Ολοκληρώνοντας το έργο Περί Ψυχής ο Αριστοτέλης θεωρεί αναγκαίο να διερευνηθεί το ζήτημα της κίνησης και στα ζώα που ονομάζει ατελή, δηλαδή εκείνα που η βιολογική τους υπόσταση δεν έχουν την πληρότητα και τις δυνατότητες των ολοκληρωμένων με την έννοια των κατώτερων ζώων και όχι των ανάπηρων.
Ο Αριστοτέλης θέτει το ζήτημα ως εξής: «Πρέπει, τώρα, να εξετάσουμε τι είναι αυτό που δίνει κίνηση και στα ατελή ζώα, σε αυτά που έχουν μόνο την αίσθηση της αφής» (433b 34 και 434a 1). Η διευκρίνιση ότι τα ατελή ζώα έχουν μόνο αφή, πέρα από το γεγονός ότι εξηγεί πλήρως ποια εννοούνται, ασχέτως αν δεν κατονομάζονται, καθιστά σαφές ότι η αφή αποτελεί το ελάχιστο όριο για να υφίσταται ο χαρακτηρισμός του ζώου. Αν αυτό που εξετάζεται, δεν έχει αυτή την αίσθηση τότε προφανώς δεν ανήκει στην κατηγορία των ζώων.
Με το δεδομένο ότι η κίνηση συνδέεται άμεσα με τη φαντασία και τις επιθυμίες το ζήτημα της κίνησης των ατελών ζώων δεν έχει άλλη επιλογή από το να στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση: «Αν είναι δυνατό ή όχι» (εννοείται πρέπει να εξετάσουμε) «να έχουν φαντασία και ορέξεις» (εννοείται τα ατελή ζώα) «Αν όμως έχουν αυτά, είναι ανάγκη να έχουν και επιθυμία. Πώς, όμως, θα έχουν και φαντασία; Ή, όπως κινούνται απροσδιόριστα, υπάρχουν μέσα τους και αυτές οι ικανότητες, αλλά υπάρχουν απροσδιόριστα;» (434a 1-6).
Τα ερωτήματα αυτά καθιστούν σαφές ότι η αφή, ως έσχατη προϋπόθεση της ζωικής φύσης, δημιουργεί με τρόπο αυτονόητο και την επιθυμία και τη φαντασία, αφού χωρίς αυτά δε νοείται η δυνατότητα της κίνησης. Φυσικά, όταν ο λόγος γίνεται για τα ατελή ζώα δεν μπορούμε να μιλάμε για βουλευτική αλλά μόνο για αισθητική φαντασία.
Ο Αριστοτέλης ξεκαθαριζει: «Η αισθητική φαντασία υπάρχει και στα άλλα ζώα, ενώ η βουλευτική μόνο σε εκείνα που μπορούν να σκέφτονται· γιατί το αν κανείς θα πράξει το ένα ή το άλλο, είναι ήδη έργο του λογισμού» (434a 6-9). Για να συμπληρωθεί: «Και αιτία που τα ζώα φαίνεται να μην έχουν κρίση είναι ότι δεν έχουν φαντασία που απορρέει από το συλλογισμό…» (434a 11-12).
Σε τελική ανάλυση, η αφή τίθεται ως προϋπόθεση της κίνησης, δηλαδή της αισθητικής φαντασίας και επιθυμίας. Οτιδήποτε διαθέτει αφή είναι έμβιο κι ως εκ τούτου διαθέτει και ψυχή. Κι όταν λέμε ψυχή για τα ατελή ζώα, εννοούμε το θρεπτικό μέρος της, καθώς τα άλλα μέρη της ψυχής προϋποθέτουν πιο σύνθετες μορφές ζωής και απαιτούν τη χρήση όλων των αισθήσεων: «Τη θρεπτική ψυχή είναι ανάγκη να την έχει κάθε ον, όποιο κι αν είναι, που έχει ζωή, και το οποίο, πράγματι, έχει ψυχή από τη γέννηση μέχρι τη φθορά του· γιατί ό,τι γεννήθηκε είναι ανάγκη να αναπτυχθεί και να ωριμάσει και να παρακμάσει και αυτά χωρίς τροφή είναι αδύνατο να γίνουν» (434a 24-29).
Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο και για την αίσθηση: «Αίσθηση δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει σε όλα τα όντα που έχουν ζωή». Το ότι μπορεί να υπάρχουν έμβια χωρίς καμία αίσθηση δεν αναιρεί το δεδομένο ότι δεν υπάρχει ζώο χωρίς (τουλάχιστον) αφή: «Το ζώο, όμως, είναι αναγκαίο να έχει αίσθηση, αν η φύση δεν κάνει τίποτε στην τύχη. Γιατί όλα τα φυσικά όντα υπάρχουν για κάποιο σκοπό ή είναι συμπτώματα εκείνων που υπάρχουν για κάποιο σκοπό. Αν, λοιπόν, κάθε σώμα που μπορεί και προχωρεί δεν έχει αίσθηση, θα καταστρεφόταν και δε θα έφθανε στο σκοπό του, που είναι η λειτουργία της φύσης του· γιατί πώς θα τραφεί; Αφού μόνο τα όντα που μένουν στάσιμα έχουν για τροφή αυτό από το οποίο έχουν γεννηθεί» (434a 32-36 και 434b 1-3).
Σε σχέση με τα στάσιμα όντα επεξηγεί και πάλι: «Τα φυτά ή κατώτερα όντα, όπως τα ζωόφυτα. Αυτά έχουν για τροφή τα στοιχεία από τα οποία προέρχονται, δηλαδή τη γη και το νερό». Κι αυτός είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στο φυτό και το ζώο: μπορεί και τα δύο να έχουν ζωή, αλλά το πρώτο δε διαθέτει καμία αίσθηση, ενώ το δεύτερο πρέπει να έχει τουλάχιστον αφή. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι η αίσθηση δεν είναι απαραίτητη σε κάθε μορφή ζωής, αφού τα φυτά είναι έμβια, αλλά δεν έχουν αίσθηση. Τα ζώα, όμως, οφείλουν να έχουν, αφού διαφορετικά θα στερούνταν τη δυνατότητα της κίνησης.
Η κίνηση αποκτά τελεολογικές διαστάσεις για τα ζώα, αφού χωρίς αυτή είναι αδύνατο να βρουν τροφή. Η αισθήσεις εξασφαλίζουν την εύρεση των σωστών συνισταμένων σε κάθε κίνηση, έστω και την πιο στοιχειώδη. Τα ζώα που έχουν μόνο αφή είναι σε θέση να εκτελέσουν την κίνηση που αρμόζει για την εύρεση της τροφής τους, η οποία, φυσικά, είναι η απλούστερη δυνατή. Χωρίς αυτή είναι αδύνατο να κινηθούν, οπότε δεν ανήκουν στα ζώα εμπίπτοντας στην κατηγορία των φυτών (ή ζωόφυτων).
Όμως, υπάρχει ένας επιπλέον λόγος που τα ζώα έχουν οπωσδήποτε αφή: «αφού το ζώο είναι σώμα έμψυχο, και κάθε σώμα είναι απτό, και απτό είναι το αισθητό με την αφή, είναι ανάγκη και το σώμα του ζώου να έχει την ικανότητα της αφής, αν πρόκειται το ζώο να επιβιώσει. Γιατί οι άλλες αισθήσεις, όπως η όσφρηση, η όψη και η ακοή, αισθάνονται με ενδιάμεσα· αν, όμως, όταν ξένα σώματα αγγίξουν το ζώο, αυτό δεν έχει κανένα αίσθημα, δε θα μπορέσει άλλα να τα αποφεύγει και άλλα να τα πιάνει. Κι αν συμβεί αυτό, θα είναι αδύνατο να επιβιώσει το ζώο» (434b 13-19).
Το ζώο χωρίς αφή είναι αδύνατο να επιβιώσει, ειδικά αν στερείται και τις άλλες αισθήσεις. Η αφή αποτελεί την προϋπόθεση της ζωικής ύπαρξης, καθώς χωρίς αυτή καθίσταται αδύνατη η εναρμόνιση με το περιβάλλον. Για τον Αριστοτέλη η αφή είναι τόσο απαραίτητη στην αναζήτηση της τροφής (ειδικά για τα ζώα που δεν έχουν άλλες αισθήσεις) που εκλαμβάνει τη γεύση ως μορφή-είδος αφής: «Γι’ αυτό και η γεύση είναι κάτι σαν είδος αφής· αφού είναι αφή της τροφής και η τροφή είναι το σώμα το απτό» (434b 19-21).
Οι άλλες αισθήσεις δε συνδέονται τόσο άμεσα με την τροφή: «Ο ήχος, αντίθετα, και το χρώμα και η οσμή δεν τρέφουν ούτε προκαλούν ανάπτυξη και παρακμή. Ώστε και η γεύση είναι ανάγκη να είναι είδος αφής, επειδή είναι αίσθηση του απτού και του θρεπτικού. Αυτές, λοιπόν, είναι αναγκαίες στο ζώο και έγινε φανερό ότι χωρίς αφή δεν είναι δυνατό να υπάρξει ζώο» (434b 21-25).
Οι άλλες αισθήσεις αφορούν την εξασφάλιση της ανώτερης ζωής: «Οι άλλες αισθήσεις είναι για να εξασφαλίζουν ανώτερη ζωή και, πια, δεν είναι ανάγκη να ανήκουν σε οποιοδήποτε γένος ζώων, αλλά μόνο σε μερικά ανάμεσά τους· όπως, λόγου χάρη, στο γένος που έχει την ικανότητα να προχωρεί. Γιατί, αν πρόκειται να επιβιώσει αυτό το γένος, πρέπει να αισθάνεται όχι μόνο όταν το αγγίζουν, αλλά και από μακριά» (434b 26-29).
Η έννοια «προχωρεί» καταδεικνύει κίνηση ανώτερου επιπέδου από εκείνη που μπορεί να έχει το ζώο που στηρίζεται μονάχα στην αφή. Η συνθετότερη αυτή μορφή κίνησης έχει περισσότερες απαιτήσεις, αφού το ζώο που την έχει πρέπει να αντιλαμβάνεται οτιδήποτε το περιβάλλει από απόσταση κι όχι όταν έρχεται σε επαφή μαζί του. Το ζώο που προχωρά στα τυφλά δεν μπορεί να προσδοκά επιβίωση. Κι εδώ βέβαια δε γίνεται λόγος μονάχα για την όραση, αλλά και για την όσφρηση ή την ακοή που επίσης λειτουργούν προσανατολιστικά για την κίνηση κατευθύνοντας το ζώο προς το μέρος της τροφής κι απομακρύνοντάς το από τον κίνδυνο.
Η λειτουργία, όμως, των άλλων αισθήσεων, πέρα από τη σωματική προϋπόθεση της ύπαρξης αισθητήριων οργάνων για την εξασφάλισή τους, απαιτούν και την ύπαρξη του ενδιάμεσου που θα επιτρέψει την υλοποίησή τους: «αυτό θα γινόταν, αν μπορούσε να αισθανθεί με κάποιο ενδιάμεσο» (434b 29-30). Ως ενδιάμεσο (διαφανές) ορίζεται αυτό που μεσολαβεί ανάμεσα στο αισθητήριο όργανο του ζώου και οτιδήποτε προκαλεί το αισθητικό ερέθισμα. Ο ήχος δεν μεταδίδεται χωρίς τον αέρα, όπως και η οσμή ή το χρώμα.
Από αυτή την άποψη, το αισθητικό ερέθισμα δεν απευθύνεται άμεσα στο αισθητήριο όργανο αλλά στο ενδιάμεσο, και εκείνο είναι που ενεργοποιεί το όργανο που προσλαμβάνει το αισθητικό μήνυμα: «με το να πάσχει, δηλαδή, και να κινείται εκείνο» (το ενδιάμεσο εννοείται) «από το αισθητό, και το ζώο από το ενδιάμεσο. Γιατί, όπως εκείνο που κινεί στο χώρο προκαλεί μεταβολή ως ένα σημείο, και εκείνο που ωθεί κάνει και κάποιο άλλο ικανό να ωθεί, και η κίνηση έτσι μεταδίδεται με ενδιάμεσο» (434b 30-34).
Βρισκόμαστε και πάλι μπροστά στην έννοια της αριστοτελικής κίνησης που ορίζεται ως μορφή μεταβολής. Ο ήχος μεταβάλλει το ενδιάμεσο και εκείνο προκαλεί μεταβολή στο αισθητήριο όργανο. Το πρώτο κινούν είναι εκείνο που προξενεί κίνηση χωρίς να κινείται, ενώ το τελευταίο εκείνο που κινείται χωρίς να κινεί τίποτε άλλο.
Τα ενδιάμεσα αυτών δεν έχουν άλλη επιλογή από το να δέχονται την κίνηση από εκείνα που τους την προκαλούν και τη μεταδίδουν σε άλλα προξενώντας μια αλυσίδα κίνησης, δηλαδή μια αλυσίδα αλληλένδετων μεταβολών: «κι όπως αυτό που κινεί πρώτο ωθεί χωρίς να ωθείται, τη στιγμή που το τελευταίο μόνο ωθείται χωρίς να ωθήσει, ενώ σε αυτό που βρίσκεται στη μέση συμβαίνουν και τα δύο –και μάλιστα τα ενδιάμεσα είναι πολλά– έτσι συμβαίνει και στην περίπτωση της αλλοίωσης, με τη διαφορά ότι το υποκείμενο που δέχεται την αλλοίωση μένει στον ίδιο τόπο» (434b 34-35 και 435a 1-2).
Η αλλοίωση, ως χαρακτηριστική μορφή μεταβολής, τίθεται ως παράδειγμα κίνησης τοποθετώντας το αλλοιωμένο (οτιδήποτε κι αν είναι αυτό) στη θέση του τελευταίου κινούντος που επιδέχεται την κίνηση χωρίς να τη μεταδίδει. Από αυτή την άποψη, ο σπουδαιότερος προωθητής της κίνησης είναι ο αέρας, αφού διαρκώς υφίσταται την ώθηση από οτιδήποτε κινείται και τη μεταδίδει προς κάθε κατεύθυνση: «Όσο για τον αέρα, αυτός κινείται το περισσότερο, και ενεργεί και πάσχει, εάν μείνει στη θέση του και είναι ενιαίος. Γι’ αυτό και σχετικά με την αντανάκλαση, από το να υποθέσουμε ότι η όραση βγαίνει από το μάτι που αντανακλάται, είναι καλύτερο να δεχθούμε ότι ο αέρας πάσχει από τη μορφή και το χρώμα, όσο παραμένει ενιαίος» (435a 4-8).
Η αφή είναι η μόνη αίσθηση που δε χρειάζεται το ενδιάμεσο, αλλά εκδηλώνεται από την άμεση επαφή: «όλα όμως τα όργανα παράγουν την αίσθηση επειδή αισθάνονται με κάτι άλλο, και μάλιστα με τα ενδιάμεσα· ενώ η αφή λειτουργεί με το άγγιγμα των ίδιων των αισθητών, γι’ αυτό και έχει αυτό το όνομα. Παρόλο που και τα άλλα αισθητήρια αισθάνονται με την αφή, μεσολαβεί κάτι άλλο· εκείνη, όμως, φαίνεται να είναι η μοναδική που αισθάνεται μόνη της» (435a 15-19).
Το δεδομένο ότι η αφή αποτελεί προϋπόθεση για όλα τα ζώα αποδεικνύει ότι και το ζωικό σώμα που την αισθάνεται δεν είναι φτιαγμένο ούτε από χώμα ούτε αέρα ούτε από νερό ούτε από φωτιά, αφού αυτά τα στοιχεία δεν επαρκούν για την πραγμάτωσή της: «Επομένως, από τα στοιχεία αυτού του είδους» (εννοείται φωτιά, αέρας και νερό) «δε θα μπορούσε να συσταθεί κανένα σώμα ζώου. Ούτε όμως γήινο θα ήταν το σώμα. Γιατί η αφή είναι σα μεσότητα όλων των απτών και το αισθητήριό της μπορεί να δέχεται όχι μόνο τις ιδιότητες της γης, αλλά και το θερμό και το ψυχρό και όλα τα άλλα απτά» (435a 20-24).
Για να προστεθεί αμέσως: «Και γι’ αυτό με τα οστά και με τις τρίχες και με τα παρόμοια μέρη δεν αισθανόμαστε, επειδή είναι από γη. Και τα φυτά γι’ αυτό δεν έχουν καμία αίσθηση, επειδή είναι από γη· χωρίς την αφή, όμως, δεν μπορεί να υπάρχει καμία άλλη αίσθηση και αυτό το αισθητήριο δεν είναι ούτε από γη ούτε από κανένα άλλο στοιχείο» (435a 26-26 και 435b 1-3).
Το βέβαιο είναι ότι χωρίς αφή δεν υπάρχει ζωή για τα ζώα: «Είναι φανερό, επομένως, ότι τα ζώα πεθαίνουν, αν στερηθούν μόνο αυτή την αίσθηση· γιατί ούτε μπορεί να την έχει ένα ον που δεν είναι ζώο ούτε όντας ζώο είναι ανάγκη να έχει άλλη εκτός από αυτή. Και γι’ αυτό τα άλλα αισθητά με τις υπερβολές τους δεν καταστρέφουν το ζώο, όπως για παράδειγμα το χρώμα και ο ήχος και η οσμή, αλλά μόνο τα αισθητήρια· εκτός κι αν γίνει συμπτωματικά: αν για παράδειγμα ταυτόχρονα με τον ήχο παραχθεί πίεση και χτύπημα, και αν από τα ορατά πράγματα και την οσμή κινούνται άλλα, τα οποία καταστρέφουν με την αφή» (435b 4-12).
Η υπερβολή των ερεθισμάτων που προκαλούν τις αισθήσεις είναι αδύνατο να επιφέρουν το θάνατο του ζώου, αφού κανένα ζώο δεν μπορεί να πεθάνει από το έντονο φως ή τον έντονο θόρυβο. Η μεγαλύτερη βλάβη που μπορεί να προκληθεί από τέτοιες υπερβολές είναι η καταστροφή των αισθητήριων οργάνων. Έστω και με τύφλωση, έστω και με κώφωση το ζώο μπορεί να επιβιώσει, πράγμα που δε συμβαίνει με την αφή.
Το τελικό συμπέρασμα είναι πλήρως ξεκαθαρισμένο. Η αφή αφορά τη διατήρηση της ζωής, ενώ οι άλλες αισθήσεις υπάρχουν για την εξασφάλιση της ανώτερης ζωής: «Τις άλλες αισθήσεις τις έχει το ζώο όχι για να υπάρχει, αλλά για να εξασφαλίσει μια ανώτερη ζωή· την όραση για παράδειγμα, επειδή ζει μέσα στον αέρα και το νερό, και γενικά μέσα στο διαφανές, για να βλέπει, και τη γεύση για το ευχάριστο και το δυσάρεστο, για να τα αισθάνεται μέσα στην τροφή, να τα επιθυμεί και να κινείται, και την ακοή για να μαθαίνει κάτι το ίδιο, ενώ τη γλώσσα για να επικοινωνεί με κάτι άλλο» (435b 20-25).
Αριστοτέλης, Περί Ψυχής
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(
Atom
)
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου