Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

O "KΩΔΙΚΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΩΝ ΓΗΓΕΝΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΩΝ (ΙΝΔΙΑΝΩΝ )

 
Ξύπνα με το Φως του Ήλιου για να προσευχηθείς. Να προσεύχεσαι συχνά και μόνος. Το Μεγάλο Πνεύμα θα ακούσει, αρκεί να μιλήσεις.

Να δείχνεις κατανόηση γι’ αυτούς που έχασαν το δρόμο τους. Άγνοια, αλαζονεία, θυμός, ζηλοτυπία και πλεονεξία, ανθίζουν από μια χαμένη ψυχή. Προσευχήσου ότι θα βρουν καθοδήγηση.

Ψάξε μέσα σου, να είσαι ο εαυτός σου. Μην επιτρέπεις σε άλλους να δημιουργούν το μονοπάτι σου. Είναι δικός σου ο δρόμος και μόνο. Άλλοι μπορούν να περπατήσουν μαζί σου, αλλά κανένας δεν μπορεί να περπατήσει στη θέση σου.
 
Να συμπεριφέρεσαι στους καλεσμένους σου με σύνεση. Να τους σερβίρεις το καλύτερο φαγητό, δώσε τους το καλύτερο κρεβάτι και συμπεριφέρσου τους με εκτίμηση και τιμή.

Μην παίρνεις κάτι που δε σου ανήκει, είτε από κάποιον άνθρωπο, μια κοινότητα, ή τη φύση. Αν δεν το κέρδισες ή δεν στο χάρισαν, δεν σου ανήκει.

Να σέβεσαι ό,τι υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη, είτε ανθρώπους, είτε φυτά, είτε ζώα.

Τίμα τις σκέψεις άλλων ατόμων, τις επιθυμίες τους και τα λόγια τους.  Ποτέ μην διακόπτεις κάποιον, ή να τον χλευάσεις ή να τον μιμηθείς με αγένεια. Αναγνώρισε το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης κάθε ατόμου.

Ποτέ μην αναφέρεσαι σε άλλους με κακό τρόπο.  Η αρνητική ενέργεια που στέλνεις στο Σύμπαν θα πολλαπλασιαστεί όταν επιστρέψει σε σένα.

Όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη  κι όλα τα λάθη μπορούν να συγχωρεθούν.

Οι κακές σκέψεις προκαλούν ασθένεια του μυαλού, του σώματος και του πνεύματος.Κάνε θετικές σκέψεις.

Η Φύση δεν είναι ΓΙΑ εμάς. Είναι ΚΟΜΜΑΤΙ μας. Είναι μέρος της παγκόσμιας οικογένειάς σου. 

Τα παιδιά είναι οι σπόροι του μέλλοντός σου. Σπείρε αγάπη στις καρδιές τους και πότισε τις με σοφία και μαθήματα της ζωής. Όταν μεγαλώσουν, δώσε τους χώρο να αναπτυχθούν.
 
Μην πληγώνεις τις καρδιές άλλων. Το δηλητήριο του πόνου σου θα επιστρέψει σε σένα.

Να είσαι ειλικρινής. Πάντα. Η ειλικρίνεια είναι το μέτρο της θέλησης κάποιου μέσα στο Σύμπαν.

Κράτα τον εαυτό σου ισορροπημένο. Ο Νους, το πνεύμα, η ψυχή και το σώμα σου, πρέπει να διατηρούνται αγνά και υγιή.Γύμνασε το σώμα για να δυναμώσεις το μυαλό.Πλούτισε σε πνεύμα για να γιατρέψεις τις σωματικές και ψυχικές ασθένειες.

Να παίρνεις συνειδητές αποφάσεις για το ποιος θα είσαι και πώς θα αντιδράς. Να είσαι υπεύθυνος για τις πράξεις σου.

Να σέβεσαι τις προσωπικές στιγμές και τον προσωπικό χώρο όλων. Μην αγγίζεις ιδιοκτησίες άλλων, ειδικά ιερά και θρησκευτικά αντικείμενα. Αυτό απαγορεύεται.
 
Να είσαι αληθινός με τον εαυτό σου. Δεν μπορείς να βοηθήσεις τους άλλους αν δεν βοηθήσεις πρώτα τον εαυτό σου.

Να σέβεσαι τις θρησκευτικές απόψεις των άλλων. Μην προσπαθείς να επιβάλλεις τις δικές σου απόψεις.

Μοιράσου την καλοτυχία σου με άλλους!

Τα πολλαπλά οφέλη της γραφής

Γιατί είναι σημαντικό να μην παραμελούμε το γράψιμο

Θυμάστε πόσο δύσκολα ήταν τα πρώτα σας βήματα μέχρι να μάθετε να γράφετε όλα τα γράμματα της αλφαβήτου και στη συνέχεια να τα βάζετε το ένα δίπλα στο άλλο, σχηματίζοντας (ω, τι χαρά!) λέξεις;
Στις μέρες μας αρκετοί από εμάς έχουν ξεχάσει πια να… γράφουν (εκτός από εκείνους που πηγαίνουν ακόμη σχολείο), καθώς οι «έξυπνες» ηλεκτρονικές συσκευές που έχουν κατακλύσει τις ζωές μας… τα κάνουν όλα για εμάς, πριν από εμάς!
Κι όμως το γράψιμο είναι εξαιρετικά χρήσιμο. Δείτε παρακάτω γιατί:
1. Διευκολύνει τη διαδικασία της μάθησης
Ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους μάθησης και συγκράτησης των νέων πληροφοριών που «μπαίνουν» στο μυαλό μας, είναι να κρατάμε σημειώσεις με το χέρι.
Με τον παλιό, κλασικό τρόπο: μολύβι (ή στυλό) και χαρτί.
Αυτό συμβαίνει γιατί κατά τη διαδικασία αυτή ενεργοποιείται ένα τμήμα του εγκεφάλου, που ονομάζεται δικτυωτό ενεργοποιητικό σύστημα (Reticular Activating System –RAS).
Σύμφωνα με το Lifehacker, «το τμήμα αυτό λειτουργεί ως φίλτρο για όλα όσα χρειάζεται να επεξεργαστεί ο εγκέφαλος, δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στα πράγματα που εστιάζει το άτομο τη συγκεκριμένη στιγμή, κάτι που η φυσική πράξη της γραφής φέρνει στο προσκήνιο».
Μια έρευνα του 2010 είχε βρει, ότι οι περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με τη μάθηση ενεργοποιήθηκαν περισσότερο, όταν οι ερευνητές ζήτησαν από τα παιδιά να γράψουν λέξεις όπως «διαστημόπλοιο» με το χέρι, απ’ ό,τι αν απλά τις διάβαζαν προσεχτικά.
2. Σε κάνει καλύτερο συγγραφέα
Πολλοί διάσημοι συγγραφείς επιλέγουν τη σχολαστικότητα της γραφής με το χέρι, από τη χρήση μιας γραφομηχανής, ή ενός υπολογιστή.
Σε μια συνέντευξή της στο Paris Review το 1995, η Susan Sontag είχε πει ότι έγραφε με το χέρι τα προσχέδιά της, προτού τα πληκτρολογήσει για να περάσουν από τη διαδικασία της επεξεργασίας αργότερα.
«Γράφω με μαρκαδόρο, ή μερικές φορές με μολύβι σε κίτρινα ή λευκά νομικά τετράδια, φετίχ των αμερικανών συγγραφέων» είχε πει.
«Μου αρέσει η αργή διαδικασία του να γράφεις με το χέρι» είχε πει επίσης ο μυθιστοριογράφος Truman Capote, ο οποίος σε μια συνέντευξή του είχε πει ότι δε χρησιμοποιεί γραφομηχανή: «Όχι στην αρχή. Γράφω την πρώτη μου εκδοχή με μολύβι. Μετά κάνω μια πλήρη αναθεώρηση… και πάλι με μολύβι, στο χέρι».
Μια μελέτη του πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον από το 2009, είχε καταλήξει σε ένα συμπέρασμα γύρω από το γιατί πολλοί συγγραφείς επιλέγουν να γράφουν με το χέρι: Σύμφωνα με την έρευνά τους οι μαθητές δημοτικού που έγραφαν τις εκθέσεις τους με το χέρι, όχι μόνο έγραφαν περισσότερο από τους συμμαθητές τους που επέλεγαν τον υπολογιστή, αλλά έγραφαν και γρηγορότερα και πιο ολοκληρωμένες προτάσεις.
3. Αποτρέπει την απόσπαση της προσοχής
Νευροεπιστήμονες απέδειξαν το 2012 σε μια έρευνα ότι όταν κάποιος κάνει πεντάλεπτα διαλείμματα προκειμένου να χαζέψει κάτι στον υπολογιστή του, γίνεται πιο παραγωγικός.
Από την άλλη όμως, όταν κανείς αποσπά συνεχώς την προσοχή του τόσο συχνά, μάλλον καταλήγει να χρονοτριβεί, παρά να… αποδίδει, γράφει ο Chris Gayomali στο Mentalfloss.
4. Διατηρεί το μυαλό «κοφτερό» καθώς μεγαλώνει κανείς
Όταν κάθεται κάποιος με τις ώρες να γράφει σελίδες ολόκληρες με το χέρι, εξασκεί όχι μόνο τον καρπό του, αλλά… και το μυαλό του!
Σύμφωνα με δημοσίευμα της The Wall Street Journal, ορισμένοι γιατροί υποστηρίζουν ότι η διαδικασία της γραφής αποτελεί μια πολύ καλή γνωστική άσκηση, για όσους θέλουν να κρατήσουν το μυαλό τους «κοφτερό», ενώ γερνάνε.
Μάλιστα, το 2008 μια έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Journal of Cognitive Neuroscience υποστήριζε, ότι οι ενήλικες αναγνώριζαν πιο εύκολα νέους χαρακτήρες (όπως π.χ. κινέζικα σύμβολα, μαθηματικά σύμβολα ή μουσικές νότες) όταν ήταν γραμμένοι με το χέρι, απ’ ό,τι αν ήταν γραμμένοι σε υπολογιστή.

Η επίγνωση και όχι η σκέψη είναι το κλειδί για την αφύπνιση

Σαν το πρώτο φως της αυγής, η επίγνωση γλιστρά ανεπαίσθητα στην αρχή, και σταδιακά, δυναμώνει για να φωτίσει τελικά όπως ο μεγαλύτερος ήλιος, καθαρίζοντας την ομίχλη που καλύπτει την ανθρώπινη διάνοια και αποκαλύπτοντας την αληθινή μας φύση.
Για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, οφείλουμε να λυτρωθούμε απ’ τις προσκολλήσεις μας και να είμαστε απόλυτα έντιμοι και απελευθερωμένοι από κάθε κριτική. Αυτό σημαίνει διαρκή επίγνωση των σκέψεων και των συναισθημάτων μας κατά τη διάρκεια της μέρας, χωρίς αποδοχή ή απόρριψη όσων βλέπουμε αλλά σαν να παρακολουθούμε μια κινηματογραφική ταινία, στην οποία πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Η επίγνωση, έτσι κι αφυπνιστεί και της δοθεί το κατάλληλο περιβάλλον, είναι σαν την φλόγα. Δυναμώνει, γίνεται φωτιά που απλώνεται ασταμάτητα και κατακαίει όλα τα σκουπίδια που προβάλλει ο νους μας. Το δύσκολο είναι να ενεργοποιηθεί αυτή η λειτουργία. Τι σημαίνει λοιπόν κατάλληλο περιβάλλον;
Καταρχήν χρειάζεται να αφιερώνουμε χρόνο για να ρίχνουμε καύσιμα στη φωτιά. Χρειάζεται χρόνος με τον εαυτό μας για να παρατηρήσουμε αυτό που συμβαίνει μέσα μας. Και για να παρατηρήσουμε με ευκρίνεια απαιτείται μια σχετική ηρεμία του νου. Μπορούμε κατά τη διάρκεια της μέρας να πραγματοποιούμε μονόλεπτα διαλείμματα για να «σκανάρουμε» την εσωτερική μας κατάσταση. Μπορούμε επίσης να τηρούμε ημερολόγιο όπου θα καταγράφουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας έστω κι αν σκίζουμε τις σελίδες του στο τέλος της ημέρας. Να καταγράφουμε όχι μόνον αυτό που ζούμε εξωτερικά αλλά κυρίως αυτό που νοιώθουμε και σκεφτόμαστε γι’ αυτό που ζούμε, χωρίς να το κρίνουμε. Είναι μια άσκηση, επίπονη μεν, αλλά που δυναμώνει γρήγορα την επίγνωση.
Τίποτα δεν μπορεί να ξεκινήσει χωρίς προσπάθεια. Η ανταμοιβή όμως αξίζει κάθε θυσία. Αρχίζουμε για πρώτη φορά να βλέπουμε πραγματικά. Αντιλαμβανόμαστε την διαμόρφωσή μας. Την ανάγκη μας για επιβράβευση, τη δυσαρέσκεια μας σε κάθε κριτική, καλοπροαίρετη ή μη, το φθόνο μας, το θυμό μας. Βλέπουμε ότι είμαστε το αποτέλεσμα του παρελθόντος. Κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα δεν είναι δικό μας αλλά προέρχεται από το παρελθόν μας, από τη διαμόρφωση των αιώνων που προηγήθηκαν. Είναι η ίδια διαμόρφωση που έχει υποστεί ολόκληρη η ανθρωπότητα. Κι ό,τι κι αν κάνουμε για να απαλλαγούμε από τα δυσάρεστα συναισθήματα μας, όσο κι αν θέλουμε να καταπνίξουμε τον φθόνο μας, όσο κι αν προσπαθούμε να τον μεταμορφώσουμε σε κάτι άλλο, κάθε προσπάθεια είναι καταδικασμένη σε αποτυχία γιατί κι αυτή η ίδια η προσπάθεια θα γίνει από τον ίδιο προγραμματισμένο νου, που είναι επίσης αποτέλεσμα του παρελθόντος.
Ο προγραμματισμένος νους δε μπορεί να μας απελευθερώσει από τον δυνάστη νου. Δε μπορεί να μας λυτρώσει από το “εγώ” μας, καθώς αυτός το δημιούργησε. Κινούμαστε μέσα στο ίδιο τέλμα. Το “εγώ” δεν μπορεί να γίνει ένα καλύτερο “εγώ”. Νομίζει ότι μπορεί και θα το προσπαθήσει, αλλά το “εγώ” θα πάρει λεπτότερες μορφές πιο δύσκολα ανιχνεύσιμες. Και τι μπορεί να γίνει τότε;
Παρατηρούμε ό,τι συμβαίνει έξω από μας με προσοχή, παρατηρούμε αυτό που συμβαίνει μέσα μας κι επίσης παρατηρούμε την διαμόρφωση αυτού που παρατηρεί. Παρατηρούμε ήρεμα, αποστασιοποιημένα, σαν να εξετάζουμε μια πρωτόγνωρη εμπειρία που θέλουμε να την κατανοήσουμε απόλυτα, σε όσο μεγαλύτερο βάθος γίνεται. Αυτός είναι ο αληθινός διαλογισμός. Η προσπάθεια να ελευθερώσει κανείς τον εαυτό του από τη διαμόρφωσή του, να ξεπεράσει το παρελθόν του, να βγει έξω από το τέλμα της σκέψης, χωρίς τη βοήθεια της σκέψης που είναι το παρελθόν, το γνωστό, το γνώριμο, έτσι ώστε να ανακαλύψει το άγνωστο, το άναρχο, το άχρονο, το αιώνιο.
Αν νιώθετε ότι αυτές οι λέξεις δονούν σε έναν άλλο ρυθμό την ύπαρξή σας, η φλόγα της επίγνωσης ήδη έχει ανάψει μέσα σας. Το ταξίδι αυτό της αυτογνωσίας απ’ τη στιγμή που ξεκίνησε δεν έχει επιστροφή. Δεν είμαι σίγουρος αν έχει τέλος. Έχει όμως απίστευτη ομορφιά και γλύκα. Είναι το νόημα της ζωής μας που αργά ή γρήγορα όλοι θα αναζητήσουμε. Το βάθος της εμπειρίας του εαυτού είναι άπειρο. Κι εμείς είμαστε ακόμα στην αρχή. Κι αυτό το βάθος δε θα μπορέσει ποτέ να το προσεγγίσει η σκέψη. Η σκέψη θα μένει πάντα στην επιφάνεια. Ελάτε λοιπόν να αλληλοβοηθηθούμε, να στηρίξουμε ο ένας τον άλλον ώστε να μην αφήσουμε το λάδι της επίγνωσης να σωθεί. Να μην αφήσουμε το λυχνάρι να σβήσει. Να δυναμώσουμε την φλόγα του. Η επίγνωση κι όχι η σκέψη είναι το κλειδί της αφύπνισης. 

Ο κουραδοκόφτης (Ηλίας Πετρόπουλος)

Ζητώ συγγνώμη για τον αθυρόστομο τίτλο του άρθρου. Δανείζομαι την λέξη «κουραδοκόφτης» από τα «φλοράδικα», δηλαδή την γλώσσα των νέων. Η νεολαία μας, λοιπόν, αποκαλεί «κουραδοκόφτη» το string που φοράνε οι καλλονές στις πλαζ, προς αγαλλίασιν των ανδρών. Νομίζω πως, είναι η πιο εύστοχη και η πιο αστεία λέξη που χρησιμοποιούν οι νέοι, όπως ακριβώς η πιο αστεία λέξη των «καλιαρντών» ήτο ο καυστικός χαρακτηρισμός «καημόπουτσα» (ήτοι, η ξελιγωμένη «αδερφή» που δεν κατάφερε να πείσει τον έσχατο φαντάρο).
Κατά τα φαινόμενα, το string είναι βραζιλιάνικη εφεύρεση, αφού το πρωτοφόρεσαν οι καλλίγραμμες κοπέλες στο Ρίο, όπου το λένε «tanga». Το πορτουγέζικο «tanga» και το αγγλικό «string» είναι ταυτόσημα: Σπάγγος, κορδόνι, χορδή. Στην Ελλάδα λένε «τάνγκα» το στενοκομμένο μαγιό (εξαιτίας του οποίου ξυρίζουν στα πλάγια το εφηβαίον), ενώ η λέξη «στρινγκ» δηλώνει το κάλυμμα που αφήνει γυμνούς τους γλουτούς —έτσι το λένε τα κορίτσια, ενώ τα αγόρια προτιμούν τον δολοφονικό όρο «κουραδοκόφτης», ή το εξασθενημένο συνώνυμο «σκατοκόφτης».
Το στρινγκ έφθασε στην Ευρώπη διά μέσου των Ηνωμένων Πολιτειών. Ωστόσο, θυμάμαι πολύ καλά ότι, επί Κατοχής, λίγοι θρασείς κολυμβητές φοράγανε ένα είδος στρινγκ, που δεν ήτανε τίποτα άλλο παρά ένα πανάκι αναρτημένο με κορδόνι από τους γοφούς. Αυτό το υποτυπώδες μαγιό το λέγανε «αρχιδοσακούλα». Όσο για την λέξη μαγιό (γαλλικό «maillot»), αντικατέστησε την λέξη «μπανιερό». Η λέξη «μαγιό» ταίριασε τόσο καλά στη γλώσσα μας ώστε αποχτήσαμε τον ενικό τύπο «μαγιόν» και τον πληθυντικό «μαγιά» (σαν τον πληθυντικό «μπετά», εξ ου το «μπετατζής», αντί «μπετονατζής»).
Ο Andre Breton, σε κάποιο από τα φλύαρα «Μανιφέστα» του, γράφει: «Η ομιλία δόθηκε στον άνθρωπο για να κάνει σουρεαλιστική χρήση της». Η λέξη «κουραδοκόφτης» είναι τσουχτερή, αλλά όχι σουρεαλιστική. Μάλιστα, θα έλεγα πως είναι άκρως ρεαλιστική.
Μεταθέτοντας το πρόβλημα στους νεοέλληνες λεξικογράφους, θα παρατηρούσα ότι, αφ' ενός, είναι τεμπέληδες, και αφ' ετέρου, ηθικολόγοι... Ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης άφησε να γλιστρήσει μέσα από τα δάχτυλά του το σημαντικό ιδίωμα των «καλιαρντών». Ο Μπαμπινιώτης απέφυγε την λέξη «αρχιδοσακούλα» (και πολλές άλλες ανάλογες) για να μην του χαλάσουν την διαγωγή...
Μες στα «φλοράδικα», έχω διαπιστώσει μιαν ισχυρότατη παρουσία της κλασικής μας αργκό, μιας αργκό που οι ερασιτέχνες λεξικογράφοι αγνοούν εντελώς. Οι λέξεις της κλασικής αργκό περάσανε στα «φλοράδικα», άλλοτε ορθώς και άλλοτε με λανθασμένη προφορά. Οι φλοράδικες λέξεις «μουρόχαβλος» και «μπουρούχα» είναι μάγκικης προέλευσης, καθώς
και οι λέξεις «παπάρας» και «κωλάδικο». Ορισμένες λέξεις της κλασικής αργκό αλλάξανε σημασία. Η μάγκικη λέξη «κωλάδικο» εσήμαινε άλλοτε: Κοσμικό μπουζουξίδικο όπου δεν εσύχναζαν τα «παιδιά της ταράφας» (υπόκοσμος)...
Οι λεξικογράφοι που εδημοσίευσαν λίστες με φλοράδικες λέξεις απέφυγαν επιμελώς τις αθυροστομίες. Η λέξη «κουραδοκόφτης» τυπώνεται, εδώ, για πρώτη φορά. Συνεπώς, σύμφωνα με τον νόμο, έχω τις σχετικές ποινικές ευθύνες, καθότι τυγχάνω πλέον ιδιοκτήτης της λέξης...

Ιουλιανός: Εις τους απαίδευτους κύνας

Το έργο του ελληνολάτρη αυτοκράτορα Ιουλιανού, με τίτλο «Εις τους απαίδευτους κύνας» (Προς τα αμόρφωτα σκυλιά -δηλαδή τους αμόρφωτους κυνικούς φιλόσοφους), είναι ένα κείμενο σεβασμού για τον φιλόσοφο Διογένη τον Κυνικό, ενώ ταυτόχρονα αποδοκιμάζει τους διαδόχους του, τους λεγόμενους ψευδοκυνικούς. Είχε προηγηθεί ένας μακροσκελής λόγος με τίτλο «Κατά του κυνικού Ηράκλειου, σχετικά με το πώς πρέπει να εφαρμόζεται ο Κυνισμός και το αν ταιριάζει να πλάθει μύθους ο κυνικός».
Η έντονη απάντηση του Ιουλιανού στους σαρκασμούς του Ηράκλειου του Κυνικού εναντίον των θεών, δεν στάθηκε ικανή να σταματήσει την ασεβή και αρνητική στάση των κυνικών, που συνέχισαν να βάλλουν εναντίον κάθε παραδοσιακού πολιτιστικού στοιχείου, υποσκάπτοντας τα ίδια τα θεμέλια της φιλοσοφίας, ενώ δεν δίσταζαν ν' αμφισβητήσουν ακόμη και τους ιδρυτές της δικής τους φιλοσοφικής σχολής. Το σκάνδαλο, που είχε πρόσφατα προκαλέσει κάποιος κυνικός αιγυπτιακής καταγωγής, δίνει στον αυτοκράτορα την ευκαιρία ν' ασχοληθεί με το παράδειγμα του Διογένη, του οποίου είχε κατηγορηθεί η μωροφιλοδοξία και η ματαιοδοξία. Παρ' όλο που ο λόγος «Εις τους απαίδευτους κύνας» απευθυνόταν γενικώς στους εκπροσώπους της σχολής, ορισμένοι μελετητές υπέθεσαν ότι μεταξύ αυτών συμπεριλαμβανόταν και ο Νείλος, ο αποδέκτης της επιστολής 82 του Ιουλιανού, ο οποίος ωστόσο, όπως προκύπτει από την προς αυτόν επιστολή, είναι προχωρημένης ηλικίας και μέλος της Ρωμαϊκής Συγκλήτου.
Αποδίδοντας στη ματαιοδοξία τον θάνατο του Διογένη, ο οποίος πέθανε τρώγοντας ωμό χταπόδι, κάποιος κυνικός θεώρησε καλό να στηριχτεί στο στοιχείο αυτό για να υπονομεύσει το κύρος των διδαγμάτων της Στοάς και να υποστηρίξει, κατ' αντίθεση προς τον Αντισθένη και τον ίδιο τον Σωκράτη, πως «ο θάνατος είναι κακό». Για τον Ιουλιανό ωστόσο η αρρώστια είναι πιο τρομερή -εξ ου και η παρέκβαση που αναφέρεται στην κακή χρήση των ασθενειών, τις οποίες οι πλούσιοι αντιμετωπίζουν ως ηδονή. Ο αυτοκράτορας θα παρουσιάσει λοιπόν δημόσια ό,τι γνωρίζει για τους κυνικούς, έχοντας στο μυαλό του όσους σκέφτονταν ν' ακολουθήσουν τη συγκεκριμένη φιλοσοφία ζωής.
Παρά τις αυξημένες υποχρεώσεις του με τις προετοιμασίες για τον πόλεμο εναντίον του Σαπώρ Β', τις πολιτικές και στρατιωτικές δραστηριότητες πριν από την αναχώρησή του, που έλαβε χώρα στις 21 Ιουνίου 362, ο Ιουλιανός έχει τον χρόνο και τη διάθεση να συνθέσει τον λόγο «Εις τους απαίδευτους κύνας». Σύμφωνα με τα στοιχεία από το ίδιο το κείμενο (ο αντίπαλος του διστάζει να πλυθεί με κρύο νερό, παρ' όλο που πλησιάζει η 21 Ιουνίου, μέρα του θερινού ηλιοστασίου), ο αυτοκράτορας θα πρέπει να συνέθεσε στην Κωνσταντινούπολη το έργο τούτο, που, κατά τη δήλωσή του, τον απασχόλησε για δυο μόνο μέρες, ελάχιστο καιρό πριν την αναχώρησή του, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου, λίγο πριν τη θέσπιση του νόμου που απαγόρευε στους χριστιανούς να ασχολούνται με τη διδασκαλία των κλασικών κειμένων.


Εις τους απαίδευτους κύνας

«Άνω ποταμών», λέει η παροιμία. Υπάρχει κυνικός που λέει πως ο Διογένης είναι κενόδοξος και πως δεν θέλει να πλένεται με κρύο νερό, παρ' όλο που είναι άνθρωπος κατάγερος, όλο σφρίγος και πάνω στην ακμή του. Φοβάται, λέει, μην κρυολογήσει και μάλιστα τη στιγμή που ο ήλιος πλησιάζει προς το θερινό ηλιοστάσιο. Αλλά ειρωνεύεται τον Διογένη επειδή έφαγε ένα χταπόδι και λέει πως τιμωρήθηκε για την κενοδοξία και την παλαβομάρα του, σαν να είχε πεθάνει πίνοντας το κώνειο. Τόσο, όμως «προχώρησε στον δρόμο της αρετής», που ξέρει πια ότι ο θάνατος είναι κακό! Πράγμα ακριβώς το οποίο ο σοφός Σωκράτης, και μετά απ' αυτόν ο Διογένης, ομολογούσαν πως αγνοούν. Γιατί λένε πως, όταν ο Αντισθένης έπασχε από χρόνια και αθεράπευτη αρρώστια, ο Διογένης του έφερε ένα ξίφος και του είπε: «Αν χρειάζεσαι τη βοήθεια κάποιου φίλου...». Τούτο σημαίνει πως ο θάνατος δεν ήταν για εκείνον κάτι φοβερό ούτε και οδυνηρό. Εμείς, όμως, που απ' αυτόν κληρονομήσαμε το ραβδί του φιλοσόφου, ξέρουμε θετικότερα πως ο θάνατος είναι κακό πράγμα και μπορούμε να πούμε πως η αρρώστια είναι ακόμα πιο φοβερή από τον θάνατο, αλλά και το να κρυώνεις είναι ακόμη πιο οδυνηρό από την αρρώστια. Γι' αυτό και τον άρρωστο τον περιποιούνται τόσο, ώστε μερικές φορές η αρρώστια του καταντά ευχαρίστηση, ιδιαίτερα μάλιστα όταν είναι πλούσιος. Έτσι, μα τον Δία, απόρησα κάποτε που είδα ανθρώπους να αισθάνονται πιο άνετα, όταν αρρωσταίνουν, παρά όταν είναι καλά, παρ' όλο που ζούσαν με μεγαλοπρέπεια και με όλα τα καλά τους. Έφτασα, μάλιστα, μέχρι το σημείο να πω σε ορισμένους φίλους μου πως τους ταιριάζει καλύτερα η κατάσταση του υπηρέτη παρά του αφέντη, και θα ήταν προτιμότερο να ζούσαν φτωχοί, γυμνοί σαν τον κρίνο, παρά με όλα τα πλούτη που έχουν τώρα· έτσι θα σταματούσαν τουλάχιστον να είναι συνέχεια άρρωστοι και χαϊδεμένοι ταυτόχρονα. Γιατί είναι γεγονός πως υπάρχουν μερικοί που το θεωρούν ωραίο πράγμα όταν αρρωσταίνουν να νοσηλεύονται επιδεικτικά. Ο άνθρωπος, όμως, που υποφέρει από το κρύο και με κόπο ανέχεται τη ζέστη, δεν βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση από τον ασθενή; Γιατί υποφέρει χωρίς να έχει γιατρειά.
Ας αναφέρουμε όμως εδώ δημόσια όσα διδαχτήκαμε από τους δασκάλους μας για τους κυνικούς, εξετάζοντας εκείνους που ασπάζονται τούτο τον τρόπο ζωής. Αν τώρα κατορθώσω να τους πείσω, γνωρίζω πολύ καλά πως οι σημερινοί οπαδοί του Κυνισμού δεν πρόκειται να γίνουν χειρότεροι· αν πάλι δεν τους πείσω και κατορθώσουν να επιδείξουν κάποια πράξη σοβαρή και αξιόλογη, που θα αντικρούσει τον λόγο μου, όχι όμως με λόγια αλλά με έργα, δεν πιστεύω πως ο λόγος μου θα τους σταθεί εμπόδιο. Αν τέλος, από λαιμαργία ή μαλθακότητα ή -για να πω το κυριότερο με δυο λόγια- από δουλικότητα προς τις σωματικές απολαύσεις, αρχίσουν να υποτιμούν όσα λέω και το γυρίσουν εκ των προτέρων στην ειρωνεία -όπως κάνουν κάποτε τα σκυλιά που κατουρούν μπροστά στις πόρτες των σχολείων ή των δικαστηρίων- τότε «τον Ιπποκλείδη δεν τον νοιάζει»*· έτσι κι εμάς λίγο μας ενδιαφέρει η κυνική συμπεριφορά τους. Ας γυρίσουμε όμως τώρα εκεί απ' όπου ξεκινήσαμε, για ν' αναπτύξουμε το θέμα μας με κάποια σειρά, ώστε αποδίδοντας στο κάθε ζήτημα την αξία που του ταιριάζει, καλύτερα να επιτύχουμε εμείς τον σκοπό μας κι εσείς ευκολότερα να με παρακολουθήσετε. Έτσι λοιπόν, αφού ο Κυνισμός έτυχε να είναι φιλοσοφικό σύστημα, όχι το χειρότερο και το πιο δυσφημισμένο αλλά εφάμιλλο με τα καλύτερα, πρέπει να πούμε πρώτα μερικά λόγια για την ίδια τη φιλοσοφία.
[* Ο Κλεισθένης που ήθελε να διαλέξει τον καλύτερο γαμπρό για την κόρη του, έδωσε ένα δείπνο όπου κάλεσε όλους του υποψήφιους. Σ' αυτό, ο Ιπποκλείδης παρ' ότι ήταν μέχρι εκείνη τη στιγμή επικρατέστερος, ήπιε πολύ, ήρθε στο κέφι κι άρχισε να χορεύει με άσεμνο τρόπο. Ο Κλεισθένης τότε του είπε πως εκείνος ο χορός θα του στοίχιζε τον γάμο κι ο Ιπποκλείδης αποκρίθηκε με την φράση που έκτοτε έμεινε παροιμιώδης: «Ου φροντίς Ιπποκλείδη».]
Η δωρεά που οι θεοί πρόσφεραν στους ανθρώπους με τη μεσολάβηση του Προμηθέα, η λαμπρή φωτιά που προέρχεται από τον Ήλιο και εν μέρει από τον Ερμή, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο νους και η λογική. Γιατί είναι αλήθεια πως ο Προμηθέας -η Πρόνοια δηλαδή που κυβερνά κάθε τι θνητό και εμφύσησε στη φύση, σαν πρώτη αρχή, μια πνοή θερμότητας- μετέδωσε στα πάντα την άυλη λογική. Το κάθε τι πήρε τη μερίδα που μπορούσε: Τα άψυχα πήραν μόνο την εξωτερική εμφάνιση, τα φυτά τη σωματική υπόσταση, τα ζώα την ψυχή· ο άνθρωπος όμως πήρε ψυχή λογική. Υπάρχουν μερικοί που νομίζουν πως όλ' αυτά τα είδη είναι από φυσικού τους όμοια· άλλοι πάλι, πως διαφέρουν κατά το γένος. Δεν ήρθε όμως ακόμα η στιγμή να τα εξετάσουμε, ή μάλλον δεν πρόκειται να εξετάσουμε σ' αυτό τον λόγο παρά μόνο το αν είναι η φιλοσοφία -όπως υποθέτουν μερικοί- τέχνη των τεχνών και επιστήμη των επιστημών ή αν είναι το «να μοιάσουμε στους θεούς κατά το μέτρο του δυνατού», ή αν μπορεί να τη θεωρήσει κάποιος πως είναι, όπως το είπε ο Πύθιος θεός, το «γνώθι σαυτόν». Εξ άλλου δεν απομακρυνόμαστε από το θέμα μας, γιατί όλα τούτα είναι σχετικά μεταξύ τους και στενά συνδεδεμένα.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το «γνώθι σαυτόν», γιατί πρόκειται ακριβώς για θεϊκή εντολή. Εκείνος, λοιπόν, που γνωρίζει τον εαυτό του, γνωρίζει και την ψυχή και το σώμα του. Αλλά δεν αρκεί να γνωρίζει μόνο πως ο άνθρωπος είναι μια ψυχή που χρησιμοποιεί ένα σώμα, παρά να δει και από τι αποτελείται τούτη η ψυχή και στη συνέχεια να εξετάσει τι δυνατότητες έχει. Αλλά ούτε κι αυτό θα του είναι αρκετό· θα πρέπει να ερευνήσει αν υπάρχει μέσα μας κάποιο στοιχείο ανώτερο από την ψυχή, στοιχείο που, παρ' ότι δεν γνωρίζουμε τι είναι, έχουμε την πεποίθηση και πιστεύουμε πως είναι κάτι θεϊκό, και όλοι μας υποθέτουμε πως έχει την έδρα του στον ουρανό. Προχωρώντας, θα μπορέσει να ερευνήσει και την ουσία του σώματος, αν δηλαδή είναι απλή ή σύνθετη· συνεχίζοντας θα μελετήσει την αρμονία του και τα ευαίσθητα σημεία του καθώς και τις δυνατότητές του και γενικά όλα όσα χρειάζονται για τη διατήρησή του. Ύστερα θα στρέψει την προσοχή του προς τις βασικές αρχές ορισμένων επιστημών, που βοηθούν στη συντήρηση του σώματος, όπως η ιατρική, η γεωργία και μερικές άλλες. Οπωσδήποτε, όμως, δεν θα πρέπει να αγνοήσει τελείως και κάποια από εκείνα τα άχρηστα και περιττά, εφόσον και τούτα έχουν σκοπό να εξυπηρετούν την ευαισθησία της ψυχής. Πάντως δεν θα επιμείνει πολύ σ' αυτό το σημείο, γιατί θα το θεωρήσει υποτιμητικό και θα αποφύγει να ερευνήσει εκείνα που φαίνονται πως χρειάζονται πολύ κόπο· συνολικά, δεν θα αγνοήσει ούτε σε τι συνίστανται ούτε σε ποιο μέρος της ψυχής ταιριάζουν. Σκέψου, τώρα, η εντολή «γνώθι σαυτόν» πόσες επιστήμες και πόσες τέχνες απαιτεί, ενώ ταυτόχρονα περιλαμβάνει και τις παγκόσμιες αρχές· αφ' ενός δηλαδή τα θεϊκά στοιχεία τα οποία προέρχονται από το θεϊκό κομμάτι που υπάρχει μέσα μας και αφ' ετέρου τα θνητά στοιχεία τα οποία προέρχονται από την ίδια μας τη φύση που είναι θνητή. Εξ άλλου, σύμφωνα με τον χρησμό της Πυθίας, ο άνθρωπος είναι πλάσμα που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο καταστάσεις: Τη θνητή ως προς το άτομό του, και την αθάνατη ως προς το σύνολο, και ότι, ενώ είναι ένας, ταυτόχρονα αποτελείται από ένα μέρος θνητό και ένα αθάνατο.
Το να μοιάσουμε με τον θεό δεν σημαίνει τίποτ' άλλο παρά το να αποκτήσουμε την ανώτατη γνώση για τα όντα, στην οποία μπορούν να φτάσουν οι άνθρωποι. Η ανάπτυξη που θα κάνω αμέσως πιο κάτω, θα σας το αποδείξει. Δεν μακαρίζουμε τους θεούς ούτε για τα πλούτη τους ούτε για τους θησαυρούς τους ούτε για κανένα άλλο προσόν απ' όσα συγκαταλέγουμε ανάμεσα στα αγαθά, αλλά για εκείνο που λέει ο Όμηρος: «Οι θεοί τα γνωρίζουν όλα». Και αλλού πάλι σχετικά με τον Δία: «Μα ο Δίας, που πρώτος γεννήθηκε, ήξερε τα περισσότερα». Γιατί, ως προς τη γνώση, διαφέρουν από εμάς οι θεοί. Και το μεγαλύτερο ίσως καλό που έχουν είναι ότι γνωρίζουν τον εαυτό τους. Και επειδή η ουσία τους είναι ανώτερη από τη δική μας, με το να γνωρίζουν τον εαυτό τους, υπερέχουν και στη γνώση του καλού. Ας μην επιχειρήσει κανείς να χωρίσει την επιστήμη σε πολλούς κλάδους ή να τη διαιρέσει σε πολλά μέρη· το κυριότερο, να μην προσπαθήσει να παρουσιάσει σαν πολλά ό,τι είναι ένα. Γιατί όπως η αλήθεια είναι μία, το ίδιο είναι και η φιλοσοφία. Ας μη μας φαίνεται παράξενο, λοιπόν, ότι φτάνουμε σ' αυτήν από πολλούς δρόμους. Γιατί αν κάποιος ξένος ή, μα τον Δία, κάποιος από τους παλιούς, ήθελε να γυρίσει στην Αθήνα, θα μπορούσε να πάει είτε από ξηρά είτε από θάλασσα. Αν τώρα πήγαινε από ξηρά, μπορούσε να πάρει ή τον μεγάλο δημόσιο δρόμο ή τους μικρούς, τους συντομότερους. Μπορούσε φυσικά να πάει και με καράβι, ταξιδεύοντας γιαλό γιαλό ή και να μιμηθεί τον γέροντα της Πύλου «κόβοντας απ' τ' ανοιχτά».
Και μη μου πείτε πως μερικοί απ' όσους ήρθαν από τους δρόμους τούτους περιπλανήθηκαν και πως, μια και στάθηκαν κάπου αλλού, είτε γιατί τους έκανε κέφι είτε γιατί νόμισαν πως έπρεπε να σταθούν είτε γιατί τους τράβηξε κάτι άλλο -όπως η Κίρκη ή οι Λωτοφάγοι- αρνήθηκαν στη συνέχεια να συνεχίσουν τον δρόμο τους και να φτάσουν στο τέρμα του. Δεν έχει παρά να σκεφτεί κανείς τους αρχηγούς της κάθε σχολής, και θα διαπιστώσει πως συμφωνούν όλοι. Έτσι, ενώ ο θεός των Δελφών προστάζει «γνώθι σαυτόν», ο Ηράκλειτος λέγει: «Αναζήτησα τον εαυτό μου».
Όμως ο Πυθαγόρας και οι διάδοχοι του μέχρι τον Θεόφραστο, όλοι ζητούν, όπως άλλωστε και ο Αριστοτέλης, να μοιάσουμε όσο γίνεται στον θεό, γιατί κάποτε γινόμαστε εμείς αυτό που ο θεός είναι πάντα. Είναι γελοίο να ισχυριζόμαστε πως ο θεός δεν γνωρίζει τον εαυτό του -γιατί δεν θα ήξερε τίποτε για τους άλλους, αν αγνοούσε τον εαυτό του. Επομένως, ο θεός είναι τα πάντα, εφόσον μέσα στον ίδιο τον εαυτό του και κοντά του βρίσκεται η αρχή όλων των όντων, είτε είναι η αιώνια αρχή των αθάνατων όντων είτε η αρχή των θνητών όντων, που δεν είναι εφήμερη ή συμπτωματική, αλλά αιώνια και μόνιμη και που προδικάζει τη συνεχή γένεσή τους. Αλλά το θέμα τούτο είναι πολύ μεγάλο.
Είναι αναμφισβήτητο γεγονός πως η αλήθεια είναι μία και η φιλοσοφία μία, και την υπηρετούν όλοι εκείνοι που ανέφερα προ ολίγου, καθώς και εκείνοι, που αρμόζει τώρα ν' αναφέρω με το όνομά τους· εννοώ τους οπαδούς του Κιτιέα -αυτούς οι οποίοι, επειδή είδαν πως οι πόλεις απεχθάνονταν την απόλυτη και ειλικρινή ελευθερία που πρεσβεύει η θεωρία του Κυνισμού, την κάλυψαν, νομίζω, κάτω από τον μανδύα της οικιακής οικονομίας, της διαχείρισης των πραγμάτων, των συζυγικών σχέσεων και της ανατροφής των παιδιών, έτσι ώστε να φανεί πως η θεωρία αυτή προφυλάσσει κατά κάποιο τρόπο τις πόλεις. Και το ότι ανακεφαλαιώνουν τη φιλοσοφία τους στο δίδαγμα «γνώθι σαυτόν», φαίνεται όχι μόνο από τα συγγράμματά τους, αλλ' ακόμη περισσότερο από τον τελικό σκοπό που επιδιώκει η φιλοσοφία τους. Γιατί τελικός σκοπός είναι να ζει κανείς σύμφωνα με τη φύση, πράγμα που δεν μπορείς να επιτύχεις, αν δεν γνωρίζεις ποιος είσαι και ποια είναι η ίδια σου η φύση· ο άνθρωπος που αγνοεί τον εαυτό του δεν ξέρει ασφαλώς τι του ταιριάζει να κάνει, όπως εκείνος που αγνοεί τις ιδιότητες του σιδήρου, δεν ξέρει αν το σίδερο κόβει ή όχι, ούτε πώς πρέπει να το κατεργαστεί για να εκπληρώσει τον σκοπό του. Εν πάση περιπτώσει, η φιλοσοφία είναι μία, και όλοι οι φιλόσοφοι, μπορούμε να πούμε, επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό και τον επιτυγχάνουν παίρνοντας ο καθένας διαφορετικούς δρόμους. Για το θέμα τούτο αρκούν όσα είπαμε.
Ας ερευνήσουμε όμως τώρα τι είναι Κυνισμός. Αν οι συγγραφείς είχαν γράψει τα συγγράμματα τους με περισσότερη σοβαρότητα και όχι παίζοντας, θα έπρεπε να τους ακολουθήσουμε και να προσπαθήσουμε να αποδείξουμε τις αντιλήψεις μας στην πράξη. Και αν -πράγμα αδύνατο- αποδεικνύονταν σύμφωνες με εκείνες των αρχαίων, δεν θα μπορούσε κανείς να μας κατηγορήσει πως οι αποδείξεις μας είναι ψεύτικες· σε αντίθετη περίπτωση, θα έπρεπε να τις απορρίψουμε βουλώνοντας τ' αφτιά μας, όπως έκαναν οι Αθηναίοι για τα ψεύτικα αρχεία που περιείχε το Μητρώο*. Ωστόσο δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο, όπως είπα. Έτσι, σχετικά με μερικές τραγωδίες που αποδίδουν στον Διογένη, λένε πως τις έγραψε κάποιος ονόματι Φιλίσκος από την Αίγινα. Αλλά και αν ακόμη τις είχε γράψει ο Διογένης, δεν είναι καθόλου παράδοξο ο φιλόσοφος αυτός να αστειευόταν -γιατί πολλοί φιλόσοφοι το έχουν κάνει. Λένε μάλιστα πως και ο Δημόκριτος γελούσε, όταν έβλεπε πως οι άνθρωποι τα έπαιρναν όλα στα σοβαρά.
[* Το Μητρώο ήταν ο ναός που έχτισαν οι Αθηναίοι προς τιμή της μητέρα των θεών, Κυβέλης, λίγο μετά ίσως από τους Περσικούς Πολέμους, οπότε και εισήχθη η λατρεία της φρυγικής αυτής θεότητας. Το Μητρώο βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, κοντά στη Βουλή των πεντακοσίων κι απέναντι του στέκονταν τα αγάλματα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα. Στον ναό φυλάγονταν τα δημόσια γράμματα και οι νόμοι καθώς και ο κατάλογος στον οποίο καταγράφονταν οι Αθηναίοι πολίτες.]
Ας μην πιανόμαστε, λοιπόν, από τα αστεία τους, όπως εκείνοι που δεν έχουν διάθεση να μάθουν κάτι στα σοβαρά. Αυτοί μόλις φτάσουν σε κάποια πλούσια πόλη, γεμάτη ναούς όπου τελούνται ένα σωρό μυστικές ιεροτελεστίες, και όπου χιλιάδες ιερείς μένουν στους ιερούς τόπους, γι' αυτόν τον σκοπό, για να διατηρήσουν δηλαδή παντού την ίδια αγνότητα που υπάρχει μέσα στους ναούς, πιάνουν και βγάζουν έξω από την πόλη κάθε τι περιττό, αηδιαστικό και κακό, δηλαδή τα δημόσια λουτρά, τα κακόφημα κέντρα και τα καπηλειά, με δυο λόγια όλα τα κέντρα αυτού του είδους, όταν φτάνουν λοιπόν σε τέτοια μέρη, δεν μπαίνουν μέσα! Αν όμως συναντήσεις στον δρόμο τέτοια κέντρα, και φανταστείς πως αυτό είναι η πόλη, είναι ανοησία να τ' αποφύγεις, αλλά πολύ χειρότερο είναι να μείνεις σ' αυτές τις συνοικίες, ενώ «μπορείς, αν υψωθείς λιγάκι, να δεις τον Σωκράτη» -για να μεταχειριστώ τα ίδια τα λόγια του Αλκιβιάδη στο εγκώμιο του για τον Σωκράτη. Και θα πω ακόμη πως η κυνική φιλοσοφία «μοιάζει απαράλλαχτα με τα αγάλματα των Σειληνών, που εκθέτουν οι γλύπτες στα εργαστήριά τους και όπου παριστάνονται οι Σειληνοί με τον αυλό ή τη φλογέρα. Αν όμως τα σπάσεις, θα φανούν από μέσα αγάλματα θεών». Ας μην την πάθουμε λοιπόν έτσι κι εμείς, παίρνοντας στα σοβαρά όσα έγραψε ένας φιλόσοφος παίζοντας -γιατί παρ' όλο που και τα αστεία έχουν την ωφέλειά τους, ο Κυνισμός είναι κάτι διαφορετικό που θα προσπαθήσω αμέσως να σας το αποδείξω. Ας ακολουθήσουμε λοιπόν τα γεγονότα, όπως τα λαγωνικά ακολουθούν το θήραμα.
Είναι δύσκολο να βρούμε τον ιδρυτή, στον οποίο αποδίδεται η βάση τούτης της φιλοσοφίας, αν και μερικοί νομίζουν πως ταιριάζει να την αποδώσουμε στον Αντισθένη ή στον Διογένη. Ο Οινόμαος πάντως φαίνεται πως λέει, και πολύ σωστά, πως «Κυνισμός δεν είναι ούτε Αντισθενισμός ούτε Διογενισμός». Έτσι ο σπουδαιότεροι κυνικοί υποστηρίζουν πως ο μεγάλος Ηρακλής, εκτός απ' όλα τα άλλα που μας έκανε, έδωσε στους ανθρώπους το τελειότερο παράδειγμα ενός τέτοιου τρόπου ζωής. Εγώ πάντως, επειδή θέλω να μιλώ πάντα με σεβασμό για τους θεούς και για όσους πορεύτηκαν τον δρόμο των θεών, πιστεύω πως και πριν απ' αυτόν -όχι μόνο στους Έλληνες αλλά και στους βαρβάρους- υπήρχαν άνθρωποι που πρέσβευαν τούτη τη φιλοσοφία, που είναι, νομίζω, παγκόσμια και απόλυτα φυσική και δεν απαιτεί ιδιαίτερη μελέτη. Φτάνει μόνο να διαλέξεις τα καλύτερα, από αγάπη προς την αρετή και αποστροφή προς το κακό· δεν χρειάζεται να ανοίξεις χιλιάδες συγγράμματα, επειδή, όπως λένε, «η μόρφωση δεν κάνει τον άνθρωπο». Άλλωστε δεν πρόκειται να ασπαστείς κάποια φιλοσοφική αρχή διαφορετική από εκείνη που υιοθετούν όλες οι υπόλοιπες φιλοσοφικές σχολές. Φτάνει να ακολουθήσεις τις δυο συμβουλές του Πύθιου θεού: «Γνώθι σαυτόν» και «παραχάραττε το νόμισμα».
Εγώ πάντως έχω τη γνώμη πως ο μεγαλύτερος φιλόσοφος, εκείνος στον οποίο, όπως νομίζω, οφείλουν οι Έλληνες όλα τα καλά, ο οδηγός όλων μας, ο νομοθέτης και ο βασιλιάς, είναι ο θεός των Δελφών. Και όπως δεν ήταν δυνατόν να του ξεφεύγει τίποτα, έτσι δεν του ήταν άγνωστες οι ικανότητες του Διογένη. Του έδωσε τη συμβουλή του, χωρίς να μετατρέψει τα λόγια του σε στίχους, όπως έκανε για τους άλλους, αλλά του έδειξε συμβολικά τι θέλει με δυο λέξεις, και του είπε: «Παραχάραξε το νόμισμα». Όσο για το «γνώθι σαυτόν», δεν είναι ο Διογένης ο πρώτος στον οποίο το είπε· το έχει πει και το λέει και στους άλλους, με τη φράση που είναι γραμμένη, νομίζω, στην είσοδο του ναού. Βρήκαμε, λοιπόν, ποιος είναι ο ιδρυτής τούτης της φιλοσοφίας, όπως ακριβώς το λέει κάπου ο υπέροχος Ιάμβλιχος και ξέρουμε επίσης ότι ανώτατοι εκπρόσωποι ήταν ο Αντισθένης, ο Διογένης και ο Κράτης. Σκοπό και ιδανικό στη ζωή τους είχαν, νομίζω, να γνωρίσουν τον εαυτό τους, να περιφρονούν τη ματαιοδοξία και ν' αναζητούν με όλη τη δύναμη του μυαλού τους την αλήθεια -«τη βάση δηλαδή όλων των αγαθών», όπως λένε «και για τους θεούς και για τους ανθρώπους». Για χάρη της, νομίζω, ο Πλάτων, ο Πυθαγόρας, ο Σωκράτης, οι περιπατητικοί, όπως και ο Ζήνων, υπέμειναν τόσα βάσανα, γιατί ήθελαν να γνωρίσουν τον εαυτό τους χωρίς ματαιοδοξία, αλλά αναζητώντας την αλήθεια που υπάρχει στα όντα.
Φαίνεται, λοιπόν, πως ο Πλάτων δεν είχε σκοπούς διαφορετικούς από τον Διογένη, αλλά τους ίδιους ακριβώς, και αν ρωτούσε κάποιος τον σοφό Πλάτωνα: «Τί αξία δίνεις στο “γνώθι σαυτόν”;», ξέρω καλά πως θα απαντούσε: «Την ανώτατη αξία» -και αυτό το λέει στο «Αλκιβιάδης». Μετά απ' αυτό, πες μας τώρα, θεϊκέ Πλάτωνα, απόγονε των θεών, τι στάση πρέπει να κρατάμε μπροστά στη γνώμη των πολλών; Η απάντησή του θα ήταν η ίδια και θα πρόσθετε ακόμη για μας την εντολή να διαβάσουμε ολόκληρο τον διάλογο του «Κρίτωνα», όπου φαίνεται πως ο Σωκράτης μας συμβουλεύει να μη σκοτιζόμαστε για τέτοια πράγματα. Λέγει, για παράδειγμα: «Γιατί, καλέ μου Κρίτωνα, να ανησυχούμε τόσο για τη γνώμη του κόσμου;». Και εμείς, παραβλέποντας όλα αυτά, προσπαθούμε να υψώσουμε ένα τείχος, θα έλεγα, ανάμεσα σ' αυτούς τους ανθρώπους, και να χωρίσουμε τον ένα από τον άλλον, αυτούς τους οποίους ένωνε το πάθος για την αλήθεια, η περιφρόνηση για τη δόξα και ο κοινός ζήλος για την αρετή! Επειδή, λοιπόν, ο Πλάτωνας διάλεξε να αναπτύξει τη θεωρία του με λόγια, ενώ ο Διογένης περιορίστηκε στις πράξεις, πρέπει τάχα γι' αυτό να τον υποτιμάτε; Προσέξτε μήπως αυτός ακριβώς είναι ο καλύτερος τρόπος, εφόσον και ο Πλάτων είναι φανερό πως αποκηρύσσει τα έργα του, όταν λέει: «Δεν υπάρχει έργο του Πλάτωνα, και ούτε θα υπάρξει. Αυτά που θεωρούνται δικά του είναι του Σωκράτη, ανθρώπου ωραίου και νέου». Γιατί λοιπόν να μην κρίνουμε τον Κυνισμό από τις πράξεις του Διογένη;
Εφόσον λοιπόν το σώμα αποτελείται από διάφορα μέρη, όπως μάτια, πόδια, χέρια, στα οποία προστίθενται επιπλέον τα μαλλιά, τα νύχια, οι ακαθαρσίες, και όλα τα περιττώματα, που χωρίς αυτά δεν μπορεί να υπάρξει ανθρώπινο σώμα, δεν είναι γελοίο να θεωρούμε σαν μέρη του σώματος τα μαλλιά, τα νύχια, τις ακαθαρσίες και τα βρομερά απομεινάρια, και όχι τα πιο πολύτιμα και σπουδαιότερα όργανα, όπως είναι τα όργανα των αισθήσεων και πάλι μεταξύ αυτών, εκείνα που έχουν μεγαλύτερη σχέση με τη σκέψη, όπως τα μάτια και τ' αυτιά; Γιατί τούτα τα όργανα είναι που βοηθούν κυρίως την ψυχή να σκέφτεται, είτε είναι χωμένη μέσα σ' αυτά -γιατί έχει την ικανότητα αμέσως να καθαρίζεται χάρη στην αναλλοίωτη αρχική δύναμη του νου- είτε, αν όπως πιστεύουν ορισμένοι, διοχετεύεται στο σώμα μέσα από τα όργανα, σαν μέσα από σωλήνες. Και έτσι, καθώς λένε, χάρη στη συγκέντρωση των αισθήσεων που παίρνει από κάθε μέρος του σώματος και στην εναπόθεσή τους μέσα στη μνήμη, γεννά η ψυχή τις γνώσεις. Εγώ τουλάχιστον νομίζω πως δεν μπορούμε να έχουμε αντίληψη των αισθητών αντικειμένων δίχως τούτο το κριτήριο, είτε ατελές είναι είτε τέλειο, αλλά οπωσδήποτε δεσμευμένο από ένα σωρό άλλα στοιχεία, και ότι αυτό μας δημιουργεί την αντίληψη του έξω κόσμου. Τούτη η συζήτηση όμως δεν αφορά το σημερινό μου θέμα, και γι' αυτό ας επανέλθουμε στα μέρη από τα οποία αποτελείται η φιλοσοφία.
Πραγματικά φαίνεται πως οι Κυνικοί -καθώς και ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων- πίστευαν ότι αποτελείται από δυο μέρη, το θεωρητικό και το πρακτικό, διότι φυσικά παρατήρησαν και αντιλήφθηκαν πως ο άνθρωπος είναι πλασμένος για την πράξη και για τη γνώση. Το αν έστρεψαν τη φυσική προς τη θεωρία, αυτό δεν έχει σχέση με όσα λέγω. Γιατί και ο Σωκράτης, είναι αλήθεια, όπως και πολλοί άλλοι, τη μεταχειρίστηκαν, φαίνεται, πάρα πολύ, αλλά με μοναδικό σκοπό να φτάσουν στην πρακτική. Σκέφτηκαν δηλαδή πως το «γνώθι σαυτόν» απαιτεί να μάθεις ακριβώς τι πρέπει να αποδώσεις στην ψυχή και τι στο σώμα, και πολύ σωστά έδωσαν τα πρωτεία στην ψυχή και στο σώμα την υποταγή. Γι' αυτό τους βλέπουμε να ενδιαφέρονται για την αρετή, την εγκράτεια, τη μετριοφροσύνη, την αξιοπρέπεια και να προσπαθούν να αποβάλουν τον φθόνο, τη δειλία και τη δεισιδαιμονία. Εμείς όμως δεν πρέπει να τους φανταζόμαστε έτσι, αλλά να έχουμε υπόψη μας ότι αστειεύονται και «διακυβεύουν τα μεγαλύτερα αγαθά37», όταν περιφρονούν έτσι το σώμα. Και τούτο ακριβώς εννοούσε ο Σωκράτης όταν έλεγε «η φιλοσοφία είναι η προετοιμασία για τον θάνατο». Εφαρμόζοντας καθημερινά στην πράξη τούτη την αρχή, οι άνθρωποι αυτοί κάθε άλλο παρά αξιοζήλευτοι μας φαίνονται αλλά αντίθετα δυστυχισμένοι και τελείως ανόητοι· διότι, για ποιο λόγο, μα την αλήθεια, τα υπομένουν όλα τούτα; Το είπες μόνος σου: Από κενοδοξία! Και πώς μπορούσαν οι άλλοι να τους βλέπουν, να τρώνε ωμά κρέατα; Ούτε εσύ ο ίδιος, το ανέχεσαι. Και όμως, τέτοιου ανθρώπου το ντύσιμο και το χτένισμα μιμείσαι -όπως ακριβώς τους παριστάνουν οι ζωγραφιές- και φαντάζεσαι πως τούτο που εσύ ο ίδιος δεν εγκρίνεις, είναι δυνατόν να αρέσει στον κόσμο; Κι αν ένας δυο τότε τους επαινούσαν, χιλιάδες άλλοι αηδίαζαν και τους ερχόταν εμετός και δεν μπορούσαν να φάνε, αν δεν τους συνέφερναν οι υπηρέτες τους με ωραίες μυρωδιές, αρώματα και γλυκά· τόσο ο περιβόητος εκείνος ήρωας είχε καταπλήξει με τις ανόητες πράξεις του ανθρώπους τέτοιους «σαν τους σημερινούς θνητούς», παρ' ότι δεν ήταν ποταπός, μα τους θεούς, για όποιον θα τον έκρινε σύμφωνα με το πνεύμα του Διογένη. Έτσι λένε και για τον Σωκράτη, ότι ακολούθησε τον δρόμο της αυτοκριτικής, νομίζοντας πως εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του απέναντι στον θεό, εφαρμόζοντας δηλαδή τον χρησμό που του είχε δοθεί· το ίδιο, νομίζω, έκανε και ο Διογένης που ήξερε ότι η φιλοσοφική του θεωρία κατάγεται από την Πυθία, και θεωρούσε πως έπρεπε τα πάντα να ελέγχονται στην πράξη, και να μην επηρεάζεται από τις γνώμες των άλλων, που μπορεί να είναι είτε σωστές είτε λανθασμένες. Σε κανέναν, λοιπόν, δεν είχε εμπιστοσύνη ο Διογένης, ούτε στα λόγια του Πυθαγόρα ούτε σε κανέναν άλλο ισάξιο με τον Πυθαγόρα" διότι μόνο τον θεό και κανέναν άλλο δεν παραδεχόταν για ιδρυτή της φιλοσοφίας. Μα τι σχέση έχουν αυτά, θα μου πεις, με το να φας ένα χταπόδι; Θα σου το εξηγήσω.
Μερικοί έχουν τη γνώμη ότι η σαρκοφαγία ταιριάζει στην ανθρώπινη φύση, άλλοι όμως σκέπτονται πως δεν ταιριάζει καθόλου στον άνθρωπο, και γι' αυτό το θέμα έχουν ειπωθεί πολλά. Και αν δεν βαρεθείς, μπορείς να βρεις πληθώρα βιβλίων πάνω στο θέμα. Ο Διογένης τα απορρίπτει όλα τούτα. Και να ποιος είναι ο συλλογισμός του: Αν φάει κάποιος κρέας χωρίς να το μαγειρέψει -όπως κάνουν φυσικά όλα τα υπόλοιπα ζώα, επειδή έτσι είναι πλασμένα από τη φύση- και δεν τον ενοχλήσει ή δεν αρρωστήσει, αντίθετα διαπιστώσει μάλλον πως τον ωφελεί, τούτο σημαίνει, κατά τον Διογένη, πως η σαρκοφαγία ταιριάζει απόλυτα στην ανθρώπινη φύση· αν όμως τον πειράξει, σημαίνει, κατά τη γνώμη του, ότι η τροφή τούτη δεν είναι για τον άνθρωπο και δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να τη φάει. Αν τούτη η εξήγηση φανεί ίσως υπερβολική, να και μια άλλη που ταιριάζει περισσότερο στον Κυνισμό, αν κρίνω μάλιστα από τον σκοπό που επιδιώκει. Τούτος ο σκοπός είναι η αταραξία -πράγμα που ισοδυναμεί με το να γίνεις θεός. Ο Διογένης, λοιπόν, επειδή αισθανόταν ίσως τον εαυτό του ατάραχο στο κάθε τι και τον έπιανε ναυτία μόνον όταν έτρωγε κρέας ωμό, επηρεασμένος μάλλον από την κοινή γνώμη και όχι από κάποια λογική αιτία. Εξ άλλου το χταπόδι, όπως όλα τα θαλασσινά, δεν έχει αίμα, ενώ τα οστρακόδερμα είναι πλάσματα ζωντανά -επομένως και χαίρονται και πονούν, όπως όλα τα ζωντανά πλάσματα. Για να μην αναφέρω εκείνο που λέγει ο Πλάτων, ότι δηλαδή και τα φυτά είναι ζωντανά, επειδή δεν μας αφορά στη συγκεκριμένη στιγμή. Γεγονός είναι πως ο Διογένης δεν έκανε κάποια απρέπεια, ούτε και κάτι παράνομο ή ασυνήθιστο, και το μόνο που μπορούμε να εξετάσουμε στην προκειμένη περίπτωση είναι το σκληρό ή το μαλακό και η απόλαυση ή η απέχθεια στην κατάποση -αυτά που λέγω είναι, πιστεύω, πολύ απλά για όποιον είναι σε θέση να παρακολουθήσει μια συζήτηση. Συνεπώς, δεν είναι το ότι τρώει ωμό κρέας εκείνο που σας αηδιάζει, εφόσον κι εσείς το ίδιο κάνετε όταν τρώτε όχι μόνο ζώα που δεν έχουν αίμα αλλά κι εκείνα που έχουν. Δεν διαφέρετε ίσως από τον Διογένη παρά μόνο ως προς την πεποίθηση του πως τα κρέατα πρέπει να τρώγονται όπως είναι στη φυσική τους κατάσταση, ενώ εσείς, για να τα νοστιμίσετε, βάζετε αλάτι και διάφορα άλλα καρυκεύματα, παραβιάζοντας τη φύση. Αρκετά, όμως, πάνω σ' αυτό το θέμα.
Η τελική επιδίωξη της κυνικής φιλοσοφίας, όπως άλλωστε κάθε φιλοσοφίας, είναι η ευτυχία. Η ευτυχία συνίσταται στο να ζεις σύμφωνα με τη φύση και όχι όπως θέλει ο πολύς κόσμος. Διότι για τα φυτά, όπως και για τα ζώα, λέμε πως πάνε καλά, όταν καθένα κατορθώσει να αναπτυχθεί χωρίς εμπόδια, όπως το όρισε η φύση. Αλλά και για τους θεούς ευτυχία σημαίνει να βρίσκονται στη φυσική τους κατάσταση και να είναι ανεξάρτητοι. Έτσι, λοιπόν, ούτε στους ανθρώπους ταιριάζει ν' αναζητούν αλλού το μυστικό της ευτυχίας. Άλλωστε ούτε ο αετός ούτε το πλατάνι ούτε κανένα άλλο από τα ζωντανά πλάσματα ή τα φυτά, ενδιαφέρεται αν τα φτερά ή τα φύλλα του είναι χρυσαφιά, ούτε αν τα κλωνάρια του είναι ασημιά, ούτε αν έχει το πίσω νύχι ή τα σπιρούνια του σιδερένια ή ατσάλινα. Αντίθετα, αισθάνονται ευτυχισμένα, όταν τα στολίδια που τους έδωσε εξ αρχής η φύση είναι γερά και κατάλληλα να τους δίνουν ταχύτητα ή δύναμη. Δεν είναι λοιπόν γελοίο να προσπαθεί ένα ανθρώπινο πλάσμα να βρει την ευτυχία έξω από τον ίδιο τον εαυτό του, και να δίνει τόση σημασία στα πλούτη, στην καταγωγή, στη δύναμη των φίλων του και σ' όλα τα παρόμοια; Αν η φύση δεν μας είχε δώσει, όπως στα ζώα, τίποτ' άλλο εκτός από ένα σώμα και μια ψυχή σαν τη δική τους, δεν θα ζητούσαμε τίποτα περισσότερο και θα ήμαστε ικανοποιημένοι, όπως και τα ζώα, από τις σωματικές μας δυνατότητες και εκεί θα βρίσκαμε την ευτυχία. Εμείς όμως έχουμε ψυχή που δεν μοιάζει καθόλου με εκείνη που έχουν τα υπόλοιπα ζωντανά πλάσματα, είτε διότι διαφέρει εντελώς στην ουσία, είτε διότι έχει μεν την ίδια ουσία, είναι όμως ανώτερη ως προς την ενέργεια, όπως νομίζω το καθαρό χρυσάφι διαφέρει από εκείνο που είναι ανακατωμένο με άμμο· αυτό είναι αλήθεια, πως το υποστηρίζουν ορισμένοι σχετικά με την ψυχή. Εμείς, λοιπόν, αφού έχουμε συνείδηση πως είμαστε ανώτεροι από τα ζώα, στα οποία η φύση, σύμφωνα με τον μύθο του Πρωταγόρα, φέρθηκε σαν μητέρα με μεγαλύτερο ζήλο και μεγαλοδωρία, ενώ ο Δίας, αντί για όλα τούτα, μας έδωσε το μυαλό, πρέπει να τοποθετήσουμε την ευτυχία σ' αυτό το ανώτερο και σπουδαιότερο στοιχείο που υπάρχει μέσα μας.
Βάλε με τον νου σου τώρα, αν δεν ήταν πραγματικά τέτοια η ζωή που διάλεξε ο Διογένης, αυτός που έριχνε το σώμα του χωρίς περιορισμό σε όλες τις ταλαιπωρίες, για ν' αυξήσει τις σωματικές του δυνάμεις, και που δεν ζητούσε τίποτ' άλλο εκτός από το δικαίωμα να κάνει εκείνο που φαινόταν σύμφωνο με τις απαιτήσεις της λογικής. Όσο για τους σωματικούς μπελάδες που κουράζουν την ψυχή -γιατί τούτο το σάρκινο περίβλημα μας δίνει πολλές φορές τέτοιες ενοχλήσεις- ο Διογένης κάτι τέτοια ούτε καν τα υπολόγιζε. Τούτη η άσκηση έδωσε στον άνθρωπο τόση σωματική δύναμη, ώστε δεν την έχει θαρρώ κανείς απ' όσους αγωνίζονται για να κερδίσουν στεφάνια, και η ψυχή του έγινε τέτοια ώστε να γνωρίσει ευτυχία, όχι μικρότερη αλλά μεγαλύτερη και από εκείνη που γνώρισε ο Μεγάλος Βασιλιάς, για να εκφραστώ σαν τους Έλληνες όταν μιλούσαν για τον βασιλιά της Περσίας. Το θεωρείς τάχα μικρό πράγμα να ζει ένας άνθρωπος «δίχως πόλη, δίχως σπίτι, δίχως πατρίδα και λεφτά· να μην έχει ούτε δραχμή ούτε καν και υπηρέτη», μα ούτε και κριθαρόψωμο -που αρκούσε στον Επίκουρο για να λέει πως ήταν σαν τους θεούς ευτυχισμένος- και παρ' όλα αυτά να μην τα βάζει με τους θεούς, αλλά να ζει και να λέει πως ζει πιο ευτυχισμένος από εκείνον που οι άνθρωποι θεωρούν τον πιο καλότυχο; Αν δεν με πιστεύεις, δοκίμασε εσύ τέτοια ζωή, όχι όμως με λόγια αλλά με πράξη, και θα δεις. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν τώρα να αποδείξουμε τούτο τον συλλογισμό μας.
Πιστεύεις ότι η βάση όλων των αγαθών, για τα οποία μιλήσαμε παραπάνω, είναι η ελευθερία; Πώς μπορείς να το αρνηθείς, αφού οι θησαυροί, τα πλούτη, η υψηλή καταγωγή, η σωματική δύναμη, η ομορφιά, με δυο λόγια όλα τούτα τα αγαθά, χωρίς την ελευθερία δεν ανήκουν σ' αυτόν που νομίζει ότι τα έχει, αλλά σ' εκείνον που ανήκει αυτός ο άνθρωπος; Γιατί ποιον θεωρούμε δούλο; Μήπως εκείνον που μπορούμε ν' αγοράσουμε με τόσες δραχμές ή με δυο μνες ή με δέκα στατήρες χρυσού; Αυτός είναι οπωσδήποτε, θα μου πεις, πραγματικά δούλος. Είναι άραγε επειδή, για να τον αποκτήσουμε, πληρώσαμε λεφτά στον πωλητή; Σε μια τέτοια περίπτωση όμως όλοι εκείνοι οι αιχμάλωτοι πολέμου που τους εξαγοράσαμε με λύτρα, πρέπει να είναι επίσης δούλοι; Ενώ αντίθετα, ο νόμος τους δίνει την ελευθερία, αφού σώθηκαν και γύρισαν σπίτι τους, κι εμείς τους εξαγοράσαμε, όχι για να ζήσουν σαν σκλάβοι, αλλά για να γίνουν ελεύθεροι άνθρωποι. Βλέπεις, λοιπόν, πως δεν αρκούν τα χρήματα για να κάνεις ένα λυτρωμένο άνθρωπο δούλο σου· πραγματικός δούλος είναι εκείνος που ένας άλλος μπορεί να εξαναγκάσει να κάνει ό,τι τον διατάζει, και ακόμη να τον τιμωρήσει σε περίπτωση που δεν υπακούσει και, όπως λέει ο ποιητής, αυτός «που ζει με χίλια βάσανα».
Πρόσεξε λοιπόν, μετά απ' αυτά, κατά πόσον δεν είναι αφεντικά μας όλοι εκείνοι στους οποίους είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούμε, για να αποφύγουμε τους πόνους και τις στενοχώριες που θα μας προξενήσει η τιμωρία τους· ή μήπως νομίζεις πως μοναδική τιμωρία είναι να σηκώσεις το μπαστούνι σου και να χτυπήσεις τον υπηρέτη; Αλλά και τα πιο σκληρά αφεντικά δεν φέρονται έτσι σ' όλους τους υπηρέτες τους· τις περισσότερες φορές αρκούνται σε μια παρατήρηση ή απειλή. Μη νομίζεις, λοιπόν φίλε μου, πως είσαι ελεύθερος, όσο σε κυβερνούν η κοιλιά, τα έντερά σου ή εκείνοι που είναι στο χέρι τους να σου δώσουν ευχαρίστηση ή να σου τη στερήσουν. Και αν ακόμη κατορθώσεις να γίνεις ισχυρότερος απ' αυτούς, όσο παραμένεις δούλος της κοινής γνώμης, δεν θα δοκιμάσεις ποτέ ούτε την ελευθερία ούτε τη γλύκα της· «Όχι! Για όνομα εκείνου που 'βαλε στην καρδιά μας την Τετρακτύ».
Δεν θέλω να πω μ' αυτό πως πρέπει ν' αποβάλουμε κάθε σεβασμό προς τους πάντες και να κάνουμε όσα δεν είναι σωστά· εκείνα όμως που αποφεύγουμε και εκείνα που κάνουμε να μην τ' αποφεύγουμε ή τα κάνουμε επειδή ο κόσμος τα βρίσκει σωστά ή όχι αλλά επειδή τα υπαγορεύει η λογική και ο θεός που είναι μέσα μας, δηλαδή ο νους. Τίποτα δεν εμποδίζει τον κόσμο να ακολουθεί τη γνώμη των πολλών· πράγμα που είναι προτιμότερο από το να μη σεβόμαστε κανέναν· άλλωστε ο άνθρωπος έχει φυσική κλίση προς την αλήθεια. Ο άνθρωπος όμως που σκέπτεται και μπορεί να βρει και να κρίνει τις πραγματικές αιτίες, μπορεί να μην ακολουθήσει την κοινή γνώμη, όταν πρόκειται να κρίνει αν μια πράξη είναι καλή ή κακή. Επομένως, αφού η ψυχή μας περιέχει αφ' ενός κάτι θεϊκότερο -που το ονομάζουμε νου, σκέψη και εσωτερικό διάλογο, του οποίου εκδήλωση είναι η προφορική ομιλία με λέξεις και φράσεις- και αφ' ετέρου κάτι άλλο που συνδέεται με το πρώτο, αλλά διαφορετικό και πολύμορφο, ανακατωμένο με οργή και επιθυμία -ένα πολυκέφαλο τέρας- δεν είναι προτιμότερο να συμβαδίζουμε με τη γνώμη των πολλών, ώσπου να δαμάσουμε τούτο το τέρας και να το πείσουμε να υπακούει στον θεό που βρίσκεται μέσα μας ή, αν θέλετε, στο θεϊκό τμήμα της ψυχής μας; Έτσι, πολλοί που θέλησαν να μιμηθούν τον Διογένη, έγιναν αρνητές των πάντων, κατεργάρηδες και χειρότεροι από ζώα· αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου, και θα σου διηγηθώ πρώτα ένα περιστατικό από τη ζωή του Διογένη, για το οποίο πολλοί θα γελάσουν, εγώ όμως το θεωρώ πολύ σοβαρό. Κάποτε ξέφυγε ενός νεαρού, μπροστά στον κόσμο, ένας απρεπής ήχος, και ο Διογένης που ήταν παρών, του έδωσε μια με τη μαγκούρα του και του είπε: «Κάθαρμα! Αφού δεν έχεις κάνει τίποτα μέχρι σήμερα που να σου επιτρέπει τέτοιο θράσος μπροστά στον κόσμο, αρχίζεις τώρα μπροστά μας να περιφρονείς την κοινή γνώμη!». Γιατί έπρεπε, κατά τη γνώμη του, να κατανικήσεις πρώτα τις επιθυμίες σου, ύστερα τα πάθη σου και τελικά να φτάσεις στο δυσκολότερο αγώνισμα, να τα βάλεις δηλαδή με την κοινή γνώμη, που φέρνει τόσες συμφορές σε πολλούς ανθρώπους.
Αγνοείς ότι τους νέους τους αποτρέπουν από τη φιλοσοφία με το να διηγούνται διάφορες ψευτιές για τη ζωή των φιλοσόφων; Οι πραγματικά αφοσιωμένοι στον Πυθαγόρα, στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη ήταν, λένε, απατεώνες και σοφιστές, άνθρωποι με έπαρση και επικίνδυνοι· αν γίνει κάποιος οπαδός των κυνικών, τον θεωρούν αξιολύπητο. Θυμάμαι, μάλιστα, πως μια μέρα μου είπε ο δάσκαλος μου, όταν συναντήσαμε τον φίλο μου, τον Ιφικλή, με βρόμικα μαλλιά, στήθος ξεσκέπαστο και τριμμένο παλτό στους ώμους μέσ' στην καρδιά του χειμώνα: «Ποιος δαίμονας τον κατάντησε σε τέτοια χάλια; Είναι αξιολύπητος, αλλά πιο αξιολύπητοι είναι οι γονείς που τον ανέθρεψαν με φροντίδες και τον σπούδασαν όσο καλύτερα μπορούσαν· τώρα που τα εγκατέλειψε όλα, κατάντησε χειρότερος από ζητιάνος». Δεν ξέρω ποια ειρωνική απάντηση του έδωσα τότε· πάντως να ξέρεις ότι τούτη τη γνώμη έχουν οι περισσότεροι για τους αληθινούς κυνικούς. Κι αυτό δεν είναι το χειρότερο, αλλά τους βλέπεις να υποστηρίζουν τα πλούτη και να μισούν τη φτώχεια, να φροντίζουν για την κοιλιά τους, να υπομένουν για χάρη του σώματος τους κάθε λογής πόνο, να χοντραίνουν τη φυλακή της ψυχής τους, να παραθέτουν πολυτελή γεύματα, να μην κοιμούνται ποτέ μόνοι τους τη νύχτα και να τα κάνουν όλα τούτα κρυφά στο σκοτάδι. Μήπως δεν είναι χειρότερο από τα Τάρταρα; Δεν είναι καλύτερα να σε καταπιεί η Χάρυβδη ή ο Κωκυτός56 ή να βρεθείς χιλιάδες οργιές κάτω από τη γη, παρά να ξεπέσεις σε τέτοια ζωή, δούλος της κοιλιάς σου και των άλλων ντροπιασμένων μερών του σώματος; Επιπλέον, δεν πάνε απλά, όπως τα ζώα, αλλά βάζουν στο κεφάλι τους ένα σωρό σκοτούρες για να τα κάνουν όλα τούτα κρυφά, μέσα στο σκοτάδι. Και όμως πόσο καλύτερο θα ήταν να τα απαρνηθούν τελείως! Αν δεν είναι εύκολο ας μην περιφρονούμε τα λόγια του Διογένη και του Κράτη σ' αυτό τον τομέα. «Η πείνα», έλεγε ο Κράτης, «παραλύει τον έρωτα· αν δεν μπορείς όμως να μεταχειριστείς τούτο το φάρμακο, τότε πνίξου!». Δεν ξέρεις πως εκείνοι οι άνθρωποι έζησαν έτσι για να μας δείξουν τον δρόμο της λιτότητας; «Δεν προέρχονται απ' όσους τρώνε κριθαρόψωμο, οι τύραννοι», έλεγε ο Διογένης, «αλλ' απ' αυτούς που τρώνε με πολυτέλεια»· και προσθέτω πως ο Κράτης έγραψε έναν ύμνο στη Λιτότητα: «Χαίρε! Βασίλισσα θεά, αγαπημένη των σοφών, Λιτότητα, κόρη της ένδοξης Φρονιμάδας!».
Να μη γίνει λοιπόν ο κυνικός σαν τον Οινόμαο, αναιδής και αναίσχυντος, και να μην περιφρονεί όλους τους θείους και ανθρώπινους νόμους, αλλά να σέβεται κάθε τι ιερό, όπως ο Διογένης. Γιατί εκείνος τουλάχιστον υπάκουσε στον πύθιο θεό και δεν μετάνιωσε για τούτη την υπακοή του. Και αν κάποιος τον περνά για άθεο, επειδή δεν πλησίαζε τους ναούς ούτε τα αγάλματα ούτε τους βωμούς, και δεν εκτελούσε τα θρησκευτικά του καθήκοντα, γελιέται. Το έκανε επειδή δεν είχε τίποτα να προσφέρει, ούτε λιβάνι ούτε σπονδές, και ούτε είχε χρήματα για να τ' αγοράσει. Του αρκούσε πως η κρίση του για τους θεούς ήταν σωστή· τους λάτρευε μ' όλη του την ψυχή και τους έδινε ό,τι πολυτιμότερο, νομίζω, είχε, την αφοσίωση της ψυχής του με τη σκέψη. Ο κυνικός δεν πρέπει με κανένα τρόπο να χάνει κάθε ντροπή, αλλά με τη βοήθεια της λογικής πρέπει να δαμάζει την ατίθαση πλευρά της ψυχής του, ώστε να την εξαφανίσει τελείως και να φτάσει στο σημείο να αγνοεί ότι έχει κατανικήσει ηδονές· γιατί είναι προτιμότερο να αγνοεί κάποιος τελείως την επίδραση των αισθήσεων, αν και αυτό δεν το κατορθώνουμε παρά μετά από μεγάλη άσκηση. Και για να μην κατηγορηθώ πως δεν μιλώ σωστά, θα σας απαγγείλω μερικούς στίχους από τα χαριτωμένα ποιήματα του Κράτη:
«Κόρες αγνές της Μνημοσύνης και του Ολύμπιου Δία,
Μούσες της Πιερίας, την προσευχή μου ακούστε!
Δώστε μου πάντα φαγητό να βάζω στην κοιλιά μου,
που εγώ την έμαθα να μη ζητά πολλά.
Κάντε με χρήσιμο στους φίλους, μα όχι μαλθακό.
Χρήμα δεν θέλω και πολύ, του σκαθαριού την τύχη,
ούτε και του μέρμηγκα ζητώ την αφθονία.
Δίκιος θέλω να 'μαι, με πλούτη λιγοστά,
και βολικός και τίμιος, γιατί αυτά είναι καλά.
Στον Ερμή τότε και στις Μούσες θυσίες θα προσφέρω,
φτηνές, αλλ' αγιασμένες από την αρετή».
Αν χρειαστεί να γράψεις πάνω σ' αυτό το θέμα, έχω πολλά έργα δικά του. Αν όμως διαβάσεις τον Πλούταρχο από τη Χαιρώνεια, που έγραψε τον «Βίο του Κράτη», δεν θα σου χρειαστεί να μάθεις τίποτα περισσότερο γι' αυτόν. Ο Κράτης άνοιξε στον Ζήνωνα τον δρόμο για τις εξαίσιες θεωρίες· και λένε πως οι Έλληνες έγραφαν, προς τιμή του, πάνω από την είσοδο των σπιτιών τους: «Καλωσόρισες, Κράτη, πνεύμα αγαθό».
Ας ξαναγυρίσουμε όμως σε τούτο, ότι οφείλει δηλαδή όποιος θέλει να ακολουθήσει τη φιλοσοφία των κυνικών, ν' αρχίσει πρώτα από αυστηρή αυτοκριτική, χωρίς να κολακεύει τον εαυτό του, και να προσπαθήσει να εξακριβώσει αν τον ευχαριστεί η πολυτέλεια στο φαγητό, αν του χρειάζεται μαλακό κρεβάτι, αν τον ενδιαφέρει η δόξα και η γνώμη του κόσμου, αν του αρέσει να τον θαυμάζουν, και αν, παρ' όλη τη ματαιοδοξία του πράγματος, του δίνει σημασία. Να μην ανακατεύεται με τον όχλο και να μη γεύεται τις απολαύσεις ούτε με την άκρη του δαχτύλου, που λένε, μέχρις ότου κατορθώσει να τις ποδοπατήσει- και τότε μόνο, αν βρεθεί η ευκαιρία, τίποτα δεν τον εμποδίζει να τις δοκιμάσει. Έχω ακούσει να λένε πως οι πιο αδύνατοι ταύροι απομακρύνονται από το κοπάδι και βόσκουν χώρια, για να πάρουν έτσι λίγο λίγο δυνάμεις· αφού λοιπόν δυναμώσουν για καλά, γυρίζουν και τα βάζουν με τους αρχηγούς του κοπαδιού για να πάρουν τα πρωτεία με τρόπο που τους αξίζει περισσότερο. Δεν αρκεί λοιπόν σε όποιον θέλει να ακολουθήσει τον Κυνισμό να διαλέξει μόνο το πανωφόρι, το σακίδιο, το μπαστούνι και τα μακριά μαλλιά και να περπατά αναμαλλιασμένος και αγράμματος, σαν να βρισκόταν σε χωριό που δεν έχει ούτε κουρείο ούτε σχολείο, αλλά πρέπει να έχει ως γνωρίσματα του κυνικού φιλοσόφου, αντί για το μπαστούνι τη λογική και αντί για το σακίδιο την πειθαρχημένη ζωή. Η ελευθεροστομία θα του χρησιμεύσει, αφού αποδείξει πρώτα την προσωπική του αξία.
Έτσι, νομίζω, έκαμαν ο Κράτης και ο Διογένης: Τόσο πολύ δεν υπολόγιζαν τις απειλές της Τύχης, ή μάλλον πρέπει να πω, τα καπρίτσια και τις αναποδιές της, ώστε ο Διογένης, όταν έπεσε κάποτε στα χέρια πειρατών, εξακολουθούσε ν' αστειεύεται, και ο Κράτης χάρισε την περιουσία του στο δημόσιο· στη συνέχεια, καθώς ήταν ανάπηρος, κορόιδευε το κουτσό του πόδι και την καμπούρα του. Πήγαινε όμως, είτε καλεσμένος είτε απρόσκλητος, στα σπίτια των φίλων του για να συμφιλιώνει τις οικογένειες, αν καταλάβαινε πως είχαν τσακωθεί. Και οι παρατηρήσεις του δεν ήταν απότομες, αλλά γεμάτες ευγένεια, για να μη φανεί πως κατηγορεί τους υπευθύνους, επειδή ήθελε έτσι να ωφελήσει τόσο τους ίδιους όσο κι εκείνους που τον άκουγαν. Δεν ήταν όμως αυτός ο τελικός σκοπός τους· όπως είπα και προηγουμένως, απέβλεπαν στη δική τους ευτυχία και ενδιαφέρονταν για τους άλλους, μόνο επειδή αντιλαμβάνονταν, νομίζω, πως ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ζώο κοινωνικό. Έτσι, φάνηκαν χρήσιμοι στους συμπολίτες τους, όχι μόνο με το παράδειγμά τους αλλά και με τα λόγια τους. Γι' αυτό λοιπόν, όποιος θέλει να είναι κυνικός και άνθρωπος σοβαρός, πρέπει πρώτα να στραφεί στον εαυτό του, όπως έκαναν ο Διογένης και ο Κράτης· να διώξει μέσα από την ψυχή του όλα τα πάθη και να κατευθύνει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με τον νου και τη γνώση. Αυτό ήταν, νομίζω, το κύριο σημείο της φιλοσοφίας του Διογένη.
Αν είναι αλήθεια ότι κάποια μέρα τούτος ο άνθρωπος πήγε σε μια εταίρα -αν και αυτό μπορεί να συνέβη μόνο μια φορά ή και καθόλου- κάθε φορά που βλέπουμε κάποιον ο οποίος, ενώ εφαρμόζει ως προς τα άλλα ακριβώς τις αρχές του Διογένη, δείχνει τις ίδιες διαθέσεις και υποστηρίζει φανερά και μπροστά σε όλους κάτι παρόμοιο, δεν πρέπει να του κάνουμε παρατηρήσεις και να τον κατηγορούμε. Πρέπει, όμως, να μας δείξει πως διαθέτει την πλατιά μόρφωση του Διογένη, καθώς και αντίληψη και αξιοπρέπεια ελεύθερου ανθρώπου σε όλους τους άλλους τομείς, δηλαδή αυτάρκεια, δικαιοσύνη, φρόνηση, ευλάβεια προς τους θεούς και ευγνωμοσύνη. Να προσέχει να μην κάνει τίποτα στην τύχη, ούτε άσκοπο ούτε παράλογο, εφ' όσον και αυτά βρίσκονται μέσα στο πνεύμα της φιλοσοφίας του Διογένη· να χτυπά την περηφάνια, να ειρωνεύεται όσους προσπαθούν να κρύψουν στο σκοτάδι την ικανοποίηση της φυσικής τους ανάγκης -εννοώ την αποβολή των κοπράνων- ενώ όσα κάνουν εκείνοι μέσ' στη μέση της αγοράς και της πόλης είναι πολύ χειρότερα και καθόλου φυσικά, δηλαδή κλοπές, συκοφαντίες, άδικες καταγγελίες και ένα σωρό άλλα παρόμοια. Αν ο Διογένης έκλασε ή έχεσε ή έκανε οτιδήποτε άλλο παρόμοιο, καθώς λένε, μέσα στην αγορά, το έκανε για να χτυπήσει την υπεροψία τους και για να τους δείξει πως οι δικές τους πράξεις είναι πολύ χειρότερες και πιο επικίνδυνες, επειδή η σωματική ανάγκη είναι πράγμα φυσικό, ενώ αυτά που κάνουν εκείνοι είναι, μπορούμε να πούμε, διαστροφή της φύσης. Οι σημερινοί, όμως, μιμητές του Διογένη διάλεξαν τα πιο εύκολα και πιο ανώδυνα, ενώ παραμέλησαν τα καλά. Και εσύ, που θέλεις να θεωρείσαι σοβαρότερος απ' αυτούς, έχεις απομακρυνθεί πολύ από το πνεύμα του Διογένη, γιατί τον θεώρησες αξιολύπητο.
Αν δεν πίστεψες όσα λέγονται για έναν άνθρωπο που όλοι οι Έλληνες της εποχής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη θαύμαζαν μετά τον Σωκράτη και τον Πυθαγόρα, και είχε για ακροατή τον δάσκαλο του πάνσοφου και τόσο γνωστικού Ζήνωνα -γιατί είναι απίθανο να γελάστηκαν όλοι, αγαπητέ μου, για έναν άνθρωπο που, καθώς τα λες και τον ειρωνεύεσαι, ήταν τόσο αχρείος- θα μπορούσες ίσως να μελετήσεις περισσότερα γι' αυτόν και να τον καταλάβεις καλύτερα. Γιατί ποιος Έλληνας δεν θαύμασε την καρτερία του Διογένη και την αντοχή του στους κόπους, που φανερώνουν την ψυχική του ανωτερότητα; Ο άνθρωπος αυτός κοιμόταν πιο άνετα πάνω σε αχυρένιο στρώμα μέσα στο βαρέλι του απ' ό,τι ο Μεγάλος Βασιλιάς στο μαλακό του κρεβάτι κάτω απ' την ολόχρυση μαρκίζα. Έτρωγε το κριθαρόψωμό του με μεγαλύτερη ευχαρίστηση απ' ότι εσύ τρως σήμερα το πλούσιο γεύμα σου. Πλενόταν το καλοκαίρι και άφηνε το σώμα του να στεγνώνει στον αέρα, ενώ εσύ, μεγάλε φιλόσοφε, μεταχειρίζεσαι πετσέτες για να σκουπιστείς! Μα την αλήθεια, πολύ σου ταιριάζει να τον ειρωνεύεσαι, εσύ που κατατρόπωσες τον Ξέρξη όπως ο Θεμιστοκλής, ή τον Δαρείο όπως ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας! Αν όμως άνοιγες κάποτε και κανένα βιβλίο, όπως εγώ που ασχολούμαι με την πολιτική και με χίλια δυο άλλα, θα γνώριζες πόσο ο Αλέξανδρος, όπως λένε, θαύμαζε την ψυχική ανωτερότητα του Διογένη· εσύ όμως δεν έχεις, πιστεύω, καμιά κλίση σ' αυτά. Και πώς να έχεις; Απέχεις παρασάγγες· εσύ θαυμάζεις κάτι δύστυχες γυναίκες που αγαπούν την πεθαμένη ζωή!* Αν, λοιπόν, τούτος ο λόγος μου έφερε κάποιο αποτέλεσμα, το όφελος είναι και για τους δυο μας. Αν πάλι δεν κατόρθωσα τίποτα με την αυτοσχέδια ομιλία μου πάνω σε τόσο σοβαρά θέματα, την οποία έγραψα, όπως λέμε, χωρίς να πάρω ανάσα -γιατί αυτή τη δουλειά την έκανα πάρεργο μέσα σε δυο μέρες, πράγμα που γνωρίζουν καλά οι Μούσες ή μάλλον κι εσύ ο ίδιος, επειδή γνωρίζεις καλά τι προηγήθηκε- και πάλι δεν μετανοώ που μίλησα με σεβασμό για τον άνθρωπο εκείνο.
[* Ο Ιουλιανός αφήνει εδώ να εννοηθεί πως οι ψευτοοπαδοί του Διογένη κλίνουν στην πραγματικότητα προς τη θρησκευτική ζωή ζωή των xριστιανών, που αποφεύγουν τον κόσμο και ζουν κοινοβιακά· ήταν άλλωστε γνωστό ήδη από την εποχή του Λουκιανού, πως οι «Γαλιλαίοι» είχαν πολύ καλές σχέσεις με τους οπαδούς του Κυνισμού.]

Η παρανόηση των ονείρων


Σε εποχές ακατέργαστων, αρχέγονων κουλτουρών, ο άνθρωπος πίστευε ότι μπορούσε να ανακαλύψει στα όνειρα έναν δεύτερο πραγματικό κόσμο: αυτή είναι η καταγωγή κάθε μεταφυσικής. Χωρίς τα όνειρα ο άνθρωπος δεν θα έβρισκε κανένα κίνητρο για να χωρίσει τον κόσμο στα δύο.

Ο χωρισμός σε ψυχή και σώμα συνδέεται επίσης με τις αρχαιότερες απόψεις για τα όνειρα, όπως είναι η παραδοχή της ύπαρξης ενός ενσώματου ομοιώματος της ψυχής. Η παραδοχή αυτή δεν είναι παρά η ρίζα κάθε πίστης στα φαντάσματα και πιθανόν στους θεούς. «Ο νεκρός εξακολουθεί να ζει, επειδή εμφανίζεται στα όνειρα των ζωντανών». Σ’ αυτό το συμπέρασμα κατέληγαν οι άνθρωποι παλιότερα, για πολλές χιλιετηρίδες.
Όνειρο και κουλτούρα: Η εγκεφαλική λειτουργία που βλάπτεται περισσότερο από τον ύπνο είναι η μνήμη: όχι ότι σταματάει εντελώς, αλλά οδηγείται πίσω σε μια κατάσταση ατέλειας, όμοια μ’ εκείνη που υπήρχε στον καθένα, όταν ήταν ξυπνητός και σ’ όλη τη διάρκεια της μέρας, κατά την αρχέγονη περίοδο της ανθρωπότητας.
Αυθαίρετη και συγκεχυμένη καθώς είναι, μπερδεύει συνεχώς τα πράγματα στηριζόμενη στους πιο φευγαλέες ομοιότητες· με την ίδια όμως αυθαιρεσία και σύγχυση δημιούργησαν οι λαοί τις μυθολογίες τους, και ακόμη και σήμερα ταξιδιώτες παρατηρούν πόσο κλίνει προς τη λήθη ο άγριος, πως αρχίζει το πνεύμα του, μετά από μια σύντομη ένταση της μνήμης, να τρεκλίζει πέρα δώθε, και παράγει ψέματα και λόγια δίχως νόημα επειδή απλώς έχει ατονία.
Η τέλεια καθαρότητα όλων των ονειρικών παραστάσεων, που προϋποθέτει μιαν απόλυτη πίστη στην πραγματικότητά τους, μας θυμίζει άλλη μια φορά την κατάσταση της παλαιότερης ανθρωπότητας, όπου οι ψευδαισθήσεις ήταν εξαιρετικά συχνές, και μερικές στιγμές καταλάμβαναν ολόκληρες κοινότητες, ολόκληρα έθνη την ίδια στιγμή.
Έτσι λοιπόν, στον ύπνο και στα όνειρα ξανακάνουμε άλλη μια φορά, απ’ την αρχή ως το τέλος, τη σχολική δουλειά της παλαιότερης ανθρωπότητας.
 
Η λογική των ονείρων:  Όταν κοιμόμαστε, το νευρικό μας σύστημα διεγείρεται συνεχώς από διάφορες εσωτερικές αιτίες: όλα σχεδόν τα όργανα εκκρίνουν και είναι ενεργά· το αίμα κάνει την ορμητική περιφορά του· η θέση του κοιμωμένου πιέζει ορισμένα μέλη· τα σκεπάσματα του επηρεάζουν την αίσθηση με διάφορους τρόπους· το στομάχι χωνεύει και έτσι ενοχλεί άλλα όργανα με τις κινήσεις του· τα έντερα συστρέφονται· η θέση του κεφαλιού προκαλεί ασυνήθιστες στάσεις των μυώνων· τα πόδια, δίχως παπούτσια, με τα πέλματα τους να μην πατούν στο έδαφος, προκαλούν ένα ασυνήθιστο αίσθημα, όπως και η διαφορετική ενδυμασία όλου του σώματος – όλα αυτά, μετά την αλλαγή και την ποικιλία που έχει υπάρξει στο διάστημα της μέρας, διεγείρουν με τον ασυνήθιστο χαρακτήρα τους όλο το σύστημα, συμπεριλαμβανομένης και της λειτουργίας του εγκεφάλου. Κι έτσι υπάρχουν εκατό αιτίες για να εκπλήσσεται το πνεύμα και για να αναζητά λόγους γι’ αυτήν τη διέγερση.
Το όνειρο όμως είναι εκείνο που αναζητά και αναπαριστά τις αιτίες γι’ αυτά τα υποκινούμενα συναισθήματα, δηλαδή τις υποτιθέμενες αιτίες.
Πως γίνεται όμως να πλανάται τόσο πολύ το πνεύμα του ονειρευόμενου, στο βαθμό που όταν είναι ξυπνητό τείνει να είναι τόσο νηφάλιο, προσεκτικό και σκεπτικιστικό απέναντι στις υποθέσεις; Πως φτάνει να σκεφτεί ότι η πρώτη καλή υπόθεση για την εξήγηση ενός συναισθήματος είναι αρκετή για να το κάνει να πιστέψει στην αλήθεια της; (Γιατί όταν ονειρευόμαστε πιστεύουμε στο όνειρο σα να ήταν πραγματικότητα· δηλαδή θεωρούμε την υπόθεσή μας πλήρως αποδεδειγμένη).
Φρονώ ότι ο άνθρωπος βγάζει συμπεράσματα στο όνειρό του με τον τρόπο που έβγαζε άλλοτε συμπεράσματα η ανθρωπότητα σε κατάσταση εγρήγορσης, για πολλές χιλιάδες χρόνια.
Η πρώτη αιτία που ερχόταν στο πνεύμα για να εξηγήσει κάτι που χρειαζόταν εξήγηση ήταν αρκετή και ίσχυε ως αλήθεια. Αυτή η παμπάλαια πλευρά της ανθρώπινης ιδιότητας επιβιώνει σε μας στα όνειρά μας, επειδή είναι η βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκε το ανώτερο λογικό και εξακολουθεί να αναπτύσσεται σε κάθε άνθρωπο: το όνειρό μας ξαναγυρίζει σε απομακρυσμένα στάδια της ανθρώπινης κουλτούρας και μας παρέχει ένα μέσο για να τα καταλάβουμε καλύτερα.
Η ονειρική σκέψη μας είναι σήμερα τόσο εύκολη επειδή κατά τη διάρκεια τεράστιων περιόδων ανάπτυξης της ανθρωπότητας ήμασταν τόσο καλά εκπαιδευμένοι σ’ αυτήν ακριβώς τη μορφή της φανταστικής και φτηνής εξήγησης από την πρώτη τυχούσα ιδέα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το όνειρο είναι ανάκτηση δυνάμεων για έναν εγκέφαλο, ο οποίος έχει κατά τη διάρκεια της ημέρας να ικανοποιήσει τις αυστηρότερες απαιτήσεις που θέτει η ανώτερη κουλτούρα στη σκέψη.
Απ’ αυτές τις διαδικασίες μπορούμε να συμπεράνουμε πόσο αργά αναπτύχθηκε η πιο οξεία, λογική σκέψη, η αυστηρή διάκριση αιτίας και αποτελέσματος· ακόμη και τώρα οι λειτουργίες του λογικού και της διάνοιάς ξαναγυρίζουν ασυναίσθητα σ’ αυτές τις πρωτόγονες μορφές συναγωγής συμπεράσματος, και ζούμε το μισό πάνω κάτω της ζωής μας μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση.
Κι ο ποιητής επίσης, ο καλλιτέχνης, αποδίδει τις διαθέσεις και τις καταστάσεις του σε αιτίες που δεν είναι καθόλου οι αληθινές· στο βαθμό αυτό μας θυμίζει ένα παλιότερο στάδιο της ανθρώπινης ιδιότητας και μπορεί να μας βοηθήσει να το κατανοήσουμε.
Φρειδερίκος Νίτσε “ Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο”
ΝΙΤΣΕ Ο ΜΕΓΑΣ: Η «ισότητα ψυχών μπροστά στον Θεό», αυτή η ψευτιά, αυτό το πρόσχημα για το μίσος όλων των αποβρασμάτων, αυτή η εκρηκτική ύλη μιας έννοιας που κατάληξε να γίνει επανάσταση, σύγχρονη ιδέα, και η αρχή της παρακμής ολόκληρης της τάξης της κοινωνίας, είναι χριστιανικός δυναμίτης… Τα «ανθρωπιστικά» αγαθά του Χριστιανισμού! Να δημιουργείς μεσ’ από την «humanitas» (την ιδιότητα να είσαι άνθρωπος) μια αυτοαντίφαση, μια τέχνη αυτοβεβήλωσης, μια θέληση για ψέματα με οποιοδήποτε τίμημα, μια αποστροφή, μια περιφρόνηση για όλα τα καλά και τίμια ένστικτα! Αυτά είναι μερικά από τα αγαθά του Χριστιανισμού!

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Η διπλή σήμανση του μύθου "Έρως και Ψυχή" (Η συμβολική και ψυχολογική σημασία του μύθου)


Η ιστορία του Έρωτα και της Ψυχής του Απουληϊου βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα των "Μεταμορφώσεων" (καλύπτει περισσότερο από δύο βιβλία) και πρόκειται για ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα, γραμμένο τον 2ο αιώνα μΧ στην Ελληνιστική περίοδο –ένα κείμενο που αγαπήθηκε όσο λίγα στην εποχή του και διαβάστηκε από το πλατύ κοινό. Η εξιστόρηση του μύθου γίνεται από μια ηλικιωμένη που εκτελεί χρέη υπηρέτριας σε συμμορία ληστών και αφηγείται την ιστορία της Ψυχής για να ηρεμήσει την απαρηγόρητη αιχμάλωτη, που πρόκειται να εξαγοράσουν οι ληστές. Αυτό δεν συμβαίνει τυχαία μια και η Ψυχή επίσης χωρίζει από το σύζυγό της κατά το μύθο, ταλαιπωρείται πολύ αλλά ξεχνά τα βάσανά της μόλις ξανασμίξει μαζί του.  Σύμφωνα με τον Walsh στο "Ρωμαϊκή Μυθιστορία", ο μύθος του Έρωτα και της Ψυχής προέρχεται από ένα προγενέστερο Πλατωνικό μύθο.

Ο μύθος: Η Ψυχή, βασιλική κόρη και οι 2 αδελφές της είναι φημισμένες για την ομορφιά τους. Η ομορφιά της Ψυχής είναι παραπάνω από ανθρώπινη (θεϊκή) και προκαλεί το θαυμασμό όλων. Ενώ όμως οι αδελφές της έχουν βρει σύζυγο, η Ψυχή παραμένει μόνη γιατί το κάλος της φοβίζει τους μνηστήρες. Η ομορφιά της όμως ξυπνά τη ζήλια της Αφροδίτης για τη νεαρή καλλονή και στέλνει τον φτερωτό γιο της να την οδηγήσει σε "δυνατό έρωτα με τον ασχημότερο των ανθρώπων, θεόφτωχο, πάντα άρρωστο και κακομοίρη".
Ο πατέρας της Ψυχής έχει πάρει χρησμό που τον ορίζει να στολίσει τη νέα σα νύφη και να την εκθέσει σε βράχο όπου ένα τρομερό τέρας θα την κάνει δική του. Ακολουθούν τις οδηγίες του μαντείου κι ενώ η Ψυχή βρίσκεται μόνη στο βράχο, αισθάνεται ξαφνικά να την παρασέρνει ο άνεμος Ζέφυρος σταλμένος από τον Έρωτα ο οποίος, αντί να τιμωρήσει την Ψυχή για την αυθάδη προς τη μητέρα του ομορφιά της, σαγηνεύεται από αυτήν και την κρατά για τον ίδιο, στον κήπο ενός μεγαλοπρεπούς παλατιού.
 
Η μέρα περνά από ξάφνιασμα σε ξάφνιασμα και από θαύμα σε θαύμα και το βράδυ η Ψυχή αισθάνεται δίπλα της μια παρουσία που δεν βλέπει και μοιράζεται το κρεβάτι της. Είναι ο άντρας της που την προειδοποιεί πως είναι αδύνατο να τον δει και πως η τιμωρία της αν κάτι τέτοιο συμβεί θα είναι να χάσει για πάντα τον αόρατο σύζυγο και φλογερό εραστή.

Κι ενώ ο χρόνος κυλά με την Ψυχή την ημέρα να είναι μόνη στο παλάτι και τη νύχτα ν’ ανταμώνει με τον άντρα της ευτυχής, την επισκέπτονται οι αδελφές της έχοντας μάθει για την καλή της τύχη. Ζηλεύουν την ευτυχία της και την γεμίζουν με αμφιβολίες και υποψίες για τον αόρατο σύντροφό της. Το ίδιο βράδυ η Ψυχή γεμάτη ιερόσυλη περιέργεια με το φως μιας λυχνίας θα αποκαλύψει κοιμισμένο δίπλα της τον Έρωτα. Εκείνος ξυπνά από μια σταγόνα καυτού λαδιού της λυχνίας που πέφτει στο γυμνό κορμί του, διαπιστώνει τι έγινε και εξαφανίζεται όπως είχε προειδοποιήσει.


Η Ψυχή περιπλανιέται ψάχνοντας τον άντρα της, ζητά τη βοήθεια της Δήμητρας και της Ήρας που της αρνούνται και τελικά, απευθύνεται στην Αφροδίτη (μητέρα του Έρωτα). Εκείνη έχει ήδη θριαμβεύσει και αποφασίζει να τη βασανίσει με χίλιους τρόπους (τα μαρτύρια μιας ψυχής ερωτευμένης) με βοηθούς την Ανησυχία και τη Λύπη. Της επιβάλλει 3 δοκιμασίες για να αποδείξει την αξία της: να ξεδιαλέξει σπόρους δημητριακών, να μαζέψει μαλλί από άγρια πρόβατα και τέλος, το σημαντικότερο, να κατέβει στον Κάτω Κόσμο. Εκεί, πρέπει να ζητήσει από την Περσεφόνη το φιαλίδιο με το ελιξίριο της Νιότης για την Αφροδίτη, με την αυστηρή απαγόρευση να μην  ανοίξει το δοχείο με το μαγικό φίλτρο. Στο δρόμο της επιστροφής από τον Άδη, η Ψυχή θέλοντας να γευτεί το περιεχόμενο, ανοίγει το απαγορευμένο φιαλίδιο και πέφτει σε ύπνο μια και μέσα στο δοχείο είναι κρυμμένος ο Μορφέας.

Εν τω μεταξύ ο Έρωτας απελπισμένος, δεν μπορεί να ξεχάσει την Ψυχή, πετά κοντά της, την ξυπνά με τα βέλη του από τον μαγικό ύπνο και ζητά από το Δία να παντρευτεί τη θνητή. Ο Δίας συμφωνεί, η Ψυχή συμφιλιώνεται με την Αφροδίτη, γίνεται ο γάμος και δίνει σαν καρπό μια κόρη, την Ηδονή.


Η συμβολική και ψυχολογική σημασία του μύθου, παρουσιάζεται από τον Erich Neumann σε κείμενο όπου δίνει μια προκλητική και ενδιαφέρουσα ερμηνεία. Θεωρεί ότι ο αρχικός γάμος της Ψυχής με Θάνατο (δράκο) εκφράζει την αρχέγονη αντίληψη του γάμου ως απαγωγής ή βιασμού από το αρσενικό ενώ οι γάμοι των αδελφών της συμβολίζουν την υποτέλεια του θηλυκού στην πατριαρχική κοινωνία.

Η Ψυχή παραδίδεται στο μαγικό παλάτι, στα ερωτικά δεσμά του Έρωτα. Εκείνος είναι ικανοποιημένος αλλά η Ψυχή, υποκινούμενη από τις αδελφές της οι οποίες αποτελούν την προβολή του καταπιεσμένου μητριαρχικού ενστίκτου της Ψυχής, θέλει να επαναφέρει τη γυναικεία κυριαρχία, δολοφονώντας το σύζυγό της. Μόλις όμως τον αντικρίζει, μετατρέπεται από παθητικό σε ερωτικό σύντροφο. Συνειδητοποιεί ποιος είναι ο σύντροφός της και τον ερωτεύεται. Αυτή η εξέλιξη σύμφωνα με τον Neumann αντανακλά την ανάπτυξη της προσωπικότητας της Ψυχής, επιφέρει τον χωρισμό από το αρσενικό και δηλώνει την ανάπτυξη πραγματικής γυναικείας αγάπης.


Οι δοκιμασίες συμβολίζουν την επικράτηση αρσενικών χαρακτηριστικών που απειλούν την ανάπτυξή της. Όταν ματαιώνει την επιτυχία αυτή με το να ανοίξει το φιαλίδιο, δηλώνει την παράδοσή της στη γυναικεία επιθυμία να ικανοποιήσει τον Έρωτα. Η Ψυχή θυσιάζει τα "αρσενικά" αγαθά που κέρδισε με τους κόπους της και ζητά λύτρωση ενώ ο Έρωτας, συνειδητοποιεί και κατοχυρώνει τη θέση του, τον ανδρισμό του σώζοντας με την Ψυχή.
 
Ο Neumann θεωρεί ότι μέσα στο μύθο εκφράζεται συμβολικά η διεργασία της απόκτησης θηλυκής ατομικής υπόστασης. Κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται μέσω συναισθημάτων αγάπης και έρωτα που οδηγούν στο ξύπνημα της θηλυκότητας αφού έχει αναγνωρίσει η νέα γυναίκα την άμεση συσχέτιση και αλληλεπίδραση με το αρσενικό. Μέσα από τη συνειδητοποίηση της συνεχούς σύγκρουσης ανάμεσα στο θηλυκό και το αρσενικό, επιλέγει να θυσιάσει τη δυναμικότητα της (αρσενικά χαρακτηριστικά) και να επανενωθεί με τα θηλυκά, παθητικά χαρακτηριστικά.

Η Ψυχή συγκρουόμενη με την Αφροδίτη (κατά τον Neumann), μετατρέπει τον αισθησιακό έρωτα σε ψυχική δύναμη αγάπης, μια ωριμότερη εξέλιξη.


Κατά τον Phillis Katz, ο μύθος διαπραγματεύεται την εξομάλυνση της σεξουαλικής επιθυμίας. Υποστηρίζει ότι η σεξουαλική επιθυμία συνιστά τη βασική σύγκρουση αρσενικού- θηλυκού και λύνεται κατά τη διεργασία του ζευγαρώματος και τελετουργία του γάμου. Αντικρούοντας την άποψη του Neumann ότι ο μύθος συμβολίζει την αφύπνιση της γυναικείας ταυτότητας, θεωρεί ότι αντιπροσωπεύει και καταδεικνύει τον τρόπο που η γυναίκα προετοιμάζεται για τη συνένωση με τον άντρα, χωρίς προηγούμενη πολύπλευρη ενδοψυχική διεργασία. Δίνει βάρος στα γεγονότα εξωτερικής πραγματικότητας, υποβαθμίζοντας την ψυχολογική ερμηνεία τους.


Εδώ θα ήθελα να επιχειρήσω μια άλλη ανάγνωση του μύθου. Θέλω να τονίσω την καθοριστική και αναπόσπαστη συμμετοχή των διαντιδράσεων των γυναικείων μορφών του μύθου, για την επίτευξη της ωριμότητας της γυναίκας σαν προϋπόθεση στη συναισθηματική εμπλοκή με τον άντρα.


Στο μύθο πράγματι εκφράζεται συμβολικά η διεργασία απόκτησης θηλυκής ταυτότητας όχι μόνο όμως από την πάλη θηλυκού- αρσενικού. Η ολοκλήρωση επιτυγχάνεται και μέσω συναισθημάτων αντιπαλότητας, ζήλιας, φθόνου, οργής και αγάπης στη σύγκρουση θηλυκού- θηλυκού που πλούσια μπορούμε να αναγνώσουμε στην ιστορία του μύθου. Πράγματι οι γυναικείες μορφές και οι σχέσεις μεταξύ τους εμπλέκονται ενεργά στην εξέλιξη της διαδρομής της Ψυχής και του Έρωτα. Πρόκειται για τις αδελφές της, την Αφροδίτη, την Περσεφόνη και δευτερευόντως τη Δήμητρα και την Ήρα. Βρίσκονται σε αλληλεπίδραση με τη νεαρή γυναίκα (Ψυχή), την επηρεάζουν, τη σημαδεύουν, την ταλαιπωρούν, την ανακουφίζουν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Έρωτας εξαφανίζεται από το προσκήνιο του μύθου κι ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας καταλαμβάνουν οι δοκιμασίες της Ψυχής που θα την οδηγήσουν στην εκπλήρωση της επιθυμίας (να βρει το αρσενικό) αφού όμως πρωτίστως λυθεί η σύγκρουση με το θηλυκό (Αφροδίτη).
 
Στην αρχή στα πλαίσια ομόφυλου αδελφικού ανταγωνισμού και ζήλιας, οι αδελφές πυροδοτούν την περιέργεια της Ψυχής, ανοίγοντας το δρόμο για νέα γνώση που αποκτά η Ψυχή αντικρίζοντας τον Έρωτα οπότε και ξεκινά η αναζήτηση. Η πρώτη σύγκρουση θηλυκών Αδελφές- Ψυχή με κυρίαρχο συναίσθημα το φθόνο, ανοίγει τη διαδικασία απόκτησης ταυτότητας. Κυρίαρχη μετά έρχεται η μορφή της Αφροδίτης –η απόλυτα αισθησιακή γυναίκα, η μάνα- πεθερά που σκληρά επιθετικά τοποθετείται απέναντι στην κόρη. Απειλείται η θηλυκότητα της θεάς και δεν είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί παρά μόνο όταν πάρει δείγματα υπακοής, υποταγής της Ψυχής –νεαρής αναδυόμενης γυναίκας-. Η σύγκρουση είναι βίαια και οι δοκιμασίες που επιβάλλονται αφορούν τα δύο χαρακτηριστικά του γυναικείου ρόλου: φροντιστή / μάνας (δοκιμασία συλλογής δημητριακών και μαλλιού) και ερωτικού συντρόφου (δοκιμασία ελιξίριο Νιότης).

 Η διαδικασία απόκτησης της θηλυκής ταυτότητας συμβολίζεται με την κάθοδο στον Άδη –το σκοτάδι- το ασυνείδητο όπου η Περσεφόνη κρατά τη γνώση- λύση και συνειδητοποίηση. Πρόκειται για γυναικεία μορφή που βρίσκεται 6 μήνες στον πάνω κόσμο κι 6 μήνες στον Κάτω μετά τη βίαιη αρπαγή της από τον Άδη και τον συμβιβασμό που αναγκάζεται να δεχθεί από τον διακανονισμό της μητέρας της Δήμητρας. Δεν είναι ίσως υπερβολή να σημειώσει κανείς ότι η Περσεφόνη βοηθώντας την Ψυχή, την προτρέπει να δώσει η ίδια λύση και λύτρωση στη σύγκρουση με την Αφροδίτη. Η Περσεφόνη δέχθηκε να είναι παθητικά δίπλα σ’ έναν άντρα που δεν διάλεξε, υποταγμένη στη ρύθμιση της μητέρας της και, θέλοντας να επανορθώσει για τα δικά της ελλείμματα, τα προβάλλει στην Ψυχή, την βοηθά και της δίνει το ελιξίριο με την απαγόρευση να μην το ανοίξει. Η Περσεφόνη αναμειγνύεται στη σχέση Ψυχής- Αφροδίτης γιατί ξέρει ότι ο Μορφέας- Ύπνος είναι κρυμμένος στο φιαλίδιο και το στέλνει στην άπληστη θεά. Έτσι εκφράζει την επιθετικότητά της και επιθυμία θανάτου στο θηλυκό που κρατά  ζηλότυπα τη θηλυκότητα για την ίδια (πιθανή προβολή του θυμού και προς τη δική της μάνα- Δήμητρα).
Έχοντας το σύμβολο της θηλυκότητας –Νεότητας- αισθησιακού έρωτα στα χέρια της, η Ψυχή συγκρούεται ανοιχτά με την Αφροδίτη και επιχειρεί να κλέψει και να κρατήσει την ισχύ της θηλυκής ταυτότητας όποτε έρχεται ο Ύπνος (όχι ο Θάνατος).

Οι διεργασίες αυτές κρατούνται σε προσυνειδητό επίπεδο και με το γεγονός της ερωτικής πράξης –ο Έρωτας ξυπνά την Ψυχή με τα βέλη του- ολοκληρώνεται η γυναικεία ταυτότητα της Ψυχής με γάμο και γέννηση παιδιού.
Στο μύθο αυτό το μητρικό αντικείμενο είναι διασπασμένο στο ζηλόφθονο, στερητικό, ναρκισσιστικό του κομμάτι που εκφράζεται από τις αδελφές και την Αφροδίτη (κακή μάνα) και στο δοτικό, επανορθωτικό, βοηθητικό κομμάτι που εκφράζεται με την Περσεφόνη (καλή μάνα).


Η Ψυχή κρατά την αμφιθυμία, διαπραγματεύεται και τις δύο σχέσεις με τα μερικά αντικείμενα και πληρώνοντας το τίμημα, επανορθώνει το μητρικό αντικείμενο (η Αφροδίτη την αποδέχεται στο τέλος) κι έτσι ολοκληρώνεται στη γυναικεία της ταυτότητα.

Η ανάπτυξη της ανθρώπινης σεξουαλικότητας είναι τραυματική. Οι πολλαπλές ψυχικές συγκρούσεις που αναδύονται αιφνίδια μετά από την έκπληξη της συνάντησης των εσωτερικών ενορμήσεων και της πιεστικής κι ανελέητης δύναμης του εξωτερικού κόσμου, αρχίζουν ήδη από την πρώτη αισθησιακή συνάντηση του βρέφους με το στήθος. Η έννοια ενός άλλου,  ξεχωριστού αντικειμένου από τον εαυτό, γεννιέται από την αποστέρηση, οργή, επιθετικότητα που οδηγεί σε μια πρωτογενή μορφή κατάθλιψης που βιώνεται μεταξύ βρέφους και πρώιμου μητρικού αντικειμένου =το στήθος – σύμπαν. Η ένταση που εκπηγάζει από αυτή τη διχοτόμηση με την κατάθλιψη που μπορεί να προκαλέσει, απαιτεί ακατάπαυστη αναζήτηση λύσεων, αναζήτηση που προορίζεται να αποτελέσει το ζωτικό υπόβαθρο της ενήλικης σεξουαλικότητας και αγάπης.

Στο μύθο "Έρως και Ψυχή" εκφράζεται πιστεύω αυτή η σύγκρουση με το πρωταρχικό μητρικό αντικείμενο σε διχασμό (κακό-στήθος/ Αφροδίτη, καλό-στήθος/ Περσεφόνη) και η πορεία της αναζήτησης λύσεων αντιστοιχεί στις διάφορες δοκιμασίες που η Ψυχή εκτελεί με αποκορύφωμα την κάθοδο στον Άδη.


Πρόκειται για μια διαδικασία διαντιδράσεων με τις γυναικείες μορφές του μύθου που είναι απαραίτητη, αναπόφευκτη για την απόκτηση ωριμότητας, θηλυκότητας για τη συνάντηση με το αρσενικό.