Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Περί αέρων, υδάτων και τόπων

 Ιπποκράτης*: Περί αέρων, υδάτων και τόπων

Διαβάζοντας κανείς το «Περί αέρων, υδάτων και τόπων» καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο συγγραφέας του έργου, δηλαδή ο Ιπποκράτης ως βασική μέθοδο για την έρευνα του χρησιμοποιεί την παρατήρηση (την ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΟΛΟΦΑΝΕΡΟΥ). Ειδικότερα, μέσα από την παρατήρηση αναζήτησε τις βασικές αιτίες των ασθενειών, οι οποίες εντοπίζονται σε φυσικά αίτια και διαταραχές των σωματικών λειτουργιών. Καταγράφει τη λειτουργία των ανθρώπινων οργάνων καθώς και την επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος σε αυτά. Συμβουλεύει τους επαγγελματίες γιατρούς πριν καταλήξουν σε κάποια διάγνωση να μελετήσουν πρώτα τους ανέμους και τα ύδατα μιας πόλης αλλά και τις εποχικές μεταβολές ώστε να οδηγηθούν σε ένα σωστό συμπέρασμα και να αποφύγουν τυχόν σφάλματα.
 
Ο Ιπποκράτης κατηγοριοποιεί τις ασθένειες που μπορεί να προκληθούν από περιβαλλοντικούς παράγοντες ανάλογα με το φύλο και την ηλικία. Μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι σχετικά με τον γυναικείο πληθυσμό ο συγγραφέας εστιάζει στις ασθένειες που σχετίζονται με την αναπαραγωγή. Από αυτό μπορεί να συμπεράνει κανείς την αντίληψη που κυριαρχούσε την εποχή εκείνη, ότι δηλαδή η γυναίκα ταυτιζόταν αποκλειστικά με την αναπαραγωγή. Μελετώντας κανείς το παρόν έργο αντιλαμβάνεται ότι ο Ιπποκράτης θεωρεί, ότι το ανθρώπινο σώμα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του περιβάλλοντος. Συνεπώς, η ποιότητα ζωής σε συνδυασμό με τους περιβαλλοντικούς παράγοντες επηρεάζουν την υγεία των ανθρώπων. Γι’ αυτό και κάθε γιατρός οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες προτού καταλήξει σε κάποια διαπίστωση σχετικά με μια ασθένεια.
 
Από τον παραλληλισμό της Γνώσης του “Περί  Αέρων, Υδάτων και Τόπων” με την Φιλοσοφία του Φενγκ Σούι, οι ομοιότητες που προκύπτουν είναι εμφανέστατες. Το Φενγκ Σούι είναι η αρχαία κινέζικη μέθοδος διαβίωσης σε συντονισμό με τις ενέργειες της ζωντανής γης. Στην κινέζικη γλώσσα, Φενγκ σημαίνει κατά λέξη «άνεμος» δηλαδή είναι το Τσι, η ροή της ζωντανής ενέργειας που ρέει γύρω μας και μέσα σε όλα τα πράγματα. Σούι σημαίνει «νερό» και αναφέρεται στα πλούτη. Με άλλα λόγια, το Φενγκ-Σούι ενός τόπου είναι τα συστατικά που τρέφουν τους ανθρώπους που ζουν εκεί. Οι άνθρωποι προέρχονται από πολλά διαφορετικά περιβάλλοντα, τα οποία με τη σειρά τους επηρεάζουν την εμφάνιση, την προσωπικότητα και την κουλτούρα του καθενός ξεχωριστά.
 
Και στο Φενγκ Σούι επίσης, κρίνεται το φυσικό περιβάλλον σύμφωνα με τα σχήματα, το έδαφος και τα περιγράμματα. Τα βουνά, οι λόφοι, τα ποτάμια, οι δρόμοι, τα επίπεδα, οι εδαφικοί σχηματισμοί, τα σχήματα, οι μυρωδιές και σχεδόν καθετί που διεγείρει τις αισθήσεις, περιλαμβάνεται στην ανάλυση του περιβάλλοντος. Επιπλέον η ποιότητα του εδάφους, η δύναμη των ανέμων, η ένταση του ηλιόφωτος, η ευρωστία των φυτών και η κλίση των πλαγιών, περιλαμβάνονται μέσα στην εκτίμηση του Φενγκ Σούι για το περιβάλλον.
 
Με την ανάλυση και μελέτη του περιβάλλοντος το Φενγκ Σούι  προσφέρει βασικές κατευθυντήριες γραμμές, που επιτρέπουν στον ειδικό να ερμηνεύσει τα χαρακτηριστικά του τοπίου, από την άποψη του αν φέρνουν καλή ή κακή ενέργεια και, επομένως, αν φέρνουν ευμενή ή δυσμενή τύχη σε όσους ζουν εκεί κοντά. Υποδεικνύει την διάταξη του προσωπικού χώρου με τέτοιον τρόπο, ώστε να συλλαμβάνει το πλήθος των ευνοϊκών ενεργειών, που κυκλοφορούν εν αφθονία στο περιβάλλον και την αποφυγή κατασκευών και διατάξεων, που μεταβάλλουν αναπόφευκτα την ευνοϊκή ενέργεια σε δηλητηριώδη.
 
Ο θεμελιώδης εμπειρικός κανόνας είναι να ακολουθήσετε τα σχέδια της Φύσης. Εάν είστε προσεκτικοί και δεν εναντιωθείτε στους νόμους της, θα αποκομίσετε πολλά κέρδη. Η διατήρηση της Υγείας είναι βέβαια κεφαλαιώδους σημασίας, υπάρχουν όμως και άλλα ουσιαστικά οφέλη. Το Νερό και ο Άνεμος, και τα δύο μαζί διέπουν το περιβάλλον. Είναι πολύ σημαντικό να έχετε την ικανότητα να εναρμονίζεστε με την σωστή ροή. Εάν κάνετε λάθος σχετικά με την θέση σας ως προς τη ροή, είναι πιθανόν να αποσυντονίσετε τη ζωή σας.
 
Στο τέλος του άρθρου κατεβάστε το PDF και μελετήστε το

5. Οι πόλεις που είναι εκτεθειμένες στους ανέμους που πνέουν ανάμεσα στην θερινή και στην χειμερινή ανατολή του ήλιου και όσες έχουν τον αντίθετο προσανατολισμό είναι η εξής: οι περιοχές που έχουν προσανατολισμό στην ανατολή είναι πιο υγιεινές από τις πόλεις που βλέπουν προς τον βορρά, ή τις πόλεις που είναι εκτεθειμένες σε θερμούς ανέμους. Επίσης, στις πόλεις αυτές η ζέστη και το κρύο είναι μετριασμένα και τα νερά είναι διαυγή, ελαφριά, ευωδιαστά και ευχάριστα , για τον εξής λόγο: ο ήλιος, καθως ανατέλλει λάμπει παντού και εμποδίζει την αλλοιωσή τους από την ομίχλη που επικρατεί σε μερικά μέρη, τις πρωινές ώρες.Εκτός από αυτό, η όψη των κατοίκων των πόλεων αυτών, είναι ζωηρή, η φωνή τους είναι καθαρή, ο χαρακτήρας τους καλός, είναι πιο έξυπνοι από τους κατοίκους των πόλεων που βρίσκονται προς τον βορρά και τέλος, οι γυναίκες συλλαμβάνουν αμέσως και γεννούν εύκολα.
 
6. Αντιθέτως, οι πόλεις που βλέπουν προς την δύση είναι ανθυγιεινές γιατί: προστατεύονται από τους ανατολικούς ανέμους και οι θερμοί ή ψυχροί άνεμοι φυσούν από τα πλάγια. Τα νερά τους δεν είναι διαυγή γιατί τις πρωινές ώρες επικρατεί ομίχλη, αφού ο ήλιος δεν λάμπει πάνω τους παρά μόνο όταν ανεβεί ψηλά στον ουρανό. Οι κάτοικοί τους έχουν αλλοιωμένο χρώμα γιατί ο ήλιος καθώς προχωρεί προς την δύση τους τσουρουφλίζει και επίσης τους κάνει ασθενικούς και ευάλωτους στις ασθένειες. Η φωνή τους είναι βαριά και βραχνή εξαιτίας του ατμοσφαιρικού αέρα που είναι ακάθαρτος και ανθυγιεινός αφού δεν καθαρίζεται από τους βόρειους ανέμους, αλλά οι άνεμοι που φυσούν εκεί (δυτικοί) είναι γεμάτοι υδρατμούς. Αυτές οι πόλεις μοιάζουν με το φθινόπωρο, γιατι η διαφορά της θερμοκρασίας ανάμεσα στην μέρα και στην νύχτα είναι πολύ μεγάλη.
 
7. Τα είδη νερών, ποια είναι υγιεινά ή ανθυγιεινά και οι βλάβες ή οι ωφέλειες που προκαλούν
α) Τα στάσιμα νερά των ελών και των λιμνών το καλοκαίρι είναι ζεστά, παχύρρευστα και δύσοσμα γιατί δεν ανανεώνονται, είναι αναγκαστικά θολά, βλαβερά και ερεθίζουν την χολή γιατί προστίθεται συνεχώς σ’ αυτά φρέσκο νερό της βροχής και καίγονται από τον ήλιο. Το χειμώνα παγώνουν, κρυώνουν και θολώνουν από το χιόνι και τους παγετούς και προκαλούν βλέννα και βραχνάδα. Τα άτομα που πίνουν απ’ αυτό το νερό έχουν σκληρή σπλήνα, αδύνατη, ζεστή κοιλιά και τέλος είναι αδύνατοι στους ώμους, τις κλειδώσεις αλλά και στο πρόσωπο. Οι σάρκες τους λειώνουν για να θρέψουν την σπλήνα και γι’ αυτό είναι πολύ αδύνατοι. Οι κατώτερες και ανώτερες κοιλότητές τους είναι ξηρές και χρειάζονται τα ισχυρότερα καθαρτικά.
 
Επίσης, αυτή η κατάσταση τους αναγκάζει να είναι λαίμαργοι και να διψούν συνεχώς. Η αρρώστια αυτή είναι συνηθισμένη το καλοκαίρι και το χειμώνα. Το καλοκαίρι προσβάλλονται από δυσεντερίες, διάρροιες και μακροχρόνιους τεταρταίους πυρετούς. Αυτές οι ασθένειες αν παραταθούν καταλήγουν σε υδρωπικία και στο τέλος, στον θάνατο. Το χειμώνα οι νέοι υποφέρουν από περιπνευμονίες και ασθένειες που συνοδεύονται με παραλήρημα, οι γεροντότεροι από καύσους, οι γυναίκες έχουν οιδήματα και λευκοφλεγμασία, συλλαμβάνουν σπάνια και γεννούν δύσκολα, ενώ τα μωρά τους είναι μεγάλα, πρησμένα και κατά τον θηλασμό αδυνατίζουν και εξασθενούν. Επίσης, η κάθαρση των γυναικών μετά τον τοκετό είναι ανώμαλη και τα παιδιά παθαίνουν συχνά κήλη, οι άνδρες κιρσούς και πληγές στην κνήμη, ενώ πολλές φορές οι γυναίκες έχουν την εντύπωση ότι είναι έγκυοι, αλλά όταν φτάσει η ώρα του τοκετού ο όγκος της μήτρας τους εξαφανίζεται. Αυτό συμβαίνει όταν η μήτρα τους έχει υδρωπικία.
 
β) Έπειτα έρχονται τα νερά που πηγάζουν από βράχους ή από έδαφος όπου υπάρχουν θερμά ύδατα ή από περιοχές που παράγουν σίδηρο, χαλκό, άργυρο, χρυσό, θειάφι, στύψη, πίσσα ή ανθρακική σόδα. Από τέτοια εδάφη βγαίνουν ανθυγιεινά, σκληρά, θερμαντικά νερά που προκαλούν δυσκοιλιότητα και δυσκολεύουν την διούρηση.
 
γ) Σ’ αντίθεση, τα καλύτερα νερά είναι αυτά που πηγάζουν από ψηλές περιοχές και χωματένιους λόφους γιατί, αυτά τα νερά είναι γλυκά και διαυγή. Αυτά τα νερά το χειμώνα είναι ζεστά και το καλοκαίρι κρύα. Υγιεινά είναι και τα νερά που το ρεύμα τους κατευθύνεται προς την ανατολή γιατί είναι διαυγή, ευώδη και ελαφρά.
 
δ) Τα αλμυρά, δύσπεπτα και σκληρά νερά δεν είναι καλά για πόσιμο. Ωστόσο μερικά άτομα μπορούν να επωφεληθούν απ’ αυτά τα νερά. Γι’ αυτά τα νερά ισχύουν τα ακόλουθα: Τα καλύτερα είναι όσα έχουν τις πηγές τους προς την ανατολή. Δεύτερα έρχονται όσα πηγάζουν ανάμεσα στην θερινή ανατολή και στην θερινή δύση του ήλιου. Έπειτα είναι τα νερά τα οποία πηγάζουν ανάμεσα στην χειμερινή και στην θερινή δύση. Τα χειρότερα, όμως, είναι αυτά που ρέουν προς τον νότο.
 
Αυτά τα νερά πρέπει να χρησιμοποιούνται με τον εξής τρόπο: ο υγιής άνθρωπος να πίνει οποιοδήποτε νερό. Αυτοί, όμως, που έχουν κάποια ασθένεια και θέλουν να πίνουν το κατάλληλο για αυτούς νερό πρέπει να ακολουθήσουν τις παρακάτω συμβουλές: όσοι έχουν σκληρό πεπτικό σύστημα επωφελούνται από τα γλυκά, ελαφρά και διαυγή νερά. Όσοι έχουν μαλακό πεπτικό σύστημα είναι καλύτερο να πίνουν τα σκληρά, δύσπεπτα και υφάλμυρα νερά για να απορροφηθεί η υγρασία. Τα νερά που είναι καλύτερα για μαγείρεμα χαλαρώνουν την κοιλία και την υγραίνουν. Τα νερά που είναι δύσπεπτα και σκληρά συσφίγγουν τα όργανα του πεπτικού συστήματος και τα ξηραίνουν. Επίσης τα αλμυρά νερά δυσκολεύουν τις κοιλιακές κενώσεις και σφίγγουν τα πεπτικά όργανα.
 
8. Η κατάσταση των νερών της βροχής και του χιονιού είναι η ακόλουθη. Τα βρόχινα ύδατα είναι τα ελαφρότερα, τα γλυκύτερα, τα λεπτότερα και τα διαυγέστερα. Όμως, το νερό της βροχής σαπίζει πολύ γρήγορα και μυρίζει άσχημα γιατί συγκεντρώνεται και αποτελεί ανάμιξη από πολλά και συστατικά. Όταν το νερό της βροχής υψωθεί προς τα πάνω με περιστροφικές κινήσεις και αναμιχθεί με τον ατμοσφαιρικό αέρα το θολό, σκούρο τμήμα του αποβάλλεται και γίνεται καταχνιά ή ομίχλη, ενώ το ελαφρότερο τμήμα του γλυκαίνει, ψηνόμενο από τον ήλιο.
 
Όλα αυτά τα στοιχεία, σκορπισμένα, αιωρούνται στην ατμόσφαιρα, αν όμως συγκεντρωθούν και συμπυκνωθούν, τότε πέφτουν κάτω από το σημείο που η συμπύκνωση είναι μεγαλύτερη. Τότε, αν τυχαίνει να έρχονται σύννεφα από πίσω, αυτά διογκώνονται, μελανιάζουν και συμπυκνώνονται, έπειτα, εξαιτίας του μεγάλου βάρους τους, κατρακυλούν και γίνονται βροχή. Αυτά τα νερά είναι τα καλύτερα, αρκεί να βράσουν για να φύγει η σήψη, γιατί αλλιώς έχουν άσχημη μυρωδιά και προκαλούν σε αυτούς που τα πίνουν βραχνάδα και βαριά φωνή.
 
Τα νερά που προέρχονται από το χιόνι και τον πάγο είναι όλα βλαβερά. Όταν παγώσουν μια φορά δεν ξαναβρίσκουν την αρχική τους μορφή, δηλαδή το διαυγές, ελαφρύ τμήμα τους, το οποίο διαχωρίζεται και εξαφανίζεται, άρα μένει το θολό και βαρύ τμήμα τους το οποίο είναι και το πιο ανθυγιεινό. Για αυτό το λόγο τα νερά που προέρχονται από το χιόνι ή τον πάγο είναι βλαβερά για όλες τις χρήσεις.
 
9. Οι άνθρωποι που πίνουν νερό από ποταμούς μεγάλους, που χύνονται μέσα νερά από λίμνες και άλλα διάφορα ρεύματα, προσβάλλονται από λιθίαση, φλεγμονές των νεφρών, σραγγουρία, ισχιαλγία και κήλη. Αυτό γίνεται γιατί τα διάφορα νερά δεν μοιάζουν μεταξύ τους και οι ιδιότητές τους δεν ταιριάζουν και έτσι δημιουργούνται προβλήματα. Η κάθε μία ιδιότητα υπερισχύει ανάλογα με τον άνεμο. Τα νερά αυτά αφήνουν κατακάθι λάσπης και άμμου, όμως δεν προκαλούν σε όλους ασθένειες. Οι γυναίκες δεν υποφέρουν συνήθως από λιθίαση, επειδή η ουρήθρα τους είναι κοντύτερη και πιο πλατιά σε σχέση με τα αγόρια.

10. Αν ο χειμώνας είναι ξηρός με βόρειους ανέμους και η άνοιξη βροχερή με νότιους, τότε το καλοκαίρι θα φέρει πυρετούς, οφθαλμίες και δυσεντερίες. Όταν έρθει ξαφνικά η ζέστη και η γη είναι υγρή από τις ανοιξιάτικες βροχές και τους νότιους ανέμους, τότε ο καύσωνας αναγκαστικά διπλασιάζεται σε ένταση, επειδή η μουσκεμένη ζεστή γη ψήνεται από τον ήλιο. Αν κατά την ανατολή του Κύκνου πέσουν βροχές, επικρατήσει κακοκαιρία και φυσήξουν ετήσιοι άνεμοι, ίσως σταματήσουν οι ανωμαλίες και το φθινόπωρο είναι υγιεινό. Αλλιώς υπάρχει κίνδυνος θανάτου για τα παιδιά και τις γυναίκες. Αν ο χειμώνας είναι βροχερός και ήπιος, με νότιους ανέμους και η άνοιξη είναι ξηρή και ψυχρή με βόρειους, τότε υπάρχει κίνδυνος για εγκυμονούσες. Πρώτα οι έγκυοι που περιμένουν να γεννήσουν την άνοιξη θα αποβάλλουν κι όσες καταφέρουν να γεννήσουν τα παιδιά τους ή θα πεθάνουν ή θα είναι αδύναμα, φιλάσθενα και καχεκτικά.
 
Πραγματικά, όταν ο χειμώνας συνοδεύεται από νότιους ανέμους και το σώμα είναι ζεστό, ούτε το αίμα ούτε τα αιμοφόρα αγγεία αποκτούν σύσταση. Αν όμως η άνοιξη είναι ξηρή και ψυχρή, με βόρειους ανέμους, ο εγκέφαλος αντί να χαλαρώσει, πήζει και δένει, με αποτέλεσμα η αιφνίδια επίδραση της καλοκαιρινής ζέστης και η μεταβολή του καιρού να προκαλέσει ασθένειες. Οι πόλεις που βρίσκονται σε θέση προς τον ήλιο και τους ανέμους και έχουν καλά νερά, επηρεάζονται λιγότερο από τέτοιες μεταβολές. Αν όμως συμβαίνει το αντίθετο, επηρεάζονται περισσότερο. Αν το καλοκαίρι και το φθινόπωρο είναι βροχερά με νότιους ανέμους, ο χειμώνας θα είναι αναγκαστικά ανθυγιεινός. Αν το καλοκαίρι είναι ξηρό με βόρειους ανέμους και το φθινόπωρο βροχερό με νότιους, πιθανόν το χειμώνα να παρουσιαστούν πονοκέφαλοι, συνάχι, βρογχίτιδες, εγκεφαλίτιδες ή φθίση. Αν όμως φυσούν βοριάδες και υπάρχει ξηρασία, ο καιρός θεωρείται ευνοϊκός για τους φλεγματικούς και για τις γυναίκες, βλάπτει πολύ όμως τους χολώδεις.
 
11. Τα περισσότερα προβλήματα υγείας δημιουργούνται κατά τη διάρκεια απότομων μεταβολών των εποχών. Οι ακόλουθες τέσσερις μεταβολές είναι οι βιαιότερες και οι πιο επικίνδυνες: τα δύο ηλιοστάσια, ιδιαίτερα το θερινό και οι δύο ισημερίες, ιδιαίτερα η φθινοπωρινή. Πρέπει επίσης να παίρνει κανένας προφυλάξεις κατά την ανατολή των αστερισμών, ιδιαίτερα του Κυνός, μετά του Αρκτούρου και κατά τη δύση των Πλειάδων, γιατί οι αρρώστιες κρίνονται κυρίως αυτές τις μέρες. Ορισμένες αρρώστιες καταλήγουν στον θάνατο, άλλες θεραπεύονται, οι υπόλοιπες όμως παίρνουν άλλη μορφή και εξέλιξη.
 
12. Αν συγκρίνουμε την Ευρώπη με την Ασία, θα δούμε είναι διαφορετικές από κάθε άποψη. Η Ασία διαφέρει κατά πολύ από την Ευρώπη ως προς τη φύση όλων των πραγμάτων, δηλαδή και των προϊόντων της γης και των ανθρώπων. Στην Ασία όλα γίνονται πολύ ομορφότερα και μεγαλύτερα, ενώ ο χαρακτήρας των ανθρώπων είναι ηπιότερος και πιο ήρεμος. Αυτό οφείλεται στο εύκρατο κλίμα, επειδή η περιοχή βρίσκεται ανατολικά, ανάμεσα στις δύο ανατολές του ηλίου και απομακρυσμένη από το ψύχος. Οι περιοχές που βρίσκονται σε ίση απόσταση ανάμεσα στο κρύο και τη ζέστη, είναι πολύ εύφορες, σκεπάζονται από πυκνά δάση, έχουν πολύ ήπιο κλίμα και τα νερά τους είναι υπέροχα, είτε προέρχονται από τη βροχή είτε από πηγές.
 
Ούτε ξεροψήνονται από την ζέστη, ούτε στεγνώνουν από ξηρασίες και έλλειψη νερού, ούτε μαστίζονται από το κρύο. Το έδαφος είναι το πιο κατάλληλο για καλλιέργεια, αφού διαποτίζεται από άφθονες βροχές και χιόνια. Επίσης τα ζώα που τρέφονται σε αυτές τις περιοχές είναι σε εξαιρετική κατάσταση. Οι άνθρωποι είναι καλοθρεμμένοι, με πολύ όμορφη εμφάνιση και πολύ ψηλό ανάστημα, με ελάχιστες διαφορές στην όψη και το ύψος. Η περιοχή αύτη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι μοιάζει ως προς τον χαρακτήρα και την ηπιότητα των εποχών της άνοιξης. Κάτω από παρόμοιες συνθήκες δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθεί ούτε η ανδρεία, ούτε η εγκαρτέρηση, ούτε η φιλοπονία, ούτε το ψυχικό σθένος, ούτε στους ντόπιους αλλά ούτε και στους εποίκους, αναγκαστικά υπερισχύει η φιληδονία.
 
13. Οι άνθρωποι είναι σε κάθε τόπο διαφορετικοί. Μοιάζουν με την γη και την φύση. Δηλαδή σε κάθε μέρος οι συνθήκες ζωής των ανθρώπων μεταβάλλονται ανάλογα με το κλίμα. Εκεί όπου οι εποχές παρουσιάζουν τις πιο απότομες καιρικές αλλαγές η χώρα είναι πολύ άγρια και ανώμαλη (πολλά βουνά με πυκνά δάση, πεδιάδες και λιβάδια). Έτσι και οι άνθρωποι που κατοικούν εκεί μοιάζουν με τη φύση.
 
14. Τα έθνη διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Οι Μακροκέφαλοι για παράδειγμα θεωρούσαν ότι αυτοί που έχουν πιο μεγάλο κεφάλι είναι και περισσότερο ευγενείς. Γι’αυτό και σύμφωνα με το έθιμο, ένα παιδί με τα κατάλληλα όργανα τροποποιούσαν σε αυτό που ήθελε η φύση. Σιγά σιγά όμως άρχισε και η φύση να συμβάλει στο έθιμο αυτό γιατί όπως ήταν φυσικό τα παιδιά έπαιρναν τις ιδιομορφίες των γονιών τους. Έπειτα αυτό άλλαξε γιατί οι λαοί ανακατεύτηκαν μεταξύ τους.
 
15. Οι κάτοικοι στην περιοχή του ποταμού Φάση, μια περιοχή γεμάτη έλη, ζέστη, υγρή και δασωμένη με πολλές βροχές όλο το χρόνο. Οι κάτοικοι ζουν σε σπίτια από καλάμια και ξύλα μέσα στον ποταμό και μετακινούνται με μονόξυλα. Το νερό που πίνουν δεν είναι υγιεινό αφού είναι θερμό και στάσιμο. Ο ποταμός Φάσης είναι ο πιο αργός ποταμός και εξαιτίας του οι καρποί δεν ωριμάζουν από το πολύ νερό. Επίσης υπάρχει πολύ ομίχλη. Έτσι επειδή η περιοχή είναι διαφορετική από τις άλλες δεν είναι παράξενο ότι και οι κάτοικοι της είναι διαφορετικοί από τους άλλους λαούς. Είναι ψηλοί και χοντροί με βραχνή φωνή και κίτρινο πρόσωπο. Δύσκολα αντέχουν στις καιρικές μεταβολές από το νότιο(ζεστό) άνεμο στον ψυχρό. Συνήθως οι άνεμοι είναι νότιοι εκτός από τη ζεστή αύρα Κεγχρόνα.
 
16. Στο κλίμα οφείλεται πάλι ο χαρακτήρας των ανθρώπων αν δηλαδή είναι μικρόψυχοι και ήπιοι ή όχι. Οι Ασιάτες δεν είναι τόσο πολέμιοι αλλά αντίθετα έχουν έλλειψη θάρρους. Το κλίμα είναι αίτιο όπως είπαμε γιατί δεν παρουσιάζει απότομες μεταβολές θερμοκρασίας. Έτσι οι ισχυροί πνευματικοί κλονισμοί δεν προκαλούν τους ανθρώπους πνευματικά και σωματικά άρα δεν εξαγριώνουν τον χαρακτήρα τους, αντίθετα με εκείνους που ζουν κάτω από τις συνεχείς αλλαγές των συνθηκών και δεν αφήνουν το πνεύμα να ησυχάσει.
 
Όμως η δειλία των Ασιατών οφείλεται και στους πολιτικούς θεσμούς τους, γιατί οι περισσότεροι ασιατικοί λαοί δεν είναι ελεύθεροι αλλά έχουν κάποιον (βασιλιά) που κρατάει την εξουσία στα χέρια του. Και επειδή συνήθως του εναντιώνονται δεν ενδιαφέρονται για το πώς θα φαίνονται άξιοι πολεμιστές αλλά το αντίθετο, δηλαδή ακόμα και αν τους επιστρατεύουν για τον πόλεμο και πεθαίνουν μακριά από τους συγγενείς τους κάνοντας οποιαδήποτε γενναία πράξη, αναδεικνύει το βασιλιά τους. Και δεν φτάνει αυτό αλλά ερημώνονται και οι χώρες τους από τους εχθρούς τους και από τη διακοπή της δουλειάς τους. Άρα ακόμα και αν ένας χαρακτήρας ενός ανθρώπου είναι τολμηρός και γενναίος από όταν γεννιέται στην συνέχεια μεταβάλλεται εξαιτίας του καθεστώτος. Εκείνοι οι λαοί πχ. Έλληνες που είναι αυτόνομοι και κοπιάζουν για να επιβιώσουν είναι πιο θαρραλέοι και πιο αξιόμαχοι από όλους. Για όλα τα παραπάνω είναι υπαίτιες οι εναλλαγές των εποχών.
 
(Οι Σκύθες για τους οποίους μιλάει ο Ιπποκράτης ήταν οι φυλές των γότθων οι οποίοι επιχείρησαν το 5ο αι. χμ πολλές επιδρομές στο βυζάντιο και στο ρωμαϊκό κράτος.)
 
17. Οι Σκυθές ήταν ένας λαός που διέφερε από τους άλλους. Οι γυναίκες τους ίππευαν, πετούσαν τόξο, ακόντιο και πολεμούσαν τους εχθρούς όσο ήταν παρθένες. Δεν απαρνιούνταν την παρθενία τους, παρά μόνο αφού σκότωναν τρεις εχθρούς. Δεν ζούσαν με τους άντρες τους προτού τελέσουν όλες τις ιερές θυσίες που όριζε ο νόμος. Μόλις παντρεύονταν έπαυαν να ιππεύουν. Δεν είχαν δεξιό μαστό επειδή, όσο ήταν ακόμα νήπια, οι μητέρες τους τον πύρωναν με χάλκινο εργαλείο για να σταματήσουν την ανάπτυξη του και να διοχετευτεί όλη η δύναμη και η θρέψη στον δεξιό ωμό και βραχίονα.
 
18. Οι Σκύθες ζούσαν στη σκυθική έρημο. Ονομάζονταν νομάδες, επειδή δεν είχαν σπίτια και κατοικούσαν σε άμαξες, στις άμαξες ζούσαν οι γυναίκες ενώ οι άντρες ακολουθούσαν τα κοπάδια. Τρέφονταν με βραστό κρέας και έπιναν φοραδίσιο γάλα.
 
19. Η γεωγραφική θέση της χώρας τους ήταν κάτω από τον αστερισμό της άρκτου και από τα βουνά ριπαία. Ο ήλιος ζέσταινε την χώρα τους για μικρό χρονικό διάστημα και ελαφρά. Οι άνεμοι από τις θερμές περιοχές δεν έφταναν ως εκεί. Πυκνή ομίχλη τύλιγε κατά την ημέρα τις πεδιάδες, έτσι εκεί επικρατούσε αιώνιος χειμώνας, ενώ το καλοκαίρι διαρκούσε μόνο λίγες ημέρες. οι άνθρωποι έμοιαζαν μεταξύ τους στην σωματική διάπλαση. Ντύνονταν με τον ίδιο τρόπο όλες τις εποχές. Ανέπνεαν υγρό και πυκνό αέρα, έπιναν νερό από τα χιονιά και τους πάγους και απείχαν από σωματικές προσπάθειες· τα σώματά τους ήταν παχύσαρκα χωρίς εμφανείς άρθρωσης, υγρά και άτονα· οι κοιλότητες του σώματός τους είναι γεμάτες υγρά γιατί η κοιλιά δεν μπορούσε να αφυδατώνεται με τέτοιο κλίμα.
 
20. Οι Σκύθες καυτηρίαζαν τους ώμους τους, τα μπράτσα τους, τους καρπούς των χεριών τους, το στήθος τους, τους γοφούς τους και την μέση τους εξαιτίας της υγρασίας και της μαλακότητας της σωματικής δομής τους. Όταν καυτηριαστούν, η περίσσια υγρασία αφαιρείται από τις αρθρώσεις και τα σώματά τους γίνονται πιο σφιχτοδεμένα. έπειτα τρέφονται καλύτερα και αποκτούν καλύτερες αρθρώσεις. Τα αγόρια μέχρι να μεγαλώσουν μένουν μέσα στην άμαξα. Τα κορίτσια έχουν μια υπέροχα χαλαρή και νωχελική σωματική διάπλαση· οι Σκύθες είναι ερυθροκίτρινοι εξαιτίας του κρύου το οποίο ψήνει το λευκό δέρμα τους και το κάνει ερυθροκίτρινο.
-------------------------
*Ιπποκράτης (Κως 460 π.κ.ε. – Λάρισα 377 π.κ.ε) Δωριεύς την καταγωγή, ανήκε στον ενδοξότατο κλάδο των Ασκληπιαδών. Ηταν Έλληνας ιατρός κι ο πατέρας της σύγχρονης ιατρικής.

Σύμφωνα με την παράδοση, εκ πατρός (ιατρού Ηρακλείδη) καταγόταν από τον Θεό της Ιατρικής Ασκληπιό και εκ μητρός Φαιναρέτης από τον ήρωα της Ελληνικής Μυθολογίας Ηρακλή. Ήταν προικισμένος με μεγάλη εργατικότητα και ροπή για μάθηση. Σπούδασε ιατρική στο φημισμένο Ασκληπιείο της Κω. Αρχικά υπήρξε μαθητής του ίδιου του πατέρα του, κατόπιν του Ηρόδικου, του Γοργία, του ρήτορα Λεοντίνου και του Δημόκριτου του Αβδηρίτη.
 
Ο Ιπποκράτης είναι ο θεμελιωτής της ορθολογικής ιατρικής που κατόρθωσε να την απαλλάξει από τις προλήψεις, τις προκαταλήψεις, τις δαιμονολογίες και τις δεισιδαιμονίες της εποχής. Πέτυχε το αρμονικό συνταίριασμα της ανθρωποκεντρικής επιστήμης με την ιατρική τέχνη και τον φιλοσοφικό στοχασμό, ταυτίζοντας την επαγγελματική της άσκηση με τις ηθικοδεοντολογικές αρχές και τις ανθρώπινες αξίες. Το πρωτοποριακό και σε σημαντικό βαθμό προβλεπτικό του έργο επηρέασε τις περισσότερες σύγχρονες ιατροβιολογικές ειδικότητες του δυτικού κόσμου που επάξια τον ονόμασε θεμελιωτή και στυλοβάτη της Ιατρικής Επιστήμης. Ειδικότερα, πιστώνεται με την προώθηση σε μεγάλο βαθμό της συστηματικής μελέτης και της κλινικής ιατρικής, συνοψίζοντας την ιατρική γνώση και συνταγογραφώντας πρακτικές συμβουλές για ιατρούς μέσω της Ιπποκρατικής Συλλογής (Corpus Hippocraticum) και άλλων έργων.
 
Αν και υπάρχουν πολλές βιογραφικές πληροφορίες για τον Ιπποκράτη, οι περισσότερες είναι αναληθείς. Ο Σορανός ο Εφέσιος, Έλληνας γυναικολόγος του 2ου αιώνα μ.κ.ε. ήταν ο πρώτος βιογράφος του Ιπποκράτη και η πηγή των περισσότερων πληροφοριών γύρω από το πρόσωπό του. Η βιογραφία που έγραψε, με τίτλο «Ιπποκράτους γένος και βίος» φέρεται να είναι η πιο αξιόπιστη. Πληροφορίες σχετικά με τον Ιπποκράτη υπάρχουν επίσης στα γραπτά του Αριστοτέλη, τα οποία χρονολογούνται από τον 4ο αιώνα π.κ.ε. στο λεξικό Σούδα του 10ου αιώνα μ.κ.ε καθώς και στα έργα του Ιωάννη Τζέτζη, τα οποία χρονολογούνται από τον 12ο αιώνα μ.κ.ε.
 
Κατά την διάρκεια των ταξιδιών του, ο Ιπποκράτης θεράπευε και δίδασκε, έγραφε τις παρατηρήσεις του, τις θεωρίες του, τις ανακαλύψεις και τα ιδανικά του. Μετά το θάνατό του, το έργο του συγκεντρώθηκε και αποτέλεσε αυτό που είναι γνωστό ως «Ιπποκρατική Συλλογή».
 
Τα έργα που αποτελούν την Ιπποκρατική Συλλογή είναι 59 στον αριθμό και γράφτηκαν στην ιωνική διάλεκτο. Η Ιπποκρατική Συλλογή περιέχει εγχειρίδια, διαλέξεις, έρευνες, σημειώσεις και φιλοσοφικά δοκίμια για διάφορα θέματα στον τομέα της ιατρικής, χωρίς συγκεκριμένη σειρά. Τα έργα αυτά γράφτηκαν για διαφορετικά ακροατήρια, για ειδικούς και μη ειδικούς, και μερικές φορές παρουσιάζονται σημαντικές αντιφάσεις μεταξύ των έργων. Μερικά δε από τα άρθρα έχουν γραφτεί από άλλους γιατρούς που γνώριζαν πως καθετί που είχε την υπογραφή του Ιπποκράτη θα τύχαινε ευρείας αποδοχής.
 
Το ζήτημα της γνησιότητας απασχόλησε για πολύ τους ερευνητές, με αποτέλεσμα να καταγραφούν πολλές και παράδοξες απόψεις. Ο Ερωτιανός, για παράδειγμα, παραδέχεται μόνον 31 συγγράμματα, ενώ ο Γαληνός μειώνει τον αριθμό τους περίπου σε 13. Από τους νεότερους ο Γάλλος ιστορικός της ιατρικής Εμίλ Λιτρέ, στηριζόμενος στην ιωνική διάλεκτο γεμάτη με τους «δωρισμούς» του Ιπποκράτη, εξαιτίας της δωρικής καταγωγής του, παραδέχεται ως γνήσια, εκτός του Όρκου και του Νόμου, άλλα έντεκα έργα. Ο Ντιλς παραδέχεται μόνον τρία κ.ο.κ. Σημαντικότερη από τις εκδόσεις του έργου του παραμένει η δεκάτομη έκδοση του Εμίλ Λιτρέ (1829-1861), στο Παρίσι, με ελληνικό κείμενο και γαλλική μετάφραση. Η νεότερη έκδοση των έργων ανήκει στον Κουλβάιν (Λειψία 1894 και 1902), αλλά παρέμεινε ανολοκλήρωτη. Από τους Έλληνες άριστη κριτική στα έργα του έκανε ο Αδαμάντιος Κοραής στα «Περί Αερίων Υδάτων και Τόπων» και «Περί Διαίτης Οξέων και Αρχαίας Ιατρικής».

Ένας μακρινός γαλαξίας δεν διαθέτει κάποια Μαύρη Τρύπα στο κέντρο του

Έντονο προβληματισμό έχει προκαλέσει σε επιστήμονες του πανεπιστημίου του Μίσιγκαν οι οποίοι διερευνούν το σύμπαν, το γεγονός ότι ένας μακρινός γαλαξίας δεν διαθέτει κάποια Μαύρη Τρύπα στο κέντρο του.

Πιο συγκεκριμένα, στο γαλαξία με την κωδική ονομασία A2261-BCG, ο οποίος βρίσκεται σε απόσταση 2,6 δισεκατομμυρίων ετών φωτός από τον πλανήτη μας, δεν εντοπίζεται Μαύρη Τρύπα.

Κανονικά, όπως συμβαίνει με αμέτρητους άλλους γαλαξίες, πιθανώς και σε αυτόν που ανήκει η Γη, στον πυρήνα βρίσκεται μια «έκταση» (στην πραγματικότητα είναι χωρόχρονος), με ασύλληπτη πυκνότητα μάζας, αυτό που ονομάζεται Μαύρη Τρύπα.

Υπολογίζεται ότι αυτή που θα έπρεπε να έχει ο A2261-BCG αλλά για κάποιο λόγο... χάθηκε, θα είχε μάζα πολλαπλάσια του Ήλιου, από 3-100 δισ. φορές μεγαλύτερη.

Η θέση κάποιας Μαύρης Τρύπας προσδιορίζεται, πολύ θεωρητικά, από το «περίγραμμά της» καθώς η ίδια παραμένει αόρατη, ακριβώς επειδή το βαρυτικό της πεδίο είναι πανίσχυρο και δεν επιτρέπει ούτε καν στην ακτινοβολία να τη διαπεράσει.

Οι ερευνητές στο πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν χρησιμοποίησαν τα δεδομένα του Chandra X-ray, ενός από τα πιο δυνατά τηλεσκόπια της NASA. Το Chandra X-ray βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τη Γη και, σαν τεχνητός δορυφόρος παρατήρησης, ανιχνεύει σήματα σε μορφή ακτίνων Χ από πολύ μακρινούς πλανήτες.

Σε ό,τι αφορά όμως στον A2261-BCG, ούτε το Chandra X-ray δεν κατόρθωσε να διακρίνει τη Μαύρη Τρύπα, οδηγώντας τους ερευνητές να υποθέσουν ότι έχει συμβεί κάτι εντελώς αλλόκοτο:

Αναπτύσσοντας ταχύτητα διαφυγής περί τα 5.000 το δευτερόλεπτο, η Μαύρη Τρύπα του συγκεκριμένου γαλαξία απλώς μετακόμισε. Ο Καϊχάν Γκουλτέκιν, αστροφυσικός στο Μίσιγκαν ισχυρίζεται ότι «η συγκεκριμένη Μαύρη Τρύπα 'δραπέτευσε' από τον γαλαξία της και πλέον βρίσκεται, πιθανότατα, στη διαγαλαξιακή ύλη. Εκεί όμως δεν υπάρχει αρκετή ύλη ώστε να αναδείξει την ύπαρξή της».

Θεοφάνεια: Ο «αγιασμός» τών υδάτων υπό το φως τής λογικής

Μία από τις σπουδαιότερες γιορτές τού Χριστιανισμού είναι τα Θεοφάνεια. Όχι μόνον ιαματικές, αλλά και υπερφυσικές ιδιότητες αποδίδονται από τους χριστιανούς στα νερά, που αγιάζονται από κληρικούς κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανείων. Το νερό που έχει αγιαστεί, πιστεύεται ότι δεν χαλάει σε αντίθεση με το κοινό -μη αγιασμένο- νερό.

Ας εξετάσουμε όμως, τι πραγματικά συμβαίνει κάνοντας κατ΄ αρχήν ορισμένες παρατηρήσεις:

– Στο αγιασμένο νερό αποδίδονται ιδιότητες «κολλητικές». Αν αδειάσουμε, δηλαδή, μια μικρή φιάλη αγιασμένου νερού σε μια μεγάλη δεξαμενή, τότε και τα νερά τής δεξαμενής αγιάζονται. Δεν αναφέρεται όμως, η ταχύτητα διάδοσης τού αγιάσματος, οπότε πρέπει μάλλον να θεωρήσουμε, ότι γίνεται σε χρόνο μηδέν. Όταν επομένως αγιάζεται κάποια ποσότητα νερού, ο αγιασμός μεταδίδεται αστραπιαία σε κάθε άλλη ποσότητα νερού, με την οποία έρχεται αυτή σ΄ επαφή.

– Κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανείων αγιάζονται τα νερά δεξαμενών, λιμνών, ποταμών και θαλασσών. Όλα αυτά όμως επικοινωνούν και καταλήγουν στη θάλασσα και στα πελάγη κι αυτά με τη σειρά τους καταλήγουν στους ωκεανούς, οπότε αμέσως αγιάζονται όλες οι θάλασσες, τα πελάγη κι οι ωκεανοί τού πλανήτη. Θα αρκούσε ένας μόνον αγιασμός σε ένα ποτάμι, προκειμένου να παραχθεί το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα.

– Με τη διαδικασία τής εξάτμισης παράγονται αγιασμένοι υδρατμοί, αγιασμένα σύννεφα και αγιασμένη βροχή κι έτσι σύντομα σε κάθε απομονωμένο σημείο τής Γης (λίμνη, σπηλιά κ.τ.λ.) φθάνει το αγιασμένο νερό, οπότε αγιάζονται όλα τα νερά τής Γης. Παίρνοντας επομένως νερό από την βρύση της οικίας μας είναι κι αυτό έμμεσα αγιασμένο και δεν έχει καμία διαφορά από το νερό που αγιάστηκε άμεσα από τον ιερέα.

– Δεν αναφέρεται επίσης ο χρόνος, που το νερό διατηρεί την αγιασμένη του ιδιότητα. Είναι δυνατόν να χάνει την αγιαστική του δύναμη με την πάροδο του χρόνου; Αδιανόητο για τους χριστιανούς. Εφ΄ όσον όμως δεν την χάνει, γιατί το νερό, που αγιάστηκε φέτος πρέπει να ξαναγιαστεί και τού χρόνου; Θα αρκούσε ένας αγιασμός άπαξ κι έκτοτε όλα τα νερά τής Γης θα ήταν για πάντα αγιασμένα.

Είναι όμως γεγονός, ότι εάν πάρετε μία φιάλη νερού από την εκκλησία και μία φιάλη νερού από την βρύση τού σπιτιού σας, το νερό τής «αγιασμένης» φιάλης μπορεί να διατηρηθεί περισσότερο. Τι συμβαίνει λοιπόν; Ποιο μέσο χρησιμοποιεί η Εκκλησία; Η απάντηση είναι απλούστατη: Στο αγιασμένο νερό οι ιερείς βουτούν βασιλικό. Ο βασιλικός έχει αντισηπτικές ιδιότητες, γνωστές ήδη από την αρχαιότητα. Οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν βασιλικό στις ταριχεύσεις.

Το βάπτισμα των φύλλων τού βασιλικού μέσα στο νερό το κάνει να διατηρείται περισσότερο κι όχι οι ψαλμωδίες κι οι αγιασμοί των ιερέων. Αυτός είναι ο λόγος, που η Εκκλησία διάλεξε το συγκεκριμένο αυτό φυτό για τον αγιασμό των υδάτων κι όχι επειδή, όπως παραδίδεται, η Αγία Ελένη μυρίζοντας δήθεν το άρωμα βασιλικού, που είχε φυτρώσει στον τόπο που είχε ταφεί ο σταυρός, τον οποίον «ανακάλυψε» 300 χρόνια μετά τη σταύρωση.

Τα ψεύδη, οι δεισιδαιμονίες, οι παραλογισμοί κι οι ψυχολογικοί -και όχι μόνον- εκβιασμοί είναι τα κύρια μέσα, που έχουν κατά κόρον χρησιμοποιηθεί από τους χριστιανικούς μηχανισμούς επιβολής κι επιβίωσής του τούς 17 αιώνες τής ιστορίας του. Ο αγιασμός των υδάτων είναι σχετικά απλό θέμα κι η συζήτησή του «δεν σηκώνει πολύ νερό». Δεν πρέπει να μας εμπλέκουν λοιπόν οι κατηχητές και οι νεοφανείς τηλέμποροι, οι οποίοι πνίγονται σε μια κουταλιά νερού («αγιασμένου» ή μη).

Τα ύδατα της ΙΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ καθαγιάζονται αδιάκοπα από τον μέγα Πελάγιο Θεό Ποσειδώνα με την χαλκοτόρευτον τρίαινά του και όχι από την χριστιανική αίρεση του πολεμοχαρή, ζηλόφθονου ψευδοθεού των εβραίων γιδοβοσκών της ερήμου. 

Hegel: Από το ήθος του Λόγου

Ρήσεις του Hegel


1. «O άνθρωπος είναι κύριος του πεπρωμένου του και του προορισμού του».

2. «Δεν υπάρχουν πιο σοβαροί και πιο χαρούμενοι άνθρωποι από τους Έλληνες».

3. «Ο άνθρωπος πρέπει να προσηλώνεται στο συγκεκριμένο ένα».

4. «Αυτό, με το οποίο έχει να κάνει η φιλοσοφία, είναι πάντοτε κάτι το συγκεκριμένο και απόλυτα παρόν».

5. «Ο ελεύθερος άνθρωπος δεν φθονεί, αλλά αναγνωρίζει πρόθυμα το μεγάλο και υψηλό και χαίρεται για την ύπαρξή του».

6. «Αυτό που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από το ζώο είναι η αυτογνωσία του».

7. «Δεν υπάρχει κανένας ήρωας για τον καμαριέρη του· όχι βέβαια, επειδή ο ήρωας δεν είναι ήρωας, αλλά επειδή ο καμαριέρης είναι καμαριέρης, με τον οποίο ο ήρωας δεν έχει δοσοληψίες ως ήρωας, αλλά ως ένας άνθρωπος που τρώει, πίνει και ντύνεται».

8. «Ο άνθρωπος πρέπει να φάει και να πιει, καλλιεργεί σχέσεις με φίλους και γνωστούς, έχει αισθήματα και εξάψεις της στιγμής».

9. «Ο άνθρωπος είναι αυτοσκοπός μόνο χάρη στο θείο που ενυπάρχει μέσα του».

10. «Το κράτος είναι ο πολιτικός θεός».

11. «Το να συλλαμβάνει το πνεύμα τον εαυτό του σημαίνει να τον συλλαμβάνει σκεπτόμενο».

12. «Το μέσο πρέπει να είναι αντίστοιχο με την αξιοπρέπεια του σκοπού, και το αληθινό δεν μπορούν να το γεννήσουν η επίφαση και η ψευδαίσθηση, αλλά μόνο το αληθινό».

13. «Όσες αρχές κι αν εμφυσήσουμε στη μετριότητα και τα ταλέντα της, θα είναι πάντα χαμένος κόπος».

14. «Ο άνθρωπος, όταν έχει συντριβεί από τη μοίρα, μπορεί να χάσει τη ζωή του, όχι όμως και την ελευθερία του. Αυτή η πράξη τού να στηρίζεται στον εαυτό του είναι εκείνο που του επιτρέπει, ακόμα και μέσα στον πόνο, να διατηρεί και να εκδηλώνει την ευδία της νηφαλιότητας».

15. «Ο άνθρωπος είναι τούτο: όχι μόνο να φέρει εντός εαυτού την αντίφαση της πολλαπλής του φύσης, αλλά να την υποφέρει και εδώ μέσα να μένει αντάξιος και πιστός προς τον ίδιο τον εαυτό του».

ΠΛΑΤΩΝ: Πρωταγόρας (310a-311a)

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Διπλῆ ἂν εἴη ἡ χάρις. ἀλλ᾽ οὖν ἀκούετε.Τῆς γὰρ παρελθούσης νυκτὸς ταυτησί, ἔτι βαθέος ὄρθρου, Ἱπποκράτης, ὁ Ἀπολλοδώρου ὑὸς Φάσωνος δὲ ἀδελφός, τὴν [310b] θύραν τῇ βακτηρίᾳ πάνυ σφόδρα ἔκρουε, καὶ ἐπειδὴ αὐτῷ ἀνέῳξέ τις, εὐθὺς εἴσω ᾔει ἐπειγόμενος, καὶ τῇ φωνῇ μέγα λέγων, «Ὦ Σώκρατες,» ἔφη, «ἐγρήγορας ἢ καθεύδεις;» Καὶ ἐγὼ τὴν φωνὴν γνοὺς αὐτοῦ, «Ἱπποκράτης,» ἔφην, «οὗτος· μή τι νεώτερον ἀγγέλλεις;» «Οὐδέν γ᾽,» ἦ δ᾽ ὅς, «εἰ μὴ ἀγαθά γε.» «Εὖ ἂν λέγοις,» ἦν δ᾽ ἐγώ· «ἔστι δὲ τί, καὶ τοῦ ἕνεκα τηνικάδε ἀφίκου;» «Πρωταγόρας,» ἔφη, «ἥκει,» στὰς παρ᾽ ἐμοί. «Πρῴην,» ἔφην ἐγώ· «σὺ δὲ ἄρτι πέπυσαι;» «Νὴ τοὺς θεούς,» ἔφη, «ἑσπέρας γε.» [310c] Καὶ ἅμα ἐπιψηλαφήσας τοῦ σκίμποδος ἐκαθέζετο παρὰ τοὺς πόδας μου, καὶ εἶπεν· «Ἑσπέρας δῆτα, μάλα γε ὀψὲ ἀφικόμενος ἐξ Οἰνόης. ὁ γάρ τοι παῖς με ὁ Σάτυρος ἀπέδρα· καὶ δῆτα μέλλων σοι φράζειν ὅτι διωξοίμην αὐτόν, ὑπό τινος ἄλλου ἐπελαθόμην. ἐπειδὴ δὲ ἦλθον καὶ δεδειπνηκότες ἦμεν καὶ ἐμέλλομεν ἀναπαύεσθαι, τότε μοι ἁδελφὸς λέγει ὅτι ἥκει Πρωταγόρας. καὶ ἔτι μὲν ἐνεχείρησα εὐθὺς παρὰ σὲ ἰέναι, ἔπειτά μοι λίαν πόρρω ἔδοξε τῶν νυκτῶν εἶναι· ἐπειδὴ [310d] δὲ τάχιστά με ἐκ τοῦ κόπου ὁ ὕπνος ἀνῆκεν, εὐθὺς ἀναστὰς οὕτω δεῦρο ἐπορευόμην.» Καὶ ἐγὼ γιγνώσκων αὐτοῦ τὴν ἀνδρείαν καὶ τὴν πτοίησιν, «Τί οὖν σοι,» ἦν δ᾽ ἐγώ, «τοῦτο; μῶν τί σε ἀδικεῖ Πρωταγόρας;» Καὶ ὃς γελάσας, «Νὴ τοὺς θεούς,» ἔφη, «ὦ Σώκρατες, ὅτι γε μόνος ἐστὶ σοφός, ἐμὲ δὲ οὐ ποιεῖ.» «Ἀλλὰ ναὶ μὰ Δία,» ἔφην ἐγώ, «ἂν αὐτῷ διδῷς ἀργύριον καὶ πείθῃς ἐκεῖνον, ποιήσει καὶ σὲ σοφόν.» «Εἰ γάρ,» ἦ δ᾽ ὅς, «ὦ Ζεῦ καὶ θεοί, ἐν [310e] τούτῳ εἴη· ὡς οὔτ᾽ ἂν τῶν ἐμῶν ἐπιλίποιμι οὐδὲν οὔτε τῶν φίλων· ἀλλ᾽ αὐτὰ ταῦτα καὶ νῦν ἥκω παρὰ σέ, ἵνα ὑπὲρ ἐμοῦ διαλεχθῇς αὐτῷ. ἐγὼ γὰρ ἅμα μὲν καὶ νεώτερός εἰμι, ἅμα δὲ οὐδὲ ἑώρακα Πρωταγόραν πώποτε οὐδ᾽ ἀκήκοα οὐδέν· ἔτι γὰρ παῖς ἦ ὅτε τὸ πρότερον ἐπεδήμησε. ἀλλὰ γάρ, ὦ Σώκρατες, πάντες τὸν ἄνδρα ἐπαινοῦσιν καί φασιν σοφώτατον εἶναι λέγειν· ἀλλὰ τί οὐ βαδίζομεν παρ᾽ αὐτόν, ἵνα [311a] ἔνδον καταλάβωμεν; καταλύει δ᾽, ὡς ἐγὼ ἤκουσα, παρὰ Καλλίᾳ τῷ Ἱππονίκου· ἀλλ᾽ ἴωμεν.» Καὶ ἐγὼ εἶπον· «Μήπω, ἀγαθέ, ἐκεῖσε ἴωμεν —πρῲ γάρ ἐστιν— ἀλλὰ δεῦρο ἐξαναστῶμεν εἰς τὴν αὐλήν, καὶ περιιόντες αὐτοῦ διατρίψωμεν ἕως ἂν φῶς γένηται· εἶτα ἴωμεν. καὶ γὰρ τὰ πολλὰ Πρωταγόρας ἔνδον διατρίβει, ὥστε, θάρρει, καταληψόμεθα αὐτόν, ὡς τὸ εἰκός, ἔνδον.»

***
Η επίσκεψη του Ιπποκράτη στο σπίτι του Σωκράτη.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Κι από τις δυο μεριές θα ᾽ναι η υποχρέωση. Λοιπόν ακούστε. Τη νύχτα αυτή που μας πέρασε, βαθιά χαράματα ακόμη, ο Ιπποκράτης, ο γιος του Απολλοδώρου και αδερφός του Φάσωνα, [310b] χτυπούσε με το ραβδί του την πόρτα μου πολύ δυνατά· όταν του άνοιξαν, ήρθε αμέσως μέσα βιαστικός και μ᾽ όλη τη δύναμη της φωνής του είπε: «Σωκράτη, ξύπνησες ή κοιμάσαι;» Και εγώ τον κατάλαβα από τη φωνή του και: Γιά κοίταξε, είπα, ο Ιπποκράτης! Μήπως μας φέρνεις καμιά κακή είδηση;
Τίποτα τέτοιο, μόνο ευχάριστα, μου είπε.
Τέτοια ν᾽ ακούμε! του είπα εγώ. Τί όμως συμβαίνει και για ποιά αιτία ήρθες τόσο πρωί;
Ήρθε κοντά μου και είπε: Ο Πρωταγόρας έφτασε.
Από προχτές, του είπα εγώ. Εσύ τώρα το ᾽μαθες;
Μά τους θεούς, ναι, είπε, χτες βράδυ.
[310c] Και την ίδια στιγμή ψάχνοντας στο σκοτάδι βρήκε το ξυλοκρέβατο, κάθισε δίπλα στα πόδια μου και είπε: Ναι, χτες βράδυ, την ώρα που, πολύ αργά, γύρισα από την Οινόη. Γιατί ο δούλος μου ο Σάτυρος δραπέτευσε. Λογάριαζα μάλιστα να σε ειδοποιήσω ότι θα κινούσα να τον αναζητήσω, αλλά κάτι μπήκε στη μέση και ξεχάστηκα. Τέλος, όταν έφτασα στο σπίτι και είχαμε πάρει το βραδινό και πηγαίναμε να πέσουμε στο κρεβάτι, τότε μου λέει ο αδερφός μου ότι έφτασε ο Πρωταγόρας. Και αμέσως κίνησα, έστω και τέτοια ώρα, να έρθω στο σπίτι σου, έπειτα όμως είδα ότι η νύχτα ήταν πολύ προχωρημένη· [310d] μόλις ωστόσο ο ύπνος μ᾽ αλάφρωσε από τον κόπο, στη στιγμή σηκώθηκα και όπως ήμουν πορεύτητα ώς εδώ.

Η λαχτάρα του Ιπποκράτη να γίνει μαθητής του Πρωταγόρα.
Και εγώ, νιώθοντας την αποφασιστικότητα και τη λαχτάρα του, του είπα: Και τί έχει να κάνει μ᾽ εσένα αυτό; Μήπως σ᾽ αδίκησε σε τίποτα ο Πρωταγόρας;
Κι αυτός γελώντας είπε: Μά τους θεούς, ναι, Σωκράτη, γιατί κρατά τη σοφία για τον εαυτό του, εμένα όμως δε με κάνει σοφό.
Ε λοιπόν, μα τον Δία, είπα κι εγώ, αν του δώσεις χρήματα και προσπαθήσεις να τον πείσεις, θα σε κάνει κι εσένα σοφό.
Μακάρι, μά τον Δία και τους άλλους θεούς, είπε, αυτή να ήταν η δυσκολία· [310e] κι ας ξόδευα όλα, και τα δικά μου και των φίλων μου, τα χρήματα. Αλλά γι᾽ αυτόν το λόγο ίσα ίσα ήρθα στο σπίτι σου, για να του μιλήσεις εσύ για χάρη μου. Γιατί εγώ και κάπως νέος είμαι και ώς τώρα ούτε έχω δει ποτέ ούτε έχω ακούσει καθόλου τον Πρωταγόρα· γιατί την προηγούμενη φορά που ήρθε και έμεινε στην πόλη μας ήμουν ακόμη παιδί. Αλλά νά, Σωκράτη, όλος ο κόσμος επαινεί τον άνθρωπο κι έχουν να λεν ότι είναι θαυμάσιος ομιλητής· όμως, γιατί καθόμαστε; δε ξεκινάμε, [311a] για να τον βρούμε στο σπίτι; Τον φιλοξενεί, όπως άκουσα, ο Καλλίας, ο γιος του Ιππονίκου. Εμπρός, πάμε.
Κι εγώ είπα: Ας μην κινήσουμε ακόμη για κει, καλέ μου· είναι πολύ νωρίς· αλλά ας σηκωθούμε να βηματίσουμε έξω στην αυλή, κι ας περάσουμε εκεί την ώρα μας με το πήγαινε έλα, ωσότου φέξει· κατόπι ξεκινάμε. Εξάλλου ο Πρωταγόρας τον περισσότερο καιρό του τον περνά στο σπίτι· ησύχασε λοιπόν, θα τον βρούμε, κανονικά, στο σπίτι.

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Μήδεια (627/8-662)

ΧΟ. ἔρωτες ὑπὲρ μὲν ἄγαν ἐλθόντες οὐκ εὐδοξίαν [στρ. α]
630 οὐδ᾽ ἀρετὰν παρέδωκαν ἀνδράσιν· εἰ δ᾽ ἅλις ἔλθοι
Κύπρις, οὐκ ἄλλα θεὸς εὔχαρις οὕτω.
μήποτ᾽, ὦ δέσποιν᾽, ἐπ᾽ ἐμοὶ χρυσέων τόξων ἀφείης
635 ἱμέρῳ χρίσασ᾽ ἄφυκτον οἰστόν.

στέργοι δέ με σωφροσύνα, δώρημα κάλλιστον θεῶν· [αντ. α]
μηδέ ποτ᾽ ἀμφιλόγους ὀργὰς ἀκόρεστά τε νείκη
640 θυμὸν ἐκπλήξασ᾽ ἑτέροις ἐπὶ λέκτροις
προσβάλοι δεινὰ Κύπρις, ἀπτολέμους δ᾽ εὐνὰς σεβίζουσ᾽
ὀξύφρων κρίνοι λέχη γυναικῶν.

645 ὦ πατρίς, ὦ δώματα, μὴ [στρ. β]
δῆτ᾽ ἄπολις γενοίμαν
τὸν ἀμηχανίας ἔχουσα δυσπέρατον αἰῶν᾽,
οἰκτρότατον ἀχέων.
650 θανάτῳ θανάτῳ πάρος δαμείην
ἁμέραν τάνδ᾽ ἐξανύσα-
σα· μόχθων δ᾽ οὐκ ἄλλος ὕπερ-
θεν ἢ γᾶς πατρίας στέρεσθαι.

εἴδομεν, οὐκ ἐξ ἑτέρων [αντ. β]
655 μῦθον ἔχω φράσασθαι·
σὲ γὰρ οὐ πόλις, οὐ φίλων τις οἰκτιρεῖ παθοῦσαν
δεινότατα παθέων.
ἀχάριστος ὄλοιθ᾽ ὅτῳ πάρεστιν
660 μὴ φίλους τιμᾶν καθαρᾶν
ἀνοίξαντα κλῇδα φρενῶν·
ἐμοὶ μὲν φίλος οὔποτ᾽ ἔσται.

***
ΧΟ. Οι έρωτες, όταν πνέουν σφοδροί καί παράφοροι,
στους ανθρώπους δεν φέρνουν
ούτε φήμη καλή ούτε αρετή·
630 μα όταν έρχεται η Κύπρη όπως πρέπει,
δεν έχει άλλη θεά τέτοια χάρη.
Από τα χρυσά σου τόξα, ω δέσποινα,
ποτέ μην αφήσεις για μένα αλάθευτο βέλος
635 ποτισμένο με πόθο.

Να μ᾽ αγαπάει παρακαλώ η σωφροσύνη,
των θεών το θεσπέσιο δώρο.
Ποτέ η τρομερή Αφροδίτη
να μη ρίξει απάνω μου
διχόγνωμη οργή και ακόρεστες έριδες,
640 και ο νους μου σαλέψει για το κρεβάτι ενός άλλου.
Να τιμά τα ζευγάρια που διχόνοια δεν γνώρισαν
και να ορίζει βαθυστόχαστη τους γάμους των γυναικών.

645 Πατρίδα μου, σπίτι μου,
να μη μου μέλλεται ποτέ
να βρεθώ δίχως πόλη
και να βαδίσω τον δυσβάδιστο δρόμο
ενός βίου αβίωτου, να ζήσω τον πόνο
τον απ᾽ όλους τους πόνους πικρότερο.
650 Καλύτερα να με δαμάσει πρώτα ο θάνατος, ο θάνατος,
και το φως της ζωής μου να σβήσει.
Γιατί δεν υπάρχει μοίρα πιο σκληρή
από το να στερηθείς τη γη των πατέρων σου.

Είδαμε· δεν λέμε λόγια
655που ακούσαμε από άλλους.
Εσένα καμιά πόλη, κανένας φίλος
δεν θα σε λυπηθεί που έπαθες
το κακό που είναι απ᾽ όλα τα κακά
το φοβερότερο.
Να χαθεί ο αχάριστος που δεν ανοίγει
660 της άδολης καρδιάς του τη θύρα
και δεν τιμάει τους φίλους.
Φίλος μου αυτός δεν θα γίνει ποτέ.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Η Eλληνική γλώσσα και το αλφάβητο

5.5 Το ελληνικό αλφάβητο είναι παιδί του φοινικικού


Ήρθε τώρα η ώρα να δούμε τα στοιχεία που πείθουν ότι το Ελληνικό αλφάβητο γεννήθηκε από το φοινικικό. Το πρώτο στοιχείο είναι η ομοιότητα των γραμμάτων και η παρόμοια σειρά. Το δεύτερο είναι τα ονόματά τους: άλφα, βήτα, γάμα, δέλτα κλπ. Η λέξη άλφα είναι προσαρμογή του φοινικικού ονόματος 'aleph', για το ίδιο γράμμα, και σημαίνει 'βόδι'. Το γράμμα Α δηλαδή προέρχεται από ένα εικονογραφικό σημάδι που απεικόνιζε το βόδι. Αυτό φαίνεται καθαρά αν δούμε το πρωτοσιναϊτικό σημάδι, όπου φαίνεται το κεφάλι του βοδιού με τα κέρατά του. Αυτό το εικονιστικό σχήμα απλοποιήθηκε για να δώσει το Α. Αρχικά λοιπόν'alephσήμαινε το βόδι και την εικόνα του, το εικονόγραμμά του. Στη συνέχεια, όταν το σύστημα γραφής μετατρέπεται από εικονογραφικό/σημασιογραφικό σε αλφαβητικό, το σημάδι δεν απεικονίζει πλέον το αντικείμενο (το βόδι) αλλά τον πρώτο φθόγγο, με τον οποίο αρχίζει η λέξη που το ονομάζει: 'aleph. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται ακροφωνική: η «αξία» ενός γράμματος ταυτίζεται με το πρώτο σύμφωνο της λέξης που απεικονίζει το σημείο. Το φοινικικό γράμμα'aleph (από το οποίο προέρχεται το ελληνικό άλφα) απέδιδε ένα σύμφωνο που σχηματιζόταν βαθιά στη στοματική κοιλότητα - ήταν λαρυγγικό, αυτό σημαίνει το σημάδι ' πριν από το α. Για τους Έλληνες ακουγόταν ως το πιο κοντινό στο δικό τους φωνήεν [a], και έτσι το χρησιμοποίησαν για να δηλώσουν αυτό το φωνήεν και το ονόμασαν, προσαρμόζοντας τη φοινικική λέξη, άλφα. Το έκαναν άλφα γιατί το Φ στα αρχαία ελληνικά προφερόταν [ph], όπως θα δούμε παρακάτω. Δεν το άφησαν αλφ γιατί καμιά ελληνική λέξη δεν τελειώνει σε φ.

Το δεύτερο γράμμα του φοινικικού αλφαβήτου ονομαζόταν bet. Η λέξη αυτή σημαίνει 'σπίτι' ή 'σκηνή' και το σημείο αρχικά απεικόνιζε ένα σπίτι. Μετά, με βάση την ακροφωνική αρχή που αναφέραμε, κατέληξε να δηλώνει τον φθόγγο [b]. Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν το γράμμα αυτό για το δικό τους σύμφωνο [b], δηλαδή το Β (θυμηθείτε τί λέγαμε για την προφορά του β στα αρχαία ελληνικά) και υιοθέτησαν, προσαρμοσμένο στα ελληνικά, το φοινικικό όνομα του συμφώνου: βήτα (προφερόταν [beeta]). Το έκαναν βήτα και δεν το άφησαν βητ γιατί καμιά ελληνική λέξη δεν τελειώνει σε τ.

Το τρίτο σύμφωνο του φοινικικού αλφαβήτου ονομαζόταν gaml και πιστεύεται ότι αρχικά ήταν ένα εικονόγραμμα που απεικόνιζε την καμήλα (η λέξη καμήλα που χρησιμοποιούμε στα ελληνικά προέρχεται από τη λέξη gaml), τονίζοντας την καμπούρα της. Όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις, η λέξη αυτή κατέληξε να δηλώνει το σύμφωνο [g], δηλαδή το Γ. Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν το γράμμα για να δηλώσουν το δικό τους σύμφωνο [g] (το γ προφερόταν [g] στα αρχαία ελληνικά) και το ονόμασαν, προσαρμόζοντας τη φοινικική λέξη, γάμα.

Το τέταρτο γράμμα του φοινικικού αλφαβήτου ονομαζόταν delt. Η λέξη αυτή σήμαινε μάλλον 'φύλλο πόρτας' και αρχικά το σημείο αυτό ήταν εικονόγραμμα που απεικονίζει πόρτα, για να καταλήξει αργότερα να δηλώνει τον φθόγγο [d]. Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν το γράμμα αυτό για να δηλώσουν το δικό τους σύμφωνο [d], δηλαδή το Δ (που προφερόταν [d] στα αρχαία ελληνικά) και εξελλήνισαν το φοινικικό delt σε δέλτα.

Το πέμπτο γράμμα του φοινικικού αλφαβήτου ονομαζόταν he και ήταν ένα σύμφωνο που έμοιαζε με το h της αγγλικής λέξης house 'σπίτι' ή have 'έχω'. Δεν ξέρουμε τί ακριβώς σήμαινε η λέξη he. Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν το γράμμα αυτό για να δηλώσουν το δικό τους φωνήεν [e], το Ε, αυτό που αργότερα, στα βυζαντινά χρόνια, θα ονομαστεί έψιλον και θα φτάσει με το όνομα αυτό μέχρι σήμερα.

Το επόμενο γράμμα ονομάζεται στα φοινικικά waw. Η λέξη αυτή φαίνεται ότι σήμαινε 'καρφί, γάντζος', και έτσι το σημάδι αυτό ήταν εικονόγραμμα αυτού του αντικειμένου. Αργότερα κατέληξε το σημείο αυτό να δηλώνει το σύμφωνο με το οποίο αρχίζει η λέξη waw - ένα διχειλικό σύμφωνο κοντά στο αγγλικό w (π.χ. was 'ήταν', wise 'σοφός'). Στα αφτιά των Ελλήνων αυτό το σύμφωνο ακουγόταν κοντά στο δικό τους αντίστοιχο σύμφωνο Ƒ (που είναι γνωστό ως δίγαμμα και χάθηκε νωρίς από τις περισσότερες διαλέκτους) και το χρησιμοποίησαν για να το δηλώσουν. Ταυτόχρονα το χρησιμοποίησαν για να δηλώσουν τον φθόγγο [u] (= Υ). Ήδη σημειώσαμε στο δεύτερο κεφάλαιο ότι το Υ στα (παλιά) αρχαία ελληνικά προφερόταν [u].

Το επόμενο γράμμα ονομαζόταν zai αλλά δεν ξέρουμε τί σήμαινε η λέξη αυτή. Το γράμμα αυτό το χρησιμοποίησαν οι Έλληνες για να αποδώσουν ένα δικό τους συγγενικό σύμφωνο, αυτό που ονομάζεται ζήτα, Ζ. Αλλά, όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, στα αρχαία ελληνικά το γράμμα Ζ απέδιδε ένα σύμπλεγμα συμφώνων [zd].

Το επόμενο γράμμα του φοινικικού αλφαβήτου ονομαζόταν het. Η λέξη αυτή σήμαινε μάλλον 'τοίχος, περίφραξη'. Στη συνέχεια, όταν έπαψε το σημείο να είναι εικονογραφικό, δήλωνε τον πρώτο φθόγγο, το πρώτο σύμφωνο, της λέξης het. Το σύμφωνο αυτό σχηματιζόταν στον φάρυγγα, βαθιά στον λαιμό. Οι Έλληνες το άκουγαν κοντά σε ένα δικό τους σύμφωνο που χάθηκε νωρίς στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας (το συζητήσαμε στο δεύτερο κεφάλαιο) και χρησιμοποίησαν το φοινικικό γράμμα για να αποδώσουν αυτό το σύμφωνο, που ήταν, και αυτό, κοντά στο hτων αγγλικών λέξεων have 'έχω', house 'σπίτι'. Στη διάλεκτο της Αθήνας (την αττική διάλεκτο) αλλά και στις διαλέκτους της Ιωνίας, που είχαν χάσει νωρίτερα από άλλες το σύμφωνο αυτό, το γράμμα χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει το μακρό [e] = [ee]. Έτσι γεννήθηκε το Η, ήτα (η απόδοση στα ελληνικά της φοινικικής λέξης het), που χρησιμοποιείται ως σήμερα, χωρίς ωστόσο να αντιστοιχεί πια σε ένα μακρό [e]. Τα μακρά φωνήεντα χάθηκαν στην πορεία της εξέλιξης της ελληνικής και το μακρό [e] συνέπεσε με το [ί]. Κρατήθηκε η παλιά ορθογραφία αλλά η προφορά έχει αλλάξει: το η προφέρεται όπως και το ι.

Στα αρχαία ελληνικά υπήρχε ένας φθόγγος [th], που έχει χαθεί στα νέα ελληνικά. Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν το σημάδι που ονομαζόταν tet στα φοινικικά (δεν ξέρουμε τί σήμαινε η λέξη αυτή) και απέδιδε έναν παρόμοιο φθόγγο. Οι Έλληνες προσάρμοσαν το όνομα του φθόγγου αυτού στα ελληνικά και έτσι προέκυψε το όνομα του γράμματος Θ, θήτα. Να επαναλάβουμε όμως ότι αυτό το γράμμα προφερόταν [th] στα αρχαία ελληνικά.

Το επόμενο γράμμα του φοινικικού αλφαβήτου ονομαζόταν yod. Η λέξη αυτή σήμαινε 'χέρι' και φαίνεται ότι το σημείο αυτό ήταν αρχικά το εικονόγραμμα του χεριού. Στο φοινικικό αλφάβητο αποδίδει ένα σύμφωνο, όπως αυτό που ακούγεται στην αρχή της αγγλικής λέξης you 'εσύ' ή στη λέξη παιδιά [peδyá]. Στα αρχαία ελληνικά δεν υπήρχε τέτοιο σύμφωνο και οι Έλληνες αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν αυτό το φοινικικό γράμμα για να αποδώσουν ένα κοντινό του φωνήεν, το I. Έτσι το σύμφωνο yod της φοινικικής έγινε το φωνήεν ιώτα (δηλαδή γιώτα) της ελληνικής.

Το επόμενο γράμμα του φοινικικού αλφαβήτου είναι το kaf. Η λέξη αυτή σήμαινε 'παλάμη'. Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν το γράμμα αυτό (Κ, το ονόμασαν κάπα) για να αποδώσουν τον δικό τους παρόμοιο φθόγγο. Τα φοινικικά είχαν και έναν άλλο φθόγγο συγγενικό με το [k], που προφερόταν εντονότερα. Αυτόν τον αγνόησαν οι Έλληνες γιατί δεν αντιστοιχούσε σε φθόγγο της δικής τους γλώσσας. Το αμέσως επόμενο γράμμα του φοινικικού αλφαβήτου είναι το lamd (δεν είναι βέβαιο τί σημαίνει), το οποίο προσάρμοσαν οι Έλληνες στα ελληνικά ως λάμδα, Λ, και το χρησιμοποίησαν για να αποδώσουν τον φθόγγο [I] της γλώσσας τους.

Ακολουθούν στη σειρά τα γράμματα που δηλώνονται στα φοινικικά με τις λέξεις mem και nun. Η πρώτη σήμαινε 'νερό'. Στις πρωτοσιναϊτικές επιγραφές (προδρόμους της φοινικικής γραφής) η αντιστοιχία της σημασίας 'νερό' του mem με την εικόνα του νερού είναι φανερή. Το σχήμα που χρησιμοποιείται είναι μια κυματιστή γραμμή και αυτό συνεχίζεται με το σημερινό Μ. Το φοινικικό σημάδι mem χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες για να αποδοθεί το δικό τους παρόμοιο σύμφωνο [m]. Το Ελληνικό όνομα του γράμματος είναι μι, ίσως από επίδραση (βλ. παρακάτω) του ονόματος για το Ν (νι). Το επόμενο γράμμα ονομάζεται nun(σημαίνει 'ψάρι', αλλά το σχήμα φαίνεται να έχει χάσει την εικονική του σχέση με την έννοια 'ψάρι') και χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες με το όνομα νι για να αποδώσει το δικό τους παρόμοιο σύμφωνο, δηλαδή το Ν [n].

Το γράμμα που ακολουθεί ονομάζεται ayin και σημαίνει 'μάτι'. Το σχήμα βεβαιώνει ότι αρχικά το σημείο αυτό ήταν μια εικονογραφική απόδοση του ματιού. Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν λοιπόν αυτό το φοινικικό γράμμα, που δήλωνε σύμφωνο, για να αποδώσουν το δικό τους φωνήεν Ο. Και έφτιαξαν αργότερα ένα δικό τους όνομα για το γράμμα αυτό: το ονόμασαν όμικρον για να το διακρίνουν από ένα γράμμα που έφτιαξαν οι ίδιοι (γιατί δεν υπήρχε στο φοινικικό αλφάβητο), το «μεγάλο Ο», δηλαδή το Ω, ωμέγα, που απέδιδε το μακρό [ο] = [οο]. Δεν αποκλείεται να οδηγήθηκαν στη χρήση του συγκεκριμένου γράμματος για να αποδώσουν το δικό τους φωνήεν [ο] από το ίδιο του το όνομα στα φοινικικά, που σήμαινε, όπως είδαμε, 'μάτι'. Στα αρχαία ελληνικά η λέξη για το ayin 'μάτι' ήταν οφθαλμός. Ίσως με αφετηρία τη λέξη οφθαλμός, μετάφραση του φοινικικού ονόματος του γράμματος (ayin), οδηγήθηκαν στη χρήση αυτού του φοινικικού σημείου για να αποδώσουν το φωνήεν [ο] των ελληνικών.

Από τα γράμματα που ακολουθούν αξίζει να σημειώσουμε το γράμμα rosh, που σημαίνει 'κεφάλι' και χρησιμοποιήθηκε με το όνομα ρο για να αποδοθεί το σύμφωνο [r] της ελληνικής, το Ρ. Οι Έλληνες χρειάστηκε να δημιουργήσουν και κάποια νέα γράμματα για σύμφωνα που δεν υπήρχαν στα φοινικικά: Φ, Χ, Ψ. Το Φ και το Χ αντιστοιχούσαν στην προφορά, στα αρχαία ελληνικά, σε [ph], [kh]. Σε ορισμένα ελληνικά αλφάβητα (γιατί υπήρχαν πολλά στις διάφορες περιοχές του ελληνικού κόσμου) δεν εμφανίζονται τα Φ, Χ, Ψ αλλά στη θέση τους βρίσκουμε ΠΗ, ΚΗ, ΠΣ.

Όσα είδαμε ως τώρα βεβαιώνουν την πηγή από την οποία γεννήθηκε το ελληνικό αλφάβητο, τους Φοίνικες: ομοιότητα των γραμμάτων μεταξύ των δύο αλφαβήτων, παρόμοια σειρά των γραμμάτων, παρόμοια ονόματα. Αυτό που έκαναν οι Έλληνες, γιατί το είχε ανάγκη η γλώσσα τους, ήταν να δημιουργήσουν ένα αλφαβητικό σύστημα που αποτυπώνει όλους τους φθόγγους, φωνήεντα και σύμφωνα, και όχι μόνο τα σύμφωνα, όπως συμβαίνει στο φοινικικό αλφάβητο. Έτσι, με το ελληνικό αλφάβητο δημιουργείται, για πρώτη φορά, ένα σύστημα γραφής που παριστάνει όλους τους φθόγγους χωρίς την ελλειπτικότατα του φοινικικού συστήματος αλλά και την, κατά πολύ μεγαλύτερη, ελλειπτικότητα των παλαιότερων συλλαβικών συστημάτων (γραμμική Β'). Το αποτέλεσμα είναι ότι υπάρχει πλέον ένα «εργαλείο» που μαθαίνεται εύκολα και μπορεί να γίνει κτήμα όλων και όχι μόνο ειδικών γραφέων και ειδικών αναγνωστών. Ο δρόμος για τη δημοκρατία της πληροφορίας έχει ανοίξει.

Οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν επίγνωση ότι το αλφάβητο τους βασιζόταν στο φοινικικό αλφάβητο. Τα γράμματα του αλφαβήτου τα ονόμαζαν φοινικικά γράμματα (φοινικήια γράμματα). Ο αρχαίος ιστορικός Ηρόδοτος λέει ξεκάθαρα ότι οι Έλληνες έμαθαν τη γραφή από τους Φοίνικες και σημειώνει: «Στην αρχή οι Έλληνες μεταχειρίστηκαν όσα γράμματα μεταχειρίζονται οι Φοίνικες· ύστερα όμως, με το πέρασμα του χρόνου άλλαξαν τον ήχο τους και το σχήμα τους. Αφού τα γράμματα τα εισήγαγαν οι Φοίνικες στην Ελλάδα, είναι δίκαιο να ονομάζονται φοινικικά.»

Για μια «αρκετά» καλή μητέρα

Το μεγαλύτερο υπαρξιακό δράμα στη ζωή ενός ανθρώπου είναι η αδυναμία του να ζήσει αυθεντικά.

Δυστυχώς, αυτό το εξαιρετικά σύντομο αλλά φωτεινό διάστημα μέσα στο σκοτάδι της ύπαρξης, που λέγεται ζωή, δεν έχει οδηγίες χρήσης. Ερχόμαστε στον κόσμο γυμνοί, αδύναμοι και ανίσχυροι να επιβιώσουμε. Το ευτύχημα είναι ότι ερχόμαστε μοναδικοί.

Αυτή η μοναδικότητα όμως αρχίζει και υποχωρεί όταν ο άνθρωπος αναγκάζεται να μετατραπεί σε σύμβολο κάλυψης ανεκπλήρωτων αναγκών των ανθρώπων οι οποίοι τον φέρανε στον κόσμο.

Η μητέρα, δηλαδή το πρόσωπο που ανατρέφει το παιδί, είναι αυτή που παίζει τον καθοριστικότερο ρόλο στην ανάδειξη ή την καταστολή αυτής της μοναδικότητας ειδικότερα κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του.

Η πιο σημαντική ψυχολογική ανάγκη ενός παιδιού είναι να γίνεται αποδεκτό.

Αποδεκτός γίνεται ένας άνθρωπος όταν τον σέβονται, τον εκτιμούν, του συμπεριφέρονται με όμορφο τρόπο και λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες του.

Ένα παιδί έχει δηλαδή την ανάγκη να αισθάνεται μοναδικό.

Η ψυχολογική και συναισθηματική ωρίμανση ενός παιδιού αλλά και η αργότερα ψυχική του ανάπτυξη ως ενηλίκου έχει τις ρίζες της στο αν ή πως η μητέρα του αντιλήφθηκε αυτές τις συναισθηματικές του ανάγκες και στον τρόπο που ανταποκρίθηκε σε αυτές.

Μια «αρκετά» καλή μητέρα λειτουργεί σαν ένας καθρέπτης για το παιδί της ειδικά τις πρώτες μέρες της ζωής του. Μέσα από αυτή τη μητέρα- καθρέπτη αντανακλάται ένα ιδιαίτερο και ξεχωριστό παιδί. Ένα παιδί που του επιτρέπεται να δράσει και να εκφραστεί ελεύθερα. Ένα παιδί που μπορεί να βιώσει και να εκφράσει τα συναισθήματα του. Η «αρκετά» καλή μητέρα παρέχει απεριόριστη αγάπη και ανεκτικότητα στις όποιες συναισθηματικές αντιδράσεις του παιδιού.

Στις περισσότερες περιπτώσεις μια «αρκετά» καλή μητέρα, δηλαδή μία μητέρα που έχει την ικανότητα να αναγνωρίσει τις ανάγκες του παιδιού και να τις απομονώσει από τις δικές της ανάγκες, είχε και αυτή μια εξίσου «αρκετά καλή μητέρα». Η μητρότητα έχει βιωματικό χαρακτήρα, δε διδάσκεται.

Όταν λοιπόν μία γυναίκα έρθει αντιμέτωπη με το φαινόμενο της μητρότητας τότε ασυνείδητα θα ανακαλέσει το πρότυπο της δικής της μητέρας. Με άλλα λόγια θα συμπεριφερθεί στο παιδί με τον ίδιο τρόπο που της είχε συμπεριφερθεί και η δική της μητέρα. Αν ήταν τυχερή και είχε μια «αρκετά» καλή μητέρα που καθρέπτιζε τις ανάγκες της και της έδινε αγάπη, τότε θα λειτουργήσει ως φορέας ανάπτυξης και για τα δικά της παιδιά δίνοντας τους πίσω αυτή την αγάπη.

Αν όμως μία μητέρα όταν ήταν παιδί δε μεγάλωσε σε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον και δε μπόρεσε να εκφράσει τα συναισθήματα της, τότε αυτά θα μετατραπούν σε ανεκπλήρωτες ανάγκες και θα μεταφερθούν ασυνείδητα στα δικά της παιδιά. Η μητέρα θα προσπαθήσει να καλύψει τις δικές της ανάγκες που προέκυψαν κατά την παιδική της ηλικία μέσω των παιδιών της.

Αυτό συμβαίνει διότι η μητέρα έχει την ανάγκη η ίδια να νιώσει ασφάλεια και ο μόνος τρόπος να το πετύχει είναι να δημιουργήσει, εντελώς ασυνείδητα φυσικά, μια χρησιμοθηρική σχέση. Το παιδί θα πρέπει να αντανακλά και να εκφράζει τις δικές της προσδοκίες. Σε αυτή την περίπτωση η μητέρα λειτουργεί σαν ένα εξαιρετικά ανασφαλές παιδί το οποίο διατηρεί μία αίσθηση ψευδό-ασφάλειας ασκώντας απόλυτο έλεγχο πάνω σε ένα ακόμη πιο αδύναμο πλάσμα.

Το αδύναμο όμως αυτό πλάσμα απωθεί τις ανάγκες του για να ευχαριστήσει τη μητέρα του. Θάβει ένα μεγάλο κομμάτι της προσωπικότητας του που περικλείει τον αληθινό του εαυτό. Αναπτύσσεται με γνώμονα όχι τις δικές του ανάγκες αλλά τις ανάγκες της μητέρας του χωρίς να μπορέσει ποτέ να βρει τον εαυτό του.

Δυστυχώς με τη σειρά του, θα περάσει όλη του τη ζωή προσπαθώντας είτε να καλύψει είτε να ναρκώσει αυτές τις πρωταρχικές ανάγκες, οι οποίες αν δε βιωθούν θα μεταφερθούν και στα δικά του παιδιά ως μια τραγική επανάληψη...

Ο καλύτερος τρόπος για να μάθεις αν μπορείς να εμπιστευτείς κάποιον είναι ένας. Να τον εμπιστευτείς

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ Ο Αριστοτέλης και η φιλία ως καθρέφτισμα του εαυτούΕμπιστοσύνη. Λέξη κι αυτή… Μια λέξη, πολλά συναισθήματα. Θλίψη και πόνος για τις φορές που εμπιστεύτηκες ενώ δεν έπρεπε, χαρά και ζεστασιά γιατί με κάποιους ανθρώπους της ζωής σου έχεις χτίσει γερά θεμέλιά της και ελπίδα ότι θα εμπιστευτείς νέα άτομα.

Η εμπιστοσύνη είναι βασικό κίνητρο για τις διαπροσωπικές σχέσεις. Σε κάθε μας νέα επαφή, ασυνείδητα υπάρχει μέσα μας η ελπίδα για μια σχέση εμπιστοσύνης. Χωρίς αυτή, οι σχέσεις είναι ρηχές, επιφανειακές και ανούσιες. Είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι αυτός είναι ο σκοπός μας.

Ωστόσο, παράλληλα, υπάρχει και ο φόβος, η καχυποψία. Αναρωτιέσαι «Να τον εμπιστευτώ ή θα κάνω λάθος;». Παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου και με τρομάζει τόσο πολύ ο φόβος τους σε αυτό το θέμα. Η ανασφάλεια αυτή μπορεί πραγματικά να γκρεμίσει σχέσεις με γερά θεμέλια. Βλέπεις ανθρώπους να αγαπιούνται αλλά να μην εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον. Μα πώς μπορεί να αγαπιούνται και να μην υπάρχει εμπιστοσύνη;

Κι όμως, όταν αγαπάς δίνεις κομμάτια της ψυχής σου στον άλλον. Τα κομμάτια αυτά αν πέσουν από τα χέρια του ανθρώπου που αγαπάς και σπάσουν, θα πονέσουν πολύ περισσότερο από αυτά που θα ρίξεις μόνος σου. Γιατί αυτά που θα ρίξεις μόνος σου, ξέρεις να τα μαζεύεις πολύ πιο εύκολα και γρήγορα. Τα βλέπεις τη στιγμή που πέφτουν.

Ενώ όταν τα κρατάει ο άλλος, δεν προλαβαίνεις να δεις πού πήγαν, γιατί έπεσαν ούτε και το πώς. Ακούς μόνο το «κράτς» του σπασίματος. Τον ήχο που σου γδέρνει την ψυχή. Δεν είναι όμως κρίμα να συμβαίνει αυτό;

Δεν είναι κρίμα να απομονώνονται οι άνθρωποι μόνο και μόνο λόγω του φόβου τους; Είναι τόσο θλιβερό και άδικο. Ένας μηχανισμός αυτοπροστασίας, σχεδόν
αυτοκαταστροφικός. Σε κλείνει στον εαυτό σου.

Με όσους ανθρώπους και αν είσαι, αν δεν τους εμπιστεύεσαι νιώθεις μόνος, μίσος και γίνεσαι ρηχός, κυνικός και εγωιστής. Ενώ, όταν εμπιστεύεσαι όλα τα συναισθήματα είναι πιο έντονα. Ακόμη και ο πόνος. Αλλά και αυτό μάθημα είναι. Όταν εμπιστεύεσαι, νιώθεις ελεύθερος και ζωντανός.

Αλήθεια, αφήστε τους εαυτούς σας ελεύθερους. Αφήστε να σας αγκαλιάσουν και χαθείτε εκεί σαν να μην υπάρχει αύριο. Το να αφεθείς δεν είναι ένδειξη αδυναμίας. Ίσα ίσα. Θέλει πολλά κιλά μαγκιάς.

Είναι πολύ πιο δύσκολο να εμπιστευτείς σε σχέση με το να είσαι καχύποπτος. Δεν απολαμβάνεις την ουσία της ζωής αν φοβάσαι. Εξ άλλου το είπε και ο Ernest
Hemingway:

«Ο καλύτερος τρόπος για να μάθεις αν μπορείς να εμπιστευτείς κάποιον είναι ένας. Να τον εμπιστευτείς»

Το πνευματικό νόημα της ανατριχίλας.

Ίσως έχετε νιώσει ξαφνικές ανατριχίλες σε όλο σας το σώμα. Οι ανατριχίλες μπορεί να είναι είτε πάνω στο σώμα σας ή μπορεί να ανεβοκατεβαίνουν την σπονδυλική σας στήλη. Δεν είναι σαν να βιώνετε ρίγη αλλά σαν να ρέει ενέργεια στο σώμα μας και εξαιτίας της να νιώθετε μυρμηγκιάσματα ή ανατριχίλες.

Αν η παραπάνω περιγραφή σας ακούγεται οικεία, τότε βιώνετε αυτό που είναι γνωστό ως πνευματικές ανατριχίλες.

Οι πνευματικές ανατριχίλες είναι μηνύματα και σημάδια από το ίδιο το πνεύμα. Είναι ένα μήνυμα στο οποίο υπάρχει κάτι σημαντικό που πρέπει να του δώσετε προσοχή. Όταν βιώνετε πνευματικές ανατριχίλες, παρακαλώ να δίνετε σημασία.

Επομένως ποια είναι το πνευματικό νόημα της ανατριχίλας;

Αν έχετε βιώσει πρόσφατα μια πνευματική ανατριχίλα και θέλετε να μάθετε τι σημαίνει, πρέπει να γυρίσετε με το μυαλό σας σε εκείνη την κατάσταση και να κοιτάξετε την κατάσταση στην οποία βρισκόσασταν όταν σας συνέβη.

Οι περισσότερες πνευματικές ανατριχίλες συμβαίνουν όταν είστε σε κατάσταση διαλογισμού ή αν επικοινωνείτε με ένα φίλο για κάτι που αγαπάτε. Αν συζητάτε κάτι με έναν φίλο και δεν είστε σίγουροι για κάτι, ίσως νιώσετε μια πνευματική ανατριχίλα από ένα πνεύμα. Αυτό θα μπορούσε να είναι προειδοποιητικό σημάδι.

Ωστόσο, αν συζητάτε για κάτι που αγαπάτε, για παράδειγμα το ότι θέλατε πάντα να πάτε κάπου αλλά ποτέ δεν τα καταφέρατε, ίσως νιώσετε μια ανατριχίλα. Αυτό το σημάδι, σας λέει ότι πρέπει να πάτε εκεί που θέλατε και να ακολουθήσετε τα όνειρά σας.

Μερικές πνευματικές ανατριχίλες είναι προειδοποιήσεις

Έχετε περπατήσει ποτέ μέσα σε ένα δωμάτιο στο οποίο δεν είχατε ξαναμπεί και ανατρίχιασε όλο σας το κορμί; Αν έχετε κακό προαίσθημα για αυτό το μέρος, τότε αυτό είναι ένα προειδοποιητικό σημάδι ότι πρέπει να εντείνετε την προσοχή σας. Αν η κατάσταση παραγίνει αρνητική τότε πρέπει να φύγετε από αυτό το μέρος.

Οι πνευματικές ανατριχίλες μπορούν να είναι μια διαβεβαίωση.

Αρκετά συχνά οι πνευματικές ανατριχίλες είναι μια διαβεβαίωση από ένα πνεύμα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Ψάχνετε να βρείτε ένα σπίτι για να μείνετε. Κοιτάτε παντού αλλά δεν σας κάνει κανένα σπίτι. Και ξαφνικά μπαίνετε σε ένα σπίτι και νιώθετε εξάψεις και ανατριχίλες σε όλο σας το κορμί με έναν θετικό τρόπο. Αυτό είναι ένα σημάδι ότι βρήκατε το σωστό μέρος.

Είχατε ποτέ ανατριχίλες σαν και αυτή; Αν ναι, ακούστε το μήνυμα προσεκτικά επειδή μπορεί να υπάρχει κάτι σημαντικό για να κατανοήσετε.

Συνειδητοποίησε πρώτα ποιος θέλεις να είσαι. Ύστερα κάνε αυτά που πρέπει να κάνεις

Ο άνθρωπος διαμορφώνεται με τον χρόνο και περνάει μεγάλο μέρος της ζωής του σαν «work in progress», εν εξελίξει.

Για να γίνουμε αυτό που θέλουμε κι αυτό που μπορούμε, πρέπει πρώτα να αποκτήσουμε μιαν εικόνα του ιδανικού μας εαυτού: ποιος άνθρωπος θέλω να είμαι; Ποιο επάγγελμα θέλω να εξασκώ; Ποια είναι τα προσωπικά μου ιδεώδη; Προϋπόθεση είναι η αυτογνωσία, η συνειδητοποίηση της ταυτότητας και των ορίων μας. Δεν πρέπει ούτε να έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας ούτε να τον περιφρονούμε. Παρατηρείται συχνά το παράξενο φαινόμενο να μην είμαστε ποτέ ικανοποιημένοι από την τύχη μας («Αχ, εγώ ο άτυχος, τι θα μπορούσα να έχω κάνει αν μου είχαν δοθεί περισσότερες και καλύτερες ευκαιρίες…»), αλλά να μην επιθυμούμε περισσότερη σοφία ή εξυπνάδα. Πολλοί άνθρωποι θα ήθελαν να είναι ωραιότεροι ή πλουσιότεροι, λίγοι όμως ομολογούν ότι θα ήθελαν να είναι εξυπνότεροι, παρότι η εξυπνάδα είναι η ικανότητα να διακρίνουμε αμέσως τι πρέπει να κάνουμε σε κάθε περίσταση. Έχουμε την τάση να αποδίδουμε στη μοίρα τις αποτυχίες μας, ενώ αποδίδουμε τις επιτυχίες μας στην προσωπική μας αξία και προσπάθεια.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να φτάσουμε στην αυτογνωσία -ο πόνος, η απώλεια, ο έρωτας- και στη συνέχεια να κάνουμε όσα «πρέπει» να κάνουμε. Μέσα μας υπάρχουν κάμποσοι άνθρωποι, έχουμε έναν «καλό» κι έναν «κακό» εαυτό, δυνάμεις φανερές και δυνάμεις κρυμμένες, ταλέντα, δεξιότητες, όνειρα και αυταπάτες, ψευδείς εικόνες και ιδέες…

Καμιά φορά λέμε: «Πρέπει να βρω τον εαυτό μου». Στην πραγματικότητα, τον εαυτό μας δεν τον βρίσκουμε, τον επινοούμε, τον δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, τον σμιλεύουμε. Όρισε λοιπόν στον εαυτό σου έναν χαρακτήρα και έναν τρόπο ζωής που θα τον διατηρείς και θα τον υποστηρίζεις είτε είσαι μόνος σου είτε είσαι μαζί με άλλους.

Η βάση της φιλοσοφίας και το στοίχημα της φιλοσοφίας είναι η αυτογνωσία. Πράγματι, για τους Στωικούς τα εξωτερικά γεγονότα κανονίζονται από τη μοίρα, επομένως δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Ωστόσο, παραμένουμε υπεύθυνοι για τις ενέργειές μας.

Αν και ο όρος «ειμαρμένη» που χρησιμοποιούν οι «Στωικοί παραπέμπει στην έννοια του πεπραγμένου και της μοίρας, δεν πρέπει να συγχέεται με τη μοιρολατρία. Σύμφωνα με τον Χρύσιππο, η μοίρα είναι η φυσική και αιώνια ευταξία του συνόλου. Και μολονότι είναι αναπόδραστη και όλες οι δυνατότητες που έχει ένα γεγονός να εξελιχθεί είναι δεδομένες, έχουμε περιθώριο να κάνουμε επιλογές: το ποια από τις προκαθορισμένες δυνατότητες θα επιλέξουμε ανήκει στη δική μας δικαιοδοσία.

Η ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ: Γιατί το να περιμένουμε χωρίς να κάνουμε τίποτα είναι μαρτύριο

Η προτίμηση της δράσης εκδηλώνεται κυρίως μπροστά σε μια πρωτόγνωρη συγκεχυμένη κατάσταση. Η πλάνη αυτή παρατηρείται στα πιο μορφωμένα άτομα. ‘Ένας γιατρός έχει μπροστά του έναν ασθενή με συγκεχυμένα κλινικά συμπτώματα. Μην ξέροντας αν πρέπει να παρέμβει η όχι, δηλαδή να του γράψει ένα φάρμακο η να περιμένει, έχει την τάση να διαλέγει τη συνταγή, όχι για οικονομικούς λόγους, αλλά απλώς διότι παρακινείται από την προτίμηση της δράσης.

Από που προέρχεται αυτή η στάση μας; Την εποχή που οι άνθρωποι ήταν κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες η δράση ήταν πιο επικερδής από τη σκέψη. Η γρήγορη αντίδραση ήταν ζήτημα επιβίωσης. Και η σκέψη μπορούσε να αποβεί μοιραία. Όταν οι πρόγονοί μας έβλεπαν να ξεπροβάλλει στην άκρη του δάσους μια σιλουέτα που έμοιαζε πολύ με τίγρη με κοφτερά δόντια, δεν κάθονταν σε έναν βράχο, όπως ο Σκεπτόμενος του Ροντέν, για να στοχαστούν πάνω στην ταξινόμηση των ειδών. Το έβαζαν στα πόδια. Είμαστε όλοι απόγονοι αυτών των ανθρώπων, που αντιδρούσαν άμεσα για να αποφύγουν τον κίνδυνο. Όμως ο σημερινός μας κόσμος είναι τελείως διαφορετικός – ανταμείβει αυτούς που σκέφτονται δυο φορές προτού δράσουν. Μια επανεκπαίδευση που μας είναι πολύ επίπονη.

Δε λαμβάνετε καμία διάκριση, κανένα μετάλλιο, κανένα άγαλμα με το όνομά σας αν πάρετε τη σωστή απόφαση διαλέγοντας την αναμονή για το καλό της εταιρείας, του κράτους, της ανθρωπότητας. Αντιθέτως, αν δείξετε αποφασιστικότητα, δράσετε αμέσως και δείτε την κατάσταση να βελτιώνεται (ίσως εντελώς τυχαία), έχετε όλες τις πιθανότητες να δεχτείτε τιμές στην πλατεία του χωριού σας η να ανακηρυχτείτε «καλύτερος συνεργάτης της χρονιάς». Η κοινωνία προτιμά την απερίσκεπτη δράση από τη στοχαστική αναμονή.

Συμπέρασμα: Στις δύσκολες η πρωτόγνωρες καταστάσεις κινούμαστε από την παρόρμηση να κάνουμε κάτι, είτε συμβάλλουμε στη βελτίωση της κατάστασης είτε όχι. Έπειτα αισθανόμαστε πολύ καλύτερα, ακόμα κι αν δεν υπήρξε καμία βελτίωση. Συχνά, μάλιστα, η κατάσταση έχει χειροτερέψει. Με δυο λόγια, έχουμε την τάση να ενεργούμε πολύ γρήγορα και πολύ συχνά. Συνεπώς, αν είστε μέσα σε ομίχλη, μην κάνετε τίποτα προτού μπορέσετε να δείτε πιο καθαρά. Συγκρατηθείτε και μη δράσετε. «Όλη η ανθρώπινη δυστυχία προέρχεται από ένα και μοναδικό πράγμα, το ότι δεν ξέρουμε να μένουμε ήσυχοι σε ένα δωμάτιο» έγραφε ο Μπλάιζ Πασκάλ. Για τον ίδιο, το δωμάτιο αυτό ήταν το γραφείο του.

Πώς η πολιτισμική εξέλιξη έχει οδηγήσει στην παραίτηση των ενορμήσεων από την ικανοποίηση

Είναι αδύνατον να παραβλέψουμε σε ποιο βαθμό ο πολιτισμός βασίζεται στην παραίτηση από τις ενορμήσεις, πόσο πολύ έχει ως προϋπόθεση ακριβώς αυτήν τη μη ικανοποίηση (καταπίεση, απώθηση ή και τι άλλο;) έντονων ενορμήσεων.  Δεν είναι εύκολο να καταλάβουμε πώς γίνεται να παραιτηθεί μία ενόρμηση από την ικανοποίηση. Δεν είναι καν τόσο ακίνδυνο- εάν δεν υπάρξει οικονομική αντιστάθμιση, θα εμφανιστούν σοβαρές διαταραχές.

Εάν όμως θέλουμε να μάθουμε ποια αξία μπορεί να αξιώσει η θεώρησή μας για την πολιτισμική εξέλιξη ως ιδιαίτερη διαδικασία, συγκρίσιμη με τη φυσιολογική ωρίμανση του ατόμου, θα πρέπει προφανώς να καταπιαστούμε με ένα άλλο πρόβλημα, να αναρωτηθούμε σε ποιες επιρροές οφείλει την προέλευσή της η πολιτισμική εξέλιξη, πώς δημιουργήθηκε και από τι προσδιορίσθηκε η πορεία της.

Αυτό το έργο μοιάζει τεράστιο, μπορούμε να ομολογήσουμε την αδυναμία μας. Εδώ σας παραθέτω τα λίγα που μπόρεσα να μαντέψω.

Όταν ο πρωτόγονος άνθρωπος ανακάλυψε ότι, κυριολεκτικά, βρισκόταν στο χέρι του να βελτιώσει τη μοίρα του μέσω της εργασίας, δε θα μπορούσε να αδιαφορήσει για το εάν κάποιος άλλος άνθρωπος εργαζόταν μαζί του ή εναντίον του. Ο άλλος απέκτησε γι’αυτόν την αξία του συνεργάτη, με τον οποίο ήταν χρήσιμο να ζει μαζί. Ακόμα πρωτύτερα, την περίοδο που ο άνθρωπος έμοιαζε ακόμη με τον πίθηκο, είχε αποκτήσει τη συνήθεια να σχηματίζει οικογένειες- τα μέλη της οικογένειας ήταν προφανώς οι πρώτοι του βοηθοί. Πιθανόν η εδραίωση της οικογένειας να σχετιζόταν με το γεγονός ότι η ανάγκη για σεξουαλική ικανοποίηση δεν ήταν πλέον σποραδική, που εμφανίζεται ξαφνικά σε κάποιον και μετά την αποχώρησή της δε δίνει πια σημεία ζωής για πολύ καιρό, αλλά εγκαταστάθηκε μόνιμα στο άτομο. Έτσι ο άνδρας απέκτησε ένα κίνητρο για να κρατήσει κοντά του το θηλυκό ή, πιο γενικά, τα σεξουαλικά αντικείμενα- οι γυναίκες, που δεν ήθελαν να χωριστούν από τα αβοήθητα μικρά τους, έπρεπε και αυτές για το συμφέρον τους να μείνουν κοντά στο δυνατότερο αρσενικό. Σε αυτή την πρωτόγονη οικογένεια λείπει ακόμη ένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό του πολιτισμού- η αυθαιρεσία του αρχηγού και πατέρα ήταν απεριόριστη. Στο Τοτέμ και Ταμπού προσπάθησα να δείξω το δρόμο που οδηγούσε από αυτή την οικογένεια στην επόμενη βαθμίδα της συμβίωσης, στη μορφή των αδερφικών ενώσεων. Με την υπερνίκηση του πατέρα, οι γιοι απέκτησαν την εμπειρία ότι μία ένωση μπορεί να είναι ισχυρότερη από το άτομο. Ο πολιτισμός του τοτέμ βασίζεται στους περιορισμούς που έπρεπε να επιβάλλουν ο ένας στον άλλον για τη διατήρηση της νέας κατάστασης. Οι διατάξεις των ταμπού ήταν το πρώτο “δίκαιο”.

Η συμβίωση των ανθρώπων ήταν λοιπόν βασισμένη σε δύο πράγματα: στον καταναγκασμό για εργασία, που δημιουργούσε η ακραία ανάγκη, και στη δύναμη της αγάπης, η οποία από την πλευρά του άντρα δεν ήθελε να στερηθεί το σεξουαλικό αντικείμενο στη γυναίκα και από την πλευρά της γυναίκας δεν ήθελε να στερηθεί το κομμάτι που είχε αφαιρεθεί από αυτή στο πρόσωπο του παιδιού. Ο Έρως και η Ανάγκη έγιναν οι γονείς του ανθρώπινου πολιτισμού. Η πρώτη επιτυχία του πολιτισμού ήταν το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων μπορούσε να ζήσει σε κοινότητα. Και καθώς οι δύο μεγάλες δυνάμεις δρούσαν μαζί, θα μπορούσαμε να περιμένουμε ότι η περαιτέρω εξέλιξη θα συνέχιζε απρόσκοπτα προς την ολοένα και ισχυρότερη κυριαρχία επί του εξωτερικού κόσμου, καθώς και προς την παραπέρα επέκταση του αριθμού των ανθρώπων που περίκλειε η κοινότητα. Δεν καταλαβαίνουμε εύκολα πώς αυτός ο πολιτισμός θα μπορούσε να προκαλέσει στους συμμετέχοντές του κάτι άλλο από ευτυχία.

Πριν ακόμη εξερευνήσουμε από πού θα μπορούσε να προέλθει μία διαταραχή, θα προσπαθήσουμε, έχοντας ήδη αναγνωρίσει την αγάπη ως ένα από τα θεμέλια του πολιτισμού, να καλύψουμε ένα κενό σε μία προγενέστερη εξέταση. Είχαμε πει πως η εμπειρία ότι η σεξουαλική (γενετήσια) αγάπη εξασφαλίζει εντονότατη ικανοποίηση έδωσε ουσιαστικά στον άνθρωπο το πρότυπο κάθε ευτυχίας και θα πρέπει να τον ώθησε στο να αναζητάει στο εξής την ευτυχία της ζωής στο πεδίο των σεξουαλικών σχέσεων, να θέσει στο επίκεντρο της ζωής το σεξουαλικό έρωτα. Συνεχίζουμε με το γεγονός ότι ο άνθρωπος βρέθηκε με πολύ επικίνδυνο τρόπο να εξαρτάται από ένα κομμάτι του εξωτερικού κόσμου, δηλαδή από το επιλεγμένο αντικείμενο αγάπης, και εκτέθηκε σε έναν πολύ έντονο πόνο όταν εισέπραττε την περιφρόνηση από αυτό ή όταν το έχανε εξαιτίας απιστίας ή θανάτου. Οι σοφοί όλων των εποχών μάς έχουν συμβουλεύσει επιτακτικά την αποφυγή αυτής της πορείας ζωής- αλλά για ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων δεν έχει χάσει τη γοητεία της.

Μία μικρή μειοψηφία έχει τη δυνατότητα χάρις στην ιδιοσυστασία της, να βρει το δρόμο για την ευτυχία μέσω της αγάπης, κάτι που όμως απαιτεί εκτεταμένες ψυχικές μεταβολές της λειτουργίας της αγάπης. Αυτά τα άτομα ανεξαρτητοποιούνται από τη συγκατάθεση του αντικειμένου μεταθέτοντας την κύρια αξία από το να αγαπιούνται στο να αγαπούν οι ίδιοι, προστατεύονται από την απώλειά της στρέφοντας την αγάπη τους όχι σε μεμονωμένα αντικείμενα αλλά σε όλους τους ανθρώπους με τον ίδιο βαθμό και αποφεύγουν τις αμφιταλαντεύσεις και τις απογοητεύσεις της σεξουαλικής αγάπης αποστρέφοντάς την από το σεξουαλικό στόχο, μετατρέποντας την ενόρμηση σε μία ανασταλμένη ως προς το στόχο διέγερση. Αυτό που πραγματοποιείται με αυτό τον τρόπο μέσα τους, η κατάσταση μίας ισορροπημένης, συνεπούς, τρυφερής αίσθησης, δεν έχει πια μεγάλη εξωτερική ομοιότητα με την ορμητική, σεξουαλική ερωτική ζωή, από την οποία όμως προέρχεται, αυτής της αξιοποίησης της αγάπης για το εσωτερικό αίσθημα ευτυχίας- αυτό που αναγνωρίζουμε ως μία από τις τεχνικές της εκπλήρωσης της αρχής της ηδονής βρίσκεται πολλαπλώς, με την οποία μπορεί να συνδέεται σε εκείνες τις μακρινές περιοχές, όπου η διάκριση του Εγώ από τα αντικείμενα και η διάκριση των αντικειμένων μεταξύ τους παραμελείται. Μία ηθική θεώρηση, της οποίας το βαθύτερο κίνητρο θα μας γίνει γνωστό, θέλει να βλέπει σε αυτή την ετοιμότητα για γενική αγάπη προς τους ανθρώπους και τον κόσμο την ύψιστη βαθμίδα στην οποία μπορεί να ανυψωθεί ο άνθρωπος. Θα θέλαμε κιόλας να διατυπώσουμε δύο ενδοιασμούς. Μία αγάπη που δεν επιλέγει μάς φαίνεται ότι χάνει ένα κομμάτι της αξίας της, διαπράττοντας αδικία στο αντικείμενο. Και επιπλέον: δεν είναι όλοι οι άνθρωποι αξιαγάπητοι.

Η αγάπη εκείνη που εδραίωσε την οικογένεια, εξακολουθεί να επιδρά μέσα στον πολιτισμό στην αρχική της μορφή, όπου δεν παραιτείται από την άμεση σεξουαλική ικανοποίηση, αλλά και τροποποιημένη, ως ανασταλμένη ως προς το στόχο τρυφερότητα. Και με τις δύο μορφές συνεχίζει τη λειτουργία της, να συνδέει δηλαδή ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων μεταξύ τους και μάλιστα με πιο έντονο τρόπο από ό,τι επιτυγχάνει το συμφέρον της εργασιακής κοινότητας. Η αδιαφορία της γλώσσας στη χρήση της λέξης “αγάπη” βρίσκει μία γενετική δικαιολόγηση. Αγάπη ονομάζουμε τη σχέση ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό, οι οποίοι ίδρυσαν μία οικογένεια βάσει των σεξουαλικών αναγκών τους, ονομάζουμε όμως και τα θετικά αισθήματα ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά, ανάμεσα στα αδέρφια της οικογένειας, παρόλο που αυτή τη σχέση θα πρέπει να την περιγράψουμε ως ανασταλμένη ως προς το στόχο αγάπη, ως τρυφερότητα. Η ανασταλμένη ως προς το στόχο αγάπη ήταν πρωταρχικά αισθησιακή και παραμένει ακόμη έτσι στο ασυνείδητο των ανθρώπων. Και οι δύο αγάπες, η αισθησιακή και η ανασταλμένη ως προς το στόχο, εκτείνονται πέραν της οικογένειας και δημιουργούν νέους δεσμούς με τους μέχρι πρότινος ξένους. Η σεξουαλική αγάπη οδηγεί σε νέους οικογενειακούς δεσμούς, η ανασταλμένη ως προς το στόχο σε “φιλίες”, που είναι σημαντικές για τον πολιτισμό διότι αποφεύγουν κάποιους περιορισμούς της σεξουαλικής αγάπης, πχ την αποκλειστικότητά της. Αλλά η σχέση της αγάπης με τον πολιτισμό χάνει την πορεία της εξέλιξης το μονοσήμαντό της. Από τη μία πλευρά η αγάπη αντίκειται στα συμφέροντα του πολιτισμού, από την άλλη πλευρά ο πολιτισμός απειλεί την αγάπη με σημαντικούς περιορισμούς.

Αυτός ο διχασμός μοιάζει αναπόφευκτος- η αιτία του δεν αναγνωρίζεται αμέσως. Εκδηλώνεται κατ’ αρχάς ως μία σύγκρουση ανάμεσα στην οικογένεια και στην ευρύτερη κοινότητα στην οποία ανήκει το άτομο. Έχουμε ήδη μαντέψει ότι μία από τις κύριες επιδιώξεις του πολιτισμού είναι να συσπειρώσει τους ανθρώπους σε μεγάλες ενότητες. Η οικογένεια δε θέλει όμως να ελευθερώσει το άτομο. Όσο πιο στενή είναι η συνοχή μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, τόσο συχνότερα τείνουν να αποκόβονται από τους άλλους, τόσο δυσκολότερη τους γίνεται η είσοδος στον ευρύτερο κύκλο της ζωής. Ο φυλογενετικά παλαιότερος τρόπος συμβίωσης, που υφίσταται μόνο στην παιδική ηλικία, αμύνεται μπροστά στην αντικατάστασή του από τον πολιτισμικά επίκτητο, μεταγενέστερο. Η απομάκρυνση από την οικογένεια γίνεται καθήκον για κάθε νέο άνθρωπο, για την εκπλήρωση του οποίου η κοινωνία τον στηρίζει συχνά με εφηβικές και εισαγωγικές τελετουργίες. Μας δημιουργείται η εντύπωση ότι πρόκειται για δυσκολίες που συνδέονται με κάθε ψυχική και κατά βάση με κάθε οργανική εξέλιξη.

Επιπλέον, σύντομα οι γυναίκες έρχονται και αυτές σε αντίθεση με το ρεύμα του πολιτισμού και ξεδιπλώνουν την επιβραδυντική και ανασταλτική επιρροή τους, οι ίδιες γυναίκες που στην αρχή έθεσαν τα θεμέλια του πολιτισμού μέσω των αξιώσεων της αγάπης τους. Οι γυναίκες εκπροσωπούν τα συμφέροντα της οικογένειας και της σεξουαλικής ζωής- η πολιτισμική εργασία έγινε περισσότερο υπόθεση των ανδρών, τους θέτει όλο και δυσκολότερα έργα, τους αναγκάζει για μετουσίωση των ενορμήσεων, για τις οποίες οι γυναίκες είναι ελάχιστα ικανές. Επειδή ο άνθρωπος δε διαθέτει απεριόριστες ποσότητες ψυχικής ενέργειας, πρέπει να επιτελέσει τα καθήκοντά του μέσω της κατάλληλης κατανομής της λίμπιντό του. Αυτό που καταναλώνεται για πολιτισμικούς σκοπούς αφαιρείται σε μεγάλο βαθμό από τις γυναίκες και από τη σεξουαλική ζωή: η μόνιμη συνεργασία με άνδρες, η εξάρτησή τους από τις σχέσεις με αυτούς, αποξενώνουν μάλιστα τον άνδρα από το ρόλο του ως συζύγου και πατέρα. Έτσι η γυναίκα βλέπει να παραμερίζεται από τις αξιώσεις του πολιτισμού και δημιουργεί μαζί του μία εχθρική σχέση.

Από την πλευρά του πολιτισμού, η τάση για περιορισμό της σεξουαλικής ζωής δεν είναι λιγότερο εμφανής από ό,τι η άλλη τάση για επέκταση του κύκλου του πολιτισμού. Ήδη η πρώτη φάση του πολιτισμού, αυτή του τοτεμισμού, φέρει την απαγόρευση της αιμομικτικής επιλογής αντικειμένου, ίσως ο πιο αποφασιστικός ακρωτηριασμός που βίωσε η ανθρώπινη σεξουαλική ζωή στην πορεία των χρόνων. Μέσω των ταμπού, των νόμων και των εθίμων δημιουργούνται και άλλοι περιορισμοί, οι οποίοι αφορούν τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες. Δεν πάνε όλοι οι πολιτισμοί το ίδιο μακριά- η οικονομική δομή της κοινωνίας επιδρά και στο βαθμό της υπόλοιπης σεξουαλικής ελευθερίας. Γνωρίζουμε ήδη ότι ο πολιτισμός υποτάσσεται εδώ στον καταναγκασμό για οικονομική αναγκαιότητα, καθώς αυτή αφαιρεί από τη σεξουαλικότητα ένα μεγάλο ποσό ψυχικής ενέργειας και την καταναλώνει η ίδια. Έτσι ο πολιτισμός φέρεται απέναντι στη σεξουαλικότητα όπως ένας λαός ή ένα στρώμα του πληθυσμού, που έχει υποτάξει ένα άλλο στρώμα και το εκμεταλλεύεται. Το άγχος μπροστά σε μία εξέγερση των καταπιεσμένων ωθεί για την υιοθέτηση αυστηρών προληπτικών μέτρων. Ένα ζενίθ μίας τέτοιας εξέλιξης βλέπουμε δυτικοευρωπαϊκό μας πολιτισμό. Είναι απολύτως δικαιολογημένο από ψυχολογικής απόψεως το γεγονός ότι απαγορεύει τις εκδηλώσεις της παιδικής σεξουαλικής ζωής, διότι ο περιορισμός των σεξουαλικών επιθυμιών των ενηλίκων δε θα είχε καμία τύχη αν δεν είχε προετοιμασθεί στην παιδική ηλικία. Μόνο που δε δικαιολογείται με κανέναν τρόπο όταν η πολιτισμική κοινωνία φθάνει να αρνείται αυτά τα εύκολα αποδεικνυόμενα, τόσο οφθαλμοφανή φαινόμενα. Η επιλογή του αντικειμένου που κάνει ο ώριμος σεξουαλικά άνθρωπος περιορίζεται στο αντίθετο φύλο, τις περισσότερες εξωγεννητικές ικανοποιήσει τις καταδικάζει ως διαστροφές. Η αξίωση για μία σεξουαλική ζωή ομοιόμορφη για όλους τους ανθρώπους, η οποία εκφράζεται με αυτές τις απαγορεύσεις, αγνοεί τις ανομοιότητες της έμφυτης και επίκτητης σεξουαλικής ιδιοσυστασίας των ανθρώπων, αφαιρεί από ένα αρκετά μεγάλο αριθμό τους τη σεξουαλική απόλαυση και γίνεται έτσι πηγή μεγάλης αδικίας. Η επιτυχία αυτών των περιοριστικών μέτρων θα μπορούσε τότε να είναι το γεγονός ότι σε εκείνους που είναι φυσιολογικοί, σε εκείνους που δεν τους εμποδίζει η ιδιοσυστασία τους, κάθε σεξουαλικό ενδιαφέρον διευθετείται χωρίς απώλειες στα ανοιχτά κανάλια. Αλλά αυτό που μένει ελεύθερο από την απαγόρευση, η ετεροφυλοφιλική γεννητική αγάπη, μειώνεται και περαιτέρω μέσω των περιορισμών της νομιμότητας και την μονογαμίας. Ο σημερινός πολιτισμός δηλώνει εμφανώς ότι επιτρέπει μόνο σεξουαλικές σχέσεις με βάση ένα μοναδικό, αδιάλυτο δεσμό ενός άνδρα με μία γυναίκα, ότι δεν του αρέσει η σεξουαλικότητα ως αυτόνομη πηγή ηδονής και ότι έχει την πρόθεση να την ανεχθεί μόνο ως αναντικατάστατη πηγή για τον πολλαπλασιασμό των ανθρώπων, όπως μέχρι τώρα. Αυτό φυσικά είναι ακραίο. Είναι γνωστό ότι αποδείχθηκε ανέφικτο, ακόμη και για μικρές χρονικές περιόδους. 

Μόνο τα αδύναμα άτομα έχουν υποταχθεί σε μία τόσο μεγάλη εισβολή στη σεξουαλική τους ελευθερία, οι πιο ισχυρές φύσεις το κάνουν μόνο με την προϋπόθεση μίας αποζημίωσης, για την οποία μπορούμε να μιλήσουμε αργότερα. Η πολιτισμένη κοινωνία αναγκάστηκε να επιτρέψει πολλές παραβιάσεις στα σιωπηρά, τις οποίες σύμφωνα με τις αρχές της θα έπρεπε να καταπολεμάει. Όμως δε θα πρέπει να κάνουμε το λάθος και να δεχθούμε ότι μία τέτοια πολιτισμική στάση είναι γενικά ακίνδυνη διότι δεν επιτυγχάνει όλα όσα σκόπευε. Η σεξουαλική ζωή του πολιτισμένου ανθρώπου έχει βλαφθεί σε μεγάλο βαθμό, δημιουργεί μερικές φορές την εντύπωση μίας λειτουργίας που έχει υποστεί επαναστροφή. Ίσως δικαιούμαστε να δεχθούμε ότι η σημασία της πηγής αισθημάτων ευτυχίας, για την εκπλήρωση δηλαδή του σκοπού της ζωής μας, έχει μειωθεί αισθητά. Κάποιες φορές πιστεύουμε πως δεν είναι μόνο η πίεση του πολιτισμού αλλά κάτι στην ουσία της ίδιας της σεξουαλικής λειτουργίας που μας αρνείται την πλήρη ικανοποίηση και μας ωθεί σε άλλους δρόμους. Μπορεί να είναι λάθος, είναι δύσκολο να αποφανθούμε.

S.Freud, Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας

Η φωτεινή κυριαρχία του Αριστοτέλη

Στην αρχαία Ελλάδα, η σχέση του δασκάλου με τον μαθητή αναδεικνύει συχνά το αρχετυπικό, υπερβατικό της περιεχόμενο. Έτσι, ο Πλάτων καταγράφει, σχολιάζει αλλά και διευρύνει την σωκρατική διδασκαλία. Ο Αριστοτέλης, στην συνέχεια, μαθητής στην Ακαδημία του Πλάτωνα, δεν ασκεί μόνον κριτική στις ιδέες του δασκάλου του.

Σε μεγάλο βαθμό τις ανατρέπει, για να θεμελιώσει το δικό του οικοδόμημα. Θα αποτελέσει έτσι τον δεύτερο κορυφαίο διανοητή της αρχαιότητας που υπερβαίνει γρήγορα τα όρια του χρόνου και του τόπου του. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο δεσμός του δασκάλου με τον μαθητή θα έχει συνέχεια – αυτήν την φορά όμως με παράδοξο τρόπο.

Ο Αριστοτέλης, που είχε γεννηθεί στα Στάγειρα της Μακεδονίας το 384 π.Χ., παρέδιδε επί ένα διάστημα ιδιαίτερα μαθήματα στον Αλέξανδρο, τον γιο του Φιλίππου. Όταν ο Αλέξανδρος κατέκτησε τον μακεδονικό θρόνο, ο Αριστοτέλης δεν έχασε την ευκαιρία της υποστήριξης που του παρείχε ο μαθητής του, και ίδρυσε την περίφημη Περιπατητική Σχολή του στην Αθήνα. Θα διδάξει εκεί μέχρι τον θάνατο του Αλεξάνδρου, αφήνοντας υπό τύπον σημειώσεων ένα μνημειώδες έργο. Δεν υπάρχει σχεδόν κανένας τομέας του επιστητού που να μην θίγεται στο έργο αυτό: ιατρική, φυσιολογία, μετεωρολογία, φυσική, ψυχολογία, καθώς και θέματα βιολογίας ή φυσικής ιστορίας.

Ο Αριστοτέλης καθιέρωσε την συστηματική μελέτη της λογικής, ενώ η Ηθική του συνιστά ανυπέρβλητο έργο. Μεγάλη, επίσης, υπήρξε η συνεισφορά του στην πολιτική θεωρία, αλλά και στην φιλολογική κριτική. Όσον αφορά πάντως την λειτουργία της οράσεως, ο Αριστοτέλης δεν είχε πεισθεί από τις προγενέστερες ερμηνείες, που πρέσβευαν είτε ότι το φως είναι σωματιδιακή ακτινοβολία είτε ότι το μάτι εκπέμπει οπτικές ακτίνες. Δεν συμπαθούσε, γενικότερα, την ατομική θεωρία, αφού αυτή δεν συμβιβαζόταν με τις ιδέες του για τις πρωταρχικές ιδιότητες που ενυπάρχουν στα πράγματα. Ούτε έβρισκε πειστικό τον τρόπο που ο Εμπεδοκλής και ο Πλάτων αιτιολογούσαν την αδυναμία μας να βλέπομε και την νύχτα.

«Είναι ανωφελές να ισχυριζόμαστε, όπως κάνει ο Τίμαιος, ότι κατά τη νύχτα η οπτική ακτίνα σβήνει όταν εξέρχεται από το μάτι. Τί σημαίνει λοιπόν σβήσιμο του φωτός;», αντιτείνει ο Αριστοτέλης. Ο ίδιος δέχεται την ανάγκη υπάρξεως ενός φυσικού μέσου ανάμεσα στο αντικείμενο και στον παρατηρητή. Το μέσο αυτό πρέπει να είναι διαφανές. Έτσι, δεν είναι κάτι που βλέπομε, αλλά κάτι μέσω του οποίου μπορούμε να δούμε. Πληρούται από εικόνες, που με κάποιον τρόπο μεταφέρονται στις αισθήσεις. Όπως συνοψίζει με ενάργεια ο Λάμπρος Σιάσος: «Διευκρινίζοντας την φύση του φωτός, ο Φιλόσοφος υποστηρίζει ότι αυτό είναι κάποιο διαφανές. Διαφανές όμως τοιαύτης φύσεως ώστε να είναι μεν ορατόν πλην ουχί καθ’ αυτό, αλλά εξαιτίας (κάποιου) αλλοτρίου χρώματος. Επικαλούμενος φυσικά παραδείγματα, μεταξύ αυτών του αέρα και του ύδατος, υποστηρίζει ότι αυτά δεν είναι κατά την ουσία τους διαφανή. Αντιθέτως, αυτό που εξασφαλίζει ή καθιστά δυνατή την διαφάνειά τους είναι κάποια φύση που ενυπάρχει η αυτή και σε αυτά τα δύο (τον αέρα, το ύδωρ), και στο αΐδιο άνω σώμα.

Το φως λοιπόν είναι η ενέργεια αυτού του διαφανούς, αυτής της ανώνυμης κοινής φύσης. Το φως είναι κάτι ωσάν το χρώμα του διαφανούς, όταν αυτό ευρίσκεται σε κατάσταση εντελέχειας». Το φως λοιπόν θεωρείται από τον Αριστοτέλη ως μια κατάσταση του διάφανου μέσου, που προκαλεί η παρουσία της φωτιάς ή ενός άλλου φωτεινού σώματος. Αυτό εξηγεί γιατί το φως δεν χρειάζεται χρόνο για να διαδοθεί, αφού συνιστά «κατάσταση» και όχι ουσία. Το χρώμα, τέλος, –όπως εξηγεί στο έργο του Περί αισθήσεως και αισθητών– είναι χαρακτηριστικό των ορατών αντικειμένων, και έχει την ικανότητα να θέτει σε κίνηση το διάφανο μέσο.

Το μαύρο και το άσπρο συνιστούν τις θεμελιώδεις ιδιότητες του χρώματος· η ανάμιξή τους σε μια επιφάνεια παράγει τα άλλα χρώματα. Ουσιαστικά, η αριστοτελική θεωρία της οράσεως παρέχει ένα λεξιλόγιο αναφοράς στην λειτουργία των αισθήσεων. Η αρετή της συνίσταται στο ότι αποτελεί μέρος ενός ευρύτατου συστήματος που επιχειρούσε να ερμηνεύσει με συνέπεια τον φυσικό και πνευματικό κόσμο.

Δεν είναι, συνεπώς, παράδοξο ότι τα κύρια χαρακτηριστικά της θεωρίας απαντούν στο Περί ψυχής έργο του Αριστοτέλη, που είναι μια μεγαλειώδης πραγματεία για το σύνολο της ανθρώπινης φύσης. Είναι πάντως ενδιαφέρον ότι στα τέσσερα θεμελιώδη στοιχεία του κόσμου που είχε προτείνει ο Εμπεδοκλής –το νερό, την φωτιά, την γη και τον αέρα– ο Αριστοτέλης αισθάνεται την ανάγκη να προσθέσει ένα πέμπτο: την πεμπτουσία. Η πεμπτουσία είναι σταθερή και αμετάβλητη, και συνδέει κατά κάποιον τρόπο τα άλλα τέσσερα στοιχεία, που βρίσκονται σε συνεχή ροή και συνθέτουν τα πράγματα. Εμπνεόμενος μάλιστα από τους αστερισμούς που παρέμεναν αμετάβλητοι κατά την διάρκεια των αιώνιων διαδρομών τους στον ουρανό, ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι η πεμπτουσία είναι φτιαγμένη από την ύλη των αστεριών. «Η υπόθεση αυτή δεν βρίσκεται μακριά από τις αντιλήψεις της σύγχρονης φυσικής», παρατηρεί ο Leonard Shlain, χειρουργός, αλλά και συγγραφέας ενός βιβλίου για την σχέση Φυσικής και Τέχνης. «Η πεμπτουσία», συνεχίζει, «δεν είναι τα αστέρια, αλλά το ίδιο το φως.

Πράγματι: φευγαλέα και αινιγματική, αυτή η πεμπτουσία προκαλεί απορία και σεβασμό σε όλη την διάρκεια της ιστορίας. Είτε πρόκειται για το θαύμα της φωτιάς είτε για τις ζωογόνες ακτίνες του Ήλιου, το φως το ίδιο παραμένει πάντοτε το πιο μυστηριώδες στοιχείο. Κατέχει ξεχωριστή θέση σε όλες τις θρησκείες του κόσμου, και η σύγχρονη φυσική αποκάλυψε ότι αυτό συνδέει τις σημερινές θεμελιώδεις οντότητές της, που είναι πάλι τέσσερεις: ο χώρος, ο χρόνος, η ενέργεια και η ύλη».

Αξίζει άλλωστε να σημειωθεί ότι πρώτος ο Αριστοτέλης κάνει μια σοβαρή προσπάθεια να κατανοήσει το ουράνιο τόξο και την δημιουργία του στον βροχερό ουρανό. Προς τούτο, και παρά τις επιφυλάξεις που είχε εκφράσει, υποθέτει στην Μετεωρολογία του την ύπαρξη ενός είδους οπτικής ακτίνας που ξεκινά από το μάτι. Παρατηρεί, στην συνέχεια, ότι σε μικρά σώματα –όπως, για παράδειγμα, στις σταγόνες δροσιάς που λάμπουν στον Ήλιο– δεν ανακλώνται οι εικόνες των αντικειμένων, αλλά μόνον τα χρώματα. Συμπεραίνει λοιπόν ότι η οπτική ακτίνα φεύγει από το μάτι του παρατηρητή, αναπηδά στις σταγόνες της βροχής που υπάρχουν στα σύννεφα, και κινείται προς την κατεύθυνση του Ήλιου, πίσω από τον παρατηρητή. Στην ερμηνεία του φαινομένου, που εμπλουτίζεται με πολλές λεπτομέρειες, αναγνωρίζει κανείς τα πρώτα ίχνη μιας επιστημονικής μεθόδου. Στους αιώνες πάντως που ακολουθούν τις μέρες μας, και η παρουσία των ιδεών του είναι πάντοτε έντονη στον κόσμο της σκέψης και στις ακαδημαϊκές συζητήσεις.

Είναι πάντως αναγκαίο, καθώς ολοκληρώνονται οι αναφορές στην ιστορία του φωτός κατά την εποχή του ελληνικού θαύματος, να υπογραμμισθεί μια αυτονόητη αλήθεια: ότι όσα αναφέρθηκαν εδώ, με συνοπτικό εξ ανάγκης τρόπο, πρέπει να θεωρηθούν απλά ψήγματα ενός κόσμου πλούσιου σε ιδέες και πνευματικά επιτεύγματα. Καθώς όμως τα ψήγματα αυτά εμφανίζονται απομονωμένα και αποσπασματικά, χάνουν συχνά τον συνεκτικό δεσμό τους με το συνολικό έργο του δημιουργού. Μόνον η ίδια η ανάγνωση του Τίμαιου του Πλάτωνα ή του Περί ψυχής του Αριστοτέλη θα αποκαθιστούσε το ειδικό βάρος μιας αναφοράς στην λειτουργία της οράσεως ή ενός μύθου για το φως.

Είναι πάντως ενδιαφέρον ότι, στην ενασχόλησή τους με την επιστήμη, οι Έλληνες αποφεύγουν τους ποσοτικούς υπολογισμούς και κάποιες, απλές έστω, πειραματικές αποδείξεις. «Το γιατί οι Έλληνες», γράφει ο W.K. Guthrie, «παρά την λαμπρότητα του πνεύματός τους, χρησιμοποίησαν τόσο λίγο τις πειραματικές μεθόδους και δεν σημείωσαν καμία πρόοδο στην ανακάλυψη συσκευών για τον έλεγχο των πειραμάτων είναι ένα ερώτημα πολύπλοκο.

Σε κάποια μικρή έκταση, όσοι ακολουθούσαν την ιωνική παράδοση έκαναν χρήση της παρατήρησης αλλά όχι συστηματικά μέχρι την εποχή του Αριστοτέλη, και δεν είχαν ιδέα για το ελεγχόμενο πείραμα. Η κληροδοσία τους έγκειται αλλού: στις εκπληκτικές δυνατότητες που είχαν για επαγωγικούς συλλογισμούς». Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η ερμηνεία της οράσεως, που πρώτος εισήγαγε ο Εμπεδοκλής και προϋπέθετε την ύπαρξη κάποιου είδους οπτικών ακτίνων, επιβίωσε με διάφορες παραλλαγές για πολλούς αιώνες.

Παράλληλη πορεία ακολούθησε η συμπληρωματική –και εν μέρει ανταγωνιστική– θεωρία, η οποία υποστηρίχθηκε από τους ατομιστές φιλοσόφους και απέδιδε την όραση σε είδωλα που ίπτανται στον χώρο μέχρις ότου συλληφθούν από το μάτι και την ψυχή. Όσο για την αριστοτελική αντίληψη περί διαφανούς μέσου, παρά την αυθεντία του εμπνευστή της και ενώ δεν συγκρούεται ουσιαστικά με την ύπαρξη των οπτικών ακτίνων, ελάχιστα επηρεάζει τα πράγματα. Κινείται υπερβολικά στον χώρο του αφηρημένου, και εντάσσεται στην συνολική προσπάθεια του σπουδαίου φιλοσόφου να κατανοήσει ικανοποιητικά τις αισθήσεις.

Από μια άποψη, αυτό αποτέλεσε πραγματική τύχη για την ιστορία του φωτός. Είναι γνωστό ότι οι αυθεντίες, στην επιστήμη όσο και στην ζωή, παρασύρουν εμάς τους άλλους όχι μόνον στις μεγάλες τους ιδέες, αλλά και στα λάθη τους.