«ὁ Παλαμᾶς ἔκλεισε στὴν ψυχή του τὴν Ἑλλάδα», καὶ τέτοια θαυμαστικὰ νεροκολόκυθα, ὄχι!
Πριν από χρόνια, με απασχολούσε η ιδέα πώς να επανασυστήσουμε τον Κωστή Παλαμά. Την ένιωθα ως καθήκον αλλά περισσότερο ως ανάγκη. Το δέον όμως σκόνταφτε στο δέος μπροστά στον τεράστιο όγκο του έργου, στην πολυειδία, στο απαράμιλλο ύψος του και στην γονιμότατη ανυπόταχτη εμπνοή του, καθώς και στην καθοριστική για τα ελληνικά γράμματα παρουσία του. Μια λιμνοθάλασσα που έγινε ωκεανός. Σε τι να εστιάσεις; Στον ποιητή, στον κριτικό, στον αλληλογράφο, στον μεταφραστή, στον σοφό, στον πατριώτη αλλά και πρωτοπόρο ευρωπαϊστή, στον ηρωικό δημοτικιστή, στον ακατάβλητο αναγνώστη, στον επιφυλλιδογράφο, στον άγρυπνο παρατηρητή της διεθνούς διανοητικής και λογοτεχνικής κίνησης, στο πρότυπο γενναιοδωρίας προς τους ομοτέχνους του;
Το έργο και το πνευματικό κύρος του Παλαμά επηρέασε την εξέλιξη της νεοελληνικής λογοτεχνίας διασχίζοντας δύο αιώνες (τελευταίες δεκαετίες 19ου και πρώτο μισό του 20ού). Κάθε επανασύσταση απαιτεί βέβαια να μην πέσει κανείς στην παγίδα μιας συγκαταβατικής ειδωλοποίησης, να μην αναδείξει τον Παλαμά ως τυποποιημένη εικόνα ενός μεγάλης πνοής (δεν του άρεσε ο χαρακτηρισμός «μεγάλος») αλλά ξεχασμένου ποιητή, που υφίσταται ως «άγαλμα» και ως «θρύλος», και να υποτιμήσει τις απόψεις του για την τέχνη ή να αγνοήσει τη βαθιά επίδρασή του στους μεταγενέστερους.
Ο Παλαμάς είχε πολλές ατυχίες στη ζωή του, είχε όμως την τύχη να φροντίσουν το έργο του πρώτα ο Γ. Κ. Κατσίμπαλης και στη συνέχεια ο Καθηγητής Κ. Γ. Κασίνης. Υπό την γενική επιστημονική εποπτεία του κ. Κασίνη πραγματοποιείται από το Ίδρυμα Κωστή Παλαμά η συστηματική φιλολογική έκδοση του έργου του Ποιητή που άρχισε το 2017 και συνεχίζεται. Μέχρι στιγμής έχουν εκδοθεί 21 τόμοι και το μεγαλεπήβολο σχέδιο συνεχίζεται με ρυθμούς αμείωτους, ώστε θα υπάρξουν κάποτε οι προϋποθέσεις για μια ολογραφία του. Η σπουδαία αυτή εργασία με παρακίνησε –ακριβέστερα, αναρρίπισε το ενδιαφέρον μου– και με ενθάρρυνε να ασχοληθούμε επιτέλους με τον Παλαμά και το αχανές έργο του. Χωρίς βέβαια τη βοήθεια του κ. Κασίνη το εγχείρημα θα ήταν ακατόρθωτο.
Ένα ερώτημα όμως με βασανίζει πάντα: πώς συστήνεις τον Παλαμά στο σημερινό κοινό; Πρώτα, θαρρώ, ζητώντας από μεθοδικούς ειδήμονες και καλούς αναγνώστες να μιλήσουν γι’ αυτόν στην παρούσα συγκυρία. Παράλληλα τονίζοντας ότι δεν πρόκειται για έναν ακόμη σημαντικό ποιητή αλλά για ένα τεράστιο και πολύμορφο φαινόμενο που η πολλαπλότητά του δεν πρέπει να συρρικνωθεί σε μία μόνον υπόσταση. Μια ευδόκιμη λύση, μολονότι προσωρινή, είναι να τον ακούσουμε ή μάλλον να του δώσουμε χώρο για να μας θυμίσει τη χροιά τού λόγου του και τη δύναμη του στίχου και της γνώμης του. Το παρόν αφιέρωμα είναι λοιπόν η αρχή μιας προσπάθειας και όχι η εξόφληση μιας παλαιάς οφειλής. Άλλωστε, όπως έγραφε με αφορμή ένα κείμενο του Ανδρέα Μ. Ανδρεάδη, «[μ]ία εἶναι ἡ ἀλήθεια, σχεδὸν κανονικὰ ἐπανερχομένη· τὸ ἐξακολουθητικὸ καὶ ἀπεριόριστο κράτος τῶν ὑπέροχων καὶ τῶν ἐκλεκτῶν στὶς φαντασίες, στὰ αἰσθήματα, στὰ πνεύματα, σὲ ὅλους τοὺς καιρούς, ἀπάνω ἀπὸ τοὺς συρμούς, ὕστερ᾽ ἀπ᾽ ὅλα τὰ διαλείμματα καὶ τὰ ξαναπαρουσιάσματα, μὲ κάποιες μεταβολὲς ἀπάνω στὰ καθέκαστα. Γιατὶ καὶ οἱ γνωμοδοτήσεις, οἱ ἱστορικὲς καὶ ἀποκαλυπτικὲς ἔρευνες, κυριώτατα, στὰ πράγματα τῆς τέχνης, δὲν ἔχουν τίποτα τελειωτικό». Κι όπως τονίζει αλλού, «ἀντιπαθῶ αὐτὰ τὰ στραταρχικὰ γαλόνια»· το έργο της αξιολόγησης των ποιητών ανήκει στην ιστορία και ως εκ τούτου «καλὰ τὸ παρομοίασαν μὲ τὸ πανὶ τῆς Πηνελόπης: γνέθεται καὶ ξεγνέθεται».
Σε αυτό το εισαγωγικό σημείωμα θα περιοριστώ επομένως να παραθέσω κάποιες απόψεις του Ποιητή για το ύφος και την επίδραση, και θα κλείσω παραθέτοντας την αυτοπροσωπογραφία του, όπως τη φιλοτέχνησε ο ίδιος.
Γράφει προς τον Γρ. Ξενόπουλο:
Ἀλλὰ ποῦ διάβολο τόνε βρίσκετ’ ἐσεῖς οἱ σοφοὶ κριτικοὶ αὐτὸν τὸν ὅρο ἐπηρεασμένος, ἡ ἀνακάλυψη ἢ ἡ ἔμμεση ἀποκάλυψη μιᾶς πονηριᾶς; omne animal ex ovo nascitur, μάθαινα στὸ σχολειό. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν τέχνη, πέρα ὣς πέρα. … Ὅταν βρίσκουμε στὰ ἔργα μάλιστα νεώτερων κάτι ποὺ μᾶς θυμίζει πρεσβύτερους καὶ ἀνώτερους, αὐτὸ εἶναι γιὰ ἔπαινό τους καὶ εἶναι ἀρετή τους. Ἐπηρεασμένος, πολὺ ἢ λίγο, δὲ θὰ πῇ τίποτε· στὸν ταλαντοῦχο εἶναι γιὰ καλό του, στὸν κακομοίρη τὸ μέτριο ὅλα του κακὰ καὶ ψυχρά. Ἀλλά –αὐτὴ εἶναι ἡ παρατήρησή μου– γιατὶ λές: «Πάει ἐκεῖνος ὁ καιρὸς ποὺ ὁ Μητσάκης ἔκανε ὕφος σὲ τεράστιες περιόδους» κτλ. κτλ. Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα: ὁ Μητσάκης δὲν ἔκανε ὕφος, ἀλλὰ εἶχε ὕφος. Ὕστερα: δὲν πάει ἐκεῖνος ὁ καιρός, γιατὶ δὲν πάει κανένας καιρός. Δὲν λογαριάζονται οἱ καιροί, μόνο οἱ ἄνθρωποι λογαριάζονται ποὺ κάνουν τοὺς καιρούς. Ἀρκεῖ νὰ μᾶς παρουσιαστῇ τώρα ἕνας δεύτερος Μητσάκης, καὶ θὰ βρῇ καὶ θὰ πάρῃ τὴ θέση του. Καὶ τάχα ὁ Βλαχογιάννης δὲν εἶναι ὁ ἴδιος πάντα γιὰ κείνους ποὺ τὰ μελετοῦν τὰ γράμματα, ἢ ἂν ἔχῃ ψεγάδια, θὰ τοῦ λογαριαστοῦνε γιατὶ δὲ συμβιβάζονται μὲ τὸ μοντέρνο ὕφος; Καὶ ποιό εἶν’ αὐτὸ τὸ μοντέρνο ὕφος; Ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Ὁμήρου ὅλοι οἱ ἐπίγονοι λέγονται ἀράδα ἀράδα, μοντέρνοι. Ποιό εἶν’ αὐτὸ τὸ «μοντέρνο ὕφος τὸ γοργὸ» ποὺ τὸ μνημονεύεις σὰ νομοθετικὸ διάταγμα τῆς τελευταίας ὥρας; Τώρα φάνηκε τὸ γοργὸ ὕφος; εἶναι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Νῶε· κατὰ τοὺς συγγραφεῖς. Καὶ πῶς δὲ στοχάστηκες πὼς στέκεσαι πολὺ ψηλά, πὼς εἶσαι πολὺ ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς πελαγοδρόμους αὐτοὺς μοντερνισμοὺς – ὅσο καὶ ἂν ἐρωτικὰ τοὺς βλέπῃς ὥστε νὰ μᾶς τοὺς ἀναφέρῃς μὲ τέτοιαν εὐλάβεια; Τὸ ὕφος εἶναι σὰν τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου: ὅπου θέλει, πνεῖ.
Όσον αφορά την αυτοπροσωπογραφία του, γράφει: «Κ᾽ ἐγὼ ποιός εἶμαι; Ὄρθρος θαμπὸς χρυσῆς αὐγῆς καθάριας, / ἢ κάποιο ἀνάδομα στερνὸ στὸ σβήσιμο μιᾶς φλόγας;». Και με διανοητική ρώμη ο ιδεοπλάνος τραγουδιστής περιγράφει πώς αντιλαμβάνεται την ποίησή του:
Ὀνειρεύομαι, πλάθω, ζῶ τὸ στίχο
στὰ λιγνά μου τὰ χέρια ἀπὸ παιδάκι
τὸν ἔχτισα τριγύρω μου σὰν τοῖχο,
σὰ σηκωμοῦ τὸν ἔστησα μπαϊράκι·
σὰν ποτήρι, καὶ πρόσφερα μὲ κεῖνο
τὸ νερό, τὸ κρασὶ καὶ τὸ φαρμάκι.
Μὰ ὁ κεραστὴς ἐγώ, κ’ ἐγὼ τὰ πίνω·
τὸ στόμα ξένο, ἀνόρεχτο τοῦ κόσμου.
Πότε ἀμύριστο, ἀμάραντο εἶναι κρίνο
μιᾶς μαστοριᾶς ὁ στίχος ὁ δικός μου,
πότε χορτάρι ἡλιοθρεμμένων τόπων,
καὶ πότε ὠμὰ τὸν ἀμολᾷ ὁ θυμός μου
φασκέλωμα στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων.
Αλλά το πλέον αυτοπροσωπογραφικό επίτευγμά του είναι το αριστούργημα «[Καὶ τ’ ἄγαλμ’ ἀγωνίστηκα...]». Για την κατανόησή του απαιτείται βέβαια τουλάχιστον προσεκτική, αργή ανάγνωση:
Καὶ τ’ ἄγαλμ’ ἀγωνίστηκα γιὰ τὸ ναὸ νὰ πλάσω
στὴν πέτρα τὴ δική μου ἀπάνω,
καὶ νὰ τὸ στήσω ὁλόγυμνο, καὶ νὰ περάσω,
καὶ νὰ περάσω, δίχως νὰ πεθάνω.
Καὶ τό ’πλασα. Κ᾽ οἱ ἄνθρωποι, στενοὶ προσκυνητάδες
στὰ ξόανα τ’ ἄπλαστα μπροστὰ καὶ τὰ κακοντυμένα,
θυμοῦ γροικῆσαν τίναγμα καὶ φόβου ἀνατριχάδες,
κ᾽ εἴδανε σὰν ἀντίμαχους καὶ τ’ ἄγαλμα κ᾽ ἐμένα.
Καὶ τ’ ἄγαλμα στὰ σκύβαλα, κ᾽ ἐμὲ στὴν ἐξορία.
Καὶ πρὸς τὰ ξένα τράβηξα τὸ γοργοπέρασμά μου·
καὶ πρὶν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία·
ἔσκαψα λάκκο, κ᾽ ἔθαψα στὸ λάκκο τ’ ἄγαλμά μου.
Καὶ τοῦ ψιθύρισα: «Ἄφαντο βυθίσου αὐτοῦ καὶ ζῆσε
μὲ τὰ βαθιὰ ριζώματα καὶ μὲ τ’ ἀρχαῖα συντρίμμια,
ὅσο ποὺ νά ’ρθ᾽ ἡ ὥρα σου· ἀθάνατ᾽ ἄνθος εἶσαι,
ναὸς νὰ ντύσῃ καρτερεῖ τὴ θεία δική σου γύμνια!»
Καὶ μ’ ἕνα στόμα διάπλατο, καὶ μὲ φωνὴ προφήτη,
μίλησ’ ὁ λάκκος: «Ναὸς κανείς, βάθρο οὔτε· φῶς, τοῦ κάκου.
Γιὰ δῶ, γιὰ κεῖ, γιὰ πουθενὰ τὸ ἄνθος σου, ὦ τεχνίτη!
Κάλλιο γιὰ πάντα νὰ χαθῇ μὲς στ’ ἄψαχτα ἑνὸς λάκκου.
Ποτὲ μὴν ἔρθ’ ἡ ὥρα του! Κ᾽ ἂν ἔρθῃ, κ᾽ ἂν προβάλῃ,
μεστὸς θὰ λάμπῃ καὶ ὁ ναὸς ἀπὸ λαὸ ἀγαλμάτων,
τ’ ἀγάλματ’ ἀψεγάδιαστα, κ᾽ οἱ πλάστες τρισμεγάλοι·
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στὴ νύχτα τῶν μνημάτων!
Τὸ σήμερα ἤτανε νωρίς, τ’ αὔριο ἀργὰ θὰ εἶναι,
δὲ θὰ σοῦ στρέξῃ (στέργω) τ’ ὄνειρο, δὲ θά ’ρθ’ ἡ αὐγὴ ποὺ θέλεις,
μὲ τὸν καημὸ τ’ ἀθάνατου ποὺ δὲν τὸ φτάνεις, μεῖνε,
κυνηγητὴς τοῦ σύγνεφου, τοῦ ἴσκιου Πραξιτέλης.
Τὰ τωρινὰ καὶ τ’ αὐριανά, βρόχοι καὶ πέλαγα· ὅλα
σύνεργα τοῦ πνιγμοῦ γιὰ σὲ καὶ ὁράματα τῆς πλάνης·
μακρότερη ἀπ’ τὴ δόξα σου καὶ μιὰ τοῦ κήπου βιόλα·
καὶ θὰ περάσῃς, μάθε το, καὶ θὰ πεθάνῃς!»
Κ᾽ ἐγὼ ἀποκρίθηκα: «Ἂς περάσω κ᾽ ἂς πεθάνω!
Πλάστης κ᾽ ἐγὼ μ’ ὅλο τὸ νοῦ καὶ μ’ ὅλη τὴν καρδιά μου·
λάκκος κ᾽ ἂς φάῃ τὸ πλάσμα μου· ἀπὸ τ’ ἀθάνατα ὅλα
μπορεῖ ν’ ἀξίζῃ πιὸ πολὺ τὸ γοργοπέρασμά μου.
Συμπληρωματικά: Eκείνα τα ποιήματα του Παλαμά που αποτελούν θεματικές ενότητες ή τα πεζά, συμπλήρωσα, σκόρπια, όπου υπήρχε χώρος, ορισμένα εκλεκτά δείγματα του έργου του ποιητή όπως τα παρακάτω:
ΚΑΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ
Κάτου στὴν ἄμμο τοῦ γιαλοῦ μιὰ ’μέρα, μακρυά της,
Ἐκεῖ ποὺ μόνος ἔστεκα ἔγραψα τ’ ὄνομά της.
Χαρὰ στὸ πρῶτο κῦμα
Ποὺ τ’ ὄνομά της ηὗρ’ ἐκεῖ, κι’ ἂς ηὗρ’ ἐκεῖ καὶ μνῆμα!
1878
(Ἅπαντα, τόμ. Α´, σ. 130)
ΟΥΡΑΝÍΑ 37.
Ἡ γῆ μας γῆ τῶν ἄφθαρτων
ἀερικῶν καὶ εἰδώλων,
πασίχαρος καὶ ὑπέρτατος
θεός μας εἶν᾽ ὁ Ἀπόλλων.
Στὰ ἐντάφια λευκὰ σάβανα
γυρτὸς ὁ Ἐσταυρωμένος
εἶν᾽ ὁλόμορφος Ἄδωνις
ροδοπεριχυμένος.
Ἡ ἀρχαία ψυχὴ ζῇ μέσα μας κρυμμένη:
ὁ Μέγας Πὰν δὲν πέθανεν,
ὄχι· ὁ Πὰν δὲν πεθαίνει!
(Ἅπαντα, τόμ. Β´, σ. 40, «Ἴαμβοι καὶ Ἀνάπαιστοι» 37)
Ο ΦΩΝΑΣΚΩΝ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ
Ὁ πατριωτισμὸς εἶναι τὸ εὐγενέστερον τῶν αἰσθημάτων, ἀλλὰ καὶ τὸ προχειρότερον εἰς ἐκμετάλλευσιν ὑπὸ τῶν φωνασκῶν, τῶν ἀγυρτῶν καὶ τῶν ἐπιτηδείων παντὸς εἴδους. Ἐν τῷ καθ’ ἡμέραν βίῳ ὁ πατριωτισμὸς δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρόσχημα πρὸς θεραπείαν καὶ τῶν ἰδιοτελεστέρων συμφερόντων· ἐν τῇ φιλολογίᾳ ὑπὸ τὴν αἰγίδα του συχνότατα κρύπτεται ἡ στειρότης τοῦ πνεύματος καὶ πάσης φιλολογικῆς ἰδιοφυΐας ἡ ἔλλειψις. Ἰδιαιτέρως παρ’ ἡμῶν ἀμέσως ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου ἐδημιουργήθη παραλλήλως πρὸς τοὺς κλεινοὺς «πετσωματάδες»[1] τῶν ἐπαναστατικῶν κινημάτων σχολὴ «πετσωματάδων» τῆς ποιήσεως ὑπὸ χείμαρρον μεγαλοκόμπου φιλοπατρίας καλυπτόντων τὴν ἰσχνότητα τῶν ἐννοιῶν καὶ τὸ χονδροειδὲς τῶν αἰσθημάτων. Ἡ φιλοπατρία ὄχι μόνον δὲν προσθέτει τι, ἀλλὰ καὶ ἀσχημίζει τοὺς στίχους, ὁσάκις λείπει ἐξ αὐτῶν ἡ τέχνη καὶ ἡ ποίησις, ὅπως καὶ τὰ λόγια, χωρὶς τὰ ἔργα, καθιστῶσιν ἀφορήτους τοὺς τιτλοφορουμένους πατριώτας.
1890
(Ἅπαντα, τόμ. ΙΖ´, σσ. 406-407, «Γεράσιμος Μαρκορᾶς»).
Αληθειοφοβία
Ἡ νεοφοβία εἶναι γνώρισμα χαρακτηριστικόν, καθὼς λέγει ἕνας Ἰταλὸς ψυχολόγος, τῶν παιδίων, τῶν ἀγρίων, τῶν ἀπαιδεύτων, πάντων τῶν περιορισμένων καὶ εὐτελῶν πνευμάτων. Διὰ τοῦτο οἱ νεόφοβοι ἀποφεύγουν εἰς τὰ ἔργα τῆς τέχνης τὴν πρωτοτυπίαν καὶ τὴν ἰσχυρὰν ἰδιορρυθμίαν, ὡς ὁ διάβολος τὸ λιβάνι.
Ἀλλ’ ὑπάρχει ἓν ἄλλο φαινόμενον, ἀνάλογον κάπως πρὸς τὴν νεοφοβίαν· καὶ θὰ τὸ ἀποκαλέσω αὐτὸ ἀληθειοφοβίαν· δὲν μοῦ φαίνεται νὰ εἶναι αὐτὸ χαρακτηριστικὸν γνώρισμα τῶν πνευμάτων τῶν εὐρέως ἀντιλαμβανομένων τὰ πράγματα, τῶν ἐχόντων ἀνδρικὸν τὸ ἦθος, καὶ φωτεινὴν τὴν διάνοιαν.
Οἱ τρέμοντες τὴν ἀλήθειαν δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑποφέρουν τὴν παρρησίαν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν. Σᾶς παρατηροῦν αὐτὸ ποὺ λέγετε εἶναι σωστόν, ἀλλά… δὲν πρέπει νὰ τὸ λέγετε.
Δὲν ἠμποροῦν ἢ δὲν θέλουν νὰ ἐννοήσουν, νὰ παραδεχθοῦν, νὰ ἀγαπήσουν τὴν ἀλήθειαν, ὡς τὸν ἱερότατον τῶν σκοπῶν. Τὴν ἀνέχονται μόνον, ὁσάκις συνεισφέρει καὶ αὐτή, μὲ τὸν ὄγκον της καὶ μὲ τὴν ἐπιβολήν της ὡς τὸ ἄριστον τῶν μέσων, εἰς τὸ νὰ ἐξαίρεται μία ἄλλη πλάνη, νὰ θεραπεύεται ἓν συμφέρον ἀπώτερον. Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια διὰ μόνην τὴν ἀλήθειαν, ὅσον καὶ ἂν πλήττῃ διὰ νὰ θεραπεύσῃ, ὅσον καὶ ἂν στιγματίζῃ διὰ νὰ ἐξαγνίσῃ, εἶναι δι’ αὐτοὺς ὁ ἐπικινδυνωδέστατος ἐχθρός.
Δὲν λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχουν ζωτικὰ ψεύδη· ὅσοι ἀνέγνωσαν τὴν Ἀγριόπαπιαν τοῦ Ἴψεν, τὸ ἀριστούργημα τὸ ὑγραῖνον τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν αἰσθανομένων τὰς ὑψηλὰς πνευματικὰς συγκινήσεις, εἶδαν μὲ ποίαν συναρπάζουσαν τέχνην ὁ ποιητὴς συνηγορεῖ ἐκεῖ καὶ διὰ τὸ ψεῦδος ἀκόμη, ἀναγκαῖον κακὸν κάποτε, σεβάσμιον, ἂν θέλετε.
Ἀλλ’ ὁ ἴδιος Ἴψεν ἔγραψε τὸν Ἐχθρὸν τοῦ Λαοῦ, περιφανῆ ἀπολογίαν τῆς ἀπολύτου ἀληθείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ μόνῃ, παντοῦ καὶ πάντοτε, ἔγκειται ἡ σωτηρία. Ἂν ὑπάρχουν ζωτικὰ ψεύδη, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια ἀπονεκρώνουσα, παρὰ μόνον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δι’ αὐτῆς ἀποκαλύπτονται ἔνοχοι καὶ πταῖσται.
Καὶ ὅμως ἡ ἀλήθεια νομίζει κανεὶς ὅτι ἐπενεργεῖ ἐπὶ πολλῶν ὡς κεφαλὴ Μεδούσης. Ἕνας βουλευτὴς ἀνεβαίνει μίαν φορὰν εἰς τὸ βῆμα καὶ μεγαλοφωνεῖ: Δὲν εἶμεθα διὰ πόλεμον· δὲν ἔχομεν στρατόν· ὁ στρατός μας εἶναι ἀγέλη.
Ἕκαστος ἐκ τῶν ἀκουόντων τρέφει τὴν συνείδησιν ὅτι ὁ βουλευτὴς εἶπε μίαν ἀναμφισβήτητον, μίαν παλαιὰν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ὅλοι παραδεχόμεθα καὶ ἀναμασῶμεν καὶ ἐλεεινολογοῦμεν εἰς τὲς κουβέντες μας. Δὲν ὑπολείπεται ἢ νὰ τελέσωμεν ἓν βῆμα γενναιότερον, νὰ τὴν φωνάξωμεν αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἀντὶ νὰ ἀνεχώμεθα σιωπηλῶς τὸ κακόν, νὰ ἀρχίσωμεν κατ’ αὐτοῦ τὸν φοβερὸν ἀγῶνα τοῦ ξεφορτώματος καὶ τῆς ἀπαλλαγῆς, πράγματα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γίνουν μὲ μυστικὰ κρυφοψιθυρίσματα, ἀλλὰ μὲ παταγώδη πελέκεων κτυπήματα.
Τί ἔγινεν ὁ βουλευτὴς[2] ὁ μεγαλοφωνήσας τὴν ἀλήθειαν; Ἐπῃνέθη διὰ τὴν παρρησίαν του; ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς εὐτολμοτέρας ἀκόμη ὁμολογίας; Τίποτε. Ἐκίνησε τὴν ἱερὰν φρίκην τοῦ κόσμου· κατηγγέλθη ὡς προδότης, ἐβρίσθη, ἐμισήθη, κατεφρονήθη. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς ἀπέμεινεν ἀγέλη καί… εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ξαναλέγωμεν.
Ἕνας ἄλλος, δικαστικὸς αὐτός, κατέφυγεν εἰς τὴν δημοσιότητα διὰ νὰ ἐκθέσῃ μὲ ὅλον τὸ κῦρος ποὺ τοῦ παρέχει τὸ ἀξίωμά του τὰ χάλια τῆς Δικαιοσύνης· καὶ τὰ εἶπεν ἓν πρὸς ἓν ὅλα, μὲ παραδείγματα, μὲ ἀνέκδοτα, μὲ γεγονότα, καὶ κατέδειξεν ὅλας τὰς ἀθλιότητας καὶ κατήγγειλεν ὅλα τὰ ἄσχημα τῆς Δικαιοσύνης αὐτῆς.
Ὅλοι, καὶ περισσότερον καὶ ἁρμοδιώτερον ἀπὸ ὅλους, οἱ συνάδελφοι τοῦ δικαστικοῦ γνωρίζουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶπε πράγματα σωστά, ἀναντίρρητα, φῶς φανερά. Καὶ ὅμως πόσοι δὲν τὸν κακίζουν τὸν εἰλικρινῆ καταγγελέα, μὲ ἀξιώματα γελοῖα καὶ δόγματα ἀνόητα, ὡς τὸ ἑξῆς:
«Αὐτὰ εἶναι ἀληθινά· ἀλλ’ αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ λέγωνται· διότι ὑποσκάπτουν τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης».
Βρὲ ἀδελφέ, ποῖον γόητρον; Ὑπάρχει γόητρον διὰ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου ὅλος ὁ κόσμος χωριστὰ καὶ ἰδιαιτέρως ἀνομολογεῖ τὴν μηδαμινότητα καὶ τὴν φαυλότητα, ἀλλὰ συμφωνεῖ ὅμως διὰ νὰ τοῦ κάμνῃ τεμενάδες ἐπισήμους καὶ κατὰ σύμβασιν, διότι ἔτσι τὸ θέλει ἡ δύναμις τῆς ἐθιμοτυπίας καὶ ὁ τρόμος τῆς ἀληθείας; Δὲν ὑπάρχει πλέον γόητρον διὰ τοιούτου εἴδους ὑποκείμενα, ἀλλὰ μόνον φάρμακα ἔντονα καὶ δραστήρια, μὲ κραυγάς, μὲ διαμαρτυρήσεις, μὲ ἐμπτυσμούς, μὲ μαστιγώσεις. Ἡ χρῆσις τοῦ λεγομένου κώδωνος τοῦ κινδύνου ἔχει τὸν τόπον της πολὺ περισσότερον ἐδῶ.
Κάποιος ἄλλος, δημοσιογράφος αὐτός, παρέχει εἰς ἐφημερίδα τῆς ἀλλοδαπῆς, εἰς ἓν ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς εὐρυτάτης δημοσιότητος συνοπτικήν, ἀλλ’ ἀκριβῆ καὶ ἔμψυχον εἰκόνα τῆς μαύρης μας καταστάσεως. Συνεκέντρωσε συνθετικώτατα εἰς τὴν εἰκόνα αὐτὴν ὅσα καθ’ ἑκάστην διαμείβομεν εἰς τὴν δημοσιότητα μεταξύ μας πρὸς ἰδίαν γνῶσιν καὶ τέρψιν.
Νομίζω ὅτι μία ἀπὸ τὰς μεγίστας ἐκδουλεύσεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ προσφέρῃ ὁ τύπος εἰς τὴν πατρίδα του, εἶναι ἡ εὔτολμος ἀνομολογία καὶ ἔξω τῶν ὁρίων τῆς πατρίδος ταύτης, ὄχι μόνον τῶν ἀρετῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν κακιῶν, αἱ ὁποῖαι διακρίνουν αὐτήν. Τότε δείχνομεν ὅτι οἱ ἄριστοι ἐξ ἡμῶν ἔχουν τὴν συναίσθησιν τοῦ κακοῦ, καὶ τὸ κακὸν τοῦτο δὲν τὸ κρύπτουν ἀπὸ κανένα· πρᾶγμα τὸ ὁποῖον φανερώνει πὼς τὸ κακὸν δὲν εἶναι ἀθεράπευτον. Τίποτε ἄλλο δὲν μᾶς ἔβλαψε τόσον ἀπέναντι τῶν ξένων, τίποτε ἄλλο δὲν μᾶς ὑπεβίβασεν εἰς τὴν ὑπόληψίν των ὅσον ἡ πεποίθησις ὅτι θέλομεν νὰ φαινώμεθα ἄλλοι ἢ ὅτι πράγματι εἴμεθα, ὅσον ἡ ἰδέα ὅτι ζητοῦμεν νὰ τοὺς παραπείσωμεν καὶ νὰ τοὺς ἀπατήσωμεν.
Καὶ ὅμως εὑρίσκονται ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν ὅτι ὁ δημοσιογράφος εἶπε τὴν ἀλήθειαν, τὸν καταγγέλλουν ὅμως διότι τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν τὴν εἶπε γαλλικὰ ἢ γερμανικὰ ἢ ρωσσικά, καὶ ὄχι ἑλληνικά!
Ἡ ἀποτέφρωσις τοῦ μεγάρου τοῦ Μελᾶ δὲν ἔδειξε μόνον ὅτι στερούμεθα ἐντελῶς πυροσβεστικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο χειρότερον ἀκόμη: ὅτι τὰ ὄργανα εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἐμπιστεύεται τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τάξεως καὶ τὴν φρούρησιν τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου, τὰ ὄργανα αὐτὰ ἀσεβοῦσι πρώτιστα πάντων κατὰ τῆς τάξεως καὶ τῆς ἰδιοκτησίας.
Οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ζώνην τῆς καιομένης οἰκίας στρατιῶται καὶ ἀστυφύλακες δὲν κατώρθωσαν νὰ παρακωλύσουν ἀπὸ τοῦ νὰ κάμνουν πτερὰ καὶ νὰ γίνουν ἄφαντα τὴν ἐπαύριον ὅλα σχεδὸν τὰ μετὰ σπουδῆς μετακομιζόμενα ἀντικείμενα καὶ ἔπιπλα τῶν ἐνοίκων, ἀπὸ τῶν διαμαντικῶν τοῦ δικηγόρου κ. Βερενίκη μέχρι τῶν ἐγγράφων τοῦ μηχανικοῦ κ. Βουγιουκλάκη. Ἀλλ’ ἐφρόντιζον ὅμως ἐπιμελῶς νὰ ἀποδιώξουν τοὺς ἰδιοκτήτας μὲ κοντακιές, ἀγωνιζομένους νὰ σώσουν κανένα πρᾶγμα των, ἢ νὰ τοὺς ἁρπάζουν ἀπὸ τὰ χέρια των τὰ πράγματά των, διὰ νὰ μὴ τὰ ξανάβρουν.
Τώρα κοπιάστε νὰ τὰ γράψετε αὐτὰ παστρικώτερα καὶ χωρὶς περιφράσεις· θὰ ὑποστῆτε τὴν ἔφοδον τῶν ἀληθειοφόβων· καὶ τὸ αἰώνιον γόητρον δὲν ἠξεύρω τίνος ἐξουσίας καὶ τίνος πολιτείας θὰ προβάλῃ καὶ αὐτὴν τὴν φορὰν διὰ νὰ σᾶς ἀποστομώσῃ.
Ἴσως παρατηρήσῃ κανεὶς εἰς τ’ ἀνωτέρω: Ἀλλ’ εἶναι τόσον εὔκολος ἡ εὕρεσις τῆς ἀληθείας διὰ νὰ ἀφοσιωθῇ κανεὶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν της; Ὄχι βέβαια. Τί ἐστὶν ἀλήθεια; ἠρώτησε τὸν Ἰησοῦν ὁ Πιλάτος, καὶ ἀκόμη περιμένομεν τὴν ἀπάντησιν, εἶπε κάποιος. Ἀλλ’ ἂν εἶναι δυσεξιχνίαστος ἡ ἀλήθεια, ὑπάρχει ἀντ’ αὐτῆς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάθε εὐσυνείδητος ἄνθρωπος πιστεύει ὡς ἀλήθειαν· ὑπάρχει ἡ εἰλικρίνεια· καὶ φθάνει ἡ λατρεία τῆς εἰλικρίνειας διὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν ὄψιν τοῦ κόσμου. Τίποτε καταστρεπτικώτερον ἀπὸ τὴν ἀληθειοφοβίαν
Ἐφ. Ἀκρόπολις Ἑσπερινὴ, 16 Αὐγ. 1897.
ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ: «ΑΤΛΑΣ» ΠΑΛΑΜΑΣ
«Εἶναι τὰ ὑστερήματα μιᾶς μεγάλης ποιητικῆς δυνάμεως, πρωτογνώριστης στὴν ἑλληνικὴ φωνή. Ὑστερήματα ὅμως, ὅπου μόνο μιὰ στενὴ ἀντίληψη τῆς τέχνης θὰ μποροῦσε νὰ στηριχθῇ γιὰ νὰ παραγνωρίσῃ, τὴν σοβαρότητα, τὴν γενναιότητα καὶ τὸ μεγαλεπήβολο τῆς ποιήσεως τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ. … Ἀπέναντί τους [ἐννοεῖ μερικοὺς ποιητὲς νεώτερούς του] ὁ Παλαμᾶς μ’ ἕνα σωρὸ βιβλία, τόσα σχεδὸν ὅσα αὐτοὶ ποιήματα, μεγαλόστομος ὅπου ἁπαλοί, μεγαλοφάνταστος, ραψωδικὸς ὅπου ἐλεγειακοί, ὁραματιστὴς ὅπου νοσταλγικοί, ὀπτιμιστὴς ὅπου κλαψιάρικοι πεσσιμισταὶ ἐκεῖνοι, μὲ πάντα καὶ παντοῦ ἀνοιχτὰ κι ἄγρυπνα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς, μὲ αὐτὶ καὶ νοῦ τεντωμένα γύρω, ἐμπρὸς καὶ πίσω, ἄνω καὶ κάτω σὲ ἀέρα καὶ νερά, σὲ γῆ καὶ σύννεφα καὶ πέρα ἀπὸ αὐτὰ καὶ κάτου ἀπὸ κεῖνα, σὲ περασμένα καὶ παλιά, σὲ τωρινὰ καὶ μέλλοντα, σὲ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα, γνωστὰ καὶ ἄγνωστα, περιωρισμένα καὶ ἀπέραντα, ζωηρὸς καὶ ἀνήσυχος, ὀρθὸς ἀδιάκοπα σὰν τὸ σκοπὸ στὴ βίγλα, ζητᾶ ν’ ἀδράξῃ κάθε εἰκόνα ἀπ’ ὅπου κι ἂν προβάλλῃ, ν’ ἀκούσῃ κάθε φωνὴ ἀπ’ ὅπου κι ἂν φθάνῃ, ἀκάματος καὶ ὑπομονετικὸς τραβᾶ πρὸς τὸν ἀνήφορο, οἰκοδόμος Ἄτλας φορτωμένος τὸ ὑλικό, νὰ στήσῃ τὸ κάστρο του σὲ μιὰ κορφή, τὸν πύργο του στὸ φρύδι, τὸ ναό του στὸ ξέφωτο μιᾶς ψηλῆς ράχης. Τὸ ἔργο πόσο δυσκολώτερο! Στὸ πέρασμά του ὁ ποιητὴς ἔχει σκορπίσει χτίσματα ἁρμονισμένα ὅσο καὶ οἱ ἄλλοι, πιὸ ἁρμονισμένα μάλιστα καὶ πιὸ πολλά, στοὺς τοίχους καὶ στοὺς στύλους τοῦ παλατιοῦ του ἔχει μετόπες καὶ στολίσματα, ἔχει σκαλίσει καθέκαστα ποὺ θὰ τὰ ζήλευε ὁ καθένας· … Ἐκεῖνο ποὺ ξεχωρίζει τὸν Παλαμᾶ μέσα στοὺς ἄλλους γύρω του δὲν εἶναι μόνο ἡ ὁρμὴ τῆς ἐμπνεύσεως, εἶναι τὸ βάδισμα, ὁ τόνος, ἡ χειρονομία. Τὸ βάδισμα ἔχει πάντα κάτι τὸ θριαμβικό, ὁ τόνος τὸ ραψωδικό, ἡ χειρονομία τὸ μεγάλο».
(Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Οἱ Βωμοί»).
κυνηγητὴς τοῦ σύγνεφου, τοῦ ἴσκιου Πραξιτέλης.
Τὰ τωρινὰ καὶ τ’ αὐριανά, βρόχοι καὶ πέλαγα· ὅλα
σύνεργα τοῦ πνιγμοῦ γιὰ σὲ καὶ ὁράματα τῆς πλάνης·
μακρότερη ἀπ’ τὴ δόξα σου καὶ μιὰ τοῦ κήπου βιόλα·
καὶ θὰ περάσῃς, μάθε το, καὶ θὰ πεθάνῃς!»
Κ᾽ ἐγὼ ἀποκρίθηκα: «Ἂς περάσω κ᾽ ἂς πεθάνω!
Πλάστης κ᾽ ἐγὼ μ’ ὅλο τὸ νοῦ καὶ μ’ ὅλη τὴν καρδιά μου·
λάκκος κ᾽ ἂς φάῃ τὸ πλάσμα μου· ἀπὸ τ’ ἀθάνατα ὅλα
μπορεῖ ν’ ἀξίζῃ πιὸ πολὺ τὸ γοργοπέρασμά μου.
Συμπληρωματικά: Eκείνα τα ποιήματα του Παλαμά που αποτελούν θεματικές ενότητες ή τα πεζά, συμπλήρωσα, σκόρπια, όπου υπήρχε χώρος, ορισμένα εκλεκτά δείγματα του έργου του ποιητή όπως τα παρακάτω:
ΚΑΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ
Κάτου στὴν ἄμμο τοῦ γιαλοῦ μιὰ ’μέρα, μακρυά της,
Ἐκεῖ ποὺ μόνος ἔστεκα ἔγραψα τ’ ὄνομά της.
Χαρὰ στὸ πρῶτο κῦμα
Ποὺ τ’ ὄνομά της ηὗρ’ ἐκεῖ, κι’ ἂς ηὗρ’ ἐκεῖ καὶ μνῆμα!
1878
(Ἅπαντα, τόμ. Α´, σ. 130)
ΟΥΡΑΝÍΑ 37.
Ἡ γῆ μας γῆ τῶν ἄφθαρτων
ἀερικῶν καὶ εἰδώλων,
πασίχαρος καὶ ὑπέρτατος
θεός μας εἶν᾽ ὁ Ἀπόλλων.
Στὰ ἐντάφια λευκὰ σάβανα
γυρτὸς ὁ Ἐσταυρωμένος
εἶν᾽ ὁλόμορφος Ἄδωνις
ροδοπεριχυμένος.
Ἡ ἀρχαία ψυχὴ ζῇ μέσα μας κρυμμένη:
ὁ Μέγας Πὰν δὲν πέθανεν,
ὄχι· ὁ Πὰν δὲν πεθαίνει!
(Ἅπαντα, τόμ. Β´, σ. 40, «Ἴαμβοι καὶ Ἀνάπαιστοι» 37)
Ο ΦΩΝΑΣΚΩΝ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ
Ὁ πατριωτισμὸς εἶναι τὸ εὐγενέστερον τῶν αἰσθημάτων, ἀλλὰ καὶ τὸ προχειρότερον εἰς ἐκμετάλλευσιν ὑπὸ τῶν φωνασκῶν, τῶν ἀγυρτῶν καὶ τῶν ἐπιτηδείων παντὸς εἴδους. Ἐν τῷ καθ’ ἡμέραν βίῳ ὁ πατριωτισμὸς δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρόσχημα πρὸς θεραπείαν καὶ τῶν ἰδιοτελεστέρων συμφερόντων· ἐν τῇ φιλολογίᾳ ὑπὸ τὴν αἰγίδα του συχνότατα κρύπτεται ἡ στειρότης τοῦ πνεύματος καὶ πάσης φιλολογικῆς ἰδιοφυΐας ἡ ἔλλειψις. Ἰδιαιτέρως παρ’ ἡμῶν ἀμέσως ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου ἐδημιουργήθη παραλλήλως πρὸς τοὺς κλεινοὺς «πετσωματάδες»[1] τῶν ἐπαναστατικῶν κινημάτων σχολὴ «πετσωματάδων» τῆς ποιήσεως ὑπὸ χείμαρρον μεγαλοκόμπου φιλοπατρίας καλυπτόντων τὴν ἰσχνότητα τῶν ἐννοιῶν καὶ τὸ χονδροειδὲς τῶν αἰσθημάτων. Ἡ φιλοπατρία ὄχι μόνον δὲν προσθέτει τι, ἀλλὰ καὶ ἀσχημίζει τοὺς στίχους, ὁσάκις λείπει ἐξ αὐτῶν ἡ τέχνη καὶ ἡ ποίησις, ὅπως καὶ τὰ λόγια, χωρὶς τὰ ἔργα, καθιστῶσιν ἀφορήτους τοὺς τιτλοφορουμένους πατριώτας.
1890
(Ἅπαντα, τόμ. ΙΖ´, σσ. 406-407, «Γεράσιμος Μαρκορᾶς»).
Αληθειοφοβία
Ἡ νεοφοβία εἶναι γνώρισμα χαρακτηριστικόν, καθὼς λέγει ἕνας Ἰταλὸς ψυχολόγος, τῶν παιδίων, τῶν ἀγρίων, τῶν ἀπαιδεύτων, πάντων τῶν περιορισμένων καὶ εὐτελῶν πνευμάτων. Διὰ τοῦτο οἱ νεόφοβοι ἀποφεύγουν εἰς τὰ ἔργα τῆς τέχνης τὴν πρωτοτυπίαν καὶ τὴν ἰσχυρὰν ἰδιορρυθμίαν, ὡς ὁ διάβολος τὸ λιβάνι.
Ἀλλ’ ὑπάρχει ἓν ἄλλο φαινόμενον, ἀνάλογον κάπως πρὸς τὴν νεοφοβίαν· καὶ θὰ τὸ ἀποκαλέσω αὐτὸ ἀληθειοφοβίαν· δὲν μοῦ φαίνεται νὰ εἶναι αὐτὸ χαρακτηριστικὸν γνώρισμα τῶν πνευμάτων τῶν εὐρέως ἀντιλαμβανομένων τὰ πράγματα, τῶν ἐχόντων ἀνδρικὸν τὸ ἦθος, καὶ φωτεινὴν τὴν διάνοιαν.
Οἱ τρέμοντες τὴν ἀλήθειαν δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑποφέρουν τὴν παρρησίαν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν. Σᾶς παρατηροῦν αὐτὸ ποὺ λέγετε εἶναι σωστόν, ἀλλά… δὲν πρέπει νὰ τὸ λέγετε.
Δὲν ἠμποροῦν ἢ δὲν θέλουν νὰ ἐννοήσουν, νὰ παραδεχθοῦν, νὰ ἀγαπήσουν τὴν ἀλήθειαν, ὡς τὸν ἱερότατον τῶν σκοπῶν. Τὴν ἀνέχονται μόνον, ὁσάκις συνεισφέρει καὶ αὐτή, μὲ τὸν ὄγκον της καὶ μὲ τὴν ἐπιβολήν της ὡς τὸ ἄριστον τῶν μέσων, εἰς τὸ νὰ ἐξαίρεται μία ἄλλη πλάνη, νὰ θεραπεύεται ἓν συμφέρον ἀπώτερον. Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια διὰ μόνην τὴν ἀλήθειαν, ὅσον καὶ ἂν πλήττῃ διὰ νὰ θεραπεύσῃ, ὅσον καὶ ἂν στιγματίζῃ διὰ νὰ ἐξαγνίσῃ, εἶναι δι’ αὐτοὺς ὁ ἐπικινδυνωδέστατος ἐχθρός.
Δὲν λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχουν ζωτικὰ ψεύδη· ὅσοι ἀνέγνωσαν τὴν Ἀγριόπαπιαν τοῦ Ἴψεν, τὸ ἀριστούργημα τὸ ὑγραῖνον τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν αἰσθανομένων τὰς ὑψηλὰς πνευματικὰς συγκινήσεις, εἶδαν μὲ ποίαν συναρπάζουσαν τέχνην ὁ ποιητὴς συνηγορεῖ ἐκεῖ καὶ διὰ τὸ ψεῦδος ἀκόμη, ἀναγκαῖον κακὸν κάποτε, σεβάσμιον, ἂν θέλετε.
Ἀλλ’ ὁ ἴδιος Ἴψεν ἔγραψε τὸν Ἐχθρὸν τοῦ Λαοῦ, περιφανῆ ἀπολογίαν τῆς ἀπολύτου ἀληθείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ μόνῃ, παντοῦ καὶ πάντοτε, ἔγκειται ἡ σωτηρία. Ἂν ὑπάρχουν ζωτικὰ ψεύδη, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια ἀπονεκρώνουσα, παρὰ μόνον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δι’ αὐτῆς ἀποκαλύπτονται ἔνοχοι καὶ πταῖσται.
Καὶ ὅμως ἡ ἀλήθεια νομίζει κανεὶς ὅτι ἐπενεργεῖ ἐπὶ πολλῶν ὡς κεφαλὴ Μεδούσης. Ἕνας βουλευτὴς ἀνεβαίνει μίαν φορὰν εἰς τὸ βῆμα καὶ μεγαλοφωνεῖ: Δὲν εἶμεθα διὰ πόλεμον· δὲν ἔχομεν στρατόν· ὁ στρατός μας εἶναι ἀγέλη.
Ἕκαστος ἐκ τῶν ἀκουόντων τρέφει τὴν συνείδησιν ὅτι ὁ βουλευτὴς εἶπε μίαν ἀναμφισβήτητον, μίαν παλαιὰν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ὅλοι παραδεχόμεθα καὶ ἀναμασῶμεν καὶ ἐλεεινολογοῦμεν εἰς τὲς κουβέντες μας. Δὲν ὑπολείπεται ἢ νὰ τελέσωμεν ἓν βῆμα γενναιότερον, νὰ τὴν φωνάξωμεν αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἀντὶ νὰ ἀνεχώμεθα σιωπηλῶς τὸ κακόν, νὰ ἀρχίσωμεν κατ’ αὐτοῦ τὸν φοβερὸν ἀγῶνα τοῦ ξεφορτώματος καὶ τῆς ἀπαλλαγῆς, πράγματα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γίνουν μὲ μυστικὰ κρυφοψιθυρίσματα, ἀλλὰ μὲ παταγώδη πελέκεων κτυπήματα.
Τί ἔγινεν ὁ βουλευτὴς[2] ὁ μεγαλοφωνήσας τὴν ἀλήθειαν; Ἐπῃνέθη διὰ τὴν παρρησίαν του; ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς εὐτολμοτέρας ἀκόμη ὁμολογίας; Τίποτε. Ἐκίνησε τὴν ἱερὰν φρίκην τοῦ κόσμου· κατηγγέλθη ὡς προδότης, ἐβρίσθη, ἐμισήθη, κατεφρονήθη. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς ἀπέμεινεν ἀγέλη καί… εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ξαναλέγωμεν.
Ἕνας ἄλλος, δικαστικὸς αὐτός, κατέφυγεν εἰς τὴν δημοσιότητα διὰ νὰ ἐκθέσῃ μὲ ὅλον τὸ κῦρος ποὺ τοῦ παρέχει τὸ ἀξίωμά του τὰ χάλια τῆς Δικαιοσύνης· καὶ τὰ εἶπεν ἓν πρὸς ἓν ὅλα, μὲ παραδείγματα, μὲ ἀνέκδοτα, μὲ γεγονότα, καὶ κατέδειξεν ὅλας τὰς ἀθλιότητας καὶ κατήγγειλεν ὅλα τὰ ἄσχημα τῆς Δικαιοσύνης αὐτῆς.
Ὅλοι, καὶ περισσότερον καὶ ἁρμοδιώτερον ἀπὸ ὅλους, οἱ συνάδελφοι τοῦ δικαστικοῦ γνωρίζουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶπε πράγματα σωστά, ἀναντίρρητα, φῶς φανερά. Καὶ ὅμως πόσοι δὲν τὸν κακίζουν τὸν εἰλικρινῆ καταγγελέα, μὲ ἀξιώματα γελοῖα καὶ δόγματα ἀνόητα, ὡς τὸ ἑξῆς:
«Αὐτὰ εἶναι ἀληθινά· ἀλλ’ αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ λέγωνται· διότι ὑποσκάπτουν τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης».
Βρὲ ἀδελφέ, ποῖον γόητρον; Ὑπάρχει γόητρον διὰ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου ὅλος ὁ κόσμος χωριστὰ καὶ ἰδιαιτέρως ἀνομολογεῖ τὴν μηδαμινότητα καὶ τὴν φαυλότητα, ἀλλὰ συμφωνεῖ ὅμως διὰ νὰ τοῦ κάμνῃ τεμενάδες ἐπισήμους καὶ κατὰ σύμβασιν, διότι ἔτσι τὸ θέλει ἡ δύναμις τῆς ἐθιμοτυπίας καὶ ὁ τρόμος τῆς ἀληθείας; Δὲν ὑπάρχει πλέον γόητρον διὰ τοιούτου εἴδους ὑποκείμενα, ἀλλὰ μόνον φάρμακα ἔντονα καὶ δραστήρια, μὲ κραυγάς, μὲ διαμαρτυρήσεις, μὲ ἐμπτυσμούς, μὲ μαστιγώσεις. Ἡ χρῆσις τοῦ λεγομένου κώδωνος τοῦ κινδύνου ἔχει τὸν τόπον της πολὺ περισσότερον ἐδῶ.
Κάποιος ἄλλος, δημοσιογράφος αὐτός, παρέχει εἰς ἐφημερίδα τῆς ἀλλοδαπῆς, εἰς ἓν ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς εὐρυτάτης δημοσιότητος συνοπτικήν, ἀλλ’ ἀκριβῆ καὶ ἔμψυχον εἰκόνα τῆς μαύρης μας καταστάσεως. Συνεκέντρωσε συνθετικώτατα εἰς τὴν εἰκόνα αὐτὴν ὅσα καθ’ ἑκάστην διαμείβομεν εἰς τὴν δημοσιότητα μεταξύ μας πρὸς ἰδίαν γνῶσιν καὶ τέρψιν.
Νομίζω ὅτι μία ἀπὸ τὰς μεγίστας ἐκδουλεύσεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ προσφέρῃ ὁ τύπος εἰς τὴν πατρίδα του, εἶναι ἡ εὔτολμος ἀνομολογία καὶ ἔξω τῶν ὁρίων τῆς πατρίδος ταύτης, ὄχι μόνον τῶν ἀρετῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν κακιῶν, αἱ ὁποῖαι διακρίνουν αὐτήν. Τότε δείχνομεν ὅτι οἱ ἄριστοι ἐξ ἡμῶν ἔχουν τὴν συναίσθησιν τοῦ κακοῦ, καὶ τὸ κακὸν τοῦτο δὲν τὸ κρύπτουν ἀπὸ κανένα· πρᾶγμα τὸ ὁποῖον φανερώνει πὼς τὸ κακὸν δὲν εἶναι ἀθεράπευτον. Τίποτε ἄλλο δὲν μᾶς ἔβλαψε τόσον ἀπέναντι τῶν ξένων, τίποτε ἄλλο δὲν μᾶς ὑπεβίβασεν εἰς τὴν ὑπόληψίν των ὅσον ἡ πεποίθησις ὅτι θέλομεν νὰ φαινώμεθα ἄλλοι ἢ ὅτι πράγματι εἴμεθα, ὅσον ἡ ἰδέα ὅτι ζητοῦμεν νὰ τοὺς παραπείσωμεν καὶ νὰ τοὺς ἀπατήσωμεν.
Καὶ ὅμως εὑρίσκονται ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν ὅτι ὁ δημοσιογράφος εἶπε τὴν ἀλήθειαν, τὸν καταγγέλλουν ὅμως διότι τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν τὴν εἶπε γαλλικὰ ἢ γερμανικὰ ἢ ρωσσικά, καὶ ὄχι ἑλληνικά!
Ἡ ἀποτέφρωσις τοῦ μεγάρου τοῦ Μελᾶ δὲν ἔδειξε μόνον ὅτι στερούμεθα ἐντελῶς πυροσβεστικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο χειρότερον ἀκόμη: ὅτι τὰ ὄργανα εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἐμπιστεύεται τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τάξεως καὶ τὴν φρούρησιν τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου, τὰ ὄργανα αὐτὰ ἀσεβοῦσι πρώτιστα πάντων κατὰ τῆς τάξεως καὶ τῆς ἰδιοκτησίας.
Οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ζώνην τῆς καιομένης οἰκίας στρατιῶται καὶ ἀστυφύλακες δὲν κατώρθωσαν νὰ παρακωλύσουν ἀπὸ τοῦ νὰ κάμνουν πτερὰ καὶ νὰ γίνουν ἄφαντα τὴν ἐπαύριον ὅλα σχεδὸν τὰ μετὰ σπουδῆς μετακομιζόμενα ἀντικείμενα καὶ ἔπιπλα τῶν ἐνοίκων, ἀπὸ τῶν διαμαντικῶν τοῦ δικηγόρου κ. Βερενίκη μέχρι τῶν ἐγγράφων τοῦ μηχανικοῦ κ. Βουγιουκλάκη. Ἀλλ’ ἐφρόντιζον ὅμως ἐπιμελῶς νὰ ἀποδιώξουν τοὺς ἰδιοκτήτας μὲ κοντακιές, ἀγωνιζομένους νὰ σώσουν κανένα πρᾶγμα των, ἢ νὰ τοὺς ἁρπάζουν ἀπὸ τὰ χέρια των τὰ πράγματά των, διὰ νὰ μὴ τὰ ξανάβρουν.
Τώρα κοπιάστε νὰ τὰ γράψετε αὐτὰ παστρικώτερα καὶ χωρὶς περιφράσεις· θὰ ὑποστῆτε τὴν ἔφοδον τῶν ἀληθειοφόβων· καὶ τὸ αἰώνιον γόητρον δὲν ἠξεύρω τίνος ἐξουσίας καὶ τίνος πολιτείας θὰ προβάλῃ καὶ αὐτὴν τὴν φορὰν διὰ νὰ σᾶς ἀποστομώσῃ.
Ἴσως παρατηρήσῃ κανεὶς εἰς τ’ ἀνωτέρω: Ἀλλ’ εἶναι τόσον εὔκολος ἡ εὕρεσις τῆς ἀληθείας διὰ νὰ ἀφοσιωθῇ κανεὶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν της; Ὄχι βέβαια. Τί ἐστὶν ἀλήθεια; ἠρώτησε τὸν Ἰησοῦν ὁ Πιλάτος, καὶ ἀκόμη περιμένομεν τὴν ἀπάντησιν, εἶπε κάποιος. Ἀλλ’ ἂν εἶναι δυσεξιχνίαστος ἡ ἀλήθεια, ὑπάρχει ἀντ’ αὐτῆς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάθε εὐσυνείδητος ἄνθρωπος πιστεύει ὡς ἀλήθειαν· ὑπάρχει ἡ εἰλικρίνεια· καὶ φθάνει ἡ λατρεία τῆς εἰλικρίνειας διὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν ὄψιν τοῦ κόσμου. Τίποτε καταστρεπτικώτερον ἀπὸ τὴν ἀληθειοφοβίαν
Ἐφ. Ἀκρόπολις Ἑσπερινὴ, 16 Αὐγ. 1897.
ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ: «ΑΤΛΑΣ» ΠΑΛΑΜΑΣ
«Εἶναι τὰ ὑστερήματα μιᾶς μεγάλης ποιητικῆς δυνάμεως, πρωτογνώριστης στὴν ἑλληνικὴ φωνή. Ὑστερήματα ὅμως, ὅπου μόνο μιὰ στενὴ ἀντίληψη τῆς τέχνης θὰ μποροῦσε νὰ στηριχθῇ γιὰ νὰ παραγνωρίσῃ, τὴν σοβαρότητα, τὴν γενναιότητα καὶ τὸ μεγαλεπήβολο τῆς ποιήσεως τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ. … Ἀπέναντί τους [ἐννοεῖ μερικοὺς ποιητὲς νεώτερούς του] ὁ Παλαμᾶς μ’ ἕνα σωρὸ βιβλία, τόσα σχεδὸν ὅσα αὐτοὶ ποιήματα, μεγαλόστομος ὅπου ἁπαλοί, μεγαλοφάνταστος, ραψωδικὸς ὅπου ἐλεγειακοί, ὁραματιστὴς ὅπου νοσταλγικοί, ὀπτιμιστὴς ὅπου κλαψιάρικοι πεσσιμισταὶ ἐκεῖνοι, μὲ πάντα καὶ παντοῦ ἀνοιχτὰ κι ἄγρυπνα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς, μὲ αὐτὶ καὶ νοῦ τεντωμένα γύρω, ἐμπρὸς καὶ πίσω, ἄνω καὶ κάτω σὲ ἀέρα καὶ νερά, σὲ γῆ καὶ σύννεφα καὶ πέρα ἀπὸ αὐτὰ καὶ κάτου ἀπὸ κεῖνα, σὲ περασμένα καὶ παλιά, σὲ τωρινὰ καὶ μέλλοντα, σὲ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα, γνωστὰ καὶ ἄγνωστα, περιωρισμένα καὶ ἀπέραντα, ζωηρὸς καὶ ἀνήσυχος, ὀρθὸς ἀδιάκοπα σὰν τὸ σκοπὸ στὴ βίγλα, ζητᾶ ν’ ἀδράξῃ κάθε εἰκόνα ἀπ’ ὅπου κι ἂν προβάλλῃ, ν’ ἀκούσῃ κάθε φωνὴ ἀπ’ ὅπου κι ἂν φθάνῃ, ἀκάματος καὶ ὑπομονετικὸς τραβᾶ πρὸς τὸν ἀνήφορο, οἰκοδόμος Ἄτλας φορτωμένος τὸ ὑλικό, νὰ στήσῃ τὸ κάστρο του σὲ μιὰ κορφή, τὸν πύργο του στὸ φρύδι, τὸ ναό του στὸ ξέφωτο μιᾶς ψηλῆς ράχης. Τὸ ἔργο πόσο δυσκολώτερο! Στὸ πέρασμά του ὁ ποιητὴς ἔχει σκορπίσει χτίσματα ἁρμονισμένα ὅσο καὶ οἱ ἄλλοι, πιὸ ἁρμονισμένα μάλιστα καὶ πιὸ πολλά, στοὺς τοίχους καὶ στοὺς στύλους τοῦ παλατιοῦ του ἔχει μετόπες καὶ στολίσματα, ἔχει σκαλίσει καθέκαστα ποὺ θὰ τὰ ζήλευε ὁ καθένας· … Ἐκεῖνο ποὺ ξεχωρίζει τὸν Παλαμᾶ μέσα στοὺς ἄλλους γύρω του δὲν εἶναι μόνο ἡ ὁρμὴ τῆς ἐμπνεύσεως, εἶναι τὸ βάδισμα, ὁ τόνος, ἡ χειρονομία. Τὸ βάδισμα ἔχει πάντα κάτι τὸ θριαμβικό, ὁ τόνος τὸ ραψωδικό, ἡ χειρονομία τὸ μεγάλο».
(Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Οἱ Βωμοί»).
-----------------------------
[1] πέτσωμα: χρηματικὴ δημόσια παροχή, βλ. καὶ Γ. Σουρῆς, «Ὁ κύριος Πετσωματᾶς», Γελοιογραφικὸν Ἡμερολόγιον τοῦ ἔτους 1886, Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου.
[2] Ἐννοεῖ τὸν βουλευτὴ Ἰωάννη Μεσσηνέζη ὁ ὁποῖος ἀποκάλεσε τὴν ἐπιστράτευση τοῦ λεγομένου Εἰρηνοπολέμου (1885-86) «ἔνοπλον ἐπαιτείαν» (Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τόμ. 8, σ. 22).
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου