Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ: Η ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ 1212

Η ΣΤΑΥΡΙΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ ΤΟ ''ΜΑΓΙΚΟ ΑΥΛΟ''

ΟΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΕΝΙΚΑ 

Οι σταυροφορίες δεν ήταν απλώς ένα κίνημα φλογερών θρησκευομένων που κίνητρό τους ήταν η αγνή επιθυμία να απελευθερώσουν τα ιερά της πίστης τους από τους μισητούς απίστους. Στην πραγματικότητα, παρά τις πειρατικές συγκρούσεις, οι Μουσουλμάνοι γενικά διατηρούσαν καλύτερες σχέσεις με τους Λατίνους Χριστιανούς παρά με τους Βυζαντινούς. Με εξαίρεση τις πρώτες δεκαετίες της διάδοσης του Ισλάμ τον 7ο αιώνα, το δόγμα του Μωάμεθ περί ιερού πολέμου δεν αφορούσε γενικά τους Χριστιανούς.  Οι Χριστιανοί θεωρούνταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας στις περιοχές που ελέγχονταν από Μουσουλμάνους, οι οποίοι συνήθως δεν τους κακομεταχειρίζονταν....

Οι σταυροφορίες συνδέονται με μια μακρόχρονη παράδοση θρησκευτικών προσκυνημάτων. Στην Παλαιστίνη υπήρχαν και υπάρχουν ιερά αφιερωμένα σε τρεις θρησκείες (Χριστιανική, Μουσουλμανική και Ιουδαϊκή), και ένα τέτοιο ταξίδι αποτελούσε το κορύφωμα της πνευματικής ζωής του πιστού. Ο 11ος αιώνας ήταν εποχή αφύπνισης της θρησκευτικής συνείδησης των Χριστιανών της Δύσης. 

Παράλληλα παρατηρείται κάποια αύξηση της κίνησης των προσκυνητών, ιδίως προς την Ιερουσαλήμ. Κοσμικοί δυνάστες του 11ου αιώνα, ιδίως εκείνοι που φημίζονταν για τη βίαιη ιδιοσυγκρασία τους, όπως οι κόμητες Φούλκων ο Ανδηγαυικός και Ροβέρτος ο Διάβολος της Νορμανδίας, κινούσαν για προσκυνήματα που αποτελούσαν δημόσια γεγονότα πρώτου μεγέθους. Οι προσκυνητές, σε αντίθεση με τους σταυροφόρους, υποτίθεται ότι ήταν άοπλοι, αν και είναι γνωστό ότι ομάδες προσκυνητών νίκησαν Μουσουλμανικές στρατιές.

Η ιδέα του Χριστιανικού ιερού πολέμου κατείχε κεντρική θέση στο κίνημα των σταυροφοριών. Ο Ιερός Αυγουστίνος είχε μιλήσει για τον «δίκαιο πόλεμο», που διεξάγεται για την υπεράσπιση ή την ανάκτηση μιας νόμιμης ιδιοκτησίας. Οι Βυζαντινοί χρησιμοποίησαν τη θρησκευτική εχθρότητα προς τους Μουσουλμάνους ως πολιτικό όπλο στις κατακτήσεις τους του 10ου αιώνα. Ο Καρλομάγνος έδρασε συνειδητά ως στρατιωτικός φορέας του εκχριστιανισμού για να διαδώσει το Λόγο του Θεού στους άθεους. 

Μολονότι η Γερμανική προώθηση προς τα ανατολικά κατά των Σλάβων δεν διέθετε τη μεσσιανική ρητορεία των εκστρατειών κατά των μουσουλμάνων, ωστόσο εκχριστιάνισε τους Σλάβους με τη δύναμη των όπλων, όπως ακριβώς είχε κάνει ο Καρλομάγνος στους προγόνους τους. Η ιδέα ενός ιερού πολέμου κατά των απίστων διαποτίζει το έπος Το άσμα του Ρολάνδου, που γράφτηκε στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα, ακριβώς όταν οι πάπες άρχισαν να δίνουν στο δόγμα του Αυγουστίνου περί κτήσεως την ερμηνεία πως οι χριστιανοί ήταν οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της Ιερουσαλήμ. 

Ο Ροβέρτος Γυισκάρδος, που ήταν υποτελής του Πάπα, εξεστράτευσε μετά το 1061 στη Σικελία εν ονόματι της θρησκείας. Ο Πάπας Γρηγόριος Ζ' έλπιζε να οδηγήσει ο ίδιος μια εκστρατεία προς την Ανατολή το 1074. Οι Πάπες συστηματικά υποστήριξαν τη θέση ότι οι πόλεμοι που διεξάγονταν ή υποστηρίζονταν από τους ίδιους ήταν ιεροί αγώνες, ευλογημένοι από τον Θεό. Η ιδέα ενός πολέμου εμπνεόμενου από τα Χριστιανικά ιδεώδη πήρε έντονες διαστάσεις στη διάρκεια της Χριστιανικής «Ανακατάκτησης» της Ισπανίας, όπου ήδη στα μέσα του 10ου αιώνα οι Χριστιανοί λόγιοι σύχναζαν στις Μουσουλμανικές σχολές του Τολέδου. 

Μολονότι σημειώθηκαν κάποιες συρράξεις μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων στη Χριστιανοκρατούμενη χώρα των Βάσκων στα βορειοδυτικά, μέχρι τις αρχές του 11ου αιώνα οι Χριστιανοί ηγεμονίσκοι πολεμούσαν συχνότερα μεταξύ τους παρά κατά των Μουσουλμάνων. Ο θρύλος ότι στην Κομποστέλλα, στη βορειοδυτική Ισπανία, είχαν βρεθεί τα λείψανα του απόστολου Ιακώβου, τον ανέδειξε σε προστάτη άγιο της Ανακατάκτησης, και η Κομποστέλλα έγινε ο πιο σημαντικός, ίσως, τόπος προσκυνήματος στη Δύση.

Οι εξελίξεις στην Ανατολή επίσης επιτάχυναν τις σταυροφορίες. Μέχρι τον 11ο αιώνα, οι Άραβες είχαν κυριαρχήσει στον Μουσουλμανικό κόσμο, αλλά η κατάσταση άλλαξε με τον ερχομό των Σελτζούκων Τούρκων. Πολλοί Τούρκοι είχαν υπηρετήσει ως επαγγελματίες στρατιώτες τόσο για τους Αββασίδες όσο και για τους Φατιμίδες χαλίφες, καθώς και για τους εμίρηδες, αλλά δεν ήταν πια νομάδες ή μέλη φυλών. Τον 11ο αιώνα νέα κύματα Τούρκων νομάδων εισήλθαν στην Εγγύς Ανατολή. 

Μια από τις ηγέτιδες οικογένειες, οι Σελτζούκοι, ασπάσθηκε τον Σουνιτικό Μουσουλμανισμό. Στο χρονικό διάστημα 1038 - 1040, οι Σελτζούκοι κατέκτησαν την Περσία. Το 1055, καθώς το Ιράκ φαινόταν έτοιμο να υποκύψει στους Φατιμίδες της Αιγύπτου, ο Τογρούλ Βέης, ηγέτης των Σελτζούκων, κατέλαβε τη Βαγδάτη και εκθρόνισε τον τελευταίο Μπουγίδη ηγεμόνα. Πολλοί Μουσουλμάνοι θεωρούσαν τους Μπουγίδες αιρετικούς και έτσι χαιρέτισαν την Τουρκική κατοχή της Βαγδάτης ως απελευθέρωση. Ο χαλίφης έδωσε στον Τογρούλ τον τίτλο του Σουλτάνου (νικητή). 

Ο Χαλίφης παρέμεινε κατ' όνομα ηγεμόνας, αλλά την πραγματική εξουσία ασκούσε ο Τούρκος μεγάλος Σουλτάνος. Σύντομα οι Τούρκοι κατέκτησαν μια Αυτοκρατορία που περιλάμβανε την Περσία, τη Μεσοποταμία, τη Συρία κι ένα μεγάλο τμήμα της Παλαιστίνης. Το 1071 ο μεγάλος Σουλτάνος Αλπ Αρσλάν συνέτριψε τον Βυζαντινό στρατό στο Μαντζικέρτ. Το 1092 οι Τούρκοι είχαν πια εκδιώξει τους Έλληνες από τη Μικρά Ασία, από την οποία περνούσαν οι Χριστιανοί προσκυνητές ταξιδεύοντας προς την Παλαιστίνη. 

Για να αποδυναμώσουν τον Αλπ Αρσλάν, οι Βυζαντινοί ενθάρρυναν την ίδρυση ενός αποσχιστικού καθεστώτος στη Μικρά Ασία, που ονομάστηκε Σουλτανάτο της Ρωμανίας (Rum, δηλαδή Ρώμη). Αλλά οι Βυζαντινοί αντιμετώπιζαν προβλήματα και στο δυτικό τους μέτωπο. Το Μπάρι, το τελευταίο Βυζαντινό φυλάκιο στη Ιταλία, καταλήφθηκε από τον Ροβέρτο Γυισκάρδο το 1071, τη χρονιά της μάχης του Μαντζικέρτ. Μετά ο Γυισκάρδος έπληξε τα συμφέροντα των Βυζαντινών ακόμα πιο ανατολικά, και οι Έλληνες κατάφεραν να αποκρούσουν τους Νορμανδούς μόνο χάρη στην εξαγορά της βοήθειας των Ενετών.
 
 
Το 1082 ο Αυτοκράτορας εξέδωσε χρυσόβουλο που παραχωρούσε στους Ενετούς το δικαίωμα να ιδρύσουν μόνιμη εμπορική αποικία, όπου θα ίσχυε ο ενετικός νόμος, στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και το δικαίωμα να ελέγχουν τις αποβάθρες και ουσιαστικά το μονοπώλιο του Βυζαντινού εμπορίου με τη Δύση. Επομένως, ο πρόλογος των σταυροφοριών περιλάμβανε την εχθρότητα όχι μόνο μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων, αλλά και μεταξύ των Νορμανδών Χριστιανών, που κυρίως συμμετείχαν στις σταυροφορίες, και των Ελλήνων Χριστιανών, τους οποίους οι σταυροφόροι υποτίθεται ότι έπρεπε να βοηθούν κατά των Τούρκων.

Έτσι, η αρχική ώθηση για το κίνημα των σταυροφοριών προήλθε από τον άνθρωπο του οποίου οι απόγονοι θα έβγαιναν τελικά οι πιο ζημιωμένοι, δηλαδή από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα. Υπολογίζοντας στη στρατιωτική, αν όχι στην πνευματική, ισχύ των Δυτικών, ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α' Κομνηνός ζήτησε από τον Πάπα Ουρβανό Β' (1088 - 1099) να τον βοηθήσει να συγκεντρώσει στρατό. 

Φαίνεται ότι ο Αλέξιος έλπιζε στη συγκρότηση ενός επίλεκτου σώματος σταυροφόρων που θα πολεμούσαν υπό τις δικές του διαταγές. Αλλά αντί γι' αυτό, βρήκε μπροστά του πολυπληθείς στρατιές που οι ηγέτες τους προωθούσαν τα δικά τους κατακτητικά σχέδια.

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΩΝ 1204 - 1244

Το πρόβλημα της Παλαιστίνης παρέμενε άλυτο. Μετά το 1163, η πλάστιγγα της εξουσίας είχε γείρει αποφασιστικά υπέρ των Βαρόνων. Κατά τον 12ο αιώνα συγκροτήθηκε ένα ανώτατο δικαστήριο, στην πράξη ένα δικαστήριο ομοτίμων, που τον 13ο αιώνα είχε αναλάβει, εκτός από δικαστικές, και νομοθετικές αρμοδιότητες. Στο δικαστήριο αυτό συμμετείχαν οι ευγενείς, οι επίσκοποι, οι ξένοι υψηλόβαθμοι σταυροφόροι και οι μάγιστροι των στρατιωτικών ταγμάτων. 

Ο βασιλιάς κατείχε σχεδόν διακοσμητικό ρόλο. Αρκετοί βαρόνοι έκοβαν δικό τους νόμισμα και πολλοί ασκούσαν ανεξάρτητη δικαστική εξουσία. Οι ιταλικές πόλεις και η Μασσαλία αντλούσαν σημαντικά κέρδη από την οργάνωση τακτικών ταξιδιών για προσκυνητές προς και από τους Αγίους Τόπους, αλλά οι ασταθείς συνθήκες σήμαιναν ότι ελάχιστοι παρέμεναν μόνιμα εκεί.

Ακόμα και πριν από την τέταρτη σταυροφορία, ορισμένοι ιεροκήρυκες είχαν υποστηρίξει ότι η αποτυχία των σταυροφοριών οφειλόταν στην ανθρώπινη οίηση: αυτό που δεν μπορούσαν να πετύχουν οι βασιλιάδες μπορούσε να επιτευχθεί από τους αθώους και τους πένητες, που με τη ζωή και το πνεύμα τους προσέγγιζαν πιο πολύ τον Χριστό και τους αποστόλους του. Μια τέτοια ομάδα επιχείρησε το 1212 την πολύ παρεξηγημένη «Σταυροφορία των Παιδιών». Ομάδες φτωχών εφήβων (και όχι, όπως πιστεύαμε κάποτε, μικρών παιδιών) πορεύτηκαν προς τη Γένουα και τη Μασσαλία. 

Καθώς τα ύδατα της Μεσογείου δεν χωρίστηκαν αποκρινόμενα στις προσευχές τους, κίνησαν με πλοία για την Παλαιστίνη. Ορισμένοι έφηβοι πουλήθηκαν σε σκλαβοπάζαρα από τους Τούρκους, αλλά άλλοι κατάφεραν να επιστρέψουν στην Ευρώπη. Το 1212 ο Ιννοκέντιος Γ' κήρυξε νέα σταυροφορία. Οι εξελίξεις μετά το θάνατο του Σαλαδίνου είχαν επιφέρει αλλαγές υπέρ της Αιγύπτου στο συσχετισμό δυνάμεων τ ου ισλαμικού κ όσμου, κι έτσι η Αίγυπτος τώρα είχε γίνει το κλειδί για την επικράτηση στην Παλαιστίνη. 

Το 1217, μια στρατιά, η «πέμπτη σταυροφορία», που την αποτελούσαν κυρίως Αυστριακοί και Ούγγροι, διέπλευσε με ενετικά σκάφη τη Μεσόγειο και πολιόρκησε τη Δαμιέττη στις όχθες του Νείλου. Ο άγιος Φραγκίσκος της Ασσίζης, ο κορυφαίος εκπρόσωπος του ιδεώδους της πενίας που εκφράστηκε με τη «Σταυροφορία των Παιδιών» το 1212, προσχώρησε στη σταυροφορία στη Δαμιέττη. 

Κήρυξε τον Χριστιανισμό και την πνευματική αρετή της πενίας στον Σουλτάνο Αλ-Κάμιλ ο οποίος, αφού τον άκουσε όπως απαιτούσε η ευγένεια, έστειλε τον μικροκαμωμένο Φραγκίσκο πάνω σε έναν μεγάλο ελέφαντα πίσω στους προστάτες του. Η Δαμιέττη καταλήφθηκε τον Νοέμβριο του 1219, αλλά οι σταυροφόροι δεν μπόρεσαν να την κρατήσουν πάνω από δύο χρόνια. Ο Αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β' είχε ορκιστεί να συμμετάσχει σε μια σταυροφορία ως αντάλλαγμα για την Παπική αναγνώριση του στέμματός του. 

Είδαμε ότι τελικά έφτασε στην Παλαιστίνη μόλις το 1228 και ότι αναγκάστηκε να συγκρουστεί με τον Πάπα Γρηγόριο Θ', κατάφερε όμως να συνάψει δεκαετή εκεχειρία και να εξασφαλίσει την παραχώρηση της Παλαιστίνης ξανά στους Χριστιανούς. Ο Φρειδερίκος αναγκάστηκε να επιστρέψει εσπευσμένως στην Ιταλία, αφήνοντας ως αντιβασιλέα στην Παλαιστίνη τον νεαρό γιο του Κορράδο Δ'.
 
 
Ο πόλεμος μεταξύ του Αυτοκρατορικού στρατού και των δυνάμεων του Βαΐλου Ιωάννη του Ιμπελέν, που τον υποστήριζαν οι περισσότεροι ευγενείς της Παλαιστίνης, έφερε την τελειωτική στρατιωτική αποδυνάμωση του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Οι Μουσουλμάνοι κατέλαβαν για τελευταία φορά την Ιερουσαλήμ, σχεδόν ερήμην αντιπάλου, το 1244.

Η ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Το ζήτημα της Αντιόχειας είχε τακτοποιηθεί ακριβώς στην ώρα για τη νέα Σταυροφορία. Ακόμα από την εποχή της απογοητεύσεώς του από την Τετάρτη Σταυροφορία, ο Innocent ετοιμαζόταν για μια πιο άξια προσπάθεια για τη σωτηρία της Ανατολής. Είχε εμποδιστεί από πολλούς περισπασμούς. Υπήρξε το δύσκολο πρόβλημα των αιρετικών στη νότια Γαλλία που έπρεπε να λυθεί· και η απάνθρωπη λύση της Αλβιγγιανής Σταυροφορίας, αν και αυτός την είχε εμπνεύσει και είχε δώσει στους σταυροφόρους αφέσεις αμαρτιών παρόμοιες με εκείνες που κέρδιζαν σ' έναν πόλεμο κατά των απίστων, είχε προκαλέσει δυσκολίες, με τη σειρά της. 

Το 1211, σε απάντηση προς μια εισβολή του Αλμοάδη βεζίρη, Αn-Nasir, στην Καστίλη, είχε κηρύξει τη Σταυροφορία στην Ισπανία και οι προσπάθειές της είχαν δικαιωθεί με την υπέροχη νίκη της Las Navas de Tolosa τον Ιούλιο του 1212, όταν νικήθηκε ο Αφρικανικός στρατός και άρχισε μια καινούργια φάση της Χριστιανικής ανακατακτήσεως. Αλλά πολύ λίγοι ιππότες ήσαν πρόθυμοι να κάνουν το ταξίδι στους Αγίους Τόπους. Η μόνη ανταπόκριση στις παρακλήσεις για τη σωτηρία της Ιερουσαλήμ προήλθε από μία εντελώς διαφορετική τάξη.

Μια μέρα του Μαΐου 1212, εμφανίστηκε στον Άγιο Διονύσιο, όπου έμενε ο βασιλεύς Φίλιππος της Γαλλίας με την αυλή του, ένα τσοπανόπουλο δώδεκα περίπου χρονών ονομαζόμενο Stephen, από τη μικρή πόλη Κλονά του Ορλεαναί. Έφερε μαζί του μια επιστολή για τον βασιλέα που, όπως είπε, του την είχε δώσει αυτοπροσώπως ο Χριστός, που είχε εμφανισθεί σ' αυτόν ενώ έβοσκε τα πρόβατά του και του είχε πει να πάει και να κηρύξει τη Σταυροφορία. Ο βασιλεύς Φίλιππος δεν εντυπωσιάστηκε από το παιδί και του είπε να γυρίσει στο σπίτι του. 

Αλλά ο Stephen, του οποίου ο ενθουσιασμός είχε εξαφθεί από τον μυστηριώδη επισκέπτη του, είδε τον εαυτό του σαν έναν εμπνευσμένο αρχηγό ο οποίος θα πετύχαινε εκεί που οι μεγαλύτεροί του είχαν αποτύχει. Κατά τα προηγηθέντα δεκαπέντε χρόνια, διάφοροι ιεροκήρυκες τριγύριζαν στην ύπαιθρο κηρύττοντας μια Σταυροφορία εναντίον των μωαμεθανών της Ανατολής ή της Ισπανίας ή εναντίον των αιρετικών του Λαγκεντόκ. Ήταν εύκολο για ένα υστερικό αγόρι να εμποτιστεί με την ιδέα ότι κι αυτό επίσης μπορούσε να γίνει ιεροκήρυκας και να μιμηθεί τον Πέτρο τον Ερημίτη, του οποίου τα κατορθώματα είχαν φθάσει κατά τον αιώνα που πέρασε σε θρυλικά ύψη. 

Χωρίς ν' αποθαρρυνθεί από την αδιαφορία του βασιλέως, άρχισε να κηρύττει μπροστά από την είσοδο του Αββαείου του Αγίου Διονυσίου και να διακηρύττει ότι θα οδηγούσε μια ομάδα παιδιών που θα πήγαιναν να σώσουν τη Χριστιανοσύνη. Οι θάλασσες θα στέγνωναν μπροστά τους, και θα περνούσαν, όπως ο Μωυσής από την Ερυθρά θάλασσα, σίγουρα στους Αγίους Τόπους. Ήταν προικισμένος με εξαιρετική ευγλωττία. Μεγάλοι άνθρωποι εντυπωσιάστηκαν, και παιδιά κατέφθαναν αθρόα στην πρόσκλησή του. 

Μετά την πρώτη του επιτυχία άρχισε να περιέρχεται τη Γαλλία καλώντας τα παιδιά· και πολλοί από τους προσήλυτούς του βγήκαν κι αυτοί σε περιοδείες να εργαστούν για λογαριασμό του. Επρόκειτο όλα τα παιδιά να συναντηθούν στη Βανδώμη ύστερ' από ένα μήνα και να ξεκινήσουν από εκεί για την Ανατολή. Περί τα τέλη του Ιουνίου τα παιδιά συγκεντρώθηκαν στη Βανδώμη. Κατάπληκτοι σύγχρονοι μιλούσαν για τριάντα χιλιάδες παιδιά που κανένα τους δεν ήταν πάνω από δώδεκα χρονών.

Ασφαλώς ήταν αρκετές χιλιάδες απ' αυτά που είχαν μαζευτεί από όλα τα μέρη της χώρας, μερικά απ' αυτά απλά χωριατόπουλα, των οποίων οι γονείς σε πολλές περιπτώσεις τα άφησαν με τη θέλησή τους να πάνε στη μεγάλη τους αποστολή. Υπήρχαν όμως επίσης και παιδιά ευγενούς καταγωγής που είχαν ξεγλιστρήσει από τα σπίτια των για ν' ακολουθήσουν τον Stephen και την ακολουθία του από "ανήλικους προφήτες" όπως τους αποκάλεσαν οι χρονογράφοι. 

Υπήρχαν επίσης και κορίτσια μεταξύ των, μερικοί νεαροί ιερείς, και μερικοί μεγαλύτεροι προσκυνητές, μερικοί παρακινηθέντες από ευλάβεια, άλλοι ίσως, από συμπόνια, και άλλοι ασφαλώς, για να μοιράζονται τα δώρα που τους έδιναν σε αφθονία. Οι ομάδες έφθαναν στην πόλη, η κάθε μία με έναν αρχηγό που κρατούσε την κόκκινη σημαία του Αγίου Διονυσίου, την οποία ο Stephen είχε ορίσει ως έμβλημα της Σταυροφορίας. Η πόλη δεν μπόρεσε να τους χωρέσει όλους, και στρατοπέδευσαν στα χωράφια έξω απ' αυτήν.

Όταν δόθηκε η ευλογία από φιλικούς ιερείς, και όταν οι τελευταίοι θλιμμένοι γονείς παραμερίστηκαν, η εκστρατεία ξεκίνησε προς νότο. Σχεδόν όλοι τους πήγαιναν πεζή. Αλλά ο Stephen, όπως ταίριαζε στον αρχηγό, επέμεινε να έχει ένα εύθυμα διακοσμημένο αμάξι για τον εαυτό του, με μία τέντα για να τον προφυλάσσει από τον ήλιο. Πλάι του ίππευαν παιδιά από αριστοκρατικές οικογένειες, το καθένα αρκετά πλούσιο, ώστε να έχει ένα άλογο. Κανένας δεν αγανακτούσε γιατί ο εμπνευσμένος προφήτης ταξίδευε με άνεση.
 
 
Αντιθέτως, τον μεταχειρίζονταν σαν Άγιο και μπούκλες από τα μαλλιά του και κομμάτια από τα ρούχα του συλλέγονταν ως πολύτιμα λείψανα. Πήραν το δρόμο που περνούσε από την Τουρ και τη Lyon με κατεύθυνση προς τη Μασσαλία. Ήταν κουραστικό ταξίδι. Το καλοκαίρι ήταν ασυνήθιστα ζεστό. Για τη διατροφή τους είχαν ως μοναδικό πόρο την ελεημοσύνη και η ξηρασία είχε αφήσει λίγα περισσεύματα στη χώρα. Το νερό επίσης σπάνιζε. Πολλά παιδιά πέθαναν στο δρόμο. Άλλα εγκατέλειψαν την προσπάθεια και δοκίμασαν να γυρίσουν στα σπίτια των. Αλλά στο τέλος η μικρή Σταυροφορία έφθασε στη Μασσαλία.

Οι κάτοικοι της Μασσαλίας χαιρέτησαν τα παιδιά με καλοσύνη. Πολλά βρήκαν σπίτια για να στεγασθούν. Άλλα έμειναν να διανυκτερεύσουν στους δρόμους. Την άλλη μέρα το πρωί έσπευσαν όλα στο λιμάνι να ιδούν τη θάλασσα ν' ανοίγει μπροστά τους. Όταν το θαύμα δεν πραγματοποιήθηκε τα κατέλαβε πικρή απογοήτευση. Μερικά παιδιά στράφηκαν εναντίον του Stephen, φωνάζοντας ότι τα είχε προδώσει και άρχισαν να γυρίζουν πίσω. Αλλά τα περισσότερα έμειναν στην παραλία, περιμένοντας κάθε πρωί ότι ο Θεός θ' άλλαζε γνώμη. 

Ύστερ' από μερικές μέρες, δύο έμποροι από τη Μασσαλία που τους έλεγαν, σύμφωνα με την παράδοση, Hugh τον Σιδερένιο και William το Γουρούνι, προσφέρθηκαν να τους διαθέσουν πλοία και να τους μεταφέρουν δωρεάν, προς δόξαν του Θεού, στην Παλαιστίνη. Ο Stephen έσπευσε να δεχτεί την ευγενική προσφορά. Οι έμποροι νοίκιασαν εφτά πλοία και τα παιδιά επιβιβάστηκαν κι ανοίχτηκαν στη θάλασσα. Πέρασαν δεκαοχτώ χρόνια ώσπου να μαθευτεί κάποια είδηση γι' αυτά.

Στο μεταξύ διάφορες διηγήσεις από τα κηρύγματα του Stephen είχαν φθάσει στη Γερμανία. Τα παιδιά της Γερμανίας δεν ήθελαν να υστερήσουν. Λίγες εβδομάδες μετά το ξεκίνημα του Stephen για την αποστολή του, ένα αγόρι, ονομαζόμενο Νικόλαος, από ένα χωριό της Ρηνανίας, άρχισε να κηρύττει το ίδιο μήνυμα μπροστά από την εκκλησία του Τριών Βασιλέων στην Κολωνία. Σαν τον Στέφανο, διακήρυξε ότι τα παιδιά μπορούσαν να κάνουν περισσότερα από τους μεγάλους, και ότι η θάλασσα θα άνοιγε να τους προσφέρει δρόμο. 

Αλλά ενώ τα παιδιά της Γαλλίας επρόκειτο να κυριεύσουν τους Αγίους Τόπους με τη βία, τα παιδιά της Γερμανίας επρόκειτο να πετύχουν τον σκοπό τους προσηλυτίζοντας τους απίστους. Ο Νικόλαος, σαν τον Πέτρο, είχε φυσική ευγλωττία και κατόρθωσε να βρει εύγλωττους μαθητές για να μεταφέρουν το κήρυγμά του πιο πέρα, προς όλες τις κατευθύνσεις, σ' ολόκληρη τη Ρηνανία. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, ένας στρατός από παιδιά είχε συγκεντρωθεί στην Κολωνία, έτοιμος να ξεκινήσει για την Ιταλία και τη θάλασσα. Φαίνεται ότι κατά μέσον όρο τα Γερμανικά παιδιά ήσαν λίγο μεγαλύτερα από τα Γαλλικά και ότι ήσαν περισσότερα κορίτσια μαζί των. 

Επίσης υπήρξε μεγάλη αναλογία παιδιών της αριστοκρατίας κι ένας αριθμός από κακόφημους τυχοδιώκτες και πόρνες. Η εκστρατεία χωρίστηκε σε δύο τμήματα. Το πρώτο, που αριθμούσε, κατά τους χρονογράφους, είκοσι χιλιάδες, είχε ως αρχηγό τον ίδιο το Νικόλαο. Ακολούθησε το Ρήνο προς τον Ανάρρου, ως τη Βασιλεία, και διέσχισε τη δυτική Ελβετία, περνώντας από τη Γενεύη, για να περάσει τις Άλπεις από τον αυχένα του Mont Cenis. Ήταν σκληρό ταξίδι για τα παιδιά και οι απώλειές των ήσαν μεγάλες.

Λιγότερο από το ένα τρίτο της ομάδας που ξεκίνησε από την Κολωνία εμφανίστηκε μπρος από τα τείχη της Γένουας, κατά τα τέλη του Αυγούστου και ζήτησαν καταφύγιο μέσα στα τείχη. Οι Αρχές της Γένουας ήσαν στην αρχή πρόθυμες να υποδεχτούν τους προσκυνητές, αλλά σε δεύτερη σκέψη φοβήθηκαν μήπως υπήρχε καμία Γερμανική συνωμοσία. Τους επέτρεψαν να μείνουν μόνο μια νύχτα· αλλά όσοι ήθελαν να εγκατασταθούν μονίμως στη Γένουα θα ήσαν ευπρόσδεκτοι. Τα παιδιά, περιμένοντας ν' ανοίξει η θάλασσα μπροστά τους το άλλο πρωί, ήσαν ευχαριστημένα. 

Αλλά την άλλη μέρα η θάλασσα έμεινε το ίδιο ασυγκίνητη από τις προσευχές των όπως είχε δειχτεί και στα παιδιά της Γαλλίας στη Μασσαλία. Επάνω στην απογοήτευσή των, πολλά από τα παιδιά δέχτηκαν αμέσως τη Γενουατική προσφορά και έγιναν Γενουάτες πολίτες ξεχνώντας το προσκύνημά των. Πολλές μεγάλες οικογένειες της Γένουας ισχυρίζονταν αργότερα ότι είχαν την καταγωγή τους από την ξενική αυτή μετανάστευση. Αλλά ο Νικόλαος και οι περισσότεροι συνέχισαν την πορεία των. Η θάλασσα θ' άνοιγε γι' αυτούς κάπου αλλού. 

Λίγες μέρες αργότερα έφθασαν στην Pisa. Εκεί, δύο πλοία που κατευθύνονταν στην Παλαιστίνη, δέχτηκαν να πάρουν αρκετά παιδιά, που επιβιβάστηκαν και ίσως έφθασαν στην Παλαιστίνη· αλλά τίποτα δεν είναι γνωστό για την τύχη των. Ωστόσο, ο Νικόλαος εξακολουθούσε να περιμένει το θαύμα και συνέχισε το ταξίδι του με τους πιστούς οπαδούς του ως τη Ρώμη. Στη Ρώμη, ο Πάπας Innocent τους δέχτηκε. Είχε συγκινηθεί από την ευλάβειά των και στενοχωρήθηκε από την ανοησία των. Με καλοσύνη αλλά και με σταθερότητα τους είπε ότι έπρεπε να γυρίσουν στα σπίτια των.

Όταν θα μεγάλωναν, τότε θα ξεπλήρωναν την υπόσχεσή των να πάνε ν' αγωνιστούν για το σταυρό. Δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα για την επιστροφή των. Πολλά από τα παιδιά, Ιδιαίτερα τα κορίτσια, δεν μπορούσαν ν' αντιμετωπίσουν πάλι τις κακουχίες του ταξιδιού και έμειναν σε διάφορες Ιταλικές πόλεις ή χωριά. Μονάχα μερικοί βραδυπορούντες έφθασαν την επόμενη άνοιξη στη Ρηνανία. Προφανώς ο Νικόλαος δεν ήταν μαζί τους. Αλλά οι οργισμένοι γονείς των παιδιών που είχαν χαθεί επέμειναν να συλληφθεί ο πατέρας του, ο οποίος, όπως φαίνεται, τον είχε ενθαρρύνει από ματαιοδοξία. Τον συνέλαβαν και τον κρέμασαν.


Η δεύτερη ομάδα των Γερμανών προσκυνητών δεν υπήρξε περισσότερο τυχερή. Είχε ταξιδέψει στην Ιταλία περνώντας από την κεντρική Ελβετία και από τη διάβαση του Αγίου Γοτθάρδου και ύστερ' από πολλές ταλαιπωρίες έφθασε στη θάλασσα στην Αγκώνα. Όταν η θάλασσα δεν άνοιξε και γι αυτούς εξακολούθησαν αργά την πορεία τους κατά μήκος της ακτής ως το Brindisi. Εκεί λίγοι απ' αυτούς βρήκαν πλοία που πήγαιναν στην Παλαιστίνη και τους πήραν αλλά οι περισσότεροι πήραν το δρόμο του γυρισμού και τράβηξαν σιγά - σιγά για τον τόπο τους. Τελικά μόνο λίγοι ξαναγύρισαν στα σπίτια τους.

Παρά τις τόσες ταλαιπωρίες των, υπήρξαν ίσως πιο τυχεροί από τους Γάλλους. Το έτος 1230 ήρθε στη Γαλλία ένας ιερεύς από την Ανατολή έχοντας να διηγηθεί μια παράξενη ιστορία. Ήταν, είπε, ένας από τους νέους ιερείς που είχαν συνοδεύσει τον Στέφανο στη Μασσαλία και είχε επιβιβασθεί μαζί με τους συντρόφους του στα πλοία που είχαν διαθέσει οι έμποροι. Λίγες μέρες μετά την αναχώρησή των συνάντησαν μια σφοδρή τρικυμία, και δύο από τα πλοία ναυάγησαν στο νησί του Αγίου Πέτρου, στ' ανοιχτά του νοτιοδυτικού άκρου της Σαρδηνίας και όλοι όσοι επέβαιναν σ' αυτά πνίγηκαν. 

Τα πέντε πλοία που διέφυγαν από την τρικυμία βρέθηκαν σε λίγο περικυκλωμένα από μία Σαρακηνή ναυτική Μοίρα από την Αφρική· και οι επιβάτες έμαθαν ότι τους είχαν φέρει εκεί με προσυμφωνία για να τους πουλήσουν ως δούλους. Τους μετέφεραν όλους στη Μπούτζι, στην Αφρικανική ακτή. Πολλοί απ' αυτούς αγοράστηκαν μόλις έφθασαν και πέρασαν τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής των ως σκλάβοι εκεί. Άλλοι, μεταξύ των οποίων ήταν και ο νέος ιερεύς, εστάλησαν στην Αίγυπτο όπου οι Φράγκοι σκλάβοι είχαν ανώτερες τιμές. 

Όταν έφθασαν στην Αλεξάνδρεια, οι περισσότεροι αγοράστηκαν από τον κυβερνήτη για να δουλεύουν στα κτήματά του. Κατά τον ιερέα, υπήρχαν ακόμα απ' αυτούς περί τους εφτακόσιους στη ζωή. Μια μικρή ομάδα εστάλη στα σκλαβοπάζαρα της Βαγδάτης· και εκεί δεκαοχτώ απ' αυτούς μαρτύρησαν, επειδή δεν δέχτηκαν ν' ασπασθούν τον Ισλαμισμό. Πιο τυχεροί υπήρξαν ο νέος ιερεύς και μερικοί άλλοι που ήξεραν γράμματα. Ο κυβερνήτης της Αιγύπτου Αl-Kamil, γιος του Αl-Adil, ενδιαφερόταν για τις δυτικές γλώσσες και τα δυτικά γράμματα. 

Τους αγόρασε και τους κράτησε κοντά του ως διερμηνείς, δασκάλους και γραμματείς και δεν αποπειράθηκε να τους αλλάξει την πίστη. Παρέμειναν στο Κάιρο σε άνετη αιχμαλωσία· και τελικά αυτό ''ο ιερεύ'' αφέθηκε ελεύθερος και του επέτρεψαν να επιστρέψει στη Γαλλία. Είπε στους γονείς και συγγενείς που τον ρώτησαν όλα όσα ήξερε και έπειτα χάθηκε στην αφάνεια. Μια μεταγενέστερη ιστορία ταύτισε τους δύο κακοήθεις εμπόρους της

Μασσαλίας με δύο εμπόρους που είχαν απαγχονιστεί λίγα χρόνια αργότερα, επειδή είχαν αποπειραθεί ν' απαγάγουν τον Αυτοκράτορα Frederick για λογαριασμό των Σαρακηνών, κάνοντάς τους έτσι να πληρώσουν το πρέπον τίμημα για τα εγκλήματά των. Δεν ήσαν τα μικρά παιδιά εκείνα που θα έσωζαν την Ιερουσαλήμ. Ο Πάπας Innocent είχε ευρύτερες και πιο ρεαλιστικές βλέψεις. Αποφάσισε να καλέσει μια μεγάλη σύνοδο της Εκκλησίας στη Ρώμη το 1215, όπου θα έπρεπε να ρυθμισθούν όλες οι υποθέσεις της Χριστιανοσύνης και προ πάντων η Ελληνική Εκκλησία έπρεπε να ενσωματωθεί. 

Ήθελε από τότε να κινηθεί μια νέα Σταυροφορία. Καθ' όλο το 1213, ο λεγάτος του, Robert de Courçon, περιήλθε τη Γαλλία με διαταγές να μην εξετάζει και πολύ την καταλληλότητα εκείνων που θα έπαιρναν το Σταυρό, τόσο επείγον ήταν το ζήτημα. Ο λεγάτος εκπλήρωσε τις εντολές του κυρίου του με ένα ζήλο που υπήρξε υπερβολικός. 

Πολύ σύντομα οι Γάλλοι ευγενείς άρχισαν να γράφουν στον βασιλέα των ότι οι υποτελείς των απαλλάσσονταν από τους όρκους υποτέλειάς των από τους ιεροκήρυκες του λεγάτου και ότι ένας ασυνάρτητος συρφετός από γέρους και παιδιά, λεπρούς και σακάτηδες και κακόφημες γυναίκες είχε συγκεντρωθεί για να διεξαγάγει τον ιερό πόλεμο. Ο Πάπας αναγκάστηκε να συγκρατήσει τον Robert· και όταν άρχισε η Σύνοδος του Λατερανού το 1215, δεν ήταν ακόμα έτοιμη Σταυροφορία για να επιβιβασθεί. Στην πρώτη συνεδρίαση μίλησε ο ίδιος ο Πάπας για τη συμφορά της Ιερουσαλήμ και ο Πατριάρχης της Ιερουσαλήμ σηκώθηκε να ζητήσει βοήθεια. 

Η σύνοδος έσπευσε να επικυρώσει εκ νέου τα προνόμια και τις συγχωρήσεις των αμαρτιών που θα παρέχονταν στους σταυροφόρους και να λάβει μέτρα για τη χρηματοδότηση της εκστρατείας, που επρόκειτο να συγκεντρωθεί στη Σικελία ή την Απουλία και να ξεκινήσει για την Ανατολή την 1η Ιουνίου 1217. Η Σύνοδος κέντρισε την Εκκλησία ν' αναπτύξει δραστηριότητα. Καθ' όλη την άνοιξη του 1216 ιεροκήρυκες περιέρχονταν όλη τη δυτική Χριστιανοσύνη ως την Ιρλανδία και τη Σκανδιναβία. 

Οι δόκτορες του Πανεπιστημίου των Παρισίων διακήρυξαν ότι όποιος έπαιρνε το Σταυρό και έπειτα επιχειρούσε ν' αποφύγει την εκπλήρωση του όρκου του, διέπραττε θανάσιμο αμάρτημα. Αναφέρονταν λαϊκά οράματα σταυρών που ανέμιζαν στον αέρα και τους δινόταν ευρύτατη δημοσιότητα. Ο Innocent είχε πολλές ελπίδες. Είχε ήδη παρατηρήσει ότι τα 666 χρόνια που είχαν δοθεί στο "Θηρίον" από την Αποκάλυψη, είχαν σχεδόν τελειώσει. Είχαν πραγματικά περάσει εξήμισι αιώνες από τη γέννηση του Μωάμεθ.
 
 
Είχε γράψει στον σουλτάνο Αl-Adil προειδοποιώντας τον για την επερχόμενη θεία οργή και παρακινώντας τον να παραχωρήσει την Ιερουσαλήμ ειρηνικά, όσο ήταν ακόμα καιρός. Αλλά η αισιοδοξία του ήταν λίγο πρόωρη. Ο Αββάς του Prémontré, Γερβάσιος, του έγραψε εμπιστευτικά ότι οι ευγενείς της Γαλλίας αγνοούσαν τις απόψεις των δοκτόρων του Παρισιού και ότι έπρεπε να γίνει κάτι δραστικότερο για να κρατήσει τους δούκες της Βουργουνδίας και της Λωρραίνης πιστούς στους όρκους των. 

Συνέστησε επίσης, πολύ σοφά, ότι δεν έπρεπε να γίνει συνδυασμένη εκστρατεία Γάλλων και Γερμανών. Τα δύο έθνη δεν συνεργάζονταν αρμονικά. Αλλά οι φτωχότεροι άνθρωποι έπαιρναν το σταυρό με ενθουσιασμό. Δεν έπρεπε ν' αποθαρρυνθούν με καθυστερήσεις. Τον Μάιο του 1216, ο Πάπας Innocent πήγε στην Περούτζια για να προσπαθήσει να εξομαλύνει την παλιά έχθρα μεταξύ της Γένουας και της Pisa, και να τις πείσει ότι και οι δύο έπρεπε να συνεισφέρουν στη μεταφορά των σταυροφόρων. 

Εκεί, ύστερ' από μια σύντομη αρρώστια, πέθανε στις 16 Ιουλίου. Λίγες Παπικές βασιλείες υπήρξαν λαμπρότερες ή πιο εξωτερικά θριαμβευτικές. Όμως η μεγαλύτερη του φιλοδοξία, ν' ανακτήσει την Ιερουσαλήμ, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Δύο ημέρες μετά το θάνατό του, ο γηραιός Καρδινάλιος Cencio Savelli, εξελέγη Πάπας υπό το όνομα Honorius III.

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑΣ 

Σύμφωνα με ένα Χριστιανικό θρύλο, ένα μεγάλο πλήθος παιδιών μετανάστευσε στους Αγίους Τόπους το 1212 μ.Χ. υπό την καθοδήγηση ενός μικρού Γάλλου βοσκού. Ο Θεός τού ζήτησε να προσηλυτίσει ειρηνικά τους Μουσουλμάνους στο Χριστιανισμό. Όταν θα έφταναν στη Μεσόγειο, τα νερά θα χώριζαν, προκειμένου οι μικροί σταυροφορείς να συνεχίσουν απρόσκοπτα την πορεία τους προς τους Αγίους Τόπους. Η εξέλιξη όμως ήταν εντελώς διαφορετική. Τα παιδιά κατέληξαν σκλάβοι ή χάθηκαν στα μανιασμένα κύματα όταν ναυάγησαν τα πλοία που τα μετέφεραν.

Η ιστορική αλήθεια, ωστόσο, είναι εντελώς διαφορετική. Πράγματι, μια μαζική μετανάστευση προς το Ισραήλ έλαβε χώρα. Ωστόσο, τα παιδιά δεν ήταν μόνα τους. Μελέτη για τη σταυροφορία των παιδιών δημοσίευσε το 1977 ο ειδικός στα θέματα Μεσαιωνικής Ιστορίας Peter Raedts. Όπως προκύπτει από την έρευνα που διενήργησε, ένας μεγάλος αριθμός πάμφτωχων ανθρώπων, λόγω της ξηρασίας και των εξαιρετικά δύσκολων συνθηκών διαβίωσης στην Ευρώπη, έλαβε την απόφαση να μετοικήσει στους Αγίους Τόπους.

Πάντως, σύμφωνα με τον Peter Raedts, δεν επιβεβαιώνεται ότι ο μικρός Γάλλος βοσκός ήταν πρόσωπο υπαρκτό. Όλα κατατείνουν υπέρ του μύθου, που με το πέρασμα των χρόνων παγιώθηκε.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΤΑΓΜΑΤΟΣ

Ο Νίκολαους, ένας πολύ νεαρός από την Κολωνία και αρχηγός του Γερμανικού τάγματος, ισχυριζόταν ότι κάποιος άγνωστος, που κατά την γνώμη του ήταν ο ίδιος ο Ιησούς, του έδωσε την εντολή να πάει στους Αγίους Τόπους. Του είχε υποσχεθεί μάλιστα, ότι στον δρόμο του δεν θα έβρισκε κανένα εμπόδιο. Ακόμα και η Μεσόγειος θα άνοιγε δρόμο για να περάσει.

Στο τάγμα των Γερμανών πήραν μέρος 20.000 οπαδοί, μικρά παιδιά και νεολαία ως επί το πλείστον, αλλά και ενήλικες και γέροι. 

Στην πορεία τους πέρασαν κατά μήκος του Ρήνου από τις πόλεις Μάιντς, Βορμς, Σπάιερ και το Στρασβούργο. Επειδή δεν διέθεταν τρόφιμα, ήταν αναγκασμένοι να ζητιανεύουν. Οι κάτοικοι όμως δεν είχαν να τους δώσουν τίποτα, αφού όλοι πεινούσαν λόγω του υγρού χειμώνα που είχε περάσει και της ξηρασίας που ακολούθησε την άνοιξη. Όποιον έπιαναν να κλέβει τον τιμωρούσαν σκληρά ή τον σκότωναν. Έτσι τα παιδιά έφτασαν ταλαιπωρημένα και πεινασμένα στις Άλπεις, και τις διέσχισαν στο βουνό Μοντενίσιο τον χειμώνα του 1212, όπου και πέθαναν τα μισά σχεδόν από τις κακουχίες.

Τελικά, σχεδόν 7.000 παιδάκια κατόρθωσαν να βγουν στην Μεσόγειο, ενώ αρχηγός τους ήταν ακόμα ο Νίκολαους. Εκεί όμως, φτάνοντας στην Γένοβα συνειδητοποίησαν ότι το θαύμα με τα νερά της Μεσογείου ήταν αδύνατο να γίνει. Πολλά από τα παιδιά τότε απογοητεύθηκαν και αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω. Στον δρόμο του γυρισμού τα περισσότερα αρρώστησαν και πέθαναν από την πείνα ή σκοτώθηκαν από ληστές. Ο Νίκολαους όμως δεν απογοητεύτηκε και συνέχισε την πορεία του. Συνοδευόμενος από μερικές χιλιάδες οπαδούς του έφτασε στην Πίζα. 

Εκεί μερικές εκατοντάδες παιδιά επιβιβάστηκαν σε δύο καράβια, που μπάρκαραν λίγες μέρες αργότερα με προορισμό την Άκρα. Φθάνοντας στον προορισμό τους σκοτώθηκαν όλοι από τοξότες. Ο Νίκολαους όμως που είχε ξεμείνει πίσω στην Ιταλία και περιπλανιόταν με 1200 που τον ακολουθούσαν. Μερικοί έμειναν για πάντα εκεί βρίσκοντας καταφύγιο σε διάφορες οικογένειες, άλλοι πέθαναν. Οι υπόλοιποι τελικά αποφάσισαν να παν στην Ρώμη και να απευθυνθούν στον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄ για να τον παρακαλέσουν να τους απαλλάξει από τον όρκο των Σταυροφόρων που είχαν ορκιστεί. 

Ο Πάπας αντί να τους απαλλάξει εντελώς, τους έδωσε αναβολή μέχρι να ενηλικιωθούν. Το τάγμα των Γερμανών έφτασε στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1212 θλιβερά αποδεκατισμένο μέχρι το Μπρίντιζι όπου και τερμάτισε. Κανένας από τους οπαδούς του Νίκολαους δεν έφτασε στον προορισμό του στους Άγιους Τόπους. Ακόμα και αυτοί που μπαρκάρισαν με πλοία και με προορισμό την Παλαιστίνη έπεσαν θύματα πειρατών και σκοτώθηκαν.


Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΤΑΓΜΑΤΟΣ

Αρχηγός του Γαλλικού τάγματος ήταν ο Στεφάν από το Cloyes-sur-le-Loir. Εκεί ξεκίνησε το τάγμα 30.000 οπαδών την πορεία του, και πέρασε από την Ορλεάνη, την Λυών και την Μασσαλία. Τα παιδιά μπάρκαραν με επτά καράβια των δύο εμπόρων Hugo Ferreus και Wilhelm de Posquere. Δύο από τα καράβια βούλιαξαν έξω από την Σαρδηνία. Τα υπόλοιπα πέντε αντί να φτάσουν στην Ιερουσαλήμ βγήκαν στην βόρεια Αφρική και τα παιδάκια πουλήθηκαν σκλάβοι. Ένας χαλίφης μάλιστα αγόρασε τετρακόσια παιδάκια.

Η ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ 

Μεταξύ της τέταρτης και της πέμπτης Σταυροφορίας (1201  -1204) και (1215 - 1221), κατά τις αρχές του έτους 1212, χιλιάδες παιδιά, αμφότερων φύλων, από την Γερμανία και την Γαλλία ξεκίνησαν με προορισμό την επίσκεψη και την κατάληψη των Αγίων Τόπων. Ήταν χωρισμένα σε δύο τάγματα (Γερμανικό – Γαλλικό), χωρίς να υπάρχει φαινομενική σχέση μεταξύ τους, αν και οι πηγές απροσδιόριστα ταυτίζονται στα αίτια και στις αφορμές του όλου εγχειρήματος.

Το Γερμανικό τάγμα, που αριθμούσε 20.000 παιδιά ηλικίας 6 έως 14 χρονών, αλλά και νεολαία, ξεκίνησε από την Κολωνία με στόχο να φτάσει στην Ιταλικές ακτές της Μεσογείου, ενώ την ίδια εποχή ξεκίνησαν από την τοποθεσία Cloyes-sur-le-Loir περιοχή της κεντρικής Γαλλίας, με προορισμό την πόλη της Μασσαλίας, 30.000 παιδιά που συγκροτούσαν το Γαλλικό τάγμα.

Το Γερμανικό τάγμα (όπου στην συνέχεια προστέθηκαν και ενήλικες) συστάθηκε υπό την καθοδήγηση του μικρού Νίκολας (10 - 12 χρονών), ο οποίος διέδιδε ότι συναντήθηκε με κάποιον άγνωστο που ισχυρίστηκε ότι ήταν ο Ιησούς και δέχθηκε την παραίνεση του να ταξιδέψει στους Άγιους Τόπους. Στην πραγματικότητα ο Νίκολας κατείχε εξαιρετικό ταλέντο στην ρητορική, ήταν προικισμένος με οργιώδη φαντασία, ενώ διέθετε μεγάλη δύναμη υποβολής σε σημείο που ενώ τα κηρύγματα του κινούνταν αυστηρώς στην σφαίρα του μύθου κατάφερε να πείσει αρκετά παιδιά να τον ακολουθήσουν. 

Υποσχέθηκε ότι εκείνοι που θα τον πίστευαν και θα τον ακολουθούσαν θα έφταναν μέχρι τους Άγιους Τόπους με «στεγνά πόδια», καθώς η θάλασσα της Μεσογείου θα χωρίζονταν στα δύο για να περάσουν αυτός και οι μαθητές του. Στην πορεία τους διέσχισαν τον ποταμό Ρήνο, πέρασαν την σημερινή πόλη του Στρασβούργου και κάτω από άθλιες συνθήκες, καθώς η τροφή ήταν ελάχιστη και η οργάνωση ανύπαρκτη φτάνουν όντας σε απελπιστική κατάσταση στις Άλπεις. 

Στην προσπάθεια τους να περάσουν από το πέρασμα Mont Cenis (υψόμετρο 2.100 μέτρα), τον χειμώνα του 1212, παραπάνω από τα μισά υπέκυψαν λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, χιονοστιβάδων και πτώσεων βράχων, αλλά και λόγω πείνας ή εξάντλησης. Έτσι, λιγότερα από 7.000 παιδιά, στις 25 Αυγούστου του 1212 κατόρθωσαν να φτάσουν σε μια ακτή της Μεσογείου κοντά στην πόλη της Γένοβας, περιμένοντας να συντελεστεί το θαύμα του διαχωρισμού των υδάτων. Επειδή, προφανώς, παρά τις επανειλημμένες προσευχές τους κανένα θαύμα δεν συντελέστηκε, ενώ η θάλασσα παρέμεινε αδιαχώριστη, ο αρχικός ενθουσιασμός άρχισε να υποχωρεί. 

Μια μεγάλη ομάδα παιδιών αποσπάσθηκε από το τάγμα του Νικόλαου και έφθασε στην Αγκόνα, όπου και εκεί νέες προσευχές και λειτουργίες οργανώθηκαν. Το αναμενόμενο θαύμα, δεν παρουσιάστηκε ποτέ. Ύστερα από την εξέλιξη αυτή εκατοντάδες παιδιά άρχισαν να σχεδιάσουν την πορεία επιστροφής στις πόλεις τους. Η πλειοψηφία των παιδιών του Γερμανικού τάγματος προτίμησε να μην ακολουθήσει τον δρόμο της επιστροφής και είτε εντάχθηκαν ως φθηνό εργατικό δυναμικό στις περιοχές που κατείχαν οι Λομβαρδοί, είτε ενσωματώθηκαν στα πολυάριθμα φέουδα ως ανελεύθεροι εργάτες γης, είτε πέθαναν στην άκρη του δρόμου από πείνα και ασθένειες.
 
Όσα κατάφεραν να επιστρέψουν πίσω, μέσα από αμέτρητες κακουχίες, τα υποδέχθηκαν με χλευασμό και ειρωνείες όπως αποκαλύπτει Γερμανός χρονικογράφος. Οι μαρτυρίες αυτών των παιδιών, όσες καταγράφηκαν, αποτέλεσαν την πιο αξιόπιστη πηγή των προσπαθειών τους. Στο μεταξύ, όσοι απέμειναν με τον Νίκολας (περίπου 2.000) ταξίδεψαν μέχρι την Πίζα, όπου μερικές εκατοντάδες από αυτά επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό την πόλη Άκρα, πόλη της Δυτικής Γαλιλαίας, Βόρεια περιοχή του σημερινού Ισραήλ και Λιμάνι των Σταυροφόρων μέχρι το 1192. 

Αξιόπιστες Αραβικές πηγές αναφέρουν ότι κανένα από αυτά τα παιδιά δεν επέζησε καθώς ένα χιλιόμετρο μετά την απόβαση τους εκτελέστηκαν όλα από τους τοξότες του σουλτάνου Αλ Αντίλ. Την εποχή εκείνη στην Ευρώπη μαίνονταν αιματηρός εμφύλιος μεταξύ δύο γερμανικών καθολικών δυναστειών τωνHohenstaufen και Guelphs, με στόχο την κατάκτηση του θρόνου της «Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του Γερμανικού έθνους». 

Ο Νίκολας, που δεν ακολούθησε όσους ταξίδεψαν, με 1.200 παιδιά που απέμειναν να τον ακολουθούν, συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούν να περιμένουν στρατιωτική βοήθεια από πουθενά και αποφάσισαν να πορευθούν μέχρι την Ρώμη για να συναντήσουν τον Πάπα. Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1212 απευθύνθηκαν στον Πάπα Ιννοκέντιο Γ' (1198 - 1216) και τον παρακάλεσαν να τους απαλλάξει από τον όρκο των Σταυροφόρων που είχαν δώσει για να μπορέσουν να επιστρέψουν (όσα είχαν απομείνει) στις πόλεις τους. Όμως ο Πάπας αρνήθηκε να τα απαλλάξει, δεχόμενος να δώσει αναβολή στην «εκπλήρωση του όρκου» που είχαν δώσει μέχρι την ενηλικίωση τους.
 
 
Τελικά, το Γερμανικό τάγμα, εντελώς αποδεκατισμένο, έφτασε μέχρι το Μπρίντιζι. Εκεί, η πλειοψηφία των παιδιών επιβιβάστηκαν σε πλοία «εμπόρων» όπως συστήθηκαν οι ιδιοκτήτες των πλοίων, για να αποπλεύσουν, όπως ισχυρίστηκαν, προς τους Άγιους Τόπους. Λίγες μέρες μετά, τα πλοία αυτά, ελλιμενίστηκαν σε ακτή της Βόρειας Αφρικής όπου τα νεαρά κορίτσια πωλήθηκαν σαν πόρνες ενώ τα νεαρά αγόρια οδηγήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα. Για μια ακόμη φορά ο 12χρονος Νίκολας γλυτώνει την «τύχη» των υπολοίπων παιδιών που προσπάθησαν να ταξιδέψουν, εδώ όμως, στην κυριολεξία χάνονται τα ίχνη του. 

Το τι απέγινε ο ίδιος αλλά και οι λίγες εκατοντάδες παιδιά που απέμειναν μαζί του ουδείς ιστορικός το αναφέρει. Κάποιες πηγές που καθοδηγούντο πλήρως από τον Καθολική Εκκλησία αναφέρουν ότι, ο Νίκολας συγκρότησε σταυροφορικό τάγμα, αποβιβάσθηκε στους Άγιους Τόπους όπου πολέμησε με «τιμή», ενώ στην συνέχεια συμμετείχε στη κατάκτηση της Νταμιέτα στην Αίγυπτο, στρατηγικής σημασίας πόλη - λιμάνι, περίπου 200 χλμ βόρεια του Καΐρου. 

Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι τελικά επέστρεψε σώος στην Κολωνία. Νεότεροι ιστορικοί αναφέρουν ότι η αναφορά αυτή κινείται στην σφαίρα του μύθου και ότι αποτελεί τους ευσεβείς πόθους της Καθολικής Εκκλησίας, στο να ξαναγραφτεί δηλαδή η συγκεκριμένη τραγική ιστορία με βάση έναν «ηρωικό επίλογο». Παρόμοια τύχη περίμενε και όσα παιδιά υπό την καθοδήγηση του 12ετή Stephen του Cloyes, επιχείρησαν να διεκπεραιωθούν στην Ιερουσαλήμ. 

Και σε αυτή την περίπτωση αναφέρεται η εμφάνιση ενός επαίτη, ο οποίος παρέδωσε στο παιδί μια επιστολή η οποία έγραφε ότι η μοίρα του επιφύλασσε, κατόπιν Θεϊκής βούλησης, να ηγηθεί της επόμενης σταυροφορίας. Και εδώ η υπόσχεση είναι ακριβώς η ίδια, ότι δηλαδή «χωρίς να βρέξουν τα πόδια τους» θα έφθαναν στην Ιερουσαλήμ. Το τάγμα αυτό, το καλοκαίρι του 1212, διέσχισε την Ορλεάνη και την Λιόν, φθάνοντας με μεγάλες απώλειες στην Μασσαλία. Η τύχη των παιδιών που δεν κατάφεραν να φτάσουν στο λιμάνι της Μασσαλίας είναι πανομοιότυπη με αυτή των παιδιών του Γερμανικού τάγματος. 

Αποτέλεσαν το φθηνό εργατικό δυναμικό στα αστικά κέντρα, είτε υποδουλώθηκαν με σκοπό την εργασία στα φέουδα της ευρύτερης περιοχής της Φράγκικου Βασιλείου. Όσα όμως κατόρθωσαν να ολοκληρώσουν την πορεία τους, μετά από πολυήμερες ανεκπλήρωτες προσευχές, επιβιβάστηκαν, όσα είχαν απομείνει, σε επτά πλοία των εμπόρων Hugo Ferreus και Wilhelm de Posquere (τουλάχιστον τα ονόματα των συγκεκριμένων εμπόρων είναι διασταυρωμένα). Τα δύο από αυτά τα καράβια βούλιαξαν ανοικτά της Σαρδηνίας, ενώ τα υπόλοιπα πέντε αντί να φτάσουν στην Ιερουσαλήμ, προσορμίστηκαν σε λιμάνι της Αλεξάνδρειας όπου τα παιδιά πουλήθηκαν σαν δούλοι σε σκλαβοπάζαρα.

Εντύπωση προκαλεί στους ιστορικούς ερευνητές το γεγονός τόσο των πανομοιότυπων «κηρυγμάτων» των δύο παιδιών, τουStephan και του Nicholas, όσο και η ταυτόσημη χρονική ακολουθία των γεγονότων. Εξυπακούεται ότι, κανένα από τα παιδιά των δύο ταγμάτων, γύρω στα 50.000, δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν στους Αγίους τόπους. Τα περισσότερα πέθαναν από τις κακουχίες ενώ χιλιάδες παιδιά μετατράπηκαν σε δούλους. Θα μπορούσε να είναι ένα σενάριο για ταινία του Hollywood, στην πραγματικότητα αποτελεί ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. 

Το εκπληκτικό είναι ότι, η συνάντηση του Γερμανικού τάγματος με τον Πάπα αποσιωπήθηκε πλήρως, ενώ η επίσημη καθολική εκκλησία έκανε λόγο για «ομάδες από αλητάκια και ορφανά» που απλώς ήθελαν να μιμηθούν τους Σταυροφόρους ιππότες. Νεότερες έρευνες προτείνουν ως ερμηνεία την σύλληψη του σχεδίου των παιδικών σταυροφοριών να προέρχεται από την ανάμειξη οργανωμένων «εταιρειών» δουλεμπόρων σε συνεννόηση με Σαρακηνούς πειρατές.
 
Δεν πρέπει επίσης να αγνοηθεί το γεγονός ότι, την εποχή που αναφερόμαστε επικρατούσε στην Ευρώπη μια πραγματική «σταυροφορική» υστερία σε όλα τα κοινωνικά στρώματα καθώς ο πλούτος που μεταφέρθηκε από τους Σταυροφόρους στους τόπους τους από την άλωση και λεηλασία της Κωνσταντινούπολης το 1204, κατά την διάρκεια της Δ Σταυροφορίας, ήταν πραγματικά αμύθητος, ενώ επί της ουσίας ο στόχος που είχε τεθεί αρχικά, η απελευθέρωση των Αγίων Τόπων απομακρύνονταν συνεχώς.

Μερικοί μελετητές υποστηρίζουν ότι, ο Γερμανικός μύθος του «μαγεμένου αυλού» προέρχεται από την Σταυροφορία των παιδιών. Διαδραματίζεται στο μεσαιωνικό Χάμελιν και έχει για υπόθεση την αρπαγή όλων των παιδιών της πόλης από έναν ξένο που τα μάγεψε με τον ήχο της φλογέρας του και τον ακολούθησαν. Εκείνη ακριβώς την εποχή όπου επικρατούσε ένας άκρατος θρησκευτικός φανατισμός διαμορφώθηκε «πρόσφορο έδαφος» για την εμφάνιση «Αγγελιοφόρων του Θεού», «προφητών» και «Σωτήρων» που πολύ εύκολα σαγήνευαν τα πλήθη των πιστών. 

Συνεπώς, άνθρωποι με ιδιαίτερα χαρίσματα μπορούσαν με σχετική ευκολία να διαχειρισθούν την επιθυμία του πλήθους και να εμπνεύσουν κινητοποιήσεις με την προσδοκία άμεσων στόχων. Φανταστείτε ένα μικρό αθώο παιδί να απαγγέλει : «Αφήστε τα παιδιά να έλθουν σ’ εμέ, μη τα εμποδίζετε, διότι σε τέτοιους ανήκει η βασιλεία των ουρανών. Αλήθεια σας λέγω, εκείνος που δεν θα δεχθεί την βασιλεία του Θεού σαν παιδί, δεν θα μπει σ’ αυτήν».


ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ ΤΟ ''ΜΑΓΙΚΟ ΑΥΛΟ''

Το 1212 μετά την τέταρτη αποτυχημένη σταυροφορία συνέβη κάτι πρωτοφανές. Χιλιάδες παιδιά 10, 12, το πολύ 14 ετών, ξεκίνησαν απ τη Γερμανία και τη Γαλλία με προορισμό τους Αγίους Τόπους και σκοπό να πολεμήσουν τους άπιστους Μουσουλμάνους. Το Γερμανικό τάγμα συγκέντρωσε 20.000 παιδιά και το γαλλικό 30.000. Ήταν η περίφημη Σταυροφορία των Παιδιών. Αρχηγός του γερμανικού τάγματος ήταν ο Νίκολας, ένα αγοράκι 12 χρονών με ταλέντο στην πειθώ, ρητορική ικανότητα και φαντασία που οργίαζε. 

Ο μικρός ισχυριζόταν ότι τον έστειλε ο Χριστός που του είχε υποσχεθεί ότι όλοι οι δρόμοι θα είναι ανοιχτοί. Ακόμα και η Μεσόγειος θα άνοιγε προκειμένου να φτάσουν σώοι στους Αγίους Τόπους. Τα παιδιά άφηναν τις οικογένειες και τα χωριά τους για να πολεμήσουν υπέρ πίστεως. Φυσικά πορεύονταν χωρίς τρόφιμα, όπλα εκπαίδευση και η έννοια διοικητική μέριμνα ήταν άγνωστη. Οι συνέπειες ήταν οι αναμενόμενες. Τα παιδιά έφτασαν πεινασμένα και εξαθλιωμένα στις Άλπεις όπου τα μισά πέθαναν από την πείνα και τις κακουχίες...

Το Γαλλικό τάγμα Στο τάγμα των Γάλλων αρχηγός ήταν ο Στέφανος που εμφανίσθηκε στο βασιλιά Φίλιππο και του είπε ότι είχε γράμμα από το Χριστό να ηγηθεί σταυροφορίας. Ο Βασιλιάς, τον απέπεμψε. Ο Στέφανος όμως επέμεινε και έπεισε χιλιάδες παιδιά. Η χρονική περίοδος που συγκροτήθηκε το τάγμα, συμπίπτει με το Γερμανικό αν και εκείνη την περίοδο ήταν αδύνατο να υπάρχει μεταξύ τους συνεννόηση. Ειδικά ανάμεσα σε δύο δωδεκάχρονα χωριατόπαιδα που δεν ήξεραν γραφή και ανάγνωση. 

Ο Στέφανος πίστευε ότι μιλούσε κατευθυνόμενος από μια Θεία δύναμη. Ισχυριζόταν ότι την εντολή του την έδωσε ένας επαίτης και ήταν γραμμένη κατόπιν θεϊκής βούλησης. Συγκέντρωσε 30.000 ανήλικους μαχητές που επιβιβάστηκαν σε επτά καράβια δύο εμπόρων. Πίστευαν ότι θα φθάσουν στους Αγίους Τόπους. Το σχέδιο των καραβοκύρηδων εμπόρων όμως ήταν άλλο και τους αποκαλύφθηκε στην πορεία. Δύο από τα πλοία βούλιαξαν ανοιχτά της Σαρδηνίας. Τα υπόλοιπα πέντε αντί για τους Αγίους Τόπους κατέληξαν στη Βόρεια Αφρική και τα παιδιά πουλήθηκαν σε σκλαβοπάζαρα.

Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν την Ιστορία Όντως μεταξύ 4ης και 5ης Σταυροφορίας, το 1212, έγινε μια μαζική μετανάστευση με προορισμό το Ισραήλ. Ωστόσο δεν ήταν μόνο παιδιά. Η μελέτη του Peter Raedts επιβεβαιώνει ότι ένας μεγάλος αριθμός φτωχών ανθρώπων, αποτελούμενος κυρίως από παιδιά, αποφάσισε να αναζητήσει τη Γη της Επαγγελίας. Αξιόπιστες πηγές αναφέρουν ότι κανένα παιδί δεν επέζησε. Έρευνες μιλούν για οργανωμένες εταιρείες δουλεμπόρων σε συνεργασία με Σαρακηνούς πειρατές που εκμεταλλεύονταν τις περιστάσεις. 

Ας μην ξεχνάμε ότι αναφερόμαστε σε μια εποχή θρησκευτικού φανατισμού όπου το έδαφος ήταν πρόσφορο για αγγελιαφόρους του Θεού και ανεδαφικές υποσχέσεις για ένα καλύτερο αύριο. Ο μύθος του Μαγεμένου Αυλού του Χάμελιν είναι βασισμένος σε αυτή την ιστορία. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο Μεσαιωνικό Χάμελιν και έχει να κάνει με την αρπαγή όλων των παιδιών από ένα μάγο που παρέσυρε τα παιδιά με τον ήχο της φλογέρας....

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Λίγες σχετικές ιστορικές πηγές υπάρχουν. Μερικοί ιστορικοί υποστηρίζουν, ότι ο Γερμανικός μύθος του μαγεμένου αυλού προέρχεται από την Σταυροφορία των παιδιών. Διαδραματίζεται στο Μεσαιωνικό Χάμελιν και έχει για υπόθεση την αρπαγή όλων των παιδιών της πόλης από έναν ξένο που τα μάγεψε με τον ήχο της φλογέρας του και τον ακολούθησαν.

Σύμφωνα με τον Peter Raedts, καθηγητή Μεσαιωνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ράντμπουντ του Ναϊμέχεν, υπάρχουν περίπου 50 αναφορές από ιστορικές πηγές της εποχής της Σταυροφορίας των παιδιών. Τα κείμενα αυτά είναι πολύ ισχνά και είναι απλά λίγες προτάσεις, έως μισή σελίδα το καθένα. Σύμφωνα με τον Raedts οι πηγές αυτές είναι τριών ειδών:
  • Σύγχρονες πηγές της εποχής που γράφτηκαν έως το 1220
  • Κατοπινές πηγές που γράφτηκαν μεταξύ 1220 και 1250, και οι ιστορικοί που πιθανόν να έζησαν την εποχή της Σταυροφορίας των παιδιών κατέγραψαν τις αναμνήσεις τους
  • Πηγές που γράφτηκαν μετά το 1250 από συγγραφείς που διατήρησαν με αυτόν τον τρόπο την παράδοση, χωρίς όμως να έχουν ζήσει την εποχή των διαδραματιζομένων.
Ο Raedts θεωρεί αξιόπιστες μόνο 20 ιστορικές πηγές που συντάχθηκαν έως το 1250.
 
ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ 

Παραδοσιακή

Αν και μέσα στους αιώνες η ιστορία της Σταυροφορίας των Παιδιών απέκτησε πολλές εκδοχές, υπάρχει εν τέλει ένας κοινός πυρήνας σε όλες αυτές. Ένα αγόρι, είτε στη Γαλλία είτε στη Γερμανία που ξεκινάει να κηρύττει ότι δέχθηκε επίσκεψη από τον Ιησού και διατάχθηκε να οδηγήσει μια Σταυροφορία, ειρηνική αυτή τη φορά, που ως σκοπό θα είχε την ειρηνική μεταστροφή όλων των Μουσουλμάνων στην αληθινή πίστη, δηλαδή στον Χριστιανισμό. Μέσα από μια αλληλουχία θαυμαστών γεγονότων και πολλών οιωνών, κατόρθωσε να τραβήξει υπό την καθοδήγησή του ένα αξιοσημείωτο αριθμό παιδιών, πιθανά πάνω από 20000.
 
 
Οδήγησε τους οπαδούς του νότια, προς τη Μεσόγειο, όπου όπως έλεγε με τη βοήθεια του Θεού, θα ανοιχθεί μέσα στη θάλασσα ένας δρόμος, ώστε μέσω αυτού θα καταφέρουν να φτάσουν στην Ιερουσαλήμ. Το αναμενόμενο όμως θαύμα δε συνέβη ποτέ. Δύο εμποροπλοίαρχοι γέμισαν στα πλοία τους όσα αγόρια ήταν δυνατόν και κατευθύνθηκαν στον Νότο. Άλλα αγόρια έφτασαν στην Τυνησία όπου και πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Αφρικής, ενώ άλλα βρήκαν τον θάνατο πνιγμένα λόγω ενός ναυαγίου κοντά στο νησί του San Pierro, (Σαρδηνία). 

Σύμφωνα με άλλους θρύλους, τα αγόρια δεν έφτασαν ποτέ στα παράλια της Μεσογείου, αλλά πέθαναν από την εξάντληση και την πείνα κατά την διάρκεια της ατέρμονης περιπλάνησής τους. Η επιστημονική έρευνα, έχει καταδείξει ότι αυτή η ιστορία όπως έχει περάσει μέσα από τους αιώνες, ανήκει πιο πολύ στη σφαίρα του Μύθου παρά στην πραγματικότητα.

Μοντέρνα

Σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες έρευνες, φαίνεται να υπήρξαν στην πραγματικότητα δύο κινήματα ανθρώπων κάθε ηλικίας μέσα στο 1212, τόσο στη Γερμανία όσο και στην Γαλλία. Οι ομοιότητες των δύο κινημάτων, επέτρεψαν στα χρονικά που γράφτηκαν στη συνέχεια να συνδέσουν και τελικά να ενοποιήσουν όλες αυτές τις ιστορίες. Στην πρώτη κίνηση ένας βοσκός από τη Γερμανία, ονόματι Nicholas, ηγήθηκε μιας ομάδας ανθρώπων σε μια πορεία μέσω των Άλπεων και της Ιταλικής Χερσονήσου, την άνοιξη του 1212. 

Κάπου 7000 άτομα έφτασαν στη Γένοβα τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Όπως και να είναι, τα αρχικά σχέδια της ομάδας δεν καρποφόρησαν και τα νερά της Μεσογείου δεν άνοιξαν ώστε να φανεί η στεριά, όπως προσδοκούσαν οι πιστοί. Έτσι, άλλοι κατευθύνθηκαν στην Ρώμη, άλλοι ταξίδευσαν μέχρι τη Μασσαλία μέσω του Ρήνου, ενώ πολλοί, πήγαν απλά πίσω στα σπίτια τους. Ουδείς από αυτούς μπόρεσε να φτάσει στην Ιερουσαλήμ.

Το δεύτερο κίνημα των πιστών είχε ως ηγέτη ένα νεαρό ποιμένα, με το όνομα Stephen του Cloyes (ένα χωριό κοντά στο Châteaudun), ο οποίος ισχυριζόταν ότι έφερε ένα γράμμα από τον Ιησού με αποδέκτη τον Βασιλέα της Γαλλίας. Ο νεαρός με το κήρυγμά του κατόρθωσε να προσελκύσει κοντά του πάνω από 30000 ανθρώπους, οι οποίοι όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στο Saint Denis. Ο Βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος ο Δεύτερος, μετά από τη σχετική γνωμοδότηση του Πανεπιστημίου των Παρισίων, διέταξε την αγέλη να διαλυθεί και τους πιστούς να επιστρέψουν στα σπίτια τους, Έτσι φαίνεται να έγινε και κανένας από τους πιστούς οπαδούς του Stephen δεν έφτασε στην Ιερουσαλήμ.

Σύγχρονη Ερμηνεία

Η σταυροφορία των Παιδιών από τον Gustave Doré. Οι πρόσφατες έρευνες, θεωρούν ότι οι «Σταυροφόροι» δεν ήσαν παιδιά, ούτε καν έφηβοι ή άτομα νεαρής ηλικίας. Η σύγχυση για την ηλικία των μελών των παράξενων αυτών κινημάτων, οφείλεται στα μεταγενέστερα χρονικά, ηλικίας τριάντα ετών περίπου μετά τα γεγονότα και επομένως όχι αξιόπιστα, αφού οι συγγραφείς τους δεν ήσαν αυτόπτες μάρτυρες των συμβάντων. Στα χρονικά αυτά, από παραδρομής η λέξη ‘pueri’ (λατινική λέξη που σημαίνει «αγόρι»), μεταφράζεται ως «παιδί». 

Στην πραγματικότητα ο συγκεκριμένος όρος είχε υποτιμητικό και προσβλητικό χαρακτήρα, ανάλογο με τον όρο “country boys”, στην ύπαιθρο των ΗΠΑ, κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα. Από τις αρχές του 1200, ομάδες εξαθλιωμένων και πάμφτωχων νομάδων, ξεκίνησαν να διασχίζουν από άκρη σε άκρη την Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Αγρότες που οι οικονομικές συγκυρίες της εποχής τους ανάγκασαν να πουλήσουν τη γη τους και να ψάξουν για μια περισσότερο φιλόξενη πατρίδα, αποκαλούνταν γενικά και αόριστα με τον συγκαταβατικό όρο ‘pueri’.

Αυτή η λανθασμένη απόδοση της λέξης ''pueri'' ως «παιδί» στα ιστορικά χρονικά, δημιούργησαν την μυθολογία περί της «Σταυροφορίας των Παιδιών». Ειδικά, στους επόμενους αιώνες, όπου το ενδιαφέρον για την Ιστορία των Σταυροφοριών ήταν ιδιαίτερα αυξημένο, πολλοί έγκυροι συγγραφείς αποδέχθηκαν αυτήν την ιδέα, αφού απλά η όλη ιστορία ήταν πολύ καλή και έπρεπε να είναι αληθινή.


ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Πηγές

Σύμφωνα με τον Peter Raedts υπάρχουν μόνο πενήντα γραπτές πηγές για τη συγκεκριμένη περίοδο, πηγές που περιορίζονται σε μερικές γραμμές ή το πολύ σε μισή σελίδα κειμένου. Ο Raedts κατηγοριοποίησε τις πηγές σε τρεις τύπους, ανάλογα με την εποχή όπου έγινε η καταγραφή. Σύγχρονα με τα γεγονότα χρονικά που γράφτηκαν πριν το 1220, χρονικά που γράφτηκαν μεταξύ του 1220 και 1250, των οποίων οι συγγραφείς πιθανόν να ήταν στη ζωή όταν έγιναν τα γεγονότα, αλλά έγραψαν αργότερα τις αναμνήσεις τους και τέλος χρονικά που γράφτηκαν μετά το 1250 και απηχούν απόψεις και διηγήσεις από δεύτερο ή και τρίτο χέρι. 

Ο Raedts θεωρεί τις πηγές μετά το 1250 ως μη αυθεντικές, ενώ από αυτές που προέρχονται από την δεύτερη κατηγορία, πιστεύει ότι μόνο 20 περίπου είναι κάπως αξιόπιστες. Εννοείται λοιπόν, ότι μη αυθεντικές διηγήσεις για τη «Σταυροφορία των Παιδιών», όπως των συγγραφέων Beauvais, Roger Bacon, Thomas του Cantimpré, Matthew Paris δεν είναι αξιόπιστες.

Επιστημονικές Μελέτες

Πριν την κλασική μελέτη του Raedts του 1977, υπήρχαν λίγες μόνες εργασίες δημοσιευμένες σε επιστημονικά περιοδικά που να εξέταζαν τη «Σταυροφορία των Παιδιών». Οι πλέον πρώιμες είναι των Frenchman G. de Janssens (1891) και German R. Röhricht (1876). Δυστυχώς αναλύουν τις πηγές, αλλά όχι την όλη ιστορία. 

Ο Αμερικανός θεωρητικός και καθηγητής των Μεσαιωνικών Σπουδών D. C. Munro (1913 - 14), ανάλογα εργαζόμενος με τον Raedts, διατύπωσε την πλέον άρτια ανάλυση των πηγών και των δεδομένων και ήταν και ο πρώτος που διατύπωσε μια αξιοσημείωτα πειστική και ορθολογική ερμηνεία για τη Μυθολογία και τους θρύλους που συνόδευαν την Ιστορία των Σταυροφόρων εν γένει. Αργότερα, ο J. E. Hansbery (1938 - 9) δημοσίευσε μια διορθωτική μελέτη στις εργασίες του καθηγητή Munro, αλλά έχει επικριθεί – όχι τελείως αβάσιμα – ότι στηρίχθηκε σε ανεπιβεβαίωτες πηγές. Ο Γερμανός ψυχίατρος J. F. C. Hecker (1865) έδωσε μια γνήσια ψυχοπαθολογική διερμηνεία της συγκεκριμένης Σταυροφορίας. 

Η διατύπωση όμως του όρου «ασθένεια του θρησκευτικού συναισθήματος», κατακρίθηκε από μεταγενέστερους μελετητές. Ο P. Alphandery (1916) πρώτος δημοσίευσε τις ιδέες του για τη συγκεκριμένη Σταυροφορία σε διαδοχικά άρθρα, που αργότερα συγκεντρώθηκαν σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1959. Θεώρησε τη συγκεκριμένη σταυροφορία ως έκφραση της κουλτούρας της μεσαιωνικής Αίρεσης των Καθαρών. Πάντως, αν και ενδιαφέρουσες οι απόψεις του, πολλές από τις πηγές που χρησιμοποίησε ήταν μη αξιόπιστες.

Ο Adolf Waas (1956) είδε στην «Σταυροφορία των Παιδιών» μια διακήρυξη ενάντια στην Ιπποτική ευλάβεια και μια διαμαρτυρία ενάντια στην αποθέωση του Ιερού Πολέμου. Ο H. E. Mayer (1960) ανέπτυξε τις ιδέες του Alphandery's πάνω στη σχέση «Σταυροφορίας των παιδιών» και της αίρεσης των καθαρών. Τα παιδιά γράφει, επιλέχθηκαν ειδικά για να αποτελέσουν τον «Λαό του Θεού», επειδή είναι σύμφωνα με τους Καθαρούς οι φτωχότεροι, οι ενδεέστεροι και επομένως οι αγνότεροι των ανθρώπων. Όπως έγραψε η «Σταυροφορία των παιδιών», χάραξε για πάντα την άνοδο και την πτώση της Ιδέας της Πενίας.

Ο Giovanni Miccoli (1961) ήταν και ο πρώτος μελετητής που σημείωσε ότι οι πηγές δεν απεικονίζουν τους συμμετέχοντες στη Σταυροφορία απαραίτητα ως νεαρά άτομα. Ο Norman Cohn (1971) διέκρινε στη «Σταυροφορία», ένα χιλιαστικό κίνημα, στο οποίο οι πένητες προσπάθησαν να δραπετεύσουν από την ανέχεια και τη μιζέρια της καθημερινής τους ζωής. Η ανάλυση του Peter Raedts (1977) θεωρείται σήμερα και η καλύτερη όλων των εργασιών για τη «Σταυροφορία των Παιδιών» που γράφτηκε ποτέ.

Λαϊκές Εκδοχές.

Πέρα από τις επιστημονικές εργασίες, υπάρχουν πολλές δημοφιλείς λαϊκές εκδοχές και θεωρίες για τη «σταυροφορία των Παιδιών». Ο Norman Zacour στην ανασκόπηση που έγραψε με τίτλο «Μια Ιστορία των Σταυροφόρων» (1962), σε γενικές γραμμές ακολουθεί τα συμπεράσματα του Munro. Προσθέτει πάντως, ότι η ψυχολογική αστάθεια και ευμεταβλητότητα της εποχής, σε συνδυασμό με τις οικονομικές παραμέτρους, οδήγησαν σε μία σειρά κοινωνικών αναταραχών και εκρήξεων, μέρος των οπίων ήταν και η Σταυροφορία των Παιδιών.

Ο Steven Runciman έδωσε μια εντελώς μυθιστορηματική εκδοχή στα γεγονότα στην δική του «Ιστορία των Σταυροφοριών». Ο Raedts σημειώνει ότι αν και ο Runchiman χρησιμοποιεί το έργο του Munro στην ιστορία του ως βασικό σύγγραμμα αναφοράς, δίνει στο τέλος τέτοιες παράλογες ερμηνείες που πιθανότατα θα δημιουργήσουν σύγχυση στον μη υποψιασμένο αναγνώστη.

Ο Donald Spoto, σε ένα βιβλίο του για τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, λέει ότι οι μοναχοί είχαν παροτρυνθεί να προσκαλέσουν τα παιδιά, επειδή η πενία εθεωρείτο αρετή και συνώνυμη της ευλάβειας και η Εκκλησία με τον συγκεντρωμένο πλούτο της ερχόταν σε αντίθεση με αυτήν.


Ο ΑΓΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΤΗΣ ΑΣΙΖΗΣ 1182 - 1226

Στον 12ο αιώνα ζούσε στην Ασίζη, στην περιοχή της Ούμπρια, μιας εύφορης γης της Ιταλίας, ο Πιέτρο Μπερναρντόνε, πλούσιος υφασματέμπορος, μαζί με την γυναίκα του την Ντόμινα Πίκα. Ο Μπερναρντόνε έκανε μακρινά ταξίδια σε διάφορες πόλεις και χώρες για να αγοράσει από αυτές τα υφάσματά του. Η ζωή των εμπόρων την εποχή εκείνη δεν ήταν όπως σήμερα. Περιπλανιόνταν στις διάφορες πόλεις βάζοντας σε κίνδυνο την ζωή τους, μετέφεραν ειδήσεις από τον ένα τόπο στον άλλο, γίνονταν αγγελιοφόροι διδασκαλιών, τραγουδιών και ειδήσεων, μετέφεραν με λίγα λόγια τις σκέψεις και τις διδασκαλίες σοφών ανθρώπων.

Ήταν μια εποχή που ο κόσμος δυσφορούσε, η εκκλησία είχε μεγάλη δύναμη, καταδυνάστευε τον φτωχό λαό και όποιος ξεσηκωνόταν, τον κυνηγούσε σαν αιρετικό και αποστάτη. Σε αυτούς τους καιρούς η Ντόμινα Πίκα γέννησε το 1182 στην Ασίζη ένα αγόρι και αποφάσισε να του δώσει το όνομα Τζιοβάνι. Λέγεται πως την ημέρα της βάπτισης του νεογέννητου μπήκε στο σπίτι ένας άγνωστος γέρος, ζήτησε να δει το παιδί και, όταν το πήρε στα χέρια του, προφήτεψε πως θα είχε εξαίσιο πεπρωμένο. 

Όταν ο πατέρας ο Πιέτρο Μπερνεντόνε γύρισε από ένα ταξίδι του στην Γαλλία και είδε το νεογέννητο, του έδωσε άλλο ένα όνομα, το όνομα Φραγκίσκος, το οποίο του έμεινε για πάντα. Μεγαλώνοντας ο Φραγκίσκος, έφηβος πια, ονειρευόταν να γίνει ιππότης και τροβαδούρος. Μιλούσε από μικρός την Γαλλική γλώσσα, εξασκούνταν στα όπλα, διασκέδαζε και χωρίς να είναι ευγενής -λόγω του πλούτου του πατέρα του- έκανε παρέα με όλους τους νεαρούς αριστοκράτες.

Κάποια στιγμή η ισχυρή πόλη της Περούτζια κήρυξε πόλεμο κατά της Ασσίζης και τη νίκησε σε μία και μόνο μάχη. Σ' αυτή τη μάχη πολέμησε και ο Φραγκίσκος μαζί με πολλούς από τους συντρόφους του. Πιάστηκε αιχμάλωτος από τον εχθρό και οδηγήθηκε στην Περούτζια, όπου έμεινε φυλακισμένος έναν ολόκληρο χρόνο. Επέστρεψε στην Ασσίζη στο τέλος πια του 1203.

Στην διάρκεια της πολύμηνης αυτής αιχμαλωσίας, δεν έχασε την αισιοδοξία και την ενεργητικότητά του. Διασκέδαζε, παρηγορούσε τους άλλους αιχμαλώτους κι ονειρευόταν τη ζωή των ιπποτών και τη δόξα του πολέμου. Και πριν καλά - καλά αποφυλακιστεί και φύγει από την Περούτζια, ξανάρχισε την παλιά του ζωή, πλούσια σε ακολασία, υπεροψία και σπατάλη. Ρίχτηκε αχόρταγος στις κοσμικές απολαύσεις. Μετά από λίγο καιρό, ο Φραγκίσκος αρρώστησε βαριά κι ένιωσε πάνω του το αόρατο χέρι του θανάτου. 

Τότε άρχισε να αντιλαμβάνεται πως μια τέτοια ζωή δεν θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε καμιά αυτάρκεια κι εσωτερική γαλήνη. Όμως αγνοούσε τον τρόπο που θα μπορούσε να προσεγγίσει αυτά τα αγαθά. Έτσι ξανακύλησε στην ασωτία και την καλοπέραση, ενώ μέσα του αναζητούσε σταθερά μια ευγενέστερη δόξα και πραγματική τιμή. Από τα λεγόμενά του μάλιστα φαίνεται ότι ονειρευόταν να γίνει ένας άρχοντας ή ένας παντοδύναμος ιππότης, γιατί πίστευε πως ο ιπποτισμός περιλάμβανε κάθε τι το υψηλό και το ιερό.

Τότε ακούστηκε η είδηση, πως στα νότια της Ιταλίας εξεστράτευε ο κύριος Βάλτερ φον Μπριέν στην υπηρεσία του Πάπα. Διάφοροι θαρραλέοι κι ανήσυχοι άντρες κι έφηβοι από παντού αποφάσισαν να τραβήξουν κατά κει, γιατί ο κύριος Βάλτερ φον Μπριέν είχε τη φήμη μεγάλου ήρωα και ιππότη. Η είδηση αυτή κέντρισε το ενδιαφέρον του νεαρού Φραγκίσκου που έφυγε για την Νότια Ιταλία. Όμως, στο Σπολέτο τον κυρίεψε ένας πυρετός κι αποφάσισε να επιστρέψει γρήγορα στην Ασσίζη, ενώ την υπέροχη πανοπλία του τη χάρισε σ' έναν φτωχό ευγενή.

Οι γονείς του και οι άλλοι κάτοικοι της πόλης, τον κορόιδευαν που πίστευε και διαλαλούσε πως θα γύριζε τάχα στην πατρίδα του σαν ένας δοξασμένος άρχοντας. Τον είχε κυριέψει θλίψη και ζητούσε την λύτρωση από τον ουρανό. Κάποια μέρα οι παλιοί φίλοι του τον παρακίνησαν να τους παραθέσει ένα δείπνο, όπως παλιά, και να χαρεί μαζί τους. Ο Φραγκίσκος ετοίμασε ένα πλουσιοπάροχο και ακριβό γεύμα και τους κάλεσε. Όταν εκείνοι ήρθαν, τον ανακήρυξαν βασιλιά του συμποσίου και, όπως ήταν το έθιμο της εποχής, του πρόσφεραν ένα ραβδί κι ένα σκήπτρο.

Οι μεθυσμένοι του σύντροφοι τον περικύκλωσαν κι άρχισαν να τον τραβολογούν πειράζοντας τον. Και όταν οι φίλοι του απομακρύνθηκαν εκείνος άφησε απ' το χέρι του να πέσει το σκήπτρο που κρατούσε ως εκείνη τη στιγμή. Μαζί με το ραβδί αυτό πετούσε με μια κίνηση από πάνω του κι όλη τη μέχρι τότε ζωή του. Και αποφάσισε να παντρευτεί μια παράξενη νύφη, την φτώχεια. Θυμήθηκε ότι ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας περαστικός επισκέπτης, ένας οδοιπόρος που πλανιέται πάνω σ' αυτή τη γη, από τη ζωή ως το θάνατο, χωρίς τελικά να μπορεί να πάρει μαζί του τίποτα το υλικό. Έτσι διάλεξε για οδηγό του το Θεό.

Από τότε ο γιος του πλούσιου κύριου Μπερναρντόνε άφησε τη συντροφιά των νέων της αριστοκρατίας, τα παιχνίδια και την καλοπέραση, και αναζητούσε τη μοναξιά και την παρέα των φτωχών και καταφρονεμένων. Ελεούσε τους ζητιάνους, και του εμψύχωνε. Η ορμή της ταπεινής του αγάπης τον οδηγούσε στους κατώτερους και τους πιο περιφρονημένους. Αποφάσισε να αφοσιωθεί σε όλους τους κατατρεγμένους κι αυτοί οι καταφρονεμένοι τον αντάμειψαν με τέτοιες τρυφερές ευχαριστίες, που ο Φραγκίσκος έπαιρνε θάρρος κι έβρισκε σ' αυτούς παρηγοριά, όταν οι φίλοι του κι ο πατέρας του τον έβριζαν και τον αποκαλούσαν τρελό.


Κάποτε αποφάσισε να κάνει ένα προσκύνημα στη Ρώμη. Εκεί, αντάλλαξε τα ρούχα του με αυτά ενός ζητιάνου και πήρε τη θέση του. Τότε κατάλαβε πως άδικα έψαχνε τη σωτηρία στη Ρώμη και την Παπική αυλή και, επειδή δοκίμασε για πρώτη φορά με τα ρούχα εκείνου του ζητιάνου την αληθινή φτώχεια, αποφάσισε έκτοτε να της μείνει πιστός. Επιστρέφοντας από την Ρώμη πούλησε ό,τι του ανήκε από την πατρική του περιουσία, ακόμα και το άλογό του, κι έδωσε τα χρήματα σ΄ ένα παρεκκλήσι, το οποίο ήταν ερειπωμένο και το ξανάκτισε με τα χέρια του. Οι σχέσεις με τον πατέρα του είχαν έλθει πλέον οριστικά σε ρήξη.

Ο Φραγκίσκος αγάπησε την Πορτιούνκολα, την έκανε καταφύγιό του. Τότε, όταν επισκεύασε με μεγάλο κόπο κι αυτή την εκκλησία, άκουσε μέσα σ' αυτόν τον ιερό χώρο τη φωνή του Θεού κι αντίκρισε καθαρότερα το σκοπό της ζωής του. Από τότε ο Φραγκίσκος άρχισε να κηρύττει το λόγο του Θεού Τα λόγια του δεν ήταν λόγια ενός ονειροπαρμένου πολυλογά. Μιλούσε στους χωρικούς σαν χωρικός, στους αστούς σαν αστός, στους ιππότες σαν ιππότης, κι έλεγε στον καθένα τους αυτό που θα συγκινούσε την καρδιά του.

Ο λόγος του ήταν απλός και γεμάτος αγάπη. Δεν απαιτούσε απ' τους άλλους να κάνουν κάτι που οι ίδιοι δεν ήταν έτοιμοι γι' αυτό. Δεν απαιτούσε σεβασμό για το άτομό του, αλλά προσαρμοζόταν στις απαιτήσεις του καθενός. Ο Φραγκίσκος συνήθιζε να αποκαλεί τον εαυτό του και τους αδελφούς του juculatores Domini, δηλαδή τροβαδούρους του Θεού, γιατί εξυμνούσαν τον Θεό σαν τροβαδούροι και τραγουδιστές. Σύντομα ο λαός τον ονόμασε, εξ αιτίας της θεληματικής του φτώχειας, il Poverello, δηλαδή "ο φτωχούλης" κι έτσι τον λένε ακόμα και σήμερα. Βέβαια, δεν έλειψαν και οι δύσκολες ώρες και οι διώξεις. 

Οι οικογένειες, που οι γιοι τους είχαν ακολουθήσει τον Φραγκίσκο, τον κατηγόρησαν πως διέφθειρε τους νέους και τους απομάκρυνε από τους γονείς τους . Τώρα πια είχε πιστούς και μαθητές. Πράγμα που προκαλούσε δυσφορία στην εκκλησία και άρχισαν να τον κατηγορούν για αιρετικό. Αποφάσισε να πάει στην Ρώμη να μιλήσει με τον Πάπα, μαζί με τον αδελφό Βερνάρδο από το Κουινταβάλλε. Στη Ρώμη Πάπας ήταν ο Ινοκέντιος ο Γ΄, χαρακτήρας καθόλου ήπιος. Διοικούσε την από παντού απειλούμενη ρωμαϊκή εκκλησία με μεγάλο σθένος, όχι σαν τρυφερός ποιμένας, αλλά σαν ένας βίαιος και μαχητικός άρχοντας.

Στη Ρώμη οι άντρες από την Ασίζη, που δεν επιθυμούσαν τίποτε άλλο παρά να ζουν στη φτώχεια και στην εγκράτεια κηρύττοντας χωρίς ανταμοιβή τη διδασκαλία του Σωτήρα, προκάλεσαν μεγάλη απορία. Όμως ο Πάπας και ο καρδινάλιος Τζιοβάνι του Αγίου Πέτρου κατάλαβαν αμέσως τη δύναμη που έκρυβαν μέσα τους οι φτωχοί κι άμαθοι αυτοί άνθρωποι και άρχισαν να συλλογίζονται την υπόθεση αυτή πολύ σοβαρά. Ο Φραγκίσκος παρακάλεσε τον Πάπα να εγκρίνει έναν απλό κανονισμό που είχε συντάξει ο ίδιος για την αδελφότητα και που τον αποτελούσαν περικοπές του Ευαγγελίου και έτσι και έγινε, πράγμα που τον έκανε να επιστρέψει στην Ασίζη .

Ο Φραγκίσκος, ως εκλεκτός του Θεού, γνώρισε την ομορφιά της γης, έτσι που σπάνια άλλος ποιητής την έχει γνωρίσει. Και αγάπησε την κάθε μικρή και μεγάλη ύπαρξη, κι αυτές του ανταπέδωσαν την αγάπη τους μιλώντας του. Φυσικά γνώριζε καλά πως πάνω στη γη τίποτα δεν είναι άψυχο και αντιμετώπιζε την κάθε ψυχή, ακόμα κι αυτή ενός φυτού ή μιας πέτρας, με αδελφικό σεβασμό και αγάπη. Όταν μαθεύτηκε στην Ασίζη πως ο Φραγκίσκος πήρε άδεια από τον Πάπα να κηρύττει ελεύθερα, ο λαός ένιωσε μια τρομερή επιθυμία να τον ακούσει κι επειδή οι άλλες εκκλησίες ήταν πολύ μικρές, χρειάστηκε να μιλήσει στον καθεδρικό ναό της. 

Ο λαός τον αγαπούσε και του αφοσιωνόταν όλο και περισσότερο, και υπήρχαν από τότε κιόλας πολλοί που τον αποκαλούσαν Άγιο. Απ' αυτή την εποχή και μετά ο Φραγκίσκος προσπαθούσε με όλες τους τις δυνάμεις να μεγαλώσει το Τάγμα των Μινοριτών και να το διευθύνει όσο το δυνατόν καλύτερα. Το καλοκαίρι του 1224, γεμάτος φροντίδες και προαισθανόμενος ίσως το θάνατό του, πήγε στο αγαπημένο του βουνό Αλβέρνο. Ήταν τόσο πολύ κουρασμένος που αναγκάστηκε, παρά τις συνήθειές του, ν' ανέβει σ' ένα μουλάρι. 

Αφού άφησε πίσω του τους τρεις αδελφούς που τον είχαν συνοδέψει, μπήκε μόνος του στο δάσος, έφτιαξε μια μικρή καλύβα και έμεινε για ένα μεγάλο διάστημα. Στους θρύλους αναφέρεται πως εδώ ακριβώς του παρουσιάστηκε ο Εσταυρωμένος και του χάρισε τα ιερά στίγματα του σώματός του. Λίγο αργότερα έπεσε σε μια ακόμα μεγαλύτερη αδυναμία και μια οδυνηρή αρρώστια των ματιών τον έστειλε για ένα μεγάλο διάστημα στον Άγιο Δαμιανό. Παρ' όλους όμως τους πόνους του, χαμογελούσε πάντα, δόξαζε και υμνούσε τον Θεό κι όταν κείτονταν μόνος και τυφλός στην καλύβα του, τραγουδούσε ενθουσιώδη άσματα. Εκεί συνέθεσε και τον "Ύμνο του Ήλιου".

Σ'αυτή την κατάσταση τον μετέφεραν στο Μόντε Κολόμβο και στο Ριέτι. Η πάθησή του είχε χειροτερέψει περισσότερο και οι γιατροί, μη ξέροντας τι άλλο να κάνουν, του έκαιγαν το μέτωπο με ένα πυρωμένο σίδερο. Όταν πλησίασαν για πρώτη φορά στο κρεβάτι του με το φριχτό εργαλείο, ο άρρωστος υποδέχτηκε με χαρά τη φωτιά κι αναφώνησε: "Ω αδερφή φωτιά, που λάμπεις όμορφη ανάμεσα στ' άλλα δημιουργήματα κι εγώ πάντα σ' αγαπούσα, δείξε μου τώρα έλεος!" Μετά παρακάλεσε έναν αδελφό να του παίξει μουσική, εκείνος όμως αρνήθηκε να το κάνει. 

Τότε ο Φραγκίσκος άκουσε μέσα στη νύχτα έναν άγγελο Κυρίου να παίζει τις γλυκές κι απερίγραπτα εξαίσιες μουσικές του Παραδείσου. Όταν ένιωσε το τέλος να πλησιάζει, ζήτησε και τον μετέφεραν με μεγάλο κόπο στον τόπο του, στην Ασίζη. Από το κρεβάτι του θανάτου υπαγόρευσε ακόμα ένα γράμμα, όπου ικέτευε γονατιστός, μ' όλη του την καρδιά, την ανθρωπότητα, να θυμάται την ψυχή της. Όταν ρώτησε το γιατρό πόσο ακόμα θα ζούσε κι αυτός του απάντησε: "Για λίγο", άνοιξε τα χέρια του και είπε: "Σε καλωσορίζω αδελφέ Θάνατε!" Ύστερα άρχισε να τραγουδά κι έπρεπε να τραγουδούν μαζί του και όλοι οι παρευρισκόμενοι φίλοι του.


Λίγες μέρες πριν από το τέλος του ζήτησε να τον πάνε στην Πορτιούνκολα, που την αγαπούσε και τη θεωρούσε πατρίδα του. Πέθανε στις 3 Οκτωβρίου του 1226, κατά το βράδυ. Τη στιγμή που ξεψυχούσε, ήρθε και κάθισε πάνω στη στέγη της καλύβας του ένα μεγάλο σμάρι κορυδαλλών και άρχισε να τραγουδά μελωδικά και δυνατά.

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΩΝ ΓΕΝΙΚΑ

Πολλές αλλαγές στη δυτική Ευρώπη έχουν αποδοθεί στις σταυροφορίες. Αναμφίβολα, οι σταυροφορίες ενίσχυσαν την ηθική ακτινοβολία των παπών. Κι ενώ τον 12ο αιώνα δυνάμωνε η δημόσια αμφισβήτηση των πολιτικών τους παρεμβάσεων και της τυπολατρίας τους, τον 13ο αιώνα η αμφισβήτηση αυτή μάλλον είχε αντισταθμιστεί από το θέαμα της Παποσύνης που πρωτοστατούσε στον ιερό πόλεμο κατά των απίστων.

Νέες τεχνολογίες εισήχθησαν από την Ανατολή. Προφανώς οι σταυροφόροι αντίκρισαν για πρώτη φορά ανεμόμυλους στην Περσία, αλλά τα περισσότερα τεχνολογικά δάνεια ήταν στρατιωτικά. Οι Μουσουλμάνοι αντέγραψαν από τους Χριστιανούς τις αλυσιδωτές πανοπλίες, ενώ οι Χριστιανοί έμαθαν από τους Μουσουλμάνους περίτεχνα στοιχεία της αρχιτεκτονικής των κάστρων, ιδίως τα εξώστεγα και τους κυρίως τοίχους.

Οι σταυροφορίες είχαν αντίκτυπο στην οικονομία της Δύσης. Προφανώς οι πρώτες δύο σταυροφορίες δεν είχαν υπερβολικό κόστος. Οι στρατιές συντηρούνταν από τη γη, ενώ δεν υπάρχουν τεκμήρια που να φανερώνουν την επιβολή ειδικών φόρων ακόμα και για τη δεύτερη σταυροφορία, στην οποία συμμετείχαν δύο βασιλιάδες. Η πρακτική αυτή άλλαξε ριζικά με την Τρίτη σταυροφορία. Ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσσας και ο Φίλιππος Αύγουστος φαίνεται ότι αντεπεξήλθαν στα έξοδα χάρη στους προσωπικούς τους πόρους και στους φόρους που τους όφειλαν οι βαρόνοι αλλά ο Ριχάρδος Α' συγκέντρωσε το «φόρο του Σαλαδίνου», τον οποίο είχε θεσπίσει ο πατέρας του. 

Οι σταυροφορίες του Φρειδερίκου Β', και ιδιαιτέρως του Λουδοβίκου Θ', ήταν εξαιρετικά δαπανηρές. Ο Λουδοβίκος πέθανε χρεωμένος στους ίδιους τους υπηκόους του, τους Γενουάτες τραπεζίτες και τους Ναΐτες. Η αναβίωση του εμπορίου μεταξύ Ανατολής και Δύσης αποδίδεται στις σταυροφορίες, αλλά αυτός ο ισχυρισμός είναι κάπως υπερβολικός. Ήδη από τους Ρωμαϊκούς χρόνους η Δύση εξήγαγε στην Ανατολή δούλους, δασικά προϊόντα και στρατιώτες, και παρελάμβανε βαρύτιμα υφάσματα και μπαχαρικά, και αυτό το πρότυπο εμπορικών ανταλλαγών διατηρήθηκε, με εξαίρεση σύντομα διαλείμματα εχθρότητας που οφείλονταν στον πολιτικό και τον θρησκευτικό ανταγωνισμό. 

Η Πίζα, η Γένουα και η Βενετία είχαν καλές εμπορικές σχέσεις με τους Έλληνες και τους Μουσουλμάνους αδιακρίτως πριν από τις σταυροφορίες. Ο ρυθμός αυτών των εμπορικών ανταλλαγών επιταχύνθηκε μετά το 1100, αλλά το ίδιο συνέβη και με το εμπόριο στο εσωτερικό της Ευρώπης. Ο ρόλος των σταυροφοριών σ' αυτές τις αλλαγές δεν είναι διόλου σαφής. Ασφαλώς οι σταυροφορίες διευκόλυναν τους Δυτικούς στην εξαγωγή αγαθών από την Παλαιστίνη, αλλά τα εξαγώγιμα προϊόντα της Παλαιστίνης δεν ήταν ιδιαίτερα απαραίτητα ή περιζήτητα στη Δύση. 

Για την προμήθεια μπαχαρικών, οι Δυτικοί εξακολουθούσαν να ταξιδεύουν στην Κωνσταντινούπολη ή τη Βαγδάτη. Η Μουσουλμανική μνησικακία προς τους σταυροφόρους δεν προώθησε το ειρηνικό εμπόριο. Μετά το 1100, το εμπόριο με το Ισλάμ έγινε πολύ ριψοκίνδυνο, καθώς οι Μουσουλμάνοι συχνά απήλαυναν τους ξένους και έκαναν κατάσχεση στα εμπορεύματά τους. Εντούτοις, ορισμένοι Ιταλοί εξακολούθησαν να εμπορεύονται στην Αλεξάνδρεια και τη Δαμιέττη, ενώ στο Κάιρο ιδρύθηκε αποικία Πιζάνων. Μολονότι η Ιερουσαλήμ απαγόρευε το εμπόριο δούλων και όπλων με τους μουσουλμάνους, ορισμένοι Ιταλοί αγνόησαν αυτή την απαγόρευση.

Το παράδοξο όμως είναι ότι οι σταυροφορίες ενίσχυσαν την εσωτερική οικονομία της δυτικής Ευρώπης αυξάνοντας τη διαθεσιμότητα του χρήματος. Η δυτική Ευρώπη δεν έχει πλούσια αποθέματα πολύτιμων μετάλλων, και μόνο τα αργυρωρυχεία του Ράμμελσμπεργκ στη Γερμανία είχαν αξιοποιηθεί πριν από τις σταυροφορίες. Σημαντικοί θησαυροί Μουσουλμανικών νομισμάτων έπεσαν στα χέρια των Χριστιανών στην Παλαιστίνη, την Ισπανία και τη Σικελία. 

Έτσι, οι αυλές των ηγεμόνων συγκέντρωσαν πλούτη και παρείχαν προστασία όχι μόνο στους εμπόρους των πόλεων, από τους οποίους αγόραζαν ανατολίτικα είδη πολυτελείας, αλλά και στους βιοτέχνες που είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται στις Ευρωπαϊκές πόλεις. Ίσως το πιο σημαντικό επακόλουθο των σταυροφοριών να μην ήταν η προώθηση του εμπορίου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αλλά η αρπαγή των Μουσουλμανικών νομισμάτων που αποτέλεσαν τη βάση για τον εμπορευματικό καπιταλισμό της Ευρώπης του 12ου αιώνα. 

Το γεγονός αυτό με τη σειρά του επέτρεψε στους Ευρωπαίους να παράγουν περισσότερα αγαθά για δική τους χρήση απ' ό,τι προηγουμένως. Στις σταυροφορίες επίσης αποδίδεται η καλλιέργεια της αμοιβαίας πνευματικής κατανόησης μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αλλά και αυτή η αντίληψη είναι συζητήσιμη. Συνήθως, τα στρατιωτικά εγχειρήματα δεν επιταχύνουν τη μετάδοση του πολιτισμού. Οι Μουσουλμάνοι και οι Χριστιανοί παρέμειναν διαχωρισμένοι στην Παλαιστίνη. Η λεηλασία της Κωνσταντινούπολης το 1204 ήταν μια πολιτιστική συμφορά που άφησε ανεξίτηλα σημάδια στη δυτική σκέψη.
 
 
Αν και μερικά χειρόγραφα διασώθηκαν και φυλάχθηκαν στα διάδοχα Ελληνικά βασίλεια, κυρίως στην Τραπεζούντα, το γεγονός ότι διαθέτουμε μόνο μικρής έκτασης αποσπάσματα από το αρχικό σώμα των έργων του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των Ελλήνων δραματουργών και ποιητών πιστοποιεί τις διαστάσεις της καταστροφής. Το πιο γόνιμο πεδίο πολιτιστικής αλληλεπίδρασης ήταν η Σικελία, ιδίως όσον αφορά τη διάδοση της Μουσουλμανικής ιατρικής και φαρμακευτικής γνώσης στη Δύση. Οι Χριστιανοί λόγιοι σύχναζαν στις Μουσουλμανικές σχολές της Ισπανίας πριν από τις σταυροφορίες. 

Στη διάρκεια της πεντηκονταετίας μετά την κατάληψη του Τολέδου από τους Χριστιανούς το 1085, κορυφώθηκαν οι επαφές μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων σ' αυτή την πόλη. Οι Χριστιανοί μελέτησαν τις αραβικές μεταφράσεις Ελληνικών έργων, καθώς και τις μαθηματικές και άλλες επιστημονικές εργασίες των ίδιων των Αράβων. Μετά τη δεκαετία του 1130, οι Μουσουλμάνοι λόγιοι μετακινήθηκαν βαθμιαία προς τα νότια, και οι περισσότεροι Χριστιανοί ήταν πεπεισμένοι ότι τίποτα αξιόλογο δεν μπορούσαν να τους διδάξουν οι εθνικοί.

VIDEO



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ