Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ο Ηράκλειτος

Τίποτα σχεδόν δεν γνωρίζουμε για τη ζωή του Ηράκλειτου ούτε και μπο­ρούμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τις κυριότερες χρονολογίες της. Αυ­τό, όμως, που μπορούμε ίσως να κάνουμε, είναι να δεχτούμε όσα μας λέει ο Απολλόδωρος, ότι δηλαδή ο Ηράκλειτος βρισκόταν στην ακμή του κα­τά την LXIX Ολυμπιάδα, το 500, με....άλλα λόγια, περίπου π.Χ., όταν βασι­λιάς των Περσών ήταν ο Δαρείος ο 1ος.

Ο Ηράκλειτος ανήκε σε μια εξαιρετικά διακεκριμένη αριστοκρατική οικογένεια της Εφέσου· φαίνεται, μάλιστα, πως σε όλη του τη ζωή διατή­ρησε κάποιο αίσθημα περιφρόνησης έναντι των ανθρώπων, λεπτομέρεια έκδηλη σε ορισμένα αποσπάσματα του, όπου στηλιτεύει τα πολιτικά ήθη των συμπολιτών του.

Κάποια παράδοση τον θέλει μελαγχολικό χαρακτήρα ενώ ορισμένοι χριστιανοί, άρα αρκετά μεταγενέστεροι, συγγραφείς ισχυ­ρίζονται πως διώχθηκε για αθεϊσμό. Για τους δασκάλους του δεν γνωρίζουμε και πολλά πράγματα· από ορι­σμένους μάλιστα θεωρήθηκε μαθητής του Ξενοφάνη: το πιθανότερο, όμως, είναι πως ο τελευταίος είχε ήδη εγκαταλείψει την Ιωνία όταν γεννήθηκε ο Ηράκλειτος.

Εν πάση περιπτώσει, όμως, ο Ηράκλειτος θα πρέπει να είχε διαβάσει το ποίημα του και να γνώριζε τις κοσμολογίες των Μιλησίων, εφόσον μας λέει (απ. 38) πως ο Θαλής υπήρξε ο πρώτος αστρονό­μος. Μνημονεύει ακόμα τονΠυθαγόρα (απ. 81) και τον Εκαταίο. Είναι πιθανόν, τέλος, ο Παρμενίδης να γνώριζε το έργο του Ηράκλειτου, που πρέπει να ήταν είκοσι πέντε χρόνια μικρότερος του.

Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τον τίτλο του έργου του Ηράκλειτου· σύμ­φωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, που απαριθμεί μάλιστα περισσότερους, το βιβλίο αυτό θα πρέπει να διαιρείτο σε τρία μέρη: το πρώτο πραγματευό­ταν το σύμπαν, το δεύτερο την πολιτική και το τελευταίο θεολογικά ζητή­ματα.

Ο Διογένης Λαέρτιος μας μεταφέρει διάφορες, δίχως ιδιαίτερο ενδια­φέρον, μυθικές εκδοχές του θανάτου του Ηράκλειτου, γεγονός που χρο­νολογείται γύρω στα 70 π.Χ.

Το έργο του Ηράκλειτου δεν μας είναι γνωστό παρά μέσω βραχύλογων αποσπασμάτων από πολύ νωρίς ήδη, ο φιλόσοφος περιβλήθηκε τη φήμη του εξαιρετικά δυσνόητου, σε σημείο που να επονομαστεί τελικά Σκοτεινός. Η ασάφεια αυτή οφείλεται ίσως στο γεγονός πως το βιβλίο του γρά­φτηκε στην ιωνική διάλεκτο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται, όπως το είχε επισημάνει ήδη ο Αριστοτέλης, πολυάριθμα γραμματικά ζητήμα­τα. Πολλοί είναι, ωστόσο, αυτοί που ισχυρίζονται πως το σκοτεινό ύφος του Ηράκλειτου ήταν ηθελημένο, καθώς κι ότι ο Εφέσιος πρέπει να κατέ φύγε στον ερμητισμό, ώστε να είναι καταληπτός μόνο από έναν περιορι­σμένο αριθμό μυημένων ο ίδιος ο Σωκράτης άλλωστε ομολογούσε πως, για να διαβάσει τέτοιο βιβλίο δίχως να πνιγεί μέσα του, θα χρειαζόταν τη βοήθεια ενός δεινού «Δηλίου κολυμβητή».

Ο Ηράκλειτος λοιπόν κατα­γράφηκε στην ιστορία ως «αινιγματοπλόκος»· ίσως, όμως, αυτό να συνέ­βη κατά κάποιο τρόπο παρά τη θέληση του. Στη πραγματικότητα, εμφα­νίζεται ως άγγελος ενός Λόγου που τον υπερβαίνει και του οποίου ο ίδιος δεν είναι παρά το σκεύος· έτσι λοιπόν η φωνή του, σαν της Σίβυλλας, για την οποία, άλλωστε, κάνει κι ο ίδιος λόγο, διέσχισε τους αιώνες, για να φθάσει ως εμάς και να μας προσφέρει πολύ περισσότερα από απλά ευσύ­νοπτα φθέγματα, εξαντλούμενα σ’ ένα και μοναδικό νόημα και κατανοούμενα μια για πάντα.

Τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου μιλούν, θα μπο­ρούσαμε να πούμε, ατελεύτητα και ποτέ δεν θα πάψουν να μας μεταδί­δουν νόημα: καμιά ερμηνευτική απόπειρα δεν θα μπορούσε να τα εξαντλήσει, να τα διασαφηνίσει και να θέσει ένα οριστικό τέλος στο πρό­βλημα της ερμηνείας τους· αυτός ο ίδιος ο βραχυλογικός τους χαρακτή­ρας πηγάζει από τον αγώνα της έκφρασης να κατακτήσει μια θέση μετα­ξύ του «μηδενός» και του «όλου».

Αποδεσμεύτηκε από τη σιωπή, αλλά μη μπορώντας να τα πει όλα, συνδέθηκε μ’ ένα νόημα, ανεξάντλητο καθε­αυτό, μέσα στις λέξεις του. Αυτός είναι ο λόγος που τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου δεν παύουν να μας μιλούν: είναι τα τεκμήρια της ίδιας της χρονικότητας, που δεν θα πάψουν συνεπώς ποτέ να αναπηδούν μέσα στον δικό μας χρόνο.

Ι. Ο Λόγος

Ο Λόγος, που επικαλείται ο Ηράκλειτος, είναι ένα υπερβατικό ρήμα, το οποίο ο φιλόσοφος καλείται να ερμηνεύσει. Ο Λόγος που απευθύνεται στον Ηράκλειτο είναι ακριβώς το νόημα που κατέρχεται ως αυτόν εν είδει ενός μηνύματος προς μετάδοση: «Όχι εμένα αλλά το λόγο αφού ακούσετε, εί­ναι σοφό να ομολογήσετε ότι Ένα τα πάντα…» (απ. 50).

Ο Λόγος είναι αυτός που «τα πάντα γίνονται σύμφωνα μ’ αυτόν» (απ. 1), αυτός «που τα κυβερνάει όλα» (απ. 72) κι ακόμα αυτός που κρύβεται μέσα στη ψυχή (απ. 45). Τα βάθη όμως από τα οποία προέρχεται μας τον κάνουν σχεδόν απρόσιτο: «Στον πηγαιμό σου δεν θα βρεις τα πέρατα της ψυχής, απ’ όλους τους δρόμους κι αν περάσεις· τόσο βαθύ λόγο περιέχει» (απ. 45). Μοιάζει με τη Σίβυλλα που, με μανιασμένο στόμα, λέει λόγια αγέ­λαστα, ακαλλώπιστα κι αφτιασίδωτα, «με τη φωνή της διασχίζει χιλιά­δες χρόνια, με τη βοήθεια του θεού» (απ. 92). Όπως ακριβώς η προφητεία μας μιλά χωρίς να μας λέει συγκεκριμένα το ένα ή το άλλο, έτσι και ο Λό­γος μας μεταδίδει ένα νόημα που σε μας απόκειται να αποκρυπτογραφήσουμε, στο μέτρο πάντα των δυνατοτήτων μας.

Γνωρίζουμε πως «ο άρχο­ντας, που δικό του είναι το μαντείο στους Δελφούς, ούτε λέει ούτε κρύβει αλλά σημαίνει» (απ. 93)· τα λόγια του εξακολουθούν να είναι μυστηριώδη για τον άνθρωπο, παρ’ ότι σ’ αυτόν απευθύνονται. Το ίδιο συμβαίνει και στις σχέσεις των ανθρώπων με το Λόγο: «Παρ’ ότι τον λόγο, αυτόν που όλα τα κυβερνά, τον συναναστρέφονται αδιάκοπα, έχουν διαφορές μ’ αυτόν, κι όσα συναντούν κάθε μέρα τους φαίνονται ξένα» (απ. 72). Αν και πα­ρόντες, οι άνθρωποι είναι σα να απουσιάζουν, μοιάζουν με κουφούς (απ. 34)· γι’ αυτό και ο Ηράκλειτος μας λέει:

Αν κι ο λόγος αυτός είναι αιώνιος, οι άνθρωποι γίνονται ασύνετοι, και πριν τον ακούσουν κι αφού τον ακούσουν για πρώτη φορά’ γιατί ενώ τα πάντα γίνονται σύμφωνα μ’ αυτόν το λόγο, οι άνθρωποι μοιά­ζουν άπειροι ακόμα κι όταν καταπιάνονται και με λόγια και με έργα τέτοια σαν αυτά που εγώ διηγούμαι, διαιρώντας το καθένα κατά τη φύση του και λέγοντας το όπως έχει· οι άλλοι όμως άνθρωποι ξα­στοχούν όσα κάνουν ξύπνιοι, όπως λησμονούν όσα κάνουν στον ύπνο τους (απ. 1).

Το δράμα της ανθρώπινης συνθήκης οφείλεται στο ότι «ενώ ο λόγος εί­ναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να είχαν μια δικιά τους φρόνηση» (απ. 2). Υπάρχει, λοιπόν, ταυτόχρονα, μια παρουσία αλλά και μια απόσταση αυ­τού, δια μέσου του οποίου ο άνθρωπος είναι σε θέση να υπερβεί τον εαυτό του και να φθάσει στην αυτοσυνείδηση. Γιατί «το ανθρώπινο ον δεν έχει σοφίες, το θείο όμως έχει» (απ. 78).

Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως υπάρχει ένα μυστικό του ανθρώπου, και με τις δύο σημασίες που εγκλείει ο ονοματικός προσδιορισμός: υπάρ­χει ένα μυστικό που ανήκει στον άνθρωπο, αλλά όμως το μυστικό αυτό είναι και το μυστικό που τον αφορά. Οι άνθρωποι δυστυχώς «δεν ξέρουν ούτε να ακούνε ούτε να μιλούν» (απ. 19), ζουν μέσα στο επιφαινόμενο (απ. 17) και τρέφονται απ’ αυτό: «εξαιτίας της απιστίας / τα πιο πολλά από τα θεία πράγματα / τους διαφεύγουν και δεν γίνονται γνωστά» (απ. 86): ωστόσο «η φρόνηση είναι σ’ όλους κοινή» (απ. 113) και «όλοι οι άνθρωποι έχουν μερίδιο στην αυτογνωσία και τη σωφροσύνη» (απ. 116). Το ουσιώ­δες λοιπόν είναι «η πειθαρχία στη βούληση Ενός» (απ. 33) και το ότι «αν­τλούμε δύναμη απ’ αυτό που είναι σε όλους κοινό» (απ. 114). Ο Ηράκλει­τος όμως το λέει ξεκάθαρα: «Αν δεν ελπίζεις, δεν θα βρεις το ανέλπιστο, γιατί είναι ανεξερεύνητο κι αδιάβατο» (απ. 18).

Ο Λόγος λοιπόν είναι ταυτόχρονα, και κατά έναν παράδοξο τρόπο, ένα υπερβατικό νόημα και μια σημασία εμμενής στον άνθρωπο. Ο Λόγος εγ­καθίσταται στη καρδιά του σχίσματος, που διαμελίζει τον άνθρωπο σε απολιπόν Είναι και ύπαρξη που τον συγκροτεί· η συνθήκη του άρα δεν μπο­ρεί να ‘ναι άλλο από τραγική.

ΙΙ. Ο πόλεμος και η αρμονία των αντιθέτων

Τραγικός στοχαστής εμφανίζεται κατ’ εξοχήν ο Ηράκλειτος στη θεωρία του για τον πόλεμο και τη σύγκρουση, που αποτελεί μια από τις σημαντι­κότερες θεματικές του κοσμολογικού οράματος του. Κατά τον Ηράκλει­το, η φύση αγαπά τις αντιθέσεις και ξέρει να χειρίζεται τη σύνθεση τους για να παράγει την αρμονία. Αυτή όμως, η κερδισμένη μ’ αντίτιμο τη σύγ­κρουση, ενότητα διατηρείται ως ένταση μεταξύ αντίρροπων στοιχείων, που τείνουν συνεχώς να αποχωρισθούν το ένα από το άλλο ή να αλληλοκαταστραφούν. Σ’ ένα σύγγραμμα, που στο παρελθόν είχε αποδοθεί εσφαλ­μένα στον Αριστοτέλη, το Περί κόσμου, βρίσκουμε το ακόλουθο, ηρα­κλείτειας, αναμφίβολα, έμπνευσης, χωρίο, που κλείνει άλλωστε με πα­ράθεση του Εφέσιου:

Αγαπάει και η φύση τα αντίθετα, και μ’ αυτά, όχι με τα όμοια, δη­μιουργεί τη συμφωνία’ έτσι γίνεται και ενώνει, λόγου χάρη, το αρσε­νικό με το θηλυκό, όχι όμως και το κάθε ον με το όμοιο του, και πραγ­ματώνει την πρώτη ομόνοια με την ένωση των αντιθέτων κι όχι των ομοίων. Φαίνεται πως και η τέχνη κάνει το ίδιο, με το να μιμείται τη φύση. Η ζωγραφική, αναμειγνύοντας τα άσπρα και τα μαύρα χρώ­ματα, τα κίτρινα και τα κόκκινα, πετυχαίνει να συμφωνούν οι εικό­νες με το μοντέλο. Η μουσική, συνδυάζοντας τους ψηλούς ήχους με τους χαμηλούς, τους μείζονες και τους ελάσσονες, με διαφορετι­κές φωνές, δημιουργεί μια μοναδική αρμονία. Η γραμματική με τη μείξη των φωνηέντων και των συμφώνων χτίζει όλη της την τέχνη. Αυτό υποστήριξε και ο Ηράκλειτος, ο επονομαζόμενος Σκοτεινός: «Οι συνδέσεις γίνονται από όλα κι από τα όχι όλα, ομόνοια-διχόνοια, συμφωνία-ασυμφωνία: απ’ όλα γεννιέται το Ένα και από το Ένα όλα» (απ. 10). Έτσι «τα αντίθετα ταιριάζουν, απ’ τις διαφορές γεννιέται η ωραία αρμονία. Τα πάντα γίνονται με την πάλη» (απ. 8).

Θα πρέπει λοιπόν να διακηρύξουμε μαζί του πως «ο πόλεμος είναι ο πα­τέρας όλων» (απ. 53): ο πόλεμος είναι συμπαντικός, η ίδια η δικαιοσύνη, στο μέτρο που τείνει να εναρμονίζει τα αντίθετα δεν είναι παρά πάλη. Τα πάντα γεννώνται μέσα από τη σύγκρουση και την αναγκαιότητα (απ. 80). Αυτή η πάλη των αντιθέτων, κατά βάθος, δεν είναι άλλο από αυτή την ίδια την τραγωδία, που αντιπαραθέτει το Ένα στην πολλαπλότητα και τα πολ­λά στο Ένα. Πράγματι, εφόσον τα πάντα γεννώνται από το Ένα και το Ένα από τα πάντα, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης είναι, λοιπόν, που η πολλαπλότητα ξεπηδά από το Ένα, που την γενννά και το οποίο αυτή αποχωρίζεται· κι είναι, ακριβώς, μέσα από μια άλλη σύγκρουση που η πολ­λαπλότητα τείνει να αρνηθεί τον εαυτό της και να ανακαλύψει και πάλι το αντίθετο της που, παρ’ ότι γεννημένη μέσα του, κάποτε εγκατέλειψε.

Συνεπώς «ο δρόμος που ανεβαίνει κι αυτός που κατεβαίνει είναι ένας και αυτός» (απ. 60), η Ταυτότητα διατρέχει τη Διαφορά και Διαφορά εγ­καθίσταται στην ίδια την καρδιά της Ταυτότητας. Εξού και η ιδέα πως και «μέσα μας είναι το ίδιο: ζωντανό και νεκρό, ξύπνιο και κοιμισμένο, νέο και γηραιό· γιατί αυτά, όταν μεταβάλλονται, γίνονται εκείνα εκεί κι εκείνα, όταν με τη σειρά τους μεταβάλλονται, γίνονται αυτά» (απ. 88).

Η ενότητα άρα συγκροτείται από αντίρροπες τάσεις και ο βρυχηθμός των αντιθέτων στοιχειώνει την καρδιά της αρμονίας: «Δεν καταλαβαί­νουν πως αυτό που αντιτίθεται στον εαυτό του βρίσκεται ταυτόχρονα σε αρμονία με τον εαυτό του, ακριβώς όπως οι αντίθετες εντάσεις του τόξου και της λύρας» (απ. 51). Η ηρακλείτεια φιλοσοφία του Λόγου, τραγική ήδη στην ουσία της, προεκτείνεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε μια φιλοσο­φία του σπαραγμού που, αν επιμένει στη λανθάνουσα αρμονία και την ει­ρήνη του βάθους, υπογραμμίζει ωστόσο έντονα τις χίλιες και μια όψεις του πολέμου, που τα αντίθετα, πράγματα ή όντα, διεξάγουν στην επιφάνεια.

III. Το γίγνεσθαι

Ο ηρακλειτισμός υποβιβάζεται συνήθως σε μια φιλοσοφία του γίγνεσθαι, που αντιπαρατίθεται μ’ έναν λίγο πολύ σχηματικό τρόπο στην ελεατική φιλοσοφία του Είναι και τις διάφορες στατικές οντολογίες. Γνωρίζουμε βέβαια πως ο Χέγκελ και ο Νίτσε, από εντελώς διαφορετική οπτική σκο­πιά, θα διεκδικήσουν τον Ηράκλειτο ως δικό τους πρόδρομο, καθώς κι οι δυο τους αντικρίζουν στο πρόσωπο του τελευταίου αυτόν που διακήρυ­ξε με τον πλέον σαφή τρόπο πως δεν υπάρχει Είναι παρά χάριν του γίγνε­σθαι. Όταν όμως γίνεται λόγος για το γίγνεσθαι στον Ηράκλειτο, δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε όσα έγραψε για το Λόγο, διότι κινδυνεύουμε να διαστρέψουμε το νόημα και την εμβέλεια αυτού που πραγματικά θέλησε να πει.

Είναι αλήθεια πως η φιλοσοφία του Ηράκλειτου δεν έχει τίποτα το κοι­νό με μια στατική οντολογία, που θα αρκεί το να διακηρύσσει, όπως θα το κάνει ο Παρμενίδης, πως το Είναι είναι και το Μη Είναι δεν είναι· αλλά όμως το γίγνεσθαι, για το οποίο μας μιλά ο Ηράκλειτος, απέχει πολύ κι από το να είναι απλώς μια κινησιοκρατία (mobilisme), που μας βεβαιώνει ότι δεν υπάρχει παρά μόνο κίνηση και τίποτε άλλο.

Είναι γνωστή η περίφημη εικόνα: «Δεν μπορούμε να μπούμε δυο φορές στο ίδιο ποτάμι» (απ. 91). Ένας μαθητής του, μάλιστα, υπερθεμάτιζε λέ­γοντας πως ποτέ δεν μπαίνουμε μόνο μια φορά. Έτσι τα πάντα ρέουν και τίποτα δεν μένει, «στα ίδια ποτάμια μπαίνουν συνεχώς άλλα κι άλλα νε­ρά» (απ. 12). Μια κοσμοθεωρία, όμως, αυτού του είδους στηρίζεται στην ακατάπαυστη μεταμόρφωση των πραγμάτων, που περνούν και φεύγουν, και των όντων που πεθαίνουν, γιατί το γίγνεσθαι συνίσταται στην αέναη μεταλλαγή των ουσιών που φθείρονται και αναπλάθονται: Δεν μπορούμε να αγγίξουμε δύο φορές μια φθαρτή ουσία που να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση, γιατί αποσυντίθεται και ανασυντίθεται μέσα από την ταχύτητα της ίδιας της αλλαγής, ή, μάλλον, δεν αλλάζει και πάλι ούτε μετά, αλλά, την ίδια στιγμή που εμφανίζεται, εξαφανίζεται (απ. 91).

Εντός του γίγνεσθαι ανευρίσκουμε το πεδίο της σύγκρουσης των αντι­θέτων: «Το ψυχρό θερμαίνεται, το θερμό ψύχεται, το υγρό ξεραίνεται, το ξερό νοτίζει» (απ. 126). Υπάρχει, κατά συνέπεια, μέσα στο γίγνεσθαι μια σύνθεση κατάφασης και άρνησης, γι’ αυτό και μπορούμε να αποφανθού­με πως: «Στα ίδια ποτάμια μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε» (απ. 49α).

Το γίγνεσθαι όμως, για το οποίο μας μιλά ο Ηράκλειτος, δεν είναι ένα απλό γραμμικό γίγνεσθαι, που θα συνιστούσε την απόλυτη άρνηση του Είναι εκτυλίσσεται, αντίθετα, στο εσωτερικό ενός κύκλου. Αυτό επαλη­θεύεται, ήδη, από τα ίδια τα φυσικά στοιχεία:

Η ζωή της φωτιάς γεννιέται από το θάνατο της γης, του αέρα από το θάνατο της φωτιάς, του νερού από το θάνατο του αέρα και η γη γεννιέται από το θάνατο του νερού. Ο θάνατος της φωτιάς γεννά τον αέρα και ο θάνατος του αέρα γεννά το νερό. Ο θάνατος της γης φέρ­νει στον κόσμο το νερό, ο θάνατος του νερού γεννά τον αέρα, ο θά­νατος του αέρα γεννά τη φωτιά κι αντιθέτως (απ. 76). Το γίγνεσθαι άρα συγκροτεί έναν κύκλο κι ο κύκλος αυτός είναι ο ίδιος αρμονία, στο μέτρο ακριβώς που πραγματοποιεί την σύμπτωση των αντι­θέτων πράγματι, «στην περιφέρεια του κύκλου αρχή και πέρας συμπί­πτουν» (απ. 103).

Η εμφάνιση ενός στοιχείου, λοιπόν, μέσα από τους κόλπους ενός κα­θαρού κι απόλυτου γίγνεσθαι δεν είναι το παν, εφόσον αφ’ ενός εξακολου­θεί ο κυβερνών τα πάντα Λόγος, αφ’ ετέρου το γίγνεσθαι αυτό εκτυλίσσε­ται στο εσωτερικό ενός κύκλου, συνεχόμενο από ισχυρούς δεσμούς. Αν αδυνατούμε να αντιληφθούμε με την πρώτη ματιά αυτόν τον κύκλο, αυτό συμβαίνει κατ’ αρχή ν γιατί «η φύση αγαπά να κρύβεται» (απ. 123) κι έπει­τα γιατί, το ‘πάμε ήδη, είμαστε ανίκανοι να δούμε πραγματικά ό,τι εμφα­νίζεται ενώπιον μας. Ας μην το ξεχνάμε, αν «ο ωραιότερος πίθηκος είναι άσχημος, όταν παραβάλλεται με το γένος των ανθρώπων» (απ. 82), «ο σοφότερος άνθρωπος, όταν συγκρίνεται με τον θεό, φαίνεται πίθηκος και στη σοφία και στην ομορφιά και σ’ όλα τα άλλα» (απ. 83).

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε πως η φιλοσοφία του Ηράκλειτου εί­ναι μάλλον μια φιλοσοφία του επανέρχεσθαι (revenir) παρά του γίγνεσθαι (devenir) με την κλασική έννοια του όρου: το περί ου ο λόγος γίγνεσθαι δεν αποτελεί σε τελική ανάλυση ένα γίγνεσθαι του Είναι αλλά ένα γίγνεσθαι εντός του Είναι. Δεν είναι παρά στο εσωτερικό του ίδιου που επέρ­χονται οι μεταβολές:

Μέσα μας είναι πάντα τα ίδια: ζωντανό και νεκρό, ξύπνιο και κοι­μισμένο, νέο και γηραιό’ γιατί αυτά όταν μεταβάλλονται είναι εκεί­να, κι εκείνα, όταν με τη σειρά τους μεταβάλλονται, είναι αυτά (απ. 88).

Συναντάμε λοιπόν και πάλι, με μια ελάχιστη μετατόπιση, μια ιδέα που βρήκαμε και προηγουμένως: τα πάντα γεννώνται από το Εν και το Ένα από τα πάντα. Ο Ηράκλειτος μας λέει πως «ο θεός είναι νύχτα και μέρα, χειμώνας και καλοκαίρι, πόλεμος και ειρήνη, κορεσμός και λιμός· αλ­λοιώνεται, όπως η φωτιά που, όταν αναμειχθεί με αρώματα, ονομάζεται με το όνομα της μυρωδιάς του καθενός». Δεν θα υπερβούμε λοιπόν ποτέ τα όρια του Ενός, που δεν είναι άλλα από αυτά που έχει θέσει ο κυβερνών Λόγος, όπως ακριβώς κι ο ήλιος που δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια του, ειδεμή θα τον βρουν οι Ερινύες, φύλακες της Δικαιοσύνης (απ. 94).

Αν ο ηρακλειτισμός δεν ήταν παρά η φιλοσοφία ενός απλού γίγνεσθαι, αν διευθετούσε το παν ως μια απλή συνδυαστική, ένα παιχνίδι σχέσεων, δεν θα ετίθετο καν το πρόβλημα του νοήματος του γίγνεσθαι· όλες οι κινησιοκρατίες, οι ηροστρατισμοί και οι μηδενισμοί που, ούτε λίγο ούτε πο­λύ, επικαλούνται κάποια νιτσεϊκή προέλευση τους, αφήνουν αναπάντητο το ερώτημα πού μας οδηγεί τελικά ο δρόμος, κι αυτό ακόμα και στις περι­πτώσεις εκείνες που δεν απορρίπτουν απευθείας το ερώτημα ως στερού­μενο νοήματος. Βέβαια, ο ίδιος ο Ηράκλειτος δεν παραλείπει κάποιες συ­στάσεις:

Να θυμόμαστε κι εκείνον που ξεχνά πού πηγαίνει ο δρόμος» (απ. 71) για να προσθέσει πιο συγκεκριμένα πως «ένα πράγμα είναιη σο­φία: το να γνωρίζεις τη σκέψη που μέσα απ’ όλα κυβερνά τα πάντα (απ. 41).

Ωστόσο, όμως, αυτή η σοφία είναι απ’ όλα χωρισμένη, πράγμα που δεν καταφέρνουν να κατανοήσουν όλοι αυτοί που ‘χουν συνήθεια να μιλούν (απ. 108). Ένα γίγνεσθαι, δίχως αναφορά σ’ ό,τι το θεμελιώνει και σ’ ό,τι το περιέχει, θα βρισκόταν σε ευθεία αντίθεση με όσα μας υποβάλλουν τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου σχετικά με τον Λόγο: αν οι άνθρωποι αρ­κούνται συχνά στον μομπιλισμό, είτε πάλι τον αναγορεύουν σε κοσμοθε­ωρία, είναι διότι, ας μην το ξεχνάμε, «το ανθρώπινο ον δεν κρύβει σοφίες, το θείο όμως έχει» (απ. 78).

IV. Η φωτιά

Είδαμε ήδη πως μεταξύ των Ιώνων φιλοσόφων ο Θαλής ο Μιλήσιος ήταν αυτός που θεωρούσε το νερό αρχή των πάντων, ενώ ο Αναξιμένης δεχόταν τον αέρα. Ο Ηράκλειτος, πάλι, αντικρίζει το προνομιακό μέσο, για την εξήγηση των ποικίλων φαινομένων του σύμπαντος, στη φωτιά. Κάτι τέτοιο όμως θα συνιστούσε αν όχι υπερβολική απλούστευση του ηρακλειτισμού, τουλάχιστον την ανάγνωση του μέσα από παραμορφωτικούς φα­κούς, οφειλόμενους στην ανάπτυξη της σύγχρονης χημείας· θα απέκλειε, πάντως, την αντιμετώπιση της φωτιάς ως απλούστατου στοιχείου μιας σύνθεσης, με αφετηρία το οποίο δημιουργήθηκαν οι διάφοροι συνδυασμοί και αποσυνθέσεις πραγμάτων και όντων. Πράγματι, στον Ηράκλειτο, η φωτιά αποτελεί ένα, κατά κάποιο τρόπο, φυσικό στοιχείο: «Μετατροπές της φωτιάς: πρώτα θάλασσα και το μισό της θάλασσας γη, το άλλο μισό σίφουνας». Η φωτιά, υπό την επιρροή του θείου Λόγου που τα πάντα κυ­βερνά, μεταμορφώνεται, δια μέσου του αέρα, σε υγρασία-σπέρμα της όλης συμπαντικής τάξης, την οποία αποκαλεί θάλασσα. Από αυτή γεννώνται και πάλι η γη, ο ουρανός και τα περιεχόμενα σ’ αυτά πράγματα και όντα. Το πώς ο κόσμος επιστρέφει πίσω στην αρχική του κατάσταση, καταβροχθιζόμενος από τη φωτιά, ο Ηράκλειτος μας το εξηγεί ως εξής: «(…) Δια­χέεται στεριά σε θάλασσα και η μάζα της διατηρείται στο ίδιο μέτρο της αναλογίας που ίσχυε πριν γίνει γη» (απ. 31).

Η φωτιά, άρα, είναι η πηγή αλλά και η απόληξη του παντός· εξού και η εικόνα του Ηράκλειτου: «Τα πάντα ανταλλάσσονται με τη φωτιά και με τα πάντα η φωτιά ανταλλάσσεται, όπως ακριβώς τα πράγματα με το χρυσάφι και το χρυσάφι με τα εμπορεύματα» (απ. 90).

Η φωτιά, όμως, είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια πρωταρχική ου­σία ή το θεμελιώδες φυσικό στοιχείο. Πράγματι, όπως τόνισε ορθά και ο Κιρκ (O.S. Kirk1), υφίσταται μια εξαιρετικά στενή σχέση που συνδέει τα στοιχεία λόγος, αρμονίη, πόλεμος, έρις, θεός, Εν, πυρ και σοφόν. Όλοι αυτοί οι όροι είναι, αν όχι εναλλάξιμα συνώνυμα, πάντως έννοιες συνυποδηλούσες την αυτή κεντρική ενόραση. Η φωτιά, για την οποία μας μιλά ο Ηράκλειτος, δεν είναι, στην πραγματικότητα, τόσο μια ορθολογική εξηγητική αρχή, όσο η υποστασιοποίηση του Λόγου. «Όλα τα κυβερνά ο Κε­ραυνός», μας λέει (απ. 64), γιατί, ακριβώς, δεν είναι άλλος από αυτόν τον αποστράπτοντα Λόγο, που φωτίζει και κυβερνά τον κόσμο. Ο κεραυνός, άλλωστε, δεν πυρπολεί ό,τι εγγίζει και δεν μετατρέπει άραγε σε φωτιά αυ­τό στο οποίο πέφτει; Γι’ αυτό και μπορούμε να πούμε ότι ο κόσμος φλέγε­ται με τη διπλή σημασία του όρου: φλέγεται γιατί είναι φτιαγμένος από αυτή την πρωταρχική πυρά, που διατρέχει απ’ άκρη σ’ άκρη όλο τον κύ­κλο των στοιχείων, αλλά και γιατί καίει κι είναι κι ο ίδιος ένα είδος φλό­γας: «Αυτόν τον κόσμο, που ‘ναι για όλους ίδιος, ούτε κανείς θεός τον έκα­νε, αλλά ήταν από πάντα και είναι και θα είναι αιώνια φωτιά, που ανάβει και σβήνει με μέτρο» (απ. 30). Το κοσμικό γίγνεσθαι, λοιπόν, είναι φωτιά που ξεπηδά, χάνεται και ξαναζωντανεύει αν μας λέει ότι η φωτιά «συνί­σταται στην αλλαγή» (απ. 84α), είναι γιατί τα πράγματα επιζητούν μια πληρότητα που διαρκώς τους διαφεύγει, και οι διαδοχικές τους απόπει­ρες συνιστούν ακριβώς αυτό το γίγνεσθαι, που εκδιπλώνεται μέσα στην ίδια την καρδιά του Είναι. Αργότερα, ο Πλάτων, στον Τίμαιο, θα μας δώ­σει έναν ωραίο ορισμό του χρόνου, παρουσιάζοντας τον σαν την «κινού­μενη εικόνα της αιωνιότητας». Θα μπορούσαμε κι εμείς, δίχως να βιά­ζουμε τη σκέψη του Ηράκλειτου, να δούμε στη φωτιά, για την οποία κάνει λόγο, την κινούμενη εικόνα του Λόγου που φωτίζει, καθώς κι αυτήν του Ενός, απ’ όπου προήλθαν και όπου επιστρέφουν τα πάντα.

Ο κόσμος του Ηράκλειτου, όμως, φλέγεται και για έναν άλλο λόγο. Στην πραγματικότητα, ο κόσμος προορίζεται σ’ ένα τελικό παρανάλωμα (εκπύρωσις), σε έναν συμπαντικό αναβρασμό που θα σημάνει τον θάνατο του, όχι, όμως, για να καταποντισθεί οριστικά στο τίποτα, αλλά για να ανεύρει, μέσα ακριβώς σ’ αυτή τη γιγαντιαία πυρκαγιά, την αρχή μιας αναζω­ογόνησης, μιας αναγέννησης. Όπως ο Φοίνικας, έτσι κι ο κόσμος είναι προορισμένος να αναγεννάται δίχως σταμάτημα μέσα από τις ίδιες του τις στάχτες. Ξαναβρίσκουμε λοιπόν εδώ την εικόνα της ανακύκλησης αλ­λά και της περιφέρειας του κύκλου, όπου αρχή και τέλος συναντώνται.

Αναλίσκοντας τα πάντα, η φωτιά τα επαναφέρει στην αρχή τους, γι’ αυτό και ο Ηράκλειτος μας λέει: «Τα πάντα, ορμώντας πάνω τους, θα τα δικά­σει και θα τα συλλάβει η φωτιά» (απ. 66). Αλλά όμως η κοσμική αυτή πυρκαγιά2δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως ανεπανόρθωτη, εφόσον γνωρίζουμε πως το ίδιο το σύμπαν είναι ζων πυρ που ανάβει και σβήνει με μέτρο.

Στο επίκεντρο της αντίληψης αυτής βρίσκεται η ιδέα της αέναης επι­στροφής αυτού που γεννιέται κι αυτού που χάνεται. Πρόκειται για μια πα­λιά ελληνική αντίληψη που δεν ανήκει αποκλειστικά στον Ηράκλειτο και την οποία ξαναβρίσκουμε αργότερα στον Πλάτωνα και τους Στωικούς. Σήμερα, αναπαριστούμε με ευλογοφάνεια το χρόνο σαν μια ευθεία γραμ­μή που έρχεται από το παρελθόν και κατευθύνεται προς το μέλλον η μη μεταστρεψιμότητα του χρόνου διαθέτει μια τέτοια προφάνεια που γίνεται δεκτή ως κάτι το απόλυτα δεδομένο. Στην Ανατολή όμως και στην Ελλά­δα, η σύλληψη του χρόνου είχε χαρακτηριστικά κυκλικότητας. Η κανο­νικότητα της εναλλαγής μέρας και νύχτας ο κύκλος των εποχών καθώς και της θέσης των πλανητών και των άστρων φαίνεται να υπέβαλαν έν­τονα την εικόνα του χρόνου ως ανακύκλησης: εξού και οι τόσο γνωστές παραστάσεις του Ζωδιακού Κύκλου ή του Τροχού των Υπάρξεων. Το Με­γάλο Έτος σήμαινε την χρονική εκείνη περίοδο, με το πέρας της οποίας θα έπρεπε να επαναληφθούν τα ίδια γεγονότα. Οι προτεινόμενοι υπολογι­σμοί της σε κοινά έτη ποικίλλουν κατά συγγραφείς, σύμφωνα με μια πα­ράδοση, όμως, ο Ηράκλειτος το είχε υπολογίσει στα 10.800 περίπου ηλια­κά έτη. Ο αριθμός αυτός προήλθε πιθανότατα από τον πολλαπλασιασμό του 360 με το 30. Εν πάση όμως περιπτώσει, παριστά το χρονικό διάστημα που παρέρχεται μεταξύ γέννησης του κόσμου και φθοράς του μέσα στη φωτιά, προμήνυμα μιας νέας γέννησης του.

Έτσι λοιπόν, εφόσον αρχή και τέλος του Μεγάλου Έτους συμπίπτουν σ’ αυτό το κοσμικό παρανάλωμα πυρός, που εξαγνίζει και παλινορθώνει, η συμπαντική αναταραχή δεν είναι απλά μια καταστροφή με διαστάσεις αποκάλυψης αλλά και μια αποθέωση, αφού μέσα από αυτή ξεπηδά κάθε φορά ένας νέος κόσμος. Έτσι, για άλλη μια φορά, επαληθεύεται πως «ο δρόμος που ανεβαίνει κι ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ο ίδιος κι ο αυτός».

Οφείλουμε λοιπόν να υπογραμμίσουμε την ιδιαίτερη σημασία του αποσπά­σματος 66, όπου μας λέει ο Ηράκλειτος ότι «η φωτιά είναι και κορεσμός και χρεία. Η χρεία είναι η οργάνωση του κόσμου (διακόσμησις) σύμφωνα με το νόμο του αλλά η ανάφλεξη (εκπύρωσις) του κόσμου είναι κορεσμός». Είναι αλήθεια, προσθέτει ο Ιππόλυτος που μας μεταφέρει το εν λόγω κεί­μενο, πως κατά τον Ηράκλειτο «όταν επέμβει η φωτιά, θα κρίνει όλα τα πράγματα και θα τα κατακυριεύσει» (απ. 66). Αξίζει να επιμείνει κανείς στο γεγονός πως ο Ηράκλειτος παρομοιάζει την τάξη του κόσμου με χρεία, έλλειψη, ενώ αντικρίζει στην εκπύρωση του διατεταγμένου κόσμου ένα είδος πληρότητας και αφθονίας. Θα φανεί ίσως παράδοξο να ορίζεται η τάξη ως έλλειψη και η καταστροφή ως πληρότητα. Αυτό όμως το γενικό παρανάλωμα είναι μια εξύψωση τρεφόμενη με ερείπια. Μέσα στην πυρά συναντώνται και συγχωνεύονται αρχική χρεία και τελικός κορεσμός, γιατί από εκεί τα πάντα ξεκινούν κι εκεί καταλήγουν. Έτσι, η καταστροφή εί­ναι μια εκπλήρωση, εκπλήρωση του ρυθμού της Αέναης Επιστροφής και εκπλήρωση εντός της οποίας η γέννηση του αύριο προκύπτει μέσα από το θάνατο του σήμερα.

Ένα τέτοιο όραμα του κόσμου θα μπορούσε κάλλιστα να εκθρέψει τα θεωρησιακά σχήματα των ηροστρατισμών, που καλλιεργούν εξ επαγγέλ­ματος τον έρωτα της καταστροφής και βλέπουν σ’ αυτή την τελευταία την υψηλότερη έκφραση της δημιουργίας· ο Μπακούνιν, άλλωστε, δεν ήταν αυτός που δήλωνε: «Η χαρά της καταστροφής είναι ταυτόχρονα και χα­ρά της δημιουργίας»; Η φιλοσοφία όμως του Ηράκλειτου απέχει πολύ από το να είναι μια πρόσκληση σε περιπέτειες εν μέσω ναυαγίων, γιατί παρα­μένει, ακριβώς, μια φιλοσοφία του Λόγου, που μας υποβάλλει όχι την απο­λογία της καταστροφής, αλλά τον αναστοχασμό του νοήματος, που εδρεύ­ει στην ενότητα του πολλαπλού. Η συμπαντική ανάλωση μέσα στις φλό­γες, για την οποία μας μιλά ο Εφέσιος, είναι μια επάνοδος στην απαρχή απ’ όπου και πάλι ξεκινούν όλα τα όντα, αυτοί οι προσκηνότες του απέ­ραντου κυκλώματος της ύπαρξης.

V. O άνθρωπος και η σοφία

Συνηθίζεται παραδοσιακά να παρουσιάζεται ο Ηράκλειτος αν όχι ως αρι­στοκράτης με την κοινωνική έννοια του όρου, πάντως ως άνθρωπος που περιφρονούσε το πλήθος και δεν δίσταζε να το πει: «Για μένα, ένας αξίζει όσο μύριοι όταν είναι άριστος» (απ. 49). Γι’ αυτόν, πράγματι, «παιχνίδια παιδιών είναι οι ανθρώπινες δοξασίες» (απ. 70) κι αν οι ευγενείς άνθρωποι προτιμούν περισσότερο απ’ οτιδήποτε φθαρτό την αιώνια δόξα, «οι πολ­λοί χορταίνουν σαν κτήνη» (απ. 29). Βάλλει με ειρωνεία τόσο κατ’ αυτών που έχαναν το μυαλό τους μέσα στις προλήψεις όσο και κατ’ αυτών που χειρίζονταν παράλογα τα ζητήματα της πόλης. Έλεγε για τους πρώτους:

Καθαρίζονται μιαινόμενοι με άλλο αίμα, όπως αν κάποιος που έχει χωθεί στη λάσπη, ξεπλενόταν με λάσπη: αν κάποιος άνθρωπος τον έβλεπε να κάνει κάτι τέτοιο, θα τον έπαιρνε για ασυνάρτητο. Και προσεύχονται μπροστά σ’ αυτά τ’ αγάλματα, όπως θα φλυαρούσε κανείς μέσα στο σπίτι του, μη γνωρίζοντας ποιοι είναι θεοί και ποιοι ήρωες (απ. 5). Για τους δεύτερους, πάλι, βεβαίωνε:
Καλά θα έκαναν όλοι οι ενήλικες Εφέσιοι να κρεμαστούν και να αφήσουν την πόλη στα παιδιά, γιατί εκείνοι εξόρισαν τον Ερμόδωρο, τον πιο άξιο άντρα, λέγοντας: Μεταξύ μας κανείς ας μην είναι ο πιο άξιος, ειδεμή ας πάει αλλού και μ’ άλλους» (απ. 121). «Γιατί ποιος είναι ο νους τους ή η φρόνηση τους; Πείθονται από τους λαϊ­κούς τραγουδιστές και δάσκαλος τους είναι ο όχλος: δεν ξέρουν ότι πολλοί είναι οι κακοί και οι καλοί λίγοι» (απ. 104). Γι’ αυτό κι έριχνε στα κεφάλια των συμπολιτών του την εξής ευχή: «Πο­τέ να μην σας λείψει, Εφέσιοι, ο πλούτος, για να βγαίνει στο φως η πονη­ριά σας» (απ. 125α). Άλλωστε ο Ηράκλειτος δεν θέλησε να διαδεχτεί τον πατέρα του στο δημόσιο αξίωμα που κατείχε κι αρνήθηκε να νομοθετήσει στην πόλη της Εφέσου, με τη δικαιολογία πως οι κάτοικοι της είχαν πια τόσο διαφθαρεί που το πράγμα δεν έπαιρνε καμιά γιατριά. Ωστόσο, όμως, ο Ηράκλειτος δεν εγκατέλειψε ποτέ την πόλη του: όταν τον προσκάλε­σαν στην Αθήνα αρνήθηκε να πάει, όπως άλλωστε αποποιήθηκε τις τιμές που του επεφύλασσε ο Δαρείος στην Αυλή της Περσίας.

Ο Ηράκλειτος όμως περιφρονούσε και αρκετούς από τους παλαιότε­ρους του στοχαστές: «Ο Όμηρος αξίζει να τον διώχνουν από τους αγώνες και να τον ραπίζουν, το ίδιο κι ο Αρχίλοχος» (απ. 42). «Ο Πυθαγόρας», έλεγε, «είναι αρχηγός στους αγύρτες» (απ. 81). «Η πολυμάθεια δεν διδά­σκει να σκέφτεσαι: αν ήταν έτσι, θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυ­θαγόρα, ακόμα και τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο» (απ. 40). Αν όμως ο Ηράκλειτος δεν έχανε ευκαιρία να εκδηλώνει την απαίσιο δοξία του για όλους αυτούς που καθημερινά συναναστρεφόταν, σε βαθμό μάλιστα που να επονομαστεί οχλολοίδορος, για τον άνθρωπο ωστόσο εί­χε μια αντίληψη στενότατα συνδεόμενη με τις ιδέες του που συναντήσαμε ως τώρα. Γι’ αυτόν λοιπόν η ψυχή του ανθρώπου είναι φλόγα και πρέπει να παραμένει πάντα ξηρή: με τη μέθη υγραίνεται, πέφτει στην τρέλα και τελικά πεθαίνει. Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, στα τέλη της ζωής του ο Ηράκλειτος προσβλήθηκε από υδρωπικία και ρωτούσε τους γιατρούς τι θα ‘πρεπε να κάνει για να μετατρέψει τη βροχή σε ξηρασία. Καθώς αυ­τοί δεν καταλάβαιναν αυτά τα αινιγματικά λόγια, απογοητευμένος ο Ηρά­κλειτος κλείστηκε σ’ έναν στάβλο με την ελπίδα ότι η θέρμη της κοπριάς θα έδιωχνε το νερό που τον ταλάνιζε.

Το ότι η ανθρώπινη ψυχή είναι φωτιά και φλογερή εκπνοή θα μπορούσε να εκληφθεί ως απόφανση εγκλείουσα μια στοιχειώδη ψυχοφυσιολογία: αυτή η ιδέα όμως μπορεί επίσης να συνδεθεί με τη συμβολική εκείνη της φωτιάς, που ανευρίσκουμε πίσω από εκφράσεις όπως η «θέρμη της ζω­ής», «η φλόγα του πάθους», είτε πάλι ο «πυρετός του έρωτα που μας καίει». Θα π ρέπει όμως ακόμα -και κυρίως- να συσχετισθεί με όσα είπε ο Ηρά­κλειτος για τη φωτιά και το Λόγο.

Οι σχετικές με την ανθρώπινη ψυχή αντιλήψεις του Ηράκλειτου μας φέρ­νουν συχνά ενώπιον μεγάλων ερμηνευτικών δυσχερειών, κι αυτό διότι τα αποσπάσματα που διαθέτουμε σχετικά συγκαταλέγονται μεταξύ των πλέ­ον σκοτεινών. Ο Ηράκλειτος μας βεβαιώνει πράγματι πως είναι ηδονή για τις ψυχές να πέφτουν στη ζωή αλλά προσθέτει πως «ζούμε από το θάνατο των ψυχών κι αυτές ζουν από το θάνατο μας» (απ. 77). Δεν θα έπρεπε, ίσως, και πάλι να θυμηθούμε εδώ τα λόγια του Αναξίμανδρου και να συμ­φωνήσουμε πως η ηδονή της ζωής είναι μια ένοχη ηδονή, που η ψυχή εξα­γοράζει μ’ ένα είδος θανάτου; Η ζωή των ατόμων άραγε δεν είναι ένα εί­δος εξορίας μακριά από την πρωταρχική τους πηγή κι αυτή ακόμα η ίδια η ατομικότητα τους δεν είναι η ρίζα της δυστυχίας της συνείδησης; Αλλά κι από την άλλη πλευρά, αν η ζωή των ψυχών ξεπηδά από τον δικό μας θάνατο, δεν είναι άραγε γιατί ανοίγονται σ’ ένα υπερπέραν, όπου ξανα­βρίσκουν τον χαμένο γενέθλιο τους τόπο που είχαν εγκαταλείψει;

Μ’ αυτή την ίδια ιδέα δεν μπορεί άλλωστε να συνδεθεί και το απόσπα­σμα 62 που, παρ’ όλ’ αυτά, παραμένει σιβυλλικό; «Οι αθάνατοι θνητοί και οι θνητοί αθάνατοι: οι μεν ζουν από το θάνατο των δε και οι δε από το θά­νατο των μεν». Ο Κλεμάνς Ραμνού (Clémence Ramnoux) θέλει την ιδέα αυτή ως προμήνυμα της νιτσεϊκής θεματικής περί θανάτου του Θεού3. Ίσως θα έπρεπε να το κατανοήσουμε ως εξής: αν ο Θεός ζει από το θάνα­το των ανθρώπων κι ο άνθρωπος πεθαίνει από τη ζωή του Θεού, αυτό συμ­βαίνει γιατί η ύπαρξη υφίσταται αποκλειστικά μέσα στην τραγικότητα του ορίου. Ο αθάνατος ζει από το θάνατο των θνητών, που επιστρέφουν στους κόλπους του, και οι θνητοί πεθαίνουν επειδή δεν είναι αθάνατοι. Έτσι οι αθάνατοι είναι θνητοί όταν πέφτουν στη ζωή, κι οι θνητοί αθάνατοι όταν, με το θάνατο, ανοίγονται στην άλλη φάση του κύκλου.

Με το ίδιο πνεύμα θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε κι ένα άλλο μυστη­ριώδες απόσπασμα:

Γιατί αν δεν έκαναν πομπή για τον Διόνυσο και δεν υμνούσαν με άσμα τα αιδοία, όσα κάνουν θα ήταν αναιδέστατα: είναι το ίδιο πράγ­μα ο Άδης κι ο Διόνυσος, που στ’ όνομα του μαίνονται και βακχεύουν (απ. 15).

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, επιχειρώντας μια χριστιανική ανάγνωση αυ­τού του κειμένου, θεωρούσε πως σήμαινε ότι όσοι υμνούν τον Διόνυσο και επιδίδονται σε ακολασίες θα καταλήξουν στην Κόλαση όπου θα τους κρί­νει ο Άδης. Ο Ντελάτ (A. Delatte) πάλι μας προτρέπει4 να συσχετίσουμε το εν λόγω απόσπασμα με το 68, όπου γίνεται λόγος για «τα ίδια γιατρικά / που / προορίζονται και να γιατρέψουν τις δυστυχίες και να λυτρώσουν τις ψυχές από τα κακά που βγαίνουν από τη γέννηση»: το κείμενο γίνεται έτσι πολύ λιγότερο παράδοξο απ’ ό,τι αρχικά φαινόταν. Πράγματι, ο Άδης είναι βέβαια ο θεός του θανάτου, ο θάνατος όμως είναι ταυτόχρονα και μια απολύτρωση της ψυχής: όπως λοιπόν υπογραμμίζει και ο Ντελάτ, ο Άδης δεν είναι παρά το σύμβολο μιας ζωής κρυμμένης πίσω από το επι­φαινόμενο του θανάτου κι ο οδηγός σε μια αναγέννηση της ψυχής, ενώ ο Διόνυσος συμβολίζει τη μέθη της ζωής. Λέγοντας λοιπόν πως ο Άδης είναι ο ίδιος με τον Διόνυσο, δεν κάνουμε άλλο από το να επαναλαμβά­νουμε πως ο δρόμος που ανεβαίνει κι αυτός που κατεβαίνει είναι ένας κι ο αυτός. Όπως λέει κι ο Ντελάτ:

Ζωή και θάνατος, λοιπόν, εναλλάσσονται συνεχώς στον Ηράκλει­το, όπως ακριβώς η νιότη και τα γηρατειά, η εγρήγορση κι ο ύπνος, ακόμα κι αν παραβλέψουμε πως καμιά από τις καταστάσεις αυτές δεν είναι καθαρή από προσμείξεις (…). Είμαστε λοιπόν σε θέση να κατανοήσουμε καλύτερα τι σημαίνει Άδης για τον Ηράκλειτο. Εί­ναι το σύμβολο μιας ζωής κρυμμένης πίσω από το επιφαινόμενο του θανάτου, είναι ο θεός που δεσπόζει στην αναγέννηση της ψυχής (…). Κι ο Διόνυσος; Χάριν ακριβώς των πλέον αντίθετων, κατά την αντί­ληψη του αδαούς, προς τον Άδη χαρακτηριστικών του, μπορεί να θεωρηθεί ως ο θεός της έξαρσης της ζωής, το σύμβολο του θρησκευ­τικού ενθουσιασμού.

Ο άνθρωπος λοιπόν είναι ένα ον κατ’ εξοχήν έκθετο: είναι έκθετος κατ’ αρχήν διότι αποτελεί ακριβώς μια παρουσία που ξεπήδησε από την εγκα­τάλειψη του Ενός, αλλά είναι έκθετος και στο μέτρο που είναι τραγική η συνθήκη του. Ο Ηράκλειτος μας λέει: «Είναι δύσκολο να πολεμήσει κα­νείς ενάντια στην καρδιά του, γιατί καθετί που ποθεί, το αγοράζει δίνοντας γι’ αντάλλαγμα την ψυχή του» (απ. 85). Θα πρέπει άραγε να καταλά­βουμε απ’ αυτό απλά πως το πάθος είναι ο χαμός της ψυχής μας, πράγμα που θα ήταν μια κοινοτοπία, ή μήπως ότι η επιθυμία που πλημμυρίζει την καρδιά μας είναι να ξεφύγουμε από αυτήν την ατομικότητα, όπου δεσπό­ζει, δεμένη όμως σαν σ’ αραξοβόλι η ψυχή μας;

VI. Η φύση

Το έργο του Ηράκλειτου λέγεται ότι είχε για τίτλο Περί Φύσεως, τίτλο που συχνότατα χρησιμοποιούσαν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι για τα έργα τους ή τουλάχιστον απέδιδαν ο μεταγενέστεροι τους στα τελευταία. Είναι βέβαια πιθανόν να θέλησε κι ο Ηράκλειτος, όπως κι οι προηγούμενοι από αυτόν φιλόσοφοι, να προσφέρει έναν πίνακα που να εξηγεί τα ποικίλα φαι­νόμενα που παρατηρούνται στο σύμπαν. Ό,τι μας απομένει όμως από το έργο του Ηράκλειτου σχετικά θέτει το πρόβλημα αν θα πρέπει τελικά να λαμβάνουμε τις εξηγήσεις του κατά γράμμα, υπογραμμίζοντας, όπως το κάνει ο Κόρνφορντ (P.M. Cornford), τον προλογικό και προεπιστημονικό τους χαρακτήρα.

Εφόσον μας λέγεται πως «η φύση αγαπά να κρύβεται» (απ. 123) και γνω­ρίζουμε μάλιστα πως το σκοτεινό του λόγου του Ηράκλειτου ήταν ηθελη­μένο, βρισκόμαστε συνεπώς ενώπιον ενός δυσνόητου στοχασμού, πραγματευόμενου μια θεματική που και η ίδια είναι σφραγισμένη. Είναι άρα αναγκαία μια ερμηνευτική προσέγγιση, χωρίς μάλιστα να μπορούμε να γνωρίζουμε από ποιο σημείο και μετά θ’ αρχίσει να απομακρύνεται από το αντικείμενο όπου εφαρμόζεται. Η κεντρική ιδέα της φυσικής του είναι αυτή του κύκλου και της αρμονίας των αντιθέτων. Καθοδική κίνηση είναι αυτή της φωτιάς που τίκτει τη θάλασσα, από την οποία πάλι γεννώνται από τη μια η γη κι από την άλλη οι στρόβιλοι του ανέμου. Γιατί είναι αλή­θεια, όταν πέφτει ο κεραυνός, η βροχή γίνεται βίαια και θυελλώδης, και, όσον αφορά τη θάλασσα πάλι, ο Ηράκλειτος θα πρέπει να είχε ζήσει από πρώτο χέρι την αργή πρόσχωση του λιμανιού της Εφέσου, που έδιωχνε τη θάλασσα μακριά του. Η αντίθετη, ανοδική κίνηση επαναφέρει τη γη στο νερό και το νερό στη φωτιά μέσω των ξηρών εκπνοών που τρέφουν τα άστρα κι ιδιαίτερα τον ήλιο: γιατί οι εκπνοές αυτές συνιστούν την κατ’ εξοχήν ασώματη αρχή, από την οποία τα πάντα απορρέουν κι η οποία βρί­σκεται σε αέναη ροή. Ανευρίσκουμε λοιπόν και πάλι μέσα σε αυτή τη φυ­σική εξήγηση των ατμοσφαιρικών φαινομένων όχι μόνο ίο θέμα της ανα­κύκλησης και της ενότητας των αντιθέτων αλλά και αυτό του επιμερισμού του Ενός σε πολλά και της επιστροφής του πολλαπλού στο πρωταρχικό Εν.

Στο πεδίο της αστρονομίας τώρα, φαίνεται πως ο Ηράκλειτος γνώριζε την πορεία της Σελήνης και του Ηλίου καθώς και των πλανητών, έχοντας μελετήσει τις τροχιές τους, των οποίων μάλιστα ίσως είχε υπολογίσει την κλίση. Αν κατά παράδοξο τρόπο μας βεβαιώνει πως μέρα και νύχτα είναι ένα και το αυτό, συμβαίνει γιατί καθεμιά τους δίνει ζωή στην άλλη με τον ημερολογιακό ρυθμό, ρυθμό που δίνει υπόσταση στη θεματική της αρμο­νίας των αντιθέτων και της ανακύκλησης.

Σε τελική ανάλυση, όμως, η ουσία της σκέψης του Ηράκλειτου δεν βρί­σκεται στις εξηγήσεις που δίνει για τα φυσικά φαινόμενα, κι οι οποίες προ­φανώς ανήκουν στις παραγεγραμμένες ιδέες της προϊστορίας της επιστή­μης: η ουσία έγκειται στις ιδέες που κατευθύνουν αυτές τις εξηγήσεις και οι οποίες γεννώνται από το τραγικό όραμα του κόσμου, που επιβάλλει η αντίληψη του για τον Λόγο, το γίγνεσθαι και την αρμονία των αντιθέτων.

Ο Ηράκλειτος βαδίζει προς την εποχή μας μεταφέροντας ένα μήνυμα που μας επανασυνδέει με τη δική του πηγή, ένα μήνυμα που οι ερμηνείες ποτέ δεν θα κατορθώσουν να εξαντλήσουν.

VI. Η μοίρα του ηρακλειτισμού

Η σοφιστική του Πρωταγόρα θα συγκρατήσει από τον Ηράκλειτο την ακατάπαυστη ροή της αισθητηριακής μαρτυρίας, για να συναγάγει ως συμπέρασμα ότι, εφόσον τα πάντα αλλάζουν κι οι αισθήσεις μας αποτελούν το μοναδικό γνωστικό μέσο, οφείλουμε να περιοριστούμε σε μια κινησιοκρατία κι έναν αγνωστικιστικό υποκειμενισμό, μετατρέποντας τον εξα­τομικευμένο άνθρωπο σε μέτρο του παντός, μέτρο στιγμιαίο, που αγνοεί// την ταυτότητα του εγώ του.

Ο Πλάτων πάλι, δια μέσου ίσως του Κρατύλου, συγκράτησε από τον Εφέσιο την ιδέα πως τα πάντα συμπαρασύρονται με το γίγνεσθαι προς τη φθορά και τον θάνατο. Για τον Πλάτωνα, όμως, το γίγνεσθαι αυτό κυριαρ­χεί αποκλειστικά στον αισθητό κόσμο, καθιστώντας έτσι απαραίτητη την, προσφυγή στις αιώνιες ιδέες, που παραμένουν το αμετακίνητο μέτρο αυτού που ρέει και παρέρχεται.

Από τους αρχαίους, θα πρέπει ακόμα να αναφέρουμε τον Ηρόστρατο, που κατόρθωσε να διαιωνίσει το όνομα του πυρπολώντας το ναό της Εφέ­σου, ώστε το έργο του να παραμείνει χαραγμένο στη μνήμη των ανθρώ­πων. Από τότε, θεωρείται η ενσάρκωση του ενστίκτου της περιπέτειας και της καταστροφής, είτε στον ιδιωτικό είτε στον πολιτικό βίο.

Ο Μαρξ κι ο Λένιν αναγνώριζαν στον Ηράκλειτο τον πατέρα του διαλε­κτικού υλισμού. Αν όμως οφείλουμε να αναφέρουμε κάποιους, αυτοί θα ήταν κατ’ εξοχήν ο Χέγκελ κι ο Νίτσε5. Ο Χέγκελ διεκδικεί τον Ηράκλει­το ως πρόδρομο του, πράγμα βέβαια αδικαιολόγητο. Ο εγελιανισμός στην πραγματικότητα είναι μια φιλοσοφία της ιστορίας, έννοια απόλυτα ξένη προς τον Ηράκλειτο. Άλλωστε, καθώς αποδεικνύεται από την θεωρία της Αιώνιας Επιστροφής, το ηρακλείτειο γίγνεσθαι δεν είναι ένα γίγνεσθαι του Είναι αλλά, αντίθετα, ένα γίγνεσθαι εντός του Είναι, ένα κατ’ εξοχήν κυκλικό γίγνεσθαι, ώστε η έννοια της Aufhebung (υπέρβασης) να μην του είναι παρά απολύτως ξένη.

Ακόμα λιγότερο μπορούμε να συσχετίσουμε τον Ηράκλειτο με όλες αυ­τές τις διαλεκτικές αντιλήψεις, οι οποίες αναγορεύουν τον άνθρωπο σε ον δημιουργό νοήματος, που ανανεώνεται διαρκώς στην πορεία της ιστο­ρίας. Ο Ηράκλειτος, δεν θα πρέπει να το ξεχνάμε, ήταν ο φιλόσοφος όχι μόνο του γίγνεσθαι αλλά και του Λόγου.

Ο Νίτσε, από την πλευρά του, επιχείρησε να δει στο πρόσωπο του Ηρά­κλειτου τον φιλόσοφο που διεκήρυσσε την «αθωότητα του γίγνεσθαι»· χρη­σιμοποιώντας μάλιστα το ρητορικό τέχνασμα της προσωποποιίας, μας τον παρουσιάζει να λέει τα εξής: «Δεν βλέπω τίποτε άλλο, μόνο γίγνεσθαι. Μη γελαστείτε. Αν νομίζετε ότι βλέπετε κάποιο στέρεο έδαφος μέ­σα στη θάλασσα του γίγνεσθαι και της φθοράς, αιτία δεν είναι η ουσία των πραγμάτων αλλά η κοντοφθαλμία σας. Δίνετε στα πράγματα ονόματα, λες κι αυτά έχουν κάποια διάρκεια σταθερή, ακόμα και το ποτάμι όμως που μπαίνετε για δεύτερη φορά δεν είναι αυτό που ήταν»6. Κατά τον Νί­τσε λοιπόν, ο Ηράκλειτος ήταν ο φιλόσοφος εκείνος που, πριν ακόμη από τον Πλάτωνα, αλλά και μια για πάντα, ανέτρεψε κάθε πλατωνισμό, βε­βαιώνοντας μας πως δεν υπάρχει ούτε αντίγραφο ούτε πρότυπο αλλά μό­νον γίγνεσθαι, που μέσα του ο σοφός θα πρέπει ν’ αφεθεί. Το κοσμικό παι­χνίδι προσφέρει λοιπόν στην ύπαρξη τη μέθη ενός άλματος προς τα μπρος αλλά και μιαν αέναη αναγέννηση πέραν του καλού και του κακού. Αυτός όμως ο μηδενιστικός αισθητισμός τοποθετείται στους αντίποδες των όσων είπε ο Ηράκλειτος. Γιατί αυτός διόλου δεν αρνείται το πρότυπο, εφόσον γράφει πως «ο σοφότερος άνθρωπος, όταν συγκρίνεται με τον θεό, φαίνε­ται πίθηκος και στη σοφία και στην ομορφιά και σ’ όλα τ’ άλλα» (απ. 83). Στον Ηράκλειτο δεν υπάρχει χώρος για μια έκσταση εντός και δια του γίγνεσθαι, αλλά μόνο νόημα που δεσπόζει πάνω σε ό,τι ρέει.

Ο Καρλ Γιάσπερς, μιλώντας για τον Ηράκλειτο, γράφει: «Όντας ο Λό­γος το Εν-κλείον, είναι ταυτόχρονα και απροσδιόριστος και απείρως προσδιορίσιμος»7· το ίδιο ισχύει και για το στοχασμό του Ηράκλειτου· απο­καλύπτεται κρυπτόμενος.
------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. O.S. Kirk,Heraclitus, the cosmic fragments, νέα έκδ. Cambridge, 1964, και το άρθρο του ίδιου συγγραφέα: «Λόγος, άρμονίη, πάλη, θεός και φωτιά», στο /ïevue philosophique, 1957, σ. 289· βλ. επίσης σχετικά με το θέμα αυτό Heidegger, Δοκί­μια και διαλέξεις, γαλ. μτφ. André Préau, Paris, 1958, σ. 333.
2. Ορισμένοι σχολιαστές πιστεύουν πως αυτή η θεωρία της συμπαντικής εκπύρωσης δεν θα πρέπει να αποδίδεται στον Ηράκλειτο, αλλά μόνον στους Στωικούς· κατ’ αυτούς, η ιδέα αυτή περιλήφθηκε μεταγενέστερα στην παράδοση του ηρακλειτισμού, ενώ τα αποσπάσματα που αναφέρονται σ’ αυτήν πρέπει να οφείλον­ται σε ύστερες παραδόσεις. Σχετικά με το θέμα αυτό βλ. O.S. Kirk, όπ.π., σ. 335 επ.
3. Clémence Ramnoux, Ηράκλειτος ή ο άνθρωπος μεταξύ λέξεων και πραγμά­των, Paris, 1959, σ. 70.
4. A. Delatte, Η αντίληψη του ενθουσιασμού στις προσωκρατικές φιλοσοφίες, Paris, 1934.
5. Για μια συνοπτική παρουσίαση της επιρροής της ηρακλείτειας σκέψης, βλ. Kostas Axelos, Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία, σ. 215.
6. Η γέννηση της φιλοσοφίας, γαλ. μτφ. G. Bianquis, σ. 55.
7. Κ. Jaspers, Οι μεγάλοι φιλόσοφοι, γαλ. μτφ. Paris, 1963, σ. 618.

Ο Μάντης Φινέας και η καταδίκη του σε γηρατειά και πείνα

Ο Φινέας αναφέρεται στις πηγές ως γιος είτε του Αγήνορα, βασιλιά της Φοινίκης καταγόμενου από τον Φοίνικα, είτε του ίδιου του Φοίνικα, γενάρχη των Φοινίκων, είτε του Ποσειδώνα, θεού της θάλασσας και της Κασσιόπης.

Αρχικά ο ήρωας αναφέρεται ως βασιλιάς της Αρκαδίας αργότερα, όμως, περνά στον αργοναυτικό κύκλο και μετατίθεται στην ανατολή. Σύμφωνα με τον Απολλώνιο το Ρόδιο, ο Φινέας ήταν γιος του Αγήνορα και κατοικούσε στις ακτές της Βιθυνίας.

Πολλά έργα πραγματεύτηκαν το θέμα του μύθου του Φινέα, δημιουργώντας βέβαια πολλές και διάφορες παραλλαγές. Η πιο διαδεδομένη από αυτές θέλει τη Σαλμυδησσό, στην ευρωπαϊκή θρακική ακτή του Πόντου...

Παντρεύτηκε αρχικά την κόρη του Βορέα και της Ωρειθυίας, Κλεοπάτρα. Από τον πρώτο αυτό γάμο του Θράκα βασιλιά γεννήθηκαν δύο γιοι, οι οποίοι στις πηγές είτε μένουν ανώνυμοι είτε παίρνουν διάφορα ονόματα όπως Πλήξιππος και Πανδίονας, Παρθένιος και Κάραμβις ή Τήρυμβας και Άσπονδος.
 
Αργότερα παντρεύτηκε την Ιδαία, κόρη του Δαρδάνου και αδελφή του Κάδμου, σπανιότερα ονομάζεται και Ερυτία ή Ειδοθέα. Ο Φινέας, όμως, απέκτησε ακόμα δύο γιους, τον Θυνό και τον Μαριανδυνό, από τη δεύτερη σύζυγό του. Από τους δύο αυτούς γάμους είχε πολλούς γιους, τους Φινείδες, οι οποίοι έδωσαν τα ονόματά τους σε σειρά πόλεων και λαών στη δυτική ακτή της Μικράς Ασίας.

Ο Φινέας, σύμφωνα με τον Σοφοκλή, βρισκόταν υπό την κυριαρχία της δεύτερης γυναίκας του, η οποία μισούσε τους γιους του άντρα της από τον πρώτο γάμο του με την Κλεοπάτρα. Έτσι, η μητριά ή ο ίδιος ο Φινέας τύφλωσε τους δύο νέους και τους έκλεισε φυλακή. Αυτό προκάλεσε την οργή του Δία που έθεσε το δίλημμα στον εγκληματικό πατέρα ή να πεθάνει αμέσως ή να ζήσει μια ζωή χωρίς το φως του Ήλιου. Ο Φινέας διάλεξε το δεύτερο, γεγονός που εξόργισε τον Ήλιο ο οποίος του στέλνει τις Άρπυιες να τον βασανίζουν.
 
Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή του μύθου η τύφλωση του Φινέα προήλθε από τον Βορέα.
 
Η επικρατέστερη παραλλαγή του μύθου, όμως, αναφέρει ότι ο Φινέας, που νέος είχε πάρει από τον Απόλλωνα το δώρο της μαντικής, έδινε εύκολους χρησμούς στους ανθρώπους αποκαλύπτοντας τις ιερές σκέψεις των θεών. Οργισμένος από τη συμπεριφορά του αυτή ο Δίας, του επέβαλε δύο τιμωρίες.
 
Για αυτό όχι μόνο τυφλώθηκε, αλλά καταδικάστηκε, επίσης, σε μακρόχρονα γηρατειά και πείνα. Στέρησε από τα μάτια του το γλυκό φως της ημέρας και πρόσταξε να μη χορταίνει ποτέ φαγητό.
 
Του έστειλε τις Άρπυιες οι οποίες χιμούσαν ξαφνικά από τα ουράνια ύψη και του αρπάζανε από το στόμα και τα χέρια τις τροφές. Μερικές φορές για να παρατείνουν το μαρτύριο του και την άθλια ζωή του, του άφηναν λιγοστά αποφάγια. Άφηναν όμως απάνω τους μια τέτοια δυσοσμία, που κανένας δεν θα είχε το κουράγιο όχι να τα φάει μα ούτε καν να υποφέρει από μακριά την μπόχα τους.
 
Τα φτερωτά αυτά τέρατα που συμμετείχαν πάντα σε καταστροφές, έκλεβαν ή μόλυναν το φαγητό του Φινέα.
 
Έτσι ο παλιός βασιλιάς της Θράκης ζούσε πια μόνος και εξαθλιωμένος, μέχρι να βρει τη σωτηρία που σαν μάντης ήξερε ότι δε θα αργήσει.
 
Στο μεταξύ οι γύρω κάτοικοι τον επισκέπτονταν, για να πάρουν τις προφητείες του και τον πλήρωναν με πλούσια τροφή που, όμως, δεν μπορούσε να γευτεί ο Φινέας.
 
Ο Φινέας ωστόσο δεν απελπιζόταν, γιατί ήξερε πως μιαν ημέρα θα έρχονταν οι Αργοναύτες και θα τον έσωζαν από το μαρτύριο του. Μόλις λοιπόν φάνηκαν οι Αργοναύτες και τον πλησίασαν, τους υπόσχεται να τους δώσει καλές συμβουλές για το ταξίδι τους, αρκεί να τον σώσουν από τις Άρπυιες. Το καθήκον αυτό το ανέλαβαν από τους Αργοναύτες οι Βορεάδες, οι δίδυμοι φτερωτοί γιοι του Βορέα και της Ωρειθυίας. Ονομάζονταν Ζήτης και Κάλαϊς και τα ονόματά τους αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα τον ήπιο και τον δυνατό άνεμο. Ορκίζεται δε στους Βορεάδες, πως δεν θα διατρέξουν κανένα κίνδυνο, αν τις σκοτώσουν.
 
Οι Βορεάδες, λοιπόν, αδέρφια μάλιστα της Κλεοπάτρας, της πρώτης γυναίκας του Φινέα, τοποθέτησαν ως δόλωμα φαγητό σε τραπέζι μπροστά στον Φινέα και περίμεναν τις Άρπυιες με έτοιμα τα σπαθιά τους. Μόλις αυτές εμφανίστηκαν απειλητικές, ο Ζήτης και Κάλαϊς άρχισαν να τις κυνηγούν πέρα από βουνά και θάλασσες. Η καταδίωξη κράτησε πολύ και, όταν οι Βορεάδες ήταν έτοιμοι να σκοτώσουν τα θύματά τους, εμφανίστηκε η Ίριδα, η αδερφή τους ή κατά άλλους ο Ερμής, απεσταλμένος των θεών, με σκοπό να τους εμποδίσει.

Οι Άρπυιες τότε υποσχέθηκαν να αφήσουν ήσυχο τον πολύπαθο μάντη και οι γιοι του Βορέα επέστρεψαν στους συντρόφους τους. Τελικά ένας μύθος λέει ότι οι Άρπυιες κατέφυγαν στο νησί της Κρήτης. Σύμφωνα με άλλο μύθο η μία έπεσε σε ένα ποτάμι της Πελοποννήσου, τον Τίγρη, που μετονομάστηκε Άρπυς και η άλλη έφτασε στα νησιά Εχινάδες, που από τότε μετονομάστηκαν σε Πλωτές.

Ο Φινέας ευγνώμων για τη σωτηρία του προφήτεψε στους Αργοναύτες τι πρέπει να κάνουν για να περάσει ακίνδυνα η Αργώ, το καράβι τους, τις Συμπληγάδες Πέτρες και να συνεχίσουν ομαλά το ταξίδι τους.
 
Λέγεται μάλιστα, πως ο Ασκληπιός, ο θεός της ιατρικής, που ακολουθούσε τους Αργοναύτες, ξανάδωσε στον Θράκα βασιλιά την όρασή του.

Η Τεχνολογία των Αρχαίων Ελληνικών Θεάτρων

Η ηχητική των αρχαίων θεάτρων που θαυμάζουμε σήμερα εξασφαλιζόταν με τα αντηχούντα αγγεία που βρίσκονταν κάτω από τα σκαλιά του κοίλου και τα σκηνικά άλλαζαν σχεδόν αυτόματα, όπως αποδεικνύει η πρόσφατη ανασκαφική έρευνα στο Αρχαίο Θέατρο του Δίου. Η τεχνολογία του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου, και ιδιαιτέρως το Θέατρο του Δίου, έχει απασχολήσει τον αρχιτέκτονα, καθηγητή του ΑΠΘ Γιώργο Καραδέδο. Ο ίδιος μας είπε ότι «τα αντηχούντα αγγεία τοποθετούνταν σύμφωνα με έναν μαθηματικό υπολογισμό σε κόγχες κάτω από τα σκαλιά του κοίλου, διηρημένα σε αγγεία τέταρτης, πέμπτης, όγδοης και διπλής όγδοης, σύμφωνα με τις αντηχήσεις τους στις διάφορες νότες. Όταν η φωνή των ηθοποιών, περιβάλλοντας τα αγγεία, που είναι στον ίδιο τόνο με αυτήν, προκαλεί την αντήχησή τους, γίνεται πιο δυνατή, πιο καθαρή και πιο μεγαλεπήβολη».

Όλα ξεκίνησαν όπως φαίνεται από την εισαγωγή των μαθηματικών και της θεωρίας των αριθμών από τους Πυθαγόρειους στην αρχιτεκτονική. Τότε χρησιμοποίησαν γεωμετρικές χαράξεις στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό των κτιρίων και ειδικότερα των θεάτρων. «Ειδικά ο σχεδιασμός των θεάτρων επηρεάστηκε σημαντικά από την ακουστική, η οποία διαμορφώνεται σε επιστήμη από τον Αριστόξενο τον Ταραντίνο. Ο Βιτρούβιος στο πέμπτο βιβλίο του αναλύει την αρμονική θεωρία του Αριστόξενου και παραθέτει μουσικό διάγραμμα του Αριστόξενου. Το διάγραμμα αυτό δεν έχει σωθεί. Είναι όμως εύκολο να το αναπαραστήσουμε με βάση τις περιγραφές του Βιτρούβιου. Ο Αριστόξενος μας δίνει τις ακριβείς θέσεις και τις προδιαγραφές των "ηχείων", δηλαδή των αντηχούντων αγγείων».


Εκτός από τις αρχαίες πηγές, «σύγχρονες ακουστικές έρευνες αποδεικνύουν ότι στα αρχαία θέατρα έχουν εφαρμοστεί βασικές αρχές σχεδιασμού που εξασφαλίζουν ηχοπροστασία, ακουστική ζωντάνια, διαύγεια και καταληπτότητα του θεατρικού λόγου. Μια από τις βασικότερες αρχές είναι η ενίσχυση της φωνής με έγκαιρες, θετικές ηχοανακλάσεις επάνω σε στοιχεία του θεάτρου (δάπεδο ορχήστρας, πρόσοψη κτιρίου σκηνής, λογείο), για την εξασφάλιση ενός φυσικού, αυτοδύναμου (παθητικού) μεγαφώνου, που αναπληρώνει τις ενεργειακές απώλειες, κυρίως στα υψηλότερα καθίσματα του κοίλου». Το θέατρο ως λόγος και τέχνη εξελίχθηκε μαζί με το κτίριο της σκηνής, τη σκηνογραφία και την τεχνολογική υποστήριξή της. Οι «σκηνικοί αγώνες» απαιτούσαν τέσσερις έως πέντε παραστάσεις την ημέρα. Έπρεπε λοιπόν τα σκηνικά να αλλάζουν γρήγορα και εύκολα. Τα θέατρα διέθεταν «θύρες», μεγάλα ανοίγματα στο κτίριο της σκηνής, τα οποία καλύπτονται με ζωγραφισμένους ξύλινους πίνακες ή υφασμάτινα πετάσματα.

Για την αυτόματη αλλαγή των σκηνικών αναφέρεται πως είχαν την «περίακτο», μια πρισματική περιστρεφόμενη κατασκευή. Είχαν επίσης το «εκκύκλημα» το «ημικύκλιο» και το «στροφείο», κυλιόμενες εξέδρες, τη «μηχανή» ή «κράδη» και την «γέρανο» για τη μεταφορά στον αέρα ανθρώπων ή των «από μηχανής θεών» και το «θεολογείο», εξέδρα στην οποία κάθονταν οι θεοί για να μιλήσουν με τους θνητούς. Για την αναπαράσταση καιρικών φαινομένων είχαν το «κεραυνοσκοπείο» και το «βρονείο», καθώς και τη «χαρώνεια κλίμακα», υπόγειο διάδρομο για την άνοδο και κάθοδο στον κάτω κόσμο των χθόνιων θεών και των φαντασμάτων.

Η σύγχρονη έρευνα για τον αρχαίο μηχανολογικό εξοπλισμό των θεάτρων καταλήγει σε αντικρουόμενες απόψεις, υποστηρίζει ο κ. Καραδέδος, γιατί βασίζεται σε ελλιπή δεδομένα. «Στο πρόσφατα ανασκαμμένο Θέατρο του Δίου, όμως, παρά την κακή κατάσταση διατήρησής του, σώθηκαν αρκετά στοιχεία, τα οποία τεκμηριώνουν τη θέση και εν μέρει τη λειτουργία αρκετών από τους θεατρικούς μηχανισμούς, όπως των "περιάκτων", του "θεολογείου", της "γέρανου", της "χαρώνειας κλίμακας", του "κεραυνοσκοπείου", καθώς και ανασυρόμενης αυλαίας χωρισμένης σε τρία τμήματα».

Η Φυσιολογία της Επικούρειας Φιλοσοφίας

Ο Επίκουρος στηρίζει την φυσική του θεωρία στην ατομική φυσική του Λεύκιππου και του Δημόκριτου την οποία διόρθωσε και συμπλήρωσε και στη βιολογική ηθική του Αριστοτέλη, δημιουργώντας μια συνεκτική οντολογία.

Σύμφωνα με την ατομική θεωρία τα αρχικά στοιχεία είναι τα άτομα και το κενόν. Τα άτομα είναι τα ελαχιστότατα κομμάτια της ύλης, αόρατα και άπιαστα, αντιληπτά μόνο με τη νόηση, στερεά, χωρίς κενά μέσα τους. Δεν μπορούν να τεμαχιστούν ή να διαλυθούν ούτε να καταστραφούν. Για το λόγο αυτό ονομάστηκαν άτομα (άτμητα) από το ρήμα τέμνω. Είναι άναρχα και αιώνια και μένουν αναλλοίωτα στις ενώσεις και στους χωρισμούς. Κενόν είναι ο άδειος χώρος. Σ΄αυτόν μέσα βρίσκονται τα άτομα, που κινούνται και ενώνονται σε άπειρους συνδιασμούς και δημιουργούν τον υλικό κόσμο.

Οι βασικές αρχές της φυσικής θεωρίας του Επίκουρου μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:
  1. Τίποτα δεν δημιουργείται από το τίποτα.
  2. Ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε από θεία παρέμβαση.
  3. Ακόμα και αν υπάρχουν θεοί, αυτοί δεν επιδρούν στο φυσικό κόσμο.
  4. Η ύλη δεν καταστρέφεται σε τίποτα.
  5. Πρωταρχικά στοιχεία της ύλης είναι μικρά αδιαίρετα άφθαρτα σωματίδια (άτμητα σωμάτια = άτομα).
  6. Τίποτα δεν μπορεί να γίνει αισθητό αν δεν έχει υλική υπόσταση. Τίποτα δεν υπάρχει εκτός από τα άτομα και το κενό ανάμεσά τους.
  7. Όλα τα σώματα, είτε είναι άτομα, είτε προέρχονται από ένωση ατόμων.
  8. Το σύμπαν είναι άπειρο. Δεν βρισκόμαστε στο κέντρο του σύμπαντος, αλλά είμαστε ένας από τους αναρίθμητους κόσμους του σύμπαντος.
  9. Τα άτομα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση μέσα στο κενό. Μπορούν να συνεχίσουν σε ευθεία, να συγκρουστούν, να αλλάξουν κατεύθυνση, να ενωθούν με άλλα άτομα στη δημιουργία σύνθετων σωμάτων.
  10. Οι κόσμοι και τα έμβια όντα δημιουργούνται από τυχαία γεγονότα λόγω της χαοτικής κίνησης των ατόμων.
  11. Αυτό που αποκαλούμε «ψυχή» είναι σωματική οντότητα με υλικά χαρακτηριστικά και δεν συνεχίζει να υπάρχει μετά τον θάνατο.
  12. Η αίσθηση είναι αξιόπιστη, διότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κάτι άλλο πιο αξιόπιστο από αυτήν.
Στην επιστολή προς τον Ηρόδοτο, ο Επίκουρος παραθέτει μια επιτομή της φυσικής του κοσμοθεωρίας, η οποία διασωθηκε στο έργο του Διογένη Λαέρτιου «Βίοι Φιλοσόφων» στο 10ο τόμο και αποτελεί περίληψη του έργου του «Περί Φύσεως», που αποτελείτο από 37 βιβλία. Η επιτομή αυτή ονομάζεται από τον Επίκουρο «στοιχείωσις», δηλαδή στοιχειώδης διδασκαλία, σαν παράγωγη λέξη από το στοιχείο και περιλαμβάνει τις βασικές αρχές (στοιχειώματα) της Επικούριας φυσικής θεωρίας.

Η φυσική θεωρία του Επίκουρου, σχεδόν στο σύνολό της, έχει διασωθεί χάρις στο έργο του Επικούριου Λατίνου ποιητή Τίτου Λουκρήτιου Κάρου «Για τη Φύση των Πραγμάτων (dererum natura)» που πιθανό να έζησε από 99 έως το 55 π.χ.χ. Είναι μοναδικό στο είδος του, θεωρείται δε ένα από τα αριστουργήματα της λατινικής ποίησης και αναλύει την επικούρια φυσιολογία σε 6 βιβλία με 7415 στοίχους.

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο Κανών και η Φυσική είναι αναγκαίο να εξετάζονται μαζί, διότι είναι συμπληρωματικά και αποτελούν ενιαίο σύνολο. Θεωρούμενα ως μία ενότητα, τα κριτήρια της αληθείας και η περί φύσεως θεωρία εκφράζουν με απλό τρόπο την οντο-γνωσιολογική θεωρία του Επίκουρου. Ο Διογένης Λαέρτιος επισημαίνει την συμπληρωματικότητα και το ενιαίο μεταξύ του Κανόνα και της Φυσικής:

«Συνήθως κατατάσσουν το Κανονικό μαζί με το Φυσικό μέρος, και ονομάζουν το πρώτο από αυτά, «περί κριτηρίου και αρχής, και στοιχειωτικόν», ενώ λένε ότι το φυσικό ονομάζεται «περί γενέσεως καί φθοράς καί περί φύσεως».1

Με τον Κανόνα ο Επίκουρος υιοθετεί τις απαραίτητες κατά βάση εμπειρικές αρχές ή κριτήρια (το τετραπλό κριτήριο της αληθείας), που αποτελούν αναγκαία και ικανή συνθήκη ώστε τα συμπεράσματα μας για τη φύση του κόσμου και τη θέση του ανθρώπου μέσα σ΄αυτόν να είναι έγκυρα.

Το τετραπλό λοιπόν αυτό κριτήριο της αληθείας αποτελείται από τις αισθήσεις, τα πάθη (συναισθήματα, συγκινήσεις), τις προλήψεις (έννοιες των πραγμάτων που βρίσκονται εκ των προτέρων αποθηκευμένες στο νου) και τις φανταστικές επιβολές της διανοίας (διορατικές συλλήψεις του νου). Το τετρακριτήριο υπαγορεύει τους κανόνες της επιστημονικής έρευνας της φύσης (της φυσιολογίας), και τη μέθοδο που πρέπει να ακολουθείται για την έρευνα των φαινομένων. Όλα τα φαινόμενα καταδεικνύουν την πραγματικότητα. Και όλη η πραγματικότητα μπορεί να γίνει αντιληπτή. Η Επικούρια φυσιολογία, όπως παρουσιάζεται στην Επιστολή προς Ηρόδοτο, θεμελιώνεται στην ατομική φυσική, που θέτει ως αξίωμα την ύπαρξη αφ΄ενός των ατόμων (αδιαιρέτων στοιχείων),

«άρα, οι πρώτες αρχές είναι κατ΄ανάγκη άτομες σωματικές φύσεις»2

και αφ΄ετέρου του κενού

«και πέρα από τα σώματα και το κενό, δεν μπορεί να εννοηθεί τίποτα άλλο, ούτε μέσω της άμεσης αντίληψης (ούτε περιληπτικής) ούτε σε αναλογία με τα άμεσως αντιληπτά (ούτε αναλόγως τοις περιληπτοίς)»,3

σε συνδιασμό με την εμπειρική μεθοδολογία βασισμένη στην αρχή της επιμαρτύρησης και της αντιμαρτύρησης, και το αξίωμα της πλήρους αναλογίας.

Κατά τον Επίκουρο, αληθείς γνώμες είναι εκείνες που επιβεβαιώνονται και δεν αμφισβητούνται από το ολοφάνερο, ενώ ψευδείς γνώμες είναι εκείνες που δεν επιβεβαιώνονται και αμφισβητούνται από το ολοφάνερο.

Το αξίωμα της πλήρους αναλογίας βασίζεται στην παραδοχή ότι για όλα τα σώματα στη φύση ισχύουν οι ίδιοι φυσικοί νόμοι και κατά συνέπεια «εφόσον όλα τα γνωστά επι μέρους στοιχεία δύο σωμάτων είναι όμοια, τότε θα είναι όμοια και τα άγνωστα στοιχεία τους».

Οι δύο αυτές όψεις της οντο-γνωσιολογικής θεωρίας του Επίκουρου, (η φυσική και ο κανών) παρουσιάζουν μια σαφή και λογικά συνεπή εικόνα αφ΄ενός του φυσικού κόσμου και αφ΄ετέρου των δυνατοτήτων της ανθρώπινης γνώσης, αλλά συγχρόνως θεωρούνται και ως αναγκαία προϋπόθεση και προπαρασκευή για την επιδίωξη του τελικού σκοπού του ανθρώπου, που είναι το ευ ζην και η επίτευξη της ευδαιμονίας. Η επιδίωξη αυτή βασίζεται στην κατανόηση της ανθρώπινης φύσης και των ορίων της ανθρώπινης πράξης. Ο Επίκουρος, σε αντίθεση με άλλους φιλοσόφους, ενδιαφέρεται για την κατανόηση της φύσης, σαν προϋπόθεση του κύριου μελήματος και ενδιαφέροντος της φιλοσοφίας του, που είναι η ηθική θεωρία, δηλαδη οι αρχές που καθοδηγούν την ανθρώπινη δράση με σκοπό την επιδίωξη του το ευ ζην και της ευδαιμονίας. Συνεπώς το Κανονικόν και η Φυσική υπηρετούν ένα ωφελιμιστικό σκοπό, την προετοιμασία και την εκπαίδευση του ατόμου για μια γαλήνια ζωή, που οδηγεί στην κατάκτηση της ευδαιμονίας.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, η χρήση της αρχής της επιμαρτύρησης και αντιμαρτύρησης δεν έχει σκοπό την επίτευξη μιας εξαντλητικής επιστημονικής θεωρίας που θα εξηγεί τη φύση και τα φαινόμενα, αλλά αντίθετα, επικεντρώνεται σε μια μέθοδο, που σκοπό έχει να εξαλείψει τη σύγχυση και την άγνοια σχετικά με τη φύση και τα φαινόμενα και τον φόβο και την ταραχή που φέρνουν στην ανθρώπινη ψυχή. Επομένως, ακόμη και αντιφατικές θεωρίες για τη φύση κάποιου συγκεκριμένου φαινομένου, μπορούν να συνυπάρχουν, εφ΄όσον δεν διαψεύδονται από τη μαρτυρία των τεσσάρων κριτηρίων της αληθείας και κυρίως από τη μαρτυρία που παρέχεται από τα δύο πρώτα (αισθητηριακή αντίληψη και συναίσθημα), αφόυ η εγκυρότητα τέτοιων μαρτυριών πάντα υπερέχει. Εξ΄ άλλου, θεωρίες που εξηγούν φαινόμενα, τα οποία βασίζονται σε πολλαπλές αιτίες, είναι συμβατές με την ίδια τη φύση της πραγματικότητας, αλλά το κυριότερο, είναι χρήσιμες και αναγκαίες για διώξουν τον φόβο και την ταραχή από την ψυχή του ανθρώπου. Η άγνοια και η σύγχυση ως προς τα αίτια των φυσικών φαινομένων και των συνεπειών τους στην ανθρώπινη ζωή, εμποδίζουν κάθε προσπάθεια επιδίωξης της ευδαιμονίας.

Στην Επιστολή προς Ηρόδοτο ο Επίκουρος αναφέρει χαρακτηριστικά:

«πρέπει επίσης, να θεωρούμε ότι έργο της φυσιολογίας (φυσικής επιστήμης) είναι να εξακριβώσουμε την αιτία των κυριοτέρων φαινομένων και ότι η μακαριότητα μας εξαρτάται από τη γνώση των ουρανίων φαινομένων και της αληθούς φύσης των ουρανίων σωμάτων και όσα σχετίζονται με την αυτή γνώση. Ακόμη ότι δεν έχει σημασία η πολλαπλότητα των αιτίων και το ενδεχόμενο ότι μπορεί να είναι αλλίως τα πράγματα, αλλά απλώς να πιστεύουμε ότι τίποτα, απ΄όσα προκαλούν αμφιβολία ή ταραχή, δεν συνδέονται με την άφθαρτη και μακάρια φύση, κάτι που είναι απλό για να το καταλάβει η διάνοιά μας.»4

«γι΄αυτό, λοιπόν ανακαλύπτουμε πολλές αιτίες για τις τροπές, τις δύσεις, τις ανατολές τις εκλείψεις και τα παρόμοια , όπως κανουμε και με τα επιμέρους ζητήματα, και δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι η ενασχόληση με αυτά δεν θα αντλήσει τόση ακρίβεια όση συμβάλλει στην αταραξία και στη μακαριότητα μας. Παρατηρώντας, λοιπόν, με πόσους τρόπους προκύπτει το ίδιο φαινόμενο, πρέπει να αιτιολογήσουμε τα ουράνια φαινόμενα και κάθε τι αφανές, περιφρονώντας, όσους δεν γνωρίζουν είτε το ότι το φαινόμενο γίνεται με έναν τρόπο, είτε ότι υπάρχει, είτε ότι γίνεται με πολλούς τρόπους, ενώ παραβλέπουν όσα γίνονται φανερά από απόσταση, και επιπλέον αγνοούν πότε δεν μπορούν να παραμείνουν ατάραχοι και πότε μπορούν.

Αν, λοιπόν υποπτευόμαστε, ότι ένα φαινόμενο ενδέχεται να συμβαίνει με συγκεκριμένο τρόπο και μέσα σε συνθήκες που εξίσου δεν προκαλούν ταραχή, γνωρίζοντας το ίδιο μπορεί να συμβαίνει με πολλούς τρόπους, θα παραμείνουμε ατάραχοι, σαν να γνωρίζουμε ότι συμβαίνει με συγκεκριμένο τρόπο.»5

Στην Επιστολή προς Πυθοκλή γράφει:

«Πρώτα να θεωρείς ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος σκοπός για τη γνώση των μετεωρολογικών – είτε σε συνάφεια με άλλα είτε αυτοτελώς - εκτός από την αταραξία και τη σταθερή πεποίθηση, όπως συμβαίνει και με τις άλλες γνώσεις, ενώ δεν πρέπει να αποσπούμε βίαια το αδύνατο, ούτε να επιζητούμε την πλήρη κατανόηση του κάθε πράγματος, ούτε την ξεκάθαρη διερεύνησή του, όπως κάνουμε με τα ζητήματα της ανθρώπινης ζωής ή με τα άλλα φυσικά προβλήματα, εκείνα που ασχολούνται για παράδειγμα με το σύμπαν, που αποτελείται από σώματα και ανέγγιχτη φύση, ή με τα άτομα στοιχεία και με όλα τα παρόμοια, με όσα επιδέχονται μόνο μια εξήγηση για τα φαινόμενα, πράγμα που δεν ισχύει στα μετεωρολογικά, αφού αυτά επιδέχονται πολλαπλές αιτίες για τη γένεση και την ουσία τους, και όλες σύμφωνες με τις αισθήσεις.»6

«Δεν πρέπει, λοιπόν, όταν μελετούμε τη φύση να βασιζόμαστε σε κενούς δογματισμούς (αξιώματα κενά) και σε αυθαίρετους νόμους, αλλά σε ότι μας υπαγορεύουν τα φαινόμενα. Διότι η ζωή μας δεν χρειάζεται τον παραλογισμό και τις κενές δοξασίες, αλλά την αταραξία μας (αθορύβως ημάς ζήν). Τα πάντα παραμένουν ακλόνητα αν εξηγηθούν με την μέθοδο των πολλαπλών αιτίων (κατά πλεοναχόν τρόπον) σε συμφωνία πάντοτε με τα φαινόμενα, όταν αποδεχόμαστε, όπως θα έπρεπε, μια εύλογη εξήγησή τους. Αν όμως αποδεχθούμε μια θεωρία και απορρίψουμε μιάν άλλη, τη στιγμή που και η άλλη συμφωνεί με τα φαινόμενα, είναι φανερό ότι εγκαταλείπουμε τη σφαίρα της επιστημονικής έρευνας και κατρακυλάμε στη μυθολογία.»7

Η φυσιολογία για τον Επίκουρο έχει πρακτικό χαρακτήρα για την ανθρώπινη ζωή. Η επιστημονική έρευνα δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για την επιδίωξη της ευδαιμονίας, με βάση τη κοινή λογική και ερμηνεία της φύσης και των φυσικών φαινομένων και την επίδρασή τους στην ανθρώπινη ζωή. Οι γνώσεις για τα αίτια και τη λειτουργία των φυσικών φαινομένων, δεν είναι αναγκαίο να προχωρούν σε βάθος στη διερεύνηση των θεμάτων και στην εξαντλητική έρευνα πάνω σ΄αυτά, είναι όμως απαραίτητες, παρά το σχετικό χαρακτήρα τους, για την εξάλειψη του φόβου και της ανησυχίας που προκαλούν οι εσφαλμένες ιδέες (μυθικές, θρησκευτικές, μεταφυσικές αντιλήψεις κλπ) για τη φύση και τη λειτουργία του κόσμου και για την επίδρασή τους στην ανθρώπινη ζωή και δράση.

Έτσι στην Επιστολή προς Ηρόδοτο γράφει χαρακτηριστικά:

«Εκείνο που πάνω απ΄όλα αυτά, όμως, πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι η μεγαλύτερη ταραχη στις ανθρώπινες ψυχές προέρχεται από την πίστη ότι τα ίδια πράγματα είναι μακάρια και άφθαρτα, ενώ αντίθετα διακρίνονται ταυτόχρονα για τις επιθυμίες (βουλήσεις) και τις δράσεις και τα κίνητρα (αιτίας) και επίσης από το ότι περιμένουμε ότι θα υποστούμε αιώνια δεινά, όπως λένε οι μύθοι και ακόμη, από το ότι οι άνθρωποι φοβούνται την κατάσταση αναισθησίας που επέρχεται με το θάνατο θαρρείς και τους αφορά αυτή η κατάσταση. Και ακόμα από το γεγονός ότι τα παθαίνουν αυτά εξ΄αιτίας μιας παράλογης προδιάθεσης. Καθώς μάλιστα δεν προσδιορίζουν το δεινό και νοιώθουν την ίδια ή μεγαλύτερη ταραχή απ΄όση θα ένοιωθαν αν πίστευαν ότι τα παθαίνουν εξαιτίας κάποιας έλλογης πεποίθησης. Όμως αταραξία σημαίνει λύτρωση από όλα τούτα και διατήρηση στη μνήμη μας των γενικών και σημαντικοτέρων αρχών.

Επομένως πρέπει να δίνουμε προσοχή στις παρούσες αισθήσεις και συναισθήματα, είτε πρόκειται για κοινές σε όλους τους ανθρώπους, είτε για τις προσωπικές μας, καθώς και στην ενάργεια που μας προσφέρει άμεσα το κάθε κριτήριο της αληθείας. Διότι, εάν δώσουμε σε αυτά προσοχή, θα εξιχνιάσουμε την προέλευση της ταραχής και του φόβου και θα τα εξαλείψουμε, εξηγώντας ορθά τα ουράνια φαινόμενα και όλα τα υπόλοιπα, που συνεχώς μας συμβαίνουν και φοβίζουν σε ύψιστο βαθμό τους υπολοίπους ανθρώπους.»8

Σαν συμπέρασμα στα παραπάνω μπορούμε να διατυπώσουμε τα εξής:

Η φυσική θεωρία (φυσιολογία ) του Επίκουρου στηρίζεται σε δύο άξονες:

α) Την ανάπτυξη της ίδιας της φυσικής θεωρίας στη βάση της ατομικής θεωρίας του, σε συμφωνία με την κλασική ατομική θεωρία του Λεύκιππου και του Δημόκριτου.

β) Την άποψη ότι η επιστημονική έρευνα που βασίζεται στο τετρακριτήριο της αληθείας δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά είναι μέσο που θα επιτρέψει την επιδίωξη του ευ ζην και της ευδαιμονίας του ανθρώπου.

Η αναζήτηση της επιστημονικής εξήγησης των φαινομένων έχει σαν κύριο σκοπό να απαλλαξει το άτομο από το φόβο και την ταραχή που προκύπτουν από την άκριτη αποδοχή μη επαληθευμένων θρησκευτικών, μυθολογικών ή μεταφυσικών ιδεών για τις δυνάμεις που κυβερνούν τον κόσμο και καθορίζουν την ανθρώπινη ζωή και τις ανθρώπινες πράξεις.

Η οντο-γνωσιολογία του Επίκουρου αποτελεί το απαραίτητο μέσο για την επιδίωξη της ψυχικής ηρεμίας και της ήσυχης και ειρηνικής διαβίωσης, που αποτελούν τη βάση για την επίτευξη της ευδαιμονίας και του ευ ζην.

Η ζωή μας, δεν έχει ανάγκη από παραλογισμό ή άδειες γνώμες (κεναί δόξαι). Η επιστημονική έρευνα πρέπει να δίνει απαντήσεις για την ουσία και τη λειτουργία του φυσικού κόσμου και των φαινομένων, σύμφωνα με την κοινή λογική και την κοινή αίσθηση. Έτσι θα γνωρίζουμε κατά τρόπο ασφαλή τους παράγοντες που καθορίζουν την ύπαρξή μας στο κόσμο και συνεπως θα μπορέσουμε να αποφασίζουμε για τις πράξεις και τις επιλογές μας με σκοπό την επιδίωξη μιάς ζωής γεμάτης ευδαιμονία, απαλλαγμένης από αδικαιολόγητους φόβους και ταραχές.
--------------------------
Παραπομπές:

1. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ, ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ 10.30

2. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ, 10.41, Μετάφραση Σχόλια Αθανάσιος Τσακνάκης, Εκδόσεις: βιβλιο ΒΑΡΔΙΑ, Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 51

3. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ, 10.40, Μετάφραση Σχόλια Αθανάσιος Τσακνάκης, Εκδόσεις: βιβλιο ΒΑΡΔΙΑ, Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 51

4. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ, ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ 10.78, Επιστολή Προς Ηρόδοτο.

5. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ, ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ, 10.79, Μετάφραση Σχόλια Αθανάσιος Τσακνάκης, Εκδόσεις: βιβλιο ΒΑΡΔΙΑ, Θεσσαλονίκη 2007, σελ.89

6. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ, 10.85, Μετάφραση Σχόλια Αθανάσιος Τσακνάκης, Εκδόσεις: βιβλιο ΒΑΡΔΙΑ, Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 93

7. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ, ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ 10.86, Επιστολή Προς Πυθοκλή

8. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ, ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ 10.81, Επιστολή Προς Ηρόδοτο.

Το να λες ότι κάτι είναι ιερό δεν το κάνει αληθινό

Αν ποτέ νιώσεις άχρηστος.
να θυμάσαι, υπάρχουν άνθρωποι
με πτυχία θεολογίας.
Το να λες ότι κάτι είναι ιερό δεν το κάνει αληθινό. Το να το πιστεύουν δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν το κάνει γεγονός. Η ιστορία της γέννησης, των θαυμάτων, του θανάτου και της ανάστασης του Ιησού ανήκει στην σφαίρα της πίστης και όχι της απόδειξης. Και η πίστη δεν είναι απόδειξη. Είναι προσωπική επιλογή.

Η ιστορία γράφεται με πηγές, με τεκμήρια, με σύγκριση δεδομένων. Τα θαύματα δεν επαληθεύονται με επιστημονική μέθοδο. Η ανάσταση δεν καταγράφεται από ουδέτερους παρατηρητές. Οι αφηγήσεις προέρχονται από ανθρώπους που ήδη πίστευαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν κακοπροαίρετοι. Σημαίνει όμως ότι δεν είναι αντικειμενικοί.

Οι μύθοι δεν είναι απαραίτητα ψέματα. Είναι ιστορίες που δίνουν νόημα, ταυτότητα, παρηγοριά. Κάθε πολιτισμός έχει τους δικούς του. Θεοί που γεννιούνται με θαυμαστό τρόπο, που πεθαίνουν και επιστρέφουν, που υπόσχονται σωτηρία. Αυτά τα μοτίβα υπήρχαν πολύ πριν τον χριστιανισμό. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη την ελπίδα και την βεβαιότητα. Από αυτή την ανάγκη γεννιούνται οι θρησκείες.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο μύθος παρουσιάζεται ως ιστορικό και αδιαμφισβήτητο γεγονός. Όταν η πίστη απαιτεί σεβασμό χωρίς να δέχεται έλεγχο. Όταν η αμφισβήτηση θεωρείται προσβολή. Ο ορθολογισμός δεν είναι μίσος προς την πίστη. Είναι η απαίτηση για αποδείξεις πριν την αποδοχή.

Δεν υπάρχει καμία εμπειρική ένδειξη ότι θα υπάρξει επιστροφή κάποιου υπερφυσικού προσώπου για να λύσει τα ανθρώπινα προβλήματα. Η ιστορία δείχνει ότι οι κοινωνίες αλλάζουν από ανθρώπους, από ιδέες, από αγώνες, από γνώση. Όχι από θαύματα. Η αναμονή σωτήρων καθυστερεί την ευθύνη.

Ο καθένας είναι ελεύθερος να πιστεύει. Αλλά η πίστη δεν εξαιρείται από την κριτική. Αν κάτι ισχυρίζεται ότι είναι αλήθεια για όλη την ανθρωπότητα, τότε πρέπει να αντέχει στον έλεγχο. Αν δεν αντέχει, τότε παραμένει αυτό που ήταν από την αρχή. Μια ιστορία που δίνει νόημα σε όσους την χρειάζονται.

Ο ορθολογισμός δεν υπόσχεται παράδεισο. Προσφέρει όμως κάτι πιο γειωμένο. Ειλικρίνεια απέναντι στην άγνοια μας. Αποδοχή ότι δεν ξέρουμε τα πάντα. Και την διάθεση να αλλάξουμε γνώμη όταν εμφανιστούν καλύτερα δεδομένα. Αυτό είναι πιο δύσκολο από την πίστη. Αλλά είναι πιο τίμιο.

Αν κάποιος θέλει να πιστεύει, είναι δικαίωμα του. Αν κάποιος θέλει να αμφισβητεί, είναι επίσης δικαίωμα του. Οι ιδέες κρίνονται. Οι άνθρωποι όχι. Και οι ιδέες που δεν αντέχουν στην κριτική, όσο ιερές και αν θεωρούνται, παραμένουν μύθοι.

Διορατικά αποφθέγματα του Thomas Paine για τη Θρησκεία

Ο Thomas Paine ήταν ένας επιδραστικός φιλόσοφος και επαναστάτης του 18ου αιώνα, ο οποίος είναι περισσότερο γνωστός για τις ριζοσπαστικές πολιτικές απόψεις και τα γραπτά του. Τα αποσπάσματα του για τη θρησκεία είναι ιδιαίτερα διορατικά και προκαλούν σκέψη. Εδώ είναι μερικά από τα πιο αξιομνημόνευτα αποφθέγματα του για τη θρησκεία:
  • «Η χώρα μου είναι ο κόσμος και η θρησκεία μου είναι να κάνω το καλό».
  • «Ο κόσμος είναι η χώρα μου, όλη η ανθρωπότητα είναι αδέρφια μου και το να κάνω το καλό είναι η θρησκεία μου».
  • «Το πιο τρομερό όπλο ενάντια στα λάθη κάθε είδους είναι η λογική».
  • «Η θρησκεία της μιας εποχής είναι η λογοτεχνική ψυχαγωγία της επόμενης».
  • «Η χριστιανική θρησκεία είναι μια παρωδία για τη λατρεία του ήλιου, στην οποία βάζουν έναν άνθρωπο που τον αποκαλούν Χριστό, στη θέση του ήλιου, και του αποδίδουν την ίδια λατρεία που αρχικά απέδιδαν στον ήλιο».
Τα αποσπάσματα του Thomas Paine για τη θρησκεία προκαλούν σκέψη και συχνά αμφισβητούν το status quo. Πίστευε στη δύναμη της λογικής και υποστήριξε ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Τα αποφθέγματά του εξακολουθούν να είναι επίκαιρα σήμερα και μπορούν να μας βοηθήσουν να σκεφτούμε πιο κριτικά τη θρησκεία και τον αντίκτυπό της στην κοινωνία.

Ο ιδρυτής των Ηνωμένων Πολιτειών, πατέρας Thomas Paine, δεν ήταν απλώς ένας πολιτικός επαναστάτης, αλλά ακολούθησε επίσης μια ριζοσπαστική προσέγγιση στη θρησκεία. Γεννημένος στην Αγγλία το 1736, ο Πέιν, μετακόμισε στον Νέο Κόσμο το 1774, εν μέρει χάρη στον Μπέντζαμιν Φράνκλιν. Πήρε μέρος στην Αμερικανική Επανάσταση και μάλιστα ενέπνευσε τους αποίκους να κηρύξουν την ανεξαρτησία τους από τη Βρετανία. Το φυλλάδιό του «Common Sense» και η σειρά φυλλαδίων «The American Crisis» έκαναν λόγο για επανάσταση.

Ο Πέιν θα συνεχίσει να είναι επίσης μια επιρροή στη Γαλλική Επανάσταση. Λόγω του πολιτικού του ακτιβισμού για την υπεράσπιση του επαναστατικού κινήματος, συνελήφθη στη Γαλλία το 1793. Στη φυλακή του Λουξεμβούργου, εργάστηκε στο φυλλάδιό του, «Η εποχή της λογικής». Σε αυτό το έργο, αντιτάχθηκε στην οργανωμένη θρησκεία, επέκρινε τον Χριστιανισμό και υποστήριξε τη λογική και την ελεύθερη σκέψη.

Ο Πέιν θα πλήρωνε το τίμημα για τις αμφιλεγόμενες απόψεις του για τη θρησκεία. Όταν πέθανε στις ΗΠΑ στις 8 Ιουνίου 1809, μόλις έξι άνθρωποι απέδωσαν τα σέβη τους στην κηδεία του. Η καταδίκη του Χριστιανισμού τον έκανε απόκληρο ακόμη και ανάμεσα σε εκείνους που κάποτε τον σέβονταν.

Από πολλές απόψεις, οι απόψεις του Πέιν για τη θρησκεία ήταν ακόμη πιο επαναστατικές από τη στάση του για την πολιτική, όπως αποκαλύπτουν τα ακόλουθα αποσπάσματα.

Η πίστη στον εαυτό

Αν και ο Πέιν ήταν αυτοαποκαλούμενος μονοθεϊστής (που πίστευε σε έναν Θεό), περιφρονούσε σχεδόν όλες τις οργανωμένες θρησκείες, διακηρύσσοντας ότι η μόνη εκκλησία του ήταν ο ίδιος του ο νους.
Δεν πιστεύω στο δόγμα που ομολογεί η Εβραϊκή Εκκλησία, η Ρωμαϊκή Εκκλησία, η Ελληνική Εκκλησία, η Τουρκική Εκκλησία, η Προτεσταντική Εκκλησία , ούτε από οποιαδήποτε Εκκλησία που γνωρίζω. Το μυαλό μου είναι η δική μου Εκκλησία. [Η εποχή της λογικής]

Είναι απαραίτητο για την ευτυχία του ανθρώπου να είναι ψυχικά πιστός στον εαυτό του. Η απιστία δεν συνίσταται στο να πιστεύεις ή στο να μην πιστεύεις. συνίσταται στο να δηλώνει κανείς ότι πιστεύει αυτό που δεν πιστεύει. Είναι αδύνατο να υπολογίσουμε το ηθικό κακό, αν μπορώ να το εκφράσω, που έχει δημιουργήσει το ψυχικό ψέμα στην κοινωνία. Όταν ο άνθρωπος μέχρι τώρα έχει διαφθείρει και εκπορνεύει την αγνότητα του μυαλού του, ώστε να προσυπογράφει την επαγγελματική του πίστη σε πράγματα που δεν πιστεύει, έχει προετοιμαστεί για τη διάπραξη κάθε άλλου εγκλήματος. [Η εποχή της λογικής]

Η αποκάλυψη περιορίζεται αναγκαστικά στην πρώτη επικοινωνία -- μετά από αυτήν είναι μόνο μια αφήγηση για κάτι που αυτό το άτομο λέει ότι ήταν μια αποκάλυψη που του έγινε. Και παρόλο που μπορεί να βρεθεί υποχρεωμένος να το πιστέψει, δεν είναι υποχρεωμένο να το πιστέψω με τον ίδιο τρόπο. γιατί δεν ήταν μια αποκάλυψη που έγινε σε ΕΜΕΝΑ, και έχω μόνο τον λόγο του ότι του έγινε. [Thomas Paine,Η εποχή της λογικής]

Επί Λόγου

Ο Πέιν είχε λίγο χρόνο για την παραδοσιακή πίστη ως θρησκευτική αρχή. Εμπιστεύτηκε μόνο τις δυνάμεις της ανθρώπινης λογικής, καθιστώντας τον πρωταθλητή για τους σύγχρονους ουμανιστές.
Το πιο τρομερό όπλο ενάντια στα λάθη κάθε είδους είναι η λογική. Δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ άλλο, και πιστεύω ότι δεν θα το κάνω ποτέ. [Η εποχή της λογικής]

Η επιστήμη είναι η αληθινή θεολογία. [Ο Thomas Paine αναφέρεται στο Emerson, Το μυαλό στη φωτιά Π. 153]

. . . το να μαλώνεις με έναν άνθρωπο που έχει απαρνηθεί τη λογική του είναι σαν να δίνεις φάρμακο στον νεκρό. [Η κρίση, που παρατίθεται στο Ingersoll's Works, Vol. 1, σελ. 127]

Όταν μια ένσταση δεν μπορεί να γίνει τρομερή, υπάρχει κάποια πολιτική στην προσπάθεια να γίνει τρομακτική. και να αντικαταστήσει την κραυγή και την πολεμική, στη θέση της λογικής, της επιχειρηματολογίας και της καλής τάξης. Η ιησουϊτική πονηριά προσπαθεί πάντα να ντροπιάσει ό,τι δεν μπορεί να διαψεύσει. [Αναφέρεται από τον Joseph Lewis στο Inspiration and Wisdom from the Writings of Thomas Paine]

Η μελέτη της θεολογίας, όπως έχει στις χριστιανικές εκκλησίες, είναι η μελέτη του τίποτα. Δεν βασίζεται σε τίποτα. Δεν βασίζεται σε καμία αρχή. προχωρά από καμία αρχή; δεν εχει στοιχεια; δεν μπορεί να αποδείξει τίποτα και δεν παραδέχεται κανένα συμπέρασμα. [The Writings of Thomas Paine, Τόμος 4]

Περί Ιερέων

Ο Τόμας Πέιν είχε ελάχιστη ανοχή ή εμπιστοσύνη για ιερείς ή εκκλησιαστικούς οποιασδήποτε θρησκείας.

Ιερείς και οι μύστες είναι του ίδιου κλάδου. [Η εποχή της λογικής]

Ένας καλός δάσκαλος είναι περισσότερο χρήσιμος από εκατό ιερείς. [Ο Thomas Paine αναφέρεται στο2000 χρόνια δυσπιστίας, διάσημοι άνθρωποι με το θάρρος να αμφιβάλλουναπό τον James Haught]
Το ότι ο Θεός δεν μπορεί να πει ψέματα, δεν αποτελεί πλεονέκτημα για το επιχείρημά σας, γιατί δεν αποτελεί απόδειξη ότι οι ιερείς δεν μπορούν, ή ότι η Βίβλος δεν το κάνει. [Η ζωή και τα έργα του Thomas Paine, Τομ. 9 σελ. 134]

Συνηθίστε έναν λαό να πιστεύει ότι οι ιερείς ή οποιαδήποτε άλλη τάξη ανδρών μπορεί να συγχωρήσει αμαρτίες, και θα έχετε αμαρτίες σε αφθονία. [Τα Θεολογικά Έργα του Thomas Painε, σελ.207]

Σχετικά με τη Χριστιανική Βίβλο

Ως υπέρμαχος της ανθρώπινης λογικής, ο Τόμας Πέιν ήταν περιφρονητικός σε σημείο χλευασμού για τις ιστορίες και τις αλληγορίες της Βίβλου. Έδειχνε συνεχή ανυπομονησία με όποιον προσπαθούσε να διαβάσει το βιβλικό εδάφιο ως κυριολεκτική αλήθεια.

Αφαιρέστε από Γένεση η πεποίθηση ότι ο Μωυσής ήταν ο συγγραφέας, στην οποία μόνο οι περίεργοι πιστεύουν ότι είναι ο λόγος του Θεού έχει σταθεί, και δεν υπάρχει τίποτα από τη Γένεση παρά ένα ανώνυμο βιβλίο με ιστορίες, μύθους και παραδοσιακούς ή επινοημένους παραλογισμούς ή ειλικρινά ψέματα. [Η εποχή της λογικής]

Η Βίβλος είναι ένα βιβλίο που έχει διαβαστεί περισσότερο και έχει εξεταστεί λιγότερο από οποιοδήποτε βιβλίο που υπήρξε ποτέ. [Τα Θεολογικά Έργα του Thomas Paine]

Κάθε φράση και περίσταση σημειώνονται με το βάρβαρο χέρι των δεισιδαιμονικών βασανιστηρίων και αναγκαστικά σε νοήματα ήταν αδύνατο να έχουν. Η κεφαλή κάθε κεφαλαίου και η κορυφή κάθε σελίδας φέρουν τα ονόματα του Χριστού και της Εκκλησίας, ώστε ο απρόσεκτος αναγνώστης να ρουφήξει το λάθος πριν αρχίσει να διαβάζει. [The Age of Reason, σελ.131]

Η δήλωση που λέει ότι ο Θεός επισκέπτεται τις αμαρτίες των πατέρων στα παιδιά είναι αντίθετη με κάθε αρχή ηθικής δικαιοσύνης. [Η εποχή της λογικής]

Κάθε φορά που διαβάζουμε τις άσεμνες ιστορίες, τις ηδονικές ατασθαλίες, τις σκληρές και δαιδαλώδεις εκτελέσεις, την αδυσώπητη εκδικητική συμπεριφορά με την οποία είναι γεμάτη περισσότερο από το ήμισυ της Βίβλου, θα ήταν πιο συνεπές να την αποκαλούμε λόγο δαίμονα παρά λόγο Θεού. Είναι μια ιστορία κακίας που διαφθείρει και βάναυσε την ανθρωπότητα. και, από την πλευρά μου, το απεχθάνομαι ειλικρινά, όπως απεχθάνομαι κάθε τι σκληρό. [Η εποχή της λογικής]

Υπάρχουν θέματα στη Βίβλο, που λέγεται ότι γίνονται με ρητή εντολή του Θεού, που είναι συγκλονιστικά για την ανθρωπότητα και για κάθε ιδέα που έχουμε για ηθική δικαιοσύνη. . . [Πλήρεις γραφές]

Η ιστορία της φάλαινας που κατάπιε τον Ιωνά, αν και μια φάλαινα είναι αρκετά μεγάλη για να το κάνει, συνορεύει σε μεγάλο βαθμό με το θαυμάσιο. αλλά θα ήταν πιο κοντά στην ιδέα ενός θαύματος αν ο Ιωνάς είχε καταπιεί τη φάλαινα. [Η εποχή της λογικής]

Είναι πολύ καλύτερο να δεχθήκαμε χίλιους διαβόλους να περιπλανώνται εν τέλει παρά να επιτρέψουμε σε έναν τέτοιο απατεώνα και τέρας όπως ο Μωυσής, ο Ιησούς του Ναυή, ο Σαμουήλ και οι προφήτες της Βίβλου, να έρθει με τον προσποιημένο λόγο του Θεού και να έχει πίστωση ανάμεσά μας.[Η εποχή της λογικής]

Η συνεχώς προοδευτική αλλαγή στην οποία υπόκειται η σημασία των λέξεων, η έλλειψη μιας παγκόσμιας γλώσσας που να καθιστά αναγκαία τη μετάφραση, τα λάθη στα οποία υπόκεινται πάλι οι μεταφράσεις, τα λάθη των αντιγραφέων και των τυπογράφων, μαζί με τη δυνατότητα εκούσιας αλλοίωσης. Οι ίδιοι αποδεικνύουν ότι η ανθρώπινη γλώσσα, είτε προφορικά είτε έντυπα, δεν μπορεί να είναι το όχημα του Λόγου του Θεού. Ο Λόγος του Θεού υπάρχει σε κάτι άλλο. [Η εποχή της λογικής]

Ο Θωμάς δεν πίστευε την ανάσταση [Ιωάννης 20:25] και, όπως λένε, δεν θα πίστευε χωρίς να έχει ο ίδιος οφθαλμική και χειρωνακτική επίδειξη. Οπότε ούτε θα κάνω, και ο λόγος είναι εξίσου καλός για μένα, και για κάθε άλλο άτομο, όπως και για τον Θωμά. [Η εποχή της λογικής]

Τι μας διδάσκει η Βίβλος; -- βιασμό, σκληρότητα και φόνο. Τι είναι αυτό που μας διδάσκει η Καινή Διαθήκη;--να πιστεύουμε ότι ο Παντοδύναμος διέπραξε ασέβεια με μια γυναίκα που ήταν αρραβωνιασμένη, και η πίστη αυτής της ακολασίας ονομάζεται πίστη.

Όσο για το βιβλίο που ονομάζεται Βίβλος, είναι βλασφημία να το αποκαλούμε Λόγο του Θεού. Είναι ένα βιβλίο με ψέματα και αντιφάσεις, και μια ιστορία κακών εποχών και κακών ανθρώπων. Υπάρχουν μόνο λίγοι καλοί χαρακτήρες σε ολόκληρο το βιβλίο. [Thomas Paine, Letter to William Duane, 23 Απριλίου 1806]

Περί Θρησκείας

Η περιφρόνηση του Thomas Paine για τη θρησκεία δεν περιοριζόταν μόνο στη χριστιανική πίστη. Η θρησκεία, γενικά, είναι μια ανθρώπινη προσπάθεια που ο Πέιν θεωρούσε αποκρουστική και πρωτόγονη. Οι σύγχρονοι άθεοι βρίσκουν έναν πρωταθλητή στα κλασικά γραπτά του Thomas Paine, αν και, στην πραγματικότητα, ο Paine πίστευε πράγματι στον Θεό - ήταν απλώς μια θρησκεία στην οποία δεν πίστευε.

Όλοι οι εθνικοί θεσμοί των εκκλησιών, είτε εβραϊκοί, χριστιανικοί ή τουρκικοί, δεν μου φαίνονται άλλα παρά ανθρώπινες εφευρέσεις, που έχουν δημιουργηθεί για να τρομοκρατήσουν και να υποδουλώσουν την ανθρωπότητα και να μονοπωλήσουν την εξουσία και το κέρδος. [Η εποχή της λογικής]

Η δίωξη δεν είναι ένα πρωτότυπο χαρακτηριστικό σε καμία θρησκεία, αλλά είναι πάντα το έντονα χαρακτηριστικό όλων των θρησκειών που έχουν θεσπιστεί από το νόμο.[Η εποχή της λογικής]

Από όλα τα συστήματα θρησκείας που εφευρέθηκαν ποτέ, δεν υπάρχει πιο υποτιμητικό για τον Παντοδύναμο, πιο ακατάλληλο για τον άνθρωπο, πιο αποκρουστικό στη λογική και πιο αντιφατικό με τον εαυτό του από αυτό που ονομάζεται Χριστιανισμός. Υπερβολικά παράλογο για την πεποίθηση, πολύ αδύνατο να πειστεί, και πολύ ασυνεπές για πρακτική, καθιστά την καρδιά ταραχώδη ή παράγει μόνο άθεους ή φανατικούς. Ως μηχανή εξουσίας, εξυπηρετεί τον σκοπό του δεσποτισμού, και ως μέσο πλούτου, τη φιλαργυρία των ιερέων, αλλά όσον αφορά το καλό του ανθρώπου γενικά δεν οδηγεί σε τίποτα εδώ ή στο εξής. [Η εποχή της λογικής]

Η πιο απεχθή κακία, οι πιο φρικτές σκληρότητες και οι μεγαλύτερες δυστυχίες που έχουν πλήξει την ανθρώπινη φυλή έχουν την προέλευσή τους σε αυτό το πράγμα που ονομάζεται αποκάλυψη ή αποκαλυμμένη θρησκεία. Ήταν το πιο καταστροφικό για την ειρήνη του ανθρώπου από τότε που άρχισε να υπάρχει ο άνθρωπος. Ανάμεσα στους πιο απεχθή κακούς στην ιστορία, δεν θα μπορούσες να βρεις χειρότερο από τον Μωυσή, που έδωσε εντολή να σφάξουν τα αγόρια, να σφαγιάσουν τις μητέρες και μετά να βιάσουν τις κόρες. Μια από τις πιο φρικτές φρικαλεότητες που βρέθηκαν στη λογοτεχνία οποιουδήποτε έθνους. Δεν θα ατίμαζα το όνομα του Δημιουργού μου επισυνάπτοντάς το σε αυτό το βρώμικο βιβλίο. [Η εποχή της λογικής]

Η χώρα μου είναι ο κόσμος και η θρησκεία μου είναι να κάνω το καλό.

Από πού προέκυψαν όλες οι φρικτές δολοφονίες ολόκληρων εθνών ανδρών, γυναικών και βρεφών, με τις οποίες είναι γεμάτη η Βίβλος. Και οι αιματηροί διωγμοί, και τα βασανιστήρια μέχρι θανάτου, και οι θρησκευτικοί πόλεμοι, που έκτοτε έβαλαν την Ευρώπη στο αίμα και τις στάχτες. από πού προέκυψαν, αλλά από αυτό το ασεβές πράγμα που ονομάζεται θρησκεία, και αυτή την τερατώδη πίστη ότι ο Θεός μίλησε στον άνθρωπο; [Ο Thomas Paine αναφέρεται στο2000 χρόνια δυσπιστίας, διάσημοι άνθρωποι με το θάρρος να αμφιβάλλουναπό τον James Haught]

Η ιστορία της λύτρωσης δεν θα αντέξει εξέταση. Το ότι ο άνθρωπος πρέπει να λυτρωθεί από την αμαρτία του να φάει ένα μήλο διαπράττοντας έναν φόνο στον Ιησού Χριστό, είναι το πιο περίεργο σύστημα θρησκείας που δημιουργήθηκε ποτέ.

Από όλες τις τυραννίες που επηρεάζουν την ανθρωπότητα, η τυραννία στη θρησκεία είναι η χειρότερη. κάθε άλλο είδος τυραννίας περιορίζεται στον κόσμο στον οποίο ζούμε, αλλά αυτό προσπαθεί να προχωρήσει πέρα ​​από τον τάφο και επιδιώκει να μας κυνηγήσει στην αιωνιότητα.

Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη

Η έκταση των εμπειριών από τις σχέσεις με τη θρησκεία και την εκκλησία είναι μεγάλη. Πολλούς ανθρώπους τους απωθεί, αρχικά μια σκοτεινή εικόνα σοβαροφάνειας και μια ατμόσφαιρα μούχλας και οπισθοδρομικότητας, στη συνέχεια δε μια καθημερινότητα υποκρισίας και ψεύδους.

Αλλά ακόμα και φιλικοί κληρικοί με κοινωνικότητα ή ένα ευχάριστο περιβάλλον ναών δεν καταφέρνουν να ανατρέψουν τις μεγάλες αντιφάσεις μεταξύ κηρύγματος και της πραγματικότητας, μεταξύ ιερών γραφών και των καθημερινών γεγονότων.

Σημαντικό ρόλο στην πνευματική συγκρότηση των παιδιών παίζουν πάντα οι γονείς και στο ζήτημα της πίστης δεν σπανίζει ο αρνητικός ρόλος τους· τα παιδιά κάνουν συχνά αντίθετα πράγματα από αυτά που προσπαθούν να επιβάλλουν οι γονείς. Είναι και οι κοινωνικές συνθήκες τελείως διαφορετικές -παλαιότερα με πολέμους και φτώχεια-, οπότε στις σύγχρονες συνθήκες ειρήνης και ευμάρειας δεν δεσμεύονται τα παιδιά από τις αναγκαστικά συντηρητικές επιλογές των γονέων.

Αυτός είναι και ο λόγος που πολύ συχνά οι παπάδες αναπολούν τις εποχές όπου οι πιστοί προσέτρεχαν σ’ αυτούς. Τώρα οι περισσότεροι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τους κληρικούς ως περιττούς μεσολαβητές που εμπλέκονται απρόσκλητοι στις διανθρώπινες σχέσεις, προσφέροντας τετριμμένες συνταγές: «αγάπα τον πλησίον σου», όταν «ο πλησίον» είναι το ευσεβέστατο αφεντικό που σού κλέβει μισθούς και ασφαλιστικά ένσημα ή ο πεφωτισμένος κληρικός που έχει βιάσει το ανήλικο παιδί, εγγόνι, ανίψι, γειτονόπουλό σου· «αγάπα τους εχθρούς σου», όταν «εχθρός» είναι ο ευλαβής μισθοφόρος πολέμου που έχει σκοτώσει την οικογένειά σου ή ο επιφανής πολιτικός που έχει κατακλέψει το δημόσιο ταμείο… Τελικά, ποιος εξυπηρετείται από αυτή την αγαπολογία;

Τα δόγματα και οι γραφές

Συνηθέστερα περιγράφουν τις απίστευτες ανοησίες που έχουν εντάξει οι «πατέρες» ως δόγματα στον πυρήνα της χριστιανικής θρησκείας. Στην προσπάθειά τους τότε, αφενός να ανταγωνιστούν άλλες θρησκείες, αφετέρου να εξυπηρετήσει καθένας προσωπικές ιδεοληψίες, υιοθετούσαν και διέδιδαν οποιαδήποτε περίεργη ιστορία άκουγαν από άλλους λαούς. Οι οποίες ιστορίες είχαν βγει όμως μέσα από την ιστορική εμπειρία εκείνων των κοινωνιών και εντάσσονταν ομαλά στην παράδοσή τους!

Η χριστιανική θρησκεία δεν αναπτύχθηκε σε ένα συγκεκριμένο λαό και πολιτισμό, αλλά στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Προήλθε από μετάλλαξη της ιουδαϊκής θεοπληξίας, η οποία συμπληρώθηκε με ιδέες και κατασκευές άλλων πολιτισμών και θρησκειών, του ελληνικού δωδεκάθεου, της αιγυπτιακής τριαδικότητας, της θανατολογίας και ανάστασης πολλών και διάφορων θεών. Έτσι προέκυψαν ετερόκλητα δόγματα και αντιφατικές αρχές, οι οποίες συγκρούονται λογικά μεταξύ τους και με τα ιστορικά γεγονότα, ακόμα και με εκείνα που κατέγραψαν κάποιοι «θεόπνευστοι» πιστοί!

Κάποτε μου εξήγησε με «συνωμοτικό» ύφος ένας θεολόγος ότι τα περί τριαδικότητας, θυσίας στο σταυρό, παρθενίας, κρίνου κ.ά. εμπεριέχουν πολύπλοκα νοήματα και συμβολισμούς και δεν μπορεί να τα καταλάβει ένα παιδί! Εγώ ξέρω ότι ούτε και ένας πολύ μορφωμένος ενήλικας τα καταλαβαίνει και μόνο οι θεολογούντες κάνουν πως έχουν αντιληφθεί το κρυμμένο μυστικό.

Καταρχάς, αφού δεν καταλαβαίνει τα περίπλοκα και ακατανόητα δόγματα ένα παιδί, γιατί του επιβάλλονται αυτά δι' αποστηθίσεως και εκφοβισμού; Τι αξία έχει να εμφανιστεί ένα παιδί 6-7 ετών και να δηλώσει ότι είναι μουσουλμάνος, χριστιανός, ινδουιστής ή ό,τι άλλο έχουν επινοήσει διάφοροι μηχανισμοί για τον έλεγχο της κοινωνίας; Τι θα σκεφτούμε, όταν το ίδιο παιδί δηλώσει ότι είναι συντηρητικός ή φιλελεύθερος, κεντρώος ή μαρξιστής; Ως μόνη εξήγηση προκύπτει ότι με την πάροδο των ετών είναι πιθανότατο να συνεχίσει να στηρίζει ο έφηβος και ο ενήλικας «πιστός» αυτό που αναγκάστηκε να αποστηθίσει και να αποδεχτεί φοβούμενος σαν παιδί. Παραπλάνηση και εκμετάλλευση είναι λοιπόν ο στόχος!

Πέρα απ' αυτό, όλοι οι θρησκευτικοί ηγέτες απευθύνονται σε στρώματα της κοινωνίας με χαμηλή μόρφωση, άρα εξ ορισμού θα έπρεπε να είναι απλές και άμεσα κατανοητές οι αρχές της θρησκείας. Στην πραγματικότητα έχουν δημιουργηθεί στην πορεία του χρόνου και με το εκπαιδευτικό μονοπώλιο εξασφαλισμένο, περίπλοκες εγκεφαλικές κατασκευές με αλληλεξαρτήσεις και αλληλεπιδράσεις, ώστε να στηρίζει και να ερμηνεύει η μια κουβέντα την άλλη και η κάθε επινοημένη ιστορία να οδηγεί δήθεν σε μια βαθύτερη «αλήθεια», κάποιο «δόγμα», με τον ίδιο τρόπο που αλληλοστηρίζονται οι κάρτες σε ένα πύργο από τραπουλόχαρτα. Μόλις αφαιρεθεί ένα χαρτί, καταρρέει ολόκληρος ο πύργος (και η θρησκεία)...

Διαπιστώνουμε επίσης ότι οι διάφορες ερμηνείες και οι σχολιασμοί των γραφών για παραγέμισμα του θεολογικού περιεχομένου διατυπώθηκαν με την πάροδο των αιώνων, ταυτόχρονα με την υποκλοπή και υιοθέτηση ιδεών και κειμένων αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων· από μόνες τους οι ηθικολογίες της ερήμου δεν επαρκούσαν για να συγκροτηθεί μια αποδεκτή θεολογία! Όταν πίστεψαν δε οι «πατέρες» ότι πήραν ό,τι είχαν να πάρουν από την ελληνική φιλοσοφία, ξεκίνησαν τη συκοφάντηση και διαστρέβλωση του ελληνικού πολιτισμού: «Έλληνες, κλέπται πάσης γραφής!» Προφανέστατα, εδώ προβάλλεται το χριστιανικό ήθος του κλέφτη που φωνάζει για να φοβηθεί ο νοικοκύρης...

Και όλα αυτά συνέβησαν, αφού ο ρωμαϊκός στρατός είχε επιβάλλει ήδη τη μοναδικότητα της χριστιανικής θρησκείας και ο εκκλησιαστικός μηχανισμός κατείχε το αποκλειστικό προνόμιο της εκπαίδευσης. Έτσι, ελέγχονταν όλες οι «ερμηνείες» και προεκτάσεις που επινοούσαν διάφοροι «πατέρες», χωρίς τον κίνδυνο αντιλόγου από μη χριστιανική πλευρά. Ο Κέλσος και ο Πορφύριος που πρόλαβαν να διατυπώσουν με μεγαλειώδη κείμενα τις αντιρρήσεις τους, διαστρεβλώθηκαν και αποσιωπήθηκαν συστηματικά, τα δε κείμενά τους αποφασίστηκε με αυτοκρατορική νεαρά και απόφαση οικουμενικής συνόδου να παραδοθούν στην πυρά.

Εννοείται, αντιρρησίες συνέχισαν να παρουσιάζονται, αλλά πλέον μέσα στον κύκλο των ορθοδόξων, οι οποίοι αλληλοχαρακτηρίζονταν «αιρετικοί»· οι εκάστοτε μειονεκτούντες στρατιωτικά δέχονταν δε τις εκδηλώσεις της «χριστιανικής αγάπης» από τους ισχυρότερους με εκτελέσεις, βασανιστήρια, εξορίες κ.λπ., ακριβώς όπως συνέβη και τους προηγούμενους αιώνες με τους μη χριστιανούς, τους ιουδαίους, τους εθνικούς και αργότερα τους μουσουλμάνους... Και όλα αυτά αυστηρά μέχρι τα σύνορα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όσο έφταναν τα ρωμαϊκά όπλα, καθόλου στην Περσία, καθόλου στην Αραβία, καθόλου στην ανατολική Ασία, καθόλου στην κεντρική και νότια Αφρική και την Αμερική...

Πολύ ενδιαφέρον είναι επίσης ότι αρκετοί δήλωσαν ότι διαχώρισαν τη θέση τους από τη θρησκεία και την εκκλησία, όταν έκαναν τον κόπο να διαβάσουν τα «ιερά βιβλία» της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης — ολόκληρα, από την ιουδαϊκή εκκίνηση μέχρι την αποστολική κατάληξή της. Έμειναν δε κατάπληκτοι για την κακοήθεια και τις εγκληματικές επινοήσεις ενός θεού που δεν διστάζει:
  • να διατάξει τη θανάτωση δεκάδων, εκατοντάδων ή και χιλιάδων ανθρώπων, συχνά υπερήλικων και γυναικόπαιδων, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο και σίγουρα όχι για λόγους αγάπης…
  • να διατάξει την εξόντωση χιλιάδων «εχθρικών» γυναικών, επειδή δεν ήταν πλέον παρθένες, άρα «άχρηστες»…
  • να επιβάλει σε άλλη περίπτωση και πάλι τη δολοφονία χιλιάδων κατοίκων κωμοπόλεων, επειδή βρέθηκαν στο δρόμο του «εκλεκτού λαού» (Ιησούς του Ναυή).
Και πάντα σύμφωνα με το σύνθημα που αξιοποίησε και ο Μπους στο Ιράκ: «Όποιος δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου!» (Ιησούς των Χριστιανών, κατά Ματθαίον 12.30).

Άθεοι, άθρησκοι και Αγνωστικιστές

Πέρα από τους αδιάφορους ή άθρησκους, αρκετοί δηλώνουν ευθέως άθεοι, δηλαδή ότι είναι πεπεισμένοι πως δεν υπάρχει θεός, άλλοι όμως φαίνεται να επιλέγουν την ουδέτερη στάση του αγνωστικιστή, αφήνοντας στο συνομιλητή την απόδειξη για το αν και τι υπάρχει. Ο αγνωστικιστής απαντάει καταρχάς στην ερώτηση αν υπάρχει θεός με ένα «δεν γνωρίζω» ή ότι «δεν θα μπορέσω ποτέ να μάθω, αν υπάρχει θεός ή όχι». Θα μπορούσε όμως εξ ίσου σωστά να απαντήσει με ένα «ίσως», ίσως ναι, ίσως όχι… Έχει έτσι και τη μεγαλύτερη ευχέρεια επιχειρηματολογίας από κάποιον που απαντάει δογματικά, «ναι, υπάρχει!» ή «όχι, δεν υπάρχει!».

Βέβαια, κι αυτός που απαντάει με ένα σαφές «όχι», καθόλου δεν δυσκολεύεται στην επιχειρηματολογία του! Έχει την εμπειρία μιας ζωής και τόσων αιώνων στο παρελθόν για να αξιολογήσει οριστικά το μηχανισμό που, όπως λένε, δημιούργησε ο ίδιος ο θεός, τη χριστιανική εκκλησία, με καταγεγραμμένο πλούσιο εγκληματικό «έργο»:

Μεθοδευμένες καταστροφές πολιτισμών από τους εκκλησιαστικούς «πατέρες» και τους πιστούς Ρωμαίους αυτοκράτορες και στρατηγούς, αλλεπάλληλες σφαγές «βαρβάρων» για εκχριστιανισμό και, ευκαιρίας δοθείσης, για υποδούλωση και κατάκτηση των εδαφών τους.

Αλληλοσφαγές μεταξύ «ορθόδοξων» και «αιρετικών» πάσης φύσεως και κάθε εποχής.

Πάμπολλες σταυροφορίες των χριστιανών (8 στην Ανατολή, 4-5 στη νότια Γαλλία και πάνω από 50 στη Βόρεια Ευρώπη, τις οποίες δεν διδασκόμαστε στο σχολείο) με απανωτές σφαγές «απίστων», «αιρετικών» και γυναικόπαιδων που δεν ήξεραν ή δεν ήθελαν ή δεν πρόλαβαν να επιλέξουν τη σωστή πλευρά.
ΔΕΣ:

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ: Η ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1096)

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ: Α' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1096 - 1099)

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ: Β' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1147 - 1149)

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ: Γ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1189 - 1192)

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ: Δ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1201 - 1204)

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ: Η ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΛΒΙΓΗΝΩΝ (1208 - 1244)

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ: Η ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ 1212

ΝΑΪΤΕΣ ΙΠΠΟΤΕΣ

Εκτεταμένες και συστηματικές δολοφονίες επί αιώνες «μάγων», «μαγισσών» και κάθε άλλου ενοχλητικού συμπολίτη.

Συστηματική εισαγωγή και διακίνηση ειδωλολατρικών εξαρτημάτων, «τίμιου ξύλου», ιερών πτωμάτων, άγιων υφασμάτων (σινδόνη, ζώνη, παντόφλες κ.ά.) και πλήθους θαυματουργών εικόνων - όχι αυτές στο Μοναστηράκι, αλλά τις άλλες με τα ασημόχρυσα στολίδια, δίπλα στο παγκάρι...

Εμπορία της υπεσχημένης «άφεσης αμαρτιών» με τη διακίνηση συγχωροχαρτιών από Ανατολικούς και Δυτικούς χριστιανούς.

Εμπαθής δίωξη των φυσιοδιφών και συστηματική προσπάθεια παρεμπόδισης της επιστημονικής και κοινωνικής προόδου, σε εποχές που οι άνθρωποι πέθαιναν κατά εκατομμύρια από τις επιδημίες (πανούκλα, ευλογιά, χολέρα κ.ά.), τις οποίες έστελνε ο ίδιος ο θεός, όπως έλεγαν οι εκπρόσωποί του.

Διαχρονική ταύτιση με όλους τους αντιδραστικούς και καταπιεστικούς μηχανισμούς, από τους φεουδάρχες, τους ευγενείς και τους βασιλιάδες, μέχρι τους πολεμοκάπηλους, τους εμπόρους όπλων και τους δικτάτορες.

Μεθοδευμένη διατήρηση των «πιστών» της Αφρικής, της Ασίας και της Νότιας Αμερικής στη φτώχεια και την αμάθεια.

Αυστηρή απαγόρευση της χρήσης προφυλακτικών σε αμόρφωτους και απληροφόρητους ανθρώπους που μαστίζονται από το Aids και άλλα μεταδιδόμενα νοσήματα, και άλλα πολλά, πάρα πολλά ακόμα — και το κυριότερο, όλα αυτά στο όνομα του θεού, από ανθρώπους που έχει «επιλέξει» ως ιερωμένους και «φωτίσει» το άγιο πνεύμα, δηλαδή ο θεός. Όλα μπροστά στα «μάτια» του, τη στιγμή που αυτός σιωπά...

Αυτή η ουδετερότητα ή έστω απάθεια ενός πιθανού θεού αποτελεί, όχι αντικείμενο θεολογικής μελέτης και ερμηνείας (βλέπε Θεοδικία), αλλά τεκμήριο ανυπαρξίας (ή συνενοχής): αν υπήρχε αυτός ο πάνσοφος, παντογνώστης, παντοδύναμος και πανάγαθος θεός, θα έπρεπε να έχει επέμβει εδώ και πολλούς αιώνες για να κόψει τα χέρια και τα κεφάλια αυτών των εμπαθών που δολοφονούσαν στο δικό του όνομα, θα είχε ισοπεδώσει τους ιουδαιο-χριστιανούς καλόγερους που δολοφονούσαν με τα ρωμαϊκά όπλα στο όνομα του θεού τους εθνικούς και άλλους ετερόθρησκους, κατέστρεφαν έργα πολιτισμού και εγκλώβιζαν την πρόοδο των ανθρώπων στα σκοταδιστικά βιβλία του ιουδαϊκού ιερατείου, θα είχε εξαφανίσει τους Φράγκους που εξόντωσαν πολλούς ομόφυλους λαούς, κυρίως Σάξονες, με στόχο τον εκχριστιανισμό και την υποδούλωσή τους, θα είχε βουλιάξει στη θάλασσα τους αλητόβιους σταυροφόρους, οι οποίοι για την πίστη και τον πλουτισμό τους και με το κεντρικό σύμβολο του χριστιανισμού στο στήθος, εξόντωσαν λαούς, φυλές και εθνικές οικογένειες, όπου και όποτε επαρκούσαν τα όπλα τους, θα είχε εξοντώσει τις καθολικές συμμορίες που έσφαζαν συστηματικά και βάσει σχεδίου τους Ουγενότους στη Γαλλία και προκάλεσαν μετακινήσεις πληθυσμών στην κεντρική Ευρώπη, θα είχε εξαφανίσει σε μια στιγμή τον τυχοδιώκτη Ναπολέοντα Βοναπάρτη και το επιτελείο του που θυσίασαν για τη μεγαλομανία τους εκατοντάδες χιλιάδες άτομα -μόνο στην εκστρατεία κατά της Ρωσίας περί τις 700.000 ανθρώπους, πέρα από τα ζώα, θα είχε κάνει σκόνη τους πολέμαρχους στις συγκρούσεις του 20ου αιώνα, με τις δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς και τραυματίες, όπου οι στρατιώτες εκόντες άκοντες αναγκάστηκαν να πολεμούν με το σύνθημα «Ο θεός μαζί μας» — και οι δύο πλευρές, Γάλλοι και Γερμανοί, Πολωνοί και Ρώσοι, Έλληνες και Βούλγαροι, θα είχε συντρίψει τους εγκληματίες πολεμοκάπηλους στο Βιετνάμ και στο Ιράκ οι οποίοι, στο όνομα του θεού και δήθεν του πολιτισμού και ύστερα από «συνομιλία με το θεό» (Nixon, Bush, Blair), δολοφόνησαν ανύποπτους ανθρώπους και, πρωτίστως, αβοήθητα παιδιά, θα είχε αποτρέψει τις δολοφονικές επιθέσεις στους δίδυμους πύργους της Ν.Υ. που έγιναν κι αυτές στο δικό του όνομα, με τις χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες, εργαζόμενους και επισκέπτες, και πολλά άλλα ακόμα. Η «σιωπή του θεού» επιβεβαιώνει την ανυπαρξία ή έστω την αδιαφορία και απάθειά του, όπως έλεγαν ήδη οι αρχαίοι Επικούρειοι για τα γεγονότα στη Γη.

Και ως προς την αστειότητα του επιχειρήματος περί «ελεύθερης βούλησης» του ανθρώπου που δήθεν παραχωρεί απλόχερα ο «παντογνώστης» θεός, θα έπρεπε να δεχθούμε ότι όλα τα διαχρονικά εγκλήματα σε βάρος αβοήθητων ανθρώπων, π.χ. των αγροτόπαιδων στο Βιετνάμ, έγιναν για να μπορεί να εκδηλώσει την ελεύθερη βούλησή του ο ηθικός δράστης, πιστός χριστιανός και πρόεδρος Νίξον ή ο εξ ίσου πιστός χριστιανός, αυτουργός δολοφόνος πιλότος των βομβαρδιστικών αεροπλάνων... Οι θεολογικές δικολαβίες λειτουργούν πάντα υπέρ πλουσίων και δυνατών και σε βάρος των ανήμπορων και φτωχών!
 
Πίστη και γνώση

Τελικά, όσοι δεν δέχονται θεό ή θεούς, θρησκείες και θρησκευτικούς μηχανισμούς, σε τι πιστεύουν;

Καταρχάς, δεν χρειάζεται να «πιστεύουν» σε κάτι παρά μόνο να κάνουν τρόπο ζωής αυτά που γνωρίζουν, ως άτομα ή ως κοινωνικές ομάδες. Όλοι αυτοί που έχουν εγκαταλείψει τις φαντασίες της θρησκευτικής πίστης, έχουν αυτοπεποίθηση, στηρίζονται στην προσωπικότητα που δημιούργησαν με την παιδεία τους, γνωρίζουν και αξιοποιούν τα επιτεύγματα της επιστήμης και τις ανθρωπιστικές επιπτώσεις της, δεν πέφτουν θύματα σε φανταστικές απειλές και φοβίες για επερχόμενες καταστροφές, τις οποίες δήθεν προγραμματίζει ο «θεός της αγάπης» ή «έχει γραφτεί» σε κάποιο φανταστικό βιβλίο ή προβλέπει κάποιο ημερολόγιο…

Αυτοί οι απελευθερωμένοι άνθρωποι:
  • Στηρίζονται στην αγάπη, τη φιλία, την εμπιστοσύνη, την αλληλεγγύη των διαφωτισμένων συνανθρώπων τους.
  • Δεν διεκδικούν καμιά ατομική «σωτηρία» με ταυτόχρονη αδιαφορία τι θα συμβεί στους «άλλους» ανθρώπους, ομοεθνείς ή αλλόφυλους.
  • Μόνο μέσα στην κοινωνία ελπίζουν να αναδειχθούν, να πετύχουν τους στόχους τους, να απολαύσουν τη ζωή που οραματίζονται για τον εαυτό τους, τους ανθρώπους της οικογένειας και του κύκλου τους και όλους τους συνανθρώπους τους.
  • Αισθάνονται ένα κομμάτι της πολύπλοκης φύσης, αποδέχονται ότι είναι μία από τις μονάδες που είχαν τη σκανδαλώδη εύνοια της τύχης να γεννηθούν (εκατομμύρια σπερματοζωάρια χάνονται) και να ζήσουν τη ζωή στον υπαρκτό κόσμο που γνωρίζουμε.
  • Είναι πεπεισμένοι για την αέναη επανάληψη του κύκλου γέννηση-ζωή-θάνατος, από τα υλικά του σύμπαντος στην έμβια φύση και πάλι πίσω.
Συνέχεια και πρόσκληση για συμμετοχή

Ο αναγνώστης θα διαπιστώσει, αν μπορεί κι εδώ στην Ελλάδα κάθε άνθρωπος, κάθε συγγενής ή φίλος, κάθε γείτονας ή απλά γνωστός να είναι ένας άθεος, άθρησκος, αγνωστικιστής ή αδιάφορος για τη θρησκεία και τη θρησκευτική πίστη και πώς κατέληξε σ' αυτή την επιλογή· ο δικηγόρος, ο περιπτεράς, η μαγείρισσα, ο μηχανικός, ο ζαχαροπλάστης, η μοδίστρα, ο δάσκαλος, ο φοιτητής ή η νοικοκυρά...

Ενδεικτικός οδηγός σχετικά με την επιλογή σας να είστε άθεος/άθρησκος/αγνωστικιστής/αδιάφορος:

Ποιες εμπειρίες αποκτήσατε για τη θρησκεία και την εκκλησία μέχρι τώρα στον περίγυρό σας — οικογένεια, εκπαίδευση, φίλους;

Από πότε θεωρείτε τον εαυτό σας άθεο/άθρησκο/αγνωστικιστή/αδιάφορο;

Υπάρχουν συγκεκριμένα γεγονότα που σας οδήγησαν σ’ αυτή την αντίληψη;

Αφού δεν αποδεχόσαστε την πίστη σε κάποιο θεό, τι έχετε αντ’ αυτού, τι δίνει νόημα και στήριγμα στη ζωή σας και στον κόσμο;

Ποιες επιπτώσεις προέκυψαν από την επιλογή σας;

Ψυχολογικές (αισθανθήκατε ανασφάλεια, απόγνωση ή φόβο, καμιά αλλαγή …)
Κοινωνικές (αντιμετωπίσατε απόρριψη, προτιμάτε απόκρυψη της επιλογής σας, ενδιαφέρεστε να επηρεάσετε άλλους, επιπτώσεις στην οικογένεια και στο επάγγελμα…)
Συγκριτικά με άλλους (θέση σας στην οικογένεια και την κοινωνία σε σύγκριση με εκείνη πιστών σε κάποια θρησκεία…)

Τι θα λέγατε σε κάποιους που προβληματίζονται για το δικό τους δρόμο στη ζωή και σας ζητήσουν μια συμβουλή;