Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Ο Επικουρισμός και οι χριστιανοί απολογητές!

Στα μέσα του 2ου αιώνα, το χριστιανικό κίνημα είχε ενδυναμωθεί αρκετά, ώστε να φιλοδοξεί να κερδίσει οπαδούς μέσα από τους κύκλους των μορφωμένων. Εκκλησιαστικοί ηγέτες επιδίδονταν σοβαρά στο έργο της καταπολέμησης της ελληνικής φιλοσοφίας -συχνά υπό τη μορφή γραπτής «απολογίας», δηλαδή υπεράσπισης που στρεφόταν κατά των Εθνικών αλλά και αντιπάλων χριστιανικών παρατάξεων.
Οι επιθέσεις κατά του Επικουρισμού μέσα από τα έργα αυτά αποτελούσαν κοινοτοπία, όπως φαίνεται λ.χ. στον «Λόγο προς Έλληνας» του Τατιανού, στην «Απολογία υπέρ χριστιανών προς τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο» του Ιουστίνου Μάρτυρος, στον «Προτρεπτικό προς Έλληνας» και στους «Στρωματείς» του Κλήμη Αλεξανδρείας*, στο πεντάτομο βιβλίο «Κατά των αιρέσεων» του Ειρηναίου (επισκόπου της Λυών) κ. α.
[* «Φιλοσοφίαν μεν ου πάσαν, αλλά την επικούρειον, ης και μέμνηται εν ταις Πράξεσιν των αποστόλων ο Παύλος διαβάλλει, πρόνοιαν αναιρούσαν και ηδονήν εκθειάζουσαν». (Κλήμης Αλεξανδρεύς Στρωματείς, 11.51)]
Δύο κεντρικές ιδέες διέτρεχαν την πολεμική των πρώιμων απολογητών: Πρώτον, ότι η ελληνική φιλοσοφία ήταν άξια χλευασμού, διότι οι Έλληνες φιλόσοφοι διαφωνούσαν μεταξύ τους σε απελπιστικό σημείο. Οι απολογητές χρησιμοποιούσαν τις διαφωνίες μεταξύ των Ελλήνων -τις πρόβαλλαν συστηματικά- ως απόδειξη ότι το ανθρώπινο πνεύμα δεν μπορούσε να φτάσει σε οριστικά συμπεράσματα και να οδηγήσει στην αλήθεια. (Κατά ειρωνεία της ιστορίας, την ίδια εποχή μαίνονταν οι διαμάχες μεταξύ των ίδιων των χριστιανών…).
Δεύτερο στοιχείο, ήταν η άμεση επίθεση κατά της επικούρειας άρνησης της θείας πρόνοιας και της μετά θάνατον ζωής, κατά της επικούρειας υλιστικής ατομικής φυσικής και της θέσης ότι η ηδονή αποτελεί υπέρτατο αγαθό. Ενώ οι πρώιμες απολογίες συνήθως τοποθετούσαν τον Επίκουρο αδιακρίτως μαζί με τους άλλους φιλοσόφους, στις κατοπινές δεκαετίες σημειώθηκε σημαντική αλλαγή. Μέγας αντίπαλος του επικουρισμού αναδείχτηκε ο Τερτυλλιανός (αρχές 3ου αιώνα). Σε αντίθεση με τους προηγούμενους χριστιανούς απολογητές, ο Τερτυλλιανός είχε μεν συλλάβει τον καταφανή παραλογισμό της αντιεπικούρειας επιχειρηματολογίας του, όμως το μένος του πυροδοτούνταν από την τάση ορισμένων αιρετικών να υιοθετούν επικούρεια δόγματα για να υποστηρίξουν ότι είναι αδύνατη η ανάσταση νεκρών σωμάτων ή ότι δεν υπάρχει θεία πρόνοια.
Ο φανατισμός του ενάντια στον Επικουρισμό και άλλες ελληνικές φιλοσοφίες και στην επίδραση τους στους αιρετικούς, απεικονίζεται με τον καλύτερο τρόπο στο έργο του «Εντολές κατά αιρετικών» {De Proescripftone Hoereticorum – 220 μ.Χ), στο κεφάλαιο με τίτλο, «Η ειδωλολατρική φιλοσοφία γεννήτωρ των αιρέσεων· η σχέση ανάμεσα στην απόκλιση από την χριστιανική πίστη και στα αρχαία συστήματα της ειδωλολατρικής φιλοσοφίας», όπου γράφει: «Τα δόγματα αυτά είναι έργα ανθρώπων και δαιμόνων και απευθύνονται σε αφτιά που λαχταρούν να δεχτούν τη σοφία ετούτου του κόσμου. Ο Κύριος ετούτη τη σοφία την αποκάλεσε μωρία». Λίγο παρακάτω ξεσπά: «Τί σχέση μπορεί να έχει η Αθήνα με την Ιερουσαλήμ; Τι σχέση μπορεί να έχει η Ακαδημία με την Εκκλησία;».
Η αντίθεσή του προς τη φιλοσοφία τον οδηγεί σε βαθύτατα ανορθολογικές θέσεις και σε μιαν ιδιόμορφη εις άτοπον απαγωγή καθώς επιχειρηματολογεί κατά της εγκόσμιας σοφίας (μια πρακτική που πρώτος είχε εγκαινιάσει ο Σαούλ): «Ο Υιός του Θεού πέθανε. Αυτό είναι άμεσα πιστευτό, επειδή είναι ανόητο. Ο Υιός του Θεού θάφτηκε κι αναστήθηκε. Είναι γεγονός βέβαιον, επειδή είναι αδύνατον» (De carne Christi, κεφ. 5). Στο έργο του «Η μαρτυρία της ψυχής» {De testimonio animoe), ο ανορθολογισμός συνδυάζεται με ανησυχίες για τη βλαβερή επίδραση του επικούρειου υλισμού στην χριστιανική πίστη. Τουλάχιστον σε επτά έργα του ο Τερτυλλιανός επιτίθεται κατά του Επίκουρου. Χαρακτηρίζει τις θεωρίες του ανόητες και ισχυρίζεται ότι ο Επίκουρος δεν ήταν καν φιλόσοφος.
Οι μεγαλοστομίες του Τερτυλλιανού, ωστόσο, δεν στάθηκαν ικανές να συγκαλύψουν το πνευματικό κενό της χριστιανικής πολεμικής ενάντια στη φιλοσοφία. Το κυρίαρχο ρεύμα του Χριστιανισμού έπρεπε, αν ήθελε να κατανικήσει τις αιρέσεις που πλήθαιναν ολοένα, να στηρίξει τη θεολογία του πάνω σε μια πιο λογική επιχειρηματολογία.
Ανεπαίσθητη αλλαγή διαπιστώνεται με τον Ιππόλυτο της Ρώμης, συγκαιρινό του Τερτυλλιανού, στο έργο του «Ανασκευή όλων των αιρέσεων», που σημαδεύει το ξεκίνημα της προσπάθειας για μια πιο περιεκτική θεολογία που δεν θα αρκείται στην απόρριψη της «σοφίας αυτού του κόσμου», αλλά θα προβάλλει με τρόπο κατάλληλο μια πιο εκλεπτυσμένη και πειστική επιχειρηματολογία ενάντιά της. Γύρω στα μέσα του 3ου αιώνα, εντείνεται η φιλοσοφική αντιπαράθεση Επικουρισμού και Χριστιανισμού.
Σε μια προσπάθεια να ανασκευάσει τον αντιχριστιανικό «Αληθή Λόγο», γραμμένο γύρω στο 170 μ.Χ. από τον εκλεκτικιστή φιλόσοφο Κέλσο, ο Ωριγένης, στο «Κατά Κέλσου», συστηματικά τον κατηγορεί ως επικούρειο. Αλλά και ο Λακτάντιος, στο έργο του «Θεϊκές διδασκαλίες», επιδίδεται σε ζωηρή πολεμική κατά του Επικουρισμού. Ιδιαίτερα ο Λακτάντιος μάς δείχνει πώς οι χριστιανοί δεν αρκούνται πλέον να στηρίζουν τις θέσεις τους στο έδαφος της πίστης, μα αρχίζουν να ενστερνίζονται πλατωνικές ιδέες για να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της θείας πρόνοιας, κι ακόμα, επικρίσεις των πλατωνικών κατά της ηθικής του Επίκουρου.
Η πλατωνική τάση γίνεται ακόμα περισσότερο φανερή τον 4ο αιώνα. Στο έργο του «Λόγος περί της ενανθρωπήσεως του λόγου και της διά σώματος προς ημάς επιφανείας αυτού», (2.1), ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας επαναλαμβάνει ένα πάγιο πλέον επιχείρημα κατά της επικούρειας άρνησης της θείας πρόνοιας: «Τη δημιουργία του κόσμου και όλων των πραγμάτων πολλοί την έχουν καταλάβει διαφορετικά, όπως νόμιζε ο καθένας, και την όρισαν αναλόγως. Άλλοι λένε πως τα πάντα έγιναν από μόνα τους με τυχαίο τρόπο -όπως οι επικούρειοι, που λένε παραμύθια ότι δεν υπάρχει πρόνοια, και απροκάλυπτα ισχυρίζονται πράγματα που έρχονται σε αντίθεση με τις ολοφάνερες αλήθειες. Διότι αν τα πάντα έγιναν, όπως λένε, από μόνα τους και χωρίς πρόνοια, τότε θα έπρεπε τα πάντα να είναι όμοια μεταξύ τους και να μην έχουν καμία διαφορά».
Φυσικά, δεν σταματούσαν οι επιθέσεις κατά της επικούρειας ηδονής· η παρακάτω επιστολή του Αμβρόσιου Μεδιολάνων απευθυνόταν σε μια χριστιανική σύνοδο, το 396: «Ο ίδιος ο Επίκουρος, τον οποίο οι άνθρωποι αυτοί προτιμούν από τους αποστόλους, ο συνήγορος της ηδονής, μολονότι αρνείται ότι η ηδονή φέρνει το κακό, δεν αρνείται ότι προκύπτουν από αυτήν ορισμένα πράγματα από τα οποία ξεπηδούν τα κακά· και σχεδόν διαβεβαιώνει ότι η γεμάτη ηδονές ζωή των ασώτων δεν είναι αξιόμεμπτη, εκτός αν την ταράζει φόβος του πόνου ή του θανάτου. Όμως το πόσο απέχει από την αλήθεια, το καταλαβαίνουμε από τη διαβεβαίωσή του ότι η ηδονή είναι χαρισμένη στον άνθρωπο από τον Θεό… Μα η Αγία Γραφή το ανασκευάζει αυτό, γιατί μας διδάσκει ότι το ερπετό υπέβαλε την ιδέα της ηδονής στον Αδάμ και στην Εύα, με την πονηρία και τον πειρασμό…».
Τελικώς, το μεγάλο καθήκον τής εξ ολοκλήρου μετατροπής της χριστιανικής θεολογίας σε παραλλαγή του Πλατωνισμού επωμίστηκε ο Αυγουστίνος της Ιππώνας. Όπως και οι προηγούμενοι του, ο Αυγουστίνος συνέχισε να υπερτονίζει την ασυμβατότητα ηδονής και αρετής και να καταπολεμά την ατομική φυσική και την ιδέα της υλικότητας και θνητότητας της ψυχής. Στις «Εξομολογήσεις» του μιλά για το πώς ο Επικουρισμός τού προκάλεσε αμφιβολίες, λίγο μετά τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό: «Ω πηγή του ελέους, εγώ βυθιζόμουν ολοένα στην αθλιότητα και συ με πλησίασες. Η δεξιά Σου ήταν πάντα έτοιμη να με τραβήξει από τον βούρκο και να με αποκαθάρει, μα εγώ δεν το γνώριζα. Κανείς δεν με φώναξε τότε που ήμουν έρμαιο της σαρκικής ηδονής· μόνον ο φόβος του θανάτου και της μέλλουσας κρίσης Σου, που μες σ’ όλες τις ταλαντεύσεις μου δεν έσβησε από τα στήθη μου ποτέ. Και συζητούσα με τους φίλους μου για τη φύση του καλού και του κακού κι ισχυριζόμουν πως θα με κέρδιζε ο Επίκουρος, αν δεν είχα πιστέψει αυτό που δεν ήθελε να πιστέψει ο Επίκουρος: Ότι η ψυχή ζει μετά τον θάνατο κι ότι υπάρχουν οι τόποι όπου βρίσκει την ανταμοιβή της. Και τους ρωτούσα: “Ας πούμε πως είμαστε αθάνατοι και ζούμε μέσα σε μια αιώνια σωματική ηδονή, χωρίς τον φόβο μη την χάσουμε· γιατί, τότε, να μην είμαστε ευτυχισμένοι, γιατί να αναζητήσουμε κάτι άλλο;”. Δεν ήξερα πως αυτή ήταν η ρίζα της δυστυχίας μου· είχα ξεπέσει τόσο κι ήμουν τόσο τυφλός που δεν μπορούσα να ξεχωρίσω το φως της αρετής και της ομορφιάς, που μόνον τα μάτια της ψυχής μπορούν να ιδούν κι όχι τα μάτια της σάρκας».
Αν τα γραπτά του Αυγουστίνου σημαδεύουν την παράδοση του Χριστιανισμού στον Πλάτωνα, συγχρόνως προοιωνίζουν τις διώξεις κατά των μη χριστιανών και των αιρετικών και την απαγόρευση των βιβλίων τους: «Αν, ωστόσο, προκειμένου όχι μόνο να εξασφαλιστεί συντριβή των πασίδηλων λαθών αλλά και να ξεριζωθούν κι εκείνα που καραδοκούν μες στο σκοτάδι, είναι αναγκαίο να γνωρίσεις τις σφαλερές γνώμες των άλλων, τότε ας είναι τα μάτια και τ’ αυτιά σου σε εγρήγορση. Άκουγε προσεκτικά, μήπως κάποιος από τους επικριτές μας προκαλεί κάποια θέση του Αναξιμένη ή του Αναξαγόρα, μιας και από τις κρύες στάχτες της στωικής και επικούρειας φιλοσοφίας -παρ’ ότι πιο πρόσφατες και πιο διαδεδομένες-, δεν μπορεί να ξεπηδήσει καμία σπίθα που να απειλεί τη χριστιανική πίστη». (Επιστολή προς Διόσκουρο).
Ο χριστιανισμός έχει γίνει επίσημη κρατική θρησκεία της Ρώμης και του Βυζαντίου. Δεν έχει πλέον ανάγκη από επιχειρήματα· έχει με το μέρος του την εξουσία και το χρήμα, και αντιμετωπίζει τους ανταγωνιστές του με σκληρή αδιαλλαξία. Στην Αθήνα, οι επικούρειοι εξακολουθούν να διατηρούν τον Κήπο, όμως είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον να διαδώσουν τη διδασκαλία του Επίκουρου. Για την ώρα, ο Χριστιανισμός έχει αναδειχτεί νικητής στον αγώνα του ενάντια στην υπόθεση της ανθρώπινης ευτυχίας και του ορθού λόγου.

Ηράκλειτος. Ηρακλείτεια Διαλεκτική

«Κόσμον τόνδε τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησε, αλλ’ ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα» (απ. 30)

Ο Ηράκλειτος μίλησε και η σκέψη μορφώθηκε. «Η σκέψη αρθρώθηκε», γράφει ο Κώστας Αξελός, έγινε λόγος. Μέσα σ’ αυτό που καλείται αδιευκρίνιστα «περιέχον», υπάρχει ο άνθρωπος ∙ μα δεν υπάρχει μόνο αυτός. Τίποτα αποσπασματικό, τίποτα απομονωμένο και μερικό δε θα μας βοηθήσει να νοήσουμε τη μόνη αλήθεια που είναι αυτή: όλα είναι ένα. «ουκ εμού, αλλά του λόγου ακούσαντες σοφόν έστιν εν πάντα είναι» (απ. 50)
Η αλήθεια ενυπάρχει στην ολότητα και είναι η ολότητα ∙ μέσα στο όλον που αλλιώς ονομάζεται Κόσμος, τα πάντα γίνονται, είναι, δημιουργούνται, αποκτούν νόημα. Ο Κόσμος αυτός είναι αιώνιος. Δεν έχει αφετηρία ούτε τέρμα χρονικό. Βασικό συστατικό του η αιώνια φωτιά που δεν είναι ξεκίνημα αλλά το ενεργειακό δυναμικό, μακριά από την ατάραχη ισορροπία που σημαίνει θάνατο.
«κόσμον τόνδε τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησε, αλλ’ ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα» (απ. 30)
Ο Κόσμος δεν έχει ούτε χρονική αρχή ούτε τέλος. Κι όμως ο χρόνος τον εξουσιάζει. Όχι σαν κάποια εξώτερη δύναμη, αλλ’ ως η μη αντιστρεπτή επιβεβαίωση της αλλαγής που είναι γίγνεσθαι. Όσα συμβαίνουν στο «περιέχον», το όλον Είναι, είναι μετάβαση και αλλαγή. Χωρίς σκοπό, χωρίς τελικό νόημα και στόχο, χωρίς έσχατη βούληση, όπως ένα παιδί που παίζει με τα ζάρια.
«Αιών παις εστι παίζων, πεσσεύων ∙ παιδός η βασιλίη» (απ. 52)
Αυτή η ροή του χρόνου, η συνεχής αυτή μεταβολή που τα πάντα αλλάζουν στο διηνεκές, μας επιτάσσει να συνειδητοποιήσουμε το πόσο εφήμερη είναι η εικόνα που σχηματίζουμε για τον κόσμο, καθώς είναι μια στιγμιαία εικόνα. Το επόμενο λεπτό τα πάντα είναι διαφορετικά κι ας μας φαίνονται ίδια. Το είναι δεν είναι κάτι σταθερό, παρά γίνεται αντιληπτό μόνο μέσα από την αλλαγή που οδηγεί σε μια αέναη κυκλική πορεία, όπου τα πάντα διαλύονται και ξαναδημιουργούνται.
«ποταμώ γαρ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ…(θνητή ουσία) σκίδνησι και πάλιν συνάζει… και πρόσεισι και άπεισι» (απ. 91)
«ποταμοίς τοις αυτοίς εμβαίνομεν και ουκ εμβαίνομεν, είμεν τε και ουκ είμεν» (απ. 49α)
Όπου υπάρχει στασιμότητα κυριαρχεί ο θάνατος. Όπου όμως συμβαίνει η αλλαγή και η μετάβαση υπάρχει πόλεμος και διχόνοια. Η σύγκρουση των αντιθέτων είναι αυτή που φέρνει την κίνηση. Ο αέναος ανταγωνισμός και η έριδα που διαταράσσουν τον κόσμο, τον φέρνουν τελικά σε αρμονία γιατί διαγράφουν τους νόμους του γίγνεσθαι και της συνεχής ροής. Ο πόλεμος και η διχόνοια, ο αέναος ανταγωνισμός του κάθε πράγματος με το αντίθετό του είναι η μοίρα του Είναι, όχι όμως μια μοίρα έξω από το Είναι, αλλά ταυτόσημη με το Είναι, δηλαδή το γίγνεσθαι.
Ο Κώστας Αξελός γράφει: «Η Ηρακλείτεια θεώρηση, συλλαμβάνοντας την αδέκαστη και διαρκή ροή και τη διάρκεια που ενυπάρχει στην ανεπίστρεπτη ροή, τη διχόνοια και τη σύγκρουση, δεν είναι ούτε αισιόδοξη ούτε απαισιόδοξη αλλά τραγική. Μέσα απ’ όλες τις αλλαγές, ο κόσμος παραμένει Κόσμος, η δικαιοσύνη Δικαιοσύνη, δηλαδή δεσμός αναγκαίος με την ύπαρξη και τη σκέψη του καθενός που υπάρχει»[1].
Όλα συνδέονται μεταξύ τους, όλα είναι αλληλένδετα και αλληλεξαρτώμενα. Το κάθε πράγμα έχει και το αντίθετό του και η διπολική αυτή σχέση είναι η κινητήρια δύναμη του Κόσμου που θεμελιώνει το τελικό αποτέλεσμα που είναι η αρμονία μέσα στην αδιάκοπη κίνηση και αλλαγή.
«πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστι, πάντων δε βασιλεύς, τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελεύθερους» (απ. 53)
«ειδέναι δε χρη τον πόλεμον εόντα ξυνόν, και δίκην έριν, και γινόμενα πάντα κατ’ έριν και χρεών» (απ. 80)
«το αντίξουν συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίαν και πάντα κατ’ έριν γίγνεσθαι» (π.8)
Η έννοια της ολότητας είναι ο βασικός άξονας της σκέψης του Ηράκλειτου. Από το όλον προέρχεται κάθε πράγμα και το καθένα μέρος αντανακλά την ολότητα. Ο κόσμος κινείται σε ένα κύκλο όπου όλα είναι και δεν είναι την ίδια στιγμή.
Η αρμονία δεν είναι η ισόρροπη ηρεμία, αλλά η αέναη μεταβλητότητα.
«συνάψιες όλα και ουχ όλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνάδον διάδον ∙ εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα» (απ. 10)
Ο Λόγος είναι το ενοποιητικό στοιχείο του Κόσμου. Ο λόγος είναι φωτιά και η φωτιά λόγος. Ο λόγος συνενώνει τα αντίθετα και, όπως και ο χρόνος, διαπερνά και εξουσιάζει το «περιέχον». Δεν είναι η αρχή του κόσμου γιατί σε ένα σύμπαν που «ην αεί και εστι και έσται», αρχή και τέλος δεν έχουν νόημα. Παρόλα αυτά, όποιος καταλάβει τη σημασία του, νοεί τη συμπαντικότητα που γίνεται αντιληπτή μέσα από το γίγνεσθαι. Η σημασία του λόγου είναι προσιτή σε όλους τους ανθρώπους. Εντούτοις, μόνο μερικοί φθάνουν στο σημείο της κατανόησης και αυτοί είναι οι αφυπνισμένοι. Ενώ οι πολλοί συνεχίζουν να «κοιμούνται», ζώντας σ’ ένα δικό τους προσωπικό κόσμο.
Ο λόγος δρα σε όλους το ίδιο. Επομένως, ο ίδιος ο κόσμος νοείται μόνο μέσα από μια κοινή λογική.
«του δε λόγου τουδ’ εόντος αεί αξύνετοι γίνονται άνθρωποι και πρόσθεν ή ακούσαι και ακούσαντες το πρώτον ∙ γινομένων γαρ πάντων κατά τον λόγον τόνδε απείροισιν εοίκασι, πειρώμενοι και επέων και έργων τοιούτων οκοίων εγώ διηγεύμαι κατά φύσιν διαιρέων έκαστον και φράζων όκως έχει ∙ τους δε άλλους ανθρώπους λανθάνει οκόσα εγερθέντες ποιούσιν όκωσπερ οκόσα εύδοντες επιλανθάνονται» (απ. 1)
«διό δει έπεσθαι τω κοινώ ∙ ξυνός γαρ ο κοινός ∙ τού λόγου δ’ εόντος ξυνού ζώουσιν οι πολλοί ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν» (απ. 2)
«ωι μάλιστα διηνεκώς ομιλούσι λόγω (τω τα όλα διηκούντι), τούτω διαφέρονται, και οις καθ’ ημέραν εγκυρούσι, ταύτα αυτοίς ξένα φαίνεται (απ. 72)
Η φωτιά είναι η αρχή που μαζί με το λόγο διαπνέει το σύμπαν. Αλλά όπως και με το Λόγο δεν είναι το αρχικό δημιουργικό στοιχείο. Φωτιά, Λόγος και χρόνος εξουσιάζουν τον κόσμο μέσα από τη συνεχή διακύμανση των αντιθέτων, μέσα από τη ατέρμονη ροή των πραγμάτων. Η φωτιά, κυρίαρχο στοιχείο του σύμπαντος, μπλέκεται σε μια κυκλική μετατροπή, σε μια μεταστοιχείωση, μέρη της οποίας είναι τα άλλα τρία στοιχεία, ο αέρας, η γη και το νερό. Όλα συντίθενται και όλα αποδομούνται μέσα από συνεχείς μεταβολές των μερών που συνθέτουν το όλον.
«πυρός τε ανταμοιβή τα πάντα και πυρ απάντων ώκοσπερ χρυσού χρήματα και χρημάτων χρυσός» (απ. 90)
«ζη πυρ τον γης θάνατον και ανήρ ζη τον πυρός θάνατον, ύδωρ ζει τον αέρος θάνατον, γη τον ύδατος» (απ. 76)
«πυρός τροπαί πρώτον θάλασσα, θαλάσσης δε το μεν ήμισυ γη, το δε ήμισυ πρηστήρ…θάλασσα διαχέεται, και μετρέεται εις τον αυτόν λόγον, οκοίος πρόσθεν ην η γενέσθαι γη» (απ. 31)
Τελικά, όλα είναι ένα, όλα κινούνται και αλλάζουν, το κάθε τι έχει το αντίθετό του και, το όλον, το περιέχον, ο κόσμος διαπνέονται από την καθολική σοφία που είναι ο λόγος. Ο λόγος μεταφράζεται σε διπολικές σχέσεις αντιθέτων, σε συμπαντική αρμονία μέσα από τον ανταγωνισμό και την αντιπαράθεση, σε αέναη κίνηση και αλλαγή, σε μεταστοιχείωση, σύνθεση, αποδόμηση. Ο λόγος μεταφράζεται επίσης σε λόγο που αρθρώνεται και εκστομίζεται, σε αλήθεια, τη μόνη αλήθεια. Γιατί ο λόγος είναι κοινός, άρα και η αλήθεια κοινή.
Η φωτιά δεν είναι η αρχή του κόσμου γιατί ο κόσμος δεν έχει αρχή και τέλος. Είναι το αέναο γίγνεσθαι στο οποίο αντανακλάται ο κόσμος το κάθε λεπτό. Η φωτιά συμμετέχει στην κυκλική πορεία της μεταβολής των στοιχείων και είναι η κινητήρια δύναμη της μεταβολής αυτής. Λόγος και Φωτιά εξουσιάζουν τον Κόσμο, αλλά εκ των ένδων. Η Ηρακλείτεια σκέψη φώτισε το δρόμο της σύλληψης του κόσμου ως μιας και μοναδικής οντότητας, και του παραμερισμού κάθε έννοιας δημιουργισμού και εσχατολογίας, υπέρ μιας διαλεκτικής του γίγνεσθαι που φανερώνεται ως το μόνο μετρήσιμο μέγεθος, διαμέσου του οποίου εκδηλώνεται η ουσία των πραγμάτων.
Ο Ηράκλειτος μίλησε και «η σκέψη αρθρώθηκε»
Βιβλιογραφία:
- Κώστας Αξελός, «Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία», Εκδόσεις Εξάντας
- G. S. Kirk, J. E. Raven, M. Schofield, Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι, Εκδόσεις: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
Αποσπάσματα:
- (απ. 50): Όχι εμένα αλλά το λόγο αφού ακούστε, είναι σοφό να ομολογήσετε ότι Ένα τα Πάντα
- (απ. 30) Αυτόν τον κόσμο που είναι για όλους, ούτε κανείς θεός ούτε άνθρωπος τον έκανε, αλλά ήταν από πάντα και είναι και θα είναι αιώνια φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο
- (απ. 52) Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει, ρίχνοντας ζάρια ∙ ενός παιδιού η βασιλεία
- (απ. 91) Δεν μπορούμε να μπούμε δυο φορές στο ίδιο ποτάμι…(Κάθε τι θνητό) σκορπίζεται και πάλι μαζεύεται, πλησιάζει και απομακρύνεται
- (απ. 49α) Στα ίδια ποτάμια μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε
- (απ. 53) Ο πόλεμος είναι πατέρας όλων, όλων βασιλιάς ∙ άλλους ανέδειξε θεούς κι άλλους ανθρώπους, άλλους έκανε δούλους κι άλλους ελεύθερους
- (απ. 80) Πρέπει να ξέρουμε ότι ο πόλεμος είναι κοινός κι διχόνοια δικαιοσύνη, κι ότι τα πάντα γίνονται από διχόνοια κι από ανάγκη
- (απ.8)Το αντίθετο (είναι) σύμφωνο, από τις διαφορές γιεννιέται η πιο ωραία αρμονία και τα πάντα γίνονται με τη διχόνοια
- (απ. 10) (Συνδέσεις όλα κι όχι όλα), ομόνοια διχόνοια, συμφωνία ασυμφωνία ∙ από όλα (γεννιέται) το ένα κι από το ένα όλα
- (απ. 1) Αν και ο λόγος αυτός είναι αιώνια οι άνθρωποι γίνονται ασύνετοι και πριν τον ακούσουν κι αφού τον ακούσουν για πρώτη φορά ∙ γιατί, ενώ τα πάντα γίνονται σύμφωνα μ’ αυτόν το λόγο, οι άνθρωποι μοιάζουν άπειροι ακόμα κι όταν καταπιάνονται και με λόγια και με έργα τέτοια σαν κι αυτά που εγώ διηγούμαι, διαιρώντας το καθένα κατά τη φύση του και λέγοντάς το όπως έχει ∙ οι άλλοι όμως άνθρωποι ξαστοχούν όσα κάνουν ξύπνιοι, όπως λησμονούν όσα κάνουν στον ύπνο τους
- (απ. 2) Γι’ αυτό πρέπει να ακολουθήσουμε τον κοινό λόγο γιατί το κοινό είναι συμπαντικό. Ενώ όμως ο λόγος είναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να είχαν μια δική τους φρόνηση
- (απ. 72) Με το λόγο, αυτόν που τα κυβερνάει όλα, τον οποίο μάλιστα συναναστρέφονται αδιάκοπα, μ’ αυτόν έχουν διαφορές, κι όσα συναντούν κάθε μέρα, τούς φαίνονται ξένα
- (απ. 90) Τα πάντα ανταλλάσσονται με τη φωτιά και με τα πάντα η φωτιά, όπως τα πράγματα με το χρυσάφι και το χρυσάφι με τα πράγματα
- (απ. 76) Η φωτιά ζει το θάνατο της γης κι ο αέρας ζει το θάνατο της φωτιάς, το νερό ζει το θάνατο του αέρα και η γη του νερού
- (απ. 31) Μετατροπές της φωτιάς: πρώτα θάλασσα και το μισό της θάλασσας γη, το άλλο μισό σίφουνας…Διαχέεται η θάλασσα και φθάνει στο ίδιο μέτρο της αναλογίας που ίσχυε πριν γίνει γη

Η Ψυχή ήταν μια πανέμορφη κόρη κάποιου βασιλιά!

   Από αντικείμενο ερωτικού πόθου η Ψυχή των Ελλήνων μεταλλάχτηκε πλήρως σε υποκείμενο αμαρτίας και θύμα της κολάσεως. Ήταν επόμενο να υποστεί τα παθήματα αυτά από τους ανώμαλους και κακούργους Πατέρες της χριστιανικής Εκκλησίας, διότι όποια και όποιος ερωτεύεται δεν μπαίνει αλλά και ούτε παραμένει στα βρώμικα μαντριά της θρησκείας.

 

Τα ευεργετικά φάρμακα του Επίκουρου κατά του ψυχοφθόρου Φόβου του θανάτου

“Το πιο φοβερό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε για εμάς – στον βαθμό που όσο υπάρχουμε, δεν είναι παρών. κι όταν πάλι είναι παρών εκείνος, τότε δεν υπάρχουμε εμείς. Άρα ο θάνατος δεν υπάρχει ούτε για τους ζωντανούς ούτε για τους πεθαμένους – εφόσον για τους πρώτους δεν υπάρχει, ενώ οι άλλοι δεν υπάρχουν πια.” Επιστολή προς Μενοικέα, 125


“Άφοβον ο θεός, ανύποπτον ο θάνατος, και ταγαθόν μεν εύκτητον, το δε δεινόν ευκαρτέρητον.”
Ο θεός δεν είναι για φόβο (διότι η θεϊκή δύναμη δεν απειλεί εκ φύσεως), ο θάνατος δεν προκαλεί ανησυχία (διότι δεν υπάρχει μετά θάνατο ζωή) και το καλό (ό,τι πραγματικά χρειαζόμαστε) εύκολα αποκτιέται, το δε κακό αντέχεται (ό,τι μας κάνει να υποφέρουμε, εύκολα μπορούμε να το υπομείνουμε).” Φιλόδημος
“Ὁ θάνατος οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς. τὸ γὰρ διαλυθὲν ἀναισθητεῖ, τὸ δ΄ ἀναισθητοῦν οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς.”
Ο θάνατος δεν είναι τίποτε για εμάς, διότι αυτό που έχει αποσυντεθεί δεν αισθάνεται και αυτό που δεν αισθάνεται δεν είναι τίποτε για εμάς.” Κύριαι Δόξαι, 2
Ὅρος τοῦ μεγέθους τῶν ἡδονῶν ἡ παντὸς τοῦ ἀλγοῦντος ὑπεξαίρεσις. ὅπου δ΄ ἂν τὸ ἡδόμενον ἐνῇ͵ καθ΄ ὃν ἂν χρόνον ᾖ͵ οὐκ ἔστι τὸ ἀλγοῦν ἢ λυπούμενον ἢ τὸ συναμφότερον.
Όριο του μεγέθους των ηδονών είναι η εξάλειψη κάθε πόνου. Όπου είναι παρούσα η ηδονή και για όσο διάστημα είναι παρούσα, δεν υπάρχει τίποτε που να προξενεί πόνο ή λύπη ή και τα δύο μαζί.” Κύριαι Δόξαι, 3
“Οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως ἄνευ τοῦ ἡδέως.
Είναι αδύνατον να ζεις ευχάριστα χωρίς να ζεις σοφά, έντιμα και δίκαια και είναι αδύνατον να ζεις σοφά έντιμα και δίκαια χωρίς να ζεις ευχάριστα.” Κύριαι Δόξαι, 5
Ὧν ἡ σοφία παρασκευάζεται εἰς τὴν τοῦ ὅλου βίου μακαριότητα πολὺ μέγιστόν ἐστιν ἡ τῆς φιλίας κτῆσις.
Από τα αγαθά που παρέχει η σοφία για τη μακαριότητα της ζωής στο σύνολό της το μέγιστο είναι η απόκτηση της φιλίας.” Κύριαι Δόξαι, 27
«Ταῖς γὰρ ἰδίαις οἰκειούμενοι διὰ παντὸς ἀρεταῖς τοὺς ὁμοίους ἀποδέχονται͵ πᾶν τὸ μὴ τοιοῦτον ὡς ἀλλότριον νομίζοντες».
(Οι άνθρωποι), καθώς είναι εξοικειωμένοι διαρκώς με τις δικές τους αρετές, αποδέχονται τους ομοίους τους και θεωρούν ξένο κάθε τι το διαφορετικό.” Επιστολή προς Μενοικέα, 124
«Πᾶν ἀγαθὸν καὶ κακὸν ἐν αἰσθήσει. στέρησις δέ ἐστιν αἰσθήσεως ὁ θάνατος».
Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, ενώ ο θάνατος είναι ακριβώς η στέρηση της αίσθησης.” Επιστολή προς Μενοικέα, 124
«Τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς͵ ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν͵ ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν͵ ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ͵ τόθ΄ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν. οὔτε οὖν πρὸς τοὺς ζῶντάς ἐστιν οὔτε πρὸς τοὺς τετελευτηκότας͵ ἐπειδήπερ περὶ οὓς μὲν οὐκ ἔστιν͵ οἳ δ΄ οὐκέτι εἰσίν».
Το πιο φοβερό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε για εμάς – στον βαθμό που όσο υπάρχουμε, δεν είναι παρών. κι όταν πάλι είναι παρών εκείνος, τότε δεν υπάρχουμε εμείς. Άρα ο θάνατος δεν υπάρχει ούτε για τους ζωντανούς ούτε για τους πεθαμένους – εφόσον για τους πρώτους δεν υπάρχει, ενώ οι άλλοι δεν υπάρχουν πια.” Επιστολή προς Μενοικέα, 125

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. ΕΙΣΗΛΘΕ Ή ΔΕΝ ΕΙΣΗΛΘΕ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ;

Γιατί ο Γιαχβέ, πατέρας του Χριστού (“Ιδου ο Υιός μου ο αγαπητός..” είπε στα βαφτίσια του γιού του) διάλεξε να γονιμοποιήσει, δια του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, γυναίκα ύπανδρον, χάριν της γεννήσεως του Υιού του; Χάθηκαν οι τόσες και τόσες ελεύθερες (ανύπανδρες) που υπήρχαν «τω καιρώ εκείνω». Δηλαδή αν τον Χριστούλη τον έφερνε στον κόσμο μια πραγματική παρθένα, θα μας ξίνιζε ο θεολογικός μας τραχανάς; Έπειτα μην το χάφτετε ότι το έστειλε, το πνεύμα αυτό, ο Θεός. Και τα δυο τους είναι ένα. Χώρια που έχουν και τρίτον ίδιο τους, αυτόν τον Χριστό, που ο ίδιος γονιμοποίησε την ίδια του την μάνα!!! Διότι αυτή η τριάδα είναι αχώριστος και αδιαίρετος.

Επομένως; Όταν το Άγιο Πνεύμα γονιμοποιούσε την Παναγιά (η οποία, ω του θαύματος, παρέμεινε Παρθένα, ακόμη και μετά την γέννα του Υιού της), ο Χριστούλης το παιδάκι της, ήταν παρών εκεί, μαζί με τους άλλους δυο αδιαίρετους!!!

OI ΦΘΙΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΛΥΦΘΕΙ Η ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΗ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΜΑΝΑ ΤΟΥ:

Αυτό το θεολογικά μπερδεμένο κουβάρι, ξεχώρισε – αν και ο λόγος δεν ήταν τόσο σοβαρός (filioque) - τους ανατολικούς Ορθόδοξους από τους δυτικούς Καθολικούς. Τα υπόλοιπα που λένε, είναι για να είχαμε να λέμε. Ότι δηλαδή για λόγους ηγεμονίας και οικονομικών βλέψεων συνέβη αυτός ο διχασμός της χριστιανοσύνης.

Ο Ορθόδοξος σου λέει: το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα (το αδιαίρετο και αχώριστο πήγε περίπατο, για να μη γίνουμε ρεζίλι των σκυλιώνε). Επομένως, όταν το απόστειλε ο Πατήρ στην Μαρία, για να γίνει το θέλημά του, ο Υιός – ιδέα δεν είχε το παιδί (ήταν ξεχωρισμένος εκείνη τη στιγμή) – και δηλαδή δεν ήταν μαζί του. Άρα, δεν υφίσταται θέμα αιμομιξίας (προαιμομιξίας για την ακρίβεια).

Πάμε τώρα στον Καθολικό. Το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Πατέρα και από τον Υιό (filioque). Κι εδώ πρόβλημα ουδέν. Στην Μαρία το έστειλε ο Πατήρ, δίχως να ενημερώσει τον Υιό, τον οποίο, παρ’ όλο που υπήρχε, αυτός ήθελε να τον γεννήσει.

(Αυτό το Άγιο Πνεύμα τελευταία φαίνεται ότι τα μπερδεύει μερικές φορές. Όπως σ’ εκείνη την περίπτωση, που σε κάποια Θεοφάνεια πήγε και κάθισε πάνω στο κεφάλι του Καρατζαφέρη)

ΓΙΑ ΤΟ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ ΟΛΟΥ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΕΠΙΣΚΕΥΘΗΚΑ ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ

Σε έρευνα μου της Βίβλου και των Ευαγγελίων, ξεκαθαρίζω το θολό τοπίο, που αφορά στον κρίνο δια του οποίου συνελήφθη ο Χριστός και στο «Εν τή Γεννήσει τήν παρθενίαν εφύλαξας».

Κάθε χρόνο στα σχολεία της χώρας της Ελλάδος, ο εορτασμός αυτού του ιουδαϊκού παραμυθιού (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου), καπελώνει τον εορτασμό της Επανάστασης του 21, αποδεικνύοντας περίτρανα, ότι η επανάσταση αυτή μπορεί να απελευθέρωσε το χώμα όμως παρέδωσε, για τα καλά, τις ψυχές των νεο-Ελλήνων στο ιουδαιοχριστιανικό χτικιό.

Ήταν ο Εμμανουήλ αδελφός του Ιησού Χριστού;

Πως απέφυγε τον χαρακτηρισμό της πόρνης η Μαρία;

Πως απέφυγε τον λιθοβολισμό της ως ανύπαντρη μητέρα;

Είχε αλλά παιδιά η Μαρία;

Με την σύλληψη (εγκυμοσύνη) της Μαρίας, η κατάσταση πρέπει να έγινε εξαιρετικά περίπλοκη. Η Μαρία δεν ήταν ακόμα παντρεμένη, και για όλους εξακολουθούσε να είναι… μιά ανύπαντρη έγκυος παρθένα! Η εγκυμοσύνη όμως αργά ή γρήγορα θα γινόταν αντιληπτή, και η μικρούλα έγκυος Μαρία, έπρεπε σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσή, να λιθοβοληθεί πάραυτα!

Σεβόμενος τους νόμους του Μωυσή, ο ίδιος ο Ιωσήφ, θα έπρεπε να την παραδώσει στην κρίση των ιερέων. Κάθε παραβίαση αυτού του νόμου απ’ τον Ιωσήφ, τον καθιστούσε συνένοχο! Όμως η μικρή Μαρία, θα έπρεπε, ή να απαλλαγεί απ’ την κατηγορία της πορνείας, ή να τιμωρηθεί, άλλη διέξοδος δεν υπήρχε.

Το πρόβλημα ήταν περίπλοκο και το δίλλημα εντελώς αδιέξοδο, και θα δούμε γιατί οι “θεόπνευστοι” ευαγγελιστές, δεν το άγγιξαν καθόλου!

Κάποια φυσική διέξοδο, που περιπλέκει όμως ακόμα περισσότερο τα πράγματα, καταγράφουν τα εξω-βιβλικά κείμενα[1] όπως στο Ευαγγέλιο Ιακώβου (7.11-17.3). Εκεί βλέπουμε να προσπαθούν να κάνουν κάτι εντελώς δικαιολογημένο, να δώσουν δηλαδή την νόμιμη διέξοδο στην περίπλοκη αυτή υπόθεση. Ας δούμε τι λέει.

Ο Ιωσήφ, όταν αντιλαμβάνεται την εγκυμοσύνη της δωδεκάχρονη[2] Μαρίας, το παίρνει κατάκαρδα: «έτυψεν το πρόσωπον αυτού και έρριψεν αυτόν επί τον σάκκον και έκλαυσε πικρώς. Τις εχμαλώτησε την παρθένον και εμίανεν αυτήν;», και αγανακτισμένος ο Ιωσήφ τη ερωτάει: «τι τούτο το πονηρόν εποίησες εν τω οίκω μου; (τι είναι αυτό το πονηρό που έκανες μεσ’ στο σπίτι μου), εσύ που μεγάλωσες μέσα στο ιερό;» Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου 26.15.

Απ’ την άλλη η Μαρία τον διαβεβαιώνει: «καθαρά είμαι και άνδρα ου γινώσκω. Και είπεν αυτή Ιωσήφ. Πόθεν έστιν ουν τούτο εν τη γαστρί σου; Και εφοβήθη ο Ιωσήφ σφόδρα διαλογιζόμενος, εαν αυτής κρύψω το αμάρτημα, ευρεθήσομαι μαχόμενος τω νόμω Κυρίου, εαν δε φανερώσω, φοβούμαι μήπως παραδώσω αίμα αθώον εις θάνατον» Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου 27.1. (ΤLG: proteyageliun Jacobi)

Ο εντελώς απάνθρωπος βιβλικός νόμος επιβεβαιώνεται, απ’ τους φόβους του μνηστήρα Ιωσήφ. Η κατάσταση λοιπόν αφορούσε όχι μόνο τη Μαρία, αλλά και τον ίδιο τον Ιωσήφ!

Η μικρούλα Εβραία έγκυος, αντιμετώπιζε φρικτό δια λιθοβολισμού θάνατο, σε περίπτωση που διαπιστωνόταν η πορνική της εγκυμοσύνη! Σε αντίθεση λοιπόν με τα ευαγγέλια, που δεν δίνουν καμία λύση στο καυτό αυτό πρόβλημα, στο εξωβιβλικό κείμενο του Ιακώβου, ο Ιωσήφ φαίνεται να αντιμετωπίζει το σοβαρό πρόβλημα που δημιούργησε με τον Νόμο, η ξαφνική, άκαιρη και ανεξήγητη εγκυμοσύνη της αρραβωνιαστικιάς του Μαρίας!

Η θέση της ήταν εξαιρετικά δύσκολη! Ο Νόμος απαιτούσε: «Εάν όμως… δεν ευρεθή παρθένος η κόρη, τότε θέλουσιν εκφέρει την νέαν εις την θύραν του οίκου του πατρός αυτής, και οι άνθρωποι της πόλεως αυτής, θέλουσι λιθοβολίσει αυτήν με λίθους, και θέλει αποθάνει, διότι έπραξεν αφροσύνην (παρανομία) εν τω Ισραήλ, πορνεύουσα τον οίκον του πατρός αυτής• και θέλεις εξαφανίσει το κακόν εκ μέσου σου». Δευτ.22.21.

Σημειωτέον ότι αυτή η καταδίκη δια λιθοβολισμού, της εκτός γάμου διακορευμένης κόρης, δεν φαίνεται πουθενά να εξέταζε την ενδεχόμενη εγκυμοσύνη της, για πιθανή ματαίωση του λιθοβολισμού! Ο μωυσιακός νόμος, δεν ήταν μόνο απίστευτα βάρβαρος και απάνθρωπος, αλλά απόλυτα στενόμυαλος και κοντόφθαλμος!

Εάν όμως ο σύζυγος και οι ιερείς, δεν ήταν σίγουροι και απλώς είχαμ υποψίες για την ενοχή της, τότε η γυναίκα αυτή έπρεπε να υποστεί απ’ τους ιερείς την βάσανο της «αγνείας». Τότε ήταν που το θύμα, ήταν στην απόλυτη εξουσία των ιερέων και έπρεπε από το χέρι ιερέως να πιει: «ύδωρ ελεγμού ή επικαταρωμένο ύδωρ» Αριθμοί 5.18-22.

Στο ελεγκτήριο αυτό ύδωρ, οι ιερείς διάβαζαν κάθε είδους βιβλικές κατάρες, και στην συνέχεια πρόσθεταν: “μελάνη” και “ιερό χώμα” (Αριθ.5.11-31) που το πάτησαν με τα ιερά τους σανδάλια, μέσα στη σκηνή του μαρτυρίου, και μετά το πότιζαν στο θύμα τους!

Έτσι με το πρόσχημα αυτής της ανατολίτικης «θεοδικίας», οι ιερείς είχαν τη δυνατότητα, να ρίξουν ότι ήθελαν μέσα σ’ αυτό το ποτό του ελέγχου, και φυσικά ήταν αυτοί που τελικά αποφάσιζαν, για το αν κάποια ήταν ένοχος και έπρεπε να πεθάνει με φρικτούς πόνους απ’ το δηλητηριασμένο καταπότι, ή αν έπρεπε να αθωωθεί και να ξεφύγει αλώβητη απ’ το επικαταραμένο ύδωρ ή ελεγκτήριο ύδωρ, της ιερατικής ψευδο-θεοδικίας ή «αγνείας», όπως έγινε γνωστή αργότερα στον βυζαντινό Μεσαίωνα![3] Περί “αγνείας”.

Στο πρωτευαγγέλιο λοιπόν του Ιακώβου, βλέπουμε πράγματι να επακολουθεί, η από του νόμου προβλεπόμενη και αναπόφευκτη αυτή συνέχεια. Έτσι (στο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου) όταν η εγκυμοσύνη της Μαρίας έγινε πιά φανερή, για να την απαλλάξουν οριστικά από κάθε υπόνοια, και να ξεφύγει τον υποχρεωτικό λιθοβολισμό, χρησιμοποίησαν και στους δύο (Μαρία και Ιωσήφ) την δοκιμασία του ελεγκτηρίου ή επικαταρωμένου ύδατος: «και είπε ο αρχιερεύς, θα σας ποτίσω το ύδωρ της ελέγξεως Κυρίου για να φανερώσει το αμάρτημα σας. Και λαβών ο αρχιερεύς επότισεν τον Ιωσήφ και την Μαρία και έστειλε αυτούς εις την έρημο, και εθαύμασεν πάς ο λαός, ότι ουκ εφάνη η αμαρτία αυτών και ο αρχιερεύς απέλυσεν (αθώωσε) αυτούς» Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου 34.1-13. Μπορεί βέβαια να παρακολουθούμε αυθεντικές σκηνές βιβλικής μαγείας… αλλά αυτή ήταν η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία!

Αυτή λοιπόν η αφήγηση, (στο Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου) με τον τρόπο αυτόν, αθωώνει τελικά τόσο τον Ιωσήφ, όσο και την Μαρία, ακολουθώντας επαναλαμβάνω, το πνεύμα και το γράμμα της τυπικής ιερατικής πρακτικής, που ήταν υποχρεωτική σε ανάλογες περιπτώσεις.

Οι ιερείς λοιπόν του Ιουδαϊσμού, είχαν την εξουσία, να ποτίζουν διάφορες βρωμιές και δηλητήρια σε μια έγκυο κοπελίτσα, για να δουν (ουσιαστικά να αποφανθούν), αν θα της επιτρέψουν να διαφύγει, τον απίστευτα βαρβαρικό γιαχβικό νόμο του θανάτου δια λιθοβολισμού! Αν μάλιστα η κοπελίτσα αυτή ήταν κόρη ιερέως, τότε για το σεξουαλικό της αυτό παράπτωμα, η δύστυχη μικρούλα, έγκυος ή μη… καιγόταν ζωντανή: «και θυγατέρα ιερέως αν βεβηλωθεί με πορνεία, επί πυρός κατακαυθήσεται». Λευιτικό 21.9.

Τελικά, η εξωβιβλική αυτή αφήγηση, μπορεί μεν να βρίσκεται έξω απ’ τον αναγνωρισμένο κανόνα των θεόπνευστων βιβλίων, περιγράφει όμως αντικειμενικά τις υποχρεωτικές ιουδαϊκές εξελίξεις, στην περίπτωση μιας διαπιστωμένης πορνικής (δηλαδή παράνομης) εγκυμοσύνης.

Όπως και να το δούμε, η μικρούλα Μαρία, με την εκτός νομού εγκυμοσύνη της, βρισκόταν επικίνδυνα υπόλογη στον μωυσιακό νόμο. Ενώ λοιπόν η παραπάνω (εξω-βιβλική) περιγραφή, δίνει την προβλεπόμενη απάντηση, στη βασική αυτή εκκρεμότητα της Μαρίας απέναντι στο μωυσιακό νόμο… τα επίσημα ευαγγέλια, μας αφήνουν άναυδους, εγκαταλείποντας αυτή την νομική εκκρεμότητα εντελώς στον αέρα… και θα δούμε γιατί!

Ερώτηση: Αλήθεια γιατί απ’ τα επίσημα ευαγγέλια, δεν υιοθετήθηκε αυτή η νόμιμη, φυσιολογική και προβλεπόμενη απ’ το νόμο διέξοδος; Αυτή είναι μια σπουδαία ερώτηση, που την απάντηση της, με έκπληξη θα διαβάστε στο τέλος του άρθρου.

Οι ευσεβείς λοιπόν Ιουδαίοι, τουλάχιστον κάθε Σάββατο έπρεπε να παραβρίσκονται στις συναγωγές. Κι εμείς με τη σειρά μας ρωτάμε: Δεν είδαν την εγκυμοσύνη της Μαρίας οι ιερείς; Δεν έγινε αντιληπτή η προχωρημένη εγκυμοσύνη της δεκατριάχρονης Μαρίας; Αν ναι, με ποια δικαιολογία την άφησαν ατιμώρητη; Με ποιο σκεπτικό παρέβλεψαν την εγκυμοσύνη μιας παράνομης παρθένας;

Ας αφήσουμε όμως για λίγο μετέωρες τις ερωτήσεις μας, κι ας πάμε για λίγο σε μια άλλη ανάλογη περίπτωση εγκυμονούσης “παρθένας”, που κι αυτή ξέφυγε τον θάνατο απ’ την προβλεπόμενη πυρά της κατάκρισης, που μας αναφέρει ο Ησαΐας, και που όπως θα δούμε, η περίπτωσή της μας ενδιαφέρει άμεσα.

Μια άλλη παράλληλη υπόθεση παρθενογέννησης

Την εποχή λοιπόν που βασιλιάς στην Ιερουσαλήμ ήταν ο Άχαζ, συνέβη κάτι αναπάντεχα προδοτικό. Το βόρειο εβραϊκό έθνος του Ισραήλ, με πρωτεύουσα την Σαμάρεια, συμμάχησε με τους Ασσύριους, με προφανή σκοπό την κοινή υποδούλωση του νότιου εβραϊκού έθνους των Ιουδαίων, και της πρωτεύουσάς τους Ιερουσαλήμ! Ο αδελφοκτόνος πόλεμος και η συντριβή της Ιερουσαλήμ, φαινόταν πως ήταν πλέον ζήτημα χρόνου.

Ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, κάλεσε τον προφήτη Ησαΐα (που τότε ήταν κάτι σαν υπουργός άμυνας), να τον συμβουλευθεί. Οι μυστικές πληροφορίες που είχε ο προφήτης, αλλά και τα μυστικά όπλα μαζικού θανάτου που διέθετε, καθιστούσαν την γνώμη του πραγματικά “θεϊκή”.

Ο Ησαΐας απάντησε καθησυχαστικά στον βασιλιά: «να μένεις ήσυχος. Μη φοβηθείς, μηδέ μικροψυχήσεις, από τον άγριο θυμό της Σαμάρειας και της Συρίας… Τούτο (η συμμαχία Σαμάρειας και Συρίας) δεν θα σταθεί ουδέ θέλει γίνει». Ησαΐας 7.4-7.

Όμως, αμέσως μετά την διαβεβαίωση αυτή και μέσα στην συζήτηση περί του ενδεχόμενου πολέμου… ο Ησαΐας κάνει κάτι πρωτάκουστο, πιέζει τον βασιλιά να ζητήσει απ’ τον θεό, κάποιο σημείο (θαύμα) που να επιβεβαιώνει αυτή την ευνοϊκή προφητεία του!

Ο βασιλιάς Άχαζ τα έχασε! Όχι μόνο δεν καταλάβαινε που το πάει ο προφήτης, αλλά εντελώς φυσιολογικά, απάντησε ότι δεν θα τολμούσε ποτέ του να ζητήσει θαύμα επιβεβαίωσης, στην έτσι κι αλλιώς θετική αυτή προφητεία! Και τότε, χωρίς καν να του το ζητήσει ο βασιλιάς, ολοφάνερα για δικούς του λόγους, ο Ησαΐας κάνει μια επιπρόσθετη προφητεία: «ακούστε τώρα όλοι εσείς απ’ τον οίκο του Δαυίδ… ο Κύριος θα σας δώσει σημείον, (αν και κανένας δεν το ζήτησε!) ιδού η παρθένος (προφανώς τους δείχνει κάποια κοπέλα) θέλει συλλάβει και γεννήσει υιόν, και θέλει καλέσει το όνομα αυτού Εμμανουήλ, βούτυρο και μέλι θα τρώει, και πριν το παιδί (αυτό) μάθει να απορρίπτει το κακό και να εκλέγει το αγαθό (εκπληκτικές αοριστίες που μπορούν να εφαρμοστούν από την βρεφική ηλικία μέχρι και την εφηβεία του παιδιού!) η γη (η συμφωνία) την οποίαν εσύ τρέμεις, θα εγκαταλειφθεί από τους δύο βασιλείς». Ησαΐας 7.13-16.

Η προφητεία (ουσιαστικά, εξαιρετικά συμβατική πρόβλεψη) ήταν ξεκάθαρη, οι αναμενόμενες εξελίξεις του πολέμου, αργούν ακόμα! Ο Ησαΐας πρόβλεψε την διάλυση της συμμαχίας μεταξύ Σαμάρειας και Συρίας, κάτι που θα μπορούσε να αποπειραθεί οποιοσδήποτε, έχοντας απλώς περισσότερες πληροφορίες!

Όμως, που κολλάνε στην πρόβλεψη αυτή, όσα ξεκάρφωτα είπε ο Ησαΐας για ένα παιδί, που θαυματουργικά θα γεννηθεί από παρθένο; Ποιά ανάγκη υπήρχε να δώσει ο θεός πρόσθετες εγγυήσεις για την καλή έκβαση των εξελίξεων, καθιστώντας (θαυματουργικά) έγκυο μια άσχετη παρθένο, θέτοντάς την και σε κίνδυνο λιθοβολισμού;

Επειδή όμως γνωρίζουμε, ότι σαφώς κανένας θεός δεν σχετίστηκε ποτέ με οποιουσδήποτε προφήτες, αντιμετωπίζοντας κατάματα την ουσία, πρέπει να ρωτήσουμε… τι ανάγκασε τον προφήτη να εμπλέξει στις πολιτικο-στρατιωτικές συζητήσεις του και πιθανές εξελίξεις της περιοχής του, την παρθενογέννηση κάποιου παιδιού, δίνοντας επιπλέον διαβεβαιώσεις που κανένας δεν του ζήτησε;

Η εξήγηση είναι εξαιρετικά απλή! Απλά ο προφήτης γνώριζε, ότι μια αφιερωμένη στον ναό ανύπαντρη κοπέλα, εξ αιτίας απρόσμενης εγκυμοσύνης, σε λίγους μήνες θα γεννούσε παιδί, και η κατάστασή της ήταν απλά τραγική! Κάτι έπρεπε λοιπόν να γίνει και μάλιστα επειγόντως, για να αποφευχθεί ο προβλεπόμενος από το νόμο υποχρεωτικός θάνατός της!

Έτσι ο προφήτη δεν χάνει την ευκαιρία. Γνωρίζοντας ότι μόνο μια ανάλογη προφητική κίνηση, που θα έδινε άλλη, “θετικότερη” διάσταση στο γεγονός της άνομης σύλληψης αυτού του παιδιού, θα μπορούσε να σώσει την κακόμοιρη νεαρή έγκυο και το παιδί της από τον λιθοβολισμό, ή την καύση της στην πυρά που της επέβαλε ο απάνθρωπος μωυσιακός νόμος, σπεύδει να προβάλει την συγκεκριμένη εγκυμοσύνη ως θεϊκό σημάδι… αν και κανένας δεν το ζήτησε!

Η αναγόρευση της ανθρώπινα φυσιολογικής, αλλά παράνομης εγκυμοσύνης της, σε θεόσταλτη παρθενο-σύλληψη και η μετατροπή της σε θεοσημία, ήταν ο μόνος τρόπος διαφυγής! Εξ αφορμής λοιπόν κάποιων άσχετων και μελλοντικών στρατιωτικών εξελίξεων στην περιοχή, ο Ησαΐας πιθανότατα για προσωπικούς του λόγους, (ενδεχομένως να ήταν ο ίδιος πατέρας του Εμμανουήλ) είχε την ευφυή πρωτοβουλία, να δώσει στην περίπτωση, διαστάσεις θαύματος και παρθενο-σύλληψης, αποτρέποντας τον προβλεπόμενο θάνατο της μητέρας του Εμμανουήλ (μαζί με τον κυοφορούμενο Εμμανουήλ) στην πυρά!

Ότι πρόκειται για συγκεκριμένο φυσιολογικό παιδί, παράνομης σχέσης και όχι για αόριστη προφητεία, το βλέπουμε λίγα εδάφια παρακάτω! Το παιδί εκείνο, ο Εμμανουήλ, (δέκα μόλις εδάφια μετά την αναγγελία της γέννησής του) γεννήθηκε πράγματι, και ο προφήτης μαζί με άλλους ιερείς και «πιστούς μάρτυρες» παρευρέθησαν στην γέννηση και την ονοματοδοσία του “παρθενο-γεννημένου” αυτού παιδιού:

«Και προσήλθον προς την προφήτισσα ήτις συνέλαβε και γέννησε τον υιόν. Και είπε ο Κύριος, κάλεσον το όνομα αυτού: Εμμανουήλ (που κατά το Μασοριτικό κείμενο[4] σημαίνει) Ταχέως σκύλευσον οξέως προνόμευσον, διότι πριν το παιδί (αυτό) καταφέρει να πει πατέρα και μητέρα, (που σημαίνει ότι το παιδί απέκτησε τελικά και ανάδοχο πατέρα) τα πλούτη της Σαμάρειας θα διαρπαγούν από τον βασιλιά της Ασσυρίας». (Ο΄) Ησαΐας 8.3-4.

Ο Εμμανουήλ, το θεόσταλτο εκείνο παιδί, τελικά γεννήθηκε! Δεν γνωρίζουμε αν ο Ησαΐας ήταν ο ίδιος ο πατέρας αυτού του παιδιού. Το σίγουρο είναι, ότι ο Ησαΐας έσωσε μια νεαρή αφιερωμένη (προφήτισσα) που είχε την ατυχία (ή την τύχη) να την επισκεφθεί “ουρανόσταλτο σπέρμα” και να μείνει έγκυος άγαμη, δηλαδή έξω απ’ τους κανόνες του Μωυσή!

Ο Ησαΐας γνώριζε πως απ’ την στιγμή που η εγκυμοσύνη της θα γινόταν φανερή, η ζωή της θα τελείωνε με λιθοβολισμό, ή ακόμα χειρότερα, επειδή ήταν προφήτισσα, στην πυρά του εξαγνισμού, όπως απαιτούσε ο κατά τα αλλά θεόπνευστος νομοθέτης Μωυσής!

Το περίεργο είναι, ότι αυτήν ακριβώς την περίπτωση της ολοφάνερα κίβδηλης παρθενο-γέννησης, στην εποχή του Ησαΐα, στην οποία κανένας δεν θα έπρεπε να μπορεί να δώσει άλλη απ’ την παραπάνω ερμηνεία, (γιατί το συγκεκριμένο παιδί γεννήθηκε την εποχή εκείνη) επικαλούνται ως την πλέον εντυπωσιακή προφητεία, για την μοναδική όπως λένε, παρθενο-γέννηση του θεοποιημένου Ιησού! Μάλιστα, δεν διστάζουν να συνδέσουν τον Ιησού, με το παιδί του οποίου το όνομα (όπως οι ίδιοι λένε) σημαίνει “αισχρό πόλεμο” και όχι αγάπες και λουλούδια, δηλαδή, Εμμανουήλ, δηλαδή: «Γρήγορα σκύλευσε[5] , ταχύτατα λαφυραγώγησε»!

Η θεόσταλτη εγκυμοσύνη, ήταν στην περίπτωση αυτή, η μοναδική θεολογική δικαιολογία, που μπορούσε να βρει ο προφήτης, για να σώσει το παιδί και την αγαπημένη του άγαμη παρθένα προφήτισσα! Άλλωστε, σε κάτι ανάλογο κατέφευγε ολόκληρη η αρχαιότητα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Το παραπάνω συμπέρασμα προκύπτει επίσης, και από την λέξη ’almah (νέα κοπέλα) που χρησιμοποίει το εβραϊκό κείμενο και όχι την λέξη bethulah που ορίζει σαφέστερα την μη διακορευμένη παρθένα.

Λέγεται λοιπόν, πως η συγκεκριμένη περίπτωση του Ησαΐα, προφητεύει την ανάλογη παρθενογέννηση του Ιησού. Κανένας όμως δεν μας εξήγησε, γιατί αφού ο ίδιος ο άγγελος ζήτησε το όνομά του να είναι Εμμανουήλ, (Ματθ.1.23) τελικώς το παιδί της Μαρίας ονομάσθηκε Ιησούς;!

Το όνομα Ιησούς είναι εντελώς διαφορετικό από το όνομα Εμμανουήλ, και το τι σημαίνει μας το ξεκαθαρίζει ο άριστος γνώστης της Ιουδαϊκής γλώσσας (και πιθανότατα Εβραίος πατέρας της εκκλησιάς) Ευσέβιος: «το όνομα του Ιησού μεταληφθέν (μεταφραζόμενο) στα ελληνικά σημαίνει σωτήριον θεού. Επειδή Ισουά στα εβραϊκά σωτηρία σημαίνει. Ιησούς δε από τους ίδιους (τους Εβραίους) Ιωσουέ ονομάζεται. Ιω-σουέ δε εστίν Ιαώ σωτηρία» Ευσέβιος «ευαγγελικής αποδείξεως» 4.17.23.3-9.

Το πραγματικό όνομα του Ιησού λοιπόν είναι: Ιωσουέ ή Ιω-σουέ ή Ιαώ-σουε ή Γιάχ-σουε ή Γιαχσού (ή Jeh-sus) ή «Γιαχβέ-σωτήρ».

Υπάρχει λοιπόν κι άλλος παρθενο-γεννημένος;

Τελικά, πόσο περιπλέκονται τα πράγματα, αν δεχθούμε πράγματι πως στην εποχή του Ησαΐα, από μια ανέγγιχτη παρθένο γεννήθηκε ένα θεόσταλτο παιδί;

Ας υποθέσουμε λοιπόν πως εμείς κάνουμε λάθος, και ο προφήτης Ησαΐας έλεγε αλήθεια… και το παιδί εκείνο, συνελήφθη πράγματι “εκ πνεύματος αγίου”, στην μήτρα εκείνης της ευλογημένης παρθένας, ακριβώς όπως θέλουν να συμβαίνει οι θεολόγοι και στην περίπτωση της Μαρίας και του Ιησού!

Έτσι όμως, τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα χειρότερα. Διότι οδηγούμεθα στο αναπόφευκτο συμπέρασμα, πως ο υιός του θεού τελικά, δεν είναι ένας… αλλά δυο! Ο Ιησούς είχε λοιπόν αδελφό και δεν το ξέραμε! Τώρα, γιατί εκείνος ο Εμμανουήλ, ενώ είχε ακριβώς την ιδία ενδομήτρια σύλληψη από το άγιο πνεύμα, αλλά δεν ήταν υιός θεού, δεν έκανε ουτε ένα θαύμα για δείγμα, και δεν άφησε πίσω του ουτε έναν θεόπνευστο λόγο, αλλά έτρωγε μόνο βούτυρο και μελί (μονό αυτό ξέρουμε γι’ αυτόν) αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο!

Μια δική μας πρόχειρη και ομολογουμένως λίγο ειρωνική ερμηνεία είναι, ότι την εποχή του Ησαΐα, ο Γιαχβέ έκανε μια σοβαρή γενική δόκιμη, για να δει αν μπορεί πράγματι από απόσταση, με το άγιο πνεύμα του, να καταστήσει έγκυο μια παρθένα! Βέβαια, αν εσείς έχετε άλλες σοβαρότερες εξηγήσεις, να τις ακούσουμε ευχαρίστως!

Ερωτήσεις… παρακαλώ απαντήστε:

Όπως καταλαβαίνετε, τα παραπάνω θεολογικά κενά, τόσο στην περίπτωση την παρθενο-σύλληψης της Μαρίας (Ματθ.1.23) όσο και στην περίπτωση παρθενο-σύλληψης της ανώνυμης μητέρας (ουτε καν το όνομα της δεν διεσώθη!) του Εμμανουήλ, (Ησαΐας 7.14) αποτελούν εξαιρετικά γόνιμο πεδίο παραγωγής ερωτήσεων… και φυσικά εμείς δεν θα αφήσουμε την ευκαιρία να πάει χαμένη!

Ένα είναι σίγουρο, στην εντελώς ευφάνταστη αφήγηση των περιστατικών σύλληψης και γέννησης των δυο αυτών παιδιών (του Ιησού και του Εμμανουήλ) δημιουργούνται τεράστια ερωτηματικά, με τα οποία εντέχνως, εδώ και αιώνες, δεν ασχολείται κανένας.

Τι προκύπτει απ’ την αποδοχή της σποράς με άγιο πνεύμα ακόμα ενός παιδιού; Μήπως ότι ο Γιαχβέ έχει… ακόμα ένα παιδί και μας το κρύβανε! Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Ρωτάμε λοιπόν και περιμένουμε απαντήσεις:

*Γιατί αυτό το παιδί ο Εμμανουήλ, που γεννήθηκε ακριβώς με τις ίδιες προϋποθέσεις του Ιησού, απλά μεγάλωσε και προφανώς πέθανε, χωρίς να αφήσει πίσω του καμία ιδιαίτερης σημασίας ιστορία; (Ο΄) Ησαΐας 7.13-16.και 8.3-4.

*Γιατί ένα τέτοιο παιδί, αγιοπνευματικής σποράς δεν έκανε τίποτε αξιόλογο;

*Αν το άγιο πνεύμα έσπειρε κι άλλο παιδί στην περίοδο του Ησαΐα, τον Εμμανουήλ, γιατί δεν αναφέρεται ως ισότιμος και ισάξιος αδελφός του Ιησού;

*Τι διαφορετικό είχε εκείνο το παιδί, αφού σπάρθηκε και γεννήθηκε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο κι απ’ τον ίδιο ουράνιο θεό πατέρα; Γιατί εκείνο το παιδί δεν είχε καμιά απολύτως θεϊκή ιδιότητα όπως ο Ιησούς;

*Γιατί τελικά ο Ιησούς δεν παίρνει το όνομα Εμμανουήλ, παρά την εξαγγελία αυτού του ονόματος από τον “άγγελο” του ευαγγελισμού της σύλληψης; (Ματθαίος 1.23)

*Αφού τελικά ο Ιησούς δεν παίρνει το όνομα Εμμανουήλ, τι πρέπει να υποθέσουμε για τον γκαφατζής άγγελος του ευαγγελισμού Γαβριήλ (για φαντάσου ξέρουμε και τ’ όνομά του!) που είπε τα βαρύγδουπα λόγια: «Εγώ είμαι Γαβριήλ ο παριστάμενος ενώπιον του Θεού» (Λουκάς 1.19) ότι δεν ήξερε τι έλεγε;

*Τελικά ο Ιησούς δεν παίρνει το όνομα Εμμανουήλ, μήπως λοιπόν πρέπει να δηχθούμε ότι το παιδί του Ησαΐα, δεν αποτελεί και τόσο σωστή προφητεία για τον Ιησού;

Ή μήπως (όπως υποδεικνύει ιστορικά η λυσσαλέα λαφυραγώγηση του Ελληνισμού απ’ τον χριστιανισμό!) πείρε τελικά τη “χάρη” του “Εμμανουήλ” που τ’ όνομα του σημαίνει: «Γρήγορα σκύλευσε, ταχύτατα λαφυραγώγησε»;! Ησαΐας 8.3.

*Πως απέφυγε τον χαρακτηρισμό της πόρνης η Μαρία, όταν η εγκυμοσύνη της έγινε γνωστή;

*Αν ο Ιωσήφ, ήταν ισόβιος μνηστήρας, δηλαδή απλός προστάτης και όχι νόμιμος σύζυγος της, πως απέφυγε την κατηγορία της πορνείας και τον λιθοβολισμό η Μαρία;

*Πως δήλωσαν το παιδί, όταν το παρουσίασαν στο (ληξιαρχείο) Ναό της Ιερουσαλήμ, για περιτομή και ονοματοδοσία; (Λουκάς 2.21)

*Δήλωσαν τον μικρούλη Ιησού, ως γιο της Μαρίας, με πατέρα τον Ιωσήφ; Ή μήπως είπαν στους ιερείς, ότι πατέρας του είναι το άγιο πνεύμα;

*Αν δήλωσαν για πατέρα του τον Ιωσήφ, δεν έλεγαν αμφότεροι ψέματα;

*Αν δεν δήλωσαν τον Ιωσήφ ως πατέρα του Ιησούς, πως ξέφυγε απ’ την αυτονόητη κατηγορία, και την υποχρεωτική καταδίκη της σε θάνατο η Μαρία λόγω πορνείας;

*Μήπως η Μαρία, απαλλάχθηκε απ’ την κατηγορία της πορνείας με θεϊκές διαδικασίες, που πρόβλεπε ο μωυσιακός νομός, δηλαδή με «ύδωρ ελεγμού ή επικαταρωμένο ύδωρ»; Αριθμοί 5.18-22.

*Αν ναι, γιατί δεν αναφέρεται πουθενά αυτή η νόμιμη διαδικασία απαλλαγής της Μαρίας απ’ την κατηγορία αυτή;

*Επειδή στον ιουδαϊσμό, ισόβια μνηστευμένη παρθένα με παιδί… και ακατηγορισία, δεν μπορούν να συνυπάρξουν, μήπως τελικά κάποια στιγμή ο μνηστήρας Ιωσήφ την παντρεύτηκε;

*Αν ναι, πότε, και γιατί δεν αναφέρεται πουθενά ο γάμος τους;

*Αν ο Ιωσήφ τελικά παντρεύτηκε την Μαρία γιατί το υποκρύπτουν;

*Αν την παντρεύτηκε, τότε γιατί ο Ιωσήφ αναφέρεται ως “ισόβιος μνήστορ” (μνηστήρας), δηλαδή ισόβιος αρραβωνιαστικός;

*Μήπως θέλουν κάτι να μας πουν οι Φαρισαίοι, όταν λένε κατά πρόσωπο στον Ιησού “Εμείς δεν είμαστε γέννημα πορνείας”; Ιωάνν. 8.41.

*Αν δεν ήταν ο Ιωσήφ φυσικός πατέρας του Ιησού, τότε γιατί δυο ευαγγελιστές (Ματθαίος και Λουκάς) γενεαλόγουν το οικογενειακό δένδρο… του Ιωσήφ;

*Πως μπορεί να εκπληρωθεί μια προφητεία καταγωγής του Μεσσία από τον Δαβίδ, όταν ο Ιωσήφ (που είναι απόγονος του Δαβίδ) και που γενεαλογείται με κάθε επιμέλεια, δεν είναι ο φυσικός του πατέρας;

*Αν ο Ιωσήφ δεν παντρεύτηκε ποτέ την Μαρία, αλλά είχε έξι τουλάχιστον παιδιά, (Ματθ.13.55) από προηγούμενο γάμο του, τότε γιατί δεν τα έχει μαζί του στην υποτιθέμενη απογραφή (στην Βηθλεέμ) την πατρίδα του, όπου πάει να απογραφεί.

*Είχε τελικά αδέλφια ο Ιησούς, και τίνος παιδιά ήταν; Βλέπε: Ματθ.12.46. // 13.55 // Μάρκ.3.31-34. // Λουκ.8.19-20. // Ιωανν.2.22 // 7.3.

*Αν η Μαρία, δεν είχε άλλα παιδιά, τότε γιατί γράφτηκε γι αυτήν: “και εγέννησε (η Μαρία) τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον” Λουκάς 2.7. (πράγμα που υπονοεί ότι κατόπιν γέννησε και δευτερότοκο, τριτότοκο κλπ, τα οποία φυσικά πρέπει να απέκτησε με τον Ιωσήφ) και όχι τον μονογενή, όπως έπρεπε να γραφτεί στην περίπτωση που η Μαρία απέκτησε ένα μοναδικό παιδί; (Βλέπε: Λουκάς 8.42)

Δεν ξέρω τελικά, αλλά εμένα μη θυμίζει το παλιό δημοτικό τραγούδι που λέει:

«Πήγαν κι είπαν στη Μαριώ
να πάει στον ναό για να προσκυνήσει
κι αυτή προσκύνησε βαθιά
και τώρα θα γεννήσει»

Συμπέρασμα δικό μας, αλλά εντελώς πιθανό:

Ολόκληρη η περίοδος της γέννησης και της ενηλικίωσης του Ιησού είναι μυθολογικό εφεύρημα. Ο όποιος Ιησούς, (αν ήταν ένας οι πολλοί, των οποίων τις ιστορίες συνταίριαξαν, δεν το ξέρουμε) επιλέχτηκε ήδη ενήλιξ απ’ τις ορδές των ορφανών που μεγάλωναν στο Κουμράν (στο φαρισαϊκό κέντρο ανατροφής και εκπαίδευσης Ναζιραίων) και μετά από σύντομη εκπαίδευση, αυτός και καμπόσοι άλλοι, (μαθητές και σκιώδοι συνοδοιπόροι) ανέλαβαν εργολαβία την διεθνοποίηση του Ιουδαϊσμού, δημιουργώντας (με την αόρατη υψηλή επιστασία των Φαρισαίων) τα αγοθο-θελκτικά, σαγηνο-παγιδευτικά χαρακτηριστικά, που δεν είχε ο άγριος και βάρβαρος Ιουδαιο-Γιαχβισμός. (Για την αόρατη υψηλή επιστασία των Φαρισαίων έχω γράψει πολλά και θα επανέλθουμε αν αμφισβητηθεί)

Τελικά το απατηλό τους κίνημα, με τα στημένα θαύματα, και την εξίσου καλοστημένη ανάσταση, (για την οποία ομολογουμένως τους βγάζουμε το καπέλο!) έλαβε το όνομα Χριστιανισμός, (αν και επί το ορθότερο θα ήταν Χρισμενισμός). Δηλαδή, αυτοί που είναι χρισμένοι, ή διορισμένοι, ή αφοσιωμένοι, ή επί το κατανοητότερο, (πάρτε βαθιά ανάσα) μουτζαχεντινοποιημένοι!

Παρακαλώ λοιπόν τους παπάδες, θεολόγους, ιεροκήρυκες, ψαλτάδες, εξομολογητές, πνευματικούς, μητροπολίτες, αρχιμανδρίτες, αρχιεπισκόπους, διακόνους, καλογέρους, (τελικά είναι τόσοι πολλοί!!!) και ολόκληρη την ιερά σύνοδο, ακόμα και τον “πολυαγαπημένο” μου παπά Μεταλληνό, να απαντήσουν στις ολοφάνερα ουσιαστικές ερωτήσεις μου.

Γιατί αν δεν απαντήσουν… όσοι παρακολουθούμε με ενδιαφέρον είκοσι χρόνια τώρα, το απίστευτο ξεσκέπασμα της αθλίας αυτής θρησκευτικής απάτης, θα καταλάβουμε πια, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι όλοι αυτοί οι μαυροφορεμένοι σωτήρες μας, γνωρίζουν πολύ καλά τις αθλιότητα της θρησκευτικής αυτής απατής, αλλά βολεμένοι στο σβέρκο ενός κακότυχου και αποχαυνωμένου λαού, δεν τολμούν να εγκαταλείψουν τους βαρύγδουπους τίτλους, τα αμέτρητα προνόμια, τους παχυλούς μισθούς, τις κυριολεκτικά λατρευτικές μετάνοιες και τα χειροφιλήματα των αναρίθμητων προβατόμυαλων, και τις ιερές θωρακισμένες μερσεντές τους, κι ας γνωρίζουν καλύτερα από μας, ότι υπηρετούν χάριν προδοτικών ανταλλαγμάτων, στο υποκατάστημα μια αρχαίας, εθνοκτόνου και πολιτισμοκτόνου καλοστημένης ιουδαϊκής απάτης!

Τελικά αν δεν μας απαντήσουν, όχι με αφορισμούς, υπεκφυγές και ειρωνείες, αλλά με συγκρουόμενο λόγο και επιχειρήματα, ακόμα και ο τελευταίος Έλληνας θα καταλάβει, ότι αυτοί μετέτρεψαν ένα τρισένδοξο έθνος ηρώων και φιλοσόφων, σε κακορίζικους σκλάβους και προσκυνημένους επαίτες, και κάποτε (δεν ξέρω πως) ελπίζω να το πληρώσουν.

Και τώρα προσοχή, στην απάντηση που σας οφείλω:

Προσέξτε τώρα, γιατί όλο αυτό το κουρελιασμένο μπέρδεμα της παρθενοσύλληψη ή πορνεία, είναι εκεί στα κείμενά τους και δεν λύθηκε ποτέ.

Όλα αυτά πρόεκυψαν απ’ τις εξής απλές και εντελώς κατανοητές δυσκολίες:

1) Αν ο Ιησούς ήταν φυσικό παιδί του Ιωσήφ… δεν θα ήταν θεός και η απάτη δεν θα προχωρούσε.

2) Αν ήταν αγιοπνευματική σπορά, κανένας ανθρώπινος πατεράς δεν θα μπορούσε να δηλωθεί ως πατέρας του Ιησού, και η Μαρία θα έμενε ισόβια εκτεθειμένη στην κατηγορία της πορνείας… όπως και παραμένει ακόμα!

3) Αν έβαζαν στα κείμενά τους, την Μαρία και τον Ιωσήφ, να περνάει μέσα απ’ την βάσανο της προβλεπόμενης απ’ τον μωυσιακό νόμο δοκιμασίας της “αγνείας” (ελεγκτηρίου ύδατος)… τα πράγματα θα είχαν τις εξής δυο αδιέξοδες λύσεις:

Πρώτον, αν η Μαρία δεν πέρναγε με επιτυχία την δοκιμασία της αγνείας, έπρεπε να θανατωθεί και φυσικά η “ιστορία” του Μεσσία θα σταματούσε…

Δεύτερον, και πολύ χειρότερο του πρώτου, αν η Μαρία πέρναγε με επιτυχία την δοκιμασία, (προσέξτε το αυτό) οι ιερείς θα έπρεπε να αναγνωρίσουν το παιδί της σαν Μεσσία και κάθε περίπτωση ψευδ-αντιπαράθεσης με τον Χριστό και τον ανερχόμενο Χριστιανισμό… θα ήταν αδύνατη! Οι ιερείς δεν θα μπορούσαν να παίξουν τον ρολό της αντίπαλης ομάδας, (ψευδαντιπαλότητας) μια και θα τον είχαν αποδεχτεί ως θεόσταλτο παιδί (άρα και ως νόμιμο Μεσσία) απ’ την μήτρα ακόμα της μάνας του!

Έτσι κι αυτοί, μια και δεν έβγαζαν άκρη, (αφού όλες οι παραπάνω εκδοχές ήταν αδιέξοδες) τα βρόντηξαν όπως ήταν, και τα κείμενα τους, με τον άλυτο αυτό γρίφο, παραμένουν μέχρι σήμερα ξεσκέπαστα, διάτρητα και κουρελιασμένα, στο κεφαλαιώδες αυτό θέμα!

Όμως έστω, επιτέλους, μετά από 2.000 χρόνια, ένας σοβαρός άλυτος θεολογικός γρίφος των ευαγγελίων, αποκαλύπτεται!

Η ανύπαρκτη αντιπαλογνωσίας μας, και η αχαρακτήριστη νωθρότητά μας, επέτρεψε στα εβραϊκά αυτά προχειρογραφήματα, να περιβληθούν όλους τους τίτλους της ακαταδίωκτης ιερότητας. Όλο αυτό το ιερό σαβουρογράφημα, ήταν πάντα εκεί μπροστά στα νωθρά και νυσταλέα μάτια μας, ξεσκέπαστο, προκλητικό και εξόχως αποκαλυπτικό!

Αν όλα αυτά είχαν αποκαλυφθεί αιώνες πριν, το σκυλί της αμφισβήτησης θα αλυχτούσε ασταμάτητα, αφυπνίζοντας μια τεράστια μερίδα Ελλήνων! Το κύρος των εβραϊκών γραφών θα είχε τρωθεί ανεπανόρθωτα, και η ζαλισμένη βιβλική θεολογία, θα κυνηγούσε ασταμάτητα την ουρά της… αναζητώντας απεγνωσμένα απαντήσεις!

Βεβαία, για να πούμε και του στραβού το δίκαιο… οι άνθρωποι αυτοί, δεν φταίνε σε τίποτα! Ούτε είναι η μόνη θεολογική σαβούρα που μας τάισαν μέχρι σήμερα. Αυτοί έκαναν το κατά δύναμιν… εμείς τα άβουλα θύματά τους, είναι που φερθήκαμε εντελώς μα εντελώς ηλίθια, και για δυο χιλιετίες τώρα, καταβροχθίζουμε τα θεολογικά τους απορρίμματα, συνωστιζόμαστε στα θεολογικά τους ελπιδο-πωλεία για να φορέσουμε τα αρχαία δύσοσμα και ρυπαρά σωτηριακά τους κουρέλια, και περήφανοι λουζόμαστε στα μυρωδάτα απόβλητα της ιουδαϊκής θεολογίας! Εμείς, και μόνο εμείς είμαστε υπεύθυνοι… εμείς, που από πάνω, παριστάνουμε και τους σοφούς!
-------------------
Παραπομπές:

[1]Απόκρυφα κείμενα χαρακτηρίζουμε κυρίως τα κείμενα που ανακαλύφθηκαν το 1945 στην περιοχή Ναγκ Χαμμάντι (Nag hammadi) της Άνω Αιγύπτου και αυτά του Κουμράν το 1947. Τα από κάθε άποψη, αυθεντικά αυτά κείμενα, χρονολογούνται από την πρωτο-χριστιανική περίοδο, αλλά χαρακτηρίζονται μη θεόπνευστα, επειδή αποκαλύ-πτουν εντονότερα το ανθρώπινο στοιχείο, στα θεολογικά θεμέλια του Χριστιανισμού.

[2]Αυτή την ηλικία δίνει το ευαγγέλιο του Ιακώβου.

[3]Βλέπε: Επικαταρώμενο ύδωρ. Ο νόμος της ζηλοτυπίας. Η γυναίκα στα νύχια του ιερατείου.

[4] Στην ίδια θέση το μασσοριτικό κείμενο γράφει: «Μαχέρ-σαλάλ-χάσ-βάζ»! που σύμφωνα με την ίδια την βιβλική εξήγηση σημαίνει: «Γρήγορα σκύλευσε, ταχύτατα λαφυραγώγησε»! Η συνοπτική εγκυκλοπαίδεια του Halley (σελ.376) το αποδίδει: «Η φθορά σπεύδει η λεία επισπεύδεται»! Αν η προφητεία του Ησαΐα εφαρμόζεται στον Ιησού, τότε στον ίδιο πρέπει να εφαρμοστεί και το κρυφό πολεμικό νόημα-μήνυμα του ονόματος Εμμανουήλ.. που τελικά μόνο… «μεθ’ ημών ο θεός» δεν φαίνεται να σημαίνει!

[5] «Σκυλεύω: απογυμνώνω φονευθέντα εχθρό» Λεξικό Σταματάκου.

Το όνομα Ιησούς ή JESUS ή ορθότερα JE(H)SUS εβραϊστί YESHUA ή JESHUA έχει πρόθεμα το όνομα του θεού πατρός Ιεχωβά ή το τετράγραμμο YHWH ή JHVH. Ανάμεσα στα τέσσερα αυτά σύμφωνα Γ-Χ-Β-Χ τοποθετούσαν με άγνωστο τρόπο εκφοράς, τα φωνήεντα Α-Ω-Α-Ι από το επίθετο Α-(δ)-ω(ν)α-ι.

ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ

Εισήλθε ή δεν εισήλθε φυσιολογικά ο “άγγελος με το κρίνο” στην Μαριάμ;

Γιατί αν εισήλθε, τότε η παρθενία πάει περίπατο. Εκτός αν, μετά την “εισαγωγή”, επενέβη θεϊκό χέρι και την αποκατέστησε με μια θαυματουργή παρθενορραφή! Ας δούμε λοιπόν τι λένε τα “ιερά ευαγγέλια” ότι συνέβη εκείνο το πρωινό που η Μαριάμ δέχτηκε μια βίζιτα: “…απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ…προς παρθένον μεμνηστευμένη ανδρί, τώ όνομα Ιωσήφ, εξ οίκου Δαυίδ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ, και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν είπε, “χαίρε κεχαριτωμένη”… η δε ιδούσα διεταράχθη επί τω λόγω αυτού, και διελογίζετο, ποταπός είη ο ασπασμός ούτος, και είπεν ο άγγελος αυτή “Μή φοβού Μαριάμ…και ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν…” (“Κατά Λουκάν” κεφ.Α, στίχ. 26-35)

Το παραπάνω εδάφιο είναι πραγματικό περιβόλι από το οποίο ο προσεχτικός κηπουρός μπορεί να δρέψει ζουμερούς και σκανδαλιστικούς καρπούς. Αλλά και να γελάσει με τις κωμικές προσπάθειες των σημερινών μεταφραστών να καλύψουν τα αυτονόητα.

Κεντρική επί της ουσίας είναι η φράση “εισελθών ο άγγελος προς αυτήν”. Εισέρχομαι σημαίνει μπαίνω μέσα. Θα ‘λεγε κανείς ότι ο άγγελος μπήκε μέσα στο σπίτι της Μαριάμ. Όμως το αντικείμενο περιέργως είναι η ίδια η Μαριάμ, όπως φαίνεται ξεκάθαρα από το “προς αυτήν”…

Ας δούμε λοιπόν από άλλα βιβλικά κείμενα τί ακριβώς σημαίνει αυτή η έκφραση: “είπε δε Σάρα προς Αβραάμ “Ιδού συνέκλεισε με Κύριος του μη τίκτειν, είσελθε ούν προς την παιδίσκην μου, ίνα τεκνοποιήσωμεν εξ αυτής…” O δε Αβραάμ, άλλο που δεν ήθελε, δέχτηκε την…ανήθικη πρόταση της γυναίκας του και: “…εισήλθε προς Αγαρ, και συνέλαβε, και είδεν ότι εν γαστρί έχει…” (Γένεσις ιστ’ 2)

Σόι όμως πάει το βασίλειο γιατί το ίδιο έκανε και η Ραχήλ με τη δούλη της Βαλλάν: “και έδωκεν αυτώ Βαλλάν, την παιδίσκην αυτής αυτώ γυναίκα, και εισήλθε προς αυτήν Ιακώβ” (Γένεσις λ,4)

Αλλά και ο Δαυίδ όταν του γυάλισε κάποια γυναίκα που λουζόταν, έστειλε αγγέλους να του τη φέρουν και στη συνέχεια: “…έλαβε αυτήν και εισήλθε προς αυτήν, και εκοιμήθη μετ’αυτής, και εν γαστρί έλαβεν η γυνή…” (Σαμουήλ Β’ ια 2-21)

Πανομοιότυπη λοιπόν η έκφραση σε όλες τις περιπτώσεις με την ίδια πάντοτε έννοια. “Εισέρχομαι” προς μία γυναίκα σημαίνει πέρα από κάθε αμφιβολία “Συνευρίσκομαι” με αυτήν.

Θέλετε τώρα να γελάσετε; Ακούστε πώς μεταφράζει το εδάφιο στο κατά Λουκάν ο σοφώτατος κύριος Π. Ν. Τρεμπέλας υποτιμώντας τη νοημοσύνη μας: “και αφού εμβήκεν ο άγγελος εις το δωμάτιον της, της είπε…” Ανασκολόπιση του κειμένου με την Μαριάμ να γίνεται δωμάτιο!

Ας πάμε όμως παρακάτω, στην επόμενη φράση που επιβεβαιώνει πανηγυρικά το είδος της “εισαγωγής”. “…και διελογίζετο αύτη, ποταπός είη ο ασπασμός ούτος…

Δεν χρειάζονται καν γνώσεις των αρχαίων Ελληνικών. Η παλιά καθαρεύουσα του Γυμνάσιου είναι αρκετή για να καταλάβουμε ότι η Μαριάμ ταράχτηκε από το αισχρό, χυδαίο φίλημα που δέχτηκε από τον “άγγελο”. Τι άλλο μπορεί να σημαίνει ο “ποταπός ασπασμός”;

Θαυμάστε τώρα τον κ. Π. Ν. Τρεμπέλα και την… κεραμίδα που μας πετάει κατακέφαλα για να σφραγίσει το μικρό παράθυρο αλήθειας του ευαγγέλιου. “… και εσκέπτετο μέσα της, ποίαν σημασίαν και ποίον σκοπόν να είχε ο χαιρετισμός ούτος.”

Το αισχρό φίλημα, που όλοι ξέρουμε ότι για να είναι αισχρό συνοδεύεται και από “ξεδιάντροπες” πράξεις, έγινε απλός και αθώος χαιρετισμός! Κατόπιν τούτου ο κ. Τρεμπέλας πήγε ήσυχος για ύπνο βαθύ, ύπνο του… δικαίου ανδρός που εξετέλεσε το χρέος του απέναντι σ’ αυτούς που ευνούχισαν πολιτιστικά το λαό μας και τον αποκοίμησαν με ψέματα και παραμύθια. 

Δεύτε λάβετε θρησκεία!


Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Όσιος Αθανάσιος ο Πάριος - Ο φωτοσβέστης κι εχθρός της Ελληνικής Επαναστάσεως!

 

Αθανάσιος ο ΠάριοςΟ Αθανάσιος ο Πάριος (πραγματικό όνομα Αθανάσιος Τούλιος), έζησε κατά τον 18ο και 19ο αιώνα (1721-1813) και υπήρξε ένας από τους πολυγραφότερους ταγούς της Εκκλησίας, καθώς κι ένας εκ των κυριότερων -ίσως ο κυριότερος- πολέμιων του Διαφωτισμού, των φιλελεύθερων και επαναστατικών ιδεών.

Ξεκίνησε τις σπουδές του στη Σμύρνη και συνέχισε στο Άγιο Όρος κοντά στον Ευγένιο Βούλγαρη, με την παρότρυνση του οποίου ανέλαβε αργότερα την διεύθυνση της σχολής του Γένους στη Θεσσαλονίκη. Αργότερα θα επιστρέψει στο Άγιο Όρος, όπου και θα χειροτονηθεί πρεσβύτερος. Η συμμετοχή του όμως στο «κίνημα των Κολλυβάδων» (ήταν αντίθετοι στην τέλεση μνημοσύνων με κόλλυβα κατά την Κυριακή, επειδή, υποτίθεται, αμαυρώνονταν ο αναστάσιμος χαρακτήρας της -τέτοια «σοβαρά» προβλήματα ταλάνιζαν τους ιερωμένους), οδήγησε στον αποσχηματισμό του ως αιρετικού, το 1776. Αυτό όμως δεν θα τον εμποδίσει να συνεχίσει το συγγραφικό του έργο, πιστός στην ορθόδοξη παράδοση.

Όπως κι ο Κοσμάς ο Αιτωλός, έδινε θεολογική κάλυψη στη σκλαβιά και τον οθωμανικό ζυγό κι έκανε ό,τι μπορούσε, σύμφωνα και με τη γραμμή του Πατριαρχείου, για να «κρατά τους ραγιάδες σε ησυχία», ενώ κατά μία σοβαρή εκδοχή, φέρεται να ήταν το δικό του χέρι που έγραψε την «Πατρική Διδασκαλία», ένα εμετικό και κατάπτυστο φιλότουρκο κείμενο, ένα μνημείο ραγιαδισμού.

Η μισαλλοδοξία κι ο φανατισμός, είναι διάχυτα στοιχεία στα έργα του και, σε αντίθεση με ό,τι προστάζει το αποκαλούμενο «χριστιανικό ήθος», ο Πάριος δεν φείδεται βαρύτατων χαρακτηρισμών και ύβρεων εναντίον όσων θεωρεί αντιπάλους του...

Το 1798 στο νεοσύστατο πατριαρχικό τυπογραφείο τυπώνει την «Χριστιανική απολογία «Το 1802 τυπώνει το «Αντιφώνησις προς τον παράλογον ζήλον των από της Ευρώπης ερχομένων φιλοσόφων». Κατά τον συγγραφέα των ανωτέρω βιβλίων η Ευρώπη είναι βόρβορος ακολασίας, η πρόοδος των επιστημών πηγή αθεΐας οι νέοι φιλόσοφοι «αντίχριστοι»; Κοντά στην αθεΐα μετοχετεύουν στις ψυχές και το «δολερόν φαρμάκι της αποστασίας». Ακόμη καταγγέλλει ότι οι νέοι τούτοι φιλόσοφοι κρατούν «βιβλίον αποστασίας εις την αριστερά και μάχαιραν εις την δεξιάν». Επίσης γράφει: «το γένος των Ελλήνων είναι άξιον περιφρονήσεως και ταλανισμού, όχι διότι του έλειψαν οι Ηράκλειτοι, οι Πυθαγόριαι, οι Πλάτωνες, και οι Αριστοτέλεις και οι τιούτοι άλλοι μετεωρολέσχαι, αλλά διότι έλειψαν οι Αθανάσιοι, οι βασίλειοι, οι Κύριλλοι».
Το 1805 ο Πάριος γράφει ένα ακόμη λίβελο με τον τίτλο «Νέος Ραψάκης», ανταπάντησηστην «Αδελφική Διδασκαλία «του Αδαμάντιου Κοραή, και υπεραπολογία της «Πατρικής Διδασκαλίας» των Πατριαρχείων. Στόχος του οι «Ελληνόφρονες» οι δήθεν «ζήλω διαπύρω κινούμενοι υπέρ της ελευθερίας του Γένους». Στο ίδιο βιβλίο εκφέρεται υβριστικά και απαξιωτικά προς τον Ρήγα και το επαναστατικό μανιφέστο του. Επειδή ο Ρήγας στο μανιφέστο του είχε ως έμβλημα το ρόπαλο του Ηρακλέους, ο Πάριος γράφει: «βιβλιάριον εξέδωκαν “Ρόπαλον του Ηρακλέους” αυτό ονομάσαντες, οι ελληνόφρονες, βιβλίον δηλαδή διεργετικόν, ερεθιστικόν, παρακινητικόν, ώστε πάντες οι απανταχού χριστιανοί, εν ρητή ημέρα, να δείξουν του Ηρακλέους την αλκήν εναντίον των τυραννούντων αυτούς, και τα εξής. Ο νοών νοείτω. Η Θεία πρόνοια ηλέησε το γένος των χριστιανών και προτού να διαδοθούν εις τον κόσμον εκείνα τα κακέμφατα ρόπαλα, έκαμε και εφανερώθει η αντίθεος αύτη σκευωρία, και παρεδόθησαν εις το πυρ, και οι κατά των ιδίων δεσποτών την κοινήν και καινήν ευτρεπίσαντες μάχαιραν, μάχαιραν εύρον μισθόν του παραλόγου ζήλου αυτών».
Τέτοια νοοτροπία και τέτοια δημοσιεύματα είχαν να αντιμετωπίσουν ο Κοραής, ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» και οι άλλοι «ελληνόφρονες» της εποχής.
Η χρήση από τον Πάριο της προσφιλούς για τους χριστιανούς λέξης «μάχαιραν» που συναντάμε πολλάκις στα ευαγγέλια και στη παλαιά διαθήκη δείχνει άνθρωπο αιμοδιψή, ο δε θάνατος του Ρήγα και το κάψιμο του μεγαλύτερου μέρους των φυλλαδίων της διακήρυξης του φαίνεται τον ικανοποίησε σφόδρα.
Δεν δίσταζε πολλές φορές να χρησιμοποιεί ακόμη και την έκφραση «ντρέπομαι γιατί είμαι Έλληνας», και με το άξιοι μαχαίρας οι «Ελληνόφρονες», έδειχνε πόσο μεγάλος ανθέλληνας ήταν. Αυτόν τον μισέλληνα η εκκλησία της Ελλάδος έσπευσε και τον αγιοποίησε.
Ο Πάριος αποτελεί την πλέον χαρακτηριστική μορφή της νοοτροπίας των ρασοφόρων που το ρολόι του μυαλού τους έχει σταματήσει στους αιματοβαμμένους πρωτοχριστιανικούς χρόνους, και δεν θα δίσταζαν να επαναλάβουν και σήμερα τις τότε εγκληματικές τους πράξεις. Γι’ αυτούς η Δημοκρατία η ελεύθερη σκέψη και έκφραση είναι έγκλημα. Οι άνθρωποι αυτοί είναι διανοητικώς ανάπηροι διότι βάζουν τα παραμυθία του Μωυσή πάνω από τη σύγχρονη σκέψη και τη σύγχρονη επιστήμη.

Στο βιβλίο του «Αλεξίκακον φάρμακον», στρέφεται εναντίον του Βολτέρου, κεντρική μορφή του Διαφωτισμού. Σε αντίθεση με τους Έλληνες εθνικούς που «εστάθησαν εναντίοι των αγίων Γραφών», ο Πάριος δεν αναγνωρίζει κανένα ελαφρυντικό στον «παράφρων», «παμμίαρο» και «άσπονδο εχθρό του Ιησού Χριστού», Βολτέρο, επειδή «ούτος ο κατάρατος εγεννήθη χριστιανός και έναν μόνο Θεό τρισυπόστατο εδιδάχθη»:

Δεν είναι παράξενον, εις τας Αθήνας, ακούσαντες οι Αθηναίοι του Παύλου, οπού εκήρυττεν την εκ νεκρών Ανάστασιν του Ιησού, επεριγέλων και εχλεύαζον αυτόν, δεν είναι λέγω παράξενον τούτο, διατί ήσαν εθνικοί Έλληνες ανήκουστοι ολότελα, και στερημένοι από το φως της αποκαλύψεως, ήτοι των θείων Γραφών.
[...]
Εστάθησαν εναντίοι των αγίων Γραφών, και άλλοι, όμως όχι χριστιανοί, αλλ' Έλληνες εθνικοί, οίον κάποιος Κέλσος, κάποιος Πορφύριος Τύριος, και άλλοι· αλλ' είχον εκείνοι λόγον να φανούν πολέμιοι του Ευαγγελίου, διατί το Ευαγγέλιον, και απλώς όλη η θεία Γραφή ανέτρεπε τον ελληνισμόν, τον οποίον επρέσβευον, όχι μόνο με λόγους και συγγράμματα, αλλά και με διωγμούς και αίματα, αλλ' ούτος ο κατάρατος εγεννήθη χριστιανός και παιδιόθεν έναν μόνο Θεόν τρισυπόστατον εδιδάχθη· όθεν και καμμίαν αιτίαν δεν είχε να φέρεται κατά του Χριστιανισμού, και να αναιρή τα βιβλία οπού συσταίνουσιν τον Χριστιανισμόν, έξω μόνον μίαν άκραν κακίαν κατά του Ιησού Χριστού, ωσάν να τω έκαμε τα μέγιστα κακά.



Το 1798, στο κείμενο «Απολογία χριστιανική», το οποίο όπως διευκρινίζεται στον υπότιτλο, γράφτηκε ανωνύμως και «αξιώσει του Παναγιωτάτου και Θειοτάτου Πατριάρχου Γρηγορίου» (Ε'), ο Πάριος χαρακτηρίζει «αιρετικούς» και «άθεους», όσους κηρύσσουν τον λόγο της «ψευδώνυμης» ελευθερίας και προειδοποιεί για τις συνέπειες:

(Έχουν) σκοπόν και απόφασιν να εξαπλώσουν πανταχού, την θνητοψυχίαν, την ασέβειαν, την αθεΐαν, προβάλλοντες μεν εις τα πλήθη το ψευδώνυμον όνομα της λιμπερτάς, ήγουν ελευθερίας, σπέρνοντες δε όπου φθάσουν, φθοράς, αφανισμούς, λεηλασίας, ακαταστασίας και αρπαγάς· ωχ, τί να ειπώ; και τί να βοήσω; το κακόν είναι απερίγραπτον, είναι ανεκδιήγητον, τα αθεώτατα άρματα νικώσι, προχωρούσι, θριαμβεύουσι, τα δένδρα της αθεΐας (έτσι πρέπει να λέγωνται ορθότερον) πανταχού φυτέυονται και ριζώνουσι, και ο σταυρός του Χριστού (φεύ) ξερριζώνεται, και ατίμως εκβάλλεται.



Στη συνέχεια, καλεί προς εξέταση την «πολυθρύλλητον τούτην ελευθερίαν» και εκθέτει τις απόψεις του γι' αυτήν:

Η ελευθερία λοιπόν είναι δύω λογιών, η μία είναι της ψυχής, η άλλη του σώματος· εξετάζοντες δε και εις τα δύω την φύσιν της ελευθερίας, ευρίσκομεν και είναι η αδουλωσύνη, ήγουν το να μη γνωρίζη τινάς καμμίαν εξουσίαν επάνω εις τον εαυτόν του, ουδέ από άλλον να προστάζηται. Αλλ' αυτό ο ίδιος να είναι μόνος κύριος και εξουσιαστής εις τον εαυτόν του, και όχι κανένας άλλος εις τον κόσμον.

Και λοιπόν όταν το είναι της ελευθερίας είναι τοιούτον, ώστε να μην υπόκειται εις κανέναν δεσπότη ο άνθρωπος, εγώ απόφημι, ήτοι αρνούμαι τοις όλοις το καθολικό δόγμα εκείνο των αφρονεστάτων αθέων, ότι δηλαδή οι άνθρωποι γεννώνται εις τον κόσμον ελεύθεροι, μάλιστα και λέγω, και διισχυρίζομαι, και αποδεικνύω, πως δεν δίδεται εις τον κόσμο μία τοιαύτη ελευθερία, αλλά και γεννώνται και ζώσιν εις τον κόσμον κατά πολλούς τρόπους δούλοι οι άνθρωποι.

Και παρευθύς, διά να μην χασομερώμεν, τίς έχωντας σώας τας φρένας δεν ομολογεί πως όλη η ανθρώπινος φύσις, ωσάν δημιούργημα και ποίημα οπού είναι, είναι ομού με όλα τα κτίσματα δούλη του Θεού του δημιουργού και δεσπότου όλων; [...] Λοιπόν δούλοι είναι και οι άνθρωποι του Θεού, καθώς και τα λοιπά κτίσματα. Και τόσον είναι αληθινόν, πως είναι δούλος ο άνθρωπος, ώστε οπού, όταν αγνωμονή, και δεν κάνη το προσταττόμενον, τρώγη και δαρμόν, και δαρμόν μάλιστα αιώνιον.
[...]
Μωροί λοιπόν και άφρονες είναι εκείνοι, οπού και με το στόμα λέγουσι, και εν τάξει νόμου αποφασίζουσι, πως οι άνθρωποι γεννώνται ελεύθεροι. Της Επικούρου αγέλης είναι θρέμματα οι τοιαύτα λέγοντες, άθεοι, θνητόψυχοι, αποστάται των ουρανίων νόμων, αντάρται της θείας μεγαλειότητος, άξιοι να μισώνται και να βδελύσσωνται από όλα τα κτίσματα, ως εχθροί του δημιουργού και δεσπότου των όλων Θεού.
[...]
(Ο μωρός λαός) με το κήρυγμα της ελευθερίας βλέπει τον εαυτόν του, έξω από κάθε ανθρωπίνην εξουσίαν, την οποίαν έπειτα ονομάζει τυραννίαν, και ας μην είναι και τυραννία. Με το κήρυγμα της ισότητος, φαντάζεται ο υδροφόρος και ο τους κοπρώνας καθαίρων, τον εαυτόν του ίσον με τους πλέον υψηλούς και υπερλάμπρους εις την ευγενείαν, αλλ' ω μάταιοι και ανόητοι άνθρωποι, τί κέρδος πιθήκω, ει δοκεί λέων είναι, κατά τον θεολόγον Γρηγόριον; αν η μαϊμού λέγει, φαντάζεται, πως είναι λεοντάρι, τί διάφορον έχει από τη φαντασία εκείνην;
[...]
Όλη η θεία Γραφή, εις την οποίαν μέσα περιέχεται η χριστιανική πίστις, διδάσκει τους εδικούς της μαθητάς, ήγουν τους χριστιανούς, να φυλάττουν με όλη την αλήθειαν, υποταγήν, και υπακοήν και σέβας εις τους βασιλείς και ηγεμόνας των πόλεων.



Ακολούθως, ο Πάριος, ο οποίος ασφαλώς, σε άλλες εποχές, θα διέπρεπε ως ιεροεξεταστής, εκφράζει την απογοήτευσή του επειδή «ο νόμος της χάριτος δεν συγχωρεί θάνατον την σήμερον» και προτείνει εναλλακτικές λύσεις καταπολέμησης των «αιρετικών» και των «άθεων», που διαβρώνουν τις κοινωνίες με τις απόψεις τους περί ελευθερίας και ισονομίας:

Ημπορεί όμως η ποινή να γίνηται, εις τα μιαρά εκείνων συγγράμματα, ήτοι να κατακρίνονται, και να καίωνται, καθώς οι ιεραί Σύνοδοι προστάζουσιν. Ό,τι παρά τη θεία Γραφή, εξίσου είναι μισητά, και ο ασεβών και η ασέβεια αυτού.



Στον επίλογο του κειμένου, ο Πάριος συμβουλεύει τους χριστιανούς να καθίσουν ήσυχοι στ' αβγά τους, ζώντας «χριστιανικά κατά το θέλημα του Θεού» και να μην παρασύρονται από τις σειρήνες των άθεων φιλοσόφων, αλλά να μένουν πιστοί στα προστάγματα της Εκκλησίας:

Λοιπόν, χριστιανοί αδελφοί, επειδή ο σκοπός και το τέλος του παρόντος μου ταπεινού λόγου είναι να σας συμβουλεύσω ως αδελφός ζηλωτής, και να σας νουθετήσω, ως πρεσβύτερος κατά την ηλικίαν, να φυλάττητε καλώς την αγιωτάτην ημών θρησκείαν, διά τούτο σας παρακαλώ να θελήσητε να μου ακούσητε, πρώτον όσον είναι δυνατόν να ζήτε, τί λογής; Φθάνει να πω χριστιανικά, ήτοι κατά το θέλημα του Θεού. Ότι όταν έτσι ζήτε, και απέχεσθε από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, ποία αμφιβολία, πώς με τρόπον τούτον θέλετε μένει στερεοί εις την πατροπαράδοτον ευσέβειαν; επειδή ανίσως, κατά τους θείους πατέρας, και καθώς το ζωντανό παράδειγμα των Γάλλων μας διδάσκουν, ο φαύλος βίος, φαύλα γεννά δόγματα. Φανερόν ότι η ενάρετος πολιτεία, φυλάττει τον άνθρωπον, και δεν τον αφήνει να πλανηθή μακράν από την αλήθειαν.
[...]
Αδελφοί ας μην ξεμακρύνουμε από την ανάγνωσιν των αγίων πατέρων και διδασκάλων της εκκλησίας, διατί εκείνοι μας θερμαίνουσι την ψυχήν, προς την μελέτην των θείων Γραφών. Ηξεύρω να ειπώ διά βέβαιον, ότι πολλοί σπουδαίοι από την μακράν συνήθειαν οπού κάμνουν εις τα ελληνικά και μάλιστα εις τον κατάπτυστον και βρωμερόν Λουκιανόν, ύστερον αηδιάζουσι να πιάσουν εις τα χείρας των βιβλίων εκκλησιαστικόν. Και κατά αλήθειαν εμπράκτως είδομεν ότι τούτο εστάθη εις πολλούς αίτιον ψύχρας θανασίμου προς τα θεία, και τελευταίον και απωλείας της εσχάτης, ήγουν αθεΐας παραίτιον, ότι και οι σοφοί της Ευρώπης αν εξετάσωμεν ακριβώς εντεύθεν κάνουσιν αρχήν του αθεΐσμού. Από την αρχή της σπουδής των, οπού είναι η γραμματική, έως το έσχατον τέλος της φιλοσοφίας, Θεού έννοια και λόγος ουδαμού γίνεται ή ακούεται· άλλο δεν βλέπουσιν, άλλο δεν ακούουσι, και άλλο δεν είναι εις τον νουν τους, πάρεξ αριθμοί, γραμμαί, σχήματα, κώνοι, κύλινδροι, πυραμίδες, τηλεσκόπια, πλάνητες, σώματα, μόρια, ύλη, φύσις. Θεού δε λόγος ή έννοια ουδαμού.
[...]
Μην ακούετε τους φιλοσόφους, φιλοζόφους μάλλον ειπείν, αλλά τους θείους Αποστόλους· μη τους φαυλοβιωτάτους και εξωλεστάτους, αλλά τους σωφρονεστάτους, τους ασκητικωτεστάτους, τους αγιωτάτους· μη τους αμαθεστάτους κατά τα θεία, αλλά τους θεοσόφους και πνευματοφόρους· μη τους θνητοψύχους και υλόφρονας· μη τον αθεώτατον και βρωμερώτατον Βολταίρ, αλλά τον θεάνθρωπον Ιησού...
[...]
Λοιπόν χριστιανοί αδελφοί προς εσάς στρέφω του λόγου το τέλος· προς εσάς οπού ευρίσκεσθε μέσα εις την κιβωτόν του Θεού την αγίαν μας εκκλησίαν, προς εσάς τα τέκνα του Θεού, βοώ και λέγω με όλον τον αδελφικόν ζήλον αδελφοί, αν θέλητε να γλυτώσητε από τον κατακλυσμόν της ασεβείας, μέσα στέκεσθε εις την κιβωτόν, μην ευγαίνετε έξω από την κιβωτόν, ήγουν εις τα όρια της εκκλησίας μένετε· δηλαδή εις τα προστάγματά της πείθεσθε, εις τα εντολάς της, αποστρεφόμενοι κάθε λογισμό απειθείας.



Το 1802, στο έργο του «Περί της αληθούς φιλοσοφίας» (πλήρης τίτλος: «Περί της αληθούς φιλοσοφίας, ή αντιφώνησις προς τον παράλογον ζήλον των από της Ευρώπης ερχομένων φιλοσόφων και επί αφιλοσοφία το ημέτερον γένος ανοήτως οικτειρόντων»), το οποίο ο Πάριος υπέγραψε με το ψευδώνυμο «Ναθαναήλ Νεοκαισαρεύς», εκτόξευσε όσα βέλη διέθετε, τόσο προς την αρχαιοελληνική παιδεία, όσο και προς στον Διαφωτισμό, γενικότερα δε εναντίον της γνώσης και των επιστημών. Κάποια ενδεικτικά αποσπάσματα...

Κεφάλαιο Α': Εστιάζοντας κυρίως στην προσωπική ζωή των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, ο Πάριος τους απονέμει και τα «παράσημα» των «εξωλεστάτων» και «ρυπαρών υποκειμένων»:

Πάντες λοιπόν οι τε παλαιοί και οι νέοι των Ελλήνων φιλοσόφων, μέχρι λόγων μόνον εφιλοσόφουν και μέχρι λόγων ετίμων και εδίδασκον την αρετήν, δούλοι εν τοις έργοις εξελεγχόμενοι των παθών προθυμότατοι. Τούτους δε τους κατά μεν την θρησκείαν τυφλούς, κατά δε την πράξιν εξωλεστάτους αναδέχονται την τιμήν να συστήσωσιν ημίν ως προαγωγούς της του Γένους ευδαιμονίας οι παράλογοι της φιλοσοφίας ζηλωταί, οι οικτείροντες το ημέτερον Γένος επί αφιλοσοφία, ο έστιν επί σπάνει των αθλίων και ρυπαρών τούτων υποκειμένων.



Κεφάλαιο Β': Αφού θυμίζει πως ο «μακάριος Παύλος» δίδαξε πως «τα μωρά τού κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς κατεσχύνη» (Προς Κορινθίους Α', 1: 27), επιπλήττει όσους αναφέρονται «μετ' εγκαρδίου αισθήματος», στους «καταπτύστους εκείνους και μωρούς» Έλληνες φιλοσόφους:

Μετά πάντων δε ταύτα, ω τάλανες φιλόζοφοι ή φιλόσοφοι, παρατρέχετε μεν και αποβάλλετε τους θειοτάτους εκείνους και τω όντι σοφωτάτους άνδρας, τους απλανείς εκείνους φωστήρας, τους εκ της πλάνης τον κόσμον επιστρέψαντας, τους ιερούς λέγω Αποστόλους, τον Πέτρον, τον Παύλον, τον Ανδρέαν, τον Ιωάννην, τον Ιάκωβον και τους λοιπούς, μετ' εγκαρδίου δε αισθήματος αναφέρετε τους καταπτύστους εκείνους και μωρούς και δεν αισχύνεσθε καυχώμενοι επί τοις λήροις εκείνοις και άφροσιν ίνα οικτείρητε αλόγως τους θεοσόφους και πολίτας της άνω μακαριότητος, διότι λείπουσιν, ή δεν ευδοκιμούσιν εν τω Χριστώ νόμω, πληρώματι τα αμαρτωλά και άφρονα εκείνα καθάρματα;



Κεφάλαιο Γ': Ο Πάριος καλεί τους «χριστωνύμους λαούς, όπως γρηγορώσι και φυλάττωνται τους επιόντας εχθρούς και μάλιστα τους περί αθεωτάτους των αθέων, Βολταίρον και Ρενάνα» και συμπεραίνει με λύπη, ότι το δυστύχημα δεν είναι η απουσία των «Ζηνώνων και Ευκλειδών και των παραπλησίων άλλων μετεωρολεσχών», αλλά των «πατέρων» της Εκκλησίας, όπως «των Βασιλείων, των Γρηγορίων, των Χρυσοστόμων» κ.ά.:

Τούτων αληθώς ένεκα είνε οικτιρμού άξιον το Ελληνικόν Έθνος, ουχί της απουσίας των Δημοκρίτων και Πλατώνων, των Ζηνώνων και Ευκλειδών και των παραπλησίων άλλων μετεωρολεσχών· ουχί διότι δεν σεμνύται επί Νεύτωσιν, Ουολφίοις και Λωκκίοις και άλλοις τοιούτοις φημιζομένοις, ότι υπερακόντισαν εις το έπακρον την φιλοσοφίαν· ουχί, λέγω, επί τοιούτοις λήροις και φληνάφοις, αλλ' επί απουσία φεύ! των Βασιλείων, των Γρηγορίων, των Χρυσοστόμων, των Αθανασίων, των Κυρρίλων, των Αυγουστίνων, των Αμβροσίων, των Δαμασκηνών, των Σοφρωνίων· των ουρανοφρόνων τούτων ανδρών, των ομοτρόπων τοις Αποστόλοις, των όντως κοσμοσωτήρων, των πυξίων του Πνεύματος, των συνεργών του Χριστού κατά Παύλον· αλλ' οίμοι! τί λέγω; ηφανίσθη πάμπαν και αθρόως απεσβέσθη ο ζήλος των αοιδ΄μων εκείνων διδασκάλων, ο εμψυχών και θερμαίνων και ζωογονών τους νενεκρωμένους τη αμαρτία, και εις τα ύψη του ουρανού αποκαθιστών αυτούς!



Κεφάλαιο Δ': Εάν η αρχαιοελληνική παιδεία ήταν αναγκαία και χρήσιμη, θα την δίδασκε και ο «πάνσοφος» Ιησούς· προφανώς όμως και δεν ήταν, καθώς «εδίδαξε τα αναγκαία προς σωτηρίαν». Οπότε:

Εάν τυχόν λοιπόν τα θύραθεν μαθήματα ήσαν αναγκαία, διά την αιώνιον εκείνην του ανθρώπου ευδαιμονία, δυοίν θάτερον, ή Αυτός ώφειλε να τους διδάξη ταύτα πάντα τα λογικά και μαθηματικά, και φιλοσοφικά, και αστρονομικά, και τους αποδείξη σοφούς και ρήτορας, ή να επιτάξη αυτοίς, όπως απέλθωσιν εις τα Σχολεία και Λύκεια των Ελλήνων, και διδαχθώσι πρώτον τα του Πλάτωνος και Αριστοτέλους και των λοιπών Ελλήνων σοφών, είτα δε να παραδεχθή αυτούς μαθητάς.

Αφ' ου βέβαια εν τοσαύτη κείται η θύραθεν φιλοσοφία σπουδή, ώστε να οικτείροντα μεν οι μη μετέχοντες αυτής, να μακαρίζονται δε οι πλεονεκτούντες, τουναντίον, ώφειλεν ούτω να ποιήση προς τους αγροίκους εκείνους και απαιδεύτους πάντη μαθητάς.

Αλλά τοιαύτην μη δους επιταγήν ο ουράνιος εκείνος και θείος διδάσκαλος και νομοθέτης, δεν παρέχει ημίν το ενδόσιμον του εκλαβείν την περί τούτου σιωπήν ως φανεράν της Αυτοσοφίας κρίσιν και απόφασιν, ότι προς το αιώνιον εκείνο του ανθρώπου αγαθόν ουδαμώς συντελούσι τα εξ ανθρώπων μαθήματα;



Κεφάλαιο Ε': Η γνώση αποτελεί κενοδοξία που δεν πρέπει σε έναν σωστό χριστιανό, ενώ και το ελληνικό έθνος δεν πρόκειται να ωφεληθεί απ' αυτή. Αφήστε τις επιστήμες και κοιτάξτε προς τον ουρανό, γιατί εκεί βρίσκεται το μέλλον του ανθρώπου:

«Τί γαρ ωφελήσει άνθρωπον, εάν κερδίση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;». Τί ωφελήσει τον άνθρωπον, εάν αποκτήση πάσαν γνώσιν και επιστήμην του κόσμου τούτου, έπειτα αδιακρίτως ως τις μωρών αποκλεισθή της βασιλείας των Ουρανών; Οποίον δε τί χρήμα είνε εκείνο ου το κέρδος αιώνιος ζημία; Αλγεινόν και ακούσαι.

Διό δη ας περιλάβωμεν εαυτούς εντός των κεχαραγμένων των ανθρώπων ορίων, άτινα φιλανθρωπούσα η θεία Πρόνοια περιέγραψε τόσο στενά, ίνα μη επτοημένοι προς την επίγειον διατριβήν προσέχωμεν τοις κατ' αυτήν και αμελώμεν των προς τον ουρανόν χριστιανικών καθηκόντων.

Έπειτα δε και η σημερινή του Ελληνικού Έθνους τύχη, δεν δίδει ημίν τον λόγον ουδέ την ανάγκην του θηρεύειν τοιαύτην σπουδήν, ης η χρήσις ουδέν συμβάλλει προς την ημετέραν κατάστασιν, πλην πεφυσιωμένης οιήσεως και κενοδοξίας.



Στον επίλογο του έργου, που φέρει τον τίτλο «Παραίνεσις αποτρεπτική», ο Πάριος προτρέπει τους χριστιανούς να μην έρχονται σε επαφή και να διώχνουν από κοντά τους, τους «μιαρούς» και «ψωραλέους» φιλοσόφους, για να μην «μολυνθούν» και οι ίδιοι από τη «νόσο» τους:

Φυλάττεσθε όθεν, αδελφοί, από της φθοροποιάς και μιασματικής αυτών κοινωνίας, φεύγετε αυτούς ως αλαζόνας και ψευδωνύμους φιλοσόφους, μένετε εν οις εμάθετε και επιστώθητε, και αποφεύγητε αυτούς ως λύκους ψωραλέους, οίτινες εάν μη μεταδώσωσιν υμίν της νόσου, θέλουσιν προσπαθήσει και θέλουσιν ίσως γένησθε διά παντός θύματα θύματα της λύσσης αυτών.



Ο Πάριος, δεν θα διστάσει να επιτεθεί και στον πρώην μαθητή του, Βενιαμίν Λέσβιο, ο οποίος έκανε το «λάθος», σε αντίθεση με ό,τι πρεσβεύει η Αγία Γραφή, να υπερασπιστεί το ηλιοκεντρικό σύστημα και θα τον καταγγείλει στο Πατριαρχείο, το 1803, ως αιρετικό και κακόδοξο. Σε επιστολή του προς τον ίδιο, αφού χαρακτηρίζει την Ευρώπη ως «το βάραθρον του Άδου», τον κατατάσσει στους «λιποτάκτες»:

Τί θέλουν μας ωφελήση οι κύκλοι και αι πυραμίδες και τα τετράγωνα και τα αστρονομικά τηλεσκόπια; Ουδέν. Τα μαθήματα της έξω σοφίας δεν είναι αναγκαία προς την αληθινήν ευδαιμονίαν. Τίς λοιπόν η τοιαύτη ορμή και άκριτος επιθυμία, με την οποίαν οι περισσότεροι φέρονται εις απόκτησιν αυτής; Η Ευρώπη είναι το χάος της απωλείας, το βάραθρον του Άδου. Εγύρισες και με πολύν πλούτον φιλοσοφικών ειδήσεων και με φήμην μεγάλην πως είσαι, ή ένας άριστος γεωμέτρης, ή ένας τέλειος αστρονόμος, ή ένας άκρος φυσιολόγος, ή ένας θαυμάσιος αλγεβριστής. Τούτων απάντων εγώ βλέπω το κέρδος, όταν εσύ εβρίσκεσαι υπεύθυνος εις το κρίμα της λιποταξίας.



Το 1805, στον λίβελο «Νέος Ραψάκης», ο οποίος αποτέλεσε απάντηση στην «Αδελφική Διδασκαλία» του Αδαμάντιου Κοραή (η οποία με τη σειρά της αποτελούσε απάντηση στην «Πατρική Διδασκαλία»), αφού εκφράζει την «κατανόηση» του για τα πάθη των σκλαβωμένων ραγιάδων, καταφέρεται εναντίον των «ελληνοφρόνων» που κινούνται προς την ελευθερία, με τρόπο «όχι τίμιον και χριστιανικόν και χριστιανοίς πρέποντα, αλλά βαρβαρικόν τωόντι και βαρβάροις πρέποντα». Ο Διαφωτισμός και η επαναστατική προπαρασκευή, στιγματίζονται ως «αντίθεος σκευωρία», που αποκάλυψε η «θεία Πρόνοια» και που είναι, σύμφωνα και με την Εκκλησία, «απηγορεύμενη από τους θείους νόμους εις τους μαθητάς του Χριστού»:

Δεν ημπορεί τίνας να αρνηθεί, ότι τα πάθη και αι θλίψεις και τα βάσανα, οπού πάσχουν οι αδελφοί μας χριστιανοί υποκάτω εις τον ζυγόν των νυν κρατούντων, είναι και πολλά και πικρά, και δεινά και υπέρδεινα. Είναι τούτο ομολογούμενον και συμπάσχομεν τοις πάσχουσι και συστενάζομεν τοις στενάζουσι, κατά τον θείον Παύλον, οπού προστάζει λέγων «χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων» και πάλιν «είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη».

Ταύτα ίσως διανοούμενοι κάποιοι από τους εδικούς μας ομογενείς, και, τρόπον τίνα, ζήλω διαπύρω κινούμενοι υπέρ της ελευθερίας του Γένους, φιλόσοφοι μάλλον όντες ή φιλόχριστοι, και φιλάδελφοι μάλλον ή φιλόθεοι, και μάλλον γηινόφρονες ή ουρανόφρονες, τρόπον εξεύρον της των όλων ελευθερίας, όχι τίμιον και χριστιανικόν και χριστιανοίς πρέποντα, αλλά βαρβαρικόν τωόντι και βαρβάροις πρέποντα.

Τίς και ποίος ούτος; Βιβλιάριον εξέδωκαν, «Ρόπαλον του Ηρακλέους» αυτό ονομάσαντες, οι ελληνόφρονες· βιβλίον δηλαδή διεγερτικόν, ερεθιστικόν, παρακινητικόν, ώστε πάντες οι απανταχού χριστιανοί, εν ρητή ημέρα, να δείξουν του Ηρακλέους την αλκήν εναντίον των τυρρανούντων αυτούς, και τα εξής· ο νοών νοείτω.

Η θεία Πρόνοια ηλέησε το γένος των χριστιανών, και, προτού να διαδοθούν εις τον κόσμον εκείνα τα κακέμφατα ρόπαλα, έκαμε και εφανερώθη η αντίθεος αύτη σκευωρία, και παρεδόθησαν εις το πυρ· και οι κατά των ιδίων δεσποτών την κοινήν και καινήν ευτρεπίσαντες μάχαιραν, μάχαιραν εύρον μισθόν του παραλόγου ζήλου αυτών.

Η αγία Εκκλησία, ταύτα μαθούσα, και φρίξασα επί τω καινώ και ολεθρίω τούτω ακούσματι, έτι δε και επιταγήν λαβούσα, εξέδωκεν εις το κοινόν, διά τινός αδελφού, ωσάν ένα σωτήριον αντίδοτον προς την ολέθριον εκείνην προτροπήν, μίαν πατρικήν και αδελφικήν παραίνεσιν, εις τους απανταχού χριστιανούς, κηρύττουσαν τοις πάσι και λέγουσαν: Αδελφοί, στώμεν καλώς· ότι, πρώτον μεν, μία τοιαύτη πράξις είναι από μιας απηγορεύμενη από τους θείους νόμους εις τους μαθητάς του Χριστού· δεύτερον δε, ότι και σφόδρα επικίνδυνον ήτον και είναι εις όλον το γένος των χριστιανών, όσοι ζουν υποκάτω εις τούτην την επικράτειαν, ένα τοιούτον τόλμημα· και πρέπει να το ομολογήση, όποιος δεν είναι στερημένος πανταπάσιν από συλλογιστικήν δύναμιν.

Η αναφορά στο «Ρόπαλον του Ηρακλέους», φωτογραφίζει τον Ρήγα Φεραίο, ο οποίος το χρησιμοποιούσε ως σύμβολο της δύναμης των σκλαβωμένων που θα εξεγείρονταν. Ίσως το παραπάνω κείμενο, να ήταν περιττό, εάν ο Πάριος, παρέπεμπε απ' ευθείας σε κάποια από τα κείμενα, του θεωρητικού της δουλείας, του «θείου» και «μακάριου» Παύλου, που πολλάκις επικαλείται ο συγκεκριμένος «όσιος», όπως: «Τους δούλους να τους νουθετείς να υποτάσσονται στους δικούς τους κυρίους, να τους ευαρεστούν σε όλα, να μη αντιμιλούν· να μη οικειοποιούνται τα ξένα πράγματα, αλλά να δείχνουν κάθε αγαθή πίστη· για να στολίζουν σε όλα τη διδασκαλία τού σωτήρα μας Θεού» (Προς Τίτον, 2: 9-10). (Βλέπε και: «Ο καθαγιασμός της δουλείας στον Χριστιανισμό»).

Ο αντεπαναστατικός κι φωτοσβεστικός ζήλος του Αθανάσιου του Πάριου, δεν άφησε ασυγκίνητη την ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία το 1995 φρόντισε, έστω και καθυστερημένα, να τον εντάξει στο αγιολόγιό της, τιμώντας την μνήμη του στις 24 Ιουνίου. Η δε κατοπινή ελληνοχριστιανική ιστοριογραφία, κάνοντας ένα άνοστο και κακόγουστο αστείο στην ίδια την Ιστορία, τον συμπεριέλαβε και τον τοποθέτησε ανάμεσα στους «Διδασκάλους του Γένους» (όπως και τον άλλον «άγιο» σκοταδιστή και τουρκόδουλο καλόγερο, τον Κοσμά τον Αιτωλό), αγκαλιά δηλαδή με τον Αδαμάντιο Κοραή και τον Ρήγα Φεραίο, ή κατά πως εύστοχα λέει ο Δημήτρης Λιαντίνης, «ο Εφιάλτης αγκαλιά με τον Λεωνίδα».

 

Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ ΗΤΑΝ ΤΟΣΟ ΔΙΑΚΟΣ ΟΣΟ ΗΤΑΝ ΠΑΠΑΣ ΚΙ Ο ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ !


imagesπαπαφλεσσας1
«Οι Τούρκοι συνέλαβαν τον πατέρα του Διάκου να εφοδιάζει τους ξεσηκωμένους Κλέφτες με τρόφιμα. Έτσι οδήγησαν τόσο αυτόν όσο κι έναν εκ των αδερφών του Διάκου, τον Απόστολο, στο Παντρατζίκι Φθιώτιδος, την σημερινή Υπάτη, όπου τους κρέμασαν. Κατατρομαγμένη η μάνα του Διάκου, πήγε το 12χρονο παιδί της και το εμπιστεύτηκε στους καλόγερους του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου κοντά στην Αρτοτίνα.

Πέραν όμως του φόβου της μάνας, υπήρχε και μια ακόμη σκοπιμότητα. Μετά την οικονομική καταστροφή, η χειροτονία του νεαρού Θανάση επιβάλλονταν πλέον και για λόγους βιοποριστικούς, καθώς στα μοναστήρια, λόγω των ειδικών σχέσεων που είχαν αυτά με τους Τούρκους, ζούσαν πιο άνετα σε σχέση με τους υπόλοιπους υπόδουλους Έλληνες».
Εάν ένα παιδί που παραδόθηκε σε καλόγερους στην ηλικία των 12 ετών – και μάλιστα κάτω από συνθήκες ζωής ή θανάτου – μπορεί να θεωρείται διάκος ή καλόγερος, τότε φαίνεται ότι η χριστιανική αναίδεια δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος.
Ωστόσο, η μετέπειτα πορεία του απέδειξε φυσικά, το τι μέρους του λόγου ήταν από την φύση του ο άνθρωπος. Καλόγερος και επαναστάτης, δεν γίνεται στον αιώνα τον άπαντα.
Το παπαδαριό δευτερόλεπτο δεν σταμάτησε να πιπιλίζει τις …δυο αυτές καραμέλες, προκειμένου να τονίζει την ντεμέκ συμμετοχή του κλήρου στην επανάσταση του 1821.

Διαβάστε τα υπόλοιπα για τον Αθανάσιο Διάκο από: Αθανάσιος Διάκος (1788-1821) – Ο μάρτυρας της Επανάστασης: http://www.pare-dose.net/?p=2306.
Ο ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΑΠΑΣ. ΕΞΩΛΕΣΤΑΤΟΝ ΤΟΝ ΑΠΟΚΑΛΕΙ Ο Π.Π. ΓΕΡΜΑΝΟΣ
Ο Παπαφλέσσας δεν υπήρξε ποτέ παπάς ή καλόγερος. Απεναντίας μελέτησε τους Έλληνες, γι’ αυτό κι έγραψε στα παλιά του τα παπούτσια τους αφορισμούς του ανθελληνικού παπαδαριού και τα «εξωλέστατος» του πλατσικολόγου Π.Π Γερμανού.
“…. ο δε Δικαίος, άνθρωπος απατεών και εξωλέστατος, περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τίνι τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του Έθνους, δια να πλουτίση εκ των αρπαγών, τους εβεβαίωνεν, ότι είναι τα πάντα έτοιμα.» («Απομνημονεύματα»). Ο Δημητσανίτης δεσπότης Π.Π.Γερμανός για τον ηρωϊκό Παπαφλέσσα.
Δίχως ίχνος ντροπής η ελληνική πολιτεία διδάσκει στους νέους της ότι οι ανθέλληνες ιεράρχες και το παπαδαριό όχι μόνον συνέβαλαν στην επανάσταση αλλά κι ότι σ’ αυτούς κυρίως χρωστάμε την ελευθερία μας!
Στα πλαίσια αυτής της προπαγάνδας μας παρουσιάζουν για ιερωμένους ανθρώπους οι οποίοι για να αποφύγουν την σύλληψή τους από τους Τούρκους, αλλά και για να κινούνται με άνεση – όπως βεβαίως όλο το παπαδαριό την διέθετε επί τουρκοκρατίας – μέσα στην οθωμανική επικράτεια, αναγκάστηκαν να παριστάνουν τους παπάδες.
Μια τέτοια περίπτωση είναι και του Παπαφλέσσα.
Ο Ιστοριοδίφης Ευαγγελίδης Τρ. Ε. , θα μας διαφωτίσει για την αληθινή ιστορία του Παπαφλέσσα μέσα από την ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ (1930). Φαίνεται ότι την εποχή εκείνη δεν είχε συντελεστεί ακόμα πλήρως το έγκλημα της παραποίησης της ελληνικής ιστορίας υπέρ της ορθοδοξίας. Να, λοιπόν τι γράφει:
Ο παππούς του Γεώργιος φονεύθηκε στα Ορλωφικά (1770). Ο πατέρας του Δημήτριος επίσης το 1799 σε συμπλοκή με Τούρκους πέριξ της Σπάρτης. Άφησε ορφανού 27 γιους και μια θυγατέρα. Ο Γρηγόριος Φλέσσας γεννήθηκε στην Πολιανή το 1788.
Υπήρξε ο εμψυχωτής και ο κύριος μοχλός της Επανάστασης, αφού κατόρθωσε να υπερνικήσει τα προβαλλόμενα εμπόδια από τους προκρίτους, τους κοτζαμπάσηδες και τους κληρικούς. Μαθήτευσε στην σχολή της Δημητσάνης. Μετά το πέρας των σπουδών του δημοσίευσε σάτιρες, στις οποίες καταφέρονταν κατά της οθωμανικής διοίκησης. Υπέγραφε ως «Φως Καλάμιος τούνομα Γρηγόριος».
Προδόθηκε όμως στους Τούρκους και μετά από ένοπλη αντίσταση και καταδίωξη αναγκάστηκε να καταφύγει στη μονή της Ρεκίτσας, περιφέρειας Σπάρτης. Εκεί ο ηγούμενος τον συμβούλεψε να ντυθεί καλόγερος και ν’ αλλάξει όνομα. Κατόπιν πήγε στη Ζάκυνθο όπου γνωρίστηκε με τον Κολοκοτρώνη και άλλους. Από εκεί μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη και κατορθώνει να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του μητροπολίτη Δέρκων.
Προσλαμβάνει ως καθηγητή του τον Αινιάνα και μελετά τις δημηγορίες του Θουκυδίδη. Γνωρίζεται με φιλικούς οι οποίοι του εμπιστεύονται τα πάντα και δέχεται τον επικίνδυνο ρόλο του αποστόλου.
Στη συνέχεια ο συγγραφέας περιγράφει την συνεχή δράση του Παπαφλέσσα, σε πολλά μέρη της οθωμανικής επικράτειας υπέρ της επανάστασης, καθώς και τις προετοιμασίες του με πολεμικά εφόδια αλλά και όλη την ηρωική πολεμική του δράση. Αναφέρει ότι ο Π.Π. Γερμανός, ο δήθεν ευλογήσας την επανάσταση, τον υβρίζει «εξωλέστατον», λόγω της συνεχούς του επιμονής για την εδώ και τώρα κήρυξη της επανάστασης.
Ξένοι πρόξενοι και ιστορικοί (Hew, Φίνλεϋ) εκφράζουν τον θαυμασμό τους για τις πολεμικές αρετές και την ικανότητά του στην οργάνωση της μάχης.
Βλέπετε ότι ο Παπαφλέσσας μελέτησε Θουκυδίδη κι όχι τις δουλικές χριστιανικές ανοησίες του τύπου «αγαπάτε τους εχθρούς ημών».
Επομένως ο Παπαφλέσσας δεν υπήρξε ποτέ παπάς ή καλόγερος. Απεναντίας μελέτησε τους Έλληνες, γι’ αυτό κι έγραψε στα παλιά του τα παπούτσια τους αφορισμούς του ανθελληνικού παπαδαριού και τα «εξωλέστατος» του πλατσικολόγου Π.Π Γερμανού.

ΦΩΤΙΑ. Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΤΗΣ!

assets_LARGE_t_420_1195019
Η ελληνική γλώσσα, και σίγουρα όχι μόνον αυτή, ξεκίνησε την πορεία της από την εποχή που ανακάλυψαν – έμαθαν να ανάβουν – την φωτιά οι άνθρωποί της. Αυτή την άποψη θα επιχειρήσω να στηρίξω εδώ.
Κατ’ αρχάς, η εκδοχή αυτή είναι καταχωρισμένη στην ελληνική μυθολογία. Αναφέρεται στο κλέψιμο της φωτιάς του Διός και στην απόδοσή της στους ανθρώπους από τον Προμηθέα. Προσέξτε παρακαλώ, πρόκειται για τον Προ – μηθέα.
Για να δούμε τι σημαίνει το -μηθεας. Προκύπτει σαφώς από το μα(ν)θάνω (α>η). Αλλά και ο μύθος από το μανθάνω κατάγεται. Μάθος >μύθος (α>υ, όπως σάρξ>σύρξ). Τι θα πει μύθος; Θα πει, ομιλία, λόγος, διήγημα, ιστορία, απόφαση, σκοπός, σχέδιο, συμβουλή, γνώμη και απόφθεγμα!
Επίσης, μήτις (θ>τ) θα πει, σοφία, σύνεση, ευφυΐα, σύμβουλος… Και η Μούσα έχει την ίδια ρίζα. Μάλιστα πλην των άλλων γνωστών μούσα σημαίνει και το πρέπον, το προσήκον, η ευπρέπεια.
Θα μου πείτε τι σχέση έχουν ολ’ αυτά με την φωτιά. Εμείς ξέρουμε ότι με την ανακάλυψη και την χρήση της φωτιάς ο άνθρωπος ανέπτυξε σιγά-σιγά την τεχνολογία.
Εκτός που δεν θέλει να παραδεχτεί ο χοντροκέφαλος ο άνθρωπος ότι είναι ξάδελφος των πιθήκων, ξεχνά πολύ εύκολα ότι το είδος του έζησε κατά το ασυγκρίτως μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της ύπαρξής του ευρισκόμενο σε άκρως πρωτόγονη κατάσταση, όπως αποδεικνύουν όλα τα ευρήματα ανά τον κόσμο.
Πριν λοιπόν ανακαλύψουν οι άνθρωποι το άναμμα της φωτιάς, μόλις έμπαιναν το σούρουπο στις σπηλιές τους, έπεφταν ξεροί στον ύπνο, μετά από τις ατέλειωτες ταλαιπωρίες της ημέρας, αφού ολημερίς έπρεπε να κυνηγούν το φαγητό τους. Μέσα στο σκοτάδι τι να δει και τι να πει και τι να συζητήσει κανείς.

Όταν όμως τέλος πάντων έμαθαν να ανάβουν οι άνθρωποι τη φωτιά – βρέθηκαν πολλές τέτοιες μέσα σε σπηλιές, και φυσικά αυτό δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλλη – τότε το τοπίο άλλαξε άρδην. Τώρα με το φώς της φωτιάς άρχισε το μεγάλο ζόρι της συζήτησης. Από τη μια να εξιστορήσει κανείς τα παθήματα της προηγηθείσης ημέρας κι από την άλλη να καταστρώσει σχέδια για την επόμενη, ομού μεθ’ όλων των μελών της οικογένειας ή ομάδας.
Για τον λόγο αυτόν φαίνεται ότι μύθος θα πει, ομιλία, λόγος, διήγημα, ιστορία, απόφαση, σκοπός, σχέδιο, συμβουλή, γνώμη. Βλέπετε ότι οι λέξεις σέρνουν πίσω τους ακόμη ολόκληρες ιστορίες. Διότι όλ’ αυτά συνέβαιναν μέχρι προχθές. Ναι, προχθές. Τόσο λίγο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο βγήκε ο άνθρωπος από τις σπηλιές, σε σχέση μ΄αυτό που ζούσε μέσα τους. Για να μη πω τώρα ότι πάρα πολλοί άνθρωποι, αν και ζουν πλέον εκτός σπηλαίων, συμπεριφέρονται χειρότερα κι από τους ανθρώπου που ζούσαν μέσα σ’ αυτές!
Άναψε λοιπόν η φωτιά και μεταξύ των άλλων που φανερώθηκαν, φάνηκε αναγκαστικά και ο κομπασμός της γλώσσας. Αυτό κι αν είναι ζόρι. Κι αρχίσανε τα: καλά βρε ζώον τίποτα δεν κατάλαβες τόση ώρα που σου τα εξηγούσα με το νι και με το σίγμα; Ή τα: καλά γυναίκα, αυτό το παιδί μας είναι τελείως βόδι. Χαμπάρι δεν παίρνει από λόγια! Και χίλια μύρια παρόμοια. Από εκείνη την εποχή μάλλον βγήκε και το «άλλα λέει η θειά μ’ κι άλλ’ ακούν τ΄αυτιά μ’».
Κοντολογίς, τώρα που υπήρχε χρόνος για κουβέντες, γύρω από την φωτιά, αναγκαστικά άρχισε να εμπλουτίζεται η γλώσσα και η εκφραστικότητά της. Μια φυσική και φυσιολογική εξέλιξη.
Όμως η ιστορία αυτή, επί πλέον αποτυπώθηκε και στους χρόνους των ρημάτων. Για ποιο λόγο ονομάστηκαν ρήματα, δηλαδή λεγόμενα; Διότι αυτά αποτελούν τον σκελετό της κάθε γλώσσας. Χωρίς αυτά δεν μπορεί να γίνει συζήτηση, ενώ χωρίς τα επίθετα ή τα άρθρα γίνεται. Πώς όμως έγινε η συγκεκριμένη αποτύπωση;
Όταν λοιπόν πάλευα να συντάξω το ετυμολογικό λεξικό (παρέχεται δωρεάν από την παρούσα ιστοσελίδα), μεταξύ των άλλων παρατήρησα ότι οι ρίζες των ρημάτων βρίσκονταν στην αρχέγονή τους μορφή, κυρίως στους παρελθόντες και μέλλοντες χρονικούς τύπους παρά στον ενεστώτα. Παράδειγμα; Τρώγω, β΄ αόρ. έ-τραγ-ον. Τυγχάνω, μελλ. τεύ-ξομαι. Και σε χίλιες δυο άλλες περιπτώσεις.
Πώς εξηγείται το φαινόμενο αυτό; Νομίζω στις ανάγκες που έπρεπε να καλύψει πρωταρχικά η γλώσσα. Όταν εισέρχονταν οι πρωτόγονοι στη σπηλιά και κάθονταν γύρω από την φωτιά, σίγουρα άρχιζαν να διηγούνται τα παθήματα της μόλις παρελθούσας ημέρας. Άρα δια της χρήσης παρελθόντων χρόνων. Κατόπιν έπρεπε να συνεννοηθούν για τα της επαύριον. Άρα δια της χρήσης μελλόντων χρόνων των ρημάτων.
Ο ενεστώτας ασφαλώς απουσίαζε διότι κανείς δεν θα μιλούσε γι’ αυτό που έκανε εκείνη τη στιγμή, αφού φαίνονταν.
Η φωτιά φανέρωνε (φαίνω) και γύρω της μιλούσαν (φημί, έ-φα-ν, φάσκω). Για τον λόγο αυτόν τα δυο ρήματα φαίνω και φημί (=λέγω) έχουν την ίδια ρίζα και κοινούς χρονικούς τύπους.

Ακόμα και τώρα, μετά από τις περιπέτειες μιας εκδρομής, το βράδυ γύρω από την φω-τιά διασταυρώνονται οι φω-νές των εκδρομέων, για να εξιστορήσουν τα όσα συνέβησαν αλλά και για να επανακαθοριστούν τα της επομένης ημέρας.

φάος [φάFος, ο πρωτόγονος άνθρωπος για να ανάψει φωτιά, αλλά και για να την διατηρήσει, έπρεπε να φυσά προς την εστία του πυρός τακτικά. Φουφού λέγεται ακόμα και τώρα η εστία του πυρός και το μαγκάλι. Μόλις δε ανάψει η φωτιά, φωτίζει (φά-ει) και φα-νερώνει τα γύρω της αντικείμενα.
Γύρω από το φώ-ς της φω-τιάς αρχίζουν να ακούγονται οι φω-νές των ανθρώπων, για την περιγραφή των συμβάντων της προηγηθείσης ημέρας, φά-σκω = βεβαιώ, ισχυρίζομαι, προσποιούμαι (διότι η γλώσσα τους ήταν φτωχή και έπρεπε και δια προσποιήσεων να παραστήσουν κάποια συμβάντα).
Η ρίζα φα- (φάσις = καταγγελία, λόγος και εμφάνιση) έχει την σημασία του φέρω στο φως, φανερώνω, φανερώνω δια του λόγου, καθιστώ γνωστό (βλ. φαίνω και φημί). Για τον λόγο αυτόν οι τύποι του παθητικού παρακειμένου του φημί και του φαίνω είναι ακριβώς ίδιοι.
Το φαίνω συνδυάζει τα δύο ρήματα φάω και φημί, περιέχων και τις δύο έννοιες, αφού σημαίνει φέρω στο φως, δεικνύω, φανερώνω, παρέχω φως, εκθέτω (επί διανοημάτων), καταγγέλλω κάποιον, προδίδω, λέγω. Το φαύω (φάFω) παραπέμπει κατ’ ευθείαν στη φουφού, το φύσημα για το άναμμα της φωτιάς]- φως (αο>ω).