Το χριστιανικό κίνημα εμφανίσθηκε κατά τον 1ο αιώνα μ.κ.χ. μέσα στον πολυσύνθετο κόσμο του Ιουδαϊσμού της περιόδου του Δευτέρου Ναού. Η Ιουδαία βρισκόταν υπό ρωμαϊκή κυριαρχία, ενώ στο εσωτερικό του ιουδαϊκού κόσμου συνυπήρχαν διαφορετικές θρησκευτικές τάσεις και ομάδες, όπως οι Φαρισαίοι, οι Σαδδουκαίοι, οι Εσσαίοι, καθώς και διάφορα αποκαλυπτικά ή μεσσιανικά κινήματα, τα οποία αποτελούσαν εσωτερικές εκφράσεις της θρησκευτικής και ιδεολογικής ποικιλομορφίας της περιόδου. Κοινό στοιχείο πολλών από αυτές τις τάσεις ήταν η προσδοκία θεϊκής παρέμβασης στην ιστορία και η ελπίδα για την έλευση ενός Μεσσία ή χρισμένου ηγεμόνα που θα αποκαθιστούσε τον λαό του Ισραήλ.
Οι πρώτοι οπαδοί του Ιησού δεν αντιλαμβάνονταν αρχικά τους εαυτούς τους ως φορείς μιας νέας θρησκείας, αλλά ως μέρος αυτού του ευρύτερου ιουδαϊκού περιβάλλοντος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκαν οι πρώτες παραδόσεις για τον Ιησού, οι οποίες ερμήνευσαν τη ζωή, τη διδασκαλία και τον θάνατό του υπό το φως των ιουδαϊκών Γραφών και των μεσσιανικών προσδοκιών της εποχής.
Τα χριστιανικά κείμενα της Καινής Διαθήκης δεν αποτελούν ένα ενιαίο, σταθερό και εξαρχής ολοκληρωμένο έργο, αλλά το αποτέλεσμα μιας σύνθετης ιστορικής διαδικασίας. Η σύγχρονη κειμενική και ιστορική έρευνα τα αντιμετωπίζει ως προϊόντα διαδοχικών στρωμάτων προφορικής παράδοσης, γραπτής καταγραφής, αντιγραφικής μετάδοσης, θεολογικής ερμηνείας και τελικής αποδοχής και κανονικοποίησης.
Στο πλαίσιο αυτό, το βασικό ερώτημα δεν είναι αν τα κείμενα είναι «αληθή ή ψευδή», αλλά πώς διαμορφώθηκαν και ποια είναι η σχέση τους με τις πηγές από τις οποίες αντλούν.
1. Ιουδαϊκή θεμελίωση του αφηγηματικού υλικού
Ο πυρήνας των χριστιανικών κειμένων είναι βαθιά ριζωμένος στον Ιουδαϊσμό του Δεύτερου Ναού. Τα Ευαγγέλια και οι επιστολές α) χρησιμοποιούν την Εβραϊκή Γραφή δηλαδή την αποκαλούμενη Παλαιά Διαθήκη (μέσω της λεγόμενης μετάφρασης των 70), β) ερμηνεύουν τον Ιησού μέσα από προφητικά και μεσσιανικά σχήματα και γ) οργανώνουν την αφήγηση ως «εκπλήρωση των Γραφών».
Το κατά Μάρκον ειδικά δεν λειτουργεί ως ανεξάρτητη βιογραφία, αλλά ως θεολογικά δομημένη αφήγηση που διαβάζει εκ νέου την ιουδαϊκή παράδοση.
2. Η μετάδοση και η μεταβλητότητα του κειμένου
Τα βιβλικά κείμενα μεταδόθηκαν για αιώνες χειρόγραφα. Η σύγκριση των παλαιότερων χειρογράφων (πάπυροι και κώδικες όπως Sinaiticus και Vaticanus) δείχνει την ύπαρξη πολλών παραλλαγών, την απουσία ορισμένων χωρίων από τις αρχαιότερες μαρτυρίες και μεταγενέστερες προσθήκες ή εναλλακτικές εκδοχές (π.χ. Μάρκος 16:9–20, Ιωάννης 7:53–8:11, 1 Ιωάννη 5:7)
Αυτό δείχνει ότι το κείμενο δεν μεταδόθηκε ως σταθερό αντικείμενο, αλλά ως δυναμική παράδοση με εσωτερικές διαφοροποιήσεις.
3. Ανωνυμία και μεταγενέστερη τιτλοποίηση
Τα Ευαγγέλια αρχικά δεν φέρουν όνομα συγκεκριμένου συγγραφέα. Οι σημερινοί τίτλοι (“Κατά Μάρκον”, “Κατά Λουκάν” κ.λπ.) προστίθενται σε μεταγενέστερη φάση, λειτουργούν ως κατηγοριοποίηση της εκκλησιαστικής παράδοσης και δεν αποτελούν μέρος του αρχικού κειμένου. Το ίδιο ισχύει και για τις επιστολές, όπου η συλλογή και η ονομασία τους είναι αποτέλεσμα μεταγενέστερης εκκλησιαστικής ταξινόμησης.
4. Το κατά Μάρκον και η ιουδαϊκή γραμματειακή ερμηνεία
Το λεγόμενο «Ευαγγέλιο του Μάρκου» παρουσιάζει έντονη εξάρτηση από την ιουδαϊκή γραφή και ιδιαίτερα από προφητικά κείμενα.
Παραδείγματα:
1) Η “φωνή στην έρημο” (Μάρκος 1:2–3 = Ησαΐας 40:3)
2) Ο Ιησούς πάνω στον σταυρό (Μάρκος 15:34 = Ψαλμός 22:1)
3) Ο διαμοιρασμός ιματίων (Μάρκος 15:24 = Ψαλμός 22:18)
4) Η είσοδος στην Ιερουσαλήμ (Μάρκος 11 = Ζαχαρίας 9:9)
Σε κάθε περίπτωση, το αφηγηματικό γεγονός οργανώνεται ως ερμηνεία ή «εκπλήρωση» προϋπάρχοντος ιουδαϊκού κειμένου-προφητείας.
5. Το ζήτημα της αφήγησης και της προφορικής παράδοσης
Η σύνθεση των Ευαγγελίων φαίνεται να βασίζεται σε συνδυασμό προφορικών παραδόσεων, γραπτών πηγών και θεολογικής επεξεργασίας. Το «Ευαγγέλιο του Μάρκου», ως παλαιότερο, παρουσιάζει πιο «ωμή» και λιγότερο θεολογικά εξομαλυμένη αφήγηση, η οποία στη συνέχεια επαναδιαμορφώνεται στα άλλα Ευαγγέλια.
6. Μεταβολές των κειμένων και θεολογικές προσαρμογές
Η σύγκριση των χειρογράφων δείχνει ότι σε ορισμένα σημεία αλλάζει η απόδοση λέξεων με θεολογική σημασία (π.χ. «οργή» αντί «συμπόνια» στο κατά Μάρκον), προστίθενται ή αφαιρούνται επεισόδια (π.χ. περικοπή μοιχαλίδας), ενώ ορισμένα σημεία φαίνεται να εναρμονίζονται με θεολογικές ή αφηγηματικές ανάγκες. Αυτό δείχνει μια διαδικασία συνεχούς αναπροσαρμογής του κειμένου.
Έχουν επίσης καταγραφεί συστηματικές συγκεντρώσεις αφηγηματικών αποκλίσεων μεταξύ των ευαγγελικών παραδόσεων σε δευτερογενείς ελληνόγλωσσες μελέτες, οι οποίες επιχειρούν να ταξινομήσουν τις κειμενικές διαφοροποιήσεις χωρίς απαραίτητα να προβαίνουν σε κριτική αποτίμηση της ιστορικότητάς τους.
7. Το τέλος του Μάρκου και η αστάθεια της αφήγησης
Το Ευαγγέλιο του Μάρκου παρουσιάζει ιδιαίτερη κειμενική πολυπλοκότητα. Τα παλαιότερα χειρόγραφα φαίνεται να σταματούν στο 16:8. Το «μακρύ τέλος» (16:9–20) απουσιάζει από τις αρχαιότερες μαρτυρίες ενώ υπάρχουν πολλαπλές μεταγενέστερες εκδοχές. Αυτό υποδηλώνει ότι η αφήγηση του τέλους δεν ήταν αρχικά σταθερή.
8. Ο ρόλος του ελληνορωμαϊκού περιβάλλοντος
Παρότι η βάση είναι ιουδαϊκή, η μορφή των κειμένων διαμορφώνεται μέσα σε ελληνιστικό περιβάλλον. Αυτό σημαίνει α) χρήση της κοινής ελληνιστικής ως εργαλείου συγγραφής και διάδοσης, β) αφηγηματικά πρότυπα που θυμίζουν βιογραφία και γ) πιθανές ευρύτερες μεσογειακές αφηγηματικές επιρροές. Η θεωρία άμεσης ομηρικής εξάρτησης ή επιρροής παραμένει μειοψηφική· οι περισσότερες ομοιότητες εξηγούνται μέσω κοινών πολιτισμικών μοτίβων ενώ η βάση και η ουσία παραμένει ιουδαϊκή.
9. Η συγκρότηση του κανόνα
Τα κείμενα που τελικά συγκροτούν την Καινή Διαθήκη δεν επιλέγονται σε μία στιγμή αλλά μέσω σταδιακής εκκλησιαστικής διαδικασίας όπου θεολογικοί, γεωγραφικοί και πολιτικοί παράγοντες παίζουν ρόλο. Παράλληλα, υπήρχαν και άλλα χριστιανικά κείμενα (π.χ. γνωστικά ευαγγέλια) που δεν εντάχθηκαν στον κανόνα.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από την κειμενική ανάλυση είναι ότι τα χριστιανικά κείμενα έχουν σαφή ιουδαϊκή θεολογική και γραμματειακή βάση, διαμορφώνονται μέσα σε ελληνιστικό πολιτισμικό περιβάλλον, μεταδίδονται μέσω χειρόγραφης παράδοσης με παραλλαγές και αποκτούν σταδιακά σταθερή μορφή μέσω εκκλησιαστικής επιλογής και κανονικοποίησης.
Επομένως, ο ισχυρισμός περί απόλυτα αναλλοίωτης και μονολιθικής μετάδοσης των κειμένων δεν επιβεβαιώνεται από τα διαθέσιμα χειρόγραφα δεδομένα. Αντίθετα, η χριστιανική Αγία Γραφή προκύπτει ως ένα ιστορικά εξελισσόμενο κείμενο, όπου η ιουδαϊκή παράδοση λειτουργεί ως θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται η χριστιανική ερμηνευτική και θεολογική σύνθεση.
10. Ο αποκλεισμός εναλλακτικών χριστιανικών κειμένων
Η διαμόρφωση του χριστιανικού κανόνα δεν υπήρξε μια αυτόματη ή αυτονόητη διαδικασία. Κατά τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού κυκλοφορούσε μεγάλος αριθμός κειμένων τα οποία διεκδικούσαν αυθεντία και χρησιμοποιούνταν από διάφορες χριστιανικές κοινότητες. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται το Ευαγγέλιο του Θωμά, το Ευαγγέλιο του Πέτρου, το Ευαγγέλιο των Εβραίων, το Ευαγγέλιο των Αιγυπτίων, το Ευαγγέλιο του Ιούδα, η Αποκάλυψη του Πέτρου, ο Ποιμήν του Ερμά, η Διδαχή των Αποστόλων.
Πολλά από αυτά τα κείμενα ήταν γνωστά και διαβάζονταν σε ορισμένες χριστιανικές κοινότητες κατά τους πρώτους αιώνες. Άλλα συνδέθηκαν με γνωστικά ή άλλης μορφής χριστιανικά ρεύματα τα οποία τελικά περιθωριοποιήθηκαν.
Η επικράτηση των τεσσάρων «κανονικών» Ευαγγελίων δεν υπήρξε αποτέλεσμα αποκλειστικά θεολογικών κριτηρίων αλλά και ιστορικών, εκκλησιαστικών και πολιτικών εξελίξεων. Οι εκκλησιαστικές σύνοδοι των επόμενων αιώνων δεν δημιούργησαν εξαρχής τον κανόνα, αλλά επικύρωσαν και σταθεροποίησαν μια διαδικασία επιλογής που είχε ήδη ξεκινήσει από τον 2ο αιώνα και κορυφώθηκε μετά από τις διαμάχες έναντι των λεγόμενων αιρέσεων προκειμένου να επικρατήσει η λεγόμενη «ορθοδοξία».
Από ιστορική σκοπιά, η ύπαρξη αυτού του μεγάλου αριθμού εναλλακτικών κειμένων δείχνει ότι ο πρώιμος χριστιανισμός δεν αποτελούσε ένα ενιαίο και ομοιογενές κίνημα. Αντιθέτως, περιλάμβανε ποικίλες θεολογικές τάσεις και διαφορετικές ερμηνείες για το πρόσωπο του Ιησού, τη σωτηρία και τη φύση του Θεού. Η τελική μορφή της Καινής Διαθήκης αντανακλά την επικράτηση μιας συγκεκριμένης παράδοσης μέσα σε αυτό το πολυφωνικό περιβάλλον.
Η ένσταση των χριστιανών απολογητών και κριτική
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η σύγχρονη κειμενική κριτική, παρότι αναγνωρίζει την ύπαρξη παραλλαγών, μεταγενέστερων προσθηκών, τιτλοδοσίας, κανονικοποίησης και άλλων φαινομένων της χειρόγραφης παράδοσης, δεν καταλήγει αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι η Βίβλος είναι «αναξιόπιστη». Η κειμενική κριτική ως επιστημονικός κλάδος έχει διαφορετικό αντικείμενο. Επιδιώκει την ανασύνθεση, όσο αυτό είναι δυνατόν, των αρχαιότερων ανακτήσιμων μορφών των κειμένων μέσω της συγκριτικής μελέτης των χειρογράφων. Η διαπίστωση ότι ένα κείμενο γνώρισε παραλλαγές ή επεξεργασίες κατά τη μετάδοσή του δεν συνεπάγεται από μόνη της κρίση για τη θεολογική του αξία, την ιστορική του αξιοπιστία ή την αλήθεια των θρησκευτικών του ισχυρισμών. Τα ζητήματα αυτά αποτελούν αντικείμενο άλλων κλάδων, όπως της ιστορικής και αρχαιολογικής έρευνας.
Η απάντηση της ακαδημαϊκής κριτικής χωρίζεται σε πέντε βασικά επίπεδα.
1. Ναι, υπάρχουν χιλιάδες παραλλαγές αλλά αυτό είναι αναμενόμενο
Ο Bart Ehrman συχνά τονίζει ότι υπάρχουν περισσότερες παραλλαγές στα χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης από όσες λέξεις έχει η ίδια η Καινή Διαθήκη. Οι χριστιανοί απολογητές συχνά σοκάρονται από αυτή τη διατύπωση.
Οι κειμενοκριτικοί όμως απαντούν ότι φυσικά υπάρχουν. Έχουμε πάνω από 5.800 ελληνικά χειρόγραφα και δεκάδες χιλιάδες μεταφράσεις. Αν έχεις 5 χειρόγραφα θα έχεις λίγες παραλλαγές. Αν έχεις 25.000 χειρόγραφα είναι εύλογο ότι θα έχεις πάρα πολλές παραλλαγές. Ο μεγάλος αριθμός παραλλαγών είναι επομένως εν μέρει συνέπεια του μεγάλου αριθμού αντιγραφέων.
2. Η συντριπτική πλειονότητα των παραλλαγών είναι ασήμαντη
Εδώ υπάρχει σχεδόν καθολική συναίνεση. Οι περισσότερες παραλλαγές αφορούν ορθογραφία, εναλλαγή συνωνύμων, αλλαγή σειράς λέξεων, διπλογραφίες και παραλείψεις. Παράδειγμα: «Ιησούς Χριστός» αντί «Χριστός Ιησούς» ή «ο Κύριος Ιησούς» αντί «Ιησούς». Οι περισσότερες δεν αλλάζουν το νόημα.
3. Τα σημαντικά προβλήματα είναι λίγα και γνωστά
Η σύγχρονη κριτική δεν κρύβει τα δύσκολα σημεία. Παραδείγματα: α) Μάρκος 16:9-20, β) Ιωάννης 7:53–8:11 (μοιχαλίδα), γ) 1 Ιωάννου 5:7 (Comma Johanneum), δ) Λουκάς 22:43-44, ε) Λουκάς 23:34. Σχεδόν όλες οι σύγχρονες κριτικές εκδόσεις τα επισημαίνουν. Άρα η απάντηση είναι ότι δεν προσπαθούν να τα κρύψουν. Ξέρουμε πού βρίσκονται.
4. Οι παραλλαγές αποδεικνύουν ότι το σύστημα λειτουργεί
Αυτό είναι ίσως το ισχυρότερο επιχείρημα της κειμενικής κριτικής. Η λογική είναι η εξής: Αν υπήρχε μόνο ένα χειρόγραφο, δεν θα μπορούσαμε να ελέγξουμε τίποτα. Επειδή όμως έχουμε χιλιάδες χειρόγραφα από διαφορετικές περιοχές: Αίγυπτο, Συρία, Παλαιστίνη, Μικρά Ασία, Ιταλία, μπορούμε να συγκρίνουμε τις παραδόσεις.
Έτσι εντοπίζονται οι μεταγενέστερες προσθήκες. Για παράδειγμα, η περικοπή της μοιχαλίδας λείπει από τους παλαιότερους μάρτυρες των κειμένων. Άρα γνωρίζουμε ότι μάλλον δεν ανήκει στο αρχικό κείμενο. Η ίδια η ύπαρξη πολλών χειρογράφων μάς επιτρέπει να εντοπίσουμε την αλλοίωση.
5. Η βασική αφήγηση δεν εξαρτάται από τα προβληματικά χωρία
Αυτό είναι ίσως το κεντρικό επιχείρημα των περισσότερων μελετητών. Ακόμη κι αν αφαιρεθούν το τέλος του Μάρκου, η μοιχαλίδα και το Comma Johanneum, παραμένουν η ύπαρξη του Ιησού, η σταύρωση, η δράση του κινήματος, η πίστη στην ανάσταση, οι επιστολές του Παύλου, ο πυρήνας της χριστιανικής παράδοσης.
Γι' αυτό ο Ehrman, παρότι είναι ιδιαίτερα κριτικός, έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι οι περισσότερες παραλλαγές δεν αλλάζουν τα βασικά ιστορικά δεδομένα της πρώιμης χριστιανικής κίνησης.
Η κειμενική κριτική πράγματι δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα όχι τόσο για την ιστορικότητα του κειμένου όσο για ορισμένες θεωρίες θεοπνευστίας. Διότι αν υπάρχουν χιλιάδες παραλλαγές, υπάρχουν προσθήκες, υπάρχουν αφαιρέσεις, υπάρχουν άγνωστοι συγγραφείς, υπάρχουν μεταγενέστεροι τίτλοι, τότε ο ισχυρισμός ότι «το σημερινό κείμενο είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που έγραψαν οι αρχικοί συγγραφείς, λέξη προς λέξη» δεν συμβιβάζεται με τα χειρογραφικά δεδομένα. Γι' αυτό πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι έχουν εγκαταλείψει τη θεωρία της «κατά λέξη αναλλοίωτης διατήρησης».
Η απάντηση της σύγχρονης θεολογίας
Οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί θεολόγοι σήμερα μετατοπίζουν το επιχείρημα.
Δεν λένε ότι «ο Θεός διατήρησε κάθε γράμμα απαράλλακτο.» Λένε «ο Θεός ενέπνευσε την αρχική παράδοση και το βασικό μήνυμα διατηρήθηκε παρά τις ανθρώπινες ατέλειες της μετάδοσης». Δηλαδή μεταθέτουν τη θεοπνευστία από το επίπεδο του κειμένου στο επίπεδο του μηνύματος.
Η ουσιαστική ακαδημαϊκή κατάληξη
Η σύγχρονη κειμενική κριτική καταλήγει σε δύο συμπεράσματα που συνυπάρχουν:
Συμπέρασμα Α
Ο ισχυρισμός ότι η Βίβλος μεταδόθηκε απολύτως αναλλοίωτη, χωρίς παραλλαγές, προσθήκες ή αφαιρέσεις, δεν υποστηρίζεται από τα χειρόγραφα δεδομένα.
Συμπέρασμα Β
Παρά τις παραλλαγές, το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου μπορεί να ανασυντεθεί με υψηλό βαθμό βεβαιότητας και οι βασικές γραμμές της πρώιμης χριστιανικής παράδοσης παραμένουν αναγνωρίσιμες.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται σήμερα η κύρια αντιπαράθεση, όχι στο αν υπήρξαν αλλαγές - αυτό θεωρείται δεδομένο - αλλά στο τι σημαίνουν αυτές οι αλλαγές για την έννοια της θεοπνευστίας, της αυθεντίας και της θεολογικής αξιοπιστίας της Βίβλου.
Η τιτλοδοσία
Ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα της σύγχρονης βιβλικής έρευνας συνδέεται άμεσα με την τιτλοποίηση-τιτλοδοσία.
Η σημερινή ακαδημαϊκή μελέτη κάνει διάκριση ανάμεσα σε δύο ερωτήματα:
Ποιος έγραψε πραγματικά τα Ευαγγέλια;
Πότε και γιατί συνδέθηκαν με τα ονόματα Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς και Ιωάννης;
Το πρώτο δεδομένο: τα ίδια τα κείμενα είναι ανώνυμα
Κανένα από τα τέσσερα Ευαγγέλια δεν ξεκινά λέγοντας «Εγώ ο Ματθαίος έγραψα αυτά.» ή «Εγώ ο Ιωάννης, μαθητής του Ιησού...». Όπως συμβαίνει π.χ. στις επιστολές του Παύλου. Τα παλαιότερα χειρόγραφα αρχίζουν απλώς με τον τίτλο: Κατὰ Ματθαῖον, Κατὰ Μάρκον, Κατὰ Λουκᾶν, Κατὰ Ἰωάννην.
Πότε εμφανίζονται οι τίτλοι;
Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν ότι τα Ευαγγέλια κυκλοφόρησαν αρχικά ανώνυμα. Πρόκειται για εσωτερικά ανώνυμα κείμενα, καθώς δεν περιέχουν ρητή αναφορά στον συγγραφέα τους. Οι τίτλοι «Κατά Μάρκον», «Κατά Ματθαίον», «Κατά Λουκάν» και «Κατά Ιωάννην» αποδίδονται εκ των υστέρων, τους συναντούμε όμως ήδη στα παλαιότερα σωζόμενα χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης, τα οποία χρονολογούνται κυρίως στον 2ο αιώνα μ.Χ. (περίπου 125–225 μ.Χ., με τα αρχαιότερα παπυρικά αποσπάσματα να ανάγονται στο πρώτο μισό έως τα τέλη του ίδιου αιώνα). Ο Ειρηναίος Λυώνος αποτελεί την πρώτη σαφή και συστηματική μαρτυρία για την τετραπλή κανονική παράδοση των Ευαγγελίων, γεγονός που υποδηλώνει ότι η σύνδεσή τους με συγκεκριμένα ονόματα είχε ήδη παγιωθεί τουλάχιστον έως τα τέλη του 2ου αιώνα, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατός ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου αρχικής απόδοσης των τίτλων.
Τι λέει η πλειοψηφία των σύγχρονων μελετητών;
Κατά Μάρκον
Είναι το Ευαγγέλιο που οι περισσότεροι θεωρούν αρχαιότερο (περ. 70 μ.κ.χ.). Η αρχαία παράδοση το αποδίδει στον Ιωάννη Μάρκο. Η σύγχρονη έρευνα όμως δεν μπορεί να το επιβεβαιώσει. Οι περισσότεροι μελετητές μιλούν απλώς για «τον συγγραφέα του Μάρκου» χωρίς να θεωρούν βέβαιη την ταύτισή του με τον Μάρκο των Πράξεων.
Κατά Ματθαίον
Η εκκλησιαστική παράδοση το αποδίδει στον Ματθαίο. Εδώ όμως υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Το κατά Ματθαίον: χρησιμοποιεί τον Μάρκο ως πηγή, αντιγράφει μεγάλο μέρος του Μάρκου, και διορθώνει και επεκτείνει τον Μάρκο. Αν ο Ματθαίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας, πολλοί μελετητές διερωτώνται: Γιατί να εξαρτάται τόσο πολύ από ένα μεταγενέστερο γραπτό κείμενο; Γι' αυτό η πλειοψηφία σήμερα δεν θεωρεί πιθανό ότι γράφτηκε από τον απόστολο Ματθαίο.
Κατά Λουκάν
Η παράδοση το αποδίδει στον Λουκά. Ο συγγραφέας δηλώνει μάλιστα στον πρόλογο: «ερεύνησα τις πηγές μου». Αυτό δείχνει ότι δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Η σύνδεση με τον Λουκά παραμένει πιθανή για κάποιους ερευνητές αλλά δεν θεωρείται αποδεδειγμένη.
Κατά Ιωάννην
Εδώ η κατάσταση είναι ακόμη πιο σύνθετη. Το Ευαγγέλιο δεν κατονομάζει τον συγγραφέα. Μιλά για «τον μαθητή που αγαπούσε ο Ιησούς». Οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές θεωρούν ότι το κείμενο πέρασε από πολλαπλά στάδια επεξεργασίας. Συχνά μιλούν για «Ιωάννεια κοινότητα» και όχι για έναν μοναδικό συγγραφέα.
Πόσο πιθανό θεωρείται σήμερα ότι οι Απόστολοι έγραψαν τα Ευαγγέλια;
Αν μιλήσουμε για τη γενική τάση της ακαδημαϊκής έρευνας:
Α) το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο εκκλησιαστικά αποδίδεται στον Μάρκο ενώ η επικρατούσα ακαδημαϊκή θέση αυτό το θεωρεί αβέβαιο.
Β) το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο εκκλησιαστικά αποδίδεται στον απόστολο Ματθαίο ενώ η επικρατούσα ακαδημαϊκή θέση θεωρεί ότι αυτό πιθανότατα δεν ισχύει.
Γ) το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο εκκλησιαστικά αποδίδεται στον Λουκά ενώ η επικρατούσα ακαδημαϊκή θέση το θεωρεί πιθανό αλλά χωρίς να αποδεικνύεται.
Δ) το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο εκκλησιαστικά αποδίδεται στον απόστολο Ιωάννη ενώ η επικρατούσα ακαδημαϊκή θέση θεωρεί ότι αυτό δεν ισχύει με την σημερινή του μορφή.
Τι σημαίνει αυτό για την ιστορική κριτική;
Εδώ είναι το κρίσιμο σημείο. Η σύγχρονη έρευνα δεν λέει αφού δεν τα έγραψαν οι Απόστολοι, είναι ψεύτικα. Λέει ότι τα Ευαγγέλια είναι προϊόντα πρώιμων χριστιανικών κοινοτήτων που διατήρησαν και διαμόρφωσαν παραδόσεις και θεωρίες για τον Ιησού. Όμως αυτό έχει μεγάλη σημασία για ορισμένες παραδοσιακές αντιλήψεις. Διότι αν τα κείμενα είναι αρχικά ανώνυμα, αν οι τίτλοι προστέθηκαν μεταγενέστερα, κι αν η αποστολική πατρότητά τους δεν μπορεί να αποδειχθεί, τότε εξασθενεί σημαντικά το επιχείρημα ότι τα Ευαγγέλια αποτελούν άμεσες μαρτυρίες των ίδιων των μαθητών.
Αυτό είναι ένα από τα βασικότερα συμπεράσματα της σύγχρονης ιστορικοκριτικής μελέτης της Καινής Διαθήκης και αποτελεί έναν από τους κεντρικούς άξονες της σύγχρονης ακαδημαϊκής συζήτησης γύρω από την αυθεντία και την προέλευση των χριστιανικών κειμένων.
Η ιστορική μέθοδος μπορεί να εξετάσει την προέλευση, τη μετάδοση και το ιστορικό πλαίσιο των κειμένων. Δεν μπορεί όμως να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει μεταφυσικούς και θεολογικούς ισχυρισμούς.