Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Ερχόμαστε μόνοι στη ζωή και φεύγουμε μόνοι. Ή μήπως όχι;

Ο μύθος της μοναξιάς και η ψυχολογία της σύνδεσης.

Υπάρχουν φράσεις που δεν τις ακούμε απλώς, τις κουβαλάμε. Φράσεις που επανεμφανίζονται όταν κουραζόμαστε από τους ανθρώπους, όταν οι σχέσεις αποτυγχάνουν, όταν η ζωή μάς ζητά περισσότερα απ’ όσα μπορούμε να δώσουμε.

«Γεννιόμαστε μόνοι και πεθαίνουμε μόνοι»

Τη συναντάμε παντού: σε αποφθέγματα, σε συνεντεύξεις, σε φιλοσοφικές συζητήσεις της καθημερινότητας. Την έχει επαναλάβει ο Orson Welles, την έχουν υιοθετήσει συγγραφείς και στοχαστές του 20ού αιώνα, την ψιθυρίζουμε συχνά στον εαυτό μας όταν η σύνδεση μοιάζει επικίνδυνη ή μάταιη.

Ακόμη και στη συλλογική μας μνήμη, μέσα από λαϊκά τραγούδια που μιλούν για έναν άνθρωπο που ξεκινά «γυμνός» και προχωρά μόνος στον δρόμο του, η ίδια ιδέα επιστρέφει επίμονα: ότι η ζωή είναι, τελικά, μια μοναχική πορεία. Ότι κανείς δεν μπορεί πραγματικά να μας συνοδεύσει μέχρι τέλους.

Η φράση μοιάζει ώριμη. Σκληρή. Σχεδόν γενναία. Και ίσως γι’ αυτό μας γοητεύει τόσο. Κι όμως, από ψυχολογική σκοπιά, αυτή η φράση δεν είναι αλήθεια. Είναι μύθος. Όχι επειδή δεν αγγίζει κάτι υπαρξιακά αληθινό, αλλά επειδή απλοποιεί επικίνδυνα την ανθρώπινη εμπειρία και μετατρέπει τον πόνο της αποσύνδεσης σε φυσικό νόμο.

Όσο περισσότερο τη μελετάμε μέσα από την ψυχολογία, την αναπτυξιακή θεωρία και τη νευροβιολογία, τόσο πιο καθαρά φαίνεται: η ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να πορεύεται μόνος δεν είναι σοφία, είναι προσαρμογή στη μοναξιά.

Δεν γεννιόμαστε μόνοι

Ας ξεκινήσουμε από το πιο απλό και ταυτόχρονα πιο παραγνωρισμένο γεγονός. Κανείς δεν γεννιέται μόνος. Ερχόμαστε στη ζωή μέσα από το σώμα ενός άλλου ανθρώπου. Πριν από τη γέννηση, έχουμε ήδη ζήσει εννέα μήνες σε μια απόλυτα εξαρτημένη, βαθιά συμβιωτική σχέση. Η ύπαρξή μας ξεκινά μέσα στη σύνδεση, όχι έξω από αυτήν.

Μετά τη γέννηση, η μοναξιά δεν είναι φιλοσοφική έννοια αλλά βιολογικός κίνδυνος. Χωρίς φροντίδα, χωρίς ανθρώπινη παρουσία, το βρέφος δεν επιβιώνει. Από αναπτυξιακή σκοπιά, ο άνθρωπος δεν είναι ένα αυτόνομο ον που μαθαίνει αργότερα να σχετίζεται. Είναι ένα κοινωνικό ον που διαλύεται χωρίς σχέση. Η σύνδεση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση ζωής.

Γιατί τότε ο μύθος επιμένει;

Γιατί για πολλούς ανθρώπους, η εμπειρία της ζωής είναι πράγματι μοναχική.

Υπάρχουν άνθρωποι που μεγάλωσαν χωρίς συναισθηματική ασφάλεια. Άνθρωποι που δεν ένιωσαν ποτέ πραγματικά «κρατημένοι». Άνθρωποι που προσπάθησαν να συνδεθούν και πληγώθηκαν τόσο, ώστε έμαθαν να επιβιώνουν χωρίς προσδοκίες.

Όταν η σύνδεση αποτυγχάνει επανειλημμένα, ο ψυχισμός αναζητά έλεγχο. Και συχνά τον βρίσκει σε μια ιδέα που μοιάζει προστατευτική:

«Δεν χρειάζομαι κανέναν. Έτσι κι αλλιώς είμαστε μόνοι».

Ψυχολογικά, αυτή η σκέψη δεν είναι φιλοσοφική στάση ζωής. Είναι άμυνα απέναντι στον πόνο.

Ο κυνισμός του ατομικισμού

Ο Hunter S. Thompson, Αμερικανός δημοσιογράφος και συγγραφέας, διατύπωσε με ωμότητα αυτή την οπτική: ότι είμαστε μόνοι σε όλη τη διαδρομή της ζωής και ότι η αυτοεκτίμηση απαιτεί να μη βασιζόμαστε στους άλλους για την ευτυχία μας.

Η θέση αυτή ακούγεται αυτάρκης και δυνατή. Ψυχολογικά όμως είναι βαθιά ελλιπής. Δεν διαμορφώνουμε ταυτότητα χωρίς καθρέφτισμα. Δεν ρυθμίζουμε το συναίσθημα χωρίς σχέση. Δεν γνωρίζουμε τον εαυτό μας χωρίς κάποιον απέναντι.

Ο απόλυτος ατομικισμός δεν παράγει ψυχική ανθεκτικότητα. Παράγει απομόνωση και η απομόνωση έχει κόστος.

Η ιδεαλιστική απάντηση της αγάπης

Στον αντίποδα βρίσκεται ο θεολόγος, ποιητής και μοναχός, Thomas Merton. Ο Merton μίλησε για την αγάπη προς τον άλλον ως υπαρξιακή αποστολή. Η θέση του είναι ανθρώπινα συγκινητική και ηθικά υψηλή.

Υπάρχει όμως ένα όριο: η αγάπη δεν εμφανίζεται κατά βούληση.

Για τους περισσότερους ανθρώπους που ζουν στον πραγματικό κόσμο με άγχος, εσωτερικές συγκρούσεις, αποτυχίες και περιορισμούς, η καθολική αγάπη δεν είναι πάντα εφικτή. Αυτό που είναι εφικτό είναι η φροντίδα. Η δικαιοσύνη. Η συναισθηματική διαθεσιμότητα. Η υπευθυνότητα στη σχέση. Και πολύ συχνά, η αγάπη προκύπτει μέσα από αυτές τις στάσεις.

Η μοναξιά ως ψυχολογικό σύμπτωμα

Η σύγχρονη ψυχολογία δεν αντιμετωπίζει πλέον τη μοναξιά ως απλή διάθεση ή φιλοσοφική θέση. Τη βλέπει ως σοβαρό ψυχοκοινωνικό παράγοντα κινδύνου. Η χρόνια μοναξιά ενεργοποιεί το σύστημα απειλής του εγκεφάλου, αυξάνει το στρες, επηρεάζει την ψυχική και σωματική υγεία και συνδέεται με άγχος, κατάθλιψη και σωματική φθορά.

Δεν λαχταράμε τους άλλους επειδή είμαστε αδύναμοι. Τους λαχταράμε επειδή η σύνδεση ρυθμίζει τον ανθρώπινο οργανισμό.

Μοναχικότητα και απομόνωση

Είναι κρίσιμο να ξεχωρίσουμε δύο έννοιες. Η μοναχικότητα μπορεί να είναι επιλογή. Μπορεί να είναι δημιουργική, θεραπευτική, απαραίτητη για την αυτογνωσία. Η απομόνωση όμως είναι η απουσία ουσιαστικής σχέσης.

Κάποιος μπορεί να είναι μόνος και ψυχικά πλήρης. Και κάποιος άλλος μπορεί να περιβάλλεται από ανθρώπους και να νιώθει αόρατος. Το ζητούμενο δεν είναι να μη μένουμε μόνοι. Το ζητούμενο είναι να μη ζούμε χωρίς σύνδεση.

Η ψηφιακή ψευδαίσθηση της εγγύτητας

Στη σύγχρονη εποχή, η επικοινωνία έχει αυξηθεί, αλλά η εγγύτητα όχι. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν την αίσθηση της επαφής χωρίς το βάθος της σχέσης. Ένα «like» δεν ρυθμίζει το νευρικό σύστημα. Ένα μήνυμα δεν αντικαθιστά την παρουσία. Η ανθρώπινη σύνδεση απαιτεί χρόνο, ευαλωτότητα και συναισθηματική διαθεσιμότητα.

Τελικά, τι ισχύει;

Ίσως η φράση «γεννιόμαστε μόνοι και πεθαίνουμε μόνοι» να αγγίζει μια υπαρξιακή αλήθεια: η γέννηση και ο θάνατος είναι βαθιά προσωπικές εμπειρίες. Αλλά η ζωή ανάμεσα σε αυτές δεν είναι. Η ζωή είναι σχέση. Είναι ρίσκο. Είναι αλληλεξάρτηση. Και όσο κι αν προσπαθούμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι μπορούμε μόνοι, η ψυχολογία μας διαφωνεί.

Τελική σκέψη

Δεν προοριζόμασταν να ζήσουμε απομονωμένοι. Κι αν κάποτε το κάνουμε, δεν είναι φυσικός νόμος, είναι τραύμα. Η σύνδεση δεν μας αποδυναμώνει. Μας οργανώνει, μας θεραπεύει, μας δίνει νόημα.

Ίσως λοιπόν το πιο ακριβές συμπέρασμα να είναι αυτό: Μπορεί να ερχόμαστε και να φεύγουμε μόνοι, αλλά δεν είμαστε φτιαγμένοι για να ζούμε έτσι.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου