Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για πεισιστρατοσ τυραννοσ         1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
 
        Η Πλατωνική σκέψη ωρίμασε σε μια εποχή που τα παραδοσιακά πολιτικά πρότυπα οδηγούνταν σε αναπόφευκτη παρακμή και η φιλοσοφία βρισκόταν σε σχέση έντασης με την εμπειρική πραγματικότητα. Είχε ήδη προηγηθεί ο θά­νατος του Σωκράτη1 που επιβεβαίωνε τα αδιέξοδα της δεσπόζουσας τάσης στην τοτινή κοινωνία και θεμελίωνε οντολογικά τη φιλοσοφία ως άρνηση της ενδοκοσμικής κατάφασης. Η άμεση ζωή δεν είχε να προσφέρει τίποτε άλλο από ματαιοδοξία, κακότητα, μηδενισμό και αβάσταχτο διχασμό. Η εξουσία της μετριότητας ισχυροποιούσε τις θέσεις της και εδραίωνε μια πολιτική πραγματικότητα κλειστή και προκλητική.
 
        Η σχέση του Πλάτωνα με μια τέτοια πραγματικότητα ήταν κατ' εξοχήν αν-τινομική: Από τη μια πλευρά συνέδεε το νόημα της ζωής του με ένα ανώτερο προορισμό, ο οποίος υπερέβαινε τη δεσμευτική απορρόφηση στα καθ' έκαστα της τρέχουσας κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας και εννοούσε να υπα­κούει στη λογική της φιλοσοφικής γνώσης· από την άλλη όμως διαπίστωνε πως η φιλοσοφική γνώση δεν μπορεί να ευδοκιμήσει μόνο μέσα σε ένα υπέρ-κοσμο και μέσω της αναζήτησης αυτού του υπέρκοσμου να φτάσει, έτσι απλά, στην αξιωματική της ακεραίωση. Γι' αυτό, ο ίδιος δεν αρκούνταν στη διατύ­πωση λογικών προτάσεων, αλλά θεωρούσε ως βασική προϋπόθεση της φιλο­σοφικής γνώσης τη "μακρόχρονη κοινή αναζήτηση της ουσίας του πράγματος και την αδιάκοπη ενασχόληση με αυτό"2, δηλ. την επιστημονικά θεμελιωμένη δράση του σκεπτόμενου ανθρώπου. ' Ετσι οδηγούνταν, μέσω της φιλοσοφίας, στην αναγνώριση της αναγκαιότητας να συνδεθεί με την άμεση πραγματικότη­τα του ανθρώπου και με απόλυτη αυτογνωσία να ερευνήσει τα όρια τόσο του αντικειμένου όσο και του φιλοσοφούντος υποκειμένου.
 
        Αυτό σημαίνει πως δεν μπορούσε να αγγείλει μια νέα αντίληψη για την πολιτεία του ανθρώπου, χωρίς να έχει καταγγείλει ολοκληρωτικά την ανικα­νότητα των υφισταμένων κοινωνικοπολιτικών δομών3: Αντικρίζοντας το Σωκράτη ως την υποστασιοποίηση του λόγου και της αρετής, βίωσε την κατα­δίκη του σε θάνατο ως τη φανέρωση μιας απόλυτης διάστασης ανάμεσα στο ανθρώπινο άτομο και την κοινωνικοπολιτική του εκδήλωση4. Διέγνωσε τελι­κά πως η δημιουργική σύνθεση της συνειδητής-έλλογης παρουσίας του ατό­μου με την τέχνη της πολιτικής και με τη συλλογική έκφραση της τελευταίας στο μόρφωμα της υφιστάμενης πολιτείας δεν νομιμοποιούνταν πια ως πηγή έμπνευσης, αλλά είχε εκφυλιστεί σε ένα είδωλο εξουσίας, που επικαλούνταν την ελευθερία και στην πράξη παρήγε την αδικία5. Πρόκειται, γενικώς ειπείν, για την τραγωδία που ζη το ανθρώπινο άτομο, όταν συνειδητοποιεί την ανυ­πέρβλητη κρίση της πολιτικής όχι απλώς σαν ένα κακό που του συντυχαίνει, αλλά σαν κρίση των ανθρώπινων αξιών και της ίδιας της ζωής. Η αρμονία δεν μπορούσε πλέον να υπάρχει, για τους πολλούς, παρά μόνο σαν έριδα ή, για τους πολιτικούς λειτουργούς, σαν τεχνητή συμφιλίωση αντιθετικών τάσε­ων, οι οποίες ανά πάσα στιγμή ήταν έτοιμες να εκραγούν 6. ' Εχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα φαινόμενο, το οποίο, ιστορικά ιδωμένο, παραπέμπει σε μια κοινωνία που επιστρατεύει όλες τις δυνάμεις της για να αυτοδιαλυθεί. Αφορά συνεπώς την οντολογική ρίζα του ανθρώπου και ως τέτοιο θα προ­σπαθήσουμε να το κατανοήσουμε7.
 
        2. Η προβληματική της πολιτικής
 
        Βλέποντας την αυτοκαταστροφή του κοινωνικού Είναι του ανθρώπου ο Πλάτων θέλει να απαντήσει με την παρουσία του Είναι του όντος ως μιας πραγματικότητας που είναι εκείθεν του αισθητού κόσμου, σταθερού και ά­φθαρτου8. Με αυτό βέβαια δεν επιδιώκει να προκαθορίσει για τη φιλοσοφία μια αποκλειστική πραγματικότητα, η οποία υπερβαίνει την ιστορία για να διασώζει το τελεολογικά νομιμοποιημένο Είναι της.
 
        Απεναντίας προσπαθεί με λόγο και έργο να συνδέσει το οντολογικό της υ­πόβαθρο με την απελευθέρωση της ατομικότητας, ως εννοιακά κατανοημένης κοινότητας, από το πλέγμα ενός πολιτικού συμβατισμού και αντίστοιχου πνευματικού μηδενισμού. Βλέποντας πως το ορισμένο πολιτικό τοπίο, με τις διανοητικές και ποιητικές εικόνες να είναι φθαρμένες και τις πολιτικές του δυνάμεις να είναι διεφθαρμένες, ακινητοποιούσε τον άνθρωπο σε ένα χώρο α­πουσίας του λόγου και διάδοσης του πολιτικού μύθου9, αναζητεί στη φιλοσο­φία τους όρους έκφρασης του βιωμένου και την οντολογική του θεμελίωση, ώστε αυτό να πάψει να ταυτίζεται με όλα τα ιδιωτικά και δημόσια κακά της πόλης10 και να μπορεί να συνυφαίνεται με "την ορθή λογική"11.
 
        Τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Κατ' αρχάς η πολιτική καθ' εαυτήν δεν απορρί­πτεται. Όμως η συμβατική πολιτική που υποτάσσει την τιμή της σε επιθυμίες και συμφέροντα της στιγμής, χωρίς να μπορεί να χωρήσει πέρα από το εμπει­ρικά βιωμένο, είναι η βασική αιτία για τη γενικευμένη κατάρρευση της πόλης, και ως τέτοια απορρίπτεται. Η σαθρότητά της έγκειται στο γεγονός ότι πα­ράγει την ασυμφωνία ανάμεσα στα λόγια και την πράξη των κυβερνώντων13, βαφτίζει αυτή την ασυμφωνία σωφροσύνη, διαστρέφει την αίσθηση του ωραί­ου στα άτομα και στην κοινωνία14 και υπονομεύει την ενότητα της πόλης. 'Οταν οι πολιτικοί άρχοντες, οι κύριοι του κόσμου κατά τον Χέγκελ, αντικρύζουν την εξουσία ως μέσο πλουτισμού και ταυτίζουν τη ζωτικότητα του Είναι τους απόλυτα με μια τέτοια ιδιοτελή αντίληψη15, τότε η πολιτική τους συμπεριφορά δεν διαφέρει από εκείνη του δεσπότη προς τον δούλο και ο εμ­φύλιος πόλεμος που ξεσπάει "αφανίζει όχι μονάχα τους άρχοντες αλλά και τους υπόλοιπους πολίτες"16.
 
        Αυτή η πολιτική κυριαρχία παραδοσιακής εκδοχής είναι, κατά συνέπεια,εμπειρία ολέθρου για το συμφέρον της πόλης και δεν δημιουργεί πραγματι­κούς φύλακες αυτής παρά "ένα είδος γαιοκτήμονες ευτυχισμένους και ένα εί­δος οργανωτών καλοφαγίας για τα πανηγύρια". Συνέπεια τούτου είναι μια συνολική καταστροφή, όπου αντιστρέφεται η λογική των πραγμάτων και των εννοιών. Αποκαλυπτικός προς τούτο είναι ο διάλογος Θρασύμαχου-Σωκράτη.Τι αποκαλύπτει συγκεκριμένα; Εκείνοι οι άρχοντες, που χρησιμο­ποιούν την εξουσία για να επιβάλλουν "το του κρείττονος συμφέρον" θεσμο­θετώντας το δικό τους δίκαιο και αγνοώντας προκλητικά το δίκαιο του άλ­λου, αναγκάζουν τις συνειδήσεις των πολλών να υφίστανται μια τέτοια βίαιη μετασκευή, ώστε να αποδέχονται την εξουσία του ενός και σιωπηρά, με ένα είδος δηλαδή πολιτικής υπακοής ή ανοχής, να παραδέχονται ότι " η συμμόρ­φωση προς τα προστάγματα των αρχόντων είναι μια πράξη σύμφωνη με το δίκαιο". Ετσι ανατρέπεται κάθε ισόρροπη ανάπτυξη στον άνθρωπο και στην πολιτεία. Ο πολίτης γίνεται ιδιώτης και η δικαιοσύνη που κυριαρχεί σε επίπεδο πολιτικής κοινότητας είναι μορφική ή αφηρημένη δικαιοσύνη. Η ευ­τυχία τότε των πολλών περιορίζεται στη μέριμνα για διατήρηση του σώματος, της υλικής τους υπόστασης δηλαδή, παραδίδοντας την ψυχή στη λαίλαπα της αδικίας.
 
        Εάν ο Πλάτων αισθάνεται εδώ την ανάγκη να σκέπτεται πειραματικά τις ολέθριες συνέπειες της εξουσίας του ενός για να φθάσει στη θεωρητική εμπει­ρία του ύψιστου αγαθού και της άτμητης πολιτικής κοινότητας, ο Χέγκελ, συ­γκεκριμενοποιώντας ιστορικά την πλατωνική θεώρηση, συλλαμβάνει την ε­ξουσία του ενός, με όλες τις αρνητικές και θετικές της συνέπειες, ως ανα­γκαίο στάδιο της επώδυνης ιστορικής πρόβασης του πνεύματος. Πιο ειδικά στη Φαινομενολογία τον πνεύματος παρουσιάζει την εξουσία του ενός ως κράτος δικαίου19, που γενετικά-ιστορικά αντιστοιχεί στη ρωμαϊκή αυτοκρα­τορία και κοινωνικοπολιτικά συνιστά αλλοτρίωση του πολίτη, δηλ. ιδιώτευ­ση του ατόμου και απαρχή κυριαρχίας, βάσει δικαίου, του ιδιωτικού συμφέ­ροντος. Πρόκειται για ένα στάδιο, του οποίου η ιστορική σχετικότητα, ακόμη και αν φθάνει μέχρι τους νεότερους χρόνους, κλείνει τον κύκλο της, κατά το Χέγκελ, με την ολοκλήρωση της αυτογνωσίας του πνεύματος.
 
        Εάν συνεχίσουμε για λίγο να σκεπτόμαστε εγελιανά, μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε πως το είδος της αντίληψης που εκπροσωπεί ο Θρασύμαχος δεν ενδιαφέρει μόνο και κύρια από την άποψη ότι ανατρέπει κάποια ηθική τάξη και ανατιμά την εξουσία σε βάρος του δικαίου, αλλά και από την άποψη πως εκφράζει χρονικά πρώτο αυτό που λογικά ακολουθεί με τη δημιουργία του κράτους δικαίου στις διάφορες πολιτικές μορφές του και στο πλαίσιο της επιβολής του δικαίου του ισχυρότερου. Οι ιδεολογικές θεωρήσεις του Θρασύμαχου, με πιο απλά λόγια, ενώ εννοούν να εκφράζουν μια ορισμένη ε­ποχή και να είναι προσδιοριστικές της τυραννικής εξουσίας, κάλλιστα απα­ντούν ως κυρίαρχες πολιτικές ιδεολογίες μεταγενέστερων - δημοκρατικά ορ­γανωμένων - κρατών20. 'Αραγε οι άρχοντες της σύγχρονης εποχής αναγνωρί­ζουν, στο πλαίσιο της κυριαρχίας τους, την αρχή της αμοιβαιότητας στην α­πονομή του δικαίου ή στην εφαρμογή των αποφάσεων; ή μήπως ξεχνούν να προτάξουν ως ύψιστο αγαθό τον υλικό ευδαιμονισμό και να υποτάξουν την πνευματικότητα του ανθρώπου σε αυτό τον αστερισμό; ή προσπαθώντας να ε­πιβάλουν με τη βία τη θέληση τους και να ιδεολογικοποιήσουν την έννοια του δικαίου, καθιστούν επίκαιρη την εναντίωση του Πλάτωνα στο βιασμό της αν­θρώπινης φύσης από την πολιτική της φθοράς; Εάν ισχύει η θέση του Πλάτωνα πως χωρίς τη γνώση δεν υπάρχει πολιτική του ορθού λόγου, εύκολα διαγιγνώσκει κανείς γιατί ο πολιτικός άνδρας της εποχής της μαζικής δημοκρατίας με το λόγο και τις πράξεις του αναπαράγει ομοιώματα της πολιτικής και ανακυκλώνει τα αδιέξοδα της άμεσης πραγματικότητας, χωρίς ποτέ να μπορεί να μετέχει "ζωής αγαθής και έμφρονος ".
 
        Η γνώση, για τον Πλάτωνα, συνιστά βασική προϋπόθεση για τη δίκαιη ά­σκηση της εξουσίας και για την ευδαιμονία της πόλης. Ο φιλόσοφος αναφέρει συγκεκριμένα στην αρχή του έργου του Κριτίας πως η γνώση είναι "το τελειό­τερο και καλύτερο από όλα τα φάρμακα". Ποιο νόημα δίνει λοιπόν στη γνώ­ση; Την κατανοεί όχι ως απλή συσσώρευση εμπειριών ή ειδικών γνώσεων, αλ­λά ως εκείνη τη γνωσιακή διαδικασία αυτοκατανόησης και αυτογνωσίας του ανθρώπου που αμφισβητεί στα οντολογικά της θεμέλια κάθε άκριτη ή χρησι­μοθηρική προσκόλληση στην άμεση βεβαιότητα και παραπέμπει απ' ευθείας στον εσωτερικό κόσμο του ενεργούντος υποκειμένου. ' Ετσι δεν αρκεί π.χ. να καταφάσκει κανείς την άγνοια του ή να αποδέχεται κάτι ως γνωστό, αλλά και να φέρει στο λόγο, μέσω του διαλόγου, τους όρους και τους τρόπους της γνωσιακής του απαίτησης, ώστε να μη λαθεύει στην κρίση του για την πολιτική φαυλότητα που εμφανίζεται με διάφορα προσωπεία 21.
 
        Η σημασία της γνώσης συνδέεται για το φιλόσοφο με τη διάσωση της αρ­χής της εσωτερικότητας του ανθρώπου22 μέσα στο πλαίσιο της ενότητας της πόλης. Η υπεράσπιση, μέσω της γνώσης, αυτής της αρχής αποσπά το άτομο από τις δεσμευτικές αυταπάτες της τρέχουσας πολιτικής πραγματικότητας, α­πελευθερώνει την ατομικότητα του από την εμπειρική υποκειμενικότητα και την προσανατολίζει σταθερά "στη γνώση του όντος" και στην "ανάμνηση εκεί­νων που είδε κάποτε η ψυχή μας"23.
 
        Τι σημαίνει αυτό; πως η συνάφεια του ανθρώπου με την ουσία του πράγ­ματος, εδώ με την ουσία της πολιτικής, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ζήτη­μα απλής εμπειρικής γνώσης ούτε ένα εγωιστικό πάθος, αλλά μια αδιάπτωτη διεργασία του λόγου και φιλοσοφικός αναστοχασμός των πηγών της ζωής24. Δεν ενσκήπτει, επομένως, ως μια εξωτερική επιταγή των καιρών ή των συνθη­κών, ούτε ερείδεται σε μια φορμαλιστική ηθική. Αντίθετα εμφανίζεται ως ε­σωτερική αναγκαιότητα του ίδιου του ανθρώπου να αναζητεί μορφές και ιδέ­ες, που ξυπνούν στην ψυχή του "υπερβολική ωραιότητα"25, και να διεκδικεί μέσα στην κοινότητα μια "καλά ρυθμισμένη δραστηριότητα και καλή ισορρο­πία της ζωής του"26, ώστε να μπορεί να αποτρέπει τον ακρωτηριασμό της εύ­ρυθμης αυτονομίας του και την ακύρωση της πολιτικής του έμπνευσης. Ακρι­βώς, όταν εμφανίζεται ως μια τέτοια εσωτερική αναγκαιότητα, διαμορφώνει τους όρους για να αντικρύζεται η ευδαιμονία στην πόλη ως το ύψιστο αγαθό και κάθε μερική βλέψη ευδαιμονίας, όπως εκείνη των αρχόντων, να τίθεται υπό την αξιολογική ισχύ της θεώρησης και πραγμάτωσης αυτού του αγαθού.
 
        Κατ' αυτό τον τρόπο ο Πλάτων επαναθέτει το πολιτικό πρόβλημα στα ό­ρια της φύσης του ατόμου και της φύσης της πολιτικής εξουσίας. Για τον άν­θρωπο της καθημερινής πράξης, πιο συγκεκριμένα, το καθιστά ευανάγνωστο μέσω του νόμου της ηθικής και της αισθητικής. Ο νόμος της ηθικής υπαγορεύ­ει τι πρέπει να γίνει. Λέει π.χ. ότι η πόλη πρέπει να ανορθωθεί και προς τούτο χρειάζεται την ανάβαση στο ύψιστο αγαθό. Ο νόμος της αισθητικής υπαγο­ρεύει το πώς μπορεί να γίνει. Λέει συγκεκριμένα: αυτό μπορεί να γίνει μέσω των φιλοσόφων και δεν δεσμεύει όλους, διότι δεν μπορεί να είναι όλοι φιλό­σοφοι. Τι συμπεραίνουμε ως εδώ; Αφ' ενός πως η πολιτική προβληματική α­νάγει τη ρεαλιστικότητά της στην αισθητική αξία του λόγου 28 [= φιλοσοφικός λόγος] ως την γνωσιακή δυνατότητα να αποκαλύπτουμε πίσω από το είδωλο το αρχέτυπο, δηλαδή να αναζητούμε την αρχέγονη πηγή του όντος, εν προκει­μένω την ευδαιμονία της πόλης [= το γενικό] πέρα και πάνω από την μερική ευδαιμονία των αρχόντων [= το ατομικό]. Αυτό το νόημα λαμβάνει για τον Πλάτωνα η πολιτική παρέμβαση του φιλοσόφου. Αφ' ετέρου πως η αντικειμε­νικότητα αυτής της προβληματικής, δηλαδή η ενότητα σκοπού και πρόθεσης, ανάγεται στην ηθική της σκέψης [= φιλοσοφικός νους] ως την ψυχονοητική υ­περάσπιση του σταθερού και ύψιστου πολιτικού αγαθού έναντι των βλέψεων ή αποβλέψεων της εμπειρικής πολιτείας. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, πως αισθη­τική και ηθική ως λόγος και σκέψη της φιλοσοφίας συνιστούν την οντολογική θεμελίωση του Πολιτικού και στη λειτουργική τους συναλληλία ανακρίνουν την εμπειρική πραγματικότητα που μας περιβάλλει29.
 
        3. Η πολιτεία της εμπειρίας και ο λόγος της φιλοσοφίας
 
        Στο βαθμό που η ρεαλιστική πολιτική είναι από της φύση της ανεπαρκής και οι ασκούντες την εξουσία αναπαράγουν την ανεπάρκεια, άρα η πολιτεία δεν λειτουργεί σύμφωνα με τον νόμο της αισθητικής και της ηθικής, ο Πλάτων εντάσσει τη σχετικότητα της πολιτικής πράξης μέσα στην απόλυτη α­ξία της φιλοσοφικής πράξης. Η ορθότητα μιας τέτοιας θεμελίωσης της πολι­τικής νομιμοποιείται, για το φιλόσοφο, από το γεγονός ότι η πολιτική πράξη, κυρίως ως λόγος και δράση των φορέων της εξουσίας, καταλήγει να είναι δέ­σμια ανεξέλεγκτων επιθυμιών30 του πολιτικού υποκειμένου και αντίστοιχων ιδεολογικών συμπεριφορών που συντηρούν την αδικία μέσα στην κοινωνία και εξουσιάζουν τη συνείδηση των πολιτών.
 
        Ο λόγος της πολιτείας δεν υπερβαίνει πλέον το περιορισμένο πλαίσιο της εμπειρίας των λόγων και πράξεων του πολιτικού επαγγελματισμού31. ' Εχει μια εφήμερη όψη και προσφέρεται για καλλιέργεια του άκρατου ατομισμού. Υπερασπίζεται την απόλυτη σχετικότητα της αλήθειας, άρα έναν επικίνδυνο δογματισμό του υποκειμένου, και αδυνατεί να παρακολουθήσει την ενδότερη ευθυγράμμιση της σκέψης με τις "αρχές του Είναι" 32. Επιμένει σε μια τεχνική διάταξη των λέξεων και αποτρέπει την ανάπτυξη μιας ανώτερης δραστηριό­τητας33. Αυτή η πολιτεία τη; εμπειρίας επιφυλάσσει στον άνθρωπο ανεξέλεγ­κτες αντιφάσεις και απροσδόκητες αισθητηριακές διαψεύσεις. Εδώ μέσα η ψυχή του εμπειράται το γίγνεσθαι των κοινωνικοπολιτικών παθών ως το δι­κό της διχασμό. Η εμπειρία αυτή από μόνη της σημαίνει αλλοίωση τόσο της α­τομικής ψυχής όσο και της ψυχής της πολιτείας. 'Οταν όμως είναι εμπειρία φιλοσόφου, δηλ. βιώνεται ως στοιχείο του φιλοσοφικού γνωρίζειν, τότε η ψυ­χή "ορέγηται του όντος"34 και μπορεί να ανασυλλέξει τα σπαράγματα του Εί­ναι της μέσα στην ενότητα του χρόνου.
 
        Στο πλαίσιο της εμπειρίας του φιλοσόφου κρίνεται η σκεπτική και ρητορι­κή δραστηριότητα των Σοφιστών. Ο Πλάτων ταξινομεί αυτή την δραστηριό­τητα σε εκείνο το είδος εμπειρίας, οι συνέπειες του οποίου δεν μπορούν να κατανοηθούν παρά μόνο όταν υπερβαθούν οι όροι που το γέννησαν. Επιχει­ρώντας λοιπόν να κατανοήσει τις συνέπειες της εμπειρίας της πολιτείας ελέγ­χει το σοφιστικό λόγο τόσο από την εμπειρική, πολιτική του εφαρμογή όσο και σε επίπεδο θεωρητικό. Ο εμπειρικός-πολιτικός λόγος, έτσι όπως τον πα­ρουσιάζει ο Πλάτων στο Γοργία. χρησιμοποιείται ως ρητορική τέχνη, για να προβάλλει χαρούμενα μια τέλεια κενότητα σκέψης και να ευχαριστεί τους πολλούς. Δεν ενδιαφέρεται να φωτίσει τη φύση των πραγμάτων, να δείξει "ότι από κάθε άποψη το δίκαιο είναι προτιμότερο από το άδικο"35 και να προσανατολίσει τον πολίτη να σκεφτεί το καθ'εαυτό καλό και ωραίο36. Εξα­ντλεί την αισθητική του αξία στο να εκφράζει την προνομιακή ισχύ των απαι­τήσεων της επίδοξης υποκειμενικότητας και να θέλει να την επιβάλει ως φυ­σική πράξη της σκέψης και κατ' επέκταση ως τη μοναδική δυνατότητα να φθάσει ο πολίτης στις αυθεντικές πηγές της ηθικής ελευθερίας.
 
        Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι αποφεύγει να υλοποιεί τη σκέψη στο συμπα­ντικό ρυθμό του ηθικού νόμου. Επομένως δεν ανατέμνει τα πράγματα της πο­λιτείας, αλλά μένει στην ηθική δικαιολόγηση της φαινομενικής τους εκδήλω­σης. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να παραποιεί το αντικείμενο, να το καθυποτάσσει στη θέληση του υποκειμένου και να το ονομάζει στα όρια της άκρι­της αποδοχής. Σε μια τέτοια πολιτική ζώνη, όπου ο πολίτης γνωρίζει μόνο την αξία της υποκειμενικής γνώμης και αγνοεί τί είναι "το δίκαιο, το άδικο, το άσχημο, το ωραίο, το καλό και το κακό"38, δεσπόζει η λογική του μαζοποιημένου όντος και η χαρούμενη αναπαραγωγή της πιο τέλειας α-νοησίας. Σε θεωρητικό επίπεδο αυτό σημαίνει ότι ο εμπειρικός λόγος δεν μπορεί να ανα­γνωρίσει καμιά εσωτερική διαλεκτική του αισθητικού και του ηθικού παρά μόνο την κατά βούληση ή κατά δύναμη τεχνική χρήση τους.
 
        Παρόμοια, ο Πρωταγόρας στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα παρου­σιάζεται να υπερασπίζει την αλήθεια του ως ρυθμιστικό κανόνα τόσο των ι­διωτικών όσο και των δημοσίων υποθέσεων. Στηρίζει τη δικαίωση της υπο­κειμενικής του αλήθειας "στη βολονταριστική του ηθική" και την αντικειμε­νικότητα της πολιτικής του αντίληψης στην ικανότητα του λόγου του να διδά­σκει το "πράττειν και το λέγειν" · να προετοιμάζει δηλαδή πολιτικούς που θα μπορούν να (δια)χειρίζονται τα δημόσια πράγματα κατά το δοκούν και να ο­μιλούν πειστικά για τις επιλογές τους. Με άλλα λόγια, θα μπορούν να προ­σαρμόζονται σε ό,τι ευχαριστεί ή παραπλανά τους πολλούς και σε ό,τι ενερ­γοποιεί τη συλλογική αδράνεια σε επιθυμητές κατευθύνσεις. Ο λόγος δεν φω­τίζει την ουσία αυτού, στο οποίο αναφέρεται, αλλά περιορίζεται στο να ανα­παράγει με προσωπική έκφραση τη δεδομένη κοινωνική και πολιτική εμπει­ρία40: θέλει να καλλιεργήσει την αίσθηση του καινούργιου εμμένοντας σε μορφικές (θολές) εικόνες πολιτικής αρετής. Αυτό όμως σημαίνει ότι δεν μπο­ρεί να εκφράσει την αντί-δραση του αισθητικού και λογικού κόσμου του αν­θρώπου στην παντοδυναμία του δεδομένου και να οδηγήσει τη σκέψη του εκ­κολαπτόμενου πολιτικού πέρα από τις προκαθορισμένες φιλοδοξίες του.
 
        Σ' αυτή του την αντιπαράθεση, ο Πλάτων παρουσιάζει το Σωκράτη να χρησιμοποιεί το φιλοσοφικό λόγο για να οδηγεί τη σκέψη στην αναζήτηση της ουσίας της πολιτικής αρετής. Το ερώτημα τί εστί ανδρεία, αρετή, καλό κ.λ.π. είναι ερώτημα για το Είναι και το νόημα του 41. Γι' αυτό περιμένει την απάντηση του φιλοσόφου. Αυτή όμως δεν έχει όνομα, δεν διατυπώνεται με λέξεις - π.χ. η αρετή είναι η διδασκαλία του καλού - αλλά έρχεται ως ηθική επιταγή του φιλοσοφικού νου να καλλιεργεί την "αληθινή τέχνη του λόγου"42, να α­σκεί δηλ. την αποδεικτική ικανότητα της διαλεκτικής, ώστε να μπορεί "να βλέπει τι είναι από τη φύση του ένα και πολλά μαζί"43. Αυτό υποδηλώνει τον προσανατολισμό του λόγου προς το ίδιο το πράγμα, προς εκείνο που μένει α­ναλλοίωτο και συνιστά την ουσία των φαινομένων. Το υποκείμενο, κατ' αυ­τόν τον τρόπο, μαθαίνει να στρέφεται ενάντια στις αυταπάτες της ανύποπτης αυτοπεποίθησης του ή της ρητορικής καινοτομίας. 'Ετσι, η αλήθεια που το προσδιορίζει ως υποκείμενο είναι σχετική σε σύγκριση με ό,τι αυτό μπορεί να δει και να γνωρίσει ακόμα, άρα προσμετρείται στη συνύφανσή της με τη δυνα­τότητα του υποκειμένου "να δει την ίδια την ομορφιά, γνήσια, καθαρή, ανό­θευτη"44, διότι μόνο. όταν δει " την ομορφιά με ό,τι είναι ορατή, [δηλ. με τη νόηση], τότε θα μπορέσει να γεννήσει όχι ομοιώματα αρετής, εφ' όσον δεν εί­ναι ομοίωμα αυτό που αγγίζει, παρά αληθινή αρετή, γιατί αγγίζει την αλή­θεια"45. Η αλήθεια, με άλλα λόγια, συνυφαίνεται με τη δυνατότητα ανάβασης του υποκειμένου στο καθ' εαυτό της ανδρείας, της αρετής, της πολιτικής κ.λ.π., δηλ. στην ίδια τη φύση του πράγματος.
 
        Αυτό επιτρέπει στον Πλάτωνα να αξιολογεί τους υπαρκτούς άξονες διέ­λευσης του λόγου με βάση την εσωτερική διαλεκτική αισθητικού-ηθικού, προ­κειμένου να καταθρυμματίσει όλα τα υποστηρίγματα της εργαλειακής γλώσ­σας των σοφιστών και να εμπλουτίσει το περιεχόμενο της πολιτικής πράξης. Η αισθητική του λόγου, για την εμπειρία του φιλοσόφου, δεν μπορεί να εξα­ντλεί την αλήθεια του στην εμπειρία των αισθήσεων, διότι αυτές έχουν να κά­νουν με την αισθητηριακή γνώση και δεν πορίζουν αντικειμενική αλήθεια. Αντίθετα αντλεί νόημα, όταν νοιάζεται να διασώζει " εκείνο το οποίο με τη δικαιοσύνη γίνεται καλύτερο, αλλά με την αδικία καταστρέφεται"46.
 
        Σ' αυτό το πνεύμα φιλοδοξεί ο Πλάτων να θεμελιώσει την πολιτική πράξη και να την αντιτάξει στη συμβατική ηθική που συντηρεί την αδικία και νομι­μοποιεί την εξουσία ως μηχανισμό διαίρεσης της πόλης. Επιχειρεί, κατά συ­νέπεια, να συλλάβει την πολιτική πράξη ως ελεύθερη ανάδυση των δυνατοτή­των των μελών της πολιτικής κοινότητας και ως την κύρια δύναμη απελευθέ­ρωσης των δημιουργικών ανησυχιών που προσιδιάζουν στον άνθρωπο και ε­δράζονται στην ψυχή του. Ελεύθερη ανάδυση σημαίνει να μπορεί η ψυχή του ανθρώπου να αναμιμνήσκεται την ολόκληρη φύση της, όταν εμπειράται το γί­γνεσθαι των κοινωνικοπολιτικών παθών, να ενθαρρύνεται στη μετάβαση της από την άγνοια στη γνώση, ώστε να στρέφεται προς την επανεύρεση της ακέ­ραιης ομορφιάς του Είναι και να μην καταβαραθρώνεται μέσα στο σύμπαν του εμπειρικού λόγου47.
 
        Για να μπορεί όμως η ψυχή. τόσο στην εσωτερική της διάσταση, δηλαδή ως ατομική ψυχή, όσο και στην εξωτερική της, την πολιτική, πρέπει ο άνθρωπος να ξέρει να επιλέγει "ανάμεσα στο χειρότερο και τον καλύτερο τρόπο ζωής, χωρίς να λησμονεί ότι χειρότερος τρόπος ζωής είναι εκείνος που θα καταντή­σει την ψυχή να γίνει αδικότερη, ενώ καλύτερος είναι εκείνος που αποχαιρε­τώντας κάθε άλλη ενασχόληση θα δώσει ώθηση στην ψυχή για να γίνει δικαιό­τερη"48. Ο Πλάτων θα αναζητήσει το πρότυπο του ανθρώπου σε εκείνους οι ο­ποίοι, ως εκ της αποστολής τους, δεν περιορίζονται στη μερική γνώση της μιας ή της άλλης επιστήμης ή επαγγελματικής απασχόλησης, αλλά είναι φο­ρείς της γνώσης που επιτρέπει στην πόλη να σκέπτεται το όλο και να διατηρεί τις καλύτερες σχέσεις τόσο με τις άλλες πόλεις όσο και με τους δικούς της πο­λίτες49. Πρόκειται, κατ' αρχάς, για την πολιτεία των φυλάκων, η οποία όμως έχει να κάνει με την πρακτική γνώση γύρω από το τι ωφελεί και ανυψώνει την πόλη. Αποτελεί ωστόσο μια πρώτη έκφραση της σοφίας50 και της ευβουλίας. 'Ομως και αυτή απέχει από το να μπορεί να ρυθμίσει τις πολιτικές υποθέσεις σύμφωνα με τη γνώση της αληθινής πραγματικότητας. Γι' αυτό και ο σχε­διασμός της πολιτικής πράξης, κατά τον Πλάτωνα, δεν μπορεί να είναι έργο των πολιτικών που ασκούν εξουσία, αλλά κυρίως των φιλοσόφων.
 
        4. Η διαμόρφωση του πολιτικού ανθρώπου και η κυριαρχία του φιλοσόφου
 
        'Ενα θεμελιακό συμπέρασμα, λοιπόν, που προκύπτει από την ως άνω ανά­λυση είναι το εξής: Ο πολιτικός άνδρας που κυβερνά στις υπάρχουσες πολι­τείες είναι ένας επαγγελματίας πολιτικός, που δεν έχει την ικανότητα να γνωρίσει την ιδέα του αγαθού και να καθοδηγείται απ' αυτήν στην πολιτική πράξη. Το κύριο μέλημα του είναι πώς "να πάρει την εξουσία"53, κάτι που τον αυτονομεί από το ηθικό χρέος να πράττει το καλό και να εργάζεται με επί­γνωση για την αρμονία της πολιτείας: Η ηθική του πολιτικού, όπως παρου­σιάζεται στον Γοργία, είναι η θέληση για δύναμη. Η αισθητική είναι η άμβλυν­ση του περί δικαίου αισθήματος του κοινού, η καθυποταγή του φρονήματος του και ο αρνητικός επηρεασμός των συναισθημάτων του, η υποβάθμιση του αισθητικού του κριτηρίου και η επικράτηση της πολιτικής της κολακείας - της πολιτικής του λαϊκισμού θα λέγαμε σήμερα - η παραμόρφωση της ψυχής του, ώστε να μην ξέρει παρά πώς να παραληρεί και να αυτοκαταστρέφεται, και σε επίπεδο εξουσίας η έλευση της τυραννίας. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, όταν το καλό ταυτίζεται με την εκπεφρασμένη βούληση της εξουσίας να υπο­τάσσει τους άλλους στις δικές της μονομερείς επιλογές, ο δε λόγος χρησιμο­ποιείται για να δικαιολογήσει αυτή την ανεξέλεγκτη βούληση του ενός στο δη­μόσιο βίο;
 
        Η αντιπαράθεση Σωκράτη-Καλλικλή στον Γοργία του Πλάτωνα δείχνει το αγεφύρωτο χάσμα που επικρατεί ανάμεσα στην αντίληψη για τον πολιτικό άνδρα και το ιδεώδες του. Για τον Καλλικλή το ιδεώδες είναι πώς θα κυριαρ­χήσει και θα επεκτείνει την εξουσιαστική του ισχύ ο ισχυρός κατά φύση. Και αυτόν τον ισχυρό τον κατανοεί ως τον άνθρωπο, ο οποίος επιδίδεται στην α­πελευθέρωση των πιο ισχυρών του παθών, στην ικανοποίηση των κάθε λογής επιθυμιών και στην υλοποίηση με κάθε τρόπο των πλεονεκτικών του διαθέσε­ων55. ' Ενας τέτοιος τύπος ανθρώπου αισθάνεται ότι είναι προικισμένος εκ φύσεως να εξουσιάζει τους άλλους και να δημιουργεί "συναρπαστικές" κατα­στάσεις απόλαυσης. Αυτό που τον καθορίζει δεν είναι λοιπόν η αισθητική της παιδευτικής και ψυχαγωγικής δράσης, αλλά η μεταποίηση του σκηνικού της ζωής σε επιθυμία του ισχυρού56.
 
        Αντίθετα, το ιδεώδες για το Σωκράτη είναι πώς θα μπορεί κανείς να εξου­σιάζει πρωτίστως τα πάθη του και να αξιοποιεί για χάρη της κοινότητας τις δυνατότητες της φύσης του και της κοινωνικής του φύσης. ' Ετσι μαθαίνει ο άνθρωπος να ενεργεί σύμφωνα με τη συμμετοχή του στην ιεραρχία των αξιών και να μην υποκύπτει στο φιλήδονο της θέσης που του προσφέρει η καταγωγή ή η "τρυφή και ακολασία". Ο Σωκράτης επιφυλάσσει στη φύση διαφορετικό ρόλο απ' αυτόν που της επιφυλάσσει ο Καλλικλής. Εάν για τον τελευταίο "η φύση διακηρύχνει πως είναι δίκαιο ο καλύτερος να έχει περισσότερα από τον χειρότερο κι ο δυνατότερος περισσότερα από τον αδυνατότερο"58, για το Σωκράτη η φύση μας κατευθύνει να χρησιμοποιούμε τη λογική για να κυριαρ­χούμε επί των πραγμάτων. Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος δεν είναι εκ φύσε­ως προορισμένος να μηχανορραφεί, να ψεύδεται, να εξαπατά ή να εξαπατά-ται. Και πολύ περισσότερο δεν ανήκει στη φύση του να χρησιμοποιεί την κα­τάσταση της φύσης για να καλλιεργεί την ανισότητα και να παραγνωρίζει τη δυνατότητα εξελικτικής παρέμβασης59. Ο άνθρωπος συμπεριφέρεται άσχημα, όταν έχει συνηθίσει να κακοποιεί τη λογική και την κακοποίηση τούτη να την αντιμετωπίζει ως φυσικό νόμο. Αδυνατεί έτσι να αξιοποιεί τη λογική του ικα­νότητα για την σύμμετρη ανάπτυξη της ψυχής και της πολιτείας.
 
        Από αυτή την άποψη, ο πολιτικός άνδρας, που διαγιγνώσκει τη φυσική α­νάπτυξη της πόλης και σκέπτεται στο ρυθμό αυτής της ανάπτυξης, δεν ταυτί­ζει "το κατά φύση ωραίο και το δίκαιο"60 με τις πιο αχαλίνωτες επιθυμίες61 του, αλλά με τον εξευγενισμό της ψυχής του και την πραγμάτωση του εαυτού του στο πνεύμα της κοινωνικής τάξης, η οποία απηχεί τη φυσική τάξη του αρ­χέτυπου νοητού κόσμου. Η πολιτική συνδέεται τότε με τη διαρκή μέριμνα του κοινωνικού ανθρώπου να εναρμονίζει την ψυχική του λειτουργία με τις λει­τουργίες της πόλης.' Ετσι παύει να είναι "κολακεία σχετική με το σώμα και με την ψυχή"62 δηλαδή να καλλιεργεί πελατειακές σχέσεις, και εργάζεται για να κάνει τους πολίτες καλύτερους63.
 
        Αμφισβητώντας, λοιπόν, ο Πλάτων κάθε αξία στις πολιτικές πρακτικές της πόλης και στον ιδεολογικό πειθαναγκασμό της σοφιστικής και της ρητο­ρικής δεν περιορίζεται να διευρύνει το πεδίο της πολιτικής με νέες αποχρώ­σεις λόγου και ιδεολογικής σκέψης, αλλά να το επαναπροσδιορίσει σε ανθρω­ποκεντρική βάση. Με κριτήριο την εγρήγορση της ψυχής των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων δεν αποφεύγει να συζητήσει ακόμα πιο συγκεκριμένα τις εμπειρικές αξίες που συνέχουν το άτομο με την πολιτεία. Ξεκινά, λοιπόν, στην Πολιτεία να περιγράψει τη γένεση και ανάπτυξη της πολιτικής κοινότη­τας64, έτσι όπως πίστευε ότι μπορεί να την σκεφτεί για να απελευθερώσει την πολιτική πράξη. Τι νόημα αποδίδει ο ίδιος σε μια τέτοια περιγραφή; Επειδή θεωρεί πως η ιδανική πολιτεία μπορεί να υπάρχει μόνο, όταν λειτουργεί ανα­λογικά η σχέση ατόμου-κοινότητας, μελετά τη φύση του ατόμου σε ενδοσυνάφεια με την κατ' αναγκαιότητα διαμόρφωση της πολιτικής κοινότητας και θε­μελιώνει την οντολογική συναλληλία ατόμου-πολιτείας με βάση το τέλος, δη­λαδή το σκοπό, ο οποίος παραπέμπει στην (ανα)κατασκευή της φύσης και της κοινωνίας του ανθρώπου προς διπλή κατεύθυνση: προς την κατεύθυνση του μικρόκοσμου του ατόμου και προς εκείνη του μεγάκοσμου της πολιτείας.
 
        Για να νομιμοποιήσει αυτή την (ανα)κατασκευή, η οποία παραμένει μια ι­δεατή σύλληψη και στέκει απέναντι στην τρέχουσα πραγματικότητα με τις πε­ριγραφόμενες εκδοχές της ως η κατηγορική επιταγή του μέτρου και της λογι­κής, ο Πλάτων επιχειρεί μέσα απ' αυτή την περιγραφή να αναστοχαστεί την τραγική εμπειρία της ανεπάρκειας του ανθρώπου· του ανθρώπου τόσο ως α­τομικής οντότητας στην κατ' αναγκαιότητα ανάπτυξη της μέσα στην πολιτική κοινότητα, όσο και ως κοινωνικοπολιτικής οντότητας στην κατ' αναγκαιότη­τα αποστολή της να εκφράσει το γενικό καλό αναλογικά προς την ατομική ευ­τυχία των μελών της.
 
        Φέροντας λοιπόν στο λόγο την εμπειρία της ανεπάρκειας, δηλαδή του μη-τελειωμένου, ο φιλόσοφος δεν προϋποθέτει, απλά και μόνο, την ατέλεια της ανθρώπινης φύσης για να θέσει στο επίκεντρο της αναζήτησης του μια άλλη, υπέρ τον άνθρωπο, πραγματικότητα, αλλά στρέφει το βλέμμα του συνειδητά στην ανατομία του κοινωνικού ανθρώπου66, διότι πιστεύει πως ο άνθρωπος ζει στο βασίλειο των αναγκών και μπορεί να αναπτυχθεί εντός του πνεύματος της κοινωνικοπολιτικής του σχέσης67. Αυτό που τον απασχολεί δηλαδή είναι πώς θα αποκαταστήσει σε σταθερά θεμέλια τη σχέση του ανθρώπου με την πο­λιτική κοινότητα.
 
        Γι' αυτό και εξετάζει την κοινωνικότητα του ανθρώπου και την κοινωνι­κοπολιτική του σχέση στο πλαίσιο της αντίληψης του για την πολιτεία, δηλα­δή για το κράτος και την πολιτική εξουσία, θεμέλιο της αντίληψης αυτής εί­ναι η οντοθεσία της αναγκαιότητας της πολιτικής κοινότητας και της πολιτι­κής εξουσίας. Το ερώτημα όμως που αναφύεται είναι το εξής: πρόκειται για φυσική ή για κοινωνική αναγκαιότητα; Ο Πλάτων δεν δυσκολεύεται, κατ' αρ­χάς, να συλλάβει το κράτος ως μια οργανική ολότητα, η οποία έχει το αντί­στοιχο της στην ίδια τη φύση του ανθρώπου. Το παρουσιάζει, επομένως, να α­ναδύεται ως μια φυσική αναγκαιότητα, κατά τη στιγμή που η φύση του αν­θρώπου εξελίσσεται και οδηγείται στη συγκρότηση της κοινωνίας. Υπ' αυτή την έννοια, η ύπαρξη τον ανθρώπου είναι αδιανόητη έξω από το κράτος.
 
        Ποια θέση καταλαμβάνει όμως ο κάθε άνθρωπος μέσα στο κράτος; 'Οσο η πολιτεία αρκούνταν να εκφράζει τις βασικές βιοτικές ανάγκες των ανθρώπων και δεν είχε μεταβληθεί σε μηχανισμό εξουσίας, ο άνθρωπος ασκούσε το επάγ­γελμα του για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της πόλης και όχι προς ίδιον όφε­λος. Επιτελούσε έτσι ένα συμμετοχικό έργο69 χωρίς να χρειάζεται να υποστεί την εμπειρία δίκαιων η αδίκων πράξεων, άρα χωρίς να έχει ιδιαίτερα ανε­πτυγμένη πολιτική συνείδηση. Αν και διανοητικό κατασκεύασμα του Πλάτωνα αυτή η πρώτη αληθινή πολιτεία, όπως θέλει ο φιλόσοφος να την ο­νομάζει70, ως θέση δεν παύει να βρίσκει τη δικαίωση της στις έρευνες της κοι­νωνιολογίας και της εθνολογίας σχετικά με την πιθανή ύπαρξη προϊστορικών πολιτισμών, όπου η κοινωνία του ανθρώπου ζούσε σε αυτάρκεια και χωρίς την ανάγκη της πολιτικής εξουσία;. Η συζήτηση για την ιστορική εμφάνιση του κράτους και τη; πολιτική; εξουσίας είναι μακρά και ουσιώδης. Οι απα­ντήσεις είναι συνήθως διαφορετικές, όχι λιγότερο όμως εξαρτώνται και από το υπόβαθρο της ιδεολογίας ή της κοσμοαντίληψης που θέλουν να εκφρά­σουν. Για τη διανοητική κατασκευή του Πλάτωνα, η κρατική οργάνωση άρ­χισε να εμφανίζεται, όταν η φύση του ανθρώπου στην ατομική και κοινωνική του συμβίωση δημιουργούσε νέε; ανάγκες και τον έθετε μπροστά στην ανα­γκαιότητα για ένα άλλο τρόπο πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης.
 
        Κύριο καθήκον της πολιτικής εξουσίας στη νέα πόλη, την τρυφώσα κατά τον Πλάτωνα, είναι η οργάνωση της κοινωνίας και της πολιτείας κατά τρόπο που θα ικανοποιούνται οι νέε; ανάγκες και θα εκπολιτίζεται ο δημόσιος βίος. Ο πολιτισμένος βίος όμως δεν προαναγγέλλει μόνο αναμόρφωση της πολιτεί­ας, αλλά και ριζικό μετασχηματισμό όλων των επιπέδων ζωής του πολίτη με αρνητικές και θετικές επιδράσεις: Βαθαίνει ο καταμερισμός εργασίας και εκ­πίπτει ο προσανατολισμό; σε μια κοινή απασχόληση. Οι άνθρωποι της πολι­τικής κοινότητα; εξειδικεύονται και μαθαίνουν να συγκεκριμενοποιούν τον κοινωνικό του; ρόλο. Τα επαγγέλματα, παρασιτικά και μη, πολλαπλασιάζο­νται και οι ανάγκες αυξάνονται σε ευθεία αναλογία με τις κοινωνικές διαφο­ροποιήσεις. Ο ανταγωνισμός, στην τρυφώσα πολιτεία, γίνεται ανεξέλεγκτος και συνεπιφέρει τη λήθη που ομιχλώνει την κοινωνικότητα του πολιτισμένου ανθρώπου. Η αναζήτηση του νέου τύπου ανθρώπου συνδέεται με την ανάγκη διατήρησης της πόλης. Λυτή η ανάγκη οδηγεί τον Πλάτωνα να εξετάσει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρεί η τάξη των φυλάκων για να μπορεί να δι­οικήσει σωστά και δίκαια.
 
        Ενώ αναλύει τους όρους, υπό τους οποίους μπορεί η πόλη να διατηρεί τη συνοχή της ως κοινωνικοπολιτική ολότητα, θεωρεί πως οι φύλακες εγγυώ­νται την ενσάρκωση αυτών των όρων μόνο στο μέτρο που ξέρουν να συνδυά­ζουν τα φυσικά τους προσόντα, όπως είναι η ταχύτητα, η όραση, η αντοχή, με την καλλιέργεια των ψυχικοπνευματικών τους ικανοτήτων. Χωρίς αυτό τον συνδυασμό η πολιτική τους ευθύνη είναι "η αδύναμη ομορφιά [που] μισεί τη διάνοια, γιατί αυτή ζητεί από την πρώτη κάτι που δε μπορεί να κάνει"73. Οι, φύλακες δηλαδή καταλήγουν να φέρουν ευθύνη μόνο για το πώς θα ταυτίσουν τα συμφέροντα τους με την εξουσία και θα αυξήσουν τον πλούτο τους. με α­ποτέλεσμα να εκφυλίζονται σε δυνάστες των πολιτών74 και να μην μπορούν να πραγματοποιούν το σκοπό της πολιτείας, δηλαδή το γενικό καλό.
 
        Το ερώτημα, συνεπώς, που γεννιέται εδώ είναι: Πώς μαθαίνουν να κάνουν αυτό το συνδυασμό και να μην χάνονται μέσα στη λήθη του πολιτισμού: Μα­θαίνουν, όταν η πολιτική τους σκέψη έχει για θεμέλιο το νόμο της ηθικής και η πολιτική τους δράση, δηλαδή η δραστηριότητα τους στην εξουσία, στηρίζε­ται στο νόμο της αισθητικής. Αυτό το πλαίσιο όμως είναι το πλαίσιο δράσης του φιλοσόφου ως τέτοιου. Και ποιο είναι τούτο το πλαίσιο; Με βάση το νό­μο της ηθικής είναι η γνώση του δικαίου, η οποία μπορεί να προκύψει ως διαρκής παιδεία και δοκιμασία των ανθρώπων για να φτάσουν στο μέγιστο μάθημα, να προσεγγίσουν δηλαδή την ιδέα του αγαθού. Μια τέτοια μακρά δο­κιμασία σχετίζεται με την ελεύθερη μύηση, των νέων κυρίως, στη διαλεκτική άσκηση, έτσι ώστε να απελευθερώνεται ό,τι καλύτερο φέρουν μέσα τους. Αυτή η διαλεκτική άσκηση αποκλείει κάθε είδους καταναγκασμό75.
 
        Με βάση το νόμο της αισθητικής αυτό σημαίνει ότι η πολιτική πράξη μπο­ρεί να εκφράσει την καθολική ισχύ της αλήθειας, όταν ενσαρκώνει τη συμμε­τρία, άρα δεν κακομεταχειρίζεται τη διαλεκτική, και στην πρακτική της εφαρ­μογή αποδεικνύεται αρετή, κάλλος και φως. Τότε η πολιτική δεν παραμένει α­πλώς το ζητούμενο της ιδεατής σύλληψης του φιλοσόφου, αλλά εισδύει στην πολιτική κοινωνία ως απαίτηση δομικής αλλαγής, η οποία θέτει διαρκώς τον άνθρωπο μπροστά στο καθήκον να επιζητεί μια "άλλη περίοδο ζωής", δη­λαδή μια ενασχόληση ζωής, η οποία δεν θα κατανέμεται ή δεν θα εξαρτάται από το είδος του πολιτικού προσώπου ή του πολιτεύματος, επομένως δεν θα δημιουργεί "φθόνους και μίση"77. αλλά θα αναζητεί τη χαμένη του ενότητα μέ­σα στην ενότητα της πολιτείας. Η αναζήτηση τούτη ονομάζει την παρουσία της φιλοσοφίας ως δυνατότητας του ανθρώπου να προσφεύγει στο μέτρο, να μην κατέχεται από την μανία της κυριάρχησης πάνω στον άλλο και να μπορεί να φέρνει την ευθύνη για το γενικό καλό. Υπ' αυτό το πνεύμα, ο Πλάτων ομι­λεί για την ανάγκη να έλθουν οι φιλόσοφοι στην εξουσία ή οι κυβερνήτες να φιλοσοφήσουν. Η κυριαρχία του φιλοσόφου δεν κατεξουσιάζει τον πολίτη ούτε εκφράζει το δίκαιο του ισχυρότερου, όπως ισχυριζόταν ο θρασύμαχος, δηλαδή δεν είναι καταναγκαστικός μηχανισμός αλλά πρόταση για χρηστή διοίκηση των ανθρώπων. Αυτή την αναγκαιότητα της στροφής προς τη φιλοσο­φική οργάνωση της πολιτείας ο Πλάτων την κατέδειχνε πιο πρακτικά με την εξέταση των ημαρτημένων πολιτειών78.
 
        5. Τελικές παρατηρήσεις
 
        Η ανάλυση που προηγήθηκε προϋπέθετε τη θέση του Πλάτωνα ότι η ανα­τροπή της φυσικής τάξης υποσημαίνει ανατροπή της κοινωνικής τάξης και όχι αντίστροφα.Η προϋπόθεση τούτη, χωρίς να σημαίνει και αποδοχή της α­ναγκαστικά, διευκόλυνε να προσεγγίσουμε τα ερωτήματα που έθεσε ο ίδιος ο φιλόσοφος: Γιατί μια πολιτεία, εάν θέλει να πραγματοποιεί τη δικαιοσύνη για όλους δεν μπορεί να στηρίζεται ούτε στην εξουσία του ενός ούτε στην ορ­θή γνώμη των φυλάκων; Πόσο αναγκαία είναι η κυριαρχία των φιλοσόφων; Γιατί από τη φύση και τη θέση της η πολιτική παράγει μορφώματα εξουσίας ε­πιρρεπή στη φιλοδοξία, τη ματαιοδοξία, τη φιλοχρηματία, την ανασφάλεια και όλα τα συναφή αμαρτήματα; Επιχειρήσαμε να δείξουμε πως τα ερωτήμα­τα που έθεσε ο Πλάτων έχουν γενικότερη ισχύ για την αποκρυπτογράφηση της αληθινής ουσίας της πολιτικής και η απάντηση τους παραπέμπει στη ριζι­κή ρήξη της έλλογης κοινωνίας με κάθε εμπειρική οργάνωση της πολιτικής ε­ξουσίας, η οποία, καθότι μηχανισμός, δεν μπορεί να σκεφθεί την αυτοαναιρεσή της ως αυτοπροσδιορισμό της πολιτικής κοινότητας και έτσι αναπαράγει το διχασμό και την αυτοκαταστροφή της κοινωνίας.
 
        Εάν δεχτούμε ότι τα αμαρτήματα της πολιτικής εξουσίας, που συζήτησε πολύ ο Πλάτων, εξακολουθούν να είναι εγγενή εν πολλοίς και στις σημερινές μορφές πολιτικής εξουσίας, τότε μπορούμε δικαίως να θέσουμε ξανά και πιο άμεσα το τελικό ερώτημα: πώς αντιμετωπίζονται τέτοια αμαρτήματα; Με μη­χανισμούς εξίσωσης συμφερόντων ή με εκμηδένιση εκείνων των αιτιών που τα γεννούν. Ο Πλάτων επιχείρησε το δεύτερο. Από αυτή την άποψη, το φιλο­σοφικό του κράτος, αλλά και οι βασικές γραμμές της πολιτικής του σκέψης, όσο και αν έχουν δεχθεί μέχρι σήμερα αδυσώπητη κριτική, δεν βρίσκονται απλώς στο χώρο των ιδεών ούτε αφορούν μόνο τις ιδέες. ' Εχουν μεγάλη πρακτική σημασία, διότι αποκαλύπτουν την πλάνη της εφαρμοσμένης πολιτι­κής, όπως την έζησε και τη συνέλαβε ο φιλόσοφος, προτείνουν απεμπλοκή από τη λογική του εξουσιαστικού μηχανισμού και διεκδικούν κατά πολύ μια διαχρονική ισχύ, η οποία θα μπορούσε να στηριχθεί και στα εξής σημεία της θεωρίας του: Δεν αρκείται στη μεταρρύθμιση των υφισταμένων δομών, αλλά προσβλέπει στην αντικατάσταση τους με μια κοινωνική τάξη, η οποία,χωρίς να είναι αντίθετη στη φυσική τάξη, φέρει την τελευταία σε αρμονία με τον αυτοπροσδιορισμό της πολιτικής κοινωνίας. Η ίδια η πολιτική κοινωνία κινεί­ται προς τη δημιουργία των όρων για να κυριαρχεί η δικαιοσύνη και όλοι οι πολίτες, στην αναλογία της φυσικής και κοινωνικής τους αυταξίας, να ευτυ­χούν. Δεν επιζητεί να εξισορροπήσει διαφορετικά συμφέροντα με πολιτικά μέσα, άρα να νομιμοποιήσει μια εξουσία που θα κολακεύεται και θα κολακεύ­ει. Δεν επιζητεί να νομιμοποιήσει μια πολιτική εξουσία που αδικεί και όμως δεν φείδεται να μιλάει για δικαιοσύνη στηριζόμενη σε φορμαλιστικούς κανό­νες ηθικής. Αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της ελευθερίας του πνεύματος, με την έννοια της λογικής επεξεργασίας της δεδομένης πραγματικότητας και του σταθερού προσανατολισμού στη γνώση του όντος. Απορρίπτει έτσι τη φαινο­μενική ελευθερία σκέψης της αντιφατικής αυτοσυνείδησης, της οποίας "η α­κατάσχετη φλυαρία μοιάζει με καβγά ισχυρογνώμων νέων, εκ των οποίων ο έ­νας λέγει Α, όταν ο άλλος λέγει Β, για να πει Β, όταν ο άλλος λέγει Α. Και αυ­τοί μέσω της αντίφασης με τον εαυτό τους εξαγοράζουν τη χαρά να βρίσκο­νται σε αντίφαση προς αλλήλους"80. Ανατιμά τη λογική του ανθρώπου απένα­ντι στη δύναμη των πραγμάτων και διεκδικεί την ενότητα του όντος στη βάση μιας γνώσης που αντανακλά την καθολική πρόσληψη της αρετής και του κα­λού. Προτείνει το φιλόσοφο ως φορέα ηθικής τελείωσης και αισθητικής πλή­ρωσης και όχι αναγκαστικά ως φορέα εξουσίας. Γι' αυτό και θα μπορούσε κα­νείς εύκολα να συμφωνήσει με τον Otfried Hofe ότι οι άνθρωποι, εάν κάποια στιγμή γίνονταν όλοι, με την πλατωνική έννοια, φιλόσοφοι, δεν θα χρειάζο­νταν να κυριαρχούν επί των συνανθρώπων τους81.
-------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1. Ο Πλάτων δέχεται το θάνατο του Σωκράτη ως δολοφονία από την πολιτική εξουσία. Στην Επιστολή Ζ'   325 ανα -
    φέρει ρητά πως οι άνθρωποι που έφεραν το Σωκράτη στο δι­καστήριο και εκείνοι που τον καταδίκασαν ήταν άνθρωποι
    της εξουσίας.
2. Βλ. Επιστολή Ζ   341 ο.
3. Η καταγγελία όλου αυτού του παλιού κόσμου από τον Πλάτωνα δεν έχει ψυχολογικά κί­νητρα, ούτε μπορεί να ερμηνεύεται ως ψυχολογικό ή και ψυχαναλυτικό μόνο φαινόμενο, όπως πιστεύει ο Μ. Ανδρόνικος: Ο Πλάτων και η τέχνη, σ. 96, αλλά συνδέεται με την προσπάθεια του φιλοσόφου να συλλάβει την πολιτική με βάση τη μεταφυσική της ανθρώπινης συνείδησης.
5. Βλ. Πολιτεία, 496 d.
6. Βλ. Επιστολή Ζ΄ 326 a. d.
7. Η αλληγορία του σπηλαίου απηχεί, πολύ συμβολικά, τον φαύλο κύκλο, εντός του οποίου βρίσκονται εγκλωβισμένοι οι διεφθαρμένοι φορείς της πολιτικής και οι φθαρμένοι από τέτοιους φορείς υπήκοοι.
7. Βλ. Επιστολή Ζ' 343
8. Στην Πολιτεία 4845. μεταξύ άλλων, ο Πλάτων διακρίνει τους φιλοσόφους από τους φι­λόδοξους με βάση την ικανότητα να γνωρίσουν το όν.
9. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για τον εθισμό του πλήθους σε μια πολιτική της ευχάριστης α­κοής και κολακευτικής αποδοχής. Είναι αυτή η πολιτική της πειθούς, την οποία καταγ­γέλλει ο Πλάτων στο Γοργία και την χαρακτηρίζει είδωλο της πολιτικής. Παρόμοια στους Νόμους, 684ο καταγγέλεται η πολιτική της ευχάριστης αποδοχής.
10. Βλ. Πολιτεία , 373ε.
11. Βλ. Νόμοι, 689 ά.
13.Β1. Νόμοι ,6913.
14. Στο Θεαίτητο, 173-75 ο ολοκληρωμένος άνθρωπος παρουσιάζεται να μην έχει σχέση με κοινωνικοπολιτικές πρακτικές ή εμπειρίες που διαστρέφουν τη φύση του ωραίου. Γι* αυ­τό απέχει συνειδητά, ως αναζητητής του αγαθού και του ωραίου, από τη δίνη της μικρο­πολιτικής και της στρεψοδικίας. Στο Φίληβο, 63 ο Πλάτων προτιμά τελικά τον ολοκλη­ρωμένο άνθρωπο να γνωρίζει όλες τις τέχνες και να μην αγνοεί τις μικρότητες που συμ­βαίνουν γύρω του. Αναγνωρίζει έτσι ο φιλόσοφος την αναγκαιότητα μιας ανάμειξης, η οποία όμως χρειάζεται το μέτρο και τη συμμετρία. Απ' αυτή την άποψη, η διαστροφή του ωραίου εδώ δεν έχει να κάνει με την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης, αλλά με την έλλει­ψη μέτρου, που χαρακτηρίζει τους φορείς της πολιτικής εξουσίας και υποδηλώνει την α­νικανότητα της κοινωνικής και πολιτικής έκφρασης του ανθρώπου.
15. Αυτοί που ορέγονται την εξουσία δεν είναι για τον Πλάτωνα παρά "άνθρωποι φτωχοί που από την πείνα τους έχουν ως επιδίωξη τους την προσωπική τους ωφέλεια, στοχαζόμενοι ότι πρέπει από εδώ να κάμουν με αρπαγές την τύχη τους" (Πολιτεία, 5213). Η ά­σκηση της εξουσίας είναι λοιπόν η υπεράσπιση της ιδιοτέλειας. Γι* αυτό και ο Πλάτων σπεύδει να διαχωρίσει τους εκάστοτε επίδοξους εξουσιαστές, που σκιαμαχούν για το ποιος θα αρπάξει την εξουσία, από αυτούς που πρέπει κατ' αναγκαιότητα να είναι δια­χειριστές της εξουσίας (ό.π. 520 ο-ε) και οι οποίοι "πλούτο τους έχουν την ενάρετη και φρόνιμη ζωή τους" ( ό. π. 521& ).
16. Βλ. Πολιτεία, 521 17. Ό.π. 421 5.
19. G. W. F. Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος τ. II,μετάφραση Δημ. Τζωρτζόπουλου. Αθήνα-Γιάννινα, "Δωδώνη" 1995, σ. 310-18.
20. Πολύ εύστοχα η Β. Zehnpfennig διακρίνει πίσω από τη θεωρία του Θρασύμαχου τη θεωρία του νομικού θετικισμού, σύμφωνα με την οποία το δίκαιο δεν υπάρχει καθ' εαυτό, αλλά δημιουργείται από την αποκλειστική βούληση των αρχόντων και είναι εξάρτημα της εξουσίας.
21. Στην Ζ' Επιστολή 351 d,  ο Πλάτων συνοψίζει ως εξής: "ένας δίκαιος άνθρωπος, που δια­θέτει φρόνηση και λογικό, σε ό,τι αφορά τους άδικους δεν θα μπορούσε ποτέ να λαθέψει στην κρίση του για την ψυχή τους
22. Βλ. Πολιτεία, 589 δ.
23. Βλ. Φαίδρος, 249 c.
24. Βλ. Πολιτεία, 534 b-d.
25. Ό.π.508ε.
26. Βλ. Πρωταγόρας,  326 b.
28. Εάν ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι το πεδίο της πολιτικής αξιολογείται στο πλαίσιο της αισθητηριακής δραστηριότητας του ανθρώπου, τότε ο λόγος ως αισθητική αξία είναι η αναγκαία συνθήκη του εμπράγματου ανθρώπου για να εμπειραθεί την πολιτική ως στά­διο μετάβασης στην έλλογη σκέψη. Από αυτή την άποψη ο άνθρωπος πρέπει κατ' ανάγκη να καλλιεργηθεί αισθητικά προτού γίνει έλλογος.
29. Η διάσωση της εμπειρικής πραγματικότητας ήταν θεμελιακό αίτημα που κατηύθυνε τη σκέψη του Πλάτωνα και προκαλούσε αναπροσαρμογές - π.χ. Πολιτεία, Νόμοι - της πολι­τικής του θεωρίας. Ο Η. Wagner αναφέ­ρει σχετικά πως η όλη μεταφυσική προσπάθεια του Πλάτωνα συνιστούσε την αναπόφευ­κτη κατάδειξη του δρόμου για να κατανοήσουμε επαρκώς το εμπειρικό, να το γνωρίσου­με, να το ερμηνεύσουμε, να το θεμελιώσουμε.
30. Ο Πλάτων δεν εναντιώνεται συλλήβδην στην επιθυμία ως τέτοια, διότι τη θεωρεί συστα­τικό παράγοντα της ζωτικής κίνησης της ανθρώπινης ουσίας. Στο πλαίσιο λειτουργίας ε­ξάλλου της πολιτικής κοινότητας αποδίδει στην ψυχή του ατόμου, μεταξύ των άλλων, την επιθυμητική λειτουργία. Επειδή όμως η επιθυμητική ψυχή, αυτονομημένη μέσα στην κοινωνικοπολιτική πράξη του ανθρώπου, οδηγεί σε αλόγιστη γέννηση πόθων (Πολιτεία, 439 ά) και προκαλεί διατάραξη της αρμονίας του ανθρώπινου βίου, ο Πλάτων προτάσσει την αναγκαιότητα της εκλογίκευσης της. Για μια περιεκτική πραγμάτευση της επιθυμίας και της αξιολογικής της διαβάθμισης στον Πλάτωνα βλ. Κ. Βουδούρη, Τα είδη βίων, ο τρόπος βίου, το επιθυμεί ν και το αγαθό , σ. 33 κ. εξ στο: Κ. Βουδούρη (εκδ.), Πλατωνική πολιτική φιλοσοφία, Αθήνα 1997.
31. Ο πολιτικός επαγγελματισμός προσιδιάζει στο πρότυπο του πολιτικού ανθρώπου που υ­περασπίζονται οι σοφιστές και ευδοκιμεί στην πόλη "που είναι διασπασμένη στις αλληλοεχθρευόμενες τάξεις των πλουσίων και των φτωχών
32. Εάν η στροφή της σκέψης προς αυτές τις αρχές σημαίνει ότι αυτή βλέπει το ον ξυπνητή και όχι στο όνειρο της (Πολιτεία , 533 d), δηλαδή πως διαμορφώνει, εκπτυσσόμενη ως διαλεκτι­κή μέθοδος, τους όρους για να προσεγγίσει το ίδιο το ον, τότε η απουσία της διαλεκτικής από το λόγο της πολιτείας σημαίνει ότι τα μάτια της ψυχής αυτής της πολιτείας είναι "πραγματικά ενταφιασμένα σε κάποιο βαρβαρικό βόρβορο" (Πολιτεία, 533 ά).
33. Πολύ άμεσα και παραστατικά, ο Πλάτων μιλάει με το παράδειγμα του Καλλικλή για το μηδενισμό της πολιτικής λογοκοπίας: "Εμπρός λοιπόν, ο Καλλικλής έχει κάνει ως τώρα κανένα από τους πολίτες καλύτερο; Υπάρχει κανένας που προηγούμενα ήταν πονηρός, άδικος, ακόλαστος, ανόητος και έγινε, χάρη στον Καλλικλή, καλός και αγαθός, είτε ξέ­νος είτε Αθηναίος είτε δούλος είτε ελεύθερος;" ( Γοργίας, 515).
34. Βλ. Φαίδων, 65 c.
35. Βλ.Πολιτεία, 357 b.
36. Ό. π. 479.
38. Βλ. Γοργίας, 459 d.
40. Στο Γοργία , 464-465, ο Πλάτων τονίζει την αδυναμία του ρητορικού λόγου να εισχωρεί στην ουσία της πολιτικής τέ  
      χνης και την επιτηδευμένη του ικανότητα να ωραιοποιεί το δεδομένο και να το προσφέρει ως εμπειρία.
41. Σύμφωνα με τον Μ. Ηaenggi - Kriebel, η σκέψη για το νόημα του Είναι συνυφαίνει το ερώτημα για το Είναι με το ερώτημα για τον άνθρωπο ως πρόσωπο. Πώς το κατανοεί αυτό; θεωρεί πως το ανθρώπινο πρόσωπο είναι ένα πνευματικό ον που εγκατοικεί στον κόσμο τούτο, αλλά δεν προσδιορίζεται απ' αυτόν και γι' αυτό αναζητεί την ολότητα του σε μια τάξη που περιλαμβάνει τόσο την ψυ­χοσωματική του ενότητα όσο και την προσπάθεια του να σκεφτεί το Είναι.
42. Βλ. Φαίδρος, 260ε.
43. Ό. π. 266 b.
44. Βλ. Συμπόσιον, 211ο.
45. Ό. π. 2123.
46. Βλ. Κρίτων, 47 Α.
47. Στην Πολιτεία, 490 3-β, ο Πλάτων παρουσιάζει το διαλεκτικό λόγο να οδηγεί συστηματι­κά πλέον την ψυχή προς το αληθινό ον. Στο Συμπόσιο παρουσιάζει τη Διοτίμα να φανε­ρώνει με το λόγο της την ερωτική ορμή της ψυχής προς την μία επιστήμη, αυτή της ωραι­ότητας (210 Λ), και συνοψίζοντας τους αναβαθμούς της ψυχής να επιβεβαιώνει αυτή την ανάβαση ως την επάνοδο της στην απόλυτη ωραιότητα (21 Ιο). Πρόκειται για την ίδια εκ-δίπλωση του φιλοσοφικού ή διαλεκτικού λόγου, η οποία, όσο αγγίζει την ψυχή των πα­θών, της ανοίγει άλλους ορίζοντες: αυτούς της απέραντης ευχαρίστησης από τη γνώση της αληθινής πραγματικότητας και αυτούς της ανύψωσης της στην πρωταρχική της ω­ραιότητα, η οποία εγκλείει, μεταξύ των άλλων, την ωραιότητα των θεσμών, της πολιτι­κής και ηθικής πράξης, αλλά και την ωραιότητα της γνώσης του εαυτού της ως ενοποιη­τικής αρχής του υποκειμένου και του αντικειμένου.
48. Βλ. Πολιτεία, 618 ε.
49. 'Ο.π. 428 c - d
50. 'Ο.π. 429 3.
53. Βλ. Πολιτεία , 520 Α.
55. Βλ. Γοργίας, 492 c.
56. Ό. π. 491 b
57. Βλ. .Γοργίας, 492 κ.
58. 'Ο. π. 483 α.
59. Για τον Πλάτωνα είναι ο ίδιος ο άνθρωπος που έχει τη φροντίδα για τις επιλογές του και τη μοίρα του, ανεξάρτητα από την έκβαση. Ανάλογα με την επιλογή του, κατακυρώνει την αξιολογική του θέση μέσα στην ιεραρχία των όντων. Στην Πολιτεία, 618 ε αναφέρει χαρακτηριστικά: "Η αρετή δεν είναι ιδιοκτησία κανενός, η μετοχή που θα έχει κανένας πάνω σ' αυτή θα είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη ανάλογα με την εκτίμηση ή την περιφρό­νηση που θα δείξει απέναντι της. Η ευθύνη πέφτει σ' αυτόν που κάνει την εκλογή· ο θεός είναι ανεύθυνος".
60. Βλ. Γοργίας, 491 ε.
61. Ό. π.
62. Ό. π. 501 c.
63. Ό. π. 517.
64. Βλ. Πολιτεία, 368 κ. εξ.
66. Χαρακτηριστική προς τούτο η αναφορά που γίνεται στο Φαίδρο, 230 d: "Τα χωράφια και τα δέντρα δεν με διδάσκουν τίποτε, μα οι άνθρωποι που είναι μέσα στην πόλη".
67. Βλ. Πολιτεία , 369 b-c
69. Βλ. Πολιτεία, 369 e.
70. 'Ο. π. 372 e.
72. Βλ.Πολιτεία, 375 a-c
73. G.W.F. Hegel: Φαινομενολογία τοy πνεύματος τ. 1, μετάφραση Δημ. Τζωρτζόπουλου. Αθήνα - Γιάννινα  "Δωδώνη" 1993, σ. 154.
74. Βλ. Πολιτεία,416 b.
75. Ό.π. 536 d - 537a.
77. Βλ. Πολιτεία, 500 c.
78. 'O.π. 544 κ. εξ.
80. G.W.F. Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος τ. Ι, "Δωδώνη" 1993, σ.357.

Ο Ξενοφώντας και η πολιτική φυσιογνωμία του Θηραμένη

Αποτέλεσμα εικόνας για θηραμένηςΑπό τη στιγμή που ο Κριτίας διάλεξε το δρόμο της δημοσιότητας (ήθελε και την ψήφο της Βουλής για την εξόντωση του Θηραμένη), δε θα μπορούσε να του στερήσει το δικαίωμα να απολογηθεί μπροστά στους βουλευτές, που υποτίθεται ότι θα αποφάσιζαν για την τύχη του.

Αν είχε δράσει παρασκηνιακά, εκτελώντας τον υπογείως, και ανακοίνωνε απλώς τους λόγους που το έκανε, θα είχε αποφύγει πολλά. Με τους μαχαιροβγάλτες απ’ έξω κανείς δε θα είχε διάθεση για περιττές ερωτήσεις.

Από τη στιγμή που ο Κριτίας συγκάλεσε του Βουλή, έπρεπε να γνωρίζει ότι στην ουσία ήταν σαν να προκαλεί το Θηραμένη σε μια δημόσια αναμέτρηση. Κι αυτές οι ενέργειες κρίνονται επικίνδυνες. Ο Κριτίας, εφόσον δεν έδρασε παρασκηνιακά, έπρεπε ή να έχει συνεννοηθεί με τους βουλευτές, ώστε να είναι απολύτως βέβαιος ότι θα καταδικάσουν το Θηραμένη, ή να έχει διατάξει τους τραμπούκους να εισβάλουν στη Βουλή και να τον λιντσάρουν χωρίς καν να τον αφήσουν να μιλήσει, ώστε την ευθύνη να την αναλάβουν οι «αγανακτισμένοι πολίτες». Δεν τα ζύγιασε καλά τα πράγματα ο Κριτίας. Και τώρα έπρεπε να ανεχτεί την αγόρευση του Θηραμένη μέσα στη Βουλή.

Ο Θηραμένης δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Ξεκίνησε το λόγο του από την υπόθεση της εγκατάλειψης των ναυαγών που οδήγησε τους στρατηγούς σε εκτέλεση: «Πρώτ’ από όλα, άνδρες, θ’ αναφερθώ στην τελευταία του κατηγορία – ότι τάχα εγώ, με την καταγγελία μου, οδήγησα τους στρατηγούς στο θάνατο. Όμως είναι γνωστό ότι δεν τους κατηγόρησα πρώτος εγώ· εκείνοι ισχυρίστηκαν πως ενώ με πρόσταξαν δεν περιμάζεψα τ’ άμοιρα θύματα της ναυμαχίας της Λέσβου. Εγώ απολογήθηκα ότι με την τρικυμία δεν μπορούσε ούτε να βγει καράβι στη θάλασσα – άσε πια να σώσει τους ναυαγούς – κι η πόλη με πίστεψε. Εκείνοι, αντίθετα, κατηγόρησαν ουσιαστικά τους ίδιους τους εαυτούς τους, γιατί, ενώ, καθώς έλεγαν, μπορούσαν να σωθούν οι άνθρωποι, εκείνοι σηκώθηκαν κι έφυγαν αφήνοντάς τους να πεθάνουν». (2,3,35).

Φυσικά, για τους κλακαδόρους που επιστράτευσε προς διαμόρφωση της κοινής γνώμης ούτε λόγος. Όπως σιωπή και στο γεγονός ότι είχε συμφέρον να καταδικαστούν, γιατί, αν κρίνονταν αθώοι, η υπόθεση θα μετακυλούσε σ’ αυτόν. Οι στρατηγοί, λιγότερο πονηροί από εκείνον, προσπάθησαν με ένα έγγραφο που δεν ανέφερε το όνομά του να μη δώσουν στο θέμα διαστάσεις που δεν υπήρχαν. Τις διαστάσεις τις έδωσε εκείνος, εξυπηρετώντας (προφανώς) προσωπικές φιλοδοξίες.

Το ότι οι Αθηναίοι μετάνιωσαν για την απόφαση αυτής της δίκης καταδεικνύει πολλά. Ο Θηραμένης, όπως έριξε και τότε την ευθύνη στους στρατηγούς για την έλλειψη φροντίδας των ναυαγών, έτσι τη ρίχνει και τώρα, επειδή δεν υπερασπίστηκαν σωστά τον εαυτό τους. Το ότι εξαιτίας αυτής της κακής υπεράσπισης σώθηκε ο ίδιος δε χρειάζεται να αναφερθεί. Η διαστροφή των γεγονότων, η αποσιώπηση, η επιλεκτικότητα και το θράσος είναι τα κύρια γνωρίσματα των δημαγωγών.

Θα κάνει τα ίδια και με την υπόθεση του πραξικοπήματος του 411 π. Χ. στο οποίο είχε πρωταγωνιστήσει: «Όσο για το άλλο που είπε, ότι τάχα στάθηκα πάντα καιροσκόπος, προσέξτε και τούτο: το πολίτευμα των Τετρακοσίων το ψήφισαν, καθώς ξέρετε, κι οι ίδιοι οι δημοκρατικοί, γιατί τους είχαν εξηγήσει ότι οι Λακεδαιμόνιοι καθόλου δε μαλάκωσαν, ενώ από την άλλη πλευρά έγινε φανερό ότι οι στρατηγοί που ήταν με τον Αριστοτέλη, τον Μελάνθιο και τον Αρίσταρχο έχτιζαν πάνω στο μώλο» (δηλαδή στον Πειραιά) «ένα οχυρό όπου είχαν σκοπό να φέρουν τους εχθρούς, για να γίνουν οι ίδιοι κι οι φίλοι τους κύριοι της πόλης. Όταν κατάλαβα το σχέδιο, τους εμπόδισα – αυτό μήπως λέγεται προδοσία προς τους φίλους;» (2,3,45-46).

Αναφέρει ότι «το πολίτευμα των Τετρακοσίων το ψήφισαν όλοι οι δημοκρατικοί» προφανώς για να μετριάσει τις ολιγαρχικές του τάσεις. Σαν να μην ήταν η ψήφος αποτέλεσμα εκβιασμού, αφού μόνο έτσι θα υπέκυπταν οι Αθηναίοι σε μια ολιγαρχία, ή σαν να μην είχαν ψηφίσει και το τωρινό καθεστώς, επίσης σε συνθήκες αδιεξόδου. Το ότι έμεινε ο ίδιος τρεις μήνες στο Λύσανδρο οδηγώντας την πόλη σε λιμοκτονία δεν αναφέρεται. Αυτό που τον ενοχλεί είναι η προδοτική συμπεριφορά των άλλων που «είχαν σκοπό να φέρουν τους εχθρούς».

Ο Θηραμένης ονειρευόταν από παλιά την εγκαθίδρυση της ολιγαρχίας στην Αθήνα με ηγέτη τον ίδιο. Και ήξερε καλά ότι μόνο υπό συνθήκες ασφυκτικής πίεσης, που θα εξουδετέρωναν όλες τις αντιστάσεις, θα μπορούσε να το πετύχει. Υπό αυτό τον όρο έπαιζε πάντα το παιχνίδι των εχθρών. Απλώς την πρώτη φορά η πόλη δεν ήταν τόσο αποδυναμωμένη για να το ανεχτεί, οπότε εγκατέλειψε το σχέδιο εγκαίρως. Μόλις δόθηκε η δεύτερη ευκαιρία έκανε ξανά τα ίδια.

Ότι η δημοκρατία τον ενοχλεί γίνεται φανερό και από τις κατηγορίες που επισύρει για το παρελθόν του Κριτία, ο οποίος «… στη Θεσσαλία […] μαζί με τον Προμηθέα οργάνωνε δημοκρατία, οπλίζοντας τους κολίγους εναντίον των αφεντάδων. Ας ευχόμαστε να μη γίνει εδώ τίποτα απ’ όσα έκανε αυτός εκεί!» (2,3,36-37).

Το ερώτημα γιατί συνεργάστηκε μ’ έναν άνθρωπο που έχει τέτοιο παρελθόν παραμένει μετέωρο, όπως και στον Κριτία, όταν κατηγορούσε το Θηραμένη για το παρελθόν του. Τουλάχιστον ο Θηραμένης έχει επίγνωση σε ποιους απευθύνεται. Κατηγορεί τον Κριτία για δημοκράτη, όχι για υποκινητή εκτελέσεων, όπως τον κατηγόρησε εκείνος.

Από κει και πέρα ο Θηραμένης θα προχωρήσει και σε επιχειρήματα καθαρά πολιτικά – σε αντίθεση με τον Κριτία – προκειμένου να αποδείξει την πολιτική του φερεγγυότητα: «Εγώ, Κριτία, πάντα πολέμησα εκείνους που δεν έβρισκαν τη δημοκρατία αρκετά τέλεια όσο δεν μετείχαν στην εξουσία ακόμα κι οι δούλοι, ακόμα κι όσοι από τη φτώχεια θα πουλούσαν την πόλη για μια δραχμή· στάθηκα όμως πάντα αντίθετος και μ’ εκείνους που δε βρίσκουν τέλεια οργανωμένη την ολιγαρχία όσο δεν έχουν επιβάλει στην πόλη την τυραννία λίγων ανθρώπων. Το να μετέχουν όμως στη διακυβέρνηση κι όσοι μπορούν να προσφέρουν υπηρεσίες με τ’ άλογα και τις ασπίδες τους, πάντα το θεωρούσα ιδεώδη λύση – κι ούτε και τώρα αλλάζω γνώμη. Κι αν ξέρεις, Κριτία, κάποια περίπτωση όπου να συνεργάστηκα με δημοκρατική ή με τυραννική παράταξη για να στερήσω τους ευυπόληπτους πολίτες από τα πολιτικά τους δικαιώματα, πες την!» (2,3,48-49).

Αυτή ακριβώς είναι και η εντύπωση που μέχρι σήμερα επικρατεί για το Θηραμένη· του μετριοπαθή ολιγαρχικού, που κινήθηκε απορρίπτοντας και τη δημοκρατική ισοπέδωση και την τυραννική ασυδοσία. Του ανθρώπου που πρέσβευσε την άποψη ότι την εξουσία πρέπει να τη διαχειρίζονται οι επιφανείς και οι πλούσιοι πολίτες. Το κατά πόσο πούλησαν την πόλη για πενταροδεκάρες οι φτωχοί ή οι άνθρωποι σαν κι αυτόν ας το κρίνει η ιστορία.

Το σίγουρο είναι ότι ο Αριστοτέλης στο έργο του «Αθηναίων Πολιτεία» εκφράζεται ιδιαιτέρως θετικά για το Θηραμένη. Τον κατατάσσει μάλιστα στους καλύτερους πολιτικούς άντρες των Αθηνών, αναφερόμενος στην μετά Περικλή περίοδο, μαζί με το Νικία και το Θουκυδίδη: «Όσοι δεν εκφράζουν επιπόλαια γνώμη, πιστεύουν ότι αυτός» (ο Θηραμένης δηλαδή) «δεν προσπαθούσε να ανατρέψει όλους τους τύπους διακυβέρνησης, αντίθετα τους υποστήριζε με την προϋπόθεση ότι δεν οδηγούσαν σε παρανομίες […] μπορούσε να πολιτεύεται σύμφωνα με όλες τις πολιτειακές εκδοχές – όπως αρμόζει σ’ έναν καλό πολίτη – αλλά χωρίς να κάνει υποχωρήσεις όταν τον οδηγούσαν σε παράβαση των νόμων. Αντίθετα, με το να καταφέρεται εναντίον αυτών των πράξεων έφτασε στο σημείο να γίνει μισητός». (XXVIII).

Όμως, ο πυρήνας της πολιτικής σκέψης του Θηραμένη φαίνεται καθαρά, όταν εξηγεί τους λόγους που διαφώνησε με τον Κριτία καταδικάζοντας τις επιλογές του ως βλαβερές κι αδιέξοδες: «Ήξερα ότι αν θανατωνόταν ο Λέων ο Σαλαμίνιος, άνθρωπος με αξία και καλή φήμη, που δεν είχε κάνει καμιά παρανομία, οι όμοιοί του θα τρόμαζαν – κι ο τρόμος θα τους έκανε αντιπάλους αυτού του καθεστώτος. Το ‘βλεπα ότι αν συλλαμβανόταν ο Νικήρατος του Νικία, πλούσιος άνθρωπος που ούτε ο ίδιος ούτε ο πατέρας του είχαν ποτέ υποστηρίξει τους δημοκρατικούς, οι όμοιοί του θα ‘χαν κακές διαθέσεις εναντίον μας. Αλλά κι όταν εκτελέσαμε τον Αντιφώντα, που τον καιρό του πολέμου είχε αρματώσει μ’ έξοδά του δυο γοργοτάξιδα πολεμικά, καταλάβαινα ότι θα γεννούσαμε καχυποψία σ’ όλους όσοι είχαν δείξει πατριωτικά αισθήματα. Αντιμίλησα κι όταν είπαν ότι έπρεπε να συλλάβουμε ο καθένας από έναν μέτοικο, γιατί ήταν ολοφάνερο ότι η εκτέλεσή τους θα ‘κανε όλους τους μετοίκους εχθρούς του πολιτεύματος». (2,3,39-40-41).

Για να συνεχίσει: «Επειδή πάλι έβλεπα να πληθαίνουν μέσα στην πόλη οι αντίπαλοι αυτής της εξουσίας, και να πληθαίνουν κι οι εξόριστοι, δεν το ‘βρισκα σωστό να εξορίζονται ούτε ο Θρασύβουλος, ούτε ο Άνυτος, ούτε ο Αλκιβιάδης, γιατί ήξερα ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα δυνάμωνε η εχθρική παράταξη, αφού η μάζα θα αποκτούσε ικανούς ηγέτες κι οι επίδοξοι ηγέτες θα ‘βρισκαν πολλούς οπαδούς». (2,3,42-43).

Και συμπληρώνει: «τι φαντάζεστε ότι προτιμούν ο Θρασύβουλος και ο Άνυτος κι οι άλλοι εξόριστοι – ν’ ακολουθούμε την πολιτική που συμβουλεύω εγώ ή εκείνη που εφαρμόζουν τούτοι; Κατά τη δική μου γνώμη, οι εξόριστοι πιστεύουν τώρα ότι έχουν παντού συμμάχους· θα το θεωρούσαν ωστόσο δύσκολο ακόμη και να πατήσουν το πόδι τους στον τόπο, αν ήταν με το μέρος μας τα καλύτερα στοιχεία της πόλης». (2,3,44).

Συμπέρασμα: «Τον αντίπαλο, Κριτία, δεν τον δυναμώνουν όσοι φροντίζουν να μην πληθαίνουν οι εχθροί, ούτε όσοι δείχνουν πώς αποκτά κάποιος περισσότερους συμμάχους – αλλά όσοι αποσπούν χρήματα με παράνομο τρόπο και σκοτώνουν αθώους: αυτοί είναι, πιο πολύ από κάθε άλλον, που πολλαπλασιάζουν τους αντιπάλους και προδίδουν, όχι μονάχα τους φίλους τους, αλλά και τους ίδιους τους εαυτούς τους, από ταπεινή φιλοχρηματία». (2,3,43).

Ο Θηραμένης θέτει τα πράγματα με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Κάθε πολίτευμα για να σταθεί πρέπει να έχει συμμάχους. Το ζήτημα είναι να επιλέξει κανείς τους συμμάχους που θέλει. Ο ίδιος, ως γνήσιος ολιγαρχικός, διαλέγει τους πλούσιους και τους επιφανείς, τους ανθρώπους δηλαδή με κύρος, που απολαμβάνουν τη γενική εκτίμηση. Η δημοκρατία επιλέγει τους φτωχούς και προσπαθεί να τους ενισχύσει.

Το πρόβλημα είναι ότι ο Κριτίας δεν επιλέγει κανένα. Κατατροπώνει τους φτωχούς, επιτίθεται στους μέτοικους και τελικά στρέφεται και εναντίον των πλουσίων επιφανών. Με δυο λόγια, αποδυναμώνει το καθεστώς, αφού του στερεί οποιοδήποτε έρεισμα. Μοιραία, αν όλος ο κόσμος συνασπιστεί, οι ισορροπίες θα ανατραπούν. Ο Θηραμένης παραθέτει ένα σωρό περιπτώσεις εκδιωγμένων επιφανών που τους αποκαλεί «άξιους», «με καλή φήμη», «πλούσιους», «αρμάτωσαν γοργοτάξιδα πολεμικά», εστιάζοντάς στην καχυποψία που γεννιέται από τις εκτοπίσεις τους.

Όμως, οι ηθικοί χαρακτηρισμοί που προσάπτει στον Κριτία και τους υπόλοιπους Τριάντα: «αποσπούν χρήματα με παράνομους τρόπους», «σκοτώνουν αθώους», πάσχουν «από ταπεινή φιλοχρηματία» δεν αφορούν την ουσία του ξενοκίνητου πολιτεύματος, που με χαρά εγκαθίδρυσε, αλλά αυτούς προσωπικά, που κρίνονται ακατάλληλοι να διαχειριστούν την κατάσταση. Επί της ουσίας δεν καταδικάζει το έγκλημα· απλώς βάζει το μέτρο, για να αποφευχθούν τα χειρότερα.

Το ενδιαφέρον του για τους άξιους πολίτες είναι αδύνατο να γίνει πειστικό. Το παρελθόν του τον διαψεύδει κατηγορηματικά. Ο Θηραμένης δε δίστασε ποτέ να εξοντώσει οποιονδήποτε, αν έβλεπε ότι θα κερδίσει ο ίδιος. Και οι στρατηγοί, των οποίων την εκτέλεση σχεδόν εκβίασε, ήταν και άξιοι κι επιφανείς και πλούσιοι και πατριώτες. Δε φάνηκε να επηρεάζει αυτό τη συμπεριφορά του. Τα πράγματα είναι απλά. Όντας πιο διορατικός από τους άλλους, που ήταν τελείως ανόητοι, προέβλεψε την καταστροφή και θέλησε να διαφύγει. Οι εξελίξεις θα τον δικαιώσουν πανηγυρικά.
 
Αριστοτέλης: «Αθηναίων Πολιτεία»
 
Ξενοφώντος: «Ελληνικά»

Γεννηθήκαμε λεύτερα παιδιά με... αρρίζωτες καρδιές κι αλήτικα όνειρα

Με αρρίζωτη καρδιά κι αλήτικα όνειρα…
Κάπως έτσι ξεκίνησα!
Κάπως έτσι ξεκινήσαμε όλοι!!
Στο αίμα μας έτρεχε η Απεραντοσύνη και η Ελευθερία…

Γεννηθήκαμε χωρίς φόβο και με πολύ πάθος. Πάθος για ζωή!!!
Το μόνο που είχαμε δικό μας ήταν η αθωότητά μας και η αγάπη μας. Κι αυτές, τις μοιραζόμασταν απλόχερα με τον οποιονδήποτε.
Δεν φοβόμασταν κανέναν και τίποτα. Πως μπορούσαμε άλλωστε;
Φοβάται μάτια μου η Αγάπη; Φοβάται μάτια μου η Ζωή;
Κι εμείς τότε, ήμασταν Ζωή…

Τώρα απλά νομίζουμε ότι ζούμε. Ξεγελιόμαστε πότε με τον έρωτα, πότε με την ανάγκη μας για χαρά, για αγάπη και έχουμε αναλαμπές Ζωής. Και όταν τολμάμε για λίγο να βγούμε από το καβούκι της λογικής πάντα κάτι γίνεται και ξαναγυρνάμε πάλι μέσα του, για να ξαναδούμε τα πράγματα με τον ίδιο, προκαθορισμένο, γνωστό μας τρόπο.

Κάποιος είπε ότι η λογική δεν σε κάνει δυστυχισμένο, μα ούτε και ευτυχισμένο συμπληρώνω εγώ. Γιατί τι σημασία έχει να περάσω όλη τη ζωή μου μέσα στα πρέπει και στους κανόνες όταν φτάνοντας στο τέλος της ζωής μου ανακαλύψω ότι ΑΠΛΑ ΔΕΝ ΕΖΗΣΑ!!!

Πρέπει επιτέλους να το καταλάβουμε ότι όλοι εμείς είμαστε παίκτες και ταυτόχρονα πρωταγωνιστές στο παιχνίδι της Ζωής. Και σε αυτό το παιχνίδι ο κανόνας είναι ένας: Παίξε καλά, παίξε ριψοκίνδυνα, παίξε ολοκληρωτικά.

Κι αν θέλεις να κερδίσεις στο παιχνίδι της Ζωής τότε μη κρατιέσαι πίσω. Ανάσανε βαθιά και ρίξε σε αυτό όλες σου τις δυνάμεις. Όλες τις δυνατότητες και τα ταλέντα σου. Το βραβείο για τη νίκη σου θα είναι μοναδικό, ασύγκριτο. Θα είναι ο Εαυτός σου...

Γι’ αυτό, θα στο υπενθυμίζω καθημερινά. Θα στο δείχνω κάθε στιγμή, με όποιο τρόπο μπορώ. Θα στο φωνάζω με κάθε Αγάπης-λέξη που βγαίνει από την ψυχή μου:

Δεν γεννηθήκαμε ¨καλά παιδιά¨… γεννηθήκαμε λεύτερα παιδιά με αρρίζωτες καρδιές κι αλήτικα όνειρα για να διαφεντεύουμε στο Σύμπαν...

Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ

Ο θυμός, ως συναισθηματική εκδήλωση, έχει περισσότερες εκφάνσεις, ενώ παρουσιάζει επιδημική συμπεριφορά, με λιγότερο πρόδηλο τρόπο, από αυτόν της προβλητικής ταύτισης ή της αυτοεκπληρούμενης προφητείας, διαδικασίες που περιγράφουν, μέσες άκρες, τον αρνητικό τρόπο, με τον οποίο αντιδρούν οι άνθρωποι, στην εχθρικότητα των άλλων.

Αισθήματα ματαίωσης, εσωτερικού τρόμου ή/και ανικανοποίητου και εσωτερικές συγκρούσεις φαίνεται πως εκβάλλουν ως απροκάλυπτος θυμός, εναντίον οποιουδήποτε ή οτιδήποτε ή εναλλακτικά, όταν ο θυμός δεν βρίσκει εξωτερικό αντικείμενο, μαζοχιστικά και αυτοκαταστροφικά, με τη μορφή της δυσθυμίας, της κατάθλιψης ή και με άλλες μορφές, όπως με την απ’ ευθείας επίθεση, στο σώμα.

Το όλο πράμα μπορεί να καταστεί αδιέξοδο, υπό την έννοια πως εκδηλώνεται αδυναμία να λεκτικοποιηθούν τα «συμβάντα» της εσωτερικής ζωής, που περιλαμβάνουν αυτά τα συναισθήματα, και να διαλευκανθούν οι προσωπικές, υποκειμενικές σημασίες που αποδίδει, στα συμβάντα αυτά, το άτομο.

Το παραπάνω σημαίνει πως δεν γίνεται κατανοητό, τι σημαίνει (για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο) η ματαίωση, ποια είναι η ουσία του τρόμου του, ποιο ακριβώς είναι το ανικανοποίητό του και πόσο εφικτό είναι τούτο να θεραπευτεί και με ποιους τρόπους, πως προκύπτει η εσωτερική σύγκρουση και ποιες είναι οι αντιστάσεις στην επίτευξη της κατανόησης όλων αυτών των θεμάτων που το αφορούν.

Έτσι λοιπόν όλα τούτα τα συναισθήματα μετατρέπονται σ’ ένα άρρητο και ασυνείδητο αίτημα, το οποίο, ενώ διαθέτει αδιαμφισβήτητα επικοινωνιακό χαρακτήρα, ταυτόχρονα λειτουργεί ως αντίσταση στην έλευση περιεχομένων του υποσυνείδητου στο συνειδητό, ενώ κατά κανόνα δεν «αναζητάει» την ικανοποίησή του, εφόσον δεν διαθέτει σαφή εσωτερική δομή και δεν έχει περάσει σαφώς στο χώρο της γλώσσας. Είναι λοιπόν ένα αίτημα «μη αναλυθέν» ένα αίτημα αταχτοποίητο, ένα αίτημα που δεν διαθέτει παραλήπτη, ένα αίτημα που υποσκάπτει την εξεύρεση λύσεων, στα προβλήματα, και απαντήσεων στα ψυχικά συμβάντα, ενώ παράλληλα μεταδίδει το θυμό, σε πρόσωπα του περιβάλλοντος, τα οποία μπορούν, εν δυνάμει, να ταυτιστούν με τον «ενδιαφερόμενο», στις άρρητες «συνιστώσες» του θυμού του.

Σε διάφορες φάσεις της ζωής τους, πολλοί άνθρωποι παραμελούν τα καθήκοντά τους, άλλοτε συμπεριφέρονται με κυνισμό και άλλοτε αντιδραστικά, σαδιστικά ή αλλοπρόσαλλα. Μέσα στους αιτιολογικούς παράγοντες συμπεριλαμβάνεται και η επίθεση, ενάντια στο πλαίσιο της ζωής τους, καθόσον τελούν υπό την επήρεια μίας γενικευμένης κατάστασης θυμού άλλων προσώπων, πράγμα το οποίο εντείνει τη δράση των δικών τους «άλυτων» εσωτερικών θεμάτων, που σχετίζονται με τις συνιστώσες του θυμού κάποιου ή κάποιων άλλων.

Ειδικότερα, σε περιπτώσεις όπου μπορούμε να υποθέσουμε κάποιου έστω βαθμού οριακότητα και όπου τα «αδιέξοδα» είναι ισχυρά, οι ερωτικοί σύντροφοι των ανθρώπων, που κινούνται περισσότερο ή λιγότερο μέσα σε αυτή την περιοχή, έρχονται αντιμέτωποι -με τον πλέον ακραιφνή τρόπο- με τα φορτία θυμού των ατόμων αυτών. Ο θυμός αυτός προκαλείται από τον τρόμο της εγκατάλειψης, από τον ερωτικό τους σύντροφο, και από τις ματαιώσεις που ο τελευταίος προκαλεί σε αυτούς, όταν δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις φαντασιώσεις εξιδανίκευσης και στις απαιτήσεις που προβάλλουν, ακόμη και εξωλεκτικά, καθώς κινούνται, σε κάποιο βαθμό, εκτός πραγματικότητας.

Περαιτέρω, οι άνθρωποι του ευρύτερου διαπροσωπικού περιβάλλοντος «προσκρούουν», κατ’ εξακολούθηση, πάνω στο παραπάνω περιγραφέν αίτημα, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνεται ο ψυχικός τους χώρος από ασυνείδητο θυμό, λόγω της λειτουργίας του θυμού του άλλου.

Όσον αφορά τον πιο πάνω περιγραφέν ψυχικό χώρο, τα άτομα παρουσιάζουν μία σημαντική αδυναμία να διατηρήσουνε ερωτικές σχέσεις, λόγω του γεγονότος πως έχουν «διχοτομήσει» τον ερωτικό τους σύντροφο, ο οποίος γίνεται αντιληπτός, άλλοτε ως πρόσωπο φροντιστικό και άλλοτε ως πρόσωπο ματαιωτικό. Έτσι λοιπόν αναπτύσσονται αμφιθυμικά συναισθήματα, σύμφωνα με τα οποία ο ερωτικός σύντροφος άλλοτε λατρεύεται και εξιδανικεύεται, ενώ άλλοτε κακίζεται και υποτιμάται. Το τελευταίο καταλήγει σε φυσικό επακόλουθο, αφού είναι ασφαλώς αδύνατο, στον οποιονδήποτε, ν' ανταποκρίνεται συνεχώς σε προσδοκίες, σύμφωνες με ένα σύνολο εξιδανικεύσεων, λιγότερο λογικών απαιτήσεων και αναγκών αδιάπαυστης επιβεβαίωσης της αγάπης και της αποδοχής του, για ένα πρόσωπο.

"..είσαι ο Θεός μου, σε θέλω, σ' αγαπώ, αλλά θα με τσακίσεις...
οπότε δεν πρόκειται να δεσμευτώ..."

Έτσι, ο άνθρωπος που κινείται μέσα στην ψυχολογική αυτή σφαίρα, υποσκάπτοντας συνεχώς τις σχέσεις του, ταλανίζεται από ένα ατέρμονο «πήγαινε - έλα» στους ερωτικούς συντρόφους, τους οποίους συχνά εγκαταλείπει, προκειμένου ν’ αποφεύγει την επαναλαμβανόμενη βίωση της εγκατάλειψης, λόγω εξάντλησης των συναισθηματικών αποθεμάτων, από αυτούς. Εξ' ου, ενδεχομένως, και τα αισθήματα κενού, που πολύ συχνά βιώνουν, αν λάβουμε υπόψη πως η εγκατάσταση συναισθηματικών αναπαραστάσεων και η πιο ασφαλής και σταθερή σύνδεση με τους άλλους εμποδίζεται ή προσκρούει συνεχώς πάνω στα ακατάληπτα εξωλεκτικά «μηνύματα – αιτήματα», με τα οποία «Αιφνιδιάζουνε» κυριολεκτικά τον άλλον (για το τι τους θυμώνει ή για το τι επιθυμούν) και στις άμυνες που προβάλλουν, ενάντια στην Πραγματική (με όλη τη σημασία της λέξεως) επαφή.

"...κάνε με να νοιώθω, Πάντοτε για σε σημαντικός, να με διεκδικείς, να με λατρεύεις χωρίς όρια, να μ' έχεις για Θεό..."

Στο πλαίσιο της ψυχολογικής αυτής λοιπόν «περιοχής», η εγκατάλειψη λειτουργεί ως «απόδειξη» της ύπαρξης ενός κακού εαυτού. Ο λόγος για τον οποίο δηλαδή θεωρείται πως εγκαταλείπεται κάποιος είναι η ύπαρξη κακότητας, από μεριάς του. Από τη μία λοιπόν έχουμε την ανάγκη της εξάρτησης από ένα φροντιστικό πρόσωπο και από την άλλη τον τρόμο της εγκατάλειψης, από το πρόσωπο αυτό, και την αναμενόμενη έγερση της ενοχής, για τον κακό εαυτό.

Πολλές φορές αυτός ο φόβος, για την εσωτερική κακότητα (ο οποίος, σημειωτέον, προκλήθηκε από την ακατάλληλη συμπεριφορά του φροντιστικού προσώπου, κατά την βρεφική ηλικία και τις επαναλαμβανόμενες αρνητικές νοηματοδοτήσεις των πράξεων του αναπτυσσόμενου ανθρώπου, από το πρόσωπο φροντίδας και εν συνεχεία από πρόσωπα του περιβάλλοντός του, μέσω αμφίδρομων αλληλεπιδράσεων...), μπορεί να κινητοποιήσει έναν άνθρωπο σε πράξεις επανορθωτικές (της υποτιθέμενης «κακότητας»), μόνο όμως όταν έχουν συνυπάρξει, στο παρελθόν, θετικά αντισταθμίσματα, στ' αρνητικά βιώματα, που υπενθυμίζουνε, σ’ αυτόν, τη θερμή και στοργική πλευρά της ζωής, καθώς επίσης και την «ομορφιά» τη δική του.

Αυτή η κινητοποίηση εξυπηρετεί επιπλέον μία περίπλοκη εσωτερική συνθήκη (και πέρα από την προηγούμενα ρηθείσα τάση για εξιδανίκευση, η οποία δεν έχει χάσει, κατά τ' άλλα, τον αμυντικό της χαρακτήρα, ως αποφυγή της πραγματικότητας): Αφενός συνιστά μία προσπάθεια εκπλήρωσης των προσδοκιών του εσωτερικευμένου (στον ψυχισμό) φροντιστικού προσώπου, εξαγνίζοντας τον «κακό εαυτό» (ασύνειδο διωκτικό παραλλήρημα). Παράλληλα δε, προστατεύει το άτομο από τους πραγματικούς κινδύνους ή/και την ενοχή που ελλοχεύουν, στην περίπτωση της εκδραμάτισης της εχθρικότητας, εις βάρος ατόμων, πάνω στα οποία έχει προβληθεί ο «κακός εαυτός».

Και τα δύο τούτα λοιπόν αντικρουόμενα συναισθήματα, της λατρείαςδηλαδή και της απόρριψης του ερωτικού συντρόφου (λόγω της υποτιθέμενης ή της πραγματικής ματαιωτικής του συμπεριφοράς), προβάλλονται σε αυτόν, ώστε να βιώνεται εκείνος ως αμφιθυμικός και αντιφατικός, στη συμπεριφορά του, προς τον ενδιαφερόμενο. Με λόγια απλά, ένας άνθρωπος που αγαπάει και μισεί το ίδιο πρόσωπο (λόγω του φόβου της εξάρτησης, από αυτό, και των εμπειριών ματαίωσης), κατηγορεί το πρόσωπο αυτό πως λειτουργεί, κατά πως το βολεύει, ότι είναι συνεπώς εκείνο, που τον αγαπάει και τον μισεί ταυτόχρονα, πως είναι δηλαδή απέναντί του αντιφατικό.

Ο υποκείμενος θυμός εκτινάσσεται, ανά πάσα ώρα και στιγμή, όταν θα εγερθεί (παράλογα ή για λόγους μη αντικειμενικούς και κατανοητούς, αλλά και υπό την επήρεια αισθημάτων ζήλειας) η αμφιβολία, για την αγάπη και την αφοσίωση του συντρόφου, του οποίου συνηθισμένες συμπεριφορές ερμηνεύονται λανθασμένα, ως απόρριψη, ως έλλειψη προσοχής και ως άρση της αγάπης του προς το σύντροφό του. Η δυνατότητα αυτοκαθησυχασμού δε είναι αμελητέα.

"…ένα αθώο σεξουαλικό αστείο, κατά τη διάρκεια μίας κρασοκατάνυξης, μπορεί να ξυπνήσει τη ζήλεια του. Μία έλλειψη προσοχής, λόγω φυσιολογικής κούρασης, ή μία συγκράτηση, από την υπερβολική έκφραση θαυμασμού, για τον ίδιο, ή τα επιτεύγματά του, μπορεί να ξυπνήσει το φθόνο, εις βάρος του συντρόφου (με την ιδέα ότι ο τελευταίος υπαινίσσεται την έλλειψη αξίας του «αγαπημένου» του) και τον τρόμο πως θα εγκαταλειφθεί σύντομα, από αυτόν... Έτσι επιζητείται συνεχώς και βασανιστικά, από τον άλλον, ν' αντιλαμβάνεται το«εξωλεκτικό υλικό» και να προβαίνει στις κατάλληλες επανορθώσεις και πραχτικές διεκδίκησης... "

...τότε εσείς μένετε εμβρόντητοι...
"τι έκανα πάλι;.. γιατί είναι αλλοπρόσαλλος;... γιατί μου γύρισε την πλάτη;... γιατί είναι μία έτσι... και μια αλλιώς;... γιατί μου κρύβεται ή με αποφεύγει συνεχώς;..."

Περαιτέρω, είναι δυνατόν να στρατολογηθούν χειριστικές πρακτικές (όχι χρησιμοθηρικές, αλλά για τη θεραπεία του ελλείμματος), οι οποίες όχι μόνο θέτουν τον άλλον σε μία συνεχή διαδικασία «εξετάσεων», για τα κίνητρά του, και ελέγχου των συναισθημάτων του, αλλά εκδραματίζουν καμουφλαρισμένα την εκδίκηση και το σαδισμό, τα οποία έχουν γεννήσει οι χρόνιες ματαιώσεις. Ταυτόχρονα, το πραγματικό ή/και το συναισθηματικό «κρυφτό» λαμβάνουν διαστάσεις καθολικές, διαιωνίζοντας…

…τις επαναλήψεις του τρόμου, του ανικανοποίητου και του κενού.

Ορμόνη της άσκησης «καίει» το λίπος

Νέα μελέτη, που δημοσιεύεται στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό American Journal of Physiology - Endocrinology and Metabolism, δείχνει ότι κατά τη διάρκεια της άσκησης, εκκρίνεται μια ορμόνη που διευκολύνει την απώλεια λίπους και εμποδίζει τη σύνθεσή του.

Σε παλαιότερη μελέτη, η ίδια ερευνητική ομάδα είχε δείξει πως τα επίπεδα της εν λόγω ορμόνης, που ονομάζεται ιρισίνη, αυξάνονται κατά τη διάρκεια της άσκησης, γεγονός που «ενεργοποιεί» γονίδια που μετατρέπουν το λευκό λίπος σε φαιό. Η μετατροπή αυτή θεωρείται ευεργετική, καθώς ο φαιός λιπώδης ιστός συμβάλλει στην αύξηση της ενεργειακής δαπάνης.

Για τους σκοπούς της παρούσας μελέτης, οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν περαιτέρω το ρόλο της ιρισίνης, μελετώντας την επίδρασή της σε ανθρώπινα λιποκύτταρα. Επιβεβαιώνοντας τα ευρήματα της προηγούμενης μελέτης, η ερευνητική ομάδα έδειξε πως η ιρισίνη ενισχύει τη δράση γονιδίων και πρωτεϊνών που μετατρέπουν το λευκό λίπος σε φαιό.

Επιπλέον, φάνηκε ότι μπορεί να σχετίζεται και με την καύση λίπους αυξάνοντας την ποσότητα ενέργειας που χρησιμοποιούν τα κύτταρα του φαιού λιπώδους ιστού. Τέλος, βρέθηκε πως η ιρισίνη ενδεχομένως να καταστέλλει τη σύνθεση λιποκυττάρων.

Τα παραπάνω έρχονται να προστεθούν στα ευρήματα μελετών που συνδέουν την ιρισίνη και με άλλα οφέλη για την υγεία, όπως η βελτίωση της λειτουργίας της καρδιάς και ο περιορισμός της αθηροσκλήρωσης.

Γιατι ξεχναμε ενα ονομα... αμεσως οταν το ακουμε;

Αλήθεια, πόσες φορές συστηθήκατε μόλις με κάποιον και ξεχάσατε το όνομά του μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα; Πόσες άλλες φορές δυσκολευτήκατε να συγκρατήσετε άλλες πληροφορίες που μόλις ακούσατε; Γιατί συμβαίνει αυτό;

Πάμε να δούμε τα αποτελέσματα μερικών πρόσφατων ερευνών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ονόματα των ανθρώπων είναι δύσκολο να θυμόμαστε. H συγκεκριμένη έρευνα δείχνει ότι υπάρχει κάτι ασυνήθιστο για τα ονόματα που τα καθιστά ιδιαίτερα δύσκολο να τα θυμηθούμε. Πράγματι, ορισμένοι ερευνητές προτείνουν ότι τα ονόματα των ανθρώπων είναι το πιο δύσκολο από όλα τις λέξεις που μπορούμε να μάθουμε[1].

Μια άλλη έρευνα έδωσε σε συμμετέχοντες ψεύτικα ονόματα και βιογραφικά για τη μελέτη [2]. Στη συνέχεια εξετάστηκαν σε αυτά που θα μπορούσε να θυμηθεί. Εδώ είναι τα ποσοστά για τα διάφορα κομμάτια των πληροφοριών που κατάφεραν να ανακληθούν:

Θέσεις εργασίας: 69%
Χόμπι: 68%
Αρχική πόλεις: 62%
Πρώτα ονόματα: 31%
Τελευταία ονόματα: 30%
Έτσι, τα ονόματα είναι πιο δύσκολο να θυμηθούμε. Και, δεν θα εκπλαγείτε να ακούσετε, καθώς γερνάμε οι περισσότεροι από εμάς δυσκολευόμαστε να ακόμα πιο πολύ να θυμόμαστε ονόματα.

Μα γιατί;

 Όλα τα είδη θεωριών έχουν προταθεί. Το ένα είναι ότι πολλοί από εμάς έχουμε τα ίδια ονόματα. Ας υποθέσουμε ότι στην Ελλάδα το πιο κοινό όνομα είναι το "Νίκος" και το πιο κοινό επώνυμο "Παπαδόπουλος", είναι πιο δύσκολο να τα θυμόμαστε, διότι στο μυαλό μας ένας Νίκος Παπαδόπουλος έρχεται σε επαφή με τον άλλο και μπερδευόμαστε.

Παραδόξως όμως, μερικές έρευνες δείχνουν τα κοινά ονόματα είναι πιο εύκολο να τα θυμηθούμε από ότι τα ασυνήθιστα ονόματα [3]. Άλλες έρευνες δείχνουν το αντίθετο, έτσι δεν είναι ακριβώς σαφές τι συμβαίνει [4].

Τι υπάρχει μέσα σε ένα όνομα;

 Η πιο δημοφιλής εξήγηση στην έρευνα είναι ότι τα ονόματα είναι ουσιαστικά αυθαίρετα και χωρίς νόημα.

 Σε διαφορετικούς πολιτισμούς τα ονόματα δίνονται από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της εμφάνισης , όπως παράδειγμα σε φυλές Ινδιάνων. Ενώ , σε άλλους πολιτισμούς το όνομα δίνεται κατ'επιλογήν των γονιών την ίδια στιγμή της γέννησης του παιδιού, που πολλές φορές μπορεί και να έχει το όνομα του πατέρα με την λέξη "Junior" στο τέλος . Η ελληνική πραγματικότητα έχει μετρήσει αρκετά καρδιακά και αρκετές διαμάχες κατά την διάρκεια της ονοματοδοσίας μπροστά σε κολυμπήθρες, μιας και τα πεθερικά ασκούν βέτο πολλές φορές (αθάνατη Ελλαδάρα).

Αν όμως για παράδειγμα, θα ονομαζόταν κάποιος «Ο Ροζ Πάνθηρας» και πραγματικά έτυχε να μοιάζει με ένα ροζ πάνθηρα, τότε θα ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα μπορούσατε εύκολα να θυμηθείτε το όνομά του [5].

Η έννοια του επωνύμου είναι το κλειδί

Στο επώνυμο αλλάζει λίγο το πράγμα . Στην χώρα μας το επώνυμο έβγαινε αρκετές φορές από την εργασία κάποιου ή την κοινωνική του θέση, ή ακόμα και από παρατσούκλια. Σε μια έρευνα του 2004 αναφέρεται ότι είναι πιο εύκολο για εμάς να θυμόμαστε το επώνυμο κάποιου , αν είναι ίδιο με την ιδιότητά του [6].

 Στις μέρες μας υπάρχει έλλειψη σύνδεσης μεταξύ του επωνύμου κάποιου με την εργασία του ή την ιδιότητά του. Ο "Πεταλωτής" θα μπορούσε κάλλιστα να είναι στην πραγματικότητα πεταλωτής, δολοφόνος ή ακόμα και πολιτικό πρόσωπο. (πραγματικά αν γνωρίζατε τον κύριο Κώστα Νευροχειρούγο και ήταν όντως αυτό το επάγγελμά του, δεν θα ξαφνιαζόσασταν);

'Ενα κοινό τέχνασμα για να θυμηθούμε τα ονόματα είναι να αναγκάσετε τον εαυτό σας να κάνει κάποια αξιοσημείωτη συσχέτιση του ονόματος με κάτι άλλο (εμπειρία, περιοχή, χαρακτηριστικό). Είναι επίσης πιθανόν ο λόγος που τα ψευδώνυμα τα θυμόμαστε καλύτερα από τα ονόματα. Έχουν περισσότερο νόημα επειδή οι άνθρωποι τα αποκτούν για συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή γεγονότα.


Έτσι, την επόμενη φορά που χτυπάει τον εαυτό σας για να ξεχάσουμε ένα όνομα, μην ανησυχείτε, είναι απόλυτα φυσιολογικό. Απλά να είστε ευγενικοί με τους άλλους και να ρωτάτε με τρόπο το όνομά τους. (Δεν γίνανε τυχαία viral οι φράσεις "τι κάνεις φιλε;" , "καλώς τον ψηλό" , "εεεπ τι κάνεις;")

Πηγές:

[1]. Zenzi M. Griffin,Chapter 9 – Retrieving Personal Names, Referring Expressions, and Terms of Address , Psychology of Learning and Motivation , Volume 53, 2010, Pages 345–387, 2010

[2]. Gillian Cohen and Dorothy Faulkne , Memory for proper names: Age differences in retrieval, British Journal of Developmental Psychology Volume 4, Issue 2, pages 187–197, June 1986

[3]. Lori E. James et al., Meeting Mr Davis vs Mr Davin: Effects of name frequency on learning proper names in young and older adults, pages 366-374, 2007

[4]. Zenzi M. Griffin,Chapter 9 – Retrieving Personal Names, Referring Expressions, and Terms of Address, Psychology of Learning and Motivation, Volume 53, 2010, Pages 345–387, 2010

[5]. Kethera A. Fogler et al., How Name Descriptiveness Impacts Proper Name Learning in Young and Older Adults, 2010

[6]. James, Lori E. , Meeting Mr. Farmer Versus Meeting a Farmer: Specific Effects of Aging on Learning Proper Names, Psychology and Aging, Vol 19(3), Sep 2004, 515-522.

Η σκοτεινή ύλη θα μπορούσε να θερμαίνει πλανήτες χωρίς άστρα

Αποτέλεσμα εικόνας για Η σκοτεινή ύλη θα μπορούσε να θερμαίνει πλανήτες χωρίς άστραΣε μια πρόσφατη εργασία, που θα δημοσιευτεί στο περιοδικό Astrophysical Journal, οι Dan Hooper και Jason Steffen, φυσικοί στο Fermilab στο Ιλλινόις παρουσιάζουν τη θεωρία ότι οι ψυχροί και σκοτεινοί πλανήτες, που δεν θερμαίνονται από κανένα αστέρι, θα μπορούσαν να θερμαίνονται από τη σκοτεινή ύλη. Θεωρητικά, η σκοτεινή ύλη θα μπορούσε να φτιάξει κατοικήσιμους πλανήτες, έξω από την κατοικήσιμη ζώνη των άστρων.

Ενώ κανένας δεν ξέρει ακριβώς τι είναι η σκοτεινή ύλη, πιστεύεται ότι αποτελεί περίπου το 83% του σύμπαντος. Η πιο αποδεκτή θεωρία είναι αυτή που λέει πως η σκοτεινή ύλη αποτελείται από τα λεγόμενα WIMPs, ή Ασθενώς Αλληλεπιδρώντας Σωματίδια με Μάζα.

Αυτά τα WIMPs αλληλεπιδρούν με την κανονική ύλη μέσω της ασθενούς πυρηνικής δύναμης αλλά και μέσω της βαρύτητας. Επίσης, τα ίδια τα WIMPs είναι και τα αντισωματίδια τους. Όταν λοιπόν δύο WIMPs έρθουν σε επαφή εξαϋλώνονται ταυτόχρονα αφήνοντας στην θέση τους φωτόνια, δηλαδή ριπές ενέργειας.

Οι Hooper και Steffen υποδεικνύουν ότι αν αυτή η σκοτεινή ύλη είναι παγιδευμένη μέσα στην βαρύτητα του πλανήτη, οι εκρήξεις αυτές της ενέργειας θα μπορούσαν να παράγουν αρκετή ενέργεια για να θερμάνετε τον πλανήτη. Όταν αυτή η σκοτεινή ύλη συναντήσει τη Γη, η ενέργεια που θα μπορούσε να παραχθεί είναι χαμηλή, αλλά σε περιοχές του διαστήματος όπου υπάρχουν υψηλές πυκνότητες της μαύρης ύλης · οι Hooper και Steffen πιστεύουν ότι υπάρχει η δυνατότητα εξεύρεσης πλανητών που μπορούν να θερμανθούν με αυτόν τον τρόπο.

Εντός των πιο εσώτατων περιοχών του Γαλαξία μας, η πυκνότητα της σκοτεινής ύλης εκτιμάται ότι θα είναι εκατοντάδες ή και χιλιάδες φορές από ότι είναι στο ηλιακό μας σύστημα, και σε αυτές τις περιοχές πιστεύουν οι Hooper και Steffen ότι μπορεί να βρεθεί κάποιος πλανήτης που να θερμαίνεται από την σκοτεινή ύλη.

Οι παραδοσιακοί πλανήτες που θερμαίνονται από άστρα όπως ο ήλιος μας, εξαρτώνται από την ζωή αυτού του άστρου. Η νέα θεωρία θα καθιστούσε αυτούς τους πλανήτες σκοτεινής ύλης να έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα έναντι των παραδοσιακών που συνδέονται με ένα άστρο, καθώς η σκοτεινή ύλη θα μπορούσε να προσφέρει θερμότητα για τρισεκατομμύρια χρόνια.

Οι Hooper και Steffen βεβαίως παραδέχονται ότι επί του παρόντος δεν βλέπουν τρόπο για την ανίχνευση κάποιου από αυτούς τους πλανήτες σκοτεινής ύλης στο εγγύς μέλλον, αλλά λένε ότι, θεωρητικά, αυτό είναι δυνατό.

Ένας αστεροειδής έχει κοινή τροχιά με τη Γη γύρω από τον Ήλιο

SO16_orbit
Δύο αστρονόμοι του Αστεροσκοπείου Armagh της Βόρειας Ιρλανδίας, Απόστολος Χρήστου και David Asher, ανακοίνωσαν την ανακάλυψη ενός γειτονικού γιγάντιου αστεροειδή, που πήρε το όνομα Asteroid 2010 SO16, και ο οποίος “μοιράζεται” κατά κάποιο τρόπο την τροχιά της Γης γύρω από τον Ήλιο. Η ανακάλυψη έγινε τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Το πιο σπουδαίο στη νέα αυτή ανακάλυψη είναι ότι διαγράφει μια ασυνήθη τροχιά γύρω από τον Ήλιο, στο σχήμα ενός πετάλου, η οποία είναι λίγο μικρότερη από την τροχιά της Γης. Ας σημειωθεί ότι η τροχιά στο σχήμα του πετάλου ενός αλόγου, είναι εξαιρετικά σπάνια για έναν αστεροειδή.

Επειδή όμως κινείται γρήγορα (γιατί όσο πιο κοντά είναι στον ήλιο ένα αντικείμενο, τόσο πιο γρήγορα θα κινείται στην τροχιά του) στο μέλλον αναμένεται ότι θα πλησιάσει αρκετά τη Γη, αυξάνοντας έτσι το μέγεθος της τροχιάς του. Η βαρύτητα όμως του πλανήτη μας θα αναγκάσει τον αστεροειδή να απομακρυνθεί αρκετά από τον Ήλιο.

Υπολογίζεται ότι τότε η τροχιακή ταχύτητα του αστεροειδή θα μειωθεί σημαντικά και έτσι η Γη θα μπορέσει να τον φτάσει και να τον αναγκάσει πάλι, μέσω της βαρύτητας, να εισέλθει στη μικρότερη τροχιά του.

Οι Χρήστου και Asher λένε ότι αυτή η διαδικασία θα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά μέχρι να πεθάνει ο αστεροειδής. Ο αστεροειδής δε θα μπορούσε, όπως λένε οι αστρονόμοι, να ακολουθεί τη Γη το χρονικό διάστημα από τα επόμενα 120.000 έως ένα εκατομμύριο χρόνια.

Αυτή τη στιγμή ο αστεροειδής SO16 ταξιδεύει σε ένα από τα πιο κοντινά σημεία της τροχιάς του με τη Γη και θα είναι ορατός στον νυχτερινό ουρανό για πολλές δεκαετίες ακόμα.

Παράξενες μαύρες τρύπες στην Ανδρομέδα και τον Γαλαξία μας

Andromeda
Επί μια δεκαετία, το Παρατηρητήριο Chandra των ακτίνων-Χ της NASA παρατήρησε τον γαλαξία της Ανδρομέδας συνολικά σχεδόν επί ένα εκατομμύριο δευτερόλεπτα, προσφέροντάς τους αστρονόμους μια άνευ προηγουμένου εικόνα της πλησιέστερης υπερβαρέας μαύρης τρύπας έξω από τον Γαλαξία μας. Σε μια απόσταση ούτε 3 εκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη, η Ανδρομέδα – που επίσης είναι γνωστή κι ως Μ31 – προσφέρει στους αστρονόμους την ευκαιρία να σπουδάσουν την μαύρη τρύπα του με μια εξαιρετική λεπτομέρεια.

Το Παρατηρητήριο Chandra των ακτίνων-X τράβηξε αυτή την εικόνα του γαλαξία της Ανδρομέδας (M31) για πρώτη φορά το 1999. Η μπλε κουκίδα στο κέντρο της εικόνας είναι μια "δροσερή" πηγή ακτίνων-Χ εκατομμυρίων βαθμών, όπου βρίσκεται μια υπερβαρέα μαύρη τρύπα με μάζα όσο 30 εκατομμυρίων ήλιων . Οι ακτίνες X παράγονται από την ύλη καθώς αυτή κινείται προς τη μαύρη τρύπα. Είναι επίσης εμφανείς στην εικόνα πολλές άλλες θερμότερος πηγές ακτίνων Χ, που οφείλονται πιθανώς σε δυαδικά συστήματα που εκπέμπουν ακτίνες-Χ. Σε αυτά τα συστήματα ένα αστέρι νετρονίων ή μια μαύρη τρύπα βρίσκεται σε στενή τροχιά γύρω από ένα κανονικό αστέρι.

Η υπερμεγέθης μαύρη τρύπα στην Ανδρομέδα, όπως η αντίστοιχη μαύρη τρύπα Sag *Α, του δικού μας Γαλαξία, είναι 10 έως 100.000 φορές πιο αμυδρή στο φως των ακτίνων X, από ό,τι περίμεναν οι αστρονόμοι εξ αιτίας της πλούσιας σε αέριο περιοχής γύρω από αυτήν. Ωστόσο, στις 6 Ιανουαρίου 2006 η μαύρη τρύπα έγινε λαμπρότερη τουλάχιστον εκατό φορές, γεγονός που υποδηλώνει ότι συνέβη ένα ξέσπασμα των ακτίνων Χ. Ήταν δε η πρώτη φορά που είδαμε ένα τέτοιο φαινόμενο από μια υπερβαρέα μαύρη τρύπα στο γειτονικό μας τοπικό σύμπαν.

Μετά το ξέσπασμα, η μαύρη τρύπα του M31 εισήλθε σε μια σχετικά αμυδρή κατάσταση, αλλά ήταν σχεδόν 10-πλάσιας λαμπρότητας, κατά μέσο όρο από ό,τι πριν από το 2006. Το ξέσπασμα αυτό δείχνει σχετικά υψηλό ρυθμό της ύλης που δέχεται η μαύρη τρύπα του M31, ακολουθούμενη από ένα μικρότερο, αλλά ακόμη σημαντικό ρυθμό.

Η άποψη των αστροφυσικών είναι ότι αυτό το ξέσπασμα οφείλεται στην σύλληψη αστρικού ανέμου, ανέμου προερχόμενο από ένα άστρο που στρέφεται γύρω από τη μαύρη τρύπα, προς το εσωτερικό της. Η αύξηση του ρυθμού που εισέρχονται διάφορα υλικά προς τη μαύρη τρύπα εκτιμάται ότι οδήγησε σε μια αύξηση της λαμπρότητας των ακτίνων-Χ, που προέρχονται από ένα σχετικιστικά κινούμενο πίδακα.

Η δε αιτία της έκρηξης του 2006 είναι ακόμη λιγότερο σαφής, αλλά θα μπορούσε να οφείλεται σε μια ξαφνική απελευθέρωση ενέργειας, όπως από μαγνητικά πεδία σε ένα δίσκο υλικού γύρω από τη μαύρη τρύπα, που ξαφνικά συνδέθηκαν μαζί και έγινε πολύ πιο ισχυρή.

Τα αποτελέσματα αυτά υποδηλώνουν ότι η αδύναμη αλλά και ακανόνιστη συμπεριφορά της μαύρης τρύπας του Γαλαξία μας, μπορεί να είναι μία συνήθης ιδιότητα μιας μαύρης τρύπας σε αυτό το στάδιο της εξέλιξης κάθε γαλαξία.

Οι αναζητήσεις των μαύρων οπών πραγματοποιούνται ως εξής: Ψάχνουμε να βρούμε μεγάλα ποσά μάζας που δεν μπορούν εύκολα να εξηγηθούν από τα αστέρια. Αν υπάρχει μια μεγάλη μάζα στο κέντρο του γαλαξία, τότε μερικά άστρα πρέπει να κινούνται πολύ γρήγορα όταν έρχονται κοντά σε αυτήν. Στην Ανδρομέδα οι ταχύτητες των άστρων είναι τόσο μεγάλες κοντά στο κέντρο της που πρέπει να κρύβεται εκεί τρεις ή τέσσερις φορές περισσότερη μάζα, από αυτήν που βλέπουμε στα αστέρια. Δέκα εκατομμύρια ηλιακές μάζες της ύλης συνωστισμένης σε έναν όγκο διαμέτρου λιγότερο από 5 έτη φωτός. Αυτή η διάμετρος είναι περίπου η ίδια με την απόσταση του Ήλιου έως το επόμενο κοντινότερο αστέρι. Μια μαύρη τρύπα λοιπόν είναι η πιο πιθανή εξήγηση, για το κέντρο του γαλαξία M31.

Οι υπερμεγέθεις μαύρες τρύπες αποτελούν απομεινάρια της εξέλιξης των αστρικών σμηνών. Σχηματίζονται με τις μάζες χιλιάδων ή και εκατομμυρίων άστρων. Και συνεχίζουν να αυξάνονται κάθε φορά που κάποιο αντικείμενο περνάει πάρα πολύ κοντά τους. Αυτό δείχνει πως μπορεί να δουλεύουν οι ‘κινητήρες’ που τροφοδοτούν με ενέργεια τους γαλαξιακούς πυρήνες.

Πιστεύουμε ότι τα γεγονότα έχουν ως εξής: Αέριο από την γύρω περιοχή πέφτει συνεχώς μέσα στη μαύρη τρύπα. Τελικά σχηματίζει ένα υπέρθερμο δίσκο που περιστρέφεται γύρω από την τρύπα με σχεδόν την ταχύτητα του φωτός, οπότε εκτοξεύει με τρομερό ρυθμό πίδακες υλικού και ακτινοβολίας που βλέπουμε σε μια μαύρη τρύπα.

Η δραστηριότητα στους γαλαξιακούς πυρήνες είναι στην πραγματικότητα πολύ εντυπωσιακή Περιοχές με όγκο όσο το ηλιακό μας σύστημα μπορεί να εκπέμπουν ένα τρισεκατομμύριο φορές περισσότερη ενέργεια από τον Ήλιο. Ωστόσο, παρά τη μεγάλη κεντρική μάζα του, ο γαλαξίας της Ανδρομέδας έχει έναν από τους πιο λιγότερο ενεργούς πυρήνες. Κατά ειρωνικό τρόπο, η πιο μελετημένη εξωγαλαξιακή μαύρη τρύπα μέχρι σήμερα, της Ανδρομέδας, μπορεί να είναι ένα τέρας που λιμοκτονεί.

Όταν τριτώνει το κακό… δεν είναι σύμπτωση είναι νομοτελειακή θεωρία

Η Πρώτη Επίγνωση μας κάνει να αρχίσουμε από την αρχή, από εκείνο το σημείο σύγκλισης όπου το μυστήριο της ζωής μας κοιτάζει κατάματα, ξεφεύγοντας από τις λογικές προσδοκίες και εμπειρίες μας. Το να συνειδητοποιήσουμε την πραγματικότητα των συμπτώσεων και να αντιληφθούμε το μήνυμα και το νόημά τους είναι το πρώτο βήμα για να εξελιχτούμε συνειδητά και πιο γρήγορα.

8 Ιουλίου: Μια επιβατική αμαξοστοιχία εκτροχιάστηκε στην ρωσική περιοχή του Krasnodar, κοντά στη Μαύρη Θάλασσα.

12 Ιουλίου :΅Σιδηροδρομικό δυστύχημα σημειώθηκε περίπου 40 χλμ. νότια του Παρισιού. Έξι άνθρωποι σκοτώθηκαν και 12 τραυματίστηκαν σοβαρά –οι εννέα εξ αυτών βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση

24 Ιουλίου: Απίστευτη τραγωδία στην Ισπανία. Στο χειρότερο σιδηροδρομικό δυστύχημα σκοτώθηκαν 77 άνθρωποι και 143 τραυματίστηκαν.

Η συγχρονικότητα, είναι η εξήγηση σε αυτό που ονομάζουμε «σύμπτωση». Όταν λέμε σύμπτωση όμως, δεν εννοούμε όλες τις συμπτώσεις, αλλά αυτές που μας φαίνονται περίεργες – που ενδεχομένως να κρύβουν ένα βαθύτερο νόημα. Στη συγχρονικότητα, έχουμε να κάνουμε με αλληλουχίες γεγονότων οι οποίες έχουν μια μη-αιτιατή συνδετική βάση, σε συνδυασμό με σημεία-κόμβους της μνήμης .

Δεν είναι φιλοσοφική θεωρία, αλλά μια εμπειρική έννοια, σύμφωνα με τον Jung.
Τι εννοούμε όμως όταν αναφερόμαστε σε «αλληλουχίες γεγονότων με μη-αιτιατή συνδετική βάση»; Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι η λέξη «συγχρονικότητα», μια λέξη ελληνικής προέλευσης, περιέχει την έννοια του χρόνου. Ας φανταστούμε λοιπόν το χρόνο ως μια ευθεία γραμμή. Στο μήκος αυτής της ευθείας, τοποθετούμε τελείες-σημεία που συμβολίζουν κάποια γεγονότα.

Οι περιπτώσεις όπου αυτά τα σημεία «συγχρονίζονται», ταιριάζουν μεταξύ τους χωρίς να υπάρχει κάποιος ορατός συνδετικός κρίκος (κάποια φανερή αιτία), αποτελούν συγχρονικότητες.

Ένα παράδειγμα συγχρονικότητας, από το ημερολόγιο του Γιούνγκ.
Αυτές τις ημέρες μελετούσα επισταμένα το σύμβολο του ψαριού μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Κανείς δε γνώριζε για την έρευνά μου ακόμη. Σήμερα για γεύμα είχαμε ψάρι. Ένας φίλος μου ανέφερε το έθιμο με το απριλιάτικο ψάρι. Το πρωί παρατήρησα τυχαία μια επιγραφή που έλεγε «Est homo totus medius piscis ab imo». Το απόγευμα ένας ασθενής μου έδειξε κάποιες πολύ όμορφες εικόνες ψαριών που είχε ζωγραφίσει. Το βράδυ μου έδειξαν ένα κέντημα που απεικόνιζε ιχθυόμορφα τέρατα. Μια ασθενής μου διηγήθηκε ένα όνειρό της, στο οποίο καθόταν στην όχθη μιας λίμνης και ένα ψάρι κολύμπησε μέχρι τα πόδια της. Άκουσα στο ραδιόφωνο μια διαφήμιση για ψαροκονσέρβες, τη στιγμή που έβλεπα την ίδια διαφήμιση σε ένα περιοδικό. Γνώρισα έναν κηπουρό, ο οποίος είχε στο μπράτσο του ένα τατουάζ με μια γοργόνα. Ένα αυτοκίνητο με ψάρια, έμεινε από λάστιχο στο δρόμο μπροστά στο σπίτι. Είδα μια γάτα που κρατούσε ένα ψάρι στο στόμα της. Κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει…

Προϋποθέσεις για να χαρακτηρίσουμε ένα γεγονός ως συγχρονικό, είναι: ~ Να απασχολούμαστε από κάποια σκέψη ή όνειρο που είδαμε, από ένα πρόβλημα ή ακόμη και από μια κουβέντα που κάναμε.

~ Ξαφνικά συμβαίνει κάτι απρόοπτο, το οποίο όμως σχετίζεται άμεσα με αυτό που μας απασχολεί.
~ Αυτό που συμβαίνει μοιάζει να μας περνά ένα μήνυμα, δηλ. μας συμπληρώνει ή επιβεβαιώνει ή και απαντά σε αυτό που μας απασχολούσε. ~ Επιπροσθέτως, απουσιάζει ο συνδετικός κρίκος αίτιου-αιτιατού μεταξύ των συμβάντων, δηλ. το ένα δεν έχει προκαλέσει το άλλο.
~ Μας αφήνει μια αίσθηση ότι αυτή η σύμπτωση είχε κάποιο νόημα που συνέβη (μας πέρασε το μήνυμα)
~ Η απόσταση και ο συγχρονισμός δεν έχουν άμεση σημασία. Μπορεί να πρόκειται για γεγονότα που συμβαίνουν ταυτόχρονα κάπου κοντά ή και για κάτι που συμβαίνει πολύ αργότερα αλλού.

Ο Jung εντοπίζει τρεις μορφές συγχρονικότητας:

1) τη σύμπτωση ενός ψυχικού φαινομένου με ένα αντίστοιχο αντικειμενικό συμβάν, η οποία γίνεται αντιληπτή ταυτόχρονα.

2) τη σύμπτωση μιας υποκειμενικής κατάστασης με ένα όραμα ή όνειρο, που μετατρέπεται σε μια αντανάκλαση ενός συγχρονισμού, αντικειμενικού γεγονότος που συμβαίνει ταυτόχρονα αλλά σε απόσταση. Όμως σε κάθε περίπτωση η σχέση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας ανοίγεται με αυτού του είδους την αιτία.

3) Η ίδια σύμπτωση της περίπτωσης 2, μόνο που το συμβάν γίνεται στο μέλλον, και αναπαριστάται στο παρόν μόνο από κάποιο αντίστοιχο όραμα ή όνειρο. Μερικοί προτείνουν και μια τέταρτη μορφή κατά την οποία λέξεις ή/ και ονόματα (κανονικά, αναγραμματισμένα ή και ομόηχα) μοιάζει να ταιριάζουν σε ιστορικά ή και καθημερινά γεγονότα.

Στην 3η περίπτωση θέτονται οι βάσεις των προφητειών {ή των προφητικών ονείρων} .
Ο Jung λέει, «Η συγχρονικότητα δίνει πρόσβαση στα αρχέτυπα, τα οποία βρίσκονται στο συλλογικό ασυνείδητο, και χαρακτηρίζονται από την πάγκοινη προδιάθεση, που είναι εγκεφαλική και όχι από βιωματικές βάσεις.

Παρόμοια με τα «είδη» του Πλάτωνα, τα αρχέτυπα δεν προέρχονται από τον κόσμο των αισθήσεων, υπάρχουν ανεξάρτητα από τις αισθήσεις και είναι άμεσα αναγνωρίσιμα νοητικά…»

Τα αρχέτυπα αυτά λοιπόν, οικοδομούν ένα κοσμικό πεδίο (διαφορετικό από αυτό του χωροχρόνου) το οποίο για μας αποτελεί ένα είδος γνώσης. Μια αντανάκλαση αυτού του πεδίου είναι και η συγχρονικότητα. Όσον αφορά την εμφάνιση των αρχέτυπων, ο Jung πίστευε ότι είναι αυθόρμητη, επιρρεπής ειδικά σε καιρούς κρίσης. Το βίωμα μιας κρίσης δηλαδή, μπορεί να προκαλέσει το άνοιγμα μιας «πύλης» στη συνείδηση κάποιου, προς μια κρυμμένη αλήθεια μέσα στο συλλογικό ασυνείδητο.

«Αν οι φυσικοί νόμοι ήταν απόλυτες αλήθειες, δε θα είχαν εξαιρέσεις. Η αιτιότητα είναι μονάχα μια στατιστική αλήθεια, που ισχύει μόνο κατά μέσο όρο, αφήνοντας περιθώρια για πολλές εξαιρέσεις που μπορούν να βιωθούν από κάποιον, δηλαδή είναι πραγματικές. Θεωρώ τα συγχρονιστικά συμβάντα σαν μη-αιτιατές εξαιρέσεις, που είναι σχετικά ανεξάρτητες από το χώρο και το χρόνο.
Επιβάλλουν τη σχετικότητα στο χωροχρόνο, σε σημείο που το γεγονός το οποίο δεν έχει συμβεί ακόμη, γίνεται αντιληπτό στο παρόν. Αν ο χωροχρόνος είναι σχετικός, η αιτιότητα χάνει την αξία και τη σημασία της, αφού η γνωστή διαδοχή αιτίας και αποτελέσματος απορρίπτεται ή γίνεται τελείως σχετική… «

Ο Κορνήλιος Αγρίππας στο σύγγραμμα De Occulta Philosophia, αναφέρει: «Το ρεύμα της αλληλουχίας των γεγονότων, μπορεί να καθοδηγηθεί από την Ανώτερη Θέληση έτσι ώστε τα γεγονότα να συνταιριαστούν προσφέροντας προσωπικές αποκαλύψεις. Οι περισσότεροι τα αποκαλούν δώρα της Τύχης ή προσφορές της Μοίρας. Αυτό που ονομάζουμε Θεία Πρόνοια, το οποίο παρεμβαίνει σε κάποιο σημερινό γεγονός, είναι εξαρτημένο από αυτό που συνέβη χτες, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει συμβεί στο ίδιο άτομο, αφού όλες οι προσωπικές ιστορίες συνδέονται με τις καθημερινές αλληλεπιδράσεις τους. Η παρατήρηση τέτοιων περιστατικών, μπορεί να οδηγήσει σε μια χαρτογράφηση των κινήσεων του ρεύματος της Ανώτερης Θέλησης, καθώς αυτή επιδρά πάνω στα ανθρώπινα πεπρωμένα…»

Υπάρχουν όμως και οι «μαύρες» συμπτώσεις, όπου κάτι πηγαίνει στραβά και το αποκαλούμε ατυχία. Ακόμα και οι υπερβολικοί (αλλά πάντα διασκεδαστικοί) νόμοι του Μέρφι θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάποιες στιγμές επιβεβαιώνονται. «Αν κάτι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει» λέει ο πρώτος νόμος του Μέρφυ. Οι ατυχίες όμως προέρχονται από τους ίδιους μας τους φόβους, οι οποίοι φόβοι τροφοδοτούν αυτό που ο Jung ονόμασε «συλλογικό ασυνείδητο», και το οποίο συλλογικό ασυνείδητο είναι ένα μέρος του ασυνείδητου νου, το οποίο είναι κοινό σε όλους τους ανθρώπους.

Ένα πρωτότυπο παράδειγμα συγχρονικότητας είναι το παρακάτω.
Γράφτηκε σε Ελληνική εφημερίδα στις 2 Μαρτίου του 1926.
«Η κεραμίδα που έπεσε χθες επί της κεφαλής μίας ανυπόπτου διαβάτιδος , είναι αν δεν απατώμεθα το πέμπτον, εντός ολίγων ημερών , αδρανές σώμα το οποίο απεσπάσθη αυτομάτως από την θέσιν του δια να διαπράξη ένα κακούργημα. Πρώτος ήτο ο λίθος πού έπεσε από γιαπί επί της κεφαλής ενός Αρμενίου, δεύτερος ο βράχος πού απεσπάσθη από κάποιο βουνό παρά τά Καλάβρυτα και κατεπλάκωσεν ένα σπίτι, τρίτος ο άλλος βράχος που εκυλίσθη επί της σιδηροδρομικής γραμμής του Λαρισαϊκού και εξετροχίασε την αμαξοστοιχία με αποτέλεσμα δύο ανθρώπινα θύματα. Και τέταρτον ένα άλλο κεραμίδι καταπεσόν επίσης προ ολίγων ημερών επί της κεφαλής ενός αθώου . Αλλά αι μέν επιδημίαι των νοσημάτων εξηγούνται με τά μικρόβια. Αι ηθικαί επιδημίαι όπως η αυτοκτονία με την ψυχικήν μεταδοτικότητα της μίμησις και υποβολής. Ένας βράχος όμως πώς είναι δυνατόν να μεταδόση την απελπισία του ή την κακεντρέχεια του είς ένα αγκωνάρι, το αγκωνάρι είς μίαν κεραμίδα και ούτω καθ’ εξής;».

Ζούμε στη «χρυσή εποχή» της ανθρωπότητας, γιατί δεν το κατανοούμε;

Αποτέλεσμα εικόνας για ΌνειροΑν κοιτάξετε όλα τα δεδομένα, είναι ξεκάθαρο ότι δεν έχει υπάρξει καλύτερη εποχή για να ζει κανείς. «Έχουμε περιπέσει σε χαλεπούς καιρούς, η πολιτική είναι διεφθαρμένη και ο κοινωνικός ιστός φθείρεται». Ποιος το είπε αυτό; Ο Τραμπ ή ο Σάντερς; Ο Φάρατζ ή η Λεπέν;

Είναι πολύ δύσκολο να διακρίνουμε. Ακούγονται τόσο ίδιοι μεταξύ τους αυτοί οι λαϊκιστές της δεξιάς και της αριστεράς. Όλα είναι χάλια, οπότε φέρτε τα εξιλαστήρια θύματα και τους ιππότες που θα μας σώσουν.

Η απαισιοδοξία έχει απήχηση. Μια δημοσκόπηση του YouGov βρήκε ότι μόλις το 5% των Βρετανών θεωρεί ότι ο κόσμος, από κάθε άποψη, πηγαίνει καλύτερα. Θα πιστεύατε ότι οι μονίμως χαρωποί Αμερικανοί θα ήταν πιο αισιόδοξοι –λοιπόν, ναι, το 6% πιστεύει ότι ο κόσμος βελτιώνεται. Πιο πολλοί Αμερικανοί πιστεύουν στην αστρολογία και τη μετεμψύχωση παρά στην πρόοδο.

Αν πιστεύετε ότι δεν έχει υπάρξει καλύτερη εποχή για να ζει κάποιος –ότι η ανθρωπότητα δεν έχει υπάρξει πιο ασφαλής, πιο εύπορη και με μεγαλύτερη ισότητα- τότε ανήκετε στη μειοψηφία. Αλλά αυτό δείχνουν τα αδιάσειστα δεδομένα. Η φτώχεια, ο υποσιτισμός, ο αναλφαβητισμός, η παιδική εργασία και η παιδική θνησιμότητα πέφτουν με πολύ γρηγορότερους ρυθμούς από όσο σε οποιαδήποτε άλλη ιστορική περίοδο. Ο κίνδυνος να εμπλακούμε σε πόλεμο, να αντιμετωπίσουμε μια δικτατορία ή να πεθάνουμε σε μια φυσική καταστροφή είναι χαμηλότερος από ποτέ. Η χρυσή εποχή είναι τώρα.

Είμαστε φτιαγμένοι να μην το πιστεύουμε αυτό. Η εξέλιξη μας έχει κάνει να είμαστε καχύποπτοι και αγχώδεις: ο φόβος και η ανησυχία είναι εργαλεία για την επιβίωση. Οι κυνηγοί και οι συλλέκτες που επιβίωσαν από ξαφνικές καταιγίδες και αντιπάλους ήταν αυτοί που είχαν την τάση να κοιτάνε τον ορίζοντα για νέες απειλές αντί να χαλαρώνουν και να απολαμβάνουν τη θέα. Για αυτό θεωρούμε πολύ πιο ενδιαφέροντα τα άσχημα γεγονότα από τα καλά. Για αυτό τον λόγο οι άσχημες ειδήσεις πουλάνε, και οι εφημερίδες βρίθουν αυτών.

Τα βιβλία που λένε ότι ο κόσμος καταστρέφεται πουλάνε πολύ. Έχω μόλις αποπειραθεί το αντίθετο. Έχω γράψει ένα βιβλίο ονόματι Progress, για τους θριάμβους της ανθρωπότητας. Εν μέρει, γράφτηκε ως μια προειδοποίηση: όταν δεν βλέπουμε την πρόοδο που έχουμε κάνει, αρχίζουμε να ψάχνουμε αποδιοπομπαίους τράγους για τα προβλήματα που παραμένουν. Κάποιες φορές, στο παρελθόν και ίσως ακόμα και τώρα, βιαζόμαστε να δοκιμάσουμε την τύχη μας με δημαγωγούς που προσφέρουν απλές λύσεις για να κάνουν ξανά «σπουδαία» τα κράτη μας –είτε με την εθνικοποίηση της οικονομίας, το μπλοκάρισμα των εξαγωγών, είτε την εκδίωξη των μεταναστών. Αν νομίζουμε ότι δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα κάνοντας κάτι τέτοιο, αυτό συμβαίνει γιατί η μνήμη μας είναι ελαττωματική και επιλεκτική.

Κοιτάξτε το 1828, όταν πρωτοεκδόθηκε το Spectator. Η πλειονότητα των Βρετανών ζούσε σε άκρα φτώχεια, ειδικά σε σχέση με τα σύγχρονα δεδομένα. Η ζωή ήταν άσχημη (οι άνθρωποι ακόμα πετούσαν τα σκουπίδια τους από το παράθυρο), κτηνώδης (τα σώματα των απαγχονισμένων εξετίθεντο δημοσίως) και σύντομη (μέσο προσδόκιμο ζωής 30 χρόνια). Ακόμα και τότε, όμως, τα πράγματα βελτιώνονταν. Η πρώτη ενσάρκωση του Spectator, το 1711, εξεδόθη σε μια Βρετανία όπου οι άνθρωποι ζούσαν με λιγότερες θερμίδες κατά μέσο όρο από αυτές που παίρνει ένα παιδί σήμερα στην υποσαχάρια Αφρική.

Ο Καρλ Μαρξ πίστευε ότι ο καπιταλισμός έκανε αναπόφευκτα τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους. Την εποχή που πέθανε ο Μαρξ, όμως, ο μέσος Άγγλος ήταν 3 φορές πλουσιότερος από όσο την εποχή της γέννησης του Μαρξ πριν από 65 χρόνια –κάτι που δεν είχε βιώσει ο πληθυσμός ως τότε.

Πάμε στο 1981. Εκείνη την εποχή, σχεδόν 9 στους 10 Κινέζους ζούσαν σε συνθήκες άκρας φτώχειας∙ τώρα, μόνο 1 στους 10. Τότε, μόνο ο μίσος παγκόσμιος πληθυσμός είχε πρόσβαση σε πόσιμο νερό. Τώρα, το 91% διαθέτει καθαρό νερό. Κατά μέσο όρο, αυτό σημαίνει ότι επιπλέον 285.000 άνθρωποι απέκτησαν πρόσβαση σε καθαρό νερό κάθε μέρα τα τελευταία 25 χρόνια.

Το παγκόσμιο εμπόριο έχει οδηγήσει στην επέκταση του πλούτου σε μεγέθη ασύλληπτα. Μέσα στα 25 χρόνια από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο παγκόσμιος οικονομικός πλούτος –ή το κατά κεφαλήν ΑΕΠ- έχει αυξηθεί σχεδόν τόσο όσο είχε αυξηθεί τα προηγούμενα 25.000 χρόνια. Δεν είναι σύμπτωση ότι αυτή η ανάπτυξη συμπορεύθηκε με τη μαζική επέκταση της κυριαρχίας των ανθρώπων για τους ανθρώπους. Πριν από 25 χρόνια, μετά βίας οι μισές χώρες του κόσμου ήταν δημοκρατικές. Σήμερα, είναι σχεδόν τα 2/3. Το να πούμε ότι η ελευθερία είναι ακόμα επί ποδός είναι το λιγότερο.

Μέρος του προβλήματός μας είναι η επιτυχία. Όσο πλουσιότεροι γινόμαστε, τόσο μειώνεται η ανοχή μας απέναντι στην παγκόσμια φτώχεια. Κατά συνέπεια, εξοργιζόμαστε περισσότερο με τις αδικίες. Δικαιολογημένα οι φιλανθρωπίες παγκοσμίως κάνουν εράνους, ώστε να στρέψουν την προσοχή μας στους φτωχότερους στον κόσμο. Εν τούτοις, από τότε που έληξε ο Ψυχρός Πόλεμος, η άκρα φτώχεια έχει μειωθεί από το 37% στο 9,6% -σε μονοψήφιο αριθμό για πρώτη φορά στην ιστορία.

Αυτό δεν συνέβη, όμως, με την καταστροφή της δυτικής μεσαίας τάξης. Είναι δύσκολοι οι καιροί λόγω της οικονομικής κρίσης. Εν τούτοις, αν και οι Αμερικανοί λένε ότι «υπολείπονται λόγω παγκοσμιοποίησης», το μέσο εισόδημα για τα νοικοκυριά των χαμηλών και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων έχει αυξηθεί πάνω από 30% σε σχέση με το 1970. Και αυτό δεν λαμβάνει υπ’ όψιν όλα τα πράγματα που δεν μπορούν να αποτιμηθούν με οικονομικούς όρους, όπως οι πρόοδοι στην ιατρική, η προσθήκη 10 ετών στο μέσο προσδόκιμο ζωής, το διαδίκτυο, η μαζική διασκέδαση, το πόσιμο νερό και ο καθαρότερος αέρας.

Σχετικά με το νερό, ο Disraeli περιέγραψε τον Τάμεση ως «έναν ποταμό σαν τη Στύγα, που ξεχειλίζει από ασύλληπτη και ανυπόφορη φρίκη». Μέχρι και το 1957, ο ποταμός εθεωρείτο βιολογικά νεκρός. Τώρα είναι υγιής, με διάφορα είδη ψαριών. Η ιδέα του περιβάλλοντος ως ένας παρθένος καμβάς που μονίμως μιαίνεται από την ανθρωπότητα είναι απλοϊκή και λανθασμένη. Όσο πλουσιότεροι γινόμαστε, τόσο περισσότερο ενδιαφερόμαστε για το περιβάλλον. Η ποσότητα του πετρελαίου που πέφτει στους ωκεανούς μας έχει μειωθεί κατά 99% από το 1970. Τα δάση επανεμφανίζονται, ακόμα και σε ανερχόμενες χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα. Η τεχνολογία, επίσης, βοηθάει ώστε να αμβλυνθούν οι συνέπειες του φαινομένου του θερμοκηπίου.

Μέρη του κόσμου διαλύονται, αλλά λιγότερο από πριν. Οι συρράξεις πάντα γίνονται πρωτοσέλιδα, με αποτέλεσμα να νομίζουμε ότι η εποχή μας χαρακτηρίζεται από βία. Παθαίνουμε εμμονή με νέες ή παρούσες συγκρούσεις, όπως ο τρομακτικός εμφύλιος στη Συρία –αλλά ξεχνάμε τις συγκρούσεις που έχουν λήξει σε χώρες όπως η Κολομβία, η Σρι Λάνκα, η Αγκόλα και το Τσαντ. Θυμόμαστε τους πρόσφατους πολέμους στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, οι οποίοι είχαν σκοτώσει περίπου 650.000 άτομα. Με δυσκολία θυμόμαστε, όμως, ότι 2.000.000 άνθρωποι είχαν σκοτωθεί εν μέσω συγκρούσεων σε αυτές τις περιοχές τη δεκαετία του 1980. Η απειλή των τζιχαντιστών είναι κάτι καινούριο και τρομακτικό –αλλά οι Ισλαμιστές έχουν σκοτώσει συγκριτικά λίγους. Είναι 30 φορές μεγαλύτερη η πιθανότητα να σκοτωθεί ένας Ευρωπαίος από έναν «συνηθισμένο» δολοφόνο –και το ποσοστό των φόνων στην Ευρώπη έχει μειωθεί στο μισό μέσα σε δύο δεκαετίες.

Από κάθε σχεδόν άποψη, οι άνθρωποι σήμερα ζουν ευπορότερα, ασφαλέστερα και περισσότερο –και έχουμε όλα τα απαραίτητα δεδομένα για να το αποδείξουμε. Τότε γιατί όλοι είναι πεπεισμένοι ότι ο κόσμος πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο; Γιατί σε αυτό εστιάζουμε την προσοχή μας, καθώς είμαστε αγχώδεις από τη γέννησή μας. Οι ψυχολόγοι Daniel Kahneman και Amos Tvertsky έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι δεν κάνουν υποθέσεις βάσει της συχνότητας με την οποία συμβαίνει κάτι, αλλά της ευκολίας με την οποία μπορούν να φέρουν παραδείγματα στο νου τους. Αυτή η «ευρετική της διαθεσιμότητας» σημαίνει ότι όσο πιο αξιομνημόνευτο είναι ένα γεγονός, τόσο πιθανότερο το θεωρούμε. Και τι είναι πιο αξιομνημόνευτο από τον τρόμο; Τι θυμάστε πιο έντονα –ένα καλό εστιατόριο που ανέφερε ο γείτονάς σας και φτιάχνει εξαιρετικό αρνί στιφάδο ή εκείνο στο οποίο είχε πάει και έπαθε δηλητηρίαση με αποτέλεσμα να κάνει εμετό πάνω στη σύζυγο του αφεντικού του;

Τα άσχημα νέα, πλέον, κυκλοφορούν πολύ γρηγορότερα. Πριν από μερικές δεκαετίες, θα διαβάζατε ότι μια πόλη της Ασίας 100.000 κατοίκων εκμηδενίστηκε από έναν κυκλώνα σε μια μικρή αναφορά στη σελίδα 17. Δεν θα μαθαίναμε ποτέ για τους κατά συρροή δολοφόνους στην Μπούρμα (τωρινή Μιανμάρ). Τώρα ζούμε σε μια εποχή όπου τα παγκόσμια μέσα και οι κάμερες των iPhone είναι παντού. Καθώς πάντα υπάρχει μια φυσική καταστροφή ή ένας κατά συρροή δολοφόνος κάπου στον κόσμο, τα κορυφαία νέα είναι πάντα τέτοιου είδους –δίνοντάς μας την εντύπωση ότι τα φαινόμενα αυτά είναι συχνότερα από ποτέ.

Ακόμα και η νοσταλγία είναι βιολογικό ζήτημα: όσο μεγαλώνουμε, αναλαμβάνουμε περισσότερες ευθύνες και έχουμε την τάση να αναπολούμε μια ανέμελη, όπως τη φανταζόμαστε, νεότητα. Είναι εύκολο να συγχέουμε τις αλλαγές μέσα μας με τις αλλαγές στον κόσμο. Αρκετά συχνά, όταν ρωτώ τους ανθρώπους ποια είναι η ιδανική εποχή για αυτούς, η στιγμή της ιστορίας που θεωρούν ότι ήταν η πιο αρμονική και ευτυχισμένη, λένε ότι ήταν η εποχή στην οποία μεγάλωσαν. Περιγράφουν μια εποχή πριν τα πάντα γίνουν συγκεχυμένα και επικίνδυνα, πριν η νεολαία γίνει άσχημη και αγενής, πριν ακούσει άθλια μουσική, πριν σταματήσει να διαβάζει βιβλία για να παίζει PokemonGo.

Ο ιστορικός Arthur Freeman, ο οποίος ασχολείται με τους πολιτισμούς, παρατήρησε ότι «ουσιαστικά κάθε πολιτισμός, στο παρελθόν ή στο παρόν, έχει την πίστη ότι οι άνδρες και οι γυναίκες δεν ανταποκρίνονται στα πρότυπα που έχουν θέσει οι γονείς και οι πρόγονοί τους». Είναι τυχαίο που ο δυτικός κόσμος ζει μέσα στην απαισιοδοξία την εποχή που η γενιά των χίπηδων αποσύρεται;

Ποιος είπε, τελικά, αυτή τη φράση στην αρχή του άρθρου, ότι «έχουμε περιπέσει σε χαλεπούς καιρούς»; Δεν ήταν ο Τραμπ, ούτε ο Φάρατζ. Πριν από έναν αιώνα, ένας Αμερικανός καθηγητής την εντόπισε χαραγμένη σε μία στήλη σε μουσείο της Κωνσταντινούπολης. Την τοποθέτησε το 3800 π. Χ. στην αρχαία Χαλδαία.