Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΧΑΡΑ – Ο ΧΟΡΟΣ – Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΕΡΙ. Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΠΑΙΓΝΙΟ

Το άρθρο που θα προσπαθήσω να φωτίσω, απ’ όλες τις πλευρές του, αποτελεί μια από τις είκοσι ρίζες της ελληνικής γλώσσας, τουλάχιστον σύμφωνα με την άποψη του ανωτέρου ετυμολογικού λεξικού

Ισχυρίζομαι ευθέως ότι θέτει για πρώτη φορά το ζήτημα της ετυμολογίας της ελληνικής γλώσσας στην ορθή του βάση. Αυτό σημαίνει επίσης πως θεωρώ ότι όλοι οι προηγούμενοι ετυμολόγοι βάδισαν σε λαθεμένα ετυμολογικά μονοπάτια. Δηλώνω ότι αναλαμβάνω αβασάνιστα το οποιοδήποτε κόστος συνεπάγεται αυτή μου η έπαρση. Αισθάνομαι πλήρως την αδυναμία να υποστηρίξω την επίγνωσή μου αυτή. Σε κάθε περίπτωση αντίρρησης, το μόνο που μπορώ να πράξω είναι να παραπέμψω τον διαφωνούντα σ’ αυτό καθ’ εαυτό το έργο.
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ
Ο πρωτόγονος άνθρωπος, αλλά και ο σημερινός όταν χαίρεται γελάει. Χα-χα-νίζει. Έτσι το λένε μέχρι και τώρα. Φαίνεται όμως η αντίδρασή του αυτή να είναι αυθόρμητη και ανακλαστική. Ότι δηλαδή δεν αποτελεί προϊόν παιδείας και μάθησης. Απόδειξη ικανή αποτελεί η συμπεριφορά των βρεφών, τα οποία χαχανίζουν όταν χαίρονται πριν ακόμα αρχίσουν να μιλάνε. Εξ αυτού αναγνωρίζω ως ρίζα τον ήχο χα (χα-χα-χα…, χα-χα-νίζω).
Το βασικό ρήμα της ιστορίας της χαράς είναι το χαίρω (χαίρομαι).
Χα + είρω (= λέω) > χαείρω > χαίρω. Στον μέλλοντα του ρήματος χαίρω, το ρήμα είρω «ξεβρακώνεται» εντελώς: χα-ρήσομαι (ει-ρήσομαι). Στον παρακείμενο και πάλι: κεχα-ρηκα (ει-ρηκα).
Έχουμε και το παιχνίδι των ουρανισκόφωνων (κ-γ-χ). Οι «ψημένες» φωνητικές χορδές των ανδρών εκφέρουν ευκολότερα το κ αντί του χ. Κα-χά-ζω αντί χα-χά-ζω λέγεται το γελάν επ’ ανδρών. Τα λεξικά γράφουν, καχάζω = γελώ ηχηρής, επ’ ανδρών. Και επειδή το χ, αλλά και το ξαδελφάκι του το γ, θέλουν κι αυτά να λάβουν μέρος στην χαρά, το καχάζειν ακούγεται κάπως ως κχε-κχε… κχι-κχι… και κγχα-κγχα.. (όλα τα ξαδελφάκια ομού), το είπανε καγχάζω.
Από το ρήμα αυτό λοιπόν χαίρω γεννώνται τα χαρά, χαίρε χαιρετάω, χαριεντίζομαι, χαιρετούρα, Χαράλαμπος (λάμπω), χαροκοπώ, χαροπός (οψ), χαρωπός (ωψ), αλλά και οι Αχαρνείς!
Και οι Αχαρνείς! Για στάσου βρε αδελφέ. Μήπως το παρατραβάς το πράμμα; Δηλαδή μόνον αυτοί χαίρονταν τότε, ανάμεσα σ’ όλους τους άλλους Έλληνες;
Έψαξα λοιπόν την ιστορία τους, όπως έπραξα και σε κάθε περίπτωση, για να βρω τι το ιδιαίτερο διέθεταν αυτοί έναντι των άλλων Ελλήνων. Όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς μου είπαν τα ίδια κι απαράλλακτα. Ήσαν λέει φιλοπόλεμοι. Χάρμη λέγανε οι Έλληνες την χαρά του πολέμου!
Τι να κάνουμε τώρα εμείς; Ας παραδεχτούμε, βγάζοντας τον σκασμό μας, ότι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είχαν κι αυτό το κουσούρι, συν τ’ άλλα, να χαίρονται όταν πολεμούν! Λέτε να χαίρονταν για την απαλλαγή από την σκλαβιά, υπολογίζοντας στην πολεμική τους δύναμη, την εξ ασκήσεως αποκτημένη;;; Ποιος ξέρει; Μπορεί να προέρχονταν κι απ’ αυτό.
Επομένως μπορεί το α του Α-χαρνείς, να είναι επιτατικό, και δηλαδή να τους λέγανε Α-χαρμ-είς (μ>ν).
Με την ίδια λογική, που λέτε, ετυμολόγησα κι όλες τις άλλες λέξεις που παράγονται από το χαίρω, όπως χελιδών, χράω, χρέος, χρηστός, χρεμετίζω χαλάω, χάλαζα, χατέω, χαλκός, χαίνω, λαχαίνω χάος χεία, κηρός κλπ. Αν σας ενδιαφέρουν μπορείτε να τις επισκεφτείτε στο λεξικό, ανά πάσα ώρα και στιγμή. Σας περιμένουν καρτερικά, αραδιασμένες η κάθε μια στην ομάδα της, κι όχι σκόρπιες, εδώ κι εκεί, αλφαβητικά.
Στο εξής, τα στοιχεία θα παρατεθούν όπως ακριβώς καταγράφονται μέσα στο λεξικό. Ο λόγος της μεταβολής αυτής είναι ένας και μοναδικός: η μασημένη τροφή κάνει κακό στα «δόντια» του μυαλού. Ή άλλως πως: μπορεί να μάθει κανείς μόνον όσα γνωρίζει.
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΣ –ΤΟ ΧΕΡΙ
χειρ, χέρα, χέρι [εκ του χαίρ-ω, α>ε. Το αίσθημα της χαράς δια των χειρών κυρίως εκφράζεται, απανταχού στην υφήλιο αλλά και στα πιθηκοειδή: χειροκροτήματα, ανατάσεις χειρών, χειραψίες, αλληλοκτυπήματα παλαμών, αγκαλιάσματα και παντός είδους χειρονομίες, χειρονόμος (νέμω) = ορχηστής. Χαιρετίζουμε πάντως κυρίως δια των χειρών]- το χέρι είτε ως κλεισμένη είτε ως ανοικτή και αναπεπταμένη παλάμη, επί εχθρικής σημασίας, λαμβάνω κάτι στα χέρια = αναλαμβάνω, επιχειρώ, επί παντός εργαλείου ομοίου προς χέρι.
Όλα τα παράγωγα στο λεξικό.
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ
χορός [χαρά, χειρ, χέρα (ε>ο), δια των χειρών εκφράζεται και αρθρώνεται ο χορός κυρίως, χορεύει δε κάποιος δια των χειρών και καθισμένος].
ΚΙ Ο ΧΑΡΟΣ;
Χάρων [βλ. αιρέω, χειρ > χερ- > χαρ- (ε>α), βλ. χειρόω]- ο Χάρος, ως όνομα του λέοντος, ο πορθμός της Στυγός, θάνατος. Χάρος, Χάροντας, Χαρώνειος, Χαρωνίται, Χάρυβδις (άπτω, πτ>βδ, επτά – έβδομος), Χαρυβδίζω, Χαρυβδηδόν, Χάρυβδη.
Χειρόω = καταβάλλω, υποράσσω, νικώ (την ζωή).
ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΡΙΖΑ ΧΑ-
Ρίζα χα-
χαίρω [αόρ. ε-χά-ρησα, πρκμ. κε-χά-ρηκα, μέλλ. χα-ρήσομαι, χα-ρά, χά-ρις. Η ρίζα φαίνεται χα- + είρω ( = λέγω) > χαείρω > χαίρω, μέλλ. χαρήσομαι (του είρω, ει-ρήσομαι), πρκμ. κεχά-ρηκα (εί-ρηκα). Από τον ήχο του γέλιου χαχα..νίζω, χα-μογελώ. Η ακουστική διαπλοκή των ουρανισκόφωνων (κ, γ, χ) στο γέλιο των είναι χαρακτηριστική. Ακούγεται ως κακα… ιδίως από ώριμους άνδρες (κα-χάζω = γελώ ηχηρής, επ’ ανδρών). Επί το πλείστον ακούγεται ως κχεκχε…, κχικχι…, κχακχα… ή καγχκαγχ… (καγχάζω)]- είμαι, πλήρης χαράς, κατέχομαι από χαρά, ευφραίνομαι, είμαι ευχαριστημένος, ήδομαι. χαίρε, χαίρετε, χαιρετώ, χαιρετίζω, χαιρέτισμα, χαίραθλος (άθλος), χαιρεκακία, χαιρεκακέω, επιχαιρεκακέω, επιχαιρεκακία, χαιρέκακος, επιχαιρέκακος, χαιρηδόν, Χαιρημόνιος,χαιρησιφονέω (φονεύω), χαιροσύνη, Χαιρεθιανά, χαιρετάω, χαιρέτημα, χαιρέτισμα, χαιρετισμός, χαιρετιστήριος, αποχαιρετισμός, χαιρετούρα, χαίρομαι, Χαιρώνεια, α (δασ.) [εκ του χαχα…, το χ σε δασεία]- προς έκφραση γέλιου.
χαρά [χαίρω], χαράγγελος, Χαρά, χαρίεις, χαρι-, χαριεντής, χαριεντίζομαι, χαριέντισμα, χαριεντισμός, χαριεντότης, χαριέντως, χαρίζομαι, χαριεργός, χαρίνος, χάρις, χάριν, χαρίσιος, χάρισμα, χαρισμός, χαριστείον, χαριστέον, χαριστήριος, χαρίστια, χαριστικός, χαριστίων, χάριτερ, χαρητήσια, χαριτία, χαριτο-, χαριτομένος, χαριτόεις, χαριτόω, χαριτώνω, χαριτώνυμος (όνομα), χαρτώπης (ωψ), χάρμα, χάρμη, χαρμονή, χαρμονικός, χαρμοσύνη, χαρμόσυνος, χαρμο-, χαρο-, χαροπός (οψ), ευχαριστώ, ευχαρίστισις, ευχαριστιμένος, χαροπότης, χάροψ, χάρων, Χάρων, Χαρώνιος, Χαρονίται, χαρωπός (ωψ), χάρωψ, χαρτός, Χαράλαμπος (λάμπω), χάρη, Χάρια, Χαρίλαος (λαός), Χάριτες, Χάρμα, Χαρμίδης, Χαροπό, χαρούδια, χαρούμενος, χαροκόπι (κόπτω), χαροκοπείο, χαροκοπιά, χαροκόπος, χαροκοπίστρα, Χαροκόπος, χαροκοπώ, χαροκοπάω.
Αχαρνείς [α (επιτατ.) + χάρμη ( = η χαρά του πολέμου, μ>ν), ήσαν φιλοπόλεμοι], Αχαρναί, Αχαρνές.
χελιδών [χαρά, χαρί-εις + άδω (α>ε, ρ>λ), χαρακτηριστικό το κελάϊδισμά της ωσάν εκ χαράς προερχόμενο]- το χελιδόνι. χελιδόνι, χελιδόνειος, χελιδόνεος, χελιδονίας, χελιδονιδεύς, χελιδονίζω, χελιδονίσματα, χελιδόνιον, χελιδόνιος, χελιδονίς, χελιδόνισμα.
χράω [χάρις = εύνοια, ευμένεια (αρ>ρα)]- χορηγώ ό,τι είναι αναγκαίο, δίνω χρησμό, διακηρύττω, λέγω, προμηνύω ή οδηγώ δια χρησμού, μεσ., συμβουλεύομαι θεό ή μαντείο, ερωτώ θεό ή μαντείο, επί των ζητούντων κάτι από τον μεγάλο βασιλέα, παρέχω κάτι, εφοδιάζω κάποιον με κάτι. χράομαι, χρώμαι (συνηρ.)- αποθετικό, εκ της σημασίας του συμβουλεύομαι μαντείο ή κάνω χρήση αυτού, προκύπτει η κοινή σημασία του μεταχειρίζομαι, θέτω σε ενέργεια κάποια δύναμη της ψυχής μου, κάποιο αίσθημα ή πάθος, κατάσταση ψυχής και τα όμοια, εξασκώ, δοκιμάζω, υποφέρω, χρέομαι (α>ε), κέχρημαι- πρκμ. με σημασία ενεστωτ. = έχω χρεία τινός, επιθυμώ, ως επιτεταμένος ενεστωτ., έχω σε χρήση, έχω, κατέχω, χρέω- δίνω χρησμό, χρη (α>η)- δίνω χρησμό, ενίοτε, είναι δυνατόν ή πιθανόν, η μοίρα, το πεπρωμένο, ανάγκη, χραισμέω, κίχρημι (αναδιπλ.), κιχράω.
χρέος, χρείος, χρέως, χρήος [χράω, χρέομαι]- οφειλή, αναγκαία εργασία, υπόθεση, δουλειά, σχεδόν όπως το χρήμα, κατά χρέος = καθώς είναι πρέπον, καλό, καθήκον, σκοπός, έργο. χρεαγωγός, χρεάρπαξ (αρπάζω), χρεία, χρείη, χρηία, χρειάζομαι, χρειαζόμενα, χρειαζούμενα, χρειασίδι, χρειγιά, χρειακός, χρείμενος, χρειοκόλαξ, χρειόω, χρειώ, χρεώ, χρειώδης, χρειωδώς, χρεο-, χρεω-, χρεωστέω, χρεωστώ, χρεώνω, χρέωσις, χρεώστης, χρεωστικός, χρεοστάσιον (ίστημι), χρήζω, χρήσδω, χρηίσκομαι, χρηίζω, χρήμη, χρημοσύνη, αχρείαστος, αχρειεύω, αχρείος, άχρειος, αχρειο-, αχρειώνομαι, αχρείωσις, εξαχρείωσις, αχρειότης, αχρήιος, χρήμα, χρηματίας, χρηματίζω, χρηματικός, χρημάτισις, χρηματισμός, χρηματιστήριον, χρηματιστής, χρηματιστικός, χρηματίτης, χρηματο-, χρήσις, χρησείδιον, χρησιμεύω, χρήσιμος, χρησιμότης, χρησι-, χρησιμο-, αχρησία, αχρησίμευτος.
χρηστός [ρημ. επίθ. του χράομαι]- χρήσιμος, ωφέλιμος, καλός, υγιεινός, αποτελεσματικός, αγαθός, ικανός, ανδρείος, γενναίος, τίμιος, αξιόπιστος, ευπατρίδης, επί θεών, αγαθός, εύνους, ευμενής, ελεήμων, οικτίρμων, ενίοτε επί κακής σημασίας όπως το ευήθης, ανόητος, μωρός, επί ανδρός, ισχυρός στο σώμα, ικανός προς συνουσία. χρηστώς, χρηστέον, χρηστεύομαι, χρήστης, χρηστήρ, χρηστηριάζω, χρηστήριον, χρηστήριος, χρηστηριώδης, χρηστικός, χρηστο-, χρήστωρ, άχρηστος, αχρηστεύω, άχρηστα, αχρήστευσις, αχρηστία, αχρήστωσις, χρησμός, χρησμο-, χρησμωδέω (άδω), χρησμωδία, χρησμωδικός, χρησμοσύνη, χρησμωδός, κρήγυος (χ>κ + άγω, α>υ)- ωφέλιμος, αγαθός, καλός.
χρεμετίζω [εκ του χρε-ία = ανάγκη, έλλειψη, φυσική ανάγκη, διότι ο ίππος χρεμετίζει όταν αντιληφθεί θηλυκό του είδους του, εξ ου και οι σχετικές έννοιες επ’ ανδρών (λάγνος, ασελγής) ή όταν αντιλαμβάνεται την παρουσία του ιδιοκτήτη του, ο οποίος θα του ικανοποιήσει την ανάγκη της διατροφής και του ποτίσματος. Ο ήχος του χρεμετίσματος δεν φαίνεται να συνάδει με τον ήχο χρε-, ώστε να πρόκειται περί ονοματοποιίας, όπως γνωμοδοτούν οι γραμματικοί]- επί ίππων χλιμιντρώ, μεταφ., επί λάγνων και ασελγών ανδρών. χρεμέτισμα, χρεμετισμός, χρεμετιστικός, χρεμίζω, χλιμιντρίζω (ρ>λ, ε>ι), χλιμιντρώ, χλιμίντρισμα.
χρέμπτομαι [ονοματοποιία]- βήχω για να εκβάλλω φλέγμα. χρέμμα, χρέμψις, αποχρέμπτομαι, απόχρεμψις, αποχρεμπτικό, χαρμπόλα (ρε>αρ), χαρμπολιάρης.
καχάζω, καγχάζω, καγχλάζω, καγχαλάω [βλ. χαίρω]- γελώ ηχηρώς (επ’ ανδρών). χαχανίζω, καχανίζω, καχασμός, κιχλισμός (επί γυναικών), καγχαλίζομαι, κάγχαλος, κάγχασις, καγχαστής, καγχάς, καγχασμός.
χαλάω, χαλαίνω [χαίρω, χαρά (ρ>λ), η χαρά και το γέλιο χαλαρώνουν κάθε προηγηθείσα ένταση είτε σωματική είτε ψυχοπνευματική]- χαλαρώνω, ξετεντώνω, λύω, απολύω, παραβλέπω, αφήνω, υποχωρώ, συγχωρώ, καταβιβάζω, διαλύω. χαλαρώνω, χαλαρός, χαλαρά, χαλαρότης, χαλάρωσις, χάλασις, χάλασμα, χαλασμάτιον, χαλασμός, χαλαστήρια, χαλαστής, χαλώ, χαλνώ, χαλνάω, χαλαστικός, χαλαστόν, Χαλαστραίος, Χαλάστρα, χαλάβρα, χαλαβρώνω, χάρβαλο, χαλάλι, χαλαλίζω, Χάλαρα, Χαλάνδρι, Χαλανδρίτσα, χαλαράδα, χαλαρωτικός, χαλασμένος, χαλαστής, χαλάστρα, χάλαρο, χαλία, χάλια, αγχαλάω (ανά, ν>γ), χάλι, χλαρός (χαλαρός), χλάδω (άδω)- χαίρομαι μεγαλοφώνως, ψοφέω, κέχλαδα (αναδιπλ.), κέχλαδον.
χάλαζα [χαλ-άω + αΐσσω, άσσω (σσ>ζ)]- το χαλάζι. χαλάζι, χαλαζαίος, χαλαζάω, χαλαζεπής (έπος), χαλαζηδόν, χαλαζήεις, χαλαζιάζω, χαλάζιον, χαλάζιος, χαλαζο-, χαλαζόομαι, χαλάζωμα, χαλάζωσις, χαλαζιώδης, χαλαζίας, χαλάζιο, Χαλαζόνι, χαλαζόπληκτος, χαλαζόπτωσις.
χατέω [χα-ρά + δέω ( = ζητώ, δ>τ)]- ποθώ, επιθυμώ θερμώς, θέλω κάτι, χρειάζομαι. χατίζω, χατεύω, χάτις, χατίρι, χητίζω (α>η), χητεία, χήτος, χήτις, χητοσύνη.
χαλεπός [χαίρω, χα-ρά + λείπω (ει>ι), δηλαδή ο αφαιρών την χαρά]- λυπηρός, δύσκολος, βαρύς, φοβερός, ισχυρός, οργίλος, τραχύς, ιδιότροπος. χαλεπώς, χαλεπαίνω, χαλεπήρης, χαλεπότης, χαλεπτύς, χαλέπτω.
καχλάζω [κέχλαδα (βλ. χλάδω) > κεχλάδ-ιω > καχλάζω (ε>α, δι>ζ)]- κατά τον Ησύχ., ιδίως περί του κύματος όταν φερόμενο επί τους κάχληκας (βότσαλα) ψοφεί και ηχεί, επί των κυμάτων, παταγώ, ψοφώ, επί του βράζοντος ύδατος, επί μεγάλης ευγλωττίας. κάχλασμα, καχλασμός, κάχληξ, κοχλάζω(α>ο), κόχλαξ, κοχλακώδης, κόχλασμα, κάχηκες, καχληκοσωροί, κοχλάδι, κοχλίδι, κοχλακίζω, κοχλακώ, κοχλασμός, χοχλίδι (κ>χ), χοχλάδι.
χάλιξ [βλ.καχλάζω, χλάζω > χλα- > χαλ-]- χαλίκι, λιθαράκι. χαλίκωμα, χαλικώδης, χαλίκι, Χαλίκι, χαλικολόγος (συλ-λέγω), χαλικώνω, χαλίκωσις, χαλικωτός, χαλικο-, χαλικώ.
χάλυψ [χαλεπός > χαλοπός > χάλυψ (ο>υ), απαιτεί επίπονη (χαλεπή) κατεργασία για να εξαχθεί από το μετάλλευμα]- ατσάλι, σκληρυμένος σίδηρος. χάλυβας (χάλυβος, γεν. του χάλυψ, π>β), χαλυβδικός, χαλυβικός, χαλυβηίς, χαλύβδινος, χαλυβδώνω, χαλύβδωσις, χαλύβωσις, χαλυβο-, χαλυβουργείο (έργον), χαλυβουργία.
χαλκός [χαλεπός > χαλπός > χαλκός (π>κ), βλ. χάλυψ (για τους ίδιους λόγους)]- το μέταλλο χρώματος ερυθρού. χαλκ-, χαλκεία, χαλκείον, χάλκειος, χαλκήιος, χαλκεο-, χάλκεος, χάλκευμα, χαλκεύς, χαλκευτήριον, χαλκευτικός, χαλκευτός, χαλκεών, χαλκή, χαλκηδόνιον, χαλκηδών, χαλκήεις, χαλκήιον, χαλκήλατος (ελαύνω), χαλκήρης (άρω), χαλκίαν, χαλκιδεύς, Χαλκιδική, Χαλκιδιακός, Χαλκιδίζω, Χαλκιδαϊκός, Χαλκιδικιώτης, Χαλκιδιώτης, Χαλκηδών, χάλκινος, χαλκίδιον, χαλκιδίτις, χαλκίζω, χαλκίναος (ναός), χαλκίνδα, χαλκίον, χαλκισμός, χαλκι-, χαλκο-, χαλκόπτης (έψω), χαλκωρυχείον (ορύσσω), χαλκουργείον (έργον), χαλκόω, χαλκούς, χαλκώνητος (ωνέομαι), χάλκωμα, χαλκώματα, χάλκευσις, Χάλκη, Χαλκιάδες, χαλκιάς, Χαλκιάς.
χαίνω [στον Όμηρο μόνο στον αόρ. χανών και πρκμ. κε-χηνώς. Ο ήχος του χασμουρητού (χασμώμαι, χασμουριέμαι), ακούγεται ξεκάθαρα ως ένα μακρό χχααα… Σε καμμιά δε άλλη περίπτωση δεν ανοίγει ο άνθρωπος το στόμα του (χαίνω, χάσκω) περισσότερο απ’ ότι στο χασμουρητό. Επί πλέον η κατ’ εξοχήν έκφραση της χα-ράς είναι το γέλιο (χασκο-γελώ), το οποίο δι’ ανοικτού στόματος εκφράζεται. Ούτως ή άλλως η ρίζα είναι χα-]- ιδίως σημαίνει ανοίγω το στόμα πολύ, χάσκω εκ κοπώσεως ή εξ ανίας ή εξ ελλείψεως προσοχής, σπανιότερα, ομιλώ με χάσκον στόμα. χανών, χάσκω, χασκάζω, χάσκαξ, χάσκας, χασκογελώ, χασκογελάω, χάσμα, χασμάομαι, χασμώμαι, χασματίας, χασματικός, χασμέομαι, χασμάομαι, χάσμη, χάσμημα, χάσμησις, χασμός, χασμωδέω (ωδή), χασμώδης, χασμωδία, χασμωδιώδης, χασμάδα, χασμάτια, χασματίας, χασμούρημα, χασμουρητό, χασμουριάρης, χασμουριέμαι.
χανδόν [έ-χαν-ον, αόρ, του χαίνω και χάσκω]- με ανοικτό στόμα, απλήστως, αθρόως. χανδός, χανδοπότης, χανδάνω (όπως το χωρώ, μεταφ., είμαι δεκτικός, δηλαδή ανοικτός, είμαι ικανός), χαντάκι, Χάνδαξ, Χάνδακας, χαντάκωμα, χαντακώνω, χάδην, χάδαν, χάννη (νδ>νν), χάννος, χάνος, χανύω, χανύσσω, αχανής, χάνδρα, χάντρα (φέρει διαμπερή οπή).
χήν, χάν, χήνα [κέ-χηνα, πρκμ. του χαίνω και χάσκω, εκ του χάσκοντος ράμφους της όταν φωνασκεί], χηνάριον, χήνειος, χήνεος, χηνέλωψ (ωψ), χηναλώπης, χηνέρως, χήνημα, χηνιδεύς, χηνιδής, χηνίζω, χηνίον, χήνιος, χηνίσκος, χηνο-, χηνύστρα, χηνυστεύω, χηνυστράομαι, χηνώδης, χηνώ.
λαχαίνω [λα (επιτατ.) + χαίνω]- ορύσσω, σκάπτω, κατά Ησύχ. «λαχαίνειν … αφ’ ου και το λάχανον, το μεγάλως χαίνων» ή από το σκάψιμο (λαχαίνω) περί αυτών προς ανάπτυξη. λάχανον, λαχανάριον, λαχανεία, λαχάνευμα, λαχανεύομαι, λαχανεύς, λαχανηρός, λαχανήτης, λαχανίτης, λαχανιά, λαχανίδιον, λαχανίζομαι, λαχανικός, λαχάνιον, λαχανισμός, λαχανο-, λαχανώδης.
χάος [χαίνω, χα-νών]- η πρώτη του κόσμου κατάσταση, τον περί ημάς χώρο, την έκταση του αέρος, την ατμόσφαιρα, την υποχθόνια άβυσσο, το άπειρο σκότος, κάθε μεγάλο και αχανές χάσμα. χαόω, χαώδης, χάνω, χάνομαι, χαμένος, χαμός, χάσιμο, χάση, χασομέρι (ημέρα), χασομεράω, χασομέρης, χασομερώ, χασούρα, χασοφεγγαριά, χασο-.
χαύνος [χαίνω, χάος > χαόος > χαύνος (ο>υ)]- κυρίως χάσκων και εξ αυτού επί της συστάσεως πορώδης, σπογγώδης, χαλαρός, μεταφ. ανούσιος, κενός, μάταιος. χαύναξ, χαυνιάζω, χαυνο-, χαυνότης, χαυνόω, χαύνωμα, χαύνωσις, χαυνωτικός, χαυνών, αχαμνός, αχαμνά, αχαμνάδα, αχάμνια, αχάμνισμα, αχαμναίνω, αχαμνεύω, αχαμνίζω, αχαμνούλης, αχαμνο-.
χεία, χείη [χαί-νω, α>ε]- οπή, μάλιστα φιδιών, φωλιά. οχέα (ο, ευφων., ει>ι), οχέη, χηραμός (ει>η), χηραμίς, χηράμβη, χηραμοδύτης (δύω), χήραψ, χηραμόθεν, χηραμύς, χηραμών, χηλαμός, χήμη, χηβάδα, αχηβάδα (βάδος), χήμωσις.
κηρός [χηρ-αμός = οπή, φέρει οπές (κηρήθρα), χ>κ]- κερί. κηρί, κηρίνη, κήρινθος, κήρινος, κηρίον, κηριόομαι, κηριο-, κηρίτις, κηριώδης, κηρίωμα, κηρίων, κηρο-, κηρόομαι, κηράνθεμον, κηραχάτης (αχάτης), κηραψία (άπτω, άψις), κηρέλαιον, κηρόχρως (χρους), κηρήθρα (αθρόως, α>η), κηρηθροστάτης (ίστημι), κηρικός, Κήρινθος, κηρίτης, κηροπήγιον (πήγνυμι), κερί (η>ε), κερένιος, κερύθρα, Κερί, κέρινος, κερίτης.
γαστήρ [χάσκω (χ>γ), βλ. χανδάνω (μέλλ. χείσ-ομαι, ει>α) = χωρώ, είμαι δεκτικός (δέχεται τις τροφές)]- κοιλιά, το υπογάστριο, το στομάχι ως επιζητόν τροφή, η μήτρα. γαστερόχειρ (χειρ), γαστρόχειρ, γάστρα, γαστραία, γαστρίδιον, γαστρίζω, γαστρι-, γαστρίον, γάστρις, γαστρισμός, γαστρο-, γαστροειδής, γαστρώδης, γαστροιίς, γάστρων, γαστέρα, γαστερό, γαστρερό, γαστρα-, γαστρ-, γαστρικισμός, γαστρικός, γαστρίνη, γκαστρώνω, γκάστρι, γκαστριά, γκάστρωμα, γκαστρωμένος, γλάστρα (γ>γλ), Γλάστρα.
κάπτω [χάσκω > χάκω > χάπω (κ>π) > κάπτω (χ>κ) > χάφτω (π>φ)]- χάφτω, καταπίνω. κάπη- φάτνη, καπάνη, καπαίος, καπανικός, κάμμα (πμ>μμ), κάψις, κάμμαρος, κηφήν (α>η, π>φ, τρώει εντός της κυψέλης μη εργαζόμενος), κηφήνας, κηφήνιον, κηφηνώδης, κηφηναρειό, κηφηναριό, κηφηνο-, κήφος, χάφτω, χάφτας, χάφτης, χάφτισσα, χάβω (π>β), χαψιά, χαψί, χαμψί, κάπηλος (κάπη + ήλ-θον)- ιδίως έμπορος ζωοτροφών, μικρέμπορος, λιανοπωλητής, μεταπράτης, εξαπατών, δόλιος, καπηλείον, καπηλεία, καπήλευμα, καπηλευτής, καπηλευτικός, καπηλικός, καπηλεύω, καπηλίς, καπηλικός, καπηλοδύτης (δύω), καπηλοτριβέω (τριβέω), καπητόν, καπαλίζω, καπαλευτής, καπηλειό, καπουλειό, κύπειρον (α>υ, η>ει)- φυτό χρησιμεύον ως τροφή ίππων, κυπειρίζω, κυπειρίς, κύπειρος, κύπαιρος, κεπφόω (α>ε + φημί, ρίζα φα-, α>ο)- εξαπατώ, κεπφώδης, κέπφος, κέπφωσις.
κίβδηλος [κάπ-ηλος, κεπ-φόω (ε>ι, π>β) + δήλος]- νοθευμένος, νόθος, αχρείος, χαμερπής, απατηλός. κιβδήλευμα, κιβδηλία, κίβδης, κιβδηλεία, κιβδηλεύω, κιβδηλιάω.
χείλος [χάσκω, χεί-α + ροή (ρ>λ), γεν. χεί-λε-ος (ρέ-ω), δηλαδή αυτό από το οποίο ρέουν προς τα έξω, τα εκ του στόματος (χεία) εξερχόμενα (κυρίως λόγια, «άλλα λένε τα χείλη σου…»). Εκτός και αν το –λός έχει σχέση με το λέγω (λό-γος)]- το χείλι, μεταφ. επί πραγμάτων, η άκρη, το ράμφος πτηνών, το χείλος κρατήρα, επί ποταμών, λιμνών. χειλο-, χειλόω, χείλωμα, χειλαράς, χειλάς, χείλι, χειλεο-, αχείλι, χειλικός, χειλίνος, χειλίτις, χειλούσα, χείλωνας.
χελύνη [χείλος, ει>ε, ο>υ]- χείλος. χελύνιον, χελυνοίδης (οίδημα), χέλλος (λν>λλ), χελλών, χελλύσσομαι, χελών, χελύσσομαι, χελύσσω, χελύτις, χελύσκιον, έγχελυς (εν, ιχθύς με μακρύ ράμφος), εγχέλειον, εγχέλης, εγχελυών, εγχελυωπός (οψ), χέλι.
χηλή [χείλος, ει>η, εκ του δισχιδούς των χειλέων]- η οπλή του ίππου, επί βοών, τα νύχια του καρκίνου, επί των νυχιών των πτηνών, όνομα πολλών δισχιδών εργαλείων, ραγάδα, σκάσιμο φτερνών. δίχηλος (δις), τρίχαλος (τρις), διχάλα, χηλόω, χήλωμα, χήλαργος (αργός =ταχύς), χηλοειδής, χηληφόρος, χηλόποδα, χηλίον, χήλωμα, χηλευτής- ράφτης (ράβει δύο άκρα μεταξύ τους), χήλευμα, χήλευσις, χηλευτός, χηλεύω, χηλώτιον, χηλός, χήλινος, χηλάξ.
τράχηλος [κάρα + χηλόω (κεχήλωμαι πόδας = δένω τα πόδια μαζί) > κάρ-χηλος > κράχηλος (αρ>ρα) > τράχηλος (κ>τ), δηλαδή ο συνδέων την κεφαλή με το σώμα (βλ. χηλευτής)]- ο λαιμός, το μεσαίο μέρος του ιστού. τραχηλάγχω (άγχω), τραχήλια, τραχηλιάζω, τραχηλιάω, τραχηλιαίος, τραχηλιαστής, τραχηλίζω, τραχήλιον, τραχηλισμός, τραχηλιστήρ, τραχιλιώδης, σκληροτράχηλος, τραχηλιώτης, τραχηλάς, τραχηλοκοπία (κόπτω), τραχηλόσιμος (σιμός), τραχηλοειδής, τραχηλώδης, τραχήλης, τραχήλιον, τραχηλιά, τραχηλίζω, τραχηλικός, τραχηλίτις, τραχηλο-.
Ρίζα χα- > γα-
γάνυμαι [βλ. χαίρω (χ>γ), ρίζα χα- > γα- > γάομαι > γάνομαι > γάνυμαι (ο>υ)]- χαίρομαι για κάτι, αγάλλομαι, λαμπρύνομαι, φαιδρύνομαι. γανύσκομαι, γανάεις, γανάω, γάνος, γανόω, γάνυσμα, γανώδης, γάνωμα, γάνωσις, γανωτός, γανώνω, γανωματάς, γανωματής, γανωτής, γανωτζής, γάνα, Γαναδιό, γανάρα, γανιά, γανίλα, Γάνος, Γανόχωρα, Γανυμήδης (μέδω), αγανός (α, στερητ.), αγανεύω, αγάνιδα, ευαγής (ευ + γάνος > ευγανής > ευαγνής (γα>αγ) > ευαγής)- λαμπρός, επιφανής, ευάγητος.
αγάλλω [α (επιτατ.) + γάνος > αγάλ-νω (ν>λ) > αγάλλω (λν>λλ)]- μεγαλύνω, τιμώ, παθ., καυχώμαι, ευφραίνομαι, χαίρομαι, τέρπομαι για κάτι. αγαλλίαμα, αγαλλιάομαι, αγαλλίασις, αγαλλιασμός, αγαλλιάω, αγαλλιάομαι, αγαλλιάζομαι, άγαλμα, αγαλματίας, αγαλμάτιον, αγαλματίτης, αγαλματο-, αγαλματόω, αγαλμο-, αγαλματώνω, αγλαός, αγλαΐα, αγλαΐζω, αγλάϊσις, Αγλαΐα, αγλάϊσμα, αγλαϊσμός, αγλαϊστός, αγλαο-, αγλαυρός, Άγλαυρος, γληνός, γλάδω (άδω).
γαίω [γά-νος = έπαρση (α>αι)]- γαυριάω, επαίρομαι. γαυρόω (γάνος > γανορόω, ροή > γαορόω > γαυρόω, ο>υ), γαυριάω, γαύρηξ, γαυρίαμα, γαύρος, γαυρότης, γαύρωμα, αγαυός (α, επιτατ.), γάβρος (γαύρος = άφθονος, υ>β).
γελάω [γάν-ος = χαρά, γαν- > γάλ- (ν>λ) > γελ- (α>ε) > γελάω]- γελώ. γελώ, καταγελώ, περιγελώ, περιγέλαστος, περιγελώμαι, γελανής, γελανόω, γελασείω, γελάσιμος, γελασίνος, γέλασις, γελάσκω, γέλασμα, γελαστής, γελαστικός, γελαστός, γελαστύς, γελόω, γελοιάζω, γελοιασμός, γελοιαστής, γελοιάω, γέλοιος, γελοίος, γελοιότης, γέλιο, γελοιώδης, γελοιωδώς, γέλως, γελωτο-, γέλωτας, γελώων (οι>ω).
χλευάζω [γελοιάζω > γλεοιάζω (ελ>λε) > χλευάζω (γ>χ, οι>υ)]- περιγελώ, εμπαίζω. χλεύαξ, χλευασία, χλεύασμα, χλευασμός, χλευαστής, χλευαστικός, χλεύη, χλεύμενος.
γλεντώ [γελάω > γελάτω > γλάτω > γλεντώ (α>ε)]- διασκεδάζω. γλέντι, γλεντζές, γλεντοκοπώ (κόπτω), γλεντοκόπι, γλεντοκόπημα.
αγάομαι, άγαμαι [α (επιτατ.) + γάν-ος, γαν-άω, δηλαδή αγάνομαι > αγάομαι, ώστε να εξηγούνται τα αγά(ν)ασθε, αγά(ν)ασθαι, ηγά(ν)ασθε, αγάσσομαι (νσ>σσ)]- θαυμάζω (εκ της λαμπρότητάς του κάποιον), εκπλήττομαι, τιμώ, χαίρομαι, ήδομαι, επί κακής σημασίας (εκ φθόνου ή ζηλοτυπίας, εκτός και αν το αρχικό α στις περιπτώσεις αυτές έχει σημασία αρνητική), φθονώ κάποιον, οργίζομαι, είμαι ζηλότυπος. αγαίομαι, αγαίος, αγαλίζομαι, αγαλλιάζω, αγάλιος, αγάζομαι, αγιστής, άγος, άγιος, αγής, εναγής, αγείτης, άγη- θαυμασμός, έκπληξη, φόβος, φρίκη, θάμβος, φθόνος, κακία, μίσος, αγητός, αγατός, αγαστός.
αγαθός [αγάσσομαι, μέλλ. του άγαμαι, σσ>θ]- θαυμαστός, εξαίρετος, καλός, ήπιος, ευγενής, ανδρείος. αγαθώς, αγαθ-, αγαθίζομαι, αγαθικός, αγαθο-, αγαθότης, αγαθόω, αγαθύνω, αγάθωμα, αγαθοσύνη, αγασός (θ>σ), αγαθά, Αγάθεια, αγαθεύω, Αγάθη, αγαθιάρης, αγαθόν, Αγαθόπολις, αγαθούλης, Αγάθων.
γηθέω [γά-νυμαι (α>η) + θέω]- χαίρομαι, αγάλλομαι, χαίρομαι κάνοντας κάτι. γήθος, γηθοσύνη, γηθαλέος, γηθόσυνος, γήθω, γάσσα (θ>σσ).
γαλήνη [γάνος > γανήνη > γαλήνη (ν>λ), φαίνεται σαν γανωμένη, εξ ου λέγεται και είδος αργυρόχρωμου μολυβδούχου γης (ασημόχρωμα)]- ηρεμία θαλάσσης, ανέμων. γαληναία, γαληναίη, γαληναίος, γαλήνεια, γαλάνεια, γαληνής, γαληνός, γαληνιάζω, γαληνιάω, γαληνίζω, γαληνισμός, γαληνότης, Γάλλος (γάλ-νος, λν>λλ)- ποταμός της Φρυγίας και εξ αυτού ιερέας της Κυβέλης (ευνούχος), αγαληνός (α, επιτατ.), αγάλι, αγάλια, γάλι, γάλια, αγαλιάζω, αγαλινά, γαλινά, αγαλιανός, γλάρα, γλαριάζω, γλαρός, γλάρωμα, γλαρώνω.
Ρίζα χα- > χερ-
χειρ, χέρα, χέρι [εκ του χαίρ-ω, α>ε. Το αίσθημα της χαράς δια των χειρών κυρίως εκφράζεται, απανταχού στην υφήλιο αλλά και στα πιθηκοειδή: χειροκροτήματα, ανατάσεις χειρών, χειραψίες, αλληλοκτυπήματα παλαμών, αγκαλιάσματα και παντός είδους χειρονομίες, χειρονόμος (νέμω) = ορχηστής. Χαιρετίζουμε πάντως κυρίως δια των χειρών]- το χέρι είτε ως κλεισμένη είτε ως ανοικτή και αναπεπταμένη παλάμη, επί εχθρικής σημασίας, λαμβάνω κάτι στα χέρια = αναλαμβάνω, επιχειρώ, επί παντός εργαλείου ομοίου προς χέρι. επιχειρώ, επιχείρησις, επίχειρα, επιχείρημα, επιχειρηματίας, επιχειρηματικός, επιχειρηματικότης, επίχειρο, διαχείρησις, διαχειρηστής, διαχειρίζομαι, διαχειρηστικά, διαχειριστικός, πρόχειρος, προχειρότης, προχειρο-, προχειρίζω, πρόχειρο, προχείρισις, προχειρόομαι, προχειροτονέω, χειροτονώ, χειροτονία (ανάταση χειρός, τείνω), χειροτονητής, χειρότονος, χειροτονητός, χειροτονητώς, χειρο-, εγχειρίζω (εν), εγχειρέω, εγχείρημα, εγχειρηματικός, εγχείρησις, εγχειρητής, εγχειρητικός, εγχειρία, εγχειρίδιος, εγχείριον, εγχειριστής, εγχειρο-, εγχειρίδιον, εκεχειρία (ε, ευφων. + κεχείρωμαι, πρκμ. του χειρόομαι = ημερώνω)- διακοπή εχθροπραξιών, ανακωχή, άνεση, αργία, ανάπαυλα, χείρωμα, χειρ-, χειράς, χειραψία (άπτω, άψις), χειριάω, χειρίς, χειρίζω, χείρισμα, χειρισμός, χειριστεύω, χειράγρα (άγρά), χειράφετος (αφήνω), χειρίδιον, χείριξις, υποχείριος, χειρουργέω (έργον), χειρουργία, χειρουργός, Χείρων (ήταν χειρουργός, επιδέξιος), χειρώναξ (άγω, άξω), χειρωνάκτης, χειρωνακτικός, χειρωναξία, Χειρώνιος, Χειρωνίς, χεριάρης (άρω), χερέα, χεριά, χερνής, χερνήτης, χερνήτωρ, χερνιβείον (νίβω), χέρνιβον, χέρνιμμα (βμ>μμ), χερνίπτομαι, χέρνιπτον, χέρνιψ, χερο-, χερύδιον.
χειρόω [βλ. χειρ (επί εχθρικής σημασίας)]- φέρω στην εξουσία μου, κατανικώ, κυριεύω, υποτάσσω, νικώ, καταβάλλω. χειρούμαι, χείρων, χειρείων, χειρότερος, χειρίστως, χείριστος, χειριστότερος (αντί χειρότερος), χερήων.
καρπός [χειρ +άπτω, άψις > χεραπτός > χαρπτός (ε>α) > καρπός (χ>κ)]- ο αρμός του πήχεως με το χέρι. καρπωτός, καρπίζω ( = απελευθερώνω δούλο).
χαλεύω [χειρ, ει>α, ρ>λ]- ψάχνω, ζητώ, αναζητώ. χαλευτής, χαλεύτρα.
χαστούκι [χειρ + τύπτω > χερτύπι > χαρτούπι (ε>α, υ>ου) > χαστούκι (ρ>σ, π>κ)], χαστουκιά, χαστουκίζω.
χράω [χειρόω > χρόω > χράω (ο>α)]- επιπίπτω, επιτίθεμαι, ενσκήπτω μετά βλάβης, έχω διάθεση να πράξω. επιχράω.
δυσχερής [δυσ- + χέρι]- αυτός που δύσκολα μπορεί να πιάσει με τα χέρια του κάποιος, δυσκολοκυβέρνητος, ενοχλητικός, λυπηρός, δύσκολος, εχθρικό. δυσχεραίνω, δυσχέρεια, δυσχείρωμα, δυσχέρανσις.
χραίνω [χειρ > χεραίνω > χραίνω]- εγγίζω ελαφρώς, αλείφω, χρίω, μιαίνω. χρίω (αι>ι), χρίμα, χρίσμα, χρίπτω (άπτω), χρίμπτω, χρισιάζω, χρίσιμος, χρίσις, χριστέον, χριστός, Χριστιανός, χρίζω, κρέμα (χ>κ), χρώννυμι (αι>ω), χροΐζω, συγχροΐζω, σύγχροος, συγχρώζω, συγχρωματίζομαι, συγχρώζομαι, συγχρώτα, σύγχρωτα, συγχρωτίζομαι, χρώζω, χρωΐζω, χροιέω (αι>οι), χρωματίζω, χρώσις, χρωστήρ, χρως, χρόα, χροιά, χρώμα, χρωματεύω, χρωματικός, χρωμάτινος, χρωμάτιον, χρωματισμός, χρωματο-, χρωματίζω, χρωστήρ, χρωτίδιον, χρωτίζω, χροτική, άχραντος (α, στερητ.), αχράαντος.
ωχρός, ώχρος [ω (επιφώνημα άλγους, έκπληξης, φόβου) + χρως, χρόα]- μάλιστα το ωχρό χρώμα εκ φόβου, χλωμός, λευκοκίτρινος, ασπροπράσινος, πρασινοκίτρινος. ώχρα, ωχραίνω, ωχράω, ωχριάω, ώχρωμα, ωχρότης, ωχρο-, ωχραντικός, ωχρία, ωχρίας, ωχρίασις, ωχροειδής.
χλόος, χλούς (συνηρ.) [ω-χρός, ρ>λ]- χρώμα πρασινοκίτρινο ή υποπράσινο, χλωρίαση, ωχρότητα. χλόη, χλοάζω, χλοαίνομαι, χλοανθώ, χλοανός, χλοάω, χλοερός, χλοερο-, χλοερώπις (οψ), χλοη-, χλοιόομαι, χλοο-, χλοώδης, χλωρός, χλωράζω, χλωραίνομαι, χλωράς, χλώρασμα, χλωρότης, χλωράω, χλωραύχην (αυχήν), χλωρεύς, χλωρηίς, χλωρίασις, χλωριάω, χλωρίζω, χλωρίς, χλωρίτις, χλωρίων, χλωροειδής, χλωράδα, χλωρο-, χλώρωμα, χλωρίδα, χλοΐζω, χλόισμα, χλομός, χλομάδα, χλομιάζω, χλόμιασμα, χλουρασία, χλώριον, χλωρίασις, χλωρίνη, χλωρικός, χλωριούχος (έχω), χλούνης (κλέφτης ευναζόμενος στην χλόη, επίθετο αγριόχοιρου), χλούνειος, χλουνάζω, χλουνός (χρυσός, έχει χρώμα κίτρινο), φλωρίον (χλωρός, χ>φ, χρυσό νόμισμα), φλώρος, φλώρι, φλουρί.
χρυσός [ω-χρός, ο>υ, βλ. χλουνός]- χρυσάφι, μάλαμα. χρυσίον, χρουσίον (υ>ου), χρουσούς, χρυσούς, χρυσ-, χρυσάορος (άορ), χρυσάωρ, χρυσάφιον (υποκορ.), χρυσάφι, χρύσαφος, χρύσιος, χρυσήεις, Χρύσης, Χρυσηίς, χρυσήλατος (ελαύνω), χρυσήνιος (ηνία), χρυσήρης (άρω), χρυσιαίος, χρυσιασμός, χρυσίδιον, χρυσιδάριον, χρυσίζω, χρύσινος, χρυσιο-, Χρύσιππος (ίππος), χρυσίς, χρυσίτης, χρυσο-, χρυσών, χρυσωνέω (ωνέομαι), χρυσώνητος, χρυσώπις (ωψ), χρυσώψ, χρυσωπός, χρυσωρυχίον, (ορύσσω), χρυσωρύχος, χρυσοχόος (χέω),χρυσώνω, Χρυσόστομος, χρύσωσις, χρυσωτής, χρυσωτός, Κροίσος (χ>κ, υ>οι, βασιλιάς της Λυδίας, γνωστός για τους αμύθητους θησαυρούς του).
χόλος [χλόος, λο>ολ, εκ του χρώματος (υποπράσινο)]- χολή, μεταφ., πικρή διάθεση προς κάποιον, οργή, οργή με μίσος, άγριος θυμός, πικρία. χολή, χολαγωγός, χολάω, χιλαίνω, χολαίος, χόλαπτος (άπτω), χολέρα, χολεριάω, χολερικός, χολερώδης, χολέω, χολόομαι, χοληγός (άγω), χοληδόχος, χολημεσία (εμώ), χολημετέω, χολικός, χόλιον, χόλιος, χολο-, χολόεις, χολοι-, χολώομαι, χολωτός, χώομαι (χ-ολ-ώομαι), χολωμένος, μελαγχολικός (μέλας, μέλαν, ν>γ), μελαγχολάω, μελαγχολία, μελαγχολικά, μελαγχολώ.
χολάς [χλόος, χόλος, εκ του χρώματός τους και εκ του χρώματος των κοπράνων που περιέχουν (υποπράσινο)]- έντερο. χόλιξ, χολίκιον, χολλάς, χορδή (λ>ρ + άδω)- έντερο, χορδή λύρας ή κιθάρας, αλλαντικό, λουκάνικο, όπως το χόρδευμα. χορδάριο, χορδαψός (άψις, άπτω), χόρδευμα, χορδεύω, χορδο-, χορδοτόνος (τείνω), χορδότονον, κόρδα (χ>κ), κουρδίζω, κουρντίζω, κόρδωμα, κορδώνω, κορδωτός, κουρντιστήρι.
αιρέω (δασ.) [χείρ > χειρέω > ειρέω (το χ σε δασεία) > αιρέω (ε>α), βλ. καίριος]- λαμβάνω με το χέρι, δράττομαι, αρπάζω, λαμβάνω κάτι στα χέρια (είναι άξιον απορίας το ότι οι γραμματικοί δεν πρόσεξαν την ολοφάνερη και κραυγαλέα σχέση μεταξύ των χειρ και αιρέω), λαμβάνω κάποιον από το χέρι, κυριεύω (βλ. χειρόω), εξουσιάζω, υπερισχύω, φονεύω, συλλαμβάνω, πιάνω, αιχμαλωτίζω, εξαπατώ, παγιδεύω και επί καλής σημασίας, πείθω, ελκύω προς το μέρος μου, καθόλου, κερδίζω, αποκτώ, τυγχάνω κάποιον, αποδεικνύω κάποιον ένοχο, καταδικάζω κάποιον με δίκη. αίρεσις- κατάληψις, εκλογή (πιθανόν το πάλαι ποτέ να γίνονταν δείχνοντας τον υποψήφιο δια της χειρός), σχέδιο, σκοπός, τρόπος του σκέπτεσθαι, φιλοσοφική αρχή, αίρεση, σχολή, πρόταση, αιρεσιάρχης, αιρέσιμος, αιρεσιομάχος, αιρεσιώτης, αιρετός, αιρετίζω, αιρετικίζω, αιρετικός, αιρέτις, αιρετισμός, αιρετιστής, αιρετέος, αιρησιτείχης (τείχος), αυθαίρετος (αυτός), αυθαιρετώ, αυθαιρεσία, συναιρέω, συναίρεσις, συναιρετικός, συνηρημένος (αι>η).
καθαιρέω [κατά + αιρέω], καθαίρεσις, καθαιρέτης, καθαιρετός, εξαιρέω, εξαιρώ, εξαιρέσιμος, εξαιρετέος, εξαίρεσις, εξαιρετός, εξαίρετος, εξαιρετικός, εξαίρημα, εξαιρετικώς, εξαιρετικά, αφαιρώ (από), αφαίρεσις, αφαιρέω, αφαιρέτης, αφαιρετέος, αφαιρέτις, αφαιρετός, αφαίρετος, αναφαίρετος, αφαίρεμα, αφαιρεματικός, αφαιρεμένος, αφηρημένος (αι>η), αφηρημάδα, αφηρημένα, αφαιρούμαι, μεθαίρω (μετά), προαιρέω, προαίρεσις, προαιρετικός, αναιρώ, αναίρεμα, αναίρεσις, αναιρέτης, αναιρετικός, αναιρετήριος, αναιρέτις, αναιρεταίον, αναίρετος (αν, αρνητ.).
έλμινς (δασ.) [ελ-ώ (μέλλ. του αιρέω) + μίνθος ( = κόπρος), γεν. έλ-μινθος]- σκουλήκι των εντέρων ή σπόγγων (έχει μεγάλο μήκος). ελμινθιάω, ελμίνθιον, ελμινθοβότανον, εμιγγοβότανο, έλμις, λεβίθα (ελ>λε, μ>β), λεβίθρα, λεβιθόχορτο, έλωρ (ελώ), ελώριον, ελώριος.
καίριος [στον Όμηρο πάντοτε επί τόπου, ο στον προσήκοντα τόπο και ειδικώς επί μελών του σώματος τα οποία είναι επικίνδυνα, εάν χτυπηθούν να πεθάνει ο πληχθείς (ο καιρός ουδέποτε στον Όμηρο). Εκ του αιρέω (το οποίο εκ του χειρ, χ>κ) ή εκ του εξαιρέω ( = καταστρέφω, αφανίζω) > εξαίριος > ξαίριος > καίριος. Από τον Ηρόδοτο και εξής και επί χρόνου, έγκαιρος, κατάλληλος, το κύριο μέρος πράγματος, διαρκών επί κάποιον χρόνο], καιρίως- θανατηφόρος, θανασίμως, στον προσήκοντα καιρό, αρμοδίως, καιρός, καιρικός, καίριμος, καιριολεκτέω, καιριότης, καιρο-, επίκαιρος, επίκαιρα, έγκαιρος(εν).
σίνομαι [ελώ, μέλλ. του αιρέω ( = καταστρέφω, φονεύω, αρπάζω) σελώ (η δασεία σε σ) > σέλομαι > σίνομαι (ε>ι, λ>ν)]- βλάπτω, ζημιώνω, καταστρέφω, αρπάζω. σινάμωρος (μόρος;), σιναμωρέω, σιναμώρευμα, σιναμωρία, σινάπι (άπτω, βλάπτει τα ζώα όταν το τρώνε ώριμο), σίναπυ, σίνηπι, σίνηπυς, σίναπι, σινηπέλαιον, σιναπίζω, σινάπινος, σινάπιον, σινάπισμα, σιναπισμός, σιναπιστέον, σινάπυξ, σιναπίδι, σιναρός, σινάς, σίνδις, σίνδρων, σινέομαι, σίνις, επισινής, επισίνιος, επισίνομαι, σινόδους (οδούς = δόντι), σινόδων, σινότης, σινόω, σίντης, Σίντιες, σίντωρ, σίνων, Σίνδος, Σιντική, σινωτικός, Σίμων (ν>μ), σιμωνία, ασινής (α, αρνητ.), ασινότης, σιληπορδέω (ν>λ, σινάμωρος = αισχρός), σιληπορδία, τσιλημπουρδώ, τσιληπορδώ, τσιλημπούρδημα, τσιλημπούρδισμα.
σίλφη [σίν-ομαι, ν>λ, βλ. σιληπ-ορδέω > σίλπη > σίλφη (π>φ)]- βρομούσα, σκόρος, βιβλιοφάγο σκουλήκι. σίλφιον, σιλφιόεις, σιλφιόω, σιλφιωτός, σίλλυβος (λφ>λλ), σίλυβον.
σιφλόω [σίν-ομαι (ν>λ) + φά-ος (α>ο) > σιλφόω > σιφλόω (λφ>φλ)]- τυφλώνω, ακρωτηριάζω, αφανίζω, σακατεύω, κολοβώνω, βλάπτω. σιφλός- χωλός, μύωπας, πηρός, σακάτης, κενός, κοίλος, κούφιος, άπληστος, πλεονέκτης, πειναλέος, τσιφούτης, τσιφούτης(τ>τσ), σιφνός(λ>ν), σίλφος, σίλφωμα, σιφνεύς, σιφνύω, Σίφνιος (κατ’ Ήσύχ. ακάθαρτος), Σίφνος, σιφνιάζω, σίπαλος (φ>π)- μύωπας, κοντόφθαλμος, σχεδόν τυφλός, τσίμπλα (σ>τσ, π>μπ), τσίμπλης, τσιμπλής, τσιμπλιάρης, τσιμπλιάζω, τσίμπλιασμα, τσιμπλιάρικος.
αλίσκομαι (δασ.) [έλεσκε (αόρ. β΄ του αιρέω), ε>α, ε>ι]- παθ. του αιρέω, λαμβάνομαι, νικιέμαι, συλλαμβάνομαι, καταλαμβάνομαι, επί καλής σημασίας, κερδίζομαι, αποκτούμαι, κατορθώνομαι, ως δικανικός όρος, καταδικάζομαι. άλωσις, αλώσιμος, άλιος, άλιον, αλιόω, ευάλωτος, ευαλούστερος, ανάλωτος (αν στερητ.), αναλόω, αναλώνω, ανάλωμα, ανήλωμα, ανάλωσις, αναλώσιμος, αναλωτής, καταναλίσκω, κατανάλωσις, καταναλωτικός, καταναλωτής, καταναλώνω.
Χάρων [βλ. αιρέω, χειρ > χερ- > χαρ- (ε>α), βλ. χειρόω]- ο Χάρος, ως όνομα του λέοντος, ο πορθμός της Στυγός, θάνατος. Χάρος, Χάροντας, Χαρώνειος, Χαρωνίται, Χάρυβδις (άπτω, πτ>βδ, επτά – έβδομος), Χαρυβδίζω, Χαρυβδηδόν, Χάρυβδη.
χαλινός [αλίσκομαι (εκ του αιρέω, βλ. Χάρων)]- χαλινάρι. χαλινάρι, χαλιναγωγέω, χαλινόω, χαλιναγωγώ, χαλινώνω, χαλίνωσις, χαλινωτήρια.
αρπάζω (δασ.) [ αιρέω (αι>α) + πάσις (σι>ζ), βλ. πάομαι], αρπακτί (άγω, άξω), αρπάγδην, αρπακτά, άρπαξ, αρπαγεύς, αρπάγη, αρπαγμένος, αρπάγιον, άρπαγμα, αρπαγμός, αρπαγή, αρπακτήρ, αρπάκτειρα, αρπαλέος, αρπαλίζω, άρπασμα, αρπεδών, αρπεδόνη, αρπεδονίζω, άρπη, Άρπυιαι (α>υ + ί-ημι), αρπυίας, άρπυς.
ληϊστός [αλίσκομαι > λαΐσκομαι (αλ>λα) > λαϊσκός > λαϊστός (κ>τ) > ληϊστός (α>η)]- ληστευθείς, αποκτημένος από λεία. ληίς, λαΐς, λαία, ληίζομαι, λήζομαι, ληίζω, ληιάνειρα (ανήρ), ληίδιος, ληιάς, ληίει, ληισμαδία, ληισμός, ληιστήρ, ληστήρ, ληιστής, ληστής, ληστός, ληιστύς, ληστεία, ληστεύω, ληστήριον, ληστρικός, ληστικός, λήσταρχος, Λαΐς, Λαΐδα, Λάϊος, λεία, λεηλατεύω (ελαύνω), λεηλάτησις, λεηλασία.
Ελένη (δασ.) [ελώ, μέλλ. του αιρέω]- η καταστρεπτική, ως κύριο όνομα. έλανδρος (ανήρ), ελέναυς (ναύς), Ελένια, Ελενοφόντης (φονεύω), ελέπολις, ελένη, ελάνη (αναλίσκεται), ελένιον, ελετός.
οφείλω [αφείλον (αόρ. του αφαιρέω), α>ο, δηλαδή ότι πρόκειται να μου αφαιρεθεί το χρέος]- χρεωστώ, είμαι υποχρεωμένος να δώσω, υπόκειμαι. αφέλλω, οφειλέσιον, οφειλέω, οφειλή, οφείλημα, οφειλόντως, οφειλομένως, οφειλέτης, όφλημα, όφλησις, οφλητής, οφλισκάνω, οφλός, εξοφλώ, εξόφλησις, εξοφλητήριον, ξοφλάω, ξοφλώ, ξοφλημένος.
χορός [χαρά, χειρ, χέρα (ε>ο), δια των χειρών εκφράζεται και αρθρώνεται ο χορός κυρίως, χορεύει δε κάποιος δια των χειρών και καθισμένος], χοραύλης (αυλός), χοραγός (άγω), χοραγείον, χορηγός, χορηγείον, χορηγέτης, χορηγέω, χορήγημα, χορηγώ, χορηγητήρ, χορηγία, χορηγικός, χορήγιον, χορηγίς, χορεία, χορειάρχης, χορείον, χορείος, χόρευμα, χόρευσις, χορευτής, χορευτικός, χορεύτρια, χορεύω, χορήτις, χορίτις, χορίαμβος (ίαμβος), χοριαμβικός, χορικός, χόριος, χορο-, χοροι-.

Η θρησκεία και ο πιστός δούλος της Γ. Μπαμπινιώτης (« επιστημονικές » απάτες)

Ο υπόδουλος στους ρασοφόρους αυτός «επιστήμων», προκειμένου να στερεώσει τα σαθρά θεμέλια της χριστιανικής θρησκείας, της οποίας είναι δηλωμένος δούλος – ήτοι επιστήμων στην υπηρεσία του σκοταδισμού – δεν διστάζει να σύρει την επιστήμη της ετυμολογίας στο υπόγειό του για να την βιάσει, χάριν του θρησκευτικού χτικιού.
Βασιζόμενος στην ασχετοσύνη των πελατών του (αγοραστών των λεξικών του) δεν θορυβείται καθόλου από το ενδεχόμενο ελέγχου των ψευδών του, προκειμένου να καταθέσει ακόμη μια ομολογία πίστεως στο κυρίαρχο αλλότριο δόγμα του ιουδαιοχριστιανισμού.
Προσέξτε τώρα τι σκάρωσε ο αθεόφοβος, προκειμένου να δώσει τον ορισμό της θρησκείας σύμφωνα με την βόλεψη του κηφηναριού των ρασοφόρων.
Στην ιστοσελίδα του λοιπόν (http://www.babiniotis.gr/wmt/webpages/index.php?lid=1&pid=22&catid=1&apprec=9), για την ερμηνεία της λέξεως θρησκεία γράφει:
Η ελληνική λέξη θρησκεία (τού 5ου αιώνα) παράγεται από το ρήμα θρησκεύω (απ’ όπου και το θρήσκος). Ετυμολογικά η λέξη πρέπει να συνδέεται με δύο διαλεκτικές λέξεις (πιθανότατα ιωνικές), δύο «γλώσσες» τού λεξικογράφου Ησυχίου, τις λέξεις θρήσκω = «νοώ» / θράσκειν = «ἀναμιμνήσκειν» και την ομόρριζη ἐν-θρεῖν = «φυλάσσω, τηρώ». Βάσει αυτών μπορούμε να πούμε ότι στην Ελληνική η λέξη θρησκεία θα σήμαινε «τη νοητική σύλληψη και ανάκληση στον νου, την ανάμνηση τού θείου» (κάτι που θα θύμιζε την περί ιδεών θεωρία τού Πλάτωνος) και, κατ’ επέκτασιν, «την τήρηση αυτής τής νοητικής σχέσης προς το θείο και αυτών που συνδέονται με αυτήν (ευσέβεια, διαφύλαξη, λατρεία)».
Όπως θα διαπιστώσουμε στην συνέχεια όλα όσα λέει παραπάνω είναι συνειδητά ψέματα. Και για να μην εκτεθεί ο ερίφης και ως εντελώς ξεγυμνωμένος, κρατάει μοναχά για στοιχειώδη ασφάλεια το σώβρακό του, διότι λέει «…Ετυμολογικά η λέξη πρέπει να συνδέεται…».
Το πρέπει ασφαλώς δηλώνει την βρώμικη πρόθεσή του, διότι ο επιστήμων στις περιπτώσεις αυτές λέει, ίσως ή πιθανόν.
Τι αναφέρει όμως περί της θρησκείας το λεξικό του Ησύχιου (το οποίο έτυχε να έχω φάτσα κάρτα ολημερίς, μέχρι και για μαξιλάρι επί δυο δεκαετίας και μέχρι την σήμερον). Διευκρίνιση: δεν χρειάζεται να έχετε γνώσεις ετυμολογίας για να αντιληφθείτε την απάτη του κυρίου. Απλώς διαβάστε.
Ότι λοιπόν αναφέρει ο Ησύχιος για την θρησκεία είναι τα παρακάτω:

θρησκεύει.  σέβεται, θεραπεύει, προσεδρεύει, υπηρετεί, τω θεω λατρεύει
θρησκός. ετερόδοξος. ευσεβής.
θρησκώ νόω…… και τα δυο ω με υπογεγραμμένη (προσέξτε ότι ο ερίφης το έκανε θρήσκω = «νοώ»)
θρησκεία. Σέβασμα
Έξω όμως κι απ αυτό στο λεξικό περί του εν-θρειν του Μπαμπινιώτη  γράφει
ενθρείν . φυλάσσειν. Το τηρώ δεν υπάρχει (το πρόσθεσε για να τηρήσει την επιστημονική του ανευλάβεια).

Ποια είναι τώρα τα επιστημονικά στοιχεία περί της ετυμολογίας της λέξεως θρησκεία:

Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΑΣ ΘΡΗΣΚΟΣ
Στην ελληνική γλώσσα οι λέξεις σέρνουν πίσω τους ολόκληρη ιστορία. Μάλλον αυτό ισχύει για όλες τις γλώσσες του κόσμου. Λέγεται δε ότι στην ελληνική ισχύει κατ’ εξοχήν. Όπως και να ’χει το πράγμα νομίζουμε ότι πρέπει εξετάσουμε το ζήτημά μας όσο γίνεται πιο εμπεριστατωμένα. Τι πάει να πει δηλαδή θρήσκος, θρησκεία, θρησκεύω, θρησκευτής κ.λπ.

Στο «ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ», LIDDELL & SCOTT, γράφονται:
-  θρήσκος, ίσως εκ του θρέομαι, ψιθυρίζω προσευχάς.
Αυτό που είναι βέβαιο και άξιο προσοχής είναι ότι η λέξη δεν αναφέρεται από κανέναν Έλληνα συγγραφέα, παρά μόνον από χριστιανούς! Ο Ησύχιος, στο περίφημο λεξικό του, 5ος αιων. μ.Χ., την αναφέρει ως θρησκός. Τι ερμηνεία της αποδίδει; Προσέξτε παρακαλώ: ετερόδοξος!!!
Για να πούμε δε όλη την αλήθεια, μόνο ο Ηρόδοτος αναφέρει – όχι την λέξη θρήσκος – τις λέξεις θρησκεία και θρησκεύω, με τις σημασίες της λατρείας του θείου και της πίστης. Η μοναδική του εξαίρεση είναι υπέρ-αρκετή για να επιβεβαιώσει τον κανόνα. Ποιόν κανόνα; Ότι οι Έλληνες αποκαλούσαν θρήσκους τους χριστιανούς και οποιουσδήποτε πιθανόν άλλους οι οποίοι απαρνούνταν τις πάτριες ελληνικές θεότητες χάριν αλλοτρίων.
Γιατί οι Έλληνες αποκάλεσαν με την λέξη αυτή τους ετερόδοξους; Πρέπει να ερμηνεύσουμε ορθά πρώτα την λέξη θρήσκος. Η προαναφερθείσα ετυμολογική ερμηνεία εκ του θρέομαι, νομίζουμε ότι δεν μας πείθει. Η γνώμη μας είναι ότι προέρχεται από τις λέξεις θεός και ρήσκω ( = λέγω), το δε ρήσκω εκ του ερώ. Δηλαδή θε-ρήσκος > θρήσκος με αποβολή του ε. Αλλά και εκ του θρέομαι να προέρχεται δεν αλλάζει και πολύ το πράγμα.
Θρήσκος δηλαδή πάει να πει αυτός που μιλάει πολύ για θεό ή θεούς. Κατά την εκδοχή την εκ του θρέομαι πάει να πει αυτός που μιλάει με τον θεό δια της προσευχής. Τα πράγματα αρχίζουν να μπαίνουν σε κάποια τάξη.
Ας ξεκαθαρίσουμε την δεύτερη εκδοχή. Η λέξη προσευχή δεν απαντάται ούτε μια φορά στην Αρχαία ελληνική γραμματεία! Μάλιστα ούτε μια φορά. Το προαναφερθέν λεξικό αναφέρει για κάθε λέξη όλες τις ιστορικές καταγραφές της. Στην περίπτωση της λέξης προσευχή την αναφέρει μόνον από ιουδαϊκές πηγές. Η αλήθεια είναι ότι και πάλι ο Ηρόδοτος πρώτος αναφέρει το ρήμα προσεύχομαι, με την έννοια του λατρεύω. Κατόπιν το αναφέρουν οι τραγικοί ποιητές.
Στην χριστιανική λατρεία η προσευχή είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της. Φυσιολογικά λοιπόν μπορεί να ονόμασαν οι Έλληνες τους χριστιανούς θρήσκους εκ των πολλών τους προσευχών.
Πάμε στην πρώτη εκδοχή. Την κατ’ εμάς ορθότερη. Την εκ του θεός + ρήσκω. Ότι πρόκειται περί αυτών που μιλούν πολύ για τον θεό.
Πράγματι η θεολογική λογοδιάρροια των χριστιανών πατέρων και θεολόγων δεν έχει κανένα προηγούμενό της και ούτε πρόκειται, στον αιώνα τον άπαντα, να υπάρξει κανένα επόμενο.
Φρίττει κανείς και μόνο με την ιδέα ότι μπορεί να υποχρεωθεί να καταπιαστεί μαζί της. Άπειρες θεολογικές ανοησίες και μπουρδολογίες έχουν καταγραφεί από την χριστιανική πλευρά. Βλέπετε αυτοί δεν υπέστησαν ποτέ καύσεις των βιβλίων τους, όπως οι Έλληνες συγγραφείς, τα έργα των οποίων κατέκαψαν οι χριστιανικές ορδές των κηφήνων καλογήρων, αφήνοντας να τους ξεφύγει μόνον το 5% περίπου της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.
Εάν αποτολμήσει κανείς να καταπιαστεί με την χριστιανική θεολογία (θρησκεία) δεν ξέρει από πού ν’ αρχίσει και πού να τελειώσει. Ο κάθε πατέρας ένας υπερ-θρήσκος άνθρωπος. Χρόνια ολόκληρα χρειάζεται κάποιος για να διαβάσει μόνον τα έργα του Ιωάννη του Χρυσόστομου.
Κι επειδή αυτός θεωρείται από τους χριστιανούς ως ο μέγιστος, θα αποτολμήσουμε να καταπιαστούμε μ’ αυτόν ώστε να μην κατηγορηθούμε ως ανεύθυνοι και μεροληπτικοί. Δεν τον ονόμασαν τυχαία Χρυσόστομο οι άνθρωποί.
Ωστόσο επειδή, όπως θα διαπιστώσουμε σε λίγο, η δυσωδία του στόματος του πατρός αυτού είναι τόσο ανυπόφορη και τόσο εξαιρετικά Βρομόστομη, νοιώθουμε την υποχρέωση να προειδοποιήσουμε τους αναγνώστες που θα συνεχίσουν την ανάγνωση του παρόντος, να μην το κάνουν αυτό, εάν πρώτα δεν φορέσουν προστατευτική αντιδυσοσμική μάσκα. Σ’ αντίθετη περίπτωση να είναι βέβαιοι ότι θα μολυνθούν σοβαρά. Δεν θέλουμε να κατηγορηθούμε εύκολα ως ανεύθυνοι σε καμμιά περίπτωση. Τα δείγματα που θ’ αναφέρουμε είμαι λίγα μεν αλλά ικανά για να παρουσιάσουν μια καθαρή εικόνα του.
Ξέρεται γιατί τον ονόμασαν έτσι; μάθετέ το λοιπόν: να πώς χαρακτηρίζει τους πατέρες μας: «μωρούς», τόμος 18 σελ. 17, εκφέροντες «λόγους μάταιους κι ακάθαρτους», 18. 113, «δεισιδαίμονες» 34. 429, αιμομίκτες μετά μητέρων και αδελφών, 34. 497, ασοφότερους από τα ζώα, 34. 497. Επί πλέον «στιγματισμένους, χειρότερους από τους χοίρους που πασαλείβονται με περιττώματα», «κυνικά καθάρματα», «πανάθλιους», «παμμίαρους, αδιάντροπους» και χίλιες δυο άλλες ανυπόστατες λοιδορίες. Όλ’ αυτά και μύρια άλλα είναι γραμμένα στο βιβλίο «ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ», εκδ. «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ» 1980.
Ξέρεται ο Βρωμόστομος αυτός άνθρωπός γιατί τα λέει όλ’ αυτά; Διότι τέτοιοι ακριβώς ήσαν οι καινούργιοι πατέρες του. Ας δούμε μια τέτοια περίπτωση: Βασιλ. Β΄ κεφ. ΙΓ΄ 1 «Έπειτα από αυτά συνέβησαν τα εξής θλιβερά γεγονότα. Αδελφή του Αβεσσαλώμ υιού του Δαβίδ, ήτο η ωραιωτάτη κατά την μορφήν Θημάρ. Αυτήν την ερωτεύθη σφοδρώς ο Αμνών, ο υιός του Δαβίδ..»
Στη συνέχεια περιγράφεται λεπτομερώς πώς ο Αμνών δολίως συνεβρέθη μετά της αδελφής του και πώς ο πατέρας του ο Δαβίδ έμαθε τα ανήκουστα συμβάντα. Αλλά (Β΄ 21) «δεν ετιμώρησε τον Αμνών διότι δεν ήθελε να τον λυπήση, επειδή ήτο πρωτότοκος υιός του και τον αγαπούσε ιδιαιτέρως».
Αυτόν έβαλε προστάτη της παιδείας της η παπαδοκρατούμενη ελληνική πολιτεία!!! Για να παιδαγωγήσει δούλους κι όχι ελεύθερους Έλληνες. Τι δουλειά έχει ο Χρυσόστομος με την δουλεία; Ιδού: Εις Α΄ Κορινθίους Ομιλία, ΙΘ΄ σελ. 535 (εκδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς» 1980): «Όπως ακριβώς δεν ωφελεί καθόλου η περιτομή ούτε βλάπτει η έλλειψις περιτομής, έτσι ούτε βλάπτει η δουλεία ούτε ωφελεί η ελευθερία. Και για να καταδείξει τούτο με μεγαλυτέραν σαφήνειαν λέγει (αναφέρεται σε λεγόμενα του Αποστόλου Παύλου): Αλλά και αν ημπορείς να γίνεις ελεύθερος, χρησιμοποίησε περισσότερο την δουλείαν, δηλαδή να είσαι περισσότερο δούλος. Και διατί τέλος πάντων αυτόν που δύναται να ελευθερωθεί τον συμβουλεύει να μείνη δούλος. Διότι θέλει να δείξη ότι δεν βλάπτει καθόλου η δουλεία αλλ’ ωφελεί μάλιστα».
Πώς είπατε; Ότι άλλα εννοεί! Μη βιάζεστε, μας το εξηγεί αμέσως στη συνέχεια ο πατέρας Χρυσόστομος. Φρόντισε και γι’ αυτό μην τυχόν του ξεφύγει κανείς με αμφιβολίες. «Και γνωρίζω μεν ότι μερικοί ισχυρίζονται, ότι το χρησιμοποίησε περισσότερο το είπε περί ελευθερίας, υποστηρίζοντες ότι σημαίνει, εάν ημπορείς να ελευθερωθείς, ελευθερώσου… Δεν λέγει λοιπόν τούτο, αλλ’ εκείνο που είπα προηγουμένως, θέλων να δείξη ότι δεν κερδίζει τίποτε περισσότερον αυτός που γίνεται ελεύθερος, και επομένως, λέγει, και αν ακόμα εξαρτάται από σένα να ελευθερωθείς, μάλλον μένε ως δούλος».
Θα μου πείτε ότι αυτά δεν είναι θεολογία αλλά ύμνοι προς την δουλεία. Όχι καλοί μου άνθρωποι, διότι αυτά προκύπτουν από θεϊκές εντολές. Πώς; Από θεϊκές εντολές; Είναι δυνατόν να υπάρχουν θεοί τέτοιας υποστάθμης!!! Γιά ακούστε: Το μάθημα αρχίζει από το πρώτο ευαγγέλιο, το κατά Ματθαίον (5. 9): «… να μη αντιστέκεστε στο πονηρό (σε πάμπολλες άλλες περιπτώσεις τα ευαγγέλια λένε ακριβώς το αντίθετο), αλλ’ όποιος σε κτυπήσει στο δεξί σαγόνι, να του στρέψεις και το άλλο. Και σ’ εκείνον που θέλει να σε πάει στο δικαστήριο και να πάρει το πουκάμισό σου άφησέ του και το επανωφόρι. Και όποιος σου επιβάλλει αγγαρεία ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο».
Ποιός μιλάει; Ο ίδιος ο Χριστός. Ο «σπείρων τον σπόρον» της δουλικότητας. Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε απόλυτα το γιατί οι Εβραίοι, όχι μόνον δεν τον αναγνώρισαν ως μεσσία, αλλά, τον μισούσαν θανάσιμα.
Δηλαδή τον καιρό που οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονταν υπό Ρωμαϊκό ζυγό, και αγωνίζονταν για την ελευθερία τους, πραγματοποιώντας επαναστάσεις (αναφέρουν τέτοιες και τα ευαγγέλια), αυτός τους δίδασκε δουλικές συμπεριφορές! Καημένοι Εβραίοι πόση διαβολή και συκοφαντία δεχθήκατε από τους χριστιανούς για την υπερήφανη στάση σας υπέρ της ελευθερίας από τον Ρωμαϊκό ζυγό.
Πώς να μην τρελαίνονταν οι άνθρωποι, όταν, την ώρα που πάλευαν να ελευθερωθούν από τον ζυγό του Καίσαρα, ο Ιησούς τους συμβούλευε «απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι». Όταν ο Θευδάς και ο Ιούδας (όπως αναφέρουν τα ίδια τα ευαγγέλια, Πραξ. 5. 34) επαναστάτησαν και σκοτώθηκαν για την ελευθερία της πατρίδας τους. Γιατί να απορούμε που ο Πιλάτος δεν ήθελε να τον σταυρώσει. Γιατί να σταυρώσει κάποιον που έριχνε νερό στον μύλο του.
Ο σπόρος του Χριστού έπιασε τόπο, έπεσε σε γόνιμο έδαφος: (προς Ρωμαίους, 13. 1) «Ας υποτάσσεται ο καθένας στις ανώτερες εξουσίες, διότι δεν υπάρχει εξουσία παρά από τον θεόν… Ώστε εκείνος που αντιτάσσεται εις την εξουσίαν, αντιτάσσεται εις την διαταγήν του θεού και εκείνοι που αντιστάθηκαν θα κατακριθούν… Αυτός είναι ο λόγος που πληρώνεται τους φόρους, διότι οι αρχές είναι υπηρέται του θεού».
Εφεσίους 6. 5 «Οι δούλοι να υπακούετε εις τους κυρίους σας του κόσμου αυτού με φόβον και τρόμον».
Τιμόθεον 6. 1 «Όσοι είναι υπό τον ζυγόν της δουλείας, ας θεωρούν τους κυρίους των αξίους κάθε τιμής, δια να μη δυσφημείται το όνομα του θεού και η διδασκαλία».
Τίτον 2. 9 «Οι δούλοι να υποτάσσονται εις τους κυρίους τους, να είναι εις όλα ευάρεστοι».
Πέτρου 2. 13 «Υποταχθείτε λοιπόν, σε κάθε ανθρώπινη εξουσία χάριν του Κυρίου, διότι αυτό είναι το θέλημα του θεού».
Πέτρου 2. 13 «Οι υπηρέται, να υποτάσσεσθε εις τους κυρίους σας, με τον οφειλόμενο σεβασμό, κι όχι μόνον εις τους καλούς και επιεικείς αλλά και εις τους διεστραμμένους».
Τι λέτε τώρα; Είναι ή δεν είναι θρησκευτικά αυτά τα λόγια. Καθαρίστε τώρα την αντιδυσοσμική σας μάσκα διότι πρόκειται να δεχθεί απόβλητα βόθρου:
Ο προστάτης αυτός της παιδείας του Ελληνικού έθνους έχει συγκεκριμένη άποψη περί παιδείας. Ιδού ποιά είναι: από την «Εις την Α΄ Κορινθίους» Δ΄ ομιλία του, τόμος 18 σελ. 99, όπου ειρωνεύεται τον Πλάτωνα και περιφρονεί τα μαθηματικά «Πόσον εκοπίασεν ο Πλάτων με τους μαθητές του με το να μας συζητεί περί γραμμής και γωνίες και σημείου και περί αριθμών αρτίων και περιττών και ίσων μεταξύ των και ανίσων και δια τέτοια θέματα λεπτεπίλεπτα ως ο ιστός της αράχνης – διότι αυτά είναι δια την ζωήν περισσότερον άχρηστα από εκείνα τα υφάσματα – και χωρίς να ωφελήση πολύ ή ολίγον με τας συζητήσεις αυτάς εγκατέλειψεν έτσι την ζωήν».
Κακόμοιρε ορθόδοξε χριστιανέ που βασανίζεις ακόμα άσκοπα εντελώς τα τέκνα σου με εκατοντάκις λεπτεπιλεπτέστερα ζητήματα, στην παιδεία του προστάτη της Χρυσόστομου!
Όμως όσο και να απεχθάνεται κανείς το φως του ήλιου, όσο και να προσπαθεί να το αποφύγει, κάποια στιγμή θα σηκώσει το βλέμμα του προς αυτό και προς στιγμή τουλάχιστον θα αντιληφθεί το μέγεθος της λαμπρότητάς του.
Ιδού τι μας ομολογεί ο πατήρ Χρυσόστομος: «…δια να καταισχύνωμεν και του Έλληνας. Διότι τώρα, αν και θέλω να απευθύνομαι προς αυτούς, ενώ τους νικώμεν εις τους λόγους και εις την αλήθεια των δογμάτων, επισύρωμεν εις βάρος μας τον χλευασμόν από την σύγκρισιν του βίου, αφού εκείνοι μεν, αν και ευρίσκονται εις την πλάνην και δεν πιστεύουν εις τίποτε ισάξιον με την ιδικήν μας πίστιν, όμως ζουν βίον φιλοσοφίας, ενώ εμείς κάμνομεν το εντελώς αντίθετον». «Εις την Α΄ Κορινθίους» Ομιλία Ζ΄ τόμος 18 σελ. 197. Στον ίδιο δε τόμο σελ. 177 λέει «αλλ’ εγώ τώρα θρηνώ, όταν Έλληνες είναι φιλοσοφώτεροι από εμάς που έχομεν εντολή να μιμούμεθα αγγέλους». Στην δε σελ. 103 του ίδιου τόμου λέει «Ας μιμηθώμεν τουλάχιστον τους βαρβάρους εμείς οι πολίται των ουρανών».
Από τις ομολογίες αυτές μάλλον διαφαίνεται ότι ο συρφετός αυτός του χριστιανικού όχλου δεν είχε καμμιά πιθανότητα να καθιερώσει την θρησκεία αυτή, εάν δεν έπονταν η βία και το μακελειό των Ρωμαίων αυτοκρατόρων κατά των Ελλήνων. Επρόκειτο βεβαίως περί μιάς ουσιαστικής γενοκτονίας.
Αλλά δεν γίνεται να υπάρξει ένας Θεοδόσιος, ένας Αρκάδιος ή ένας Ιουστινιανός (άπαντες δολοφόνοι των Ελλήνων) εάν δεν προηγηθεί ένας Χρυσόστομος. Όπως ούτε Λένιν άνευ Μαρξ. Αλλά ούτε και Χρυσόστομος άνευ Χριστού.
Και εξηγούμαστε: Κατά Λουκάν (19.27) «πλήν τους εχθρούς μου εκείνους τους μη θελήσαντές με βασιλεύσαι επ’ αυτούς, αγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμπροσθέν μου». Τα λόγια αυτά βγαίνουν από το στόμα του θεού της αγάπης παρακαλώ, του Χριστούλη. Μωρέ αυτός δεν ήταν που έλεγε να αγαπάμε του εχθρούς μας! Έλεος κύριε θεολόγε… εξηγήστε μας πριν αποτρελαθούμε, δεν μπορεί κάπου θα σφάλουμε, κάτι παρεξηγούμε.
Έχετε δίκιο αγαπητοί μου αδελφοί, απαντά ο θεολόγος (θρήσκος του κερατά), δεν εννοεί εδώ αυτό που αντιληφθήκατε, και συνεχίζει, πρόκειται για το επιμύθιο της παραβολής των μνων. Είναι παραβολικό, δεν αντιλαμβάνεσθε διότι δεν έχετε καθαρή καρδιά. Δεν τυγχάνετε της χάριτος του θείου Πνεύματος.
Έτσι αποφαίνεται πάντοτε ο θεολόγος, ο κατ’ εξοχήν άνθρωπος του θεού, ο αρχιψευταράς της οικουμένης των ανθρώπων. Τους ερωτώ λοιπόν: καλά εσείς είστε ανώτεροι θεολόγοι από τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο; Αμέσως λαμβάνω απ’ όλους την ίδια απάντηση: μη γένοιτο, εμείς μπροστά στον μέγιστο των αγίων;; Θα παραδεχτείτε λοιπόν την άποψή του περί του προαναφερθέντος χωρίου; Μα φυσικά απαντούν άπαντες. Απαντούν δε με άνεση περί της παραδοχής τους διότι από τους αθεόφοβους αυτούς ουδείς έχει ανοίξει βιβλίο του Χρυσοστόμου.
Με την επαλήθευση δε αυτή αποδεικνύονται και ανήθικοι διότι όταν τους διαβάσεις τον Χρυσόστομο να διευκρινίζει ότι προσέξτε δεν είναι παραβολικό το λεχθέν του Χριστού, που λέει «κατασφάξατέ τους έμπροσθέν μου» όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, τότε οι θεολόγοι αυτοί αντί να παραδεχτούν από την μια την άγνοιά τους για τα ζητήματα των ευαγγελίων, κι από την άλλη το ποιόν του θεού τους, επιδεικνύουν πάντοτε συμπεριφορά υβριστική και επιθετική (ομιλώ εκ πείρας).
Και για του λόγου το αληθές ιδού η άποψη του αγίου περί της επιθυμίας του Χριστού προς σφαγή των απειθούντων προς τις εντολές του: «Λόγος κατά Ιουδαίων» τόμος 34 σελ. 107 «… πράγμα που έπαθαν και οι Ιουδαίοι, οι οποίοι, αφού κατέστησαν τους εαυτούς τους άχρηστους για εργασία έγιναν κατάλληλοι για σφαγή» (οι Ιουδαίοι ουδέποτε δέχτηκαν τον Χριστό ως Μεσσία). Και συνεχίζει ο άγιος «Γι’ αυτό και ο Χριστός έλεγε: τους εχθρούς μου που δεν θέλησαν να βασιλεύσω σ’ αυτούς οδηγήστε τους εδώ και κατασφάξετέ τους».
Ο άγιος λοιπόν πατέρας αυτός μας επιβεβαιώνει κατηγορηματικώς ότι ο Χριστούλης όλ’αυτά τα έλεγε και τα εννοούσε τοις μετρητοίς. Για όσους δεν ευκολύνονται να διαβάσουν τον «Α΄ Λόγον κατά Ιουδαίων» του Χρυσοστόμου, θα σταχυολογήσουμε εδώ μερικούς από τους απάνθρωπους χαρακτηρισμούς του κατά των ανθρώπων αυτών, χάριν του εξανεμισμού κάθε αμφιβολίας για το άσβεστο μίσος του και την γενοκτονική διάθεσή του προς αυτούς.
Τους χαρακτηρίζει λοιπόν: άθλιους και ταλαίπωρους, παράνομους, ασεβείς, ευρισκομένους στο σκοτάδι, συγγενείς των σκύλων, ελεεινότερους πάντων, μέθυσους, πόρνους, χειρότερους των χοίρων και των τράγων, βέβηλους μιαρούς, δαιμονιζόμενους, απάνθρωπους, άρπαγες και ένα σωρό άλλους παρόμοιους χαρακτηρισμούς. Για δε την συναγωγή τους «Ή καλύτερα δεν είναι μόνον πορνείον και θέατρο, αλλά και σπήλαιο ληστών και καταφύγιο θηρίων», επίσης «.. δι’ αυτό λοιπόν προπάντων πρέπει να μισήτε και αυτούς και την συναγωγή τους..».
«Αλλά τώρα έχουν αποστερηθεί κάθε συγγνώμης». Πώς στο όνομα του θεού της αγάπης, της συγχώρησης και της αποδοχής της μετάνοιας αφαιρεί κάποιος άγιος κάθε συγνώμη από κάποιους; Ο ίδιος ο Χριστός επάνω από τον σταυρό δεν παρακάλεσε τον πατέρα του τον Γιαχβέ να συγχωρήσει αυτούς που τον σταύρωναν; Αυτός που διακηρύττει τα αντίθετα δεν είναι αντίχριστος; «Ώστε ως προς την ασέβεια καμμιά διαφορά δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των Ελλήνων».
Ο Νίτσε τίναξε στον αέρα την φλογερή φιλία του με τον Βάγκνερ λόγω του αντισημιτισμού που διέκρινε στον μεγάλο μουσικοσυνθέτη. Και μετά μας είπαν ότι το μίσος του Χίτλερ κατά των Εβραίων πήγασε από τις ιδέες του Νίτσε! Η επίδοση του χριστιανικού κόσμου στο αναποδογύρισμα της ιστορίας είναι πλέον δαιδαλώδης.
Και συνεχίζουμε με τα χείριστα του πατρός της μισαλλοδοξίας και της γενοκτονίας: «Κι αν ακόμη φονεύσει κάποιος κατά το θέλημα του θεού, ο φόνος αυτός είναι από κάθε φιλανθρωπία καλύτερος, ενώ αν κάποιος από λύπη δείξη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία, παρά το θέλημα του θεού, θα μπορούσε η φειδώ αυτή να αποβή πιο μιαρή από οποιοδήποτε φόνο»!!! Εάν κανείς διαβάσει αυτά τα απαίσια και σιχαμερά λόγια και εξακολουθεί να θεωρεί το κτήνος αυτό άγιο τότε θα πρέπει να γνωρίζει ότι χρειάζεται επειγόντως ψυχίατρο.
Ασφαλώς πρόκειται για την ιδρυτική διακήρυξη της γενοκτονίας. Για έναν ορισμό της από θετική αλλά και από αρνητική θέση. Όταν ο ταύρος πιάνεται για τα καλά κι από τα δύο κέρατα. Αρκεί ο άγιος να δηλώσει ότι η δολοφονία των ανθρώπων, τους οποίους αυτός μισεί, είναι θέλημα του θεού του. Πράγματι ο κακούργος αυτός Χρυσόστομος χρηματοδότησε ορδές χριστιανών για να δολοφονήσουν Έλληνες και να καταστρέψουν ιερά, ναούς και δημόσια κτίρια του Ελληνισμού.
Η θεωρία όμως θέλει και το παράδειγμά της: «Λόγος κατά Ιουδαίων Δ΄» σελ. 199, «Ο Φινεές λοιπόν, που διέπραξε σε μια στιγμή δύο φόνους, φονεύοντας έναν άνδρα και μια γυναίκα, τιμήθηκε με το αξίωμα της ιεροσύνης, ενώ αυτός όχι μόνον δεν μόλυνε με το αίμα τα χέρια του αλλά καθαρώτερα τα έκαμε». Αυτός είναι ο πατέρας και θεωρητικός των Ιεροεξεταστών του μεσαίωνα. Δεν μπορεί να υπάρξει καμμιά αμφιβολία.
Η γενοκτονική διάθεση ποτίζεται και λιπαίνεται με το μίσος. «Αλλά γι’ αυτό κυρίως μισώ την συναγωγή», σελ. 323, «Γι’ αυτό και εγώ μισώ τους Ιουδαίους». Μωρέ καλά χριστιανόπουλα τι γίνεται εδώ πέρα; Πολύ δούλεμα δεν πέφτει; Αυτός ο αθεόφοβος διατυμπανίζει το μίσος στο όνομα του «αγαπάτε του εχθρούς σας». Είναι καιρός τώρα να κατανοήσετε γιατί η ορθοδοξία έθεσε σε δεύτερη μοίρα τα ευαγγέλια, για να μη πω ότι τα υποβάθμισε κυριολεκτικά, υπέρ των λεγόμενων Πατέρων της εκκλησίας.
Η καραμέλα που πιπιλίζουν τους τελευταίους αιώνες οι ταγοί της ορθοδοξίας λέγεται πατερική παράδοση. Γιατί άραγε; Γιατί ανασυντάχθηκαν ένα σωρό χριστιανικά δόγματα (Ευαγγελιστές κ. ά.) αποκλειστικά στα ευαγγέλια, γράφοντας στα παλιά τους τα παπούτσια πατέρες και αγίους; Αυτοί όλοι κάτι μυρίστηκαν. Κάτι τους βρόμισε ανυπόφορα.
Αλλά ας συνεχίσουμε με τον Ιωάννή, γιατί ο άνθρωπος είναι ατελείωτος στην κακία του. «Κατά Ιουδαίων Λόγος Η΄» σελ. 399, «Υπάρχουν επομένως αμαρτήματα που υπερβαίνουν κάθε συγγνώμη και δεν μπορεί να υπάρξει απολογία γι’ αυτά»!!! Πάει περίπατο η εξομολόγηση και η άφεση αμαρτιών.
Αυτά λοιπόν είναι μερικά δείγμα της μέγιστης επίδοσης του θρήσκου ανθρώπου. Φανταστείτε τι είδους απίστευτα άλλα παρόμοια και φρικαλέα λόγια έχουν ξεστομίσει οι υπόλοιποι πατέρες και θεολόγοι. Θα σας τα παρουσιάσουμε σε σχετικά άρθρα μέσα από την ιστοσελίδα μας.
Η θεολογία των Ελλήνων μπροστά σ’ αυτή των χριστιανών φαντάζει ως μια σκνίπα μπροστά σ’ έναν ελέφαντα. Ούτε ιερά βιβλία ούτε ιερά κείμενα. Μιά προσπάθεια περιγραφής της φύσης και του κόσμου. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις των μυστικοπαθών Ορφικών και Πυθαγόριων θεολογιών δεν μπορούν ν’ αλλάξουν τον φυσιοκρατικό χαρακτήρα της. Σε καμμιά δε περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν θεοκρατικές και θεοφοβικές. Ουδέποτε καταφέρονται προς άλλους ανθρώπους ή λαούς. Αντιθέτως καλλιεργούν τον σεβασμό και την ανοχή προς τους άλλους.
Η θρησκευτική ανοχή των Ελλήνων δεν ήταν τυχαία. Ήταν θέμα παιδείας και καλλιέργειας. Το έθνος αυτό διαπαιδαγωγούσε τους νέους με την Ιλιάδα του Ομήρου. Και ιδού η συμπεριφορά ενός τέτοιου νέου, ο οποίος κοιμόταν με την Ιλιάδα στην αγκαλιά του, σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες.
Στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της «Εκδοτικής Αθηνών», τόμος Δ΄, σελ. 226 διαβάζουμε: «Ο σεβασμός του Αλέξανδρου προς τους λαούς των χωρών που κατέκτησε, συνυφασμένος και με την γενικότερη πολιτική του, που μέγας στόχος της ήταν η ομόνοια μεταξύ των ηπείρων, πήρε μια ιδιαίτερη χαρακτηριστική έκφραση στη στάση που τήρησε απέναντι στις θρησκείες και στα έθιμα θρησκευτικής λατρείας. Δεν περιορίσθηκε μάλιστα στη θρησκευτική ανεκτικότητα. Φάνηκε να ασπάζεται ο ίδιος την πίστη και υιοθετεί τις λατρείες των Ασιατών και των Αιγυπτίων και επιχείρησε να συναδελφώσει και να καθιερώσει ως ισότιμες και ισοδύναμες τις θεότητες των Ελλήνων και τις θεότητες της Ασίας και της Αιγύπτου. Άνοιξε έτσι τον δρόμο που πάνω του προχώρησε ακόμη περισσότερο ο παιδικός του φίλος και ένθερμος υπερασπιστής της μνήμης του Πτολεμαίος ο Λάγου, όταν ως βασιλεύς σκέφτηκε να συγχωνεύσει στη συμβολική μορφή ενός θεού, που ονομάσθηκε Σάραπις, τον Όλυμπο με τις Αιγυπτιακές θεότητες».
Ας μη λησμονούμε δε, ότι ο Αλέξανδρος με εντολή των Πανελλήνων εξεστράτευσε στην Περσία για λόγους γενικότερης εθνικής άμυνας, αφού δυο φορές και σε οριακό σημείο απέφυγαν οι Έλληνες τον Περσικό ζυγό και πιθανότατα ολόκληρη η Ευρώπη.
Στην Ιλιάδα (Α 423) διαβάζουμε: «…τι ο Δίας επήγε χτες στους άψεγους Αιθίοπες καλεσμένος στον Ωκεανό μακριά, κι οι αθάνατοι τον ακολούθησαν όλοι».
Αυτοί οι Αραπάδες, οι Μάο – Μάο, οι πρωτόγονοι, οι άξιοι περιφρόνησης περισσότερο κι απ’ τα ζώα, που τους μισούς τους ξέκαναν σωματικά και ψυχικά επί τόπου οι χριστιανοί της Δύσης και της Αμερικής και τους άλλους μισούς τους μετέφεραν δούλους, για να τους χρησιμοποιήσουν με τον ποιό απάνθρωπο τρόπο, αυτοί λοιπόν οι «υπάνθρωποι» αποκαλούνται από τον μέγιστο ποιητή των Ελλήνων άψογοι. Όσο και να ψάξει κανείς στο παγκόσμιο λεξιλόγιο δεν πρόκειται ν’  ανακαλύψει κολακευτικότερο επίθετο από το άψογος. Αλλά ο Ξένιος Δίας και τα τέκνα του δεν κάνουν μόνον επισκέψεις. Να που το τέκνο του ο Απόλλων επισκέπτεται για μήνες κατ’ έτος του Υπερβόρειους.
Η αναγνώριση μάλιστα και παραδοχή των άλλων θεών και θρησκειών και ο σεβασμός προς αυτούς έφτασαν σε τόσο υψηλό βαθμό στους Αθηναίους, που για όσους θεούς δεν έτυχε να γνωρίσουν, για να τους τιμήσουν κι αυτούς, τους έστησαν βωμό. Να όμως πώς ο μέγιστος απατεώνας απόστολος Παύλος διαστρέβλωσε την ιστορία αυτή:
Ο Έρασμος στο περίφημο βιβλίο του «Μωρίας Εγκώμιον», εκδ. ΗΡΙΔΑΝΟΣ 1972 Κεφ. 64 σελ. 145, αναφέρει μεταξύ άλλων: «… Αν πρέπει να πιστέψουμε τον άγιο Ιερώνυμο … ο άγιος Παύλος, διαβάζοντας τυχαία την επιγραφή ενός μνημείου στην Αθήνα, την άλλαξε για να έρχεται πιο καλά με όσα εκείνος έλεγε για την χριστιανική πίστη», σχόλ. στις πράξεις των Αποστόλων (17,23). Προσέξτε παρακαλώ περί τι είδους αλλαγή πρόκειται: «Παράλειψε τις λέξεις που μπορεί να έβλαπταν την υπόθεσή του και κράτησε μόνο τις δύο τελευταίες – αγνώστω θεώ – και πάλι τις άλλαξε κομμάτι, γιατί ολόκληρη η επιγραφή έλεγε: ΤΟΙΣ ΘΕΟΙΣ ΑΣΙΑΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ ΑΦΡΙΚΗΣ ΘΕΟΙΣ ΑΓΝΩΣΤΟΙΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΙΣ». Και συνεχίζει ο άγιος αυτός του Ελληνισμού άνθρωπος: «Φαίνεται πως αυτό το παράδειγμα πιάσανε ν’ ακολουθούν τα παιδιά οι θεολόγοι. Ψαρεύουν απ’ εδώ κι απ’ εκεί τέσσερις-πέντε λέξεις, στην ανάγκη τις αλλάζουν το νόημα και το ταιριάζουν όπως τους βολεύει και στα κομμάτια αν αυτό που έρχεται πριν ή μετά δεν έχει καμμιά σχέση με το θέμα ή πάει κι αντίθετα. Και το κάνουν αυτό με τόσο πετυχημένη ξεδιαντροπιά που τους ζηλεύουν ακόμη κι οι νομικοί» μετάφρ. Στρατή Τσίρκα.
Τα πνευματικά τέκνα του αρχιαπατεώνα Παύλου, οι λεγόμενοι πατέρες της χριστιανικής πίστης, συνέχισαν την τακτική αυτή της διαστρέβλωσης σε τέτοιο βαθμό, που δεν άφησαν τίποτε το όρθιο από την ιστορία των Ελλήνων. Θα αρκεστούμε εδώ αναφέροντας μόνον ένα παράδειγμα, το οποίο εξακολουθεί να δηλητηριάζει τις ψυχές των Ελληνόπουλων, μέσω κυρίως της παιδείας του, υπό θρησκευτική κατοχή ευρισκομένου και ψευδεπιγράφου, Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων (διάβαζε χριστιανικού θρησκεύματος):
Νικόλαος Τωμαδάκης, καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο έργο του «Εισαγωγή εις την Βυζαντινήν Φιλολογίαν» τόμ. Α΄τεύχ. Α΄ έκδ. Β΄ Αθήναι 1956, μας λέει τα εξής: «Ο χριστιανισμός υπήρξε πολέμιος κατά κύριον λόγον του Ελληνισμού, ως ζωής και σκέψεως… Η μεγαλυτέρα διαβολή την οποίαν ενήργησε κατά του κλασσικού κόσμου είναι η εμφάνισις αυτού ως ειδωλολατρικού. Λατρείαν των ειδώλων, δι’ ήν κατηγορούν τα συναξάρια τους μη χριστιανούς συχνότατα, δεν εγνώρισαν οι Έλληνες, εν τούτοις το όνομα Έλλην ταχύτατα συνέπεσε με την έννοια του ειδωλολάτρης».
Αυτές είναι οι επιδόσεις στην απάτη των θρήσκων ανθρώπων. Αυτές είναι οι επιδόσεις των άθρησκων Ελλήνων στην συμπεριφορά τους προς τους άλλους συνανθρώπους τους. Οι Έλληνες λοιπόν δεν ήσαν θρήσκοι. Και να μη μας αποδώσει κανείς τη πρόθεση της υπονόησης, από την πλευρά μας, περί αθεΐας των Ελλήνων. Οι Έλληνες σέβονταν και τιμούσαν τους θεούς τους. Έχει όμως τεράστια σημασία το πώς εννοούσαν οι Έλληνες το θείο και πώς οι Ιουδαιοχριστιανοί. Ουδεμία σχέση υπάρχει μεταξύ των δυο θεωρήσεων. Μάλιστα σαφώς πρόκειται περί εντελώς αντιδιαμετρικών αντιλήψεων. Παρόμοια αντίληψη για το θείο είχαν και οι λοιποί Ευρωπαίοι.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια ωραία Ευρώπη. Ποιές ομορφιές θέλεις και δεν είχε. Βουνά με δάση και κάθε λογιών ζώα. Μ’ εύφορες πεδιάδες, λίμνες, ποτάμια και καρποφόρα δένδρα. Μ’ όλες τις εποχές του χρόνου. Με βροχές, χιόνια, χαλάζια και δροσερούς ανέμους. Μ’ έναν λαμπερό, φωτοδότη κι ζωογόνο ήλιο. Με μια πανέμορφη θάλασσα μ’ ατέλειωτες ακρογιαλιές κι όλων των ειδών τα ψάρια.
Μ’ ανθρώπους δημιουργικούς, μ’ έφεση στα γράμματα, στις τέχνες και στο εμπόριο. Με πόλεις λαμπρές. Στολισμένες με ναούς, δημόσια κτήρια, σχολές και γυμναστήρια.
Μισό λεπτό. Γιατί, τώρα δεν είναι έτσι όπως τα λες; Περίμενε να συνεχίσουμε την ιστορία μας με την χρονολογική της σειρά και βλέπουμε.
Οι άνθρωποί της λοιπόν ήταν γενικά ευχαριστημένοι από την γη, τον ουρανό και την θάλασσά τους. Ήταν φυσικό λοιπόν να θέλουν να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στα στοιχεία αυτά της φύσης στην οποία κατοικούσαν.
Θέλεις το φιλότιμο, θέλεις η ανάγκη να συνάζονται για να συντρώγουν να συμποσιάζονται και να χορεύουν, βάλε και τον φόβο προς τα στοιχεία της φύσης, όταν αυτά μερικές φορές τους έβλαφταν, πες όλ’ αυτά και μερικά άλλα μαζί συν τις απορίες τους για πολλά φυσικά φαινόμενα, ώθησαν τους ανθρώπους αυτούς στην θεοποίηση των στοιχείων και των φαινομένων της φύσης. Τι ποιό φυσικό απ’ αυτό.
Έπιασαν λοιπόν κι έφτιαξαν θεού της θαλάσσης, του ουρανού και της γης. Της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της ιατρικής, της γονιμότητας, του έρωτα, της επιστήμης και τέλος πάντων θεούς για όλ’ αυτά που τα θεωρούσαν σπουδαία, φυσικά κι ανθρώπινα. Τίποτε δεν άφησαν να μείνει παραπονεμένο. Μέχρι και για τα δέντρα σκάρωσαν θεό. Ακόμα στις πηγές και στα μικρά ρυάκια, που τους δρόσιζαν όταν πορεύονταν με το δροσερό νεράκι τους, έβαλαν τις Ναϊάδες για να τα προσέχουν και να τα προστατεύουν.
Τόσο ευγενικοί και ευγνώμονες ήσαν αυτοί οι άνθρωποι. Αισθάνονταν υποχρεωμένοι για ό,τι τους παρείχε αυτή η θεϊκή φύση. Την σέβονταν λοιπόν και με την θεοποίησή της την προστάτευαν επί πλέον από τους τυχόν ασεβείς. Η οικολογική φροντίδα ήταν γι’ αυτούς αυτονόητη. Όταν στον ποταμό και στην θάλασσα έθεσαν θεό προστάτη ποιός θα μπορούσε να πετάξει τα σκουπίδια του εκεί; Ποιός θα μπορούσε να σκοτώνει αλόγιστα τα θηράματα δίχως να δεχθεί τα βέλη της Αρτέμιδος;
Με λίγα λόγια οι θεοί των Ευρωπαίων ήταν θεοί αυτού του κόσμου. Ένα με τον κόσμο. Ήταν αυτός ο ίδιος ο κόσμος.
Όμως ήρθε ο τρισκατάρατος καιρός που όλος αυτός ο κόσμος ξέπεσε στην δικτατορία του θεού της ερήμου. Του Γιαχβέ. Του θεού των Εβραίων της εξόδου από την Αίγυπτο. Του θεού της ερήμου του Σινά! Του θεού του εκλεκτού του λαού, του Ισραήλ. Αυτόν τον θεό που έπλασε ο Μωυσής, όταν οι Ισραηλίτες ψήνονταν επί σαράντα χρόνια μέσα στην έρημο.
Σαν τι θεό ήθελε να σκαρώσει; Μιά απέραντη καυτή έρημος. Έναν δυνάστη και τύραννο θεός. Αν διαβάσεις την Βίβλο θα φρίξεις με τον χαρακτήρα του. Ο ίδιος αυτός θεός αποδεκάτιζε τον λαό του, μέσα στην έρημο. Ο ίδιος εξωθούσε τον λαό αυτόν να δολοφονεί αγρίως τους λαούς της Παλαιστίνης. Όλα αυτά περιγράφονται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στα βιβλία Έξοδος και Αριθμοί της Βίβλου.
Και μόνον ένα χωρίο να διαβάσεις, φτάνει για να καταλάβεις περί τίνος θεού πρόκειται. Ιδού τι έπραττε ο εκλεκτός του λαός κατόπιν εντολής του. Από το βιβλίο Αριθμοί (λα΄ 7) διαβάζουμε: «…και απέκτηναν παν αρσενικόν και τους βασιλείς Μαδιάν απέκτειναν άμα τοις τραυματίες αυτών …». Τέτοια και τρις χειρότερα, όλα γραμμένα στα βιβλία τους, χαρτί και καλαμάρι, θα βρεις ατελείωτα.
Καλά υπάρχει μεγαλύτερο έγκλημα από το να σκοτώσει κανείς τραυματία άνθρωπο;;; Υπάρχει και παραϋπάρχει. Δηλαδή; Οι Ευρωπαίοι μαθητές του θεού αυτού άκουσε τι έκαναν μεταξύ των πολλών άλλων: Μόνο στην Ισπανία η ιερά εξέταση τον Μεσαίωνα έριξε στην πυρά 30000 αθώους ανθρώπους ζωντανούς!!! Μωρέ τι λες τώρα; Μήπως είναι ψέματα; Μα πώς να είναι ψέματα όταν τα λένε οι ίδιοι τους. Αυτοί οι καθολικοί χριστιανοί της Δύσης.
Αν δεν πιστεύεις αυτούς τους ίδιους ρώτα τότε τους άλλους, τους χριστιανούς της Ανατολής, τους ορθόδοξους. Δηλαδή οι ορθόδοξοι γιατί τα λένε, επειδή αυτοί δεν έκαναν τέτοια κακουργήματα; Αμ δε. Αυτοί έκαναν τα τρις χειρότερα. Δηλαδή μπορεί να κάνει κανείς χειρότερο πράγμα από το να ρίξει άνθρωπο ζωντανό στην φωτιά;;; Μάλιστα μπορεί.
Ακουσε τώρα πως τιμωρούσαν, αυτά τα σαδιστικά καθάρματα, οι άγιοι Βυζαντινοί ορθόδοξοι χριστιανοί, τους «κακούς» ανθρώπους, τους άθεους, τους ειδωλολάτρες. Και μάλιστα επειδή είσαι λιγάκι καχύποπτος, θα βάλουμε να σου τα πουν οι ίδιοι οι χριστιανοί.
Στο βιβλίο «Η ΣΕΡΡΑΪΚΗ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΣΥΝΑΔΙΝΟΥ», έκδ. της Μητροπόλεως Σερρών, διαβάζουμε ότι το φουρκισθήναι, δηλαδή παλούκωμα, ήταν ποινή των Τούρκων, οι οποίοι την παρέλαβαν από τους Βυζαντινούς (κατά Φώτιο, Νομοκάνων, τιτλ. Ε΄ κεφ. ΚΕ΄), των οποίων ήταν επινόηση (σελ. 22).
Στη σελ. 25, υποσημείωση 42 διαβάζουμε: «το παλούκωμα (φούρκισμα, ανασκολοπισμός) γίνονταν δημόσια και σε θέση περίοπτη με τον εξής τρόπο. Έπαιρναν μια μακριά σούβλα ως 3 μέτρα σιδερένια ή ξύλινη με σιδερένια μύτη, την οποία κουβαλούσε ο κατάδικος στον ώμο ως τον τόπο του απαίσιου μαρτυρίου. Εκεί τον ξάπλωναν καταγής μπρούμυτα γυμνό μέχρι τη μέση και χειροπόδαρα με ανοιγμένα σκέλια. Ύστερα ο μπόγιας αφού ξέσχιζε το πανταλόνι και φάρδυνε με το μαχαίρι την τρύπα του απευθυσμένου, έχωνε τη σούβλα αλοιμένη με λίπος για να γλιστρά και χτυπώντας σιγανά προσέχοντας να μη βλάψει βασικά όργανα όπως τα έντερα, καρδιά, πλεμόνια, την έβγαζε από το πίσω μέρος της δεξιάς πλάτης».
Κι όλ’ αυτά για να πεθάνει το θύμα όσο το δυνατόν πιό αργά. Περίπου σε πεντέξι μέρες. Δηλαδή αυτός ο θάνατος δεν είναι τρισφρικτότερος απ’ ότι η ρίψη στην πυρά, όπου τελειώνει κανείς μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα;
Καλά, ας πούμε ότι έτσι έχουν αυτά τα πράγματα. Πώς βρέθηκε όμως αυτός ο θεός στη Ευρώπη; Ο θεός της κατάξερης ερήμου στην καταπράσινη Ευρώπη; Ο θεός της δίψας στην χώρα των πηγών, των ποταμών, των λιμνών και των βροχών ; Ήρθε μόνος του; Τον έφεραν κάποιοι;
Όταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία άρχιζε να παρακμάζει, διότι όλες οι αυτοκρατορίες, όπως καταγράφει η ιστορία καταλήγουν στην κατάσταση αυτή, ο στρατός της αποτελούνταν κυρίως από μισθοφόρους. Οι περισσότεροι δε ήταν δούλοι ή πρώην δούλοι.
Γέμισε λοιπόν η αυτοκρατορία, απ’ άκρου εις άκρον, με δούλους. Ανθρώπους απελπισμένους κάθε είδους. Αλλοι ήσαν αιχμάλωτοι πολέμου, άλλοι που έχασαν τη γη τους από την απληστία των επιτήδειων γαιοκτημόνων Ρωμαίων, οι οποίοι μέσω της συγκλήτου πολεμούσαν τις φιλολαϊκές πολιτικές των Αυτοκρατόρων και για να μην τα πολυλογούμε τα πράγματα, το μεγαλύτερο μέρος του κοσμάκη ξέπεσε στην δουλεία.
Τον καιρό εκείνο κάποιοι αιρετικοί Εβραίοι, που ονομάστηκαν χριστιανοί, υπόσχονταν στους άμοιρους δούλους σωτηρία από την απελπιστική κατάσταση στην οποία είχαν περιπέσει. Είναι μεγάλη ιστορία το πώς εξαπλώθηκε σ’ όλη την αυτοκρατορία. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι με τον ένα τρόπο ή με τον άλλο εξαπλώθηκε.
Υπόσχονταν λοιπόν σωτηρία αλλά στον άλλο κόσμο, τον μεταθανάτιο. Έτσι κι αλλιώς σ’ αυτόν εδώ τον γήινο χαΐρι και προκοπή δεν επρόκειτο να δουν. Ήταν κάτι το ολοφάνερο.
Εν τω μεταξύ ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος μεταξύ δυτικής και ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στην τελική μάχη, 18 Σεπτεμβρίου 324, ο Κωνσταντίνος ο Μέγας νίκησε τον Λικίνιο, ο οποίος υπερασπίστηκε την πάτρια θρησκεία των Ρωμαίων έναντι του φιλοχριστιανού αντιπάλου του. Διότι το στράτευμα του τελευταίου αποτελούνταν κυρίως από χριστιανούς.
Με λίγα λόγια ο Κωνσταντίνος και οι διάδοχοί του αφού ανακήρυξαν τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας αμέσως άρχισαν ανελέητο διωγμό κατά του ευρωπαϊκού κόσμου που επέμενε στα πάτρια. Έσφαξαν και ρήμαξαν. Δολοφόνησαν χιλιάδες επί χιλιάδων αθώους ανθρώπους. Κατέστρεψαν τα περισσότερα μνημεία του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Και το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας αυτοί το έπραξαν. Την πυρπόληση της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, όπου υπήρχε καταγεγραμμένος όλος ο πνευματικός, επιστημονικός και καλλιτεχνικός πλούτος της υφηλίου.
Κι επειδή γνώριζαν ότι κυρίως ήσαν Ελληνικά δημιουργήματα, κήρυξαν ανελέητο διωγμό κατά των Ελλήνων και του οτιδήποτε Ελληνικού. Η μεγαλύτερη βρισιά επί Βυζαντινής εποχής ήταν να σε αποκαλέσει κανείς Έλληνα.
Για τους λόγους αυτούς βρέθηκε η θεοσεβούμενη Ευρώπη στην κατοχή των αθεόφοβων θρήσκων. Διότι εάν οι θρήσκοι δεν ήταν αθεόφοβοι δεν θα έπρατταν όλ’ αυτά τα αποτρόπαια εγκλήματα κατά των Ευρωπαίων.
Την πανούκλα αυτή της νοοτροπίας του θρήσκου ανθρώπου θα προσπαθήσουμε, το κατά δύναμιν, να φανερώσουμε στους Ευρωπαίους κι Έλληνες κυρίως ανθρώπους.
Γνωρίζουμε ότι ο θρήσκος θα μας κλωτσήσει. Θα μας διαβάλλει. Το παπαδαριό και οι παρατρεχάμενοί του. Εμείς θα παλεύουμε στην Ευρώπη για τα Ευρωπαϊκά ιστορικά δίκαια. Ο θρήσκος για τα δίκαια του τριτοκοσμικού θεού της ερήμου Γιαχβέ. Αυτό μας αρέσει κι αυτό θα κάνουμε. Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτε περισσότερο απ’ αυτά που χάσαμε.