Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Η ΜΥΗΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΗΡΩΟΣ

Μπορούμε να θεωρήσουμε ως απολύτως πραγματική την τάσι των ανθρώπων και, ίσως, όχι μόνον αυτών μεταξύ των εμβίων όντων, προς υπέρβασιν των δυνάμεων εκείνων που απαιτούνται για την απλή επιβίωσί τους. Υπάρχει, όπως φαίνεται και από ωρισμένες καταπληκτικές περιπτώσεις, μια «αχθοφόρος ορμή» μέσα στον καθένα που έχει κάτι να υπερασπίση χωρίς ενδοιασμούς.

Αυτό προϋποθέτει πίστι σε σταθερές αξίες ή (και) φαντασιακή, υποκειμενική εμπλοκή σε βάθος, που το αντικείμενο (υλώδες ή νοητό) της προστατευτικότητός μας σημαίνει ή προκαλεί. Έτσι, μπορούν να παρατηρηθούν εξαιρετικοί και συνεχόμενοι τρόποι ζωής, προς την προώθησι ενός ιδανικού ζητήματος, είτε ανάλογες στιγμιαίες συμπεριφορές ανακλαστικές αντιδράσεις-επεμβάσεις σε αιφνίδια εξωτερικά γεγονότα, που συνήθως απειλούν πρόσωπα ή πράγματα που κάποιος έχει προσλάβει στην ηθική του σφαίρα ως αγαθά.

Στην περίπτωσι που παρουσιάζεται μια διαρκής και σταθερή, πάνω από το κοινό μέτρο συμπεριφορά εκ μέρους κάποιων ανθρώπων, οι πιθανότητες να χαρακτηρισθούν αυτοί ήρωες, είναι πάρα πολλές. Στην περίπτωσι πάλι που κάποιος αντιδρά ανακλαστικά ή για περιωρισμένο χρόνο σε έναν εξωτερικό κίνδυνο ή απειλή προς το ηθικώ νομιζόμενο αγαθό, υπερβαίνοντας τα συνήθη όρια δυνάμεως-αποτελέσματος, τότε γίνεται λόγος για ηρωϊκή συμπεριφορά. Αυτές είναι οι δύο κύριες μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται το, κατά την άποψη πολλών, ενυπάρχον στην πλειονότητα των ανθρώπων ηρωϊκό στοιχείο. Η λέξις ήρως, παρήχθη μέσα από την ελληνική ομώνυμο παράδοσι, ως ουσιαστικό και, ως τέτοιο, μπορεί να έλκει ή να αποδίδη πολλά κατηγορήματα, αλλά αρκείται και στην ίδια του την ουσία. Οι συνειρμοί που προκαλούνται από την συγκεκριμένη λέξι είναι εξαιρετικά δυναμικοί και ικανοί να κινητοποιήσουν την ανθρώπινη δημιουργική ροπή προς το άριστον, κάτι που άλλωστε είναι και μια από τις πρώτες, και σχεδόν συνώνυμες του κατηγορίες εκδηλώσεως του ηρωϊκού οντολογικού τύπου. Πράγματι, εάν κάποιες αξιακές έως και μορφολογικές σταθεές μπορούν να λειτουργούν ως δυναμικά κέντρα ενεργοποιήσεως τόσο των ατόμων όσο και του κοινωνικού συνόλου, μία από αυτές είναι και ο τύπος και ο τρόπος του ήρωος. Επειδή δε, κάποτε πρέπει να συνειδητοποιήσωμε ότι το σταθερό δεν σημαίνει καθόλου και «απολίθωμα», αλλά αντίθετα είναι απαραίτητο συστατικό κάθε προόδου, ο ήρως τοποθετείται αφ' ενός ως στοιχείο μοχλός στην όλη κινητήρια δύναμι της ιστορικής εξελίξεως και αφ' ετέρου ως δραστικό συστατικό του διαπλαστικού της κοινωνικής μορφολογίας συστήματος σε κάθε χώρα, που λέγεται παράδοσις. Και εδώ σημειώνεται επίσης, ότι η παράδοσις, επειδή ακριβώς συμμετέχει και σαν προηγούμενο και σαν παράγωγο στην όλη ανθρώπινη περιπέτεια, καμμία σχέσι δεν έχει με το «φολκλόρ», με την στατική δηλαδή και ωραιοποιημένη καταγραφή μεμονωμένων εξωτερικών επιφαινομένων ενός πολιτισμού.

Η παράδοσις, είναι και μέσα από την μορφή θεωρουμένη, ένα σύστημα ευπροσαρμόστων και, μάλιστα, γενεσιουργών του κοινού, σταθερών αξιών, που κινούνται περισσότερο στην σφαίρα του νοητικού και του συνειδητού, του αποδεκτού και πρωτοτύπου, παρά στην εξωτερική εικόνα. Στα πλαίσια της παραδόσεως, υπάρχει μία σειρά εθών και αρχετυπικών πεποιθήσεων, που εξωθούν την ανάγκη του ανθρώπου για την υπέρβασι των κοινών μέτρων στην ικανοποίησί της. Η κλίμας βεβαίως των παραπάνω όρων αυξομειώνεται αναλόγως του συνολικού πολιτισμικού χαρακτήρος εκάστου Έθνους. Η διαδικασία αυτής της ικανο-ποιήσεως, τώρα, έχει περιεχόμενο και αποτέλεσμα -ή, στην περίπτωσι της στιγμιαίας ηρωικής συμπεριφοράς μόνο το δεύτερο, -«μυητικό». Κατά τον τρόπο που αντιστέκεται στις αναλυτικές δυνατότητες, διαπιστώνεται, ή εκλαμβάνεται ως a priori δεδομένο, ότι ύστερα από μια μυητική, υπερβατική-εκστατική εμπειρία, ο μετέχων εξέρχεται σοφώτερος. Οι παραδοσιακοί μυητικοί τρόποι απαιτούσαν και προϋπέθεταν την συμμετοχή από μυστήριο, στην διαδικασία μυήσεως, έστω και εξωτερικά, ως περιβάλλοντος όρου, ενός κοινωνικού συνόλου - ενός συγκροτημένου κοινοτικού συστήματος. Μάλιστα, ως ένα ιστορικό σημείο, η μυστηριακή διαδικασία με ωρισμένο τυπικό, ήταν προϋπόθεσις για την εισαγωγή κάποιου στον κοινωνικό οργανισμό ή για την τυπική επικύρωσι ενός αντικειμενικού γεγονότος - π.χ. της ενηλικιώσεως-, ή για την απόκτησι μιας ιδιότητος κοινού ενδιαφέροντος -πολεμική, ιατρική αρχηγική κτλ. Στις ημέρες μας δεν είναι δυνατόν να αναφερώμεθα στον όρο «συγκροτημένη κοινωνία».

Το άτυπον του κυριάρχου πολιτικού, κοινωνικού, πολιτισμικού κατεστημένου (και άτυπον είναι ακριβώς ότι στερείται σταθερών και συνεχών δομικών στοιχείων, που να έχουν καταστή αποδεκτά στην συλλογική συνείδησι και να μην είναι ανατρέψιμα) έχει συμπαρασύρει και τις μυητικές εκφράσεις της κοινωνικής λειτουργίας. Παραλλήλως, προσπαθεί παντοιοτρόπως να «καταργήση» το ηρωϊκό «κύτταρο», ενθαρρύνοντας τις καθιζήσεις της προσωπικότητος και χλευάζοντας τις εξάρσεις. Τα ίδια δε τα ηρωϊκά πρότυπα, όσα ή ιστορία παραδίδει, καταλήγουν ακριβώς κακές φολκλορικές αναπαραστάσεις, οριστικά παρωχημένου, δήθεν, νοήματος, στην καλύτερη περίπτωσι. Έχοντας λοιπόν αφ' ενός ως δεδομένα την συρρίκνωσιν της παραδόσεως και των μυητικών κοινωνικών σταδίων ή δρωμένων, αφ' ετέρου την ζωτικότητα της ηρωϊκής ορμής και της μυητικής ανάγκης, καταλήγομε να έχωμε μια ιδιάζουσε έξαρσι της μυστικοπαθείας και του επιθετικού ατομισμού ως παραμορφώσεις αυτών των ισχυρών ιστορικών εγγραφών, καθώς απωθούνται βίαια στην σφαίρα του «περιττού».

Η μυστικοπάθεια, έχει, με τη σειρά της, παραγάγει μια πλησμονή αυθαιρέτων λόγων, ανυποστάτων εικασιών, ως προς το ζήτημα των αρχαίων μυστηρίων και τα επόμενά τους, την διαδικασία δηλαδή και το περιεχόμενό τους. Αυτό συμβαίνει στον μέγιστο βαθμό στη χώρα μας, όπου τα ιερατικά μάλλον μυστήρια φέρονται να είχαν, και πιθανώτατα, όντως είχαν, ένα ιδιαιτέρως σημαντικό γνωστικό και συνειδησιακό περιεχόμενο-αποτέλεσμα. Η ετυμολογία των λέξεων «μυστήριον», «μύησις» και των παραγώγων τους, ελάχιστα βοηθά, εμάς τουλάχιστον, τους ανθρώπου του αιώνος μας, να κατανοήσωμε, το πραγματικό και νοηματικό τους σημαινόμενο, αν και , ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, πολλοί προσφεύγουν σ' αυτήν, την ακατάληπτο ουσιαστικά ετυμολογία, για να προβάλουν του προσωπικούς τους ισχυρισμούς. Ισχυρισμούς, που πάρα πολύ συχνά δεν υπερβαίνουν τον χώρο της φιλαυτίας, συγκαλύπτοντας μάλιστα και έναν ιδιάζοντα και πάντως «εκτός πραγματικότητος» ούτως ή άλλως, κοινωνικό ρατσισμό. Μπορούμε, πάντως, όχι από το ετιμόν του, αλλά από τα σωζόμενα κατηγορήματά του, να ορίσουμε το μυστήριο ως μιαν αυθεντική και αντικειμενική αλήθεια, η οποία ευρίσκεται μεν στον χώρο της κρυπτότητος, του «μυστικού», αλλά σε κατάστασι ενεργού αναμονής των αιτίων που θα κινητοποιήσουν την διαδικασία εμφάνισεώς της και, επομένως, την απόδοσί της στην γνωστική σφαίρα του ή των συμμετεχόντων υποκειμένων και στην έκτασι που συστατικοί ή συμβατικοί όροι το επιτρέπουν. Η μύησις κατά τους ιδίους λόγους, μπορεί να διατυπωθή ως η αναμενομένη δραματική κινητοποίησις αυτής της αυθεντικής αληθείας και της αποδόσεώς της, κατά τα ανωτέρω. Στην ιερατική μύησι, έχουμε την σχέσι του ανθρώπου-μύστη προς το υπερβατικό-θείον ως φορέας της αλήθειας. Διάμεσος αυτών είναι ο ιεροφάντης-μυσταγωγός, που γνωρίζει και διατηρεί αυτήν την αλήθεια και κινητοποιώντας την με τον αρμόζοντα τρόπο (λειτουργικό τυπικό) την αφήνει να αποδοθή στον μύστη. Αλλά υπάρχει, αν και δεν ονομάζεται, και μία άλλη μορφή μυήσεως, αυτή που ήδη, εμμέσως, έχει αναφερθή ως «ηρωική». Ο τρόπος δράσεως των ηρώων, όπως ο ιστορικός μύθος μέσω της μακράς παραδόσεως διδάσκει, έχει τον τύπο μιας μυητικής διαδικασίας, που εκκινεί από την αρχέγονο κοινοτική εποχή και τις προϋποθέσεις εν-τάξεως στον κοινωνικό οργανισμό, χωρίς όμως να περιορίζεται εκεί. Στην ηρωική μύησι, έχουμε τον μύστη-ήρωα απέναντι στο αντικείμενο της αληθείας που μπορεί να προσδιοριστή ότι είνει η ίδια του η δύναμις, την οποία οφείλει να ανασύρη ο ίδιος και να την αποκαλύψη στην κοινότητα. Η «επιφάνεια» αυτής της δυνάμεως συμβαίνει με την διαρκή άσκησί της στον άθλο. Και από την ίδια τη φύσι του άθλου, το πρώτο που εμφαίνεται στην μυητική πρόοδο, είναι η αναγκαιότης να αποδείξη ο ήρως την ικανότητά του του «γενναίως δωρίζεσθαι». Διότι ο άθλος και η δύναμις η οποία μέσω αυτού αναδεικνύεται και μάλιστα αυξητικά, είναι αποτέλεσμα μιας διαρκούς εξωτερικής δράσεως.

Τα ωφελήματα δε του άθλου, είναι αποκλειστικώς έργα υπέρ των άλλων, υπέρ της κοινότητος, ή ακόμη, κάποιου όντος πέραν του εαυτού του. Οι μυθολογικοί ήρωες - και από εδώ και στο εξής θα γίνεται λόγος για ήρωες των ελληνικών παραδόσεων, όπου υπενθυμίζεται, αναδεικνύονται και ως ιδιαίτερη οντολογική κατηγορία προσώπων λαμβάνοντας και το ουσιαστικό όνομά τους - διαθέτουν εκ φύσεως μίας ιδιάζουσα δύναμι τόσο σωματική όσο και διανοητική -είναι μητιόεντες-, απόρροια της κατά το ήμισυ θεϊκής τους καταγωγής. Για το λόγω αυτόν, εξ άλλου, ονομάζονται και ημίθεοι. Στον Όμηρο, ήρωες δεν ονομάζονται μόνον οι ημίθεοι, αλλά εν γένει οι βασιλείς και οι αριστήες και πάλι, όχι μόνον αυτοί, αλλά και άνθρωποι που διαθέτουν απλώς εντιμότητα και δεξιότητα:΅τεχνίτες, αοιδοί κλπ. Φαίνεται ότι και ο Ησίοδος αναφερόταν με το ίδιο κριτήριο στο γένος των ηρώων, που προηγήθηκε του συγχρόνου του (του σιδηρού) και αντιστοιχεί, πιθανώτατα, στην αυτή φάσι της χαλκής περιόδου, όπου και οι Ομηρικοί ήρωες. Όμως, το κυρίαρχο ατομικό ηρωϊκό πρότυπο έχει ως εξέχον χαρακτηριστικό την γενναιότητα, την αυτοθυσία και την τραγικότητα. Γιατί αυτά απαιτούνται, όπως φαίνεται, για την τέλεσι του άθλου και την αλλαγή, μέσα απ' αυτόν, των πραγμάτων προς το κοινό όφελος.

Στον Πίνδαρο, ως ήρωες πλέον αναγνωρίζονται γενικώς, όσοι από τους θνητούς προσέφεραν μεγίστας υπηρεσίας στο ανθρώπινο γένος. Είναι αυτό, μια απόδειξις ακόμη, ότι η ιδιότης του ήρωος δεν εξαρτάται από κάποιον υπεράνθρωπο παράγοντα, αλλά ότι το αδιαμφισβήτητο κριτήριο για την ανάπτυξί της είναι η διάθεσις και παροχή έργου υπέρ των άλλων και ισχυρού μάλιστα, σε ευρύ κοινωνικό πεδίο. Από εδώ έλκεται, εξ άλλου και ο σχηματισμός «Πανθέων Ηρώων» στην νεώτερη ιστορία. Όμως, εάν αποδεχθούμε την θεϊκή καταγωγή των ηρώων, γίνεται μάλλον ευκολώτερη παρά δυσκολώτερη η κατανόησις τη ιδιαζούσης, οπωσδήποτε, και πολυσήμαντης υπάρξεώς τους. Για τον ίδιο λόγο, οι σύγχρονοι ήρωες «αποθεοποιούνται», εφ' όσον, συστήνουν «Πάνθεα». Ούτως ή άλλως, οι ήρωες υπερβαίνουν κατά πολύ τον μέσο άνθρωπο στα έργα, το σθένος και, συνήθως στα άχθη. Το στοιχείο της αγωνιστικής ανωτερότητος, ενισχύει την υπόθεσι της ημιθεϊκής φύσεως των ηρώων, όμως δεν είναι καθόλου απαραίτητο να λειτουργή «καταθλιπτικά» προς τους άλλους ανθρώπους, αλλά μάλλον ως παρακίνησι για αδιάκοπο ανάπτυξι του «καλού καγαθού» στοιχείου στο ήθος και στις πράξεις, προς την κατεύθυνσι άλλως του «αιέν αιρστεύειν».

Η παραινετική δύναμις του ηρωϊκού προτύπου, ενισχύεται εξ άλλου, από το δεδομένο ότι οι ήρωες δεν γεννιούνται «τελειωμένοι» αλλά αναπτύσσουν την ενυπάρχουσα δύναμί τους μέσα από μια μακρά και επώδυνη, πλήρη δοκιμασιών όσο και ικανοποιήσεων, μυητική αθλητική πρακτική. Και φαίνεται ότι όσο οι άνθρωποι έχουν κάποια ιδανικά να υπερασπίζουν, όχι χάριν του εαυτού τους αλλά χάριν του κοινού οφέλους, θα έχουν και την πιθανότητα να ανταποκριθούν σ' αυτήν την παραίνεσι, ανακυκλώνοντας τουλάχιστον, τον ηρωϊκό τόπο, τρόπο, τύπο. Στην Αρχαία Ελλάδα η διδασκαλία του έργου και του βίου των ηρώων ήταν από τα σταθερά στοιχεία της πολιτειακής Παιδείας. Και επειδή η Παιδεία είναι από τις σημαντικώτερες πηγές των συνειδητών μας προσλήψεων, εύκολα συνάγεται ότι το πρότυπο των ηρώων κατέληγε σε κοινό συνεκτικό παράγοντα των κοινωνικών τάσεων στην ελληνική πολιτεία, όταν πλέον είχε παρέλθει η ιστορική περίοδος των μεμονωμένων-διακεκριμένων ηρώων, μαζί με την κοινωνία των γενών και της ιεράς βασιλείας. Στα πλαίσια της διαστρωματικής κοινωνίας των φυλών που ακολουθεί, οι ήρωες ούτε αφανίζονται ούτε αμφισβητούνται. Αλλά, εκτός του ότι μετέχουν στην διάπλασι της κοινής συνειδήσεως μέσω της παιδείας, θεωρούνται επίσης θεότητες, προστάτες, φυτάλμιοι, για φυλές, πόλεις και άτομα.

Η εκτίμησις του Ρισπέν ότι οι ήρωες προέρχονται από το χαμένο γένος του χρυσού αιώνος του Ησιόδου, όταν άνθρωποι και Θεοί γεννήθηκαν ταυτοχρόνως και ήσαν ομοτράπεζοι και οικείοι, μπορεί να δώση έναν επί πλέον ερμηνευτικό όρο στο γεγονός, ότι οι ήρωες μετά τον θάνατό τους ονομάζονται γήινα πνεύματα, δαίμονες-κηδεμόνες και φύλακες των θνητών, επιτηρητές και εμπνευστές των έργων τους, που διατρέχουν όλη τη γη και σκορπίζουν τον πλούτο. Αυτό είναι το βασιλικό προνόμιο που κρατούν για τον εαυτό τους. Ο λόγος, βέβαια, αφορά στους πρώτους ήρωες τους «μυθικούς». Και γι' αυτούς θα συνεχίση να γίνεται, επειδή αυτοί είναι που, μέσα από τον ζωτικό κύκλο των άθλων τους που η παράδοσις διέσωσε, αναδιπλασίασε και μετέδοσε για χιλιετηρίδες, ανάγονται σε αυθεντικά πρόσωπα-πρότυπα του υπερόχου ανθρώπου. Του «ψυχωμένου», του έχοντος «ισχυρή θέλησι», του αθλουμένου και πάσχοντος υπέρ της κοινής ωφελείας. Η ιδιαιτέρα δύναμις του ήρωος, είναι έμφυτος αλλά κρυφή και για τον ίδιο. Εϊναι επίσης αρρήκτως εξηρτημένη από την αναγκαιότητα και την κατεύθυνσι της εξφτερικεύσεώς της, όρου απαραβάτου για την απόδειξι της και, κυρίως, την γνωστοποίησί της και στον ίδιο τον φορέα της και στους άλλους. Πράγμα, που δεν μπορεί να συμβή παρά μόνον μέσα από τον άθλο.Αυτές είναι οι περιοριστικές προϋποθέσεις για την τελική αναγνώρισι του ήρωος ως αξίου του ειδικού αυτού ονόματος. Εάν ο ήρως αδρανήση, η δύναμίς του θα παραμείνη κρυφή και άτονη, ατροφούσα. Ο ίδιος δε, θα στερηθή την δυνατότητα τόσο της αυτογνωσίας όσο και της αναγνωρίσεώς του, ως προτύπου, από τους άλλους, την ίδια του την αποθέωσι.

Η διατύπωσις περί αυτών από τον Μποσέ Λεκλέρκ είναι χαρακτηριστική: «Ο ήρως είναι προϊόν της διασταυρώσεως της θείας και της ανθρωπίνης φύσεως προκαλούμενης από τον έρωτα. Ο ήρως ζει εν μέσω των ανθρώπων ως όν ανώτερο, η δε ανωτερότης του εκδηλώνεται διά θαυμασίων κατορθωμάτων. Μοίρα και αυτού, όμως, είναι το γήρας και ο θάνατος». Στην εποχή της παρακμής , η λατρεία των ηρώων έγινε κεντρική. Ελατρεύοντο ως ένδοξοι νεκροί. Ενώ δε το ιδεώδες κατέπιπτεν, νέες προσπάθειες ύψωναν μέχρις αυτού το μέσον επίπεδον της ανθρωπίνης υποστάσεως. Η συνειδητή και δρώσα αθανασία είχε τεθή στην διάθεση όλων. Ο χρησμός της Πυθίας στον Σόλωνα κατά την κλασσική περίοδο, φανερώνει την θέσι των ηρώων στην κοινή συνείδησι: «Τίμα διά λατρείας τους αρχηγούς της χώρας, τους νεκρούς, που κατοικούν μέσα στο χώμα». Όταν ο ήρως πεθάνει, περιλαμβάνεται στο χώρο του ιερού αναγορεύεται ισότιμος των θεών, με τους οποίους πριν τον θάνατό του συνεργάζεται ή συγκρούεται. Ο υποχρεωτικός και προκαθωρισμένος σ' αυτόν τρόπος, λόγος και τόπος της δυνάμεώς του, υποδεικνύεται από το ότι φέρεται να επιτελή τους άθλους του μόνον κάτω από το κράτος ενός πλέγματος εναντιοτήτων προς το πρόσωπό του. Δεν εξαρτάται δηλαδή, απολύτων τουλάχιστον, από την θέλησί του ούτε, πολύ περισσότερο, από προσωπική παρόρμησι ή φιλοδοξία, το ότι επιλέγει τον συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς. Αυτό, επιβάλλεται είτε από την ανάγκη να καθαρθή ένεκα κάποιου άγους, είτε από κάποια αντιπαλότητα που δεν έχει προκαλέσει ο ίδιος αλλά προηγείται της γεννήσεώς του ακόμη, είτε από κάποια ειρωνεία.

Το στίγμα των παραγόντων της τελέσεως ενός άθλου δίδεται από τον Σοφοκλή. Κατ' αυτόν, ο Ηρακλής πεθαίνοντας μαρτυρικά, λέγει: «Ψυχή μου, μάζεψε τις δυνάμεις σου πριν ξαναρχίσουν οι πόνοι. Και κλείσε με ατσάλι το στόμα μου, για να μην φωνάξω στην τελευταία αυτή δοκιμασία που την περνώ με χαρά, αλλά χωρίς τη θέλησί μου». Λέγουν πολλοί, ότι το να φαντασιώνη κανείς την Αρχαία Ελλάδα σαν τόπο όπου όλα γίνονταν σύμφωνα με το Μέτρο και την Αρετή΄, είναι παιδαριώδης αφέλεια. ¨Ότι, τέλος πάντων, οι άνθρωποι ούτε τότε τηρούσαν αυτά τα ιδεώδη. Αλλά υπάρχει σ' αυτούς τους σκεπτικιστικούς ισχυρισμούς ένα σημαντικό κενό: Αποσιωπάται η επίγνωσις, από μέρους των αρχαίων Ελλήνων, της τραγικότητος, που από την γέννησί του ήδη θα διέπη τα δρώμενα του βίου των ανθρώπων. Η ίδια η αντήχησις της ανθρώπινης φύσεως και των εκδηλώσεών της είναι που προκαλεί το τραγικό. Και, ούτε το ένα, ούτε το άλλο, είναι δυνατόν να εξουδετερωθούν. Το ευχάριστο και το δυσάρεστο θα διεκδικούν τον άνθρωπο, το αναμενόμενο και το αιφνίδιο θα τον προκαλούν σε διαρκείς αναπροσαρμογές, ο ατομισμός και ο αλτρουϊσμός, «η Αρετή και η Κακία» θα τον περιμένουν στο σταυροδρόμι, και μέσα στην φαντασμαγορία του ζώντος Κόσμου θα γνωρίζη ότι καραδοκούν οι σκιές του Άδη. Υπάρχουν ακόμη οι παρεκκλίσεις και οι εκτροπές από το κατά φύσιν προσδοκώμενο, υπάρχουν τα τέρατα και τα ποθούμενα. Πολύ δύσκολο να αποκατασταθούν οι μεν, να νικηθούν τα δε, να αποκτηθούν τα τελευταία. Υπάρχουν πάντως πολλοί τρόποι αντιδράσεως στο πολύπλοκο υφάδι του τραγικού. Και υπάρχει πάντοτε ο κυρίαρχος τρόπος που προτείνεται και, όπου είναι δυνατόν, επιβάλλεται από την ίδια την κοινωνική κεντρική άποψι με διδασκαλία, έθη, ήθη ή νόμους.

Κάθε κοινωνία, κάθε ιστορικός σταθμός, εμφανίζει και τα «ιδεώδη» κίνητρά του. Τι ενεργοποιεί και τι αποδυναμώνει. Και οι αρχαίοι Έλληνες ως κοινό ιδεώδες, θεσμοθετημένο, ιεροποιημένο, αλλά και δεικνύμενο μέσω της κυρίαρχης κοινής πρακτικής, είχαν την Αρετή και το Μέτρον. Οι ίδιοι μπορεί να παρεβίασαν τις επιταγές τους ως ένα σημείο και μάλιστα κρίσιμο και καθοριστικό για την ίδια την εθνική τους αλλά και την παγκόσμια κοινωνική εξέλιξι. Και επίσης, επίμεμπη πράξι, της οποίας επεδίωκαν η προσδοκούσαν την κάθαρσι. Άλλοι τρόποι για να απαντά κανείς στο τραγικό, είναι ο φόβος, η ενοχή, ο κοσμοπολιτισμός, η αδιαφορία. Πάντως, ένας πολιτισμός σχηματίζει το πρόσωπό του από τα σταθερά δομικά του στοιχεία, από τις εστίες στις οποίες επικεντρώνει το ενδιαφέρον του. Το Μέτρον και η Αρετή δεν ήταν, και ούτε είναι νοητό να ήταν, μόνον λέξεις για τους αρχαίους Έλληνες. Οι οποίοι, πειθόμενοι στις παραδόσεις τους, ακολούθησαν και προώθησαν μέσα στην αεικίνητο κοινωνική τους πρόοδο, τα θεμελιώδη αισθητικά, ηθικά και πολιτικά ιδανικά τους, όπως επίσης και το ιδανικό του ηρωϊκού τρόπου και στάσεως ζωής και θανάτου. Στο μέτρο, πάντοτε, του ανθρωπίνως δυνατού, υπερήσπισαν αβιάστως τα κοινά αγαθά. Η ηρωϊκή παράδοσι είχε σαν αποτέλεσμα να αναδειχθή στη θέσι του μεμονωμένου, ημιθεϊκού ηρωϊκού προσώπου, ο ήρως - πολίτης, ή ακόμη, «το κοινόν των ηρώων».

Το πρότυπο του ηρωϊκού μυστηρίου είναι αμέσως οικείο στον άνθρωπο και για τον λόγο ότι ανάμεσα στον μύστη και στην αποκαλυπτομένη αλήθεια δεν παρεμβάλλεται ο γνώστης - ιεροφάντης, αλλά το αντικείμενο των άθλων του μόνο, επί του οποίου εκείνος μόνος θα επιδράση, πράγμα απαραίτητο για την κατανόησι της ίδιας τους της ενεργού υπάρξεως. Τα αντικείμενα του ηρωικού άθλου βρίσκονται σε σχέσι αντιπαλότητος και ισοδυναμίας προς τον ήρωα. Ισοδυναμία τουλάχιστον, γιατί ως προς την μηχανική δύναμι, φαίνονται συνήθως να υπερτερούν. Η ισχύς του μοιάζει πάντως να αποδυναμώνεται είτε από την έλλειψι αρετής, θελήσεως-ευψυχίας- είτε άπο τον άλογο χαρακτήρα τους, είτε, πολύ συχνά, από την εξηντλημένη αιτία της υπάρξεώς τους, είτε, πάντοτε σχεδόν, από την έλλειψι μήτιδος-επινοητικότητος. Πάντως, η καταγωγή των αντιπάλων του όντων, είναι ομοειδής με αυτή του ήρωος. Κατάγονται δηλαδή από Θεούς και είναι, ως εκ τούτου, όπως και ο ήρως, εκ προελεύσεως στοιχεία του ιερού. Το δε ιερό, σύμφωνα με τον Ελιάντ, εκδηλώνεται με τις εξής κατηγορίες: 1.την ετερότητα ως προς τον άνθρωπο και τον ιστορικό κόσμο κοινωνικό ή φυσικό 2.την δύναμι 3.το νόημα - μίαν ιδιαίτερη και αυστηρά προσδιωρισμένη σημα-σιακή φόρτισι. 4.το πραγματικό, στο οποίο ανήκει ως δομικό στοιχείο του κόσμου μη υποκείμενο στους ιστορικούς νόμους. Υπενθυμίζεται ότι η ισοδυναμία τουλάχιστον, άλλως ή περιωρισμένη υπεροχή του αντιπάλου- είναι ένας από τους θεμελιώδεις αγωνιστικούς νόμους στην αρχαιοελληνική συνείδησι. Νόμος, που πηγάζει τόσο από την παράδοσι όσο και από την σωζομένη γραπτή ιστορία και θα στηρίξη μαζί με άλλες αξίες το κεντρικό κοινωνικό αίτημα της Αρετής (γενναιότητος) και της Ισορροπίας (Αρμονίας) στον αγωνιστικό κώδικα τιμής των ανθρώπων και πέραν της αρχαιοελληνικής περιόδου.

Η παράδοσι, που είδαμε ότι περιέχει το ηρωϊκό πρόσωπο-πρότυπο και το αντίστοιχο ήθος, είναι ένα άρτιο όν, που γι' αυτόν τον λόγο μπορεί να εξελίσσεται, να ανανεώνεται και να αυξάνη. Επίσης, τα στοιχεία της μπορούν να κινούνται με την αυτή εγκυρότητα έξω από τον χώρο-χρόνο. Ο ηρωϊκός χρόνος-χώρος, υπόκειται στους νόμους της κατ' εξοχήν παραδοσιακής στην μυθολογία , μορφολογίας. Είναι ακαθόριστοι, μεταθέσιμοι, μετατρέψιμοι. Άρα, απολύτως ευέλικτοι και προσαρμόσιμοι, πράγμα που είναι και συστατικό στοιχείο της όλη μυθικής δημιουργίας. Χάριν αυτής της ιδιαιτέρας ευελιξίας που έχει ο μυθικός χρόνος-χώρος, τίθεται ίσως ένα από τα σταθερά κοινά στοιχεία των ηρωικών μύθων: Οι ήρωες έχουν πάντοτε σχεδόν προσωπικά δικαιώματα ή θεμιτές προσδοκίες για ένα βασίλειο. Όμως, συχνά δεν αποκτούν ή, αν αυτό συμβή, η βασιλεία τους αποδεικνύεται εξαιρετικά σύντομη και ατυχής. Από την μεν αναφορά στην βασιλεία, μπορεί να δοθή ένα στίγμα για την χρονική στιγμή όπου έδρασε ο ήρως. Μόνον που ήδη δεν γίνεται φανερό αν πρόκειται για τους χρόνους της ιεράς βασιλείας ή της ανακτορικής, που είναι μεταγενέστερη. Τα στοιχεία που δίδονται, διαπλέκουν και τις δύο χρονικές περιόδους. Όπως και αν έχη, πάντως, στον επόμενο μύθο βρίσκομε τον ίδιο ήρωα να υπάρχη σε εντελώς διαφορετικούς χρόνους (στην Αργοναυτική εκστρατεία, π.χ.) που τοποθετείται χιλιετίες πριν τον Τρωικό πόλεμο. Η πάλι, να συνυπάρχη με άλλους ήρωες ή άλλα πρόσωπα που, όσο μπορούν να τοποθετηθούν χρονικά, ανήκουν σε άλλη εποχή (Ηρακλής και Θησεύς, Ηρακλής και Προμηθεύς, κ.ά.). Έτσι ο ήρως, ελεύθερος ουσιαστικά από τα περιοριστικά όρια του κοινωνικού αξιώματος, αν και το αξίωμα είναι εν μέρει υπεύθυνο για τις περιπέτειές του, επειδή πρέπει να προηγηθή αυτού η απαιτουμένη μύησις, μπορεί να προηγηθή αυτού ή απαιτουμένη μύησις, μπορεί να κινήται απεριόριστα για πάντα, παντού. «Θνητός, προοριζόμενος για την θέωσι, ξένος και πολίτης μαζί», ο ήρως προσχωρώντας στον μύθο, προκαλεί ένα σύστημα αληθειών διαχρονικών και διατοπικών.

Η εκτίναξις των ηρώων έξω από τον συμβατικό ή περιωρισμένο χρόνο και χώρο συνάδοντα με την ιερότητα αυτών των προσώπων, επιτρέπει την αναγωγή τους σε κοινά, οικουμενικά και δυναμικά πρότυπα ή εκδηλώσεις οριακών μορφών του πάθους, της ασκήσεως, της αρετής, της ενεργητικότητος απέναντι στο «μοιραίο». Αλλά θα μείνωμε λίγο στο σημείο ανιχνεύσεως του χρόνου προελεύσεως των ηρώων, που φαίνεται να έχη ιδιαιτέρως κοινά σημεία με τους βαθύτατα αρχαίους για την Ελλάδα, χρόνους της ιεράς βασιλείας. Και κυρίως, στο σημείο-κλειδί της απαιτουμένης μυητικής διαδικασίας πριν το αξίωμα αλλά και τον τελετουργικό τρόπο του τέλους του. Το σημείο-κλειδί λοιπόν, οδηγεί σε ωρισμένα κεντρικά στοιχεία που είναι όμοια στον ήρωα και στον ιερό βασιλέα. α) Οι δοκιμασίες που είναι προωρισμένεος να φέρη σε πέρας, βαδίζοντας στο αξίωμα. β) Η απόλυτη εξαρτησιακή του σχέσις με τον κοινωνικό οργανισμό του οποίου η έγκρισις θα του εξασφαλίση ή όχι το αξίωμα. γ) Η θεϊκή του καταγωγή, κατά κανόνα από τον Δία ή τον Ποσειδώνα.. δ) Ο καθαρτήριος χαρακτήρ των άθλων του. Μέσω αυτών των στοιχείων, εκτεινόμεθα στα μυητικά στάδια που, τόσο για τον ήρωα, όσο και για τον ιερό βασιλέα, παρουσιάζουν τον αυτόν γεωμετρικό τόπο: Πρώτα έχομε την μυητική διδασκαλία. Σαν διδάσκαλος επιλέγεται πρόσωπο που έχει επίση τα γνωρίσματα του ήρωος, ή πάντως, του εξαιρετικού: Λϊνος, κένταυρος Χείρων, Κοννίδας.

Οι μητέρες επίσης των ηρώων, οι οποίες παραπέμπουν στην εποχή της ιεράς βασιλίσσης και έχουν τον ρόλο της παιδαγωγού και επιτηρητού του ήρωος πριν εγκαταλείψη τον τόπο γεννήσεώς του. Η μυητική διδασκαλία συμπίπτει με την επίσης μυητικού χαρακτήρος αναχώρησι του ήρωος από την κοινότητα στο άβατον της φύσεως, κυρίως στο όρος. Έπειτα το ταξίδι, η πειπλάνησις, η περιπέτεια, που πάντοτε έχει την μορφή μιας καθαρτήριας αυτοεξορίας ή εξορίας ύστερα από μία μιαρή πράξι που διέπραξε ο ήρως, κυρίως φόνο. Ο Ηρακλής περνά τρία τέτοια καθαρτήρια στάδια, όσα και τα άγη, που τον εβάρυναν. Και πάλι, μέσα από το εύρος των εξοριών του, μπορεί να υπολογισθή το αντίστοιχο μέγεθος του χρόνου όπου δρα ο ήρως. Η κάθαρσις, μέσω του ταξιδίου-εξορίας, περικλείει και μία αθλητική μυητική διαδικασία, έναν κύκλο άθλωνω: Ο Ηρακλής εξορίζεται στον Κιθαιρώνα από τον θετό του πατέρα Αμφιτρίωνα, ύστερα από τον φόνο του διδασκάλου του Λίνου. Εκεί, φονεύει τον λέοντα του οποίου το δέρμα θα φέρη στο εξής ως μόνιμο ένδυμα και τούτο πάλι είναι λειτουργικό στοιχείο των απωτέρων μυητικών τρόπων. Γονιμοποιεί τις πενήντα θυγατέρες του Θεσπίου, βασιλέως των Θεσπιών μέσα σε μια μόνο νύχτα, και, αποκαθαρμένος ήδη, όταν επιστρέφει από τον Κιθαιρώνα, ελευθερώνει τας Θήβας από την δουλεία στους Μινύες του Ορχομενού. Για δεύτερη φορά εναγής ύστερ από τον μανικό φόνο των παιδιών του και της μητέρας τους Μεγάρας, παρ' ολίγον και τους Αμφιτρίωνος, αυτοεξορίζεται και, ύστερα από εντολή του Μαντείου των Δελφών, υποτάσσεται στην θέλησι του δειλού Ευρυσθέως, αρχίζοντας τον κύριο κύκλο των άθλων του. Ο δειλός Ευρυσθέως... αυτός βέβαια δεν θυμίζει σε τίποτε τον ιερό βασιλέα. Αλλά γίνεται ένα συγκριτικό άλμα στον χρόνο με το οποίο λαμβάνεται ένα συνηθισμένο πρόσωπο από την εποχή της κληρονομικής βασιλείας και υφίσταται τις δέουσες κρίσεις. Αλλά από μίαν βαθυτέραν προοπτικήν, ο δειλός Ευρυσθέους αντιπροσωπεύει τον καταναγκαστικό χαρακτήρα του αδρανούς εαυτού μας. Είναι η σχέσις θέσεως-αρνήσεως, αδρανείας-δυνάμεως, που συναποφασίζουν την ισχύν της κινήσεώς μας μέσα στον κόσμο.

Το μακρύ ταξίδι του Ηρακλέους εκτός των ορίων της ελλαδικής χώρας αυτή την φορά, είναι από μόνο του μέρος των άθλων του, έχοντας ιδιαιτέρως βαρύνουσα ιστορική σημασία. Εάν λάβωμε υπ' όψιν τον χρόνο στην διάρκειά του, μπορούμε να διακρίνωμε σημαντικώτατες ενδείξεις για τον ακαθόριστο πλέον χρόνο του ελληνικού πολιτισμού σε όρια που ξεπερνούν τα γνωστά και «καθιερωμένα» έως τώρα. Πράγμα όμως, που και η ίδια η Αρχαιολογία τα τελευταία χρόνια αρχίζει να αναγνωρίζη. Στον κεντρικό κύκλο των άθλων του, ευρίσκομε τον Ηρακλή να έρχεται στην Ευρώπη, προκειμένου να αποκτήση τα βόδια του Γηρυόνου. Εδώ, ιδρύει πόλεις, όπως την Αλησία στην Κελτική, όπου και γίνεται επίσης γενάρχης των Κελτών, κατ' άλλην εκδοχή, των Γαλατών, γεννώντας με την Κέλτικα πριγκίπισσα του τόπου, τον Κέλτο ή Γαλάτη. Ιδρύει επίσης ιερά της Δήμητρος και της Περσεφόνης στην Σικελία, όπως επίσης και υπέρ του Γηρυόνου. Στην Σικελία επίσης, διευθετεί την κοίτη του ποταμού Τύμβριδος. Το ίδιο είχε πράξει και με την εκτροπή των ποταμών Αλφειού και Πηνειού στον άθλο των σταύλων του Αυγείου. Οι παρεμβάσεις αυτές στην φυσική ροή των ποταμών συνδέονται με την ευδοκιμώτερη άρδευσι και την ισόρροπο λίπανσι της καλλιεργήσιμης γης. Αλλ' ακόμη, αλληγορούν την ίδια την παρέμβασι του αγωνιστού ανθρώπου στη ροή των θυμικών και φορτίων. Στην Σικελία ακόμη, οι Νύμφες γεννούν προς χάριν του τις θερμές πηγές Ιμέρα και Εγέστη. Ο ήρω-έρως προκαλεί νέες, ευεργετικές φυσικές εκδηλώσεις υπέρ των ανθρώπων. Κατά το ίδιο ταξίδι ενώνεται και με την Έχιδνα- μητέρα των περισσοτέρων τεράτων που αντεμετώπισε -και γεννά τον Αγάθυρσο, τον Γελωνό και τον Σκύθη.

Ο ήρως διαθέτει, προφανώς, εκτός των στοιχείων του ιερού βασιλέως και χαρακτηριστικά της αρχέγονης γονιμικής μορφής των θεοτήτων, αλλά επίσης και του επιστήμονος ανθρώπου. Πάντως, η Έχιδνα παύει να γεννά τέρατα και γίνεται μητέρα των Σκυθών και των Γελωνών, λαού ελληνικής καθαρώς προελεύσεως που, σύμφωνα και με τις αρχαιότερες μαρτυρίες (Ηρόδοτος) ωμιλούσαν την Ελληνική γλώσσα εκτός της σκυθικής, είχαν δε πόλεις ωργανωμένες, πολιτισμικό τύπο όμοιο με των Ελλήνων και λατρεία επίσης, ήσαν δε σιτοφάγοι παλαιόθεν. Στα τοπικά όρια αυτού του άθλου και μόνον επισημαίνονται, μέσω των εκπολιτιστικών παρεμβάσεων του Ηρακλέους, και συγκεκριμένα στάδια της ανθρωπίνης εξελικτικής πορείας. Η κατοχή των βοδιών, αίφνης, σηματοδοτεί την έναρξη στον ελλαδικό χώρο της αρώσεως με ζώα, όχι πλέον με χειρωνακτικό τρόπο, σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό στοιχείο του γεωργικού σταδίου. Η εκτροπή των ποταμών που φανερώνει ένα ακόμη υψηλότερο σημείο στην εξελικτική κλίμακα της γεωργικής περιόδου και αφήνει το στίγμα τεχνολογικών μέσων πέραν του απλού εργαλειακού σταδίου. Τρίτον, η επέκτασις των ορίων του ελληνικού φύλου με τρόπο απολύτως αποδεκτό από τους άλλους, ερωτικό και ειρηνικό. Ακόμη η μίξις διαφορετικού γένους (ή επιπέδου) όντων, του ημιθέου - ανθρώπου και του χθονίου πρωτεϊκού που αποδίδει φύλα ανθρώπων. Το τρίτο άγος, η δολοφονία του Ιφίτου, τον περιάγει στην δουλεία της Ομφάλης. Από εδώ εξάγονται συλλογισμοί που κυριαρχούνται από το κοινωνικό-ιστορικό στάδιο. Ο αρσενικός σε όλη του την υπεροχή, επιστρέφει, αγνιζόμενος για την από μέρους του φύλου του καθυπόταξι του -από πόσο παλαιός- κυριάρχου θηλυκού ανθρώπου, μιμείται τον ίδιο του τον εαυτό και τις πράξεις του όπως ήταν τότε, πριν αποδειχθή αυτός κυρίαρχος. Δούλος και μίμος της βασιλίσσης-γυναίκας και πάλιν η σοφία της ανταποδοτικής εξισορροπήσεως των παθών, των πράξεων, των τυχών του Έλληνος ήρωος- και όχι μόνον. Κοι οι θεοί, επίσης, ό, τι κατανικούν το διαιωνίζουν ως συμπλήρωμα και σημαίνον τους. Έτσι ο Ηρακλής ενδύεται με γυναικεία φορέματα και υπηρετεί την Ομφάλη. Σ' αυτό το διάστημα, κερδίζει την ζώνη της Ιππολύτης -της βασίλισσας των Αμαζόνων με την σεξουαλική του ισχύ. Ένα ακόμη σήμα του ιστορικού δράματος. Εμφανώς ναι. Αλλά ας μείνωμε εδώ. Ούτως ή άλλως πρόκειται για μια ιδιαιτέρου χαρακτήρος μύησι του ήρωος σε ένα εμφαινόμενο ή και βαθύτερο alter ego. Τρίτο αθλητικό στάδιο της μυητικής διαδικασίας, τόσο του ήρωος όσο και του ιερού βασιλέως, είναι η κάθοδος στον Άδη. Για τον τρόπο καθόδου του ιερού βασιλέως μπορεί κανείς να εύρη στοιχεία στον Ελυάντ και στον Γκρέιβς. Πάντως, οι ήρωες έρχονται σε επαφή με το βασίλειο του θανάτου όχι παθητικά, αλλά διεκδικώντας κάτι, και επανέρχονται με κάποιον τρόπο, είτε πριν, όπως οι Ηρακλής, Θησεύς, Οδυσσεύς, Ορφεύς - είτε μετά την αναγόρευσί τους σε δυνάμεις ισόθεες, οπότε ως έμψυχοι νεκροί, λατρεύονται κοινώς. (Λυκούργος, Αχιλλεύς, Πέλοψ κλπ.). Τέταρτο γνώρισμα-στάσις της ηρωικής μυήσεως είναι η μαντική ικανότης. Το ίδιο ανεζητείτο και μεταξύ των γνωρισμάτων του ιερού βασιλέως. Αυτή εκδηλώνεται κυρίως μετά τον θάνατο και τον ενταφιασμό τους, αν και ο Ηρακλής θα διεκδικήση τον ιερόν τρίπουν του Δελφικού Μαντείου εν ζωή. Τα ταφικά ηρώα - ιερά λειτουργούσαν και ως μαντεία. Στην μετά θάνατον ισόθεο δύναμι του ήρωος, αποδίδει ο Φουστέλ ντε Κουλάνζ και ο Ζαν Ριαπέν κ.ά. την προέλευσι του ήρωος στην απώτερη αρχαιότητα, όπου κυριαρχούσε η λατρεία των προγόνων. «Τα πνεύματα ή οι ήρωες, γράφει, ήσαν κατά το πλείστον οι πρόγονοι του λαού. Σύμφωνα με την δοξασία ότι η ψυχή δεν εγκατέλειπε το σώμα, οι θεϊκοί πλέον νεκροί είχαν στενωτάτους δεσμούς με την γη που εκάλυπτε τα οστά τους. Από το βάθος των τάφων τους αγρυπνούσαν επί της πολιτείας, επροστάτευαν την χώραν και ήσαν τρόπον τινά, αρχηγοί και κύριοι αυτής».

Στους λεγόμενους ιστορικούς χρόνους, προϋπόθεσις της μετά θάνατον δυνάμεως, ήταν, ο νεκρός, όταν ζούσε, να είχε προσφέρη μεγάλες υπηρεσίες στην πόλι, που μπορούσαν να κυμαίνωνται από την ίδρυσί της έως την πολεμική νίκη ή την καλή νομοθεσία, οπότε γινόταν θεός της πολιτείας. Συνοπτικά θεωρώντας πάντως την κοινότητα των γνωρισμάτων ιερού βασιλέως και ήρωος, διαπιστώνεται ότι εκείνο που προεξάρχει είναι ο νικητήριος - καθαρτήριος αγών, ο άθλος, απ' όπου προκύπτει η ταύτισις ήρωος - ιερού βασιλέως ως προς τον ρόλο του «καθάρματος» της πόλεως. Ο όρος «κάθαρμα» ακούγεται ίσως ανάρμοστος προς την βασιλική ή την ηρωϊκή ιδιότητα επειδή, πράγματι, από τους ιστορικούς-κλασσικούς χρόνους, ο καθαρτήριος ρόλος υπέρ της πόλεως δόθηκε σε κοινούς καταδίκους και επεσφραγίζετο με την ιεροπραξία της τελετουργικής θανατώσεώς τους. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που εντάσσεται στον όλο ηρωϊκό τύπο, είναι ο τρόπος που πεθαίνουν, και που είναι πάντοτε σχεδόν βίαιος και ειρωνικός. Όμως, εκτός του ότι πρόκειται κυρίως για μια «σωρευτικώς» καθαρτήρια στιγμή, πράγμα που επίσης τον συνδέει με τον ιερό βασιλέα, ισχύει επίσης το ότι ένας τέτοιος «άδοξος» θάνατος προβλέπεται από τους θεούς για τον ήρωα ως τελική υπόμνησι προς αυτόν, ότι εκτός όλων των άλλων, δεν υπήρξε παρά ένας κοινός θνητός. Η σκληρή μοίρα του Βελεροφόντη, αποδεικνύει ότι πάνω από όλα εκτιμάται και προστατεύεται η φυσική οντολογική κλίμαξ. (Ο Βελεροφόντης, αναβάτης του Πηγάσου, θέλει να ανέβη στον Όλυμπο διεκδικώντας πρόωρα την θέσι του δίπλα στους Θεούς. Και πλησιάζει στην κορυφή, όταν οι Θεοί προκαλούν οίστρο στον Πήγασο. Ο Βελεροφόντης πέφτει στη γη μένοντος παράλυτος. Όταν τέλος πεθαίνει, κατοικεί μεν στα Ηλύσια Πεδία, αλλά περιφέρεται μόνος. Η πιθανότης της ύβρεως που θα μπορούσε να προκληθή εκ μέρους των ηρώων προς τις υπέρτατες αξίες που αντεπροσώπευαν για την ανθρώπινη συνείδησι οι Θεοί, ήταν φυσικά μεγάλη. Τόσο μεγάλη, όσο και η «υπερβάλλουσα» δύναμις των ηρώων (χάρις αλλά και κατάρα), που μπορούσε να προκαλέση αλαζονεία. Επιστρέφοντας στον ηρωϊκό χρόνο, που, όπως είδαμε, μπορεί να είναι «οποιοσδήποτε» -αρκεί βεβαίως να μην αντιφάσκη το ιστορικό του φορτίο με τις ηρωικές αξίες - ανιχνεύομε, μέσα από τους άθλους, και τα παρακάτω πραγματικά στοιχεία: 1.Όταν ο ήρως έρχεται σε αντιμέτωπο σχέσι με τα ζώα που πρέπει να τα νικήση ως κυνηγός, εκτινάσσεται στους επωτέρους προϊστορικούς χρόνους με την ιδιότητα του Ποτνίου Θηρών, Με αυτήν την ιδιότητα, αφ' ετέρου -και αυτό εξαρτάται από την επικινδυνότητα ή μη του θηράματος - ως προστάτης των πρώτων ανθρωπίνων οικισμών από τις δυσαναλόγως προς αυτούς ισχυρές περιβάλλουσες φυσικές δυνάμεις, που απειλούν την ασφάλεια και την επιβίωσί τους. 2.Όταν εμφανίζεται σαν εξημερωτής ζώων, κυρίως βοδιών, σημαίνει κατά τα ανωτέρω μία νέα φάσι του γεωργικού σταδίου αλλά και το πέρασμα στην συστηματική κτηνοτροφία. 3.Ως αντίπαλος τεράτων, διαμαρτικών όντων που δυναστεύουν ολόκληρες περιοχές και μάλιστα νευραλγικά σημεία: λίμνες, οδούς, εύφορα εδάφη, η δράσις του ήρωος αντιστοιχεί στην περίοδο του μεταβατικού σταδίου από την κοινοτική οργάνωσι των οικισμών στην ευρύτερη πολιτειακή. Αν λάβωμε υπόψιν μας την έκτασι των λεγομένων «νεολιθικών» «οικισμών» σε ωρισμένες περιοχές της χώρας μας, όπως και κάποια στοιχεία τους -ανακτορικά οικοδομήματα, εκτεταμένα αμυντικά τείχη κλπ.- το στάδιο αυτό αρχίζει, στον ελλαδικό χώρο, πολύ ενωρίς. Πάντως, αφανίζοντας τις οποίες διαμαρτικές δυνάμεις- ή ό,τι μπορεί να εννοείται πίσω από την εικόνα τους-, ο ήρως εμφανίζεται σαν άρωγος στην εξασφάλισι των όρων που απαιτεί η οργάνωσις μιας πόλεως, τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών. Μπορούμε δηλαδή να εικάσωμε την συγκεκριμένη προσφορά του ήρωος, ότι εκδηλώνεται αφ' ενός μεν ως διασφάλισις της Ευταξίας και Ευνομίας, αφ' ετέρου δε ως απελευθέρωσις των ζωτικών φυσικών πηγών ευπορίας της πόλεως από οιεσδήποτε εναντιώσεις και εμπόδια της χρήσεώς τους.

Ειδικώτερον, ως προς τα τέρατα πάντως, υπάρχει και μια άλλη, καθαρά οντολογική δυνατότης ερμηνείας. Τα τέρατα εμποδίζουν την συγκέντρωσι γύρω από μία παραγωγική Εστία, εμποδίζουν την συγκέντρωση, επομένως, ενός πολυαρίθμου πληθυσμού σε έναν οριοθετημένο ευρύτερο χώρο, όταν κυριαρχούν σε λίμνες ή εύφορα εδάφη. Εμποδίζουν επίσης την επικοινωνία και την επαφή διαφορετικών ομάδων ανθρώπων, εμποδίζουν δηλαδή την συνδιαλλαγή και την ανταλλαγή - το εμπόριο, σε έναν ακόμη πιο προωθημένο χρόνο, όταν δυναστεύουν οδούς. Πέρα από τις πρακτικές συνέπειες αυτού του επιφαινομένου, διακρίνεται επίσης η εκπροσώπησις στα τερατώδη όντα των δυνάμεων της εντροπικής αταξίας, της χαοτικής απομονώσεως και αποστάσεως συγγενών στοιχείων. Είναι ο απόηχος της κυριαρχίας των πρωτογόνων δυνάμεων- που μπορούν, πέραν του εξωτερικού κόσμου να σημαίνουν και στις ενδότερες σφαίρες της Ηθικής και της νοήσεως τις δυνάμεις της προόδου ή της αδρανείας. Ο πρωτόγονος χαρακτήρ των τεράτων, είναι όμως και δηλωτικός της ιεράς φύσεώς τους. Στην αρχή αναφέρθηκε μια βασική διαφορά κλίμακος ανάμεσα στα ιερατικά μυστήρια και στην ηρωϊκή μύησι: Στα πρώτα, ο θνητός μεταλαμβάνει της αληθείας που πηγάζει από τον κατ' εξοχήν υπερβατικό -αλλά όχι υπερκόσμιο, κατά την ελληνική άποψι- χώρο, το θεϊκό. Που, κατ' αντιστοιχίαν προς τις εκδηλώσεις του ιερού όπως αναφέρονται παραπάνω, μπορεί να φέρεται με τις εξής κατηγορίες: 1) την υπερβατικότητα σε σχέσι με την ετερότητα 2) την κατά λόγον και νόμον δύναμι σε σχέσι με την εκτρεπομένη δύναμι του ιερού 3) Έχει νουν σε σχέσι με το «έχει νόημα», του ιερού. Σ' αυτό το σημείο, συναντά την φύσι του ήρωος και πριν την κοινά αποδεκτή ιεροποίησί του. 4) Συνθέτει και κατευθύνει το πραγματικό -σε σχέση με το «είναι πραγματικό» του ιερού. Στην ηρωϊκή μύησι, η αλήθεια αποκαλύπτεται σταδιακώς, μέσα από μια σειρά δραστηριοτήτων -άθλων του ήρωος που είναι ο ίδιος μύστης και -συνεργούσης της ανάγκης- μυσταγωγός, ενώ στα ιερατικά μυστήρια έχομε την παρεμβολή του ιεροφάντου. Βασική επίσης διάκρισις ανάμεσα στα δύο είδη μυήσεως είναι ότι στα μεν ιερατικά έχομε κοινή συμμετοχή μεγάλου αριθμού μυστών, αλλά τα ίδια έχουν απόρρητο χαρακτήρα.

Η αποκαλυπτομένη αλήθεια, παραμένει άρρητος και ανέκφραστος από τον, μεγάλο ωστόσο, αριθμό των μυστών προς όλους τους αμυήτους, μυστική και απόκρυφος για πάντα. Η επίμονος και διά νόμου επιβεβλημένη αυτή σιωπή έγινε και αιτία για το πλήθος των εικασιών σχετικά με τα εκεί δρώμενα και αποκαλυπτόμενα. Αντιθέτως, στην ηρωϊκή μύησι έχομε τα στοιχεία της μοναχικότητας του μετέχοντος προσώπου αφ' ενός, αφ' ετέρου την λεπτομερή γνωστοποίησι τόσο του τρόπου τελέσεως του ηρωϊκού μυστηρίου (καθαρμοί, άθλοι) όσον και του περιεχομένου του. Ως προς το δεύτερο μπορούν, και δικαίως, να υπάρξουν επί πλέον απόψεις ή και ενστάσεις. Αλλά όλα αυτά έχουν ορατό αντικείμενο το ανοικτό μυστήριο. Συνηθίζεται πάντως, ιδιαιτέρως επί των ημερών μας, να εστιάζεται το ενδιαφέρον των μελετητών του μύθου περισσότερο στα σύμβολα του μυθικού προσώπου - ήρωος και δράματος, παρά στο αναδυόμενο από αυτόν νόημα. Η τάσις αυτή φυσικά συρρικνώνει την ηρωϊκή παράδοσι και το αντίστοιχο εννοιακό δυναμικό στα ελάχιστα μεγέθη και τις ποιότητες του στατικού επικαλύπτοντας το όν «μύθος» με κάποια από τα εξωτερικά συμβαίνοντά μου (το ρόπαλο, ο αριθμός των άθλων, τα πολλά κεφάλια της Λερναίας Ύδρας κλπ.). Έτσι συμπαρασύρεται και ο μύθος σε μια εποχή που η εσωτερική ορμή των πραγμάτων ακινητοποιείται από ένα τεράστιο φορτίο μορφολογικών παραστάσεων στη σφαίρα του νεοεποχίτικου κατασκευάσματος. Όπου, το ιερό αντικαθίσταται από το μυστικιστικό επινόημα ολωσδιόλου αφερεγγύου μέσω ενός «επιστημονισμού». Από εδώ απορρέι το κύμα ενός (νέο;) φετιχισμού, όπου η ροή της ζωϊκής αφθονίας αγνοείται από τον αμέτοχό της άνθρωπο, που έτσι αναπαράγει τον εαυτό του σε ημιαγρία κατάστασι, τότε που ο φόβος και η αδυναμία ελέγχου του αμέσου περιβάλλοντός του τον καθήλωναν σε μία δίχως «φως» ζωή. Αυτό είναι ένα μεγάλο ζήτημα. Αναντίρρητο πάντως είναι, ότι ο ηρωϊκός μύθος αν και δεν αναδιπλασιάζεται πλέον, παραδίδεται όμως έχοντας μία έκτασι τεραστίας νοηματικής και πραγματολογικής δυναμικής ενεργείας, και μπορεί να είναι κατανοητός και προσλήψιμος από τους έχοντες κοινόν νου. Και ο ήρως προσάγεται έξω από τον χώρο και τον χρόνο των γραμμικών συμβάσεων ως πρότυπο αληθές και πολύσιμο, συγγενές του ανθρώπου, απολύτως εκτεθειμένο και ανεπιφύλακτο και πάσχον και βουληφόρο και ισχυρό, πρόσφορο τόσο στις στοχαστικές μας προσαρμογές όσο και στις φανταστικές παραστάσεις μας. Από εκεί βέβαια μπορεί να εξακολουθήση να είναι για τον καθένα μας πρότυπο ήθους και συμπεριφοράς μέσα στον κόσμο και προς τον εαυτό μας, αλλά και παρηγορητική -εξισορροπητική υπόμνησις σε καιρούς βασάνων και παθών. Γιατί ο ήρως δεν είναι ποτέ απολύτως ευτυχής. Η μόνη του ικανοποίησις είναι ο άθλος. Κατά τα άλλα υφίσταται όλη την κλίμακα της ανθρωπίνης τραγωδίας στον μέγιστο βαθμό. Αλλά δεν υπομένει. Αντιστέκεται. Και τέλος, πάντοτε εύψυχος και εύθυμος, δικαιώνεται από θεούς και ανθρώπους. Η σχέσις των δευτέρων προς του ήρωες παραμένει ζωντανή, πολλαπλή και αύξουσα, καθώς στον ελληνικό τουλάχιστον μύθο, η αναγωγική μυθοποίησις λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες του αναδιπλασιασμού συν τω χρόνω. Ενώ στον βαρβαρικό μύθο τα εξέχοντα πρόσωπα, εκτός του ότι περιορίζονται σ' αυτό που «κάνουν» (το «πράττειν») και τα κίνητρά τους είναι αφελή ή και παράλογα. περιορίζονται εξ άλλου στον ίδιο τον απεικονιστικό περιγραφικό λόγο των βαρβάρων όπου προεξέχουν τα πεπραγμένα και μια πανομοιότυπη μορφή εκτελεστικής εμφάσεως, (αυτό θα μπορούσε να είναι το αντίστοιχο του Έλληνος ήρωος με μεγάλες αμβλύνσεις στην ακρίβεια των εννοιών -βλ. χολυγουντιανές αποδόσεις). Αλλά στον ελληνικό μύθο ο ήρως είναι και κατ' εξοχήν πρόσωπον. Τούτο σημαίνει ότι δεν διεκπεραιώνει κάποια εντυπωσιακά κατορθώματα αλλά προωθεί τον ίδιο τον κόσμο της πραγματικότητας των δεδομένων στον πολλαπλασιασμό τους μέσα από την αισθητική, φαντασιακή και αισθαντική αναγνώρισί του από τους άλλους ως οικείου και συγγενούς και πάντοτε παρόντος και ζώντος και δρώντος.

Η «διδακτική» ουσία του ηρωϊκού μύθου είναι η βάσις που θεμελιώνει ένα κάθε φορά νέο οικοδόμημα, νέων προσώπων, όχι κατά το αντίγραφο αλλά κατά το ομότροπον του προεξάρχοντος ηρωϊκού υποδείγματος. Και τα πρόσωπα αυτά αποδεικνύεται ότι μπορούν να προσαρμόσουν τις ιδιότητες και τα πραττόμενά τους -τα έργα τους- σε οιονδήποτε περιβάλλον που θα ενεφάνιζε η πορεία των ανθρωπίνων πραγμάτων, ακόμη και αν αυτό ήταν εκπτωτικό. Αρκούσε να μην έχει τεθή υπό αμφισβήτησι -ή όπως στις ημέρες μας συμβαίνει- υπό ανοικτό και απροκάλυπτο και βίαιο διωγμό αυτό το ουσιώδες συστατικό της εντελέχειας της ανθρωπίνης οντότητος. Το ηρωϊκό στοιχείο ως ένα εκ των ων ουκ άνευ δομικών θεωρημάτων ατόμου και κοινωνίας. Μέσα σε τέτοια περιβάλλοντα και κατ' αυτή την συνειδησιακή ρύθμιση σημειώθηκε αμείωτη η αποκορύφωσις της μυθικής επενέργειας στην συλλογική συνείδησι και στην βασική προσωπικότητα της κοινωνίας και η ιστορική μεταστοιχείωσι του ουσιαστικού «ήρως» από τον εκπρόσωπο των πόλεων (ιερό βασιλέα-βασίλισσα) των παναρχαίων (ασυντάκτων χρονολογικά) εποχών της κοινωνίας των γεννών στο «κοινόν των ηρώων», της ανακτορικής, της αρχαϊκής και της κλασσικής περιόδου. Το ηρωϊκό υπόδειγμα που ωθεί τον άνθρωπο κοντά στο θεϊκό επίπεδο (εγκαθιστώντας τον οπωσδήποτε σ' αυτό του ιερού) μέσα κυρίως από την έντονο και ακατάπαυστο επιλογή του αγώνα χωρίς ιδιοτέλεια και πάντοτε υπέρ των άλλων (αξιών και προσώπων), αποδυναμώνεται όταν αρχίζει να επικρατή η μυθοπλασία γύρω από ιστορικά πρόσωπα που δρουν μοναχικά, για τον εαυτό τους ή για ένα στενό κύκλο, εντυπωσιάζοντας τους άλλους με θαυματοποιίες και μαγείες. Όταν, δηλαδή, διαταράσσεται αφ' ενός το οντολογικό επίπεδο το οποίο προσάγεται ως το θεμελιωδώς δρων δυναμικό πεδίο επί των ανθρωπίνων συνειδήσεων και κοινωνιών -το επίπεδο του ιερού, όπου ανήκουν οι ήρωες και αφ' ετέρου η διαδικασία κατά την οποία αυτά τα πρόσωπα αποκαλύπτουν τον εαυτό τους -μία διαδικασία εναγωνίου και αυτοβούλου δραστηριότητος ύστερα από την εν μέρει ελεύθερη, εν μέρει επιβεβλημένη και πάλι κατά ένα μέρος σε ανθρώπινη, κατ' άλλο σε θεϊκή ή νόμιμο επιταγή, ανάληψι πολλαπλού και όχι χωρίς παλινδρομήσεις έργου. Και τονίζεται, ότι από την ατομιστική μυθοπλασία απουσιάζει αφ' ενός η επαχθής βεβαίως, πλην ανυποχώρητος και εγγενής αναγκαία συμφωνία, σχεδόν υποταγή, στην μέσα του ελκτική δύναμι του ηρωικού προσώπου προς την ίδια τη φύσι του, και, βεβαίως, η ειρωνεία. Αυτό το καταλυτικό διακριτικό συστατικό του όλου οντολογικού γίγνεσθαι που μόνο οι Έλληνες διείδον και προέβαλον, το φαινόμενο της θέσεως-άρσεως, του αγώνα όχι μόνον κατά των εμφαντικών βαρβαρικών - εναντιοτήτων, αλλά κυρίως κατά των διαρκών και διαρκώς επαπειλουμένων «παρεγκλίσεων» από το προσδοκώμενο. Ύστερα από τον ηρωϊκό μύθο, αλλάζει το σκηνικό, περιορίζεται και διεκδικεί την προσωποπαγή αλήθεια και το ανάλογο αλάθητο. Αντιθέτως, κανείς δεν θα μπορούσε να φαντασιώση τον αρχαίο ελληνικό μύθο μέσα σε σκηνικά δωματίου, σχολών ή σκήτης. Εδώ τα πάντα διευρύνονται και η κλίμαξ δρώντος πορσώπου - περιβάλλοντος ευρίσκεται σε ισόρροπο αρμονία. Η αλήθεια προβάλλει από παντού, η πειθώ, η μνήμη, το πάθος και η αφθαρσία του μηνύματος διαρρέουν τον γρανίτη του χρόνου τροφοδοτώντας το ανίκητο ποτάμι της ζωής στην μέγιστη απόδοσί της. Αν και το ηρωϊκό στοιχείο εκδηλώνει σε οριακό βαθμό τις ιδιότητες - κατηγορίς του όντος δηλ. το «ποιείν», το «πράττειν», το «ποσόν», την «έχειν», την «θέσι», τον «τόπο» και, αν και έχει στον μέγιστο βαθμό την διασταλτική ικανότητα σε χώρο και χρόνο, για να γεννηθή χρειάζεται πρωτίστως μια προϋπόθεσι: την τοπικότητα. Από την στιγμή που η Ανατολή εισβάλλει στην ελληνική πλαστικότητα του μύθου, την θέσι των ηρώων καταλαμβάνουν μυθοποιημένοι κοινοί θνητοί που δεν υπέστησαν την από τις κοινές παραδόσεις δοκιμασίαν ούτε απήλαυσαν την του κοινού αποδοχήν ως υπερόχων προσώπων. Δια τούτο και τα έργα τους προβάλλονται ως φήμες ή θρύλοι από διαπεπιστευμένους οπαδούς τους, την ίδια στιγμή που οι βαθειές ρίζες της παραδοσιακής κοινωνίας κλυδωνίζονται από μιάν διαταραχή και ανάλογο διεύρυνσι των ορίων του τόπου που γεννάται και επιστρέφει πάντοτε ο ήρως. Είναι η στιγμή του ανεξέλγκτου λόγου, της επιβολής του παραλόγου ως θαυμαστού. Και ήδη βεβαίως σημειώνεται αυτό από την ελληνιστικήν εποχήν όπου οι φήμες ότι ο διδάσκαλος «μπορούσε να κάνη» αυτό ή εκείνο το αξιοπερίεργο, πλην αναλούμενο ήδη κατά την εκτέλεσί του και έχοντας προκληθή κατά τρόπο που δεν ήταν ανιχνεύσιμος -κι εδώ πάλιν θα διεκδικούσε η φημολογία την θέα του αποδεκτού με τις βαθειές ιστορικές - αισθαντικές προεκτάσεις και εκπηγάσεις. Έτσι, οι «βίου» άρτι εμφανισθέντων προσώπων, υποβάλλοντο ως θαυμαστοί αν και μη ανιχνεύσιμοι ως ατομικοί που ήταν, ολονένα και περισσότερο, ενισύοντας το ανατολικό - ασιανικό πρότυπο του αναχωρητικού ατόμου και της ιδιωτικής «σωτηρίας» ή «μεγαλύνσεως» ή, μέσω κάποιων περιέργων και πάντως αδιαφόρων και ανεπαισθήτων στο κοινωνικό γίγνεσθαι, πρακτικών. Η βαρβαρική κομπορρημοσύνη είχε περιβληθή τον μανδύα του «φιλοσοφικού βίου». Το πλασματικό, το «θρυλούμενο», το εντυπωσιακό παίρνει την θέσι του πραγματικού, του μυθικού, του διδακτικού, του φαντασιωτικού (που είναι ο δυναμικότερος υποκειμενικός τρόπος και προσλήψεως και ερμηνείας και οικειοποιήσεως και διαιωνίσεως κάθε προτάσεως), του αισθητικού. Και, όταν οι φαύλες αυτοκρατορίες του αχανούς και του ασυνεχούς υποσκελίζουν την ελευθέρα, αυτόνομο και αυτοελεγχομένη πόλιν, τότε βεβαίως, η ηρωϊκή ισχύς χάνει τους υποδοχείς της, τους πολίτες που θα υπεράσπιζαν στο όνομα των πολιούχων θεών και ηρώων αυτή την πόλιν. Και πρυτανεύει εύκολα η ατασθαλία και ο ιππόδρομος,ο μεσσιανισμός και η απαιδευσία. Επόμενο, η «όπως όπως» ατομική «σωτηρία» όσων δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να «απολαμβάνουν» τα αγαθά της παρακμής - τα απορρίματα της ηδονής, τις σκιαγραφίες της γνώσεως. Κι κατέφευγαν, δούλοι έτσι κι αλλιώς, στην ασκητική , αυτάρεσκη τεχνική της «τω θεώ ομοιώσεως». Κι εκείνη την εκπληκτική ρήσι - ρήξι προς κάθε τι το υπερκόσμιο και αλλότριο «εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης», ήρθε και υπεσκέλισε το καζάνι με τα περίεργα υλικά της αραχνοβριθούς «κάμαρας» του μάγου. Από εκεί, έως το σύγχρονο τέρας του «global village», των ανωνύμων μαζών και της πολλαπλής αναδιπλώσεως στο στοιχειώδες, η διαφορά είναι μόνο στο χρώμα της ερήμου. Όσο για το ηρωικό στοιχείο: αυτό, όχι δεν πέθανε, βεβαίως, επειδή απλούστατα, είναι σύμφυτο με την ίδια την ύπαρξί μας. Αλλά οπωσδήποτε κάτι συνέβη. Σύνθλιψις, διαστροφή, εκτροπή, διαφυγή. Τα ωραία πρόσωπα των ηρώων του μύθου, αυτοί οι μύστες και οι μυσταγωγοί της βαθειάς, ορμητικής

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

ΟΡΦΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ Η Ορφική Θεολογία επονομάζεται επισήμως «Ελληνική Θεολογία». Προέρχεται από την «Χρυσή Εποχή» [1], κατά τον πυρήνα της και την θεμελιώδη εκτίμηση της Κοσμογονίας (Πρώτες Αρχές, Φύση και εξέλιξη των Ουσιών, διάταξη και σχέση των Ουσιών και των Δυνάμεων, Πρόοδος και μεταβολές των Όντων, διάταξη και σχέση των διαφόρων Κοσμικών Συστημάτων - Συμπάντων), της Θεογονίας (φύση και πρόοδος των θεών, ενέργειες και έργα αυτών στο Γίγνεσθαι των Όντων), της Ψυχογονίας (φύση και πρόοδος της Ψυχής, λειτουργίες αυτής, σχέσεις αυτής, τρόποι και ενέργειες αυτής, πρόοδοι, πάθη και προορισμοί αυτής). Ο Ορφεύς, επονομάζεται «Πρώτος των Ελλήνων Θεολόγος», επειδή παρέλαβε από τον φυσικό πατέρα του Οίαγρο και την μητέρα του (αρχιέρεια- ιεροφάντιδα των Πιερίδων Μουσών) Καλλιόπη την θεωρία αυτή, συμπληρωμένη κατά την περίοδο του «Αργυρού Γένους» [2]από τον θεϊκό (=θεωρούμενο εκπρόσωπο και εμψύχωση του ομώνυμου θεού) βασιλέα Διόνυσο. Ο Διόνυσος εδίδαξε τα Μυστήρια του συνώνυμού του Θεού στον Θάροπα ή Χάροπα- πάππο του Ορφέως και αυτός στον Οίαγρο, ο οποίος τα εδίδαξε στον Ορφέα. Ο Ορφεύς υπήρξε «ιερός» βασιλεύς (δεύτερο πολίτευμα μετά την «θεϊκή» βασιλεία ) των Οδρυσσών Θρακών.

Πανεπιστήμων: αστρολόγος[3], ιατρομάντης, ραψωδός, αοιδός, θαυματουργός, μουσικός, ποιμένας, πολεμιστής. Κυρίως όμως, ήταν εκείνος που ανασυγκρότησε την συγκεχυμένη κατά την εποχή του θεολογία του Χρυσού Γένους, σε άρτιο λογικό σύστημα, υπό την καθοδήγηση, πάντως του πατέρα και, ιδίως, της μητέρας του και των άλλων αρχιερέων των Μουσών.

Κυρίως υπήρξε εκθέτης, δημόσιος διδάσκαλος - μυσταγωγός της θρησκείας αυτής στους «πολλούς», και εισηγητής - ιδρυτής νεωτερικών δοξασιών. Αναθεωρητής των παλαιών λατρειακών τρόπων ( πρώτος ίδρυσε λατρευτικό οίκο) και συμπληρωτής των Μεγάλων Μυστηρίων: Καβειρίων, Ελευσινίων, αλλά και ιδρυτής κλειστών Μυστηρίων, γνωστών μόνον στα λεγόμενα Ορφικά Γένη: Λυκομήδες, Ιάδες, Βραγχίδες, Ευμολπίδες κ.ά.

Τα Ορφικά Γένη διετήρησαν τον γνήσιο τρόπο λατρείας στους Ορφικούς Οίκους, αλλά και διεφύλαξαν τα γραπτά του Ορφέως και των περί αυτόν και των αμέσων διαδόχων του (Μουσαίος, Αμφίων κ.λ.π.).

Τα Ορφικά Κείμενα κατεγράφησαν σε πολλά αντίγραφα, με προορισμό τη δημοσίευσή τους- σε Φιλοσοφικές Σχολές και επίλεκτους σοφούς- κατά την περίοδο  των  Πεισιστρατιδών (570-505 π.Χ.).

Το έργο επέβλεπε 4μελής επιτροπή, μέλη της οποίας ήσαν οι: Ονομάκριτος ο Αθηναίος, Κέρκοψ, Ορφεύς ο Καμαριναίος (ο νεώτερος) και Ορφεύς ο Κροτωνιάτης. Εργάσθηκαν 72 λόγιοι. Οι ίδιοι κατέγραφαν παραλλήλως και τα Ομηρικά Έπη.

Κορμός της Ορφικής Θεολογίας είναι ο ΙΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ και η ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΚΑΙ ΕΛΛΑΝΙΚΟΥ ΘΕΟΓΟΝΙΑ.

Ο Ορφεύς εισήγαγε και την λατρεία του Απόλλωνος (Υπερβορείου - Λυκείου), ενώ έδωσε και τα ονόματα σε πολλές θεϊκές οντότητες.

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΑΡΧΕΣ

Η Ορφική Κοσμογονία διδάσκει ότι ο Κόσμος δημιουργήθηκε από μια σειρά προϋπαρχουσών Αιτιών που ήσαν καθαρή Νόηση. Οι Αιτίες αυτές ονομάζονται Πρώτες Αρχές (εκ του ρ. άρχω) και είναι οι εξής:

·         Η ΑΡΡΗΤΟΣ ΑΡΧΗ. Είναι το Τριαδικόν Έν (Νούς, Νόηση, Λόγος) αλλά και η Πρώτη Δυάς ( «Γή»/Ύλη - που είναι η δύναμη ένεκα της οποίας θα προέλθει κάθε μορφή ύλης- και «Ύδωρ»/πηγή κάθε μορφής ενέργειας. Αναφέρονται και με άλλες ονομασίες όπως: μεριστή και συνεχής δύναμη κ.ά.). Η Πρώτη Δυάς εξεπήγασε από το Έν. Οι Αρχές αυτές συναποτελούν τον Νοητό Κόσμο (απρόσιτο στην ανθρώπινη διάνοια), αϊδιο (= αγέννητο και αθάνατο), άπειρο και άχρονο.

·         Ο Χρόνος - Αγήραος ή Ηρακλής (= Κλέος της Ήρας- ψυχής του Παντός, επειδή πραγματώνει την επιθυμία της έμψυχης Ύλης να γεννηθούν τα όντα). Τίθεται ως πρώτη κάπως προσιτή στη διάνοιά μας, γενετήσια των Πάντων («Πατρική») Αρχή. Γεννά τον Αιθέρα[4], το Χάος [5]και το Έρεβος[6] ( πρώτο Γεγονός του οντολογικού Γίγνεσθαι).

Ανιχνεύοντας το νόημα των ονομάτων 

      Το Ωόν γεννάται από τον Χρόνο και αναφύεται από το Χάος με την δημιουργική επίδραση του Αιθέρος και την κριτική (λογική-διακριτική) επενέργεια του «ισχυροτάτου και θείου» Πνεύματος. Με την συνέργεια των τριών αυτών δυναμικών πεδίων (Χάος, Αιθήρ+Χρόνος, Πνεύμα) δημιουργείται εντός του Χάους μια κωνοειδής σπείρα- Ύλιγγα- η οποία συμπεριφέρεται στο πρωταρχικό Πεδίο του Κενού-το Χάος-όπως ακριβώς συμπεριφέρεται μια Μαύρη Τρύπα. Παραλαμβάνει δηλαδή την δυνάμει αρνητική ύλη και ενέργεια και τις καθιστά θετικές. Όταν κορέννυται τις αποδίδει μεταστοιχειωμένες, οπότε επειδή ακριβώς είναι θετικής φύσεως καμπυλώνονται. Έτσι δημιουργείται η πρώτη χωροχρονική σφαίρα- το Ωόν. Ονομάζεται «πρώτο Όν» - πραγματικό υποκείμενο. Είναι σφαιρικό κατά το πρότυπο του Ενός. Μέσα στο Ωόν κυοφορείται ο Πρωτόγονος (= πρωτογενής) Φάνης- Μήτις- Ηρικεπαίος (= Φώς- Βουλή- Ζωή/Έρως) μέσα σε έναν υπέρθερμο πυρήνα του Ωού.

·         Ο θεός αυτός εξέρχεται όταν η θερμότητα εντός του Ωού υπερβαίνει τα όρια ανοχής του. Υπερίπταται και εγκαθίσταται άνωθεν του Ωού. Ιδρύει ως πολυδύναμος και πολυώνυμος, αλλά ενιαίος θεός, τον Κόσμο των Ιδεών (Νοερό Κόσμο). Ο Νοερός Κόσμος είναι ο αληθής Όλυμπος (= ολόλαμπος), τόπος έμπλεως φωτός, κατοικία των Ολυμπίων Θεών (όχι μόνον των 12) και γενέσεως των προτύπων όντων (των Ιδεών).

·         Το Ωόν, μετά την αποβολή της περίσσειας θερμότητος, μετατρέπεται σε Ουρανό που είναι συμπαντικός  χώρος σφαιρικός και ομαλός ο  οποίος πληρούται από ελεύθερη ενέργεια και λεπτότατη, αδέσμευτη ύλη.

Χαρακτηρίζεται και ορίζεται από την τέλεια περιφέρειά του (ούρον: από το «όρνυμι» -> ορμώμαι ->ουρανός).

Οι διάφορες βαθμίδες των αλλαγών εντός του Ουρανού οδηγούν στην Γένεση του Πραγματικού (Αισθητού) Σύμπαντος των θετικών (πραγματικών/υλικών) Κόσμων-«Συμπάντων».

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΟΝΤΩΝ

Οι θεοί προϋπάρχουν εν σπέρματι (δυνάμει) στο Έν, δηλ. στο Σύμπαν των απροσώπων Αρχών.

Δρούν εντατικά ως δυνάμεις στοιχειώδεις εντός του Χάους αλλά και ως δυνάμεις στην κορύφωσή τους εντός/διά του Αιθέρος (= ενεργειακός ωκεανός).

Αναδεικνύονται ως προσωπικότητες, εντελεχή όντα από την γέννηση του Φάνητος και μετά.

Η εξέλιξη- ποσοτική και λειτουργική- των θείων προσώπων συμφωνεί με την εξέλιξη των πραγμάτων.

ΜΕΡΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ ΟΡΦΙΚΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΟΝΤΩΝ

Για τον αρχαίο Έλληνα στοχαστή - αλλά και τον τότε σκεπτόμενο άνθρωπο- οι έννοιες: Φιλοσοφία, Κοσμολογία/Κοσμογονία, Θεολογία/Θεογονία, Ψυχολογία/Ψυχογονία, αποτελούν σύμφυτα αντικείμενα μελέτης. Για τον λόγο αυτό κρίθηκε σκόπιμο να παρατεθούν τα κατωτέρω αποσπάσματα, αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων,  για την καλύτερη κατανόηση του θέματος:

«Αλλά των μεν θείων τα πολλά απιστίηι διαφυγγάνει μη γιγνώσκεσθαι» (Ηράκλειτος περ. 86, μτφρ: Πάντως, οι περισσότερες περί των θείων όντων αλήθειες μας διαφεύγουν, ένεκα της δυσπιστίας μας).

«Μη εικήι περί των μεγίστων συμβαλλόμεθα» ( Ηράκλειτος περ. 47, μτφρ: Να μη μιλάμε και να μην συμπεραίνωμε επιπόλαια για τα μέγιστα πράγματα).

«Θεός ζώον αθάνατον, αύταρκες προς ευδαιμονίαν· ουσία αϊδιος, της τα' αγαθού φύσεως αιτία» (Πλάτων, μτφρ: ο Θεός είναι πλήρης ζωής και αθάνατος. Αυτάρκης, διότι έχει απόλυτη ευδαιμονία, στην οποία και αποβλέπει· η ουσία του είναι αγέννητη και άφθαρτη. Από αυτήν -την ουσία του- γεννάται ότι είναι ωραίο, υγειές και καλό).

«Θεός(εστί) το ακίνητον κινούν» (Αριστοτέλης, μτφρ: ο Θεός είναι ακίνητος-αμετάθετος-, αλλά κινεί τα πάντα).

«Έν ο Θεός» (Ξενοφάνης).

«Ούλος ορά, ούλος δε νοεί, ούλος δε τ ' ακούει» (Ξενοφάνης, μτφρ: Ολόκληρο το Είναι του υπέρτατου Θεού ορά, διανοείται και ακούει- τα πάντα).

«Είς Θεός, εν τε θεοίσι και ανθρώποισιν μέγιστος· ούτι δέμας θνητοίσι όμοιος ουδέ νόημα» (Ξενοφάνης, μτφρ: Υπάρχει ένας Θεός, που είναι υπέρτατος όλων, όπως ομολογείται μεταξύ θεών και ανθρώπων. Το σώμα του δεν είναι διόλου όμοιο μ' εκείνο των θνητών, ούτε η διάνοιά του).

«Αεί δ' εν ταυτώ μίμνει κινούμενος ουδέν, ουδέ μετέρχεσθαι μιν επιπρέπει άλλοτε άλληι , αλλ' απάνευθε πόνοιο νόου φρεσί πάντα κραδαίνει» (Ξενοφάνης, μτφρ: Ο υπέρτατος Θεός μένει πάντοτε αμετάβλητος στον εαυτό του και τη θέση του. Άλλωστε, δεν αρμόζει σ' αυτόν να τρέχει από 'δώ κι από 'κεί, πίσω από τούτο κι  εκείνο. Αλλά δίχως κόπο κανέναν, με τη σκέψη του νού του σείει τα πάντα).

«Άνθρωπος, ζώον άπτερον, δίπουν, πλατυώνυχον, ό μόνον των όντων επιστήμης της κατά λόγους δεκτικόν» (Πλάτων).

ΤΟ ΟΝ

Αριστοτέλης: «ουσία, το όν ήι ον» μτφρ: Η ουσία είναι το όν καθ' εαυτό. ( ο Αριστοτέλης διέκρινε ύλη και είδος. Η ουσία (= το «ειμί» ουσιαστικοποιημένο) αναλογεί ως ύλη στο ποιόν (το «υλικό») των όντων. Το είδος στη μορφή, ( το «ποσόν»).

Κατά τον Αριστοτέλη, το όν ως Αλήθεια, Παρουσία, Ύπαρξη, υπόκειται σε τρείς καταστάσεις:

α) Δυνάμει (ως δυνατότητα να υπάρξει)

β )Ενεργεία (ως μετάβαση από την όποια δυνατότητα στη μορφοποίησή του)

γ) Εντελεχεία (στην ειδική του ολοκλήρωση έως και την τελειότητά του).

Η μετάβαση από το α΄ στο β΄ και στο γ΄ γίνεται με την κίνηση.

Ο ίδιος, διακρίνει: « το ον λέγεται μεν το κατά συμβεβηκός, το δε καθ' αυτό» μτφρ: το όν ερευνάται άλλοτε ως συμβάν, παράγωγο όρων και διαδικασιών, άλλοτε καθ' αυτώ ως κατάσταση, Είναι).

Πλάτων : «τίθεμαι όρον ορίζειν τα όντα ως εστίν ουκ' άλλο πλην δύναμις» μτφρ: θέτω αυτόν τον κανόνα: Να ορίζονται τα όντα ότι δεν είναι άλλο παρά δύναμη.

Ο ίδιος αντιδιαστέλλει το ον από το γιγνόμενο, έπειτα το συνθέτει και έπειτα το αντιδιαστέλλει σε μεγαλύτερο βαθμό (Διαλεκτική μέθοδος): «ον αεί, γένεσιν δε ουκ έχον, γιγνόμενον μεν αεί, ον δε ουδέποτε» μτφρ.: το όν υφίσταται πάντοτε, είναι αγέννητο, σε αιώνια μεταβολή, αλλά ουδέποτε είναι ύπαρξη (πεπερασμένο φαινόμενο).

Οι γενικώτερες μορφές του όντος είναι τα «μέγιστα γένη». Κατά τον Αριστοτέλη, λέγονται «κατηγορίες» και είναι 10: ουσία, ποσόν, ποιόν, πράττειν, πάσχειν, τόπος, θέση, σχέση, χρόνος, έχειν.

Κατά τον Πλάτωνα είναι 5: Ον, στάσις, κίνησις, ταυτό, θάτερον (= δύναμη, στάση, κίνηση, ταυτότητα, ετερότητα). Τα όντα του Πλάτωνος είναι οι Ιδέες (ο Νοερός Κόσμος). Θεωρεί τις Ιδέες πραγματικές υποστάσεις, όχι λογικές έννοιες. Το ίδιο και ο Αριστοτέλης, αλλά θεωρεί πως εισέρχονται στην ουσία των αισθητών, διαμορφώνοντάς τα. Ο Πλάτων τις αποχωρίζει από τα Αισθητά.

Η ΨΥΧΗ

Αριστοτέλης: «ψυχή, εντελέχεια των όντων η πρώτη» μτφρ: η ψυχή είναι το πρώτο από όσα υπάρχουν που έφθασε στην τελειότητά του. - Επίσης: Από ό,τι απαρτίζει τα όντα, η ψυχή είναι το πρώτο που ολοκληρώνεται.

·         Η Ψυχή στον Νοητό (Άρρητο)  Κόσμο, πληροί την πρεσβυγενή Ύλη-Νύκτα, [7] την «πρωτίστη των Νοητών», και Μητέρα των πάντων (πρωτίστως του Νού και του Λόγου-'Ερωτος). Επομένως, τα πάντα είναι a priori έμψυχα. Στα Νοητά, η Ψυχή είναι απλός-καθαρός πυρήνας. Ανεξάρτητη (και) από το Πνεύμα.

·         Στα Νοερά ( Θεϊκά - Ολύμπια και Ιδεατά όντα) η Ψυχή συνδέεται με το Πνεύμα όπως η φωτιά (η ψυχή έχει το «έμφυτον ζέον» - την έμφυτη θερμότητα) με το ψυχρό (το πνεύμα είναι ψυχρό). Δεν είναι προσκολλημένη σ' αυτό αλλά ενδεδυμένη αυτό ή/και το αντίστροφο.

·         Στα Αισθητά, η ψυχή ζωογονεί- το πνεύμα ζωοποιεί- τα όντα. Ο πυρήνας της είναι πνευματικός, αλλά και αιθερικός. Γι' αυτό θερμός- το έμπυρον. Περιβάλλεται από τρείς καθαρούς χιτώνες (εσωτερικούς): Τον Πνευματικό χιτώνα -το Λογιστικόν του Πλάτωνος- τον Διανοητικό χιτώνα - το Βουλητικόν του Πλάτωνος- και τα  καθαρώς, πρωτογενώς, ψυχικά ορμέμφυτα- το Θυμικόν του Πλάτωνος.

Οι χιτώνες των όντων ποικίλουν ως προς τον αριθμό και την ποιότητα. Αλλά ο άνθρωπος διαθέτει περισσότερους και πυκνότερους-παχύτερους χιτώνες του κατωτέρου πεδίου («δερμάτινους») ένεκα της πολυδιάστατης, αντιφατικής και συνειδητά ελκομένης από την κακία, φύσεώς του. Έχει όπως λέγεται επτά χιτώνες.

Η ψυχή του ανθρώπου έχει ανάγκη να ανέλθει την κλίμακα, από την Τιτανική πολυδιάστατη κατάσταση, στην ενότητα του Φάνητος, την απλότητα του Ουρανού, την Σοφία της Νυκτός.

Η κλίμαξ αυτή αποτελείται από 5 βαθμίδες:

1.      Νυκτερινή (Νοητή). Θεμελιώδης Ανθρώπινη Αξία: Πνευματικότητα, αγνότητα, αδελφοσύνη, ισότητα, ειρήνη, θεωρητικές και αφηρημένες Επιστήμες, καθαρός Λόγος και ενορατική ενατένιση των Πρώτων Αρχών. Θεά: η Νυξ, Μαία και Αμβροσία, Επιστήμη και Σωφροσύνη, Θέμις, Κύπρις. Γένος: Χρυσό και Αργυρό.

2.      Ουρανία (Νοερή - θεωρητική). Θεμελιώδης Ανθρώπινη Αξία: Διανοητικότητα, Αισθητική αναζήτηση και δημιουργία. Θεός: ο Φάνης. Γεννήτορας  αψόγων όντων, Πλουτοδότης, Χαριδότης. Γένος: Χρυσό και Αργυρό.

3.      Κρονία (Δημιουργική- Τεχνική). Θεμελιώδης Ανθρώπινη Αξία: Θετικές  Επιστήμες, Ορθός Λόγος, ενίσχυση προσωπικότητας, καλλιέργεια αρετών. Ζεύγος ΘεώνΚρόνος + Ρέα. Ο Κρόνος: Αγκυλομήτις (αυτός που οι βουλές του είναι λοξές, αινιγματικές, διφορούμενες). Εγωτικός (αναφερόμενος, στραμμένος στον εαυτόν του). Πολύτροπος, ατάραχος, σοφώτατος, πατρικός. Απόμακρος.  Η Ρέα είναι τα αντίθετα από τα αρνητικά του Κρόνου. Παμμήτειρα, Πανίσχυρη, Επιστήμων, Αεικίνητη (ροή). Γένος: Αργυρό- Χαλκούν- Ηρωϊκό.

4.      Διϊα: (Πολιτική, Κοινωνική, Πολιτιστική). Θεμελιώδης Ανθρώπινη Αξία: Κοινωνικότητα, Φιλία, Ομόνοια, Ανιδιοτέλεια, Αλληλεγγύη, Πολεμική Αρετή. Ζεύγος Θεών:  Ζεύς + Ήρα (Δήμητρα). Εκδήλωση: εξωστρεφής, στραμμένη στις αρετές του αλτρουισμού, της αδελφότητος. Ζεύγος δυνάμεων ευγενικό και ισχυρό. Γένος: Ηρωϊκό, Σιδηρούν Α'.

5.      Διονυσιακή: (Υλιστική). Κυρίαρχες Ανθρώπινες Τάσεις: ατομισμός, μισαλλοδοξία, αποχωρισμός, διάσπαση, χύδην ηδονισμός, ωφελιμισμός.   Θεός: Ο Διόνυσος ως Σωτήρ. Ηθικός  Αναμορφωτής, Ανασυγκροτητής των διαλυμένων ψυχών. Συνενώνει τις διεσπασμένες  αρετές. Αποκαθιστά την Κοινωνική Συνοχή, την Ισοτιμία, την Αδελφότητα, τα Αισθήματα Αλληλεγγύης και Ομοψυχίας. Επίσης ανάγει το θρησκευτικό συναίσθημα μέσω της εκστάσεως προς τα Νοητά, ενώ επαναφέρει την ισχύ των άγραφων Ιερών Νόμων του Φυσικού Δικαίου σε υπεροχή έναντι των Θετών Νόμων. Γένος: Σιδηρούν Β'. (η εποχή της Ανθρωπότητος που διανύουμε).

Σημείωση 

Κρίθηκε σκόπιμο να παρουσιασθεί η παρούσα, βραχύτατη, Σύνοψη της Ορφικής Θεολογίας στην υ/ενότητα της Ιστοσελίδας με τίτλο  «Η Ελληνική Σκέψη» λόγω του υψίστου διδακτικού περιεχομένου της Θεολογίας αυτής, το οποίο άλλωστε διαμόρφωσε την Ελληνική αλλά και Παγκόσμια Φιλοσοφική Σκέψη. Τα διάφορα κείμενα που δημοσιεύονται στην υ/ενότητα αυτή, αυτήν ακριβώς την φιλοσοφική προσέγγιση  ακολουθούν. Ακόμη, θα πρέπει να προστεθεί ότι η Ασφαλής Γνώση, έστω και συνοπτική, της Ορφικής Θεολογίας-Φιλοσοφίας (από την οποία επήγασαν, ως γνωστόν  οι διάφορες Φιλοσοφικές Σχολές: Από τους Φυσικούς Φιλοσόφους  έως την Πλατωνική, Αριστοτελική, Νεοπλατωνική, και τις Σύγχρονες Ευρωπαϊκές Σχολές κλπ, αλλά, επίσης, κατά κανόνα αντλούν από αυτήν και οι θετικές λεγόμενες επιστήμες: Κοσμολογία, Αστροφυσική κλπ.) δίνει την ικανότητα στον μελετώντα να διακρίνει τους αυτοσχέδιους διδασκάλους, «γκουρού», συγγραφείς, «ουφολόγους» και κάθε λογής καιροσκόπους και κερδοσκόπους που την καταχρώνται χωρίς να γνωρίζουν, χωρίς να σέβονται το νόημα, το περιεχόμενο και τη σοβαρότητά της.


[1] Περίοδος κατά την οποία έζησε το πρώτο ιστορικώς και χρονικώς ασύντακτο ανθρώπινο γένος: το «Χρυσό Γένος» το οποίο ήταν απολύτως ειρηνικό και πνευματικό. Έθετε ως υψίστη θεία Αρχή τον Φάνητα και την Νύκτα. Συνέστησε την θεολογία και ανέπτυξε  προηγμένο πολιτισμό (αναφέρεται από: Ορφέα, Ησίοδο, Πλάτωνα, Πρόκλο, Πλωτίνο, Πορφύριο κ.ά.)

[2] Το Αργυρό Γένος είναι επίσης ιστορικώς και χρονολογικώς ασύντακτο ανθρώπινο γένος και παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της Μητροτροπικής κοινωνίας. Ασκούσε την λατρεία των Τιτάνων κυρίως και επιδόθηκε ιδιαιτέρως στις θετικές επιστήμες.

[3] Με την σημερινή έννοια του Αστρονόμου-Αστρολόγου-Μελετητή των ουρανίων φαινομένων.

[4] Αιθήρ: Το ενιαίο πεδίο αδιαφοροποίητης ενέργειας. Περιέχει το Πνεύμα.

[5] Χάος:   Δεν είναι χώρος αλλά «χώρα». Το περιεχόμενό του είναι «δυνάμει ύλη» όπου εδρεύει η     Κοσμογονική  Ψυχή.

[6] Έρεβος: Υπόλοιπο αδρανές πεδίο που περιέχει μίγμα ύλης και ενέργειας.

[7] Νύκτα= η Συμπαντική Νόηση στην οποία δρά κυρίως το Πνεύμα.

Η σημασία, το έτυμον, ο γραμματολογικός τύπος, βασικών φιλοσοφικών εννοιών, όπως: Έρως, Λόγος, 'Υλη, Έρεβος κ.α. καθώς και πλήθος άλλες  πληροφορίες σχετικές με αυτές, θα συμβάλουν, ελπίζω, στην πληρέστερη κατανόηση των κειμένων της Ορφικής Φιλοσοφίας/Θεολογίας που είναι και η Κοσμολογία των Ελλήνων.
 ****************************

-Α-

ΕΡΩΣ: Το έτυμον του ονόματος Έρως, ως αληθής και πρωταρχική σημασία συνάπτει τον Έρωτα σε σχέση συμφύσεως, ομολογίας και συνωνυμίας προς τον Λόγο.

Αναγωγή:

1.      Στο ουσιαστικό ερωή (Ομηρική λέξη)= ορμή, δύναμη, ταχεία κίνηση/επιθυμία, ίμερος/διαφυγή, σωτηρία, ανάπαυση, ησυχία.

2.      Στο ρήμα είρω: Α) από τις ρίζες:  √ΣΕΡ ~ √ΕΡ Αείρω (->αίρω, αείρας, συνάπτω, ενώνω, αθροίζω, συλλέγω/υψώνω, αποκομίζω, νικώ -> άορ, αορτήρ). Είρω=(και) συνείρω, συνάπτω, θέτω σε ειρμό. Αόριστος είρα, έρσα (διείρω). Μετοχή: ειρμένος-εερμένος ( Παθ. Παρακείμενος). Μέλλων: ερώ=> συνείρω, συνάπτω, πλέκω, ορμαθιάζω (αρμαθιάζω)/ δένω, περιδένω,/ προσδίδω συνέχεια και ομαλότητα.

Είρω: Β) από τις ρίζες: √FΕΡ - √ΕΡ= λέγω, ομιλώ, φράζω (εκφέρω φράση)/ ως μέσον: ενεργώ έτσι ώστε να λεχθεί κάτι για μένα. Στους Αττικούς λείπει. Συναντάται μόνον στον Επίκουρο, ενώ αλλού ανταλλάσσεται με τα: λέγω, φημί κ.τ.ό. Μέλλων του ρήματος (Α,Β) ερώ=> ερωή +είρω (+ αείρω)= Έρως=Λόγος.

Η Ορφική - Ελληνική Θεολογία θέτει τον Έρωτα ως κύρια όψη/δραστηριότητα του Πρωτογόνου Θεού (Φάνητος-Μήτιος-Ηρικεπαίου). Αλλά και τον Νού τον Νοητό (την Άρρητον Αρχή κατά συνοπτική ονομασία, ή Εν) ονομάζει «αβρόν Έρωτα»[1]. Επίσης, τόσο ο Πρωτόγονος όσο και οριοθετικός επενδύτης, η «επιφάνεια»[2] του Ενός, ονομάζονται  και Δίας-Ζεύς[3]. Ο Πρωτόγονος λέγεται και Παν, ως ρυθμιστής των πάντων και αρμοστής του Σύμπαντος Κόσμου ( του Νοερού-Ιδεατού ή/και Ολύμπου και του Αισθητού). Ονομάζεται ασφαλώς και Έρως, που συνάδει κατά τις ιδιότητες και τις ενέργειες του προς τα άλλα ονόματα: Δίας-Ζεύς και Παν. Αλλά λέγεται και οδηγός «ποιμήν»[4] του «τυφλού, γοργού Έρωτος» στα ψυχικά, νοητικά και αισθητικά κέντρα της υπάρξεως, τις «πραπίδες». Ακόμη, και τούτο είναι κύριο χαρακτηριστικό του Έρωτος - Λόγου, μέσω αυτού και του κάλλους που χαρίζει, συνδέεται το οντικό Παν προς ό,τι προϋπήρχε αυτού, δηλαδή προς τον κάλλιστο, Νοητό Κόσμο[5]. Ο Έρως ως Λόγος (= και λίκνο, όριο, ειδητικό μέλος, μεταξύ άλλων) προϋπήρχε στο τριαδικό Εν ονομαζόμενος και πρώτιστος Ζεύς. Τέλος είναι φανερό πως δεσπόζει των κοσμικών δυνάμεων ως δύναμη σύζευξης, κοινής αναλογίας, συνάθροισης (ολοποίησης) των μερικών αλλά και των συνολικών σχηματισμών, αλλά και ως δύναμη εξισορροπήσεως (= ησυχίας, αναπαύσεως) των όντων, ως «λίκνον» τους  Γι' αυτό,  και στον πραγματικό κόσμο φέρεται σαν γέννημα της Αφροδίτης- Ειρήνης[6]. Αλλά, όπως συχνά συμβαίνει στην Ελληνική Μυθική (και Γλωσσική) σημειολογία, ο Έρως, σε κάθε επίπεδο, έχει και τις αντίθετες σημασίες- ιδιότητες, όπως φαίνονται και στις έννοιες του ονόματος «ερωή» και του ρήματος «ερωέω». Γι' αυτό και λογίζεται και του Άρεως γιός, δύναμη της διάσπασης, της καταστροφής κάθε καταστασιακής μορφής που έχει εξαντλήσει την ενέργεια της.

Έτσι, δια του Έρωτος εμφαίνεται η βασική αρχή της «αοιδίμου Διαλεκτικής»[7] περί μετατροπής του κάθε τι στο αντίθετό του.  Επειδή, από κάθε καταστροφή (άρνηση) προκύπτει μια, ή και σειρά θέσεων- αρνήσεων, από τη σύνθεση των οποίων προκύπτουν νέες θέσεις.

ΛΟΓΟΣ: Η προϋπάρχουσα, υπερούσια,[8] υπόσταση του Έρωτος,  γέννημα και συνεκφορά της Νοήσεως και του Νου στο πρώτιστο Εν. Λέξη Ελληνική, της οποίας το αρχικό νόημα οφείλεται στο επίσης αρχικό νόημα του «λέγω»  (ρίζα √ΛΕΧ ) από όπου παράγεται, ή/και από την αρχική σημασία του «λέγω» με ρίζα √ΛΕΓ ). Δηλαδή: εκτός από το προφανές και νεώτερο σαν σημασία «ομιλώ», η λέξη λόγος σημαίνει και: Α) 1. από τη ρίζα √ΛΕΧ «λέχος» ή «λέκτρον» =  κλίνη, ιδίως η συζυγική, η γαμήλια, 2. «τοκετός, γέννα, λοχεία», 3.  «γέννημα, υιός». Β) 1. από τη ρίζα ΛΕΓ. Συνάθροιση, συλλογή, συμμάζεμα, 2. εκλογή, επιλογή (παράβαλε: συμπέρασμα, απόφανση, πόρισμα, διατύπωση γνώμης).

Από τις παραπάνω σημασίες, ενδεικνύεται πολύ καλά η λειτουργία του Λόγου ως σύζευξης και γεννήματος (π.χ. εξωτερικεύσεως, διατυπώσεως) πνευματικών αξιών και συνειδησιακής προσωπικής δημιουργικής ευθύνης και υγείας.

[1] Ορφ.Κειμ. 'Απαντα. Συλλ. ΟΤΤΟ KERN: Ιερός Λόγος απ. 29 (83) τ. Α'
[2] Η μορφή την οποία ένα θείον Ον λαμβάνει προκειμένου να γίνει αντιληπτό από τις ανθρώπινες αισθήσεις.
[3] Δίας εκ του Δίειμι: διεισδύω, διέρχομαι. Ζεύς: εκ του ζεύγνυμι (-νύω) συνδέω, συνάπτω.
[4] Ιερός Λόγος απ. 28(82) τ.Α' κ.α. ως άνω
[5] Ιερός Λόγος   απ. 28(82) ως άνω
[6] Από το είρω, ρίζα √FEP.
[7] Ζήνων ο Κιτιεύς
[8] Σύμφωνα με τον ορισμό του Αριστοτέλη, «Λόγος, το τι η ην είναι της ουσίας» = «Λόγος είναι εκείνο που προκαθορίζει το τι μπορεί να είναι η (κάθε) ουσία». Επομένως, ο Λόγος προηγείται της ουσίας, και ανταποκρίνεται στην έννοια» υπερούσιος».

ΟΡΦΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ: Ύδωρ και Ύλη

ΥΔΩΡ: το ύδωρ είναι το ένα μέλος της πρώτης Νοητής Δυάδος που εξεπήγασε από την Άρρητον Αρχή (Εν). Πρόκειται για μια καθαρή, αόριστη και υπερβατική του   πραγματικού (οντικού) κόσμου συνθήκη ενέργειας πριν από την ουσία. Υπερούσια.[1]

Δεν είναι δηλαδή ουσία, ούτε καν όπως ορίζεται από τον Αριστοτέλη ως a priori συνθήκη της οντολογικής πραγματικότητας. Επειδή, όταν απελευθερώνεται αυτή η Αρχή, είναι απολύτως αβέβαιο εάν θα επιτευχθεί αυτή η πραγματικότητα. Και τούτο, επειδή ακόμη δεν έχει υποστασιοποιηθεί ο Χρόνος. Έτσι, το Ύδωρ μπορεί να χαρακτηρισθεί:

1.       Ως η μία από τις δυο νοητές Αρχές της ουσίας (Αρχή =αιτία, δέσμη αιτίων και αποτελεσμάτων ανεκδήλωτων) της ουσίας,

2.       Αctus purus,  καθαρή δράση

3.       Ως ο Νόμος γενέσεως αυτού που αποκαλείται «ενέργεια», φορέας της φύσεως των θεμελιωδών ιδιοτήτων της ενέργειας: α) της συνεχούς (κυματοειδούς) μορφής και συμπεριφοράς της, β) της συνεκτικότητας που προσδίδει στα στοιχεία της ύλης, γ) της σταθερής συσχετίσεως (συγκολλήσεως) αυτών των στοιχείων, δ) της αραιώσεως. 

Το Ύδωρ είναι λοιπόν το δραστικό υπόβαθρο της ενέργειας, που προοδευτικά θα εμφανίσει ουσιώδη αποτελέσματα - με πρώτο τον Αιθέρα.

Διακρίνεται επίσης, ως πρωταρχικός φορέας του κριτικού πνεύματος - της υψίστης Νοήσεως και συνοπτικής εκδήλωσης του Λόγου. Ως προς τον Λόγο, τον καθολικό Νόμο του Γίγνεσθαι αλλά και ειδητικό όρο του τριαδικού Ενός ως ειδοποιού ορίου αυτού, ως χιτώνα περιβολής και εγγυήσεως του σφαιροειδούς σχηματισμού του, το Ύδωρ μπορεί να χαρακτηρισθεί κατά συνθήκην ή και καταχρηστικά ως «ουσία»[2] του ή καλύτερα ως το ρίζωμα του Λόγου[3].

Το όνομα Ύδωρ παράγεται από τις ρίζες: √ ΥΔ, √ ΥΔΑΤ, √ ΥΔΡ, ΟΔΡ, √ ΔΟ. Κύριες σημασίες της λέξεως:

1.      Δώρον, δοτήρ, δανός (κεκαυμένος, ξηρός), δάνος (δώρο και στη Μακεδονική: θάνατος, πιθανόν θνητότητα)

2.      Νερό, κάθε τι ρευστό, φευγαλέο, παροδικό.

3.      Βροχή- υετός

4. Χρόνος κλεψύδρας ( πρβλ. Δημοσθ. «εάν το ύδωρ εκχωρεί» = εάν υπάρχει αρκετός χρόνος - «εν τω εμώ ύδατι», «επί του εμού ύδατος»= στο χρονικό διάστημα που μου ανήκει κ.λπ.).     

Συνάπτεται προς τη ρίζα √ ΥΓ = υγιαίνω, αυξάνω, απαρτιούμαι. Υγιής = σώος, πλήρης, άρτιος, ορθός, κανονικός// Υγρόν γενικώς: οίνος, ούρον, ορός (Αριστ. Μετεωρολογικά). Την ονομασία «ύδωρ» φέρουν και αστέρες του Υδροχόου (Άρατος 339).

ΥΛΗ: είναι το ένα μέλος της πρώτης Νοητής (υπερούσιας) Δυάδος που εξεπήγασε από την Άρρητον Αρχή- «Εν». Πρόκειται για μια αόριστη, υπερβατική  του πραγματικού (οντικού) Κόσμου έννοια, για μια προοντολογική δύναμη. Είναι συνθήκη κάθε μορφής της ύλης πριν από τη σύστασή της σε ουσία, πριν την σύνδεσή της με την ενέργεια. Ό,τι εκπηγάζει από το Εν και ονομάζεται Ύλη δεν είναι ουσία, ούτε ως a priori συνθήκη της οντολογικής πραγματικότητας. Επειδή όταν απελευθερώνεται αυτή η Αρχή, είναι απολύτως αβέβαιο εάν θα επιτευχθεί αυτή η πραγματικότητα. Και τούτο, επειδή ακόμη δεν έχει υποστασιοποιηθεί ο Χρόνος. Έτσι η Ύλη μπορεί να χαρακτηρισθεί:

1.      Ως μία από τις δυο νοητές Αρχές της ουσίας (Αρχή = αιτία, δέσμη αιτίων και αποτελεσμάτων ανεκδήλωτων).

2.      Ως καθαρή δυναμικότητα.

3.      Ως ο Νόμος γενέσεως αυτού που αποκαλείται ύ λη - σε οποιαδήποτε τάση της - φορέας της φύσεως των θεμελιωδών χαρακτηριστικών της ύλης ήτοι:

·         Της τάσεως προς την αδράνεια και της ασυνεχούς (μεριστής) διαιρετής μορφής και συμπεριφοράς της.

·         Της διασπάσεως που χαρακτηρίζει τα στοιχεία της σε ελεύθερη κατάσταση.

·         Της ασταθούς συσχετίσεως αυτών των στοιχείων (αταξία).

·         Της πυκνώσεως.

Η κοσμογονική Ύλη είναι δυναμικό υπόστρωμα, ρίζωμα (ορφ. λέγεται και Γη)  της ύλης σε κάθε αναβαθμό της εξέλιξής της. Η Ύλη αυτή προοδευτικά θα εμφανίσει ουσιώδεις στοιχειώσεις με πρώτη το Χάος.

Διακρίνεται, επίσης, ως πρώτος φορέας της Ψυχής- του βουλητικού και αναγκαστικού (ανάγκη: από το άγω, φέρω) αιτίου του Γίγνεσθαι και ζωτικού στοιχείου της Νυκτός.

Το όνομα Ύλη παράγεται από τη ρίζα √ υλF (α) ανάλογο του λατινικού παραγώγου "silva". Έννοιες:

1. Δάσος, δασικά δέντρα ( Αντιγόνη Σοφοκλ.: «τα δένδρα και η ύλη» = καρποφόρα και άγρια δεντρα).

2. Όπως το matteria (λέξη παραγόμενη από την ελληνική «Μήτηρ»): Άγρια παρθένος ύλη, ακατέργαστη πρώτη ύλη. Κατά διαστολήν η άγρια, αγνή φύση.

3. Φιλοσοφικοί όροι:

·         «έστι δε ύλη μάλιστα το υποκειμένου γενέσεως και φθοράς δεκτικόν» και,

·         «το αόριστον πριν ορισθήναι και μετασχείν είδους» ( Αριστ. Φυσικά) δηλαδή : α) η ύλη κυρίως είναι ό, τι υπόκειται στις δράσεις της γενέσεως και της φθοράς, και β) (Ύλη είναι) το άμορφο και το αόριστο πριν προσδιορισθεί και πάρει μορφή. Στο (β) αναφέρεται στην άποιον ύλη (άμορφη, χωρίς ποιόν) που διακρίνεται από το ένυλον είδος (ύλη που πήρε μορφή ή ιδέα - ανάλογη του είδους - που μορφοποιήθηκε). Ενδιαφέρων είναι ο ορισμός του Bergson[4]:         « ύλη είναι δημιουργική ενέργεια αποσυνθεμένη».

Σχετικά με το κοινό αρκτικό γράμμα «Υ» των ονομάτων ΥΔΩΡ-ΥΛΗ της Νοητής Δυάδος, σημειώνεται πως οι Πυθαγόρειοι το έθεταν ως σύμβολο της Ζωής, αποκαλώντας το «Τριόδιο». (συνεχίζεται....)

[1] Ως σημείωση αρ.7

[2] Δίνονται δύο σημαντικά αξιώματα σχετικά με τον Λόγο που αν και είναι «Αρχή της ουσίας» (υπερούσιος - σημ.7) έχει όμως και κάποια «ουσία». Ο Ηράκλειτος λέγει «Ουσία ειμαρμένης  Λόγον τον δια της ουσίας του παντός διήκοντα» . Εδώ ο Λόγος φέρεται ως «ουσία» ο ίδιος. Και ο Ζήνων ο Κιτιεύς: «Έστι μεν ουν Ειμαρμένη ουσία των όντων ειρομένη ή Λόγος καθ' ον ο κόσμος διεξάγεται». Εδώ η Ειμαρμένη κατονομάζεται «ουσία» και προσομοίωση του Λόγου. Συνεπώς υποδεικνύεται ότι η ουσία (ονοματοποίηση του «ειμί») δεν πρέπει να ταυτίζεται προς κάποιο «συστατικό» του αισθητού κόσμου. Δεν πρέπει ούτε να θεωρείται πως το όριο, η έσχατη ανάλυση των ενύλων ειδών, είναι και όριο της ανάλυσης της ουσίας. Αλλά σαφώς αυτή προϋπάρχει του Γίγνεσθαι σε μια κάποια, αόριστη, διάστασή της. Γίνεται λοιπόν κατανοητό και το γεγονός πως ο Νόμος υμνείται και προσκαλείται να εισακούσει τους ανθρώπους (Ορφ. Ύμνος LXIV:Νόμου). Επί πλέον, ως Νόμος πρώτιστος αλλά και συνεχής, ενδεικνύεται η Ειμαρμένη, ως συνάφεια του Λόγου, του «κατά φύσιν υπερουσίου».

[3] Το ρίζωμα προηγείται της ουσίας, αν αυτή νοηθεί ως «φύσις». Τούτο φαίνεται από τον Πυθαγορικό λόγο: «Ναι μα τον αμετέρα ψυχά δόντα Τετρακτύν παγάν αενάου φύσεως ριζώματ' έχουσα».

[4] Henri Bergson (1859-1941) Γάλλος Φιλόσοφος ιδρυτής του «Μπερξονισμού» φιλοσοφικής θεωρίας της κατανοήσεως  της αμέσου εμπειρίας (θέση που εγγίζει την φαινομενολογία) και υποστηρίζει ότι αντίθετα με την νοημοσύνη της οποίας ο προορισμός είναι πρακτικός  (π.χ. δημιουργία υλικών αντικειμένων - εργαλείων) η διαίσθηση είναι εκείνη που επιτρέπει στον άνθρωπο να συντονισθεί  με τη ζωή και το πνεύμα.

Θεμιστοκλή Βιογραφία και η Ναυμαχία του Αρτεμισίου



Ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους ηταν ο κυριότερος συντελεστής της νίκης των Ελλήνων εναντίον των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ.Ηταν πολιτικός και στρατηγός και υπήρξε αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης στην κλασική Αθήνα.Ελαβε μέρος στη Μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ. και στη Ναυμαχία του Αρτεμισίου το 480 π.Χ.. Έμεινε όμως και γνωστός ως ο θεμελιωτής της ναυτικής δύναμης της Αθήνας που σηματοδότησε την αρχή του τέλους της περσικής παρουσίας στη Μεσόγειο.

Οταν γεννήθηκε ο Θεμιστοκλής το 527 π.Χ., πέθανε ο τύραννος Πεισίστρατος και τον διαδέχτηκαν οι γιοι του Ίππαρχος και Ιππίας.Το 514 π.Χ.ο Ίππαρχος δολοφονήθηκε και σε απάντηση αυτής ο Ιππίας για να κρατηθεί στην εξουσία ,έγινε παρανοϊκός και άρχισε να βασίζεται όλο και περισσότερο στα ξένα συμφέροντα..Λιγο αργοτερα ο Κλεισθένης, ανέτρεψε τον Ιππία και εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία. Το νέο σύστημα διακυβέρνησης στην Αθήνα άνοιξε έναν πλούτο ευκαιριών για άνδρες σαν τον Θεμιστοκλή, οι οποίοι στο παρελθόν δεν είχαν πρόσβαση στην εξουσία. Η ικανότητά του ως δικηγόρος και επιδιαιτητής στην υπηρεσία του απλού λαού, προσέδωσε στον Θεμιστοκλή μεγάλη δημοτικότητα.

Ο Θεμιστοκλής εκλέχθηκε άρχων το 493 π.Χ. και έθεσε ως κύριο στόχο την ανάδειξη της Αθήνας ως κυρίαρχη ναυτική δύναμη. Υπό την καθοδήγησή του, οι Αθηναίοι άρχισαν την κατασκευή ενός νέου λιμανιού στον Πειραιά, που θα αντικαταστούσε αυτό του Φαλήρου.Με τη δύναμη της βάσης του να έχει εδραιωθεί μεταξύ των φτωχών, ο Θεμιστοκλής κάλυψε το κενό που άφησε ο θάνατος του Μιλτιάδη το 489 π.Χ., κι εκείνη τη δεκαετία έγινε ο πολιτικός με τη μεγαλύτερη επιρροή στην Αθήνα. Ωστόσο, η υποστήριξη της αριστοκρατίας άρχισε να συγκεντρώνεται γύρω από τον άνθρωπο που θα γινόταν ο σημαντικότερος πολιτικός αντίπαλος του Θεμιστοκλή: τον Αριστείδη, τον επονομαζόμενο Δίκαιο.

Το 483 π.Χ. ανακαλύφθηκε στη Μαρώνεια του Λαυρίου μία νέα φλέβα αργύρου, αξίας 100 ταλάντων. Σε τέτοιες περιπτώσεις ένα μέρος των χρημάτων, συνήθως το 1/10, αφιερωνόταν στους θεούς και το υπόλοιπο διανέμονταν στους πολίτες. Υπέρμαχος αυτής της παραδοσιακής επιλογής ήταν ο Αριστείδης.

Ο Θεμιστοκλής κατόρθωσε να πείσει τους συμπολίτες του να μην ενεργήσουν με ιδιοτέλεια, αλλά να δουν μακρόπνοα και να διαθέσουν τα έσοδα στη ναυπήγηση 200 τριηρών, ταχύτατων κωπήλατων πολεμικών πλοίων, ένας πρωτοφανής αριθμός για τα δεδομένα της εποχής.Πολλοι θεωρούν ότι ο Θεμιστοκλής είχε από νωρίς προβλέψει ότι ο αγώνας των Ελλήνων εναντίον των Περσών θα κρινόταν στη θάλασσα.Ωστόσο η απόφαση του Θεμιστοκλή να αναπτύξει τον αθηναϊκό στόλο είχε αντίκτυπο στα εσωτερικά της πόλης, καθώς ενίσχυε αισθητά την πολιτική κυριαρχία των κατώτερων κοινωνικών τάξεων της Αθήνας, των θητών, που επάνδρωσαν τα πλοία ως κωπηλάτες.

Το 481 π.Χ. πραγματοποιήθηκε ένα συνέδριο των ελληνικών πόλεων-κρατών, στη διάρκεια του οποίου περίπου 30 πόλεις συμφώνησαν να συμμαχήσουν εναντίον της επικείμενης περσικής εισβολής. Οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι ήταν πάνω απ' όλους στην παρούσα συμμαχία, ορκισμένοι εχθροί των Περσών. Οι Σπαρτιάτες αιτήθηκαν τη διοίκηση των δυνάμεων ξηράς και δεδομένου ότι η Αθήνα θα είχε τη διοίκηση του ελληνικού στόλου, ο Θεμιστοκλής διεκδίκησε τη διοίκηση των ναυτικών δυνάμεων. Ωστόσο, οι άλλες ναυτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της Κορίνθου και της Αίγινας, αρνήθηκαν να δώσουν τη διοίκηση στους Αθηναίους και ο ως συμβιβαστική λύση, οι Σπαρτιάτες επέλεξαν τον Ευρυβιάδη ως διοικητή των ναυτικών δυνάμεων.

Τον Αύγουστο του 480 π.Χ. ο περσικός στρατός πλησίαζε προς τη Θεσσαλία, ο στόλος των Συμμάχων έπλευσε προς το Αρτεμίσιο και ο στρατός βάδισε προς τις Θερμοπύλες.Όταν ο περσικός στόλος έφθασε στο Αρτεμίσιο,ο Ευρυβιάδης θέλησε να αποφύγει τη μάχη.Εκείνη τη χρονική στιγμή, ο Θεμιστοκλής φροντισε ώστε να παραμείνει ο στόλος στο Αρτεμίσιο.Η αποστολή του ελληνικού στόλου στο Αρτεμίσιο ήταν, όπως του ελληνικού στρατού στις Θερμοπύ­λες, καθαρά αμυντική. Να παρεμποδίσει, δηλαδή, τη δίοδο του περσικού στόλου από το θαλάσσιο στενό της βόρειας Εύβοιας και την είσοδο στον Μαλιακό κόλπο και στον Ευβοϊκό, ώστε να μην μπορέσει να πραγματοποιήσει αποβάσεις στα με­τόπισθεν των Θερμοπυλών και να προχωρήσει έπειτα προς τη νοτιότερη Ελλάδα.

Η κύρια αποστολή και η φύση της ναυτικής μάχης ήταν η άμυνα.H υπεροχή των Περ­σών σε αριθμό πλοίων ήταν σημαντική, αλλά όχι συντριπτική και άφηνε περιθώρια στους Ελληνες για επιθετική πρωτοβουλία. Και άσκησαν την πρωτοβουλία αυτή σε τέτοιο βαθμό, ώστε από τις τρεις συγκρούσεις που έγιναν στα νερά του Αρτεμισίου οι δύο να έχουν προέλθει από επιθετική ενέργεια του Ελληνικού στόλου. Μετά από τρεις ημέρες μάχης, οι σύμμαχοι επικράτησαν του πολύ μεγαλύτερου περσικού στόλου, αλλά υπέστησαν σημαντικές απώλειες.Επιπλέον, η απώλεια της ταυτόχρονης Μάχης των Θερμοπυλών, από προδοσία ενός λιποτάκτη, του Εφιαλτη, έκανε άσκοπη την παρουσία των συμμάχων στο Αρτεμίσιο κι έτσι οι σύμμαχοι αποσύρθηκαν.Ο Θεμιστοκλης και οι συμμαχοι ομως εκπλήρωσαν την αμυντική αποστολή τους,διατήρησαν τις δυνάμεις τους αξιόμα­χες και δεν επέτρεψαν στον αντίπαλο στόλο να εισέλθει στο στενό.Οι Ελληνες έμαθαν στην πράξη και μέσα από τον κίνδυνο ότι τίποτα δεν έχουν να φοβηθούν όσοι έχουν ικανότητες και τολμούν να μάχονται.

Με την εγκατάλειψη της θαλάσσιας περιοχής στα βόρεια της Εύβοιας από τον ελληνικό στόλο και με την κατοχή του στενού των Θερμοπυλών, άνοιξε ο δρόμος για την κατάληψη ολόκληρης της Κεντρι­κής Ελλάδας από τον περσικό στρατό και στόλο. Τα πληρώματα των πλοίων λεηλατούν την Εύβοια. Ο στρατός, έπειτα από ανάπαυση μιας μέρας, συνε­χίζει την πορεία του καταστρέφοντας στο πέρασμά του πόλεις και χωριά.Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, μέσα σε οκτώ μέρες από τη Μάχη των Θερμοπυλών, ο Ξέρξης έφτασε με το στρατό του στα σύνορα της Αττικής. Ο περσικός στρατός είναι ακόμα πιο ισχυρός, γιατί έχει ενισχυθεί από τους στρατούς των πόλεων που μήδισαν και κυρίως από το περίφημο βοιωτικό ιππικό. Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση της μικρής Ελλάδας με την περσική στρατιωτική μηχανή τέλειωσε με το θάνατο των οπλιτών στις Θερμο­πύλες και την αμφίρροπη ναυτική σύγκρουση στο Αρτεμίσιο. Οι θυσίες, όμως, των Ελλήνων δεν θα πήγαιναν χαμένες. Είχε έρθει η ώρα της Σαλαμίνας.

Ο Θεμιστοκλής αναμφίβολα υπήρξε ένας διορατικός πολιτικός και ένας μεγαλοφυής ηγέτης που ενδυνάμωσε το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας, κατέστησε την Αθήνα πρώτη ναυτική δύναμη στη Μεσόγειο και απάλλαξε την Ελλάδα από την περσική απειλή, παρότι συναντούσε συνεχώς αντιδράσεις στην εφαρμογή των σχεδίων του. Κατά τον Πλούταρχο, ο Θεμιστοκλής υπήρξε ο κύριος συντελεστής της σωτηρίας της Ελλάδας. Ο προσωπικός του θρίαμβος, η ναυμαχία της Σαλαμίνας, αποτελεί καμπή στους περσικούς πολέμους και μία από τις σπουδαιότερες ναυτικές συγκρούσεις στην ιστορία.

Γιατί οι γυναίκες ερωτεύονται ενώ οι άνδρες θέλουν μόνο σεξ;


Μέχρι πρότινος το τι ακριβώς συνέβαινε στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια του σεξ παρέμενε μυστήριο για τους επιστήμονες. Τώρα, αμερικανοί ερευνητές ισχυρίζονται ότι έχουν καταγράψει αρκετές από τις λειτουργίες του γυναικείου και ανδρικού εγκεφάλου τη στιγμή του οργασμού. Και ένα από τα βασικά συμεράσματά τους είναι ότι μετά το σεξ οι μεν περισσότερες γυναίκες τείνουν να ερωτευτούν τον εραστή τους, οι δε περισσότεροι άνδρες τείνουν απλώς να θέλουν κι άλλο σεξ!
Με τη βοήθεια του μαγνητικού τομογράφου ειδικοί από το πανεπιστήμιο του Ράτζερς στο Νιου Τζέρσι των ΗΠΑ, διαπίστωσαν ότι με τη διέγερση διαφορετικών σημείων του σώματος ενεργοποιούνται διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου, ιδιώς του γυναικείου, οι οποίες πλησιάζουν τις 30.
Διαπίστωσαν ότι δύο λεπτά πριν από τον οργασμό ενεργοποιούνται τα κέντρα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Η ίδια περιοχή ενεργοποιείται όταν τρώμε ή πίνουμε. Αμέσως μετά τη σεξουαλική κορύφωση, επηρεάζονται αλλά σημεία του εγκεφάλου, όπως ο αισθητικός φλοιός, που βοηθάει στον εντοπισμό της αίσθησης από συγκεκριμένα σημεία του σώματος.
Το τελευταίο σημείο του εγκεφάλου που ενεργοποιείται είναι ο υποθάλαμος, το κέντρο που ελέγχει τη θερμοκρασία, την πείνα τη δίψα και την κούραση. Οι επιστήμονες επιπλέον ανακάλυψαν ότι η σεξουαλική διέγερση «παραλύει» το γυναικείο νευρικό σύστημα σε τέτοιο βαθμό που η γυναίκα δεν αισθάνεται σωματικό πόνο αλλά μόνο ευχαρίστηση.
Όμως με ποιούς άλλους τρόπους επηρεάζει το σεξ τις λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου και συνεπώς τη ζωή μας;
Γιατί οι γυναίκες ερωτεύονται πιο εύκολα;
Κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής ο οργανισμός απελευθερώνει την ορμόνη οξυτοκίνη, γνωστή ως «ορμόνη της αγάπης». Σύμφωνα με τον ειδικό σεξουαλικής υγείας δρ. Αρούν Γκος, η συγκεκριμένη ορμόνη «ρίχνει» τις αντιστάσεις μας, μας επιτρέπει να εμπιστευόμαστε τα άλλα άτομα και ενισχύει τη συναισθηματική ταύτιση.
Έχει διαπιστωθεί ότι οι γυναίκες παράγουν περισσότερη οξυτοκίνη από τους άνδρες, γεγονός που σημαίνει ότι είναι πιθανότερο να ερωτευτούν τον σεξουαλικό τους σύντροφο. Ωστόσο, καθώς ο οργανισμός δεν μπορεί να διαχωρίσει ποιός συνιστά προσωρινό έρωτα και ποιος όχι, παράγει ούτως ή άλλως οξυτοκίνη.
Έτσι, ενώ η οξυτοκίνη ευθύνεται για το «δέσιμο» με τον έρωτα της ζωής μας, ευθύνεται και για τον πόνο που βιώνουν οι γυναίκες όταν μία βραχύβια και πιο επιπόλαια σχέση τελειώνει. Σε αντίθεση με τις γυναίκες, η βασική ορμόνη που παράγει ο οργανισμός του άνδρα στη διάρκεια του σεξ είναι η ντοπαμίνη - γι' αυτό τον λόγο, λένε οι ειδικοί, οι περισσότεροι άνδρες εμφανίζουν εθισμό στο σεξ.
Καταπολεμήστε την άνοια με σεξ
Το τακτικό σεξ βοηθάει στην αναπλήρωση των εγκεφαλικών κυττάρων, υποστηρίζουν ερευνητές από το πανεπιστήμιο του Πρίνστον στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μάλιστα όσο περισσότερο σεξ κάνει ένα άτομο τόσο περισσότερα εγκεφαλικά κύτταρα παράγει.
 
Έρευνες σε ζώα έδειξαν ότι το σεξ ενεργοποιεί την ανάπτυξη εγκεφαλικών κυττάρων στον ιππόκαμπο, το τμήμα που είναι υπεύθυνο για τη μνήμη και την εκμάθηση. Παράγοντες όπως το άγχος και η κατάθλιψη έχει διαπιστωθεί ότι συρρικνώνουν τον ιππόκαμπο, σε αντίθεση με την άσκηση και το σεξ. Σύμφωνα με τον δρ. Γκος το σεξ σε αυτή την περίπτωση λειτουργεί και προληπτικά αφού οι σεξουαλικά ενεργοί ηλικιωμένοι έχουν λιγότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν άνοια.
Επιπλέον το σεξ «ακονίζει» το μυαλό των γυναικών, επειδή ο οργανισμός τους παράγει τεστοστερόνη, ορμόνη που βοηθάει στη συγκέντρωση και τα αντανακλαστικά.
Φιλιά στα χείλη για καλύτερο σεξ
Τα χείλη είναι «εφοδιασμένα» με 100 φορές περισσότερες νευρικές απολήξεις από τις άκρες των δαχτύλων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα με τα φιλιά να ενεργοποιούνται μηχανισμοί στον εγκέφαλο που απελευθερώσουν χημικά τα οποία μειώνουν το στρες και ενισχύουν τη διάθεση. Σύμφωνα με τον δρ. Γκος, περισσότερα φιλιά πριν από της σεξουαλική επαφή σημαίνει και καλύτερη ποιότητα αυτής, καθώς αυξάνονται τα επίπεδα των ορμονών της ευχαρίστησης.
Αποτελεσματικό φυσικό παυσίπονο
Έρευνες σε ζώα και ανθρώπους έχουν δείξει ότι ο οργασμός εμποδίζει την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών που σχετίζονται με τον πόνο, με αποτέλεσμα να μην φθάνουν στους νευρώνες του εγκεφάλου που αντιδρούν σε αυτόν. Είναι τόσο ισχυρή η δράση του, που έχει διαπιστωθεί ότι ισούται με τρεις δόσεις αναλγητικών φαρμάκων.
Η δύναμη του μυαλού
Πολλές έρευνες για τη σεξουαλική υγεία εστιάζουν την προσοχή τους στο τί συμβαίνει στο σώμα. Ωστόσο - και κυρίως στις γυναίκες - είναι το μυαλό που διαδραματίζει το σημαντικότερο ρόλο στην επίτευξη οργασμού.
Ενώ ο ανδρικός εγκέφαλος επικεντρώνει στη σωματική διέγερση της σεξουαλικής επαφής, ο γυναικείος εγκέφαλος συνδέει την επιθυμία με τη βαθιά χαλάρωση και τον περιορισμό του άγχους. Κατά τη διάρκεια του σεξ, η δραστηριότητα των περιοχών του γυναικείου εγκεφάλου που ελέγχουν τον φόβο, το άγχος και τα συναισθήματα, περιορίζεται, ενώ τη στιγμή της κορύφωσης έχει διαπιστωθεί ότι το άγχος εξαλείφεται.
Σεξ σημαίνει, επίσης, καλύτερο ύπνο
Αν παρουσιάζετε προβλήματα στον ύπνο, μην καταφύγετε στα υπνωτικά χάπια αλλά στο... σεξ. «Μάλιστα είναι προτιμότερο να κάνετε σεξ το βράδυ και όχι το πρωί, επειδή μετά το σεξ ο οργανισμός αυτό που χρειάζεται είναι χαλάρωση και όχι να σηκωθεί να πάει στη δουλειά. Με το να κάνετε σεξ στο τέλος της ημέρας θα αποκομίσετε περισσότερα χαλαρωτικά οφέλη. Για τον άνδρα, ένας δυνατός οργασμός ισούται με την χορήγηση 2-3 μιλιγκράμ διαζεπάμης (Βάλιουμ). Για αυτό πολλοί άνδρες αποκοιμιούνται μετά το σεξ - υπάρχει βιολογικός λόγος».
Σεξ, όχι αντικαταθλιπτικά
Οι χημικές ουσίες που παράγονται από τον εγκέφαλο στη διάρκεια του σεξ βοηθούν στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης και στην πιο καθαρή λειτουργία του. Συγκεκριμένα, η σεροτονίνη , η «ορμόνης της ευτυχίας», δημιουργεί συναισθήματα χαράς και ευφορίας.
 
«Έτσι, ενώ οι περισσότεροι λένε ότι όταν είναι στενοχωρημένοι το σεξ είναι το τελευταίο πράγμα που έχουν στο μυαλό τους, θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Και μην ανησυχείτε αν γίνετε πιο ευσυγκίνητοι μετά - είναι πολύ συχνό φαινόμενο να κλαίμε μετά το σεξ. Αυτό προκαλείται από έναν συνδυασμό ενδορφινών που απελευθερώνονται και εντείνουν τα συναισθήματα» εξηγεί ο Πολ Τόμσον, καθηγητής νευρολογίας στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες.

Μερικές ενδείξεις ότι κοιμάσαι σε έναν ονειρικό κόσμο

Αυτές είναι μερικές μόνο από τις ενδείξεις ότι κοιμάσαι σε έναν ονειρικό κόσμο, πιστεύοντας ότι έχεις επίγνωση.
Υπάρχουν πολλές ακόμα, τις οποίες ο καθένας πρέπει να ανακαλύψει για τον εαυτό του/της και να αναλάβει την ευθύνη της δικής του/της αφύπνισης.
Στον κόσμο που ζούμε ή μάλλον στο επίπεδο της συνειδητότητας που βρισκόμαστε, το «κοιμάσαι» (κοιμάμαι, κοιμόμαστε, κοιμούνται…) έχει πάρει αρνητική χροιά, όπως όλα όσα δεν κατανοούμε το νόημα ύπαρξης τους. Δεν υπάρχει τίποτα αρνητικό ή θετικό, καλό ή κακό, παρά μόνο στις κατατάξεις και τη θέαση του προγραμματισμού του νου μας.
Το «κοιμάσαι» εδώ αναφέρεται στον ασυνείδητο τρόπο ύπαρξης που τελικά δεν εξυπηρετεί ούτε εμάς τους ίδιους αλλά ούτε και κανέναν άλλον. Εφόσον κάτι γίνει συνειδητό - έχουμε επίγνωση δηλαδή - τότε διαθέτουμε και την επιλογή της αλλαγής του κατά βούλησην.
Η επίγνωση συνοδεύεται πάντα με ευθύνη και αυτό αλλάζει τα πάντα στην υφιστάμενη θέαση. Ανατρέπει τη θέαση, ανατρέπει τα δεδομένα, ανατρέπει τις επιλογές, τη δράση, ανατρέπει τα πάντα.
Αλλά η πραγματική Ζωή αρχίζει, στο τέλος της ζώνης άνεσης μας!