Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Η θυσία του Ιησού Χριστού: η ψυχολογία της αμαρτίας

Ο θεός θυσιάζει τον εαυτό του, στον εαυτό του. Κατά το χριστιανικό δόγμα, ο θεός στέλνει τον εαυτό του ως άνθρωπο, δηλ. με ένα όνομα, το όνομα Ιησούς, για να θυσιαστεί με τη βούλησή του και να εκπληρώσει έναν κανόνα τον οποίο ο ίδιος έθεσε, και βάσει του οποίου η αμαρτία για να αναιρεθεί απαιτεί αίμα. Αυτό δεν είναι καν θυσία, είναι μια θεϊκή προσποίηση, ελιγμός, παράσταση, αφήγημα, θέατρο.

Αν -αν, υπόθεση εργασίας- ο θεός ήταν όντως παντοδύναμος, θα μπορούσε απλώς να συγχωρήσει την αμαρτία χωρίς αντάλλαγμα, και αυτό θα ήταν αληθινή συγχώρηση. Η συγχώρηση δεν γίνεται με όρους, συγχώρηση που γίνεται με όρους δεν είναι συγχώρηση. Συγχώρηση που απαιτεί βασανιστήρια και θάνατο, είναι στυγνό βασανιστήριο και στυγνός θάνατος. Είναι η τέλεια ωμή εκμετάλλευση της ανθρώπινης υπόστασης: δημιουργείς τον άνθρωπο, τού θέτεις νόμο, μετά παραβιάζεις εσύ ο ίδιος το νόμο, σκηνοθετείς την αυτοτιμωρία του, όπως και την ανταμοιβή του επειδή δέχθηκε την αυτοενοχή του και την αυτοτιμωρία του. Και αυτό το αποκαλείς δικαιοσύνη.

Ένας θάνατος υπολογισμένος και σχεδιασμένος με την ανάσταση στο σχέδιο, δεν είναι θυσία. Θυσία είναι το να είναι δεδομένο εκ των προτέρων ότι δεν θα επιστρέψεις εκ των υστέρων στην ίδια κατάσταση που ήσουν πριν τη θυσία. Ο Ιησούς αυτός πεθαίνει για τρεις μέρες, αλλά μετά ανασταίνεται, επιστρέφει θριαμβευτής, και τιμάται πλέον στην αιωνιότητα από αυτούς που θαυμάζουν το στημένο θαύμα. Αυτό δεν είναι θυσία, δεν είναι καλή πρόθεση, δεν έχει τίποτα το ανθρώπινο, δεν είναι ανθρωπιά, είναι στυγνός χειρισμός, απροκάλυπτη εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου και φόβου. Εκατομμύρια άνθρωποι στην ιστορία πέθαναν θεληματικά θυσιάζοντας τον εαυτό τους για να σώσουν άλλους, και ακόμα είναι νεκροί μέχρι σήμερα, και για αυτή την απουσία τους η θυσία τους έχει αξία. Π.χ. τα κόκκαλα των Ελλήνων δίνουν αξία στην ελευθερία και γι΄ αυτό θεωρούνται ιερά. Αν εσύ είσαι παντογνώστης και τα ξέρεις όλα, ξέρεις και το ότι μετά από τρεις μόλις μερούλες θα γυρίσεις θριαμβευτής, απλώς κάνεις ένα διάλειμμα στην εξουσία σου, για να επιστρέψεις ακόμα καλύτερος εξουσιαστής να εκμεταλλεύεσαι καλύτερα αυτούς που θα σε προσκυνάνε.

Η υποκατάσταση της αθωότητας δεν είναι σε καμία περίπτωση δικαιοσύνη. Η χριστιανική διδασκαλία θέλει τον Ιησού να πεθαίνει για αμαρτίες άλλων. Η οποιαδήποτε τιμωρία ενός αθώου για εγκλήματα άλλων σε καμία περίπτωση δεν είναι δικαιοσύνη. Είναι η τυπική στρατηγική της επινόησης του αποδιοπομπαίου τράγου, ώστε να αποπλανήσεις το θύμα με το δέλεαρ της απαλλαγής από την πραγματική του ευθύνη με τη μετατόπιση της προσωπικής ευθύνης του σε κάποιο εξωτερικό αίτιο. Φαντάσου τον δικαστή να αφήνει ελεύθερο τον δολοφόνο επειδή κάποιος προσφέρεται να πάει στο εκτελεστικό απόσπασμα στη θέση του δράστη του εγκλήματος. Αυτό είναι στυγνή ανηθικότητα κάτω από οποιαδήποτε οπτική ηθικής ή νόμου ή έθους.

Η υποτιθέμενη θυσία έγινε έξω από το πλαίσιο του βιβλίου που την αναφέρει, χωρίς κανένα ιστορικό στοιχείο ή μαρτυρία να την πιστοποιεί. Η ιδέα ότι η θυσία είχε κάποιο νόημα ή σημασία, υποστηρίζεται αποκλειστικά και μόνο από το ίδιο το βιβλίο όπου αναφέρεται, και υποστηρίζεται εκ των υστέρων από την εκκλησιαστική παράδοση ως μία υπερ-λογική "πίστη" που αποκτά σημασία αντιτιθέμενη στην κοινή λογική. Η πραγματικότητα αποκηρύσσεται μετά βδελυγμίας διότι εάν υπήρχε πραγματική απόδειξη για την θυσία και την σημασία της, αυτή και μόνο η γνώση θα ενέτρεπε το αφήγημα. Αμέτρητες εκτελέσεις γινόταν με τον ίδιο τρόπο από τους Ρωμαίους στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, αλλά αυτή η συγκεκριμένη εκτέλεση πρέπει να αποκτήσει μια ειδική σημασία, ώστε να κατασκευαστεί ένα ειδικό αφήγημα. Η θυσία αποκτά αξία μόνο για αυτόν που ήδη πιστεύει, χωρίς τη γνώση, το αφήγημα. Στην πραγματικότητα από τον εξωτερικό παρατηρητή, η ανώτερη σημασία που μπορεί να πάρει, είναι ένα ακόμη αιματηρό τελετουργικό από κάποιους ψυχάκηδες της εποχής.

Η θυσία αυτή προτείνει την ενοχή, και την υπακοή, χωρίς καμία ηθικότητα. Η ιδέα ότι κάποιος πέθανε για τη δική σου ενοχή, είναι ό,τι πιο ύπουλο πρόστυχο απάνθρωπο και ανήθικο μπορεί να επινοηθεί. Είναι τυπικός ψυχολογικός χειρισμός, ψυχολογική τοξικότητα, ακραία υποτίμηση της ανθρώπινης υπόστασης, που σού λέει ότι είσαι τόσο αμαρτωλός βρώμικος ανήθικος άχρηστος και ανίκανος και δεν μπορείς να διορθωθείς, να αλλάξεις, να σταθείς στα πόδια σου, να καθαρίζεις από τη βρωμιά σου, που πρέπει κάποιος να περάσει τα χειρότερα βασανιστήρια για την πάρτη σου. Και σού λέει και από πάνω ότι, αν δεν αποδεχθείς αυτή τη θυσία, θα είσαι ακόμα πιο ένοχος και ασυγχώρητος και καταδικαστέος. Και αυτό έχουν το θράσος να το αποκαλούν σωτηρία, φώτιση, θέωση. Μια ύπουλη καλομελετημένη καλοσχεδιασμένη συνενοχή με περιτύλιγμα "θεολογίας".

Η θυσία του Χριστού είναι ένα διαστροφικό επινόημα αρρωστημένων μυαλών, που θέλουν να χακάρουν τον ανθρώπινο εγκέφαλο και να τον κάνουν υποχείριό τους. Ένας ανήθικος παραλογισμός, ένα καλοσχεδιασμένο εργαλείο ελέγχου, καθυπόταξης, εκμηδένισης, από μια ανατολική θρησκευτική μαφία, με μύθευμα έναν θεό μαφιόζο που απολαμβάνει το θρόνο του σε μια αιώνια βασιλεία των ουρανών.

Τα προηγούμενα αφορούν την ψυχοπαθολογία του συγκεκριμένου "Χριστού", του συγκεκριμένου χριστιανικού μυθεύματος που δομήθηκε ιστορικά από την συγκεκριμένη θρησκεία με συγκεκριμένο τρόπο. Το ποιος μπορεί να ήταν πραγματικά ο Ιησούς, θα μπορούσε να εξεταστεί σε πλαίσιο χωροχρονικό, ιστορικό, μυθολογικό, αλλά αυτό θα ήταν άλλη ιστορία. Η χριστιανική θρησκεία συνιστά ένα αποτύπωμα όλων των βασικών δομικών χαρακτηριστικών του πιο διεστραμμένου ναρκισσισμού. Αν μελετήσεις τα χαρακτηριστικά του ναρκισσισμού και της κοινωνιοπάθειας, όλα αυτούσια τα βρίσκεις ενσωματωμένα στην θεολογία αυτής της θρησκείας, ως ενεργά τυπικά ψυχοπαθολογικά και ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά της κοινωνιοπαθούς προσωπικότητας. Με τα δύο βασικότερα να είναι, α) η μετατόπιση του "φταιξίματος" στο θύμα (victim blaming, εξ ου η ενοχή), β) η υποτίμηση και αποδόμηση της προσωπικότητας του θύματος (gaslighting, εξ ου η αμαρτία).

Ο Χριστιανισμός προβάλλεται συχνά ως υπέρτατο ηθικό και πνευματικό πρότυπο, με κεντρική μορφή τον Ιησού των «κανονικών» Ευαγγελίων. Αγάπη άνευ όρων, αδιάλειπτη συγχώρεση, ταπείνωση, αποδέσμευση από τα υλικά και ελπίδα μιας επερχόμενης βασιλείας του Θεού συνθέτουν ένα ιδεώδες υψηλής ηθικής. Όμως, όταν αυτά τα δόγματα εξεταστούν με λογικά και ιστορικά κριτήρια, αποκαλύπτονται ως πρακτικά ανεφάρμοστα—τότε και τώρα.

Η απόλυτη συγχώρεση χωρίς όρια ακυρώνει την αυτοπροστασία· η διαρκής ταπείνωση υπονομεύει τη δράση, την ευθύνη και την υπεράσπιση δικαιωμάτων· η απομάκρυνση από τα υλικά καθιστά αδύνατη την κοινωνική οργάνωση. Η πίστη σε θαύματα, παρθενογένεση και ανάσταση συγκρούεται με την εμπειρία και τη λογική, ενώ η αμφίσημη «βασιλεία του Θεού», ταυτόχρονα παρούσα και μελλοντική, αφήνει θολή κάθε πρακτική καθοδήγηση. Δεν πρόκειται για σχέδιο ζωής, αλλά για υπερβατικό όραμα.

Τα Ευαγγέλια, γραμμένα δεκαετίες αργότερα, δεν λειτουργούν ως ιστορικές καταγραφές αλλά ως θεολογικές αφηγήσεις. Η δίκη και η σταύρωση του Ιησού οργανώνονται δραματουργικά: ένας διστακτικός Ρωμαίος έπαρχος, μια αμφίβολη κατηγορία περί «βασιλέα των Ιουδαίων», μια προδοσία απαραίτητη για το σενάριο της θυσίας. Η ιστορική πιθανότητα μιας τέτοιας καταδίκης υπό κανονική ρωμαϊκή διοίκηση είναι χαμηλή· η θεολογική της χρησιμότητα, αντίθετα, μέγιστη.

Ο Παύλος ολοκλήρωσε τον μετασχηματισμό: από ηθικό κήρυγμα σε θεολογικό σύστημα. Η σωτηρία μετατέθηκε από την πράξη στην πίστη, από την ευθύνη στο υπερφυσικό. Ο Χριστιανισμός έγινε θρησκεία δόγματος, όχι πρακτικός οδηγός ζωής. Η πίστη αντικατέστησε τη λογική, η μεταθανάτια λύτρωση τη ζωή εδώ και τώρα.

Σε αντίστιξη, η ελληνική φιλοσοφία πρότεινε εφαρμόσιμα σχήματα ύπαρξης. Οι Στωικοί καλλιέργησαν αυτοκυριαρχία, οι Επικούρειοι μέτρο και αταραξία, οι Πλατωνικοί και Αριστοτελικοί ηθική και πολιτική αρμονία, οι Πυθαγόρειοι πειθαρχία και γνώση. Κοινός παρονομαστής: λογική, εμπειρία, αυτοβελτίωση—εργαλεία για τον άνθρωπο εντός του κόσμου.

Η ιστορική επικράτηση του Χριστιανισμού δεν οφείλεται μόνο στην πειθώ των ιδεών του, αλλά και στη βία, τον κοινωνικό καταναγκασμό και τη συμμαχία με την εξουσία. Διωγμοί, εκτελέσεις και έλεγχος συνόδευσαν το μήνυμα της αγάπης, αποκαλύπτοντας το χάσμα ανάμεσα στη διδασκαλία και την πράξη.

Συμπερασματικά, ο Χριστιανισμός αναδύεται ως ιδεαλιστικό και μυθοπλαστικό θεολογικό οικοδόμημα, δυσχερώς εφαρμόσιμο στην καθημερινή ζωή. Η ηθική του εξύψωση δεν μεταφράζεται σε πρακτική καθοδήγηση, ενώ η ιστορική του ισχύς εδράστηκε στη θεολογία και στην επιβολή. Αντίθετα, η ελληνική φιλοσοφία παραμένει διαχρονική ακριβώς επειδή μίλησε στη λογική, στη ζωή και στην ανθρώπινη πράξη—χωρίς υπερφυσικά δεκανίκια και φόβο Θεού.

Σημείωση: 

Για την ‘’δικαιοσύνη του Θεού’’ είναι η επιβαλλόμενη με φόβο από τους ιερείς απόλυτη κυριαρχική - με την αυτόκλητη ψευδή κληρονομική αποστολική υπερεξουσία, που δημιούργησαν για τον εαυτό τους - επιβολή του δήθεν θελήματος του Θεού, που απειλεί, τρομοκρατεί, υποβιβάζει και σκοπεύει στην διεστραμμένη, εκδικητική, αιώνια τιμωρία.

Η δικαιοσύνη έχει τέσσερεις διαβαθμίσεις για την απόδοσή της: 

1) την απόλυτη Συγχώρεση χωρίς όρους ή προϋποθέσεις 
2) ο Σωφρονισμός, δηλαδή ανάλογα με το είδος και το μέγεθος της παραβάσεως του Νόμου επιβάλλεται και η ανάλογη ποινή, προσωρινά, που καθορίζει ο Ποινικός Κώδικας και ο σχετικός Νόμος. 
3) η Ανταπόδοση (αντίποινα, αποδίδω τα ίσα) το οφθαλμός αντί οφθαλμού στην Παλαιά Διαθήκη. 
4) η Διεστραμμένη, Εκδικητική, Αιώνια τιμωρία, ανεξάρτητα με το είδος και το μέγεθος της παραβάσεως του Νόμου και των πράξεων, χωρίς την δυνατότητα μετάνοιας ή συγχώρεσης και ελέους όπως αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη, Αποκάλυψη κλπ.

Επίσης η Διεστραμμένη, Εκδικητική, Αιώνια τιμωρία του θεού δεν αρχίζει για τον πιστό μόνο μετά θάνατον αλλά σε όλη την διάρκεια της ζωής του ανθρώπου με τον φόβο και της απειλής της διαρκούς ενοχής και αμαρτίας, με αρνησηζωία, μίσος, εξάρτηση και μηδενισμό
 
Η ‘’δικαιοσύνη του Θεού’’ δεν είναι παρά η ανάγκη του ανθρώπου για ανθρώπινη και κοινωνική αποκατάσταση της αδικίας ή εκδίκησης του έστω και μετά θάνατον.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου