Η Αθηνά ξεχώριζε ανάμεσα στις άλλες θεές του Ολύμπου, ακόμα και από την γέννηση της.
Η Αθηνά θυγατέρα του Διός και της Μήτιδος, η οποία ήταν η προσωποποίηση της σοφίας. Η ένωση της Μήτιδας και του Διός τερματίστηκε κατά τρόπο τραγικό διότι υπήρχε μια προφητεία η οποία έλεγε ότι αφού η Μήτις γεννούσε το παιδί που είχε στα σπλάχνα της, θα έφερνε στο φως έναν πανίσχυρο γιο προορισμένο να γίνει βασιλιάς των θεών. Προκειμένου να πραγματοποιηθεί η προφητεία και με την συμβουλή του Ουρανού και της Γαίας, ο Δίας κατέληξε στο να καταπιεί την Μήτιδα ενώ ήταν έγκυος. Όταν ήρθε ο καιρός του τοκετού, έπιασαν τον Δία τρομεροί πόνοι στο κεφάλι και διέταξε τον Ήφαιστο να του σκίσει το κεφάλι του. Και «ξεπήδηξε απ’ το κεφάλι του Δία η Αθηνά πάλλοντας ένα αιχμηρό δόρυ. Και σείστηκε συθέμελα ο Όλυμπος, βούϊξε τριγύρω η γη, φούσκωσε η θάλασσα και σκοτεινά κύματα σηκώθηκαν… Μα σύντομα όλα ηρέμησαν κι ο ένδοξος γιος του Υπερίωνα κράτησε τα άλογά του ώσπου η παρθένα Παλλάδα έβγαλε απ’ τους αθάνατους ώμους της τα θεϊκά της όπλα. Κι ο σοφός Δίας «χάρηκε», μας αναφέρει ο «Ομηρικός Ύμνος».
Οι αρχαίοι μυθογράφοι αναφέρουν και άλλες παραδόσεις για την γέννηση της θεάς Αθηνάς. Σύμφωνα λοιπόν με μια παράδοση, η Αθηνά γεννήθηκε στην Κρήτη από ένα σύννεφο που ο Δίας το χτύπησε με κεραυνό. Σύμφωνα με άλλη, ήταν θυγατέρα του φτερωτού Γίγαντα Πάλλαντα, που αργότερα η θεά τον σκότωσε, επειδή ήθελε να την κάνει ερωμένη του. Άλλη πάλι εκδοχή μας λέει πως η Αθηνά γεννήθηκε απ’ τον Ποσειδώνα και την Τριτωνίδα, μα αργότερα φιλονίκησε με το θεό της θάλασσας και κατέφυγε στον Δία, που την υιοθέτησε.
ΤΟ ΠΑΛΛΑΔΙΟ
Στην «Θεογονία» του Ησίοδου και στον «Ομηρικό Ύμνο» η θεά Αθηνά ονομάζεται Τριτογένεια, επειδή γεννήθηκε κοντά σε μια πηγή που ονομαζόταν Τριτωνίς. Οι αρχαίοι συγγραφείς διαφωνούν όσον αφορά τη χώρα που βρισκόταν η πηγή. Άλλοι έλεγαν πως βρισκόταν στην Βοιωτία, άλλοι πως βρισκόταν στην Κρήτη, άλλοι στην Αφρική (τη Λιβύη) και μερικοί στα πέρατα της γης, συγχέοντας την Αθηνά με τον Ωκεανό. Πολλές πόλεις επέμεναν πως η θεά γεννήθηκε σ’ αυτές κι είχαν για επιχείρημα τους πως κατείχαν τα Παλλάδια, τα αγάλματα της Αθηνάς, που είχαν πέσει ως έλεγαν, απ΄ τον ουρανό.
Όμως το Παλλάδιο, το πιο ονομαστό είναι το Παλλάδιο της Τροίας. Γράφει ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος «ήταν ένα άγαλμα ύψους τριών πήχεων και παράσταινε τη θεά με τα πόδια ενωμένα και στο χέρι της το δεξιό κρατούσε ένα δόρυ όρθιο και στ’ αριστερό ρόκα και αδράχτι». Κατά το μύθο, το άγαλμα ετούτο το είχε η ίδια η θεά κατασκευάσει σύντροφος της Αθηνάς ήταν η Παλλάδα. Οι δυο νεαρές κοπέλες, η Παλλάδα και η Αθηνά, γυμνάζονταν με ασκήσεις αρκετά βίαιες και μια μέρα τσακώθηκαν κι η Παλλάδα ετοιμαζόταν να χτυπήσει την θεά, μα ο Δίας που φοβήθηκε μήπως πάθει τίποτα η δική του κόρη, έβαλε μπροστά της ως ασπίδα την αιγίδα, τρόμαξε η Παλλάδα απ’ τη φοβερή ασπίδα και η Αθηνά τη χτύπησε και την άφησε νεκρή. Βαθιά απελπισμένη η θεά, έφτιαξε ένα ξύλινο ομοίωμα της νεκρής Παλλάδας κι έβαλε στο στήθος του την τρομερή αιγίδα και το τοποθέτησε προς τιμή της δίπλα στ’ άγαλμα του Δία. Και προσθέτει ο Απολλόδωρος : «Όταν η Ηλέκτρα (η θυγατέρα του Άτλαντα που απ’ αυτήν ο Δίας απόκτησε τον Ιασίωνα και τον Δάρδανο), μετά την ερωτική τους συνομιλία με το Δία, κατέφυγε κοντά στο άγαλμα αυτό, το «Παλλάδιο», ξάφνου ετούτο γκρεμίστηκε μαζί της στο Ίλιο, όπου ο Ίλος έφτιαξε ειδικό ναό γι’ αυτό και απέδωσε θεϊκές τιμές».
Κατά άλλο μύθο, το «Παλλάδιο» το έδωσε ο Δίας στον Δάρδανο, το βασιλιά των Τρώων και η σωτηρία της πόλης θα εξαρτιόνταν στο μέλλον από τη διατήρησή του. Ο Δάρδανος το τοποθέτησε στο άδυτο του ναού (στο μέρος που απαγορεύονταν η είσοδος). Και ένα δεύτερο Παλλάδιο τοποθετήθηκε στη σηκό του ιερού, όπου επιτρεπόταν η είσοδος και του λαού. Στην «Ιλιάδα» ζητάει ο Έκτορας από τη μητέρα του να πάει μαζί με τις καλύτερες γυναίκες της πόλης στο ναό και να παρακαλέσει την Τρωάδα Αθηνά: «Πάτε στης Αθηνάς το ναό, πάρτε μαζί σας αρώματα και βάλτε στα γόνατα της θεάς τον πολυτιμότερο, το μεγαλύτερο απ’ όσους υπάρχουν στο παλάτι πέπλο, εκείνον που σου αρέσει περισσότερο και δώσ’ της την υπόσχεση πως θα θυσιάσεις στο ναό της δώδεκα δαμάλες, αν θελήσει να λυπηθεί το Ίλιο, τις γυναίκες της Τροίας και τα παιδιά τους, αν δεχτεί ν’ απομακρύνει από τα ιερά τείχη μας το γιο του Τυδέα». Γιος του Τυδέα ήταν ο Διομήδης, ένας από εκείνους που ήθελαν να αρπάξουν το τρωικό Παλλάδιο, για να επιταχύνουν την πτώση της Τροίας. Από τους σχετικούς μύθους με το Παλλάδιο προκύπτει πως η Αθηνά ήταν προστάτιδα του Ίλιου, όπως ήταν και πολλών άλλων ελληνικών πόλεων.
ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΔΙΑΣ
Η Αθηνά το αγαπημένο παιδί του Δία, που φανερώνει σε κάθε ευκαιρία τη βαθιά του αγάπη προς τη θυγατέρα του. Ωστόσο, ο Όμηρος αναφέρει πως η Αθηνά συνωμότησε με την Ήρα και τον Ποσειδώνα να δέσουν τον Δία, επειδή η κυριαρχία του είχε γίνει ανυπόφορη γι’ αυτούς. Όμως η διατάραξη της σχέσης της αυτής με τον πατέρα της δεν άφησαν ίχνη. Η Αθηνά στον πόλεμο κατά των Γιγάντων βοήθησε σθεναρά τον Δία, αυτή συμβούλεψε τον Ηρακλή να παρασύρει έξω από τα σύνορα της Παλλήνης τον Γίγαντα Αλκυονέα, επειδή, όταν ο γίγαντας αυτός πατούσε το έδαφος της γενέθλιάς του γης (της Παλλήνης), ήταν αθάνατος. Και πάλι η ίδια αυτή πήρε το δέρμα του Γίγαντα Πάλλαντα και το χρησιμοποίησε για προκάλυψη κατά τις μάχες. Αυτή πολέμησε κατά του Εγκέλαδου, που δεν κατάφερε να τον νικήσει παρά καταπλακώνοντάς τον κάτω από τη Σικελία. Το τελευταίο αυτό επεισόδιο, που ήταν πασίγνωστο κατά την αρχαιότητα, το αναπαράσταιναν κάθε χρόνο στον αφιερωματικό στη θεά πέπλο τους οι Αθηναίοι κατά τα «Παναθήναια».
Καλλυντήρια (τα) Αρχ.]. Αθηναϊκή εορτή προς τιμήν της Πολιάδος Αθηνάς. Η εορτή αυτή συνδέεται αναπόσπαστα μετά της συναφούς εορτής των Πλυντηρίων, αμφότερες δε είχαν ως σκοπό τον καθαρισμό του ιερού και του ξοάνου της θεάς.
Οι εορτές αυτές γίνονταν κατά τον μήνα Θαργηλιώνα, ήτοι τον Μάιο, μεγάλη όμως επικρατεί αοριστία περί του ποιά προηγείται της άλλης. Κατά τον λεξικογράφο Φώτιο, τα Καλλυντήρια τελούνταν την 19ην του μηνός, τα δε Πλυντήρια την 29ην. Αλλά η ετυμολογική έννοια των δύο λέξεων θέτει εν αμφιβάλω την τοιαύτη χρονική τάξη, διότι λογικό είναι να παραδεχθεί κανείς ότι πρώτον πλένεται κάτι και ύστερα καλλύνεται. Κατά της λογικής, εν τούτοις, αυτής ερμηνείας διαφόρων ερμηνευτών και μάλιστα των Schoeman και Petersen, αντεπεξέρχεται ο Mommsen ο οποίος, συμφωνώντας προς τον λεξικογράφο Φώτιο, εξηγεί, ότι τα μεν Καλλυντήρια ήσαν ή προπαρασκευαστική εορτή του καθαρισμού του ιερού της Πολιάδος Αθηνάς επί της Ακροπόλεως, και, ως τοιαύτη, προηγούνταν, τα δε Πλυντήρια ήσαν η τελετή του λουτρού του ξόανου της θεάς, και, ως τέτοια, είπετο.
Η διεξαγωγή των τελετών τούτων γίνονταν, κατά τους αρχαίους συγγραφείς και τις επιγραφές, ως εξής: Κατ’ αρχάς καθαρίζονταν και εξαγνίζονταν ο ναός της Πολιάδος Αθηνάς, ο επί της Ακροπόλεως. Κατά το χρονικό τούτο διάστημα, το Ιερόν απεμονούτο δια σχοινίων. Οι λειτουργοί του ναού, οι επιφορτισμένοι τότε τον καθαρισμό, ήσαν παρθένοι, ονομαζόμενοι λουτρίδες και πλυντρίδες, ως και πρόσωπο τι καλούμενο κατανίπτης, επιφορτισμένος ειδικώς να επιμελείται του αγάλματος της θεάς. Και η προπαρασκευαστική αυτή εργασία αποτελούσε την εορτή των Καλλυντηρίων. Έπειτα άρχιζε η μεγάλη ημέρα των Πλυντηρίων. Κατά ταύτη το κυριώτατο μέρος έπαιζαν οι λεγόμενες Πραξιεργίδες, όμιλος, δηλαδή, ιερειών, οι οποίες ήσαν τεταγμένες να ετοιμάζουν το άγαλμα προς λουτρό, γδύνοντας, πρώτα, αυτό των ενδυμάτων του και των κοσμημάτων και καλύπτοντάς το δια πέπλου, και έπειτα, μετά το λουτρό, στολίζοντας πάλι αυτό ως και πριν. Και τότε άρχιζε η πομπή, υπό την εποπτεία των νομοφυλάκων. Το άγαλμα της θεάς, ετοιμασμένο ως ανωτέρω, φέρονταν επισήμως προς την θάλασσα του Φαλήρου, βαπτίζονταν δε τότε εντός της θαλάσσης και παρέμενε εκεί όλη την ημέρα. Η ημέρα αυτή θεωρείτο στην Αθήνα ως αποφράς, διότι η πόλις στερούνταν, κατά το χρονικό τούτο διάστημα, της προστασίας της πολιούχου θεάς, και προς τούτο κατέπαυε πάσα εργασία, ήταν δε επιβεβλημένη και επίσημη αργία προς την εσπέρα, η συνοδεία επανέρχονταν στην Αθήνα, εν μέσω εφήβων, οι οποίοι κρατούσαν δάδες αναμμένες, και των Πραξιεργίδων. Και τότε το άγαλμα, καθαρισμένο δια του λουτρού, τίθετο και πάλι επισήμως στο ναό.
Και ταύτα μεν περί των Καλλυντηρίων και των Πλυντηρίων. Αλλά και η γένεση των εορτών τούτων δεν είναι λιγότερο αόριστος. Και ναι μεν η εορτή ήταν, πράγματι, προς τιμήν της πολιάδος Αθηνάς, αλλά, ταυτοχρόνως, και η Ἄγλαυρος, η κόρη του Κέκροπα, κατείχε, κατά πολλά κείμενα, σημαντική θέση στις εορτές αυτές. Ο αυτός λεξικογράφος Φώτιος αναφέρει, ότι τα Καλλυντήρια προήλθαν εκ του ότι η Άγλαυρος ήταν η πρώτη ιέρεια της Αθηνάς, επιφορτισμένη να πλύνει και να στολίζει το άγαλμα της θεάς και ότι τα Πλυντήρια τελούνταν προς ανάμνηση του γεγονότος, καθ’ ο τα ενδύματα της θεάς έμειναν άπλυτα επί ένα έτος, μετά τον θάνατον του Αγλαύρου.
Ταύτα επαναλαμβάνει και ο Ησύχιος. Ταύτα επιβεβαιώνει και ο Ἁρποκρατίων, αναφέροντας την παράδοση, κατά την οποία η Άγλαυρος ταυτίζονταν με την Αθηνά. Οι μαρτυρίες, εν τούτοις, των συγγραφέων τούτων είναι προφανώς λανθασμένες, διότι η παράδοση αναφέρει ότι η Αθηνά αφαίρεσε διά βιαίου θανάτου την ζωή της Αγλαύρου, διότι η Άγλαυρος είχε ανοίξει, παρά την απαγόρευση της θεάς, το κιβώτιο του Εριχθονίου. Και κατά λογική συνέπεια δεν είναι δυνατόν να ετιμάτο, κατά τις εορτές αυτές, και η Άγλαυρος. Ο Mommsen εξετάζοντας εμβριθέστερα τις αντιφάσεις αυτές, έτσι ερμηνεύει την αρχή των εορτών αυτών. Η Αθηνά αναχωρεί σε ταξίδι, εμπιστευόμενη στις Κεκροπίδες την φροντίδα της διατηρήσεως και του καθαρισμού του ιερού της, διότι αυτές ήσαν οι ιέρειες της λατρείας της. Και ιδού η πρώτη πράξη του δράματος, την οποίαν υπενθυμίζουν και συμβολίζουν τα Καλλυντήρια. Ταυτοχρόνως όμως εμπιστεύεται σε αυτές και τον Εριχθόνιο, απαγορεύσασα σε αυτές να ανοίξουν το κιβώτιο. Φαίνεται όμως ότι η απουσία της θεάς διήρκεσε πολλές ημέρας, και οι Κεκροπίδες παραβίασαν την ιερή διαταγή. Η Αθηνά, επανελθούσα, αντιλαμβάνεται την απείθεια των υπηρετριών της και τους επιβάλλει την τρομερά ποινή της θανατικής εκτελέσεως. Και ιδού η δευτέρα πράξη του δράματος, την οποίαν υπενθυμίζουν και συμβολίζουν τα Πλυντήρια δια του καθαρισμού του κατασπιλωθέντος ιερού και του λουτρού της θεάς στα κύματα της θαλάσσης. Και έτσι καλλίτερα εξηγείται και το ότι οι Αθηναίοι θεωρούσαν την ημέρα αυτήν, κατά την μαρτυρία των συγγραφέων, «ἐν ταῖς μάλιστα τῶν ἀποφράδων».
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026
ΣΤΩΙΚΙΣΜΟΣ: Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΤΕΛΕΙΩΣΗ ΩΣ ΑΠΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ
Εισαγωγικά
«Όποιος αγνοεί τι εστί Κόσμος, δεν γνωρίζει πού ο ίδιος βρίσκεται...» (Μάρκος Αυρήλιος)
Δεν θα ήταν ορθό να ξεκινήσει κάποιος ένα οποιοδήποτε κείμενο που να αναφέρεται σε κάποια Φιλοσοφική Σχολή της προγονικής μας Παραδόσεως, δίχως προηγουμένως να ομιλήσει γενικώτερα περί αυτής της ιδίας της Φιλοσοφίας, και αυτό διότι οι επί των «σωτηρίων» ετών μας στρεβλώσεις, παρεξηγήσεις, παραποιήσεις και ιδιοποιήσεις είναι σε τέτοιο βαθμό εξωφρενικές και προκλητικές, ώστε απαιτείται ένα στοιχειώδες ξεκαθάρισμα εννοιών και όρων, αν δεν θέλει να δει κανείς τον εαυτό του από τη μία στιγμή στην άλλη να αποτελεί οργανικό τμήμα όχι της επιλύσεως αλλά του προβλήματος, όπως επίσης και του γνωστού και μη εξαιρετέου αίσχους που προηγείται αλλά και έπεται του όποιου προβλήματος της «σωτηρίου» εποχής ή Era Vulgaris.
Ο όρος «Φιλοσοφία» λοιπόν, εφευρέθη και εξεφέρθη από τους, πραγματικούς Έλληνες, προγόνους μας, για να δηλώσει το ιδιαίτατο πνευματικό πλαίσιο και επίπεδο που οδηγεί την ανθρώπινη ύπαρξη από την ημιζωώδη Άγνοια και την Κακία, στην θεία Σοφία και την Αρετή. Ο δρόμος που έδειξε η Φιλοσοφία στο ανθρώπινο βιολογικό είδος, δεν είναι άλλος από αυτόν που διασχίζει εκείνη την, επίσης, ιδιαίτατη πολιτισμική κατάκτηση του Έθνους των Ελλήνων, η οποία ορίζεται ως ΛΟΓΙΚΗ ΣΥΛΛΗΨΗ (και, εν συνεχεία, διατύπωση) του Κόσμου, εκείνου του θείου, αιωνίου και «θωμαστού» δηλαδή Όλου, το οποίο περιγράφεται, ορθώς, ως «άπειρον διατεταγμένο και κεκοσμημένο» (εξού και αυτή η ίδια η τόσο εύστοχη προγονική λέξη «Κόσμος», ήτοι «στολίδι»).
Οι πρόγονοί μας ώρισαν την Φιλοσοφία ποικιλοτρόπως, πλην όμως σαφώς και με τρόπο που η σύνθεση των ανά τόπους, σχολές και εποχές, ορισμών να δίδει μία διαυγέστατη εικόνα του οριζομένου ως «αναζήτηση της Αληθείας του Κόσμου ή των λεγομένων Πρώτων Αιτίων, μέσω της ανθρωπίνης Λογικότητος». Αυτό διετυπώθη μέσα από τον πρώτο ορισμό, εκείνον του Πυθαγόρου («η αληθής Επιστήμη περί τα καλά πρώτα και θεία και ακήρατα (άφθαρτα)») αλλά και όλους τους μεταγενεστέρους που έδωσε ο Εθνικός Κόσμος μέχρι τις αποφράδες ημέρες του 6ου αιώνος μετά την απαρχή της χριστιανικής χρονολογήσεως, τότε που οι χριστιανοί έκλεισαν τις τελευταίες Φιλοσοφικές Σχολές, έκαψαν ή διήρπασαν τις βιβλιοθήκες τους και έστειλαν στην εξορία ή θανάτωσαν τους τελευταίους των διδασκάλων: «η αγάπη ή επιδίωξις της Σοφίας», «η Επιστήμη της Αληθείας» (Αριστοτέλης), «η τέχνη της προσεγγίσεως των αφθάρτων και αναλλοίωτων» (Πλάτων, Πολιτεία), «η εξερεύνησις της Αληθείας και της φύσεως των πραγμάτων», «η άσκησις της Σοφίας» ή «η άσκησις της ορθής Επιστήμης» (κατά τους Στωϊκούς, SVF 2, 35, 36), «η Επιστήμη της σχέσεως των θείων πραγμάτων και των ανθρωπίνων υποθέσεων" (Κικέρων, De Officiis, Bk II, Ch.II), «η Επιστήμη που μας καθιστά καθαρούς και τελείους με σuντόμους και σαφείς κανόνες» (Ιεροκλής).
Η Φιλοσοφία, μέσα από τα τέσσαρα ιστορικά στάδιά της (Φυσική, Πολιτικοηθική, Βιοτικοηθική και Μυστικιστική) αποτελεί, καλώς ή κακώς, ένα κλειστό και πλήρες σύστημα, όπως και αιώνιο συνάμα, παρά τον απέριγραπτο αφανισμό τής πλειοψηφίας των κειμένων της μέσα από τις πυρές τής ιουδαιοχριστιανικής μισαλλοδοξίας που εξεδήλωνε επί αιώνες (4ος έως και σήμερα ακόμη..) τον πανικό της με τη σπάθα και το αναμμένο δαδί. Έξω από την Ελληνική Εθνική Παράδοση και, εκ των πραγμάτων, την αντίστοιχη των Ετρουσκορωμαίων, η οποία υιοθέτησε και υπηρέτησε έκτοτε πολύ πιστά την Φιλοσοφία, η τελευταία δεν είναι δυνατόν να έχει την ελαχίστη έστω αληθή υπόσταση, καθώς βασίζεται και αναφέρεται σε μία πολύ συγκεκριμένη ηθική στάση, κοσμοθέαση και δομή του ανθρωπίνου φαντασιακού.
Οφείλουμε να τονίσουμε συνεπώς, ότι έξω από τις πολύ συγκεκριμένες προδιαγραφές του Ελληνικού και Ελληνορωμαϊκού ανθρωπίνου τύπου και φαντασιακού, δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει Φιλοσοφία.
Αν «υπάρξει» τέτοια, ακόμη και στις πολύ σπάνιες περιπτώσεις που δεν θα επιχειρηθεί εκ του πονηρού να της δοθεί η υποτιθέμενη υπόσταση, τότε θα πρόκειται απλώς για μία ολότελα καταχρηστική χρησιμοποίηση του όρου, κατά την οποία ο όποιος μελετητής, διανοητής, σχολιαστής, αναλυτής, ή ο,τιδήποτε άλλο μπορεί να αναπτυχθεί στον αντικειμενικώς ευγενή χώρο της ανθρωπίνης αναζητήσεως, «βαπτίζεται» αυθαιρέτως «φιλόσοφος». Ο όρος «φιλόσοφος» όμως, σηματοδοτεί (όπως και ο όρος «Φιλοσοφία») την πολύ συγκεκριμένη Επιστήμη τού Είναι που περιεγράψαμε πιο πάνω, και η οποία εγεννήθη και εξεδηλώθη μόνον μέσα από την Εθνική Παράδοση των Ελλήνων και Ελληνορωμαίων. Αποτελεί άτοπο συνεπώς και οξύμωρο, ένας οπαδός μίας ιουδαιογενούς (ήτοι μη Εθνικής) ιδεολογίας, θρησκείας, Τρόπου ή ευρυτέρας κοσμοθεάσεως να αποκαλεί τον εαυτόν του «φιλόσοφο» ή να προσποιείται ότι ασχολείται με την «Φιλοσοφία». Ένα ισόβαθμο άτοπο και οξύμωρο με το να αποκαλεί λ.χ. τον εαυτόν του «ραβίνο» (ιουδαϊστί για τον «διδάσκαλο») ένας μη Ιουδαίος διδάσκαλος, με το σκεπτικό ότι απλώς.. διδάσκει κάποιους τα οποιαδήποτε κάποια πράγματα.
Αποτελεί συνεπώς ζήτημα στοιχειώδους σοβαρότητος αλλά και σεβασμού στην ακριβολογία, σε αυτή την ιερά εμμονή των προγόνων μας Ελλήνων, η εδώ ανακίνησις και τονισμός της ασυμβατότητος Φιλοσοφίας και εξω-Εθνικοελληνικών κοσμοαντιλήψεων και Τρόπων και υπό αυτή και μόνον την γωνία εγείρει ο γράφων την παρούσα του ένσταση στην όποια καταχρηστική χρησιμοποίηση του όρου «Φιλοσοφία» από αφοσιωμένα μέλη του ιδεολογικού πλέγματος της λεγομένης «μεταχριστιανικής» ανθρωπότητος. Δεν υπάρχει «ιουδαϊκή», «χριστιανική», «μωαμεθανική», «βουδιστική», «νεοεποχίτικη» κ.ά. «Φιλοσοφία», για τον ίδιο απλό λόγο που δεν υπάρχει «ελληνική», «ετρουσκική», «ρωμαϊκή», «κελτική» κ.ά «Ραβινική Παράδοση». Και επιπροσθέτως, μιας και ο τόπος μας δεν εξουσιάζεται, τουλάχιστον για την ώρα, από «ορθοδόξους ραβίνους» αλλά από «ορθοδόξους παπάδες» και «νέο-ορθοδόξους» «πνευματικούς» ταγούς (ακόμη και στην κατ'ευφημισμόν πλέον «Φιλοσοφική» Σχολή των Αθηνών έχουν στρατωνισθεί εδώ και κάποια χρόνια..) καλό θα ήταν να τονίσουμε επίσης ιδιαιτέρως το ασυμβίβαστο με την Φιλοσοφία ΟΛΩΝ εκείνων που ακολουθούν τα θέσφατα που έστησαν σκοταδιστές άνδρες όπως ο γνωστός και μη εξαιρετέος «Άγιος» Βασίλειος, ο οποίος στις ομιλίες του στο «Εξαήμερον», θέλει την απόρριψη της επιστήμης και κοσμογονίας (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία) των «κακών» Εθνικών ως.. «επίπονη ματαιοπονία» (...), καταγγέλλει τα ανθρώπινα (δηλ. φιλοσοφικά) επιχειρήματα, τονίζει ότι «την μόνη βεβαιότητα παρέχει ο Μωϋσής» (...) και διακηρύσσει επίσης ότι.. «ό,τι αποσιωπά η Αγία Γραφή, δεν μας αφορά» (...)
Φιλοσοφία και καθημερινή ζωή
«Το πρώτο και αναγκαιότατο θέμα στη Φιλοσοφία είναι η εφαρμογή των παραγγελμάτων..» (Επίκτητος)
Από την εποχή κιόλας των Πυθαγορείων, ετέθη το ζήτημα της εμπράκτου εφαρμογής των φιλοσοφικών θέσεων στην καθημερινή ζωή. Η αξία της Γνώσεως οφείλει να μετρηθεί σύμφωνα με την χρησιμότητά της στην καθημερινή πραγματικότητα. Ακόμη και η Φυσική Επιστήμη, η Κοσμογονία ή η Θεολογία θα είναι άχρηστες αν δεν βοηθούν σε καθαρώτερη θέαση των πραγμάτων και, κατά συνέπεια, σε καθαρώτερη αντιμετώπισή τους.
Αρκετά αργότερα, και με τον Σωκράτη, τον «φιλόσοφο του Ανθρώπου» που, όπως είπε ο Κικέρων, «κατέβασε την Φιλοσοφία από τον ουρανό στην γή», να έχει ήδη προηγηθεί, στις αρχές του 3ου π.α.χ.χ. αιώνος, όταν δηλαδή η κοινωνικοπολιτική ζωή των Ελλήνων ετεροθεσμίζεται πλέον ως συνέπεια της Μακεδονοκρατίας, δύο «αντιμαχόμενες» Σχολές -ο Επικουρισμός και ο Στωϊκισμός- επεχείρησαν να διδάξουν στον άνθρωπο τα κριτήρια της βεβαιότητος, που μπορούν να του δώσουν, συμφιλιωτικούς με την Φύση και την ίδια την ζωή, κανόνες σκέψεως, καθημερινού τρόπου και συμπεριφοράς. Κοινή αρχή και των δύο Σχολών υπήρξε το "ομοφώνως τήι φύσει ζην" ή «ομολογουμένως τήι φύσει ζήν», το να ζει δηλαδή ο άνθρωπος σε συμφωνία με τους φυσικούς Νόμους. Η διαφορά των βιοτικών προτεινομένων των δύο αυτών «αντιμαχομένων» Σχολών, επικεντρώνεται ωστόσο στη διαφορετική πρακτική τους πρόταση, για την πραγματοποίηση αυτού του «κατά φύσιν» βίου. Ο Επίκουρος από τη μία, ο ιδρυτής της Επικουρείου Σχολής ή του «Κήπου» όπως καθιερώθηκε να λέγεται, από τον τόπο που εδίδασκε ο ιδρυτής της, θέλει τον άνθρωπο να ζει σύμφωνα με την Φύση, υποτάσσοντας τον εαυτό του στην Αίσθηση, που θεωρείται κριτήριο του Αληθινού και του Αγαθού (μία θέση που εξελίχθη μέσα από τους επιγόνους σε αισθησιοκρατισμό και ηδονισμό). Ο Ζήνων από την άλλη, ο ιδρυτής της Στωϊκής Σχολής ή «Στοάς» όπως καθιερώθηκε να λέγεται, από τον τόπο που εδίδασκε ο ιδρυτής της («Ποικίλη Στοά» της Αγοράς των Αθηνών), θέλει τον άνθρωπο να ζει σύμφωνα με την Φύση, με το να αποδέχεται μέσω της Γνώσεως την Φορά των συγκεκριμένων εκείνων γεγονότων που εκφράζουν την Θέληση του Κόσμου και των Θεών (θέση που οι Στωϊκοί εξέλιξαν σε υλοζωϊσμό και ηθικό ορθολογισμό).
Και οι δύο Σχολές, ακολουθώντας τον πλατωνικό Ξενοκράτη, διαιρούν την Φιλοσοφία σε ΛΟΓΙΚΗ (στην οποία κατατάσσονται η λογική, γνωσιοθεωρία, σημασιολογία, γραμματική, υφολογία, επιχειρηματολογία, από τους Στωϊκούς δε, ορίζεται ως "η επιστήμη του ορθώς διαλέγεσθαι"), ΦΥΣΙΚΗ (ερμηνεία της Φύσεως, θεολογία, θεώρηση, παρατήρηση) και ΗΘΙΚΗ (πρακτική και θεωρητική). Ο ίδιος ο Ζήνων ο Κιτιεύς (333/322-262/261, ή Ζήνων ο Πρεσβύτερος), είχε μία καλή Σωκρατική παιδεία (σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, 7,31, πρωτοήλθε από πολύ νεαρή ηλικία σε επαφή με τη Σωκρατική Φιλοσοφία), καθώς και Πλατωνική και Κυνική, που τον εβοήθησαν πολύ στη συγκρότηση της δικής του Σχολής, γύρω στο έτος 300 πριν την απαρχή της χριστιανικής χρονολογήσεως σε ηλικία περίπου 30 ετών (εσπούδασε πρώτα δίπλα στον Κυνικό Κράτητα τον Θηβαίο και στη συνέχεια στους Μεγαρικούς Στίλπωνα και Διόδωρο Κρόνο, καθώς και στους Ακαδημικούς Ξενοκράτη και Πολέμωνα). Οι χριστιανικές πυρές κατεσπάραξαν τα έργα του ιδρυτού της «Στοάς», με αποτέλεσμα εμείς να έχουμε πενιχρά μόνον αποσπάσματα της διδασκαλίας του, πλην όμως ένας κατάλογος των έργων του μάς παραδίδεται από τον Διογένη Λαέρτιο ("Λύσεις", "Έλεγχοι", "Περί σημείων", "Περί λέξεων", "Περί του κατά Φύσιν βίου", "Περί παθών", "Περί του καθήκοντος", "Περί της Ελληνικής Παιδείας", "Καθολικά", κ.ά.) και ανάμεσά τους και 5 βιβλία «Ομηρικών Προβλημάτων» και μία «Πολιτεία». Η «Πολιτεία» του, θεωρείται σχεδίασμα ενός ιδανικού πολιτεύματος, κοινοτιστικής μορφής, και αποδίδεται στα πρώτα χρόνια της φιλοσοφικής του διαδρομής, όταν ακόμη ο φιλόσοφος ήταν υπό την επίδραση της κυνικής φιλοσοφίας (σε ένα από τα ελάχιστα μάλιστα διασωθέντα αποσπάσματα, προτείνει κατάργηση του χρήματος και των γάμων). Η διαδρομή της μετεξελίξεως του Σωκρατισμού από τον Ζήνωνα, σε νέα και αυτόνομη Σχολή, δεν είναι πλήρως γνωστή, καθώς τα αποσπάσματα που διαθέτουμε δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο ( το σύστημα που εσχεδίασε ο Ζήνων, εδέχθη αργότερα μεγάλες τροποποιήσεις από τον Χρύσιππο, ο οποίος και απεκλήθη «επανιδρυτής» της Στοάς). Εικάζεται πάντως ότι ο Ζήνων ανέπτυξε μια ολοκληρωμένη διδασκαλία στους τομείς της Φυσικής, της Λογικής και της Ηθικής, με πολλά στοιχεία ηρακλειτείας Φιλοσοφίας (διδασκαλία περί Λόγου). Στο έργο «Περί Φύσεως», γράφει για δύο αιώνιες Αρχές, την Θεϊκή (ενεργητική Αρχή) και την δίχως ιδιότητες 'Υλη (παθητική Αρχή). Η Ηθική του ήταν προσανατολισμένη προς μια ζωή σύμφωνη με την Φύση, προς την πραγμάτωση ορισμένων αρετών και την απελευθέρωση από τα πάθη.
Βασική θέση του Ζήνωνος για τον Κόσμο υπήρξε η "Ενότητα του Όντος", δηλαδή ότι ο Κόσμος είναι "Ένας" (Διογ. Λαέρτ. 7, 143) πλην όμως δομείται από δύο Αρχές, την Ενεργητική και την Παθητική (το «ποιούν» και το «πάσχον»). Η βασική βιοτική θέση δε, είναι ότι η πραγματική φύσις του Ανθρώπου είναι η Λογικότητα (μία θέσις που ίσως έχει την πρώτη προέλευσή της στην κυνική θέση του Διογένους "συντελεί στην ευδαιμονία μου μόνον ό,τι συμφωνεί με την φύση μου ως λογικού όντος"). Η διδασκαλία της αρχικής Στοάς πέρασε βεβαίως πολλές αλλαγές ή διευρύνσεις, στα τρία στάδια (Αρχαία, Μέση και Νέα Στοά) που περιγράφουν την 6 περίπου αιώνων Ιστορία της, μέχρι τα τέλη του 3ου μ.α.χ.χ. αιώνος (επί σχολαρχίας Καλλιήτου) και δεν θα ήταν λογικό να επιχειρήσουμε την πλήρη σχεδίασή της στα στενά πλαίσια ενός και μόνον ολιγοσέλιδου άρθρου, σε ένα «μη ειδικό» μάλιστα περιοδικό. Εκείνο που θα ήταν λογικό και χρήσιμο να κάνουμε, είναι συνεπώς μία πυκνή σύνοψη των φιλοσοφικών θέσεων της Στοάς, για μία πρώτη μόνον επαφή τού ενδιαφερομένου αναγνώστου με αυτή την λαμπρή διδασκαλία της Εθνικής (προχριστιανικής) μας Παραδόσεως, για την ΕΦΑΡΜΟΣΙΜΗ οδό προς την ανθρώπινη τελείωση και την συνύπαρξη με τον Κόσμο και τους Θεούς.
Πρόκειται, ούτως ή άλλως, για μία διδασκαλία που εδώ και δύο περίπου χιλιετίες ανήκει στην «ηττημένη» πλευρά και για αυτό, εμείς οι γνωρίζοντες είμαστε πανευτυχείς που έχουμε απλώς την δυνατότητα, μέσα από τα ελάχιστα σπαράγματά της που διεσώθησαν, να την επανασυνθέτουμε προς όφελός μας μέσα στο πνευματικό σκότος και την ψυχική έρημο που επικρατεί στην Παγκόσμιο Ιερουσαλήμ. Πρόκειται για μία απτή όσο και υψηλή πρόταση για τους προικισμένους και τυχερούς ανθρώπους που μπορούν ακόμη να κινούνται με χαρά, μακριά από το ΔΙΠΟΛΟ (η δημιουργία παραπλανητικών διπολισμών είναι η κατεξοχήν ειδικότης της δισχιλιετούς Παγκοσμίου Ιερουσαλήμ) της υποτιθεμένης «επιλογής» ανάμεσα στο ανεφάρμοστο μίας αντιφυσικής και παραλόγου κοσμοθεάσεως και στο ζωώδες ενός ωφελιμιστικού και χυδαίου καθημερινού Τρόπου, μακριά από το πλέον πρόσφατο ΔΙΠΟΛΟ δηλαδή, εκείνο που βάζει η «σύγχρονη» ζωή στους «σύγχρονους» ανθρώπους.
Κύριες θέσεις και πεποιθήσεις της Στοάς
«Μπορούν να με σκοτώσουν, να με βλάψουν όμως όχι» (Επίκτητος)
Για λόγους παρουσιάσεως και μόνον συνεπώς, θα μπορούσε κάποιος να συνοψίσει στις παρακάτω δέκα, τις κύριες θέσεις και πεποιθήσεις των Στωϊκών:
Θέσις πρώτη. Ο Άνθρωπος οφείλει να διάγει τον βίο του σε συμφωνία τόσο προς την συμπαντική, όσο και την ανθρώπινη φύση. Για τον Άνθρωπο, το «κατά Φύσιν ζήν» εξασφαλίζεται από την αξιοποίηση του «Λόγου», δηλαδή της συνειδήσεως της σχέσεως προς εαυτόν, αλλήλους και Κόσμο (η οποία, με τη σειρά της, εκδηλώνεται αυτομάτως ως ικανότης σκέψεως, σχεδιασμού, αναλύσεως και ομιλίας). Ο μέσος Άνθρωπος συνδέεται με την Φύση ή τον Θεό, μόνον ως λογικός, δηλαδή ενεργητικός παράγων. Ο φιλόσοφος Άνθρωπος όμως, αυτός που πορεύεται προς εκείνον που οι Στωϊκοί αποκαλούν «Σοφό», μέσω της Φυσικής Φιλοσοφίας, της Ηθικής και της Λογικής, κάνει ένα βήμα πέρα από την απλή «Λογικότητα». Για να ζήσει «κατά Φύσιν», οφείλει προηγουμένως να γνωρίζει ποια γεγονότα είναι αληθινά και σε τι συνίσταται η «Αλήθεια».
Εδώ ακριβώς πρέπει να τονισθεί ότι οι Στωϊκοί αποτολμούν μία σαφή διάκριση μεταξύ «Αληθείας» και «Αληθούς». Η ΑΛΗΘΕΙΑ, από την μία πλευρά, νοείται ως σύνθετη και πολύπλοκη και μπορεί να ορισθεί ως κατάληψη της «πρώτης αιτίας τού καθετί αληθινού» (Μάρκος Αυρήλιος). «Αλήθεια» είναι συνεπώς η «Γνώση» του αιτιακού πλέγματος το οποίο ελέγχει τα κοσμικά γεγονότα. Είναι χαρακτηριστικό του «Σοφού» και είναι σταθερή (σε αντίθεση με τις κάποιες αληθείς προτάσεις του οποιουδήποτε κοινού ανθρώπου, τις οποίες δεν μπορεί να αποδείξει απέναντι στις τυχόν προσπάθειες ανασκευής τους) και ενσώματη. Το ΑΛΗΘΕΣ από την άλλη πλευρά, είναι «απλό και ομοιόμορφο» και ισχύει για κάθε πρόταση που δηλώνει αυτό που συμβαίνει, είναι δηλαδή απλή δήλωσις μίας καταστάσεως, άρα ασώματον.
Θέσις δευτέρα. Ως «Φύσις» ορίζεται η εντός του Κόσμου Δύναμις και Αρχή, η οποία «..διαμορφώνει και δημιουργεί όλα τα πράγματα» (SVF 2, 937), «..δίδει στον Κόσμο ενότητα και συνοχή» (SVF 2, 549, 1211), «..κινείται μόνη της και δημιουργεί ως πύρινο πνεύμα ή τεχνικόν πύρ» (SVF 2, 1132 κ. ε.), «..εκδηλώνεται ως Ανάγκη και Ειμαρμένη» (SVF 2, 913), «..εκδηλώνεται ως Ψυχή του Κόσμου, Θεός, Πρόνοια, Δημιουργός, Ορθός Λόγος» (SVF 1, 158, 176, SVF 3, 323). Ο Κόσμος επιδέχεται λογική εξήγηση και είναι καθεαυτός ένα λογικώς οργανωμένο οικοδόμημα. Όλα, ορατά και αόρατα, είναι οργανικά τμήματα μίας Θείας Ενότητος. Όλα, μηδενός εξαιρουμένου, οι Θεοί, η ύλη, οι αρετές και, φυσικά, οι άνθρωποι, αποτελούν μέλη μίας συμπαντικής Πολιτείας με σαφείς, δίκαιους αλλά και απαράβατους νόμους, την οποία θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «Κοσμόπολι». Όλα τα μέλη της «Κοσμοπόλεως» είναι τέκνα της ιδίας Αρχής και προς άλληλα οφείλουν φιλότητα και διαρκή σεβασμό (το απελπιστικά μερικό υποτιθέμενο χριστιανικό προτεινόμενο, «αγαπάτε αλλήλους», όχι μόνο δεν αφορά τα μη ανθρώπινα αλλά και καθυστέρησε του αντιστοίχου, συμπαντικού μάλιστα, στωϊκού, τουλάχιστον 300 έτη..)
Θέσις τρίτη. Το «εκδηλωμένο» τμήμα της «Κοσμοπόλεως» του Κόσμου, εξουσιάζεται από μία αιώνια και θαυμαστή αρμονία αντιθέτων (λ.χ. «ποιούν» και «πάσχον»). Η γένεσις του εκάστοτε Κόσμου συντελείται από δύο πρωταρχικές Αρχές, η μία εκ των οποίων είναι παθητική («Ύλη») και η άλλη ενεργητική («Θείος Λόγος»), που επιδρά πάνω στην πρώτη. Το δημιουργικό αίτιο («Ποιούσα Αρχή», «Ψυχή του Κόσμου», «Ζεύς», «Θεός») είναι εγκόσμιο, όπως σε όλες τις Εθνικές και πολυθεϊστικές Κοσμοαντιλήψεις, και ορίζεται ως πυροειδές πνεύμα που διαχέεται ακόμη και στα απειροελάχιστα τμήματα του Κόσμου και τα συνέχει. Περιγράφεται δε και ως «Ειμαρμένη» (επειδή θέτει τα πάντα σε απόλυτη σύνδεση κάτω από μία αυστηρή νομοτέλεια), «Πρόνοια» (επειδή διέπεται από Αγαθότητα και Φιλότητα και επιτρέπει σε κάθε λογικό όν την απόλυτη εμπιστοσύνη προς τις επιλογές της) και «Φυσικός Νόμος» (επειδή θέτει και συγκρατεί σε αιώνιο τάξη τα άπειρα τμήματα του Κόσμου).
Θέσις τετάρτη. Ο καθένας και το κάθε τι, συνδέεται με το Αιώνιο Όλον, μέσω μίας εσωτερικής προσωπικής θεότητος, του λεγομένου «Δαίμονος Εαυτού». Ο «Δαίμων Εαυτού» είναι ο σύνδεσμος της ψυχής μας με την Ψυχή του Παντός, με τον Αιώνα του Σύμπαντος (ο «Αιών» εδώ ας νοηθεί με την ομηρική έννοια, ως έδρα και πηγή της υπάρξεως).
Θέσις πέμπτη. Η κάθε ανθρώπινη ψυχή διαθέτει ελευθερία βουλήσεως και όχι ελευθερία αλλά δυνατότητα πράξεως. Μόνον η λεγόμενη «Πεποίθησις» αποτελεί πραγματική πράξη της ψυχής.
Θέσις έκτη. Κύριο βιοτικό προτεινόμενο είναι η απλότης του βίου μέσα από την οδό της μετριοπαθείας, της ανοχής και της λιτότητος.
Θέσις έβδομη. Η πνευματική εξέλιξις στο ανθρώπινο στάδιο, το οποίο «στοιχειώνεται» από τον παράγοντα «Λογικότης», αποκτάται μόνον με την επίμονη και επίπονη φιλοσοφική αναζήτηση του «Αγαθού». Η Φιλοσοφία είναι η ασφαλής οδός για την «Αρετή», η οποία θεμελιώνεται μόνον επάνω στην επαφή με την Γνώση (η οποία ορίζεται ως ασφαλής, δηλαδή αντικειμενική και αληθής). Η Γνώσις διαφέρει από την Δοξασία, η οποία είναι ασθενής ή ψευδής γνώσις. Κατά τον Ζήνωνα (όπως διασώζεται στον Κικέρωνα, Academica, 1, 41-42) η κάθε ασθενής ή ψευδής γνώσις μπορεί και πρέπει να ταυτίζεται, δικαίως, με την Άγνοια. Ο Αρκεσίλαος επεσήμανε ότι δεν υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στην Γνώση και την Άγνοια.
Θέσις ογδόη. Η «Αρετή» πρέπει να είναι το απόλυτο «προς απόκτησιν», η «Κακία» το απόλυτο «προς αποφυγήν». Σε προέκταση της επισημάνσεως του Αρκεσιλάου αναφορικώς με την Γνώση και την Άγνοια, όλα τα υπόλοιπα ανάμεσα στην «Αρετή» και την «Κακία» κατατάσσονται στα λεγόμενα «Αδιάφορα». Οι κατεξοχήν «Αρετές» είναι η Σύνεσις, η Δικαιοσύνη, η Γενναιότης και η Εγκράτεια.
Θέσις ενάτη. Είναι παράλογη κάθε επιθυμία που αντιτίθεται στην θέληση των Θεών. Η συνταγή για έναν ευτυχή ανθρώπινο βίο είναι η «Απάθεια», η εκμηδένιση δηλαδή κάθε προσωπικής επιθυμίας για απόκτηση πραγμάτων ή για αλλαγή καταστάσεων, μόνον όμως όταν η «Λογικότης» τις καταδεικνύει να είναι πέρα από τις εκάστοτε ανθρώπινες δυνατότητες. Η «Απάθεια» οδηγεί σε μία άμεση ζωή, δίχως την εξαπάτηση από την υπερελπίδα ή τον τρόμο της αγωνίας για ένα μέλλον που, αντικειμενικώς, κείται έξω από τον έλεγχο της «Πεποιθήσεως».
Θέσις δεκάτη. Το Σύμπαν, είναι αιώνιος και ζώσα ύλη, η οποία, απλώς, αυτοαναπλάθεται περιοδικώς δι' Εκπυρώσεων.
Οι Βιοτικές Ιεραρχήσεις της Στοάς
«Να θεωρείς τον εαυτό σου άξιο για κάθε λόγο και για κάθε έργο που είναι σύμφωνο με την Φύση..» (Μάρκος Αυρήλιος)
Οι δέκα αυτές θέσεις και πεποιθήσεις των Στωϊκών, οδηγούν, με τη σειρά τους, στις πιο κάτω βασικές βιοτικές ιεραρχήσεις:
ΤΟ ΚΥΡΙΑΡΧΟΝ ΑΓΑΘΟΝ. Ως ΚΥΡΙΑΡΧΟ ΑΓΑΘΟΝ της ανθρωπίνης υπάρξεως, ΤΟ ΤΕΛΟΣ, δηλαδή ο σκοπός του ανθρωπίνου βίου, όπως το διετύπωσε ο Χρύσιππος, ορίζεται η λεγομένη ΕΥΡΟΙΑ (καλή ροή) ΤΟΥ ΒΙΟΥ, η οποία πραγματοποιείται μέσα από το «ομολογουμένως τήι Φύσει ζήν» (το να ζούμε συμφώνως προς τους Φυσικούς Νόμους). Για τους Στωϊκούς «δεν υπάρχει παρά μία μόνον τέχνη, μια ύψιστη τέχνη, η Αρετή» (και η Φιλοσοφία είναι η γνώσις που, χάρις σ' αυτήν, αποκτούν ενότητα οι ιδέες και οι πράξεις μας, προς το να ζούμε σύμφωνα με την Φύση, δηλαδή σύμφωνα με την θέληση των Θεών και σύμφωνα με το Λογικό που διαποτίζει τα πάντα).
Η κυρία έμφασις των σκέψεων και των πράξεων, πρέπει να δίδεται στην πληρότητα του λεγομένου «Σοφού», του περιφήμου εκείνου ιδανικού της Στοάς που από την Μέση Στοά κι εντεύθεν γίνεται τουλάχιστον παραδεκτό ότι είναι τελικός ΣΤΟΧΟΣ και όχι προϋπόθεσις τού «φιλοσοφείν». Για τους Στωϊκούς ο «Σοφός» νοείται ως ο μόνος ελεύθερος άνθρωπος, ο δε Jean Brun τον «σχεδιάζει» αρκετά καλά με την φράση «είναι αθώος, χωρίς έλεος και υπερβολικά κοινωνικός». Από τη Μέση Στοά, όπως προείπαμε, ο «Σοφός» γίνεται λιγώτερο «βαρύς» για τον απλό Στωϊκό για τον οποίο, λίγο αργότερα, ο Μάρκος Αυρήλιος θα σχεδιάσει μία πολύ πιο απλή οδό: «Να τιμάς τους Θεούς, να βοηθάς τους ανθρώπους, να μάθεις να αντέχεις τα της ζωής και να είσαι εγκρατής. Να θυμάσαι πάντα ότι όλα όσα βρίσκονται έξω από τα όρια του σώματός και του πνεύματός σου δεν σου ανήκουν, ούτε είναι του χεριού σου».
Ο «Σοφός» είναι τελικά ένας ΣΤΟΧΟΣ, μία ολοκλήρωση του Ανθρώπου, και δεν υπήρξε ποτέ μέχρι τώρα πραγματικά. Ο οπαδός της Στοάς προσπαθεί απλώς να πλησιάζει τον «Σοφό», ο δε Επίκτητος θα δηλώσει χαρακτηριστικά: «βλέπω πολλούς ανθρώπους που ασπάζονται τον Στωϊκισμό, αλλά δεν έχω δεί ποτέ κανέναν Στωϊκό.. αν δεν μπορείς να μου δείξεις έναν Στωϊκό, δείξε μου τουλάχιστον έναν άνθρωπο που να αρχίζει να γίνεται τέτοιος, μη στερήσεις έναν γέροντα σαν κι εμένα από αυτό το υπέροχο θέαμα που, ομολογώ, δεν μπόρεσα ακόμη να απολαύσω» (Επίκτητος). Για τη Μέση και Νέα Στοά, το βιοηθικό φιλοσοφικό προτεινόμενο έχει ήδη συμπληρωθεί με τα λεγόμενα ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ, μετατραπέν έτσι σε πιο απτό και «ανθρώπινο».
Κινούμενοι πάντως και στα 3 χρονικά στάδια της Στοάς, θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε εδώ, με τη σειρά τους, τις βασικές πεποιθήσεις και στάσεις ζωής του «Σοφού» που τον καθιστούν τέτοιον. Κατ'αρχάς, ως το «Τέλος», ο Τελικός Σκοπός, το Summum Bonum ή το «ζητούμενο» του ανθρωπίνου βίου είναι η Α-Πάθεια. Η τελευταία, ως έλλειψις «παθών» (δηλαδή παραλόγων κινήσεων της ψυχής) και όχι ως αναισθησία όπως λανθασμένα εκλαμβάνεται σήμερα λόγω της μεταχριστιανικής διαστροφής των όρων, δεν είναι παρά η εσωτερική γαλήνη που προέρχεται από τον συντονισμό της προσωπικής Λογικής με εκείνη του Σύμπαντος Κόσμου. Η ευθύνη για την Α-Πάθεια είναι αποκλειστικώς προσωπική, και ο Επίκτητος δίδει ένα πολύ καλό παράδειγμα όταν προσδιορίζει ότι «δεν είναι εκείνος που μας βρίζει, ούτε εκείνος που μας κτυπά αυτός που μας προσβάλλει, αλλά η γνώμη που εμείς έχουμε για αυτούς, ώστε να μας κάνει να τους βλέπουμε ως ικανούς να μας προσβάλλουν».
Τόσο ο απλός, συνηθισμένος Στωϊκός, όσο και ο τέλειος «Σοφός», οφείλουν να ενθυμούνται πάντοτε ότι ο Κόσμος κυβερνάται από Νόηση και Δικαιοσύνη και η προσωπική Θέλησις πρέπει να συμπορεύεται με εκείνη του Κόσμου. Ο Κόσμος, ως σύνολο, είναι Αγαθός και όλα τα γεγονότα υπάγονται στην φύση του. Συνεπώς κανένα γεγονός δεν μπορεί να είναι «καλό» ή «κακό», απλώς, κάποια γεγονότα φαίνονται «κακά» στους ανθρώπους επειδή δεν υποτάσσονται στην προσωπική τους επιθυμία. Ο «Σοφός», ως ο μόνος ελεύθερος εκ των ανθρώπων, μπορεί και στέκει γαλήνιος μπροστά στο κάθε γεγονός. Δεν προσπαθεί να «γλιτώσει» από το Αναπότρεπτο και τη Μοίρα, διότι έχει προ πολλού απαλλαγεί από τη μάταια, μυωπική και απέλπιδα θέληση να αλλάξει τα όσα είναι αντικειμενικώς πέραν των δυνάμεών του. Ο «Σοφός», αγωνίζεται για να αλλάξει ΜΟΝΟΝ εκείνα που είναι εφικτό, ή πιθανόν, να αλλάξει ένας θνητός, μέσα του ή τριγύρω του. Μόνον αυτά τα ελάχιστα εφικτά ή πιθανά δικαιούται ο θνητός να τα χαρακτηρίσει «καλά» ή «κακά». Οφείλει συνεπώς να αποφεύγει όλες τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις τάσεις και τις κρίσεις που τον υποδουλώνουν στα «εξωτερικά» πράγματα, ή που του ταράσσουν τον εσωτερικό κόσμο.
Ο «Σοφός» έχει την δύναμη, μία δύναμη που αντλεί από την Γνώση, να στέκει ατάραχος μπροστά στα «κακά» που του συμβαίνουν. Γνωρίζει πολύ καλά ότι τα λεγόμενα «εξωτερικά» γεγονότα είναι, ούτως ή άλλως, έξω από τις δυνάμεις του. Μπορεί και στέκει απολύτως συμφιλιωμένος με την Θέληση του Κόσμου, επειδή δεν επιθυμεί να κερδίσει τίποτε, αφού έχει προ πολλού απαλλαγεί από την επίσης μάταια, μυωπική και απέλπιδα θέληση τού «να αποκτήσει». Ο «Σοφός» είναι αφέντης του εαυτού του. Δεν εξαρτάται από τίποτε έξω από αυτόν. Γνωρίζει πολύ καλά ότι η Φύσις μάς χαρίζει συνεχώς διάφορα πράγματα, αλλά το ίδιο συνεχώς παίρνει κάποια άλλα πίσω. Κυρίως όμως, γνωρίζει ότι κανένα από τα «εξωτερικά» αγαθά δεν μπορεί να διαρκέσει σε όλον το ανθρώπινο βίο. Ο «Σοφός» κυρίως δεν εξαρτάται από άλλους ανθρώπους. Οφείλει να είναι εσωτερικώς αυτάρκης. Ποτέ του δεν προσκολλάται σε ανθρώπους, ούτε στον ελάχιστο βαθμό, ώστε λ.χ. να του προκαλέσει λύπη η για οποιονδήποτε λόγο απομάκρυνσή τους από αυτόν και, κυρίως, θυμάται ανά πάσα στιγμή ότι και οι γονείς μας, οι σύντροφοί μας και τα παιδιά μας είναι όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, θνητοί.
Ο «Σοφός» δεν επιτρέπει σε τίποτε να τον ταράξει, δεν αναμένει τίποτε και, το κυριώτερο, δεν μεταφέρει ποτέ την ευθύνη για την όποια στενοχώρια του στους Θεούς ή τους άλλους ανθρώπους. Γνωρίζει ότι αυτός και μόνον ευθύνεται για το αν είναι ευτυχής ή όχι. Το μόνο σίγουρο μέτρο για τον «Σοφό» είναι η προσωπική Λογική, η οποία αποτελεί απειροελάχιστο αλλά ομοούσιο τμήμα της Θείας Λογικής τού Σύμπαντος Κόσμου και αυτή την Λογική καλείται να εκδηλώνει στις ενέργειες ή μη-ενέργειές του. Οφείλει να βοηθάει όλους όσους έχουν ανάγκη, όπως και να αντιμετωπίζει ισότιμα όλους τους ανθρώπους και τα λοιπά όντα με τα οποία «συγκατοικεί» ως είδος στην «Κοσμόπολι». Ο «Σοφός» ελεεί και συμπαρίσταται, δεν επιτρέπει ποτέ ωστόσο να τον κάνει δυστυχισμένο η Δυστυχία. Δεν επιτρέπει στον εαυτό του να αισθανθεί τα αρνητικά αισθήματα των άλλων, ούτε επιτρέπει «εισβολές» αλλά, αντιθέτως, διατηρεί πάντα εν ειρήνη την «εντός των συνόρων του» περιοχή. Γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αναχαιτίσει τις θύελλες των εξωτερικών γεγονότων και δικαιούται μόνον την εντός του γαλήνη, ξεχωρίζει λοιπόν αυτά που μπορεί και εκείνα που δεν μπορεί, μόνον με τη βοήθεια της αντικειμενικής Γνώσεως.
ΤΑ ΑΓΑΘΑ (λατινιστί, bona). Τα «Αγαθά» είναι εκείνα στα οποία πρέπει να επιδοθεί συστηματικώς ο φιλόσοφος στον δρόμο προς τον «Σοφό» (ας θυμηθούμε εδώ τον ορισμό του Σενέκα, Epistulae 89.9 , ότι η Φιλοσοφία είναι η «συστηματική επίδοσις στην Αρετή»). Τα «Αγαθά» είναι τριών ειδών, οι «Αρετές», οι «Ενάρετες Πράξεις» ή «Κατορθώματα» και οι «Ευπάθειες».
Στις «Αρετές» κατατάσσονται από τους Στωϊκούς η Λογική, η Σοφία, η Δικαιοσύνη, η Αφοσίωσις, η εύλογος Γενναιοδωρία, η εύλογος Φιλία, η Ανδρεία και η Σωφροσύνη. Στα «Κατορθώματα» κατατάσσονται όλες οι «ορθές πράξεις», δηλαδή οι σύμφωνες με τις απαιτήσεις της Αρετής λ.χ. λογικές, δίκαιες, ανδρείες πράξεις κ.ο.κ. Στις λεγόμενες «Ευπάθειες», τέλος, κατατάσσονται οι αγαθές, δηλαδή «έλλογες» παρορμήσεις ή «ευάρεστες διαθέσεις», δηλαδή η Βούλησις (ως έλλογος κίνησις της ψυχής προς το Αγαθόν), η Γαλήνη, η Ευλάβεια (ως επιφύλαξις) και η Χαρά (ως έλλογος κίνησις ψυχικής διαστολής).
ΤΑ ΚΑΚΑ (λατινιστί, mala). Εδώ ισχύει το ακριβώς αντίθετο από τα «Αγαθά», πρόκειται δηλαδή για εκείνα που οφείλει να αποφεύγει συστηματικώς ο φιλόσοφος στον δρόμο προς τον «Σοφό». Και τα «Κακά», με τη σειρά τους, οι Στωϊκοί τα διακρίνουν σε τρία είδη, τις «Κακίες», τις «Κακουργίες» και τα «Πάθη».
Στις «Κακίες» η Στοά κατατάσσει τον Παραλογισμό, την Άγνοια, την Αδικία, την Απιστία, την Κτητικότητα, την άλογο Εχθρότητα, την Ανανδρεία και την Απερισκεψία, ενώ στις «Κακουργίες» τις ανόητες και άδικες πράξεις. Ως «Πάθη» ορίζονται όλες οι ορμές δίχως μέτρο ή «πλεονάζουσες», οι οποίες θεωρούνται ασθένειες και αναπηρίες της ψυχής και είναι διαταρακτικές για το Ηγεμονικόν και κατά προέκταση για ολόκληρη την ύπαρξη (ο Ζήνων ορίζει το Πάθος ως άλογο κίνηση της ψυχής αντίθετη στην Φύση, ή ορμή δίχως μέτρο). Ως καταστροφικό «Πάθος» οι Στωϊκοί φέρνουν λ.χ. την «Επιθυμία», δηλαδή την άλογο όρεξη, την οποία διακρίνουν στη συνέχεια σε «Σπάνη» (δηλαδή επιθυμία για ό,τι δεν μπορούμε να αποκτήσουμε), «Μίσος» (δηλαδή επιθυμία να συμβεί κακό σε άλλον), «Φιλονικία», «Θυμό» (δηλαδή επιθυμία αμέσου ανταποδόσεως / εκδικήσεως), «Πόθο» (επιθυμία για κάποιο εντυπωσιακό πρόσωπο), «Μήνι» (επιθυμία ετεροχρονισμένης εκδικήσεως) και «Κότο» (αυξανόμενο δηλαδή θυμό). Αλλά «Πάθη» είναι ο «Φόβος», δηλαδή η προσδοκία κακών, που με τη σειρά του διακρίνεται σε «Δείμα» (δηλ. τρόμο), «Όκνο» (φόβο αναλήψεως δράσεως), «Αισχύνη» (φόβο ντροπιάσματος), «Έκπληξι» (φόβο για το αναπάντεχο), «Θόρυβο» (φόβο που κόβει τη λαλιά) και «Αγωνία» (φόβο για το άγνωστο) και η «Ηδονή», δηλαδή η άλογος έπαρση από απόκτηση, που με τη σειρά της διακρίνεται σε «Διάχυσι» (κολακευτική δηλαδή ηδονή), «Επιχαιρεκακία» (ηδονή από τις συμφορές των άλλων) και «Κήλησις» (ακολασία, έκλυσις) και ο κατάλογος κλείνει με την «Λύπη», δηλαδή την άλογο αντίδραση της ψυχής, της οποίας ο Χρύσιππος παραθέτει 25 είδη της και ανάμεσά τους τον «Είλεο» (την άδικη δηλαδή λύπη), τον «Φθόνο» (την λύπη από τη θέα των αγαθών των άλλων), τον «Ζήλο» (δηλ. την ζήλεια), το «Άχθος» (λύπη όταν και οι άλλοι αποκτούν αυτά που εμείς έχουμε), το «Πένθος» (την παραλυτική λύπη), την «Ανία» (την λύπη που αυξάνει με τις σκέψεις) και την «Οδύνη» (βαριά λύπη).
ΤΑ ΑΔΙΑΦΟΡΑ, τέλος, είναι τα όσα, από μόνα τους, ούτε ωφελούν ούτε βλάπτουν την ηθική αξία του Ανθρώπου, πόσο μάλλον του φιλοσόφου. Ο πλούτος λ.χ. είναι προτιμώτερος από την φτώχεια αλλά δεν οφείλει να τον κατέχει υποχρεωτικώς ένα λογικό όν. Έχει αξία μόνον σε σχέση με την φτώχεια αλλά ουδεμία αξία σε σχέση με την Αρετή. Από τα «Αδιάφορα», τα λεγόμενα «ΠΡΟΗΓΜΕΝΑ», δηλαδή τα προτιμητέα είναι η Επιβίωση, η Φυσική Ομορφιά, η Υγεία, η Αποδοχή από τους Άλλους, η «Καλή» Υπόληψις, ο Πλούτος, οι Δεξιοτεχνίες, η Ευγενής Καταγωγή και η Απόλαυσις, τα δε «ΑΠΟΠΡΟΗΓΜΕΝΑ», δηλαδή τα μη προτιμητέα, είναι ο Θάνατος, η Ασχήμια, η Νόσος, η Απόρριψις, η "Κακή" Υπόληψις, η Πενία, η Αδεξιότης, η Ταπεινή Καταγωγή και η Οδύνη.
Επιλεγόμενα
«Με όλη σου την ψυχή να ενεργείς το δίκαιο και να λέγεις την αλήθεια» (Μάρκος Αυρήλιος)
Αυτά τα ολίγα για τον Στωϊκισμό και ελπίζω να έφερα κοντά στον μέσο αναγνώστη του περιοδικού, αν και εξαιρετικώς εν περιλήψει, τα υψηλά νοήματα και προτεινόμενα ενός μόνον τμήματος της φωτεινής και κολοσσιαίας ανθρωπιστικής Εθνικής μας Παραδόσεως, την οποία ποτέ, παρά τα γελοία διακηρυσσόμενα, δεν αξιώθηκε να ξεπεράσει κάποια άλλη πάνω σε τούτη την γή (και τι θα μπορούσε άλλωστε να προσθέσει κανείς σε μία Παράδοση που έχει εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες της αναζητήσεως της Αληθείας;). Εκείνο που θα ήθελε πάντως να προκαλέσει, επιπροσθέτως, ο γράφων, με αυτή την σύντομη παρουσίαση της Φιλοσοφικής Σχολής του Στωϊκισμού, μίας μόνον, το επαναλαμβάνω, από τις πολλές και εξίσου υψηλές Σχολές της Εθνικής μας Παραδόσεως, είναι το να χρησιμοποιήσει εδώ και τώρα ο αναγνώστης την κρίση του για να απαντήσει στα κάτωθι ερωτήματα:
1. Γιατί δεν του τα έμαθαν όλα αυτά στα 12 χρόνια που εσπατάλησε στα θρανία της Βασικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως, ενός Κράτους που στο όνομα τουλάχιστον αρέσκεται να παριστάνει ότι είναι «Ελληνικό», αλλ'αντιθέτως υπεχρεώθη να μάθει απέξω τους «προφήτες» του Έθνους του Ισραήλ ή το ποία τα.. άμφια των παπάδων του κρατούντος δόγματος;
2. Ποιες, πολύ γνωστές και, το πιο ανατριχιαστικό, ΗΜΕΔΑΠΕΣ δυνάμεις ευθύνονται για το ότι αυτή η (υπνο) «παιδεία» που του εδόθη υπήρξε τέτοια, δηλαδή χαυνωτική, αλλότρια και απαξιωτική, τόσο για την κριτική σκέψη όσο και για την Εθνική Ελληνική Παράδοση;
Κοινό μυστικό του κάθε διανοητού είναι βεβαίως ότι κανείς δεν πείθει κανέναν αν ο άλλος δεν έχει ΗΔΗ δρομολογηθεί από μοναχός του για να τιμήσει την Θεά Πειθώ (ακόμη και η Θεά Αθηνά, στην «Ιλιάδα», αφήνει στον Αχιλλέα την ευθύνη να ακούσει ή όχι τις προτροπές της: «έρχομαι από τον Όλυμπο, ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ, άκουσέ με..»). Ελπίζω συνεπώς να βοήθησα απλώς, τους, για την ώρα μειοψηφούντες, εκλεκτούς συνοδοιπόρους μου στον στέρεο και φωτεινό δρόμο των Ελλήνων, τους ήδη και εκ των ένδον αφυπνισθέντες, σε πείσμα των πάμπολλων παρωπιδοκατασκευαστών, σκοταδιστών, ασπαλάκων και απατεώνων.
«Όποιος αγνοεί τι εστί Κόσμος, δεν γνωρίζει πού ο ίδιος βρίσκεται...» (Μάρκος Αυρήλιος)
Δεν θα ήταν ορθό να ξεκινήσει κάποιος ένα οποιοδήποτε κείμενο που να αναφέρεται σε κάποια Φιλοσοφική Σχολή της προγονικής μας Παραδόσεως, δίχως προηγουμένως να ομιλήσει γενικώτερα περί αυτής της ιδίας της Φιλοσοφίας, και αυτό διότι οι επί των «σωτηρίων» ετών μας στρεβλώσεις, παρεξηγήσεις, παραποιήσεις και ιδιοποιήσεις είναι σε τέτοιο βαθμό εξωφρενικές και προκλητικές, ώστε απαιτείται ένα στοιχειώδες ξεκαθάρισμα εννοιών και όρων, αν δεν θέλει να δει κανείς τον εαυτό του από τη μία στιγμή στην άλλη να αποτελεί οργανικό τμήμα όχι της επιλύσεως αλλά του προβλήματος, όπως επίσης και του γνωστού και μη εξαιρετέου αίσχους που προηγείται αλλά και έπεται του όποιου προβλήματος της «σωτηρίου» εποχής ή Era Vulgaris.
Ο όρος «Φιλοσοφία» λοιπόν, εφευρέθη και εξεφέρθη από τους, πραγματικούς Έλληνες, προγόνους μας, για να δηλώσει το ιδιαίτατο πνευματικό πλαίσιο και επίπεδο που οδηγεί την ανθρώπινη ύπαρξη από την ημιζωώδη Άγνοια και την Κακία, στην θεία Σοφία και την Αρετή. Ο δρόμος που έδειξε η Φιλοσοφία στο ανθρώπινο βιολογικό είδος, δεν είναι άλλος από αυτόν που διασχίζει εκείνη την, επίσης, ιδιαίτατη πολιτισμική κατάκτηση του Έθνους των Ελλήνων, η οποία ορίζεται ως ΛΟΓΙΚΗ ΣΥΛΛΗΨΗ (και, εν συνεχεία, διατύπωση) του Κόσμου, εκείνου του θείου, αιωνίου και «θωμαστού» δηλαδή Όλου, το οποίο περιγράφεται, ορθώς, ως «άπειρον διατεταγμένο και κεκοσμημένο» (εξού και αυτή η ίδια η τόσο εύστοχη προγονική λέξη «Κόσμος», ήτοι «στολίδι»).
Οι πρόγονοί μας ώρισαν την Φιλοσοφία ποικιλοτρόπως, πλην όμως σαφώς και με τρόπο που η σύνθεση των ανά τόπους, σχολές και εποχές, ορισμών να δίδει μία διαυγέστατη εικόνα του οριζομένου ως «αναζήτηση της Αληθείας του Κόσμου ή των λεγομένων Πρώτων Αιτίων, μέσω της ανθρωπίνης Λογικότητος». Αυτό διετυπώθη μέσα από τον πρώτο ορισμό, εκείνον του Πυθαγόρου («η αληθής Επιστήμη περί τα καλά πρώτα και θεία και ακήρατα (άφθαρτα)») αλλά και όλους τους μεταγενεστέρους που έδωσε ο Εθνικός Κόσμος μέχρι τις αποφράδες ημέρες του 6ου αιώνος μετά την απαρχή της χριστιανικής χρονολογήσεως, τότε που οι χριστιανοί έκλεισαν τις τελευταίες Φιλοσοφικές Σχολές, έκαψαν ή διήρπασαν τις βιβλιοθήκες τους και έστειλαν στην εξορία ή θανάτωσαν τους τελευταίους των διδασκάλων: «η αγάπη ή επιδίωξις της Σοφίας», «η Επιστήμη της Αληθείας» (Αριστοτέλης), «η τέχνη της προσεγγίσεως των αφθάρτων και αναλλοίωτων» (Πλάτων, Πολιτεία), «η εξερεύνησις της Αληθείας και της φύσεως των πραγμάτων», «η άσκησις της Σοφίας» ή «η άσκησις της ορθής Επιστήμης» (κατά τους Στωϊκούς, SVF 2, 35, 36), «η Επιστήμη της σχέσεως των θείων πραγμάτων και των ανθρωπίνων υποθέσεων" (Κικέρων, De Officiis, Bk II, Ch.II), «η Επιστήμη που μας καθιστά καθαρούς και τελείους με σuντόμους και σαφείς κανόνες» (Ιεροκλής).
Η Φιλοσοφία, μέσα από τα τέσσαρα ιστορικά στάδιά της (Φυσική, Πολιτικοηθική, Βιοτικοηθική και Μυστικιστική) αποτελεί, καλώς ή κακώς, ένα κλειστό και πλήρες σύστημα, όπως και αιώνιο συνάμα, παρά τον απέριγραπτο αφανισμό τής πλειοψηφίας των κειμένων της μέσα από τις πυρές τής ιουδαιοχριστιανικής μισαλλοδοξίας που εξεδήλωνε επί αιώνες (4ος έως και σήμερα ακόμη..) τον πανικό της με τη σπάθα και το αναμμένο δαδί. Έξω από την Ελληνική Εθνική Παράδοση και, εκ των πραγμάτων, την αντίστοιχη των Ετρουσκορωμαίων, η οποία υιοθέτησε και υπηρέτησε έκτοτε πολύ πιστά την Φιλοσοφία, η τελευταία δεν είναι δυνατόν να έχει την ελαχίστη έστω αληθή υπόσταση, καθώς βασίζεται και αναφέρεται σε μία πολύ συγκεκριμένη ηθική στάση, κοσμοθέαση και δομή του ανθρωπίνου φαντασιακού.
Οφείλουμε να τονίσουμε συνεπώς, ότι έξω από τις πολύ συγκεκριμένες προδιαγραφές του Ελληνικού και Ελληνορωμαϊκού ανθρωπίνου τύπου και φαντασιακού, δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει Φιλοσοφία.
Αν «υπάρξει» τέτοια, ακόμη και στις πολύ σπάνιες περιπτώσεις που δεν θα επιχειρηθεί εκ του πονηρού να της δοθεί η υποτιθέμενη υπόσταση, τότε θα πρόκειται απλώς για μία ολότελα καταχρηστική χρησιμοποίηση του όρου, κατά την οποία ο όποιος μελετητής, διανοητής, σχολιαστής, αναλυτής, ή ο,τιδήποτε άλλο μπορεί να αναπτυχθεί στον αντικειμενικώς ευγενή χώρο της ανθρωπίνης αναζητήσεως, «βαπτίζεται» αυθαιρέτως «φιλόσοφος». Ο όρος «φιλόσοφος» όμως, σηματοδοτεί (όπως και ο όρος «Φιλοσοφία») την πολύ συγκεκριμένη Επιστήμη τού Είναι που περιεγράψαμε πιο πάνω, και η οποία εγεννήθη και εξεδηλώθη μόνον μέσα από την Εθνική Παράδοση των Ελλήνων και Ελληνορωμαίων. Αποτελεί άτοπο συνεπώς και οξύμωρο, ένας οπαδός μίας ιουδαιογενούς (ήτοι μη Εθνικής) ιδεολογίας, θρησκείας, Τρόπου ή ευρυτέρας κοσμοθεάσεως να αποκαλεί τον εαυτόν του «φιλόσοφο» ή να προσποιείται ότι ασχολείται με την «Φιλοσοφία». Ένα ισόβαθμο άτοπο και οξύμωρο με το να αποκαλεί λ.χ. τον εαυτόν του «ραβίνο» (ιουδαϊστί για τον «διδάσκαλο») ένας μη Ιουδαίος διδάσκαλος, με το σκεπτικό ότι απλώς.. διδάσκει κάποιους τα οποιαδήποτε κάποια πράγματα.
Αποτελεί συνεπώς ζήτημα στοιχειώδους σοβαρότητος αλλά και σεβασμού στην ακριβολογία, σε αυτή την ιερά εμμονή των προγόνων μας Ελλήνων, η εδώ ανακίνησις και τονισμός της ασυμβατότητος Φιλοσοφίας και εξω-Εθνικοελληνικών κοσμοαντιλήψεων και Τρόπων και υπό αυτή και μόνον την γωνία εγείρει ο γράφων την παρούσα του ένσταση στην όποια καταχρηστική χρησιμοποίηση του όρου «Φιλοσοφία» από αφοσιωμένα μέλη του ιδεολογικού πλέγματος της λεγομένης «μεταχριστιανικής» ανθρωπότητος. Δεν υπάρχει «ιουδαϊκή», «χριστιανική», «μωαμεθανική», «βουδιστική», «νεοεποχίτικη» κ.ά. «Φιλοσοφία», για τον ίδιο απλό λόγο που δεν υπάρχει «ελληνική», «ετρουσκική», «ρωμαϊκή», «κελτική» κ.ά «Ραβινική Παράδοση». Και επιπροσθέτως, μιας και ο τόπος μας δεν εξουσιάζεται, τουλάχιστον για την ώρα, από «ορθοδόξους ραβίνους» αλλά από «ορθοδόξους παπάδες» και «νέο-ορθοδόξους» «πνευματικούς» ταγούς (ακόμη και στην κατ'ευφημισμόν πλέον «Φιλοσοφική» Σχολή των Αθηνών έχουν στρατωνισθεί εδώ και κάποια χρόνια..) καλό θα ήταν να τονίσουμε επίσης ιδιαιτέρως το ασυμβίβαστο με την Φιλοσοφία ΟΛΩΝ εκείνων που ακολουθούν τα θέσφατα που έστησαν σκοταδιστές άνδρες όπως ο γνωστός και μη εξαιρετέος «Άγιος» Βασίλειος, ο οποίος στις ομιλίες του στο «Εξαήμερον», θέλει την απόρριψη της επιστήμης και κοσμογονίας (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία) των «κακών» Εθνικών ως.. «επίπονη ματαιοπονία» (...), καταγγέλλει τα ανθρώπινα (δηλ. φιλοσοφικά) επιχειρήματα, τονίζει ότι «την μόνη βεβαιότητα παρέχει ο Μωϋσής» (...) και διακηρύσσει επίσης ότι.. «ό,τι αποσιωπά η Αγία Γραφή, δεν μας αφορά» (...)
Φιλοσοφία και καθημερινή ζωή
«Το πρώτο και αναγκαιότατο θέμα στη Φιλοσοφία είναι η εφαρμογή των παραγγελμάτων..» (Επίκτητος)
Από την εποχή κιόλας των Πυθαγορείων, ετέθη το ζήτημα της εμπράκτου εφαρμογής των φιλοσοφικών θέσεων στην καθημερινή ζωή. Η αξία της Γνώσεως οφείλει να μετρηθεί σύμφωνα με την χρησιμότητά της στην καθημερινή πραγματικότητα. Ακόμη και η Φυσική Επιστήμη, η Κοσμογονία ή η Θεολογία θα είναι άχρηστες αν δεν βοηθούν σε καθαρώτερη θέαση των πραγμάτων και, κατά συνέπεια, σε καθαρώτερη αντιμετώπισή τους.
Αρκετά αργότερα, και με τον Σωκράτη, τον «φιλόσοφο του Ανθρώπου» που, όπως είπε ο Κικέρων, «κατέβασε την Φιλοσοφία από τον ουρανό στην γή», να έχει ήδη προηγηθεί, στις αρχές του 3ου π.α.χ.χ. αιώνος, όταν δηλαδή η κοινωνικοπολιτική ζωή των Ελλήνων ετεροθεσμίζεται πλέον ως συνέπεια της Μακεδονοκρατίας, δύο «αντιμαχόμενες» Σχολές -ο Επικουρισμός και ο Στωϊκισμός- επεχείρησαν να διδάξουν στον άνθρωπο τα κριτήρια της βεβαιότητος, που μπορούν να του δώσουν, συμφιλιωτικούς με την Φύση και την ίδια την ζωή, κανόνες σκέψεως, καθημερινού τρόπου και συμπεριφοράς. Κοινή αρχή και των δύο Σχολών υπήρξε το "ομοφώνως τήι φύσει ζην" ή «ομολογουμένως τήι φύσει ζήν», το να ζει δηλαδή ο άνθρωπος σε συμφωνία με τους φυσικούς Νόμους. Η διαφορά των βιοτικών προτεινομένων των δύο αυτών «αντιμαχομένων» Σχολών, επικεντρώνεται ωστόσο στη διαφορετική πρακτική τους πρόταση, για την πραγματοποίηση αυτού του «κατά φύσιν» βίου. Ο Επίκουρος από τη μία, ο ιδρυτής της Επικουρείου Σχολής ή του «Κήπου» όπως καθιερώθηκε να λέγεται, από τον τόπο που εδίδασκε ο ιδρυτής της, θέλει τον άνθρωπο να ζει σύμφωνα με την Φύση, υποτάσσοντας τον εαυτό του στην Αίσθηση, που θεωρείται κριτήριο του Αληθινού και του Αγαθού (μία θέση που εξελίχθη μέσα από τους επιγόνους σε αισθησιοκρατισμό και ηδονισμό). Ο Ζήνων από την άλλη, ο ιδρυτής της Στωϊκής Σχολής ή «Στοάς» όπως καθιερώθηκε να λέγεται, από τον τόπο που εδίδασκε ο ιδρυτής της («Ποικίλη Στοά» της Αγοράς των Αθηνών), θέλει τον άνθρωπο να ζει σύμφωνα με την Φύση, με το να αποδέχεται μέσω της Γνώσεως την Φορά των συγκεκριμένων εκείνων γεγονότων που εκφράζουν την Θέληση του Κόσμου και των Θεών (θέση που οι Στωϊκοί εξέλιξαν σε υλοζωϊσμό και ηθικό ορθολογισμό).
Και οι δύο Σχολές, ακολουθώντας τον πλατωνικό Ξενοκράτη, διαιρούν την Φιλοσοφία σε ΛΟΓΙΚΗ (στην οποία κατατάσσονται η λογική, γνωσιοθεωρία, σημασιολογία, γραμματική, υφολογία, επιχειρηματολογία, από τους Στωϊκούς δε, ορίζεται ως "η επιστήμη του ορθώς διαλέγεσθαι"), ΦΥΣΙΚΗ (ερμηνεία της Φύσεως, θεολογία, θεώρηση, παρατήρηση) και ΗΘΙΚΗ (πρακτική και θεωρητική). Ο ίδιος ο Ζήνων ο Κιτιεύς (333/322-262/261, ή Ζήνων ο Πρεσβύτερος), είχε μία καλή Σωκρατική παιδεία (σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, 7,31, πρωτοήλθε από πολύ νεαρή ηλικία σε επαφή με τη Σωκρατική Φιλοσοφία), καθώς και Πλατωνική και Κυνική, που τον εβοήθησαν πολύ στη συγκρότηση της δικής του Σχολής, γύρω στο έτος 300 πριν την απαρχή της χριστιανικής χρονολογήσεως σε ηλικία περίπου 30 ετών (εσπούδασε πρώτα δίπλα στον Κυνικό Κράτητα τον Θηβαίο και στη συνέχεια στους Μεγαρικούς Στίλπωνα και Διόδωρο Κρόνο, καθώς και στους Ακαδημικούς Ξενοκράτη και Πολέμωνα). Οι χριστιανικές πυρές κατεσπάραξαν τα έργα του ιδρυτού της «Στοάς», με αποτέλεσμα εμείς να έχουμε πενιχρά μόνον αποσπάσματα της διδασκαλίας του, πλην όμως ένας κατάλογος των έργων του μάς παραδίδεται από τον Διογένη Λαέρτιο ("Λύσεις", "Έλεγχοι", "Περί σημείων", "Περί λέξεων", "Περί του κατά Φύσιν βίου", "Περί παθών", "Περί του καθήκοντος", "Περί της Ελληνικής Παιδείας", "Καθολικά", κ.ά.) και ανάμεσά τους και 5 βιβλία «Ομηρικών Προβλημάτων» και μία «Πολιτεία». Η «Πολιτεία» του, θεωρείται σχεδίασμα ενός ιδανικού πολιτεύματος, κοινοτιστικής μορφής, και αποδίδεται στα πρώτα χρόνια της φιλοσοφικής του διαδρομής, όταν ακόμη ο φιλόσοφος ήταν υπό την επίδραση της κυνικής φιλοσοφίας (σε ένα από τα ελάχιστα μάλιστα διασωθέντα αποσπάσματα, προτείνει κατάργηση του χρήματος και των γάμων). Η διαδρομή της μετεξελίξεως του Σωκρατισμού από τον Ζήνωνα, σε νέα και αυτόνομη Σχολή, δεν είναι πλήρως γνωστή, καθώς τα αποσπάσματα που διαθέτουμε δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο ( το σύστημα που εσχεδίασε ο Ζήνων, εδέχθη αργότερα μεγάλες τροποποιήσεις από τον Χρύσιππο, ο οποίος και απεκλήθη «επανιδρυτής» της Στοάς). Εικάζεται πάντως ότι ο Ζήνων ανέπτυξε μια ολοκληρωμένη διδασκαλία στους τομείς της Φυσικής, της Λογικής και της Ηθικής, με πολλά στοιχεία ηρακλειτείας Φιλοσοφίας (διδασκαλία περί Λόγου). Στο έργο «Περί Φύσεως», γράφει για δύο αιώνιες Αρχές, την Θεϊκή (ενεργητική Αρχή) και την δίχως ιδιότητες 'Υλη (παθητική Αρχή). Η Ηθική του ήταν προσανατολισμένη προς μια ζωή σύμφωνη με την Φύση, προς την πραγμάτωση ορισμένων αρετών και την απελευθέρωση από τα πάθη.
Βασική θέση του Ζήνωνος για τον Κόσμο υπήρξε η "Ενότητα του Όντος", δηλαδή ότι ο Κόσμος είναι "Ένας" (Διογ. Λαέρτ. 7, 143) πλην όμως δομείται από δύο Αρχές, την Ενεργητική και την Παθητική (το «ποιούν» και το «πάσχον»). Η βασική βιοτική θέση δε, είναι ότι η πραγματική φύσις του Ανθρώπου είναι η Λογικότητα (μία θέσις που ίσως έχει την πρώτη προέλευσή της στην κυνική θέση του Διογένους "συντελεί στην ευδαιμονία μου μόνον ό,τι συμφωνεί με την φύση μου ως λογικού όντος"). Η διδασκαλία της αρχικής Στοάς πέρασε βεβαίως πολλές αλλαγές ή διευρύνσεις, στα τρία στάδια (Αρχαία, Μέση και Νέα Στοά) που περιγράφουν την 6 περίπου αιώνων Ιστορία της, μέχρι τα τέλη του 3ου μ.α.χ.χ. αιώνος (επί σχολαρχίας Καλλιήτου) και δεν θα ήταν λογικό να επιχειρήσουμε την πλήρη σχεδίασή της στα στενά πλαίσια ενός και μόνον ολιγοσέλιδου άρθρου, σε ένα «μη ειδικό» μάλιστα περιοδικό. Εκείνο που θα ήταν λογικό και χρήσιμο να κάνουμε, είναι συνεπώς μία πυκνή σύνοψη των φιλοσοφικών θέσεων της Στοάς, για μία πρώτη μόνον επαφή τού ενδιαφερομένου αναγνώστου με αυτή την λαμπρή διδασκαλία της Εθνικής (προχριστιανικής) μας Παραδόσεως, για την ΕΦΑΡΜΟΣΙΜΗ οδό προς την ανθρώπινη τελείωση και την συνύπαρξη με τον Κόσμο και τους Θεούς.
Πρόκειται, ούτως ή άλλως, για μία διδασκαλία που εδώ και δύο περίπου χιλιετίες ανήκει στην «ηττημένη» πλευρά και για αυτό, εμείς οι γνωρίζοντες είμαστε πανευτυχείς που έχουμε απλώς την δυνατότητα, μέσα από τα ελάχιστα σπαράγματά της που διεσώθησαν, να την επανασυνθέτουμε προς όφελός μας μέσα στο πνευματικό σκότος και την ψυχική έρημο που επικρατεί στην Παγκόσμιο Ιερουσαλήμ. Πρόκειται για μία απτή όσο και υψηλή πρόταση για τους προικισμένους και τυχερούς ανθρώπους που μπορούν ακόμη να κινούνται με χαρά, μακριά από το ΔΙΠΟΛΟ (η δημιουργία παραπλανητικών διπολισμών είναι η κατεξοχήν ειδικότης της δισχιλιετούς Παγκοσμίου Ιερουσαλήμ) της υποτιθεμένης «επιλογής» ανάμεσα στο ανεφάρμοστο μίας αντιφυσικής και παραλόγου κοσμοθεάσεως και στο ζωώδες ενός ωφελιμιστικού και χυδαίου καθημερινού Τρόπου, μακριά από το πλέον πρόσφατο ΔΙΠΟΛΟ δηλαδή, εκείνο που βάζει η «σύγχρονη» ζωή στους «σύγχρονους» ανθρώπους.
Κύριες θέσεις και πεποιθήσεις της Στοάς
«Μπορούν να με σκοτώσουν, να με βλάψουν όμως όχι» (Επίκτητος)
Για λόγους παρουσιάσεως και μόνον συνεπώς, θα μπορούσε κάποιος να συνοψίσει στις παρακάτω δέκα, τις κύριες θέσεις και πεποιθήσεις των Στωϊκών:
Θέσις πρώτη. Ο Άνθρωπος οφείλει να διάγει τον βίο του σε συμφωνία τόσο προς την συμπαντική, όσο και την ανθρώπινη φύση. Για τον Άνθρωπο, το «κατά Φύσιν ζήν» εξασφαλίζεται από την αξιοποίηση του «Λόγου», δηλαδή της συνειδήσεως της σχέσεως προς εαυτόν, αλλήλους και Κόσμο (η οποία, με τη σειρά της, εκδηλώνεται αυτομάτως ως ικανότης σκέψεως, σχεδιασμού, αναλύσεως και ομιλίας). Ο μέσος Άνθρωπος συνδέεται με την Φύση ή τον Θεό, μόνον ως λογικός, δηλαδή ενεργητικός παράγων. Ο φιλόσοφος Άνθρωπος όμως, αυτός που πορεύεται προς εκείνον που οι Στωϊκοί αποκαλούν «Σοφό», μέσω της Φυσικής Φιλοσοφίας, της Ηθικής και της Λογικής, κάνει ένα βήμα πέρα από την απλή «Λογικότητα». Για να ζήσει «κατά Φύσιν», οφείλει προηγουμένως να γνωρίζει ποια γεγονότα είναι αληθινά και σε τι συνίσταται η «Αλήθεια».Εδώ ακριβώς πρέπει να τονισθεί ότι οι Στωϊκοί αποτολμούν μία σαφή διάκριση μεταξύ «Αληθείας» και «Αληθούς». Η ΑΛΗΘΕΙΑ, από την μία πλευρά, νοείται ως σύνθετη και πολύπλοκη και μπορεί να ορισθεί ως κατάληψη της «πρώτης αιτίας τού καθετί αληθινού» (Μάρκος Αυρήλιος). «Αλήθεια» είναι συνεπώς η «Γνώση» του αιτιακού πλέγματος το οποίο ελέγχει τα κοσμικά γεγονότα. Είναι χαρακτηριστικό του «Σοφού» και είναι σταθερή (σε αντίθεση με τις κάποιες αληθείς προτάσεις του οποιουδήποτε κοινού ανθρώπου, τις οποίες δεν μπορεί να αποδείξει απέναντι στις τυχόν προσπάθειες ανασκευής τους) και ενσώματη. Το ΑΛΗΘΕΣ από την άλλη πλευρά, είναι «απλό και ομοιόμορφο» και ισχύει για κάθε πρόταση που δηλώνει αυτό που συμβαίνει, είναι δηλαδή απλή δήλωσις μίας καταστάσεως, άρα ασώματον.
Θέσις δευτέρα. Ως «Φύσις» ορίζεται η εντός του Κόσμου Δύναμις και Αρχή, η οποία «..διαμορφώνει και δημιουργεί όλα τα πράγματα» (SVF 2, 937), «..δίδει στον Κόσμο ενότητα και συνοχή» (SVF 2, 549, 1211), «..κινείται μόνη της και δημιουργεί ως πύρινο πνεύμα ή τεχνικόν πύρ» (SVF 2, 1132 κ. ε.), «..εκδηλώνεται ως Ανάγκη και Ειμαρμένη» (SVF 2, 913), «..εκδηλώνεται ως Ψυχή του Κόσμου, Θεός, Πρόνοια, Δημιουργός, Ορθός Λόγος» (SVF 1, 158, 176, SVF 3, 323). Ο Κόσμος επιδέχεται λογική εξήγηση και είναι καθεαυτός ένα λογικώς οργανωμένο οικοδόμημα. Όλα, ορατά και αόρατα, είναι οργανικά τμήματα μίας Θείας Ενότητος. Όλα, μηδενός εξαιρουμένου, οι Θεοί, η ύλη, οι αρετές και, φυσικά, οι άνθρωποι, αποτελούν μέλη μίας συμπαντικής Πολιτείας με σαφείς, δίκαιους αλλά και απαράβατους νόμους, την οποία θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «Κοσμόπολι». Όλα τα μέλη της «Κοσμοπόλεως» είναι τέκνα της ιδίας Αρχής και προς άλληλα οφείλουν φιλότητα και διαρκή σεβασμό (το απελπιστικά μερικό υποτιθέμενο χριστιανικό προτεινόμενο, «αγαπάτε αλλήλους», όχι μόνο δεν αφορά τα μη ανθρώπινα αλλά και καθυστέρησε του αντιστοίχου, συμπαντικού μάλιστα, στωϊκού, τουλάχιστον 300 έτη..)
Θέσις τρίτη. Το «εκδηλωμένο» τμήμα της «Κοσμοπόλεως» του Κόσμου, εξουσιάζεται από μία αιώνια και θαυμαστή αρμονία αντιθέτων (λ.χ. «ποιούν» και «πάσχον»). Η γένεσις του εκάστοτε Κόσμου συντελείται από δύο πρωταρχικές Αρχές, η μία εκ των οποίων είναι παθητική («Ύλη») και η άλλη ενεργητική («Θείος Λόγος»), που επιδρά πάνω στην πρώτη. Το δημιουργικό αίτιο («Ποιούσα Αρχή», «Ψυχή του Κόσμου», «Ζεύς», «Θεός») είναι εγκόσμιο, όπως σε όλες τις Εθνικές και πολυθεϊστικές Κοσμοαντιλήψεις, και ορίζεται ως πυροειδές πνεύμα που διαχέεται ακόμη και στα απειροελάχιστα τμήματα του Κόσμου και τα συνέχει. Περιγράφεται δε και ως «Ειμαρμένη» (επειδή θέτει τα πάντα σε απόλυτη σύνδεση κάτω από μία αυστηρή νομοτέλεια), «Πρόνοια» (επειδή διέπεται από Αγαθότητα και Φιλότητα και επιτρέπει σε κάθε λογικό όν την απόλυτη εμπιστοσύνη προς τις επιλογές της) και «Φυσικός Νόμος» (επειδή θέτει και συγκρατεί σε αιώνιο τάξη τα άπειρα τμήματα του Κόσμου).
Θέσις τετάρτη. Ο καθένας και το κάθε τι, συνδέεται με το Αιώνιο Όλον, μέσω μίας εσωτερικής προσωπικής θεότητος, του λεγομένου «Δαίμονος Εαυτού». Ο «Δαίμων Εαυτού» είναι ο σύνδεσμος της ψυχής μας με την Ψυχή του Παντός, με τον Αιώνα του Σύμπαντος (ο «Αιών» εδώ ας νοηθεί με την ομηρική έννοια, ως έδρα και πηγή της υπάρξεως).
Θέσις πέμπτη. Η κάθε ανθρώπινη ψυχή διαθέτει ελευθερία βουλήσεως και όχι ελευθερία αλλά δυνατότητα πράξεως. Μόνον η λεγόμενη «Πεποίθησις» αποτελεί πραγματική πράξη της ψυχής.
Θέσις έκτη. Κύριο βιοτικό προτεινόμενο είναι η απλότης του βίου μέσα από την οδό της μετριοπαθείας, της ανοχής και της λιτότητος.
Θέσις έβδομη. Η πνευματική εξέλιξις στο ανθρώπινο στάδιο, το οποίο «στοιχειώνεται» από τον παράγοντα «Λογικότης», αποκτάται μόνον με την επίμονη και επίπονη φιλοσοφική αναζήτηση του «Αγαθού». Η Φιλοσοφία είναι η ασφαλής οδός για την «Αρετή», η οποία θεμελιώνεται μόνον επάνω στην επαφή με την Γνώση (η οποία ορίζεται ως ασφαλής, δηλαδή αντικειμενική και αληθής). Η Γνώσις διαφέρει από την Δοξασία, η οποία είναι ασθενής ή ψευδής γνώσις. Κατά τον Ζήνωνα (όπως διασώζεται στον Κικέρωνα, Academica, 1, 41-42) η κάθε ασθενής ή ψευδής γνώσις μπορεί και πρέπει να ταυτίζεται, δικαίως, με την Άγνοια. Ο Αρκεσίλαος επεσήμανε ότι δεν υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στην Γνώση και την Άγνοια.
Θέσις ογδόη. Η «Αρετή» πρέπει να είναι το απόλυτο «προς απόκτησιν», η «Κακία» το απόλυτο «προς αποφυγήν». Σε προέκταση της επισημάνσεως του Αρκεσιλάου αναφορικώς με την Γνώση και την Άγνοια, όλα τα υπόλοιπα ανάμεσα στην «Αρετή» και την «Κακία» κατατάσσονται στα λεγόμενα «Αδιάφορα». Οι κατεξοχήν «Αρετές» είναι η Σύνεσις, η Δικαιοσύνη, η Γενναιότης και η Εγκράτεια.
Θέσις ενάτη. Είναι παράλογη κάθε επιθυμία που αντιτίθεται στην θέληση των Θεών. Η συνταγή για έναν ευτυχή ανθρώπινο βίο είναι η «Απάθεια», η εκμηδένιση δηλαδή κάθε προσωπικής επιθυμίας για απόκτηση πραγμάτων ή για αλλαγή καταστάσεων, μόνον όμως όταν η «Λογικότης» τις καταδεικνύει να είναι πέρα από τις εκάστοτε ανθρώπινες δυνατότητες. Η «Απάθεια» οδηγεί σε μία άμεση ζωή, δίχως την εξαπάτηση από την υπερελπίδα ή τον τρόμο της αγωνίας για ένα μέλλον που, αντικειμενικώς, κείται έξω από τον έλεγχο της «Πεποιθήσεως».
Θέσις δεκάτη. Το Σύμπαν, είναι αιώνιος και ζώσα ύλη, η οποία, απλώς, αυτοαναπλάθεται περιοδικώς δι' Εκπυρώσεων.Οι Βιοτικές Ιεραρχήσεις της Στοάς
«Να θεωρείς τον εαυτό σου άξιο για κάθε λόγο και για κάθε έργο που είναι σύμφωνο με την Φύση..» (Μάρκος Αυρήλιος)
Οι δέκα αυτές θέσεις και πεποιθήσεις των Στωϊκών, οδηγούν, με τη σειρά τους, στις πιο κάτω βασικές βιοτικές ιεραρχήσεις:
ΤΟ ΚΥΡΙΑΡΧΟΝ ΑΓΑΘΟΝ. Ως ΚΥΡΙΑΡΧΟ ΑΓΑΘΟΝ της ανθρωπίνης υπάρξεως, ΤΟ ΤΕΛΟΣ, δηλαδή ο σκοπός του ανθρωπίνου βίου, όπως το διετύπωσε ο Χρύσιππος, ορίζεται η λεγομένη ΕΥΡΟΙΑ (καλή ροή) ΤΟΥ ΒΙΟΥ, η οποία πραγματοποιείται μέσα από το «ομολογουμένως τήι Φύσει ζήν» (το να ζούμε συμφώνως προς τους Φυσικούς Νόμους). Για τους Στωϊκούς «δεν υπάρχει παρά μία μόνον τέχνη, μια ύψιστη τέχνη, η Αρετή» (και η Φιλοσοφία είναι η γνώσις που, χάρις σ' αυτήν, αποκτούν ενότητα οι ιδέες και οι πράξεις μας, προς το να ζούμε σύμφωνα με την Φύση, δηλαδή σύμφωνα με την θέληση των Θεών και σύμφωνα με το Λογικό που διαποτίζει τα πάντα).
Η κυρία έμφασις των σκέψεων και των πράξεων, πρέπει να δίδεται στην πληρότητα του λεγομένου «Σοφού», του περιφήμου εκείνου ιδανικού της Στοάς που από την Μέση Στοά κι εντεύθεν γίνεται τουλάχιστον παραδεκτό ότι είναι τελικός ΣΤΟΧΟΣ και όχι προϋπόθεσις τού «φιλοσοφείν». Για τους Στωϊκούς ο «Σοφός» νοείται ως ο μόνος ελεύθερος άνθρωπος, ο δε Jean Brun τον «σχεδιάζει» αρκετά καλά με την φράση «είναι αθώος, χωρίς έλεος και υπερβολικά κοινωνικός». Από τη Μέση Στοά, όπως προείπαμε, ο «Σοφός» γίνεται λιγώτερο «βαρύς» για τον απλό Στωϊκό για τον οποίο, λίγο αργότερα, ο Μάρκος Αυρήλιος θα σχεδιάσει μία πολύ πιο απλή οδό: «Να τιμάς τους Θεούς, να βοηθάς τους ανθρώπους, να μάθεις να αντέχεις τα της ζωής και να είσαι εγκρατής. Να θυμάσαι πάντα ότι όλα όσα βρίσκονται έξω από τα όρια του σώματός και του πνεύματός σου δεν σου ανήκουν, ούτε είναι του χεριού σου».
Ο «Σοφός» είναι τελικά ένας ΣΤΟΧΟΣ, μία ολοκλήρωση του Ανθρώπου, και δεν υπήρξε ποτέ μέχρι τώρα πραγματικά. Ο οπαδός της Στοάς προσπαθεί απλώς να πλησιάζει τον «Σοφό», ο δε Επίκτητος θα δηλώσει χαρακτηριστικά: «βλέπω πολλούς ανθρώπους που ασπάζονται τον Στωϊκισμό, αλλά δεν έχω δεί ποτέ κανέναν Στωϊκό.. αν δεν μπορείς να μου δείξεις έναν Στωϊκό, δείξε μου τουλάχιστον έναν άνθρωπο που να αρχίζει να γίνεται τέτοιος, μη στερήσεις έναν γέροντα σαν κι εμένα από αυτό το υπέροχο θέαμα που, ομολογώ, δεν μπόρεσα ακόμη να απολαύσω» (Επίκτητος). Για τη Μέση και Νέα Στοά, το βιοηθικό φιλοσοφικό προτεινόμενο έχει ήδη συμπληρωθεί με τα λεγόμενα ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ, μετατραπέν έτσι σε πιο απτό και «ανθρώπινο».
Κινούμενοι πάντως και στα 3 χρονικά στάδια της Στοάς, θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε εδώ, με τη σειρά τους, τις βασικές πεποιθήσεις και στάσεις ζωής του «Σοφού» που τον καθιστούν τέτοιον. Κατ'αρχάς, ως το «Τέλος», ο Τελικός Σκοπός, το Summum Bonum ή το «ζητούμενο» του ανθρωπίνου βίου είναι η Α-Πάθεια. Η τελευταία, ως έλλειψις «παθών» (δηλαδή παραλόγων κινήσεων της ψυχής) και όχι ως αναισθησία όπως λανθασμένα εκλαμβάνεται σήμερα λόγω της μεταχριστιανικής διαστροφής των όρων, δεν είναι παρά η εσωτερική γαλήνη που προέρχεται από τον συντονισμό της προσωπικής Λογικής με εκείνη του Σύμπαντος Κόσμου. Η ευθύνη για την Α-Πάθεια είναι αποκλειστικώς προσωπική, και ο Επίκτητος δίδει ένα πολύ καλό παράδειγμα όταν προσδιορίζει ότι «δεν είναι εκείνος που μας βρίζει, ούτε εκείνος που μας κτυπά αυτός που μας προσβάλλει, αλλά η γνώμη που εμείς έχουμε για αυτούς, ώστε να μας κάνει να τους βλέπουμε ως ικανούς να μας προσβάλλουν».
Τόσο ο απλός, συνηθισμένος Στωϊκός, όσο και ο τέλειος «Σοφός», οφείλουν να ενθυμούνται πάντοτε ότι ο Κόσμος κυβερνάται από Νόηση και Δικαιοσύνη και η προσωπική Θέλησις πρέπει να συμπορεύεται με εκείνη του Κόσμου. Ο Κόσμος, ως σύνολο, είναι Αγαθός και όλα τα γεγονότα υπάγονται στην φύση του. Συνεπώς κανένα γεγονός δεν μπορεί να είναι «καλό» ή «κακό», απλώς, κάποια γεγονότα φαίνονται «κακά» στους ανθρώπους επειδή δεν υποτάσσονται στην προσωπική τους επιθυμία. Ο «Σοφός», ως ο μόνος ελεύθερος εκ των ανθρώπων, μπορεί και στέκει γαλήνιος μπροστά στο κάθε γεγονός. Δεν προσπαθεί να «γλιτώσει» από το Αναπότρεπτο και τη Μοίρα, διότι έχει προ πολλού απαλλαγεί από τη μάταια, μυωπική και απέλπιδα θέληση να αλλάξει τα όσα είναι αντικειμενικώς πέραν των δυνάμεών του. Ο «Σοφός», αγωνίζεται για να αλλάξει ΜΟΝΟΝ εκείνα που είναι εφικτό, ή πιθανόν, να αλλάξει ένας θνητός, μέσα του ή τριγύρω του. Μόνον αυτά τα ελάχιστα εφικτά ή πιθανά δικαιούται ο θνητός να τα χαρακτηρίσει «καλά» ή «κακά». Οφείλει συνεπώς να αποφεύγει όλες τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις τάσεις και τις κρίσεις που τον υποδουλώνουν στα «εξωτερικά» πράγματα, ή που του ταράσσουν τον εσωτερικό κόσμο.
Ο «Σοφός» έχει την δύναμη, μία δύναμη που αντλεί από την Γνώση, να στέκει ατάραχος μπροστά στα «κακά» που του συμβαίνουν. Γνωρίζει πολύ καλά ότι τα λεγόμενα «εξωτερικά» γεγονότα είναι, ούτως ή άλλως, έξω από τις δυνάμεις του. Μπορεί και στέκει απολύτως συμφιλιωμένος με την Θέληση του Κόσμου, επειδή δεν επιθυμεί να κερδίσει τίποτε, αφού έχει προ πολλού απαλλαγεί από την επίσης μάταια, μυωπική και απέλπιδα θέληση τού «να αποκτήσει». Ο «Σοφός» είναι αφέντης του εαυτού του. Δεν εξαρτάται από τίποτε έξω από αυτόν. Γνωρίζει πολύ καλά ότι η Φύσις μάς χαρίζει συνεχώς διάφορα πράγματα, αλλά το ίδιο συνεχώς παίρνει κάποια άλλα πίσω. Κυρίως όμως, γνωρίζει ότι κανένα από τα «εξωτερικά» αγαθά δεν μπορεί να διαρκέσει σε όλον το ανθρώπινο βίο. Ο «Σοφός» κυρίως δεν εξαρτάται από άλλους ανθρώπους. Οφείλει να είναι εσωτερικώς αυτάρκης. Ποτέ του δεν προσκολλάται σε ανθρώπους, ούτε στον ελάχιστο βαθμό, ώστε λ.χ. να του προκαλέσει λύπη η για οποιονδήποτε λόγο απομάκρυνσή τους από αυτόν και, κυρίως, θυμάται ανά πάσα στιγμή ότι και οι γονείς μας, οι σύντροφοί μας και τα παιδιά μας είναι όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, θνητοί.
Ο «Σοφός» δεν επιτρέπει σε τίποτε να τον ταράξει, δεν αναμένει τίποτε και, το κυριώτερο, δεν μεταφέρει ποτέ την ευθύνη για την όποια στενοχώρια του στους Θεούς ή τους άλλους ανθρώπους. Γνωρίζει ότι αυτός και μόνον ευθύνεται για το αν είναι ευτυχής ή όχι. Το μόνο σίγουρο μέτρο για τον «Σοφό» είναι η προσωπική Λογική, η οποία αποτελεί απειροελάχιστο αλλά ομοούσιο τμήμα της Θείας Λογικής τού Σύμπαντος Κόσμου και αυτή την Λογική καλείται να εκδηλώνει στις ενέργειες ή μη-ενέργειές του. Οφείλει να βοηθάει όλους όσους έχουν ανάγκη, όπως και να αντιμετωπίζει ισότιμα όλους τους ανθρώπους και τα λοιπά όντα με τα οποία «συγκατοικεί» ως είδος στην «Κοσμόπολι». Ο «Σοφός» ελεεί και συμπαρίσταται, δεν επιτρέπει ποτέ ωστόσο να τον κάνει δυστυχισμένο η Δυστυχία. Δεν επιτρέπει στον εαυτό του να αισθανθεί τα αρνητικά αισθήματα των άλλων, ούτε επιτρέπει «εισβολές» αλλά, αντιθέτως, διατηρεί πάντα εν ειρήνη την «εντός των συνόρων του» περιοχή. Γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αναχαιτίσει τις θύελλες των εξωτερικών γεγονότων και δικαιούται μόνον την εντός του γαλήνη, ξεχωρίζει λοιπόν αυτά που μπορεί και εκείνα που δεν μπορεί, μόνον με τη βοήθεια της αντικειμενικής Γνώσεως.
ΤΑ ΑΓΑΘΑ (λατινιστί, bona). Τα «Αγαθά» είναι εκείνα στα οποία πρέπει να επιδοθεί συστηματικώς ο φιλόσοφος στον δρόμο προς τον «Σοφό» (ας θυμηθούμε εδώ τον ορισμό του Σενέκα, Epistulae 89.9 , ότι η Φιλοσοφία είναι η «συστηματική επίδοσις στην Αρετή»). Τα «Αγαθά» είναι τριών ειδών, οι «Αρετές», οι «Ενάρετες Πράξεις» ή «Κατορθώματα» και οι «Ευπάθειες».
Στις «Αρετές» κατατάσσονται από τους Στωϊκούς η Λογική, η Σοφία, η Δικαιοσύνη, η Αφοσίωσις, η εύλογος Γενναιοδωρία, η εύλογος Φιλία, η Ανδρεία και η Σωφροσύνη. Στα «Κατορθώματα» κατατάσσονται όλες οι «ορθές πράξεις», δηλαδή οι σύμφωνες με τις απαιτήσεις της Αρετής λ.χ. λογικές, δίκαιες, ανδρείες πράξεις κ.ο.κ. Στις λεγόμενες «Ευπάθειες», τέλος, κατατάσσονται οι αγαθές, δηλαδή «έλλογες» παρορμήσεις ή «ευάρεστες διαθέσεις», δηλαδή η Βούλησις (ως έλλογος κίνησις της ψυχής προς το Αγαθόν), η Γαλήνη, η Ευλάβεια (ως επιφύλαξις) και η Χαρά (ως έλλογος κίνησις ψυχικής διαστολής).
ΤΑ ΚΑΚΑ (λατινιστί, mala). Εδώ ισχύει το ακριβώς αντίθετο από τα «Αγαθά», πρόκειται δηλαδή για εκείνα που οφείλει να αποφεύγει συστηματικώς ο φιλόσοφος στον δρόμο προς τον «Σοφό». Και τα «Κακά», με τη σειρά τους, οι Στωϊκοί τα διακρίνουν σε τρία είδη, τις «Κακίες», τις «Κακουργίες» και τα «Πάθη».
Στις «Κακίες» η Στοά κατατάσσει τον Παραλογισμό, την Άγνοια, την Αδικία, την Απιστία, την Κτητικότητα, την άλογο Εχθρότητα, την Ανανδρεία και την Απερισκεψία, ενώ στις «Κακουργίες» τις ανόητες και άδικες πράξεις. Ως «Πάθη» ορίζονται όλες οι ορμές δίχως μέτρο ή «πλεονάζουσες», οι οποίες θεωρούνται ασθένειες και αναπηρίες της ψυχής και είναι διαταρακτικές για το Ηγεμονικόν και κατά προέκταση για ολόκληρη την ύπαρξη (ο Ζήνων ορίζει το Πάθος ως άλογο κίνηση της ψυχής αντίθετη στην Φύση, ή ορμή δίχως μέτρο). Ως καταστροφικό «Πάθος» οι Στωϊκοί φέρνουν λ.χ. την «Επιθυμία», δηλαδή την άλογο όρεξη, την οποία διακρίνουν στη συνέχεια σε «Σπάνη» (δηλαδή επιθυμία για ό,τι δεν μπορούμε να αποκτήσουμε), «Μίσος» (δηλαδή επιθυμία να συμβεί κακό σε άλλον), «Φιλονικία», «Θυμό» (δηλαδή επιθυμία αμέσου ανταποδόσεως / εκδικήσεως), «Πόθο» (επιθυμία για κάποιο εντυπωσιακό πρόσωπο), «Μήνι» (επιθυμία ετεροχρονισμένης εκδικήσεως) και «Κότο» (αυξανόμενο δηλαδή θυμό). Αλλά «Πάθη» είναι ο «Φόβος», δηλαδή η προσδοκία κακών, που με τη σειρά του διακρίνεται σε «Δείμα» (δηλ. τρόμο), «Όκνο» (φόβο αναλήψεως δράσεως), «Αισχύνη» (φόβο ντροπιάσματος), «Έκπληξι» (φόβο για το αναπάντεχο), «Θόρυβο» (φόβο που κόβει τη λαλιά) και «Αγωνία» (φόβο για το άγνωστο) και η «Ηδονή», δηλαδή η άλογος έπαρση από απόκτηση, που με τη σειρά της διακρίνεται σε «Διάχυσι» (κολακευτική δηλαδή ηδονή), «Επιχαιρεκακία» (ηδονή από τις συμφορές των άλλων) και «Κήλησις» (ακολασία, έκλυσις) και ο κατάλογος κλείνει με την «Λύπη», δηλαδή την άλογο αντίδραση της ψυχής, της οποίας ο Χρύσιππος παραθέτει 25 είδη της και ανάμεσά τους τον «Είλεο» (την άδικη δηλαδή λύπη), τον «Φθόνο» (την λύπη από τη θέα των αγαθών των άλλων), τον «Ζήλο» (δηλ. την ζήλεια), το «Άχθος» (λύπη όταν και οι άλλοι αποκτούν αυτά που εμείς έχουμε), το «Πένθος» (την παραλυτική λύπη), την «Ανία» (την λύπη που αυξάνει με τις σκέψεις) και την «Οδύνη» (βαριά λύπη).
ΤΑ ΑΔΙΑΦΟΡΑ, τέλος, είναι τα όσα, από μόνα τους, ούτε ωφελούν ούτε βλάπτουν την ηθική αξία του Ανθρώπου, πόσο μάλλον του φιλοσόφου. Ο πλούτος λ.χ. είναι προτιμώτερος από την φτώχεια αλλά δεν οφείλει να τον κατέχει υποχρεωτικώς ένα λογικό όν. Έχει αξία μόνον σε σχέση με την φτώχεια αλλά ουδεμία αξία σε σχέση με την Αρετή. Από τα «Αδιάφορα», τα λεγόμενα «ΠΡΟΗΓΜΕΝΑ», δηλαδή τα προτιμητέα είναι η Επιβίωση, η Φυσική Ομορφιά, η Υγεία, η Αποδοχή από τους Άλλους, η «Καλή» Υπόληψις, ο Πλούτος, οι Δεξιοτεχνίες, η Ευγενής Καταγωγή και η Απόλαυσις, τα δε «ΑΠΟΠΡΟΗΓΜΕΝΑ», δηλαδή τα μη προτιμητέα, είναι ο Θάνατος, η Ασχήμια, η Νόσος, η Απόρριψις, η "Κακή" Υπόληψις, η Πενία, η Αδεξιότης, η Ταπεινή Καταγωγή και η Οδύνη.
Επιλεγόμενα
«Με όλη σου την ψυχή να ενεργείς το δίκαιο και να λέγεις την αλήθεια» (Μάρκος Αυρήλιος)
Αυτά τα ολίγα για τον Στωϊκισμό και ελπίζω να έφερα κοντά στον μέσο αναγνώστη του περιοδικού, αν και εξαιρετικώς εν περιλήψει, τα υψηλά νοήματα και προτεινόμενα ενός μόνον τμήματος της φωτεινής και κολοσσιαίας ανθρωπιστικής Εθνικής μας Παραδόσεως, την οποία ποτέ, παρά τα γελοία διακηρυσσόμενα, δεν αξιώθηκε να ξεπεράσει κάποια άλλη πάνω σε τούτη την γή (και τι θα μπορούσε άλλωστε να προσθέσει κανείς σε μία Παράδοση που έχει εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες της αναζητήσεως της Αληθείας;). Εκείνο που θα ήθελε πάντως να προκαλέσει, επιπροσθέτως, ο γράφων, με αυτή την σύντομη παρουσίαση της Φιλοσοφικής Σχολής του Στωϊκισμού, μίας μόνον, το επαναλαμβάνω, από τις πολλές και εξίσου υψηλές Σχολές της Εθνικής μας Παραδόσεως, είναι το να χρησιμοποιήσει εδώ και τώρα ο αναγνώστης την κρίση του για να απαντήσει στα κάτωθι ερωτήματα:
1. Γιατί δεν του τα έμαθαν όλα αυτά στα 12 χρόνια που εσπατάλησε στα θρανία της Βασικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως, ενός Κράτους που στο όνομα τουλάχιστον αρέσκεται να παριστάνει ότι είναι «Ελληνικό», αλλ'αντιθέτως υπεχρεώθη να μάθει απέξω τους «προφήτες» του Έθνους του Ισραήλ ή το ποία τα.. άμφια των παπάδων του κρατούντος δόγματος;
2. Ποιες, πολύ γνωστές και, το πιο ανατριχιαστικό, ΗΜΕΔΑΠΕΣ δυνάμεις ευθύνονται για το ότι αυτή η (υπνο) «παιδεία» που του εδόθη υπήρξε τέτοια, δηλαδή χαυνωτική, αλλότρια και απαξιωτική, τόσο για την κριτική σκέψη όσο και για την Εθνική Ελληνική Παράδοση;
Κοινό μυστικό του κάθε διανοητού είναι βεβαίως ότι κανείς δεν πείθει κανέναν αν ο άλλος δεν έχει ΗΔΗ δρομολογηθεί από μοναχός του για να τιμήσει την Θεά Πειθώ (ακόμη και η Θεά Αθηνά, στην «Ιλιάδα», αφήνει στον Αχιλλέα την ευθύνη να ακούσει ή όχι τις προτροπές της: «έρχομαι από τον Όλυμπο, ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ, άκουσέ με..»). Ελπίζω συνεπώς να βοήθησα απλώς, τους, για την ώρα μειοψηφούντες, εκλεκτούς συνοδοιπόρους μου στον στέρεο και φωτεινό δρόμο των Ελλήνων, τους ήδη και εκ των ένδον αφυπνισθέντες, σε πείσμα των πάμπολλων παρωπιδοκατασκευαστών, σκοταδιστών, ασπαλάκων και απατεώνων.
Ένα αίνιγμα σχετικά με το Μαντείο των Δελφών
Το μυστήριο...
Σύμφωνα λοιπόν με ερευνητές του Τμήματος Αρχαιολογίας και Αρχαίας Ιστορίας του Πανεπιστήμιου τou Leicester, είναι πιθανό ένα αίνιγμα 2.700 ετών να βρήκε την απάντησή του!
Το μυστήριο γύρω από το Μαντείο των Δελφών, ήταν το εξής: πώς κατάφερναν οι αρχαίοι από όλη την Ελλάδα - συχνά και από τη Μεσόγειο-, να μαζεύονται από παντού μία συγκεκριμένη ημερομηνία στο Μαντείο, αφού δεν υπήρχε κάποιο κοινό ημερολόγιο για όλες τις περιoxές;
Αρχικά οι χρησμοί της Πυθίας δίνονταν μόνο μια φορά το χρόνο, στις 7 του Βυσίου μήνα, δηλαδή στις 7 Φεβρουαρίου. Αργότερα, το Μαντείο άρχισε να χρησμοδοτεί στις 7 κάθε μήνα εκτός από τους τρεις του χειμώνα (Νοέμβριο, Δεκέμβριο, Ιανουάριο) αφού -σύμφωνα με τον μύθο- ο Απόλλωνας έφευγε τότε από τους Δελφούς και πήγαινε στους Υπερβορείους.
Και η πιθανή λύση του!
Οι ερευνητές του Leicester, σκέφτηκαν πως ένας τρόπος υπήρχε να γνωρίζουν οι άνθρωποι από όλη την αρχαία Ελλάδα την ακριβή ημέρα που το Μαντείο χρησμοδοτούσε: να παρακολουθούν την κίνηση κάποιων άστρων στον ουρανό. Αφού μελέτησαν δεκάδες αρχαία χειρόγραφα, παρατήρησαν ότι ο αστερισμός του Δελφινιού αναδυόταν στον ανατολικό ορίζοντα στα τέλη Δεκεμβρίου με αρχές Ιανουαρίου, ακριβώς δηλαδή την περίοδο που πολλές πόλεις έκαναν τελετές και θυσίες στον Δελφίνιο Απόλλωνα.
Το περίεργο ήταν ότι αυτούς τους μήνες το Μαντείο δεν χρησμοδοτούσε- όπως θα περίμενε κανείς αν ίσχυε ότι οι άνθρωποι συνδίαζαν τις θυσίες στον Απόλλωνα με τους χρησμούς της Πυθίας. Τι ήταν λοιπόν εκείνο που έκανε τους αρχαίους από την Ελλάδα και τη Μεσόγειο να επισκέπτονται τους Δελφούς, έναν μήνα μετά από τις τελετές αυτές;
Η λύση στο μυστήριο ήρθε όταν οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι ψηλοί βράχοι που υψώνονται στην περιοχή των Δελφών καθυστερούν την ανατολή των άστρων του Δελφινιού κατά ένα μήνα. Δηλαδή εκείνοι που ήθελαν να συμβουλευτούν τον Απόλλωνα, έφταναν στους Δελφούς από διάφορα μέρη και παρατηρούσαν τον ουρανό, μέχρι να δουν τον αστερισμό του Δελφινιού να εμφανίζεται στον ανατολικό ορίζοντα. Αυτό γινόταν με καθυστέρηση ενός μηνός από ότι στις πεδινές περιοχές, άρα στις αρχές Φεβρουαρίου!
Συμβαίνει άραγε και σήμερα;
Και αν αναρωτιέστε κατά πόσο θα μπορούσαμε σήμερα να παρατηρήσουμε το αντίστοιχο φαινόμενο στον ουρανό, η απάντηση έρχεται και πάλι από το Πανεπιστήμιο του Leicester. " Το μεγάλο πρόβλημα είναι η φωτορύπανση που υπάρχει πλέον σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Αν ο ουρανός στους Δελφούς είναι αρκετά σκοτεινός, ίσως να είστε τυχεροί και να δείτε το "Δελφίνι" να αναδύεται όχι όμως στις αρχές Φεβρουαρίου όπως στην αρχαιότητα αλλά μάλλον έναν μήνα μετά".
Σύμφωνα λοιπόν με ερευνητές του Τμήματος Αρχαιολογίας και Αρχαίας Ιστορίας του Πανεπιστήμιου τou Leicester, είναι πιθανό ένα αίνιγμα 2.700 ετών να βρήκε την απάντησή του!
Το μυστήριο γύρω από το Μαντείο των Δελφών, ήταν το εξής: πώς κατάφερναν οι αρχαίοι από όλη την Ελλάδα - συχνά και από τη Μεσόγειο-, να μαζεύονται από παντού μία συγκεκριμένη ημερομηνία στο Μαντείο, αφού δεν υπήρχε κάποιο κοινό ημερολόγιο για όλες τις περιoxές;
Αρχικά οι χρησμοί της Πυθίας δίνονταν μόνο μια φορά το χρόνο, στις 7 του Βυσίου μήνα, δηλαδή στις 7 Φεβρουαρίου. Αργότερα, το Μαντείο άρχισε να χρησμοδοτεί στις 7 κάθε μήνα εκτός από τους τρεις του χειμώνα (Νοέμβριο, Δεκέμβριο, Ιανουάριο) αφού -σύμφωνα με τον μύθο- ο Απόλλωνας έφευγε τότε από τους Δελφούς και πήγαινε στους Υπερβορείους.
Και η πιθανή λύση του!
Οι ερευνητές του Leicester, σκέφτηκαν πως ένας τρόπος υπήρχε να γνωρίζουν οι άνθρωποι από όλη την αρχαία Ελλάδα την ακριβή ημέρα που το Μαντείο χρησμοδοτούσε: να παρακολουθούν την κίνηση κάποιων άστρων στον ουρανό. Αφού μελέτησαν δεκάδες αρχαία χειρόγραφα, παρατήρησαν ότι ο αστερισμός του Δελφινιού αναδυόταν στον ανατολικό ορίζοντα στα τέλη Δεκεμβρίου με αρχές Ιανουαρίου, ακριβώς δηλαδή την περίοδο που πολλές πόλεις έκαναν τελετές και θυσίες στον Δελφίνιο Απόλλωνα.
Το περίεργο ήταν ότι αυτούς τους μήνες το Μαντείο δεν χρησμοδοτούσε- όπως θα περίμενε κανείς αν ίσχυε ότι οι άνθρωποι συνδίαζαν τις θυσίες στον Απόλλωνα με τους χρησμούς της Πυθίας. Τι ήταν λοιπόν εκείνο που έκανε τους αρχαίους από την Ελλάδα και τη Μεσόγειο να επισκέπτονται τους Δελφούς, έναν μήνα μετά από τις τελετές αυτές;
Η λύση στο μυστήριο ήρθε όταν οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι ψηλοί βράχοι που υψώνονται στην περιοχή των Δελφών καθυστερούν την ανατολή των άστρων του Δελφινιού κατά ένα μήνα. Δηλαδή εκείνοι που ήθελαν να συμβουλευτούν τον Απόλλωνα, έφταναν στους Δελφούς από διάφορα μέρη και παρατηρούσαν τον ουρανό, μέχρι να δουν τον αστερισμό του Δελφινιού να εμφανίζεται στον ανατολικό ορίζοντα. Αυτό γινόταν με καθυστέρηση ενός μηνός από ότι στις πεδινές περιοχές, άρα στις αρχές Φεβρουαρίου!
Συμβαίνει άραγε και σήμερα;
Και αν αναρωτιέστε κατά πόσο θα μπορούσαμε σήμερα να παρατηρήσουμε το αντίστοιχο φαινόμενο στον ουρανό, η απάντηση έρχεται και πάλι από το Πανεπιστήμιο του Leicester. " Το μεγάλο πρόβλημα είναι η φωτορύπανση που υπάρχει πλέον σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Αν ο ουρανός στους Δελφούς είναι αρκετά σκοτεινός, ίσως να είστε τυχεροί και να δείτε το "Δελφίνι" να αναδύεται όχι όμως στις αρχές Φεβρουαρίου όπως στην αρχαιότητα αλλά μάλλον έναν μήνα μετά".
Μούσα Μελπομένη: Η ευφραίνουσα με το άσμα της
Η Μελπομένη ήταν Μούσα της Ελληνικής μυθολογίας ήταν η προστάτιδα της τραγωδίας, της ρητορικής και της μουσικής μελωδίας. Κατά τη Θεογονία του Ησιόδου και του Απολλόδωρου ήταν κόρη του Δία και της Μνημοσύνης...
Είναι η Μελωδός, αυτή που ευαισθητοποιεί και ψυχαγωγεί. Η Μούσα αυτή έχει συναντήσει και υπερνικήσει την τραγωδία. Ενώ μέσα από τις καταστροφές η Μελπομένη έχει δει την τραγωδία σε όλες της τις μορφές, μέσα από αυτή την τραγωδία βοηθά να προβάλει ο θρίαμβος του ανθρώπινου πνεύματος.
Θα λειτουργήσει ως οδηγός, για να εμπνεύσει τον άνθρωπο να αντεπεξέλθει την καταιγίδα.
Ετυμολογικά το αρχαίο ρήμα μέλπω σημαίνει άδω, ψάλλω, υμνώ και εξυμνώ. Ονομάστηκε Μελπομένη από την λέξη μολττήν επειδή δι' αυτής μέλπουσιν οι άνθρωποι όλοι τους αγαθούς. Η Μούσα Μελπομένη (εκ του: μέλπω = μελωδώ + μένος).
Εκτός όμως από τις κύριες αυτές σημασίες, οι αρχαίοι Έλληνες με το ρήμα μέλπω απέδιδαν κυρίως όλες τις παραπάνω ερμηνείες μόνο και όταν συνοδεύονταν με μουσικό όργανο, λύρα ή κιθάρα. Η Μελπομένη ως Μούσα συνοδεύει με τις άλλες Μούσες τον Απόλλωνα αλλά και συνεργάζεται με τον Διόνυσο.
Απεικονίζεται πλάι στο Διόνυσο, φορώντας τραγική μάσκα ή κρατώντας την τραγική μάσκα στο ένα χέρι και ένα μαχαίρι στο άλλο.
Στο κεφάλι της απεικονίζεται να φορά στέμμα από κυπαρίσσι. Ενίοτε φέρει και ξίφος (επίδειξη θεατρικών παραστάσεων). Σύμβολά της το κλήμα της αμπέλου, το ρόπαλο(κορύνη) του Ηρακλή, το τραγικό προσωπείο και οι κόθορνοι (υποδήματα που παραδοσιακά φορούσαν οι τραγικοί ηθοποιοί) και την επιγραφή “Μελπομένη Τραγωδίαν”.
Περιστοιχίζεται από την ακολουθία της, τις Χάριτες τις Ώρες και τις Νύμφες. Αργότερα όμως αποβαίνει η κατ΄ εξοχή μούσα της θεατρικής τραγωδίας. Με την Μελπομένη παρομοιάζεται, σε επίγραμμα του Αγαθίου η τραγωδός Αριάδνη της οποίας το άσμα, λέγει, αδόμενο με τραγικό στόμφο, έμοιαζε με την ηχηρή και πύρινη ωδή της Μούσας της Τραγωδίας.
Σε παραστάσεις θα την δούμε με τον Απόλλωνα, τον Διόνυσο κι άλλους θεούς. Σε αγγεία παρουσιάζεται με τον Διόνυσο και άλλοτε μόνη να κρατά προσωπείο ή ρόπαλο.
Στα γλυπτά έργα την παρουσιάζουν οι αρχαίοι καλλιτέχνες όρθια να κρατά την προσωπίδα με το αριστερό της χέρι, ή να στηρίζει το δεξί της χέρι πάνω στο ρόπαλο, ή να πατάει με το αριστερό της πόδι πάνω σε βράχο. Άλλοτε το αριστερό της χέρι ακουμπά στην ωμοπλάτη της και με το δεξί κρατά προσωπίδα.
Σε άλλο γλυπτό έργο κρατά προσωπίδα, ρόπαλο και ξίφος μαζί.
Στην αρχή θεωρούνταν μούσα του μέλους ή της ωδής, εξ ου και το όνομά της. Σ΄ αυτήν αποδίδεται η εφεύρεση της βαρβίτου με την οποία μέλπουσα «καθήδυνε» τους θνητούς ακροατές της, «θνητοίσι μελίφρονα βάρβιτον εύρε».
Η Μούσα Μελπομένη απέκτησε με τον ποτάμιο θεό Αχελώο τις Σειρήνες και τους βασιλιάδες των Ηδωνών Δρύαντα και Λυκούργο.
Κόρες της είναι οι Σειρήνες οι θεές του έρωτα και του θανάτου που αναφέρονται στην Οδύσσεια πως ξελόγιαζαν με το γλυκό μελωδικό τους τραγούδι τους ναυτικούς και τους έφερναν κοντά τους.
Η Πεισινόη ή Πασινόη (πειθώ του νου) η γοητευτική κιθαρωδός, η Αγλαόπη ή Αγλαόφημη (λαμπρή στην όψη) με θαυμάσια φωνή που θέλγει τους ακροατές της η Θελξιέπεια (γοητευτική στο λόγο) ή Θελξινόη (όμορφος νους) που σε καθηλώνει και σε σαγηνεύει με την τέχνη του αυλού της.
Ήταν ακόμη η Ιμερόπη με φωνή που ξυπνά τη νοσταλγία, η Παρθενόπη η παρθενική, η λευκότατη Λευκωσία (Λευκή ουσία) και θελκτική φωνή, η Λιγεία (Καθαρή φωνή) ή Αγλαόφωνος και η Μόλπη (μελωδική φωνή).
Θα λειτουργήσει ως οδηγός, για να εμπνεύσει τον άνθρωπο να αντεπεξέλθει την καταιγίδα.
Ετυμολογικά το αρχαίο ρήμα μέλπω σημαίνει άδω, ψάλλω, υμνώ και εξυμνώ. Ονομάστηκε Μελπομένη από την λέξη μολττήν επειδή δι' αυτής μέλπουσιν οι άνθρωποι όλοι τους αγαθούς. Η Μούσα Μελπομένη (εκ του: μέλπω = μελωδώ + μένος).
Εκτός όμως από τις κύριες αυτές σημασίες, οι αρχαίοι Έλληνες με το ρήμα μέλπω απέδιδαν κυρίως όλες τις παραπάνω ερμηνείες μόνο και όταν συνοδεύονταν με μουσικό όργανο, λύρα ή κιθάρα. Η Μελπομένη ως Μούσα συνοδεύει με τις άλλες Μούσες τον Απόλλωνα αλλά και συνεργάζεται με τον Διόνυσο.
Απεικονίζεται πλάι στο Διόνυσο, φορώντας τραγική μάσκα ή κρατώντας την τραγική μάσκα στο ένα χέρι και ένα μαχαίρι στο άλλο.
Στο κεφάλι της απεικονίζεται να φορά στέμμα από κυπαρίσσι. Ενίοτε φέρει και ξίφος (επίδειξη θεατρικών παραστάσεων). Σύμβολά της το κλήμα της αμπέλου, το ρόπαλο(κορύνη) του Ηρακλή, το τραγικό προσωπείο και οι κόθορνοι (υποδήματα που παραδοσιακά φορούσαν οι τραγικοί ηθοποιοί) και την επιγραφή “Μελπομένη Τραγωδίαν”.
Περιστοιχίζεται από την ακολουθία της, τις Χάριτες τις Ώρες και τις Νύμφες. Αργότερα όμως αποβαίνει η κατ΄ εξοχή μούσα της θεατρικής τραγωδίας. Με την Μελπομένη παρομοιάζεται, σε επίγραμμα του Αγαθίου η τραγωδός Αριάδνη της οποίας το άσμα, λέγει, αδόμενο με τραγικό στόμφο, έμοιαζε με την ηχηρή και πύρινη ωδή της Μούσας της Τραγωδίας.
Σε παραστάσεις θα την δούμε με τον Απόλλωνα, τον Διόνυσο κι άλλους θεούς. Σε αγγεία παρουσιάζεται με τον Διόνυσο και άλλοτε μόνη να κρατά προσωπείο ή ρόπαλο.
Στα γλυπτά έργα την παρουσιάζουν οι αρχαίοι καλλιτέχνες όρθια να κρατά την προσωπίδα με το αριστερό της χέρι, ή να στηρίζει το δεξί της χέρι πάνω στο ρόπαλο, ή να πατάει με το αριστερό της πόδι πάνω σε βράχο. Άλλοτε το αριστερό της χέρι ακουμπά στην ωμοπλάτη της και με το δεξί κρατά προσωπίδα.
Σε άλλο γλυπτό έργο κρατά προσωπίδα, ρόπαλο και ξίφος μαζί.
Στην αρχή θεωρούνταν μούσα του μέλους ή της ωδής, εξ ου και το όνομά της. Σ΄ αυτήν αποδίδεται η εφεύρεση της βαρβίτου με την οποία μέλπουσα «καθήδυνε» τους θνητούς ακροατές της, «θνητοίσι μελίφρονα βάρβιτον εύρε».
Η Μούσα Μελπομένη απέκτησε με τον ποτάμιο θεό Αχελώο τις Σειρήνες και τους βασιλιάδες των Ηδωνών Δρύαντα και Λυκούργο.
Κόρες της είναι οι Σειρήνες οι θεές του έρωτα και του θανάτου που αναφέρονται στην Οδύσσεια πως ξελόγιαζαν με το γλυκό μελωδικό τους τραγούδι τους ναυτικούς και τους έφερναν κοντά τους.
Η Πεισινόη ή Πασινόη (πειθώ του νου) η γοητευτική κιθαρωδός, η Αγλαόπη ή Αγλαόφημη (λαμπρή στην όψη) με θαυμάσια φωνή που θέλγει τους ακροατές της η Θελξιέπεια (γοητευτική στο λόγο) ή Θελξινόη (όμορφος νους) που σε καθηλώνει και σε σαγηνεύει με την τέχνη του αυλού της.
Ήταν ακόμη η Ιμερόπη με φωνή που ξυπνά τη νοσταλγία, η Παρθενόπη η παρθενική, η λευκότατη Λευκωσία (Λευκή ουσία) και θελκτική φωνή, η Λιγεία (Καθαρή φωνή) ή Αγλαόφωνος και η Μόλπη (μελωδική φωνή).
ΕΣ ΠΑΓΑΝ
ΕΣ ΠΑΓΑΝ - ΕΣΣΕΤΑΙ ΗΜΑΡ ΕΛΛΗΝΕΣ!
Στης αρχαίας φωτιάς την τέφρα κάτι φαίνεται,
είν' του Προμηθέα η φλόγα που ανασταίνεται.
Στου Ολύμπου τις κοιλάδες στήσανε χορό οι Μαινάδες.
Ες Παγάν, Ες Παγάν, γλυκό κρασί με κέρναγαν.
Ες Παγάν, Ες Παγάν, γλυκό κρασί με κέρναγαν.
Στης αρχαίας πηγής το ρέμα κάτι κύλησε,
της παλιάς πληγής είναι αίμα που ξεχείλισε και μου μίλησε.
Για τη μάνα μου την Πύρρα κι απ' αυτήν ορμήνεια πήρα.
Να αναστηλώσω τους ναούς, να φέρω πίσω τους Θεούς!
Να αναστηλώσω τους ναούς, να φέρω πίσω τους Θεούς!
Στης αρχαίας ψυχής τη ρότα τάχτηκα κι εγώ,
μέσα απ' τη σκουριά να βγάλω μάρμαρο λευκό χρυσοστόλιστο.
Κι απ' την ιερή την κίστη την αρχαία μου την πίστη.
Ες Παγάν, Ες Παγάν, Έσσεται Ήμαρ φώναζαν!
Ες Παγάν, Ες Παγάν, Έσσεται Ήμαρ φώναζαν!
Έστ' ήμαρ ότε Φοίβος πάλιν ελεύσεται καί ές αεί έσεται!
Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ
Σύμφωνα με τον Χαράλαμπο Θεοδωρίδη1, η φιλοσοφία έχει κέντρο και προορισμό τον άνθρωπο, την κατάστασή του και τη θέση του στην κοινωνία.
Τα ολοκληρωμένα φιλοσοφικά συστήματα, και περισσότερο αυτά των ελληνιστικών χρόνων, δίνουν ιδιαίτερο βάρος στην ηθική, που εξετάζει ακριβώς τον άνθρωπο και προτείνει τον τρόπο να ζει τη ζωή του.
Παράλληλα με την γνωσιοθεωρία τους, τη λογική όπως λέμε, εξετάζουν την ικανότητα του ανθρώπου και τον τρόπο, τη μέθοδο για να αντιληφθεί τα πράγματα, και μαζί μ’ αυτά καταπιάνονται να δομήσουν τη φυσική τους θεωρία, να εξηγήσουν δηλαδή τον κόσμο μέσα στον οποίο βρισκόμαστε.
Είναι επόμενο αυτά τα διακριτά εννοιολογικά τμήματα να συνδέονται απόλυτα μεταξύ τους καθώς το ένα βασίζεται και δικαιολογεί το άλλο.
Όμως στη λογική πως οι αντιλήψεις που διαμορφώνουμε – και στη φιλοσοφία2 - επηρεάζονται από την κοινωνική θέση του φορέα τους, θ’ ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση. Γιατί με βάση τα προηγούμενα θα πρέπει να δικαιολογήσουμε την ιδεαλιστική φιλοσοφία, ακριβώς γι αυτό που είναι: Καθώς επιθυμεί τη διαστρωμάτωση της κοινωνίας για να την στηρίξει, θα μας πει πως δεν μπορούμε να αντιληφθούμε καθαρά αυτά που γίνονται είτε γιατί τα καθορίζει μια υπέρτατη δύναμη3 είτε γιατί είναι εικονικά είτε γιατί είναι μηχανικά τακτοποιημένα4 και πορεύονται μια χαρά για εμάς χωρίς εμάς.
Η ελληνική φιλοσοφία στο σύνολό της δέχεται σαν επιδίωξη ζωής για τον άνθρωπο την ευτυχία του. Για τον Επίκουρο μάλιστα αυτή είναι και η χρησιμότητα - η αποστολή - της ίδιας της φιλοσοφίας. Σύμφωνα με τον ορισμό που μας παραδίδει ο Σέξτος, - ο ίδιος ο Επίκουρος δεν τα πήγαινε καλά με τους ορισμούς, - η φιλοσοφία είναι σκέψη και δράση που σκοπό έχει να υπηρετήσει την ευτυχισμένη ζωή5. Θα φιλοσοφήσουμε λοιπόν για να βρούμε τον πιο σύντομο δρόμο για την ευδαιμονία. Χωρίς περιττές συνταγές, όπως γράφει στην πέτρα ο Διογένης από τα Οινόανδα: πρώτα θα αναρωτηθούμε τι είναι η ευτυχία κι έπειτα τι φέρνει την ευτυχία6.
Εδώ θα επισημάνουμε την προσήλωση του Επίκουρου στο αληθινά ζητούμενο. Η φιλοσοφία δεν είναι για τη φιλοσοφία, ούτε η επιστήμη για την επιστήμη. Καμιά δραστηριότητα δεν υπηρετεί τον εαυτό της μα όλες τον άνθρωπο για την επίτευξη της ευτυχία του.
Ο Επίκουρος κι εδώ δεν ψάχνει για ορισμούς. Αναγνωρίζει πως η βάση της ύπαρξής μας είναι ωφελιμιστική. Κι όλα όσα κάνουμε ή δεν κάνουμε είναι για την ευχαρίστησή μας. Και διακρίνει ως σύμφυτο, συγγενικό, που θα πει μ’ αυτό γεννιόμαστε, αγαθό την ηδονή7. Αυτή τραβάει σαν μαγνήτης όλα τα ζωντανά πλάσματα όπως τα μικρά παιδιά, πριν τα φορτώσει η κοινωνία με τις έγνοιες και τα υπόλοιπα.
Κάθε ζωντανό πλάσμα απ’ τη φύση του, κι όχι από κάποια προηγούμενη γνώση, αποφεύγει τον πόνο κι αποζητά την ηδονή8. Μ’ αυτά τα λόγια, που αποδίδει και πάλι ο Σέξτος στους επικούρειους, ορίζεται άμεσα και τόσο απλά και σε ποια ηδονή αναφέρονται.
Αυτή που νιώθουμε καθ’ όσο απουσιάζει ο πόνος, η έλλειψη, η οδύνη. Η ηδονική κατάσταση απουσίας σωματικού πόνου και ταραχής στην ψυχή9. Την ηδονή που όλοι μας αποζητάμε όταν μας βασανίζουν προβλήματα υγείας, όταν μας κόβει η πείνα,
- να συμπληρώσουμε και τις ταραχές των καιρών μας, - όταν δεν καλύπτουμε την επιταγή, όταν δε μας φτάνουν για το νοίκι ή τη δόση του δανείου. Η επικούρεια ηδονή υπάρχει, όταν δεν έχουμε βάλει τέτοιες υπογραφές κι όταν δεν έχουμε απλώσει τα πόδια πέρα απ’ το πάπλωμα.
Έτσι, σύμφωνα με τα προηγούμενα, μοιάζει εύκολο κι απλό να είμαστε ευτυχισμένοι. Σα να είναι το πιο φυσικό πράγμα. Σα να το έχουμε μέσα μας να γεννιόμαστε μ’ αυτό. Σα να είναι η ίδια η ζωή συνώνυμη με την ευτυχία.
Πολύ αισιόδοξο και ταυτόχρονα, κατά τους επικούρειους, πολύ αληθινό!
Και σε απόλυτη αντίθεση - ανοίγουμε την παρένθεση ξανά - με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη των νεανικών του συγγραμμάτων, που δίδασκαν πως ο άνθρωπος είναι η ψυχή του, που είναι ξέχωρη από το σώμα (δυισμός), κι όταν βρίσκεται σ’ αυτό βιώνει το θάνατό της, και περιμένει το θάνατο του σώματος για να απελευθερωθεί, επομένως – όπως έλεγαν – καλύτερα να μη γεννιόμαστε, αλλά αφού την πατήσαμε, κατά το κοινώς λεγόμενο, θα το υποστούμε μέχρι ν’ αποδημήσουμε στους ουρανούς.
Για τον Πλάτωνα η φιλοσοφία ήταν «μελέτη θανάτου». Για τον Επίκουρο εργαλείο για την ευζωία.
Ο Θεοδωρίδης γράφει πως ολόκληρο το φιλοσοφικό οικοδόμημα του Επίκουρου βασίζεται στο ότι ο άνθρωπος είναι αρκετός να φτιάξει την ευτυχία του αρκεί να λείψουν οι ενοχλήσεις10.
Τι θα πει ο άνθρωπος είναι αρκετός να φτιάξει την ευτυχία του;
Σε ποια δύναμη θα βασιστεί για να το πετύχει;
Θα εστιάσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, γιατί εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της ηθικής φιλοσοφίας του Επίκουρου. Και θα απαντήσουμε αμέσως.
Ο άνθρωπος είναι αρκετός γιατί είναι ελεύθερος. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος απλά γιατί νιώθει τον εαυτό του ελεύθερο. Δεν υπάρχει πουθενά στη φιλοσοφία παρόμοια εμπιστοσύνη και ανάδειξη της βούλησης ως κινητήρια δύναμη των ενεργειών του ανθρώπου. Γι αυτό οι μελετητές του Επίκουρου δεν αναφέρονται σε οποιαδήποτε ελευθερία αλλά σε επικούρεια ελευθερία, που δεν είναι άλλη από αυτή που από τη φύση μας διαθέτουμε.
Εκεί την αποδίδει ο δάσκαλος στηρίζοντάς την στη φυσική του με την περίφημη παρέγκλιση στην κίνηση των ατόμων. Δεν θ’ αναφερθούμε εδώ στη φυσική θεωρία του Επίκουρου, θα επισημάνουμε μόνο, πως ενώ ασπάστηκε την ατομική θεωρία του Δημόκριτου, διαφοροποιήθηκε στο σημείο που αυτή συγκρούονταν με το τυχαίο και με την ελεύθερη βούληση.
Έτσι ανάγκασε τον Λουκρήτιο να τον υμνήσει σαν μέγα διαφωτιστή11, λέγοντας πως δεν μπορεί ο άνθρωπος πλάσμα της φύσης να διαθέτει βούληση κι η φύση η ίδια να είναι σκλαβωμένη στην ανάγκη. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο νεαρός Καρλ Μαρξ με τη διδακτορική του διατριβή «Για τη διαφορά ανάμεσα στη Δημοκρίτεια και Επικούρεια φιλοσοφία της Φύσης».
Ξεκινώντας απ’ αυτή την αλήθεια12 ο Επίκουρος πολεμάει ν’ ανατρέψει όλα όσα βαραίνουν τη ζωή του ανθρώπου και στέκονται εμπόδιο στην ευτυχία του.
Στον αντίποδα οι συγκαιρινοί των επικούρειων στωικοί αναγνώριζαν την άσκηση της ελεύθερης βούλησης μόνο ως προς την αποδοχή ή μη της σκόπιμης αλληλουχίας αναγκαίων συμβάντων που συνιστούν τη μηχανική αρμονία του κόσμου. Η ελευθερία τους έτσι συνιστούσε την υποταγή μας στη μοίρα.
Είναι γνωστό ότι παρθενογένεση δεν υπάρχει. Κι ο Επίκουρος δεν προέκυψε από το πουθενά. Από μικρό παιδάκι γνωρίζει τον Όμηρο, τη φιλοσοφία του Πλάτωνα και των ιδεαλιστών, θαυμάζει τις γνώμες των φυσικών φιλοσόφων και των σοφιστών και ακολουθεί σε πολλά τον Δημόκριτο. Ζει όλες τις αναστατώσεις από τους πολέμους των στρατηγών για επιρροή, παρακολουθεί την απογύμνωση του δήμου στις πόλεις, γνωρίζει τους όρους και τα κίνητρα για όλον αυτόν τον παραλογισμό, αντιλαμβάνεται και τις θεωρίες που οδηγούν στη δεισιδαιμονία και την παθητικότητα του βυθισμένου στη μοιρολατρία ανθρώπου.
Γνωρίζει τον εχθρό, τα όπλα και τις μεθόδους του και στρώνει τη διδασκαλία του με δικό του όπλο την αυτοσυνειδησία, τη χειραφέτηση, την άρνηση της ανάγκης.
Ο Επίκουρος δεν βολεύεται με τα περιθώρια χειρισμού δυνατοτήτων που μας παρέχει η φύση (Δημοκρίτεια χρεία) μα με την φυσική δύναμη της βούλησης ώστε να χειριστούμε τα πράγματα για τη ζωή που επιλέγουμε να ζήσουμε.
Μ’ αυτή τη φυσική δύναμη, με το θάρρος της σοφίας, θα ορίσει με τη φορτισμένη από τότε λέξη ηδονή το τέλος, το σκοπό της ανθρώπινης δράσης, που κι αυτό μέσα στη φύση μας βρίσκεται.
«Η αλήθεια απλά υπάρχει. Το ψέμα χρειάζεται να εφευρεθεί». Και πράγματι στα ψέματα και την παραπλάνηση των ιδεαλιστών βρίσκει ο Επίκουρος την πηγή των ενοχλήσεων της ψυχής. Στους φόβους και τις παράλογες επιθυμίες που ταράζουν τη ζωή μας.
Πώς είναι δυνατόν να είμαστε ελεύθεροι όταν η ηθική μας συμπεριφορά καθοδηγείται από το φόβο των θεών ή την ελπίδα για την εύνοιά τους.
Όταν η ζωή μας σκιάζεται από το φόβο του θανάτου.
Με ποιο τρόπο θα ζήσουμε τη ζωή μας όταν προσδοκούμε τη συνέχισή της μετά το θάνατο, όπου θα έχουμε άπειρο χρόνο είτε να διορθώσουμε είτε να χαρούμε όσα στερούμαστε τώρα.
Ή όταν αναρωτιόμαστε σε τι πλάσμα θα φωλιάσει η ψυχή μας όταν επανέλθει στη ζωή.
Πώς θα ζήσουμε ελεύθεροι κι ατάραχοι όταν φορτωνόμαστε με υπέρμετρες φιλοδοξίες για φήμη κι αξιώματα.
Πώς θα ριχτούμε στον αγώνα για πλούτο κι απολαύσεις χωρίς δουλικότητα προς τον όχλο και την εξουσία όπως λέει χαρακτηριστικά ο δάσκαλος.
Ο Διογένης ο Λαέρτιος μας διέσωσε την επιστολή του Επίκουρου στο Μενοικέα, μια επιστολή για την ευζωία που θα έπρεπε να διδάσκεται αυτούσια στα σχολεία όλου του κόσμου, όπου βρίσκουμε απαντήσεις σ’ όλα τα προηγούμενα.
Εκεί αναδεικνύει τη φρόνηση αξιότερη κι από την ίδια φιλοσοφία13. Είναι η ύψιστη αρετή, ικανή να μας οδηγήσει στην ευζωία. Με τη φρόνηση θα χειριστούμε σοφά τη βούληση, την αυτοσυνειδησία μας, θα πάρουμε την ευθύνη των πράξεών μας και θα πολεμήσουμε την κηδεμόνευση.
Θα κατανοήσουμε πως δεν ταιριάζει στην ατάραχη φύση των θεών ν’ ασχολούνται με τ’ ανθρώπινα και δεν ωφελεί ν’ αποδίδουμε σ’ αυτούς όσα μας συμβαίνουν.
Θα κατανοήσουμε πως όσο ζούμε δεν έχει νόημα να μας κυριεύει ο φόβος του θανάτου, καθώς δεν πρόκειται να τον αντιληφθούμε ούτε όταν θα έρθει ούτε αφού θα έχει έρθει.
Με τη φρόνηση θα ζυγίσουμε σωστά τις επιθυμίες μας και θα επιτύχουμε την αυτάρκεια, για να νιώθουμε ασφαλείς και ελεύθεροι, καθώς αρκούμενοι στα λίγα εισπράττουμε γνήσια χαρά και από αυτά και από τα παραπάνω, όταν μας τυχαίνουν.
Θα κατανοήσουμε πως είναι περιττό το κυνήγι της φήμης και της εξουσίας καθώς οδηγούν την ψυχή μας σε όλο και μεγαλύτερη ταραχή.
Με τη φρόνηση θα κατανοήσουμε την αξία και το νόημα της γνήσιας επικούρειας φιλίας, του αθάνατου αγαθού που χτίζει ολοκληρωμένες κοινωνίες στηριγμένες στη φυσική σύμβαση του μη βλάπτειν αλλήλους μηδέ βλάπτεσθαι αντί για το δίκαιο το επινοημένο από τα λογής συμφέροντα.
Και τις 4 έννοιες που έδωσε ο Επίκουρος τ’ όνομά του η ελευθερία, η αταραξία, η ηδονή, η φιλία βρίσκονται μέσα στην ανθρώπινη φύση. Χρωστάμε χάρη στην μακάρια φύση που έκανε εύκολα τα αναγκαία και δύσκολα τα μη αναγκαία.
Η Επικούρεια φιλοσοφία είναι μια φιλοσοφία του κατά φύση ευ ζην.
Αν η ελευθερία είναι η ηδονή τότε η σκλαβιά είναι πόνος. Εδώ θα συναντήσουμε και την ενότητα των αντιθέτων του Ηράκλειτου με την ερμηνεία που της έδωσε ο Δημόκριτος. Το ένα γίνεται κατανοητό χάρη στο έτερο, το αντίθετό του. Τόσο λαχταρούμε την ελευθερία όσο βιώνουμε τη στέρησή της. Όσο πιο βαριά η ανάγκη τόσο πιο ισχυρή η θέληση γι αποφυγή της.
«Κακόν ανάγκη αλλ’ ουδεμία ανάγκη ζην μετ’ ανάγκης» λέει ο δάσκαλος.
Θα αποφύγουμε την κοινοτυπία πως τη σημερινή εποχή συμβαίνει αυτό ή εκείνο. Ο άνθρωπος υπάρχει πάντοτε ως θύμα των εξουσιαστικών ελίτ. Από εκείνα τα χρόνια ο Επίκουρος αναγνώριζε πως η μεγάλη μάζα των ανθρώπων βιώνει «…το δεσμωτήριο από τα εγκύκλια και τα πολιτικά».
Το πώς πορεύεται ο κόσμος και τα δημόσια πράγματα, το ζούμε αιώνες τώρα: Θ’ ανοίξω ξανά την παρένθεση. Επιτρέψτε μου για την οικονομία του λόγου τις παρακάτω γενικεύσεις:
Τα μοντέλα διοίκησης είναι πλατωνικά και πυθαγόρεια. Πυραμιδικά και συντεχνιακά. Η πνευματική και θρησκευτική καθοδήγηση στωική, με αρκετό Πλάτωνα εδώ στα δικά μας. Η επιστημονική σκέψη κυρίως αριστοτελική. Οι κοινωνικές δομές συντεχνιακές επίσης και τα οικονομικά συστήματα είτε καπιταλιστικά είτε μαρξιστικά εμπνέονται από το στωικισμό. Ο καθένας άνθρωπος μέσα του, μέχρι ν’ αλλοτριωθεί η φύση του, και στο βαθμό αντίστασης που διαθέτει, είναι επικούρειος.
Ενδεχομένως όλο αυτό είναι συνταγή παραφροσύνης. Εμείς όμως εφόσον έχουμε κατανοήσει τον Επίκουρο, είμαστε ικανοί να βιώσουμε και να δείξουμε τις λύσεις. Εξάλλου η διέξοδος βρίσκεται στην ίδια τη φύση μας.
Οι Κήποι στην αρχαιότητα ήταν εστίες επικούρειας ζωής και διαρκούς εμπνευσμένης διαφώτισης. Ο Επίκουρος είναι πάντα το ίδιο επίκαιρος όσο και η ανθρώπινη ανάγκη για το κατά φύσιν ευ ζην.
-----------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Επίκουρος, Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου
[2] Στο ίδιο, σελ.218
[3] Ο Πλάτων είναι βέβαιος πως στα άστρα κατοικούν οι ψυχές ώστε είναι βέβηλοι όσοι τους αποδίδουν φυσικές ιδιότητες: Όποιοι κατά το παρελθόν βρέθηκαν μπλεγμένοι με το να διαβεβαιώνουν ψευδώς, ότι τα ουράνια σώματα είναι “μεστά λίθων και γης”, οφείλουν να θεωρήσουν ως μόνους υπεύθυνους τους εαυτούς τους. Πλάτων, Νόμοι 967 B-C
[4] Στωικοί
[5] «…Επίκουρος μεν έλεγε την φιλοσοφίαν ενέργειαν είναι λόγοις και διαλογισμοίς τον ευδαίμονα βίον περιποιούσαν». Σέξτος Εμπειρικός.
[6] «…το πρόβλημα ου τούτό εστίν τι της ευδαιμονίας ποιητικόν, τι δε το ευδαιμονείν εστίν…». Διογένης Οινοανδέας
[7] «Και δια τούτο την ηδονήν αρχήν και τέλος λέγομεν είναι του μακαρίως ζην, ταύτην γαρ αγαθόν πρώτον και συγγενικόν έγνωμεν…» Επιστολή προς Μενοικέα 129
[8] «…φυσικώς και αδιδάκτως το ζώον φεύγει μεν την αλγηδόνα διώκει δε την ηδονήν…». Σέξτος Εμπειρικός
[9] «Όταν ουν λέγωμεν ηδονήν τέλος υπάρχειν, ου τας των ασώτων ηδονάς, …αλλά το μήτε αλγείν κατά σώμα μήτε ταράττεσθαι κατά ψυχήν…». Επιστολή προς Μενοικέα
[10] Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Επίκουρος, Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου, σελ.219
[11] Λουκρήτιος Κάρος, De rerum natura II 251-260
[12] Η αρχή της αβεβαιότητας της ύλης, μέσα από τα πειράματα του Χάϊζενμπεργκ επιβεβαιώνουν τον Επίκουρο. Βλ. Μαίρη Σταματιάδου, Επίκουρος και κβαντική φυσική.
[13] «Τούτων δε πάντων αρχή και το μέγιστον αγαθόν φρόνησις, διό και φιλοσοφίας τιμιώτερον υπάρχει φρόνησις, εξ ης αι λοιπαί πάσαι πεφύκασι αρεταί…» Επιστολή προς Μενοικέα 132
Τα ολοκληρωμένα φιλοσοφικά συστήματα, και περισσότερο αυτά των ελληνιστικών χρόνων, δίνουν ιδιαίτερο βάρος στην ηθική, που εξετάζει ακριβώς τον άνθρωπο και προτείνει τον τρόπο να ζει τη ζωή του.
Παράλληλα με την γνωσιοθεωρία τους, τη λογική όπως λέμε, εξετάζουν την ικανότητα του ανθρώπου και τον τρόπο, τη μέθοδο για να αντιληφθεί τα πράγματα, και μαζί μ’ αυτά καταπιάνονται να δομήσουν τη φυσική τους θεωρία, να εξηγήσουν δηλαδή τον κόσμο μέσα στον οποίο βρισκόμαστε.
Είναι επόμενο αυτά τα διακριτά εννοιολογικά τμήματα να συνδέονται απόλυτα μεταξύ τους καθώς το ένα βασίζεται και δικαιολογεί το άλλο.
Όμως στη λογική πως οι αντιλήψεις που διαμορφώνουμε – και στη φιλοσοφία2 - επηρεάζονται από την κοινωνική θέση του φορέα τους, θ’ ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση. Γιατί με βάση τα προηγούμενα θα πρέπει να δικαιολογήσουμε την ιδεαλιστική φιλοσοφία, ακριβώς γι αυτό που είναι: Καθώς επιθυμεί τη διαστρωμάτωση της κοινωνίας για να την στηρίξει, θα μας πει πως δεν μπορούμε να αντιληφθούμε καθαρά αυτά που γίνονται είτε γιατί τα καθορίζει μια υπέρτατη δύναμη3 είτε γιατί είναι εικονικά είτε γιατί είναι μηχανικά τακτοποιημένα4 και πορεύονται μια χαρά για εμάς χωρίς εμάς.
Η ελληνική φιλοσοφία στο σύνολό της δέχεται σαν επιδίωξη ζωής για τον άνθρωπο την ευτυχία του. Για τον Επίκουρο μάλιστα αυτή είναι και η χρησιμότητα - η αποστολή - της ίδιας της φιλοσοφίας. Σύμφωνα με τον ορισμό που μας παραδίδει ο Σέξτος, - ο ίδιος ο Επίκουρος δεν τα πήγαινε καλά με τους ορισμούς, - η φιλοσοφία είναι σκέψη και δράση που σκοπό έχει να υπηρετήσει την ευτυχισμένη ζωή5. Θα φιλοσοφήσουμε λοιπόν για να βρούμε τον πιο σύντομο δρόμο για την ευδαιμονία. Χωρίς περιττές συνταγές, όπως γράφει στην πέτρα ο Διογένης από τα Οινόανδα: πρώτα θα αναρωτηθούμε τι είναι η ευτυχία κι έπειτα τι φέρνει την ευτυχία6.
Εδώ θα επισημάνουμε την προσήλωση του Επίκουρου στο αληθινά ζητούμενο. Η φιλοσοφία δεν είναι για τη φιλοσοφία, ούτε η επιστήμη για την επιστήμη. Καμιά δραστηριότητα δεν υπηρετεί τον εαυτό της μα όλες τον άνθρωπο για την επίτευξη της ευτυχία του.
Ο Επίκουρος κι εδώ δεν ψάχνει για ορισμούς. Αναγνωρίζει πως η βάση της ύπαρξής μας είναι ωφελιμιστική. Κι όλα όσα κάνουμε ή δεν κάνουμε είναι για την ευχαρίστησή μας. Και διακρίνει ως σύμφυτο, συγγενικό, που θα πει μ’ αυτό γεννιόμαστε, αγαθό την ηδονή7. Αυτή τραβάει σαν μαγνήτης όλα τα ζωντανά πλάσματα όπως τα μικρά παιδιά, πριν τα φορτώσει η κοινωνία με τις έγνοιες και τα υπόλοιπα.
Κάθε ζωντανό πλάσμα απ’ τη φύση του, κι όχι από κάποια προηγούμενη γνώση, αποφεύγει τον πόνο κι αποζητά την ηδονή8. Μ’ αυτά τα λόγια, που αποδίδει και πάλι ο Σέξτος στους επικούρειους, ορίζεται άμεσα και τόσο απλά και σε ποια ηδονή αναφέρονται.
Αυτή που νιώθουμε καθ’ όσο απουσιάζει ο πόνος, η έλλειψη, η οδύνη. Η ηδονική κατάσταση απουσίας σωματικού πόνου και ταραχής στην ψυχή9. Την ηδονή που όλοι μας αποζητάμε όταν μας βασανίζουν προβλήματα υγείας, όταν μας κόβει η πείνα,
- να συμπληρώσουμε και τις ταραχές των καιρών μας, - όταν δεν καλύπτουμε την επιταγή, όταν δε μας φτάνουν για το νοίκι ή τη δόση του δανείου. Η επικούρεια ηδονή υπάρχει, όταν δεν έχουμε βάλει τέτοιες υπογραφές κι όταν δεν έχουμε απλώσει τα πόδια πέρα απ’ το πάπλωμα.
Έτσι, σύμφωνα με τα προηγούμενα, μοιάζει εύκολο κι απλό να είμαστε ευτυχισμένοι. Σα να είναι το πιο φυσικό πράγμα. Σα να το έχουμε μέσα μας να γεννιόμαστε μ’ αυτό. Σα να είναι η ίδια η ζωή συνώνυμη με την ευτυχία.
Πολύ αισιόδοξο και ταυτόχρονα, κατά τους επικούρειους, πολύ αληθινό!
Και σε απόλυτη αντίθεση - ανοίγουμε την παρένθεση ξανά - με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη των νεανικών του συγγραμμάτων, που δίδασκαν πως ο άνθρωπος είναι η ψυχή του, που είναι ξέχωρη από το σώμα (δυισμός), κι όταν βρίσκεται σ’ αυτό βιώνει το θάνατό της, και περιμένει το θάνατο του σώματος για να απελευθερωθεί, επομένως – όπως έλεγαν – καλύτερα να μη γεννιόμαστε, αλλά αφού την πατήσαμε, κατά το κοινώς λεγόμενο, θα το υποστούμε μέχρι ν’ αποδημήσουμε στους ουρανούς.
Για τον Πλάτωνα η φιλοσοφία ήταν «μελέτη θανάτου». Για τον Επίκουρο εργαλείο για την ευζωία.
Ο Θεοδωρίδης γράφει πως ολόκληρο το φιλοσοφικό οικοδόμημα του Επίκουρου βασίζεται στο ότι ο άνθρωπος είναι αρκετός να φτιάξει την ευτυχία του αρκεί να λείψουν οι ενοχλήσεις10.
Τι θα πει ο άνθρωπος είναι αρκετός να φτιάξει την ευτυχία του;
Σε ποια δύναμη θα βασιστεί για να το πετύχει;
Θα εστιάσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, γιατί εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της ηθικής φιλοσοφίας του Επίκουρου. Και θα απαντήσουμε αμέσως.
Ο άνθρωπος είναι αρκετός γιατί είναι ελεύθερος. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος απλά γιατί νιώθει τον εαυτό του ελεύθερο. Δεν υπάρχει πουθενά στη φιλοσοφία παρόμοια εμπιστοσύνη και ανάδειξη της βούλησης ως κινητήρια δύναμη των ενεργειών του ανθρώπου. Γι αυτό οι μελετητές του Επίκουρου δεν αναφέρονται σε οποιαδήποτε ελευθερία αλλά σε επικούρεια ελευθερία, που δεν είναι άλλη από αυτή που από τη φύση μας διαθέτουμε.
Εκεί την αποδίδει ο δάσκαλος στηρίζοντάς την στη φυσική του με την περίφημη παρέγκλιση στην κίνηση των ατόμων. Δεν θ’ αναφερθούμε εδώ στη φυσική θεωρία του Επίκουρου, θα επισημάνουμε μόνο, πως ενώ ασπάστηκε την ατομική θεωρία του Δημόκριτου, διαφοροποιήθηκε στο σημείο που αυτή συγκρούονταν με το τυχαίο και με την ελεύθερη βούληση.
Έτσι ανάγκασε τον Λουκρήτιο να τον υμνήσει σαν μέγα διαφωτιστή11, λέγοντας πως δεν μπορεί ο άνθρωπος πλάσμα της φύσης να διαθέτει βούληση κι η φύση η ίδια να είναι σκλαβωμένη στην ανάγκη. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο νεαρός Καρλ Μαρξ με τη διδακτορική του διατριβή «Για τη διαφορά ανάμεσα στη Δημοκρίτεια και Επικούρεια φιλοσοφία της Φύσης».
Ξεκινώντας απ’ αυτή την αλήθεια12 ο Επίκουρος πολεμάει ν’ ανατρέψει όλα όσα βαραίνουν τη ζωή του ανθρώπου και στέκονται εμπόδιο στην ευτυχία του.
Στον αντίποδα οι συγκαιρινοί των επικούρειων στωικοί αναγνώριζαν την άσκηση της ελεύθερης βούλησης μόνο ως προς την αποδοχή ή μη της σκόπιμης αλληλουχίας αναγκαίων συμβάντων που συνιστούν τη μηχανική αρμονία του κόσμου. Η ελευθερία τους έτσι συνιστούσε την υποταγή μας στη μοίρα.
Είναι γνωστό ότι παρθενογένεση δεν υπάρχει. Κι ο Επίκουρος δεν προέκυψε από το πουθενά. Από μικρό παιδάκι γνωρίζει τον Όμηρο, τη φιλοσοφία του Πλάτωνα και των ιδεαλιστών, θαυμάζει τις γνώμες των φυσικών φιλοσόφων και των σοφιστών και ακολουθεί σε πολλά τον Δημόκριτο. Ζει όλες τις αναστατώσεις από τους πολέμους των στρατηγών για επιρροή, παρακολουθεί την απογύμνωση του δήμου στις πόλεις, γνωρίζει τους όρους και τα κίνητρα για όλον αυτόν τον παραλογισμό, αντιλαμβάνεται και τις θεωρίες που οδηγούν στη δεισιδαιμονία και την παθητικότητα του βυθισμένου στη μοιρολατρία ανθρώπου.
Γνωρίζει τον εχθρό, τα όπλα και τις μεθόδους του και στρώνει τη διδασκαλία του με δικό του όπλο την αυτοσυνειδησία, τη χειραφέτηση, την άρνηση της ανάγκης.
Ο Επίκουρος δεν βολεύεται με τα περιθώρια χειρισμού δυνατοτήτων που μας παρέχει η φύση (Δημοκρίτεια χρεία) μα με την φυσική δύναμη της βούλησης ώστε να χειριστούμε τα πράγματα για τη ζωή που επιλέγουμε να ζήσουμε.
Μ’ αυτή τη φυσική δύναμη, με το θάρρος της σοφίας, θα ορίσει με τη φορτισμένη από τότε λέξη ηδονή το τέλος, το σκοπό της ανθρώπινης δράσης, που κι αυτό μέσα στη φύση μας βρίσκεται.
«Η αλήθεια απλά υπάρχει. Το ψέμα χρειάζεται να εφευρεθεί». Και πράγματι στα ψέματα και την παραπλάνηση των ιδεαλιστών βρίσκει ο Επίκουρος την πηγή των ενοχλήσεων της ψυχής. Στους φόβους και τις παράλογες επιθυμίες που ταράζουν τη ζωή μας.
Πώς είναι δυνατόν να είμαστε ελεύθεροι όταν η ηθική μας συμπεριφορά καθοδηγείται από το φόβο των θεών ή την ελπίδα για την εύνοιά τους.
Όταν η ζωή μας σκιάζεται από το φόβο του θανάτου.
Με ποιο τρόπο θα ζήσουμε τη ζωή μας όταν προσδοκούμε τη συνέχισή της μετά το θάνατο, όπου θα έχουμε άπειρο χρόνο είτε να διορθώσουμε είτε να χαρούμε όσα στερούμαστε τώρα.
Ή όταν αναρωτιόμαστε σε τι πλάσμα θα φωλιάσει η ψυχή μας όταν επανέλθει στη ζωή.
Πώς θα ζήσουμε ελεύθεροι κι ατάραχοι όταν φορτωνόμαστε με υπέρμετρες φιλοδοξίες για φήμη κι αξιώματα.
Πώς θα ριχτούμε στον αγώνα για πλούτο κι απολαύσεις χωρίς δουλικότητα προς τον όχλο και την εξουσία όπως λέει χαρακτηριστικά ο δάσκαλος.
Ο Διογένης ο Λαέρτιος μας διέσωσε την επιστολή του Επίκουρου στο Μενοικέα, μια επιστολή για την ευζωία που θα έπρεπε να διδάσκεται αυτούσια στα σχολεία όλου του κόσμου, όπου βρίσκουμε απαντήσεις σ’ όλα τα προηγούμενα.
Εκεί αναδεικνύει τη φρόνηση αξιότερη κι από την ίδια φιλοσοφία13. Είναι η ύψιστη αρετή, ικανή να μας οδηγήσει στην ευζωία. Με τη φρόνηση θα χειριστούμε σοφά τη βούληση, την αυτοσυνειδησία μας, θα πάρουμε την ευθύνη των πράξεών μας και θα πολεμήσουμε την κηδεμόνευση.
Θα κατανοήσουμε πως δεν ταιριάζει στην ατάραχη φύση των θεών ν’ ασχολούνται με τ’ ανθρώπινα και δεν ωφελεί ν’ αποδίδουμε σ’ αυτούς όσα μας συμβαίνουν.
Θα κατανοήσουμε πως όσο ζούμε δεν έχει νόημα να μας κυριεύει ο φόβος του θανάτου, καθώς δεν πρόκειται να τον αντιληφθούμε ούτε όταν θα έρθει ούτε αφού θα έχει έρθει.
Με τη φρόνηση θα ζυγίσουμε σωστά τις επιθυμίες μας και θα επιτύχουμε την αυτάρκεια, για να νιώθουμε ασφαλείς και ελεύθεροι, καθώς αρκούμενοι στα λίγα εισπράττουμε γνήσια χαρά και από αυτά και από τα παραπάνω, όταν μας τυχαίνουν.
Θα κατανοήσουμε πως είναι περιττό το κυνήγι της φήμης και της εξουσίας καθώς οδηγούν την ψυχή μας σε όλο και μεγαλύτερη ταραχή.
Με τη φρόνηση θα κατανοήσουμε την αξία και το νόημα της γνήσιας επικούρειας φιλίας, του αθάνατου αγαθού που χτίζει ολοκληρωμένες κοινωνίες στηριγμένες στη φυσική σύμβαση του μη βλάπτειν αλλήλους μηδέ βλάπτεσθαι αντί για το δίκαιο το επινοημένο από τα λογής συμφέροντα.
Και τις 4 έννοιες που έδωσε ο Επίκουρος τ’ όνομά του η ελευθερία, η αταραξία, η ηδονή, η φιλία βρίσκονται μέσα στην ανθρώπινη φύση. Χρωστάμε χάρη στην μακάρια φύση που έκανε εύκολα τα αναγκαία και δύσκολα τα μη αναγκαία.
Η Επικούρεια φιλοσοφία είναι μια φιλοσοφία του κατά φύση ευ ζην.
Αν η ελευθερία είναι η ηδονή τότε η σκλαβιά είναι πόνος. Εδώ θα συναντήσουμε και την ενότητα των αντιθέτων του Ηράκλειτου με την ερμηνεία που της έδωσε ο Δημόκριτος. Το ένα γίνεται κατανοητό χάρη στο έτερο, το αντίθετό του. Τόσο λαχταρούμε την ελευθερία όσο βιώνουμε τη στέρησή της. Όσο πιο βαριά η ανάγκη τόσο πιο ισχυρή η θέληση γι αποφυγή της.
«Κακόν ανάγκη αλλ’ ουδεμία ανάγκη ζην μετ’ ανάγκης» λέει ο δάσκαλος.
Θα αποφύγουμε την κοινοτυπία πως τη σημερινή εποχή συμβαίνει αυτό ή εκείνο. Ο άνθρωπος υπάρχει πάντοτε ως θύμα των εξουσιαστικών ελίτ. Από εκείνα τα χρόνια ο Επίκουρος αναγνώριζε πως η μεγάλη μάζα των ανθρώπων βιώνει «…το δεσμωτήριο από τα εγκύκλια και τα πολιτικά».
Το πώς πορεύεται ο κόσμος και τα δημόσια πράγματα, το ζούμε αιώνες τώρα: Θ’ ανοίξω ξανά την παρένθεση. Επιτρέψτε μου για την οικονομία του λόγου τις παρακάτω γενικεύσεις:
Τα μοντέλα διοίκησης είναι πλατωνικά και πυθαγόρεια. Πυραμιδικά και συντεχνιακά. Η πνευματική και θρησκευτική καθοδήγηση στωική, με αρκετό Πλάτωνα εδώ στα δικά μας. Η επιστημονική σκέψη κυρίως αριστοτελική. Οι κοινωνικές δομές συντεχνιακές επίσης και τα οικονομικά συστήματα είτε καπιταλιστικά είτε μαρξιστικά εμπνέονται από το στωικισμό. Ο καθένας άνθρωπος μέσα του, μέχρι ν’ αλλοτριωθεί η φύση του, και στο βαθμό αντίστασης που διαθέτει, είναι επικούρειος.
Ενδεχομένως όλο αυτό είναι συνταγή παραφροσύνης. Εμείς όμως εφόσον έχουμε κατανοήσει τον Επίκουρο, είμαστε ικανοί να βιώσουμε και να δείξουμε τις λύσεις. Εξάλλου η διέξοδος βρίσκεται στην ίδια τη φύση μας.
Οι Κήποι στην αρχαιότητα ήταν εστίες επικούρειας ζωής και διαρκούς εμπνευσμένης διαφώτισης. Ο Επίκουρος είναι πάντα το ίδιο επίκαιρος όσο και η ανθρώπινη ανάγκη για το κατά φύσιν ευ ζην.
-----------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Επίκουρος, Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου
[2] Στο ίδιο, σελ.218
[3] Ο Πλάτων είναι βέβαιος πως στα άστρα κατοικούν οι ψυχές ώστε είναι βέβηλοι όσοι τους αποδίδουν φυσικές ιδιότητες: Όποιοι κατά το παρελθόν βρέθηκαν μπλεγμένοι με το να διαβεβαιώνουν ψευδώς, ότι τα ουράνια σώματα είναι “μεστά λίθων και γης”, οφείλουν να θεωρήσουν ως μόνους υπεύθυνους τους εαυτούς τους. Πλάτων, Νόμοι 967 B-C
[4] Στωικοί
[5] «…Επίκουρος μεν έλεγε την φιλοσοφίαν ενέργειαν είναι λόγοις και διαλογισμοίς τον ευδαίμονα βίον περιποιούσαν». Σέξτος Εμπειρικός.
[6] «…το πρόβλημα ου τούτό εστίν τι της ευδαιμονίας ποιητικόν, τι δε το ευδαιμονείν εστίν…». Διογένης Οινοανδέας
[7] «Και δια τούτο την ηδονήν αρχήν και τέλος λέγομεν είναι του μακαρίως ζην, ταύτην γαρ αγαθόν πρώτον και συγγενικόν έγνωμεν…» Επιστολή προς Μενοικέα 129
[8] «…φυσικώς και αδιδάκτως το ζώον φεύγει μεν την αλγηδόνα διώκει δε την ηδονήν…». Σέξτος Εμπειρικός
[9] «Όταν ουν λέγωμεν ηδονήν τέλος υπάρχειν, ου τας των ασώτων ηδονάς, …αλλά το μήτε αλγείν κατά σώμα μήτε ταράττεσθαι κατά ψυχήν…». Επιστολή προς Μενοικέα
[10] Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Επίκουρος, Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου, σελ.219
[11] Λουκρήτιος Κάρος, De rerum natura II 251-260
[12] Η αρχή της αβεβαιότητας της ύλης, μέσα από τα πειράματα του Χάϊζενμπεργκ επιβεβαιώνουν τον Επίκουρο. Βλ. Μαίρη Σταματιάδου, Επίκουρος και κβαντική φυσική.
[13] «Τούτων δε πάντων αρχή και το μέγιστον αγαθόν φρόνησις, διό και φιλοσοφίας τιμιώτερον υπάρχει φρόνησις, εξ ης αι λοιπαί πάσαι πεφύκασι αρεταί…» Επιστολή προς Μενοικέα 132
Τι είναι ο Θεϊσμός;
Ο Θεϊσμός είναι ένα σύστημα πεποιθήσεων που υποστηρίζει ότι υπάρχει ένας Θεός ή θεοί που δημιούργησαν και συντηρούν το σύμπαν. Είναι μια από τις παλαιότερες και πιο ευρέως διαδεδομένες πεποιθήσεις στον κόσμο και αποτελεί τη βάση για πολλές από τις μεγαλύτερες θρησκείες του κόσμου. Ο θεϊσμός βασίζεται στην ιδέα ότι υπάρχει μια ανώτερη δύναμη που είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία και τη συντήρηση του σύμπαντος και ότι αυτή η δύναμη είναι και παντογνώστης και παντοδύναμη.
Ο θεϊσμός συχνά αντιπαραβάλλεται με τον αθεϊσμό, που είναι η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει Θεός ή θεοί. Οι άθεοι γενικά πιστεύουν ότι το σύμπαν είναι αποτέλεσμα φυσικών νόμων και διεργασιών και ότι δεν υπάρχει ανώτερη δύναμη που να είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία και τη συντήρησή του.
Θεϊσμός και Θρησκεία
Ο θεϊσμός είναι στενά συνδεδεμένος με τη θρησκεία και πολλές από τις μεγαλύτερες θρησκείες του κόσμου βασίζονται στον θεϊσμό. Ο Χριστιανισμός, ο Ιουδαϊσμός και το Ισλάμ έχουν όλα τον θεϊσμό στον πυρήνα τους και πολλές από τις πεποιθήσεις και τις πρακτικές τους βασίζονται στην ιδέα μιας ανώτερης δύναμης. Ο θεϊσμός βρίσκεται επίσης σε πολλές άλλες θρησκείες, όπως ο Ινδουισμός, ο Βουδισμός και ο Σιχισμός.
Θεϊσμός και Ηθική
Ο θεϊσμός είναι επίσης στενά συνδεδεμένος με την ηθική. Πολλοί θεϊστές πιστεύουν ότι η ηθική είναι αποτέλεσμα του θελήματος του Θεού και ότι μόνο ακολουθώντας τους νόμους του Θεού μπορούμε να ζήσουμε μια ηθική ζωή. Αυτή η πεποίθηση χρησιμοποιείται συχνά για να εξηγήσει γιατί ορισμένες ενέργειες θεωρούνται λανθασμένες ή ανήθικες.
συμπέρασμα
Ο Θεϊσμός είναι ένα σύστημα πεποιθήσεων που υποστηρίζει ότι υπάρχει ένας Θεός ή θεοί που δημιούργησαν και συντηρούν το σύμπαν. Είναι στενά συνδεδεμένο με τη θρησκεία και την ηθική και αποτελεί τη βάση για πολλές από τις μεγαλύτερες θρησκείες του κόσμου. Ενώ ο θεϊσμός συχνά έρχεται σε αντίθεση με τον αθεϊσμό, και οι δύο πεποιθήσεις έχουν τα δικά τους πλεονεκτήματα και μπορούν να θεωρηθούν ως έγκυροι τρόποι ματιάς στον κόσμο.
Για να το θέσω απλά, ο θεϊσμός είναι μια πίστη στην ύπαρξη τουλάχιστον ενός θεού κάποιου είδους - τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Το μόνο κοινό πράγμα που έχουν όλοι οι θεϊστές είναι ότι όλοι αποδέχονται την πρόταση ότι τουλάχιστον ένας θεός κάποιου είδους υπάρχει - τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Ο θεϊσμός δεν εξαρτάται από το πόσους θεούς πιστεύει κανείς. Ο θεϊσμός δεν εξαρτάται από το πώς ο όρος ' θεός ' ορίζεται. Ο θεϊσμός δεν εξαρτάται από το πώς φτάνει κανείς στην πίστη του. Ο θεϊσμός δεν εξαρτάται από το πώς κάποιος υπερασπίζεται την πίστη του ή αν το υπερασπίζεται ποτέ καθόλου. Ο θεϊσμός σίγουρα δεν εξαρτάται από το τι άλλου είδους πεποιθήσεις συνδέει κάποιος με την πίστη του ότι υπάρχει θεός.
Θεϊσμός και Θρησκεία
Ότι ο θεϊσμός σημαίνει μόνο «πίστη σε έναν θεό» και τίποτα περισσότερο δεν μπορεί να είναι δύσκολο να κατανοηθεί κατά καιρούς επειδή συνήθως δεν συναντάμε τον θεϊσμό σε τέτοια απομόνωση. Αντίθετα, όταν βλέπουμε τον θεϊσμό, είναι ενσωματωμένος σε ένα πλέγμα άλλων πεποιθήσεων -συχνά θρησκευτικής φύσης- που χρωματίζουν όχι μόνο τη συγκεκριμένη περίπτωση του ίδιου του θεϊσμού αλλά και την αντίληψή μας για αυτήν την περίπτωση του θεϊσμού. Οι συνδέσεις μεταξύ θεϊσμού και θρησκείας είναι τόσο ισχυρές, στην πραγματικότητα, που ορισμένοι δυσκολεύονται να διαχωρίσουν τα δύο, ακόμη και σε σημείο να φανταστούν ότι είναι το ίδιο πράγμα - ή τουλάχιστον ότι ο θεϊσμός είναι αναγκαστικά θρησκευτικός και η θρησκεία είναι απαραίτητα θεϊστική.
Έτσι, όταν εξετάζουμε και αξιολογούμε τον θεϊσμό, συνήθως ασχολούμαστε με την εξέταση και την αξιολόγηση μιας ποικιλίας αλληλένδετων πεποιθήσεων, ιδεών και ισχυρισμών, οι περισσότερες από τις οποίες δεν αποτελούν μέρος του ίδιου του θεϊσμού. Τουλάχιστον, αυτό συμβαίνει «στην πραγματική ζωή» όταν συζητάμε τα πλεονεκτήματα του θεϊσμού ή/και θρησκεία - αλλά για να το κάνουμε καλά και να μην κάνουμε λάθη όπως αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω, πρέπει να είμαστε σε θέση να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να ρίξουμε μια ματιά στον θεϊσμό μεμονωμένα.
Γιατί; Διότι εάν οι κριτικοί θέλουν να υποστηρίξουν ότι κάτι σχετικά με ένα θεϊστικό σύστημα πεποιθήσεων είναι έγκυρο ή άκυρο, ορθολογικό ή παράλογο, δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο, πρέπει να είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε τι ακριβώς δεχόμαστε ή επικρίνουμε. Είναι κάτι εγγενές στον θεϊσμό ή είναι κάτι που εισάγεται από κάτι άλλο στον ιστό των πεποιθήσεων ενός ατόμου; Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε σε θέση να διαχωρίσουμε τα διαφορετικά στοιχεία γιατί πρέπει να αφιερώσουμε χρόνο για να τα εξετάσουμε τόσο μεμονωμένα όσο και από κοινού.
Περιορισμοί του Θεϊσμού
Κάποιοι μπορεί να αντιταχθούν ότι ένας ευρύς ορισμός του θεϊσμού τον κάνει να μην έχει νόημα, αλλά αυτό δεν είναι ακριβώς αλήθεια. Ο θεϊσμός δεν έχει νόημα. Ωστόσο, δεν είναι επίσης τόσο σημαντικό όσο κάποιοι θα μπορούσαν να υποθέσουν συνήθως - ειδικά για εκείνους για τους οποίους ο θεϊσμός τους είναι σημαντικό μέρος της ζωής τους ή/και των θρησκειών τους. Γιατί ο θεϊσμός δεν ενσωματώνει αυτόματα κανένα πεποιθήσεις, στάσεις ή ιδέες πέρα από την πρόταση ότι τουλάχιστον ένα υπάρχει, το νόημα και οι επιπτώσεις του είναι αναγκαστικά περιορισμένες.
Φυσικά, το ίδιο ακριβώς ισχύει αθεϊσμός, πολύ. Το μόνο κοινό που έχουν όλοι οι άθεοι είναι ότι δεν αποδέχονται την πρόταση ότι υπάρχει τουλάχιστον ένας θεός - τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Οι άθεοι δεν είναι όλοι αναγκαστικά λογικοί, ηθικοί, λογικοί ή οτιδήποτε άλλο. Κάποιοι είναι θρησκευόμενοι ενώ άλλοι είναι αντιθρησκευτικοί. Μερικοί είναι πολιτικά συντηρητικοί ενώ άλλοι είναι φιλελεύθεροι. Οι γενικεύσεις και οι υποθέσεις για όλους τους θεϊστές είναι εξίσου άκυρες και αδικαιολόγητες με τις γενικεύσεις και τις υποθέσεις για όλους τους άθεους.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι άθεοι και οποιοσδήποτε άλλος ασκεί κριτική στον θεϊσμό δεν μπορεί να πέσει θύματα πνευματικής τεμπελιάς. Οι γενικεύσεις για όλους τους θεϊστές και τον θεϊσμό συνολικά μπορεί να είναι εύκολες, αλλά δεν ισχύουν. Από την άλλη, κριτικές και αξιολογήσεις συγκεκριμένων θεϊστικών συστημάτων πεποιθήσεων είναι ισχύει όταν μια κριτική λαμβάνει υπόψη τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς αλήθειας, ιδέες και μεθοδολογίες πέρα από τον ίδιο τον θεϊσμό. Αυτό απαιτεί δουλειά - απαιτεί προσεκτική μελέτη του συστήματος πεποιθήσεων και αξιολόγηση ενός πολύπλοκου ιστού ιδεών.
Όσο δύσκολο κι αν είναι, ωστόσο, είναι τελικά πολύ πιο ικανοποιητικό και ενδιαφέρον από απλές γενικεύσεις που γίνονται χωρίς την παραμικρή εκτίμηση για τις διαφορές ή τις ομοιότητες μεταξύ των πιστών και των συστημάτων πεποιθήσεων. Εάν κάποιος δεν ενδιαφέρεται να επενδύσει τον χρόνο και την προσπάθεια που απαιτείται για να αποκτήσει την απαιτούμενη κατανόηση, αυτό είναι φυσικά εντάξει - αλλά αυτό σημαίνει ότι δεν έχει επίσης την πνευματική υπόσταση που απαιτείται για να κρίνει τις συγκεκριμένες πεποιθήσεις.
Ο θεϊσμός συχνά αντιπαραβάλλεται με τον αθεϊσμό, που είναι η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει Θεός ή θεοί. Οι άθεοι γενικά πιστεύουν ότι το σύμπαν είναι αποτέλεσμα φυσικών νόμων και διεργασιών και ότι δεν υπάρχει ανώτερη δύναμη που να είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία και τη συντήρησή του.
Θεϊσμός και Θρησκεία
Ο θεϊσμός είναι στενά συνδεδεμένος με τη θρησκεία και πολλές από τις μεγαλύτερες θρησκείες του κόσμου βασίζονται στον θεϊσμό. Ο Χριστιανισμός, ο Ιουδαϊσμός και το Ισλάμ έχουν όλα τον θεϊσμό στον πυρήνα τους και πολλές από τις πεποιθήσεις και τις πρακτικές τους βασίζονται στην ιδέα μιας ανώτερης δύναμης. Ο θεϊσμός βρίσκεται επίσης σε πολλές άλλες θρησκείες, όπως ο Ινδουισμός, ο Βουδισμός και ο Σιχισμός.
Θεϊσμός και Ηθική
Ο θεϊσμός είναι επίσης στενά συνδεδεμένος με την ηθική. Πολλοί θεϊστές πιστεύουν ότι η ηθική είναι αποτέλεσμα του θελήματος του Θεού και ότι μόνο ακολουθώντας τους νόμους του Θεού μπορούμε να ζήσουμε μια ηθική ζωή. Αυτή η πεποίθηση χρησιμοποιείται συχνά για να εξηγήσει γιατί ορισμένες ενέργειες θεωρούνται λανθασμένες ή ανήθικες.
συμπέρασμα
Ο Θεϊσμός είναι ένα σύστημα πεποιθήσεων που υποστηρίζει ότι υπάρχει ένας Θεός ή θεοί που δημιούργησαν και συντηρούν το σύμπαν. Είναι στενά συνδεδεμένο με τη θρησκεία και την ηθική και αποτελεί τη βάση για πολλές από τις μεγαλύτερες θρησκείες του κόσμου. Ενώ ο θεϊσμός συχνά έρχεται σε αντίθεση με τον αθεϊσμό, και οι δύο πεποιθήσεις έχουν τα δικά τους πλεονεκτήματα και μπορούν να θεωρηθούν ως έγκυροι τρόποι ματιάς στον κόσμο.
Για να το θέσω απλά, ο θεϊσμός είναι μια πίστη στην ύπαρξη τουλάχιστον ενός θεού κάποιου είδους - τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Το μόνο κοινό πράγμα που έχουν όλοι οι θεϊστές είναι ότι όλοι αποδέχονται την πρόταση ότι τουλάχιστον ένας θεός κάποιου είδους υπάρχει - τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Ο θεϊσμός δεν εξαρτάται από το πόσους θεούς πιστεύει κανείς. Ο θεϊσμός δεν εξαρτάται από το πώς ο όρος ' θεός ' ορίζεται. Ο θεϊσμός δεν εξαρτάται από το πώς φτάνει κανείς στην πίστη του. Ο θεϊσμός δεν εξαρτάται από το πώς κάποιος υπερασπίζεται την πίστη του ή αν το υπερασπίζεται ποτέ καθόλου. Ο θεϊσμός σίγουρα δεν εξαρτάται από το τι άλλου είδους πεποιθήσεις συνδέει κάποιος με την πίστη του ότι υπάρχει θεός.
Θεϊσμός και Θρησκεία
Ότι ο θεϊσμός σημαίνει μόνο «πίστη σε έναν θεό» και τίποτα περισσότερο δεν μπορεί να είναι δύσκολο να κατανοηθεί κατά καιρούς επειδή συνήθως δεν συναντάμε τον θεϊσμό σε τέτοια απομόνωση. Αντίθετα, όταν βλέπουμε τον θεϊσμό, είναι ενσωματωμένος σε ένα πλέγμα άλλων πεποιθήσεων -συχνά θρησκευτικής φύσης- που χρωματίζουν όχι μόνο τη συγκεκριμένη περίπτωση του ίδιου του θεϊσμού αλλά και την αντίληψή μας για αυτήν την περίπτωση του θεϊσμού. Οι συνδέσεις μεταξύ θεϊσμού και θρησκείας είναι τόσο ισχυρές, στην πραγματικότητα, που ορισμένοι δυσκολεύονται να διαχωρίσουν τα δύο, ακόμη και σε σημείο να φανταστούν ότι είναι το ίδιο πράγμα - ή τουλάχιστον ότι ο θεϊσμός είναι αναγκαστικά θρησκευτικός και η θρησκεία είναι απαραίτητα θεϊστική.
Έτσι, όταν εξετάζουμε και αξιολογούμε τον θεϊσμό, συνήθως ασχολούμαστε με την εξέταση και την αξιολόγηση μιας ποικιλίας αλληλένδετων πεποιθήσεων, ιδεών και ισχυρισμών, οι περισσότερες από τις οποίες δεν αποτελούν μέρος του ίδιου του θεϊσμού. Τουλάχιστον, αυτό συμβαίνει «στην πραγματική ζωή» όταν συζητάμε τα πλεονεκτήματα του θεϊσμού ή/και θρησκεία - αλλά για να το κάνουμε καλά και να μην κάνουμε λάθη όπως αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω, πρέπει να είμαστε σε θέση να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να ρίξουμε μια ματιά στον θεϊσμό μεμονωμένα.
Γιατί; Διότι εάν οι κριτικοί θέλουν να υποστηρίξουν ότι κάτι σχετικά με ένα θεϊστικό σύστημα πεποιθήσεων είναι έγκυρο ή άκυρο, ορθολογικό ή παράλογο, δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο, πρέπει να είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε τι ακριβώς δεχόμαστε ή επικρίνουμε. Είναι κάτι εγγενές στον θεϊσμό ή είναι κάτι που εισάγεται από κάτι άλλο στον ιστό των πεποιθήσεων ενός ατόμου; Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε σε θέση να διαχωρίσουμε τα διαφορετικά στοιχεία γιατί πρέπει να αφιερώσουμε χρόνο για να τα εξετάσουμε τόσο μεμονωμένα όσο και από κοινού.
Περιορισμοί του Θεϊσμού
Κάποιοι μπορεί να αντιταχθούν ότι ένας ευρύς ορισμός του θεϊσμού τον κάνει να μην έχει νόημα, αλλά αυτό δεν είναι ακριβώς αλήθεια. Ο θεϊσμός δεν έχει νόημα. Ωστόσο, δεν είναι επίσης τόσο σημαντικό όσο κάποιοι θα μπορούσαν να υποθέσουν συνήθως - ειδικά για εκείνους για τους οποίους ο θεϊσμός τους είναι σημαντικό μέρος της ζωής τους ή/και των θρησκειών τους. Γιατί ο θεϊσμός δεν ενσωματώνει αυτόματα κανένα πεποιθήσεις, στάσεις ή ιδέες πέρα από την πρόταση ότι τουλάχιστον ένα υπάρχει, το νόημα και οι επιπτώσεις του είναι αναγκαστικά περιορισμένες.
Φυσικά, το ίδιο ακριβώς ισχύει αθεϊσμός, πολύ. Το μόνο κοινό που έχουν όλοι οι άθεοι είναι ότι δεν αποδέχονται την πρόταση ότι υπάρχει τουλάχιστον ένας θεός - τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Οι άθεοι δεν είναι όλοι αναγκαστικά λογικοί, ηθικοί, λογικοί ή οτιδήποτε άλλο. Κάποιοι είναι θρησκευόμενοι ενώ άλλοι είναι αντιθρησκευτικοί. Μερικοί είναι πολιτικά συντηρητικοί ενώ άλλοι είναι φιλελεύθεροι. Οι γενικεύσεις και οι υποθέσεις για όλους τους θεϊστές είναι εξίσου άκυρες και αδικαιολόγητες με τις γενικεύσεις και τις υποθέσεις για όλους τους άθεους.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι άθεοι και οποιοσδήποτε άλλος ασκεί κριτική στον θεϊσμό δεν μπορεί να πέσει θύματα πνευματικής τεμπελιάς. Οι γενικεύσεις για όλους τους θεϊστές και τον θεϊσμό συνολικά μπορεί να είναι εύκολες, αλλά δεν ισχύουν. Από την άλλη, κριτικές και αξιολογήσεις συγκεκριμένων θεϊστικών συστημάτων πεποιθήσεων είναι ισχύει όταν μια κριτική λαμβάνει υπόψη τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς αλήθειας, ιδέες και μεθοδολογίες πέρα από τον ίδιο τον θεϊσμό. Αυτό απαιτεί δουλειά - απαιτεί προσεκτική μελέτη του συστήματος πεποιθήσεων και αξιολόγηση ενός πολύπλοκου ιστού ιδεών.
Όσο δύσκολο κι αν είναι, ωστόσο, είναι τελικά πολύ πιο ικανοποιητικό και ενδιαφέρον από απλές γενικεύσεις που γίνονται χωρίς την παραμικρή εκτίμηση για τις διαφορές ή τις ομοιότητες μεταξύ των πιστών και των συστημάτων πεποιθήσεων. Εάν κάποιος δεν ενδιαφέρεται να επενδύσει τον χρόνο και την προσπάθεια που απαιτείται για να αποκτήσει την απαιτούμενη κατανόηση, αυτό είναι φυσικά εντάξει - αλλά αυτό σημαίνει ότι δεν έχει επίσης την πνευματική υπόσταση που απαιτείται για να κρίνει τις συγκεκριμένες πεποιθήσεις.
«Ιερές» ασυναρτησίες και μπουρδολογίες ΜΕΡΟΣ 2o
Ο παραλογισμός στη ΒίβλοΈχω χαρακτηρίσει αποσπάσματα παράλογα είτε επειδή φαίνονται παράλογα (γελοία ή παράλογα) είτε επειδή είναι απλά αστεία. Για παράδειγμα, η ιστορία για τον Σαμψών και τις 300 αλεπούδες στους Κριτές 15.4 είναι παράλογη (και αστεία), ενώ το ολόκληρη η πόλη που ζητά από τον Ιησού να φύγει στο Κατά Ματθαίον 8.34 αφού σκότωσε 2000 γουρούνια είναι απλά αστείο.
Έξοδος
Έξοδος
- Για να ανταμείψει τις Εβραίες μαίες που είπαν ψέματα στον Φαραώ, ο Θεός τους έχτισε σπίτια 1:21
- Η ιστορία γέννησης του Μωυσή είναι ύποπτα παρόμοια με εκείνη της γέννησης του Σαργών, ενός Ακκάδιος μονάρχης από την 3η χιλιετία π.Χ. (BBC: Η ιστορία του καλάθι) 2:3
- Ο βασιλιάς της Αιγύπτου πέθανε, και οι Ισραηλίτες φώναξαν στον Θεό. «Ο Θεός άκουσε τους στεναγμούς τους» και θυμήθηκε το συμφωνία που είχε κάνει με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ. 2:23-24
- Ο Θεός, μεταμφιεσμένος σε φλεγόμενη βάτο, έχει μια μακρά εγκάρδια συνομιλία με τον Μωυσή. 3:4 - 4:17
- Ο Θεός δείχνει στον Μωυσή μερικά κόλπα που λέει ότι σίγουρα θα εντυπωσιάσουν. Αρχικά, ρίξτε το καλάμι σας στο έδαφος; θα γίνει φίδι. Στη συνέχεια, πιάστε το φίδι από την ουρά και θα γίνει ξανά καλάμι. Στη συνέχεια, Κάντε το χέρι σας να φαίνεται λεπρό και μετά θεραπεύστε το. Και τέλος, ρίξτε νερό στο και θα μετατραπεί σε αίμα. (Αυτό θα έπρεπε να το κάνει!) 4:2-9
- Ο Θεός αποφασίζει να σκοτώσει τον Μωυσή επειδή ο γιος του δεν είχε ακόμη περιτμηθεί. Ευτυχώς για Ο Μωυσής, η Αιγύπτια σύζυγός του Σεπφώρα, «πήρε μια πέτρα κοφτερή, και έκοψε την ακροβυστία του γιου της, και το έριξε στα πόδια του, και είπε: Σίγουρα είσαι για μένα ένας αιματηρός σύζυγος. Έτσι [ο Θεός] τον άφησε Πήγαινε». Αυτή η ιστορία δείχνει τη σημασία των πέων για τον Θεό και το μίσος του για τις ακροποσθίες. 4:24-26
- Ο Μωυσής και ο Ααρών ζητούν από τον Φαραώ να αφήσει όλους τους Ισραηλίτες να πάνε στην έρημο για να προσευχηθούν για τρεις ημέρες, αλλιώς ο Θεός θα τους σκοτώσει όλους «με λοιμό ή με σπαθί». 5:3
- Ο Θεός λέει ότι ο Αβραάμ δεν ήξερε ότι το όνομά του ήταν Ιεχωβά. Ωστόσο, στη Γένεση 22:14 ο Αβραάμ ονομάζει το όπου παραλίγο να σκοτώσει τον Ισαάκ σύμφωνα με το όνομα του Θεού, Ιεχωβά. 6:3
- Ο Λεχί, ο Καάθ και ο Αμράμ ενώνονται με τη μακρά Κατάλογος βιβλικών χαρακτήρων με γελοία μεγάλη διάρκεια ζωής (137, 133 και 137 χρόνια, αντίστοιχα). 6:16, 18, 20
- Παραπονούμενος για τη δυσκολία του με τη δημόσια ομιλία, ο Μωυσής λέει: «Ιδού, είμαι από χείλη απερίτμητα». Â 6:12, 6:30
- Ο Θεός έκανε τον Μωυσή θεό για τον Φαραώ, με τον Ααρών ως προφήτη του. 7:1
- Ο Θεός λέει στον Μωυσή και τον Ααρών ότι όταν ο Φαραώ ζητήσει ένα θαύμα, απλώς ρίξτε τη ράβδο σας κάτω και θα γίνει φίδι. Έτσι, όταν έρθει η ώρα, ο Μωυσής ρίχνει κάτω το ραβδί του και γίνεται φίδι. Αλλά οι Αιγύπτιοι μάγοι επαναλαμβάνουν αυτό το κόλπο. Ευτυχώς, για τον Άαρον, το φίδι του καταπίνει το δικό τους. (Ουφ!) 7:9-13
- Μετά το κόλπο με τη ράβδο στο φίδι, ο Θεός λέει στον Μωυσή και τον Ααρών να χτυπήσουν το ποτάμι και να το μετατρέψουν σε αίμα. Αυτό είναι το πρώτο από τα διάσημες 10 πληγές της Αιγύπτου. Δυστυχώς, και οι μάγοι γνωρίζουν αυτό το κόλπο, και το κάνουν με τα ξόρκια τους. ! Το πώς ακριβώς ο ποταμός θα μπορούσε να μετατραπεί σε αίμα από τους Αιγύπτιους μάγους αφού είχε μετατραπεί σε αίμα από τον Μωυσή και τον Ααρών δεν είναι εξηγείται. 7:17-24
- Η δεύτερη πληγή είναι οι βάτραχοι. Βάτραχοι κάλυπταν τη γη. Ήταν παντού στα κρεβάτια και γέμιζαν τους φούρνους. Αλλά ο Αιγύπτιος Οι μάγοι έκαναν και αυτό το κόλπο. (Περίμεναν μέχρι να καθαρίσουν οι βάτραχοι από την τελευταία παράσταση πριν το ξανακάνουν;) Μετά την Ο διαγωνισμός κατασκευής βατράχων κηρύχθηκε ισόπαλος, όλοι οι βάτραχοι πέθαναν και «τους συγκέντρωσαν σε σωρούς. και η γη βρωμούσε». I στοίχημα. Αλλά τουλάχιστον όλα ήταν για τη μεγαλύτερη δόξα του Θεού. 8:2-7
- Η πανούκλα #3 είναι ψείρες σε ανθρώπους και ζώα. Αυτό είναι το πρώτο κόλπο που δεν μπόρεσαν να κάνουν οι μάγοι. Μετά από αυτό οι μάγοι ήταν πεπεισμένοι ότι οι πληγές του Μωυσή και του Ααρών έγιναν από «το δάχτυλο του Θεού», και έπαψαν να προσπαθούν να ταιριάξουν με τους υπόλοιπους επτά πληγές. Υποθέτω ότι οι ψείρες είναι πιο δύσκολο να γίνουν από τους βατράχους. 8:17-19
- Η τέταρτη πληγή είναι σμήνη από μύγες, συνεχίζοντας το θέμα των βατράχων και των ψειρών. 8:21
- Ο Φαραώ άφησε τον Μωυσή να κάνει θυσίες στον Θεό, έτσι ο Θεός αφαίρεσε και την τελευταία μύγα από την Αίγυπτο. 8:31
- Η πέμπτη πληγή: όλα τα βοοειδή στην Αίγυπτο πεθαίνουν.
- Αλλά ένα λίγο αργότερα (9:19-20, 12:29), ο Θεός τους σκοτώνει ξανά μερικές ακόμη φορές. 9:6
- Η έκτη πληγή: βράζει και σπάει πάνω σε ανθρώπους και ζώα. 9:9-12
- Γιατί στέλνει ο Θεός πληγές; Για να τον γνωρίσει καλύτερα ο κόσμος. 9:14
- Ο Θεός έκανε τον Φαραώ βασιλιά για να μπορεί ο Θεός να επιδεικνύει τη δύναμή του. 9:16
- Η έβδομη πληγή είναι το χαλάζι. «Και το χαλάζι χτύπησε σε όλη τη γη της Αιγύπτου όλα όσα ήταν στο χωράφι, από άνθρωπο και από άνθρωπο θηρίο». 9:22-25
- Ο Θεός σκότωσε τους Αιγύπτιους και τα ζώα τους σπάζοντας τους με τεράστιους χαλαζόκοκκους ανακατεμένους με φωτιά. 9:24
- Ο Θεός θέλει να τον θυμούνται για πάντα για τη μαζική δολοφονία μικρών παιδιών. 10:2
- Όγδοη πληγή: ακρίδες που είναι τόσο πυκνές ώστε «κάλυψαν το πρόσωπο ολόκληρης της γης». (Ακόμα και πάνω από την Ανταρκτική;) 10:4-5
- Ένατη πληγή: τρεις μέρες σκότους. Το σκοτάδι ήταν τέτοιο που οι Αιγύπτιοι δεν μπορούσαν καν να δουν ο ένας τον άλλον. Αλλά το Το σκοτάδι ήξερε πώς να αποφύγει τους Ισραηλίτες, και έτσι «όλοι οι γιοι Ισραήλ είχαν φως στις κατοικίες τους». 10:21-23
- Ο Θεός λέει στους Ισραηλίτες να αλείψουν λίγο αίμα στις πόρτες τους. Με αυτόν τον τρόπο όταν τριγυρνάει σκοτώνοντας Αιγύπτιους παιδιά, θα θυμάται να μην σκοτώσει και τα παιδιά τους. Μάλλον είπε στον εαυτό του όταν είδε το αίμα: «Ω ναι, εγώ Θυμήσου τώρα. Δεν έπρεπε να σκοτώσω τα παιδιά σε αυτό το σπίτι». 12:7, 13
- Φορέστε τις εντολές στο χέρι σας και ανάμεσα στα μάτια σας. 13:9, 16
- Ο Θεός ταξιδεύει σε ένα σύννεφο την ημέρα και σε μια φωτιά τη νύχτα. 13:21
- «Και η στήλη της νεφέλης έφυγε από μπροστά τους, και στάθηκε πίσω τους». 14:19
- «Ήταν σύννεφο και σκοτάδι για αυτούς, αλλά τους έδινε φως τη νύχτα».
- Το ιδιαίτερο σύννεφο του Θεού ήταν ένα σύννεφο σκότους για τους Αιγύπτιους, αλλά ένα σύννεφο φωτός για τους Εβραίους. 14:20
- Οι Αιγύπτιοι κυνήγησαν τους Ισραηλίτες με «όλα τα άλογα του Φαραώ». Αλλά σύμφωνα με τα εδάφια 9:3-6 δεν θα υπήρχε ήταν άλογα, αφού ο Θεός τα σκότωσε όλα σε «πολύ θλιβερό μουρμούρα». 14:23
- «Ο Κύριος... έβγαλαν τους τροχούς του άρματος τους».
- Ο Θεός (ο δόλιος μηχανικός) αφαίρεσε προσωπικά τους τροχούς από τα αιγυπτιακά άρματα. 14:25
- Ο Θεός χώρισε τη θάλασσα με «φύσημα των ρουθουνιών [του]». 15:8
- Ο Μωυσής ρίχνει ένα δέντρο στο νερό και κάνει το πικρό νερό να έχει γλυκιά γεύση. 15:25
- Ο Θεός εμφανίζεται στους Ισραηλίτες και μιλάει από ένα σύννεφο υποσχόμενος να στείλει πολλά τρόφιμα (ορτύκια και μάνα) από τον ουρανό. 16:10-12
- Οι Ισραηλίτες χρειάστηκαν 40 χρόνια για να ταξιδέψουν από την Αίγυπτο στη Χαναάν, ωστόσο ένα τέτοιο ταξίδι, ακόμη και εκείνη την εποχή, δεν θα χρειαζόταν περισσότερο από μερικές εβδομάδες. 16:35
- Ο Θεός στέκεται σε έναν βράχο και λέει στον Μωυσή να χτυπήσει τον βράχο. Μετά βγαίνει νερό από αυτό για τους ανθρώπους να πιει. Ο Θεός είναι τόσο έξυπνος τύπος! 17:6
- Όσο ο Μωυσής ο μάγος κρατά το χέρι του ψηλά, οι Ισραηλίτες είναι επιτυχημένοι στη μάχη, αλλά τη στιγμή που πέφτει το χέρι του, αρχίζουν να χτυπιούνται. Έτσι, όταν το χέρι του Μωυσή κουράζεται, ο Ααρών το στηρίζει έτσι ώστε οι Αμαληκίτες να σφαχτούν. 17:11-12
- «Ο Κύριος ορκίστηκε [ο Θεός ορκίζεται!] ότι ο Κύριος θα έχει πόλεμο με τον Αμαλήκ από γενιά σε γενιά». Έτσι ο Θεός εξακολουθεί να πολεμά τον Αμαλήκ. Ελπίζω ο Μωυσής να μπορεί ακόμα να κρατήσει το χέρι του ψηλά. 17:14-16
- «Ο Μωυσής ανέβηκε στον Θεό, και ο Κύριος τον κάλεσε από το βουνό». Άρα ο Θεός είναι ένα βουνό που μιλάει; 19:3
- Ο Θεός τα έχει σχεδιάσει όλα. Θα σκεπαστεί με ένα σύννεφο, για να τον ακούσουν οι άνθρωποι να μιλάει, για να πιστέψουν ό,τι στο διάολο Ο Μωυσής τους λέει για πάντα. 19:9
- Ο Θεός λέει στον Μωυσή να ετοιμαστεί για την τρίτη μέρα, όταν θα κατέβει από το βουνό και θα σταθεί μπροστά σε όλο τον λαό. (Δεν συνέβη ποτέ.) 19:11
- Μια μαγική σάλπιγγα έπαιζε δυνατά ενώ ο Θεός κατέβαινε με καπνό, φωτιά και σεισμούς στο όρος Σινά. 19:16-18
- Όπως ο μεγάλος και ισχυρός Μάγος του Οζ, κανείς δεν μπορεί να δει τον Θεό και να ζήσει. 19:21
- Ο Θεός είπε όλα αυτά τα λόγια: «Αυτά τα λόγια» θεωρούνται γενικά οι Δέκα Εντολές. Αλλά το κείμενο δεν αποκαλεί αυτή τη λίστα χωρίς αρίθμηση "Οι Δέκα Εντολές"; Λέει μόνο ότι «αυτά τα λόγια» ήταν που είπε ο Θεός. (Βλέπε Έξοδος 34:28 όπου το φράση «Δέκα Εντολές».) 20:1
- «Δεν θα κάνεις... οποιοδήποτε ομοίωμα οποιουδήποτε πράγματος που είναι στον ουρανό πάνω, ή στη γη κάτω, ή που είναι στο νερό κάτω από τη γη».
- (Όχι σχέδιο, ζωγραφική, φωτογραφία, γλυπτά, αγγεία κ.λπ.) 20:4
- Ο Θεός λέει στους ιερείς να μην ανεβαίνουν τα σκαλιά προς το θυσιαστήριο «για να μην αποκαλυφθεί η γύμνια σου πάνω του». (Φούστες Οι σκάλες είναι πρόβλημα.) 20:26
- Αν ένα βόδι χτυπήσει κάποιον, «τότε το βόδι σίγουρα θα λιθοβοληθεί». 21:28
- Αν ένα βόδι χτυπήσει κάποιον από αμέλεια του ιδιοκτήτη του, τότε «το βόδι θα λιθοβοληθεί και ο ιδιοκτήτης του θα θανατωθεί». 21:29
- «Δεν θα βράζεις κατσικάκι στο γάλα της μητέρας του». 23:19
- Ο Θεός θα στείλει έναν άγγελο να βοηθήσει τον λαό του. Αν υπακούσουν σ' αυτόν, ο Θεός θα είναι εχθρός των εχθρών τους, αποκόπτοντάς τους όλους. 23:22-23
- Υπηρετήστε τον Θεό και δεν θα αρρωστήσετε ποτέ, δεν θα πεινάσετε, δεν θα διψάσετε ή δεν θα στειρωθείτε. 23:25-26
- Ο Θεός έχει σφήκες που δαγκώνουν και σκοτώνουν ανθρώπους. 23:28
- Μωυσής, ο Ααρών και εβδομήντα από Οι σύντροφοί τους είδαν τον Θεό. (Έριξαν ακόμη και μια ματιά στα πόδια του!) 24:9-11
- «Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωυσήν, λέγων...... Ο Θεός σπαταλά τέσσερα κεφάλαια εις θείας εντολής διά να κάμη τραπέζια, κηροπήγια, ταμπακιέρας, κ.λπ. 25:1-40
- Ο Θεός διατάζει ότι τα ιερατικά ενδύματα, οι ζώνες και οι σκούφοι θα κατασκευάζονται «για δόξα και ωραιότητα». 28:2-40
- Το μαγικό Ουρίμ και Θουμμίμ του Θεού 28:30
- Ο Ααρών πρέπει να φοράει ένα κουδούνι κάθε φορά που μπαίνει στον «άγιο τόπο» διαφορετικά ο Θεός θα τον σκοτώσει. Π.Χ. 28:34-35
- Ο Θεός δίνει οδηγίες για την κατασκευή ιερατικών βράκων. «Και θα τους κάνεις λινή βράκα για να καλύψεις τη γύμνια τους. από την οσφύ μέχρι τους μηρούς θα φτάσουν». 28:42
- Ο ιερέας πρέπει να φορέσει ιερή βράκα ή να πεθάνει!
- «Θα είναι επάνω στον Ααρών, και επάνω στους γιους του, όταν εισέλθουν στη σκηνή του μαρτυρίου... ή ... πεθάνουν». 28:43
- Ο Θεός δίνει εντολή στους ιερείς να καίνε την κοπριά των ταύρων έξω από το στρατόπεδο ως προσφορά περί αμαρτίας. 29:14
- Ο Θεός λέει στον Μωυσή να σκοτώσει ένα κριάρι και να βάλει το αίμα στην άκρη του δεξιού αυτιού του Ααρών, και στον δεξιό του αντίχειρα και στα δεξιά του μεγάλο δάχτυλο του ποδιού και μετά ραντίστε το αίμα γύρω από το βωμό. Τέλος, πασπαλίστε λίγο στον Ααρών και στους γιους του και στα ρούχα τους. Αυτό θα τους κάνει «αγιασμένους». Π.Χ. 29:20-21
- Ο Θεός λέει στον Ααρών και στους γιους του να πάρουν το κότσο, το λίπος, το κουκούτσι, τα νεφρά και τον δεξιό ώμο του κριαριού και να προσθέσουν ένα καρβέλι ψωμί ή δύο, και μια γκοφρέτα άζυμο ψωμί. Μετά βάζουν όλο το χάος στα χέρια του Ααρών και των γιων του και τους κουνάνε ενώπιον του Κυρίου. Αυτή είναι μια προσφορά κύματος. 29:22-24
- Πλύνετε ή πεθάνετε. Αυτός είναι ένας καλός στίχος για να υπενθυμίζετε στα παιδιά να πλένουν τα χέρια τους πριν από το δείπνο. 30:20
- «Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωυσήν, λέγων, Λάβε και συ εις σεαυτόν τα κύρια αρώματα, εκ σμύρνης καθαρού πεντακοσίων σίκλων, και από γλυκιά κανέλα μισή τόσο, ακόμη και διακόσιοι πενήντα σίκλοι... Και θέλεις λαλήσει προς τους υιούς Ισραήλ, λέγων, Αυτό θα είναι άγιο λάδι χρίσματος για μένα σε όλες τις γενεές σας. Πάνω στη σάρκα του ανθρώπου δεν θα χυθεί». 30:22-32
- Όποιος βάλει άγιο λάδι σε ξένο θα «αποκοπεί από τον λαό του». 30:33
- Και όποιος χρησιμοποιήσει το αγαπημένο άρωμα του Θεού θα εξοριστεί. 30:37-38
- Το δάχτυλο του Θεού. 31:18
- Ο Ααρών φτιάχνει ένα χρυσό μοσχάρι και λέει στους ανθρώπους να βγάλουν τα ρούχα τους και να χορέψουν γυμνοί. Ο Θεός τότε τους τιμωρεί ανελέητα επειδή ακολουθούν τον θεϊκά διορισμένο θρησκευτικό ηγέτη τους. Έξοδ.32:1-35
- Ο Μωυσής πείθει τον Θεό να μην σκοτώσει όλους τους Ισραηλίτες. 32:11-13
- «Και ο Κύριος μετανόησε για το κακό που σκέφτηκε να κάνει στον λαό του». Αλλά πώς θα μπορούσε ένας καλός Θεός να σκεφτεί να κάνει κακό σε κανέναν; 32:14
- «Το έριξα στη φωτιά και βγήκε αυτό το μοσχάρι». Ο Άαρον μόλις πέταξε τα χρυσά σκουλαρίκια στη φωτιά και (Presto!) βγήκε ένα χρυσό μοσχάρι! 32:24
- Ο Άαρον βάζει τους ανθρώπους να βγάλουν όλα τους τα ρούχα και να χορέψουν γυμνοί γύρω από το χρυσό μοσχάρι του. 32:25
- Αφού ο Θεός σκότωσε μερικούς ακόμη Ισραηλίτες σε μια πληγή (Ο 15ος φόνος του Θεού), υποσχέθηκε να τους οδηγήσει σε μια γη που ρέει γάλα και μέλι. Είπε ότι θα έστελνε έναν άγγελο να διώξει (να σκοτώσει;) όλους οι σημερινοί κάτοικοι της γης. Αλλά ο Θεός είπε ότι δεν θα συμφωνούσε, λέγοντας ότι αν το έκανε, θα κατέληγε να σκοτώσει όλους τους Ισραηλίτες που ήταν τόσο καταραμένοι «σκληροτράχηλοι». 33:1-3
- Όταν οι άνθρωποι άκουσαν την υπόσχεση/απειλή του Θεού, θρήνησαν και έβγαλαν τα στολίδια τους. Κάτι που ήταν επίσης καλό, αφού ο Θεός είπε ότι θα τους σκότωνε όλους επί τόπου αν έβλεπε στολίδια πάνω τους. (Ο Θεός μισεί τα στολίδια.) 33:4-6
- «Καθώς ο Μωυσής μπήκε στη σκηνή του μαρτυρίου, η νεφελώδης στήλη κατέβηκε, και στάθηκε στη θύρα της σκηνής, και ο Κύριος μίλησε με τον Μωυσή». 33:9
- Αν και ο Θεός είναι πολύ ντροπαλός για να αφήσει τον Μωυσή να δει το πρόσωπό του, επιτρέπει να ρίξει μια ματιά στα «πίσω μέρη» του. (Το θεϊκό φεγγάρι) 33:23
- Ο Θεός, «του οποίου το όνομα είναι Ζηλότυπος», δεν θα ανεχθεί τη λατρεία κανενός άλλου θεού. 34:14
- Μία από τις εντολές του Θεού είναι «Δεν θα δεις κατσικάκι στο γάλα της μητέρας του». 34:26
- Ο Μωυσής μένει χωρίς φαγητό ή νερό για 40 ημέρες και 40 νύχτες. 34:28
- Αφού συνάντησε τον Θεό στο όρος Σινά, ο Μωυσής έπρεπε να καλύψει το πρόσωπό του με ένα πέπλο για να μην τρομάξει τους Ισραηλίτες. 34:30-35
- Μια ομάδα Εβραίων σκλάβων μετέφεραν μαζί τους 1000 κιλά χρυσού, 3500 κιλά αργύρου και 2450 κιλά ορείχαλκου καθώς ταξίδεψε στην έρημο. (Και αυτό έγινε αφού χρησιμοποίησαν όλο το χρυσάφι τους για να φτιάξουν ένα χρυσό μοσχάρι.) Αυτή η ποσότητα χρυσού και ασημιού θα άξιζε περισσότερα από 40 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ σήμερα. 38:24-25, 29
- Ο πληθυσμός των Ισραηλιτών αυξήθηκε από 70 (ή 75) σε αρκετά εκατομμύρια μέσα σε μερικές εκατοντάδες χρόνια. 1:5,7, 12:37, 38:26
- Εβδομήντα άνθρωποι (Γένεση 46:27, Έξοδος 1:5) έγιναν αρκετά εκατομμύρια σε λιγότερο από σαράντα χρόνια κατά τη διάρκεια της Εξόδου. 38:26 (236)
Συνηθισμένοι χριστιανικοι μύθοι-αφηγήματα.
Πέρα από τον χριστιανικό μύθο της ανάστασης, των θαυμάτων, της παρθενογένεσης κλπ, ας δούμε 4 άλλους συνηθισμένους χριστιανικούς μύθους-αφηγήματα.
1ος μύθος: «Ο χριστιανισμός επικράτησε ειρηνικά»
Πολλοί νομίζουν ότι ο χριστιανισμός εξαπλώθηκε αποκλειστικά μέσω πειθούς και αγάπης, χωρίς βία ή καταναγκασμό.
Η ιστορική πραγματικότητα είναι πως ο χριστιανισμός ξεκίνησε μεν ειρηνικά, κυρίως ως κίνημα εντός του ιουδαϊκού κόσμου, ωστόσο, η επικράτησή του στο Ρωμαϊκό κράτος τον 4ο αιώνα έγινε υπό κρατική προστασία και στη συνέχεια καταναγκασμό:
Με τον Κωνσταντίνο, ο χριστιανισμός άρχισε να απολαμβάνει προνόμια και να καταργεί αντίπαλες θρησκείες. Με τον Θεοδόσιο Α’ (379–395 ), οι «παγανιστικές» πρακτικές ποινικοποιήθηκαν, ναοί καταστράφηκαν, και η «ελληνική ειδωλολατρία» θεωρήθηκε παράνομη.
Ο χριστιανισμός ξεκίνησε ειρηνικά. Χρησιμοποίησε τον λόγο και τους χριστιανούς «απολογητές» θεολόγους για να προπαγανδίσει το δόγμα του. Σίγουρα υπήρξαν άνθρωποι που πείστηκαν. Άλλοι είδαν τον Ιησού ως έναν ακόμη θεό στο υπάρχον πάνθεο. Η καθιέρωσή του όμως αργότερα ως επίσημης και μετά ως μοναδικής θρησκείας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας οδήγησε στην καθολική κρατική επιβολή με βία και όχι ειρηνικά μέσα.
2ος μύθος: «Ο χριστιανισμός κατάργησε τη δουλεία»
Η ιδέα ότι ο χριστιανισμός ήταν μια ηθική δύναμη που «ελευθέρωσε τους σκλάβους» στη ρωμαϊκή κοινωνία δεν ισχύει.
Η ιστορική πραγματικότητα είναι πως ο χριστιανισμός δεν κατήργησε τη δουλεία. Στις επιστολές του Παύλου (π.χ. Εφεσίους 6:5–9, Κολοσσαείς 3:22) οι δούλοι καλούνται να υπακούν στους κυρίους τους, ενώ οι κύριοι να φέρονται δίκαια.
Οι χριστιανικές αρχές προέτρεπαν σε ηθική μεταχείριση, όχι σε κατάργηση του θεσμού.
Η δουλεία συνέχισε να υπάρχει σε Ρωμαϊκή και στην έπειτα αποκαλούμενη βυζαντινή κοινωνία. Ο χριστιανισμός κήρυξε στην θεωρία πνευματική ισότητα, χωρίς γενική κοινωνική επαναστατική αλλαγή στην πράξη.
Στη συνέχεια ο χριστιανισμός μετρίασε μερικά σκληρά στοιχεία της δουλείας, αλλά δεν την κατήργησε.
3ος μύθος: «Ο χριστιανισμός διέσωσε την αρχαία ελληνική γραμματεία»
Πολλοί πιστεύουν ότι χωρίς την Εκκλησία θα είχαμε χάσει όλη τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία των αρχαίων Ελλήνων.
Η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι οι χριστιανοί δεν κατέστρεψαν όλα τα έργα, αλλά η Εκκλησία εξαφάνισε το μεγαλύτερο μέρος της «παγανιστικής» (όπως την αποκαλούσε) λογοτεχνίας και φιλοσοφίας.
Ναοί και βιβλιοθήκες καταστράφηκαν. Έργα που θεωρούνταν «αιρετικά» ή «αντιχριστιανικά» δεν αντιγράφηκαν. Έργα «επικίνδυνα» ή «αντιχριστιανικά» κάηκαν.
Ορισμένα έργα διασώθηκαν από μοναστήρια, κυρίως μεταφράσεις στα λατινικά και αραβικά (οι Άραβες επίσης διέσωσαν αρκετά έργα), αλλά η επιλογή των σωζόμενων έργων δεν ήταν πλήρης. Παράλληλα συνεχιζόταν η καταστροφή π.χ. όταν χρειάζονταν πάπυροι για να γραφούν «ανώτερα» χριστιανικά έργα και υπήρχε έλλειψη παπύρου. Αυτά είναι σήμερα τα λεγόμενα παλίμψηστα.
Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί ο χριστιανισμός να διεκδικεί και να αξιώνει ότι συνέβαλε στην διάσωση εκείνων που δεν θα χρειάζονταν διάσωση αν δεν υπήρχε η στοχοποίησή τους από τον χριστιανισμό. Με απλά λόγια, πώς ζητά να αναγνωριστεί ως διασώστης εκείνος που κατέστρεψε την αρχαία γραμματεία;
Η «διάσωση» ήταν άλλωστε τυχαία και μη συστηματική. Δεν ήταν μια σκόπιμη «συνεισφορά» του χριστιανισμού στη γνώση. Ενώ όσα έργα διατηρήθηκαν στόχευαν στην εκμετάλλευση από τους χριστιανούς ιδεών ή μαθημάτων στην χρήση του υψηλής ποιότητας ελληνικού λόγου, π.χ. ρητορική.
Άρα, η Εκκλησία διατήρησε επιλεκτικά ορισμένα έργα, αλλά ΔΕΝ «έσωσε» όλη την αρχαία ελληνική γραμματεία.
4ος μύθος: Οι διωγμοί κατά των χριστιανών από «ειδωλολάτρες».
Αυτό το θέμα κατ’αρχάς αφορά την ρωμαϊκή εξουσία και όχι τους Έλληνες ή την θρησκεία των Ελλήνων.
Οι πρώτοι Χριστιανοί, κατά τους πρώτους δύο αιώνες μετά τον Χριστό, θεωρούνταν συχνά απλώς μια νέα αίρεση ή θρησκευτική ομάδα μέσα στη ρωμαϊκή κοινωνία, όπως και άλλες μυστηριακές λατρείες της εποχής. Μόνο σταδιακά οι ρωμαϊκές αρχές άρχισαν να τους βλέπουν ως απειλή στην κοινωνική ή πολιτική τάξη.
Για μεγάλο διάστημα δεν υπήρχε ειδικό νομικό πλαίσιο εναντίον των Χριστιανών, και το ρωμαϊκό κράτος συνήθως τους αντιμετώπιζε με το γενικό νόμο για «παράνομες ενώσεις» (collegia illicita), παρά με ένα σύστημα καταδίωξης με κεντρική εντολή.
Η ρωμαϊκή πολιτεία θεωρούσε ότι η πίστη στους θεούς του κράτους και η λατρεία του αυτοκράτορα ήταν απαραίτητα στοιχεία της κοινωνικής συνοχής και της ευημερίας. Η άρνηση των Χριστιανών να συμμετάσχουν σε αυτές τις θυσίες (π.χ. στα δημόσια θύματα) θεωρήθηκε σε κάποιες περιπτώσεις αντικαθεστωτική πράξη.
Αντίθετα με ό,τι συχνά λέγεται στη λαϊκή αφήγηση, δεν υπήρξε συνεχής, μόνιμη, και συστηματική αυτοκρατορική εκστρατεία κατά των Χριστιανών από τον 1ο ως τον 4ο αιώνα. Οι διωγμοί ήταν μεμονωμένοι, ως επί το πλείστον τοπικοί ή εξαρτώμενοι από τις περιστάσεις και το χαρακτήρα των αυτοκρατόρων, και όχι ένας συστηματικός, για παράδειγμα, ρωμαϊκός «πολεμικός σχεδιασμός» για εξόντωση των πιστών.
Οι πιο αξιόπιστες σύγχρονες ιστορικές εκτιμήσεις θέτουν τον συνολικό αριθμό των Χριστιανών που εκτελέστηκαν λόγω θρησκείας ανάμεσα σε μερικές χιλιάδες έως περίπου 10.000 σε όλη την διάρκεια των 3+ αιώνων πριν το 313 μ.κ.χ.
Για παράδειγμα, στον Διωγμό του Διοκλητιανού (303–311) εκτιμάται ότι σκοτώθηκαν περίπου 3.000–3.500 άτομα σε όλη την αυτοκρατορία.
Οι διώξεις άλλων περιόδων (όπως υπό τον Δέκιο, κ.λπ.) είχαν πολύ μικρότερους αριθμούς θανάτων — μερικές εκατοντάδες το πολύ σε καθεμία.
Να τονίσουμε ότι οι αριθμοί αυτοί είναι πολύ μικροί σε σύγκριση με τον συνολικό πληθυσμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (πολλών δεκάδων εκατομμυρίων) και με θανάτους από άλλες αιτίες, όπως επιδημίες ή πολέμους.
Οι πρώιμες χριστιανικές πηγές (π.χ. Ευσέβιος, Μαρτυρολόγια, συναξάρια) έχουν συχνά θεολογική ή ιδεολογική σκοπιμότητα: παρουσιάζουν τους διωγμούς ως σκληρούς, συνεχείς και καθολικούς, για να δείξουν την αντοχή της πίστης και την αξία των μαρτύρων.
Από την άλλη πλευρά, μη χριστιανικές ρωμαϊκές πηγές, όπως οι επιστολές του Πλινίου του Νεότερου ή τα έργα του Τάκιτου, επιβεβαιώνουν περιστατικά δίωξης και του βασανισμού, αλλά όχι σε τόσο «εκτεταμένη» ή «ολοκληρωτική» μορφή όπως απεικονίζεται στα μαρτυρολόγια.
Γιατί λοιπόν υπάρχει υπερβολή στις παραδόσεις των μαρτύρων;
Ως νικητές, οι χριστιανοί παρουσίασαν την νίκη τους από την δική τους οπτική.
Η χριστιανική παράδοση αποδίδει συχνά «στρατιές» μαρτύρων και υψηλούς αριθμούς θυμάτων, επειδή τα μαρτυρικά αφηγήματα χρησίμευαν ως πνευματικό πρότυπο υπέρβασης και θυσίας για τις κοινότητες, δηλαδή για πιο αποτελεσματικό προσηλυτισμό.
Οι Ρωμαίοι δεν επεδίωξαν να εξαφανίσουν τον Χριστιανισμό. Δεν υπήρχε συνολική «εκστρατεία εξολόθρευσης». Οι διωγμοί σπάνια ήταν συντονισμένοι παντού στην αυτοκρατορία ταυτοχρόνως και με διάρκεια. Πολιτικές δίωξης ποίκιλλαν ανάλογα με τον αυτοκράτορα, τις τοπικές συνθήκες και κινδύνους για το κράτος, και σε πολλές περιοχές οι Χριστιανοί ζούσαν σχετικά ειρηνικά.
Η ύπαρξη του Χριστιανισμού δεν απειλήθηκε από την Ρώμη ή την «ειδωλολατρία». Δεν υπήρξε θέμα «θρησκευτικής επιβίωσης» όπως έγινε αντίθετα με την «ειδωλολατρία» όταν επικράτησε ο χριστιανισμός. Ο στόχος των Ρωμαίων δεν ήταν η παντελής εξαφάνιση του Χριστιανισμού. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ούτε είχαν τέτοια ενιαία πολιτική ούτε βούληση, ούτε ήταν σε θέση (λόγω κοινωνικών, θεσμικών και άλλων περιορισμών) να το πετύχουν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)





