Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Το πρόβλημα της μεταβολής (στην αρχαία Ελληνική επιστήμη)

«ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ» - ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΩΣ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ)

Μια πρώτη συνειδητοποίηση του προβλήματος της μεταβολής μπορεί να ανιχνευθεί στις θεωρίες των Μιλησίων για την πρωταρχική ουσία, ένα περίγραμμα των οποίων δόθηκε στο κεφάλαιο 2. Αλλά στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα το ζήτημα αυτό αναγορεύεται σε κεντρικό πρόβλημα της φυσικής φιλοσοφίας. Οι Μιλήσιοι θεωρούσαν δεδομένο ότι υπάρχει μεταβολή και ότι ο κόσμος της αισθητηριακής εμπειρίας δεν αποτελεί ψευδαίσθηση. Ωστόσο, πολύ γρήγορα οι φιλόσοφοι άρχισαν να αμφισβητούν τη βάση της γνώσης μας για τον εξωτερικό κόσμο. Μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις αισθήσεις ή πρέπει να στηριζόμαστε μόνο στη νόηση; Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι πράγματι συντελούνται μεταβολές, αλλά τα φαινόμενα αντιστοιχούν σε κάποια αφανή πραγματικότητα ή λειτουργούν παραπλανητικά; Από τη στιγμή που τέθηκαν τα ζητήματα αυτά, όποιος ερευνητής επιθυμούσε να αναμετρηθεί με το πρόβλημα των έσχατων συστατικών της ύλης έπρεπε πρώτα να εγκύψει σε ορισμένα προκαταρκτικά, αλλά θεμελιώδη, φιλοσοφικά προβλήματα. Δεν μπορούσε πλέον να θεωρεί ως δεδομένη την κοινή λογική, αλλά όφειλε να δώσει μια ερμηνεία τόσο για τα θεμέλια της γνώσης (το γνωσιολογικό πρόβλημα) όσο και για τη φύση της μεταβολής και της γένεσης.

Οι πρώτοι φιλόσοφοι που έθεσαν τα ζητήματα αυτά ήταν ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης, καταγόμενοι αντίστοιχα από την Έφεσο της Ιωνίας και την Ελέα, την ελληνική αποικία στις δυτικές ακτές της Ιταλίας, νότια της Νεάπολης. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν οι δύο αυτοί λαμπροί και εξαιρετικά πρωτότυποι διανοητές επηρέασαν ο ένας τον άλλο, αν και έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο Παρμενίδης μπορεί να είχε υπ’ όψιν του το έργο του Ηρακλείτου. Το βέβαιο είναι ότι κάποια στιγμή στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα αμφότεροι έθεσαν με επιτακτικότατα το πρόβλημα της μεταβολής προτείνοντας διαμετρικά αντίθετες λύσεις, αφού ο Ηράκλειτος υποστήριζε ότι τα πάντα μεταβάλλονται, ενώ ο Παρμενίδης διακήρυσσε ότι μεταβολή δεν μπορεί να υπάρξει.

Οι απόψεις για την ερμηνεία της θέσης του Ηρακλείτου διίστανται. Οι περισσότεροι αρχαίοι σχολιαστές, με πρώτους τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, θεώρησαν ότι εννοούσε ότι κάθε μεμονωμένο πράγμα στον κόσμο μεταβάλλεται αενάως. Αντιθέτως, πολλοί σύγχρονοι σχολιαστές έχουν υποστηρίξει ότι η θέση του ήταν πολύ λιγότερο έντονη και ότι εκείνο που ήθελε να πει ήταν ότι ο κόσμος συνολικά μεταβάλλεται αενάως ότι κάθε επιμέρους πράγμα υπόκειται κάποια στιγμή σε μεταβολή. Τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν επαρκούν για να δοθεί οριστική απάντηση επί του θέματος. Η περίφημη ρήση «πάντα ρεῖ» δεν μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα στον Ηράκλειτο, αυτό όμως δεν θα έλυνε, ούτως ή άλλως, το πρόβλημα, αφού το ερώτημα εδώ είναι αν η ρήση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί κυριολεκτικά. Είναι, πάντως, γενικά παραδεκτό ότι ο Ηράκλειτος επιδίωξε να αναδείξει τις μεταβολές και αλληλεπιδράσεις που συντελούνται στον κόσμο εν γένει. Η μεταβολή περιορίζεται εντός ορισμένων ορίων ή «μέτρων» που διασφαλίζουν την ισορροπία μεταξύ των αλληλεπιδρώντων στοιχείων. Ωστόσο, είναι σαφές ότι κεντρική θέση στη θεωρία του κατέχει το αξίωμα ότι μια κατάσταση φαινομενικής ηρεμίας ή ισορροπίας μπορεί να υποκρύπτει ένταση ή ταυτόχρονη δράση αντίρροπων δυνάμεων, γεγονός που διευκρινίζεται στα αποσπάσματά του με παραδείγματα, όπως είναι το τεντωμένο τόξο ή η μουσική λύρα, που. αν και φαίνονται ακίνητα, στην πραγματικότητα βρίσκονται σε κατάσταση έντασης.

Όσον αφορά το γνωσιολογικό πρόβλημα, ο Ηράκλειτος δεν απέρριπτε εντελώς τα δεδομένα των αισθήσεων, αλλά τόνιζε ότι πρέπει να χρησιμοποιούνται με επιφυλακτικότητα. Σε ένα απόσπασμα του (107) προειδοποιεί ότι «είναι κακοί μάρτυρες για τους ανθρώπους, τα μάτια και τ’ αυτιά, όταν έχουν βάρβαρες ψυχές». Αντίθετα, ο Παρμενίδης θεμελίωσε τη φιλοσοφία του σε μια πολύ πιο ριζοσπαστική άποψη για τα θεμέλια της γνώσης. Στο απόσπασμα 7 αναφέρει: «αλλ’ εσύ απ’ αυτόν τον δρόμο εξέτασης απομάκρυνε τη σκέψη σου, κι ας μη σε σπρώχνει προς τον δρόμο αυτό συνήθεια πολύξερη αλλά κατεύθυνε το μάτι, που κοιτάζει άστατα πότε εδώ και πότε εκεί, και το αυτί, που ακούει όλους τους ήχους αδιακρίτως, και τη γλώσσα, και κρίνε με τη σκέψη...». Εδώ προχωρεί πέρα από τον Ηράκλειτο και από όλους τους προγενέστερους φιλοσόφους, επιμένοντας ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε μόνον τη νόηση και ότι τα δεδομένα των αισθήσεων είναι τελείως αναξιόπιστα και απατηλά.

Το πρώτο μέρος του φιλοσοφικού ποιήματος του Παρμενίδη[1] είναι αφιερωμένο σε αυτό που ονομάζει «οδό της Αλήθειας». Εδώ διερευνάται τί συνεπάγεται η απλή φράση «ἔστιν τε». Αφετηρία του συλλογισμού του, όπως διατυπώνεται στο απόσπασμα 2, είναι η δήλωση «ἔστιν τε καί ὡς οὐκ ἔστι μή εἶναι», «υπάρχει το είναι και το μη είναι δεν υπάρχει». Το υποκείμενο της πρότασης αυτής δεν προσδιορίζεται και, ανάλογα με το πώς την εκλαμβάνει κανείς, η δήλωση είναι, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, ανοιχτή σε διάφορες ερμηνείες. Είναι προφανές ότι ο Παρμενίδης υποστηρίζει την ύπαρξη κάποιου πράγματος, αλλά αυτό μπορεί να είναι (ί) το Είναι ή η ίδια η ύπαρξη, (ίί) «αυτό που είναι» με την έννοια του όλου, δηλαδή του συνόλου των υπαρχόντων πραγμάτων, (ίίί) «αυτό που είναι» με την έννοια του εκάστου, δηλαδή του κάθε επιμέρους αντικειμένου, ή (ίν) -αν συνδυάσουμε το απόσπασμα 2 με άλλες δηλώσεις του Παρμενίδη - «αυτό που μπορεί να νοηθεί ή να εκφραστεί». Αλλά αν η αφετηρία της συλλογιστικής του παραμένει συγκεχυμένη, τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει στο τέλος της οδού της Αλήθειας είναι απολύτως σαφή. Ξεκινώντας από την υπόθεση ότι τίποτε δεν μπορεί να προέλθει από το απόλυτο μη ον, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τίποτε δεν μπορεί να υπάρξει υπό οποιαδήποτε έννοια. Παρ’ όλο που στο δεύτερο μέρος του ποιήματος του, την «ὁδόν τῆς Δόξης», αναπτύσσεται μια κοσμογονική θεωρία, αυτό δεν συνεπάγεται μετακίνηση από τις θέσεις που διατυπώνονται στην οδό της Αλήθειας. Αντίθετα, η οδός της Δόξας χαρακτηρίζεται «απατηλή» (απόσπασμα 8, στ. 52), χωρίς αμφιβολία διότι βασίζεται σε αυτό που ο φιλόσοφος είχε πρωτύτερα αποδείξει ότι αποτελεί μια ριζικά εσφαλμένη αντίληψη του όντος και του μη όντος. Στην οδό της Αλήθειας απορρίπτεται η γένεση, η φθορά αλλά και οποιαδήποτε μεταβολή.

Ύστερα από αυτήν την ισοπεδωτική επίθεση κατά της έννοιας της μεταβολής, όποιος στοχαστής επιθυμούσε να διατυπώσει μια φυσική ή κοσμολογική θεωρία έπρεπε πρώτα να αναμετρηθεί με τα επιχειρήματα του Παρμενίδη και με τη γνωσιολογία πάνω στην οποία βασίστηκαν. Η εξέλιξη του θεωρητικού στοχασμού τού ύστερου 5ου π.Χ. αιώνα καθορίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, από τη διαμάχη ανάμεσα στους υπερμάχους και τους αντιπάλους του Παρμενίδη. Οι οπαδοί του τελευταίου Ζήνων ο Ελεάτης και Μέλισσος ο Σάμιος, γνωστοί και ως Ελεάτες, υιοθέτησαν ανεπιφύλακτα τη θεωρία του και προσκόμισαν περαιτέρω επιχειρήματα κατά των εννοιών της πολλαπλότητας και της μεταβολής. Αλλά και στο αντίπαλο στρατόπεδο, οι σημαντικότεροι «φυσικοί» - δηλαδή οι φιλόσοφοι της φύσης- είχαν επίσης ως σημείο αναφοράς τον Παρμενίδη. Έτσι, τόσο ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος όσο και ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος υιοθετούν τη ρήση του Παρμενίδη ότι τίποτε δεν μπορεί να προέλθει από το μη ον και, όπως θα δούμε, τα άτομα του Λευκίππου και του Δημοκρίτου έχουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με το ένα αμετάβλητο ον της οδού της Αλήθειας. Η απελευθέρωση από τα δεσμά της παρμενίδειας άρνησης της μεταβολής ήταν πραγματικά η κύρια επιδίωξη όλων αυτών των όψιμων προσωκρατικών συστημάτων.

Εκεί που ο Παρμενίδης επέμενε ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε αποκλειστικά τη νόηση, ο Εμπεδοκλής αποκαθιστά τις αισθήσεις. Παραδέχεται την αδυναμία τους, υποστηρίζει όμως ότι εξίσου ανεπαρκής είναι ο νους και ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε όλα τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας, συμπεριλαμβανομένης της όρασης, της ακοής και των άλλων αισθήσεων, για τη σύλληψη των πραγμάτων (αποσπάσματα 2 και 3). Τα αποσπάσματα 12-14 απηχούν τη ρήση του Παρμενίδη ότι τίποτε δεν μπορεί να προέλθει από το μη ον, αλλά ο Εμπεδοκλής επαναφέρει την έννοια της μεταβολής αρνούμενος τη μοναδικότητα του όντος. Η γη, το νερό, ο αέρας και η φωτιά υπάρχουν όλα και υπήρχαν ανέκαθεν, η δε μεταβολή επέρχεται με την ανάμιξη και τον διαχωρισμό τους υπό την επίδραση των δύο αντίρροπων δυνάμεων που ο Εμπεδοκλής ονομάζει «Φιλότητα» (= έλξη) και «Νεΐκος» (= άπωση). Τίποτε δεν προέρχεται από το μη ον. Αλλά η μεταβολή είναι δυνατή και πράγματι συντελούνται μεταβολές, ερμηνεύονται δε ως ανάμιξη {«μίξις») ή διαχωρισμός («διάλλαξις») των ήδη υπαρχουσών ουσιών.

Από τη σκοπιά της ιστορίας των επιστημονικών θεωριών, δύο γνωρίσματα του εμπεδόκλειου συστήματος θεωρούνται πάρα πολύ σημαντικά: ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα φυσικά στοιχεία και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί την έννοια της αναλογίας. Ο όρος «στοιχείο» είναι αμφίσημος, καθώς χρησιμοποιείται (ί) για τις «αρχέγονες» ουσίες - ουσίες που υπήρχαν ανέκαθεν - και (ίί) για τις «απλές» ουσίες, τις ουσίες στις οποίες ανάγονται τα σύνθετα σώματα αλλά που οι ίδιες δεν είναι περαιτέρω αναγώγιμες. Σπέρματα των δύο αυτών σημασιών εντοπίζονται πολύ πριν από τον Εμπεδοκλή. Το «ὕδωρ» του Θαλή, το «ἄπειρον» του Αναξιμάνδρου, ενδεχομένως ακόμη και το «χάος» του Ησιόδου, είναι «στοιχειακά» με την πρώτη σημασία. Και η αντίληψη ότι ορισμένα σύνθετα σώματα συγκροτούνται από άλλα απλούστερα απαντά επίσης από πολύ νωρίς στον αρχαιοελληνικό στοχασμό σε ορισμένα πλαίσια. Έτσι, είναι διαδεδομένη η πεποίθηση ότι ο άνθρωπος αποτελείται από «γην» και «νόωρ», όπως υπονοείται, π.χ., στον ησιόδειο μύθο της Πανδώρας (’Έργα 59 κ. εξ.): ο Ήφαιστος δημιούργησε την Πανδώρα, την πρώτη γυναίκα, αναμιγνύοντας χώμα και νερό και δίνοντας της μορφή. Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος, σε μια μη μυθικού χαρακτήρα περιγραφή, επαναλαμβάνει την άποψη ότι οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι απο χώμα και νερό, ενώ στην κοσμολογία που υποστηρίζει ο Παρμενίδης στην οδό της Δόξας όλα προέρχονται από ένα πρωταρχικό, αρχέγονο ζεύγος, την Ημέρα και τη Νύχτα.

Ωστόσο, ο Εμπεδοκλής εξέφρασε σαφέστερα από όλους τους προγενεστέρους του την έννοια των ουσιών που είναι και αρχέγονες και απλές. Μπορεί να μη χρησιμοποιεί τον τεχνικό όρο «στοιχεῖον», που δεν υπάρχει πριν από τον Πλάτωνα, αλλά ονομάζει τη γη. το νερό, τον αέρα και τη φωτιά «ριζώματα», με μια σαφώς καθορισμένη σημασία. Πρώτον, τα ίδια τα ριζώματα δεν προέρχονται από κάπου, αλλά είναι αιώνια και αγέννητα: είναι, συνεπώς, στοιχειακά με την έννοια της αρχέγονης ουσίας. Και δεύτερον, μαζί με τη «Φιλότητα» και το «Νεῖκος» που κατευθύνουν την ανάμιξη και τον διαχωρισμό τους, είναι εκείνα που συγκροτούν τον κόσμο. Το σημαντικότερο όλων είναι ότι ο Εμπεδοκλής διακρίνει με σαφήνεια τα σύνθετα σώματα από τα στοιχεία που τα συγκροτούν. Στο απόσπασμα 23, π.χ., συγκρίνει την ποικιλία των μορφών που γεννιούνται από τα ριζώματα με την ποικιλία των χρωμάτων που μπορεί να δημιουργήσει ένας ζωγράφος αναμιγνύοντας τις βαφές του, ενώ στο τέλος του αποσπάσματος επαναλαμβάνει ότι τα ριζώματα αποτελούν την πηγή κάθε άλλης ουσίας:

...μη σε πλανέψει λοιπόν η απάτη και φαντασθείς πως άλλη είναι η πη­γή των αμέτρητων θνητών πραγμάτων που γύρω βλέπεις...

Ο Εμπεδοκλής συλλαμβάνει την ιδέα του συστατικού στοιχείου διαυγέστερα από κάθε άλλον προγενέστερο προσωκρατικό φιλόσοφο. Τα ριζώματά του είναι αιώνια και απλά είναι τα μη αναγώγιμα συστατικά στα οποία μπορούν να αναλυθούν τα άλλα πράγματα. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόταν ο ίδιος, αλλά και όλοι οι άλλοι αρχαίοι Έλληνες επιστήμονες, τα στοιχεία διαφέρει από τη σύγχρονη αντίληψη σε τουλάχιστον ένα προφανές αλλά ζωτικό σημείο: δεν ήταν χημικώς καθαρές ουσίες. Ο Εμπεδοκλής υποστήριζε ότι τα πράγματα αποτελούνται από «γῆν», «ὕδωρ», «ἀέρα» και «πῦρ», αλλά ο όρος «γῆ» παρέπεμπε σε μια μεγάλη ποικιλία στερεών ουσιών, το «ὕδωρ » χρησιμοποιούνταν γενικά όχι μόνο για τα διάφορα υγρά αλλά και για τα μέταλλα (λόγω του εύτηκτου χαρακτήρα τους) και η λέξη «ἀήρ» δήλωνε όλα τα αέρια. Δεν πρέπει, επομένως, να θεωρούμε τα ριζώματα του Εμπεδοκλή ως καθαρές ουσίες, όπως είναι το οξυγόνο ή το υδρογόνο της σύγχρονης χημείας. Από την άλλη πλευρά, αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την επιλογή των συγκεκριμένων στοιχείων από τον Εμπεδοκλή, η οποία δεν είναι τόσο αυθαίρετη όσο αρχικά φαίνεται. Όποιοι και αν ήταν οι άλλοι παράγοντες που επηρέασαν τη θεωρία του. η γη. το νερό και ο αέρας αντιπροσωπεύουν, πολύ αδρά, την ύλη στη στερεά, υγρή και αέρια μορφή της, η δε φωτιά, θεωρούμενη μάλλον ως ουσία παρά ως διεργασία, ήταν φυσικό να συμπεριληφθεί ως τέταρτο «στοιχείο», σε ισότιμη θέση με τα άλλα τρία.

Η δεύτερη σημαντική συμβολή του Εμπεδοκλή στην εξέλιξη της φυσικής φιλοσοφίας συνίσταται στη χρήση της έννοιας της αναλογίας. Είδαμε ότι ο Ακραγαντίνος φιλόσοφος θεώρησε αξιωματικά την ύπαρξη των τεσσάρων ριζωμάτων, ανάγοντας όλες τις άλλες ουσίες σε ενώσεις των ριζωμάτων αυτών. Αλλά, στην προσπάθειά του να απαντήσει στο δύσκολο ερώτημα πώς από έναν πεπερασμένο αριθμό ριζωμάτων μπορεί να προέλθει ένας, καθώς φαίνεται, απεριόριστος αριθμός διαφορετικών ουσιών, είχε μιαν μόνον έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί- εμπνευσμένη ιδέα. Υποστήριξε ότι οι διάφορες ουσίες συντίθενται από τον συνδυασμό των ριζωμάτων σε διαφορετικές αναλογίες και πίστευε, προφανώς, ότι κάθε επιμέρους ουσία αποτελείται από τον συνδυασμό των ριζωμάτων στην ίδια πάντοτε σταθερή και καθορισμένη αναλογία.

Πρέπει να επισημάνουμε δύο πράγματα σε σχέση με τη θεωρία αυτή. Το πρώτο είναι ότι η έννοια της αναλογίας είχε ήδη χρησιμοποιηθεί ευρέως από τους Πυθαγορείους στη μουσική θεωρία, στην κοσμολογία και στην ηθική τους. Και είναι βέβαιο ότι η έννοια εμπεριείχε ηθικούς συνειρμούς και για τον Εμπεδοκλή. Ο φιλόσοφος χρησιμοποιεί την «Ἁρμονίαν» ως συνώνυμο της «Φίλότητος» και τόσο στην κοσμολογία του όσο και, ειδικότερα, στο θρησκευτικό του ποίημα Καθαρμοί, η «Φιλότης» θεωρείται γενικά ως θετική αρχή, η οποία οδηγεί σε καλά αποτελέσματα, ενώ το «Νεῖκος» περιγράφεται ως κακοποιό και απεχθές στοιχείο.

Δεύτερον, ο βαθμός στον οποίο ο Εμπεδοκλής επεξεργάστηκε τη λεπτομερή εφαρμογή της θεωρίας του σε συγκεκριμένες ουσίες είναι πολύ περιορισμένος. Μόλις δύο από τα σωζόμενα αποσπάσματα αναφέρονται στις αναλογίες των ριζωμάτων σε διάφορα σύνθετα σώματα: το απόσπασμα 96, που αναφέρει ότι το οστό αποτελείται από φωτιά, νερό και αέρα σε αναλογία 4:2:2· και το απόσπασμα 98, που ορίζει ότι το αίμα και τα διάφορα είδη της σάρκας συντίθενται από τα τέσσερα ριζώματα σε ίσες αναλογίες, πράγμα που αιτιολογείται από το γεγονός ότι το αίμα είναι η έδρα της γνωστικής λειτουργίας και αντιλαμβάνεται τα στοιχεία με βάση την αρχή «τῷ ὁμοίῳ τό ὅμοιον». Ακόμη και αν λάβει κανείς υπ’ όψιν την αποσπασματικότητα των πηγών μας, φαίνεται ότι ο Εμπεδοκλής διατύπωσε συγκεκριμένες αποφάνσεις για τη σύνθεση ελάχιστων μόνον ουσιών και είναι σαφές ότι δεν επιδίωξε να προχωρήσει περισσότερο πραγματοποιώντας δοκιμές σε διάφορες ουσίες με σκοπό να προσδιορίσει τη σύστασή τους. Έχοντας αντιληφθεί ότι μια τεράστια ποικιλία ουσιών μπορούσε θεωρητικά να εξηγηθεί με την υπόθεση ότι τα ριζώματα συνδυάζονται σε διαφορετικές αναλογίες, αρκέστηκε σε αυτό και δεν καλλιέργησε καθόλου την ιδέα της περαιτέρω διερεύνησης του προβλήματος στο πλαίσιο ενός προγράμματος εμπειρικών ερευνών. Παρά ταύτα, η βασική συμβολή της ιδέας του στη θεωρία της χημείας παραμένει αδιαμφισβήτητη. Ο νόμος των σταθερών αναλογιών ορίζει ότι οι χημικές ενώσεις περιέχουν τα συστατικά τους σε καθορισμένες και σταθερές κατά βάρος αναλογίες, αλλά πολύ πριν από την πειραματική τεκμηρίωση του νόμου σε αυτήν τη μορφή, ο Εμπεδοκλής έφτασε κατά συμπερασμόν σε μια παρεμφερή γενική αρχή.

Την ίδια περίπου εποχή με τον Εμπεδοκλή, ένας φιλόσοφος με πολύ διαφορετικό προσανατολισμό, ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος, αντέτεινε μια άλλη λύση στην παρμενίδεια άρνηση της μεταβολής. Ενώ ο Εμπεδοκλής, όπως και ο ίδιος ο Παρμενίδης, καταγόταν από τις δυτικές παρυφές του ελληνικού κόσμου, ο Αναξαγόρας γεννήθηκε στην Ιωνία και έζησε για πολλά χρόνια στην Αθήνα ως φίλος και δάσκαλος του Περικλή· ενώ οι δύο πρώτοι έγραψαν σε έμμετρο λόγο, ο Αναξαγόρας έμεινε πιστός στην ιωνική παράδοση, που είχαν καθιερώσει οι Αναξίμανδρος, Αναξιμένης και Ηράκλειτος, και επέλεξε να εκφραστεί σε πεζό λόγο. Και αν ο Εμπεδοκλής δεν συνέθεσε μόνον ένα πόνημα περί φύσεως αλλά και ένα θρησκευτικό ποίημα με έντονες επιδράσεις από την πυθαγόρεια διδασκαλία, τα ενδιαφέροντα του Αναξαγόρα εστιάζονταν αποκλειστικά στη φυσική φιλοσοφία- μάλιστα, ο φιλόσοφος διώχθηκε από τους Αθηναίους με την κατηγορία της ασέβειας, παρ’ όλο που οι ενάγοντες κινήθηκαν εν μέρει, αν όχι κυρίως, με απώτερο σκοπό τον πολιτικό στιγματισμό του Περικλή μέσω του Αναξαγόρα. Το ερώτημα αν ο ένας φιλόσοφος γνώριζε την ύπαρξη του άλλου παραμένει αναπάντητο. Αλλά, ανεξάρτητα από αυτό, και παρά τις εμφανέστατες διαφορές στην ιδιοσυγκρασία τους, οι απαντήσεις των δύο ανδρών στην πρόκληση της παρμενίδειας φιλοσοφίας παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες.

Όπως και ο Εμπεδοκλής, ο Αναξαγόρας ασχολήθηκε με το πρόβλημα των θεμελίων της γνώσης. Στο απόσπασμα 21 επαναλαμβάνει την αντίληψη περί ανεπάρκειας της αισθητηριακής αντίληψης, η οποία αποτελεί πλέον κοινό τόπο, αλλά το απόσπασμα 21a είναι πιο σημαντικό και πρωτότυπο, καθώς εδώ ο Αναξαγόρας διατυπώνει την αρχή ότι τα «φαινόμενα» αποτελούν την εξωτερική όψη των «αδήλων» - δηλαδή ότι η μαρτυρία των αισθήσεων αποτελεί τη βάση για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με αυτό που δεν είναι άμεσα παρατηρήσιμο. Συνεπώς, συμπλέοντας και πάλι με τον Εμπεδοκλή, ο Αναξαγόρας έλυσε το κύριο πρόβλημα της παρμενίδειας σκέψης απορρίπτοντας μεν τη μοναδικότητα του όντος, αλλά συμφωνώντας με την αρχή ότι τίποτε δεν μπορεί να προέλθει από το μη όν. Στο απόσπασμα 17 υποστηρίζει ότι τίποτε δεν γίνεται από το τίποτε ούτε χάνεται ολοσχερώς, αλλά δημιουργείται με ανάμιξη ή διαχωρισμό από πράγματα που υπάρχουν. Αυτή ήταν, όπως είδαμε πιο πάνω, και η θέση του Εμπεδοκλή: ωστόσο, εκείνο που εννοούσε ο Αναξαγόρας λέγοντας «πράγματα που υπάρχουν» διαφέρει αρκετά από αυτό που θα σήμαινε η ίδια φράση για τον Εμπεδοκλή. Για τον τελευταίο tu υπάρχοντα πράγματα που αναμιγνύονται και διαχωρίζονται είναι τα τέσσερα ριζώματα, ενώ για τον Αναξαγόρα είναι όλες οι φυσικές ουσίες· και ως τέτοιες ορίζονται όχι μόνο πράγματα, όπως είναι το τρίχωμα και η σάρκα ή ο χρυσός και η πέτρα, αλλά και τα ζεύγη αντιθέτων - το «θερμόν», το «ψυχρόν», το «ὑγρόν», το «ξηρόν» κ.ο.κ.- που τα αντιλαμβανόταν μάλλον ως υλικές οντότητες παρά ως απλές ποιότητες.

Ένα από τα προβλήματα που κίνησε ιδιαίτερα την προσοχή του ήταν αυτό της θρέψης και της ανάπτυξης. Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι ο Αναξαγόρας είχε την απορία πώς μπορεί να δημιουργείται. π.χ.. το αίμα και η σάρκα και σε μία από τις μεταγενέστερες πηγές μας περιλαμβάνεται μια αυτολεξεί, όπως αφήνεται να εννοηθεί, μαρτυρία (απόσπασμα 10): «Πώς θα ήταν δυνατόν από κάτι που δεν είναι τρίχα να γίνει τρίχα και από κάτι που δεν είναι σάρκα να γίνει σάρκα;». Έπεται ότι η «τρίχα», η «σάρκα» κ.ο.κ. πρέπει να υπάρχουν ήδη με κάποια μορφή στην τροφή μας. Βάσει του ίδιου επιχειρήματος, το ξύλο, τα φύλλα και τα διάφορα είδη καρπών πρέπει να προϋπάρχουν στη γη και στο νερό, που αποτελούν την τροφή των φυτών. Πράγματι, ο Αναξαγόρας διατυπώνει τη συγκεκριμένη αρχή στη γενικότερη δυνατή μορφή της: «ἐν παντι παντός μοῖρα ἔνεστι, «στο καθετί ενυπάρχει μερίδιο από το καθετί». Και εφόσον η τρίχα, π.χ., δεν μπορεί να προέλθει από κάτι που δεν είναι τρίχα, είναι σαφές ότι η τρίχα, η σάρκα κ.ο.κ. πρέπει να υπήρχαν ανέκαθεν, στο πρωταρχικό μείγμα όλων των πραγμάτων.

Στην αρχή, σύμφωνα με τον Αναξαγόρα (απόσπασμα 1), «ὁμοῦ πάντα χρή­ματα ἦν», «τα πράγματα ήταν όλα μαζί». Και τώρα επίσης «πάντα παντός μοῖραν μετέχειν», «το καθετί συμμετέχει με μερίδιο στο καθετί». Ο χρυσός είναι κυρίως χρυσός, αλλά εμπεριέχει σε μικρή αναλογία και όλες τις άλλες ουσίες. Αυτό που φαίνεται ως σιτάρι περιέχει όχι μόνο σάρκα, οστό, αίμα, αλλά και χρυσό, σίδηρο, πέτρα και όλες τις άλλες φυσικές ουσίες. Κατά την πέψη του σιταριού, μέρος της σάρκας, του οστού και του αίματος που ενυπάρχει σε αυτό διαχωρίζεται και ενώνεται με τη σάρκα, τα οστά και το αίμα στο σώμα μας· ωστόσο, αυτή η διεργασία διαχωρισμού δεν ολοκληρώνεται ποτέ, καθώς πάντοτε παραμένει στο καθετί ένα μέρος από το καθετί.

Ενώ ο Εμπεδοκλής υποστήριζε ότι τέσσερα στοιχεία αρκούν για να περι- γράψουν όλες τις γνωστές ουσίες, βάσει της θεωρίας ότι τα τέσσερα ριζώματα συνδυάζονται σε διαφορετικές αναλογίες για να σχηματίσουν τις διάφορες ουσίες, η ουσία της συλλογιστικής του Αναξαγόρα είναι ότι δεν υπάρχουν φυσικές ουσίες περισσότερο ή λιγότερο στοιχειακές - με την έννοια της απλότητας. Όλες οι φυσικές ουσίες προϋπήρχαν στο πρωταρχικό μείγμα, όπου όλα ήταν ένα: και όλες οι φυσικές ουσίες υπάρχουν σήμερα σε κάθε αντικείμενο που μας περιβάλλει. Ασφαλώς, η θεωρία αυτή φαίνεται τελείως ασύμβατη με την αρχή της οικονομίας· και είναι πράγματι έτσι, αφού ο Αναξαγόρας υποστήριζε ότι σε κάθε δεδομένο αντικείμενο και στον κόσμο συνολικά ενυπάρχει άπειρος αριθμός ουσιών. Αλλά. από μια άλλη άποψη, η θεωρία είναι, αντίθετα, άκρως οικονομική, όσον αφορά τον αριθμό των παρούυχ/ον που υιοθετεί. Αποτελεί μια προσπάθεια επίλυσης ενός μεγάλου φάσματος προβλημάτων που σχετίζονται με τη μεταβολή, χρησιμοποιώντας την απλή αρχή «στο καθετί ενυπάρχει μερίδιο από το καθετί».

Τόσο ο Εμπεδοκλής όσο και ο Αναξαγόρας διατύπωσαν ευφυείς και πρωτότυπες φυσικές θεωρίες. Αλλά αυτό που έμελλε να αποκτήσει τη μεγαλύτερη φήμη και να έχει την πιο καθοριστική επίδραση από τα συστήματα τού 5ου π.Χ. αιώνα είναι η ατομική θεωρία που διατύπωσε ο Λεύκιππος ο Μιλήσιος και κατόπιν επεξεργάστηκε ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης. Η θεωρία αυτή ορθώς θεωρείται κορύφωση του προσωκρατικού στοχασμού. Ωστόσο, η προσπάθεια σωστής αξιολόγησής της έχει καταστεί δυσχερέστερη, λόγω της τάσης εξομοίωσης του αρχαίου ελληνικού ατομισμού με σύγχρονες θεωρίες που φέρουν την ίδια ονομασία, παρά τις θεμελιώδεις διαφορές τόσο στο καθαυτό περιεχόμενο των θεωριών όσο και στη βάση επί της οποίας διατυπώθηκαν. Η θεωρία του Dalton, π.χ., διαφοροποιείται από τον ελληνικό ατομισμό καθώς δέχεται την ύπαρξη διαφόρων στοιχειακών ουσιών, ενώ, μετά την ανάλυση και διάσπαση του ατόμου, η σύγχρονη «ατομική» θεωρία δεν είναι πλέον διόλου ατομική, αν σκεφθεί κανείς ότι η λέξη «ἄτομον» σημαίνει αδιαίρετο.

Το βασικό αξίωμα του αρχαίου ελληνικού ατομισμού στην πρώτη του μορφή του 5ου π.Χ. αιώνα ήταν ότι μόνον τα άτομα και το κενό είναι πραγματικά. Όλες οι διαφορές μεταξύ των φυσικών' αντικειμένων, τόσο οι ποιοτικές διαφορές όσο και αυτές που θεωρούμε διαφορές ουσίας, εξηγούνταν ως διαφοροποιήσεις στο σχήμα, στη διάταξη και στη θέση των ατόμων. Τα παραδείγματα που παραθέτει ο Αριστοτέλης για να διευκρινίσει αυτούς τους τρεις τρόπους διαφοράς μεταξύ των ατόμων είναι Α και Ν (σχήμα), ΑΝ και ΝΑ (διάταξη) και Ι και Η (θέση).

Τα άτομα είναι άπειρα σε αριθμό και διασκορπισμένα μέσα σε ένα άπειρο κενό. Βρίσκονται σε διαρκή κίνηση και η κίνησή τους αυτή προκαλεί συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα των συγκρούσεων είναι διπλό: μερικές φορές τα άτομα απλώς αναπηδούν το ένα πάνω στο άλλο και άλλοτε, όταν τα συγκρουόμενα άτομα αγκιστρώνονται ή εμπλέκονται ή συνδέονται με άλλο τρόπο, ανάλογα με τα σχήματά τους, συνενώνονται σχηματίζοντας σύνθετα σώματα. Συνεπώς, κάθε μεταβολή ερμηνεύεται με βάση τον συνδυασμό και τον διαχωρισμό των ατόμων. Τα σύνθετα σώματα που σχηματίζονται με τον τρόπο αυτό έχουν διάφορες αισθητές ιδιότητες -χρώμα, γεύση, θερμοκρασία κ.ο.κ.-, αλλά τα ίδια τα άτομα παραμένουν αναλλοίωτα στην ουσία τους.

Η θεωρία αυτή, όπως και τα άλλα συστήματα που έχουμε εξετάσει, αναπτύχτηκε ως απάντηση στο πρόβλημα που είχε θέσει ο Παρμενίδης και οι λοιποί Ελεάτες. Πράγματι, υιοθετώντας μία και μόνη στοιχειακή ουσία, ο Λεύκιππος παρέμεινε πιο κοντά στην παρμενίδεια διδασκαλία από ό, τι ο Εμπεδοκλής και ο Αναξαγόρας. Όπως το ένα αμετάβλητο ον της οδού της Αλήθειας, έτσι και κάθε μεμονωμένο άτομο είναι αγέννητο και άφθαρτο, αναλλοίωτο, ομοιογενές, συμπαγές και αδιαίρετο. Μπορούμε να πούμε ότι ο Λεύκιππος όρισε ένα άπειρο πλήθος από ελεατικά «Όντα»· ενδέχεται μάλιστα να επηρεάστηκε άμεσα από ένα επιχείρημα που είχε διατυπώσει ο Μέλισσος προσπαθώντας να αποδείξει ότι «αν δηλαδή υπήρχαν πολλά, πρέπει αυτά να είναι τέτοια όπως εγώ λέω ότι είναι το ένα» (απόσπασμα 8): παρ' όλο που ο Μέλισσος επιδίωκε προφανώς με το επιχείρημά του να καταδείξει τον παραλογισμό της έννοιας της πολλαπλότητας, ο Λεύκιππος πίστευε ότι ορίζοντας απλώς ένα πλήθος αντικειμένων σαν το ελεατικό «Ον» έλυνε το πρόβλημα της μεταβολής. Ο Λεύκιππος συμφωνούσε επίσης με τους Ελεάτες ότι η κίνηση είναι αδύνατη χωρίς την ύπαρξη του κενού. Αλλά, ενώ οι Ελεάτες αρνούνταν την ύπαρξη του κενού, ο Λεύκιππος υποστήριζε ότι πρέπει να θεωρηθεί πραγματικό όχι μόνο το «ον» -τα άτομα- αλλά και το «μη ον» - το κενό. Αυτό ήταν το αποφασιστικό βήμα με το οποίο επανέφερε τόσο την πολλαπλότητα όσο και τη μεταβολή. Το κενό είναι αυτό που χωρίζει τα άτομα και αυτό μέσα στο οποίο κινούνται.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της θεωρίας των ατομικών που αναπτύχθηκε ως αντίπαλο δέος προς τους Ελεάτες είναι σαφή. Αλλά πόσο προχώρησαν ο Λεύκιππος ή ο Δημόκριτος στην επεξεργασία της θεωρίας τους ή στη λεπτομερή εφαρμογή της; Και εδώ πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν η αποσπασματικότητα των πληροφοριών μας, πολλές από τις οποίες προέρχονται από πηγές εχθρικά δια- κείμενες προς τον ατομισμό. Φαίνεται πάντως ότι οι ατομικοί, πρώτον, δεν κατόρθωσαν να επιλύσουν ορισμένα εννοιολογικά προβλήματα της θεωρίας τους και, δεύτερον, δεν επιδίωξαν επίμονα την εφαρμογή της στην εξήγηση συγκεκριμένων φαινομένων.

Δεν είναι σαφές, π.χ., αν θεωρούσαν τα άτομα μαθηματικώς, όπως και φυσικώς, αδιαίρετα. Ασφαλώς, τα άτομα θεωρούνταν αδιαίρετα από φυσική άποψη, αλλά οι ατομικοί πίστευαν επίσης ότι είναι λογικώς ή μαθηματικώς αδιαίρετα, ότι δηλαδή δεν αποτελούνταν από μέρη; Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την απάντηση στο ερώτημα αυτό, αλλά ορισμένα χωρία του Αριστοτέλη (π.χ. Περί γενέσεως καί φθοράς, 315b 28 κ. εξ.) φαίνεται να υποδηλώνουν ότι δεν γινόταν διάκριση ανάμεσα στα όρια της φυσικής και στα όρια της μαθηματικής διαιρετότητας. Με την επιφύλαξη μιας ενδεχόμενης καταφανούς παρανόησης από την πλευρά του Αριστοτέλη, δεν φαίνεται να είχαν αντιληφθεί ότι αν τα άτομα είχαν διάφορα σχήματα, αυτό συνεπαγόταν ότι αποτελούνται από μέρη και, συνεπώς, ότι έπρεπε να θεωρούνται μαθηματικώς διαιρετά.

Ορισμένες από τις πηγές μας αναφέρουν επίσης ότι η ποικιλία στα σχήματα και στα μεγέθη των ατόμων είναι άπειρη. Οι αντίπαλοι του ατομισμού αξιοποίησαν την παραδοχή αυτή για να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της θεωρίας, π.χ. τον παραλογισμό της ύπαρξης ενός ατόμου με μέγεθος όσο και ο κόσμος. Αλλά ενώ είναι βέβαιο ότι ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος θα διαφωνούσαν με ένα τέτοιο συμπέρασμα, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι με τί επιχειρήματα θα το αντέκρουαν ούτε αν είχαν καν συλλάβει τη δυσκολία αυτή.

Ο Λεύκιππος ήταν αναμφισβήτητα ο θεμελιωτής της ατομικής θεωρίας, αλλά υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι επιχείρησε να εφαρμόσει λεπτομερώς τη διδασκαλία του για την εξήγηση φυσικών φαινομένων. Η στάση του φαίνεται να είναι παρεμφερής με τη θέση του Εμπεδοκλή, ο οποίος, όταν αντιλήφθηκε πόσο μεγάλη ποικιλία ενώσεων μπορούσε θεωρητικά να εξηγηθεί μέσω της θεωρίας των ριζωμάτων, διατύπωσε λίγες μόνο συγκεκριμένες νύξεις σχετικά με τη σύσταση ορισμένων ουσιών. Αντίθετα, τα ενδιαφέροντα του Δημοκρίτου ήταν ευρύτατα. Αν και δεν σώζονται παρά ελάχιστα αποσπάσματα του έργου του, οι τίτλοι των συγγραμμάτων του είναι ενδεικτικοί του εύρους των ερευνούν του: εκτός από τη φυσική και την κοσμολογία, ασχολήθηκε με την αστρονομία, τη ζωολογία, τη βοτανική και την ιατρική, ενώ συνέγραψε πραγματείες για μια σειρά τεχνικών θεμάτων, όπως είναι η γεωργία, η ζωγραφική και ο πόλεμος. Επίσης εφάρμοσε λεπτομερώς την ατομική θεωρία σε έναν τουλάχιστον τομέα. Πρόκειται για τη θεωρία των αισθητών ιδιοτήτων.

Στη γνωσιολογία του περιγράφει τη γνώση που δίδουν οι αισθήσεις ως «νόθα» γνώση, σε αντιδιαστολή με τη «γνήσια» γνώση της νόησης, αν και δέχεται ότι ο νους αντλεί τα δεδομένα του από τις αισθήσεις. Αυτό που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις είναι οι δευτερεύουσες ιδιότητες, που οφείλονται στις διαφορές στα σχήματα, στα μεγέθη και στις διατάξεις των ατόμων, αλλά τα άτομα και το κενό είναι η μόνη πραγματικότητα, ενώ οι δευτερεύουσες αυτές ιδιότητες υπάρχουν μόνο «κατά σύμβαση». Ο Δημόκριτος δεν αρκέστηκε στη διατύπωση του γενικού δόγματος, αλλά ανέπτυξε λεπτομερείς επιμέρους θεωρίες - που αναφέρονται και υποβάλλονται σε εκτενή έλεγχο από τον Θεόφραστο στο Περί αισθήσεων- στις οποίες συσχετίζει συγκεκριμένες γεύσεις, χρώματα, οσμές κ.λπ. με συγκεκριμένες διατάξεις των ατόμων. Έτσι, μια όξινη γεύση αποτελείται από γωνιώδη, μικρά, λεπτά άτομα, ενώ μια γλυκιά γεύση από στρογγυλά, μέτρια σε μέγεθος άτομα. Επίσης συνέδεσε αυτά που θεωρούσε ως τα τέσσερα βασικά χρώματα, δηλαδή το μαύρο, το λευκό, το ερυθρό και το κίτρινο, με ορισμένα σχήματα και διατάξεις των ατόμων, ερμηνεύοντας τα υπόλοιπα χρώματα ως συνδυασμούς των τεσσάρων αυτών χρωμάτων. Πρόκειται για την πρώτη απόπειρα να δοθεί μια λεπτομερής εξήγηση της φυσικής βάσης της αίσθησης. Μπορεί, ωστόσο, να παρατηρήσει κανείς ότι, παρά τον ιδιοφυή χαρακτήρα της ατομικής θεωρίας, όταν κλήθηκε να την εφαρμόσει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ο Δημόκριτος κατέφυγε σε αρκετά προφανείς φυσικές αναλογίες, συσχετίζοντας π.χ. τις «δριμείες» γεύσεις με σχήματα που φέρουν «οξείες» γωνίες.

Εν γένει, το βασικό πρόβλημα που απασχόλησε τους ύστερους προσωκρατικούς φιλοσόφους ήταν το πρόβλημα της μεταβολής. Είναι αλήθεια ότι οι στοχαστές αυτοί επιχείρησαν να εξηγήσουν πολλά διαφορετικά φαινόμενα στη μετεωρολογία, στη γεωλογία, στη φυσιολογία, στην εμβρυολογία και σε άλλους τομείς. Έτσι, προβλήματα όπως, π.χ., το γιατί η θάλασσα είναι αλμυρή ή γιατί ο Νείλος πλημμυρίζει εξετάσθηκαν εκτενώς στη διάρκεια του 5ου π.Χ. αιώνα. Ο Εμπεδοκλής ήταν ένας από εκείνους που προσπάθησαν να περιγράφουν τη λειτουργία της αναπνοής παρομοιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο η αναπνοή εισέρχεται και εξέρχεται από το σώμα με την κλεψύδρα, ένα όργανο μέτρησης του χρόνου που είχε μορφή δοχείου γεμάτου με νερό, ενώ αρκετοί στοχαστές ασχολήθηκαν με το αίτιο της διαφοροποίησης του φύλου στο έμβρυο.

Πάντως, το κεντρικό πρόβλημα που απασχόλησε τη φυσική φιλοσοφία ήταν η φύση της γένεσης και της φθοράς, ένα ζήτημα γενικού χαρακτήρα. Οι απαντήσεις που δόθηκαν ήταν μια σειρά φυσικών θεωριών, δηλαδή περιγραφών για τα έσχατα συστατικά της ύλης. Αλλά το πρόβλημα ήταν κατ’ αρχήν φιλοσοφικής τάξης, τέθηκε μάλιστα στην πιο επιτακτική του μορφή με την άρνηση του Παρμενίδη να δεχθεί κάθε δυνατότητα μεταβολής· και όλοι οι δια- νοητές του 5ου π.Χ. αιώνα εκτιμούσαν ότι για vu δοθεί απάντηση στο παρμενίδειο πρόβλημα έπρεπε επίσης να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των θεμελίων της γνώσης. Πράγματι, τον 5ο π.Χ. αιώνα η φυσική ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γνωσιολογία. Ο Εμπεδοκλής, ο Αναξαγόρας, ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος ασχολούνταν, κατά κύριο λόγο, όχι με ερευνητικά προγράμματα αλλά με πολύ αφηρημένες μελέτες στις οποίες εκείνο που είχε σημασία δεν ήταν τα εμπειρικά δεδομένα που μπορούσε να επικαλεστεί κανείς προς επίρρωση μιας θεωρίας, αλλά η οικονομία και η λογική συνέπεια των επιχειρημάτων στα οποία βασιζόταν η θεωρία αυτή.

---------------------

[1] Ενώ οι Μιλήσιοι Αναξίμανδρος και Αναξιμένης, ο Εφέσιος Ηράκλειτος και οι περισσότεροι ύστεροι Προσωκρατικοί επέλεξαν τον πεζό λόγο ως μέσο έκφρασης - ο Αναξίμανδρος υπήρξε όχι μόνον ο πρώτος φιλόσοφος συγγραφέας, αλλά ίσως και ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας γενικώς -, τρεις σημαντικοί προσωκρατικοί διανοητές, ο Ξενοφάνης, ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής, έγραψαν σε έμμετρο λόγο. Τόσο ο Παρμενίδης (απόσπασμα 1) όσο και ο Εμπεδοκλής (απόσπασμα 3) υποστήριξαν ότι η φιλοσοφία τους είχε θεία έμπνευση και θα ήταν παράτολμο να θεωρήσουμε ότι οι δηλώσεις αυτές είχαν συμβατικό και μόνο χαρακτήρα.

Ο Αριστοτέλης και η εγκυκλοπαίδεια της γνώσης

Αριστοτέλης, ο σύγχρονός μας

Παρά την αναμφισβήτητη γοητεία τους, ο Σωκράτης και ο Πλάτων μάς είναι ουσιαστικά ξένοι. Η απόσταση που χωρίζει τον σύγχρονο άνθρωπο από τα πολύπλοκα προβλήματα της αθηναϊκής κοινωνίας του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ., από τα προβλήματα που διαμόρφωσαν τη σωκρατική και την πλατωνική φιλοσοφία, είναι τεράστια και αγεφύρωτη. Εξακολουθούμε ακόμη και σήμερα να διαβάζουμε με ενδιαφέρον τους πλατωνικούς διάλογους, τους διαβάζουμε όμως περισσότερο σαν μια μορφή λογοτεχνίας, σαν ψηφίδες στο μωσαϊκό μιας εξωτικής εποχής που έχει οριστικά παρέλθει. Η φιλοσοφία έχει γίνει για μας μια ατομική αναζήτηση, προϋποθέτει την απομόνωσή μας από τα τρέχοντα ζητήματα και τις μέριμνες της καθημερινής ζωής, στηρίζεται στην επίπονη σχέση του μοναχικού αναγνώστη με το τυπωμένο κείμενο ενός βιβλίου. Η φιλοσοφία είναι πρωτίστως κατανόηση και γνώση - δεν είναι πλέον ούτε ζωντανός διάλογος ούτε τέχνη του βίου.

Με τον Αριστοτέλη, αντιθέτως, ο σύγχρονος αναγνώστης αισθάνεται περισσότερο οικείος. Πρώτα απ᾽ όλα, ο Αριστοτέλης γράφει με έναν τρόπο που θυμίζει τον σημερινό τρόπο γραφής της φιλοσοφίας· για την ακρίβεια, είναι αυτός που πρώτος καθιερώνει την επιστημονική πραγματεία ως όχημα μετάδοσης της φιλοσοφίας. Στα αριστοτελικά κείμενα κυρίαρχος δεν είναι ο συγγραφέας ή τα λογοτεχνικά προσωπεία του, αλλά τα προβλήματα που συζητούνται και οι θέσεις που εκτίθενται. Στην αφετηρία κάθε αριστοτελικής πραγματείας βρίσκεται ένα συγκεκριμένο πρόβλημα. Πριν προχωρήσει στην έκθεση των δικών του θέσεων, ο Αριστοτέλης παραθέτει τις απόψεις των άλλων φιλοσόφων (πολλές φορές, και τις διαδεδομένες αντιλήψεις των κοινών ανθρώπων), προχωρεί στην ανάλυση και την κριτική τους, για να καταλήξει σε ορισμένες θεμελιώδεις απορίες - σε φιλοσοφικά και επιστημονικά διλήμματα. Η δική του τώρα συμβολή παίρνει κατά κανόνα τη μορφή μιας αποδεικτικής διαδικασίας: προηγείται η διατύπωση των γενικών θέσεων, των «πρώτων αρχών» ή των αξιωμάτων κάθε επιστημονικού κλάδου, και έπεται η εξαγωγή συμπερασμάτων από αυτές τις πρώτες αρχές με έναν αυστηρό συλλογιστικό τρόπο. Διαβάζοντας τα γραπτά του Αριστοτέλη, παρακολουθούμε έναν ερευνητή που ανοίγει μια θεωρητική συζήτηση με τους προγενέστερους και τους συγχρόνους του, που δηλώνει με σαφήνεια τις πηγές του και τις επιρροές του, και που διεκδικεί για τον εαυτό του μια νέα αυστηρή φιλοσοφική μέθοδο.

Το φάσμα τώρα των ενδιαφερόντων του είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Αν εξαιρέσει κανείς τα καθαρά μαθηματικά και την πρακτική ιατρική, σε όλους τους άλλους γνωστικούς τομείς ο Αριστοτέλης έχει καθοριστική συμβολή. Στη φιλοσοφία επιχειρεί τον επιτυχή συνδυασμό της πλατωνικής ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας με τη φυσική φιλοσοφία των Προσωκρατικών και εγκαινιάζει τον κλάδο της Λογικής. Στις επιστήμες θέτει τις βάσεις για τη φυσική, τη χημεία και τη μετεωρολογία και αναδεικνύει τη σημασία και την κεντρική θέση της βιολογίας. Συστηματοποιεί την πρακτική της ρητορικής, θεμελιώνει τη θεωρία της λογοτεχνίας (την «Ποιητική») και ξεκινά ένα πρόγραμμα συστηματικής καταγραφής των πολιτευμάτων των ελληνικών πόλεων. Με δυο λόγια, τα αριστοτελικά συγγράμματα αντιπροσωπεύουν την εγκυκλοπαίδεια των γνώσεων του 4ου αιώνα π.Χ., αλλά και αποτελούν θησαυρό γνώσεων για τους επόμενους αιώνες.

Από τα Στάγειρα στο Πανεπιστήμιο του Πλάτωνα

Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος έλληνας φιλόσοφος με πολυετείς συστηματικές σπουδές - και σ᾽ αυτό ακόμη μας θυμίζει σύγχρονο φιλόσοφο. Από τα δεκαεπτά του χρόνια εισάγεται στην πλατωνική Ακαδημία και παραμένει μέλος της για είκοσι ολόκληρα χρόνια. Θα πρέπει να φανταστούμε ότι πέρασε απ᾽ όλα τα στάδια της εκπαιδευτικής διαδικασίας· ξεκίνησε από δόκιμο μέλος, στη συνέχεια εντάχθηκε στον στενό κύκλο των μαθητών του Πλάτωνα που διατηρούσαν προσωπική σχέση με τον δάσκαλο, και στα τελευταία χρόνια έγινε κι αυτός μέλος του διδακτικού προσωπικού της Σχολής. Η θέση του στον πλατωνικό κύκλο ήταν σίγουρα ηγετική, αφού, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, διεκδίκησε τη θέση του σχολάρχη της Ακαδημίας, χωρίς όμως επιτυχία. Την πρώτη φορά, το 347 π.Χ., σχολάρχης έγινε ο Σπεύσιππος, ο ανιψιός του Πλάτωνα, και τη δεύτερη, το 335 π.Χ., ο Ξενοκράτης. Μετά και τη δεύτερη αποτυχία ο Αριστοτέλης αποφάσισε πλέον να αποστασιοποιηθεί από την Ακαδημία και να οργανώσει τον δικό του κύκλο μαθητών. Η σχολή του, το Λύκειο, πήρε την οριστική της μορφή από τον Θεόφραστο, τον βασικό συνεργάτη και μαθητή του Αριστοτέλη, μετά τον θάνατο του φιλοσόφου το 322 π.Χ. Τα μέλη της Σχολής ονομάστηκαν «Περιπατητικοί», γιατί, όπως λέγεται, η διδασκαλία γινόταν στο ύπαιθρο κατά τη διάρκεια περιπάτων.

Είναι κρίμα ότι, αν εξαιρέσει κανείς τον Αριστοτέλη, γνωρίζουμε λίγα πράγματα για τους άλλους σημαντικούς φιλοσόφους του πλατωνικού κύκλου. Και από τα λίγα όμως πράγματα που γνωρίζουμε προκύπτει ότι η πλατωνική σχολή δεν ήταν δογματική ούτε ιδιαίτερα πιστή στο γράμμα της διδασκαλίας του ιδρυτή της. Το πιο πιθανό είναι ότι και ο ίδιος ο Πλάτων θα πρέπει να ενθάρρυνε τις θεωρητικές διαφωνίες και την ανεξαρτησία της σκέψης των μαθητών του. Δημιουργήθηκε έτσι μια ζωντανή κοινότητα στοχαστών, που έδινε ερεθίσματα τόσο στον ίδιο τον Πλάτωνα για την ανάπτυξη της τελευταίας φάσης της φιλοσοφίας του όσο και στους μαθητές του για να ανοίξουν τα δικά τους φτερά. Όλοι λοιπόν ξεκινούσαν από κάποιο κοινό υπόβαθρο, από μια βασική εκδοχή της πλατωνικής φιλοσοφίας, στη συνέχεια όμως ακολουθούσαν αποκλίνουσες διαδρομές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αριστοτέλης στα πρώτα του γραπτά, ορισμένα μάλιστα από τα οποία είχαν διαλογική μορφή, μιλά για τους πλατωνιστές χρησιμοποιώντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Από την αρχή ωστόσο κρατά μια κριτική απόσταση από τις θεωρίες του Πλάτωνα και γρήγορα θα προχωρήσει στην απόρριψη της θεωρίας των Ιδεών και στην προβολή της δικής του σύλληψης της πραγματικότητας.

Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 π.Χ. στα Στάγειρα της Χαλκιδικής, μια αποικία των Χαλκιδαίων που βρέθηκε στην επικράτεια του κράτους των Μακεδόνων. Και οι δύο γονείς του προέρχονταν από ιατρική οικογένεια, ο πατέρας του μάλιστα, ο Νικόμαχος, υπήρξε γιατρός του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα. Στις ιατρικές του καταβολές αποδίδουν πολλές φορές την έλξη του Αριστοτέλη προς την παρατήρηση της φύσης και την εμπειρική έρευνα. Παρά τις σχέσεις της οικογένειάς του με τη μακεδονική αυλή, η παιδεία που πήρε ο νεαρός Αριστοτέλης ήταν σύμφωνη με τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη του 5ου αιώνα, που προέβαλλαν την ελευθερία του ατόμου, την ισονομία και τη συμμετοχή στην πολιτική κοινότητα. Τα ιδεώδη αυτά ο Αριστοτέλης τα ενστερνίστηκε πλήρως και τα ενσωμάτωσε στην πολιτική του φιλοσοφία, παραβλέποντας τα μηνύματα των καιρών που έδειχναν προς άλλη κατεύθυνση. Στα χρόνια του κλείνει οριστικά μια μακρά περίοδος της ελληνικής πολιτικής ιστορίας: η πόλη-κράτος θα παρακμάσει κάτω από τη μακεδονική ηγεμονία, οι αυτόνομες ελληνικές πόλεις θα ενταχθούν σε εκτεταμένα ισχυρά κράτη με απολυταρχική κεντρική εξουσία, και το επίκεντρο των πολιτικών και διανοητικών εξελίξεων θα μετατοπιστεί βαθμιαία από τον ελλαδικό χώρο προς την Ανατολή. Ο Αριστοτέλης δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται ούτε και από τη νέα μορφή διακυβέρνησης που εγκαινίασε ο Μέγας Αλέξανδρος μετά τις κατακτήσεις του, επιδιώκοντας τη μόνιμη συνύπαρξη Ελλήνων και «βαρβάρων» κάτω από το ίδιο νομικό και πολιτικό πλαίσιο. Κατά τη δική του γνώμη, η φύση των Ελλήνων ήταν ριζικά διαφορετική από τη φύση των άλλων ανατολικών λαών, οπότε και η αντίθεση ανάμεσα στους ελληνικούς πολιτικούς θεσμούς και την ανατολική δεσποτεία παρέμενε ασυμφιλίωτη. Μάλλον λοιπόν θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο Αριστοτέλης δεν επηρέασε ιδιαίτερα τον Αλέξανδρο, όταν, μετά από πρόσκληση του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου, ανέλαβε για επτά χρόνια την εκπαίδευση του νεαρού διαδόχου του μακεδονικού θρόνου.

Η θεωρητική αντίθεση του Αριστοτέλη στα νέα ήθη που έφερε η μακεδονική κατάκτηση δεν ήταν αρκετή για να αναιρέσει τη δυσπιστία των Αθηναίων στο πρόσωπό του. Στην Αθήνα ο Αριστοτέλης παρέμεινε πάντοτε ένας ξένος, στενά συνδεδεμένος στα μάτια του κόσμου με την αυλή των Μακεδόνων, οπότε ήταν φυσικό να αποτελέσει στόχο της αντιμακεδονικής παράταξης. Φαίνεται λοιπόν ότι πολλές φορές αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα, ανάλογα με τις τροπές που πήρε η πολιτική αντιπαράθεση στην πόλη. Μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, έζησε για τρία χρόνια στην Άσσο της Μικράς Ασίας, κοντά στον φιλόσοφο τύραννο Ερμεία, και για δύο χρόνια στη Μυτιλήνη, πριν αναλάβει στη συνέχεια την εκπαίδευση του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στην Αθήνα μπόρεσε να γυρίσει μόνο το 335 π.Χ., όταν πλέον η πόλη βρισκόταν κάτω από τον ζυγό των Μακεδόνων και ο φίλος του Αντίπατρος είχε διοριστεί κυβερνήτης της Ελλάδας. Με τον θάνατο όμως του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., κατά τις ταραχές που ξέσπασαν στην Αθήνα, απειλήθηκε σοβαρά η ζωή του, οπότε αναγκάστηκε να καταφύγει στη Χαλκίδα, όπου και πέθανε τον επόμενο χρόνο σε ηλικία 62 ετών.

Τα γραπτά του Αριστοτέλη

Όσο ζούσε ο Αριστοτέλης δημοσίευσε έναν περιορισμένο αριθμό έργων, κάποια από τα οποία ήταν διάλογοι που απευθύνονταν στο ευρύ κοινό και κάποια άλλα πραγματείες με επίκεντρο την πλατωνική θεωρία των Ιδεών. Από τα έργα αυτά κανένα δεν σώθηκε ολόκληρο. Έφτασαν όμως στα χέρια μας τα αδημοσίευτα διδακτικά του συγγράμματα, ή μάλλον οι προσωπικές του σημειώσεις επάνω στις οποίες στήριζε τη διδασκαλία στους μαθητές του. Οι αρχαίες πηγές μάς μεταφέρουν μια μυθιστορηματική εκδοχή της διάσωσής τους. Τα χειρόγραφα του Αριστοτέλη κληροδοτήθηκαν μετά τον θάνατό του στους διαδόχους του στο Λύκειο, μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στη Σκήψη της Μικράς Ασίας όπου έμειναν θαμμένα σε μια σπηλιά και ξεχασμένα για περισσότερο από διακόσια χρόνια, ώσπου αγοράστηκαν από κάποιον πλούσιο Αθηναίο στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. και επέστρεψαν στην Αθήνα. Μετά την κατάληψη της Αθήνας από τους Ρωμαίους το 86 π.Χ., μεταφέρθηκαν σαν πολύτιμη λεία στη Ρώμη, και πενήντα περίπου χρόνια αργότερα εκδόθηκαν από έναν προικισμένο φιλόλογο και γνώστη της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, τον Ανδρόνικο τον Ρόδιο. Με την έκδοση του Ανδρόνικου τα αριστοτελικά συγγράμματα πήραν την οριστική τους μορφή, αυτή που έχουμε και εμείς σήμερα μπροστά μας όταν διαβάζουμε τον Αριστοτέλη.

Οι λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία - δεν αποκλείεται να είναι ως έναν βαθμό φανταστικές. Είναι πάντως γεγονός ότι η μεγάλη διάδοση της σκέψης του Αριστοτέλη αρχίζει μόνο όταν εκδίδονται τα διδακτικά του συγγράμματα, τρεις αιώνες μετά τον θάνατό του. Αν τα χειρόγραφα είχαν χαθεί, η ιστορία της μεταγενέστερης φιλοσοφίας θα ήταν διαφορετική, αφού το έργο του Αριστοτέλη αποτέλεσε τη βάση της φιλοσοφίας των Βυζαντινών, των Αράβων και των Σχολαστικών της Δύσης. Πιο σημαντική όμως είναι μια άλλη συνέπεια της περίεργης αυτής ιστορίας. Το υλικό που έφτασε στα χέρια του Ανδρόνικου δεν προοριζόταν για δημοσίευση· φανταζόμαστε ότι περιείχε σημειώσεις των μαθημάτων του Αριστοτέλη, με διάσπαρτες προσθήκες, αναθεωρήσεις και απορίες, κάποιες ημιτελείς πραγματείες, σχεδιάσματα μελλοντικών έργων, συλλογές εμπειρικών δεδομένων. Ο Ανδρόνικος συνένωσε τα διάφορα μαθήματα του Αριστοτέλη σε ενιαίες πραγματείες με κριτήριο την κοινότητα της θεματολογίας, ίσως να συμπλήρωσε και ο ίδιος κάποια κενά ή να διόρθωσε γλωσσικές ατέλειες, και έδωσε τελικά στις πραγματείες αυτές τον τίτλο που φέρουν και σήμερα - για παράδειγμα, στα Φυσικά περιέλαβε τις παραδόσεις του Αριστοτέλη για τις έννοιες της φύσης, της κίνησης, του χρόνου, του χώρου κτλ. Έτσι οργανώθηκε το έργο του Αριστοτέλη σε μια πλειάδα αυτόνομων συγγραμμάτων, η εμβέλεια των οποίων καλύπτει όλο το φάσμα των γνώσεων και η συνολική τους έκταση είναι περίπου τριπλάσια από τους διάλογους του Πλάτωνα.

Η αίσθηση που έχει όποιος προσεγγίζει το μνημειώδες αυτό έργο είναι ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα πλήρες φιλοσοφικό σύστημα, στην πρώτη συνεκτική θεωρία που ερμηνεύει κάθε πλευρά της πραγματικότητας. Προηγούνται τα λογικά συγγράμματα, στα οποία ο Ανδρόνικος έδωσε τον τίτλο Όργανον, δηλαδή εργαλείο της γνώσης. Ακολουθούν τα φυσικά συγγράμματα, καθένα από τα οποία αφιερώνεται σε έναν τομέα φυσικών φαινομένων: τα Φυσικά μελετούν τις γενικές αρχές της φυσικής επιστήμης· το Περί ουρανού, τα Μετεωρολογικά, και το Περί γενέσεως και φθοράς μελετούν αντιστοίχως την κοσμολογία, τη μετεωρολογία και τη δομή της ύλης· το Περί ψυχής μελετά τη φυσιολογία του ανθρώπου, και τα πολυάριθμα βιολογικά του συγγράμματα μελετούν τα έμβια όντα. Μετά τα φυσικά συγγράμματα, ο Ανδρόνικος τοποθέτησε ένα έργο που περιλαμβάνει τις γενικές αρχές της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, τις βασικές του θέσεις για τη φύση των όντων. Το ονόμασε Μετά τα φυσικά, ακριβώς γιατί έρχεται μετά τη μελέτη της φύσης - κι έτσι προίκισε τη μεταγενέστερη φιλοσοφία με μια νέα θεμελιώδη έννοια, την έννοια της «μεταφυσικής». Η πρακτική πλευρά της φιλοσοφίας, η μελέτη της ηθικής και πολιτικής συμπεριφοράς των ανθρώπων καλύπτονται αντιστοίχως με τα Ηθικά και τα Πολιτικά του Αριστοτέλη. Τέλος, το αριστοτελικό έργο συμπληρώνεται με πραγματείες που αφιερώνονται σε διάφορες τέχνες, όπως η Ρητορική, που καθορίζει τους τύπους της πειστικής επιχειρηματολογίας, και η Ποιητική, που μελετά τη θεωρία της ποιητικής δημιουργίας και ειδικότερα της αρχαίας τραγωδίας.

Αποτελεί όμως η φιλοσοφία του Αριστοτέλη ένα τόσο ενιαίο σύστημα όσο δείχνει η κατάταξη των έργων του; Η μελέτη μιας αριστοτελικής πραγματείας αρκεί για να αναιρέσει την εικόνα της αυστηρής συστηματικότητας. Η ειδικότητα του Αριστοτέλη, το ιδιαίτερο ταλέντο του, είναι η ανάδειξη κρίσιμων προβλημάτων. Ο Αριστοτέλης ξεκινά πάντοτε από ένα πρόβλημα, από ένα πρόβλημα που του δίνει την ευκαιρία να κρίνει τις υπάρχουσες απαντήσεις, να προχωρήσει σε λεπτές διακρίσεις, και να εντοπίσει τον πυρήνα του σε ένα φιλοσοφικό δίλημμα, σε μια κρίσιμη «απορία». Ακολουθεί κατά κανόνα η δική του απάντηση, συχνά όμως προτείνονται περισσότερες από μία εναλλακτικές λύσεις που αφήνονται ανοιχτές. Ο Αριστοτέλης δείχνει να θεωρεί πιο σημαντική τη συζήτηση που οδηγεί στη διατύπωση μιας φιλοσοφικής θέσης από την αξία της ίδιας της θέσης. Γι᾽ αυτό και πολύ συχνά οι μελετητές του έργου του διαφωνούν για την ουσία των αριστοτελικών θέσεων.

Επιπλέον, ο Αριστοτέλης είναι πεπεισμένος ότι κάθε επιστήμη έχει τις δικές της αρχές (τα δικά της αξιώματα), τη δική της μέθοδο και, ως έναν βαθμό, τη δική της γλώσσα. Δεν μπορεί ούτε πρέπει λοιπόν κανείς να επιχειρήσει μια ενοποίηση της ανθρώπινης γνώσης πάνω σε ενιαία θεμέλια. Η αριστοτελική ηθική, για παράδειγμα, δεν μπορεί να εναρμονιστεί με την αριστοτελική φυσική, γιατί η ανθρώπινη πράξη δεν υπόκειται στη φυσική νομοτέλεια και ρυθμίζεται από τους δικούς της ιδιαίτερους κανόνες. Αλλά και μέσα στον χώρο της φύσης οι επιμέρους φυσικές επιστήμες διατηρούν την αυτονομία και την αξία τους: η βιολογία έχει διαφορετικές αρχές και διαφορετική μέθοδο από την κοσμολογία - και οι δύο όμως είναι εξίσου σημαντικές.

Και οι δύο έρευνες έχουν τη χάρη τους. Στην πρώτη περίπτωση η γνώση των αιώνιων ουσιών [των άστρων] έχει τόση αξία, ώστε ακόμη και η ελάχιστη επαφή μαζί τους προσφέρει μεγαλύτερη ικανοποίηση από κάθε άλλη γνωστή μας ηδονή, όπως ακριβώς και το να διακρίνεις έστω και μια φευγαλέα και αποσπασματική εικόνα του έρωτά σου σου δίνει μεγαλύτερη χαρά από την πλήρη θέα πολλών άλλων και σπουδαίων πραγμάτων. Στη δεύτερη περίπτωση η διαφορά είναι ότι η γνώση μας είναι πολύ πιο έγκυρη, αφού γνωρίζουμε καλύτερα πολύ περισσότερες πλευρές των φθαρτών όντων [των ζώων και των φυτών]. Θα έλεγε κανείς ότι το γεγονός ότι είναι πιο κοντά μας, και η φύση τους μας είναι πιο οικεία, εξισορροπεί κατά κάποιο τρόπο την αξία της επιστήμης των θεϊκών ουσιών. […] Γιατί ακόμη και αυτά που δεν παρουσιάζουν την παραμικρή χάρη στην όψη, η φύση τα δημιούργησε έτσι ώστε η θεωρία τους να προσφέρει ασύλληπτες ηδονές σε εκείνους που μπορούν να συλλάβουν τις αιτίες, σε όσους είναι πραγματικοί φιλόσοφοι. […] Σε όλα τα έργα της φύσης υπάρχει κάτι αξιοθαύμαστο.
Περί ζώων μορίων 644b22-645a230

Τα γραπτά του Αριστοτέλη δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστικά ούτε απευθύνονται στον μέσο αναγνώστη. Η κατανόησή τους προϋποθέτει γνώση της προγενέστερης φιλοσοφικής παράδοσης αλλά και εξοικείωση με το πυκνό, δύσβατο και ξηρό ύφος του φιλοσόφου. Ο Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, δείχνει να μην εμπιστεύεται την καθημερινή γλώσσα με τις ασάφειες της και τα στολίδια της. Πιστεύει ότι για τη φιλοσοφία απαιτείται ειδικό λεξιλόγιο και ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης, που στηρίζεται στη σαφήνεια. Μάλιστα, όπως λέει, «μερικές φορές είναι αναγκαίο να πλάθουμε καινούργιους όρους, όταν δεν υπάρχει λέξη που να μπορεί να αποδώσει σωστά κάποιο νόημα» (Κατηγορίαι 7a6-7). Ένα μεγάλο μέρος από τη φιλοσοφική ορολογία που χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα έχει καθιερωθεί από τον Αριστοτέλη (λ.χ. οι όροι «ύλη», «κατηγορία», «συλλογισμός», «ενέργεια», «δύναμις», «φυσική», «λογική», «εντελέχεια», «συμβεβηκός»)



Λογική και πραγματικότητα

Η Λογική αποτελεί προσωπική ανακάλυψη του Αριστοτέλη. Δεν είναι επιστήμη, αφού δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο μελέτης, αλλά καθορίζει ένα σύνολο κανόνων, καθολικής ισχύος, με το οποίο σκεφτόμαστε, συνεννοούμαστε και επιχειρηματολογούμε, όταν εξετάζουμε οποιοδήποτε γνωστικό πεδίο. Πρωτίστως η Λογική αποτελεί συστηματοποίηση της σωστής χρήσης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Για τον Αριστοτέλη υπάρχει στενή σχέση γλώσσας και πραγματικότητας: η σωστή χρήση της γλώσσας αντανακλά τη σωστή λειτουργία της σκέψης, και η σωστή λειτουργία της σκέψης αποκαλύπτει στοιχεία για την αντικειμενική δομή του κόσμου.

Η αριστοτελική λογική ξεκινά από την ανάλυση των απλών προτάσεων της γλώσσας. Μια απλή πρόταση της μορφής «ο Σωκράτης είναι φιλόσοφος», δηλαδή μια πρόταση που συνδέει ένα υποκείμενο με ένα κατηγορούμενο δίνοντάς μας μια πληροφορία, είναι το ελάχιστο στοιχείο της γλώσσας που παρουσιάζει λογικό και φιλοσοφικό ενδιαφέρον. Τι μπορεί όμως να βγάλει κανείς από την ανάλυση τέτοιων στοιχειωδών προτάσεων; Ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι μπορεί να βγάλει πολλά. Πρώτα απ᾽ όλα μπορεί να παρατηρήσει ότι λέξεις όπως «Σωκράτης», «Γιάννης» ή «Αθήνα» μπορούν να έχουν μόνο τη θέση του υποκειμένου σε μια πρόταση. Αντιθέτως, λέξεις όπως «φιλόσοφος», «ψηλός», «δημοκράτης» κτλ. είναι συνήθως κατηγορήματα. Μπορεί λοιπόν κανείς να αρχίσει να σκέφτεται σε τι διαφέρουν αυτές οι δύο ομάδες λέξεων. Και να αντιληφθεί ότι η διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι ενώ η λέξη «Σωκράτης» δηλώνει κάτι ατομικό (ο συγκεκριμένος Σωκράτης είναι ένας), η λέξη «φιλόσοφος» δηλώνει κάτι το γενικό - πολλοί είναι αυτοί που είναι ή νομίζουν ότι είναι φιλόσοφοι.

Οι προτάσεις λοιπόν συνδέουν συνήθως ένα ατομικό υποκείμενο με ένα γενικόκατηγορούμενο. Ο Αριστοτέλης, πεπεισμένος για τη στενή σχέση γλώσσας και πραγματικότητας, θα προχωρήσει περισσότερο. Αφού οι προτάσεις μας αποτελούνται από ένα ατομικό υποκείμενο και ένα γενικό κατηγορούμενο, αυτό σημαίνει ότι και η σκέψη μας, που λειτουργεί με έννοιες, λειτουργεί με δύο κατηγορίες εννοιών: τις ατομικές έννοιες και τις γενικές έννοιες. Η στοιχειώδης λειτουργία της σκέψης συνίσταται στη σύνδεση μιας γενικής και μιας ατομικής έννοιας, στην απόδοση μιας ιδιότητας (μιας γενικής έννοιας) σε ένα άτομο. Αντιστοίχως, και η ίδια η πραγματικότητα αποτελείται από δύο κατηγορίες όντων: τα συγκεκριμένα πρόσωπα, ζώα και πράγματα που μας περιτριγυρίζουν, όπως ο Σωκράτης (ο Αριστοτέλης τα ονομάζει όλα αυτά «καθ᾽ έκαστον»)· και το σύνολο των χαρακτηριστικών και των ιδιοτήτων που αποδίδουμε σε αυτές τις ατομικές οντότητες, λέγοντας λ.χ. ότι ο Σωκράτης είναι άνθρωπος, φιλόσοφος, αθηναίος κ.ο.κ. (αυτά ο Αριστοτέλης τα ονομάζει «καθόλου»).

Επομένως η γλώσσα χρησιμοποιεί υποκείμενα και κατηγορούμενα, η σκέψη λειτουργεί με ατομικές και με γενικές έννοιες, και η πραγματικότητα αποτελείται από «καθ᾽ έκαστον» και από «καθόλου». Η κύρια διαφορά ενός «καθ᾽ έκαστον» και ενός «καθόλου» είναι ότι το «καθ᾽ έκαστον» είναι ένα συγκεκριμένο και ατομικό ον, ενώ το «καθόλου» είναι κάτι το γενικό που χαρακτηρίζει πολλά ατομικά όντα. Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη διαφορά. Για να υπάρξουν φιλόσοφοι, πρέπει πρώτα να έχουν υπάρξει άνθρωποι σαν τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα. Χαρακτηρίζουμε «φιλοσόφους» μια ομάδα συγκεκριμένων ανθρώπων που συμπεριφέρονται και σκέφτονται με έναν τρόπο που μας φαίνεται ενιαίος. Ενώ δηλαδή ο Σωκράτης και ο Πλάτων είναι αυθύπαρκτες ατομικές οντότητες, πρόσωπα που κάποιος μπορούσε να συναντήσει στην αγορά της Αθήνας, τον «φιλόσοφο» δεν θα τον συναντήσει κανείς πουθενά. Ο «φιλόσοφος» είναι μια έννοια που συλλαμβάνουμε με τη σκέψη μας και την αποδίδουμε σε κάποια πρόσωπα. Ο Αριστοτέλης θα εκφράσει αυτή τη διαφορά λέγοντας ότι μόνο τα «καθ᾽ έκαστον», τα συγκεκριμένα ατομικά όντα, τα αισθητά πράγματα και πρόσωπα που συναντούμε στην καθημερινή μας ζωή, είναι «ουσίες». Οι γενικές έννοιες, τα «καθόλου», χρειάζονται τα «καθ᾽ έκαστον» για να υπάρξουν, όπως στη γλώσσα τα κατηγορήματα χρειάζονται τα υποκείμενα για να σταθούν.

Η «ουσία» είναι η κυριότερη από τις «κατηγορίες» της αριστοτελικής λογικής. Δείχνει την ιδιαίτερη θέση του υποκειμένου σε μια στοιχειώδη πρόταση της γλώσσας. Η αριστοτελική ουσία εκφράζει όμως και μια οντολογική τοποθέτηση: οι μόνες αυθύπαρκτες οντότητες, οι μόνες ουσίες, είναι τα ατομικά, αισθητά πρόσωπα και πράγματα. Οι πλατωνικές Ιδέες δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό βασίλειο του Όντος για τον Αριστοτέλη· είναι απλώς ιδιότητες των πραγμάτων, γενικές έννοιες που αποδίδονται σε ατομικές ουσίες, κατηγορήματα που αποδίδονται σε υποκείμενα.

Η πλατωνική Ιδέα μετασχηματίζεται στον Αριστοτέλη σε «μορφή» (ή «είδος»). Η αριστοτελική όμως μορφή δεν είναι αυθύπαρκτη οντότητα που εδρεύει σε κάποιο υπερουράνιο τόπο, αλλά το σύνολο των ιδιοτήτων που ορίζουν ένα συγκεκριμένο ον - χωρίς τις οποίες θα έπαυε να είναι αυτό που είναι. Κάθε ατομική ουσία είναι σύνθεση «μορφής» και «ύλης». Η μορφή του Σωκράτη είναι οι γενικές του ιδιότητες, αυτές οι ιδιότητες που τον καθορίζουν: το ότι είναι άνθρωπος, το ότι είναι φιλόσοφος. Η ύλη του είναι ό,τι τον εξατομικεύει: το ότι έχει αυτή τη σάρκα και αυτά τα οστά, το ότι γεννήθηκε στον συγκεκριμένο τόπο τη συγκεκριμένη στιγμή από τους συγκεκριμένους γονείς, το ότι είναι δάσκαλος του Πλάτωνα, κτλ.

Μια πρόταση μας δίνει πάντοτε μια πληροφορία, σωστή ή λανθασμένη. Το είδος της παρεχόμενης πληροφορίας προσδιορίζεται από τις υπόλοιπες αριστοτελικές κατηγορίες, κυριότερες από τις οποίες είναι το «ποσόν», το «ποιόν», ο «τόπος», ο «χρόνος», η «σχέση», το «ποιείν», το «πάσχειν». Σε μια πρόταση όπως ο Σωκράτης έζησε στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ., αποδίδονται στον Σωκράτη προσδιορισμοί (κατηγορήματα) που ανήκουν στις κατηγορίες του πάσχειν (έζησε), του τόπου (στην Αθήνα) και του χρόνου (του 5ου αιώνα π.Χ.). Κάποιοι υποστήριξαν ότι οι αριστοτελικές κατηγορίες αντιστοιχούν στα γραμματικά γένη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας - και μάλλον έχουν δίκιο. Το σημαντικό είναι να αντιληφθούμε ότι, ενώ η αλήθεια ή το λάθος μιας πρότασης είναι θέμα περιεχομένου και θα κριθεί από την εμπειρία, η σωστή δομή της πρότασης δεν εξαρτάται από την εμπειρία, είναι θέμα λογικής.

Ο συλλογισμός και η επιστημονική γνώση

Ό,τι ισχύει για τη δομή της πρότασης, ισχύει και για τη δομή του ανθρώπινου λόγου. Περιγράφουμε τον κόσμο, εκφέρουμε κρίσεις για πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις, χρησιμοποιώντας σύνολα προτάσεων. Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις ισχυριζόμαστε ότι οι κρίσεις μας αυτές είναι αληθείς, ότι είμαστε σε θέση να δώσουμε μια απολύτως βέβαιη περιγραφή και εξήγηση της πραγματικότητας, ότι κατέχουμε έγκυρη γνώση. Ο λόγος μας, στις περιπτώσεις αυτές, φιλοδοξεί να είναι επιστημονικός.

Επιστήμη λοιπόν ονομάζουμε ένα σύστημα προτάσεων που περιγράφει και εξηγεί μια περιοχή της πραγματικότητας. Ο Αριστοτέλης προχώρησε πάρα πολύ στην κατανόηση του φαινομένου της επιστήμης, σε τέτοιο σημείο ώστε να θεωρούμε ακόμη και σήμερα τις αναλύσεις του καίριες και διαφωτιστικές. Αντιλήφθηκε λοιπόν ότι όλες οι προτάσεις της επιστήμης δεν είναι ισότιμες. Κάποιες προτάσεις έχουν τον ύψιστο βαθμό γενικότητας, διατυπώνουν τις πρώτες αρχές ή τους γενικούς νόμους κάθε επιστημονικού κλάδου και έχουν απόλυτη ισχύ. Χωρίς αρχές είναι αδύνατη η επιστήμη. Αν δεν ορίσουμε τι είναι αριθμός, δεν μπορούμε να κάνουμε αριθμητική. Χωρίς τους νόμους του Νεύτωνα, δεν μπορεί να υπάρξει η νευτώνια φυσική. Ξεκινώντας τώρα από τις πρώτες αρχές, μπορούμε να φτάσουμε με τον κατάλληλο τρόπο στις υπόλοιπες προτάσεις της επιστήμης, που είναι πλέον πιο ειδικές και αναφέρονται σε συγκεκριμένες πλευρές της πραγματικότητας.

Η μετάβαση από τις γενικότερες προτάσεις της επιστήμης στις ειδικότερες γίνεται με έναν μηχανισμό που ονομάζεται επιστημονικός ή αποδεικτικός «συλλογισμός». Η εισαγωγή και η ανάλυση των συλλογισμών είναι ίσως η μεγαλύτερη συμβολή του Αριστοτέλη στη φιλοσοφία. Το βασικό χαρακτηριστικό της επιστήμης, αυτό που την διακρίνει από κάθε άλλη μορφή γνώσης, είναι ότι καταλήγει στα συμπεράσματά της με έναν απολύτως ασφαλή τρόπο, το γεγονός ότι χρησιμοποιεί «αποδείξεις». Ο επιστήμονας έρχεται αντιμέτωπος με μια πληθώρα φαινομένων, και έργο του είναι η εξήγηση αυτών των φαινομένων. Για να το επιτύχει θα χρησιμοποιήσει έγκυρους συλλογισμούς, μέσω των οποίων το συγκεκριμένο φαινόμενο συνδέεται με τους γενικά αποδεκτούς νόμους της αντίστοιχης επιστήμης.

Τι είναι όμως ακριβώς ο συλλογισμός;

Συλλογισμός είναι ένα είδος λόγου, όπου, όταν τεθούν ορισμένα πράγματα, κάτι άλλο από αυτά που έχουν τεθεί ακολουθεί κατ᾽ ανάγκην, εξαιτίας αυτών ακριβώς που έχουν τεθεί.
Τοπικά 100a25-27

Ονομάζω απόδειξη τον επιστημονικό συλλογισμό· και επιστημονικό συλλογισμό αυτό τον συλλογισμό δια μέσου του οποίου αποκτούμε έγκυρη γνώση.
Αναλυτικά ύστερα 711b18-19

Υποθέστε ότι κάποιος σάς δείχνει το βιβλίο που διαβάζετε αυτή τη στιγμή λέγοντας: Το βιβλίο αυτό είναι βαρετό. Στην ερώτησή σας γιατί είναι βαρετό, απαντά λέγοντας: Γιατί είναι φιλοσοφικό βιβλίο, και όλα τα φιλοσοφικά βιβλία είναι βαρετά. Εσείς μπορείτε να συμφωνείτε ή να διαφωνείτε με τον ισχυρισμό του, δεν μπορείτε όμως να αμφισβητήσετε ότι ο άνθρωπος αυτός σας μίλησε λογικά, προσπάθησε δηλαδή να υποστηρίξει τη θέση του με έναν σωστό τρόπο. Στην ουσία χρησιμοποίησε έναν αριστοτελικό «συλλογισμό», ένα σύστημα δηλαδή τριών συνδεόμενων προτάσεων.

1η πρόταση: Όλα τα φιλοσοφικά βιβλία είναι βαρετά.

2η πρόταση: Το βιβλίο αυτό είναι φιλοσοφικό βιβλίο.

3η πρόταση: Το βιβλίο αυτό είναι βαρετό.

Στον σωστό συλλογισμό, η 3η πρόταση (το «συμπέρασμα») προκύπτει κατ᾽ ανάγκην από τις δύο πρώτες προτάσεις (τις «προκείμενες» του συλλογισμού). Αν ισχύουν δηλαδή οι προκείμενες, δεν μπορεί παρά να ισχύει και το συμπέρασμα. Ακόμη κι αν δεν γνωρίζατε την ακριβή σημασία των λέξεων βαρετό και επιστημονικό βιβλίο, στην υποθετική περίπτωση που τα ελληνικά σας ήταν μέτρια, και πάλι θα αναγνωρίζατε ότι αυτός που σας μίλησε σας μίλησε λογικά, αφού το συμπέρασμά του προκύπτει από τις προκείμενες. Τότε βέβαια ο συλλογισμός του θα ήταν κάπως έτσι:

1η πρόταση: Όλα τα Α είναι Β.

2η πρόταση: Το Γ είναι Α.

3η πρόταση: Το Γ είναι Β.

Οι τρεις αυτές προτάσεις, μολονότι περιέχουν σύμβολα που μας θυμίζουν την αφηρημένη γλώσσα των μαθηματικών, αποτελούν έναν έγκυρο συλλογισμό. Στους συλλογισμούς λοιπόν περισσότερη σημασία έχει η κατασκευή των προτάσεων, ο τρόπος σύνδεσής τους, και λιγότερο οι πληροφορίες που μας δίνουν για τα πράγματα (το εμπειρικό τους περιεχόμενο).

Από τις δύο προκείμενες η πρώτη (όλα τα φιλοσοφικά βιβλία είναι βαρετά, ή όλα τα Α είναι Β) είναι πρόταση γενική, θυμίζει τους γενικούς νόμους της επιστήμης για τους οποίους μιλούσαμε. Δώσαμε λοιπόν μια εξήγηση ενός γεγονότος (γιατί το βιβλίο αυτό είναι βαρετό), συνδέοντάς το μέσω ενός συλλογισμού με μια γενική αρχή, που θεωρήσαμε αποδεκτή.

Κάτι παρόμοιο πρέπει να φανταστούμε ότι κάνει και ο επιστήμονας. Αν πέσω από τον πύργο της Πίζας θα φτάσω στο έδαφος σε 5 δευτερόλεπτα, γιατί και στη δική μου περίπτωση ισχύει ο νόμος της ελεύθερης πτώσης του Γαλιλαίου. Αντιστοίχως, ο γεωμέτρης θα αποδείξει ότι το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου είναι δύο ορθές, εξάγοντας το ζητούμενο από πιο γενικά θεωρήματα (από τον ορισμό του τριγώνου, από τα θεωρήματα για την ισότητα των γωνιών).

Ο Αριστοτέλης μάς έκανε να αντιληφθούμε ότι το μεγάλο μυστικό του επιστήμονα είναι ο τρόπος που σκέφτεται (ο τρόπος που συλλογίζεται, ο τρόπος που προβαίνει σε αποδείξεις). Οι γενικές αρχές της αριστοτελικής επιστήμης δεν είναι βέβαια επισφαλείς προτάσεις σαν τον ισχυρισμό ότι όλα τα φιλοσοφικά βιβλία είναι βαρετά. Ο Αριστοτέλης δεν διανοήθηκε ποτέ να αποδεσμεύσει την επιστήμη του από την αλήθεια. Αντιθέτως, απαίτησε οι πρώτες αρχές της επιστήμης να είναι αληθείς, καθολικές και αναγκαίες.

Η αριστοτελική επαγωγή

Εδώ όμως ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα. Πώς φτάνει κανείς στη γνώση των πρώτων αρχών; Για να αρχίσει να λειτουργεί το δίκτυο των συλλογισμών και των αποδείξεων, πρέπει προηγουμένως να έχουν τεθεί οι πρώτες αρχές της επιστήμης. Οι επιστημονικοί συλλογισμοί μάς επιτρέπουν να εξηγήσουμε πλευρές της πραγματικότητας με βάση τις αρχές αυτές, δεν μπορούν όμως οι ίδιοι να μας οδηγήσουν στις αρχές. Ο Αριστοτέλης είχε το θάρρος να παραδεχθεί αυτό που, ακόμη και σήμερα, οι φιλόσοφοι και οι επιστήμονες διστάζουν να ομολογήσουν: οι αρχές κάθε επιστήμης, οι γενικότεροι νόμοι της, δεν μπορούν να αποδειχθούν - είναι προτάσεις «πρωταρχικές και αναπόδεικτες» (Αναλυτικά ύστερα 71b27).

Μας χρειάζεται λοιπόν μια άλλη μέθοδος για να φτάσουμε στις πρώτες αρχές, μια μέθοδος αντίστροφη από τον συλλογισμό. Με τον συλλογισμό μεταβαίνουμε από το γενικό στο ειδικό, ενώ τώρα θέλουμε να δούμε πώς κάποιος φτάνει στη σύλληψη του γενικού. Η μέθοδος αυτή ονομάστηκε από τον Αριστοτέλη «επαγωγή». Με την επαγωγή ο επιστήμονας ξεκινά από τα περίπλοκα και ανομοιογενή δεδομένα της εμπειρίας του και καταφέρνει να τα τιθασεύσει, ανακαλύπτοντας πίσω από αυτά γενικούς νόμους και αρχές.

Η επιστημονική λοιπόν γνώση περιλαμβάνει δύο στάδια.

Στο πρώτο στάδιο ο επιστήμονας λειτουργεί ερευνητικά και επαγωγικά. Καταρχήν συλλέγει κάθε είδους παρατηρήσεις και εμπειρικά δεδομένα ανάλογα με τον τομέα που μελετά. Ο Αριστοτέλης μάλιστα θεωρεί ότι η πρωταρχική αυτή διερεύνηση δεν πρέπει να περιοριστεί στα στοιχεία που αποκομίζει κανείς από τις αισθήσεις του. Ιδιαίτερα χρήσιμες και διαφωτιστικές θα αποδειχθούν και οι προϋπάρχουσες κοινές αντιλήψεις για οποιοδήποτε θέμα, η συσσωρευμένη παλαιότερη γνώση, η πείρα του κοινού νου (τα λεγόμενα «ένδοξα»). Αλλά και η ίδια η γλώσσα κρύβει πολύτιμα μυστικά, αφού, όπως είδαμε, συνδέεται άρρηκτα με τη σκέψη και την πραγματικότητα. Αν, για παράδειγμα, κάποιος θέλει να μελετήσει την ανθρώπινη ψυχή, θα πρέπει να παρατηρήσει συστηματικά τη συμπεριφορά των ανθρώπων γύρω του, θα πρέπει όμως να αντλήσει στοιχεία και από τις αντιλήψεις της εποχής του για την ψυχή, όπως και από τον τρόπο που μιλάνε οι άνθρωποι για την ψυχή και τα ψυχικά φαινόμενα.

Ο συστηματικός παρατηρητής δεν είναι όμως ακόμη επιστήμονας. Η επιστήμη και η φιλοσοφία είναι σύλληψη του «καθόλου», και η συλλογή δεδομένων δεν οδηγεί αυτομάτως στις πρώτες αρχές. Απαιτείται ένα διανοητικό άλμα, η μετάβαση από τα πολλά και πολύμορφα στα λίγα και γενικά, όπου δοκιμάζεται η κριτική ικανότητα και η φαντασία του ερευνητή. Το βέβαιο είναι ότι ο επιστήμονας γενικεύει, ότι λειτουργεί επαγωγικά. Όλες όμως οι γενικεύσεις δεν είναι κατ᾽ ανάγκην σωστές. Οι πρώτες αρχές της επιστήμης πρέπει να είναι αληθείς και αναγκαίες, και επιπλέον να μπορούν να εξηγήσουν την ολότητα των φαινομένων του σχετικού κλάδου - να αποτελούν «αίτια» των φαινομένων.

Η επιστημονική γνώση είναι αιτιακή γνώση. «Γνωρίζουμε κάτι,» λέει ο Αριστοτέλης, «μόνο όταν συλλάβουμε το γιατί του» (Φυσικά 194b19). Το αίτιο όμως ενός γεγονότος ή ενός φαινομένου δεν είναι ένα και μοναδικό. Ο Αριστοτέλης μάλιστα υποστηρίζει ότι, αν αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίο εξηγούμε τα πράγματα, θα διακρίνουμε τέσσερις μορφές αιτίων: την «ύλη», το «είδος», το ποιητικό αίτιο και το τελικό αίτιο. Αν μελετήσουμε λ.χ. το φαινόμενο της γέννησης ενός ζώου, θα πρέπει να αναφερθούμε στις σάρκες και στα οστά του νεογνού (στην «ύλη» του), αλλά και στο ζωικό «είδος» που αναπαράγεται. Θα πρέπει ακόμη να προσδιορίσουμε ποιος γεννά το νεογνό, ποιοι είναι δηλαδή οι γεννήτορές του (το ποιητικό αίτιο). Τέλος, θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποιος είναι ο σκοπός της συγκεκριμένης γέννησης, και μια πιθανή απάντηση θα ήταν ότι είναι η διατήρηση του είδους (το τελικό αίτιο). Θα φτάσουμε, επομένως, σε μια πλήρη εξήγηση του φαινομένου, όταν καταφέρουμε να προσδιορίσουμε όλους τους παράγοντες που το επηρεάζουν αποφασιστικά.

Στο δεύτερο στάδιο της επιστημονικής διαδικασίας θα κριθεί η αλήθεια και η επάρκεια των πρώτων αρχών και των αιτίων. Ο επιστήμονας θα χρησιμοποιήσει τις πρώτες αρχές για να διατυπώσει συλλογισμούς που θα εξηγούν και θα ταξινομούν τα επιμέρους φαινόμενα που έχει ήδη συγκεντρώσει. Αν οι πρώτες αρχές είναι κατάλληλες, θα αποτελέσουν το θεμέλιο για την οικοδόμηση του συστήματος των προτάσεων της συγκεκριμένης επιστήμης.

Η διαίρεση των επιστημών

Στην εγκυκλοπαίδεια της γνώσης του Αριστοτέλη κάθε επιστήμη, τέχνη και δεξιότητα έχει τη θέση της. Όλες οι γνώσεις είναι σημαντικές και χρήσιμες, δεν είναι όμως όλες ισότιμες. Ο Αριστοτέλης προτείνει λοιπόν μια τριμερή κατάταξη των γνώσεων: η ανθρώπινη γνώση διακρίνεται σε «ποιητική», «πρακτική» και «θεωρητική».

Στο κατώτερο επίπεδο τοποθετούνται οι «ποιητικές γνώσεις», οι τεχνικές δεξιότητες που αποσκοπούν στην παραγωγή υλικών αντικειμένων και δράσεων. Εδώ εντάσσεται το σύνολο των τεχνών, από τις πιο ταπεινές ως τις πιο πολύπλοκες και αξιοσέβαστες, όπως η ιατρική. Όλες αυτές οι δεξιότητες στηρίζονται στη συσσωρευμένη εμπειρία των ανθρώπων και συνιστούν ένα σύνολο κανόνων, που θα πρέπει κανείς να διδαχθεί και να αφομοιώσει για να τις ασκήσει. Στην κατηγορία της «ποιητικής» γνώσης ο Αριστοτέλης εντάσσει και την καλλιτεχνική δημιουργία, ακολουθώντας την καθιερωμένη πρακτική των αρχαίων Ελλήνων, που με τη λέξη «τέχνη» περιέγραφαν τόσο τις κατασκευαστικές όσο και τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες.

Στη δεύτερη κατηγορία τοποθετούνται οι «πρακτικές γνώσεις», οι γνώσεις που έχουν αντικείμενο την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο Αριστοτέλης έχει στον νου του κυρίως την ηθική και πολιτική θεωρία, τη μελέτη δηλαδή της ανθρώπινης «πράξης» είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο - γι᾽ αυτό οι γνώσεις αυτές ονομάζονται «πρακτικές». Αν δει κανείς την «πρακτική» γνώση με γνώμονα την ανθρώπινη συμβίωση και ευδαιμονία, η γνώση αυτή είναι η πιο σημαντική (ο Αριστοτέλης ονομάζει την πολιτική επιστήμη «κυριωτάτη και αρχιτεκτονική», Ηθικά Νικομάχεια 1094a26-27). Αν ωστόσο κριτήριο της έγκυρης γνώσης είναι η αλήθεια, η άμεση σχέση των πρακτικών επιστημών με τη σύνθετη και ευμετάβλητη ανθρώπινη συμπεριφορά δεν μπορεί παρά να επιδρά αρνητικά στην ακρίβεια και στη βεβαιότητα των συμπερασμάτων τους.

Στο ανώτερο τέλος επίπεδο τοποθετούνται οι τρεις «θεωρητικές γνώσεις»: τα μαθηματικά, η φυσική και η «πρώτη φιλοσοφία» (Μετά τα φυσικά 1025b24). Το διακριτικό γνώρισμα της θεωρητικής γνώσης είναι η αυτονομία της, η ανεξαρτησία της από κάθε εφαρμογή ή πρακτική χρησιμότητα. Η αναζήτηση της αλήθειας, η κατανόηση της αντικειμενικής πραγματικότητας είναι το μοναδικό κίνητρο του θεωρητικού επιστήμονα. Για τον Αριστοτέλη η αναζήτηση της άδολης και καθαρής γνώσης χαρακτηρίζει την ίδια τη φύση του ανθρώπου.

Όλοι οι άνθρωποι από τη φύση τους επιζητούν τη γνώση.
Μετά τα φυσικά 980a1

Οι άνθρωποι άρχισαν να φιλοσοφούν από θαυμασμό. Στην αρχή τον θαυμασμό τους προκάλεσαν τα πρόδηλα περίεργα φαινόμενα, και σιγά σιγά, προχωρώντας με αυτό τον τρόπο, άρχισαν να προβληματίζονται και για τα πιο σημαντικά. Αυτός όμως που απορεί και θαυμάζει, αντιλαμβάνεται ότι αγνοεί. […] Αν λοιπόν οι άνθρωποι φιλοσόφησαν για να αποφύγουν την άγνοιά τους, είναι φανερό ότι επιζήτησαν την επιστήμη χάριν της γνώσης και όχι εξαιτίας της οποιασδήποτε χρησιμότητας.
Μετά τα φυσικά 982b11-21

Από τις θεωρητικές επιστήμες, τα μαθηματικά μάς προσφέρουν χωρίς αμφιβολία την ακριβέστερη γνώση. Η αυστηρή μέθοδος των μαθηματικών λειτουργεί ως υπόδειγμα για κάθε επιστήμη και έχει επηρεάσει την αριστοτελική ανάλυση του αποδεικτικού συλλογισμού. Ο Αριστοτέλης ωστόσο δεν συμμερίζεται τον ανεπιφύλακτο ενθουσιασμό του Πλάτωνα και της Ακαδημίας για τα μαθηματικά και δείχνει να ενοχλείται από την τάση των φιλοσόφων της εποχής του να μετατρέψουν τη φιλοσοφία σε μαθηματικά (Μετά τα φυσικά 992b32-33). Ο ίδιος πιστεύει ότι τα μαθηματικά είναι απλές αφαιρέσεις, κατασκευές του ανθρώπινου μυαλού, αφού, όπως δεν υπάρχουν πλατωνικές Ιδέες, δεν υπάρχουν και αυτόνομες μαθηματικές οντότητες. Επομένως, τα μαθηματικά δεν μας μαθαίνουν κάτι για την πραγματική δομή του κόσμου.

Τον ρόλο αυτό στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη τον επωμίζεται η φυσική. Αυτή είναι η βασική επιστήμη, γιατί αυτή μελετά την αντικειμενική πραγματικότητα, το σύνολο δηλαδή των μεταβαλλόμενων, αισθητών, ατομικών ουσιών. Οι διάφοροι κλάδοι της αριστοτελικής φυσικής (από την κοσμολογία ως τη βιολογία και την ανθρώπινη φυσιολογία) βάζουν τάξη στους αντίστοιχους τομείς του επιστητού, προσφέροντας αιτιακές εξηγήσεις των φυσικών φαινομένων.

Και η φυσική επιστήμη όμως δεν είναι απολύτως αυτόνομη. Τις βασικές έννοιες και κατηγορίες με τις οποίες προσεγγίζει την πραγματικότητα (έννοιες όπως «αίτιο», «ουσία», «ύλη», «είδος», «τέλος», «ενέργεια», «δύναμη»), τις βρίσκει κατά κάποιον τρόπο έτοιμες. Ο προσδιορισμός αυτών των εννοιών είναι έργο της αριστοτελικής μεταφυσικής ή «πρώτης φιλοσοφίας». Η πρώτη φιλοσοφία δεν μελετά κάποια συγκεκριμένη πλευρά της πραγματικότητας, αλλά την ολότητα της ύπαρξης και όσα συνδέονται ουσιαστικά με αυτήν - «το ον ως ον», όπως το διατυπώνει ο Αριστοτέλης (Μετά τα φυσικά 1003a21-22). Η πρώτη φιλοσοφία «είναι η θεωρητική γνώση των πρώτων αρχών και αιτίων» της πραγματικότητας (Μετά τα φυσικά 982b9-10).

Ο φυσικός κόσμος

Η φυσική φιλοσοφία του Αριστοτέλη αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτική στον χρόνο. Καθόρισε τον τρόπο με τον οποίον οι άνθρωποι έβλεπαν τη φύση για 20 ολόκληρους αιώνες. Η μεγάλη επιτυχία της οφείλεται στη συνοχή της, στο ότι κατάφερνε να εξηγεί με έναν ικανοποιητικό τρόπο όλα τα γνωστά φυσικά φαινόμενα, οφείλεται όμως ως έναν βαθμό και στο γεγονός ότι βρισκόταν πολύ κοντά στον κοινό νου. Ο Αριστοτέλης έχει τη σπάνια ικανότητα να αξιοποιεί τις αντιλήψεις των κοινών ανθρώπων, ενσωματώνοντάς τες σε συνεκτικά θεωρητικά πλαίσια.

Η κίνηση είναι η θεμελιώδης έννοια της αριστοτελικής φυσικής. Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί την κίνηση με μια διευρυμένη έννοια, που συμπεριλαμβάνει τη γέννηση και τη φθορά, την αύξηση και τη μείωση, την ποιοτική αλλαγή - στην ουσία η κίνηση ταυτίζεται με τη μεταβολή. Η κίνηση λοιπόν, με αυτή την έννοια, είναι το συστατικό γνώρισμα του φυσικού κόσμου, υπήρχε πάντοτε και θα υπάρχει πάντοτε, η ύπαρξή της μάλιστα είναι τόσο προφανής που δεν χρειάζεται απόδειξη. Η ίδια η φύση ορίζεται ως η αιτία της κίνησης, ενώ τα φυσικά όντα είναι εκείνα τα όντα που έχουν τη δυνατότητα να κινούνται και να μεταβάλλονται (Φυσικά 193b8-23).

Παρά την κυριαρχία της συνεχούς μεταβολής στη φύση, ο αριστοτελικός κόσμος ως σύνολο είναι αγέννητος και αιώνιος. Αιώνια είναι και τα φυσικά είδη που τον απαρτίζουν: τα είδη των ζώων και των φυτών, που όλοι γνωρίζουμε, οι σταθεροί συνδυασμοί της ανόργανης ύλης. Η σταθερότητα των φυσικών ειδών δεν αποκλείει τη διαρκή αλλαγή στο εσωτερικό του κάθε είδους. Υπάρχουν δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο, κανένας άνθρωπος δεν είναι απολύτως όμοιος με κάποιον άλλο, όλοι έχουν γεννηθεί και κάποτε θα πεθάνουν, όλοι αλλάζουν διαρκώς σωματικά, ψυχικά και πνευματικά, και παρ᾽ όλα αυτά όλοι ανήκουν στο σταθερό είδος του ανθρώπου. Το κλειδί για την εξήγηση της σταθερότητας μέσα στην αλλαγή είναι το φαινόμενο της αναπαραγωγής: «άνθρωπος άνθρωπο γεννά» επαναλαμβάνει διαρκώς ο Αριστοτέλης. Και εννοεί ότι η φύση έχει προικίσει κάθε συγκεκριμένο άνθρωπο με μια ενιαία μορφή (το «είδος» του, αυτό που καθορίζει τι είναι άνθρωπος), την οποία προσπαθεί να πραγματώσει και να διαιωνίσει. Το έμβρυο έχει τις φυσικές προδιαγραφές για να γίνει ένας ώριμος άνθρωπος, και για να αναπαραχθεί. Το έμβρυο, στη γλώσσα του Αριστοτέλη, είναι «δυνάμει» άνθρωπος.

Η φύση επομένως λειτουργεί «τελεολογικά». Κάθε φυσικό ον τείνει να πραγματώσει τον προδιαγεγραμμένο σκοπό του, το «τέλος» του. Τελεολογική είναι η ανάπτυξη των ζωντανών οργανισμών προς την πραγμάτωση της μορφής τους. Τελεολογική είναι, κατά μία έννοια, και η φυσική και ανεμπόδιστη κίνηση των ανόργανων σωμάτων. Τα βαριά σώματα, όσα αποτελούνται από γη και νερό, τείνουν να καταλάβουν τη φυσική τους θέση στο κέντρο του σύμπαντος και, επομένως, αν αφεθούν ελεύθερα, κινούνται κατακόρυφα προς τα κάτω. Υπάρχουν όμως και τα ελαφρά σώματα, αυτά που αποτελούνται από αέρα και φωτιά· τα σώματα αυτά, αν αφεθούν ελεύθερα, ανεβαίνουν προς τα επάνω, γιατί τείνουν και αυτά προς τη φυσική τους θέση που βρίσκεται στον ουράνιο θόλο. Οι περισσότερες πάντως κινήσεις των σωμάτων δεν είναι φυσικές και ελεύθερες, αλλά «βίαιες»: ένα κινούμενο σώμα επιδρά επάνω σε ένα άλλο σώμα, και του μεταδίδει την κίνησή του.

Το σύμπαν του Αριστοτέλη είναι σφαιρικό και κλειστό. Στο κέντρο του βρίσκεται η ακίνητη Γη, γύρω από την οποία περιστρέφονται οι πλανήτες και οι απλανείς αστέρες, στερεωμένοι σε ομόκεντρες σφαίρες. Η σφαίρα της Σελήνης, του εγγύτερου πλανήτη, αποτελεί και το διαχωριστικό όριο ανάμεσα στο επίγειο και στο ουράνιο βασίλειο. Ο αριστοτελικός φυσικός κόσμος είναι διαιρεμένος στα δύο. Ο επίγειος χώρος είναι ο χώρος της γέννησης και της φθοράς, των υλικών όντων που κινούνται με όλες τις δυνατές κινήσεις και υφίστανται κάθε είδους μεταβολή. Στον ουρανό αντιθέτως επικρατεί τάξη και κανονικότητα. Η μοναδική μεταβολή που παρατηρείται στον χώρο αυτό είναι η κυκλική και ομαλή κίνηση των σφαιρών. Το δομικό υλικό των ουρανίων σωμάτων είναι άφθαρτο, διαφορετικό από τα τέσσερα επίγεια στοιχεία (ο Αριστοτέλης το ονομάζει «πρώτο σώμα» ή «πέμπτη ουσία»), και επιτρέπει μόνο την κυκλική κίνηση.

Υπάρχει άραγε ρόλος για τον θεό στο αριστοτελικό σύμπαν; Για τους ανθρωπομορφικούς θεούς του ελληνικής μυθολογίας σίγουρα δεν υπάρχει. Ούτε όμως και για τον παντοδύναμο θεό-δημιουργό της χριστιανικής θρησκείας. Η φύση, για τον Αριστοτέλη, έχει τη δυνατότητα να αυτορυθμίζεται. Και όμως υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις στις οποίες η αριστοτελική μεταφυσική ονομάζεται και «θεολογία». Ο Αριστοτέλης δέχεται την ύπαρξη μιας οντότητας, πλήρως απαλλαγμένης από κίνηση και ύλη, την οποία ονομάζει άλλοτε «θεό» και άλλοτε «κινούν ακίνητο». Οι λόγοι που επικαλείται για την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας τέτοιας οντότητας είναι καθαρά λογικοί. Στη φύση παρατηρούμε μια συνεχή μετάδοση κινήσεων από σώμα σε σώμα (από σώματα που κινούν σε σώματα που κινούνται), μια συνεχή πραγμάτωση δυνατοτήτων. Πώς θεμελιώνεται λογικά αυτή η αλυσίδα των κινήσεων; Δεν θα πρέπει να υπάρχει μια αρχή, μια αιτία της κίνησης; Μπορούμε λοιπόν να συλλάβουμε τη δυνατότητα ύπαρξης μιας οντότητας που θα προκαλεί κίνηση χωρίς η ίδια να κινείται, μιας οντότητας που θα βρίσκεται έξω από τον κύκλο των μεταβολών. Αυτό είναι το αριστοτελικό «κινούν ακίνητο». Δεν δημιουργεί το σύμπαν ούτε επεμβαίνει με κανέναν τρόπο σε αυτό. Εγγυάται απλώς την αλυσίδα των μεταβολών του. Αν ο θεός του Αριστοτέλη αποφάσιζε να αποχωρήσει από τον κόσμο, δεν θα άφηνε πίσω του έναν κενό πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα ακυρωνόταν απλώς μια λογική δυνατότητα.

Η πρακτική φιλοσοφία

Οι διαφορές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη φαίνονται καθαρότερα από παντού στο πεδίο της πολιτικής και της ηθικής θεωρίας. Η τοποθέτηση του Αριστοτέλη διέπεται γενικά από μετριοπάθεια και ρεαλισμό. Στην ιδανική πλατωνική πολιτεία ο Αριστοτέλης αντιπαραθέτει ένα πολιτικό σύστημα που συνδυάζει κάποιες βασικές αρχές της δημοκρατίας με την αριστοκρατική αξιοκρατία. Και στις απόλυτες ηθικές αξίες του Πλάτωνα, ένα σύστημα αρετών με βασικό γνώρισμα την αποφυγή των ακραίων στάσεων.

Η πρακτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη είναι προσαρμοσμένη στα δεδομένα της ελληνικής πόλης-κράτους και απευθύνεται σε έναν μόνο τύπο ανθρώπου: στον μέσο ελεύθερο πολίτη. Το σύστημα αξιών που επεξεργάζεται ο Αριστοτέλης δεν εφαρμόζεται ούτε στον δούλο ούτε στον αλλοεθνή, ούτε στη γυναίκα. Η αρετή του πολίτη επηρεάζεται καταρχήν από τη βούλησή του να συμμετέχει στα κοινά. Δεν υπάρχει δικαίωση του ανθρώπου έξω από την κοινωνική και πολιτική ζωή - γι᾽ αυτό άλλωστε ο άνθρωπος ορίζεται ως «ζώο πολιτικό» (Πολιτικά 1253a9-11). Η μετάβαση από τις πρωτόγονες μορφές ζωής στην κοινωνική συμβίωση, η ανάπτυξη των πόλεων και της πολιτικής ζωής, αποτελεί φυσική διαδικασία για τον Αριστοτέλη, διέπεται από αναγκαιότητα ανάλογη με αυτή που καθορίζει τη βιολογική ανάπτυξη των ειδών. Ο ελεύθερος λοιπόν πολίτης θα επιζητήσει την ευδαιμονία μέσα στους θεσμούς της πόλης, θα επιδιώξει το «αγαθό». Το αριστοτελικό αγαθό δεν έχει καμία σχέση με το απόλυτο Αγαθό του Πλάτωνα. Χαρακτηρίζει τη μετρημένη και έλλογη ζωή, που καθιστά τον άνθρωπο ικανό να ασκήσει σωστά τα κοινωνικά και πολιτικά του καθήκοντα και του διασφαλίζει εκτίμηση, φιλία και αναγνώριση από τους ομοίους του.

Η ύψιστη αρετή του πολίτη είναι η «φρόνηση». Η φρόνηση είναι «διανοητική» αρετή, συνίσταται στην ικανότητα του ατόμου να διαχωρίζει με ορθή κρίση τη σωστή από τη λανθασμένη πράξη, το καλό από το κακό. Δεν ταυτίζεται με την έγκυρη γνώση (την επιστήμη), γιατί έχει άμεση σχέση με την ανθρώπινη πρακτική, και επομένως εμπεριέχει κάτι το μερικό και περιπτωσιακό. Είναι η εύστοχη εκτίμηση των περιστάσεων. Η αριστοτελική φρόνηση θυμίζει το δελφικό «μηδέν άγαν» ή τη σωκρατική τέχνη του βίου: κατευθύνει την ανθρώπινη συμπεριφορά συλλαμβάνοντας σε κάθε περίσταση το σωστό μέτρο, προσφέρει ένα κριτήριο σωστού προσανατολισμού στη ζωή.

Οι υπόλοιπες αρετές έχουν ηθικό χαρακτήρα. Ορίζονται πάντοτε ως «μεσότητες» ανάμεσα σε δύο άκρα: στην «υπερβολή» και στην «έλλειψη». Η ανδρεία βρίσκεται στο μέσο ανάμεσα σε μια υπερβολή, που είναι το θράσος, και σε μια έλλειψη, που είναι η δειλία. Ο ενάρετος πολίτης αποκτά, με την προσωπική του άσκηση στον αυτοέλεγχο και με την καθοριστική συμβολή της παιδείας, μια «έξη», δηλαδή μια στάση ζωής που του επιτρέπει να υποτάσσει τις ακραίες επιθυμίες και τα πάθη του. Επιλέγει την ηθική στάση ζωής, με κριτήριο, λέει ο Αριστοτέλης, την κοινή λογική και «αυτό που επιτάσσει ο φρόνιμος άνθρωπος» (Ηθικά Νικομάχεια 1107a1-2). Ο Αριστοτέλης λοιπόν δεν φαίνεται να πιστεύει στην αναγκαιότητα καθορισμού αντικειμενικών και απόλυτων ηθικών κανόνων. Η ηθική του είναι μάλλον επικεντρωμένη στην ανάδειξη ενός ιδεώδους τύπου ανθρώπου, του φρονίμου, που αποτελεί ο ίδιος το υπόδειγμα και το μέτρο της ηθικής συμπεριφοράς.

Η έρευνά μας δεν στοχεύει, όπως οι άλλες έρευνες, στην καθαρή θεωρία. Επιχειρούμε τη διερεύνησή μας όχι για να γνωρίσουμε τι είναι η αρετή, αλλά για να γίνουμε οι ίδιοι αγαθοί.
Ηθικά Νικομάχεια 1103b26-28



Οι ψυχολογικές επιπτώσεις της έκτρωσης στη γυναίκα

Το χάπι που επιφέρει το τέλος μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης 
 
Το σκεύασμα που δίνει τη "μαγική" λύση στο πρόβλημα της ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης μπορεί να το προμηθευτεί κάθε γυναίκα και με αυτό τον τρόπο να διαγράψει μονοκοντυλιά τις συνέπειες των προηγούμενων πράξεών της.

Το χάπι αυτό είναι πολύ πρόσφατο για να υπάρχουν ατράνταχτες επιστημονικές έρευνες σχετικά με το προφίλ των γυναικών που επιλέγουν να το χρησιμοποιήσουν. Θεωρητικά, το χάπι αυτό είναι σχεδιασμένο για ώρα ανάγκης και καταστάσεις εκτάκτου κινδύνου, όπως στην περίπτωση ορισμένων γυναικών που το παίρνουν μόνο ως έσχατη λύση στην ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη που προέκυψε από άλλο λόγο (πχ, σπασμένο προφυλακτικό, διάφραγμα που δε λειτούργησε με αντισυλληπτικό τρόπο, βιασμό, κοκ).

Σε αυτή την περίπτωση, το ατυχές γεγονός συμβαίνει μία μόνο φορά και το εκτρωτικό χάπι λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα, τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχολογική κατάσταση της γυναίκας. Ωστόσο, η κλινική πρακτική και εμπειρία δείχνει ότι δεν το χρησιμοποιεί απλώς και μόνο αυτή η συγκεκριμένη κατηγορία γυναικών που είχαν μια ατυχία. Υπάρχουν και μια άλλη, ευρύτερη ομάδα γυναικών που χρησιμοποιούν το εκτρωτικό χάπι, και, κατ' επέκταση και την ίδια την έκτρωση ως αντισυλληπτικό μέτρο .

Προφίλ των γυναικών που επιλέγουν το εκτρωτικό χάπι
Γιατί όμως κάποιες γυναίκες επιλέγουν σε μόνιμη βάση την έσχατη λύση, δηλαδή την έκτρωση, είτε με χάπι είτε με ιατρική επέμβαση, ως τρόπο αντισύλληψης (και, τελικά, επίλυσης μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης);
Προφανώς, η χρήση του εκτρωτικού χαπιού ως μέσου αντισύλληψης είναι λανθασμένη και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο την υγεία της γυναίκας που το χρησιμοποιεί κατά κόρον.

Οι γυναίκες που έχουν πάρει το εκτρωτικό χάπι πάνω από μία φορά, συνήθως έχουν αδυναμία στον προγραμματισμό και την οργάνωση της σεξουαλικής και συναισθηματικής τους ζωής. Πιθανότατα πρόκειται για άτομα που είναι παρορμητικά και έχουν δυσκολία στο να να σκεφτούν από πριν τις συνέπειες των πράξεών τους, ώστε να τις προγραμματίσουν με τέτοιο τρόπο που, τελικά, να μπορέσουν να αποφύγουν τα αρνητικά αποτελέσματα.

Ένα άλλο στοιχείο του ψυχολογικού προφίλ αυτών των γυναικών είναι η εν γένει χαμηλή αυτοεκτίμηση και η χαμηλή αυτοπεποίθηση που τις χαρακτηρίζει. Επειδή δε νιώθουν να πατούν γερά στα πόδια τους, από ψυχολογική άποψη, προσπαθούν να βρουν εξωτερικά στηρίγματα και να αντλήσουν αυτοπεποίθηση μέσα από τρίτους, συνήθως άτομα του αντίθετου φύλου. Αναζητώντας επιβεβαίωση, συχνά πέφτουν στην παγίδα του να κάνουν ό,τι τους πει ο σύντροφός τους, χωρίς να σκεφτούν τις συνέπειες, με αποτέλεσμα να βρίσκονται σε μια άσχημη κατάσταση, χωρίς υποστήριξη (αφού συνήθως ο σύντροφός τους τις εγκαταλείπει και αυτές είναι υποχρεωμένες να τερματίσουν την κύηση αφού δεν μπορούν ν' ανταπεξέλθουν σε αυτή).

Η απόρριψη και τα αρνητικά συναισθήματα που βιώνουν μέσα σε μια τέτοια κατάσταση τις κάνει ακόμα πιο ευάλωτες και θέτει τη βάση για επανάληψη του λάθους, μέσα από μια ανάλογη και εξίσου λανθασμένη διαδικασία στην προσπάθειά τους να νιώσουν καλύτερα ψυχολογικά.

Εδώ δεν θα πρέπει να παραλείψουμε το στοιχείο της αυτοκαταστροφής που βιώνουν αυτές οι γυναίκες. Πιθανότατα αισθάνονται ότι δεν έχουν τον πλήρη έλεγχο της ζωής τους, αισθάνονται τύψεις κι ενοχές, όχι μόνο για πράγματα που έχουν κάνει αλλά και για όσα θεωρούν τον εαυτό τους υπεύθυνο, κι έτσι μπαίνουν σε μια διαδικασία αυτοτιμωρίας προκειμένου να εξιλεωθούν στον ίδιο τους τον εαυτό.

Τα συμπτώματα του μετεκτρωτικού τραύματος
Το Μετεκτρωτικό Τραύμα, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως σύνδρομο, αποτελείται από μια ομάδα συμπτωμάτων που χαρακτηρίζουν την ψυχολογική κατάσταση μιας γυναίκας μετά από μια έκτρωση.

Προτιμάται η λέξη τραύμα από τη λέξη σύνδρομο, επειδή από μόνη της ενέχει τη δυνατότητα ίασης, μια που τα τραύματα γιατρεύονται και τελικά επουλώνονται. Τα συμπτώματα του μετεκτρωτικού τραύματος συνήθως εμφανίζονται αμέσως μετά την έκτρωση, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις παραμένουν θαμμένα βαθιά για χρόνια κι εμφανίζονται πολύ αργότερα, με αποτέλεσμα να καταστρέφουν σχέσεις, σύγχυση, ενοχές, απελπισία, κλπ.

· Αυτοτραυματισμός, έντονες τάσεις αυτοκτονίας ή και απόπειρα
· Αύξηση επικίνδυνων ή ανθυγιεινών συμπεριφορών (χρήση/κατάχρηση ναρκωτικών, αλκοόλ, ανορεξία, βουλιμία, σεξουαλικά αχαλίνωτη ζωή, κλπ)
· Κατάθλιψη
· Ανικανότητα φροντίδας του εαυτού
· Ανικανότητα κανονικής απόδοσης στη δουλειά ή τις σπουδές
· Ανικανότητα φροντίδας των παιδιών που υπάρχουν ή της οικογένειας
· Επιθυμία άμεσης εγκυμοσύνης, για να αντικατασταθεί το παιδί που μόλις χάθηκε από την έκτρωση (παρόλο που οι λόγοι που οδήγησαν στην έκτρωση εξακολουθούν να υφίστανται)

Συνοδές ψυχολογικές δυσκολίες μετά την έκτρωση
· Ενοχές
· Άγχος
· Πανικός
· Ψυχολογικό μούδιασμα
· Κλάμα 
· Χαμηλή αυτοεκτίμηση
· Συναισθήματα και ο χειρισμός τους
· Προβλήματα ύπνου (αυπνία)
· Εφιάλτες/ταραγμένος ύπνος
· Θυμός
· Δυσκολία λήψης αποφάσεων

Μηχανισμοί άμυνας
Μετά την έκτρωση εμφανίζονται μηχανισμοί άμυνας προκειμένου να προστατεύσουν ψυχολογικά τη γυναίκα.

Εκλογίκευση: η γυναίκα μπορεί βάσει της λογικής να δίνει εξηγήσεις για το ποιοι ήταν οι λόγοι που την οδήγησαν σε αυτή την απόφαση.

Απώθηση: μπορεί να προσπαθήσει να αγνοήσει ή να "ξεχάσει" το γεγονός.

Αναπλήρωση: μπορεί να προσπαθήσει να αντισταθμίσει την έκτρωση κάνοντας καλές πράξεις ή ρίχνοντας όλο το βάρος στη δουλειά και την επιτυχία.

Σχηματισμός αντίθετης αντίδρασης: μπορεί ν' αρχίσει να αντιδρά στις εσωτερικές της τύψεις με το να αποκτήσει ακράδαντες πεποιθήσεις σχετικά με την ορθότητα της απόφασής της και με το να αρνείται οποιαδήποτε αρνητική συναισθηματική συνέπεια.

Διόνυσος – Ο μυθικός θεός της ευθυμίας του γλεντιού και του κεφιού.

Οι αρχαίοι πρόγονοί μας είχαν θεοποιήσει πολλές στιγμές και εκφάνσεις της καθημερινότητας ή της κοινωνικής ζωής και πράγματα που δεν μπορούσαν αν ερμηνεύσουν ή να αιτιολογήσουν περνούσαν μέσα από τη μυθολογία σαν έργα και δημιουργήματα «θεών και ημιθέων».

Στην ελληνική μυθολογία, εκτός από τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου, που θεωρούνταν οι σημαντικότεροι, υπήρχαν και άλλοι θεοί που δεν κατοικούσαν στο θεϊκό αυτό βουνό. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο θεόςΔιόνυσος. Ήταν ο πιο πρόσχαρος από τους θεούς και από τους πιο αγαπητούς στους ανθρώπους μιας και τους πρόσφερε το αμπέλι και το κρασί.

Ο εύθυμος θεός ταξίδευε συνέχεια, επισκεπτόταν πολλές χώρες και πολιτείες για να μάθει στους ανθρώπους πώς να καλλιεργούν τα κλήματα και πώς να φτιάχνουν από τους καρπούς τους το κρασί. Και βέβαια, ως θεός της χαράς και του κεφιού, δεν ταξίδευε μόνος του. Τον ακολουθούσε ένα πολύβουο πλήθος.

Στο πλήθος αυτό έβλεπες γυναίκες που χόρευαν μ’ έξαλλο τρόπο, τις Μαινάδες όπως λέγονταν, και παράξενα όντα που ήταν άνθρωποι και ζώα μαζί, που τους έλεγαν Σάτυρους και Σιληνούς. Ενίοτε απεικονίζεται να κάθεται δεξιά του πατρός του στα ολύμπια δώματα.

Ο Διόνυσος ως μυθολογική οντότητα «δεν είναι μήτε παιδί ούτε άντρας, αλλά αιώνιος έφηβος, καταλαμβάνοντας μια θέση ανάμεσα στους δύο». Με αυτή τη μορφή, αντιπροσωπεύει «το πνεύμα της ενέργειας και της μεταμορφωτικής δύναμης του παιχνιδιού» γεμάτο πονηριά, εξαπάτηση και στρατηγικές που υποδεικνύουν είτε τη θεϊκή σοφία ή το αρχέτυπο του «κατεργάρη», παρόν σε όλες σχεδόν τις μυθολογίες του κόσμου.

Πιστοί ακόλουθοι του θεού πορεύονταν μαζί του στα μεγάλα ταξίδια. Μ’ επικεφαλής τον Διόνυσο διέσχισαν την Αίγυπτο, τη Λιβύη κι άλλες χώρες στην Αφρική. Έπειτα πήγαν και στην Ασία, στους Άραβες, στουςΛυδούς, στους Φρύγες, φτάνοντας μέχρι και την Ινδία,όπου και ο πιο τολμηρός θαλασσοπόρος δεν κατάφερε να φτάσει.

Αλλού τους υποδέχονταν φιλικά, αλλού τους κορόιδευαν ή τους αντιμετώπιζαν σαν εχθρούς. Πάντα όμως επικρατούσε η καλοσύνη του Διόνυσου και των συντρόφων του. Γρήγορα συμφιλιώνονταν με τους κατοίκους, που μάθαιναν πώς να καλλιεργούν το αμπέλι. Το υπέροχο ποτό που κερνούσε ο θεός σκόρπιζε παντού το κέφι. Έκανε τους ανθρώπους να ξεχνούν τις στενοχώριες τους και να ζωγραφίζεται στα πρόσωπά τους το χαμόγελο. Όπου περνούσε ξεκινούσε τρικούβερτο γλέντι και δεν ακούγονταν άλλο τίποτα παρά οι εύθυμοι ήχοι των μουσικών οργάνων και τα ζωηρά τραγούδια.

Πώς λοιπόν να μη λάτρευαν οι άνθρωποι αυτοί το θεό; Κι ήταν θεός, παρόλο που η μητέρα του ήταν θνητή, ηΣεμέλη, η κόρη του βασιλιά της Θήβας Κάδμου. Ο Διόνυσος ωστόσο απέκτησε την αθανασία, που ξεχωρίζει τους θεούς από τους θνητούς και επειδή πατέρας του ήταν ο Δίας αλλά περισσότερο επειδή γεννήθηκε από θεό τη δεύτερη φορά. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, ο Διόνυσος δυο φορές γεννήθηκε.

Όταν ο Δίας σαγηνεύτηκε από την παρθενική ομορφιά της Σεμέλης, την πλησίασε κι ενώθηκε μαζί της. Καρπός της ένωσής τους ήταν οΔιόνυσος. Η Ήρα όμως δεν επρόκειτο όμως ν’ αφήσει ασυγχώρητη κι αυτή την απιστία του συζύγου της. Τυφλωμένη από τη ζήλια της και διψώντας για εκδίκηση, εμφανίστηκε στη Σεμέληκαι με πονηρό τρόπο την έπεισε να ζητήσει από τον εραστή της να εμφανιστεί ως θεός κι όχι μ’ ανθρώπινη μορφή, όπως πάντα εμφανιζόταν μπροστά της. Αυτό θ’ αποδείκνυε πως την αγαπά πραγματικά.

Αφελής κι ανυποψίαστη η κόρη του Κάδμου, την επόμενη φορά που την επισκέφτηκε ο Δίας στην κάμαρά της, του ζήτησε να πάρει τη θεϊκή μορφή του. Μάταια προσπάθησε ο Δίας με λόγια αγάπης να τη μεταπείσει. Λυγίζοντας μπροστά στην επιμονή της εμφανίστηκε μεγαλοπρεπής, φωτεινός σ’ όλο το θεϊκό του μεγαλείο. Ήταν αδύνατο όμως ν’ αντέξει η άμοιρη θνητή τη λάμψη των κεραυνών και των αστραπών που εκτινάσσονταν από τα χέρια του. Την ώρα που οι φλόγες την τύλιγαν ο Δίας έσωσε το βρέφος που είχε στα σπλάχνα της και το έραψε στο μηρό του.

Όταν συμπληρώθηκαν εννιά μήνες, ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε από το πόδι του θεϊκού πατέρα του. Ο βασιλιάς των αθανάτων ήξερε πολύ καλά πως η ζηλόφθονη σύζυγός του θα έστρεφε γρήγορα το θυμό της στο νεογέννητο παιδί. Γι’ αυτό ανέθεσε στον Ερμή τη φύλαξή του. Αυτός το παρέδωσε στην αδερφή της Σεμέλης,την Ινώ. Η πανούργα Ήρα όμως έστειλε τρέλα στην Ινώ και τον άντρα της κι άρχισαν ανελέητα να σκοτώνουν τα παιδιά τους. Η θεά έλπιζε πως θα σκοτώσουν έτσι και τον Διόνυσο, αλλά ο φτερωτός θεός πρόφτασε και γλίτωσε το μικρό Διόνυσο και τον εμπιστεύτηκε αυτή τη φορά στις Νύμφες.

Αυτές τον ανέθρεψαν με περισσή στοργή κι αγάπη, στο δάσος όπου κατοικούσαν. Πράγματι, πουθενά αλλού δε θα μπορούσαμε να φανταστούμε να μεγαλώνει ο θεός του αμπελιού, παρά σ’ ένα ειδυλλιακό τοπίο γεμάτο δέντρα και πολύχρωμα λουλούδια. Εκεί ποτέ δε συναντούσε ανθρώπους. Κι όταν ο βασιλιάς Λυκούργος διατάραξε την ηρεμία της συντροφιάς κυνηγώντας τις Νύμφες, κατατρομάζοντας τονΔιόνυσο, τιμωρήθηκε σκληρά από τον Δία, που τον τύφλωσε. Έτσι σκληρή ήταν πάντα η τιμωρία για όλους εκείνους τους ανθρώπους που επιβουλεύονταν το θεό Διόνυσο.

Την ίδια άσχημη τύχη είχαν και κάποιοι Τυρρηνοί πειρατές που αιχμαλώτισαν το θεό. Όταν είδαν ένα νέο τόσο όμορφο και γεροδεμένο, πίστεψαν πως πρόκειται για κάποιο αρχοντόπουλο ή ακόμα και βασιλιά. Ευχαριστημένοι με τη σκέψη πως θ’ αποκομίσουν πολλά λύτρα για να τον ελευθερώσουν, προσπάθησαν να τον δέσουν με βαριές αλυσίδες, χωρίς όμως να το πετύχουν· με μια μικρή κίνηση ο θεός τις τίναζε από πάνω του. Οι άμυαλοι θνητοί ωστόσο συνέχιζαν τις προσπάθειές τους.

Μόνο ο τιμονιέρης του καραβιού προσπάθησε να τους επαναφέρει στα λογικά τους: “Δε βλέπετε άμυαλοι πως πρόκειται για θεό; Δε φοβάστε την τιμωρία; Μπορεί να είναι ακόμη και ο Ποσειδώνας, που θα μας εκδικηθεί ρίχνοντας το καράβι μας σε άγρια τρικυμία. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τον αφήσουμε ελεύθερο”.

Ο καπετάνιος και οι υπόλοιποι δε συμφωνούσαν ν’ αφήσουν να τους φύγει “τέτοιος θησαυρός”. Εκείνη τη στιγμή άρχισε να ρέει στο καράβι κόκκινο κρασί που ζάλισε με τη θεϊκή ευωδιά του τους ναύτες. Ταυτόχρονα ένα κλήμα άρχισε να τυλίγει το κατάρτι και να απλώνει τα φορτωμένα με ζουμερά σταφύλια κλαδιά του σ’ όλο το καράβι. Κι ενώ σαστισμένοι παρακολουθούσαν οι ναύτες, άλλο θαύμα γίνεται μπροστά στα μάτια τους: ο όμορφος νέος που ήθελαν να αιχμαλωτίσουν μεταμορφώνεται σ’ ένα άγριο λιοντάρι που οι βρυχηθμοί του κάνουν τους ναύτες να πηδούν στη θάλασσα για να γλιτώσουν.

Όλους τους μεταμόρφωσε οΔιόνυσος σε δελφίνια και μόνο τον τιμονιέρη δεν πείραξε επιβραβεύοντάς τον για τη σύνεσή του. Όπως είδαμε, ο Διόνυσος αγαπήθηκε και λατρεύτηκε από τους ανθρώπους γιατί τους γνώρισε την υπέροχη γεύση του κρασιού. Λένε πως για πρώτη φορά το φανέρωσε στο βασιλιά τηςΑιτωλίας, τον Οινέα. Ο τσοπάνης του, ο Στάφυλος, είχε βρει ένα περίεργο φυτό γεμάτο καρπούς κι ενθουσιασμένος από τη νοστιμιά τους έφερε και στο βασιλιά του για να τον ευχαριστήσει.

Ο Οινέας έστυψε τους ζουμερούς καρπούς και απόλαυσε τον πλούσιο χυμό τους. Από τότε ο Διόνυσος ονόμασε αυτόν το χυμό οίνο και τους καρπούς σταφύλια από το όνομα του τσοπάνη. Πάντα με το θύρσο στο ένα του χέρι και ένα δοχείο κρασιού στο άλλο περιηγούνταν τις πόλεις. Όπου έβρισκε φιλόξενους και πρόσχαρους ανθρώπους, τους μάθαινε πώς να φτιάχνουν κρασί. Έτσι έγινε και με τους κατοίκους της Ικαρίας,στην Αττική, που τον υποδέχτηκαν μ’ ενθουσιασμό. Λίγο πριν φύγει από τον τόπο τους, συμβούλεψε το βασιλιά τους τον Ικάριο να φυλάξει καλά το κρασί που έφτιαξε. Αυτός όμως δεν ακολούθησε τη συμβουλή του – “τι κακό μπορεί να προέλθει από ένα τόσο ευχάριστο ποτό!” σκέφτηκε.

Οι τσοπάνηδές του, κάποια μέρα, βρήκαν τα βαρέλια και ήπιαν τόσο πολύ κρασί που μέθυσαν και άρχισαν να φέρονται μ’ άγριο τρόπο. Έχοντας χάσει τα λογικά τους σκότωσαν τον Ικάριο και η κόρη του Ηριγόνη από τη στενοχώρια της αυτοκτόνησε. Οι κάτοικοι της Ικαρίας τιμούσαν ιδιαίτερα το θεό Διόνυσο· σ’ αυτή την περιοχή καλλιεργήθηκε πολύ ο διθύραμβος, ο ύμνος προς το θεό, που συνέθεσε ο μουσικός Αρίωνας. Μάλιστα, πρόσθεσαν και κάτι καινούριο. Στο μουσικό αυτό ύμνο πρόσθεσαν στίχους. Κι επειδή αυτή τη σύνθεση την τραγουδούσαν άνθρωποι μεταμφιεσμένοι σε τραγόμορφους Σάτυρους την ονόμασαν τραγωδία.

Βέβαια, λατρευτικές εκδηλώσεις για το θεό του αμπελιού γίνονταν και σε πολλές άλλες περιοχές. Όσοι παρευρίσκονταν σ’ αυτές τις εκδηλώσεις έπρεπε να συμμετέχουν ενεργά πίνοντας κρασί και χορεύοντας υπό την επήρεια της μέθης. Όσοι αρνούνταν, ήταν εχθροί του θεού και επέσυραν την οργή του. Έτσι, τραγικό τέλος βρήκε τον Πενθέαπου θέλησε να παρακολουθήσει κρυφά τις οργιαστικές εορτές. Οι Μαινάδες, μια από τις οποίες ήταν και η μητέρα του, μέσα στη μανία που τις είχε καταλάβει, όρμησαν επάνω του και τον κατασπάραξαν. Επίμονα αρνούνταν να λάβουν μέρος στις λατρευτικές τελετές οι κόρες του βασιλιά Μίνωα, όπως και του βασιλιά Προίτου. Προσβλημένος ο Διόνυσοςτις έκανε να χάσουν τα λογικά τους. Άλλοι λένε ότι για τη μανία που κατέλαβε τις νεαρές κόρες του Προίτουαιτία ήταν η Ήρα.

Σκληρός τιμωρός εμφανίζεται ο Διόνυσος στους εχθρούς του και σ’ όσους είναι αντίθετοι στον τρόπο λατρείας του. Συνάμα γενναιόδωρος ευεργέτης σ’ όσους τον τιμούν και τον ευχαριστούν.

Όταν ο βασιλιάς Μίδαςφιλοξένησε το δάσκαλό του, το γέρο Σιληνό, που είχε χαθεί, αυτός δέχτηκε να εκπληρώσει την επιθυμία του για να τον ευχαριστήσει. Ο άπληστος Μίδαςζήτησε να μπορεί ό,τι πιάνει να το μετατρέπει σε χρυσάφι. Σύντομα ο δύστυχος διαπίστωσε πως θα γινόταν βαθύπλουτος αλλά θα πέθαινε από την πείνα και τη δίψα. Το ψωμί που άγγιζε να φάει μετατρεπόταν σε χρυσό και το νερό που ήθελε να πιει σε χρυσαφένιες σταγόνες. Μετανιωμένος ζήτησε από το θεό να τον κάνει όπως πριν και ο Διόνυσος που τον λυπήθηκε του είπε πως αν λουστεί στα νερά του Πακτωλούποταμού θ’ απαλλαχτεί από το μαρτύριό του.

Ο θεός του γλεντιού δεν είχε πολλές ερωτικές περιπέτειες, όπως οι υπόλοιποι θεοί. Οι γυναίκες στη ζωή του είχαν διαφορετική θέση: υπήρξαν παραμάνες του όταν ήταν μικρός και συντρόφισσές του στ’ ασταμάτητα γλέντια του.

Κάποτε ερωτεύτηκε την όμορφη Αριάδνη,όταν την είδε να κοιμάται ήρεμα και γαλήνια, μοιάζοντας με θεά. Η κόρη του Μίνωα μαζί με τον Θησέα επέστρεφαν στην Αθήνα από την Κρήτη. Ξυπνώντας ένα πρωί στη Νάξοη Αριάδνη βλέπει πως ο σύντροφός της έφυγε και την εγκατέλειψε. Χωρίς να το ξέρει η ίδια, είχε έρθει ο Διόνυσος στ’ όνειρο τουΘησέα και μ’ απειλές τον ανάγκασε να φύγει για να κάνει δική του την όμορφη νέα.
Ολομόναχη όπως ήταν στο έρημο νησί, σαν σωτήρας εμφανίστηκε ο θεός μπροστά της, νέος, γεροδεμένος, στεφανωμένος ως συνήθως με κισσόφυλλα. Αφού έγινε ο γάμος τους, πέταξαν με το άρμα του θεού προς τον ουρανό.

Στη γη οι άνθρωποι τον ευχαριστούσαν για το θεϊκό δώρο του και για την ξενοιασιά που απλόχερα τους μοίραζε. Οι γιορτές που γίνονταν προς τιμή του ήταν ένα αδιάκοπο γλέντι, όπου όλοι μεθούσαν και τραγουδούσαν. Μ’ αυτόν τον τρόπο προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με τον αγαπητό τους θεό. Πληροφορίες που προσλαμβάνουμε από την Γραμμική Β΄ μας οδηγούν στην υπόθεση πως ο Διόνυσος ως αρχαία θεότητα ήταν ήδη γνωστός στον 12ο αιώνα

Η λατρεία του του σχετίζεται με τους εορτασμούς της βλάστησης, της ιερής τρέλας που προκαλεί η πόση του οίνου και της γονιμότητας. Κοινό στοιχείο στις λατρευτικές πρακτικές του είναι το στοιχείο της έκστασης, ενίοτε της οργιαστικής φρενίτιδας, που απελευθερώνει από τις φροντίδες της καθημερινότητας, προσδίδοντάς του την προσωνυμία Λύσιος.Πέραν του γεγονότος λοιπόν ότι το όνομά του συνδέθηκε με μία από τις αρτιότερες μορφές του ελληνικού λόγου, το δράμα προς τιμήν του διοργανώνονταν μεταλοπρεπείς γιορτές, όπως τα «Κατ’ αγρούς Διονύσια»,τα «Λήναια», «Ανθεστήρια» και τα «Μεγάλα Διονύσια».

Τρεις είναι οι κύριες μορφές, με τις οποίες εμφανίζεται οΔιόνυσος στη λατρεία του. Με έμβλημα τον φαλλό , το δένδρο -εξ ου και η προσωνυμία δενδρίτης- ή τον ταύρο είναι θεός της γονιμότητας και προστάτης των καλλιεργειών, κυρίως της αμπέλου. Στη δεύτερη μορφή του είναι ο ενθουσιαστικός Διόνυσος, με εμβλήματα τον θύρσο και τηδάδα, όπως επίσης την ακολουθία, των Μαινάδων, των Βακχών, των Θυιάδων, των Ληνών και των Βασσαριδών, όπως τις μετέφερε η μυθολογική αφήγηση. Στην τρίτη και αρχαιότερη μορφή του είναι οντότητα του Κάτω Κόσμου και φέρει την προσωνυμία Ζαγρεύς (ο μέγας κυνηγός).

Είναι γιος του καταχθόνιου Δία και της Περσεφόνης. Σε αυτή την τρίτη μορφή οι Ορφικοί τον ενσωμάτωσαν ως κυριότερη θεότητά τους, ερχόμενοι σε αντίθεση με τους διονυσιαστές, τους οπαδούς του ενθουσιαστικού Διονύσου

Με τον Διόνυσο θεό των δένδρων και των φυτών πραγματοποιείται η επιστροφή στο «ζωώδες πάθος» της φύσης, μακριά από τους περιορισμούς και τις αποκρυσταλλώσεις που επιβάλλει ο «εξορθολογισμός», κάτι που διακρίνεται άμεσα στις Βάκχες του Ευριπίδη.

Έρχομαι εδώ στη χώρα των Θηβαίων,
ο Διόνυσος εγώ, του Δία το τέκνο,
που μ’ έκαμε η Σεμέλη, η θυγατέρα
του Κάδμου, από φωτιάν αστραποφόρα
ξεγεννημένη. Κι αφού τη μορφή μου
τη θεϊκιά τη συνάλλαξα με ανθρώπου,
φτάνω εδώ πλάι στα νάματα της Δίρκης
και στου Ισμηνού το ρέμα. Και το μνήμα
της αστραποκαμένης μου μητέρας
βλέπω πλάι στο παλάτι, και τα ερείπια
από το σπίτι της, που ακόμα βγάνουν
ζωντανή φλόγα απ’ τη φωτιά του Δία,
στη μάνα μου άσβηστη αδικία της Ήρας.

Με την προσωνυμία «βρόμιος» λατρεύθηκε κυρίως ως θεός γεννημένος από το δημητριακό «βρόμος» και το οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται, χωρίς να είμαστε σίγουροι ποιο ακριβώς είναι αυτό το δημητριακό, πιθανώς να ήταν η βρώμη

Η ενεργειακή πυκνότητα του κενού

Οι φυσικοί όταν μιλάνε για την ενέργεια του κενού ή για την ενέργεια μηδενικού σημείου εννοούν την ενεργειακή πυκνότητα του κενού διαστήματος. Στην κοσμολογία, την ονομάζουν και "κοσμολογική σταθερά", ή "σκοτεινή ενέργεια". Μερικές φορές οι φαντασιόπληκτοι διεγείρονται στην ιδέα ότι εάν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ενέργεια με κάποιο τρόπο, όλα τα προβλήματά μας θα λύνονταν. Αλλά ας ξεκινήσουμε με το αν αυτή η ενέργεια υπάρχει πραγματικά. Και σε αυτή την περίπτωση, πόση είναι;
     
Για την ενέργεια του μηδενικού σημείου έχουν ακουστεί πολλοί αριθμοί, από το σχεδόν μηδέν έως και αστρονομικά νούμερα. Και φυσικά υπάρχει η απορία τι ισχύει στην πραγματικότητα.
Αρχικά να εξηγήσουμε τι έχουμε καταφέρει.
 
Έχουμε δύο θεμελιώδεις θεωρίες της φυσικής: την κβαντική θεωρία πεδίου και τη γενική σχετικότητα. Η κβαντική θεωρία πεδίου λαμβάνει υπόψη της και την κβαντομηχανική και την ειδική σχετικότητα, και είναι η θεωρία όλων των δυνάμεων και των σωματιδίων εκτός από τη βαρύτητα, που την αγνοεί. Η γενική σχετικότητα είναι μια μεγάλη θεωρία της βαρύτητας, αλλά αγνοεί την κβαντομηχανική. Κανένας δεν ξέρει πώς να συμφιλιώσει αυτές τις δύο θεωρίες ακόμα. Κι αυτό προσπαθούν οι άνθρωποι που δουλεύουν πάνω  στη "κβαντική βαρύτητα".
 
Οι δύο θεωρίες, κβαντική θεωρία πεδίου και γενική σχετικότητα έχουν διαφορετική στάση απέναντι στην ενεργειακή πυκνότητα του κενού. Η αιτία είναι ότι η κβαντική θεωρία πεδίου δίνει προσοχή μόνο στις διαφορές ενέργειας. Αν μπορούμε να μετρήσουμε μόνο τις διαφορές ενέργειας, φυσικά και δεν μπορούμε να καθορίσουμε την ενεργειακή πυκνότητα του κενού - είναι θέμα σύμβασης. Η ενεργειακή πυκνότητα του κενού καθορίζεται μόνο από πειράματα που περιλαμβάνουν τη γενική σχετικότητα - συγκεκριμένα, με τη μέτρηση της κυρτότητας του χωροχρόνου.
 
Γι αυτό όταν υπολογίζετε την ενεργειακή πυκνότητα του κενού παίρνετε διαφορετικές απαντήσεις, ανάλογα με το εάν βασίζεστε στη γενική σχετικότητα ή την κβαντική θεωρία πεδίου.
 
Ας δούμε τις 5 πιο κοινές απαντήσεις που οι φυσικοί φθάνουν σε αυτές τις διαφορετικές απαντήσεις:

1. Μπορούμε να μετρήσουμε την ενεργειακή πυκνότητα του κενού μέσω των αστρονομικών παρατηρήσεων που καθορίζουν την κυρτότητα του χωροχρόνου. Όλες οι μετρήσεις που έχουν γίνει συμφωνούν ότι η ενεργειακή πυκνότητα είναι πολύ κοντά στο ΜΗΔΕΝ. Με όρους πυκνότητας της μάζας, η απόλυτη τιμή της είναι μικρότερη από 10-26 kg ανά κυβικό μέτρο. Από την άποψη της ενεργειακής πυκνότητας, είναι περίπου 10-9 joules ανά κυβικό μέτρο.
 
Αλλά δεν γνωρίζουμε εάν αυτό που είναι κοντά στο μηδέν είναι θετικό ή αρνητικό. Για πολύ καιρό έλεγαν ότι το πρόσημο της ήταν σαν της κοσμολογικής σταθεράς. Αλλά, πρόσφατες μετρήσεις από τον δορυφόρο Ανισοτροπίας Μικροκυμάτων Wilkinson (WMAP) και πολλά άλλα πειράματα έδειξαν μια θετική κοσμολογική σταθερά, ίση περίπου με 6 Χ 10-27 kg ανά κυβικό μέτρο. Αυτό αντιστοιχεί σε μια θετική ενεργειακή πυκνότητα περίπου 9 Χ 10-10 joules ανά κυβικό μέτρο.
 
Ο λόγος που παίρνουμε μια θετική ενεργειακή πυκνότητα είναι πολύ ενδιαφέρων. Χάρις στην μετατόπιση προς το ερυθρό  (redshifts) των απόμακρων γαλαξιών και κβάζαρ, ξέρουμε ότι ο Κόσμος διαστέλλεται. Τα νέα δεδομένα παρουσιάζουν κάτι που εκπλήσσει: αυτή η διαστολή επιταχύνεται. Η συνηθισμένη ύλη μπορεί να επιβραδύνει την διαστολή, δεδομένου ότι η βαρύτητα είναι ελκτική - τουλάχιστον πάνω στη συνηθισμένη ύλη.
 
Τι μπορεί ενδεχομένως να φταίει που η διαστολή επιταχύνεται; Η γενική σχετικότητα λέει ότι εάν το κενό έχει μια ενεργειακή πυκνότητα, πρέπει επίσης να έχει και αρνητική πίεση. Στην πραγματικότητα, πρέπει το κενό να έχει μια πίεση αντίθετη ακριβώς με  την ενεργειακή πυκνότητά του, (σε μονάδες όπου η ταχύτητα του φωτός και η σταθερά της βαρύτητας του Νεύτωνα είναι ίσες με1). Ωστόσο η θετική ενεργειακή πυκνότητα του κενού (που δρα σαν μάζα) κάνει τη διαστολή του σύμπαντος να τείνει προς την επιβράδυνση, αλλά συγχρόνως η αρνητική πίεση του κενού αναγκάζει τη διαστολή να τείνει στην επιτάχυνση.
 
Στη Γενική Σχετικότητα, ο ρυθμός μεταβολής της κοσμικής διαστολής του σύμπαντος είναι ανάλογος με την ποσότητα -(ρtotal + 3ptotal), όπου ρtotal είναι η πυκνότητα όλης της ύλης και της ενέργειας του σύμπαντος και ptotal είναι η αντίστοιχη πίεση. Ο συντελεστής 3 οφείλεται αρκετά παράδοξα στις 3 διαστάσεις.
 
Αλλά όπως είπαμε, για το κενό η πίεση είναι αντίθετη της ενεργειακής πυκνότητας: ptotal = -ρtotal. Έτσι, ο ρυθμός με τον οποίο το κενό προκαλεί την επιταχυνόμενη διαστολή του σύμπαντος είναι ανάλογος προς  2 ρtotal
 
Από αυτό, συνεπάγεται ότι εάν το κενό έχει θετική ενεργειακή πυκνότητα, τότε η διαστολή του σύμπαντος θα τείνει να επιταχυνθεί. Κι αυτό τελικά βλέπουμε να συμβαίνει. Και γι αυτό η ενέργεια του κενού με τιμή πολύ κοντά στο μηδέν είναι αυτήν την περίοδο η πιο εύλογη εξήγηση για ό,τι βλέπουμε στο σύμπαν.
 
Οι υπολογισμοί που εξηγούν γιατί το κενό, που έχει θετική ενεργειακή πυκνότητα, έχει αρκετή αρνητική πίεση ώστε να προκαλέσει την διαστολή του σύμπαντος,  βασίζονται στις εξισώσεις του Αίνστάιν.
 
Και για να θεωρήσουμε σωστό το αποτέλεσμα πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στη γενική σχετικότητα όπως, επίσης, και σε άλλες υποθέσεις για την κοσμολογία. Εντούτοις, το βασικό γεγονός ότι η ενεργειακή πυκνότητα του χωροχρόνου είναι πολύ κοντά στο μηδέν σχεδόν δεν το συζητάμε: αν ήταν λάθος τότε η γενική σχετικότητα θα έπρεπε να ήταν κι αυτή λάθος.
 
2. Μπορούμε να υπολογίσουμε την ενεργειακή πυκνότητα του κενού χρησιμοποιώντας την κβαντική θεωρία πεδίου. Εάν υπολογίσουμε τη χαμηλότερη δυνατή ενέργεια ενός αρμονικού ταλαντωτή, παίρνουμε καλύτερη απάντηση όταν χρησιμοποιούμε την κβαντομηχανική από όταν χρησιμοποιούμε την κλασσική μηχανική.  Η διαφορά ονομάζεται "ενέργεια στο σημείο μηδέν".
 
Η ενέργεια στο σημείο μηδέν ενός αρμονικού ταλαντωτή είναι το γινόμενο 1/2 επί τη σταθερά του Planck επί τη συχνότητά του. Αφελώς μπορούμε να προσπαθήσουμε να υπολογίσουμε την ενεργειακή πυκνότητα του κενού αθροίζοντας τις ενέργειες στο σημείο μηδέν όλων των τρόπων ταλάντωσης των κβαντικών πεδίων που εξετάζουμε (π.χ. το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο και διάφορα άλλα πεδία για άλλες δυνάμεις και σωματίδια).  Οι τρόποι ταλάντωσης με τα πιο μικρά μήκη κύματος έχουν υψηλότερες συχνότητες και συμβάλλουν περισσότερη στην ενεργειακή πυκνότητα του κενού.  Εάν υποθέσουμε ότι ο χωροχρόνος είναι συνεχής, έχουμε καταστάσεις με αυθαίρετα μικρά μήκη κύματος (υψηλές συχνότητες και υψηλή ενέργεια), κι έτσι παίρνουμε το άπειρο ως την ενεργειακή πυκνότητα του κενού. Και βεβαίως υπάρχουν προβλήματα με αυτό το άπειρο.
 
3. Ένας ελαφρώς λιγότερο αφελής τρόπος για να υπολογιστεί η ενέργεια του κενού στην κβαντική θεωρία πεδίου είναι να αναγνωρίσουμε ότι δεν ξέρουμε ότι ο χωροχρόνος είναι συνεχής, και να αθροίσουμε μόνο τις ενέργειες στο σημείο μηδέν για τους τρόπους ταλάντωσης που έχουν μήκη κύματος μεγαλύτερα από, για παράδειγμα, το μήκος Planck (περίπου 10-35 μέτρα). Αυτό δίνει μια τεράστια αλλά πεπερασμένη ενεργειακή πυκνότητα του κενού. Χρησιμοποιώντας τη σχέση E = mc2 παίρνουμε μια πυκνότητα μάζας περίπου 1096 kg ανά κυβικό μέτρο. Δυστυχώς υπάρχουν πολλά προβλήματα και με αυτόν τον υπολογισμό.

Πρώτον, προηγουμένως θεωρήσαμε ότι οι τρόποι ταλάντωσης των πεδίων είναι σαν τους αρμονικούς ταλαντωτές κι αυτό ισχύει μόνο για τις "θεωρίες χωρίς πεδίο" - εκείνες στις οποίες δεν υπάρχει καμία αλληλεπίδραση μεταξύ των πεδίων. Αυτό φυσικά δεν είναι ρεαλιστικό.

Δεύτερον, η γελοία αναλογία μεταξύ αυτής της πυκνότητας και αυτής που παρατηρούμε στην πράξη ονομάζεται συχνά πρόβλημα κοσμολογικής σταθεράς. Αν κάνουμε τη μετατροπή σε μονάδες της μάζας Planck ανά μήκος Planck στον κύβο, τότε η κοσμολογική σταθερά είναι περίπου 10-123. Είναι πολύ δύσκολο να φτιάξουμε μια θεωρία που να εξηγεί έναν τέτοιο μικροσκοπικό αριθμό διαφορετικό από το μηδέν.

Αλλά υπάρχει ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα.

4. Η κβαντική θεωρία πεδίων όπως γίνεται συνήθως αγνοεί τη βαρύτητα. Αλλά εφ' όσον αγνοεί κάποιος τη βαρύτητα, μπορεί να προσθέσει οποιαδήποτε σταθερά στον καθορισμό της ενεργειακής πυκνότητα δίχως να αλλάξει τις προβλέψεις για κάτι που μπορείτε πειραματικά να μετρήσετε. Η αιτία είναι ότι δίχως τη μέτρηση της κυρτότητας του χωροχρόνου, μπορείτε να μετρήσετε μόνο τις ενεργειακές διαφορές. Το μεγάλο πρόβλημα με τον 2ο και 3ο υπολογισμό είναι ότι αγνοούν αυτό το γεγονός. Εάν εκμεταλλευόμαστε αυτό το γεγονός είμαστε ελεύθεροι να επαναπροσδιορίσουμε την ενεργειακή πυκνότητα αφαιρώντας την ενέργεια στο σημείο μηδέν, αφήνοντας τότε μια ενεργειακή πυκνότητα μηδέν. Στην πραγματικότητα αυτό γίνεται συνήθως στην κβαντική θεωρία πεδίου.
 
5. Τέλος ένας πιο αφελής τρόπος να υπολογίσουμε την ενεργειακή πυκνότητα του κενού στην κβαντική θεωρία πεδίων είναι ο ακόλουθος. Στην κβαντική θεωρία πεδίου παραμελούμε τη βαρύτητα. Αυτό σημαίνει ότι είμαστε ελεύθεροι να προσθέσουμε οποιαδήποτε σταθερά στον καθορισμό της ενεργειακής πυκνότητας. Εφ' όσον είμαστε ελεύθεροι να το κάνουμε, δεν μπορούμε να πούμε πραγματικά τι πραγματικά είναι η ενεργειακή πυκνότητα του κενού. Με άλλα λόγια, εάν εξετάζουμε μόνο την κβαντική θεωρία πεδίου και όχι τη γενική σχετικότητα, η ενεργειακή πυκνότητα του κενού δεν είναι καθορισμένη.
 
Έτσι, υπάρχουν 5 απαντήσεις για την ενεργειακή πυκνότητα του κενού αλλά η πιο πιθανή είναι η πρώτη: πολύ κοντά στο μηδέν ή 9 Χ 10-10 joules ανά κυβικό μέτρο. Κι αυτό επειδή είναι βασισμένη στο πείραμα και σε αρκετά συντηρητικές υποθέσεις για τη γενική σχετικότητα.
 
Οι άλλες απαντήσεις είτε είναι αφελείς (2η και 4η) είτε δεν προσδιορίζεται (5η απάντηση). Η συμφιλίωση της 1ης και 5ης απάντησης είναι ένας από τους μεγάλους στόχους οποιασδήποτε καλής θεωρίας της κβαντικής βαρύτητας.
Αναφορές
Αρνητική πίεση
Το μεγαλύτερο μυστήριο της κοσμικής επιτάχυνσης δεν είναι ότι τα δύο τρίτα του σύμπαντος είναι φτιαγμένα από ύλη που δεν μπορούμε να δούμε, αλλά ότι υπαινίσσεται την ύπαρξη μιας ουσίας που προκαλεί βαρυτική άπωση. Για να εξετάσουμε αυτήν την παράξενη ιδιότητα της σκοτεινής ενέργειας βοηθάει η εισαγωγή της ποσότητας w = pdarkdark, όπου pdark είναι η μέση πίεση και ρdark είναι η πυκνότητα της σκοτεινής ενέργειας στο σύμπαν. Η νέα αυτή ποσότητα είναι παρόμοια με την εξίσωση κατάστασης ενός αερίου. 
 
Στη Γενική Σχετικότητα, ο ρυθμός μεταβολής της κοσμικής διαστολής είναι ανάλογος με
 -(ρtotal + 3ptotal), όπου ρtotal είναι η πυκνότητα όλης της ύλης και της ενέργειας του σύμπαντος και ptotal είναι η αντίστοιχη πίεση. Για να έχουμε όμως επιταχυνόμενη διαστολή πρέπει η ποσότητα αυτή να είναι θετική. Αφού η ρtotal είναι θετική ποσότητα, και η μέση πίεση που οφείλεται στη συνηθισμένη ύλη και τη σκοτεινή ύλη από κοινού, είναι αμελητέα γιατί είναι ψυχρή και συνεπώς μη σχετικιστική, φτάνουμε στην απαίτηση ότι  3w x ρdark + ρtotal < 0 για μια επιταχυνόμενη διαστολή. Επειδή ρdark ~ 2/3ρtotal, βρίσκουμε ότι  w < -1/2, κι έτσι η πίεση της σκοτεινής ενέργειας δεν είναι μια μικρή αρνητική ποσότητα, αλλά μεγάλη και αρνητική! 
 
Γιατί όμως η αρνητική πίεση επηρεάζει τη διαστολή του σύμπαντος; Ο Einstein έδειξε ότι η ύλη και η ενέργεια καμπυλώνουν τον χωροχρόνο. Έτσι λοιπόν για ένα θερμό αέριο, οι άτακτες κινήσεις των ατόμων συμβάλλουν στη βαρυτική έλξη τους, όπως αυτή προσδιορίζεται από την επιτάχυνση μακρινών σωματιδίων υποθεμάτων. Όμως οι δυνάμεις που απαιτούνται για να περιορίσουμε ή να απομονώσουμε το θερμό αέριο είναι αντίθετες προς αυτή την πίεση του αερίου. Το σύμπαν, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ούτε περιορισμένο ούτε απομονωμένο. Η διαστολή του σύμπαντος που είναι γεμάτο με θερμά αέρια, επιβραδύνεται από την ελκτική δύναμη της δικής του βαρύτητας, πιο πολύ από ένα σύμπαν που είναι γεμάτο με την ισοδύναμη ενέργεια ενός ψυχρού αερίου χωρίς πίεση. Και με την ίδια λογική, ένα μέσον που επιτρέπει αρνητική πίεση έτσι ώστε ρtotal + 3ptotal < 0, θα διαστέλλεται πιο γρήγορα, με τις δικές του απωστικές δυνάμεις αντιβαρύτητας. 
 
Ας δούμε συνοπτικά πώς η ενεργειακή πυκνότητα του κενού σχετίζεται με μια αρνητική πίεση:
  • Η ενεργειακή πυκνότητα του κενού πρέπει να είναι σταθερή επειδή δεν υπάρχει τίποτα από το οποίο να εξαρτάται
  • Εάν ένα έμβολο στο κύλινδρο - που έχει μέσα του κενό - απομακρύνεται δημιουργώντας περισσότερο κενό, τότε το κενό μέσα στον κύλινδρο έχει περισσότερη ενέργεια, που πρέπει να του έχει παρασχεθεί από το έργο της δύναμης που τραβά το έμβολο προς τα έξω.
  • Εάν το κενό προσπαθεί να τραβήξει το έμβολο πίσω προς τον κύλινδρο, πρέπει να έχει μια αρνητική πίεση, επειδή μια θετική πίεση θα έτεινε να ωθήσει το έμβολο προς τα έξω.

Το animation δείχνει το έμβολο που κινείται στον κύλινδρο γεμάτο με ένα "κενό" που περιέχει κβαντικές διακυμάνσεις, ενώ η περιοχή έξω από τον κύλινδρο δεν έχει "τίποτα" με μηδενική πυκνότητα και πίεση. Φυσικά οι σωστοί όροι είναι "ψευδοκενό" για τον κύλινδρο μέσα και "αληθινό κενό" για έξω, αλλά η φυσική που εφαρμόζεται είναι η ίδια. Μέσα στον κύλινδρο δημιουργούνται συνεχώς virtual σωματίδια (κόκκινα) και αντισωματίδια (μπλε)
 
Η αρνητική πίεση δεν είναι ένα σπάνιο φαινόμενο. Η πίεση του νερού σε μερικά ψηλά δέντρα γίνεται αρνητική, καθώς οι θρεπτικές ουσίες ανεβαίνουν προς τα επάνω μέσω των σωληνίσκων του φυτού, και η πίεση εφαπτομενικά προς ένα ομογενές ηλεκτρικό ή μαγνητικό πεδίο είναι επίσης αρνητική. Στις περιπτώσεις αυτές, η πίεση μοιάζει κάπως σαν ένα τεντωμένο ελατήριο, το οποίο ασκεί μια δύναμη προς τα έσω. Σε μικροσκοπικό επίπεδο, μια θάλασσα από μποζόνια Higgs - τα υποθετικά σωματίδια που είναι υπεύθυνα για τη γέννηση της μάζας στο καθιερωμένο μοντέλο της σωματιδιακής φυσικής - ασκούν αρνητικές πιέσεις όταν οι θερμικές ή κινητικές διεγέρσεις της είναι μικρές. Πράγματι, το ίνφλατον μπορεί να θεωρηθεί ως μια βαρύτερη εκδοχή του Higgs, και μια από τις προταθείσες μορφές της σκοτεινής ενέργειας που λέγεται πεμπτουσία, μπορεί να είναι μια ακόμα ελαφρύτερη εκδοχή του Higgs.
 
Κατ' αρχήν, δεν υπάρχει κατώτατο όριο για την πίεση στο σύμπαν, αν και αρχίζουν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα καθώς μειώνεται η τιμή του w κάτω από την τιμή -1 ( μια απομονωμένη συγκέντρωση από τέτοιο υλικό θα έμοιαζε να έχει αρνητική μάζα, πράγμα που είναι ότι ακριβώς θα χρειαζόταν κάποιος για να διανοίξει μια σκουληκότρυπα. Όμως, οι πιο πολλές προταθείσες μορφές σκοτεινής ενέργειας μπορούν να προκαλούν μόνο μια μικρή παραμόρφωση στο χώρο, και ακόμη και τότε μόνο σε αποστάσεις πολύ μεγαλύτερες από τις διαστάσεις των γαλαξιών, κι έτσι γίνεται πολύ δύσκολη η εκμετάλλευση των ιδιοτήτων τους. Ένα πράγμα όμως είναι βέβαιο: Τέτοιες ισχυρά αρνητικές πιέσεις δεν συμβαίνουν για τα συνηθισμένα σωματίδια και πεδία στη γενική σχετικότητα.

Οι λεπτομερείς παρατηρήσεις οδηγούν σε κάποιους περιορισμούς για τις παραμέτρους της σκοτεινής ενέργειας, μεγαλύτερους οπωσδήποτε από αυτούς που αναφέραμε πιο πάνω. Όταν οι προβλέψεις των διαφόρων θεωρητικών μοντέλων συνδυαστούν με τις καλύτερες μετρήσεις μας της κοσμικής ακτινοβολίας υποβάθρου, τις συγκεντρώσεις των γαλαξιών και τις αποστάσεις των σούπερ νόβα, βρίσκουμε ότι  0.62 < Ωdark < 0.76, όπου Ωdark = ρdarkcritical, και -1.3 < w < -0.9 .

Κάμερα βυθού κατάγραψε περίεργο πλάσμα

Ένα περίεργο πλάσμα που όμοιο δεν έχει καταγραφεί ποτέ ξανά κατέγραψε μια κάμερα που είναι προσκολλημένη σε στήλη βάσης θαλάσσιας πετρελαιοπηγής.

Ορισμένοι ειδικοί εκτιμούν ότι πρόκειται για ένα είδος τσούχτρας το οποίο ονομάζεται Deepstaria enigmatica.
Δείτε το βίντεο: