Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (276-315)

ΧΟ. ὥσπερ μ᾽ ἀραῖον εἷλες, ὧδ᾽, ἄναξ, ἐρῶ.
οὔτ᾽ ἔκτανον γὰρ οὔτε τὸν κτανόντ᾽ ἔχω
δεῖξαι. τὸ δὲ ζήτημα τοῦ πέμψαντος ἦν
Φοίβου τόδ᾽ εἰπεῖν ὅστις εἴργασταί ποτε.
280 ΟΙ. δίκαι᾽ ἔλεξας· ἀλλ᾽ ἀναγκάσαι θεοὺς
ἃν μὴ θέλωσιν οὐδ᾽ ἂν εἷς δύναιτ᾽ ἀνήρ.
ΧΟ. τὰ δεύτερ᾽ ἐκ τῶνδ᾽ ἂν λέγοιμ᾽ ἁμοὶ δοκεῖ.
ΟΙ. εἰ καὶ τρίτ᾽ ἐστί, μὴ παρῇς τὸ μὴ οὐ φράσαι.
ΧΟ. ἄνακτ᾽ ἄνακτι ταὔθ᾽ ὁρῶντ᾽ ἐπίσταμαι
285 μάλιστα Φοίβῳ Τειρεσίαν, παρ᾽ οὗ τις ἂν
σκοπῶν τάδ᾽, ὦναξ, ἐκμάθοι σαφέστατα.
ΟΙ. ἀλλ᾽ οὐκ ἐν ἀργοῖς οὐδὲ τοῦτ᾽ ἐπραξάμην.
ἔπεμψα γὰρ Κρέοντος εἰπόντος διπλοῦς
πομπούς· πάλαι δὲ μὴ παρὼν θαυμάζεται.
290 ΧΟ. καὶ μὴν τά γ᾽ ἄλλα κωφὰ καὶ παλαί᾽ ἔπη.
ΟΙ. τὰ ποῖα ταῦτα; πάντα γὰρ σκοπῶ λόγον.
ΧΟ. θανεῖν ἐλέχθη πρός τινων ὁδοιπόρων.
ΟΙ. ἤκουσα κἀγώ· τὸν δὲ δρῶντ᾽ οὐδεὶς ὁρᾷ.
ΧΟ. ἀλλ᾽ εἴ τι μὲν δὴ δείματός γ᾽ ἔχει μέρος
295 τὰς σὰς ἀκούων οὐ μενεῖ τοιάσδ᾽ ἀράς.
ΟΙ. ᾧ μή ᾽στι δρῶντι τάρβος, οὐδ᾽ ἔπος φοβεῖ.
ΧΟ. ἀλλ᾽ οὑξελέγξων αὐτὸν ἔστιν· οἵδε γὰρ
τὸν θεῖον ἤδη μάντιν ὧδ᾽ ἄγουσιν, ᾧ
τἀληθὲς ἐμπέφυκεν ἀνθρώπων μόνῳ.
300 ΟΙ. ὦ πάντα νωμῶν Τειρεσία, διδακτά τε
ἄρρητά τ᾽ οὐράνιά τε καὶ χθονοστιβῆ,
πόλιν μέν, εἰ καὶ μὴ βλέπεις, φρονεῖς δ᾽ ὅμως
οἵᾳ νόσῳ σύνεστιν· ἧς σὲ προστάτην
σωτῆρά τ᾽, ὦναξ, μοῦνον ἐξευρίσκομεν.
305 Φοῖβος γάρ, εἴ καὶ μὴ κλύεις τῶν ἀγγέλων,
πέμψασιν ἡμῖν ἀντέπεμψεν, ἔκλυσιν
μόνην ἂν ἐλθεῖν τοῦδε τοῦ νοσήματος,
εἰ τοὺς κτανόντας Λάιον μαθόντες εὖ
κτείναιμεν, ἢ γῆς φυγάδας ἐκπεμψαίμεθα.
310 σὺ δ᾽ οὖν φθονήσας μήτ᾽ ἀπ᾽ οἰωνῶν φάτιν
μήτ᾽ εἴ τιν᾽ ἄλλην μαντικῆς ἔχεις ὁδόν,
ῥῦσαι σεαυτὸν καὶ πόλιν, ῥῦσαι δ᾽ ἐμέ,
ῥῦσαι δὲ πᾶν μίασμα τοῦ τεθνηκότος.
ἐν σοὶ γὰρ ἐσμέν· ἄνδρα δ᾽ ὠφελεῖν ἀφ᾽ ὧν
315 ἔχοι τε καὶ δύναιτο κάλλιστος πόνων.

***
ΧΟΡ. Έτσι που με κατάρες μ᾽ έδεσες
έτσι θα σου μιλήσω, βασιλιά.
Ούτε τον σκότωσα κι ούτε γνωρίζω τον φονιά.
Ο Φοίβος που ξέρει να στέλνει χρησμούς
αυτός ας κατονόμαζε το δράστη.
280 ΟΙΔ. Μα ποιός μπορεί
να εξαναγκάσει τους θεούς, χωρίς να θέλουν;
ΧΟΡ. Μια δεύτερη σκέψη θα ᾽λεγα,
που φαίνεται σωστή.
ΟΙΔ. Και τρίτη αν έχεις, λέγε,
μη διστάζεις.
ΧΟΡ. Ξέρω καλά πως όσα βλέπει ο μέγας Φοίβος
τα ίδια βλέπει κι ο μέγας Τειρεσίας.
Αν κάποιoς τον εξέταζε
μπορούσε να φωτίσει, βασιλιά μου, την υπόθεση.
ΟΙΔ. Χωρίς χρονοτριβή το φρόντισα κι αυτό.
Ιδέα του Κρέοντος κι έστειλα δυο
για να τον συνοδεύσουν.
Αργοπορεί και με προβληματίζει.
290 ΧΟΡ. Όσο για τις παλιές και κούφιες φήμες…
ΟΙΔ. Για τί μιλάς;
Τα πάντα ξεψαχνίζω.
ΧΟΡ. Είπαν πως τον σκοτώσαν οδοιπόροι.
ΟΙΔ. Πήρε το αυτί μου κάτι. Όμως κανείς
δε μολογάει τον αυτόπτη.
ΧΟΡ. Αν τον κρατάει ο φόβος,
θ᾽ ακούσει τις κατάρες σου
και θα πειστεί.
ΟΙΔ. Όποιος δεν τρόμαξε την πράξη,
πώς θες να φοβηθεί τα λόγια.
ΧΟΡ. Ελπίδες αποκάλυψης υπάρχουν.
Ιδού τον ένθεο τον μάντη
τον οδηγούν εδώ.
Είναι θνητός μοναδικός·
του δόθηκεν η χάρη της αλήθειας.
300 ΟΙΔ. Ω παντεπόπτη Τειρεσία
που τα ρητά διαβάζεις και τ᾽ απόρρητα,
τα μυστικά της γης και τ᾽ ουρανού,
τη νόσο που την πόλη δυναστεύει.
Ο μόνος είσαι πια προστάτης και σωτήρας μας.
Ο Φοίβος, αν δεν άκουσες απ᾽ τους απεσταλμένους,
στις ερωτήσεις που του θέσαμε μας μήνυσε,
πως από τη νόσο ο μόνος τρόπος να γλιτώσουμε
είναι να βρούμε του Λαΐου τους φονιάδες
και να τους θανατώσουμε
ή να τους στείλουμε εξορία.
310 Μην αρνηθείς να μας μιλήσεις
είτε των οιωνών τη γλώσσα διάβασες
είτε μιας άλλης μαντικής
τα μονοπάτια πήρες.
Σώσε τον εαυτό σου, σώσε την πόλη,
σώσε και μένα·
σώσε μας από το μίασμα του σκοτωμένου.
Σ᾽ εσένα τις ελπίδες αποθέτουμε.
Αν κάποιος έχει έλεος και το προσφέρει,
με τη χαρά της προσφοράς αγάλλεται.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 11. Έννοιες και αρχές

11.8. Αἰδώς και ἔλεος


Επειδή η αἰδώς μέσω της νεμέσεως λειτουργεί ανασταλτικά στην ανεξέλεγκτη δράση, συνδυάζεται συχνά με αισθήματα, όπως είναι: η έκπληξη, ο θαυμασμός, ο σεβασμός που εμπνέει τον φόβο προς κάποιον ανώτερο, η συμπάθεια ή ο οίκτος, και ο ἔλεος, κυρίως προς τους «ξένους» και τους ικέτες, που βρίσκονται σε ανίσχυρη θέση και χρειάζονται βοήθεια. Η αἰδώς αποτρέπει τον ισχυρό (οικοδεσπότη ή ικετευόμενο) από το να βλάψει τον ανυπεράσπιστο (ξένο ή ικέτη του)· διαφορετικά ενδέχεται η αφιλόξενη ή ανελέητη συμπεριφορά του να αποκαλυφθεί δημόσια, υποκινώντας την εκδίκηση των θεών. Ο ἔλεος, από την άλλη μεριά, προκαλεί τον δυνατό να θεωρήσει, συνειδητοποιώντας την αξιοθρήνητη κατάσταση του άλλου (ξένου ή ικέτη), ότι τα ξένα βάσανα θα μπορούσαν να αφορούν και δικούς του, ή να γίνουν και δικά του. Έτσι, αἰδώς και ἔλεος, στα συμφραζόμενα της ξενίας ή/και της ικεσίας, συνιστούν αφορμές για συναισθητική σύγκλιση ανάμεσα στον ξένο/ικέτη και στον ξενιστή/ικετευόμενο - σχέση που, με τα παρεπόμενα ενδεχόμενα της προσφοράς φαγητού, των δώρων/λύτρων και του ύπνου, αποτελεί μια μορφή φιλότητος.

Στον πόλεμο της Ιλιάδας όλες οι ικετευτικές εκκλήσεις για αἰδῶ και ἔλεον των ανυπεράσπιστων ικετών αντιπάλων (που ανήκουν όλοι στην παράταξη των Τρώων) απορρίπτονται, μαζί με τα προσφερόμενα ἄποινα, από τους ικετευόμενους, οι οποίοι εξοντώνουν τα ανυπεράσπιστα θύματά τους με ανελέητο τρόπο. Στην αρχή του έπους, ενώ όλοι οι Αχαιοί ζητούν από τον Αγαμέμνονα να σεβαστεί (αἰδεῖσθαι, Α 23) τον γέροντα ιερέα Χρύση και τα αμέτρητα λύτρα που προσφέρει για να πάρει πίσω την κόρη του, ο βασιλιάς των Αχαιών διώχνει τον σεβάσμιο γέροντα ικέτη απειλώντας τον με θάνατο.

Στον επίλογο της Ιλιάδας το προηγούμενο αρνητικό σκηνικό αντιστρέφεται. Εξάλλου, η απώλεια της αἰδοῦς και του ἐλέου εκ μέρους του Αχιλλέα υποκινεί τη λύτρωση του ατιμασμένου νεκρού Έκτορα. Πρώτα ο Απόλλωνας, διαμαρτυρόμενος στους ολυμπίους, κατηγορεί τον Αχιλλέα για τον «αναιδή» και ανελέητο τρόπο με τον οποίο προσβάλλει το σώμα του αντιπάλου του, λέγοντας (Ω 44-45):

Έτσι ο Αχιλλέας την έχασε τη συμπόνια [ἔλεον] μέσα του, και ούτε νιώθει ντροπή [αἰδώς], που πολύ ζημιώνει ή ωφελεί τους ανθρώπους.

Λίγο μετά, όταν ο Πρίαμος ικετεύει τον Αχιλλέα να του επιστρέψει τον μονάκριβο, νεκρό του γιο, τον καλεί να σεβαστεί τους θεούς αλλά και, φέρνοντας στη θύμησή του τον δικό του πατέρα Πηλέα, να λυπηθεί τον γέροντα βασιλιά (Ω 503-506):

Όμως σεβάσου [αἰδεῖο] τους θεούς, Αχιλλέα· θυμήσου τον πατέρα σου και λυπήσου [ἐλέησον] εμένα· εγώ είμαι πιο αξιολύπητος [ἐλεεινότερος]· βάστηξα πράγματα, που κανένας άλλος θνητός πάνω στη γη δεν τα βάστηξε ως τώρα, να φέρω στο στόμα μου τα χέρια του ανθρώπου που σκότωσε τα παιδιά μου.

Στη μεταπολεμική Οδύσσεια ξένοι, ικέτες και επαίτες, χαρακτηρίζονται αἰδοῖοι, που αξίζουν τη φιλία και τον σεβασμό των άλλων. Αυτό σημαίνει ότι ο οικοδεσπότης όχι μόνο δεν πρέπει να βλάψει τον απροστάτευτο ξένο του, αλλά και οφείλει να υπολογίζει στο πώς θα εισπράξουν οι γύρω του μια ενδεχόμενη, αφιλόξενη συμπεριφορά του. Τα αναμενόμενα αισθήματα της αἰδοῦς και του ἐλέους στην Οδύσσεια εκμαιεύονται κατά κανόνα από τον πολυμήχανο πρωταγωνιστή της, προκειμένου να κερδίσει και να διασφαλίσει ξενία και νόστο. Πίσω από το προσωπείο του ανυπεράσπιστου ξένου/ικέτη, με το οποίο ο Οδυσσέας εμφανίζεται ως πολύπαθος και κατατρεγμένος (πολύτλας) ταξιδευτής, κρύβεται ο πολύμητις ήρωας, που ξέρει πότε και πώς να χρησιμοποιεί με διπλωματικό τρόπο τα κολακευτικά, συχνά πλανερά, λόγια του, για να καταστεί, με την υποστήριξη της πολύβουλης Αθηνάς, ἐλεεινὸς φίλος και αἰδοῖος στους ξενιστές του. Η φιλοξενία του ήρωα στους Φαίακες προετοιμάζεται στην ακτή της Σχερίας με τον ἔλεον που ζητάει ως πολύπαθος ξένος/ικέτης από την ανυποψίαστη Ναυσικά (ζ 175-179):

Έλεος όμως σου ζητώ [ἐλέαιρε]. Εσύ είσαι η πρώτη που απαντώ,
έτσι φριχτά βασανισμένος· άλλον δεν ξέρω στους ανθρώπους
που κατοικούν αυτή τη γη κι αυτή την πόλη.
Και σου ζητώ την πόλη να μου δείξεις,
κι ένα κουρέλι να σκεπαστώ, αν έχεις φέρει εδώ μαζί σου
κάποιο πανί, να με τυλίξει
.

Ανάλογα με το πρόσωπο που έχει κάθε φορά απέναντί του ο ήρωας ξέρει να καρπώνεται αυτό που επιθυμεί. Εδώ ο ἔλεος, που μεταφράζεται στο αίτημα για πομπή στην πόλη των Φαιάκων και ρούχο, χαρακτηρίστηκε ήδη από τον αρχαίο σχολιαστή κερδαλέον (πονηρό), που αντιστοιχεί στο «ζήτα λίγα για να πάρεις πολλά». Αργότερα, μέσα στο μέγαρο των Φαιάκων, ο Οδυσσέας, προσπέφτοντας στα γόνατα της μητέρας της Ναυσικάς Αρήτης, θα ζητήσει άμεσο νόστο (η 142-152).

Η θαλπωρή που απολαμβάνει ο Οδυσσέας ως ξένος/ικέτης μακριά και έξω από το σπίτι του (στους Φαίακες και στο καλύβι του Εύμαιου) είναι εντελώς αντίθετη προς την αφιλόξενη υποδοχή που του επιφυλάσσουν οι αλαζόνες μνηστήρες, μαζί με τις άπιστες δούλες, μέσα στο παλάτι του. Στο προσωπείο του ξένου/ικέτη έχει προστεθεί τώρα, με την παρέμβαση της Αθηνάς, η ιδιότητα του ζητιάνου, που παρά ταύτα προξενεί τη συμπάθεια μόνο της οικοδέσποινας Πηνελόπης. Και το ρούχο έχει εδώ τη σημασία του: όταν ο ξένος της βασίλισσας της διηγείται πως συνάντησε κάποτε τον θείο Οδυσσέα, που φορούσε χλαίνη διπλά θηλυκωμένη με χρυσή περόνη, η Πηνελόπη, αναγνωρίζοντας τα σήματα-ενδύματα του εξαφανισμένου άντρα της, υπόσχεται στον ξένο της «πολύτιμη φιλία» τ 253-254):

Ξένε μου, σε συμπάθησα απ᾽ την αρχή [πάρος …ἐὼν ἐλεεινός], μα τώρα θα μου γίνεις
φίλος πολύτιμος [φίλος …αἰδοῖος] σε τούτο το παλάτι.

Μένει για τη συνέχεια η μετακίνηση του Οδυσσέα από τον ρόλο του ἐλεεινοῦ, φίλου και αἰδοίου ξένου σ᾽ εκείνον του άρχοντα της Ιθάκης και αναγνωρισμένου συζύγου της Πηνελόπης.

Από τα προηγούμενα συμπεραίνεται ότι η αἰδώς αποτελεί θεμελιώδη αρχή συμπεριφοράς στα δύο ομηρικά έπη. Γι᾽ αυτό και μερικοί μελετητές των επών υποστηρίζουν ότι η κοινωνία που περιγράφεται στον Όμηρο διαθέτει κατεξοχήν τα χαρακτηριστικά του «πολιτισμού της ντροπής». Ο χαρακτηρισμός αυτός αναφέρεται σε διάκριση προς τον «πολιτισμό της ενοχής» των επόμενων αιώνων, όπου ο άνθρωπος έχει εσωτερικεύσει τις εντολές του κοινωνικού του περιβάλλοντος και συναισθάνεται πλέον ότι παραβαίνει μια ηθική εντολή ή ένα πρότυπο συμπεριφοράς, γι᾽ αυτό και νιώθει ένοχος ανεξάρτητα από το τι λένε ή τι του επιβάλλουν να πράξει οι άλλοι.

Ωστόσο, η διάκριση αυτή κρίνεται απόλυτη, επειδή προϋποθέτει ότι τα δρώντα πρόσωπα στα ομηρικά έπη, ως μέλη μιας πρωτόγονης, κατά κάποιον τρόπο, κοινωνίας, δεν διαθέτουν ακόμη προσωπική συνείδηση για τις πράξεις τους, υπακούοντας τυφλά στις εντολές της κοινότητάς τους. Κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από τα προηγούμενα παραδείγματα, αλλά και θα μπορούσε να θεωρηθεί λίγο πολύ εξωπραγματικό, εφόσον είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμο αν θα μπορούσε να υπάρξει κοινωνία (πρωτόγονη ή σύγχρονη), τα μέλη της οποίας να μην έχουν αφομοιώσει κοινωνικά και ηθικά πρότυπα συμπεριφοράς. Οι ήρωες και ηρωίδες των ομηρικών επών έχουν τα δικά τους πρότυπα συμπεριφοράς και όχι μόνο υπολογίζουν στο τι περιμένει από αυτούς η κοινότητά τους να πράξουν αλλά έχουν εσωτερικεύσει αυτές τις προσδοκίες. Γι᾽ αυτό και δεν μπορούν να διανοηθούν ότι μπορούν να αποκλίνουν από τις αρχές αυτές. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις ένα ηρωικό υποκείμενο μπορεί να κάνει τις αξίες της κοινότητάς του δικές του.

Η διαφορά επομένως ανάμεσα στον ομηρικό «πολιτισμό της ντροπής» και στον μεταγενέστερο «πολιτισμό της ενοχής» είναι κυρίως ποσοτική. Αυτή η ποσοτική διαφορά οφείλεται κυρίως στο ότι οι ήρωες και οι ηρωίδες στο έπος είναι εξέχοντα πρόσωπα, που ενδιαφέρονται για την εικόνα τους, καθώς μάλιστα δρουν σε μια κοινωνία όπου οι διαπροσωπικές σχέσεις είναι ιδιαίτερα έντονες. Αλλά ακόμη και αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ποσοτικά και όχι ποιοτικά, που απαγορεύουν τη ριζική διάκριση ανάμεσα στην εξωτερική αἰδῶ και στην εσωτερική ενοχή.

«Θετική ψυχολογία», μια επιστημονική στροφή προς την αισιοδοξία

Η Θετική Ψυχολογία είναι ένας καινούριος κλάδος της Ψυχολογίας, που έρχεται να ανατρέψει τα όσα θεωρούσαμε ως τώρα για την ευτυχία. Το 2000 ο πατέρας της Θετικής Ψυχολογίας, Martin Seligman, έθεσε ένα ερώτημα για τον σκοπό και την πορεία της επιστήμης του. Μήπως αντί να μελετούμε μόνο τις ψυχικές διαταραχές και τα αρνητικά συναισθήματα, υπάρχει κάποιο όφελος αν εξετάσουμε τα θετικά συναισθήματα; Συναισθήματα, όπως το ενδιαφέρον, η χαρά, η ικανοποίηση, η ευγνωμοσύνη είχαν μελετηθεί ως τότε ελάχιστα εφόσον οι ψυχικές διαταραχές και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα χρειάζονται άμεσες λύσεις.

Όμως, όπως φαίνεται το ότι δεν είμαστε ψυχικά ασθενείς δεν σημαίνει αυτόματα πως είμαστε ευτυχισμένοι. Πολλοί άνθρωποι χωρίς να πληρούν τα κριτήρια ψυχικών διαταραχών μπορεί να περιγράφουν τη ζωή τους ως μονότονη, κενή, βαρετή, χωρίς σκοπό και νόημα. Η Θετική Ψυχολογία υποστηρίζει πως μόνο το 10% της αντικειμενικής πραγματικότητα επηρεάζει τελικά την αίσθηση της ευτυχίας μας. Τον καθοριστικότερο ρόλο παίζουν τα όσα σκεφτόμαστε και νιώθουμε για αυτήν τη πραγματικότητα. Τα ερευνητικά αυτά δεδομένα έρχονται να επιβεβαιώσουν ιδέες που διατυπώθηκαν αιώνες πριν. Στωικοί ψυχολόγοι, όπως ο Επίκτητος και ο Μάρκος Αυρήλιος έχουν διατυπώσει ακριβώς αυτήν την ιδέα. Η στάση μας απέναντι στις δυσκολίες της ζωής είναι ίσως ο πιο σημαντικός παράγοντας για την ευτυχία μας.

Η Barbara Fredrickson διατύπωσε το 1998 τη θεωρία των θετικών συναισθημάτων, τη θεωρία διεύρυνσης και δόμησης. Οι έρευνές της έδειξαν πως τα θετικά συναισθήματα διευρύνουν την προσοχή μας καθώς και άλλες γνωστικές ιδιότητες. Το πιο σημαντικό που μας προσφέρουν είναι πως «χτίζουν» σωματικούς, γνωστικούς, συναισθηματικούς και κοινωνικούς πόρους, που στο μέλλον θα μας κάνουν πιο ανθεκτικούς έτσι ώστε να επανέλθουμε πιο γρήγορα σε κάποια αντιξοότητα.

Το τι είναι η ευτυχία είναι ένα ερώτημα που έχει απασχολήσει τον άνθρωπο ανά τους αιώνες και σίγουρα απασχολεί και τον καθένα μας ξεχωριστά στην προσπάθειά μας να ζήσουμε με τον τρόπο που θέλουμε μέσα σε πολλές ή λίγες αντιξοότητες. Το μεγαλύτερο θετικό που έρχεται να φέρει η Θετική Ψυχολογία είναι πως οι έρευνες δείχνουν πως η ευτυχία μαθαίνεται. Πως ευτυχία σημαίνει τελικά να βιώνεις όσο το δυνατόν περισσότερα θετικά συναισθήματα στην καθημερινότητά σου. Για τον καθένα αυτές οι στιγμές μπορεί να είναι διαφορετικές ανάλογα με τις αξίες του, τις προτιμήσεις του, τα όνειρά του.

Οι έρευνες δείχνουν πως γινόμαστε πιο θετικοί, ακόμη κι αν κάνουμε κάτι που φαίνεται ασήμαντο, αν δηλαδή σημειώνουμε σε ένα ημερολόγιο κάθε βράδυ τρία πράγματα για τα οποία νιώσαμε ευγνώμονες τη μέρα που πέρασε. Οι έρευνες επίσης δείχνουν πως η θετικότητα συνδέεται με την καλή σωματική και ψυχική υγεία. Αυτό δεν σημαίνει πως γινόμαστε άτρωτοι ψυχικά και σωματικά, όταν βιώνουμε θετικά συναισθήματα, όμως αρρωσταίνουμε με λιγότερα συμπτώματα και αναρρώνουμε πιο γρήγορα. Και κάτι ακόμη πιο σημαντικό, ζούμε περισσότερα χρόνια. Είναι ο μόνος παράγοντας που έχει αποδειχθεί πως αυξάνει το προσδόκιμο ζωής μετά τη διακοπή του καπνίσματος.

Το να βιώνουμε θετικά συναισθήματα δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να βιώνουμε και τα αρνητικά. Ακριβώς το αντίθετο. Όσο περισσότερο αποδεχόμαστε τον θυμό, τη λύπη και τον φόβο μας, τόσο καλύτερα είμαστε. Η εκπαίδευσή μας πάνω στα συναισθήματα αποδείχθηκε πολύ παραπλανητική. Έχουμε μάθει να εστιάζουμε ιδιαίτερα στο αρνητικό, να χάνουμε το δάσος για τα δέντρα. Ταυτόχρονα, έχουμε μάθει να θεωρούμε πως είναι κακό να λυπόμαστε, να φοβόμαστε ή να θυμώνουμε. Όσο περισσότερο παλεύουμε με τον αρνητισμό, που είναι μέσα στην ίδια μας τη φύση, τόσο πιο δυστυχισμένοι είμαστε, τόσο η οδύνη μας γιγαντώνεται.

ΑΝ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΠΩΣ ΘΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ, ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΥΜΟΣ, ΛΥΠΗ ΚΑΙ ΦΟΒΟΣ Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΑΝΤΙΞΟΟΤΗΤΑ, ΤΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΣΙΓΟΥΡΟ ΠΩΣ ΔΕΝ ΘΑ ΕΥΤΥΧΙΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΕΝ ΖΩΗ.

Η μεγάλη πρόκληση είναι να αρχίσουμε να χτίζουμε μια ζωή με περισσότερη θετικότητα. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μας βομβαρδίζουν καθημερινά με τον τρόμο και την οργή. Μας δίνουν την αίσθηση πως ο κόσμος είναι το πιο επικίνδυνο, το πιο άδικο μέρος, πως κινδυνεύουμε συνεχώς, πως δεν υπάρχει καμία, μα καμία ελπίδα. Όμως για όλα αυτά τα αρνητικά, υπάρχουν άλλα τόσα θετικά που αποσιωπούνται. Η αγάπη, η φιλία, η τέχνη, η ευχαρίστηση, η προσφορά, η δημιουργία μπορεί να είναι δίπλα μας κι εμείς να βαριανασαίνουμε για τα όσα μας λείπουν. Το δυστυχές είναι πως η ευτυχία έχει ταυτιστεί τρομερά με την επιτυχία και με το χρήμα. Φαίνεται όμως πως κι αυτό ήταν λάθος. Και η επιτυχία και το χρήμα συνηθίζονται και το κενό που μπορούν να δώσουν μετά μπορεί να είναι τεράστιο, όταν δεν έχουμε ανθρώπους γύρω μας που να μας δίνουν χαρά, όταν δεν βρίσκουμε τελικά για ποιο λόγο ήρθαμε σε αυτή τη ζωή και έχουμε σταματήσει να ονειρευόμαστε.

Και ο κόσμος που θα παραδώσουμε στα παιδιά; Τι έχουμε λοιπόν να τους δείξουμε τώρα; Η ωμή βία, εκτός από τις ειδήσεις, κυριαρχεί στις ταινίες, τις τηλεοπτικές σειρές και τα βιντεοπαιχνίδια. Είναι ευθύνη μας το ότι αφηνόμαστε σε αυτήν την ωμή βία. Είναι ευθύνη μας το ότι δεν τους δίνουμε αντίδοτα στην αρνητικότητα. Σίγουρα υπάρχουν μεμονωμένα πρόσωπα, γονείς, επαγγελματίες ή φορείς που παλεύουν για ενσταλάξουν τη θετικότητα στις παιδικές ψυχές. Οι έρευνες δείχνουν πως τα θετικά συναισθήματα βοηθούν τα παιδιά να μαθαίνουν. Είναι αναγκαίο το σχολείο να γίνει χώρος όχι μόνο μάθησης, αλλά χαράς. Χώρος που βοηθά το κάθε παιδί να βρει το δικό του ταλέντο και όχι εργοστάσιο μαζικής παραγωγής αγχωμένων ανθρώπων. Τα παιδιά από τη φύση τους θέλουν να μάθουν, ο ενήλικος καταναγκασμός πολλές φορές τα εμποδίζει. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ είναι πως η χαρά και το νόημα για τον καθένα μας διαφέρει και για αυτό δεν πρέπει να προσπαθούμε να επιβάλλουμε στα παιδιά τις δικές μας απόψεις για τη δική τους ευτυχία.

Φυσικά δεν μπορούμε να ελέγξουμε το εκπαιδευτικό σύστημα, όμως μπορούμε να ελέγξουμε τη θετικότητα που μεταδίδουμε όσοι έχουμε παιδιά, δουλεύουμε με παιδιά ή συναναστρεφόμαστε με κάποιο άλλο τρόπο μαζί τους. Η θετικότητα είναι μεταδοτική, όπως άλλωστε και ο πανικός και η απελπισία. Σκεφτείτε πόσο καλά νιώσατε στον πρόσφατο μεγάλο σεισμό στην Αθήνα, όταν ακούσατε στην τηλεόραση «πως η πόλη άντεξε αυτόν τον σεισμό, πως όλα ήταν υπό έλεγχο». Και αντίστοιχα τι συναίσθημα σας κυρίευσε, όταν ακούσατε την ίδια περίοδο για «πρόβλεψη σεισμού 6 βαθμών της Κλίμακας Ρίχτερ», παρόλο που είναι γνωστό πως δεν γίνεται πρόβλεψη σεισμών και που ο τίτλος αυτών των ειδήσεων δεν εξέφραζε με ακρίβεια τα όσα είπε ο σεισμολόγος.

Πρέπει λοιπόν να σταματήσουμε να ενοχοποιούμε τη χαρά. Είναι κάτι που αξίζει σε όλους μας και ο καθένας καλείται να ανακαλύψει μόνος του από πού θα πηγάσει για αυτόν. Οι έρευνες της Θετικής Ψυχολογίας δείχνουν τελικά πως αν επιτρέψουμε έστω και λίγη χαρά στον εαυτό μας, η ζωή μας αρχίζει να αλλάζει. Αν λοιπόν κάτι καλείται να κάνει ο άνθρωπος του 21ου αιώνα είναι να μην υποκύψει στην αρνητικότητα. Να μην δεχτεί πως ο κόσμος είναι ένα βίαιο, τρομακτικό μέρος, χωρίς αγάπη, χωρίς κανένα νόημα να ζεις μέσα σε αυτόν. Κι αν θέλουμε να βάλουμε το λιθαράκι του ο καθένας για να γίνει καλύτερος αυτός ο κόσμος, θα πρέπει πρώτα να δώσουμε αγάπη στον εαυτό μας.

Οπότε όσοι είμαστε τυχεροί και μπορούμε και επιβιώνουμε, με τις δικές του δυσκολίες ο καθένας, βρισκόμαστε μπροστά σε μια απόφαση, σε ένα μεγάλο σταυροδρόμι. Θα δούμε μόνο το αρνητικό ή και το θετικό μπροστά μας; Θα νιώσουμε αδικημένοι ή ευγνώμονες με τα όσα θα φέρει η κάθε μέρα; Θα αφήσουμε τη ζωή μας να ανθίσει ή θα περάσουμε τελικά από αυτή τη ζωή χωρίς να αγγίξουμε τίποτα και χωρίς τίποτα να μας αγγίξει;

Να ζεις στον κόσμο σαν να μην ήταν ο κόσμος, να τηρείς τους νόμους κι όμως να είσαι υπεράνω τους

Κι αν πράγματι ο κόσμος είχε δίκιο, αν αυτή η μουσική στα καφενεία, αν αυτές οι μαζικές διασκεδάσεις, αν αυτοί οι άνθρωποι που είναι ικανοποιημένοι με τόσα λίγα, έχουν δίκιο, τότε εγώ έχω άδικο, τότε είμαι τρελός, τότε είμαι πράγματι ο λύκος της στέπας, όπως συχνά αποκαλούσα τον εαυτό μου, το ζώο που χάθηκε σ’ ένα κι ακατανόητο κόσμο, και δεν μπορεί να βρει μια πατρίδα, αέρα και τροφή.

Και ποιος έψαχνε στα χαλάσματα της ζωής του κάποιο νόημα, ποιος υπέφερε το φαινομενικά ανόητο, ποιος ζούσε το φαινομενικά τρελό, ποιος ήλπιζε μυστικά μέσα στο τελικό χάος να βρει την αποκάλυψη και την ύπαρξη του θεού;

Στα σημάδια του λύκου της στέπας διέκρινες τον άνθρωπο της νύχτας. Το πρωί ήταν γι’ αυτόν μια άσχημη ώρα, που την φοβόταν και ποτέ δεν του είχε φέρει τίποτα καλό.

Όχι, δεν ήταν, για τίποτα που πέρασε δεν ήταν κρίμα. Κρίμα είναι μόνο για το σήμερα και το τώρα, για όλες αυτές τις αμέτρητες ώρες και μέρες που έχανα, που υπέφερα μόνο, και οι οποίες ούτε δώρα έφερναν ούτε συγκινήσεις.

Είμαι περίεργος να δω πόσα μπορεί ν’ αντέξει ένας άνθρωπος. Όταν φτάσω τα όρια της αντοχής, το μόνο που θα κάνω είναι ν’ ανοίξω την πόρτα και θά ‘χω σωθεί.

Ο αστός είναι έτσι απ’ τη φύση του, ένα πλάσμα με αδύναμο ζωτικό ένστικτο, φοβισμένο, που φοβάται ακόμα και στον εαυτό του να παραδοθεί.

Βλέπουμε ότι έχει ισχυρές παρορμήσεις, τόσο για να γίνει άγιος όσο και άθλιος, αλλά λόγω κάποιας αδυναμίας ή αδράνειας δεν κατάφερε να πάρει φόρα και να βγει στο ελεύθερο σύμπαν και παρέμεινε δεμένος στην τροχιά του μητρικού πλανήτη της αστικής κοινωνίας.

Να ζεις στον κόσμο σαν να μην ήταν ο κόσμος, να τηρείς τους νόμους κι όμως να είσαι υπεράνω τους, να κατέχεις ”σαν να μην κατέχεις”, ν’ απαρνιέσαι σαν να μην ήταν άρνηση.

Όμως τα πράγματα στη ζωή δεν είναι τόσο απλά όπως μέσα στις σκέψεις μας κι ούτε τόσο χοντροκομμένα όπως στη φτωχή μας γλώσσα των ηλιθίων.

Επειδή είμαι κάτι σαν καθρέφτης σου, γιατί υπάρχει μέσα μου κάτι που σε νιώθει και σου δίνει μια απάντηση. Και θα ’πρεπε κανονικά, όλοι οι άνθρωποι να είναι τέτοιοι καθρέφτες και να επικοινωνούν έτσι ο ένας με τον άλλο…

Τα χρώματα είναι αποτέλεσμα συναισθημάτων, όχι μόνο ιδιότητες του φωτός

Η κατανόηση των χρωμάτων είναι το πρώτο βήμα για την κατανόηση της φύσης των πραγμάτων.

Τι είναι το κόκκινο; Το πράσινο και το μπλε; Αυτή η ερώτηση μπορεί να μοιάζει πολύ ανόητη για να αξίζει προσοχής. Η απάντηση όμως ίσως δεν είναι αυτό που διδαχθήκατε στο σχολείο. Όπως εξηγείται στο νέο βιβλίο The Grand Biocentric Design, η απάντηση βρίσκεται βαθύτερα απ’ ό,τι θα πίστευε κανείς. Αφορά τον ίδιο μας τον εαυτό.

Για να καταλάβουμε, ας ξεκινήσουμε με ένα φανάρι. Όλοι συμφωνούμε ότι το φανάρι είναι «κόκκινο», παρόλο που δεν μπορούμε ποτέ να αποδείξουμε ότι η ακριβής οπτική εμπειρία που εγώ ονομάζω «κόκκινο» είναι η ίδια με τη δική σας. Δεν έχει σημασία γιατί, ό,τι κι αν είναι, παραμένει σταθερό, και μάλιστα από τότε που κάποιος σκέφτηκε να ονομάσει τα χρώματα εξ αρχής.

Ένας από τους μεγάλους γρίφους της συνειδητότητας είναι το γιατί βιώνουμε κάτι που ονομάζεται «κόκκινο» εξ αρχής. Για να καταλάβετε το πρόβλημα, σκεφτείτε ότι το ορατό φως είναι μέρος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, το οποίο είναι μια διαβάθμιση ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που εκτείνεται από τα μικρότερα προς τα μεγαλύτερα μήκη κύματος και περιλαμβάνει τις ακτίνες γάμμα, το ραντάρ, το ραδιόφωνο και τα μικροκύματα (κανένα από τα οποία δεν αντιλαμβανόμαστε ως «χρώμα»).

Τα πεδία αυτά δεν είναι υπεύθυνα για την αντίληψη του χρώματος – μάλιστα, τα ίδια είναι εντελώς αόρατα. Στην καλύτερη περίπτωση, θα πρέπει να βιώνουμε το οπτικό φάσμα ως ένα συνεχές σε κλίμακα του γκρι που κυμαίνεται από το σκοτάδι στο φως – μια απλή ποσοτική εμπειρία. Αλλά, για τους ανθρώπους και ορισμένα άλλα ζώα δεν είναι. Αντιθέτως, έχουμε μια μοναδική ποιοτική εμπειρία.
Τα χρώματα συνδέονται με βαθιά ενσωματωμένα μοτίβα συναισθημάτων

Το 1965, οι ερευνητές ανακάλυψαν τρεις τύπους κυττάρων στο μάτι που, όταν διεγείρονται, συνδέονται με τις μοναδικές οπτικές αισθήσεις του κόκκινου, του πράσινου και του μπλε. Η διέγερση κάθε τύπου κυττάρου συνδέεται με μια μοναδική εμπειρία. Αλλά πώς και γιατί; Μια ένδειξη προέρχεται από το γεγονός ότι τα δύο τρίτα αυτών των κωνοειδών κυττάρων είναι ο «τύπος L» που είναι υπεύθυνος για την αίσθηση του κόκκινου. Αυτή η μονόπλευρη «πλειοψηφία» υποδηλώνει ότι η αντίληψη του φωτός σε αυτό το εύρος του οπτικού φάσματος έχει υψηλότερη προτεραιότητα από την αντίληψη άλλων μηκών κύματος του φωτός.

Το κόκκινο χρώμα πιθανότατα λαμβάνει επιπλέον προσοχή από τον εγκέφαλο επειδή συνδέεται με ανησυχητικά, σημαντικά γεγονότα, όπως ο τραυματισμός και το αίμα. Στη ζωή, η ξαφνική παρουσία αυτού του χρώματος στο συνειδητό μας σήμαινε συνήθως είτε ότι το ποδήλατό μας είχε βγει από το δρόμο σε ένα χωράφι με μπιγκόνιες, είτε, πιο ανησυχητικό, ότι το αίμα έτρεχε στο χέρι μας και απαιτούσε άμεση φροντίδα.

Αυτή η πιθανότητα απειλητικής για τη ζωή κατάστασης έκανε το κόκκινο χρώμα το παραδοσιακό σήμα κακών ειδήσεων που δεν πρέπει να αγνοηθεί. Το γνωρίζουμε αυτό ενστικτωδώς, γι’ αυτό και κανείς, εκτός από έναν επαναστατημένο έφηβο, δεν θα ονειρευόταν να βάψει το υπνοδωμάτιό του έντονα κόκκινο, τουλάχιστον όχι αν εκτιμούσε ένα ήρεμο περιβάλλον. Αυτό εξηγεί γιατί το κόκκινο συμφωνήθηκε παγκοσμίως ως το χρώμα για πράγματα όπως οι προειδοποιητικές ανακοινώσεις και τα σήματα στάσης των σιδηροδρόμων και, αργότερα, των αυτοκινήτων. Και γιατί ακόμη και τα πολιτισμικά ξεχωριστά έθνη και εκείνα που ήταν αρκετά ανταγωνιστικά προς τη Δύση δεν αψήφησαν αυτόν τον κανόνα. Προφανώς, η εμπειρία που αποκαλούμε «κόκκινο» συνδέεται με ένα βαθιά ενσωματωμένο μοτίβο συναισθημάτων και νευρωνικών συνδέσεων.

Ένα εξίσου ξεχωριστό κύκλωμα που αποτελείται από λαβυρινθώδεις συστάδες κυττάρων συνδέεται με τα άλλα χρώματα – το καθένα συνδέεται με ξεχωριστές περιοχές του εγκεφάλου. Όταν αυτές οι κυτταρικές αρχιτεκτονικές διεγείρονται μέσω των αντίστοιχων κυττάρων στον αμφιβληστροειδή, έχουμε ξεχωριστές εμπειρίες: το μπλε θυμίζει την απεραντοσύνη του ουρανού και αποδίδει ένα πολύ πιο ήρεμο συναίσθημα από το κόκκινο, ενώ το πράσινο μεταφέρει στα μάτια μας αμέτρητους περασμένους αιώνες φυτών και βλάστησης και είναι μια παρηγορητική επίκληση στη ζωή.

Πιστεύουμε ότι αυτά τα τρία πιο βασικά χρώματα και οι διάφοροι συνδυασμοί τους πρέπει να είχαν μοναδική αξία για την επιβίωση κατά τη διάρκεια της πρώιμης εξέλιξης, και έτσι συνδέονται με τις δικές τους λειτουργικές οδούς στον εγκέφαλο. Όταν η πολύπλοκη λογική που σχετίζεται με αυτές τις ξεχωριστές ομάδες κυττάρων συνδυάζεται με την ενεργά περιπλεγμένη περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη συνείδηση, έχουμε διακριτές αισθήσεις, ακόμη κι αν σπάνια σκεφτόμαστε τα συστατικά που συνθέτουν καθένα από αυτά τα χρώματα, όπως δεν μπορούμε να διακρίνουμε τα συστατικά της μαγιονέζας.

Η αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα είναι ότι τα χρώματα δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν χωρίς τη συνείδησή μας. Πράγματι, σε ένα πιο θεμελιώδες επίπεδο, τα ίδια τα φωτόνια του φωτός προκύπτουν μόνο μετά την παρατήρηση – τα πειράματα δείχνουν σαφώς ότι τα ίδια τα σωματίδια του φωτός δεν υπάρχουν με πραγματικές ιδιότητες μέχρι να παρατηρηθούν πραγματικά.
Η κατανόηση του ουράνιου τόξου – Το πρώτο άλμα προς την αληθινή φύση των πραγμάτων

Όταν εξετάζουμε τα χρώματα, είναι δύσκολο να μην σκεφτούμε τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Η ξαφνική εμφάνιση αυτών των πρισματικών χρωμάτων σε αντιπαράθεση ανάμεσα σε βουνά μπορεί να μας κόψει την ανάσα. Όπως τα χρώματα, έτσι και τα ουράνια τόξα εμφανίζονται εξ ολοκλήρου μέσα στον εγκέφαλό μας. Αλλά σε αντίθεση με άλλα αντικείμενα, δεν έχουν κοινή απτότητα με άλλους παρατηρητές.

Πράγματι, τρία συστατικά είναι απαραίτητα για ένα ουράνιο τόξο. Πρέπει να υπάρχει ήλιος, σταγόνες βροχής και ένα συνειδητό μάτι (ή το υποκατάστατο φιλμ του) στη σωστή γεωμετρική θέση. Αν τα μάτια σας κοιτάζουν ακριβώς απέναντι από τον ήλιο, οι ηλιοφωτισμένες σταγόνες νερού θα δημιουργήσουν ένα ουράνιο τόξο που θα περιβάλλει το συγκεκριμένο σημείο σε απόσταση 42 μοιρών. Αλλά τα μάτια σας πρέπει να βρίσκονται σε εκείνο το σημείο όπου συγκλίνει το διαθλώμενο φως από τα ηλιοφωτισμένα σταγονίδια, για να ολοκληρωθεί η απαιτούμενη γεωμετρία.

Ένα άτομο δίπλα σας θα έχει τη δική του γεωμετρία και θα βρίσκεται σε μια άλλη γωνία για ένα εντελώς διαφορετικό σύνολο σταγονιδίων και επομένως θα δει ένα ξεχωριστό ουράνιο τόξο. Το δικό του ουράνιο τόξο είναι πολύ πιθανό να μοιάζει με το δικό σας, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Στη συνέχεια, επίσης, εάν τα ηλιοφωτισμένα σταγονίδια βρίσκονται πολύ κοντά, όπως από ένα ψεκαστήρα γκαζόν, το άτομο που βρίσκεται κοντά μπορεί να μην δει καθόλου ουράνιο τόξο. Το δικό σας ουράνιο τόξο είναι μόνο δικό σας.

Ωστόσο, τι γίνεται αν δεν είναι κανείς εκεί; Η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει κανένας που να μπορεί να δει το ουράνιο τόξο: Δεν υπάρχει ουράνιο τόξο. Πρέπει να υπάρχει ένα σύστημα μάτι – εγκέφαλος (ή το υποκατάστατό του, μια κάμερα, τα αποτελέσματα της οποίας θα τα δει αργότερα μόνο ένας συνειδητός παρατηρητής) για να ολοκληρωθεί η γεωμετρία. Όσο αληθινό κι αν φαίνεται το ουράνιο τόξο, απαιτεί την παρουσία σας όσο απαιτεί τον ήλιο και τη βροχή.

Λίγοι θα αμφισβητούσαν την υποκειμενική φύση των ουράνιων τόξων, τα οποία κατέχουν τόσο σημαντική θέση στα παραμύθια, ώστε φαίνονται μόνο οριακά να ανήκουν εξαρχής στον κόσμο μας. Όταν όμως κατανοήσουμε πλήρως ότι η θέασή του εξαρτάται εξίσου από τον παρατηρητή, τότε έχουμε κάνει το πρώτο απαιτούμενο άλμα προς την αληθινή φύση των πραγμάτων.

Ο Κριτής καταδικάζει, και το Θύμα υφίσταται

Όπως μια κυβέρνηση έχει νομοθεσίες που διοικούν το όνειρο της κοινωνίας, έτσι και η δική μας Νομοθεσία ορίζει το προσωπικό μας όνειρο. Όλοι αυτοί οι νόμοι υπάρχουν μέσα στο μυαλό μας, τους έχουμε αποδεχτεί, και ο Κριτής μέσα μας βασίζει πάνω σε αυτούς τις κρίσεις του. Ο Κριτής καταδικάζει, και το Θύμα υφίσταται την ενοχή και την τιμωρία.

Ποιος μας λέει, όμως, ότι υπάρχει δικαιοσύνη σε αυτό το όνειρο; Δικαιοσύνη σημαίνει να πληρώνεις μόνο μια φορά για το κάθε σου λάθος. Αδικία σημαίνει να πληρώνεις παραπάνω από μία φορές για το κάθε λάθος.

Πόσες φορές πληρώνουμε για ένα μας λάθος; Χιλιάδες φορές. Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ζώο πάνω στη γη που πληρώνει χιλιάδες φορές για το ίδιο λάθος. Τα υπόλοιπα ζώα πληρώνουν μονάχα μια φορά για κάθε λάθος που κάνουν, όχι, όμως, κι εμείς. Εμείς έχουμε ισχυρή μνήμη. Κάνουμε ένα λάθος, κρίνουμε τον εαυτό μας, τον βρίσκουμε ένοχο και τον τιμωρούμε. Αν υπήρχε δικαιοσύνη, τότε αυτό θα αρκούσε: δεν θα υπήρχε λόγος να το ξανακάνουμε. Ωστόσο, κάθε φορά που θυμόμαστε κρίνουμε ξανά τον εαυτό μας, τον καταδικάζουμε ξανά και τον τιμωρούμε ξανά και ξανά και ξανά. Αν είμαστε παντρεμένοι, η γυναίκα ή ο άνδρας μας σπεύδει να μας υπενθυμίσει κι αυτός το λάθος μας, ώστε να κρίνουμε πάλι τον εαυτό μας, να τον καταδικάσουμε και γι’ άλλη μια φορά να τον τιμωρήσουμε. Το θεωρείτε δίκαιο αυτό;

Πόσες φορές δεν κάνουμε τον σύντροφό μας, το παιδί μας ή τους γονείς μας να πληρώσουν για το ίδιο λάθος; Κάθε φορά που θυμόμαστε το λάθος, τους κατηγορούμε ξανά και τους ποτίζουμε με όλο εκείνο το συναισθηματικό δηλητήριο που παράγει η αίσθηση της αδικίας κι έπειτα τους αναγκάζουμε να πληρώσουν για το ίδιο λάθος. Είναι δικαιοσύνη αυτό; Ο Κριτής μέσα μας κάνει λάθος γιατί είναι λανθασμένο και το σύστημα της πίστης μας, η Νομοθεσία μας. Ολόκληρο το όνειρο έχει στηριχτεί πάνω σε έναν ψευδή νόμο. Το ενενήντα πέντε τοις εκατό των πεποιθήσεων που έχουμε αποθηκεύσει στο νου μας δεν είναι παρά ψέματα, κι εμείς υποφέρουμε επειδή όλα αυτά τα ψέματα τα έχουμε πιστέψει.

Όταν τα πρόσωπα των ανθρώπων στον δρόμο θα φανερώνουν ελευθερία, ζωντάνια και χαρά

Όπως μια κυβέρνηση έχει νομοθεσίες που διοικούν το όνειρο της κοινωνίας, έτσι και η δική μας Νομοθεσία ορίζει το προσωπικό μας όνειρο. Όλοι αυτοί οι νόμοι υπάρχουν μέσα στο μυαλό μας, τους έχουμε αποδεχτεί, και ο Κριτής μέσα μας βασίζει πάνω σε αυτούς τις κρίσεις του. Ο Κριτής καταδικάζει, και το Θύμα υφίσταται την ενοχή και την τιμωρία.

Ποιος μας λέει, όμως, ότι υπάρχει δικαιοσύνη σε αυτό το όνειρο; Δικαιοσύνη σημαίνει να πληρώνεις μόνο μια φορά για το κάθε σου λάθος. Αδικία σημαίνει να πληρώνεις παραπάνω από μία φορές για το κάθε λάθος.

Πόσες φορές πληρώνουμε για ένα μας λάθος; Χιλιάδες φορές. Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ζώο πάνω στη γη που πληρώνει χιλιάδες φορές για το ίδιο λάθος. Τα υπόλοιπα ζώα πληρώνουν μονάχα μια φορά για κάθε λάθος που κάνουν, όχι, όμως, κι εμείς. Εμείς έχουμε ισχυρή μνήμη. Κάνουμε ένα λάθος, κρίνουμε τον εαυτό μας, τον βρίσκουμε ένοχο και τον τιμωρούμε. Αν υπήρχε δικαιοσύνη, τότε αυτό θα αρκούσε: δεν θα υπήρχε λόγος να το ξανακάνουμε. Ωστόσο, κάθε φορά που θυμόμαστε κρίνουμε ξανά τον εαυτό μας, τον καταδικάζουμε ξανά και τον τιμωρούμε ξανά και ξανά και ξανά. Αν είμαστε παντρεμένοι, η γυναίκα ή ο άνδρας μας σπεύδει να μας υπενθυμίσει κι αυτός το λάθος μας, ώστε να κρίνουμε πάλι τον εαυτό μας, να τον καταδικάσουμε και γι’ άλλη μια φορά να τον τιμωρήσουμε. Το θεωρείτε δίκαιο αυτό;

Πόσες φορές δεν κάνουμε τον σύντροφό μας, το παιδί μας ή τους γονείς μας να πληρώσουν για το ίδιο λάθος; Κάθε φορά που θυμόμαστε το λάθος, τους κατηγορούμε ξανά και τους ποτίζουμε με όλο εκείνο το συναισθηματικό δηλητήριο που παράγει η αίσθηση της αδικίας κι έπειτα τους αναγκάζουμε να πληρώσουν για το ίδιο λάθος. Είναι δικαιοσύνη αυτό; Ο Κριτής μέσα μας κάνει λάθος γιατί είναι λανθασμένο και το σύστημα της πίστης μας, η Νομοθεσία μας. Ολόκληρο το όνειρο έχει στηριχτεί πάνω σε έναν ψευδή νόμο. Το ενενήντα πέντε τοις εκατό των πεποιθήσεων που έχουμε αποθηκεύσει στο νου μας δεν είναι παρά ψέματα, κι εμείς υποφέρουμε επειδή όλα αυτά τα ψέματα τα έχουμε πιστέψει.

Έτσι προσπαθεί ο καθένας να ξεφύγει από τον εαυτό του

Αν μπορούσαν οι άνθρωποι, εκεί που νιώθουν ένα βάρος να τους πλακώνει την ψυχή και να τους εξουθενώνει, να συλλάβουν τα αίτιά του και να μάθουν από τι προέρχεται τούτος ο όγκος του κακού που τους έχει κάτσει στο στήθος, τότε δεν θα έκαναν τη ζωή που τόσο συχνά τους βλέπουμε να κάνουν τώρα, όπου δεν ξέρουν τι θέλουν, και πάντα αναζητούν ν’ αλλάξουν τόπο, θαρρείς και μπορούν έτσι να ρίξουν χάμω το φορτίο τους. 

Να, κάποιος που βαριέται να μένει μες στο σπίτι και βγαίνει έξω συχνά. Ξαφνικά κάτι τον πιάνει και ξαναγυρνάει σπίτι, γιατί έξω δε νιώθει καλύτερα. Ξεκινάει μετά για την εξοχική του βίλα, με την άμαξα και τα’ αλογάκια του, τρέχοντας σαν τρελός θαρρείς κι έχει πιάσει φωτιά η έπαυλη και πάει να προλάβει. Με το που φτάνει στο κατώφλι, αρχίζει να χασμουριέται ή πέφτει βαρύς να κοιμηθεί ζητώντας λησμονιά στον ύπνο` ή πάλι, δεν βλέπει την ώρα να επιστρέψει στην πόλη.

Έτσι προσπαθεί ο καθένας να ξεφύγει από τον εαυτό του` μα παρά τις προσπάθειες, ξέρουμε ότι δεν κατορθώνει ποτέ να δραπετεύσει, μένει δεμένος με τον εαυτό του και τον μισεί` κι αυτό γιατί είναι ένας άρρωστος που δεν ξέρει την αιτία της αρρώστιας του.

Λουκρήτιος, Για τη φύση των πραγμάτων

Να επιζητούμε συναναστροφή με ανθρώπους που μας κάνουν καλύτερους, όχι με εκείνους που ενθαρρύνουν τον χειρότερό μας εαυτό

Οι άνθρωποι είναι σαν τα χημικά στοιχεία: όταν δύο από αυτά έρχονται σε επαφή, είτε αδρανούν είτε αντιδρούν. Στη δεύτερη περίπτωση αλλάζουν και τα δύο. Πολλές φορές, μετά από μια βραδιά που περάσαμε μαζί με άλλους, λέμε: «Απόψε το κανιβαλίσαμε». Τι σημαίνει αυτό; Το αισθητικό μας επίπεδο έπεσε, η συμπεριφορά μας αλλοιώθηκε λόγω της ύπαρξής μας στο εσωτερικό μιας ομάδας. Η ομάδα εξασκεί μια μορφή πίεσης, μας κάνει όλους λίγο πολύ όμοιους, μας ισοπεδώνει. Χρειάζεται προσοχή: όταν συναναστρεφόμαστε ανθρώπους, είτε γινόμαστε ίδιοι με αυτούς («Αν ο γείτονάς σου είναι βρόμικος, θα σε βρομίσει κι εσένα» λέει ο Επίκτητος) είτε εκείνοι ακολουθούν τους δικούς μας τρόπους.

Οι περισσότεροι από μας δεν καταφέρνουμε να κατευθύνουμε τις συναναστροφές μας – αφηνόμαστε να μας κατευθύνουν εκείνες. Η οχλοκρατία είναι η ακραία μορφή αυτής της συμπεριφοράς: το άτομο αποποιείται κάθε ευθύνη και συμπεριφέρεται σαν μέλος ενός κοπαδιού. Λέει ο Βρετανός συγγραφέας Τέρρυ Πράτσετ: «Το IQ του όχλου ισούται με το IQ του πιο ηλιθίου που βρίσκεται μέσα σ’ αυτόν διαιρεμένο διά του πλήθους του».

Συχνά παρασυρόμαστε από χυδαίες αντιλήψεις, χρησιμοποιούμε χυδαία γλώσσα· η αυτοάμυνά μας εξασθενεί. Κατά κάποιον τρόπο χάνουμε τον εαυτό μας – ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε: «Να είσαι ο εαυτός σου, όλοι οι άλλοι ρόλοι είναι πιασμένοι». Για να διατηρήσουμε τον εαυτό μας, χρειάζεται ένστικτο και αυστηρότητα στην επιλογή των ανθρώπων που μας περιβάλλουν. Χρειάζεται ένστικτο και αυστηρότητα στην επιλογή των συζητήσεων και των πράξεων στις οποίες συμμετέχουμε. Το ερώτημα είναι ένα: θα το έλεγα αυτό, θα έκανα το Α ή θα έκανα το Β αν ήμουν μόνος; Θα έλεγα το Α ή το Β, θα έκανα το Α ή το Β αν έπρεπε να αναλάβω ολόκληρη την ευθύνη;

Ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου, πρέπει να συμπεριφερόμαστε σαν διακεκριμένα πρόσωπα. Και να θυμόμαστε πως ο φθόνος των άλλων για μας δεν είναι παρά συντετριμμένος θαυμασμός.

Τα οικονομικά της αθηναϊκής δημοκρατίας

Η δημοκρατία κόστιζε πολλά γιατί η Αθήνα πλήρωνε τους πολίτες της για το χρόνο που αφιέρωναν για να συμμετέχουν στις δημόσιες υποθέσεις. Το κόστος, ωστόσο, ήταν χαμηλό σε σύγκριση με τις στρατιωτικές δαπάνες.

Η αθηναϊκή δημοκρατία αναπτύχθηκε παράλληλα με την αύξηση του πλούτου της πόλης. Τα ορυχεία των πολύτιμων μετάλλων ήταν κρατική ιδιοκτησία της Αθήνας. Μισθώνονταν σε εργολάβους που έβαζαν δούλους να δουλεύουν. Τα ορυχεία εξασφάλιζαν σημαντικό μέρος των εσόδων της πόλης. Το κοινό ταμείο στη Δήλο περιλάμβανε λάφυρα από τους Περσικούς Πολέμους και εισέπραττε τακτικές εισφορές από τις πόλεις και τα νησιά της Δηλιακής Συμμαχίας. Το ταμείο χρησιμοποιήθηκε κατ’ αρχάς για την κοινή άμυνα, και τα μέλη του ανταμείφθηκαν επαρκώς για τα χρήματα που κατέβαλαν. Μετά το 454, οι Αθηναίοι μετέφεραν το ταμείο από τη Δήλο στην Ακρόπολη της Αθήνας και μπορούσαν να χρησιμοποιούν το συσσωρευμένο πλεόνασμα όπως αυτοί ήθελαν, με αποτέλεσμα να θυμίζει τώρα αυτοκρατορικό ταμείο. Οι ηγεμονικοί πόροι έκαναν την Αθήνα όμορφη, αλλά η δημοκρατία καθαυτή δεν εξαρτιόταν από αυτά τα χρήματα. Η αθηναϊκή δημοκρατία βρισκόταν σε ακμή πολύ πριν αποκτήσει έλεγχο σε αυτό το ταμείο το 454, και μετά την απώλεια της ηγεμονίας το 403, η δημοκρατία αύξησε τις δαπάνες της για την πολιτική συμμετοχή.

Η δουλεία, από την άλλη, υπήρχε σε κάθε τομέα της οικονομίας εκείνη την εποχή και σε εκείνη την περιοχή. Δούλους προμηθεύονταν κυρίως από τους πολέμους. Οι Αθηναίοι στηρίζονταν στους δούλους όχι επειδή είχαν δημοκρατία αλλά επειδή ήταν Έλληνες. Τους δούλους τους χρησιμοποιούσαν για κάθε είδους σκληρή εργασία στην αρχαία Μεσόγειο - και στις δημοκρατίες.

Καθ’ όλη την περίοδο της δημοκρατίας, οι πλούσιοι κάτοικοι της Αθήνας ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν ειδικούς φόρους ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση και τις ανάγκες της πόλης. Το πλουσιότερο 2 ή 3% του πληθυσμού πλήρωναν για τις θρησκευτικές γιορτές που αποτελούσαν θεμέλιο της κοινωνικής ζωής και της δημόσιας παιδείας στην Αθήνα. Αυτές οι γιορτές περιλάμβαναν θεατρικές παραστάσεις. Μόνο οι πολίτες, κυρίως οι πολύ πλούσιοι, πλήρωναν το κόστος για τα πλοία του ναυτικού της Αθήνας. Τόσο τα στρατιωτικά όσο και τα θρησκευτικά οικονομικά καθήκοντα ήταν γνωστά ως «λειτουργίες»· αποτελούσαν πηγή υπερηφάνειας και δόξας για τους πλούσιους. Μετά τη λειτουργία και για ένα χρόνο, ο χορηγός απαλλασσόταν από άλλα βάρη, ή, όταν επρόκειτο για πλοία, για δύο χρόνια. Πώς επιλέγονταν οι χορηγοί; Ήταν μεγάλη τιμή να σου ζητήσουν να αναλάβεις μια «λειτουργία», αλλά αν νόμιζες ότι κάποιος άλλος ήταν πιο πλούσιος από σένα, και γι’ αυτό έπρεπε να προηγηθεί στην ανάληψη των δαπανών για ένα πλοίο ή μία γιορτή, μπορούσες να τον προκαλέσεις στα δικαστήρια να ανταλλάξετε περιουσίες ή να αναλάβει τη λειτουργία.

Επιπλέον, η Αθήνα σε καιρό πολέμου εισέπραττε φόρο περιουσίας από τους πλούσιους. Αυτοί οι φόροι, που ονομάζονταν εισφορά, εισπράττονταν όταν ήταν απαραίτητο, μέχρι το 347, οπότε και αποφασίστηκε η είσπραξη ενός καθορισμένου ποσού σε ετήσια βάση. Όλοι οι μέτοικοι πλήρωναν έναν μικρό φόρο ή μία εισφορά εγγραφής κάθε χρόνο, και οι πλούσιοι μέτοικοι (όπως και οι πλούσιοι πολίτες) ήταν υποχρεωμένοι να αναλάβουν θρησκευτικές λειτουργίες για τα έξοδα των γιορτών.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (5.29.4-5.29.5)

[5.29.4] Ἐν τούτῳ δὲ ἀφίκοντο πρὸς αὐτὸν Ἀρσάκης τε ὁ τῆς ὁμόρου Ἀβισάρῃ χώρας ὕπαρχος καὶ ὁ ἀδελφὸς Ἀβισάρου καὶ οἱ ἄλλοι οἰκεῖοι, δῶρά τε κομίζοντες ἃ μέγιστα παρ᾽ Ἰνδοῖς καὶ τοὺς παρ᾽ Ἀβισάρου ἐλέφαντας, ἀριθμὸν ἐς τριάκοντα· Ἀβισάρην γὰρ νόσῳ ἀδύνατον γενέσθαι ἐλθεῖν. ξυνέβαινον δὲ τούτοις καὶ οἱ παρὰ Ἀλεξάνδρου ἐκπεμφθέντες πρέσβεις πρὸς Ἀβισάρην. 
[5.29.5] καὶ ταῦτα οὐ χαλεπῶς πιστεύσας οὕτως ἔχειν Ἀβισάρῃ τε τῆς αὑτοῦ χώρας σατραπεύειν ἔδωκεν καὶ Ἀρσάκην τῇ Ἀβισάρου ἐπικρατείᾳ προσέθηκεν· καὶ φόρους οὕστινας ἀποίσουσι τάξας θύει αὖ καὶ ἐπὶ τῷ Ἀκεσίνῃ ποταμῷ. καὶ τὸν Ἀκεσίνην αὖ διαβὰς ἐπὶ τὸν Ὑδάσπην ἧκεν, ἵνα καὶ τῶν πόλεων τῆς τε Νικαίας καὶ τῶν Βουκεφάλων ὅσα πρὸς τῶν ὄμβρων πεπονηκότα ἦν ξὺν τῇ στρατιᾷ ἐπεσκεύασε καὶ τὰ ἄλλα τὰ κατὰ τὴν χώραν ἐκόσμει.

***
[5.29.4] Στο μεταξύ ήρθαν στον Αλέξανδρο ο Αρσάκης, ο ύπαρχος της περιοχής που γειτόνευε με τον Αβισάρη, και ο αδελφός του Αβισάρη και οι άλλοι συγγενείς του, οι οποίοι έφεραν δώρα από εκείνα που οι Ινδοί θεωρούν ως τα πολυτιμότερα και τους ελέφαντες που έστειλε ο Αβισάρης, τριάντα περίπου τον αριθμό, γιατί, είπαν, ήταν αδύνατο να έρθει ο Αβισάρης που ήταν άρρωστος. Με αυτούς συμφώνησαν και οι πρέσβεις που έστειλε ο Αλέξανδρος προς τον Αβισάρη. 
[5.29.5] Επειδή εύκολα πίστεψε ο Αλέξανδρος ότι έτσι είχαν τα πράγματα, ανέθεσε πάλι στον Αβισάρη τη σατραπεία της περιοχής του και πρόσθεσε στην εξουσία του Αβισάρη και τον Αρσάκη. Αφού καθόρισε και τους φόρους που θα πλήρωναν, πρόσφερε πάλι θυσίες κοντά και στον Ακεσίνη ποταμό και μετά πέρασε ξανά τον Ακεσίνη και έφθασε στον Υδάσπη. Εκεί επισκεύασε με τον στρατό του τις ζημιές που είχαν προκαλέσει οι βροχές στις πόλεις Νίκαια και Βουκεφάλα και τακτοποίησε και τα άλλα ζητήματα της περιοχής.

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (216-275)

ΟΙ. αἰτεῖς· ἃ δ᾽ αἰτεῖς, τἄμ᾽ ἐὰν θέλῃς ἔπη
κλύων δέχεσθαι τῇ νόσῳ θ᾽ ὑπηρετεῖν,
ἀλκὴν λάβοις ἂν κἀνακούφισιν κακῶν·
ἁγὼ ξένος μὲν τοῦ λόγου τοῦδ᾽ ἐξερῶ,
220 ξένος δὲ τοῦ πραχθέντος· οὐ γὰρ ἂν μακρὰν
ἴχνευον αὐτός, μὴ οὐκ ἔχων τι σύμβολον.
νῦν δ᾽, ὕστερος γὰρ ἀστὸς εἰς ἀστοὺς τελῶ,
ὑμῖν προφωνῶ πᾶσι Καδμείοις τάδε·
ὅστις ποθ᾽ ὑμῶν Λάιον τὸν Λαβδάκου
225 κάτοιδεν ἀνδρὸς ἐκ τίνος διώλετο,
τοῦτον κελεύω πάντα σημαίνειν ἐμοί·
κεἰ μὲν φοβεῖται τοὐπίκλημ᾽ ὑπεξελεῖν
αὐτὸς καθ᾽ αὑτοῦ· πείσεται γὰρ ἄλλο μὲν
ἀστεργὲς οὐδέν, γῆς δ᾽ ἄπεισιν ἀβλαβής·
230 εἰ δ᾽ αὖ τις ἄλλον οἶδεν ἐξ ἄλλης χθονὸς
τὸν αὐτόχειρα, μὴ σιωπάτω· τὸ γὰρ
κέρδος τελῶ ᾽γὼ χἡ χάρις προσκείσεται.
εἰ δ᾽ αὖ σιωπήσεσθε, καί τις ἢ φίλου
δείσας ἀπώσει τοὔπος ἢ χαὑτοῦ τόδε,
235 ἁκ τῶνδε δράσω, ταῦτα χρὴ κλύειν ἐμοῦ.
τὸν ἄνδρ᾽ ἀπαυδῶ τοῦτον, ὅστις ἐστί, γῆς
τῆσδ᾽, ἧς ἐγὼ κράτη τε καὶ θρόνους νέμω,
μήτ᾽ ἐσδέχεσθαι μήτε προσφωνεῖν τινα,
μήτ᾽ ἐν θεῶν εὐχαῖσι μηδὲ θύμασιν
240 κοινὸν ποεῖσθαι, μήτε χέρνιβας νέμειν·
ὠθεῖν δ᾽ ἀπ᾽ οἴκων πάντας, ὡς μιάσματος
τοῦδ᾽ ἡμὶν ὄντος, ὡς τὸ Πυθικὸν θεοῦ
μαντεῖον ἐξέφηνεν ἀρτίως ἐμοί.
ἐγὼ μὲν οὖν τοιόσδε τῷ τε δαίμονι
245 τῷ τ᾽ ἀνδρὶ τῷ θανόντι σύμμαχος πέλω.
κατεύχομαι δὲ τὸν δεδρακότ᾽, εἴτε τις
εἷς ὢν λέληθεν εἴτε πλειόνων μέτα,
κακὸν κακῶς νιν ἄμορον ἐκτρῖψαι βίον.
ἐπεύχομαι δ᾽, οἴκοισιν εἰ ξυνέστιος
250 ἐν τοῖς ἐμοῖς γένοιτ᾽ ἐμοῦ συνειδότος,
παθεῖν ἅπερ τοῖσδ᾽ ἀρτίως ἠρασάμην.
ὑμῖν δὲ ταῦτα πάντ᾽ ἐπισκήπτω τελεῖν,
ὑπέρ τ᾽ ἐμαυτοῦ, τοῦ θεοῦ τε, τῆσδέ τε
γῆς ὧδ᾽ ἀκάρπως κἀθέως ἐφθαρμένης.
255 οὐδ᾽ εἰ γὰρ ἦν τὸ πρᾶγμα μὴ θεήλατον,
ἀκάθαρτον ὑμᾶς εἰκὸς ἦν οὕτως ἐᾶν,
ἀνδρός γ᾽ ἀρίστου βασιλέως τ᾽ ὀλωλότος,
ἀλλ᾽ ἐξερευνᾶν· νῦν δ᾽ ἐπεὶ κυρῶ τ᾽ ἐγὼ
ἔχων μὲν ἀρχάς, ἃς ἐκεῖνος εἶχε πρίν,
260 ἔχων δὲ λέκτρα καὶ γυναῖχ᾽ ὁμόσπορον,
κοινῶν τε παίδων κοίν᾽ ἄν, εἰ κείνῳ γένος
μὴ ᾽δυστύχησεν, ἦν ἂν ἐκπεφυκότα,—
νῦν δ᾽ ἐς τὸ κείνου κρᾶτ᾽ ἐνήλαθ᾽ ἡ τύχη·
ἀνθ᾽ ὧν ἐγὼ τάδ᾽, ὡσπερεὶ τοὐμοῦ πατρός,
265 ὑπερμαχοῦμαι, κἀπὶ πάντ᾽ ἀφίξομαι
ζητῶν τὸν αὐτόχειρα τοῦ φόνου λαβεῖν
τῷ Λαβδακείῳ παιδὶ Πολυδώρου τε καὶ
τοῦ πρόσθε Κάδμου τοῦ πάλαι τ᾽ Ἀγήνορος.
καὶ ταῦτα τοῖς μὴ δρῶσιν εὔχομαι θεοὺς
270 μήτ᾽ ἄροτον αὐτοῖς γῆς ἀνιέναι τινὰ
μήτ᾽ οὖν γυναικῶν παῖδας, ἀλλὰ τῷ πότμῳ
τῷ νῦν φθερεῖσθαι κἄτι τοῦδ᾽ ἐχθίονι.
ὑμῖν δὲ τοῖς ἄλλοισι Καδμείοις, ὅσοις
τάδ᾽ ἔστ᾽ ἀρέσκονθ᾽, ἥ τε σύμμαχος Δίκη
275 χοἱ πάντες εὖ ξυνεῖεν εἰσαεὶ θεοί.

***
ΟΙΔ. Απαιτείς· απαιτείς, κι αν ακούσεις τα λόγια μου,
από ζωής πνοή θα ξεχειλίσεις,
απ᾽ το βραχνά θα ξαλαφρώσεις,
φτάνει στη θεραπεία
της αρρώστιας να συντρέξεις.
Εγώ είμαι ξένος· ξένος με τον χρησμό,
220 ξένος και με τον φόνο·
πώς ν᾽ ανιχνεύσω ξένος ένα φόνο
χωρίς νωπά τεκμήρια;
Μα θα μιλήσω.
Τώρα που ως πολίτης
απολαμβάνω πλήρη δικαιώματα,
αυτά διακηρύσσω στους Καδμείους όλους:
Όποιος απ᾽ όλους σας γνωρίζει
ποιός σκότωσε τον Λάιο του Λαβδάκου
να μου το φανερώσει, τον προτρέπω.
Αν όμως φοβάται να καταγγείλει
τον εαυτό του κι απ᾽ της ψυχής του
το βυθό την ενοχή να λευτερώσει,
τον βεβαιώνω πως δεν θα πάθει κανένα κακό·
μ᾽ ασφάλεια θα φτάσει
στα σύνορα της χώρας.
230 Αν πάλι ξέρει πως άλλος είναι,
κάποιος πολίτης ή κάποιος ξένος,
ο αυτουργός,
ας μη το κρύβει σιωπώντας·
χάρη θα του χρωστώ
και θα τον ανταμείψω.
Αν όμως σιωπήσετε
κι αν κάποιος, για χάρη φίλου
είτε για να καλύψει τον εαυτό του
αψηφήσει το λόγο μου,
ακούστε τί θα πράξω.
Απαγορεύω αυτόν τον άνθρωπο,
όποιος και να ᾽ναι,
στην επικράτεια που κυβερνώ
στα σπίτια να τον δέχονται
φιλόξενα,
να τον συναναστρέφονται, να του μιλούν,
μαζί του να προσεύχονται.
Απαγορεύω να του δίνουν
πρόσφορα κι αγίασμα,
240 μαζί του στους βωμούς να θυσιάζουν.
Οι πάντες απ᾽ τα σπίτια να τον διώχνουνε
γιατί αυτός το μίασμα
στην πόλη μέσα σπέρνει,
όπως πριν λίγο λάλησε
το πυθικό μαντείο του θεού.
Καταριέμαι το δράστη,
είτε ξέφυγε μόνος του,
είτε μ᾽ άλλους μαζί,
τέλος οικτρό να βρει του βίου.
Και καταριέμαι στο κεφάλι μου
να πέσουν οι κατάρες,
αν τον φιλοξενήσω στην εστία μου
250 γνωρίζοντας την ενοχή του.
Σας εξορκίζω να τελέσετε τα πάντα
για χάρη του θεού, δική μου χάρη,
και χάρη της χώρας αυτής,
που χάνεται χωρίς θεούς έρμη και στείρα.
Ακόμη κι αν βουλή θεού δεν πρόσταζε,
θα ᾽ταν παράλογο ν᾽ αφήσετε
το μίασμα να σέρνεται·
αφού γενναίος βασιλιάς σκοτώθηκε,
ήταν καθήκον σας η αναζήτηση του δολοφόνου.
Ασκώ την εξουσία τώρα
που την ασκούσε κάποτε κι αυτός.
Τώρα που στην ίδια πλαγιάζω κλίνη
260 και σπέρνω την ίδια γυναίκα,
που τα παιδιά μου
θα ᾽ταν αδέρφια με τα παιδιά του,
αν άκληρος δεν πέθαινε,
τώρα που τον λησμόνησε η τύχη,
θα παλέψω με τους πάντες και τα πάντα,
σαν να᾽ τανε πατέρας μου.
Ως το τέλος θα φτάσω.
Θα ψάξω παντού να τον βρω
τον αυτουργό που φόνευσε
τον Λάιο τον Λαβδακίδη,
που ήταν γιος του Πολυδώρου
απ᾽ τη βαθύρριζη γενιά του Κάδμου
κι απ᾽ τον αρχαίο τον Αγήνορα.
Όσοι δεν υπακούσουν
και δεν τα πράξουν αυτά,
παρακαλώ τις θεϊκές δυνάμεις
270 αλέτρι το χωράφι τους να μην οργώσει,
παιδιά να μην κοιλοπονέψουν οι γυναίκες τους,
τα τωρινά δεινά να περισσέψουν
και τα χειρότερα δεινά
να καρπίσουν στο μέλλον τους.
Σε σας τους άλλους τους Καδμείους
που ταίριαξεν ο λόγος μου στ᾽ αυτιά σας,
εύχομαι να ᾽χετε τη Δίκη σύμμαχό σας
και με τη χάρη του θεού να ζείτε πάντα.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 11. Έννοιες και αρχές

11.7. Αἰδώς, ὕβρις και νέμεσις


Η υπόληψη των ηρωικών μορφών στα ομηρικά έπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητάς τους κρίνουν τη συμπεριφορά τους. Γι᾽ αυτό τον λόγο, το τι θα πουν «οι άλλοι», η κοινή γνώμη, ενδιαφέρει και απασχολεί τους ήρωες και τις ηρωίδες των ομηρικών επών. Η θετική ανταπόκριση στις κρίσεις των άλλων εκφράζεται με τη λέξη αἰδώς, στην οποία αντιστοιχεί η νεοελληνική ντροπή, ενώ η πράξη που απορρέει από την αἰδῶ δηλώνεται με το ρήμα αἰδέομαι «ντρέπομαι, τιμώ κάποιον, τον σέβομαι». Η αἰδώς έχει αποτρεπτικό κατά βάση χαρακτήρα. Αναστέλλει ή εμποδίζει την πραγματοποίηση μιας ενέργειας, επιβάλλοντας συχνά στους ήρωες και στις ηρωίδες το αίσθημα ότι, αν προχωρήσουν στην εκτέλεσή της, κινδυνεύουν να διαπράξουν κάτι που, ως ανάρμοστο ή απαράδεκτο, θα προκαλέσει την έντονη αποδοκιμασία των άλλων. Ωστόσο, η λειτουργία της αἰδοῦς δεν είναι μόνο αποτρεπτική αλλά και έμμεσα προτρεπτική, υποδεικνύοντας την εκτέλεση μιας εναλλακτικής πράξης που είναι κοινωνικά αποδεκτή.

Ο διπλός, αποτρεπτικός και συνάμα προτρεπτικός, χαρακτήρας της αἰδοῦς συντηρείται στην επικριτική, πολεμική κραυγή αἰδώς, Ἀργεῖοι! Η έκφραση αυτή εντοπίζεται σε παραινετικά κυρίως συμφραζόμενα της Ιλιάδας και διατυπώνεται με σκοπό να δημιουργήσει στους πολεμιστές το αίσθημα ότι θα μπορούσαν να στιγματιστούν δημόσια, αν υποχωρήσουν και δεν παραμείνουν πολεμώντας στο πεδίο της μάχης. Επειδή οι ήρωες είναι πάνω απ᾽ όλα άνθρωποι, που προτιμούν τα αγαθά της ειρήνης από τον πόλεμο, χρειάζονται στις κρίσιμες στιγμές την αἰδῶ, ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της μάχιμης περίστασης. Έτσι, στην όγδοη ραψωδία της Ιλιάδας, καθώς οι Τρώες έχουν εισορμήσει απειλητικά στο στρατόπεδο των πανικοβλημένων Αχαιών και ο Έκτορας απειλεί να κάψει τα καράβια τους, ο Αγαμέμνονας επιχειρεί να αναπτερώσει το ηθικό των στρατιωτών του επικρίνοντάς τους (Θ 228-235):

Ντροπή [αἰδώς], Αργείοι, ρεζίληδες, ομορφονιοί! Πού πήγαν οι καυχησιές σας, όταν λέγαμε πως είμαστε πολύ γενναίοι, αυτές που διαλαλούσατε στη Λήμνο, καυχησιάρηδες, την ώρα που τρώγατε κρέατα πολλά βοδιών που έχουν κέρατα ολόρθα, και πίνατε κρατήρες γεμάτους ως επάνω από κρασί, πως ο καθένας σας στον πόλεμο θα σταθεί αντίκρυ σε εκατό και διακόσιους Τρώες. Τώρα δεν μπορούμε να τα βάλουμε ούτε με έναν, τον Έκτορα, που γρήγορα θα κάψει τα καράβια μας με καυτερή φωτιά.

Ο βασιλιάς των Αχαιών θυμίζει στους πολεμιστές του τους κομπασμούς και τις απειλές που διατύπωναν εναντίον των αντιπάλων τους σε μια νικηφόρα πολεμική τους επιχείρηση στη Λήμνο, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στην Τροία, προκαλώντας τους να κάνουν πράξη τώρα τις θριαμβολογίες αυτές. Η παραίνεσή του είναι έμμεση, καθώς εξαντλείται στην επίπληξη των πολεμιστών, των οποίων τα μεγάλα λόγια (ότι τάχατες είναι ἄριστοι στον πόλεμο και πως πρόκειται να κατατροπώσουν όλους τους Τρώες) βρίσκονται σε διάσταση με την πράξη (τώρα πανικοβλημένοι δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν ούτε τον έναν Έκτορα). Οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί (ρεζίληδες, ομορφονιοί, καυχησιάρηδες) εκθέτουν τους Αχαιούς στην κοινή γνώμη, δημόσια και εξωτερικά, ενώ η αἰδώς είναι το συναίσθημα που τους λείπει και το οποίο θα μπορούσε, αν υπήρχε, να διαλύσει τη δυσάρεστη εντύπωση που προκαλεί η ασυνέπεια λόγων και έργων τους.

Τα γνωρίσματα και τα παρεπόμενα της αἰδοῦς εξελίσσονται με τον πλέον δραματικό τρόπο, όταν αφορούν μεμονωμένους ήρωες όπως τον τρωαδίτη Έκτορα. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι η αἰδώς τον Έκτορα έχει εξ αποτελέσματος την ίδια σημασία και λειτουργία στην Ιλιάδα με την πολεμική αρετή του Αχιλλέα. Όπως δηλαδή η παλληκαριά του αχαιού ήρωα στο μεγαλύτερο μέρος της Ιλιάδας αποτελεί πηγή συμφορών για το στρατόπεδο των Αχαιών και ξεκόβει τον ήρωα από κάθε είδους συνεργασία με τους συμπολεμιστές του, έτσι και η αἰδώς του Έκτορα προκαλεί βάσανα στους δικούς του και στην πόλη του και τον απομακρύνει από τις αξίες του οίκου και της πόλης του. Ωστόσο, η αναλογική αυτή σύγκριση δεν θα μπορούσε να είναι ακριβής, δεδομένου ότι ο τρωαδίτης ήρωας κόβει τους δεσμούς με την κοινότητά του, όχι γιατί αισθάνεται ότι αυτή τον αδίκησε και ο ίδιος απορρίπτει τις αρχές της, αλλά ακριβώς επειδή συναισθάνεται τόσο τη θέση που έχει ο ίδιος μέσα σ᾽ αυτήν όσο και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή τη θέση του. Δικαιολογημένα λοιπόν η αἰδώς του Έκτορα τον καθιστά τον κατεξοχήν τραγικό ήρωα του έπους της Ιλιάδας, στον βαθμό που απομακρύνεται από την κοινότητά του σεβόμενος και υπερασπιζόμενος τις ίδιες τις αρχές της.

Στην έκτη ραψωδία της Ιλιάδας ο Έκτορας, υποκινούμενος από το αίσθημα της αἰδοῦς, αρνείται να υπακούσει στις φρόνιμες συμβουλές της γυναίκας του Ανδρομάχης, που τον προτρέπει (Ζ 407-439), στο όνομα του παιδιού τους και της συζυγικής τους σχέσης, να μην αντιμετωπίσει τους Αχαιούς και τον Αχιλλέα έξω από τα τείχη της Τροίας αλλά μέσα, πάνω στις επάλξεις του κάστρου μαζί με τους συμπολεμιστές του. Όμως, για τον Έκτορα η υπεράσπιση της πόλης του σημαίνει να θυσιαστεί πολεμώντας γενναία στην εμπροσθοφυλακή της μάχης, έξω από τα τείχη της Τροίας, γιατί μόνον έτσι θα κερδίσει μεγάλη δόξα. Όλα τ᾽ άλλα, λέει στη γυναίκα του, είναι για τους κακούς (Ζ 441-446):

Κι εγώ, γυναίκα, τα συλλογίζομαι όλα τούτα, μα ντρέπομαι [αἰδέομαι] φοβερά τους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες με τα συρτά φορέματα, να γυρέψω να φύγω μακριά από τον πόλεμο σαν δειλός, Ούτε η ψυχή μου το λέει, γιατί έμαθα να είμαι γενναίος και να πολεμώ πάντα μέσα στους πρώτους ανάμεσα στους Τρώες, κερδίζοντας μεγάλη δόξα για τον πατέρα μου και για μένα τον ίδιο.

Ο Έκτορας, κατανοώντας τον πόνο της γυναίκας του, υποστηρίζει κατ᾽ αρχάς ότι το συναίσθημα της αἰδοῦς απέναντι στον λαό του, ο οποίος θα μπορούσε να τον θεωρήσει δειλό (κακόν), τον υποχρεώνει να μην υπακούσει στα λόγια της. Στον κάπως εξωτερικό και υποθετικό αυτό λόγο ο ήρωας προσθέτει έναν δεύτερο, πιο βέβαιο και εσωτερικό. Ούτε η ίδια η ψυχή του, λέει, του επιτρέπει να συμμορφωθεί στην προτροπή της γυναίκας του, γιατί ο ίδιος έχει μάθει να είναι γενναίος, κατακτώντας μεγάλη δόξα για τον πατέρα του και για τον εαυτό του. Είναι προφανές ότι το «μάθημα» που έχει αφομοιώσει ο Έκτορας περιλαμβάνει την αριστοκρατική του αγωγή, στην οποία, όπως ο ίδιος ο ήρωας εννοεί, εντάσσονται πατρικές συμβουλές σαν κι αυτές που δόθηκαν στον Γλαύκο και στον Αχιλλέα (Ζ 208, Λ 784): να είναι, δηλαδή, πάντα ο πρώτος και να αναδεικνύεται ανώτερος από τους άλλους. Ο Έκτορας, με άλλα λόγια, οδηγείται στο ένδοξο τέλος του, για δύο, αντιφατικούς κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους, λόγους: δεν υποχωρεί μέσα στο κάστρο της Τροίας από ντροπή μήπως ο λαός του τον χαρακτηρίσει δειλό, ενώ την ίδια στιγμή λέει ότι μένει έξω από τα τείχη της Τροίας από προσήλωση στις αξίες «αγωγής» της κοινότητάς του, η συναίσθηση των οποίων του προκαλεί επίσης αἰδῶ.

Η λειτουργία επομένως της αἰδοῦς είναι διπλή: αποτρεπτική-εξωτερική και προτρεπτική-εσωτερική. Και οι δύο ωστόσο αυτές λειτουργίες της αἰδοῦς οδηγούν τον ήρωα στο ίδιο αποτέλεσμα: στην κατάκτηση μεγάλης δόξας. Καθώς ο Έκτορας δηλώνει στην Ανδρομάχη ότι δεν υποχωρεί μέσα στο κάστρο της Τροίας όχι μόνο επειδή ντρέπεται τι θα πει γι᾽ αυτόν ο λαός του αλλά και γιατί δεν μπορεί να παραβιάσει αυτό που του επιβάλλει η ψυχή του, δείχνει ότι δεν συμμορφώνεται παθητικά σε ό,τι του επιβάλλεται από τους άλλους, αλλά ότι έχει κατά κάποιον τρόπο εσωτερικεύσει και έχει κάνει κτήμα του τις εξωτερικές αυτές εντολές.

Η επιλογή του Έκτορα να πολεμά έξω από τα τείχη της Τροίας αποδεικνύεται στην εξέλιξη της ιλιαδικής αφήγησης ολέθρια όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για την κοινότητά του. Αν ο ήρωας δεν αισθανόταν αἰδῶ απέναντι στους Τρώες και στις Τρωαδίτισσες και υπάκουε στις συμβουλές της Ανδρομάχης, καθοδηγώντας τον πόλεμο μέσα από την πόλη της Τροίας, θα είχε ενδεχομένως σώσει τον εαυτό του και τον στρατό του. Αυτό τουλάχιστον παραδέχεται και ο ίδιος, καθυστερημένα βέβαια. Λίγο πριν αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα στην εικοστή δεύτερη ραψωδία, αναλογίζεται (Χ 98-103) μήπως θα ήταν προτιμότερο να υποχωρήσει μέσα στο κάστρο της Τροίας· αποτρέπεται ωστόσο από μια τέτοια επιλογή, καθώς υπολογίζει στις κατηγορίες που θα δεχτεί από τον Πολυδάμαντα, ο οποίος επίμονα τον συμβούλευε στη δέκατη όγδοη ραψωδία (Σ 249-283), όπως και η γυναίκα του στην έκτη, να δώσει τη μάχη μαζί με τους συμπολεμιστές του μέσα από το κάστρο της Τροίας. Μόνος τώρα ο Έκτορας, λίγο πριν από τον ένδοξο θάνατό του, αναγνωρίζει ότι η πρόταση του εταίρου του θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ καλύτερη επιλογή, όμως ο ίδιος μονολογεί ότι τότε δεν την άκουσε.

Το αδιέξοδο του Έκτορα εντείνεται όχι μόνο εξαιτίας των κατηγοριών που θα δεχθεί από ένα μέλος της κοινότητάς του για ό,τι μέχρι τώρα έπραξε μένοντας έξω από το κάστρο της Τροίας, αλλά και γι᾽ αυτό που ενδεχομένως θα υποστεί, αν επιλέξει τελικά την υποχώρηση μέσα στο κάστρο της Τροίας. Και σ᾽ αυτή την περίπτωση το συναίσθημα της αἰδοῦς παίζει καθοριστικό ρόλο (Χ 104-107):

Τώρα, αφού κατάστρεψα το στρατό από τις ανοησίες μου [ἀτασθαλίῃσιν], ντρέπομαι [αἰδέομαι] τους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες με τα συρτά φορέματα, μήπως καμιά φορά άλλος κατώτερος [κακώτερος] από μένα πει: «Ο Έκτορας κατάστρεψε το στρατό μας, γιατί πίστεψε πολύ στη δύναμή του

Η αἰδώς του Έκτορα απέναντι στον λαό του αποκτά τώρα μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς ενδέχεται να στιγματιστεί όχι από την προσβολή ενός φιλικού του προσώπου, ισότιμου στο κύρος με τον ίδιο, όπως είναι ο Πολυδάμας, αλλά από έναν κατώτερης κοινωνικής θέσης, ασήμαντο, ο οποίος στο αρχαίο κείμενο ονομάζεται κακώτερος. Ο κοινωνικός στιγματισμός και στη δεύτερη αυτή περίπτωση είναι υποθετικός, που απασχολεί όμως τον Έκτορα στο παρόν και εκλαμβάνεται ως βέβαιος. Σάμπως ο ήρωας, καθώς επιλέγει να κατακτήσει την υστεροφημία με τον ένδοξο θάνατό του, να μην μπορεί να περιμένει να διαπιστώσει αν πράγματι στο μέλλον θα χαρακτηριστεί ο ίδιος κακός και η συμπεριφορά του ολέθρια. Εξάλλου, ο ίδιος ομολογεί ότι κατέστρεψε τον στρατό του, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τις παράτολμες πράξεις του ατάσθαλες. Ο ήρωας δηλαδή, όπως και στην ομιλία του με την Ανδρομάχη, παρουσιάζεται να έχει πλήρη συνείδηση των πράξεών του, επειδή κατέχει τα πρότυπα με τα οποία οι άλλοι τον κρίνουν. Δίνει την ίδια αξία σε μια συντελεσμένη πράξη του, την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει ατασθαλία, με μια, αντίστοιχου περιεχομένου, κατηγορία που θα διατυπωθεί δημόσια εναντίον του από έναν κατώτερό του. Έτσι και στη δεύτερη αυτή περίπτωση η αἰδώς του Έκτορα τον αποτρέπει αφενός από το να υποχωρήσει μέσα στα τείχη της Τροίας, και τον προτρέπει αφετέρου να αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα, για να διαπιστωθεί τελικά, όπως ο ίδιος λέει, «σε ποιον από τους δυο θα δώσει ο Ολύμπιος δόξα».

Η απουσία της αἰδοῦς συνεπάγεται τη δικαιολογημένη αποδοκιμασία των άλλων, που παίρνει συχνά τη μορφή του θυμού ή της αγανάκτησης και δηλώνεται ως νέμεσις. Η ρηματική ενέργεια της νεμέσεως δηλώνεται με το ρήμα νεμεσσάω «οργίζομαι, θυμώνω με τη συμπεριφορά κάποιου άλλου αλλά συχνά και με τον εαυτό μου». Ενώ η αἰδώς αποτρέπει κατά κύριο λόγο κάποιον από το να ενεργήσει ανάρμοστα σε μια συγκεκριμένη περίσταση, η νέμεσις τον παροτρύνει να προσβάλει όσους στερούνται την αἰδῶ. Όταν, αντίθετα, κάποιος αισθάνεται ότι με τις ανάρμοστες πράξεις του ενδέχεται να υποκινήσει την οργή (τη νέμεσιν) των άλλων προς το πρόσωπό του, τότε διαθέτει αξιοπρέπεια, φιλότιμο, αἰδῶ. Έτσι, η νέμεσις των άλλων προκαλεί την αἰδῶ.

Η σχέση αἰδοῦς και νεμέσεως είναι συμπληρωματική, γι᾽ αυτό και συχνά στο έπος εμφανίζονται μαζί. Ο Ποσειδώνας, όπως προηγουμένως ο Αγαμέμνονας, επιχειρεί να δώσει κουράγιο στους πανικοβλημένους Αχαιούς, καλώντας τους να συναισθανθούν αἰδῶ και νέμεσιν (Ν 121-124):

Μόνο βάλτε καθένας σας ντροπή [αἰδῶ] και φιλότιμο [νέμεσιν] μέσα σας, γιατί μεγάλη μάχη έχει σηκωθεί κιόλας. Ο βροντόφωνος Έκτορας πολεμά τώρα πια κοντά στα καράβια μας, όλος δύναμη, και έσπασε πόρτες και το μεγάλο σύρτη.

Το νεοελληνικό «φιλότιμο» στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει ότι οι πολεμιστές οφείλουν στις κρίσιμες στιγμές να συναισθάνονται ότι θα κατηγορηθούν δειλοί, αν δεν ανταποκριθούν στις επιταγές της μάχης. Εξάλλου, τη νέμεσιν των συμπολεμιστών του φοβάται σε μια στιγμή αδυναμίας ο Μενέλαος, όταν, πάνω από το σώμα του νεκρού Πατρόκλου και υπό την άμεση απειλή του Έκτορα, διχάζεται ανάμεσα σε δύο επιλογές (Ρ 91-95):

Αλίμονο σε μένα, αν αφήσω τα όμορφα όπλα και τον Πάτροκλο, που κοίτεται εδώ για τη δική μου την τιμή, φοβούμαι μήπως κανένας από τους Δαναούς, αν τύχει και με δει, θυμώσει [νεμεσήσεται] μαζί μου· αν όμως πάλι, έτσι μόνος που είμαι, πολεμήσω με τον Έκτορα και με τους Τρώες από ντροπή [αἰδεσθείς], μήπως με περικυκλώσουν εμένα τον ένα πολλοί.

Ο ήρωας καλείται στην προκειμένη περίπτωση να διαλέξει ένα από τα δύο: ή να εγκαταλείψει τα όπλα και το σώμα του Πατρόκλου κινδυνεύοντας να δεχθεί την οργή των συμπολεμιστών του (τη νέμεσιν)· ή από ντροπή προς τους Αχαιούς (αἰδεσθείς) να μείνει στο πεδίο της μάχης, με κίνδυνο όμως να χάσει τη ζωή του. Η αἰδώς κατά κάποιον τρόπο επιδιώκει να ματαιώσει τη νέμεσιν, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να είναι απόλυτα δικαιολογημένη, εφόσον ο νεκρός Πάτροκλος θυσιάστηκε για την τιμή του Μενελάου. Επομένως, η αἰδώς δεν αποτελεί μόνο κίνητρο για να εμπλακεί ο πολεμιστής στη μάχη, αλλά είναι και αφορμή υπεράσπισης της τιμής των φίλων του.

Γενικότερα, η αἰδώς συντηρεί κάθε είδους φιλότητα (κοινωνική, ακόμη και ερωτική). Στην Οδύσσεια ο μνηστήρας Αγέλαος, ανυποψίαστος μαζί με την ομάδα του για το τέλος που τον περιμένει, προτείνει στον Τηλέμαχο να επιτρέψει τον γάμο της μάνας του, δίνοντας την υπόσχεση ότι έτσι ο νεαρός ήρωας θα μπορεί στο εξής, δίχως την πίεση των μνηστήρων, να κυβερνά ανενόχλητος στην Ιθάκη. Ο γιος του Οδυσσέα, που έχει σχεδιάσει μυστικά με τον πατέρα του τη μνηστηροφονία, απαντά στον Αγέλαο με διπλωματικό τρόπο, λέγοντάς του πως καταρχήν ο ίδιος δεν έχει πρόβλημα να προχωρήσει σε δεύτερο γάμο η μητέρα του· από ντροπή ωστόσο δεν θα τολμούσε να τη διώξει από το παλάτι παρά τη θέλησή της (υ 343-344):

Όμως παρά τη θέλησή της να τη διώξω, νιώθω ντροπή [αἰδέομαι], αν φύγει αναγκασμένη - μη δώσει ο θεός να γίνει αυτό.

Η αἰδώς που αισθάνεται εδώ ο Τηλέμαχος συμπληρώνεται στη δεύτερη ραψωδία με τον, ειλικρινή του τώρα, φόβο μήπως, στην περίπτωση που εξαναγκάσει τη μάνα του σε δεύτερο γάμο, δεχτεί, εκτός των άλλων, τη νέμεσιν των κατοίκων της Ιθάκης. Η απάντησή του δίνεται στον μνηστήρα Αντίνοο, οποίος απειλεί τον νεαρό ήρωα στη συνέλευση των κατοίκων της Ιθάκης ότι οι υποψήφιοι γαμπροί της Πηνελόπης δεν θα το κουνήσουν από το παλάτι όσο δεν εξελίσσεται το θέμα του δεύτερου γάμου της (β 130-137):

Αντίνοε, δεν γίνεται, παρά τη θέλησή της, από το σπίτι να τη διώξω
εκείνη που με γέννησε, εκείνη που μ᾽ ανάθρεψε. Όσο για τον πατέρα μου,
κάπου στα ξένα μπορεί να ζει, μπορεί να πέθανε. Κι είναι κακό,
αν τώρα πλήρωνα του Ικαρίου πολλά, για την περίπτωση που θα ξαπόστελνα
τη μάνα μου σ᾽ εκείνον μόνος μου·
γιατί κι απ᾽ τον πατέρα της θα βρω κακή ανταπόδοση, αλλά κι ένας θεός
θα ρίξει πάνω μου διπλό κακό, όταν η μάνα μου, αφήνοντας το σπίτι,
τις Ερινύες φωνάζοντας θα με καταραστεί· τότε κι οι άνθρωποι
θα μου φορτώσουν βαριά μομφή
[νέμεσις].

Από την απάντηση του Τηλεμάχου προκύπτει ότι ο φόβος του μήπως του φορτώσουν οι κάτοικοι της Ιθάκης βαριά μομφή (νέμεσιν) δεν είναι εξωτερικός αλλά εσωτερικός, καθώς στηρίζεται στη συναίσθηση του χρέους που νιώθει ο νεαρός ήρωας απέναντι στη μητέρα του, που τον «γέννησε» και τον «ανάθρεψε».

Η έλλειψη της αἰδοῦς οδηγεί κάποιο πρόσωπο στην ὕβριν· δηλαδή στην αλαζονική συμπεριφορά, που, καθώς υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια, προσβάλλει την τιμή των άλλων. Η ὕβρις περιλαμβάνει συχνά την αδιαντροπιά και τη σκληρότητα, που δηλώνεται με τη λέξη ἀναιδείη, ενώ ο ξεδιάντροπος χαρακτηρίζεται ἀναιδής. Οι πράξεις που συνοδεύουν την αντικατάσταση της αἰδοῦς από την ὕβριν δημιουργούν καταστάσεις αποκρουστικές και απεχθείς, τα αἴσχεα, προκαλώντας την έντονη αποδοκιμασία των άλλων, εκφρασμένη με τη νέμεσιν ή και την τίσιν.

Στην Ιλιάδα θεωρείται ὕβρις από τον Αχιλλέα και από τη μητέρα του η αρπαγή της Βρισηίδας από τον Αγαμέμνονα (Α 203, 214), ο οποίος, εξαιτίας της ξεδιάντροπης συμπεριφοράς του, χαρακτηρίζεται από τον οργισμένο ήρωα, «κερδοσκόπος» και «αναιδής» (Α 149, 158). Στην Οδύσσεια υβριστές χαρακτηρίζονται, εκτός από τον Πολύφημο, οι μνηστήρες, επειδή απρόσκλητοι, με τα αδιάκοπα γλέντια τους στο παλάτι της Ιθάκης, ρημάζουν την περιουσία του εξαφανισμένου Οδυσσέα και του ανήμπορου να αντιδράσει γιου του. Η μεταμορφωμένη θεά Αθηνά, όταν έρχεται στο παλάτι της Ιθάκης με σκοπό να ξεσηκώσει τον Τηλέμαχο στην αναζήτηση του πατέρα του, εκφράζει -σκόπιμα βέβαια- την έκπληξή της για το μέγεθος της αλαζονικής ὕβρεως των μνηστήρων, καθώς έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση τόσο έντονα αποκρουστική, που θα μπορούσε να υποκινήσει τη νέμεσιν (α 227-229):

γιατί πολύ ξεδιάντροποι μου φαίνονται και ξιπασμένοι, [ὑβρίζοντες ὑπερφιάλως]
έτσι που τρων αυτοί και πίνουν στο παλάτι· θα αγανακτούσε [νεμεσήσσαιτο] ασφαλώς,
τα τόσα αίσχη [αἴσχεα] βλέποντας, αν κάποιος κατά τύχη ερχόταν,
φτάνει να ήταν συνετός
.

Η ὕβρις εδώ τονίζεται από τη θεά Αθηνά με το επίρρημα ὑπερφιάλως (υπέρμετρα, υπερβολικά) και εξηγείται ως έλλειψη αἰδοῦς των μνηστήρων (πολύ ξεδιάντροποι και ξιπασμένοι). Η θέα της «αναίδειας» των μνηστήρων (α 254) για την Αθηνά προκαλεί τον αποτροπιασμό (αἴσχεα), που θα μπορούσε να εκδηλωθεί ως δικαιολογημένος θυμός (νέμεσις) κάποιου συνετού ανθρώπου εναντίον τους. Εξάλλου, στην Οδύσσεια οι μνηστήρες λούζονται κατά καιρούς με σωρεία πρόσθετων αρνητικών χαρακτηρισμών (νήπιοι «μωροί», ἀτάσθαλοι και ὑπερηρονέοντες «άφρονες και αλαζόνες» ὑπέρβιοι «ανεύθυνοι και βίαιοι», ὑπερμενέοντες «καταχραστές, που ξεχωρίζουν για την ὑπερβασίην τους, την "άνομη" συμπεριφορά τους»). Η μαύρη αυτή εικόνα των μνηστήρων είναι μία από τις στρατηγικές που επινοεί ο ποιητής, ώστε να φανεί στο τέλος δικαιολογημένη η εκδίκηση που παίρνει ο Οδυσσέας για τις καταχρηστικές τους πράξεις.

Κάποια μέρα να ξαναγαπηθούμε

Με ενοχλεί να κάνουμε σούμα όλους τους ανθρώπους και να προεξοφλούμε απαντήσεις και συμπεριφορές. Με εκνευρίζει να μην μπορείς να αντιληφθείς ποιος σε νοιάζεται. Με θυμώνει η σιωπή κι η αδιαφορία. Με θυμώνει που έκοψες κάθε επαφή χωρίς να μου εξηγήσεις τι είπα, που τόσο πια σε πείραξε. Και με θυμώνει ακόμη περισσότερο το ότι ό,τι κι αν σου είπα, έβαλες τον εγωισμό σου πάνω απ’ τα συναισθήματά μου.

Δεν υπάρχει ερωτευμένος που να μην κάνει λάθη. Ούτε ο έρωτας, όπως λες, είναι καραμέλα για όλα. Είναι όμως το εισιτήριο για να δεις τι κρύβει ο κόσμος του άλλου. Έναν κόσμο που μάλλον δε σε άγγιξε και δε σε ενδιέφερε, χωρίς καν να δεις τι έχει να σου προσφέρει. Παρ’ όλα αυτά δε σου κρατώ κακία, παρά μόνο παράπονο.

Ένα παράπονο, που εσύ χαρακτηρίζεις κακία. Αλήθεια, τόσο εύκολα κρίνεις ανθρώπους που ούτε καν τους γνώρισες σε βάθος; Από μία κουβέντα τους; Με ποιο δικαίωμα γίνεσαι κριτής; Την καρδιά μου την ξέρω μονάχα εγώ. Ίσως κι εκείνοι που με ξέρουν χρόνια. Όχι εσύ.

Δε θα πω ψέματα. Σε σκέφτομαι περισσότερο απ’ όσο νομίζεις κι απ’ ό,τι θέλω. Δημιουργώ όμορφες εικόνες κι έχω ακόμη μία ευχή. Κι ας λένε ότι τις ευχές πρέπει να τις λες μόνο από μέσα σου, για να πραγματοποιηθούν.

Εγώ θα τη γράψω και θα τη φωνάξω, όσο πιο δυνατά γίνεται:

«Εύχομαι κάποια μέρα να ξαναγαπηθούμε».

Για την ακρίβεια να γνωριστούμε απ’ την αρχή. Εις το επανιδείν.

Πώς η θερμοδυναμική επιδρά στην ύπαρξη της ζωής

Η επιστήμη που μελετά την αλληλεπίδραση της ύλης με τη θερμότητα ονομάζεται θερμοδυναμική. Και η βασική πρόβλεψή της δόθηκε από τον Αυστριακό φυσικό του δέκατου ένατου αιώνα Λούντβιχ Μπόλτζμαν, ο οποίος δεν δίστασε να αντιμετωπίσει τα υλικά σώματα σαν μια πολύ μεγάλη συλλογή από τυχαία συγκρουόμενες μπάλες μπιλιάρδου, οι οποίες υπάκουαν στους νόμους της νευτώνειας μηχανικής.

Φανταστείτε την επιφάνεια ενός τραπεζιού για αμερικάνικο μπιλιάρδο χωρισμένη στα δύο από ένα κινούμενο πέτασμα. Όλες οι μπάλες, μαζί και η λευκή, βρίσκονται αριστερά του πετάσματος, διατεταγμένες έτσι ώστε να σχηματίζουν τρίγωνο. Φανταστείτε τώρα ότι με τη λευκή μπάλα χτυπάτε πολύ δυνατά το τρίγωνο με τις μπάλες με αποτέλεσμα οι πρώτες από αυτές ν’ αρχίσουν να κινούνται τυχαία προς όλες τις κατευθύνσεις, συγκρουόμενες μεταξύ τους αλλά και με τα άκαμπτα τείχη του τραπεζιού, καθώς και με το κινούμενο πέτασμα. Σκοπός σας είναι να εξετάσετε τι θα συμβεί στο πέτασμα: θα δεχτεί τη δύναμη πολλών συγκρούσεων από τα αριστερά, όπου βρίσκονται όλες οι μπάλες, χωρίς όμως να δεχτεί καμία σύγκρουση από την άδεια δεξιά πλευρά τον τραπεζιού. Μολονότι κάθε μπάλα κινείται εντελώς τυχαία, το πέτασμα, που η κίνησή του προκαλείται από όλες τις τυχαία κινούμενες μπάλες, θα δεχτεί συνολικά μια δύναμη η οποία θα το ωθήσει προς τα δεξιά. ‘Έτσι θα μεγαλώσει το εμβαδόν του αριστερού μέρους του τραπεζιού, ενώ παράλληλα θα μειωθεί η δεξιά άδεια περιοχή. Θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε περαιτέρω το τραπέζι με σκοπό την παραγωγή έργου, αν κατασκευάζαμε μια συσκευή με μοχλούς και τροχαλίες η οποία θα αξιοποιεί την προς τα δεξιά κίνηση του πετάσματος για να σπρώξει, λόγου χάρη, ένα τρενάκι πάνω σε έναν λόφο.

Αυτός, συνειδητοποίησε ο Μπόλτζμαν, είναι ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο οι θερμικές μηχανές κινούν τα ατμοκίνητα τρένα στις λοφοπλαγιές – μην ξεχνάτε, βρισκόμασταν στην εποχή τον ατμού. Τα μόρια του νερού μέσα στον κύλινδρο της ατμομηχανής συμπεριφέρονται σαν τις μπάλες του μπιλιάρδου μετά την πρόσκρουση της λευκής μπάλας επάνω τους: η τυχαία κίνησή τους επιταχύνεται καθώς δέχονται τη θερμότητα από τον καυστήρα με αποτέλεσμα να συγκρούονται ολοένα πιο δυνατά το ένα πάνω στο άλλο και τέλος να χτυπούν πάνω στο πιστόνι τον κινητήρα ωθώντας το προς τα έξω. Η έξοδός του αναγκάζει σε κίνηση τα έμβολα, τα γρανάζια, τις αλυσίδες και τους τροχούς τον ατμοκίνητου τρένου, προκαλώντας τελικά μια προσανατολισμένη κίνηση. Έναν και πλέον αιώνα μετά τον Μπόλτζμαν, το δικό σας αυτοκίνητο κινείται με βάση τις ίδιες ακριβώς αρχές, με τη μόνη διαφορά ότι ο ατμός έχει αντικατασταθεί από τα προϊόντα της καύσης της βενζίνης ή του πετρελαίου.

Να σημειωθεί εδώ πως η θερμοδυναμική δεν κρύβει τελικά κάτι περισσότερο απ’ όσα προαναφέραμε. Η εύτακτη κίνηση κάθε θερμικής μηχανής οφείλεται στην αξιοποίηση της μέσης κίνησης τρισεκατομμυρίων τυχαία κινούμενων ατόμων και μορίων. Εκτός αυτού, η επιστήμη είναι εξαιρετικά γενική και δεν αφορά μόνο τις θερμικές μηχανές, αλλά σχεδόν όλες τις τυπικές χημικές αντιδράσεις που εκδηλώνονται όποτε καίμε κάρβουνο στον αέρα, αφήνουμε ένα σιδερένιο καρφί να σκουριάσει, μαγειρεύουμε το φαγητό μας, κατασκευάζουμε ατσάλι, διαλύουμε αλάτι σε νερό, βράζουμε το φαγητό μας σε μια κατσαρόλα ή στέλνουμε έναν πύραυλο στο διάστημα. Σε όλες αυτές τις χημικές διαδικασίες συντελείται ανταλλαγή ενέργειας και, σε μοριακό επίπεδο, όλες διέπονται από θερμοδυναμικές αρχές οι οποίες βασίζονται στην τυχαία κίνηση. Στην πραγματικότητα, σχεδόν όλες οι μη βιολογικές (φυσικές και χημικές) διαδικασίες που προκαλούν αλλαγές στον κόσμο μας διέπονται από θερμοδυναμικές αρχές. Τα ρεύματα στους ωκεανούς, οι ταραχώδεις θύελλες, η διάβρωση των πετρωμάτων, οι πυρκαγιές στα δάση και η οξείδωση των μετάλλων ελέγχονται από τις αδιάλλακτες δυνάμεις του χάους που κρύβεται πίσω από τη θερμοδυναμική. Κάθε περίπλοκη διαδικασία μπορεί να μας φαίνεται δομημένη και εύτακτη, αλλά στον πυρήνα της προκαλείται από τυχαίες μοριακές κινήσεις.

Η ζωή τιθασεύει το Xάος

Άραγε, ισχύουν τα ίδια και για τη ζωή; Ας επιστρέψουμε στο τραπέζι του μπιλιάρδου, συγκεκριμένα στην αρχή της παρτίδας, όταν οι μπάλες σχημάτιζαν ένα τριγωνάκι. Αυτή τη φορά, πετάμε στο τραπέζι πολλές ακόμη μπάλες (το τραπέζι είναι πολύ μεγάλο) και φροντίζουμε να προσκρούσουν με δύναμη πάνω στις ακίνητες. Κι εδώ, η τυχαία κίνηση του διαχωριστικού πετάσματος που θα προκαλέσουν οι συγκρούσεις θα αξιοποιηθεί για να παραχθεί ωφέλιμο έργο. Τώρα, όμως, αντί ν’ ανεβάσουμε απλώς ένα τρενάκι σε μια ανηφόρα, θα κατασκευάσουμε μια πιο έξυπνη συσκευή. Η μηχανή μας, τροφοδοτούμενη από τις χαοτικές συγκρούσεις θα εκτελεί μια ξεχωριστή εργασία: θα διατηρεί, εν μέσω χάους, ανεπηρέαστο το αρχικό τρίγωνο με τις ακίνητες μπάλες. Όταν μια κινούμενη μπάλα πέφτει πάνω σε μια ακίνητη μπάλα τον τριγωνικού σχηματισμού, μια συσκευή θα ανιχνεύει την πρόσκρουση και κινώντας έναν μηχανικό βραχίονα, θα αντικαθιστά την μπάλα που βγήκε από το τρίγωνο με μια πανομοιότυπη από τις μπάλες που κινούνται τυχαία.

Ελπίζουμε ότι αντιλαμβάνεστε πως το σύστημα χρησιμοποιεί τώρα μέρος της ενέργειας όλων αυτών των τυχαίων μοριακών συγκρούσεων για να διατηρήσει σε μια εξαιρετικά εύτακτη κατάσταση ένα μέρος του εαυτού του. Στη θερμοδυναμική, για να δηλώσουμε την έλλειψη τάξης χρησιμοποιούμε τον όρο εντροπία – γι’ αυτό λέμε ότι οι άκρως εύτακτες καταστάσεις έχουν χαμηλή εντροπία. Μπορούμε, επομένως, να πούμε ότι το τραπέζι του μπιλιάρδου αντλεί ενέργεια από (χαοτικές) συγκρούσεις υψηλής εντροπίας για να διατηρήσει μέρος του εαυτού του σε μια (εύτακτη) κατάσταση χαμηλής εντροπίας.

Προς το παρόν, μη σας απασχολεί το πώς θα μπορούσαμε να κατασκευάσουμε μια τόσο περίπλοκη μηχανή: η ουσία είναι ότι το τραπέζι του μπιλιάρδου που τροφοδοτείται από εντροπία εκτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα εργασία. Τροφοδοτούμενο μόνο από τη χαοτική κίνηση κάθε μπάλας, το σύστημά μας, το οποίο αποτελείται από τις μπάλες, το τραπέζι, το πέτασμα, τη συσκευή ανίχνευσης και τον κινητό βραχίονα, καταφέρνει να διατηρήσει την τάξη σε ένα υποσύστημά του.

Ας περάσουμε τώρα σε ένα άλλο επίπεδο ανάλυσης: αυτή τη φορά, μέρος της διαθέσιμης ενέργειας του κινούμενου πετάσματος -θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε ελεύθερη ενέρyεια του συστήματος- χρησιμοποιείται για την κατασκευή και τη συντήρηση της συσκευής ανίχνευσης και του κινητού βραχίονα, ακόμη και για να χρησιμοποιήσουμε πολλές μπάλες ως πρώτη ύλη προκειμένου να κατασκευάσουμε αυτές τις συσκευές. Ολόκληρο το σύστημά μας τώρα αυτοσυντηρούμενο και θα μπορούσε κατ’ αρχήν να αυτοσυντηρηθεί επ’ αόριστον, αρκεί να τροφοδοτείται διαρκώς με πολλές τυχαία κινούμενες μπάλες και αρκετό χώρο για να κινείται το πέτασμα.

Επιπλέον, πέρα από την αυτοσυντήρηση, το συγκεκριμένο σύστημα θα επιτύχει ένα ακόμα εκπληκτικό κατόρθωμα: θα χρησιμοποιεί τη διαθέσιμη ελεύθερη ενέργεια για να ανιχνεύει, να πιάνει και να διατάσσει τις μπάλες τον μπιλιάρδου, ώστε να φτιάχνει αντίγραφα του εαυτού του: το τραπέζι, το πέτασμα, τη συσκευή ανίχνευσης μπάλας, τον κινητό βραχίονα καθώς και το τρίγωνο με τις μπάλες. Τα αντίγραφα θα μπορούν, επίσης, να ελέγχουν τις δικές τους μπάλες και τη διαθέσιμη ελεύθερη ενέργεια των συγκρούσεών τούς για να φτιάχνουν ακόμη περισσότερες αυτοσυντηρούμενες συσκευές. Και αυτά τα αντίγραφα, με τη σειρά τούς…

Θαρρώ πως έχετε καταλάβει πια πού το πάμε. Η φανταστική συσκευή μας, τον τύπου «φτιάξ’ το μόνος σου», είναι ένα ισοδύναμο της ζωής το οποίο τροφοδοτείται από μπάλες μπιλιάρδου. Όμοια με ένα πτηνό, ένα ψάρι ή έναν άνθρωπο, η φανταστική συσκευή είναι ικανή να συντηρεί και να αναπαράγει τον εαυτό της αξιοποιώντας την ελεύθερη ενέργεια των τυχαίων μοριακών συγκρούσεων. Και μολονότι το έργο φαντάζει περίπλοκο και δύσκολο, η κινητήρια δύναμη είναι ακριβώς ίδια μ’ εκείνη που ανεβάζει τα ατμοκίνητα τρένα στις ανηφόρες. Στη ζωή, οι μπάλες του μπιλιάρδου αντικαθίστανται από μόρια τα οποία παρέχει η τροφή και, μολονότι η διαδικασία είναι μακράν πιο πολύπλοκη από αυτή που περιγράψαμε στο απλό παράδειγμά μας, η αρχή παραμένει ίδια: ελεύθερη ενέργεια που προέρχεται από τυχαίες μοριακές κινήσεις (και τις να συντηρείται χημικές αντιδράσεις τους) αξιοποιείται προκειμένου ένα σώμα και να δημιουργεί αντίγραφα του εαυτού του.

Είναι λοιπόν η ζωή απλώς ένα παρακλάδι της θερμοδυναμικής; Καταφέρνουμε ν’ ανηφορίζουμε λοφοπλαγιές απλώς αξιοποιώντας τις ίδιες διαδικασίες που ανεβάζουν τα τρένα στις ανηφόρες; Και η πτήση τον κοκκινολαίμη δεν διαφέρει άραγε από εκείνη μιας οβίδας; Σε τελική ανάλυση, είναι η ζωτική σπίθα της ζωής μια τυχαία μοριακή κίνηση; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα, πρέπει να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στη λεπτή δομή των ζωντανών οργανισμών.

Κοιτάζοντας βαθύτερα μέσα στη ζωή

Η πρώτη σημαντική πρόοδος στην αποκάλυψη της λεπτής δομής της ζωής σημειώθηκε από τον «φυσικό φιλόσοφο» του δέκατου έβδομού αιώνα Ρόμπερτ Χουκ, ο οποίος, χρησιμοποιώντας το υποτυπώδες μικροσκόπιό του είδε σε λεπτές φέτες φελλού δομές τις οποίες ονόμασε «κύτταρα», αλλά και από τον Ολλανδό μικροσκόπο Άντον φαν Λέβενχουκ, ο οποίος διέκρινε τους λεγόμενους «μικροοργανισμούς» (animalcules) —αυτούς που σήμερα ονομάζουμε μονοκύτταρούς οργανισμούς— σε σταγόνες νερού από μια λίμνη. Παρατήρησε, επίσης, φυτικά κύτταρα, ερυθρά αιμοσφαίρια, ακόμη και σπερματοζωάρια. Αργότερα έγινε σαφές ότι οι ιστοί όλων των ζωντανών οργανισμών αποτελούνταν από αυτές τις κυτταρικές μονάδες, τους δομικούς λίθους των έμβιων οργανισμών.

Όσο περισσότερες λεπτομέρειες μας αποκάλυπταν τα ισχυρότερα μικροσκόπια, τόσο πιο περίπλοκη εμφανιζόταν η εσωτερική δομή των έμβιων κυττάρων: γνωρίζουμε πια ότι το καθένα φέρει στο κέντρο του έναν πυρήνα, μέσα στον οποίο συναντάμε τα χρωμοσώματα. Ο πυρήνας περιβάλλεται από το κυτταρόπλασμα στο οποίο είναι εμβαπτισμένες εξειδικευμένες υπομονάδες, τα λεγόμενα οργανίδια, τα οποία, όπως και τα όργανα τον σώματός μας, εκτελούν συγκεκριμένες λειτουργίες στο εσωτερικό τον κυττάρου. Για παράδειγμα, τα οργανίδια που ονομάζονται μιτοχόνδρια διεκπεραιώνουν την αναπνοή στο εσωτερικό των ανθρώπινων κυττάρων, ενώ οι χλωροπλάστες ευθύνονται για τη φωτοσύνθεση μέσα στα φυτικά κύτταρα. Συνολικά, το κύτταρο δίνει την εντύπωση ενός πολυάσχολου μικροσκοπικού εργοστασίου. Πώς, όμως, καταφέρνει να λειτουργεί ακατάπαυστα; Τι είναι αυτό που του δίνει ζωή; Αρχικά, πίστευαν ότι το τροφοδοτούσαν «ζωτικές» δυνάμεις, ουσιαστικά ισοδύναμες με την έννοια της ψυχής του Αριστοτέλη. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του δέκατου ένατου αιώνα, η πίστη στον βιταλισμό -ότι οι ζωντανοί οργανισμοί ζωοποιούνται από μια δύναμη η οποία απουσιάζει από την άβια ύλη- παρέμενε ισχυρή. Πίστευαν ότι στα κύτταρα υπήρχε μια μυστηριώδης ζωντανή ουσία, το πρωτόπλασμα, το οποίο περιέγραφαν με σχεδόν μυστικιστικούς όρους

Ωστόσο, όλο και περισσότερο, η ύλη των ζωντανών οργανισμών φαινόταν να αποτελείται περίπου από τις ίδιες χημικές ουσίες οι οποίες αποτελούσαν τα άψυχα πράγματα, και συνεπώς να διέπεται από την ίδια χημεία.

Στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα τα κύτταρα είχαν αποδειχθεί θύλακες βιοχημικών ουσιών τις οποίες διαχειριζόταν μια περίπλοκη χημεία, που βασιζόταν στην τυχαία μοριακή κίνηση την οποία είχε περιγράψει ο Μπόλτζμαν. Η ζωή, όπως πίστευαν σε γενικές γραμμές, ήταν πράγματι απλώς περίπλοκη θερμοδυναμική.

Με εξαίρεση μία πτυχή της — και μάλλον τη σημαντικότερη.

Praemeditatio κατά Σενέκα

Επειδή οι μακρές περίοδοι γενναιοδωρίας της Φορτούνα εμπεριέχουν τον κίνδυνο να μας αποκοιμίσουν, ο Σενέκας μας εξορκίζει να αφιερώνουμε λίγο χρόνο κάθε μέρα για να τη σκεφτόμαστε.

Δεν ξέρουμε τι θα συμβεί στη συνέχεια: οφείλουμε να περιμένουμε κάτι.

Νωρίς το πρωί πρέπει να πραγματοποιούμε αυτό που ο Σενέκας ονόμασε praemeditatio, έναν προκαταβολικό διαλογισμό για όλα τα βάσανα του μυαλού και του σώματος στα οποία η θεά μπορεί στη συνέχεια να μας εκθέσει.

[Οι συνετοί] ξεκινούν τη μέρα τοyς με μία σκέψη…

Η Φορτούνα δεν μας προσφέρει τίποτα που να είναι πραγματικά κτήμα μας.

Τίποτα, δημόσιο ή ιδιωτικό, δεν είναι σταθερό˙ το πεπρωμένο των ανθρώπων, πόσω δε μάλλον αυτό των πόλεων, στροβιλίζεται διαρκώς.

Όποια κατασκευή κι αν έχει δημιουργηθεί με το πέρασμα πολλών χρόνων, με μεγάλο κόπο και μέσα από την άφθαστη καλοσύνη των θεών, σκορπίζεται στους τέσσερις ανέμους μέσα σε μία μέρα. Όχι, όποιος πει «μία μέρα» παραχωρεί υπερβολικά μεγάλη αναβολή στη δυστυχία που χτυπά σαν αστραπή˙ μια ώρα, μια στιγμή, αρκεί για να καταλυθούν αυτοκρατορίες.

Πόσο συχνά πόλεις στην Ασία, πόσο συχνά στην Αχαΐα, δεν έχουν ισοπεδωθεί μ’ ένα και μόνο πλήγμα του σεισμού; Πόσες πόλεις στη Συρία, πόσες στη Μακεδονία δεν έχουν καταβαραθρωθεί; Πόσο συχνά μια τέτοια καταστροφή δεν έχει ερημώσει την Κύπρο;

Ζούμε ανάμεσα σε πράγματα που όλα τους είναι προορισμένα να πεθάνουν.

Θνητοί γεννηθήκατε και θνητούς γεννάτε.

Τα πάντα να σταθμίζετε, τα πάντα να περιμένετε.

Φ. Πεσσόα: Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας έννοια και ο εαυτός μας

Όλοι τους έχουν, όπως εγώ, μια καρδιά ενθουσιώδη και λυπημένη. Τους γνωρίζω καλά.

Κάποιοι είναι παιδιά για θελήματα, άλλοι υπάλληλοι γραφείου, άλλοι μικρέμποροι, άλλοι πάλι οι νικητές των καφενείων και των μαγέρικων, ένδοξοι χωρίς να το γνωρίζουν μέσα στην έκσταση του εγωτικού τους λόγου, ικανοποιημένοι μέσα στη σιωπή του φιλάργυρου εγωτισμού τους χωρίς τίποτα το πολύτιμο για να φυλάξουν.

Αλλά όλοι τους είναι ποιητές, οι καημένοι, και σέρνουν, στα μάτια μου, όπως και εγώ στα δικά τους, την ίδια αθλιότητα της κοινής μας απρέπειας.

Όλοι τους, όπως κι εγώ, έχουν το μέλλον πίσω τους.

Ποτέ δεν αγαπάμε κάποιον. Αγαπάμε απλώς την ιδέα που σχηματίζουμε για κάποιον.

Τελικά αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας έννοια και ο εαυτός μας.

Αυτό είναι αλήθεια σε όλη την κλίμακα του έρωτα.

Στο σεξουαλικό έρωτα αναζητάμε τη δική μας απόλαυση με τη μεσολάβηση ενός ξένου κορμιού.

Στον έρωτα που διαφέρει από τον σεξουαλικό αναζητάμε τη δική μας απόλαυση με τη μεσολάβηση μιας δική μας ιδέας.

Ο αυνανιστής είναι αποτρόπαιος, αλλά, στην απόλυτη αλήθεια, ο αυνανιστής είναι η απόλυτη λογική έκφραση του ερωτευμένου.

Είναι ο μόνος που δεν προσποιείται μήτε κοροϊδεύει τον εαυτό του.

Να λες. Να ξέρεις να λες.

Να ξέρεις να υπάρχεις μεσ' από τη γραπτή φωνή και τη νοητική εικόνα!

Η ζωή δεν αξίζει τίποτα παραπάνω: το παραπάνω είναι άντρες και γυναίκες, υποθετικοί έρωτες και ματαιοδοξίες ψεύτικες, προφάσεις της πέψης και της λήθης, άνθρωποι που κινούνται πάνω κάτω, σαν ζώα όταν ανασηκώνουμε μια πέτρα, κάτω από τον μεγάλο αφηρημένο βράχο του γαλάζιου χωρίς νόημα ουρανού.

Η λογοτεχνία που είναι η τέχνη παντρεμένη με τη σκέψη και η πραγματοποίηση χωρίς το ελάττωμα της πραγματικότητας, μου φαίνεται πως είναι ο σκοπός προς τον οποίο έπρεπε να τείνει κάθε ανθρώπινη προσπάθεια, αν ήταν πραγματικά ανθρώπινη και όχι μια επιπολαιότητα του ζωώδους.

Πιστεύω πως λέω κάποιο πράγμα είναι διατηρώ την αρετή του και του αφαιρώ τον τρόμο.

Οι αγροί είναι πιο πράσινοι στο λόγο παρά στην πρασινάδα τους. Τα άνθη, αν περιγράφονταν με φράσεις που τα περιγράφουν στο χώρο της φαντασίας, θα είχαν χρώματα ανεξίτηλα που η ζωή των κυττάρων δεν επιτρέπει.

Επανάσταση; Αλλαγή;

Αυτό που θέλω στ' αλήθεια από τα βάθη της ψυχής μου είναι να φύγουν τα άτονα σύννεφα που πασαλείβουν με μια γκρίζα σαπουνάδα τον ουρανό.

Αυτό που θέλω είναι να δω το γαλάζιο να προβάλλει ανάμεσα τους, αλήθεια βέβαιη και ξεκάθαρη γιατί τίποτα δεν είναι και ούτε θέλει να είναι.

Ανασυνθέτοντας διαρκώς τον εαυτό μου, τον κατέστρεψα.

Από την πολλή σκέψη του εαυτού μου είμαι πια οι σκέψεις μου και όχι εγώ.

Με βυθομέτρησα και άφησα να πέσει ο βυθομετρητής.

Ζω για να σκέφτομαι αν έχω βάθος ή όχι, χωρίς πια άλλο βυθομετρητή πέρα από το βλέμμα μου, που μου δείχνει, φωτεινό πάνω στο σκούρο φόντο του καθρέφτη του τεράστιου πηγαδιού, το πρόσωπό μου να με κοιτάζει ενώ το κοιτάζω.

Μακάριος αυτός που δεν απαιτεί από τη ζωή περισσότερα απ” όσα αυτή του δίνει αυθόρμητα, καθοδηγούμενος από το ένστικτο της γάτας, που αναζητεί τον ήλιο όταν υπάρχει ήλιος, και, όταν δεν υπάρχει, τη ζέστη, όπου κι αν αυτή βρίσκεται.

Πιστεύω, ιδανικά, γυναίκα ή επάγγελμα – όλα αυτά είναι κελί και χειροπέδες.

Να είσαι και να παραμένεις ελεύθερος.

Η ίδια η φιλοδοξία, αν γίνει υπερηφάνεια και πάθος, είναι ένα φορτίο, και δεν θα νιώθαμε υπερήφανοι αν κατανοούσαμε ότι είναι ένα σχοινί από το οποίο μας τραβάνε.

Όχι, ούτε καν δεσμούς με τον εαυτό μας!

Ελεύθεροι από τον εαυτό μας και από τους άλλους, στοχαστικοί χωρίς έκσταση, σκεπτόμενοι χωρίς συμπέρασμα, θα ζήσουμε, απελευθερωμένοι από τον Θεό, το μικρό διάλλειμα που η διάσπαση της προσοχής των δημίων παραχωρεί στην έκσταση μας στη διάρκεια της παρέλασης.

Αύριο μας περιμένει η γκιλοτίνα. Αν δεν είναι αύριο είναι μεθαύριο.

Ας βγάλουμε περίπατο στον ήλιο την ανάπαυση μας πριν από το τέλος, αγνοώντας συνειδητά τους σκοπούς και τις συνέπειες.

Ο ήλιος θα χρυσίσει τα χωρίς ρυτίδες μέτωπά μας, και η αύρα θα φέρει δροσιά σε όσους έπαψαν να ελπίζουν.

Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο της ανησυχίας

ΠΡΟΟΙΜΙΟ ΣΕ ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ΟΝΕΙΡΟ

Υπάρχουν χιλιάδες συμφωνίες που έχετε συνάψει με τον εαυτό σας, με άλλα άτομα, με το όνειρο της ζωής σας, με τον Θεό, με την κοινωνία, με τους γονείς, τον/τη σύζυγο, τα παιδιά σας. Οι πιο σημαντικές, όμως, συμφωνίες είναι εκείνες που έχετε συνάψει με τον εαυτό σας. Αυτές αναφέρονται στο ποιος είστε, τι αισθάνεστε, σε τι πιστεύετε και στο πως πρέπει να συμπεριφέρεστε. Το αποτέλεσμά τους είναι η προσωπικότητά σας. Σε αυτές τις συμβάσεις δηλώνετε: “Να τι είμαι. Να σε τι πιστεύω. Υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορώ να κάνω και κάποια άλλα που δεν μπορώ να κάνω. Αυτό είναι πραγματικότητα, εκείνο είναι φαντασία. Αυτό είναι δυνατό, εκείνο είναι αδύνατο”.

Μία μόνο συμφωνία δεν θα δημιουργούσε πρόβλημα, οι συμφωνίες, όμως, που μας κάνουν να υποφέρουμε και να αποτυγχάνουμε στη ζωή είναι πολλές. Αν θέλετε να ζήσετε μια ζωή γεμάτη ευτυχία και πληρότητα, θα πρέπει να ανασύρετε από μέσα σας το κουράγιο να διακόψετε αυτές τις συμφωνίες, που έχουν τη ρίζα τους στο φόβο και κλέβουν την προσωπική σας δύναμη. Οι συμφωνίες που προέρχονται από φόβο μας αναγκάζουν να ξοδεύουμε πολλή ενέργεια, ενώ οι συμφωνίες που προέρχονται από την αγάπη μας βοηθούν όχι μόνο να εξοικονομούμε αλλά και να αντλούμε ενέργεια.

Ο καθένας μας έχει γεννηθεί μ’ ένα συγκεκριμένο ποσοστό προσωπικής δύναμης, το οποίο επανακτά κάθε μέρα μετά την ανάπαυση. Δυστυχώς, σπαταλάμε όλη μας την προσωπική δύναμη για να δημιουργήσουμε, κατ’ αρχήν, όλες αυτές τις συμφωνίες και, κατά δεύτερον, για να μείνουμε πιστοί σε αυτές. Η προσωπική μας δύναμη διασκορπίζεται από τις τόσες συμφωνίες που έχουμε συνάψει και το αποτέλεσμα είναι να νιώθουμε τελικά ανήμποροι. Μόλις που μας απομένει λίγη δύναμη για να επιβιώσουμε κάθε μέρα, επειδή την περισσότερη την ξοδεύουμε για να μην προδώσουμε τις συμφωνίες που μας κρατούν εγκλωβισμένους στο όνειρο του πλανήτη. Πώς μπορούμε να αλλάξουμε ολόκληρο το όνειρο της ζωής μας, όταν δεν έχουμε τη δύναμη να αλλάξουμε ούτε καν την παραμικρή συμφωνία;

Αν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι οι συμφωνίες μας είναι εκείνες που κυβερνούν τη ζωή μας κι αν δεν μας αρέσει το όνειρο αυτής της ζωής, τότε πρέπει να αλλάξουμε τις συμφωνίες.

ΞΕΝΟΦΩΝ Ο ΕΦΕΣΙΟΣ: Περάσαμε τη ζωή μας στερημένοι από αγαθά, ευχαριστημένοι ωστόσο… μια και είμαστε μαζί

Εγώ, παιδί μου, Αβροκόμη…
ούτε κάτοικος είμαι,
ούτε γέννημα της Σικελίας,
είμαι Λακεδαιμόνιος.
Ένας από τις ισχυρότερες οικογένειες,
με μεγάλη περιουσία.

Όταν ήμουν νέος,
γραμμένος στους εφήβους,
ερωτεύθηκα ένα κορίτσι,
μια συμπολίτισσά μου ονόματι Θελξινόη,
αλλά και η Θελξινόη με είχε ερωτευθεί.
Και κάποτε σε μια ολονύχτια γιορτή
της πόλης συναντηθήκαμε
~ τα βήματα και των δύο οδηγούσε
κάποιος θεός ~ και απολαύσαμε
εκείνα που μας έκαναν να συναντηθούμε.

Και κάμποσο καιρό
βρισκόμαστε κρυφά
και συχνά ορκιζόμαστε,
ο ένας τον άλλο ν’ αγαπά μέχρι θανάτου.
Όμως κάποιος μας φθόνησε.
Ενώ ήμουν ακόμη στους εφήβους,
οι γονείς της Θελξινόης την αρραβωνιάζουν
με κάποιο Σπαρτιάτη, ονόματι Ανδροκλή.
Το κορίτσι όλο ανέβαλε το γάμο.
Τελικά όμως αποφασίσαμε,
να εγκαταλείψουμε νύχτα τη Σπάρτη.

Ντυθήκαμε σαν αγόρια
και έκοψα τα μαλλιά της.
Την νύχτα του γάμου της
εγκαταλείψαμε την πόλη.
Πήγαμε Άργος και μετά Κόρινθο.
Από εκεί πήραμε το πλοίο για Σικελία.
Όταν οι Λακεδαιμόνιοι,
πληροφορήθηκαν τη φυγή μας,
μας καταδίκασαν σε θάνατο.

Εδώ περάσαμε τη ζωή μας,
στερημένοι από αγαθά,
ευχαριστημένοι ωστόσο…
μια και είμαστε μαζί.

Εδώ πέθανε η Θελξινόη προ ολίγου
και το σώμα της δεν έχει ταφεί,
αλλά το έχω πάντα,
αγαπημένη μου συντροφιά”.

Με πήγε μέσα
και μου έδειξε την Θελξινόη.
Ήταν βέβαια τώρα γριά,
όμως για τον Αιγιαλέα…
ήταν ακόμη κορίτσι.
Το σώμα της είχε ταριχευτεί
κατά τον τρόπο των Αιγυπτίων,
αφού ο γέρος ήταν έμπειρος σε αυτά.

΄Ετσι λοιπόν Αβροκόμη παιδί μου.
Μαζί της μιλώ σαν να είναι ζωντανή
και δίπλα της ξαπλώνω…
και μαζί της πίνω.
Κι αν έρθω καμιά φορά…
κουρασμένος από το ψάρεμα,
καθώς την αντικρίζω, με παρηγορεί.
Την έχω στο νου μου…
όχι όπως τη βλέπεις εσύ παιδί μου…
αλλά όπως ήταν τότε στη Σπάρτη,
παιδούλα.
Τις ολονύχτιες γιορτές
έχω στο νου μου, τις συμφωνίες
που κάναμε έχω στο μυαλό μου…!!!

Ξενοφώντα Εφέσιου, Απόσπασμα από τα ”Εφεσιακά” 

Σε ποιους παράγοντες οφείλεται η αποτυχία ανθρώπων με υψηλό δείκτη νοημοσύνης και η αναπάντεχη και εντυπωσιακή επιτυχία άλλων με πιο μέτριο δείκτη;

Σε ποιους παράγοντες οφείλεται η αποτυχία ανθρώπων με υψηλό δείκτη νοημοσύνης και η αναπάντεχη και εντυπωσιακή επιτυχία άλλων με πιο μέτριο δείκτη; Θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι πολύ συχνά η διαφορά βρίσκεται στις δεξιότητες που εδώ αποκαλούνται «συναισθηματική νοημοσύνη», στις οποίες περιλαμβάνονται ο αυτοέλεγχος, ο ζήλος, η επιμονή και η ικανότητα να βρίσκει κανείς κίνητρα για τον εαυτό του. Και αυτές οι δεξιότητες, όπως θα δούμε, μπορούν να διδαχθούν στα παιδιά και να τους προσφέρουν έτσι μια καλύτερη ευκαιρία να αξιοποιήσουν οποιοδήποτε νοητικό δυναμικό μπορεί να τους χάρισε ο γενετικός τροχός της τύχης.

Πίσω από αυτή τη δυνατότητα αναπτύσσεται μια πιεστική ηθική επιταγή. Ζούμε σε μια εποχή στην οποία όπου ο εγωισμός, η βία και η μοχθηρία καταστρέφουν καθετί καλό υπάρχει στην κοινωνική μας ζωή. Εδώ το ζήτημα της σημασίας της συναισθηματικής νοημοσύνης είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ συναισθηματικού κόσμου, χαρακτήρα και ηθικών ενστίκτων. Γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι θεμελιώδεις ηθικές στάσεις ζωής προκύπτουν από ουσιαστικές συναισθηματικές ικανότητες.

Πρώτα πρώτα, η παρόρμηση είναι το διάμεσο του συναισθήματος. Ο σπόρος κάθε παρόρμησης είναι ένα συναίσθημα που ξεσπάει θέλοντας να εξωτερικευθεί στην πράξη. Αυτοί που βρίσκονται στο έλεος της παρόρμησής τους, αυτοί που δεν έχουν αυτοέλεγχο, πάσχουν από έλλειψη ηθικών κρίσεων. Η ικανότητα ελέγχου της παρόρμησης είναι η βάση της θέλησης και του χαρακτήρα. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ρίζα του αλτρουισμού βρίσκεται στην ενσυναίσθηση, στην ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε σωστά τα συναισθήματα των άλλων.

Αν δεν έχουμε αίσθηση της ανάγκης ή της απόγνωσης του άλλου, δεν μπορούμε να νοιαστούμε γι’ αυτόν. Κι αν υπάρχουν δύο ηθικές στάσεις που η εποχή μας ζητάει απεγνωσμένα, αυτές δεν είναι άλλες από την αυτοσυγκράτηση και τη συμπόνια.