όσο το δυνατόν πιο κοντά στο Όνειρο.
 
Πάθος είναι η αγκαλιά με τον/την σύντροφό σου όταν κοιτάτε το παιδί σας. Πάθος είναι να ενώνεσαι με μια ομάδα ανθρώπων με κοινό στόχο. 
 
Πάθος είναι να αφήνεις το παιδί που έχεις μέσα σου να εκφραστεί, είναι δύσκολο να είσαι ενήλικας συνέχεια. Κάνε αστεία πράγματα και άσε τη σοβαροφάνεια για όταν χρειάζεται (ίσως και να μη χρειάζεται καθόλου).
 
Πάθος είναι η δημιουργία. Φτιάξε κάτι, οτιδήποτε. Με τα χέρια, με πινέλα, με τα χρήματα, με ότι μπορείς. Δημιούργησε. Δεν είναι ανάγκη να ξέρεις έναν τρόπο, απλά εκφράσου. Έχει πλάκα. Άλλαξε κάποια πράγματα στο σπίτι και στα έπιπλα, τη διαρρύθμιση, δεν είναι απαραίτητο να έχεις πολλά λεφτά. Τρόπο και διάθεση χρειάζεται. Φρόντισε  τα φυτά σου, πλύνε το αμάξι σου, πάρε διαφορετικό δρόμο προς το σπίτι σου, να επισκεφτείς ένα νέο μαγαζί (ακόμα και αν μετά ξαναπάς στο αγαπημένο σου), μαγείρεψε, ράψε, ζωγράφισε, ζήτησε βοήθεια και μοιράσου τη γνώση και τη στιγμή, δώσε λουλούδια στους ηλικιωμένους ή στους μαθητές και στους πελάτες σου (μπορείς να τα κόψεις από το δρόμο ή από γλάστρα, δεν χρειάζονται λεφτά), χόρεψε, γυμνάσου, κάνε εθελοντισμό (κάνε με οποιοδήποτε τρόπο καλό σε ανθρώπους ή ζώα), μάθε κάτι καινούργιο και τόσα άλλα πράγματα.
 
Το αποτέλεσμα θα σε ανταμείψει, γιατί το συναίσθημα που νιώθει κανείς είναι άμεσο.
 
Γιατί ενώ οι μεγαλύτεροι μας λένε οδηγίες και μας συμβουλεύουν, εμείς θα τα ανακαλύψουμε όλα με τον δικό μας τρόπο και στον δικό μας χρόνο.

Πόσα άστρα αποτυγχάνουν στη ζωή τους;

stars
Η έναρξη της ζωής ενός άστρου μπορεί να αποτελεί μια πρόκληση. Ωστόσο, νέες παρατηρήσεις δείχνουν ότι είναι πολύ πιο εύκολο στο διάστημα από ό,τι στο Χόλυγουντ. Μόνο το 14% περίπου του συνόλου των ουράνιων επίδοξων άστρων αποτυγχάνει να γίνει κανονικό άστρο, αναφέρουν τώρα οι ερευνητές.

Ουράνια αποτυχία. Το διαστημικό τηλεσκόπιο WISE ανίχνευσε αυτό το καφέ νάνο που βρίσκεται 19 έτη φωτός από τη γη.

Κατ ‘αρχήν, είναι εύκολο να συμπεράνουμε πόσα άστρα επιτυγχάνουν: μόλις συγκριθούν οι αριθμοί των κανονικών άστρων με τον αριθμό των αποτυχημένων, γνωστών και ως καφέ νάνοι. Αυτά τα αποτυχημένα σώματα γεννιούνται με λιγότερο από το 8% της μάζας του ήλιου, έτσι ώστε τα κέντρα τους, ποτέ δεν θερμαίνονται αρκετά για να στηρίξουν την πυρηνική σύντηξη του υδρογόνου-1, το ισότοπο που τροφοδοτεί τα αστέρια σαν τον ήλιο που ανήκουν στη λεγόμενη κύρια ακολουθία.

Οι περισσότεροι καφέ νάνοι καίνε υδρογόνο-2, ή δευτέριο, αλλά σύντομα το εξαντλούν, και όλες οι πυρηνικές αντιδράσεις παύουν. Όταν είναι νεαρός, ένας καφέ νάνος φαίνεται σαν κόκκινος – κυρίως από τη θερμότητα της γέννησης του – και στη συνέχεια ψύχεται και εξασθενίζει καθώς γερνά. Γι αυτό και είναι δύσκολο να βρεθεί – και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να γνωρίζουμε εάν είναι σπάνια ή άφθονα όπως τα κανονικά αστέρια.

Ο αστρονόμος J. Davy Kirkpatrick του CalTech στη Πασαντένα και οι συνεργάτες του αποφάσισαν να ρίξουν μια ματιά στα υπέρυθρα μήκη κύματος, όπου αυτά τα αντικείμενα εκπέμπουν την περισσότερη από την ακτινοβολία τους. Η ομάδα χρησιμοποίησε το διαστημικό τηλεσκόπιο WISE στις υπέρυθρες ακτίνες της NASA, που εκτοξεύτηκε στα τέλη του 2009, για την ανίχνευση καφέ νάνων κοντά στον ήλιο, μερικά από τα οποία έχουν ψυχθεί σε θερμοκρασία δωματίου.

Έτσι το WISE εντόπισε 16 καφέ νάνους μέχρι τώρα άγνωστους σε απόσταση 26 ετών φωτός από τη Γη. Όπως γράφουν οι αστρονόμοι στο Astrophysical Journal, συγκρίνοντας τον αριθμό των καφέ νάνων με τον αριθμό των κανονικών άστρων βλέπουμε ότι η ηλιακή γειτονιά μας έχει ένα αποτυχημένο άστρο σε κάθε έξι ιστορίες επιτυχίας.

«Ήταν μια έκπληξη για μένα», λέει ο Kirkpatrick, ο οποίος περίμενε να βρει πολύ περισσότερους καφέ νάνους. Αν ήταν πιο συχνοί, θα μπορούσε κάποιο τέτοιο άστρο να βρίσκεται ακόμα πιο κοντά από ό,τι το Άλφα του Κενταύρου, το κοντινότερο αστρικό σύστημα στον ήλιο.

Είναι λοιπόν πολύ λιγότερο πιθανό να πάμε να βρούμε κάποιον γειτονικό μας καφέ νάνο. Γιατί οι δύο πλησιέστεροι σε μας γνωστοί καφέ νάνοι είναι σε τροχιά γύρω από το άστρο Έψιλον Indi, ένα αστέρι 11,8 έτη φωτός μακριά μας, που είναι σχεδόν τρεις φορές πιο μακριά από τη Γη από το Άλφα του Κενταύρου.

Ο αστρονόμος Aleks Scholz στο Δουβλίνο, αναφέρει πως η νέα εκτίμηση για τον αριθμό των καφέ νάνων συμφωνεί με το αποτέλεσμα της ομάδας του, από μια πολύ όμως διαφορετική προσέγγιση: την αναζήτηση αστρικών σμηνών τόσο νεαρών, που οι καφέ νάνοι εκεί μέσα δεν είχαν το χρόνο να σβήσουν, γεγονός που καθιστά ευκολότερο τον εντοπισμό τους. Αυτός και άλλοι αστρονόμοι έχουν βρει περίπου μια αναλογία μεταξύ 1:5 μεταξύ καφέ νάνων και κανονικών άστρων.

Ωστόσο, ο αστρονόμος Todd Henry από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο στην Ατλάντα είναι επικριτικός στο συμπέρασμα της νέας έρευνας. «Νομίζω ότι είναι πρόωρο», λέει ο Todd Henry, ο οποίος υποψιάζεται ότι πολλοί από τους καφέ νάνους που έχει βρει το WISE είναι πιο μακριά από τη Γη από αυτό που νομίζουμε. Αυτό θα σημαίνει ότι είναι λιγότεροι από ό, τι οι ερευνητές υπολόγισαν, πιστεύει ο Henry και ο λόγος του καφέ νάνων προς τα κανονικά αστέρια θα μπορούσε να είναι ανάμεσα στο 1:5 και 1:20

Τελικά υπήρξαν στον Άρη σε πρώτη φάση οι θεμελιώδεις χημικές προϋποθέσεις για τη ζωή

Carbon-Based-Chemistry-Can-Take-Place-on-Mars
Αστροβιολόγοι από το Ίδρυμα Carnegie έχουν πρόσφατα διαπιστώσει ότι μπορεί να υπάρξει στην επιφάνεια του Κόκκινου Πλανήτη σύνθετη χημεία με βάση τον άνθρακα. Το αν αυτό ή όχι συνεχίζει να συμβαίνει εκεί πάνω μέχρι τώρα δεν είναι ακόμα σαφές.

Αυτός ο βράχος ηλικίας 4.5 δισεκατομμυρίων ετών, ο μετεωρίτης ALH84001, είναι ένας από τους 10 βράχους από τον Άρη στους οποίους ερευνητές έχουν βρει ενώσεις με οργανικό άνθρακα που έχει προέλευση τον ίδιο τον Άρη δίχως την εμπλοκή οποιαδήποτε μορφή ζωής

Η έρευνα βασίστηκε σε μια σειρά από μετεωρίτες που ήρθαν εδώ στη Γη από τον Άρη. Οι δύο πλανήτες είναι γνωστό ότι έχουν αντάλλαξαν βράχους και άλλα υλικά με πάροδο του χρόνου. Αυτό που είναι άκρως ενδιαφέρον στη νέα μελέτη είναι ότι οι μετεωρίτες του Άρη που η ομάδα ερεύνησε μπορεί να υποστηρίξουν μακρομόρια.

Πρόκειται για πολύ μεγάλα μόρια που περιέχουν άνθρακα, υδρογόνο και περιλαμβάνουν και άλλες χημικές ουσίες. Είναι σημαντικό να σημειωθεί εδώ ότι κανένα από τα μόρια που βρήκε η ομάδα του Carnegie ήταν βιολογικής προέλευσης.

Έτσι αποκλείστηκε η πιθανότητα (που είχαν προβάλει άλλοι επιστήμονες) ότι οι οργανικές ενώσεις του άνθρακα στους αρειανούς μετεωρίτες «μολύνθηκαν» από το γήινο περιβάλλον μετά την είσοδό τους σε αυτό.

Ο άνθρακας των αρειανών μετεωριτών πιστεύεται ότι προέρχεται από παλαιότερη ηφαιστειακή δραστηριότητα στον Άρη και ειδικότερα από τη δημιουργία των πετρωμάτων κατά την ψύξη του μάγματος και όχι από αρχαία αρειανά μικρόβια (κάτι για το οποίο πάντα ελπίζουν οι αστροβιολόγοι).

Σύμφωνα με τους αμερικανούς ερευνητές, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του πλανήτη στο έδαφός του βρίσκονται σε εξέλιξη διαδικασίες οργανικής χημείας, οι οποίες – τουλάχιστον στη Γη – αποτελούν το υπόβαθρο για την ανάδυση της ζωής. Ο άνθρακας, σε συνδυασμό με το υδρογόνο, το οξυγόνο, το άζωτο και άλλα στοιχεία, δημιουργεί τα οργανικά μόρια της ζωής.

Οι ερευνητές προσδιόρισαν μόρια άνθρακα που είχαν αναχθεί, καθώς, τα οποία αποτελούνται από άνθρακα, που δεσμεύονται είτε με τα ίδια άτομα, ή με υδρογόνο. Αυτή η ανακάλυψη θα επιτρέψει στους επιστήμονες να αποκτήσουν μια καλύτερη κατανόηση του τι η χημεία του γειτονικού μας κόσμου είναι ικανή να κάνει.

Λεπτομέρειες της νέας μελέτης που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Science Express.

«Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι η αποθήκευση των αναχθέντων μορίων του άνθρακα στον Άρη εμφανίστηκε σε όλη την ιστορία του πλανήτη και θα μπορούσε να είναι παρόμοια με τις διαδικασίες που έλαβαν χώρα στην αρχαία Γη», εξηγεί ο ερευνητής Andrew Steele, ο επικεφαλής συγγραφέας της νέας δημοσίευσης.

Όπως δήλωσε ο Steele, η νέα έρευνα απαντά πλέον με βεβαιότητα καταφατικά στο πρωταρχικό ερώτημα κατά πόσο υπήρξαν στον Άρη σε πρώτη φάση οι θεμελιώδεις χημικές προϋποθέσεις για τη ζωή. Το επόμενο ζωτικό ερώτημα, που μένει να απαντηθεί και προς το οποίο στρέφεται πλέον η έρευνα, είναι αν η ζωή όντως αναδύθηκε κάποια στιγμή στον γειτονικό πλανήτη και τι απέγινε στην πορεία.

"Η κατανόηση της γένεσης των εν λόγω μη βιολογικών μορίων, που περιέχουν άνθρακα στον Άρη είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη μελλοντικών αποστολών ώστε να εντοπιστούν αποδεικτικά στοιχεία της ζωής στον γειτονικό πλανήτη μας," συνέχισε ο Steele.

Βεβαίως αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που Αρειανοί μετεωρίτες μας αποκάλυψαν μεγάλες αλυσίδες από άνθρακα και υδρογόνο. Ωστόσο, μαίνεται η συζήτηση στην επιστημονική κοινότητα σχετικά με το αν αυτά τα μόρια σχηματίζονται στο εσωτερικό των μετεωριτών, ή πράγματι ήρθαν από την επιφάνεια του πλανήτη.

Η επόμενη επιστημονική αποστολή στον Άρη, το νέο όχημα τύπου ρόβερ «Mars Science Laborarory» (γνωστό και ως «Curiosity»), που προγραμματίζεται να φθάσει στον πλανήτη φέτος τον Αύγουστο, ελπίζεται ότι θα ρίξει περισσότερο φως πάνω στο ζήτημα, το οποίο σχετίζεται με ένα ερώτημα που ταλανίζει τους ανθρώπους: «Είμαστε τελικά η μόνη μορφή ζωής στο σύμπαν;»

Το τηλεσκόπιο Gemini φωτογράφισε το μυστηριώδες νεφέλωμα Sharpless 2-71

nebula_sharplessΜια καταπληκτική εικόνα ενός μυστηριώδους νεφελώματος κατέγραψε το τηλεσκόπιο Gemini που βρίσκεται στη Χαβάη. Το νεφέλωμα Sharpless 2-71 βρίσκεται στον αστερισμό του Αετού σε απόσταση 3.260 ετών φωτός από τη Γη και ανήκει στην κατηγορία των πλανητικών νεφελωμάτων.
 
Τα πλανητικά νεφελώματα
Παρά το όνομα τους αυτά τα πλανητικά νεφελώματα δεν σχετίζονται με πλανήτες. Δημιουργούνται όταν ένα άστρο όπως ο ήλιος μας μπαίνει στην τελική φάση της ζωής του με τα «καύσιμα» του (κυρίως το υδρογόνο) να εξαντλούνται. όταν συμβαίνει αυτό τα εξωτερικά στρώματα του άστρου διαστέλλονται και η θερμοκρασία τους πέφτει δραστικά δημιουργώντας ένα τεράστιο νέφος σκόνης και αερίων. Η ακτινοβολία που εκπέμπεται από το άστρο ιονίζει το νεφέλωμα κάνοντας το να λάμπει.
 
Το Sharpless 2-71
Το Sharpless 2-71 είχε εντοπιστεί πριν από μερικές δεκαετίες – συγκεκριμένα το 1946 από τον Rudolph Minkowski -και οι επιστήμονες θεωρούσαν ότι ήταν προϊόν ενός λαμπρού άστρου το οποίο έχει μπει στη φάση της κατάρρευσης και στην φωτογραφία εικονίζεται στο κέντρο της.
 
Όμως νέες παρατηρήσεις οδηγούν στην εκτίμηση ότι δημιουργός του νεφελώματος δεν είναι αυτό το λαμπρό άστρο αφού η ακτινοβολία που εκπέμπει δεν είναι τόσο ισχυρή ώστε να το ιονίζει και να το κάνει να λάμπει τόσο έντονα. Ομάδα ειδικών του Πανεπιστημίου Macquarie στο Σύδνεϋ υποστηρίζει ότι «πατέρας» του Sharpless 2-71 είναι ένα άλλο άστρο, το οποίο είναι λιγότερο λαμπρό και εκπέμπει ένα γαλάζιο φως.
 
«Η χαοτική μορφολογία του Sharpless 2-71 δείχνει ότι είναι προϊόν μιας εξαιρετικά περίπλοκης κοσμικής διεργασίας» αναφέρει ο Luis Miranda, του Ινστιτούτου Αστροφυσικής της Ανδαλουσίας στην Ισπανία ο οποίος δεν ήταν μέλος της ερευνητικής ομάδας αλλά έχει μελετήσει διεξοδικά το συγκεκριμένο νεφέλωμα.

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Φιλίππου α΄ (4) (1-12)

Οἱ καιροὶ οὐ μενετοί

Ο πρώτος λόγος Κατά Φιλίππου εκφωνήθηκε πιθανότατα το 349 π.Χ.. Ο Φίλιππος, από το 357 π.Χ., όταν κατέλαβε την Αμφίπολη, βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Αθηναίους, την παρουσία και την επιρροή των οποίων στη βόρεια Ελλάδα είχε καταφέρει ενδιαμέσως να συρρικνώσει ουσιαστικά, ενώ παράλληλα είχε διεισδύσει προς τον Νότο. Λίγο πριν από την εκφώνηση του λόγου, είχε αναμιχθεί αποφασιστικά στα πράγματα της Θράκης και πολιορκούσε το Ηραίο τείχος στα βόρεια της Προποντίδας. Η πολιορκία αυτή και ο έλεγχος των ζωτικής σημασίας για τις αθηναϊκές εισαγωγές Στενών φαίνεται ότι σήμανε συναγερμό στην Αθήνα. Ο Δημοσθένης επικρίνει τους Αθηναίους για την τακτική που ακολούθησαν έως τώρα, αλλά δεν θεωρεί την υπόθεση χαμένη, αν αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος. Προτείνει να συγκροτηθούν -με τη συμμετοχή τουλάχιστον κατά 1/4 και Αθηναίων πολιτών- δύο στρατιωτικά σώματα, τα οποία θα παρενοχλούν τον Φίλιππο στην ξηρά και θα του επιτίθενται στη χώρα του με ναυτική δύναμη, ώστε να του αφαιρέσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων. Καταθέτει επίσης εισήγηση για την εξασφάλιση χρημάτων.
--------------------
[1] Εἰ μὲν περὶ καινοῦ τινος πράγματος προυτίθετ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, λέγειν, ἐπισχὼν ἂν ἕως οἱ πλεῖστοι τῶν εἰωθότων γνώμην ἀπεφήναντο, εἰ μὲν ἤρεσκέ τί μοι τῶν ὑπὸ τούτων ῥηθέντων, ἡσυχίαν ἂν ἦγον, εἰ δὲ μή, τότ᾽ ἂν καὐτὸς ἐπειρώμην ἃ γιγνώσκω λέγειν· ἐπειδὴ δ᾽ ὑπὲρ ὧν πολλάκις εἰρήκασιν οὗτοι πρότερον συμβαίνει καὶ νυνὶ σκοπεῖν, ἡγοῦμαι καὶ πρῶτος ἀναστὰς εἰκότως ἂν συγγνώμης τυγχάνειν. εἰ γὰρ ἐκ τοῦ παρεληλυθότος χρόνου τὰ δέονθ᾽ οὗτοι συνεβούλευσαν, οὐδὲν ἂν ὑμᾶς νῦν ἔδει βουλεύεσθαι.

[2] Πρῶτον μὲν οὖν οὐκ ἀθυμητέον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῖς παροῦσι πράγμασιν, οὐδ᾽ εἰ πάνυ φαύλως ἔχειν δοκεῖ. ὃ γάρ ἐστι χείριστον αὐτῶν ἐκ τοῦ παρεληλυθότος χρόνου, τοῦτο πρὸς τὰ μέλλοντα βέλτιστον ὑπάρχει. τί οὖν ἐστι τοῦτο; ὅτι οὐδέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τῶν δεόντων ποιούντων ὑμῶν κακῶς τὰ πράγματ᾽ ἔχει· ἐπεί τοι, εἰ πάνθ᾽ ἃ προσῆκε πραττόντων οὕτως εἶχεν, οὐδ᾽ ἂν ἐλπὶς ἦν αὐτὰ βελτίω γενέσθαι.

[3] ἔπειτ᾽ ἐνθυμητέον καὶ παρ᾽ ἄλλων ἀκούουσι καὶ τοῖς εἰδόσιν αὐτοῖς ἀναμιμνῃσκομένοις, ἡλίκην ποτ᾽ ἐχόντων δύναμιν Λακεδαιμονίων, ἐξ οὗ χρόνος οὐ πολύς, ὡς καλῶς καὶ προσηκόντως οὐδὲν ἀνάξιον ὑμεῖς ἐπράξατε τῆς πόλεως, ἀλλ᾽ ὑπεμείναθ᾽ ὑπὲρ τῶν δικαίων τὸν πρὸς ἐκείνους πόλεμον. τίνος οὖν εἵνεκα ταῦτα λέγω; ἵν᾽ ἴδητ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ θεάσησθε, ὅτι οὐδὲν οὔτε φυλαττομένοις ὑμῖν ἐστιν φοβερόν, οὔτ᾽, ἂν ὀλιγωρῆτε, τοιοῦτον οἷον ἂν ὑμεῖς βούλοισθε, παραδείγμασι χρώμενοι τῇ τότε ῥώμῃ τῶν Λακεδαιμονίων, ἧς ἐκρατεῖτ᾽ ἐκ τοῦ προσέχειν τοῖς πράγμασι τὸν νοῦν, καὶ τῇ νῦν ὕβρει τούτου, δι᾽ ἣν ταραττόμεθ᾽ ἐκ τοῦ μηδὲν φροντίζειν ὧν ἐχρῆν.

[4] εἰ δέ τις ὑμῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δυσπολέμητον οἴεται τὸν Φίλιππον εἶναι, σκοπῶν τό τε πλῆθος τῆς ὑπαρχούσης αὐτῷ δυνάμεως καὶ τὸ τὰ χωρία πάντ᾽ ἀπολωλέναι τῇ πόλει, ὀρθῶς μὲν οἴεται, λογισάσθω μέντοι τοῦθ᾽, ὅτι εἴχομέν ποθ᾽ ἡμεῖς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, Πύδναν καὶ Ποτείδαιαν καὶ Μεθώνην καὶ πάντα τὸν τόπον τοῦτον οἰκεῖον κύκλῳ, καὶ πολλὰ τῶν μετ᾽ ἐκείνου νῦν ὄντων ἐθνῶν αὐτονομούμενα κἀλεύθερ᾽ ὑπῆρχε, καὶ μᾶλλον ἡμῖν ἐβούλετ᾽ ἔχειν οἰκείως ἢ ᾽κείνῳ.

[5] εἰ τοίνυν ὁ Φίλιππος τότε ταύτην ἔσχε τὴν γνώμην, ὡς χαλεπὸν πολεμεῖν ἐστιν Ἀθηναίοις ἔχουσι τοσαῦτ᾽ ἐπιτειχίσματα τῆς αὑτοῦ χώρας ἔρημον ὄντα συμμάχων, οὐδὲν ἂν ὧν νυνὶ πεποίηκεν ἔπραξεν οὐδὲ τοσαύτην ἐκτήσατ᾽ ἂν δύναμιν. ἀλλ᾽ εἶδεν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦτο καλῶς ἐκεῖνος, ὅτι ταῦτα μέν ἐστιν ἅπαντα τὰ χωρί᾽ ἆθλα τοῦ πολέμου κείμεν᾽ ἐν μέσῳ, φύσει δ᾽ ὑπάρχει τοῖς παροῦσι τὰ τῶν ἀπόντων, καὶ τοῖς ἐθέλουσι πονεῖν καὶ κινδυνεύειν τὰ τῶν ἀμελούντων.

[6] καὶ γάρ τοι ταύτῃ χρησάμενος τῇ γνώμῃ πάντα κατέστραπται καὶ ἔχει, τὰ μὲν ὡς ἂν ἑλών τις ἔχοι πολέμῳ, τὰ δὲ σύμμαχα καὶ φίλα ποιησάμενος· καὶ γὰρ συμμαχεῖν καὶ προσέχειν τὸν νοῦν τούτοις ἐθέλουσιν ἅπαντες, οὓς ἂν ὁρῶσι παρεσκευασμένους καὶ πράττειν ἐθέλοντας ἃ χρή.

[7] ἂν τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ὑμεῖς ἐπὶ τῆς τοιαύτης ἐθελήσητε γενέσθαι γνώμης νῦν, ἐπειδήπερ οὐ πρότερον, καὶ ἕκαστος ὑμῶν, οὗ δεῖ καὶ δύναιτ᾽ ἂν παρασχεῖν αὑτὸν χρήσιμον τῇ πόλει, πᾶσαν ἀφεὶς τὴν εἰρωνείαν ἕτοιμος πράττειν ὑπάρξῃ, ὁ μὲν χρήματ᾽ ἔχων εἰσφέρειν, ὁ δ᾽ ἐν ἡλικίᾳ στρατεύεσθαι, — συνελόντι δ᾽ ἁπλῶς ἂν ὑμῶν αὐτῶν ἐθελήσητε γενέσθαι, καὶ παύσησθ᾽ αὐτὸς μὲν οὐδὲν ἕκαστος ποιήσειν ἐλπίζων, τὸν δὲ πλησίον πάνθ᾽ ὑπὲρ αὐτοῦ πράξειν, καὶ τὰ ὑμέτερ᾽ αὐτῶν κομιεῖσθ᾽, ἂν θεὸς θέλῃ, καὶ τὰ κατερρᾳθυμημένα πάλιν ἀναλήψεσθε, κἀκεῖνον τιμωρήσεσθε.

[8] μὴ γὰρ ὡς θεῷ νομίζετ᾽ ἐκείνῳ τὰ παρόντα πεπηγέναι πράγματ᾽ ἀθάνατα, ἀλλὰ καὶ μισεῖ τις ἐκεῖνον καὶ δέδιεν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ φθονεῖ, καὶ τῶν πάνυ νῦν δοκούντων οἰκείως ἔχειν· καὶ ἅπανθ᾽ ὅσα περ κἀν ἄλλοις τισὶν ἀνθρώποις ἔνι, ταῦτα κἀν τοῖς μετ᾽ ἐκείνου χρὴ νομίζειν ἐνεῖναι. κατέπτηχε μέντοι πάντα ταῦτα νῦν, οὐκ ἔχοντ᾽ ἀποστροφὴν διὰ τὴν ὑμετέραν βραδυτῆτα καὶ ῥᾳθυμίαν· ἣν ἀποθέσθαι φημὶ δεῖν ἤδη.

[9] ὁρᾶτε γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸ πρᾶγμα, οἷ προελήλυθ᾽ ἀσελγείας ἅνθρωπος, ὃς οὐδ᾽ αἵρεσιν ὑμῖν δίδωσι τοῦ πράττειν ἢ ἄγειν ἡσυχίαν, ἀλλ᾽ ἀπειλεῖ καὶ λόγους ὑπερηφάνους, ὥς φασι, λέγει, καὶ οὐχ οἷός ἐστιν ἔχων ἃ κατέστραπται μένειν ἐπὶ τούτων, ἀλλ᾽ ἀεί τι προσπεριβάλλεται καὶ κύκλῳ πανταχῇ μέλλοντας ἡμᾶς καὶ καθημένους περιστοιχίζεται.

[10] πότ᾽ οὖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πόθ᾽ ἃ χρὴ πράξετε; ἐπειδὰν τί γένηται; ἐπειδὰν νὴ Δί᾽ ἀνάγκη τις ᾖ. νῦν δὲ τί χρὴ τὰ γιγνόμεν᾽ ἡγεῖσθαι; ἐγὼ μὲν γὰρ οἴομαι τοῖς ἐλευθέροις μεγίστην ἀνάγκην τὴν ὑπὲρ τῶν πραγμάτων αἰσχύνην εἶναι. ἢ βούλεσθ᾽, εἰπέ μοι, περιιόντες αὑτῶν πυνθάνεσθαι, «λέγεταί τι καινόν;» γένοιτο γὰρ ἄν τι καινότερον ἢ Μακεδὼν ἀνὴρ Ἀθηναίους καταπολεμῶν καὶ τὰ τῶν Ἑλλήνων διοικῶν; «τέθνηκε Φίλιππος;»

[11] «οὐ μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ἀσθενεῖ.» τί δ᾽ ὑμῖν διαφέρει; καὶ γὰρ ἂν οὗτός τι πάθῃ, ταχέως ὑμεῖς ἕτερον Φίλιππον ποιήσετε, ἄνπερ οὕτω προσέχητε τοῖς πράγμασι τὸν νοῦν· οὐδὲ γὰρ οὗτος παρὰ τὴν αὑτοῦ ῥώμην τοσοῦτον ἐπηύξηται ὅσον παρὰ τὴν ἡμετέραν ἀμέλειαν.

[12] καίτοι καὶ τοῦτο· εἴ τι πάθοι καὶ τὰ τῆς τύχης ἡμῖν, ἥπερ ἀεὶ βέλτιον ἢ ἡμεῖς ἡμῶν αὐτῶν ἐπιμελούμεθα, καὶ τοῦτ᾽ ἐξεργάσαιτο, ἴσθ᾽ ὅτι πλησίον μὲν ὄντες, ἅπασιν ἂν τοῖς πράγμασιν τεταραγμένοις ἐπιστάντες ὅπως βούλεσθε διοικήσαισθε, ὡς δὲ νῦν ἔχετε, οὐδὲ διδόντων τῶν καιρῶν Ἀμφίπολιν δέξασθαι δύναισθ᾽ ἄν, ἀπηρτημένοι καὶ ταῖς παρασκευαῖς καὶ ταῖς γνώμαις.

***
ΠΡΟΟΙΜΙΟ (§ 1)
[1] Αθηναίοι, αν ήταν να μιλήσει κανείς για κάποιο καινούργιο ζήτημα, θα περίμενα έως ότου έλεγαν τη γνώμη τους οι περισσότεροι από τους συνήθεις ομιλητές. Και αν θα μου άρεζε κάτι απ᾽ όσα θα έλεγαν, θα καθόμουνα στην ησυχία μου· αλλιώς, θα προσπαθούσα τότε και εγώ να πω τη γνώμη μου. Επειδή όμως συμβαίνει να εξετάζετε και σήμερα πράγματα για τα οποία αυτοί πολλές φορές έχουν μιλήσει και στο παρελθόν, νομίζω πως εύλογα θα με συγχωρήσετε, αν σηκωθώ εγώ πρώτος· γιατί, αν στο παρελθόν σας είχαν συμβουλεύσει αυτοί όσα έπρεπε, δεν θα χρειαζόταν καθόλου να τα συζητάτε εσείς τώρα.

ΔΙΗΓΗΣΗ (§§ 2-12)
[2] Κατά πρώτον λοιπόν, Αθηναίοι, δεν πρέπει να σας απογοητεύει η σημερινή κατάσταση, έστω και αν σας φαίνεται ότι είναι πάρα πολύ κακή. Γιατί αυτό που από τη σκοπιά του παρελθόντος ήταν το χειρότερο, αυτό το ίδιο αποτελεί την καλύτερη προϋπόθεση για τις μελλοντικές μας υποθέσεις. Ποιο λοιπόν είναι αυτό; Ότι η κατάσταση είναι κακή, επειδή, Αθηναίοι, δεν κάνατε τίποτε από όσα έπρεπε· γιατί ασφαλώς, αν η κατάσταση βρισκόταν σ᾽ αυτή την κατάντια, ενώ εσείς θα είχατε κάνει όλα όσα έπρεπε, δε θα υπήρχε ελπίδα να καλυτερέψει.

[3] Έπειτα, και όσοι από άλλους τα έχετε ακουστά και όσοι έχετε ιδίαν αντίληψη και τα κρατάτε ακόμη στη μνήμη σας, θυμηθείτε πόσο μεγάλη δύναμη είχαν κάποτε οι Λακεδαιμόνιοι —και δεν είναι πολύς καιρός— και πως στο όνομα της τιμής και του καθήκοντος παίξατε έναν ρόλο αντάξιο του ονόματος της πόλης και χάριν του δικαίου δεχτήκατε να πολεμήσετε εναντίον τους. Για ποιο λόγο τα λέω αυτά; Για να συνειδητοποιήσετε, Αθηναίοι, και να δείτε με τα ίδια σας τα μάτια ότι ούτε, όταν φυλάγεστε, έχετε να αντιμετωπίσετε κάτι φοβερό, αλλ᾽ ούτε, αν ολιγωρείτε, θα έχετε τέτοιο αποτέλεσμα που θα θέλατε, έχοντας ως παραδείγματα αφενός την τότε ισχύ των Λακεδαιμονίων που καταβάλατε, γιατί είχατε στρέψει το ενδιαφέρον σας στα πράγματα, αφετέρου τη σημερινή αλαζονεία αυτού του ανθρώπου, εξαιτίας της οποίας τώρα ταραζόμαστε, γιατί δε φροντίζαμε για τίποτε απ᾽ όσα είχαμε υποχρέωση.

[4] Αν όμως, Αθηναίοι, κάποιος από σας υποθέτει ότι ο Φίλιππος δύσκολα αντιμετωπίζεται με πόλεμο, κρίνοντας από τη μεγάλη δύναμη που διαθέτει και από το γεγονός ότι έχουν χαθεί για την πόλη όλες οι οχυρές της θέσεις, σωστά φυσικά το υποθέτει. Αλλ᾽ ας αναλογισθεί και τούτο, ότι κάποτε και εμείς, Αθηναίοι, είχαμε την Πύδνα, την Ποτίδαια, τη Μεθώνη και όλη την γύρω περιοχή φιλική, και ότι πολλά έθνη που τώρα είναι υπό την εξουσία εκείνου ήταν αρχικά αυτόνομα και ελεύθερα και θα επιθυμούσαν να έχουν φιλικές σχέσεις μ᾽ εμάς μάλλον παρά με εκείνον.

[5] Αν λοιπόν ο Φίλιππος είχε καταλήξει τότε στο συμπέρασμα ότι είναι δύσκολο γι᾽ αυτόν να πολεμεί εναντίον των Αθηναίων, επειδή κατείχαν τόσες οχυρές θέσεις μέσα στη χώρα του, απογυμνωμένος ο ίδιος από συμμάχους, δεν θα κατόρθωνε τίποτε απ᾽ όσα τώρα έχει κάνει, και ούτε θα είχε αποκτήσει τόσο μεγάλη δύναμη. Εκείνος όμως, Αθηναίοι, διέκρινε καθαρά τούτο, ότι όλες αυτές οι θέσεις είναι έπαθλα του πολέμου κοινά για όλους και ότι εκ φύσεως η περιουσία των απόντων ανήκει στους παρόντες και η περιουσία των αμελών σ᾽ όσους είναι διατεθειμένοι να κοπιάζουν και να κινδυνεύουν.

[6] Πράγματι, ακολουθώντας αυτήν την αρχή έχει υποτάξει τα πάντα και τα κατέχει, άλλα όπως θα τα κατείχε κάποιος, αν τα κυρίευε με πόλεμο, και άλλα καθιστώντας τα φιλικά και σύμμαχα. Καθόσον όλοι οι άνθρωποι θέλουν να είναι σύμμαχοι και να στρέφουν το ενδιαφέρον τους σε όσους βλέπουν να είναι προετοιμασμένοι και διατεθειμένοι να κάνουν όσα πρέπει.

[7] Αν λοιπόν, Αθηναίοι, θελήσετε να ακολουθήσετε μια τέτοια τακτική σήμερα, μια και στο παρελθόν δεν το κάνατε, και αν ο καθένας σας, αφήνοντας τις υπεκφυγές, είναι πρόθυμος να προσφέρει τις υπηρεσίες του όπου χρειάζεται και όπου θα μπορούσε να παράσχει τον εαυτό του χρήσιμο στην πόλη, όποιος έχει χρήματα να εισφέρει, όποιος είναι σε ηλικία στράτευσης να στρατευθεί, και γενικά, αν θελήσετε να στηριχθείτε στον εαυτό σας και πάψετε να ελπίζετε ότι ο καθένας σας προσωπικά δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε, αλλ᾽ ότι όλα γι᾽ αυτόν θα τα κάνει ο γείτονάς του, τότε, αν το θέλει ο θεός, και θα πάρετε πίσω ό,τι σας ανήκει και θα ανακτήσετε όσα έχετε χάσει από τη ραθυμία σας, και εκείνον θα εκδικηθείτε.

[8] Γιατί μη νομίζετε ότι η σημερινή κατάσταση έχει παγιωθεί γι᾽ αυτόν σαν να ήταν θεός, ώστε να μην μπορεί ν᾽ αλλάξει. Αλλά κάποιοι και τον μισούν και τον φοβούνται, Αθηναίοι, και τον φθονούν, ακόμη και από εκείνους που φαίνονται πως είναι εντελώς δικοί του άνθρωποι. Και όλα όσα ακριβώς είναι κρυμμένα στις καρδιές μερικών άλλων ανθρώπων, τα ίδια πρέπει να νομίζετε ότι κρύβονται και στις καρδιές εκείνων που είναι μαζί του. Τώρα όμως όλα αυτά τα πάθη είναι καταπιεσμένα, γιατί δεν έχουν διέξοδο, εξαιτίας της δικής σας βραδύτητας και ραθυμίας, που φρονώ ότι πρέπει πια να την αποβάλετε.

[9] Βλέπετε την κατάσταση, Αθηναίοι, βλέπετε δηλαδή σε ποιο σημείο αναίδειας έχει προχωρήσει ο άνθρωπος, που δεν σας δίνει επιλογή να δράσετε ή να ησυχάζετε, αλλά σας απειλεί και εκστομίζει λόγια γεμάτα αλαζονεία, όπως διαδίδουν, και δεν είναι διατεθειμένος, έχοντας όσα μέρη έχει υποτάξει, να αρκεσθεί σ᾽ αυτά, αλλά όλο και κάτι καινούργιο προσθέτει στα παλαιά και ολόγυρα από παντού, καθώς αναβάλλουμε και αδρανούμε, μας περισφίγγει στον κλοιό του.

[10] Πότε λοιπόν, Αθηναίοι, πότε θα κάνετε όσα πρέπει; Όταν θα γίνει τι; Όταν, μα τον Δία, εξαναγκασθείτε. Αυτά όμως που συμβαίνουν τώρα πώς πρέπει να τα κρίνουμε; Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι ο μεγαλύτερος εξαναγκασμός για ελεύθερους ανθρώπους είναι το αίσθημα της ντροπής για την κατάστασή τους. Πείτε μου, θέλετε μήπως να τρέχετε εδώ και εκεί και να ζητάτε να μάθετε ο ένας από τον άλλον «λέγεται κάτι καινούργιο»; Μα είναι δυνατόν να υπάρχει πιο σπουδαίο νέο από το ότι ένας Μακεδόνας έχει κατατροπώσει τους Αθηναίους και ρυθμίζει τα πράγματα των Ελλήνων;

[11] «Πέθανε ο Φίλιππος;» «Όχι, μα τον Δία, αλλά είναι άρρωστος». Τι σας ωφελεί αυτό, αφού, και αν ακόμη αυτός πάθει κάτι, γρήγορα εσείς θα δημιουργήσετε έναν δεύτερο Φίλιππο, αν βέβαια τέτοιο είναι το ενδιαφέρον σας για την κατάσταση; Γιατί αυτός δεν έγινε τόσο μεγάλος με τη δική του δύναμη όσο εξαιτίας της δικής σας αμέλειας.

[12] Ας υποθέσουμε όμως και τούτο: αν πάθει κάτι ο Φίλιππος και αν η Τύχη, που πάντοτε φροντίζει καλύτερα για μας απ᾽ ό,τι εμείς για τον εαυτό μας, φέρει για μας αυτό το αποτέλεσμα, να είστε σίγουροι ότι, αν βρεθείτε κοντά στα γεγονότα, επωφελούμενοι από τη γενική αναταραχή, θα ρυθμίσετε τα πράγματα όπως εσείς θέλετε. Στην κατάσταση όμως που είστε σήμερα, δε θα μπορούσατε, και αν ακόμη οι περιστάσεις σας έδιναν την Αμφίπολη, να τη δεχθείτε, ανέτοιμοι καθώς είστε και στις πολεμικές προετοιμασίες και στα σχέδια.