Χρησιμοποιώντας τρείς ιστορίες από το παρελθόν τονίζεται ότι η αλλαγή δεν είναι αποτέλεσμα λογικών επιχειρημάτων, αλλά μια αργή και επίπονη εσωτερική διαδικασία, συχνά παρεμποδιζόμενη από την ανάγκη του εγκεφάλου για ψυχική συνοχή και αποφυγή του φόβου. Η αποτυχία των ιστορικών προσώπων, στα παραδείγματα που αναφέρονται, ενισχύει την ιδέα ότι η αλήθεια χρειάζεται κατάλληλο έδαφος εμπιστοσύνης και γαλήνης για να ριζώσει. Καταλήγοντας, υποστηρίζεται ότι η πραγματική μεταστροφή του νου επιτυγχάνεται όχι μέσω της αντιπαράθεσης, αλλά μέσω της αταραξίας και της κατανόησης των μηχανισμών άμυνας του εαυτού.
Στο διάλογο συμμετέχουν τρία πρόσωπα και το καθένα ξεχωρίζει με άλλο χρώμα. Γιώργος, Χρήστος, Παναγιώτης.
Αν αλλάζει ο άνθρωπος; Χα! σιγά μην αλλάζει, εδώ ολόκληρος Αριστοτέλης δεν κατάφερε να αλλάξει τον Αλέξανδρο, ή ο Σενέκας τον Νέρωνα, ή τόσοι και τόσοι σοφοί που συμβούλευαν βασιλιάδες κι αυτοί παρέμειναν κούτσουρα απελέκητα και άθλιοι τύποι. Εδώ βρε σεις σκεφτείτε ότι επί, 30 χρόνια και βάλε, λέω στη γυναίκα μου να μη μου πειράζει τα πράγματα στο γραφείο, κι αυτή εκεί τίποτα, σιγά να μην αλλάζει! Κάποτε πίστευα ότι αν δείξεις σε κάποιον ένα τεκμήριο, μια μελέτη, μια λογική απόδειξη, ε θα αλλάξει γνώμη. Έκανα λάθος. Αυτά είναι μόνο στα βιβλία.
Ωπα! Για κόψε λίγο! Μήπως κοιτάς μόνο τις αποτυχίες; Εγώ σε βλέπω να αλλάζεις κάθε μέρα και μπορώ να σου φέρω παραδείγματα! Τι μας τσαμπουνάς πως δεν αλλάζει;
Φυσικά αλλάζουμε σε αρκετά πράγματα, απλά η διαδικασία της αλλαγής δεν είναι μια στιγμιαία επίγνωση, πατάω ένα κουμπί, τσακ και νά σου μια ξαφνική μεταβολή, αλλά μια αργή και επίπονη, πολλές φορές, διαδικασία μεταμόρφωσης.
Οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι οι πεποιθήσεις μας αλλάζουν επειδή κάποια στιγμή «ακούσαμε το σωστό επιχείρημα». Λες κι ένας φακός αλήθειας φώτισε μέσα μας ένα σκοτεινό σημείο και ξαφνικά τα είδαμε όλα ξεκάθαρα. Να όπως η παρακάτω εικόνα. Τι βλέπετε ρε παιδιά εδώ; για πείτε μας.
Πολλοί θα είδαν πρώτα μια γριά, κακιά μάγισσα και ξαφνικά ανακάλυψαν ότι μπορείς να δεις τη γριά σαν μια όμορφη νεαρή κοπέλα, λιγότεροι το ανάποδο. Σωστά; Θα μπορούσε δηλαδή η αλλαγή να είναι απλά μια αναλαμπή, όπως αυτή η εικόνα; Πώς, όμως, περνάμε από τη μια πεποίθηση στην άλλη;
Ωραίο παράδειγμα, αλλά δεν είναι πολύ ρεαλιστικό. Μακάρι η αλλαγή να ήταν πάντα μια στιγμή φώτισης, αλλά η νευροεπιστήμη μας λέει κάτι πιο σύνθετο, πιο ανθρώπινο και ίσως πιο απρόβλεπτο. Μια μελέτη (του Rüdiger J. Seitz και της ομάδας του) δείχνει ότι η αλλαγή πεποίθησης παρουσιάζεται σαν μια διαδικασία που περνάει μέσα από την αντίληψη, τη μνήμη και τις μικρές ασυνέπειες της καθημερινής εμπειρίας και όχι σαν μια στιγμή «φώτισης». Ο εγκέφαλος, λειτουργεί σαν ένας διαρκής μηχανισμός πρόβλεψης. Οτιδήποτε βλέπουμε, ακούμε ή νιώθουμε περνάει από τον έλεγχο των προσδοκιών μας. Είναι σαν να λύνουμε μια άσκηση στα μαθηματικά, κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο, περιμένοντας πάντα το ίδιο αποτέλεσμα. Όταν όμως το αποτέλεσμα δε βγαίνει, όταν η ζωή εμφανίσει ένα απρόβλεπτο σφάλμα, «σφάλμα πρόβλεψης», τότε ανοίγει ένα μικρό ρήγμα στις πεποιθήσεις μας.
Χρήστο περίμενε, περίμενε γιατί τώρα με νευρίασες. Για πείτε μου ρε παιδιά. Εδώ κάποιοι έρχονται χρόνια στον κήπο. Πόσο πιστεύετε ότι άλλαξαν; πόσο τους διαμόρφωσαν οι επικούρειες απόψεις; πόσο επέδρασαν πραγματικά στις ζωές τους;
Να σας πω μιαν αλήθεια; Προσωπικα σε αρκετούς δεν βλέπω καμία διαφορά. Όπως ήταν όταν πρωτοήρθα το ίδιο μου φαίνονται και τώρα. Τα ίδια λέγανε, τα ίδια λένε.
Και πάλι θα το πάω επί προσωπικού. Γράφω χρόνια στο facebook και στα site, κατεβατά για ψηφιακό εγγραμματισμό. Παιδιά κάντε αυτό, προσέξτε εκείνο, μην την πατάτε με τέτοια, αυτό είναι μούφα, αυτό είναι λάθος. Τα είπα κι εδώ στον κήπο, κάναμε παρουσιάσεις, σεμινάρια, έδωσα οδηγίες και παρ’ όλα αυτά κάθε μέρα βλέπω φίλους να ποστάρουν τις ίδες μούφες.
Δηλαδή αν σας αποδείξω με επιχειρήματα τώρα ότι κάτι που πιστεύετε ακράδαντα είναι λάθος θα αλλάξετε; χα! σιγά
Και δε μου λέτε κάτι άλλο, ειλικρινά πιστεύετε ότι η επικούρεια φιλοσοφία βοηθάει; Καλά, αν όντως βοηθούσε δεν έπρεπε να είχε επικρατήσει ως κυρίαρχο σύστημα; Γι αυτό θέλω να σας διηγηθώ δύο παραδείγματα επικουρείων κι ένα ακόμη ενδιάμεσα από την ιστορία
Παιδιά κοιτάξτε, υπάρχει ένα παράδοξο που οι φιλόσοφοι παρατηρούν εδώ και αιώνες: οι άνθρωποι δεν αλλάζουν γνώμη όταν τους παρουσιάζεις επιχειρήματα, αλλάζουν, αν αλλάξουν ποτέ, όταν αλλάξει κάτι μέσα τους που δεν έχει καμία σχέση με τη λογική.
Όλοι θα έχετε προσπαθήσει να πείσετε έναν φίλο ότι κάνει λάθος, ή έναν συγγενή ότι μια πεποίθησή του δε στέκει. Ε σίγουρα θα ξέρετε πόσο ανθεκτικός γίνεται ο άνθρωπος μπροστά στο ενδεχόμενο της μεταστροφής. Μάλιστα όσο πιο έξυπνος είναι, τόσο πιο οχυρωμένος αποδεικνύεται. Η νοητική αυτή αντίσταση φυσικά δεν είναι εφεύρεση της εποχής των social media, δεν τη γέννησε το Facebook ούτε το Twitter αλλά είναι πανάρχαια.
Ακόμα και στην επιστήμη, όπως παρατήρησε ο Kuhn, «η αλλαγή παραδείγματος, δηλαδή οι μεγάλες αλλαγές (paradigm shifts), δε συμβαίνουν επειδή οι παλιοί πείστηκαν, αλλά επειδή παραχωρούν τη θέση τους στη νέα γενιά με τις νέες ιδέες». Υπάρχει μάλιστα και η διάσημη σχετική ρήση του φυσικού Μαξ Πλανκ: «Μια νέα επιστημονική αλήθεια δεν θριαμβεύει πείθοντας τους αντιπάλους της… αλλά μάλλον επειδή οι αντίπαλοι στο τέλος πεθαίνουν».
Παράδειγμα 1: Πύρρος και Κινέας
Ακριβώς Παναγιώτη, γι αυτό θέλω να πάμε γρήγορα στο πρώτο παράδειγμα, όχι του Κουν που είπες, αλλά του Πύρρου.
Από τότε που ο Πύρρος, ξέρετε ο γνωστός βασιλιάς της Ηπείρου, ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον της Ρώμης κι ο Επίκουρος μιλούσε για την ηδονή της αταραξίας, οι άνθρωποι πίστευαν πως η αλλαγή της γνώμης είναι σημάδι αδυναμίας. Και σ’ αυτό το σημείο, η Ιστορία μάς προσφέρει μια από τις πιο λαμπρές σκηνές φιλοσοφικής ειρωνείας που διασώθηκαν ποτέ.
Ο Πύρρος ήταν νέος, φιλόδοξος και ανικανοποίητος. Είχε κατακτήσει ότι μπορούσε γύρω του και τώρα κοιτούσε λάγνα προς τη Ρώμη, αυτή τη νέα δύναμη της Δύσης, με την ανυπομονησία του ανθρώπου που χρειάζεται μια ακόμη μάχη, έναν ακόμη αγώνα για να δικαιώσει την ύπαρξή του.
Στο πλάι του είχε συμβουλάτορα τον Κινέα τον Θεσσαλό, έναν φιλόσοφο και ρήτορα, έναν άνθρωπο μετρημένο, φίλο της λογικής και της ειρήνης, που είχε μεγάλη φήμη για τη σοφία του, και μάλλον επικούρειου κατά πως λένε.
Ο Πλούταρχος μας παραδίδει τη στιχομυθία μεταξύ των δύο ανδρών, μια μέρα που ο Πύρρος κατέστρωνε τα κατακτητικά του σχέδια.
ΚΙΝΕΑΣ.: Βασιλιά μου αν επιτρέψει ο θεός να νικήσουμε τους Ρωμαίους, πώς θα εκμεταλλευτούμε αυτή τη νίκη;
ΠΥΡΡΟΣ.: Θα καταλάβουμε αμέσως όλη την Ιταλία.
Κ.: Και αφού καταλάβουμε την Ιταλία μετά τι θα κάνουμε, βασιλιά μου;
Π.: Κοντά είναι η Σικελία, που εύκολα μπορεί να αλωθεί.
Κ.: Και αυτό θα σημάνει το τέρμα της εκστρατείας μας βασιλιά μου;
Π.: Ποιος θα έμενε μακριά από Λιβύη και Καρχηδόνα, όταν μάλιστα είναι εφικτό να τις κυριεύσει;
Κ.: Και μετά τι θα κάνουμε;
Π.: “Και μετά… και μετά!” Θα ξεκουραζόμαστε και θα κάνουμε συμπόσια, συζητώντας μεταξύ μας και κουτσοπίνοντας.
Κ.: Συμπάθα με βασιλιά μου αλλά δηλαδή τι μας εμποδίζει να ξεκουραζόμαστε από τώρα, αφού ήδη έχουμε αυτά που θα πετύχουμε με αίμα, κόπο και κινδύνους;
Ο νεαρός βασιλιάς έμεινε στήλη άλατος. Άνοιξε το στόμα, κάτι πήγε να απαντήσει… αλλά δεν έβγαινε λέξη. Για μια στιγμή, είδε την αλήθεια – και αμέσως την έδιωξε από το μυαλό του. Γιατί αυτό δεν ήταν ζήτημα λογικής αλλά ταυτότητας. Αν ο Πύρρος δεν πολεμούσε, δε θα ήξερε ποιος είναι. Η ζωή του ήταν μια διαρκής αναβολή της γαλήνης, ένα ταξίδι που ποτέ δεν έφτανε σε προορισμό. Ο Κινέας του μιλούσε για αταραξία κι εκείνος άκουγε απραξία, του λεγε για ειρήνη, κι εκείνος άκουγε “ήττα”.
Η ιστορία είναι γνωστή, αλλά σπάνια κατανοείται πλήρως. Ο Κινέας δεν του μιλούσε για φιλοσοφία αλλά για την ίδια τη ζωή. Τον ρωτούσε κάτι που δεν μπορούσε να απαντήσει κανένας στρατηγός: “Και μετά; Και μετά;” Αν το ρωτάμε αυτό σε κάθε επιδίωξή μας – μετά τι;- θα δούμε πόσο συχνά η ζωή μας είναι μια αλυσίδα από προσωρινές δικαιολογίες. Όλα “μετά”. Η ευτυχία, η ανάπαυση, η χαρά, η αταραξία. Η ερώτηση του Κινέα είναι ίσως η πιο επικούρεια που ειπώθηκε ποτέ: γιατί βρε ανόητε κυνηγάς με μανία αυτό που μπορεί ήδη να κατέχεις;
Στο σημείο αυτό, η ιστορία γίνεται σχεδόν κωμικοτραγική. Ο Πύρρος ναι μεν κέρδισε τη μάχη του Ηρακλείου, αλλά με τόσο μεγάλες απώλειες που γεννήθηκε ο όρος “πύρρειος νίκη”. Κέρδισε, αλλά κατέστρεψε τον στρατό του, δικαιώθηκε, αλλά δεν ξεκουράστηκε ποτέ. Τελικά πέθανε από ένα κεραμίδι που του πέταξε μια γριά σε ένα δρόμο της Άργους. Ίσως είναι το πιο ειρωνικό μάθημα της ιστορίας καθώς ο άνθρωπος που ήθελε να υποτάξει τον κόσμο δεν μπόρεσε να υποτάξει τον εαυτό του.
Αει γεια σου! Ο Πύρρος δεν ήταν κανένας μπουμπούνας, ήταν καθαρά ο πρώτος σύγχρονος άνθρωπος που βρίσκεται παγιδευμένος στο εσωτερικό του αφήγημα. Είχε χτίσει έναν εαυτό που υπήρχε μόνο μέσω της δράσης και της κατάκτησης και τον υπερασπιζόταν με πάθος, ακόμη κι όταν κατέρρεαν τα επιχειρήματά του. Γιατί, κακά τα ψέματα, κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί ότι έκανε λάθος – ειδικά αν είναι βασιλιάς!
Ίσως γι’ αυτό ο Κινέας να μην ήταν φανερά ο αντίλογος του βασιλιά, αλλά η προσωποποίηση της φωνής της λογικής μας και σπανίως ακούγεται.
Και κάπως έτσι, με τον Πύρρο να προελαύνει και τον Κινέα να τον παρατηρεί με ένα σκωπτικό χαμόγελο, ξεκινάει η ιστορία της αδυναμίας μας να αλλάξουμε. Γιατί όσο κι αν το μυαλό μας νομίζει ότι κινείται, τις περισσότερες φορές απλά γυρνοβολάει γύρω από τον εαυτό μας. Και χρειάζεται μια απλή, σχεδόν παιδική ερώτηση για να το ταρακουνήσει: “Και μετά, και μετά;”
Αλήθεια είναι αυτό Γιώργο. Μάλιστα βλέπουμε την ίδια σκηνή να επαναλαμβάνεται διαχρονικά, με διαφορετικά πρόσωπα κάθε φορά. Άλλοτε τον βλέπουμε να φοράει την πανοπλία του Πύρρου, άλλοτε το κουστούμι ενός μάνατζερ, άλλοτε το προφίλ κάποιου ψεκασμένου χρήστη στα social media που επιμένει ότι έχει δίκιο ενώ δεν έχει. Αλλά το ερώτημα παραμένει πάντα το ίδιο: και μετά; και μετά;
Γιατί δεν μπορούμε να αλλάξουμε; Γιατί προτιμούμε την ταραχή από την αταραξία; Γιατί ο Κινέας παραμένει, σε κάθε εποχή, μια φωνή που κανείς δεν ακούει;
Περίμενε μην απαντήσεις ακόμη την ερώτηση των 100 χιλ ευρώ, γιατί σας έχω κι άλλο παρακάτω. Αν ο Πύρρος είναι το παράδειγμα της αδυναμίας να σταματήσεις, ο Ξέρξης είναι το παράδειγμα της αδυναμίας να κατανοήσεις. Ο Ηρόδοτος μας περιγράφει μια συγκλονιστική στιγμή. Προσπαθήστε σας παρακαλώ να το κάνετε εικόνα…
Παράδειγμα 2: Ο Ξέρξης
Φανταστείτε τον Ξέρξη πάνω σε μια εξέδρα από άσπρο μάρμαρο, που του ‘χαν φτιάξει πάνω στον λόφο, να αγναντεύει τον Ελλήσποντο μαύρο από τα καράβια και τις ακτές πλημμυρισμένες από στρατό. Στην αρχή φουσκώνει από περηφάνια και ξαφνικά τον βλέπεις να σκουπίζει τα μάτια του: δάκρυσε.
Το αντιλήφθηκε ο Αρτάβανος και του έκανε την ερώτηση:
«Βασιλιά μου, τι χάσμα χωρίζει ανάμεσά τους αυτό που κάνεις τώρα απ᾽ αυτό που έκανες πριν ένα λεπτό; Γιατί, ενώ μακάρισες τον εαυτό σου, τώρα δακρύζεις;».
Κι αυτός τότε του αποκρίθηκε:
«αναλογίστηκα πόσο σύντομη είναι η ζωή του ανθρώπου κι ένιωσα λύπη στην ψυχή μου, με τη σκέψη πως, απ᾽ όλους αυτούς εκεί κάτω, που είναι τόσο πολλοί, σε εκατό χρόνια δε θα βρίσκεται κανένας στη ζωή».
Συγκλονιστική πραγματικά εικόνα, έτσι δεν είναι; Ξαφνικά ο Ξέρξης βλέπει τη ματαιότητα και δακρύζει για το τέλος όλων. Καταλαβαίνει ότι το πρόβλημα με τη ζωή δεν είναι η βραχύτητά της, αλλά το γεγονός ότι τη χαραμίζουμε σαν να πρόκειται να μην τελειώσει ποτέ, σαν να έχουμε απεριόριστο χρόνο στη διάθεσή μας.
Υπάρχουν στιγμές που ο άνθρωπος μοιάζει να αγγίζει την αλήθεια, να βλέπει ξαφνικά πόσο μάταια είναι αυτά που κυνηγάει. Μα αυτό δε σημαίνει πως αλλάζει. Ο Ξέρξης, στο αποκορύφωμα της δύναμής του, απολαμβάνοντας την κινητική ηδονή της δόξας, βλέπει τον Ελλήσποντο γεμάτο πλοία, τον στρατό του να απλώνεται όσο φτάνει το μάτι του, και ξάφνου δακρύζει. Συνειδητοποιεί, για μια στιγμή, πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα χαθούν.
Παρόλο που βλέπει την αλήθεια για μια στιγμή, δεν τη μετατρέπει σε γνώση. Δακρύζει, συγκινείται, αλλά συνεχίζει τον πόλεμο. Τίποτα μέσα του δεν αλλάζει. Αυτό είναι το παράδειγμα του μυαλού που δεν αλλάζει, γιατί δεν έχει εκπαιδευτεί να σκέφτεται φιλοσοφικά.
Οι κενές δόξες όπως η αναζήτηση υπέρμετρου πλουτισμού, φήμης και εξουσίας είναι ακόρεστες επιθυμίες, δύσκολα ικανοποιήσιμες και ακόμη πιο δύσκολα διατηρήσιμες, βυθίζοντας τον άνθρωπο σε αγωνία, πόνο και δυστυχία χωρίς τέλος. Η φιλοδοξία, η λαμπρότητα της ζωής που βλέπει ο Ξέρξης, αυξάνεται όσο ικανοποιείται και εξανεμίζεται στο άπειρο (Εις Άπειρον Εκπίπτει), αποτελώντας ένα είδος τεχνητής πείνας
Κι ύστερα, μέσα σ’ αυτό το μείγμα φόβου και, ματαιοδοξίας, που βασανίζει τον ανίδεο άνθρωπο, ακούγεται η φωνή του Επίκουρου σαν λύτρωση: αυτό που θα σε συμβούλευα – θα του λεγε – είναι να στρέψεις το νηφάλιο λογισμό σου στην καταστηματική ηδονή, τη γαλήνη που προέρχεται από την απουσία σωματικού πόνου (απονία) και ψυχικής ταραχής (αταραξία). ( “Τον ηδύν βίον γέννα ο νήφων λογισμός” – Την ευχάριστη ζωή δημιουργεί η νηφάλια σκέψη)
Θα του λεγε επίσης «Κοίτα να συνηθίσεις στην ιδέα ότι ο θάνατος για μας είναι ένα τίποτα» (μηδέν πρὸς ἡμᾶς). Ζήσε το Παρόν. Αντί να παραπονιέσαι για το πόσο σύντομη είναι η ζωή, θα έπρεπε να θυμάσαι ότι η ζωή δίνεται για προσωρινή χρήση και να μην αναβάλλεις τη χαρά, αλλά να γεύεσαι την κάθε πολύτιμη στιγμή της θνητής σου ζωής.
«Γεννιόμαστε μια φορά, δεύτερη δεν είναι δυνατόν να γεννηθούμε».
Η θλίψη του Ξέρξη, που προκύπτει από την επίγνωση ότι το λαμπρό θέαμα της στρατιάς του είναι εξίσου εφήμερο με την ίδια του τη ζωή, μοιάζει με εκείνον που χτίζει έναν πανύψηλο πύργο στην άμμο (την εξουσία και τη δόξα) και αμέσως μετά συνειδητοποιεί ότι το επόμενο κύμα (ο χρόνος και ο θάνατος) θα τον παρασύρει, αφήνοντας πίσω του μόνο την ταραχή. Ο Επικούρειος σοφός, αντίθετα, δε χτίζει πύργους στην άμμο της εξουσίας, αλλά σκάβει έναν κήπο όπου φυτεύει τη φιλία και τη γνώση, εξασφαλίζοντας έτσι καρπούς (ευδαιμονία) που κανένα κύμα της τύχης ή του χρόνου δεν μπορεί να καταστρέψει
Γι αυτό η απάντηση του Επίκουρου απέναντι στον φόβο του θανάτου είναι ξεκάθαρη και συνταρακτική: «Μην αναβάλλεις τη χαρά σου· γιατί δεν έχουμε εξουσία πάνω στο αύριο». Ο φόβος της φθοράς είναι εκείνος που μας στερεί τη χαρά της ζωής, όχι ο ίδιος ο χρόνος. Όπως έλεγε,
«μάταια πονούν όσοι φοβούνται τον θάνατο, όχι γιατί θα τους βρει, αλλά γιατί τον περιμένουν». (από Διογένη Λαέρτιο Χ, 125)
Ο Επίκουρος πίστευε νομίζω ότι το μυαλό δεν αλλάζει εύκολα γιατί δεν έχει διδαχθεί να ησυχάζει. Κι ίσως εκεί να βρίσκεται όλη η απάντηση στο ερώτημα αν αλλάζουν τα μυαλά: αλλάζουν, όταν μάθουν να ησυχάζουν, να μην είναι ταραγμένα. “Ούτε πλούτη ούτε δόξες ούτε εξουσίες φέρνουν την αταραξία”, γράφει σε μια από τις Επιστολές του, “αλλά η καθαρή κρίση του νου” (Κύριαι Δόξαι 5 και 17).
Χαρακτηριστική είναι και η φράση του Διογένη Οινοανδέα:
«Γιατί η ηδονή και η ευδαιμονία δεν κατοικούν στα παλάτια των βασιλέων, ούτε στις αγορές, ούτε στα σπίτια των πλουσίων, αλλά στις ψυχές εκείνων που έχουν ησυχάσει και έχουν γνωρίσει τη φύση.»
«Οὐ γὰρ ἐν τοῖς βασιλείοις οὐδὲ ἐν ταῖς ἀγορᾶς οὐδὲ ἐν ταῖς οἰκίαις τῶν πλουσίων ἡδονὴ καὶ εὐδαιμονία κατοικεῖ, ἀλλ᾽ ἐν ταῖς ψυχαῖς ὅσαι ἠσύχασαν καὶ ἔγνωσαν τὴν φύσιν.»
Αιώνες αργότερα, σε μια Ρώμη που πλέον είχε κατακτήσει τον κόσμο, αλλά όχι τον εαυτό της, ένας άλλος, ο Λουκρήτιος, που έγραψε ένα από τα σπουδαιότερα έργα του αρχαίου κόσμου, το ποίημα «Για τη φύση των πραγμάτων», θα προσπαθούσε να κάνει αυτό που ο Ξέρξης δεν μπόρεσε: να μετατρέψει τη συνειδητοποίηση σε γνώση! Σ’ ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου του γράφει για τις “Σφαλερές ιδέες για τον θάνατο”. Εκεί αναφέρει το “επιχείρημα του συνδαιτυμόνα”. Η Φύση, θα μπορούσε να ρωτάει τον Πύρρο -όπως και τον καθένα μας- τα εξής:
«Αν ήταν ευχάριστη η ζωή σου που πέρασε και πάει, κι αν όλες οι χάρες της δεν πήγανε χαμένες σαν να χύθηκαν μέσα από τρύπιο πιθάρι, τότε, γιατί βρε ανόητε δεν αποσύρεσαι με γαλήνιο πνεύμα σαν χορτάτος συνδαιτυμόνας από το συμπόσιο της ζωής, και δεν προτιμάς την ξέγνοιαστη ανάπαυση; Μα αν όσα αποκόμισες σκόρπισαν και χάθηκαν και σου είναι βάρος η ζωή, τι γυρεύεις να της προσθέσεις κι άλλα, για να πάνε κι αυτά χαμένα κι όλα άχαρα να σβήσουν; Δεν είναι καλύτερα, να δώσεις ένα τέλος στη ζωή και στους μόχθους; Γιατί εγώ δεν μπορώ να μηχανευτώ και να επινοήσω τίποτα πια που να σ’ ευχαριστήσει: όλα τα πράγματα είναι όπως ήταν πάντοτε. Και ίδια θα παραμένουν».
Παράδειγμα 3: Λουκρήτιος και Μέμμιος.
Χρήστο μου ΄δωσες ωραία πάσα, στον Λουκρήτιο θα πήγαινα κι εγώ. Το έργο του ξεκινάει με έναν ύμνο στην Αφροδίτη, θεά της ζωής, και τελειώνει με την αφήγηση ενός λοιμού, δηλαδή μιας μαζικής καταστροφής. Μέσα σε αυτούς τους στίχους μπόρεσε να χωρέσει ολόκληρη την ανθρώπινη διαδρομή, από τη γέννηση μέχρι την αποδοχή του τέλους, από τον φόβο των θεών ως τη συμφιλίωση με τη φύση.
Θα γνωρίζετε ίσως ότι το ποίημά του το αφιέρωσε στον φίλο του τον Μέμμιο. Ξέρετε όμως ποιος ήταν αυτός ο τύπος; πολιτικός, συγκλητικός, μορφωμένος και φιλόδοξος, που πίστευε στους θεούς, στις προφητείες και στη μοίρα. Ο Λουκρήτιος, ήθελε να τον ελευθερώσει από τις δεισιδαιμονίες. Να του δείξει ότι το σύμπαν δεν είναι ένα θέατρο θεϊκής βούλησης, αλλά μια φυσική διαδικασία αιτιών και συνεπειών. Ότι δε χρειάζεται να φοβόμαστε τη θεϊκή τιμωρία, γιατί “οι θεοί – αν υπάρχουν – δεν ασχολούνται μαζί μας”. Και ότι “ο θάνατος δεν πρέπει να μας νοιάζει, γιατί όσο ζούμε δεν υπάρχει, κι όταν υπάρχει, δεν υπάρχουμε εμείς”.
Η πρόθεσή του ήταν ξεκάθαρη, να αλλάξει το χαλασμένο μυαλό του Μέμιου, θεραπεύοντας τους φόβους του. Αυτός μπορεί να διάβασε το ποίημα, μπορεί κι όχι, δεν το ξέρουμε. Αλλά η αποτυχία του Λουκρήτιου, ήταν παροιμιώδης καθώς απ ότι μάθαμε τελικά ο Μέμμιος δεν πείστηκε και παρέμεινε βουτηγμένος στην φιλοδοξία και τη διαφθορά. Μάλιστα, όταν αργότερα εξορίστηκε στην Αθήνα, επιχείρησε να γκρεμίσει ακόμη και τον ιστορικό Κήπο του Επίκουρου! Οι Επικούρειοι προσπάθησαν να το αποτρέψουν μέσω του Κικέρωνα αλλά ούτε εδώ ξέρουμε ακριβώς τι απέγινε.
Και σ αυτό το παράδειγμα βλέπουμε μια ακόμη επανάληψη της ίδιας ιστορίας: ένας άνθρωπος να προσφέρει την ελευθερία, κι ο άλλος να το εκλαμβάνει σαν απειλή. Ακόμη κι αυτός, ο μέγας Λουκρήτιος, τελικά ηττήθηκε από τη φύση του ανθρώπινου μυαλού. Παιδιά δεν μπορούμε να κάνουμε “αντιγραφή-επικόλληση” στο μυαλό του άλλου!
Ο Μέμμιος δεν ήθελε να απαλλαγεί από τους θεούς του, ήθελε να τους έχει, αλλά χωρίς φόβο. Όπως κι εμείς σήμερα θέλουμε την επιστήμη, αλλά τη θέλουμε α λα καρτ. Επικαλούμαστε τη λογική, αλλά μόνο όταν συμφωνεί με τα συναισθήματά μας. Η γνώση όμως όταν δεν υπηρετεί το “εγώ”, γίνεται απειλή κι έτσι, ο άνθρωπος προτιμά την άνεση της πλάνης από τη δυσφορία της αλήθειας.
Σύγχρονες Προσεγγίσεις. Πως αλλάζουν τελικά τα μυαλά;
Παιδιά εδώ λέω να ανοίξουμε μια παρένθεση γιατί πρέπει να σας εξηγήσω λίγο τι σημαίνει «άνεση της πλάνης» που ανέφερες;
Σημαίνει πως ο εγκέφαλος, αυτό το αριστούργημα των δισεκατομμυρίων νευρώνων και των αμέτρητων συνάψεων, δεν είναι φτιαγμένος για να βλέπει την αλήθεια, αλλά για να αντέχει την πραγματικότητα. Το μυαλό μας συνέχεια εικάζει, προβλέπει, κάνει μαντεψιές, τι θα συμβεί βασισμένο στις συνήθειες και τις προσδοκίες μας (Anil Seth).
Οι σκέψεις μας βασίζονται στην πρόβλεψη του μέλλοντος. Όταν αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, βλέπουμε αυτό που περιμένουμε να δούμε κι αυτή η προσδοκία επηρεάζει την αντίληψή μας.
Επειδή λοιπόν ο εγκέφαλος είναι μια «μηχανή πρόβλεψης», είναι πιο εύκολο να ερμηνεύει τα νέα δεδομένα με τρόπο που να ταιριάζει στα ήδη υπάρχοντα πρότυπα που έχει “αποθηκευμένα”.
Από τη δεκαετία του ’70, οι επιστήμονες (Kahneman και Tversky) απέδειξαν πως οι άνθρωποι δε δρουν ορθολογικά – χρησιμοποιούν ευρετικές, δηλαδή νοητικές συντομεύσεις που εξοικονομούν χρόνο και ενέργεια. Αυτές οι συντομεύσεις, αν και συχνά σωτήριες, γεννούν τις γνωστικές προκαταλήψεις – τα επαναλαμβανόμενα λάθη κρίσης που καθορίζουν τις αποφάσεις μας.
Η προκατάληψη επιβεβαίωσης (αυτή μας κάνει να διαβάζουμε μόνο ό,τι συμφωνεί με όσα πιστεύουμε), η ευρετική αγκύρωσης (όταν κολλάμε κάπου), η ευρετική διαθεσιμότητας (θυμόμαστε εύκολα τις δραματικές ιστορίες που ακούσαμε τελευταία), και άλλες, είναι όλα μηχανισμοί που λειτουργούν σιωπηλά, πείθοντάς μας πως βλέπουμε αντικειμενικά, ενώ απλά αναπαράγουμε αυτό που ήδη πιστεύουμε. Η αίσθηση βεβαιότητας δεν είναι γνώση αλλά σύμπτωμα καθώς ο εγκέφαλος ψάχνει (ψυχική) συνοχή κι όχι αλήθεια.
Οι Επικούρειοι θα το καταλάβαιναν αμέσως αυτό. Γιατί κι εκείνοι δίδασκαν ότι το λάθος δεν βρίσκεται στις αισθήσεις, αλλά στις κρίσεις που προσθέτει ο νους. Οι αισθήσεις μάς δείχνουν τα φαινόμενα, η πλάνη ξεκινά όταν τα ερμηνεύουμε μέσα από επιθυμίες, φόβους ή δοξασίες.
Αν γνωρίζουμε τις παγίδες του νου, δε σημαίνει ότι ντε και καλά θα τις αποφεύγουμε, αλλά ότι ίσως μπορούμε να τις αναγνωρίζουμε εγκαίρως. Γιατί η επίγνωση – αυτή η ήρεμη παρατήρηση του ίδιου μας του λάθους – είναι το πρώτο βήμα της φρόνησης. Η γνώση των προκαταλήψεων δε μας κάνει αλάνθαστους, μας κάνει πιο επιεικείς. Πρώτα με τον εαυτό μας, ύστερα με τους άλλους.
Κλείνει η παρένθεση.
Παναγιώτη, η έννοια της «Αλλαγής του ανθρώπου» στην Επικούρεια φιλοσοφία, δεν αφορά μόνο τη μεταστροφή του μυαλού, αλλά και τη ριζική γνωσιακή αναδόμηση και την απόκτηση προσωπικής αιτιότητας για την επίτευξη της ευδαιμονίας (ευτυχίας).
Η ιστορία του Λουκρήτιου με τον Μέμμιο είναι η πιο ήπια μορφή της ίδιας ασθένειας που είχε κι ο Πύρρος, αυτή της νοητικής αδράνειας. Ο βασιλιάς δεν μπορούσε να σταματήσει να πολεμάει κι ο πολιτικός δεν μπορούσε να σταματήσει να φοβάται. Και οι δύο είχαν τη δυνατότητα να δουν καθαρά, αλλά δεν είχαν το σθένος να πράξουν διαφορετικά.
Ο Επίκουρος πιστεύω ότι θα τους κατανοούσε και τους δύο. Γιατί ήξερε καλά ότι η λογική από μόνη της δεν επαρκεί. Δεν μπορείς να ελευθερώσεις κάποιον, αν εσύ ο ίδιος δεν έχεις ελευθερωθεί από τα δικά σου δεσμά. Η διδασκαλία του δεν ήταν μια σειρά επιχειρημάτων, αλλά παιδεία, εκπαίδευση του μυαλού. Η αλήθεια, για τον Επίκουρο, δεν επιβάλλεται, αναδύεται, την ώρα που υποχωρεί ο φόβος.
Σωστά. Η ψυχολογία σήμερα περιγράφει αυτή τη διαδικασία με έναν πιο ψυχρό όρο: γνωστική ασυμφωνία. Ο εγκέφαλος, όταν συναντά μια ιδέα που συγκρούεται με όσα πιστεύει, νιώθει πόνο. Και όπως κάθε οργανισμός, προσπαθεί να τον αποφύγει. Γι αυτό απορρίπτει τα δεδομένα, διαστρεβλώνει τα επιχειρήματα, ή επιτίθεται στον συνομιλητή του.
Σκεφτείτε για παράδειγμα έναν καπνιστή που ξέρει ότι το κάπνισμα σκοτώνει. Αυτή η γνώση συγκρούεται με την απόλαυσή του – του προκαλεί μια δυσφορία. Τι κάνει λοιπόν; Ή θα πείσει τον εαυτό του ότι “ε, μωρέ, ο παππούς μου κάπνιζε και έζησε 90 χρόνια” (διαστρέβλωση στοιχείων), ή θα θυμώσει αν του το θυμίζουμε
Η αλήθεια, όσο προσεκτικά κι αν ειπωθεί, ενεργοποιεί μηχανισμούς άμυνας. Και το τραγικό είναι ότι όσο πιο έξυπνος είναι κανείς, τόσο πιο επιδέξια υπερασπίζεται την πλάνη του.
Ο ανθρώπινος νεοφλοιός δεν διαθέτει διαδικασία που να εξαλείφει ή ακόμη και να εξετάζει τις αντιφατικές ιδέες. Συνεπώς, οι άνθρωποι μπορούν να διατηρούν εντελώς ασυνεπείς ιδέες με ψυχική ηρεμία, γεγονός που εξηγεί γιατί η σκέψη μας είναι συχνά μαζικά ασυνεπής
Σύγχρονες έρευνες δείχνουν ότι ο εγκέφαλος βιώνει τη γνωστική ασυμφωνία σαν πόνο καθώς ενεργοποιούνται οι ίδιες περιοχές με τον σωματικό πόνο . Γι’ αυτό και η αλήθεια κυριολεκτικά πονάει. Αυτός ο φόβος οδηγεί γενικά στη διακοπή της σκέψης. Έτσι, σκέψεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αλλαγή πεποιθήσεων (γιατί αμφισβητούν κοινωνικές νόρμες) απορρίπτονται πριν προλάβει να ολοκληρωθεί ο συλλογισμός.
Σας θυμίζει κάτι αυτό; Σκεφτείτε λίγο, έχετε νιώσει ποτέ σωματικό στρες ή ενόχληση όταν κάποιος σάς απέδειξε ότι κάνατε λάθος;
Εντάξει Παναγιώτη, το ίδιο θα ‘λεγε κι ο Επίκουρος που δε θα μιλούσε για “γνωστική ασυμφωνία”, αλλά για ταραχή της ψυχής. Η αλήθεια, όταν δε βρει ηρεμία δε ριζώνει. Η διδασκαλία του Κήπου δεν ήταν διαλεκτική, μα θεραπευτική. “Ο λόγος που δε φέρνει ίαση της ψυχής”, έγραφε, “είναι σαν γιατρικό που δε φτάνει στο σώμα.”
Για το κάπνισμα που ανέφερες, ο Επίκουρος θα έλεγε ότι δεν αρκεί να δείξεις στον καπνιστή εκατό έρευνες – πρέπει να ηρεμήσεις την ταραχή του, τον φόβο του ότι χωρίς το τσιγάρο θα είναι δυστυχισμένος, μόνο έτσι θα υπάρχει θετικό αποτέλεσμα.
Η αποτυχία του Λουκρήτιου να πείσει τον Μέμμιο δεν είναι φυσικά αποτυχία της φιλοσοφίας, αλλά μας δείχνει ότι η αλήθεια δε φτάνει από μόνη της, χρειάζεται κατάλληλο έδαφος για να ευδοκιμήσει. Κι αυτό το έδαφος λέγεται φιλία, εμπιστοσύνη, γαλήνη.
Η ιστορία του Πύρρου ήταν μια τραγωδία δράσης, η ιστορία του Λουκρήτιου ήταν μια τραγωδία σκέψης. Κι εμείς, οι απόγονοι και των δύο, βρισκόμαστε ανάμεσά τους. Ξέρουμε περισσότερα από πάντα, αλλά αλλάζουμε λιγότερο από ποτέ. Και το ερώτημα παραμένει:
Γιατί;
Μήπως ρε Χρήστο, γιατί η εξέλιξη δεν “λάξευσε” το μυαλό μας σαν εργαλείο αλήθειας, αλλά μόνο σαν ένα εργαλείο επιβίωσης; Αφού σου λέει μας βοηθάει να αντέξουμε, να ανταπεξέλθουμε, να προσαρμοσθούμε, τι μας νοιάζει δηλαδή αν κάτι είναι ή δεν είναι αληθινό; Επομένως μήπως πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η γνωστική αντίσταση είναι συχνά συναισθηματικά επιβεβλημένη από τα πιο αρχαία μέρη του εγκεφάλου μας, τα οποία σχετίζονται με την επιβίωση; Και μήπως όταν η αλήθεια απειλεί την ψυχική μας ισορροπία, τη διώχνουμε όπως το σώμα απορρίπτει ένα μη συμβατό μόσχευμα;
Η επικούρεια φιλοσοφία μας προτρέπει να κατανοήσουμε ότι η πλάνη των άλλων είναι ίδια με τη δική μας κι ότι όλοι είμαστε όμηροι του φόβου. Σου λέει, κοίτα να δεις ο φόβος είναι ο κοινός εχθρός όλων κι ο τρόπος για να νικήσεις την πλάνη δεν είναι η επίθεση, αλλά η ειλικρινής ομιλία (παρρησία). Η αλήθεια θέλει φιλική διάθεση δε χρειάζεται φανατισμό κι η αλλαγή έρχεται όταν κανείς μάθει να σκέφτεται σωστά για τη φύση και τον κόσμο.
Αν μπορούσε ο Λουκρήτιος να ξαναγράψει το ποίημά του σήμερα, πιστεύω ότι θα το αφιέρωνε όχι σε έναν συγκλητικό, αλλά σε κάθε άνθρωπο που ζει εγκλωβισμένος μέσα στην οθόνη του, παλεύοντας να έχει δίκιο.
Αν ο Πύρρος και ο Μέμμιος μας έμαθαν τελικά κάτι, είναι ότι ο άνθρωπος δεν αλλάζει με τη λογική. Όχι επειδή δεν έχει λογική, αλλά επειδή η λογική είναι ο υπηρέτης μιας βαθύτερης ανάγκης, αυτή της ψυχικής συνοχής. Ο εγκέφαλος δεν αναζητά αλήθεια θέλει σταθερότητα. Αν η αλήθεια απειλεί να τον ταράξει, την απορρίπτει κι ύστερα κατασκευάζει μια ιστορία για να δικαιολογήσει αυτή την απόρριψη. Είναι ένας ευφυής, αλλά τραγικός μηχανισμός αυτοεπιβεβαίωσης.
Και οι τρεις ιστορίες που σας είπα, από τον Πύρρο μέχρι τον Μέμμιο, μας έδειξαν ακριβώς αυτό. Και ξέρετε κάτι; Η σύγχρονη επιστήμη το επιβεβαιώνει.
Η επιστήμη – η ψυχολογία, η κοινωνιολογία -, όλες συμφωνούν σ αυτό το σημείο, οι άνθρωποι δεν αλλάζουν γιατί τους υποδεικνύεις τα λάθη τους μα γιατί κάποιος τους έδειξε κατανόηση. Η μεταστροφή της γνώμης δεν είναι διανοητική πράξη είναι κυρίως συναισθηματική. Θέλουν στοργή και προδέρμ. Ο φόβος, η ντροπή, η ανάγκη αποδοχής, παίζουν μεγαλύτερο ρόλο από τα επιχειρήματα. Κανείς δε θέλει να αλλάξει αν αισθάνεται ότι θα εκτεθεί. Και κανείς δεν αλλάζει σε περιβάλλον όπου νιώθει ότι τον κρίνουν.
«Όταν θέλεις να διορθώσεις κάποιον», έγραφε ο Μπλεζ Πασκάλ (στις Σκέψεις του -Pensées) αιώνες πριν, «κοίτα πρώτα από ποια πλευρά βλέπει το ζήτημα· συνήθως αυτή η πλευρά είναι σωστή. Δείξε του ότι το αναγνωρίζεις, κι έπειτα δείξε του πού σφάλλει.» Είναι ίσως το πιο λεπτό και ανθρώπινο μάθημα στην τέχνη της πειθούς: δεν πείθεις με το δίκιο σου, αλλά με τον σεβασμό σου.
Ας θυμηθούμε μια φορά που διαφωνήσαμε με κάποιον. Τι μας ενόχλησε πιο πολύ; Ότι είχε δίκιο ή ότι μας μιλούσε σα να είμαστε ανόητοι;
Η λογική μπορεί να δείξει τον δρόμο, αλλά μόνο η εμπιστοσύνη ανοίγει την πόρτα. Η πειθώ δεν είναι σπαθί αλλά καθρέφτης. Μόνο αν ο άλλος δει μέσα σου μια αντανάκλαση του εαυτού του, τότε θα ανοιχτεί και θα σε ακούσει. Αλλιώς, κάθε επιχείρημα, όσο σωστό κι αν είναι, μετατρέπεται σε απειλή.
Οι έρευνες (Schmid και Betsch) το επιβεβαιώνουν με τρόπο σχεδόν επικούρειο: οι άνθρωποι εγκαταλείπουν βαθιά ριζωμένες απόψεις μόνο μέσα σε ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης. Η αλλαγή είναι μια πράξη σχέσεων. Όπως ακριβώς δε φυτρώνει τίποτα στο άγονο χώμα του φόβου, έτσι κι η αλήθεια δε ευδοκιμεί μέσα στην εχθρότητα.
Συνήθως βλέπουμε τον άνθρωπο μόνο στο επίπεδο της συνείδησης, αγνοώντας ότι ο άνθρωπος είναι μια σύμπλοκη και αδιάσπαστη ολότητα μέσα στην οποία βρίσκεται σε δυναμική σχέση, o κόσμος της συνείδησης με τον κόσμο του ασυνειδήτου.
Ο άνθρωπος δεν αλλάζει ουσιαστικά επειδή διάβασε ένα βιβλίο ή άκουσε μια συμβουλή. Δεν αλλάζει με τον λόγο δηλαδή. H αλλαγή είναι θέμα βιοψυχικής λειτουργίας
Να μην ξεχνάμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του εγκεφάλου είναι ασυνείδητο και το μεγαλύτερο μέρος των συναισθημάτων μας ελέγχεται από αρχαϊκές δομές του εγκεφάλου. ¨Οταν ενεργοποιούνται αυτές οι δομές, ο νεοφλοιός αδρανεί, η λογική παραμένει αδύναμη.
Ο νους είναι τμήμα του εγκεφάλου, μέρος μιας ολότητας και για αυτές φροντίζει. Τμήμα ενός οργάνου επιβίωσης, το οποίο αποτελεί ο εγκέφαλος. Βρίσκει ολοένα και καλύτερους τρόπους για να συμβάλλει στο βαθμό που του αναλογεί, να επικρατεί ένα αίσθημα ησυχασμού και ασφάλειας στη συνείδηση. ¨Οσο πιο ήρεμη είναι η συνείδηση, τόσο πιο ελεύθερη είναι. ¨Ετσι κατάφερε ο άνθρωπος να βγει από την σπηλιά και να κάνει πολιτισμό και έτσι θα προωθηθεί ακόμη περισσότερο πολιτισμικά. Στο βαθμό που η επιστήμη, η φιλοσοφία και η τέχνη θα καθιστούν πιο ήρεμη τη συνείδηση σε ανάλογο βαθμό πιο εύστοχα και πιο ελεύθερα θα αναζητούμε την αλήθεια.
Παναγιώτη στο ανθρώπινο είδος αρέσουν οι μύθοι, τα παραμύθια, οι ιστορίες γύρω από τη φωτιά.
Σκοπός του επικουρισμού είναι να προστατευτεί το άτομο από ό,τι μπορεί να επιφέρει ο μύθος και γι αυτό οφείλει να γνωρίζει πώς χρησιμοποιείται. Οι Επικούρειοι, έτσι, ασκούν κριτική όχι τόσο στο περιεχόμενο των μύθων αλλά περισσότερο στη λειτουργία τους
Ο Λουκρήτιος στο “Για τη φύση των πραγμάτων” φαίνεται να υποστηρίζει μια προκαθορισμένη χρήση του μύθου με σκοπό να αποκαταστήσει την αλήθεια και τη λογική, να απαλλάξει το άτομο από τον φόβο των θεών και του θανάτου, να επανορθώσει τις παράδοξες γνώμες. Παραθέτει την «αποστολή» του και δηλώνει ότι θα χρησιμοποιήσει τον μύθο σαν να ήταν γιατρός, σαν άλλο μέλι για να «ξεγελάσει» την πικρή γεύση του φαρμάκου.
Επομένως, αν θέλεις να αλλάξεις το μυαλό του άλλου, μην του επιτίθεσαι, αλλά προσκάλεσέ τον να συζητήσει μαζί σου. Η φράση «έχεις άδικο» είναι ό,τι πρέπει για να σταματήσει κάθε διάλογος. Ο άλλος παίρνει στάση άμυνας και χτίζει γρήγορα-γρήγορα τον αδιαπέραστο τοίχο του. Το κλειδί είναι η φράση «πες μου περισσότερα». Η αλλαγή είναι καρπός της περιέργειας, όχι της επίπληξης.
Στον Κήπο του Επίκουρου, οι φίλοι δεν προσπαθούσαν να πείσουν ο ένας τον άλλον, συζητούσαν με ηρεμία, σεβασμό και χωρίς τη φιλοδοξία να βγουν νικητές. Όπως έλεγαν χαρακτηριστικά:
“Σε μια φιλοσοφική συζήτηση κερδίζει περισσότερα ο ηττημένος, με την έννοια ότι έμαθε κάτι παραπάνω.” (Επικούρου Προσφώνησις, 74). Η αλήθεια δε χρειάζεται υπεράσπιση, χρειάζεται αταραξία. “Η φιλοσοφία δεν ωφελεί σε τίποτε, παρά µόνο αν διώχνει τα πάθη της ψυχής”.
Χρήστο ο Επίκουρος, που τόσο λάθος κατηγορήθηκε για ηδονισμό, μιλούσε ακριβώς γι’ αυτό. Η ηδονή για εκείνον δεν ήταν απόλαυση των αισθήσεων αλλά η απουσία φόβου. Κι αν θέλεις να αλλάξεις ένα μυαλό, πρώτα πρέπει να του αφαιρέσεις τον φόβο. Δεν εννοώ μόνο τον φόβο της τιμωρίας ή της γελοιοποίησης, αλλά τον βαθύτερο φόβο του να χάσει τη συνοχή του. Ας θυμηθούμε και τη ρήση του Καρλ Σαγκάν:
«Μία από τις πιό θλιβερές διδαχές της ιστορίας είναι η εξής: Αν μας έχουν κοροϊδέψει για αρκετά μακρύ χρονικό διάστημα, τείνουμε να απορρίπτουμε κάθε ένδειξη της κοροϊδίας. Δεν μας ενδιαφέρει πλέον να μάθουμε την αλήθεια. Η κοροϊδία μας έχει καταστήσει δέσμιους. Απλά, παραείναι οδυνηρό να παραδεχθούμε –ακόμα και στους εαυτούς μας– ότι υπήρξαμε τόσο ευκολόπιστοι.»
Η αλήθεια, χρειάζεται φίλους δε θέλει στρατευμένους. Ο Επίκουρος δεν ίδρυσε σχολή, αλλά μια κοινότητα που εκεί οι άνθρωποι συζητούσαν για να γαληνέψει η ψυχούλα τους. Η φιλία ήταν το ασφαλέστερο καταφύγιο της ψυχής, ίσως γι’ αυτό κάθε μεγάλη αλλαγή στη σκέψη ξεκινά τελικά από μια σχέση, όχι από μια ιδέα.
Βλέπεις η φιλία είναι η πιο επαναστατική μορφή διαλόγου. Δεν επιβάλλει, δεν αποδεικνύει, δε νικά, απλά επιτρέπει στον άλλον να ζει χωρίς φόβο. Κι ακριβώς εκεί, στην απουσία φόβου, είναι που φυτρώνει η μεταστροφή. Η επικούρεια σοφία δεν είναι μια θεωρία αλλαγών, αλλά τεχνική ηρεμίας του μυαλού… αταραξίας.
Μη νομίζεις ότι θα αλλάξει ο άνθρωπος όταν του επιτεθείς με δεδομένα, αυτό θα γίνει μόνο όταν συναντήσει ένα παράδειγμα γαλήνης. Η πιο βαθιά πειθώ είναι το ήθος κι ο πιο ισχυρός τρόπος να αλλάξεις ένα μυαλό είναι να δείξεις, με τη στάση σου, ότι γίνεται να ζεις χωρίς θυμό.
Η αλλαγή, τελικά, δεν είναι νίκη, είναι απελευθέρωση κι αρχίζει πάντα από την κατανόηση.
Όταν τα μυαλά ησυχάζουν.
Χρήστο κοιτώντας πίσω, από τον Πύρρο μέχρι τον Μέμμιο, μοιάζει σαν να βλέπουμε δύο καθρέφτες που αντικρίζουν ο ένας τον άλλον. Στον έναν βλέπουμε το ανικανοποίητο της δράσης, στον άλλον το ανήσυχο της σκέψης. Και ανάμεσά τους, το ίδιο ανυπότακτο πλάσμα ο άνθρωπος, που αδυνατεί να βρει γαλήνη είτε πολεμώντας είτε φιλοσοφώντας.
Αλλά ίσως η αποτυχία τους να μην ήταν μάταιη. Ίσως ο Πύρρος κι ο Μέμμιος να υπήρξαν αναγκαίες προειδοποιήσεις για όλους μας, παραδείγματα ανθρώπων που δεν κατάλαβαν ότι η μεγαλύτερη νίκη είναι να σταματήσεις να χρειάζεσαι νίκες.
Η φιλοσοφία, έλεγε ο Επίκουρος, δεν είναι πολυτέλεια των σοφών αλλά τέχνη ζωής των θνητών. Δεν γεννήθηκε για να μας κάνει να ξέρουμε περισσότερα, αλλά να μας βοηθήσει να φοβόμαστε λιγότερο.
Κάθε φορά που αλλάζουμε γνώμη, είναι σα να τραβάμε το χαλί κάτω από τα πόδια μας, αυτό που πιστεύαμε τόσο καιρό, κάτι μέσα μας πεθαίνει και κάτι άλλο προσπαθεί να γεννηθεί. Νιώθουμε λίγο σαν αυτό που έλεγε ο ποιητής, “πήραμε τη ζωή μας λάθος”, κι αυτό πονάει. Η ψυχή, όπως το σώμα, χρειάζεται χρόνο να αποβάλει τις παλιές της βεβαιότητες . Η αλλαγή δεν είναι απόφαση στιγμής είναι πένθος. Πενθούμε το παλιό μας εγώ, αυτό που πίστευε, που ήξερε, που ένιωθε ασφαλές μέσα στις αυταπάτες του. Κι αυτό το πένθος είναι που κάνει την αλλαγή τόσο δύσκολη. Δεν αντιστεκόμαστε στη νέα ιδέα αντιστεκόμαστε στο κενό που αφήνει η παλιά.
Ο εγκέφαλος, λένε οι νευροεπιστήμονες, δε διαγράφει ακριβώς αλλά ξαναγράφει τα μονοπάτια του κάθε φορά που μαθαίνει κάτι που αντιβαίνει στις πεποιθήσεις του. Οι παλιές πεποιθήσεις δε σβήνονται, επαναπλαισιώνονται κι αυτό δεν είναι απλή μάθηση, αλλά ανακατασκευή της ταυτότητας.
Ο Επίκουρος προφανώς δεν θα το έλεγε έτσι, αλλά πιστεύω θα συμφωνούσε. Για εκείνον, η σοφία είναι μια μορφή αποτοξίνωσης, να καθαρίσεις το μυαλό από τους φόβους, τις προκαταλήψεις, τις περιττές επιθυμίες. Κι αυτό απαιτεί κόπο, ενέργεια, κάτι που εγκέφαλος απεχθάνεται.
Αν σκεφτούμε κάθε πεποίθηση που μας κρατάει στάσιμους, θα βρούμε πίσω της έναν φόβο. Ο φόβος της μοναξιάς, της γελοιοποίησης, της απώλειας, της αστάθειας. Ακόμη κι όταν λέμε ότι δεν αλλάζουμε γιατί “έχουμε δίκιο”, στην πραγματικότητα εννοούμε “φοβάμαι να μη χαθώ αν παραδεχτώ πως δεν έχω”.
Παναγιώτη ο Επίκουρος το γνώριζε: Για ν’ αλλάξει κάποιος πεποιθήσεις, πρέπει καταρχάς να αισθάνεται ασφάλεια στο περιβάλλον του. Να είναι μεταξύ φίλων. Αλλιώς αισθάνεται φόβο. “Από όλα όσα η σοφία χαρίζει, για να γίνει η ζωή ευτυχισμένη, το μεγαλύτερο είναι η φιλία.” Γιατί η φιλία είναι ο μόνος τρόπος να μοιραστείς τον φόβο χωρίς να ντραπείς. Και μόνο όταν δεν ντρέπεσαι για τον φόβο σου, μπορείς να τον ξεπεράσεις.
Η κοινωνία μας, αντίθετα, υμνεί την υπέρμετρη αυτοπεποίθηση, την αδιάλλακτη σιγουριά, την “προσωπική άποψη” κι έτσι τα μυαλά μας σκληραίνουν. Δεν αλλάζουμε, γιατί δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να φανεί αβέβαιος. Όμως η αμφιβολία είναι η αρχή κάθε ελευθερίας, ενώ η σιγουριά είναι φυλακή – μια πολυτελής φυλακή, αλλά φυλακή.
Οι Επικούρειοι πίστευαν ότι τα σφάλματα προέρχονται από το μυαλό που παρερμηνεύει τις αισθητηριακές εντυπώσεις, και όχι από τις αισθήσεις. Ο νους, αντί να διορθώσει την ερμηνεία, εξορθολογίζει τις εσφαλμένες κρίσεις για να διατηρήσει τη συνοχή της ιστορίας του. Η λογική μετατρέπεται σε υπηρέτη της ψυχικής συνοχής.
Ο σοφός λοιπόν δεν εμπιστεύεται τυφλά το μυαλό του, αλλά το ελέγχει. Δε θεωρεί τις πεποιθήσεις του «δικές του», αλλά προσωρινά εργαλεία. Όπως ο γιατρός εξετάζει το σώμα του άλλου χωρίς να ταυτίζεται, έτσι κι ο φρόνιμος, αυτός που διαθέτει φρόνηση, εξετάζει τις σκέψεις του χωρίς να τις πιστεύει. Η αμφιβολία, στην επικούρεια φιλοσοφία, δεν αποτελεί ανασφάλεια αλλά φρόνηση· είναι η συνειδητοποίηση ότι το μυαλό μας είναι ικανό να πλάθει φανταστικές ιστορίες τις οποίες θεωρεί πραγματικότητα.
Λάθε βιώσας λοιπόν. Η επικούρεια απάντηση είναι απλή, σχεδόν σκανδαλώδης στην εποχή μας, να μάθεις να ησυχάζεις. Να μη σιωπάς από φόβο, αλλά να σωπαίνεις από επίγνωση. Η αλήθεια έρχεται όταν πάψεις να φωνάζεις.
Στον Κήπο, η σιωπή δε σήμαινε απουσία λόγου, αλλά προϋπόθεση ακρόασης. Μόνο όποιος ξέρει να ακούει μπορεί να αλλάξει. Το να ακούς δε σημαίνει να περιμένεις ανυπόμονα τη σειρά σου για να ανταπαντήσεις, αλλά να είσαι διαλλακτικός σε λογικά επιχειρήματα, πρόθυμος να μάθεις κάτι καινούργιο και -γιατί όχι- έτοιμος να αλλάξεις άποψη. Αυτή είναι ίσως η βαθύτερη επικούρεια πράξη, να γίνεσαι διαπερατός, να μη φοβάσαι την αμφιβολία.
Αν σήμερα ξαναγεννιόταν ο Κινέας, ίσως να μη ρωτούσε τον Πύρρο “και μετά;” Ίσως να του έλεγε: “Μη φοβάσαι, δε θα χάσεις τίποτα, μπορείς πραγματικά να σταματήσεις να τρέχεις.” Κι ο Λουκρήτιος αν έγραφε στον Μέμμιο, ίσως να μην του μιλούσε για άτομα και κενό, αλλά για κείνο το κενό που είχε μέσα του και φοβόταν να αντικρίσει.
Η ερώτηση του Κινέα, και η ποίηση του Λουκρήτιου, συναντιούνται σε ένα σημείο, στην έκκληση για αταραξία. Η αλήθεια, για να ακουστεί, χρειάζεται μυαλό διαθέσιμο να την ακούσει κι αυτό είναι το σπανιότερο πράγμα στον κόσμο, όχι γιατί είμαστε κουφοί, αλλά γιατί φοβόμαστε τι θα συμβεί αν ακούσουμε.
Κι όμως, όλη η ελπίδα του ανθρώπου βρίσκεται ακριβώς εκεί, στη δυνατότητα ακούγοντας, να επιτρέψει στον εαυτό του να αλλάξει χωρίς να ντραπεί, να καταλάβει ότι η αλλαγή δεν είναι απώλεια, αλλά απελευθέρωση.
Κάποιοι νομίζουν ότι ο Επίκουρος πρότεινε φυγή από τον κόσμο, αλλά στην πραγματικότητα πρότεινε επαναφορά στον εαυτό. Η ηδονή που εννοούσε δεν είναι η απόλαυση των αισθήσεων, αλλά η γαλήνη της συνείδησης που δεν πολεμά τον εαυτό της. Να ζεις χωρίς να φοβάσαι τον θάνατο, χωρίς να κυνηγάς το “μετά”, χωρίς να έχεις ανάγκη να πείσεις κανέναν· αυτό είναι το μόνο αληθινό είδος ελευθερίας.
Η αλλαγή στην επικούρεια σκέψη είναι πρωτίστως αλλαγή κρίσης. Ο Επίκουρος είχε έναν ‘Κανόνα’, ένα είδος αλγορίθμου της κοινής λογικής για να ξεχωρίζουμε το φανταστικό από το πραγματικό. Με βάση αυτόν τον Κανόνα, διορθώνουμε τον λάθος συλλογισμό μας και φτάνουμε στην αλήθεια.
Ίσως, λοιπόν, να μην έχει σημασία αν ο Πύρρος ή ο Μέμμιος άλλαξαν ποτέ. Σημασία έχει ότι εμείς μπορούμε· κάθε φορά που σταματάμε να φωνάζουμε, κάθε φορά που ακούμε μέσα μας έναν Κινέα να ρωτά: “και μετά;”.
Για να καταλήξουμε γιατί πολλά είπαμε. Τελικά ρε παιδιά αλλάζουν τα μυαλά;
Ναι, αλλάζουν, όταν τα βοηθήσουμε να δουν την ίδια τους την πλάνη. Η αλλαγή δεν είναι μαγικό κουμπί, αλλά μια διαδικασία που απαιτεί τις κατάλληλες συνθήκες: σεβασμό, μειωμένη κοινωνική απειλή, και την ειλικρινή παράθεση πληροφοριών που προκαλούν το υπάρχον μοντέλο. Δεν προκύπτει αυτόματα από τα περισσότερα ή καλύτερα επιχειρήματα, αλλά από την επίγνωση των μηχανισμών που μας κάνουν να πιστεύουμε χωρίς να ελέγχουμε. Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο εγκέφαλός μας δεν είναι φύλακας αλήθειας, αλλά αφηγητής της πραγματικότητας όπως τη χρειάζεται για να την αντέξει.
Ο Επίκουρος θα το έθετε πιο όμορφα, ότι η φρόνηση γεννιέται όταν το άτομο πάψει να είναι δέσμιο των δοξασιών (δοξών) του. Η Αλλαγή του ανθρώπου στην επικούρεια φιλοσοφία δεν είναι μια παθητική αποδοχή του πεπρωμένου, αλλά μια ενεργητική, επίπονη και διαρκής διαδικασία, που βασίζεται σε τρεις κύριους πυλώνες.
Ο πρώτος είναι να ξαναδούμε κριτικά τις πεποιθήσεις μας – δηλαδή μια γνωστική αναδόμηση.Ο δεύτερος, απαιτείται να γίνουμε αυτόνομοι – εξ’ εαυτού αιτία, όπως το έλεγαν, δηλαδή να πάρουμε την ευθύνη της ζωής μας. Και τρίτος, χρειάζεται ηθική αναμόρφωση: με τη φιλία και τον ορθό λόγο να αλλάξουμε τη στάση μας. Αυτή η προσπάθεια επιτρέπει στον άνθρωπο να ζήσει μια «αυθεντική ζωή», απαλλαγμένη από φόβους και ματαιοδοξία
Τα μυαλά λοιπόν αλλάζουν δύσκολα, αργά, με φόβο και με κόπο. Μα όταν αλλάζουν, ο κόσμος φωτίζεται λίγο περισσότερο.
Κι αυτό ίσως να είναι το μόνο που αξίζει: όχι να αλλάξουμε τους άλλους, αλλά να είμαστε ανοιχτοί να αλλάξουμε εμείς…
Χρήστο εσύ τι λες;
Ρε μπαγάσες με αλλάξετε!
Αυτά λοιπόν είχαμε να σας πούμε. Και τώρα, ας συζητήσουμε. Ποια είναι η δική σας εμπειρία αλλαγής; Υπήρξε κάτι που σας έκανε να αλλάξετε μια βαθιά πεποίθηση; Θα χαρούμε πολύ να ακούσουμε ιστορίες ή απόψεις σας.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου