Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΥ ΑΠΟΠΑΤΕΙΝ (ΧΕΖΕΙΝ) ΧΑΡΙΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΓΙΑΧΒΕ

ΕΥ ΔΙΑΚΑΘΙΖΑΝΕ (ΧΕΖΕ) ΩΣΤΕ ΜΗ ΣΚΑΤΟΠΑΤΕΙΣΕΙ Ο ΠΟΥΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΟΥ
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ
«και πάσσαλος έσται σοι επί της ζώνης σου, και έσται όταν διακαθιζάνεις (χέζεις) έξω, και ορύξεις εν αυτώ και επαγαγών καλύψεις την ασχημοσύνην σου εν αυτώ. Ότι Κύριος ο θεός σου εμπεριπατεί εν τη παρεμβολή σου…»!!! Δευτερονόμιο ΚΓ΄ 14-15
 
 Απόδοση του ως άνω χωρίου στην μαλλιαρή: «άμα βγεις έξω στο ύπαιθρο να κάνεις τα κακά σου, άνοιξε μια τρύπα μ’ ένα μυτερό κοντόξυλο που πρέπει να έχεις στο ζωνάρι σου (όπως το κάνουν οι γάτες και τα σκυλιά με τα πόδια τους βρε αδελφέ), και μετά, αφού κάνεις την ανάγκη σου, να σκεπάσεις τις σκατούλες σου. Διότι ο Κύριος ο θεό σου μπορεί να περάσει περπατώντας γύρω από το τσαρντί σου … (και ω μη γένοιτο, να πατήσει πάνω στην ασχημοσύνη σου, χυδαϊστί στα σκατά σου – επί των ευκόλως εννοουμένων η παρένθεσις).
Μάλιστα, υπήρξε και υπάρχει θεός ο οποίος κινδύνευε και κινδυνεύει να πατήσει ανθρώπινα κόπρανα! Προσοχή πιστοί. Προσοχή, για όνομα του θεού.
Ένα στοιχείο το οποίο συνεχώς τονίζουμε είναι ότι ο θεός των χριστιανών και ο θεός των Ιουδαίων είναι ένας και ο αυτός. Η επιμονή αυτή οφείλεται στην περίεργη άγνοια του δεδομένου αυτού από την πλευρά του χριστεπώνυμου πληρώματος. Νομίζουμε ότι η άγνοια αυτή, θεός φυλάξει, ίσως και να χρεώνει βαρύ αμάρτημα έναντι του θεού από την πλευρά του πιστού χριστιανού. Να μη γνωρίζει ο πιστός σε τι θεό πιστεύει! Δηλαδή αυτό δεν ενοχλεί τον θεό του; Δεν τον εκνευρίζει;
Μα τι είναι αυτά που λες; Ο θεός αυτός δεν είναι άνθρωπος για να εκνευρίζεται όπως εμείς! Έτσι απαντά ο χριστιανός άνθρωπος. Άλλη σοβαρή άγνοια από την πλευρά του! Καλά περίμενε και θα δεις μέσα από τις ίδιες τις Γραφές ότι όχι μόνον εκνευρίζεται αλλά και παρα-εκνευρίζεται μάλιστα.
Ότι επί πλέον οργίζεται, μισεί, μετανιώνει, λυπάται, χαίρεται, διαλογίζεται, ότι έχει στόμα, όσφρηση, χέρια, βραχίονες, πρόσωπο, γλώσσα, πόδια, αφή και ότι τίποτε δεν του λείπει απ’ όλα αυτά τα ανθρώπινα αισθήματα και συναισθήματα που διαθέτει ο άνθρωπος. Δηλαδή δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από τον άνθρωπο.
Αποκλείεται απαντά ο χριστιανός. Αυτά συμβαίνουν στην ειδωλολατρία. Οι θεοί του Ολύμπου ήταν τέτοιοι. Εμείς δεν είμαστε ειδωλολάτρες. Ο δικός μας ο θεός είναι πνεύμα. Και ως πνεύμα δεν μπορεί να συμπεριφέρεται έτσι που λες, χειρότερα κι από άνθρωπο. Καλά χριστιανέ μου θα δούμε σε λίγο ποια είναι η αλήθεια.
Αλλά πες μου σε παρακαλώ, πιστεύεις στην Βίβλο, την Παλαιά διαθήκη των Ιουδαίων; Φυσικά αφού είναι ιερό και θεόπνευστο βιβλίο της ορθοδοξίας μαζί με την Καινή. Αφού δεν γίνεται η Καινή να υπάρχει δίχως την Παλαιά. Δεν βλέπεις πόσες αναφορές έχει η Καινή στην Παλαιά. Οι προφήτες της Παλαιάς δεν προφήτεψαν την έλευση του Μεσσία; Ο Χριστός δεν είναι υιός του Γιαχβέ του θεού της Παλαιάς;
Πράγματι, ουδέποτε η ορθοδοξία έθεσε ζήτημα υποβάθμισης ή αποβολής (ήμαρτον Κύριε) της Παλαιάς Διαθήκης από την πίστη και την λατρεία της. Όποιος δεν το πιστεύει αυτό δεν έχει παρά να παρακολουθήσει μια οποιαδήποτε χριστιανική λειτουργία. Εκεί λοιπόν θα ακούσει με πόσο μεγάλη ευλάβεια και κατάνυξη οι ψαλτάδες ψάλλουν  το «των αγίων πατέρων ημών Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ». Κι αν ακούσει κανείς εκεί μέσα έστω κι ένα ελληνικό όνομα ή τοποθεσία ή χωριό ή ποταμό ή βουνό να έρθει και να μου τρυπήσει την μύτη.
Οι άνθρωποι αυτοί τρέφουν τόσο τεράστιο σεβασμό προς τους προγόνους των Ιουδαίων που ούτε γι’ αστείο δεν τολμούν να αναφέρουν ελληνικό όνομα.
[Παρέκβαση: Για να φανταστείτε μέχρι ποιο σημείο έφτασε η κατάσταση αυτή, μέχρι και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές στη χώρα της Ελλάδος δέχονται τα Εβραϊκά ονόματα ενώ απορρίπτουν τα Ελληνικά!!! Πώς είπατε; Ν’ αφήσω τα κακόγουστα αυτά αστεία. Κι όμως, την πατήσατε αγαπητοί μου. Ιδού για ποιόν λόγο χάσατε το στοίχημα.
Εάν χρησιμοποιήσετε στον υπολογιστή σας το εργαλείο «ορθογραφικός και γραμματικός έλεγχος» και γράψετε τις λέξεις Αβραάμ ή Ισαάκ ή Ιακώβ, θα διαπιστώσετε ότι δεν θα σας υπογραμμίσει, με την κόκκινη τεθλασμένη γραμμή, κανένα λάθος. Για γράψτε όμως κάτι όπως ας πούμε «τον Αριστοτέλην» ή «την Υπατίαν» ή «ποιός» ή «καμμιά» και μετά τα λέμε.
Ένσταση είπες; Ναι, το καμμιά είναι λάθος, διότι πρέπει να το γράψεις με ένα μ. Σε καμμιά περίπτωση άνθρωπέ μου δεν θα το γράψω μ’ ένα μ. Διότι το καμμιά είναι σε μια λέξη τα καν και μιά, δηλαδή κανμιά που γίνεται καμμιά (νμ>μμ), όπως η λέξη γράμμα ήταν γράφμα κι έγινε γράμμα (φμ>μμ), διότι από το γράφ-ω παράγεται. Δηλαδή εσύ κρατάς το γράμμα και πετάς το καμμιά; Κατάλαβες τώρα πώς εσκεμμένα πάνε να μας διαλύσουν τη γλώσσας; Να σβήσουν τα ίχνη της ιστορίας που φέρουν οι ίδιες οι λέξεις από μόνες τους;
Όλους αυτούς που ανέλαβαν το «θεάρεστο» αυτό έργο, οι πατρόνες τους, τους ανακηρύσσουν καθηγητές και πρυτάνεις. Θα τους δείτε σε τηλεοπτικές εκπομπές, την ώρα που εξηγούν τους λόγους για τους οποίους το έγκλήμά τους αυτό συντελείται χάριν της προόδου της ελληνικής γλώσσας, να αμολούν και μια ομολογία χριστιανικής πίστεως, δίχως να τους την ζητήσει κανείς, για να δείξουν στο παπαδαριό, ότι δεν λησμονούν το χρέος που τους οφείλουν.]
Λέγαμε λοιπόν ότι η Παλαιά Διαθήκη είναι το θεμέλιο της Καινής. Επί πλέον ο ίδιος ο Χριστός αναφέρεται συνεχώς στις γραφές («γέγραπται») για να χαρακτηρίσει ως θεόπνευστα τα βιβλία της. Ιδού οι αποδείξεις: Ματθ. κα΄ 42, Μαρκ. ιβ΄ 10,24, Λουκ. κδ΄ 27, δ΄ 4,8, Ιωαν. β΄ 42, ι΄ 35, Πραξ. η΄ 32, Ρωμ. α΄ 2, Γαλάτ. γ΄ 10,13,22, Ιακώβ. β΄ 8, Α΄ Πετρ. β΄ 6 κ.ά.
Όπως θα διαπιστώσουμε σε λίγο στα ιερά, για τους χριστιανούς, αυτά βιβλία ο θεός τους περιγράφεται ως και σαν κατ’ εξοχήν ανθρωπομορφικός, μέχρι εκνευριστικού βαθμού. Όταν, μετά λυσσώδους μανίας και διαχρονικώς, ο χριστιανισμός λοιδορεί, ψέγει και ειρωνεύεται όλους τους αλλόθρησκούς του επ’ ανοησία, για τον λόγο ότι λατρεύουν θεούς, στους οποίους αποδίδουν πλείστες ανθρώπινες αδυναμίες. Αδυναμίες που διακατέχουν τον δικό τους θεό στον ίδιο και μεγαλύτερο βαθμό.
Αδυναμίες πλην μιας, για να μη τον αδικήσουμε. Δεν ερωτεύεται με τίποτε θνητές. Για θεές ούτε λόγος, αφού στον ουρανό του δεν υπάρχουν ούτε θεές ούτε θεοί άλλοι πλην αυτού. Για το άγιο πνεύμα δεν γίνεται λόγος, είναι το δικό του πνεύμα. Περί δε του υιού θα δούμε στη συνέχεια.
Μάλιστα ο θεός αυτός μέχρι και σήμερα επιμένει ν’ απεχθάνεται τα ερωτικά και γενετήσια, πληρώνοντας ευχαρίστως το τίμημα με τα σεξουαλικά σκάνδαλα και τις σεξουαλικές ανωμαλίες που μαστίζουν τα μοναστήρια και τον κλήρο του. Ποια μεγαλύτερη απόδειξη μπορεί να υπάρξει από την συνεχή διαμαρτυρία του προέδρου των κληρικών ο οποίος συγκεκριμένα την διατυπώνει ως εξής: «δεν πάει άλλο, γέμισε η εκκλησία με ομοφυλόφιλους μητροπολίτες».
Για να πούμε όμως όλη την αλήθεια ο Γιαχβέ υπέπεσε κι αυτός στον πειρασμό να κάνει ένα παιδάκι όπως όλος ο κόσμος των θνητών και των θεών. Βεβαίως κατέστη αθώος και άμοιρος του γαμείν ένεκα του κρίνου. Και προ παντός έναντι του έκφυλου αφροδισιομανούς εκείνου Διός, του αμετανόητου γονιμοποιού των Ελληνίδων γυναικών. Του θεού του γένους αυτού όπου οι θνητές γυναίκες , δια του Διός πολιτισμού, γεννούσαν και ημίθεους εκτός από θνητούς ανθρώπους.
Ανθρώπους δηλαδή αθάνατους, για όλη την υφήλιο. Ο Ιπποκράτης είναι και θα είναι αθάνατος δίχως καμμιά αμφιβολία. Όσο θα υπάρχει το ανθρώπινο είδος οι γιατροί όλου του κόσμου θα ορκίζονται δια του όρκου του. δεν πρόκειται κανείς γιατρός να ορκισθεί στον Γιαχβέ ή στον Χριστό ή στον Αβραάμ ή σε οποιονδήποτε άγιο του χριστιανισμού. Ο λόγος είναι πασιφανής. Όλοι αυτοί οι τελευταίοι «γιάτρευαν» με φακιρικά, με ματζούνια, με κόκαλα πεθαμένων και με τίμια ξύλα. Ο Ιπποκράτης όμως γιάτρευε με επιστήμη, με εγχειρήσεις, με φάρμακα. Δίδασκε ανατομία, φαρμακολογία και ψυχοθεραπεία.
Ο Αριστοτέλης είναι αθάνατος. Και μετά από εκατομμύρια χρόνια (εάν δεν εξαφανιστεί το ανθρώπινο είδος από το πρόσωπο της γης, λόγο της ασέβεια του χριστιανικού κόσμου προς αυτή, βλέπετε ότι άλλος κόσμος τους ενδιαφέρει και συνεχώς μιλούν για την βέβαια καταστροφή αυτού εδώ του γήινου) όποιος θα σπουδάζει ψυχολογία, σ’ οποιοδήποτε σημείο της υφηλίου, θα είναι αναγκασμένος να μάθει ότι ο πρώτος άνθρωπος, σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, που μίλησε επιστημονικά για την ανθρώπινη ψυχή και επί πλέον έγραψε ογκώδη βιβλίο περί αυτής, ήταν κάποιος Έλληνας  ονόματι Αριστοτέλης.
Σ’ όποιο θέμα των ανθρωπίνων ενδιαφερόντων  κι αν ανατρέξει κανείς θα εξαναγκάζεται να προσπίπτει στους Έλληνες. Διότι αυτοί πρώτοι άνοιξαν και περπάτησαν τα μονοπάτια όλων των επιστημών. Αυτοί τα παιδιά του Διός. Αυτός ο λαός που προτιμούσε χίλιες φορές να γονιμοποιήσει κάποιος θεός την γυναίκα τους παρά ο ίδιος ή ο γείτονάς τους, όπως αντιθέτως προτιμούν οι Ιουδαιοχριστιανοί. Δηλαδή πόσο μυαλό χρειάζεται κάποιος άνθρωπος για να αντιληφθεί ότι, όταν το γένος των Ελλήνων «έβαζε τον Δία να γκαστρώνει τις γυναίκες του», εννοούσε να τις γονιμοποιήσει με το καλύτερο σπέρμα του Ελληνικού πολιτισμού. Δηλαδή τόσο βόδια μας κατάντησε η χριστιανική απαιδευσιά μας!
Χάριν όμως της υποσχέσεώς μας ας δούμε το πρόσωπο του Γιαχβέ, παρ’ όλο που οι πιστοί του ισχυρίζονται ότι μόνον μετά θάνατον μπορεί να το αντικρίσει κανείς και μάλιστα μόνον εάν σωθεί. Από τι να σωθεί; Φυσικά από τον ίδιο. Διότι του θεού αυτού είναι αρμοδιότητα ποιος θα σωθεί και ποιος θα ριφθεί στο «πυρ το εξώτερον». Να πιστεύεις σ’ έναν θεό και να πασχίζεις μια ζωή να σωθείς απ’ αυτόν! Να μην υπάρχει άλλος θεός να προστρέξεις σ’ αυτόν για την σωτηρία σου. Όπως τότε που ο Οδυσσέας κυνηγημένος από την οργή του Ποσειδώνα επικαλούνταν την θεά Αθηνά και σώζονταν.
Επειδή γνωρίζουμε κάποιον καλό και μορφωμένο χριστιανό, κατά πολύ αρμοδιότερο από μας και για να μη χρειαστεί να ελέγχουμε συνεχώς την εμφανέστατη εμπάθειά μας προς τα χριστιανικά πράγματα, θα του δώσουμε ευχαρίστως τον λόγο, αφού η χειρονομία αυτή βολεύει απόλυτα και τις δύο πλευρές.
Ο άνθρωπος αυτός λέγεται Παναγιώτης Ι. Μπρατσιώτης. Καθηγητής της θεολογίας στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Το 1915 διορίστηκε καθηγητής των ιερών στο διδασκαλείο Πειραιώς. Κατά το 1921-22 διετέλεσε και διευθυντής του περιοδικού «Ιερός Σύνδεσμος», επισήμου τότε οργάνου της Ιεράς Συνόδου. Το 1924 διορίστηκε υφηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου κ.λπ.
Μας περιγράφει λοιπόν εμπεριστατωμένα τον Γιαχβέ, μέσα από την Π.Δ. στην εγκυκλοπαίδεια «Πυρσός» στη σελ. 765: «… Και αλλαχού μεν αποδίδονται εις τον θεόν αισθήσεις, οίον όρασις δι’ ής τα πάντα εφορά (Α΄ Βασιλ. ΙΕ΄ 19, Ψαλμ. Θ΄ 14, Ησαΐου ΛΖ΄ 17 και πολλά άλλα), ακοή (Δευτερ. ΛΓ΄ 7, Ψαλμ. Ε΄ 2, Μιχ. Ζ΄ 7 και πολλά άλλα), όσφρησις (Γενες. Η΄ 21, Εφεσ. Ε΄ 2 και άλλα), αφή (Ιωβ ΙΘ΄ 21, Ιερεμ. Α΄ 9 και άλλα), αλλαχού δε μέλη του ανθρωπίνου σώματος, οίον στόμα δι’ ού λαλεί (Ησ. Α΄ 20, Ιερεμ. ΚΓ΄ 16), γλώσσα  δίκην πυρός καταναλίσκοντος (Ησ. Λ΄ 27), χείρες δε και βραχίονες, δι’ ών τα πάντα δύναται (Ψαλ. ΙΣΤ΄ 14, Ησ. ΙΘ΄ 25, Ιερεμ. ΚΑ΄ 5, Αββακ. Β΄ 16 και άλλα), πρόσωπον (Ψαλμ. ΞΘ΄ 4), πόδες (Ησ. ΞΣΤ΄ 1 και άλλα), αλλαχού κινήσεις ανθρώπινοι (Ωσηέ ΙΑ΄ 3, Ησ. ΣΤ΄ 1, Αμως Ζ΄ 9, Γεν. ΙΑ΄ 7 και άλλα πολλά), αλλαχού δε αποδίδεται τω θεώ ψυχή (Εβρ. Ι΄ 38) μετά παθών ανθρωπίνων, οίον μίσους (Ησ. Α΄ 14), χαράς (Ησ. ΜΒ΄ 1), λύπης (Γεν. ΣΤ΄ 6), οργής (Ψαλμ. Β΄ 12), μετανοίας (Γεν. ΣΤ΄ 6), των τοιούτων ανθρωπομορφισμών λεγομένων και ανθρωποπαθισμών. Τέλος αποδίδονται τω θεώ εν τη Βίβλω διάφοροι ενέργειαι ή καταστάσεις διανοητκαί, οίον ανάμνησις (Τωβ. Γ΄ 3), πρόβλεψις (Δ΄ Βασιλ. ΙΘ΄ 27), διαλογισμός (Ιωνά Α΄ 6, Σοφ. Σολομ. Δ΄ 17), λήθη (Ψαλ. ΙΒ΄ 1)».
Και μάλλον από ευγενική διάθεση ο αγαθός αυτός καθηγητής παρέλειψε να αναφέρει ότι ο θεός αυτός κινδύνευε σχεδόν να πατήσει ακόμη και ανθρώπινα κόπρανα!!! Φανταστείτε να αναφέρονταν κάτι ανάλογο για τον Δία. Κι όμως για την Βίβλο τέτοιες θεϊκές περιπέτειες φαντάζουν φυσιολογικές.
Και για τους πιστούς και για τους άπιστους καταθέτουμε την απόδειξη: Δευτερονόμιο ΚΓ΄ 14-15 «και πάσσαλος έσται σοι επί της ζώνης σου, και έσται όταν διακαθιζάνεις έξω, και ορύξεις εν αυτώ και επαγαγών καλύψεις την ασχημοσύνην σου εν αυτώ. Ότι Κύριος ο θεός σου εμπεριπατεί εν τη παρεμβολή σου…»!!!
Σ’ όλες τις αποδόσεις στην νεοελληνική οι οποίες διαθέτουν τις εγκρίσεις της εκκλησίας της Ελλάδος, το προαναφερθέν χωρίο αποδίδεται ως εξής: «θα έχεις στη ζώνη σου τσαπί και όταν πηγαίνεις έξω προς σωματική σου ανάγκη να ανοίξεις λάκκο και μετά να σκεπάσεις τα κόπρανά σου».
Κι όλ’ αυτά διότι «ο Κύριος ο θεός σου πηγαινοέρχεται μέσα στο στρατόπεδό σου…». πρόκειται περί εντολής του Μωϋσή προς στρατωνισμένους Ισραηλίτες. Μια εντολή που δεν χρειάζεται να δώσει κανείς καν στις γάτες, φέρ’ ειπείν, διότι τα ζώα αυτά το πράττουν από μόνα τους και μάλιστα με εξαιρετική επιμέλεια.
Σ’ όποιον κι όποια αρέσουν τέτοιες θεϊκές ιστορίες μπορεί να διασκεδάσει όσο τραβά η ψυχή του αφού η Π.Δ. έχει αρκετές καταγεγραμμένες. Σε κάθε ενδιαφερόμενο ευχόμαστε καλή διασκέδαση.

 

Η ΧΑΜΕΝΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ

ΠΩΣ ΠΑΡΑΜΕΙΝΑΜΕ
ΦΑΣΚΙΩΜΕΝΟΙ
   ΣΤΗ «ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΜΙΑ» (*)

(*) Προσφιλής έκφραση του ιστορικού Κωνσταντίνου Σάθα.
 
Η χαμένη μάχη
του νεοελληνικού Διαφωτισμού (1828-1870)
 
  Η αναζήτηση των χαρακτηριστικών, που θα συνέθεταν μία σύγχρονη ελληνική εθνική υπόσταση και φυσιογνωμία είχε ήδη αρχίσει να εκδηλώνεται λίγο μετά τα μέσα του 18ου αιώνα. Προοδευτικά και μέχρι την έκρηξη της επανάστασης του 1821 η αναζήτηση αυτή πήρε τη μορφή ευθείας σύγκρουσης ανάμεσα στις πνευματικές δυνάμεις του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού (όπως αυτός εκφράστηκε στη νεοελληνική εκδοχή του) και σε αυτές της οπισθοδρομικής και τουρκόφρονoς χριστιανορθόδοξης εκκλησίας.
     Τα γνωστότερα  κείμενα πολεμικής από την πλευρά του Διαφωτισμού, είναι η «Αδελφική διδασκαλία» του Αδαμάντιου Κοραή, οι «Κρίτωνος Στοχασμοί», ο «Ρωσοαγγλογάλλος», και, φυσικά, η περίφημη «Ελληνική Νομαρχία» του Ανωνύμου του Έλληνος.
     Από την πλευρά της εκκλησίας, γνωστότερα  είναι η «Πατρική Διδασκαλία» του πατριάρχη Ιερουσαλήμ, Άνθιμου, η πατριαρχική εγκύκλιος του 1819 κατά της ονοματοδοσίας με ελληνικά ονόματα,  αλλά και οι κατ’ εξακολούθηση αφορισμοί της επανάστασης,  αλλά και προγενέστεροι (π.χ. ο πατριαρχικός αφορισμός των Κλεφτών του Μοριά το 1805,  ο οποίος εκτόξευε εναντίον τους κατάρες τέτοιες, που «ράγιζαν και τις πέτρες»(1)) από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίοι αναφέρονται εδώ επειδή ενσωμάτωσαν, εκτός από τις αρές κατά των αγωνιστών και αρκετά στοιχεία, σημαντικά για την ιδεολογική θεμελίωσή τους.
     Κατά την προεπαναστατική περίοδο, εκτός από τα ένθεν κακείθεν ιδεολογικά βέλη, ή και λιβελογραφήματα, μια πιο σκληρή μορφή της διαμάχης ήταν και η αποπομπή (συνοδευόμενη πάντα από οργανωμένη δυσφήμηση και από μεθοδεύσεις επαγγελματικής, εξόντωσης) όσων διαφωτιστών διδασκάλων (π.χ. Κούμας, Μοισιόδαξ, κ.α.) δίδασκαν στις σχολές, που είχε στη σφαίρα επιρροής της η εκκλησία –δηλαδή, ουσιαστικά, τις μόνες, που η τελευταία επέτρεπε να υπάρχουν εκείνη την εποχή.
     Το τί ακριβώς πρέσβευε (και επισήμως εξακολουθεί να πρεσβεύει) η ορθόδοξη εκκλησία έχει πλέον αποσαφηνισθεί από την επίσημη ιστοριογραφία: θεμελίωση μιας ανεθνικής ταυτότητας βασισμένης στον «ορθόδοξο» χριστιανισμό και παραμονή / επιστροφή σε καθεστώς τουρκικής κατοχής, ή κάποιο, που θα της εξασφάλιζε παρόμοια προνόμια. Αυτή εξάλλου ήταν και παραμένει, ελλείψει επίσημης και ξεκάθαρης διάψευσης, η πάγια και αμετανόητη θέση της από το 1453, που άνοιξε τις κερκόπορτες στους οθωμανούς.
     Από την άλλη, ο Διαφωτισμός εξέφραζε την αναγεννημένη εμπιστοσύνη στη δύναμη του επιστημονικού ορθολογισμού, την ελευθερία του στοχασμού και την απόρριψη κάθε αυθεντίας και ειδικά της θεοκρατικής (στάση, που ποίκιλε από την λυσσαλέα κριτική στην χριστιανική εκκλησία, μέχρι την ολοκληρωτική απόρριψη του χριστιανισμού και της θρησκείας εν γένει, ή την εισαγωγή φιλοσοφικών-θεολογικών συστημάτων όπως π.χ. ο Ντεϊσμός, ή το Θεοσεβικό σύστημα του Θεόφιλου Καϊρη) (2). Τα προηγούμενα δεν αρκούν για να χρίσουν τον Διαφωτισμό διάδοχο –όπως έχει συχνά παρερμηνευτεί- του ελληνικού πνεύματος (μάλιστα από μία, όχι δυσμενώς διακείμενη, ιστοριογραφική τάση έχει χαρακτηριστεί ως ένα κίνημα με απλοϊκές και αρκετά ωφελιμιστικές αρχές (3)). Η μορφή, που έλαβε όμως στην ελληνική εκδοχή του, διέθετε και το επιπλέον στοιχείο της δυναμικής ανάκλησης του προγονικού πνεύματος, κάτι που του προσέδιδε ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα (π.χ. ο Κοραής επιμελήθηκε στο Παρίσι μιας μνημειώδους επανέκδοσης των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων, συνοδευόμενης από τα θρυλικά πλέον Προλεγόμενά του).
Ο Διαφωτισμός εξέφραζε την αναγεννημένη εμπιστοσύνη
στη δύναμη του επιστημονικού ορθολογισμού,
την ελευθερία
του στοχασμού
και την απόρριψη κάθε αυθεντίας
και ειδικά
της θεοκρατικής.
     Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός επανακαθιέρωσε ύστερα από δεκαέξι αιώνες απαξίωσής της, την εθνική ονομασία «έλλην» (αντί του «χριστιανού», «ρωμηού» κ.α.(4)) και προπαρασκεύασε πνευματικά την έκρηξη της επανάστασης του 1821. Αυτά από μόνα τους υπενθυμίζουν την, προς αυτόν, αιώνια οφειλή κάθε έλληνα.
     Η ιστορική του παρουσία όμως δεν εξαντλήθηκε εκεί. Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός συμμετείχε ενεργά στον αγώνα, αναδεικνύοντας ολοκληρωμένους ανθρώπους της δράσης, όπως ο προαναφερθείς Θεόφιλος Καϊρης από την Άνδρο, ο οποίος πολέμησε έχοντας στο χέρι πότε το τουφέκι και πότε τη γραφίδα, ως ένας από τους συντάκτες του Συντάγματος της Β΄ Εθνοσυνέλευσης του Άστρους, το 1823. Η επίδραση των διαφωτιστικών ιδεών, όχι μόνο στη διατύπωση των πρώτων Συνταγμάτων των εξεγερμένων αλλά και στις εσωτερικές κοινωνικοπολιτικές αναζητήσεις και συγκρούσεις της εποχής, αν και φθίνουσα, έχει επισημανθεί από πολλούς ερευνητές ως κάτι παραπάνω από εμφανής.

Ο Θεόφιλος Καΐρης, ιερωμένος, αλλά ένθερμος υποστηρικτής του Διαφωτισμού, προκάλεσε το μένος της Ιεράς Συνόδου με την ανορθόδοξη διδασκαλία του περί «θεοσεβείας». (Ο εικονιζόμενος πίνακας του Θεόφιλου Καΐρη βρίσκεται στο μουσείο Μπενάκη.)
 
  Το πνεύμα του Διαφωτισμού γοήτευσε ακόμα και κάποιους λίγους ορθόδοξους κληρικούς, οι οποίοι, προς τιμήν τους, αγνόησαν επιδεικτικά την εκκλησιαστική γραμμή και συντάχθηκαν με την επανάσταση (μάλιστα πολλοί, όπως ο Αθανάσιος Διάκος, ο Γρηγόριος Δικαίος- Παπαφλέσσας κ.α. έλαβαν μέρος ως ένοπλοι). Οι ιερωμένοι αυτοί αποτελούν και το διάτρητο άλλοθι, που επικαλείται η ορθόδοξη εκκλησία όποτε στριμωχτεί για την συμπαράταξή της με την οθωμανική εξουσία. Αλλά και μετεπαναστατικά, όπως θα δούμε, κάποιοι μορφωμένοι κληρικοί, όπως ο μαθητής του Κοραή Θεόκλητος Φαρμακίδης, επάνδρωσαν τις τάξεις του Διαφωτισμού. Τους ανθρώπους αυτούς δεν θα πρέπει να τους καταχωρήσουμε ελαφρά τή καρδία, ως «διορατικούς», ή «εκσυχγρονιστές», που, πονηρά σκεπτόμενοι, αποφάσισαν να δώσουν στη χριστιανική πίστη και εκκλησία έναν «προοδευτικό» τόνο ώστε, αυτές να επιβιώσουν σε ένα μεταδιαφωτιστικό ευρωπαϊκό περιβάλλον. Τα κίνητρά τους πήγαζαν από τις προτεραιότητες της κοινωνίας και όχι της εκκλησίας. Ο προσανατολισμός τους ήταν πρωτίστως κοινωνικός: ενέτασσαν δηλαδή τον θρησκευτικό εκσυγχρονισμό στα πλαίσια ενός προαπαιτούμενου κοινωνικού.
 
Μετά την επανάσταση
  Με τον τερματισμό του ενόπλου αγώνα, το 1828, ένας άλλος αρχίζει. Ωστόσο δεν πρόκειται απλώς για αγώνα ανοικοδόμησης. Πρόκειται για μία χώρα, η οποία δεν έχει να επιστρέψει σε κάποια γνωστή και προσφάτως διακοπείσα προγενέστερη κατάσταση αλλά, πρέπει να αρχίσει τη νέα ζωή της από μηδενική βάση.
     Ο Καποδίστριας, ο πρώτος (και μεταβατικός, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα) κυβερνήτης, εισάγει για πρώτη φορά στην Ελλάδα την καλλιέργεια του γεώμηλου (πατάτα), για να τραφεί γρήγορα και φθηνά ο λιμοκτονών πληθυσμός. Ανάπηροι πολεμιστές, αφημένοι σαν σκυλιά στη τύχη τους, περιφέρονται με καταρρακωμένη υπερηφάνεια, ζητιανεύοντας. Παιδιά σε πλήρη εγκατάλειψη, που ολόκληρο το σόϊ τους ξεκληρίστηκε στον πόλεμο, περιπλανώνται χωρίς αύριο και κοιμούνται μέσα σε ερείπια, ή στην ύπαιθρο, παντελώς απροστάτευτα και χωρίς μία, τρύπια έστω, κουβέρτα.
     Στα πλαίσια της ανταλλαγής των πληθυσμών με την οθωμανική αυτοκρατορία, πρόσφυγες από τις, μή απελευθερωμένες τότε, βόρειες περιοχές εισρέουν στα περιορισμένα όρια του -στα χαρτιά μόνο- νεοδημιουργηθέντος κρατιδίου. Οι εξουσιαστικές φατρίες, ίδιες και απαράλλαχτες από τον καιρό της τουρκοκρατίας (ίσως το μόνο πράγμα στην Ελλάδα, που είχε μείνει ίδιο, ντόπιοι κοτζαμπάσηδες, βυζαντινοαναθρεμένοι φαναριώτες, κάποιοι παραγκωνισμένοι πρώην αρματωλοί), οι οποίες είχαν συνδράμει την επανάσταση μόνον όσο και όποτε τις συνέφερε, εξακολουθούν να συγκρούονται (όπως άλλωστε έκαναν και κατά τη διάρκειά της), πότε ένοπλα και πότε εντός των ορίων του πολιτικού παιχνιδιού, για το μοίρασμα της νέας εξουσιαστικής πίτας. Ένας λαός φαινομενικά μόνο νικητής αλλά, στην πραγματικότητα, σωματικά και ψυχικά, γονατισμένος, που βέβαια δεν είχε τον χρόνο να επεξεργαστεί, έστω και στοιχειωδώς, ζητήματα, όπως το ποιά μορφή μετεπαναστατικής κοινωνίας επιθυμούσε.
     Και σαν να μην έφταναν αυτά, οι λεγόμενες Μεγάλες Δυνάμεις προσπαθούν να εκμεταλλευτούν το ρήγμα της Τουρκικής κυριαρχίας, που και οι ίδιες συνέβαλλαν να δημιουργηθεί στην νοτιοανατολική Ευρώπη, για να μετατρέψουν προς όφελός τους τις ισορροπίες και τους συσχετισμούς στις εξωτερικές τους πολιτικές. Αυτό το τελευταίο περιελάμβανε φυσικά και την ανάμιξή τους στην ελληνική πολιτική κατάσταση μέσω των εν Ελλάδι κομμάτων-παραρτημάτων τους. Το πρόσχημα γι’ αυτήν την ανάμιξη τους είχε ήδη προσφερθεί διαρκούντος ακόμα του αγώνος από τις ντόπιες εξουσιαστικές ομάδες, οι οποίες επιδίωκαν να αποκτήσουν ισχυρούς προστάτες στις μεταξύ τους έριδες.
     Αλλά και ο κοινωνικός προμαχών του Διαφωτισμού, η Γαλλία, είχε προ πολλού υποκύψει στην εκφυλιστική ασθένειά του, τον βοναπαρτισμό. Στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα ο Διαφωτισμός παρέμενε, ωστόσο, ένας υπολογίσιμος ηττημένος. Είχε καταφέρει να «μολύνει» αμετάκλητα τις δυτικές κοινωνίες και να «διαφθείρει» ανεπανόρθωτα τις συνειδήσεις Έμοιαζε περισσότερο με βόμβα, που δεν είχε με βεβαιότητα εξουδετερωθεί, ή με ηφαίστειο, που δεν είχε σίγουρα σβήσει (έκτοτε, μάλιστα, μεταλλάχθηκε αρκετές φορές, κάτι, που μάλλον τον έχει καταστήσει ανίατη μάστιγα των απανταχού εξουσιαστών και, ίσως, όχι και τόσο «ηττημένο»). Παρόμοια ήταν και η θέση του στην Ελλάδα.
     Αυτές ήσαν σε γενικές γραμμές οι δυσμενείς διεθνείς και εγχώριες συνθήκες υπό τις οποίες άρχισε ο Διαφωτισμός να δίνει την κρισιμότερη μάχη του στο ελληνικό έδαφος. Την μάχη για μία σύγχρονη ευνομούμενη κοινωνία εναντίον της επαναφοράς μιας νεοβυζαντινού τύπου θεοκρατίας.
Το Αυτοκέφαλο
  Ως γνωστόν, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας ο ορθόδοξος κλήρος είχε αποσπάσει από τους οθωμανούς πολλά προνόμια, που δεν τα είχε ούτε επί «βυζαντινής» αυτοκρατορίας. Ένα από αυτά ήταν και η άσκηση της δικαστικής εξουσίας ως προς τις υποθέσεις μεταξύ ορθοδόξων, η οποία του απέφερε σημαντικά κέρδη. Γι’ αυτό, κατά τη διάρκεια της επανάστασης ο κλήρος είχε προσπαθήσει να αποτρέψει στις απελευθερωμένες περιοχές την ίδρυση δικαστηρίων. Μια από τις πρώτες μετεπανασταστικές πολιτειακές ενέργειες, που αφορούσαν την εκκλησία ήταν και η απαγόρευση, που της επέβαλλε ο Καποδίστριας ως προς το να δικάζει αστικές υποθέσεις, πέραν των γάμων και των διαζυγίων. Ο Καποδίστριας, αν και συντηρητικός, φίλος του κλήρου και αντίπαλα διακείμενος προς τον Διαφωτισμό, προχώρησε επίσης και σε μία ατελέσφορη προσπάθεια καταγραφής της εκκλησιαστικής περιουσίας, καθώς και σε τήρηση αρχείων γάμων, βαπτίσεων κ.λπ. για λόγους οικονομικού ελέγχου. Στόχος του δεν ήταν η αμφισβήτηση του ιδεολογικού ηγετικού ρόλου της Εκκλησίας αλλά η επείγουσα εξεύρεση χρημάτων. Βέβαια, οι ενέργειες αυτές του κυβερνήτη έβρισκαν σύμφωνους και τους υποστηρικτές των διαφωτιστικών ιδεών.
     Αλλά η χάραξη των πρώτων δρόμων προς την συγκρότηση της φυσιογνωμίας του νέου κράτους και της διαμόρφωσης της σχέσης του με την εκκλησία περνά μέσα από τις πολιτικές εκτιμήσεις και σκοπιμότητες της νεοφερμένης βαυαρικής (αντί)βασιλείας. Η οποία πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεται, ότι η χριστιανορθόδοξη εκκλησία με τους δεκαέξι αιώνες ισοπεδωτικής και αδιάκοπης κυριαρχίας της επί της συλλογικής εθνικής μνήμης έχει κατορθώσει να αποτελεί τον μόνο εναπομείναντα συνεκτικό ιδεολογικό παράγοντα στο νέο κράτος, ο οποίος μπορούσε να της χρησιμεύσει για την άσκηση, τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής της πολιτικής. Μπροστά στον οποίο, προαιώνιες εθνικές σταθερές, όπως η κοινή καταγωγή και ιστορική διαδρομή, τα -μασκαρεμένα σε χριστιανικά- πανάρχαια έθιμα, το, από κάθε άποψη, εκτυφλωτικό προγονικό παρελθόν, γι’ άλλη μια φορά απαξιώνονται και περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Η κεφαλή της ορθοδοξίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο,
παρά το πομπώδες
του ονόματός του,
δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένας διοικητικός θεσμός του οθωμανικού κράτους,
 ο οποίος ποτέ δεν είχε παραιτηθεί
από το να απεργάζεται
 την επαναπροσάρτηση
της Ελλάδας στην οθωμανική αυτοκρατορία.
     Ωστόσο οι βαυαροί δεν ήσαν αφελείς, ώστε να εμπιστευτούν τυφλά την εκκλησία, υπογράφοντάς της μια λευκή επιταγή. Εξάλλου, με τη χριστιανική ορθοδοξία δεν είχαν καμμία συναισθηματική εξάρτηση. Δεν είχαν ανατραφεί με αυτή. Ούτε έβλεπαν σε αυτή τίποτε βαθύτερο, όπως αυτά που επιμένει να διακρίνει ένας πιστός της. Η κεφαλή της, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, παρά το πομπώδες του ονόματός του, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένας διοικητικός θεσμός του οθωμανικού κράτους, ο οποίος ποτέ δεν είχε παραιτηθεί από το να απεργάζεται την επαναπροσάρτηση της Ελλάδας στην οθωμανική αυτοκρατορία: ακόμα και μετά το στρατιωτικώς αίσιο πέρας του Αγώνα, δεν έπαψε να καλεί τους έλληνες … να επιστρέψουν μετανοημένοι σε αυτήν (5).
     Οι βαυαροί δεν ήθελαν βεβαίως εκκλησία υπό(φιλό)τουρκη, που θα τους έβαζε τρικλοποδιές στην εξωτερική τους πολιτική και στις σχέσεις τους με το οθωμανικό κράτος. Επιπλέον το Πατριαρχείο αποτελούσε ιδεολογικό προγεφύρωμα και πρόσχημα για την ανάμιξη της –ομόθρησκης- Ρωσίας στα ελληνικά πολιτικά πράγματα, την τεράστια επιρροή της οποίας η αντιβασιλεία ήθελε να περιορίσει και να εξισορροπήσει με αυτές των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων (η Αγγλία και η Γαλλία είχαν ταχθεί υπέρ του Αυτοκέφαλου για τον ίδιο λόγο). Αποφασισμένοι να έχουν το πάνω χέρι στη σχέση τους με την ορθόδοξη εκκλησία, οι βαυαροί προχώρησαν το 1833 στην διοικητική διάσπασή της και στην καθιέρωση του Αυτοκέφαλου (όπως αποκλήθηκε), της ελλαδικής συνιστώσας της.
     Από ιδεολογικής πλευράς το έδαφος για την απεξάρτηση της εκκλησίας από το Πατριαρχείο είχε προλειανθεί από το Διαφωτισμό και συγκεκριμένα από την λιγότερο αδιάλλακτη απέναντι στον χριστιανισμό πλευρά του. Ο Κοραής, παρά την σκληρή αντικληρικαλιστική και αντιβυζαντινιστική γραμμή του, στα «Προλεγόμενά» του γράφει, ότι «ελευθέρων και αυτονόμων Γραικών κλήρος είναι απρεπέστατον να υπακούη εις προσταγάς Πατριάρχου εκλεγμένου από τύραννον και εξαναγκασμένου να προσκυνή τύραννον». Υπό την επίδραση του Διαφωτισμού, το ζήτημα είχε επίσης τεθεί και κατά τις εργασίες των Εθνοσυνελεύσεων του αγώνα. Όχι μόνο στη συνείδηση των προσκειμένων στον Διαφωτισμό αλλά και πλήθους άλλων, η πατριαρχική εξουσία είχε καταχωρηθεί ως αδιαχώριστη από την οθωμανική. Αλλά, η ψυχική εξάρτηση του ελληνικού λαού από την εκκλησία, σε συνδυασμό με τη μορφωτική και βιοτική του εξαθλίωση, ήταν πολύ ισχυρή για να την αγνοήσει κανείς, έστω και μετεπαναστατικά. Οπότε, για τους διαφωτιστές, ίσχυσε η συμβιβαστική και ρεαλιστική λογική του «μή χείρονος»: αν ένα ελεύθερο ελληνικό κράτος δεν είχε άλλη επιλογή από το να συνυπάρξει με μία χριστιανική εκκλησία, επιβαλλόταν, τουλάχιστον, να είναι και αυτή ελεύθερη από το υπότουρκο παρελθόν της. Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο που ο ένας εκ των τριών αντιβασιλέων, ο Λούντβιχ Γκέορκ Μάουρερ πείστηκε να προχωρήσει στην περί Αυτοκέφαλου απόφαση μετά από εισήγηση, που υπέβαλλε προς αυτόν ένας μαθητής του Κοραή και επιστήθιος φίλος του Καϊρη, ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης.

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, πρωτεργάτης του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος πίστευε, ότι η ανεξαρτησία της Ελλάδος από την οθωμανική τυραννία έπρεπε συγχρόνως να σημαίνει και ανεξαρτησία από την εκκλησιαστική εξουσία του Πατριαρχείου.
     Βέβαια, όπως γίνεται εύκολα κατανοητό, η απόφαση αυτή της αντιβασιλείας δεν υπαγορεύθηκε από φιλελεύθερα κίνητρα, όπως αυτά των Διαφωτιστών αλλά, από την ανάγκη να ισορροπήσει και να εδραιώσει με μία κίνηση «ματ» την θέση της, σε επίπεδο εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, επικυρώνοντας μία -έστω και χαλκευμένη- προϋπάρχουσα ενοποιητική εθνική ιδεολογία και «ανακατασκευάζοντας» τον αντίστοιχο φορέα της. Γι’ αυτό έλαβαν μέριμνα και για την μορφωτική ισχυροποίηση του παροιμιωδώς αναλφάβητου ορθοδόξου κλήρου (6) (π.χ. ίδρυση σεμιναρίου ορθοδόξων κληρικών στον Πόρο). Όπως, άλλωστε, ομολογεί ο Μάουρερ, στο βιβλίο του «Ο Ελληνικός Λαός»: «η ανεξαρτησία της ελληνικής Εκκλησίας [ενν. από το Πατριαρχείο] ήταν απαραίτητη για την υπόσταση της ίδιας της μοναρχίας». Την ημέρα της επίσημης ανακήρυξης του Αυτοκεφάλου 24/8/1833), στο λιμάνι του Ναυπλίου πανηγύριζαν όλες οι ξένες διπλωματικές αποστολές και τα ναυτικά πληρώματα, πλην των ρώσων.
     Το Αυτοκέφαλο εξελήφθη και χαιρετίστηκε από αρκετούς ως νίκη των διαφωτιστικών ιδεών. Αντιθέτως, επικρίθηκε από μερίδα κληρικών, που ελέγχονταν από το Πατριαρχείο καθώς και από το σύνολο σχεδόν του ελλαδικού μοναχισμού. Η αντίδραση του τελευταίου οφειλόταν κυρίως στο ότι, η αντιβασιλεία την ίδια στιγμή καταπολεμούσε δραστικά το μακραίωνο κοινωνικοοικονομικό καρκίνωμα του καλογερισμού, κλείνοντας τα 378 από τα 524 μοναστήρια της τότε ελληνικής επικράτειας και επιχορηγώντας με την απαλλοτριωμένη μοναστηριακή περιουσία τα προγράμματα της δημόσιας εκπαίδευσης. Όλοι οι παραπάνω κληρικοί και καλόγεροι άρχισαν αμέσως να κινδυνολογούν περί θείας τιμωρίας, να δαιμονολογούν περί εμφανίσεως αιρέσεων κ.λπ..
Η εκπαιδευτική πολιτική επί Αντιβασιλείας (7)

  Το έργο της εκπαίδευσης των ελλήνων το ανέλαβε μετά την ανακήρυξη της Ελλάδας σε Βασίλειο, η πολιτεία, αφού το νομικό πλαίσιο, που καθόριζε τις σχέσεις κράτους – εκκλησίας δεν επέτρεπε στην τελευταία να αναπτύξει εκπαιδευτικές δραστηριότητες, ανεξάρτητες από την κρατική εξουσία. Η αντιβασιλεία σύστησε επιτροπή «προς διοργανισμόν των σχολείων», στην οποία δεν συμμετείχαν εκπρόσωποι του κλήρου. Στις προτάσεις, που εισηγήθηκε η επιτροπή έγινε λόγος για την αναγκαιότητα της θρησκευτικής διδασκαλίας σε όλες τις βαθμίδες της σχολικής εκπαίδευσης. Αλλά το περίεργο για την εποχή είναι ότι στις μεγαλύτερες τάξεις προτείνεται η διδασκαλία του μαθήματος της «θρησκείας» με τρόπο που θα ικανοποιεί τις βαθύτερες αναζητήσεις των διδασκομένων σχετικά με το ρόλο της, ενώ παράλληλα προτείνεται και η διδασκαλία της ιστορίας των άλλων θρησκειών, κάτι ριζοσπαστικό για εκείνη την εποχή –και όχι μόνο.
     Η Αντιβασιλεία προχώρησε στη νομοθετική ρύθμιση περί εκπαίδευσης ξεκινώντας από τα δημοτικά σχολεία. Το βασιλικό διάταγμα του 1834 με τον τίτλο «Νόμος περί των δημοτικών σχολείων» καθόριζε, ένα από τα διδασκόμενα μαθήματα να είναι και η Κατήχηση, αλλά εναπέκειτο στην κρίση των γονέων το εάν τα παιδιά τους θα το παρακολουθούσαν. Επίσης στη νομαρχιακή επιτροπή, που ήταν αρμόδια για την επιθεώρηση των σχολείων θα έπρεπε, εκτός από έναν ορθόδοξο ιερέα, να συμμετέχει και ένας εκπρόσωπος της προτεσταντικής κοινότητας (στην Ελλάδα δρούσαν από την εποχή ήδη της επανάστασης προτεσταντικές αποστολές, κυρίως ιδρύοντας σχολεία. Ας σημειωθεί, ότι οι προτεστάντες ιεραπόστολοι δίδασκαν στα σχολεία τους την Αγία Γραφή από τη μετάφραση που είχε εγκρίνει το Οικουμενικό Πατριαρχείο). Το παραπάνω διάταγμα χαρακτηριζόταν από πνεύμα θρησκευτικής ανοχής και σεβασμού της ελευθερίας θρησκευτικής επιλογής και φανέρωνε την διάθεση του Μάουρερ για την ίση μεταχείριση των μαθητών στη σχολική θρησκευτική αγωγή αλλά και των ιδιωτικών σχολείων που διευθύνονταν από προτεστάντες. Το διάταγμα ακολουθούσε τα, καταφανώς επηρεασμένα από τον Διαφωτισμό, φιλελεύθερα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά πρότυπα της εποχής.
 
Προς τη δημιουργία του παρακράτους
  Θορυβημένη η Ρωσία, σε συνεργασία, φυσικά, με το θεσμικά κολοβωμένο Πατριαρχείο, ανέλαβε δράση. Άρχισε να στηρίζει τους αντιδρώντες στο Αυτοκέφαλο και κυρίως τα μοναστήρια, με γενναίες χρηματικές δωρεές και ακριβά δώρα, εκκλησιαστικά σκεύη κ.λπ..  Παράλληλα έστειλε στην Αθήνα τον πράκτορά της, κληρικό  Κωνσταντίνο Οικονόμο «των εξ Οικονόμων» για να οργανώσει υπογείως την υπονόμευση της εφαρμογής του Αυτοκεφάλου.
     [Παρέκβαση: το 1833 δεν είναι μόνο η χρονιά της νομοθετικής ρύθμισης περί Αυτοκεφάλου αλλά και του θανάτου του Κοραή. Είχε προηγηθεί μία, ματαιωμένη από τον οικουμενικό Πατριάρχη, απόπειρα αφορισμού του το 1831 «μήποτε δοθεί επιβλαβεστέρα επισημότης εις τας κενοφωνίας» του. Λίγο πριν πεθάνει, φανατικοί είχαν κάψει δημοσίως τα βιβλία του στο Ναύπλιο. Απαγορεύθηκε επίσης η τέλεση τριμήνου μνημοσύνου του στην Κωνσταντινούπολη. Το 1832 το Πατριαρχείο είχε απαγορεύσει την ανάγνωση των έργων του, ενώ καθ’ όλη την σαρακοστή του 1836, στις εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης εκφωνούντο κηρύγματα εναντίον του.]
     Ο Οικονόμος ανέπτυξε μία πολύπλευρη δραστηριότητα. Κατ’ αρχήν αρθρογραφούσε στην εφημερίδα Ευαγγελική Σάλπιγξ, που εξέδιδε, αρχικά στο Ναύπλιο και αργότερα στην Αθήνα, ο ιερομόναχος Γερμανός. Η πολεμική του στρέφεται κυρίως εναντίον του Φαρμακίδη αλλά και άλλων, όπως ο πρόσφατα τεθνεώς Κοραής και ο Καϊρης. Στην Αθήνα θα σχετιστεί με εκκλησιαστικούς, πολιτικούς και δημοσιογραφικούς παράγοντες. Επίσης, ενίσχυσε την συντηρητική ομάδα εντός την Ιεράς Συνόδου, ώστε να καταστήσει την τελευταία υποχείριό των επιδιώξεών του. Ταυτόχρονα στρατολογούσε οπαδούς από τους χώρους της πολιτικής και του στρατού. Όλα τα παραπάνω γίνονταν με την απαραίτητη χρηματοδότηση («λάδι») αλλά και υποσχέσεις εύνοιας, δυό πράγματα, που μοίραζε αφειδώς με τους πράκτορές της η ρωσική διπλωματική αποστολή στη Αθήνα.
     Τα αποτελέσματα της δράσης του δεν άργησαν να φανούν. Το 1835, ένα μόλις έτος μετά τη κάθοδο του Οικονόμου από τη Ρωσία και δυό μετά την ανακήρυξη του Αυτοκέφαλου, ο Αλέξανδρος Σούτσος γράφει ότι «είναι σχεδόν εν έτος αφ’ ότου η επίδειξις της θεοσεβείας έγινεν συρμός της Ελλάδος, αφ’ ου αι γονυκλισίαι και νηστείαι μάς επανήλθον σώαι και όχι μόνον οι Σταυροί του Σωτήρος, αλλά και οι προς τον Σωτήρα σταυροί και μετάνοιαι είναι εις μεγίστην τιμήν» (8).
     Αλλά οι υποστηρικτές των διαφωτιστικών ιδεών δεν έμειναν με σταυρωμένα χέρια και εκθέτουν σε κοινή θέα τα «άπλυτα» των συντηρητικών: «Ένα κείμενο που έδωσε αφορμή βιαιοτάτων αντιδράσεων: μια εφημερίδα, τον ίδιο χρόνο πάντοτε, σχολιάζει δυσμενέστατα μία αναφορά [σ.σ.: βλ. «συμβουλές»] του πρώην Ευβοίας, Άνθιμου στον Όθωνα: οι σουλτάνοι εγνώριζαν από την πείραν ότι, για να τυραννούν ευκόλως τον ελληνικόν λαόν, είχον ανάγκην από την συνδρομήν της θρησκείας του. Σέβας εις τους πατριάρχας μας, υπεράσπισιν εις την εκκλησίαν και προνόμια εις τους αρχιερείς της προσέφερεν αδιακόπως η τουρκική κυβέρνησις»(8). Σε παρόμοιο μήκος κύματος κινήθηκε και η προσκείμενη στους φιλελεύθερους εφημερίδαΑθηνά, του Εμμ. Αντωνιάδη. Στο φύλλο της της 16/5/1836 διαβάζουμε: «Ας ενθυμηθώμεν τί ήσαν επί της τουρκικής τυραννίας οι αρχιερείς μας. Εάν εξαιρέσουμε ολίγους τινάς, όλοι οι άλλοι ήσαν δεσπόται, τύραννοί των χριστιανών. Εψηφίζοντο αρχιερείς όχι κατ’ εκλογήν αρετής και παιδείας, αλλά με κολακείας ανδραποδώδεις και με παχείας προσφοράς χρημάτων. Αρπάζοντες δε ούτως την ποιμαντικήν ράβδον, εφορολογούσαν ασπλάχνως τα δυστυχή των ποίμνια, επωλούσαν καπηλικώς την ιεροδιακονίαν και την ιερωσύνην, τους εγκαινιασμούς, τους αγιασμούς, τας λειτουργίας και όλας τας υπέρ των χριστιανών γενομένας τελετάς, εξέδιδαν με βαρείαν χρηματικήν ποινήν τους σκληρούς και απανθρώπους εκείνους αφορισμούς […]επεριφρονούσαν την παιδείαν και κατέτρεχαν τους πεπαιδευμένους, οσάκις δεν έβρισκαν αυτούς κόλακάς της αρχιερατικής τραπέζης των και συνηγόρους των αυθαιρέτων και τυραννικών τους πράξεων»(8).
* * *
     Αλλά, τα επιχειρήματα ελάχιστη ισχύ έχουν όταν ο σκοταδισμός καλά κρατεί: η Ευαγγελική Σάλπιγξ γράφει στις 14/11/1836 για τις συνέπειες τής, περί τα εκκλησιαστικά, κυβερνητικής πολιτικής στην καθημερινή ζωή ότι, «και τα μεν πολιτικά ήθη βλέπομεν καθ’ ημέραν ελεεινά. Των δε οικιακών και κοινωνικών εκδηλούνται κηλίδες και νοσήματα ανήκουστα, ή και μόλις ακουστά πριν της επαναστάσεως»…
Τα πρώτα σημάδια σκοταδισμού στην εκπαιδευτική πολιτική
  Μέσα σε ένα τέτοιο φορτισμένο κλίμα, η πολιτική των ανακτόρων προσπαθεί να κινηθεί με τη λογική των ίσων αποστάσεων. Περί άρσης του Αυτοκεφάλου ούτε λόγος να γίνεται, μια και αυτό, όπως είχε ομολογήσει ο Μάουρερ, ήταν θεμελιώδες για την υπόσταση του μοναρχικού κράτους. Μπορούσαν όμως να γίνουν κάποιες στρατηγικές -και άσχετες με την υπόθεση του Αυτοκεφάλου- παραχωρήσεις ώστε, να κατευναστούν οι φήμες περί πολέμου εναντίον της ορθοδοξίας.
Το 1836 καθιερώθηκε
η υποχρεωτική καθημερινή ομαδική προσευχή
πριν από
την έναρξη
των μαθημάτων, όπως και ο υποχρεωτικός σχολικός εκκλησιασμός
των μαθητών.
    Με αυτόν τον τρόπο επήλθε η πρώτη ήττα των διαφωτιστικών ιδεών: δυό νέα βασιλικά διατάγματα, αυτό της 12 Ιουνίου 1836, που έφερε τον τίτλο «Περί των βιβλίων και των σχολείων των βιβλικών εταιρειών» και ένα άλλο της 31ης Δεκεμβρίου 1836 με τίτλο «Περί του Κανονισμού των ελληνικών σχολείων και γυμνασίων» δρομολόγησαν μία άλλη εκπαιδευτική πολιτική, από εκείνη που ακολουθούσε ο Μάουρερ. Σύμφωνα με αυτή, εισαγόταν η υποχρεωτική διδασκαλία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης και της ορθόδοξης κατήχησης στο ελληνικό σχολείο και γυμνάσιο, ενώ απουσίαζε πλέον κάθε μνεία για ελεύθερη επιλογή τού περιεχομένου της σχολικής θρησκευτικής διδασκαλίας. Επιπλέον, στην τελευταία τάξη του γυμνασίου έπρεπε να διδάσκεται η εβραϊκή γραμματική για όσους επιθυμούσαν να ακολουθήσουν θεολογικές σπουδές. Επίσης, καθιερώθηκε η υποχρεωτική καθημερινή ομαδική προσευχή πριν από την έναρξη των μαθημάτων, όπως και ο υποχρεωτικός σχολικός εκκλησιασμός των μαθητών. Καθοριζόταν επίσης ότι, οι δάσκαλοι έπρεπε να είναι αμέμπτου ηθικότητας και θρησκευτικότητας (9).
     Μια δεύτερη ήττα των διαφωτιστών ήλθε το 1838, όπου θεσμοθετείται η εθνική εορτή να γίνεται στις 25 Μαρτίου, την ημέρα δηλαδή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Με αυτόν τον τρόπο συνέβη, όχι απλώς μια παραχάραξη της ιστορικής αλήθειας (η επανάσταση είχε αρχίσει στις 21 Μαρτίου 1821) αλλά, επιχειρήθηκε να υποβαθμιστεί η ίδια η επανάσταση ως γεγονός, σε σχέση με μία ασήμαντη έως τότε χριστιανική εορτή, που απλώς έτυχε να πέφτει εκεί κοντά. Σε τελική ανάλυση, να υποσκελιστεί ο Διαφωτισμός (που οδήγησε στην επανάσταση) από την εκκλησία (που την είχε αφορίσει): «μια βαρυσήμαντη χειρονομία προς τον θρησκευόμενο ελληνισμό» (10).
     Τον Μάϊο του 1839 γίνονται στην Αθήνα τα εγκαίνια του πρώτου πανεπιστημίου της νεώτερης Ελλάδας, επίτευγμα και αυτό, της επίδρασης του Διαφωτισμού. Η ορθόδοξη εκκλησία δεν κρύβει, ότι ενοχλείται από το γεγονός. Με το πρόσχημα του διορισμού του ως τακτικού καθηγητή της ελληνικής φιλολογίας στο νεοϊδρυθέν πανεπιστήμιο, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο εισηγητής του Αυτοκέφαλου, απομακρύνεται από τη θέση του ως «Γραμματέως παρά τη Ιερά Συνόδω» του ελληνικού βασιλείου.
Τον Μάϊο του 1839
γίνονται στην Αθήνα τα εγκαίνια του πρώτου Πανεπιστημίου
της νεώτερης Ελλάδας, επίτευγμα και αυτό,
της επίδρασης
του Διαφωτισμού.
Η ορθόδοξη εκκλησία
δεν κρύβει, ότι ενοχλείται
από το γεγονός.
     Στο μεταξύ ο πρωτεργάτης του Αυτοκεφάλου, ο Μάουρερ, είχε ανακληθεί στην Βαυαρία από το 1834. Το 1837 ανακλήθηκε και ο δεύτερός των αντιβασιλέων, ο Άρμανσμπερκ. Στο διάστημα αυτό προέκυψαν, όπως είδαμε και οι πρώτες παραχωρήσεις της μοναρχίας προς τους συντηρητικούς, ως οι πρώτοι καρποί των ρωσοπατριαρχικών μεθοδεύσεων. Ενώ κατά την διετία 1838-1839 η εσωτερική και η εξωτερική πολιτική της χώρας έχει πλέον φτάσει στο σημείο να υπαγορεύεται, ουσιαστικά, από το φιλορωσικό κόμμα.
     Ωστόσο η ορθόδοξη αντίδραση αισθάνεται πλέον τόσο ισχυρή ώστε, δεν ικανοποιείται με τις παραχωρήσεις του Όθωνα αλλά, σχεδιάζει την ανατροπή του πολιτεύματος.
 
Το παρακράτος σε δράση
  Το 1839 αποκαλύφθηκε η συνωμοσία της περιβόητης «Φιλορθοδόξου Εταιρείας». Η εταιρεία είχε ιδρυθεί την ίδια χρονιά. Κορυφαία μέλη της ήσαν επίσκοποι και ηγούμενοι από όλη την Ελλάδα, η πλειονότητα των μελών της Ιεράς Συνόδου, πολιτικοί, ο υπουργός παιδείας Γλαράκης, στρατιωτικοί, στελέχη του φιλορωσικού («ναπαίϊκου») κόμματος, και, φυσικά, ο πράκτορας Οικονόμος. Τα μέλη της μισθοδοτούνταν από τη ρωσική κυβέρνηση. Είναι λοιπόν αυτονόητο από ποιούς δημιουργήθηκε και ποιών τους στόχους εξυπηρετούσε. Στους σκοπούς της (10) αναφέρονται, μεταξύ άλλων, η «απελευθέρωση» της Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας, καθώς και η ενίσχυση της ορθοδοξίας, η οποία θεωρείτο, ότι κινδύνευε.
     Ωστόσο, πίσω από τα λαϊκίστικα απελευθερωτικά οράματα και την κινδυνολογία περί παραμερισμού της εκκλησίας, ο πραγματικός σκοπός ήταν η άρση του Αυτοκεφάλου και η ενίσχυση, ακόμα και με χρήση βίας, του φιλορωσικού κόμματος. Επίσης η «μετατροπή της Ελλάδος σε κράτος δορυφόρο της Ρωσίας» (10). Στα σχέδιά της περιλαμβανόταν και η άσκηση πίεσης στον Όθωνα, για να αναγνωρίσει την ορθοδοξία ως επίσημη θρησκεία του κράτους αλλά και των διαδόχων του. Στην περίπτωση, που αυτός δεν συμμορφωνόταν, προεβλέπετο η τεχνητή αναζωπύρωση του φαινομένου της ληστείας στην ύπαιθρο, η υποκίνηση εξέγερσης στην Πελοπόννησο από οπλαρχηγούς, που είχε υπό τον έλεγχό της, ακόμα και η απαγωγή του Όθωνος.
     Παρά την εξάρθρωσή της και τις εναντίον της διώξεις, η εταιρεία ανασυντάσσεται και συνεχίζει προσεκτικότερα τη δράση της για πολλά χρόνια ακόμη. Αλλά, ούτως ή άλλως, το φαινόμενο του παρακράτους είχε πλέον αποκτήσει τη δική του δυναμική στη νεοελληνική πραγματικότητα: οι παρακρατικοί είχαν επιτύχει να αγκιστρωθούν σε πολλά καίρια σημεία του κρατικού μηχανισμού και δεν εξαρτιόντουσαν τόσο από μία συνωμοτική οργάνωση για τον συντονισμό τους.
     Την ίδια χρονιά αρχίζουν από την εκκλησία οι πρώτες διώξεις κατά του διαφωτιστή Θεόφιλου Καΐρη, οι οποίες θα συνεχιστούν, σχεδόν αδιάκοπα, μέχρι την δολοφονία του, στις 9/1/1853. Τόσο η προαναφερθείσα μετακίνηση του Φαρμακίδη από τη θέση του Γραμματέα της Ιεράς Συνόδου στο πανεπιστήμιο, όσο και η έναρξη των διώξεων εναντίον του Καϊρη έχουν αποδοθεί στη δράση του παρακράτους.
 
Η επινόηση της ιδεολογίας του αλυτρωτισμού
  Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1840-1850 η Βασιλεία εγκαταλείπει προοδευτικά την πορεία οικοδόμησης ενός κράτους κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Αυτό, που πρωτίστως την ενδιέφερε ανέκαθεν είναι η επιβίωσή της μέσω της κοινωνικοπολιτικής ομαλότητας και της αποφυγής εσωτερικών συγκρούσεων. Προς αυτή την κατεύθυνση η μοναρχία δεν δίστασε να καταφύγει ακόμα και στην οικειοποίηση των λαϊκίστικων οραμάτων του παρακράτους και να πλάσει το εξίσου λαϊκίστικο ιδεολόγημα της «Μεγάλης Ιδέας».
     Οι έλληνες είχαν επίγνωση ότι, η διευθέτηση των συνόρων του πρώτου ελληνικού κράτους ήταν άδικη. Σε συνδυασμό με τα πολλά προβλήματα του ελληνικού λαού, η Μεγάλη Ιδέα χρησιμοποιήθηκε σαν ένα ανέξοδο όραμα προς εσωτερική κατανάλωση, το οποίο εύκολα υποκατέστησε εκείνο μιας ευνομούμενης σύγχρονης κοινωνίας. Επίσης χρησιμοποιήθηκε για την έντεχνη καλλιέργεια συνειρμικών συσχετισμών, όπως αυτή του τότε βασιλιά με τον υποτιθέμενο «μαρμαρωμένο βασιλιά» της Πόλης. Όπως παρατηρεί ο Π. Κιτρομηλίδης, «ενώ ο Διαφωτισμός έφθινε στην μετεπαναστατική ελληνική ζωή, τα σημάδια του ιδεολογικού αναπροσανατολισμού προς έναν νέο τύπο εθνικισμού ήσαν ολοφάνερα. Το πολιτισμικό και πνευματικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε ο νέος εθνικισμός, διέφερε πολύ από το κλίμα που παρήγαγε τον φιλελεύθερο εθνικισμό του Διαφωτισμού.»
     Το μόνο σημείο, που φάνηκε ανυποχώρητη η βασιλεία ήταν το Αυτοκέφαλο, το οποίο όμως είχε απωλέσει το, οφειλόμενο στη διαφωτιστική επιρροή, αρχικό ριζοσπαστικό του περιεχόμενο και είχε μεταβληθεί αποκλειστικά και μόνο σε στήριγμά της (τής μοναρχίας). Από την άλλη στο Σύνταγμα του 1844, το πρώτο της νεώτερης Ελλάδας, οι συντηρητικοί δεν καταφέρνουν να περάσουν την άρση του Αυτοκέφαλου και άλλες ακραίες διατάξεις που θα μετέτρεπαν την Ελλάδα σε χωρίς προσχήματα θεοκρατία αλλά: στο άρθρο 1 διαβάζουμε, ότι «η επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η της ανατολικής ορθοδόξου του Χριστού εκκλησίας, πάσα άλλη γνωστή θρησκεία είναι ανεκτή και τα τη λατρείας αυτής τελούνται ακωλύτως υπό την προστασίαν των νόμων». Ο ακατανόητος όρος «επικρατούσα θρησκεία» κατατρέχει από τότε όλα τα Συντάγματα του ελληνικού κράτους. Σε συνδυασμό με την Μεγάλη Ιδέα, έβαλε τη χώρα σε τροχιά συνάντησης με την, υπό κατασκευήν, ιδεολογία ενός επινοημένου μεγαλειώδους παρελθόντος: του «Βυζαντίου».
Το ελληνοχριστιανικό υβρίδιο
  Το 1852 επινοείται ο όρος «ελληνοχριστιανικός» από τον επτανήσιο λόγιο Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο. Ο Ζαμπέλιος υπήρξε ο εισηγητής της σύνδεσης αρχαίας Ελλάδας – Βυζαντίου – νεώτερης Ελλάδας. Το Βυζάντιο, το οποίο θεωρείτο από τον Διαφωτισμό ως ολέθρια περίοδος οπισθοδρόμησης και ρήγματος στην ιστορκή διαδρομή του ελληνικού λαού, προβάλλεται τώρα ως το αντίθετο δηλαδή, ως το ιστορικό μόρφωμα, που διατήρησε τον «ελληνισμό» και τον πολιτισμό του (11). Αυτή την άποψη περί ελληνικής Ιστορίας καθιέρωσε ο Παπαρρηγόπουλος ως επίσημη, στη νεοελληνική συνείδηση. Ενώ, επίσης το 1852, ακούγεται από τον Θ. Ζαΐμη στη Βουλή το ανιστόρητο ότι, «η εκκλησία διατήρησε την εθνική και πνευματική ενότητα του ελληνισμού [και] στα χρόνια της δουλείας» (10). «Τα σημάδια της αναβίωσης του θρησκευτικού πνεύματος, ήταν πολλαπλά και, πράγμα πιο σημαντικό, ήταν ανιχνεύσιμα σε όλα τα επίπεδα της ελληνικής κοινωνίας: στην επίσημη κρατική πολιτική, στη πνευματική ζωή και στη λαϊκή παράδοση […] Το κράτος αναγνώρισε επίσημα τη ρύθμιση του εκκλησιαστικού ζητήματος με ειδικό νόμο το 1852, ο οποίος αναγόρευε τη σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος σε θεματοφύλακα της πνευματικής και εθνικής ενότητας.» (11).
Η αντίδραση του πνευματικού κόσμου
  Το 1848 εξαναγκάζεται σε παραίτηση ο καθηγητής Γενικής Ιστορίας του πανεπιστημίου, Θ. Μανούσης. Ένας νεαρός κληρικός τον είχε καταγγείλει αόριστα για «ασέβεια» μέσα από τις στήλες της συντηρητικής εφημερίδας Αιώντου Ι. Φιλήμονος. Το ζήτημα όμως βρισκόταν αλλού: τις παραδόσεις του Μανούση τις παρακολουθούσαν πολλοί φοιτητές (ακόμα και της Θεολογικής), ενώ του Παπαρρηγόπουλου ελάχιστοι…
     Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1840 ο πρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας, Ιάκωβος Ρίζου Νερουλός είχε επισημάνει: «Η βυζαντινή ιστορία είναι αλληλένδετος σχεδόν και μακροτάτη σειρά πράξεων μωρών και αισχρών βιαιοτήτων τού εις το Βυζάντιον μετεμφυτευθέντος Ρωμαϊκού κράτους. Είναι στηλογραφία επονείδιστος της εσχάτης αθλιότητος και εξουθενώσεως των Ελλήνων»(12). Σε ένα ανώνυμο κείμενο, ο Μάρκος Ρενιέρης, μετέπειτα διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, γράφει προς όσους φοβούνται την πολιτισμική επίδραση της Δύσης: «Αν θέλετε, ω μικρόνοοες, να αντισταθείτε εις το μέγα της Δύσεως κύμα πρέπει να ανεγείρετε περί την Ελλάδα, της Κίνας το περιτείχισμα: πρέπει […] εις τα σχολεία να αντικαταστήσετε τον Πλάτωνα και τον Δημοσθένη δια της Βυζαντίδος, πρέπει έως και αυτόν της Δύσεως τον ιματισμόν να απεκδυθείτε, καθ’ ότι εις τας πτυχάς αυτού κρύπτονται της Δύσεως αι ιδέαι και αι αναμνήσεις»(12).
    Μια από τις μεγαλύτερες συμφορές του ελληνικού λαού, το ξερίζωμά του από τα παράλια της Μικράς Ασίας και τη διακοπή τής σχεδόν τρισχιλιετούς παρουσίας του εκεί (κάτι που δεν πέτυχε κανένας κατακτητής) την πέτυχε το ρωμαίικο κράτος με  τη «Μεγάλη Ιδέα» (=αναβίωση του Βυζαντίου), που αποτελεί την πολιτική έκφανση του «ελληνοχριστιανισμού». Εμφανίστηκε στα μέσα του ιθ΄ αι. και συνεχίζει -όπως φαίνεται στην εικονιζόμενη αφίσσα- να μας ταλανίζει μέχρι σήμερα.
     Ο Στέφανος Κουμανούδης στον ετήσιο Πανηγυρικό, που εκφώνησε στο πανεπιστήμιο το 1853, υπαινισσόμενος τους Ζαμπέλιο και Παπαρρηγόπουλο, θα πει: «Άλλοι, γνωρίζωμεν, άλλα δοξάζουσι και νεωστί εξήνεγκον εις το μέσον τας ιδέας των […] Ημείς προτιμώμεν ν’ αποφεύγωμεν τα παράδοξα ταύτα και συντασσόμεθα μετά των οπαδών της παλαιάς των ιστορικών σχολής (σ.σ. δηλ. με την έως τότε επίσημη άποψη ότι το Βυζάντιο ήταν ο νεκροθάφτης του ελληνισμού)»(12).
     Ο Εμμανουήλ Αντωνιάδης, υπέρμαχος των διαφωτιστικών ιδεών, γράφει για τους βυζαντινούς το 1857 στην εφημερίδα του Αθηνά, τα εξής λακωνικά: «εγώ νομίζω ότι, οι άνθρωποι αυτοί ήσαν προωρισμένοι να ευνουχίσουν τον ανθρώπινον νουν» (12).
     Το 1868 ο Π. Καλλιγάς, συζητώντας σε ανεβασμένους τόνους με τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, λέει ότι «δυό τίνα στοιχεία πρωτεύουν εν τη βυζαντινή κοινωνία, αμφότερα ολέθρια και καταστρεπτικά, όταν μάλιστα βεβαίως συγκρούονται και παρασύρονται εκ της ορμής των παθών, ο φανατισμός και η στρατοκρατία». (12)

     Το 1854 η Εκκλησία εισβάλλει στο κοινοβούλιο. Υπουργική εγκύκλιος ορίζει να γίνεται εβδομαδιαίως ανάγνωση ακολουθιών, μηνιαίων και της Οκτωήχου (10).
Το σκοτάδι στην εκπαίδευση πυκνώνει
  Εγκύκλιος της 17/1/1853 του υπουργού «επί των εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως» Σταύρου Βλάχου, κάνει λόγο για την αναγκαιότητα του τακτικού εκκλησιασμού, όχι μόνο των μαθητών, αλλά και των διδασκόντων. Επίσης, μια άλλη υπουργική εγκύκλιος του 1854 διατάσσει την επαναφορά στα δημοτικά σχολεία της χρήσης βιβλίων, που ήδη τότε θεωρούνταν ξεπερασμένα, δίνοντας έμφαση στην Οκτώηχο και το Ψαλτήρι. Επίσης απαιτούνταν από τους μαθητές, εκτός από τις εκκλησιαστικές ακολουθίες του εσπερινού του Σαββάτου και της θείας λειτουργίας της Κυριακής, να παρακολουθούνται και αυτές των εορτάσιμων ημερών. Με την εγκύκλιο του 1857 επιτρέπεται (!) στους μαθητές να εκκλησιάζονται στο ναό του τόπου κατοικίας τους και όχι απαραίτητα στο ναό, που επιλέγεται από το σχολείο (10).
     Το 1874 εισάγεται στη Βουλή, το ισχύον και σήμερα,  επαίσχυντο νομοσχέδιο βάσει του οποίου μπορεί ένας ιερέας να είναι και δημοδιδάσκαλος (10).
Άλλη μιά ορθόδοξη προδοσία
  Το 1854 ξεσπάει η ηπειροθεσσαλική εξέγερση. Ο Καρατάσος και οι δυνάμεις του πολεμούν στην περιοχή του Άθω. Οι αγιορείτες, συνεπείς στην τουρκόφιλη παράδοση της ορθοδοξίας, με επιστολή τους τής 15/4/1854 προς τον τούρκο σερασκέρη, αποκήρυξαν την επανάσταση, ανανέωσαν την αφοσίωσή τους στον Σουλτάνο και ζήτησαν από τον τουρκικό στρατό να τους προστατέψει.
Διώξεις
  Στις 9/1/1853 πεθαίνει στις φυλακές της Σύρου ο Θεόφιλος Καΐρης, ύστερα από πολυετείς διώξεις, που ξεκινούν από το 1839. Η κατηγορία ήταν, ότι ο -μοναχός- Καΐρης ίδρυσε «άλλη νεωστί αναφανείσα θρησκεία». Στην ουσία πρόκειται για αργή και προμελετημένη δολοφονία. Μια ημέρα μετά την ταφή του, κάποιοι ξέθαψαν το πτώμα του, άνοιξαν την κοιλιά του και τη γέμισαν με ασβέστη (χριστιανικό αποτρεπτικό για τον «διάβολο», μην τυχόν έλθει να κατοικήσει στον νεκρό…).
     Το 1856 αφορίζεται ο συγγραφέας των «Μυστηρίων της Κεφαλλονιάς», Ανδρέας Λασκαράτος. Το 1859 καταδικάζεται ο ποιητής Παναγιώτης Συνοδινός για προσβολή της θρησκείας Το 1864 η εκκλησία αντιδρά στην επίσκεψη του Ερνέστ Ρενάν στην Αθήνα, συγγραφέα της περίφημης «Προσευχής επάνω στην Ακρόπολη». Το 1866 διώκεται ο Εμμανουήλ Ροΐδης, συγγραφέας της«Πάπισσας Ιωάννας». Το 1877 διώκεται ο διπλωματικός υπάλληλος Κλέων Ραγκαβής για το δραματικό του ποίημα «Ιουλιανός ο Παραβάτης», στο οποίο υποστηρίζεται το πνεύμα του Διαφωτισμού.
* * *
     Στα τέλη της δεκαετίας του 1870, στην εκατονταετή αναμέτρησή της με τον νεοελληνικό Διαφωτισμό, η χριστιανορθόδοξη θεοκρατία μπορεί να αισθάνεται νικήτρια. Το Αυτοκέφαλο έμεινε κενό γράμμα και δεν μπόρεσε να την εμποδίσει από το να κατακτήσει ξανά ένα κράτος-υπηρέτη.
     Έκτοτε οι πολιτικοί του την τρέμουν (βλ. «πολιτικό κόστος»). Τα εκπαιδευτικά προγράμματα δεν καταρτίζονται, αν δεν τεθούν προηγουμένως υπό την επίβλεψή της. Δεν υπάρχει σχεδόν καμμία μορφή δημόσιας συζήτησης, (π.χ. τηλεοπτικής) για σχεδόν οποιοδήποτε ζήτημα, στην οποία να μην συμμετέχει έστω ένας ιερωμένος και στην οποία να μην ζητηθεί παρακαλεστά η ετυμηγορία του. Κάθε δημιουργική δύναμη και κάθε άξιο λόγου πνεύμα σε αυτή τη χώρα, θα τη βρίσκει εμπόδιο στον δρόμο του. Έκτοτε θα ευλογεί όλες τις εξάρσεις οπισθοδρόμησης, όποτε εκδηλώνονται: από τους αφορισμούς κατά των εξεγερμένων του 1805 και του 1821 μέχρι τη δικτατορία του Μεταξά το 1936-1941, την πλήρη εισαγωγή της χώρας στον εθνοσωτήριο γύψο της στρατιωτικής «επανάστασης» του 1967-1974, αλλά και μέχρι σήμερα, η ελληνοχριστιανική απάτη αποτελεί το μόνιμο θεωρητικό υπόβαθρο του  νεοβυζαντινού σκοταδισμού.
Σημειώσεις:
 
(1) Τάκης Κανδηλώρος, «Ο Αρματωλισμός τής Πελοποννήσου», Αθήνα 1924, ανατύπωση: βιβλιοπωλείο Δ. Ν. Καραβιά.
(2) Σχετικά με τις στάσεις του Διαφωτισμού απέναντι στο θρησκευτικό ζήτημα και στην εκκλησία βλ. Π. Κιτρομηλίδη «Νεοελληνικός Διαφωτισμός»,Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1999: «Το ζήτημα της θρησκευτικής κριτικής στον Ελληνικό Διαφωτισμό μπορεί να διευκρινιστεί με τους όρους μιας τυπολογίας θεωρητικών στάσεων […] Η νέα φιλοσοφία ανέπτυξε δυό άλλες προσεγγίσεις στο πρόβλημα της Εκκλησίας. Η μία ήταν εκείνη, που συνδεόταν με τον αντικληρικαλισμό του πολιτικού ουμανισμού, ο οποίος στις περισσότερες περιπτώσεις, προσπαθούσε να διασώσει τα βασικά στοιχεία του ορθόδοξου δόγματος και τόνιζε, ότι το μόνο που ζητούσε ήταν η αποκάθαρση της Εκκλησίας και η αναβίωση της γνήσιας ευαγγελικής πίστης. Η δεύτερη προσέγγιση ήταν εκείνη, την οποία εκπροσωπούν οι πιο τολμηροί επικριτές της θρησκείας η αρχική στάση των οποίων διαμορφωνόταν με βάση τα αξιώματα του Ευρωπαϊκού Δεϊσμού. Υπό την πίεση της ιδεολογικής αντιπαράθεσης ωστόσο, οι Έλληνες δεϊστές μετατοπίστηκαν προς μία εσωτερική κριτική και απόρριψη των θεμελιωδών αρχών της θρησκευτικής πίστης – κάτι το οποίο οι εκπρόσωποι του πολιτικού αντικληρικαλισμού, έχοντας αίσθηση των απαιτήσεων της πολιτικής στρατηγικής, και ίσως θεωρητικά αβέβαιοι και οι ίδιοι σχετικά με τη θρησκεία, απέφυγαν προσεκτικά να πράξουν […] Οι διαβεβαιώσεις των συγγραφέων για την γνησιότητα της εμμονής τους στην ευαγγελική αλήθεια και την Ορθοδοξία δεν μπορούν να κρύψουν τις διάφανες δεϊστικές θρησκευτικές τους προτιμήσεις, οι οποίες αντανακλώνται στην πρόκριση μιας απλουστευμένης και εξορθολογισμένης θρησκείας. Από αυτή την άποψη θα ήταν εύλογο να υποστηρίξει κανείς ότι οι περί Ορθοδοξίας διακηρύξεις υπαγορεύονταν κατά πρώτο λόγο από τακτικές και σκοπιμότητες, συνδεδεμένες με την επιδίωξη της ευρύτερης δυνατής απήχησης για την επιχειρηματολογία τους, η οποία απευθυνόταν σε κοινό έντονα προσηλωμένο στη θρησκεία».
(3) Douglas Dakin, «Ο Αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833», εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα, 1999.
(4) Μάλιστα ο Κοραής είχε προτείνει την ακόμη αρχαιότερη ονομασία «Γραικός».
(5) Στίς 9/5/1828 ο πατριάρχης Αγαθάγγελος έστειλε στον Καποδίστρια αντιπροσωπεία από τέσσερεις μητροπολίτες, που του επέδωσαν θρασυτάτου περιεχομένου επιστολή (η οποία είχε ήδη δοθεί στη δημοσιότητα) με την οποία παροτρύνονταν οι Έλληνες να πειθαρχήσουν στον νόμιμο ηγεμόνα τους, τον… Σουλτάνο (βλ.  Douglas Dakin, Ο Αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833, εκδόσεις Μ.Ι.Ε Τ. Αθήνα, 1999).
(6) Την παντελή αγραμματοσύνη του ελλαδικού χριστιανορθόδοξου κλήρου επισημαίνουν επανειλημμένα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός (Απομνημονεύματα, εκδόσεις Δρομεύς, Αθήνα 1996) και ο γάλλος γιατρός Πουκεβίλ, (Ταξίδι στον Μορηά, εκδόσεις Αδελφών Τολίδη, Αθήνα 1976).
(7) Εμμανουήλ Περσελής, Εξουσία και θρησκευτική αγωγή στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2004
(8) Για περισσότερα βλ. Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τόμος ΙΓ , Εκδοτική Αθηνών.
(9) Εμμανουήλ Περσελής, Εξουσία και θρησκευτική αγωγή στην Ελλάδα του 19ου αιώνa, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2004
(10) Για περισσότερα βλ. Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τόμος ΙΓ , Εκδοτική Αθηνών.
(11) Π. Κιτρομηλίδη «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», I.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1999:
(12) Κ.Θ. Δημαράς, «Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός», εκδ. «Ερμής».

Το κίνημα του Διαφωτισμού πρίν απο την Επανάσταση

Kυριότερος εκφραστής της θεωρίας της φωτισμένης απολυταρχίας, ως οργάνου πολιτικής αλλαγής στον ελληνικό χώρο, υπήρξε ο Eυγένιος Bούλγαρης. O Bούλγαρης, μετά τις αποτυχημένες προσπάθεις να εισαγάγει το πνεύμα του διαφωτισμού στην Aθωνιάδα Aκαδημία και στη Mεγάλη του Γένους Σχολή, κατέφυγε στην αυλή της Aικατερίνης.


Στροφή στην παιδεία
“Eνα από τα βασικά μηνύματα που μετέφερε το κίνημα του Διαφωτισμού και στον ελληνικό χώρο ήταν η αποδέσμευση του πνεύματος από τα στεγανά της μεσαιωνικής σκέψης και η χρήση των εργαλείων των νέων επιστημών και της νέας φιλοσοφίας για την απελευθέρωση του ανθρώπου από τη δεισιδαιμονία και για τη διάπλαση σωστών πολιτών. Για τους έλληνες λόγιους η παιδεία θεωρήθηκε ως αναγκαία και ίσως ικανή συνθήκη για την απελευθέρωση. ΄Eτσι, ο φωτισμός του Γένους κατέστη το λάβαρο όλων των διαφωτιστών. « Δράξασθε παιδείας » ήταν το σύνθημα του Aδαμάντιου Kοραή, ο οποίος από τη Γαλλία που βρίσκεται αναλαμβάνει σημαντικό εκδοτικό έργο με στόχο τη γνωριμία των νεοελλήνων με τους προγόνους τους αλλά και με τις σύγχρονες ιδέες που συγκλόνιζαν την Eυρώπη.
Για την ευόδωση όμως των προσπαθειών του Kοραή για φωτισμό του γένους, απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η ύπαρξη του κατάλληλου γλωσσικού οργάνου. Tο θέμα της γλώσσας απασχόλησε πολύ και δίχασε τους έλληνες διανοούμενους. Aπό τη μια υποστηριζόταν η άποψη ότι έπρεπε, αφού συστηματοποιηθεί, να χρησιμοποιείται αποκλειστικά η λαϊκή γλώσσα, ώστε να γίνει η παιδεία αγαθό προσιτό σε ολόκληρο το λαό. H άλλη άποψη βρισκόταν ακριβώς στον αντίποδα της πρώτης. Θεωρούσε τη λαϊκή γλώσσα εκφυλισμό της ελληνικής και υποστήριζε την επαναφορά της αρχαίας ελληνικής, ως του κατάλληλου οργάνου για τη σύνδεση των Eλλήνων με τους προγόνους τους και με τις σύγχρονες τάσεις της σκέψης. Σ” αυτή τη διελκυστίνδα ο Kοραής προτείνει μια μέση οδό. Συντάσσεται ουσιαστικά με τη λύση της δημοτικής, αλλά προτείνει τον καθαρισμό του λεξιλογίου, την αντικατάσταση των ξένων λέξεων με ελληνικές και την επεξεργασία του συντακτικού και της γραμματικής.
Tο πλέγμα των ιδεών του φιλελευθερισμού και της Γαλλικής Επανάστασης που γαλούχησαν το πνεύμα του Kοραή τον έκαναν να διατηρήσει κριτική στάση απέναντι στο ρόλο της Εκκλησίας. Aν και θεωρούσε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε υποπέσει σε λιγότερες αυθαιρεσίες απ” ό,τι η καθολική, πίστευε ότι έπρεπε σταδιακά να περιοριστεί ο ρόλος της διεφθαρμένης, όπως τη χαρακτήριζε, ιεραρχίας και των μοναστικών ταγμάτων, τα οποία θεωρούσε ως χειρότερους τυράννους από τους Tούρκους. H αντίδρασή του στην Εκκλησία και στις προσπάθειές της να ανακόψει την πορεία προς το διαφωτισμό εκφράστηκε καθαρά μέσα από το κείμενο του « Aδελφική Διδασκαλία », το οποίο γράφτηκε ως απάντηση στην « Πατρική Διδασκαλία » που τυπώθηκε το 1798 με την υπογραφή του πατριάρχη Iεροσολύμων ΄Aνθιμου. O Kοραής στο φυλλάδιο αυτό, για να μην έρθει σε άμεση σύγκρουση με την Εκκλησία και θίξει το ευαίσθητο θρησκευτικό αίσθημα των Eλλήνων, αμφισβητεί την πατρότητα του έργου και έτσι απελευθερωμένος έχει την ευχέρεια να καταδικάσει όλες τις αντιδιαφωτιστικές και αντιφιλελεύθερες ιδέες που εκφράζονται μέσα σ” αυτό το κείμενο. Kατέληγε μάλιστα στο συμπέρασμα ότι όποιος διατυμπάνιζε ότι η οθωμανική κυριαρχία ήταν ελέω Θεού, τότε αυτός ήταν εχθρός της θρησκείας και των Γραικών και δούλος των Oθωμανών και όλων των τυράννων του ανθρώπινου γένους.
H συνέχεια της ελληνικής ιστορίας
Mια από τις σημαντικές τομές που επέφερε ο Διαφωτισμός ήταν η στροφή προς τη μελέτη της κοσμικής αντί της βιβλικής ιστορίας και η υποκατάσταση της αίσθησης της κοινής καταγωγής όλων των χριστιανών από την αίσθηση της ξεχωριστής κλασικής καταγωγής των νεότερων Ελλήνων. H κίνηση αυτή ξεκίνησε βέβαια ως λόγιο φαινόμενο, μεταδόθηκε όμως στο λαό μέσω της εκπαίδευσης. Oρόσημο στη δημιουργία της νεοελληνικής ιστορικής συνείδησης αποτέλεσε η δημοσίευση το 1750 της μετάφρασης από τον Aλέξανδρο Kαγκελλάριο του έργου του Charles Rollin « Παλαιά ιστορία » (Histoire ancienne) . Πρόθεση του εκδοτικού αυτού εγχειρήματος ήταν η εξοικείωση των αναγνωστών με το κλασικό παρελθόν. H επιλογή του συγκεκριμένου βιβλίου αποτελεί ένδειξη της υπό διαμόρφωση συνείδησης των δεσμών των νεότερων Eλλήνων με τους αρχαίους. H αίσθηση της συνέχειας που προέκυπτε από την επίγνωση του γεγονότος ότι οι Nεοέλληνες ζούσαν στον ίδιο χώρο και μιλούσαν την ίδια γλώσσα με τους τους αρχαίους αποτέλεσε τη βάση της διαμόρφωσης της νεοελληνικής συνείδησης που αναπτύχθηκε γύρω από τη συνέχεια της ελληνικής ιστορίας και απαιτεί την παγκόσμια αναγνώριση αυτής της συνέχειας.
Mέσα από την εκπαίδευση και την αύξηση των εκδόσεων που αναφέρονταν στην αρχαία Eλλάδα γίνεται μια συνειδητή προσπάθεια επανασύνδεσης των νέων και εκβαρβαρισμένων από το μακροχρόνιο εξανδραποδισμό Eλλήνων με τους αρχαίους προγόνους τους. H επιλογή των ονομάτων αποδεικνύει ευκρινέστατα αυτή τη στροφή. Oι Έλληνες δεν έδιναν πια στα πλοία τους ονόματα αγίων ούτε στα παιδιά τους ονόματα χριστιανικά. H επιλογή ονόματος γινόταν κατά το 18ο αιώνα μέσα από το πάνθεον των ηρώων της αρχαίας ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας. Eπιπλέον η προσπάθεια εγκατάλειψης της καθομιλούμενης γλώσσας και αντικατάστασής της με την αρχαία ελληνική ή « καθαρισμού » της, στην οποία πρωταγωνίστησε ο Kοραής, εντάσσονται μέσα σ” αυτήν ακριβώς την προσπάθεια σύνδεσης των νέων Eλλήνων με τους αρχαίους. Σ” αυτή την κίνηση όπως ήταν φυσικό αντέδρασε η Εκκλησία. O οικουμενικός πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄με εγκύκλιό του καταδίκασε τη νέα αυτή συνήθεια που είναι « μια καταφρόνησις της χριστιανικής ονοματοθεσίας » και απαγόρευσε στους ιερείς να βαπτίζουν με Ελληνικά ονόματα.
Mια άλλη όψη της « ανακάλυψης » των αρχαίων Eλλήνων ήταν η υποβάθμιση της χριστιανικής περιόδου της ελληνικής ιστορίας και συγκεκριμένα το Βυζάντιο. Σε μεγάλο βαθμό ο Nεοελληνικός Διαφωτισμός, ενταγμένος μέσα στην ευρωπαϊκή κίνηση ιδεών και μέσα στην εποχή του, περιφρόνησε το Bυζάντιο. Oι ριζοσπαστικότεροι εκπρόσωποί του μάλιστα το θεώρησαν ως εκτροπή στην πορεία του ελληνικού πολιτισμού. Ως εκ τούτου επιθυμούσαν το ξερίζωμα των καταλοίπων του βυζαντινού σκοταδισμού, τον οποίο φυσικά εκπροσωπούσε η Εκκλησία. Tο τεράστιο όμως χρονικό χάσμα που χώριζε τους αρχαίους ΄Eλληνες από τους νεότερους επέβαλε την ανάδειξη μέσα από τη Βυζαντινή περίοδο των στοιχείων που αποτελούσαν απόδειξη των δεσμών των αρχαίων Eλλήνων με τους νεότερους. Mετά την προσπάθεια επανασύνδεσης με τους αρχαίους, η προσπάθεια απόκρουσης των ξένων που κατηγορούσαν τους ΄Eλληνες για εκφυλισμό και η απόδειξη και αναγνώριση της καταγωγής των νέων Eλλήνων από τους αρχαίους έγιναν πάγιες αγωνίες των ελλήνων ιστορικών και διανοουμένων κατά το 19ο αιώνα.
Φωτισμένη απολυταρχία: η μεταρρύθμιση εκ των άνω
H ανάμειξη του ρωσικού παράγοντα στα ελληνικά πράγματα κατά τις παραμονές της επανάστασης δεν αποτέλεσε μονοδιάστατη μόνο εκμετάλλευση της ελληνικής υπόθεσης από τη ρωσική πολιτική προς ίδιον όφελος. Mια μερίδα ελλήνων λογίων και κληρικών προσέβλεπε στη ρωσική επέμβαση και προσπαθούσε να την προκαλέσει, καθώς πίστευε ότι η φωτισμένη απολυταρχία, κατά τα πρότυπα της διακυβέρνησης της Mεγάλης Aικατερίνης θα συνέβαλλε στην ηθική και πολιτική ανάπλαση της ελληνικής κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό ήταν πολιτικά επιθυμητή η ανάληψη της ηγεσίας του ορθόδοξου κόσμου από την τρίτη Pώμη, τη Mόσχα.
Kυριότερος εκφραστής της θεωρίας της φωτισμένης απολυταρχίας, ως οργάνου πολιτικής αλλαγής στον ελληνικό χώρο, υπήρξε ο Eυγένιος Bούλγαρης. O Bούλγαρης, μετά τις αποτυχημένες προσπάθεις να εισαγάγει το πνεύμα του διαφωτισμού στην Aθωνιάδα Aκαδημία και στη Mεγάλη του Γένους Σχολή, κατέφυγε στην αυλή της Aικατερίνης. ΄Eκτοτε παραμένει απόλυτα ευθυγραμμισμένος με τη ρωσική πολιτική, εγείροντας καχυποψία ως προς τα κίνητρά του. Ουσιαστικά όμως, εκφράζοντας ένα πολιτικό πρόγραμμα μετριοπαθούς διαφωτισμού, παρέμεινε πιστός στην παιδεία και τις αρχές του. Tις πολιτικές του απόψεις ο Bούλγαρης τις εξέφρασε μέσα από τη μετάφραση στα ελληνικά της  »Eισήγησης » (Nakaz) της Aικατερίνης. Tο κείμενο αυτό πέραν της αναγνώρισης ορισμένων βασικών δικαιωμάτων των υπηκόων και της κυριαρχίας του νόμου άφηνε το μονάρχη και τα προνόμια του πέρα και πάνω από οποιαδήποτε άλλη νομοθετική ή συνταγματική εξουσία. Mέσα από αυτή τη μετάφραση ο Bούλγαρης εξέφρασε την πίστη του σε μια πολιτική αναμόρφωση που θα εκπορευόταν εκ των άνω.
H στροφή προς μια επαναστατική λύση
H λήξη των δύο ρωσοτουρκικών πολέμων της Mεγάλης Aικατερίνης, του 1768-1774 και του 1788-1792, χωρίς καμιά ουσιαστική βελτίωση στην ελληνική υπόθεση, η συνακόλουθη εγκατάλειψη των χριστιανών στην αντεκδίκηση της οθωμανικής εξουσίας καθώς και ο αντίκτυπος της Γαλλικής Επανάστασης οδήγησαν στην αναζήτηση νέων, πιο μαχητικών τρόπων επίτευξης της πολιτικής αλλαγής. Eπιφανέστερος εκφραστής της νέας αυτής πολιτικής στάσης υπήρξε Pήγας Φεραίος. Γεννημένος στο Bελεστίνο της Θεσσαλίας πήγε στην Kωνσταντινούπολη και στις ηγεμονίες για να μορφωθεί και να αναζητήσει την τύχη του. Oι ιδέες του διαμορφώθηκαν υπό την επίδραση του γαλλικού εγκυκλοπαιδισμού και μέσα από τη συναναστροφή του με στοχαστές όπως ο Iώσηπος Mοισιόδαξ, ο Γρηγόριος Kωνσταντάς, ο Δημήτριος Φιλιππίδης κ.ά. H ιδέα της εξέγερσης των υπόδουλων λαών της Bαλκανικής άρχισε πιθανώς να ωριμάζει στη σκέψη του Pήγα μετά την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης. H επανάσταση που οραματιζόταν ο Pήγας αποσκοπούσε στο γκρέμισμα ενός απολυταρχικού και άδικου καθεστώτος. ΄Oλοι μαζί οι καταπιεσμένοι υπήκοοι του σουλτάνου, χριστιανοί ανεξαρτήτως εθνότητας αλλά και μουσουλμάνοι θα εξεγήρονταν ενάντια στον κοινό τύραννο. Στο νέο καθεστώς που θα επιβαλλόταν κυρίαρχος θα ήταν ο λαός, χωρίς διάκριση θρησκείας και εθνικότητας, εφόσον οι άνθρωποι ήταν από τη φύση τους ίσοι. Oι αλλαγές που προωθούσε ο Pήγας είχαν όμως και κοινωνικό χαρακτήρα. Eνώπιον του Nόμου δε γίνεται διάκριση μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Aναγνωρίζεται μάλιστα και η ισότητα των δύο φύλων.
Eλληνική Δημοκρατία ονόμαζε ο Pήγας στη « Nέα πολιτική διοίκηση των κατοίκων της Pούμελης, της Mικράς Aσίας, των Mεσογείων Nήσων και της Bλαχομπογδανίας » την πολυεθνική συμπολιτεία που θα καταλάμβανε το χώρο της βυζαντινής και οθωμανικής αυτοκρατορίας. Tο πρόβλημα της εθνικής ανομοιογένειας της νέας δημοκρατίας το έλυσε τονίζοντας τον τεχνητό χαρακτήρα όλων των διακρίσεων που στηρίζονταν στη γλώσσα, τη θρησκεία και τη φυλετική καταγωγή. H ουσία βρισκόταν στη φυσική ισότητα των ανθρώπων και κατ” επέκταση στη σωστή λειτουργία της δημοκρατίας. O ελληνικός πολιτισμός παίζει κεντρικό ρόλο στο νέο κρατικό μόρφωμα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δε γίνονται σεβαστά τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα των πολιτών που ανήκουν σε άλλες εθνοτικές ομάδες.  H επιλογή αυτή του ελληνικού πολιτισμού συνδέεται με την εξάπλωση κατά την εποχή του Pήγα των ελληνικών γραμμάτων σ” ολόκληρη τη Bαλκανική.
H ελληνική γλώσσα ήταν η lingua franca των Bαλκανίων και η ελληνική παιδεία αποτέλεσε το δίαυλο διάδοσης των ιδεών του Διαφωτισμού στη νοτιοανατολική Eυρώπη. ΄Eτσι πίστεψε ο Pήγας, βάσει των εμπειριών του, ότι η ελληνική παιδεία θα μπορούσε να αποτελέσει το συνεκτικό δεσμό μεταξύ φωτισμένων ατόμων. Δεν κατόρθωσε όμως να προβλέψει ότι η επίδραση του Διαφωτισμού δε θα σταματούσε στην ελληνική εθνική αφύπνιση αλλά θα προκαλούσε ανάλογες αντιδράσεις, έστω και καθυστερημένες, και στις άλλες βαλκανικές εθνότητες, οι οποίες μάλιστα κατά πρώτον θα στρέφονταν εναντίον της παρατεταμένης ελληνικής υπεροχής.

Ο Έλληνας του μέλλοντος ! Les Grecs

Απίστευτο βίντεο για τον Έλληνα του μέλλοντος ! Les Grecs !

Ο άγιος Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος πορεύεται σύμφωνα με την διδασκαλία του Χριστού

« …μὴ κτήσησθε χρυσὸν μηδὲ ἄργυρον μηδὲ χαλκὸν εἰς τὰς ζώνας ὑμῶν,  μὴ πήραν εἰς ὁδὸν μηδὲ δύο χιτῶνας μηδὲ ὑποδήματα μηδὲ ράβδον »·
Κατα Ματθαιον, 10, 9-10

«..μη κτήσησθε χρυσόν μηδέ άργυρον μηδέ χαλκόν …μη πήραν εις οδόν μηδέ δύο χιτώνας … μηδέ ράβδον»
“Kι ο φαρδύς μανδύας με τις μεγάλες δίπλες ως κάτω, που μπορεί να σκεπάσει ολάκερο το μουλάρι της σεβασμιότητάς του ή στην ανάγκη να πάρει μέσα και γκαμήλα“.    
Έρασμος (“Μωρίας εγκώμιον”, 58)

“Φόρα έναν απλό χιτώνα για να βοηθήσεις τους καλύτερούς σου, αντί να γυρνάς με γελοίο διάδημα. Σε λίγο θα βγάλεις λοφίο και τιάρα σαν τα κοκκόρια“
Διογένης, προς Μ.Αλέξανδρο. (Δίων Χρυσόστομος: “Διάλογος Αλέξανδρου και Διογένη”- 66)

Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Ένα κύμβαλο αλαλάζων επικεφαλής της Ορθόδοξης Ρωμιοσύνης

Σεμνά, λιτά και ταπεινά…
Ξεσφράγισαν το σφραγισμένο ιδιαίτερο δωμάτιο του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου στο Παλαιό Ψυχικό και βρήκαν πάρα πολλά αντικείμενα μεγάλης χρηματικής αξίας.
Τα κατέγραψε επιτροπή την οποία αποτελούσαν δικαστικές αρχές, ο διευθυντής της αστυνομίας, ο εκπρόσωπος της εφορίας, ένας συμβολαιογράφος, ο αρχιερατικός επίτροπος Θωμάς Χρυσικός, ο πρώην αρχιερατικός επίτροπος Θωμάς Συνοδινός, ο γνωστός Βρεσθένης Θεόκλητος Κουμαριανός, και δύο διάκονοι του Χριστόδουλου.
Τα πράγματα που καταγράφηκαν βρίσκονταν τόσο στο ιδιαίτερο δωμάτιο του Χριστόδουλου όσο και στα βεστιάριά του(= ιματιοθήκες) και στο υπόλοιπο ανάκτορό του.
Μόνο τα μικροαντικείμενα τρεχούσης χρήσεως του δωματίου του ξεπερνούν σε αξία το ένα εκατομμύριο ευρώ.
Αναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά από τα καταγραμμένα.
600 ζεύγη χρυσά ή αργυρά μανικετόκουμπα.
Απ’ αυτά τα 140 ζευγάρια έχουν διαμάντια και μερικά έχουν ζαφείρια.
Πάνω από 100 πολύτιμα χρυσά και αργυρά στυλό και πέννες ανεκτίμητης αξίας.
Πάρα πολλοί χρυσοί και αργυροί σταυροί ευλογίας με πολύτιμα πετράδια.Πολλές αρχαίες εικόνες.
30.000 ευρώ και 9 χρυσές λίρες σε φάκελο για τον π. Θωμά Συνοδινό.
Ένας μεγάλος πολυτιμότατος πολυέλαιος Baccarat αξίας 50.000.ευρώ η ανώτερη φίρμα στον κόσμο.
Καναπέδες και πολυθρόνες του σαλονιού, των γραφείων και των δωματίων από τις δυό ακριβότερες φίρμες του κόσμου Versace και Armani.
Μεταξωτές κουρτίνες πολυτιμότατες από τις καλλίτερες φίρμες στον κόσμο σε όλο το ανάκτορο.
Εκατοντάδες λευκά πουκάμισα, τα περισσότερα μεταξωτά.
Εκατοντάδες μαύρα παντελόνια πανάκριβα.
Εκατοντάδες ζεύγη παπουτσιών όλα από τις δυο ακριβότερες φίρμες του κόσμου Sebago και Church’ s, απ’ αυτά που φορούν μόνο οι Άγγλοι πρίγκιπες, λόρδοι και άλλοι αριστοκράτες. Ο Χριστόδουλος φορούσε μόνο τέτοια παπούτσια, που το κάθε ζεύγος τιμάται πάνω από 1.000 χίλια ευρώ (Όταν ανατράπηκε ο δικτάτωρ των Φιλιππίνων Μάρκος, βρέθηκε ότι η γυναίκα του είχε 80 ζεύγη παπουτσιών, ακριβά βέβαια αλλά συνηθισμένα).
Τρεις δεκάδες σετ με καθημερινά δεσποτικά άμφια.
50 επίσημες και μεγαλοπρεπείς αρχιερατικές στολές αξίας κατά μέσον όρο 300.000 ευρώ η κάθε μία.
12 στέμματα ( μίτρες ) από χρυσό και πολυτίμους λίθους αξίας κατά μέσον όρο 300.000 ευρώ το καθένα.Κυρίως έχουν διαμάντια.
100 εγκόλπια χρυσά και γεμάτα πολύτιμους λίθους, κυρίως διαμάντια και ζαφείρια, αξίας 100.000 ευρώ το καθένα.
200 εγκόλπιοι σταυροί ίσης αξίας και παρόμοιας διακοσμήσεως ο καθένας.
25 ποιμαντορικές ράβδοι (πατερίτσες) χρυσές και αργυρές και ελεφάντινες (φιλντισένιες) γεμάτες πολύτιμους λίθους, κυρίως διαμάντια και ρουμπίνια, αξίας κατά μέσον όρο 100.000 ευρώ η κάθε μία.
40 απλές αργυρές ράβδοι (βακτηρίες, μπαστούνια) με ημιπολύτιμους λίθους, αξίας 20.000 ευρώ η κάθε μία.
Δύο υπερπολύτιμα δισκοπότηρα χρυσά, σκαλιστά έργα τέχνης, με πολύτιμους λίθους, δώρα το ένα του Βαρθολομαίου και το άλλο του πάπα Ρώμης Βενεδίκτου.
Δεκάδες χρυσά και αργυρά κηροπήγια (δικηροτρίκηρα).
Δεκάδες χρυσά και αργυρά επιτραπέζια κηροπήγια με πολύτιμους λίθους.
Πολλές δεκάδες αργυροί δίσκοι σερβιρίσματος και κεράσματος.
Δεκάδες αργυρές φρουτιέρες.
Εκατοντάδες δωδεκάδων ποτήρια αργυρά και κρυστάλλινα υψηλής αξίας.
Εκατοντάδες πανάκριβα αργυρά κρυστάλλινα και πορσελάνινα σερβίτσια ανυπολόγιστης αξίας.
Εκατοντάδες δωδεκάδες πανάκριβα χρυσά και αργυρά κουταλομαχαιροπήρουνα φίρμας Christofie, που είναι η ακριβώτερη στον κόσμο.
Εκατοντάδες πορσελάνινες δωδεκάδες πιάτων.
Εκατοντάδες πορσελάνινες και αργυρές πιατέλες.Βαρύτιμες μεταξωτές κουρτίνες σε όλο το ανάκτορο.
Εκατοντάδες ζεύγη μεταξωτές πιτζάμες.
Δεκάδες μεταξωτές κλινοστρωμνές και μαξιλάρια.
Τέσσερις ζωγραφικοί πίνακες αμύθητης αξίας που ανήκουν στο Μουσείο Μπενάκη και τους νοίκιαζε με μηνιαίο μίσθωμα που του καθενός η αξία είναι όσο τα μηνιαία μισθώματα τριών μεγάλων και πολυτελών ρετιρέ.
Έξι γκραβούρες με πανάκριβο μηνιαίο μίσθωμα από το ίδιο Μουσείο.
Πάρα πολλά και πανάκριβα έπιπλα από πολύτιμα ξύλα υφάσματα μέταλλα και γυαλιά, φτιαγμένα από τις 4 μεγαλύτερες και ακριβότερες φίρμες στον κόσμο.
Τα αρχιτεκτονικά σχέδια για δύο βίλες-ανάκτορα του Χριστοδούλου, για να ξεκουράζεται, που θα κτίζονταν σε τεράστια οικόπεδά του πανύψηλης αξίας, ένα στην Ερμιονίδα και ένα στον Άγιο Ιωάννη Θεολόγο σε πανέμορφες τοποθεσίες.
Ένα τεράστιο ποσό (πολλά εκατομμύρια ευρώ), για να κτιστεί ειδικό μουσείο με την επωνυμία «Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος», για να φυλάγονται και να εκτίθενται εκεί σε κοινή θέα οι στολές, οι μίτρες, οι πατερίτσες, και όλα τα λειτουργικά και μη λειτουργικά κοσμήματα και σκεύη του Χριστόδουλου στους αιώνες των αιώνων, μαζί και με τα έξοδα συντηρήσεως τόσο του μουσείου όσο και των εκθεμάτων, και με τους μισθούς των υπαλλήλων του μουσείου…

Περί πορνείας στο Βυζάντιο.

Τήν ΰπαρξιν μεγάλης πληθύος πορνών έν τή βασιλευούση έπί Ιουστινιανού πιστοποιεί τό γεγονός ότι ή Θεοδώρα, επιθυμούσα εις τόν έντιμον βίον να έπαναφέρη τάς αμαρτωλός, συνεκέντρωσεν απέναντι τής βασιλευούσης έπί τής Ασιατικής ακτής καί κατέκισεν είς οίκον τών Μ ε τ α ν ο ί α ς πλέον ή πεντακόσιας τών έν μέση τή άγορα τής Κωνσταντινουπόλεως αντί μισθού πωλουσων τήν ώραν.
Πριν τριάντα χρόνια τό Institut Francais d’ Athenes έδημοσίευσε, κλιμακωτά, τήν πολύτομη εργασία τού Φαίδωνος Κουκουλέ βυζαντινών βίος καί πολιτισμός.Πρόκειται γιά μιά μελέτη-τοιχογραφία. Άν καί πολλά μέρη αυτής τής μελέτης είναι ξεπερασμένα, άν καί ό γέρο-Κουκουλές χρησιμοποιεί μιάν άσχημη γραφή, καί, συγχρόνως, επαναλαμβάνει καί κόντρα-έπαναλαμθάνει (συχνά στήν ϊδια παράγραφο) τίς πληροφορίες του, είμαστε υποχρεωμένοι νά δεχτούμε αυτό τό βυζαντινολογικό / κοινωνιολογικό / ίστοριοδιφικό / γλωσολογικό / λαογραφικό σύγγραμα σάν βασική πηγή. καί, συχνά, νά τό ακολουθούμε σάν οδηγό.
Στήν τωρινή περίπτωση μας, θέλω νά προσθέσω πώς ό κρυπτοτολμηρός Φαίδων Κουκούλες, μέ ουσιαστική γεναιότητα, έχωσε στόν δεύτερο τόμο τής εργασίας του τό κεφάλαιον ΑΊ πάνδημοι γυναίκες.
Οί εισαγγελείς έκαναν πώς, τάχα, δέν κατάλαβαν τό χτύπημα ήταν αδύνατο νά ζητήσουν τήν ποινική δίωξη ενός καθηγητή καί ενός ξένου ιδρύματος. Όμως, ό Φαίδων Κουκούλες δέν έσταμάτησε έδώ. Στό τέλος τού τελευταίου τόμου του. αμόλησε μιάν άλλη μπόμπα τό κεφάλαιον Τά ου φωνητά τών Βυζαντινών. Βέβαια, ό παμπόνηρος Κουκούλες προτάσει λίγες ηθικολογικές αράδες:
—–Εις τήν δημοσίευσιν τής παρούσης μελέτης μέ ώθησεν ουχί βεβαίως ή πρόθεσις νά σκανδαλίσω τούς άναγνώστας μου άναπτύσσων θέματα τάς ταπεινότερος ορμάς ύποδαυλίζοντα, άλλ’ ή επιθυμία μου νά γνωσθή μία ακόμη, ελάχιστα γνωστή, πλευρά τοΰ βίου τών Βυζαντινών προγόνων μας εις τά ήθη καί τόν πολιτισμόν αυτών αναφερομένη.
—–Ό σκοπός μου είναι μόνον επιστημονικός, ή δέ μελέτη συνέχεια καί συμπλήρωσις παρομοίων διατριβών εις τά σεξουαλικά τών αρχαίων Ελλήνων αναφερομένων. Προτού εισέλθω εις τό θέμα μου. επιθυμώ νά τονίσω ότι, όσα κατωτέρω θα είπω, άποτελοϋσιν έκτροπάς διεστραμμένων ατόμων σφόδρα ψεγομένας, έπ” ούδενί δέ λόγω ανταποκρίνονται πρός τάς συνήθειας τής μεγίστης πλειονότητος τού εγκρατούς Βυζαντινού λαού.
—–Όταν τά γράφει αυτά ό Κουκούλες ξέρει πολύ καλά ότι οί βυζαντινοί δέν ήσανε καθόλου εγκρατείς, καί, καθόλου προγονοί μας. Άλλα, έπρεπε νά τηρηθούν τά προσχήματα. Είναι δύσκολη καί άχαρη εργασία τό νά θές νά συμπληρώσεις έναν Κουκουλέ. Σ’ αυτό τό βιβλιαράκι μου θά παραθέσω πολλά καί εκτενή αποσπάσματα άπό τά δύο προαναφερθέντα κεφάλαια τού συγγράματός του. Καί, όπου χρειαστεί, θά προσθέσω κάμποσα στοιχεία πούαναφέρονται στά νεότατα χρόνια. Ό Κουκούλες γράφει, λοιπόν, τά έξης γιά τήν πορνεία τής λεγόμενης βυζαντινής εποχής:
—–Τοιαύτα περί παρθενίας φρονούντες οί Βυζαντινοί εννοείται δτι έθεώρουν τήν πορνείαν ώς αμάρτημα, τής εκκλησίας αρνούμενης έπί ώρισμένον χρόνον τήν θείαν κοινωνίαν εις τούς οπωσδήποτε πορνεύοντας, καί ώς μίαν τών βαρύτατων ύβρεων διά γυναίκα ν' άποκληθή αϋτη πόρνη ή κόρη πόρνης ή πολιτική ή π ρ ο ε σ τ ώ σ α , ϋβρις, δυστυχώς, ήτις άπηυθΰνετο συχνά ού μόνον εις τάς έξ επαγγέλματος εταίρας, αλλά καί Οπό τών οικοδεσποινών εις τάςδούλας αυτών.
—–Σύμφωνον δέ πρός τήν άντίληψιν ταύτην είναι δτι αί έταιρικόν διάγουσαι βίον συχνά καλούνται τ α π ε ι ν ο ί , ά τ ι μ ο ι , ο ί κ τ ρ α ί , ε υ τ ε λ ε ί ς , χαμηλαΐ καί τό δτι οί Βυζαντινοί νόμοι άνεγνώριζον μέν δτι υπόκειται τή περί ύβρεως αγωγή ό προσβάλλων γυναίκα ένδεδυμένην σχήμα πόρνης, παρεδέχοντο όμως συγχρόνως ότι ούτος «ήττον άμαρτάνει».
Τήν περιφρόνησιν δέ πρός τάς τοιαύτας γυναίκας (πόρνας, σκηνικός, εργαστηριαρχίσσας, καπηλίσσας) καί τήν κακήν περί αυτών γνώμην τής κοινωνίας δεικνύει τό ότι οί συγκλητικοί καί οί άρχοντες δέν έπετρέπετο να συζευχθώσιν αύτάς καί ότι τουναντίον, πρός τιμωρίαν, οί νόμοι έπέτρεπον, ίνα ή κόρη συγκλητικού, ήτις διά τοΰ σώματος κέρδος έποίησεν, ατιμωρητί συνάψη έπίψογον γάμον μετ’ απελεύθερου, άφ’ ού, ώς λέγουσι, δέν διατηρείται τιμή είς έκείνην, ήτις ήγαγεν έαυτήν μέχρι τοσούτου αϊσχους.
Σημειωτέον πρός τούτοις δτι άφ’ ενός μέν εις έταίραν δέν έπετρέπετο να μαρτυρή κατά κατηγορουμένου, ότι ή παρουσία πόρνης εις συγκεντρώσεις σεμνών γυναικών προσήπτεν άτιμίαν είς αϋτάς. ότι ό μοιχεύων τήν προϊσταμένην εργαστηρίου έμενεν ατιμώρητος «τών γάρ ευυπόληπτων γυναικών συφρονεϊν οί νόμοι προενοήσαντο, τών δέ ευτελών καί χαμηλών καταπεφρονήκασιν». Τέλος τήν πορνεύουσαν θυγατέρα ήδύνατο ελευθέρως ν’ άποκληρώση ό πατήρ. Καί ή εκκλησία δέ τών πορνών τάς προσφοράς δέν έδέχετο. Άφ’ έτερου δέν ήδύνατο νά γίνη τις επίσκοπος, πρεσβύτερος, διάκονος ήτοΰ εκκλησιαστικού καθ’ όλου καταλόγου, άν συνεζεύγνυτο έταίραν, ό δε προσβάλλων τήν ιερότητα τού παλατιού καί εΐσάγων είς αυτό πόρνην και συζών μετ’ αυτής, άνακαλυπτόμενος, έδιδε τήν έσχάτην δίκην.
—–Μετά τά ανωτέρω, θά εϋρη τις πολύ φυσικά τά παράπονα τών πατέρων της Εκκλησίας κατά τών νόμων, οϊτινες δέν έπήνουν μέν τήν πορνείαν, μή θεωροΰντες όμως αυτήν πονηράν καί κολάσεως άξίαν. δέν τήν άπηγόρευον, ως «εΰκολίαν» χαρακτηρίζοντες τήν άσκησιν τού εταιρικού επαγγέλματος. Εν γένει, έν φ παρ’ άρχαίοις δέν εθεωρείτο έπίψογον τό νά συναναστρέφεται τις μετά πόρνης, παρά τοις Χριστιανοΐς, ώς εϊρηται, εθεωρείτο τούτο μέγα αμάρτημα, ή δέ πορνεία έργον τοΰ δαίμονος, τόν όποιον μάλιστα τά αγιολογικά κείμενα περιγράφουσιν ώς «όμοιον χοίρω, βεβορβορωμένον, κεχρισμένον ανθρωπεία κόπρω» ή «ώς Αιθίοπα, χειλάν, μή έχοντα τρίχας έν τη κεφαλή ειμή κόπρον μετά τέφρας μεμιγμένην, τούς οφθαλμούς έχοντα ως αλώπεκος καί οίκτρόν κόμμα ράκους έπί τοΰ ώμου φέροντα». Διά τούτο ή εκκλησία έκώλυε τών αγιασμάτων έπί έπτά ή εννέα έτη τήν πόρνην τήν μη παυομένην ν’ άσκή το επάγγελμα της, τό αυτό δέ έπραττε καί διά τούς ηθοποιούς, άφορίζουσα τούς εκτρέφοντας πόρνας καί έπιβάλλουσα καθαίρεσιν είς τούς έξ αυτών κληρικούς.
“Ομοίως έπέβαλλεν είς τούς έξομολόγους νά έρωτώσι τόν έξομολογούμενον, έάν έφθάρη ή παρθενία αυτού διά πορνείας καί μετά πόσων καί τίνων πορνών ούτος μέχρι τής ώρας εκείνης εϊχε συγκοιμηθή καί νά συμβουλεύουν έπειτα τά δέοντα, άπό τού τής πορνείας αμαρτήματος άποτρέποντες.
—–Ώς γνωστόν, παρ’ άρχαίοις, ή ελευθερίων ηθών γυνή έχαρακτηρίζετο ως ε τ α ί ρ α , π ό ρ ν η , κ ο ι ν ή γ υ ν ή , δημίακαί δ η μ ο σ ί α . Εκ τών ονομάτων τούτων τό κατ’ ευφημισμόν κείμενον πρώτον ώς κοί τό έπίθετον εταιρικός πολλάκις μεταχειρίζονται οί Βυζαντινοί συγγραφείς, δε φαίνεται όμως νά ήτο τούτο δημώδες.
Τήν κοινήν γυναίκα ό Βυζαντινός λαός έκάλει π ρ ο ι σ τ α μ έ ν η ν π ό ρ ν η ν (κοινώς) δ η μ ο σ ί α ν , δημοσίαν π ό ρ ν η ν , κ ο ι ν ή ν γ υ ν α ί κ α , κοινήν π ο λ ι τ ι κ ή ν -καί έπί τό εύφημότερον κόρην ή κ ο ρ ά σ ι ο ν ,  κ ο ύ ρ β α ν, κατά τούς τελευταίους δ’ αιώνας ά μ α ρ τ ω λ ή ν , κακήν γ υ ν α ί κ α, γ υ ν α ί κ α τών πάντων καί μέ τήν ξενικήν λέξιν π ο υ τ ά ν α ν. Τέλος αί κοιναί γυναίκες, ουχί βεβαίως δημωδώς, καλοΰνται γύναια άσεμνα, ύπό δέ τοΰ Βαλσαμώνος «εσχάτως περιπεσοΰσαι». Κατά τήν άρχαίαν έποχήν έν Ελλάδι, καί δή έν Αθήναις, ήτο εΰκολον να διακρίνη τις τήν κοινήν τής σεμνής γυναικός, διότι εκείνη έφερε φορέματα άνθινα, κεκοσμημένα δήλα δή μέ διάφορα ένυφασμένα άνθη. τετραγωνίδια καί άλλα πολύχρωμα σχήματα, τό αυτό δέ συνέβαινε καί είς τήν άρχαίαν Ρώμην, ένθα α’ι μέν σεμναί οΐκοδέσποιναι (matrona?) έφόρουν τήν stolam, έσθήτα δήλα δή μακράν σφιγγομένην είς τήν μέσην καί διήκουσαν μέχρι των ποδών, πρός δέ καί τήν institam, ταινίαν πλατεΐαν κοσμούσαν τήν stolam, αί δέ έταΐραι έφόρουν βραχύν χιτώνα (tunicam), άνευ instita, άνωθεν δέ μελανού χρώματος τήβεννον όμοίαν πρός τήν τών ανδρών.
“Ο.τι έγίνετο παρά τοις άρχαίοις Έλλησιν. έφ’ όσον μάλιστα ισχύον οί νόμοι τού Σόλωνος, καί παρά Ρωμαίοις. έφηρμόζετο καί παρά τοϊς Βυζαντινοΐς. Και κατά τούς Βυζαντινούς δήλα δή χρόνους αί πόρναι έφερον στολήν διαφέρουσαν τής τών εντίμων γυναικών, άγνωστον όμως οποίαν ακριβώς. Οί νόμοι τουλάχιστον όμιλούσι περί τοΰ προσβάλλοντος γυναίκα «ένδεδυμένην σχήμα πόρνης», αί διαταγαί τών Αποστόλων περί τοΰ συναντώντος «γυναίκα είδος έχουσαν πορνικόν» καί ό Σελευκείας Βασίλειος αντιπαραβάλλει τά συνειθισμένα γυναικεία φορέματα πρός τά τών πορνών, ό δέ Άρισταίνετος έν ταίς έπιστολα’ις του, περιγράφων τήν μετανοήσασαν έταίραν, λέγει δτι αϋτη «μετήλλαχε προσηγορίαν άμα καί σχήμα». Είπον ότι τό φόρεμα τών Βυζαντινών δημοσίων γυναικών δέν μας είναι ακριβώς γνωστόν πάντως γνωρίζομεν λεπτομέρειας τινάς περί τού εταιρικού σχήματος. Ούτως είναι γνωστόν ότι αί Βυζαντινοί δημόσιοι γυναίκες, ουχί βεβαίως αί φαυλότεροι, έκαλλωπίζοντο, έφόρουν φορέματα όλοσήρικα, άλιπορφυρά καί καθόλου πολυτελή καί φαιδρά ιμάτια καί χρυσά κοσμήματα και δακτυλίους και μαργαρίτας καί άλλους πολύτιμους λίθους. Πρός τούτοις μετεχειρίζοντο περιέργους τρόπους κομμώσεως φαιδρύνουσαι τάς χείρας και κόπτουσσι «ακίδα ονύχων», δέν είχον κεκαλυμμένον τό πρόσωπον διά τοΰ π ρ ο σ ω π ι δ ί ο υ , ώς αί σεμναί γυναίκες, ουδέ τήν κεφαλήν κεκαλυμμένην με μ α φ ό ρ ι ο ν (καλύπτραν), άλλ’ έβάδιζον μέ γυμνόν πρόσωπον καί άνακεκαλυμμένην τήν κεφαλήν, όπερ εθεωρείτο τότε κατ’ εξοχήν δείγμα άσεμνου γυναικός. Τήν άκρίβειαν τούτου μαρτυρούσι καί άλλοι καί ό Άρισταίνετος περιστών τήν άλλοτε σκηνικήν Μελισσάριον μεταβαλούσαν τρόπον βίου και έχουσαν «κόμην αφελώς πεπλοκισμένην καί καλύπτραν εύ μόλα σεμνήν», πρός δέ καί ό Μιχαήλ Ψελλός βέβαιων ότι έταιρίς μεταμεληθεϊσα καί τιμία γενομένη «τήν κεφαλήν είχεν ύπό καλύπτραν», ώς καί τά γραφόμενα έν το κατά τόν θ’ μ.Χ. αιώνα γραφέντι όνειροκριτικό τού Αχμέτ, ένθα λέγεται ότι, έάν γυνή ‘ίδη καθ’ ύπνους δτι απώλεσε τό μαφόριον αυτής καί είναι ακάλυπτος ενώπιον τού λαού τό πάθος έσται έκ πορνείας καί θεστρισθήσεται και αίσχυνθήσεται». Κατά τούς διωγμούς, οί θέλοντες νά ύβρίσωσι τάς χριστιανός διέτασσον «τήν τής κεφαλής καλύπτραν άφαιρεΐσθαι».
Βυζαντινό μωσαϊκό 500-550 μ.Χ.
Βυζαντινό μωσαϊκό 500-550 μ.Χ.
‘Ετέρα συνήθεια τών κοινών γυναικών κατά τούς Βυζαντινούς χρόνους ήτο νά βάφωσι τό πρόσωπον καί τάς όφρϋς καί τάς βλεφαρίδας, τούθ’ όπερ, δυστυχώς, συνείθιζον καί αϊ έντιμοι γυναίκες καί κόραι, τάς διαμαρτυρίας οΰτω τών πατέρων τής εκκλησίας προκαλούσαι, οιτινες έτόνιζον ότι ταύτα μόνον εις πόρνας έμπρέπουσιν.
Αύται βαφόμεναι έφόρουν. τουλάχιστον κατά τούς παλαιοτέρους αιώνας, περίεργα υποδήματα «υποδήσεις έπί τό ύπάγεσθαι τούς εις τά τοιαύτα παγιδευομένους», εις τά πέλματα των οποίων έχάραττον πρόσωπα ερωτικώς άλληλαάσπαζόμενα, ίνα τό έταιρικόν του φρονήματος καί έπί τοϋ εδάφους έναποτυπώσωσι, παλαιοτέραν, πιθανώτατα, συνήθειαν άκολουθοϋσαι, άφ’ ού έχομεν νϋν άγγεϊον άρχαϊον έν σχήματι υποδήματος φέρον έπί τοϋ καττύματος τήν λέξιν ΑΚΟΛΟΥΘΙ.
Ότι δ’ αϊ κοιναί Βυζαντινοί γυναϊκες. μηδόλως είς τήν σεμνότητα των τρόπων καί τών σχημάτων άποθλέπουσαι, καί έλυγίζοντο. καί άκόσμως έβάδιζον και τήδε κάκεϊσε άπρεπώς τάς χείρας καί τήν κεφαλήν έκίνουν καί άναιδώς έγέλων καί τάς κόρας διέστρεφον καί μετ’ αναίδειας πρός ιούς έντυχάνοντας ώμίλουν καί πιθανόν είναι καί μαρτυρεϊται.
Εϊπον ανωτέρω ότι αί πόρναι εφερον Ίδιαιτέραν στολήν ενίοτε αύται εϊτε μεταμφιεννύμεναι κατά τάς έορτάς τών Καλανδών, είτε τήν προσοχήν της αρχής άποφεύγουσαι. έφόρουν φορέματα μοναστριών καί άσκητριών, πράγμα, όπερ επέσυρε καί τών νόμων τήν προσοχήν. οϊτινες άπηγόρευον εις τε τάς εταίρας καί τάς σκηνικός νά μεταχειρίζωνται μοναχικόν σχήμα, ή διακονίσσης. έπί ποινή σωματικής τιμωρίας καί εξορίας, αναθέτοντες τήν πιστήν έφαρμογήν έπί τών κελευομένων εις τούς κατά τόπους επισκόπους καί τους στρατιωτικούς άρχοντας.

Αί τό πορνικόν έπάγελμα άσκούσαι διακριτέαι είς τάς έξης τάξεις.
α) Εις τάς έπί δημοσίου ή ιδιωτικού οικήματος προϊστάμενος.
θ) Εις τάς σκηνικός.
γ) Εις τάς αύλητρίδας καί όρχηστρίδας.
δ) Εϊς τάς έν καπηλείοις. πανδοχείοις καί βαλανείοις υπηρετούσας, έκ παραλλήλου όμως καί τήν ώραν πωλούσας.
—–Στήν αρχαία Αθήνα οί ιερόδουλες ήταν ταξινομημένες σέ τρεΊς κατηγορίες: στίς δικτηριάδες (τοϋ δημόσιου πορνείου, τοϋ δικτηρίου). στις αύλητρίδες. καί, στίς εταίρες. Σά νά λέμε, ήσανε χωρισμένες σέ κοινές (τού οϊκου ανοχής), σέ κρυφές (καλυμένες πίσω άπό ένα καλλιτεχνικών επάγγελμα), καί, σε άκριβοπουτάνες.
—–Γιά τά μεσαιωνικά χρόνια είμαι αναγκασμένος νά επικαλεσθώ τον Κουκουλέ, πού αφηγείται τά εξής:
Ώμίλησα ανωτέρω περί τής πληθύος τών έταιρών καί εταιρειών έν τφ Βυζαντινά) κράτει, καί μάλιστα έν τή Κωνσταντινουπόλει, καί τό πράγμα εντως ούτως έχει. Ό Κλήμης έπί παραδείγματι έν τφ Παιδαγωγφ του μετά παραπόνου πιστοποιεί ότι «·τό λάγνον πάν έπικέχυται ταϊς πόλεσι, νόμος γενόμενον» και ότι «έπί τέγους έστάσι παρ” αΰτοϊς (τοις Άλεξανδρεύσι) τήν σάρκα τών εαυτών εις ϋβρις ηδονής πιπράσκουσαι γυναίκες»». Ο Λιβάνιος. μετά ταύτα ομιλών διά τούς έν Αθήναις σπουδαστάς. αναφέρει «εταίρας μελωδούσας, αϊ πολλούς έξέδυσαν», ό αυτός δ’ έπαινε! τών έταιρών τό κάλλος. Καί περί τών έταιρών δέ τής Βηρυττοϋ γίνεται λόγος, αϊτινες τούς νέους σπουδαστάς προσείλκυον πίνουσαι και διασκεδάζουσαι μετ’ αυτών. Και ό Χρυσόστομος δε ομιλεί διά τάς «έπί τοϋ τέγους πορνευομένας γυναίκας», δι’ εταίρας παρακολουθούσας τούς ιπποδρομικούς αγώνας καί «περί τών άδεώς Talc πόρναις συγγιγνομένων», διά τούς καταναλίσκοντας τήν περιουσίαν των είς χαμαιτυπεϊα, «διά τά πορνών καταγώγια» καί περί «πεπορνευμένων γυναικών» και περί αποφυγής αυτών ύπό τών αθλητών, “ίνα μή ούτοι χάσωσι τήν δύναμιν αυτών, ό δέ Γρηγόριος ό Θεολόγος περί των αναίσχυντων πορνών, ό Μ. Βασίλειος, δι’ έταίραν «πάντας πρός τήν άμαρτίαν συμφλέγουσαν» καί διά πόρνος έν Έδέσση καί Νεοκαισαρεία διαβιούσας Γρηγόριος ό Νύσσης. Ό Συνέσιος ομιλεί περί πορνοβοσκοΰ Χείλα πασίγνωστου κατά τούς χρόνους του φάλαγγα όλην κοινών γυναικών συγκεντρώσαντος, ό Ισίδωρος δέ Πηλουσιώτης άφ’ έτερου παραπονείται ότι ή πορνεία υπερέβη τά μέτρα του Νόμου.
Κατά τόν Ε’ αιώνα ό Άμασείας Άστέριος, πιθανώτατα διά τήν πόλιν ταύτη ν’αναφέρει «πόρνας ώνιον παρέχουσας τφ δήμω τό σώμα» καί βαφομένας, ϊνα προσελκύσωσι τούς έραστάς καί ό Σελευκείας δέ Βασίλειος «τάς έπί τέγους γυναίκας», ό Νεμέσιος Έμέσης πόρνην διά του κάλλους της πρός άκολασίαν παρασύρουσαν. Καί έν Έδέσση δέ ύπήρχον έταΐραι, κατά μάρτυρα τόν Προκόπιον καί τά αγιολογικά κείμενα αύται μάλιστα, όταν ό Χοσρόης ήθελε να πωλήση τούς συλληφθέντος αιχμαλώτους Άντιοχεϊς καί οί Έδεσσηνοί προς άπελευθέρωσιν αυτών προσέφερον δ,τι είχον «τόν κόσμον άφελούσαι όσος αύταϊς έν τω σώματι ήν. ενταύθα (έν τφ ίερφ) έρρίπτουν».
“Ας προστεθή ότι ύπήρχον πόρναι αϊτινες. έκ τοϋ χρυσίου τής πορνείας αυτών, ήλευθέρουν δούλους καί ότι γυνή κοινή μεταμεληθεϊσα διά τήν έκ της ευθείας όδοϋ έκτροπήν, έπί τριάκοντα όλα έτη περιεποιήθη λωβους. Συνεχίζοντες λέγομεν ότι έπί Αναστασίου αναφέρονται καί «έπί των οικημάτων γυναίκες όνειδος άναγκαϊον λαχοϋσαι θίον». Τέλος ό Ιωάννης Δαμασκηνός συνίστα εγκαίρως νά ύπανδρεύωνται οί νέοι «πρίν διαφθαρώσιν είς εταίρας».
—–Οταν έν ταϊς Νεαραΐς του ό Ιουστινιανός, ομιλών περί πορνοβοσκών, βέβαιοι ότι «πολλοί κατ* αυτών τοϊς πρώην βεβασιλευκόσι εγράφησαν νόμοι», βεβαίως πιστοποιεί ότι πρό αύτοΰ οΰκ ολίγα ήσαν τών προαγωγών τά οίκήματα καί τό αυτό προσεπιμαρτυρεΐ, όταν πάλιν όμολογή ότι έπί τής βασιλείας του «πολλά τοιαύτα κατά τήν μεγάλην ήμαρτάνοντο πόλιν». Σαφέστερος είναι λέγων ότι ύπήρχον σεμνεΐα «έν πάση σχεδόν τή βασιλίδι ταύτη καί έν τοϊς περάμασιν αυτής… καί νυν αυτήν τε καί τά περί αυτήν άπαντα μεστά τών τοιούτων γενέσθαι κακών».
—–Τήν ΰπαρξιν μεγάλης πληθύος πορνών έν τή βασιλευούση έπί Ιουστινιανού πιστοποιεί τό γεγονός ότι ή Θεοδώρα, επιθυμούσα εις τόν έντιμον βίον να έπαναφέρη τάς αμαρτωλός, συνεκέντρωσεν απέναντι τής βασιλευούσης έπί τής Ασιατικής ακτής καί κατφκισεν είς οίκον τών Μ ε τ α ν ο ί α ς πλέον ή πεντακόσιας τών έν μέση τή .άγορφ τής Κωνσταντινουπόλεως άντί μισθού πωλουσων τήν ώραν. Περί καταγωγίου δέ πορνικού έν Κωνσταντινουπόλει λόγον ποιείται καί Μακάριος ό Αιγύπτιος, καί έν τοις άνεκδότοις του ό Προκόπιος.
—–Τέλος τήν μεγάλην πληθύν τών άνά τό κράτος πλέον πορνείων πιστοποιεί ό Ιουστινιανός όταν λέγη ότι θέλει νά έκδιώξη τήν πορνοβοσκίαν ου μόνον έκ τής Κωνσταντινουπόλεως καί τών περιχώρων, «ουδέν δέ ήττον καί έν τοις έξω τόποις άπασι τοις τε έξ αρχής τής ημετέρας ουσι πολιτείας, τοΊς τε νύν παρά τοΰ δεσπότου θεού δεδωρημένοις ήμϊν». Κατά τόν Ζ’ αιώνα ό όσιος Βιτάλιος αναφέρεται ότι άνέγραψεν, “ίνα τάς έπισκεφθή καί τάς σώση, «όλας τάς έν Αλεξάνδρεια προϊστάμενος». Έπ’ ‘ίσης έχομεν μνείαν πορνείων έν Ίεριχοϊ καί Ίεροσολύμοις, ώς καί έν Άτταλεία. Τήν έν ταϊς πόλεοιν ϋπαρξιν πολλών πορνείων βέβαιοι καί ή έν τφ βίω Ανδρέου τοΰ κατά Χριστόν σαλού πληροφορία, καθ’ ήν νέοι, άφ’ ού έμέθυσαν, «βουλευσάμενοι απέρχονται εις τά μιμαρεϊα».
—–Ό “Αχμέτ κατά τόν Θ’ αίώνα, καί κατ’ αυτόν τά όνειροκριτικά. επανειλημμένως ποιούνται μνείαν πορνών. περί τοΰ Μιχαήλ λέγεται ότι έκ βάθρων ήγειρεν ίδρυμα μετανοίας, κατά τόν Γ αίώνα έν Σπάρτη αναφέρονται γυναίκες μαχλώσαι καί μαινάδες, κατά δέ τόν ΙΑ’ αιώνα ό Μιχαήλ Ψελλός βέβαιοι ότι «πολύ τι κατά τήν πόλιν (= Κωνσταντινούπολη) πλήθος τών έταιριζουσών έπικέχυται γυναικών», ομιλών συγχρόνως περί «πολλού εσμού τών έπί του τέγους γυναικών» καί ψέγων συγχρονόν του άσκητήν τινα Ήλίαν όστις έγνώριζεν «όπόσα έν τή πόλει χαμαιτυπεΐα καί πόσαι μέν τών έταιριζουσών γυναικών ακριβώς τήν τέχνην ήσκήκασι, πόσαι δέ ούκ ακριβώς τφ πράγματι ήρμοσαν… έποιείτο δέ καί κατάλογον όπόσαι μέν εις προύπτον στρατεύοιντο, όπόσαι δέ λοχίζουσι καί κεκρΰφαται». Καί ό Βουλγαρίας δέ Θεοφύλακτος ομιλεί περί συγχρόνων του πορνείων «μνημεία κακίας» ταύτα άποκαλών.
——Πορνοβοσκεϊα καί πορνοβοσκούς κατά τούς χρόνους του αναφέρει ό Θ. Βάλσαμων, κατά τόν αυτόν δέ αιώνα ό Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, περιγράφων την άλωσιν τής Θεσσαλονίκης ύπό τών Νορμαννών, ομιλεί περί πορνών «αίς μόναις άνέλαμπε κάλλος Ιματισμού». Ό Νικήτας Χωνιάτης μετά ταύτα μνείαν ποιείται «χορού έταιρίδων» μεθ’ ών διεσκέδαζεν ό Ανδρόνικος Κομνηνός και πορνικών δέ γυναίων άσχημονούντων έν το ναό τής αγίας Σοφίας κατά την ύπό τών Φράγκων άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Καί.ό Νικηφόρος δέ Γρήγορος αναφέρει έπί τών χρόνων του αύλητρίδας καί όρχηστρίδας πινούσας έν τοις χαμαιτυπείοις καί περί τών έν χαμαιτυπείοις αναστρεφόμενων, Νεαρά
δ’ Ανδρόνικου τού Γέροντος ομιλεί διά γύναια φαύλα μετά τήν δύσιν του ηλίου πίνοντα μετά των εραστών έν καπηλείοις. Εϊδομεν δ’ ανωτέρω ότι διάταγμα τού Δουκός τής Κρήτης τού 1369 άπηγόρευε νά ανοίγεται πορνεΐον είς οιονδήποτε μέρος τού Χάνδακος. Καί ό μεμψίμοιρος δέ Ιωσήφ Βρυέννιος κατά τούς περί τήν άλωσιν χρόνους παραπονείται ότι «αΐ παρθένοι υπέρ τάς πόρνας άνίσχυντοι».