Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

ΕΠΙΚΛΗΣΙΣ ΔΙΟΣ - INVOCATION TO ZEUS

ΕΠΙΚΛΗΣΙΣ ΔΙΟΣ

Ὦ Ζεῦ͵ πάτερ Ζεῦ͵ σὸν μὲν οὐρανοῦ κράτος͵
σὺ δ΄ ἔργ΄ ἐπ΄ ἀνθρώπων ὁρᾶις
λεωργὰ καὶ θεμιστά͵ σοὶ δὲ θηρίων
ὕβρις τε καὶ δίκη μέλει!


Ώ Ζεύ, πάτερ Ζεύ, δικό Σου είναι το Βασίλειο τ' Οὐρανοῦ,
και Συ είσαι που εποπτεύεις τα έργα των ανθρώπων,
τόσο τα ανόσια όσο και τα θεμιτά, και δικό Σου μέλημα
είναι των «θηρίων» η ύβρις και η δίκαιη τιμωρία!

Αρχίλοχος ο Πάριος

INVOCATION TO ZEUS

Oh Zeus, father Zeus, Yours is the Kingdom of Heaven,
and you watch men's deeds, the crafty and the right,
and You are who cares
for beasts' transgression and justice.

Archilochus the Parian

Θεωρίες γνώσης στα κύρια ρεύματα της προχριστιανικής Ελληνιστικής φιλοσοφίας: Κήπος, Στοά, Σκέψις

Κύρια ρεύματα της προχριστιανικής ελληνιστικής φιλοσοφίας

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η αναζήτηση της γνώσης ήγουν της έγκυρης αληθούς πίστης[1] υπήρξε εξαρχής το βασικό κίνητρο για την ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης. Στα ελληνιστικά χρόνια (300π.Χ- 300μ.Χ) τα τρία κυρίαρχα φιλοσοφικά ρεύματα, ο επικουρισμός, ο στωικισμός και ο σκεπτικισμός, αναπτύσσουν διαφορετικές θέσεις όσον αφορά το περιεχόμενο, τα όρια, τις προϋποθέσεις, τη μέθοδο και τα μέσα απόκτησης γνώσης.

Τα δύο πρώτα εξ’ αυτών, ο Κήπος και η Στοά, αντιμετωπίζουν θετικά το ενδεχόμενο απόκτησης ασφαλούς γνώσης για τα πράγματα του κόσμου αυτού – και όχι μόνον – σε αντίθεση με το τρίτο, τη Σκέψη, που κινείται από την αμφιβολία ως την απόλυτη άρνηση. Σε κάθε περίπτωση καθοριστικός είναι ο ρόλος που αποδίδεται στις αισθήσεις και στο ανθρώπινο λογικό, ως κατεξοχήν γνωστικά εργαλεία. Ακόμη, οι τρεις ανωτέρω φιλοσοφικές κατευθύνσεις συγκλίνουν ως προς τη θέση τους για τη σκοπιμότητά της γνώσης, η οποία είναι πρακτική, αφού προσβλέπει στην επίτευξη της ψυχικής ηρεμίας, και εν γένει ως προς το χαρακτήρα της φιλοσοφικής τους σκέψης, που είναι ευδαιμονικός, καθώς αποσκοπεί στην ατομική ευδαιμονία των ανθρώπων.

Στα συμπεράσματα αυτά θα καταλήξουμε με την ολοκλήρωση της παρούσας μελέτης, αντικείμενο της οποίας είναι οι γνωστικές θεωρίες των τριών προαναφερθεισών φιλοσοφικών σχολών. Στο επίκεντρο αυτής τίθενται θέματα όπως το ενδεχόμενο απόκτησης γνώσης και τα ερείσματα της (θετικής ή αρνητικής) σχετικής θέσης, τα μέσα, τα όρια και οι προϋποθέσεις απόκτησης γνώσης, τα γνωστικά αντικείμενα, τα θεωρούμενα ως κριτήρια βεβαιότητας και βέβαια η σκοπιμότητα στην προσέγγιση της αλήθειας.

Ι. ΑΙΣΘΗΣΗ

Η απάντηση που δίνουν οι κυριότερες σχολές της ελληνιστικής φιλοσοφίας στο ερώτημα αν και κατά πόσο ο άνθρωπος μπορεί η δε μπορεί να γνωρίσει τον κόσμο γύρω του, σχετίζεται πρωτίστως με την αναγνώριση της αξίας των αισθήσεων, αφού τόσο εκείνοι που είναι θετικοί στην προοπτική απόκτησης γνώσης, επικούρειοι και στωικοί, όσο και οι αρνητικοί σε αυτή, σκεπτικοί, στηρίζονται πρωτίστως στην αξία της συμβολής των αισθήσεων.

Ο Επίκουρος στο ερώτημα σχετικά με την αφετηρία της σκέψης και της διανοητικής δυνατότητας στον άνθρωπο υποστήριξε μια μέση θέση μεταξύ της νοησιοκρατίας και της αισθησιοκρατίας. Το Κανονικό, που περιλαμβάνει τα κύρια περί γνώσεως δόγματα του επικούρειου φιλοσοφικού συστήματος, έχει ως καθοριστικούς παράγοντες τις αισθήσεις και τα πάθη. Δεδομένου ότι το σύμπαν αποτελείται, κατά την δημοκρίτεια θεωρία, από άτομα, εννοείται ότι κάθε μέρος του έχει συγκεκριμένες ιδιότητες, όπως το σχήμα, το βάρος και το μέγεθος, οι οποίες προσλαμβάνονται από τα αισθητήρια όργανα[2]. Συνεπώς, ως αίσθηση ορίζεται ακριβώς η ικανότητα των αισθητηρίων οργάνων να προσλαμβάνουν με τη μέγιστη δυνατή ενάργεια τα «είδωλα» των εξωτερικών αντικειμένων και τις ιδιότητές τους και οδηγεί στη δημιουργία δευτερογενών ιδιοτήτων και άρα ο ρόλος της είναι βασικός στην λειτουργία της μάθησης, γιατί κάθε λογική πρόταση εξαρτάται και προσδιορίζεται από τις αισθήσεις. Επομένως, οι αισθήσεις, μαζί με το πάθος, το κατεξοχήν αίσθημα κάθε ζωντανού οργανισμού[3], συνιστούν το συνδετικό κρίκο μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου, ήτοι της φύσης και του ανθρώπου. Η εξωτερική πραγματικότητα οδηγεί στη δημιουργία αντίστοιχων μνημονικών παραστάσεων, ώστε ως κριτήρια της αλήθειας δε λειτουργούν μόνον οι αισθήσεις, αλλά επίσης τα συναισθήματα και οι έννοιες που δημιουργούνται[4]. Η αμεσότητα, με την οποία προσφέρουν οι αισθήσεις την πραγματικότητα μέσα από την πρόκληση ηδονής ή πόνου στον άνθρωπο[5], συνεπάγεται την επαλήθευση της δόξας και συνιστά εχέγγυο της αλήθειας. Αν ο άνθρωπος πέφτει σε πλάνη, αυτό, σύμφωνα με τη θεωρία των Επικούρειων, δεν οφείλεται στις αισθήσεις, αλλά στη λαθεμένη κρίση του[6]. Έτσι, αντίθετα με τον ορθολογισμό του Δημόκριτου, ο Επίκουρος παρουσιάζει τις αισθήσεις ως θεμελιωδώς αξιόπιστες[7].

Η μελέτη της λειτουργίας της αισθήσεως για τους Στωικούς συνδέεται επίσης με τη μελέτη των σωματικών μερών του σύμπαντος, εκείνων δηλαδή που έχουν αντικειμενική υπόσταση και δη τρεις διαστάσεις. Η γνώση των σωματικών προϋποθέτει τη διερεύνηση του τρόπου αντίληψης των πραγμάτων από τον ανθρώπινο νου. Σύμφωνα, δηλαδή, με τους Στωικούς ο άνθρωπος πρωτοέρχεται σε επαφή με τον κόσμο και άρα σταδιακά οδηγείται στη γνώση του, μέσω των αισθήσεων · μάλιστα η συνεισφορά των αισθήσεων στη γνωστική διαδικασία είναι τόσο σημαντική, ώστε να θεωρείται αδύνατη η απόκτηση γνώσης και κάθε νοητικής διαδικασίας άνευ της αισθητικής εμπειρίας και εν γένει των αισθήσεων.

Ο όρος αίσθησις χρησιμοποιούμενος από τους Στωικούς προσέλαβε διάφορες αποχρώσεις. Με την έννοια αυτή υποδηλώνονται άλλοτε τα αισθητήρια όργανα, άλλοτε η ενέργεια των αισθητηρίων οργάνων, άλλοτε η κατάληψις των εννοιών μέσω των αισθητηρίων οργάνων και άλλοτε, πάλι, το πνεύμα, το οποίο διοχετεύεται από το ήγεμονικόν στις αισθήσεις[8]. Το ήγεμονικόν μέρος της ψυχής είναι, κατά τους Στωικούς, υλοζωικού χαρακτήρα και κυρίαρχο και στις αισθήσεις και στη διάνοια[9]. Το μέρος αυτό είναι ειδικά προορισμένο και διαμορφωμένο έτσι, ώστε να είναι δεκτικό στην καταγραφή εμπειριών, εννοιών και γενικά πληροφοριών προερχόμενων από τον έξω κόσμο, είναι δηλαδή κάτι σαν χαρτί κενό, κατάλληλο για γραφή – το αριστοτελικό tabula rasa. To ήγεμονικόν είναι η έκφραση, που προλαμβάνει στα έλλογα πλάσματα το πνεύμα, η κίνηση που εκδηλώνεται άλλοτε προς τα μέσα δηλαδή προς το κέντρο και άλλοτε προς τα έξω δηλαδή προς την επιφάνεια και που προσφέρει συνοχή και ζωτικότητα στο κάθε ον. Το πνεύμα – επίσης φυσικόν ήτοι υλικό στη σύστασή του και συγκεκριμένα προϊόν της μείξης του αέρα με τη φωτιά –είναι η κίνηση δηλαδή, που εκδηλώνεται από το ήγεμονικόν με προορισμό τα αισθητήρια όργανα και έπειτα επιστρέφει πάλι στην πηγή του ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία, από τα αισθητήρια όργανα μέσω των νευρώνων με προορισμό το νου[10]. Στην εξωτερική του κίνηση προσδίδει στα πράγματα τις ιδιότητές τους, ενώ στην εσωτερική τα καθιστά ενοποιημένα αντικείμενα[11]. Η συμβολή του πνεύματος, επομένως, είναι καθοριστική, γιατί επιτρέπει στην αίσθησι να συνιστά ενέργεια. Οι αισθήσεις είναι διακριτές από τα αντίστοιχα όργανα ως δυνάμεις, αλλά η λειτουργία τους είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ύπαρξη και λειτουργία αυτών[12]. Οι αισθήσεις αποτελούν παραφυάδες , που απλώνονται από το ήγεμονικόν μέρος της ψυχής στα αντίστοιχα όργανα[13] μεταφέροντας τις πληροφορίες και με μια ορισμένη -αλλά όχι προδιαγεγραμμένη – διαδικασία, στο νου, ώστε εγείρουν μια δραστηριότητα[14] που τελικά οδηγεί στην συγκρότηση γνώσης[15]. Γι’ αυτό και υπάρχει κάποιες φορές ταύτιση του όρου αίσθησις με την κατάληψι, γιατί για τους Στωικούς η αίσθηση και οι αισθήσεις συνιστούν βασικότατο μέσο, που ενεργοποιεί τις γνωστικές διαδικασίες και τελικά οδηγεί στη γνώση.

Οι σκεπτικοί, Ακαδημαϊκοί και Πυρρωνιστές , αντίθετα, στηρίζονται πάλι στις αισθήσεις, για να υποστηρίξουν όμως το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή δεν υπάρχει καμία προοπτική ασφαλούς γνώσης και η αιτία της κατάστασης αυτής είναι οι αισθήσεις. Για τους Ακαδημεικούς σκεπτικιστές η αλήθεια δε μπορεί να βασιστεί στις αισθήσεις, καθότι αυτές είναι απατηλές. Συγκεκριμένα, ο Αρκεσίλαος, εισηγητής του ακαδημαϊκού σκεπτικισμού[16], ακολουθώντας τον πλατωνικό δυισμό[17], υποστήριξε ότι οι αισθήσεις, στις οποίες έδωσαν τόσο μεγάλη σημασία τόσο οι Επικούρειοι, όσο και οι Στωικοί, δεν είναι ικανές να αποκαλύψουν την ουσία των πραγμάτων, ώστε τελικά τα αισθητήρια όργανα προσφέρουν μια στρεβλή ή πάντως απατηλή εικόνα των πραγμάτων .

II. ΓΝΩΣΗ

Η σημασία που αποδίδουν οι φιλόσοφοι των τριών κυριότερων φιλοσοφικών σχολών των ελληνιστικών χρόνων στην αξία των αισθήσεων συνδέεται με τη θέση τους για τη δυνατότητα απόκτησης γνώσης. Έτσι, Επικούρειοι και Στωικοί που αξιοποιούν τις αισθήσεις, αποδεικνύονται θετικοί στην προοπτική της γνώσης, ενώ αντίθετα οι σκεπτικιστές την απορρίπτουν.

Για τους Επικούρειους η αίσθηση είναι μόνο ένα από τα κριτήρια γνώσης, καθώς αντίστοιχο ρόλο επέχουν η πρόληψις, η υπόληψις και οι φανταστικαί επιβολαί. Ο σχηματισμός μιας μνήμης τον πολλάκις έξωθεν φανέντος οδηγεί στη συγκρότηση προλήψεων, η επανάληψη των οποίων σχηματίζει συνδυασμούς πάνω στα εσωτερικά στοιχεία και έτσι δημιουργεί υπολήψεις. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο άνθρωπος αποκτά ενημερωτικές θεωρήσεις της πραγματικότητας, ήτοι φανταστικάς έπιβολάς, και φτάνει τελικά στην αληθινή ουσία των όντων . Επομένως, η γνώση, σύμφωνα με τους επικούρειους εξαρτάται βασικά από την αντίληψη[18]. Έτσι, ο άνθρωπος κατά τους επικούρειους είναι σε θέση, με βάση τα δεδομένα των αισθήσεων, να γνωρίσει τον κόσμο μέσω των αισθήσεών του, που είναι θεμελιωδώς αξιόπιστες[19]. Μπορεί να γνωρίσει το σύμπαν, τον κόσμο, αποτελούμενο από άτομα και κενό[20], αλλά και οντότητες, που δεν ανήκουν στο κόσμο αυτό, όπως είναι οι ζώντες στο μετακόσμιο θεοί[21].

Η θεωρία των Στωικών για τη γνωστική δυνατότητα του ανθρώπου είναι επίσης θετική[22] και αυτή η θέση εδράζεται στην αντίληψη, ότι μια καθολική επιστημονική γνώση είναι δυνατή[23], λόγω του ότι πραγματικά είναι μόνο τα εμπειρικά[24] και ότι ο άνθρωπος μετέχει της πρώτης αρχής και ουσίας του κόσμου, της ανώτατης αρχής, η οποία διέπει και καθορίζει τα πάντα , του Λόγου. Αυτός δομεί και διέπει όλο τον κόσμο[25] και μπορεί να γίνει γνωστός στον άνθρωπο (οίκείωσις)[26], γιατί – αντίθετα με τα άλλα ζώα μόνο εκείνος – έχει προικιστεί με αυτόν[27] και διαθέτει έμφυτες προϋποθέσεις, τον έν ήμϊν λόγο[28]. Το ανθρώπινο λογικό, που συνιστά τμήμα του συμπαντικού λόγου , εισκρίνεται ακριβώς για να οδηγήσει στη γνώση , αναπτύσσεται σταδιακά και ολοκληρώνεται με την ενηλικίωση του ατόμου. Με τη δύναμη του λογικού, ο άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί τον εαυτό του ως μέρος του σύμπαντος και δη ως έναν μικρόκοσμο[29] και να ζήσει σε συμφωνία με το λόγο ήτοι τη φύση του[30].

Η γνωστική ικανότητα του ανθρώπου αποδίδεται από τους Στωικούς σε ορισμένες φυσικές και έμφυτες έννοιες, τις προλήψεις[31], στις οποίες συνίσταται ο κανόνας της αλήθειας[32]. Η πρόσληψη και σημασιοδότηση των όποιων έξωθεν πληροφοριών γίνεται (με συγκεκριμένους τρόπους, παραδείγματος χάριν κατά περίπτωσιν, καθ’ ομοιότητα, κατ’ αναλογίαν, κατά σύνθεσιν, και ούτω καθεξής)[33]. Οι έννοιες σχηματίζονται με την ενεργό συμμετοχή του ηγεμονικού στη γνωστική διαδικασία[34], καθώς προϋποτίθεται επιμέλεια και διδασκαλία. Η τύπωσις οδηγεί στη συγκρότηση της φαντασίας, μιας επίγνωσης της αλήθειας, που έρχεται σαν φως στην ψυχή[35]. Αν υπάρξει ένας ικανός αριθμός φαντασιών, συντελείται η καταληπτική φαντασία, μια έννοια, που λειτουργεί ως κριτήριο διάγνωσης της αλήθειας[36], καθώς σχετίζεται με την ένταση και τη ζωντάνια της εικόνας, που μεταφέρουν οι αισθήσεις, διαχωρίζοντας, έτσι, τις αληθείς από τις ψευδείς . Όταν το ηγεμονικό παρέχει υπόσταση στις καταληπτικές φαντασίες, ουσιαστικά προσφέρει συγκατάθεση, μια προϋπόθεση για την εγγύηση της αλήθειας του πράγματος.

Έτσι, Επικούρειοι και Στωικοί υποστηρίζουν ότι με αφετηρία τις αισθήσεις και την ανάπτυξη της ανθρώπινης διάνοιας είναι δυνατή η γνώση των πάντων. Στον αντίποδά τους βρίσκονται οι σκεπτικοί, οι φιλόσοφοι, που απορρίπτουν κάθε δυνατότητας ασφαλούς γνώσης και αντιμετωπίζουν τα πάντα με διστακτικότητα[37] και διάθεση αμφισβήτησης[38]. Οι Σκεπτικοί των ελληνιστικών χρόνων διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, τους Ακαδημαϊκούς και τους Πυρρωνιστές[39]. Οι πρώτοι ή άλλως οι «εφεκτικοί» στηρίχτηκαν στην πλατωνική αντιμετώπιση του εμπειρικού κόσμου πάνω στην οποία δομούν τη θέση τους. Σύμφωνα με αυτή δεν υπάρχουν τεκμήρια, που να θεμελιώνουν την εγκυρότητα της γνώσης και άρα, κατ’ επέκταση, δεν έχει νόημα η αναζήτηση της αλήθειας. Αλλά κι οι θεωρητικοί συλλογισμοί, τους οποίους αποπειράται ο άνθρωπος, δε μπορούν να εξασφαλίσουν κάποια ασφαλή κριτήρια επαλήθευσης της δόξας, και άρα να οδηγούν σε γνώση[40]. Το αποτέλεσμα είναι να υπάρχει μια αναπόφευκτη και αδιέξοδη σύγχυση του αληθινού και του απατηλού. Έτσι, οι σκεπτικοί καταλήγουν στο ίδιο σημείο, όπου είχε αφήσει ο Σωκράτης το φιλοσοφικό στοχασμό, ότι δηλαδή η μόνη γνώση, που είναι ενδεχομένως δυνατή στον άνθρωπο, είναι η αδυναμία επιβεβαίωσης του αληθούς οποιασδήποτε γνώσης[41].

Η άλλη κατεύθυνση του ελληνιστικού Σκεπτικισμού[42], εκείνη του Πύρρωνος[43], ακολουθεί επίσης τη θεωρία του Σωκράτη για τη γνώση. Σε αντίθεση όμως με αυτόν οδηγείται σε έναν θεωρητικό μηδενισμό[44] υποστηρίζοντας ότι, όχι μόνο δε μπορεί να βρεθεί η αλήθεια ή να οριστεί ένα κριτήριο εγκυρότητάς της, κάτι που θα άνοιγε το δρόμο για τη γνώση, αλλά – μάλλον περισσότερο κατά το παράδειγμα των σοφιστών[45] – κάθε θέση είναι αμφισβητήσιμη και ανατρέψιμη. Συνεπώς η προβολή της ως αληθούς ή ψευδούς είναι θέμα παρουσίασής της[46]. Παράλληλα, όμως, απορρίπτουν το ενδεχόμενο να στηριχτεί μια αλήθεια στο λόγο, γιατί αυτός μπορεί να συγκροτήσει αποδείξεις με βάση προκείμενες που είναι μη – αποδείξιμες[47]. Οι σκέψεις του ανθρώπινου νου είναι αβάσιμες και η δυνατότητά του να γνωρίσει την αλήθεια μέσω αυτών ανύπαρκτη[48].

Η στάση των ακαδημαϊκών σκεπτικών της ελληνιστικής περιόδου απέναντι στην προοπτική απόκτησης κάποιας γνώσης φαίνεται να μετριάζεται κατά τη μέση φάση της , όταν τα ηνία της σχολής ανέλαβαν ο Αρκεσίλαος και ο Καρνεάδης . Ο Καρνεάδης φαίνεται ότι υποστήριζε πώς, αν και δεν είναι δυνατή η γνώση της αλήθειας, όμως είναι δυνατή η διατύπωση κρίσεων πιθανών ή έστω αληθοφανών[49]. Η πιθανότητα γνώσης των αντικειμένων διαθέτει κατ’ αυτόν τρία επίπεδά, ήτοι κλιμακώνεται σε φαντασίαν πιθανήν, απερίσπαστον, όταν είναι συνεπής προς τις λοιπές εντυπώσεις που μοιάζουν αληθινές, ώστε να μην αναιρείται, και σε διεξωδευμένη, όταν έχουν προσεκτικά ελεγχθεί οι συνθήκες κάτω από τις οποίες σχηματίστηκε η κρίση[50]. Οι δέκα τρόποι του Αινησίδημου, από τη νέα φάση της σχολής, δεν ήταν παρά ακριβώς η επισήμανση μερικών διαφορών, που επηρεάζουν την κρίση και δυσχεραίνουν τη βέβαιη περί του περιβάλλοντος γνώση, όπως για παράδειγμα η λειτουργία των αισθητηρίων οργάνων, η συχνότητα της παρατήρησης, η θέση / απόσταση, η σχετικότητα, η διαφορά ηθών και εθίμων, και άλλες συναφείς διαφοροποιές της αντιλήψεως παράμετροι[51]. Και ακόμη, ο Σέξτος ο Εμπειρικός[52]υποστήριζε ότι κάθε άνθρωπος βρίσκεται πάντοτε σε μια κατάσταση, κατά την οποία δε μπορεί να λειτουργήσει ως αντικειμενικός παρατηρητής, ώστε όλοι είναι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, μεροληπτικοί[53]. Επομένως, κάθε θέση είναι αμφισβητήσιμη, ενώ ελάχιστα έως μηδαμινά είναι εκείνα που μπορούν να γίνουν γνωστά με βεβαιότητα[54].

ΙΙΙ. ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Στην ανώτερη γνωστική βαθμίδα βρίσκεται η επιστήμη, η απόλυτη και ασφαλής γνώση. Εννοείται ότι για όσους φιλοσόφους αντιμετωπίζουν θετικά τη δυνατότητα απόκτησης γνώσης, προβλέπεται μια συγκεκριμένη – διαφορετική ανά σχολή – οδός προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ για όσους είναι αρνητικά διακείμενοι απορρίπτεται συλλήβδην κάθε παρόμοια περίπτωση.

Οι Επικούρειοι εντάσσουν, όπως προαναφέρθηκε, τις γνωσιολογικές θέσεις τους στο κανονικόν μέρος της φιλοσοφίας τους και σύμφωνα με αυτό η γνώση ξεκινάει από τις αισθήσεις και κορυφώνεται με τις φανταστικές επιβολές, ενημερωτικές δηλαδή θεωρήσεις της πραγματικότητας, που αποκαλύπτουν την αληθινή ουσία των όντων. Οι σημερινές νοούμενες ως επιστήμες, οι θετικές, όπως τα μαθηματικά και η φυσική, δε συνεισφέρουν ουσιαστικά σε αυτό, καθότι τα πρώτα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ενώ η δεύτερη βοηθά μόνο στην αντιμετώπιση του φόβου για το θάνατο και τη δράση των θεών[55]. Αυτό που ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, ήτοι ένας φιλόσοφος, μπορεί και οφείλει να κάνει για να οδηγηθεί στην ανώτερη γνωστική κατάσταση είναι να αποστασιοποιείται από προλήψεις και δοξασίες και γενικώς να διατηρεί μια διαφορετική από εκείνη του απλού κόσμου αντίληψη για τα πράγματα.

Η επιστήμη είναι και για τους Στωικούς το ανώτερο δυνατό γνωστικό επίπεδο στο οποίο μπορεί να οδηγηθεί ο ανθρώπινος νους. Για την ακρίβεια το ανώτερο γνωστικό επίπεδο στο οποίο μπορεί να φτάσει, κατά τους στωικούς, ένας απλός νους είναι η δημιουργία καταλήψεων, που προκύπτει από τη συγκατάθεση μεταξύ δόξας και αντικειμενικής πραγματικότητας συγκροτεί καταλήψεις. Αντίθετα, η μετάβαση από την κατάληψη στην επιστήμη θεωρείται δυνατή μόνο για έναν σοφό[56], γιατί μόνο αυτός μπορεί να διατηρήσει ασφαλή μια μνήμη, να διακρίνει ποιες είναι οι αξιόπιστες εντυπώσεις[57], να επιβεβαιώσει τη γνώση και να της προσδώσει διάρκεια με το λόγο[58]. Έτσι η ψυχή οδηγείται σταδιακά στην τύπωση εννοημάτων, στη δημιουργία αναμνήσεων και εμπειριών, στην αναγνώριση ορισμένων εξ αυτών ως αντικειμενικών, στη συγκατάθεση μεταξύ δόξης και αληθούς γνώσης[59]. Επομένως, η επιστήμη, η επιστημονική γνώση[60], και σε αυτή την περίπτωση συνδέεται με την απομάκρυνση από το επίπεδο της δόξας και με την προσέγγιση της αληθινής σοφίας .

Οι Σκεπτικοί, όπως παρουσιάστηκε παραπάνω, υπεραμύνθηκαν της αδυναμίας απόκτησης γνώσης μέσω των αισθήσεων[61](άκαταληψία)18 ή του λόγου και γενικότερα της αδυναμίας ασφαλούς γνώσης για οτιδήποτε, επομένως συνεπάγεται ότι τοποθετήθηκαν αρνητικά και στην προοπτική συγκρότησης επιστήμης. Αντίθετα, η δέουσα στάση ενός φιλοσόφου ενώπιον αυτού του γνωστικού αδιεξόδου (άπορία)19 είναι η αποφυγή από κάθε απόφανση (εποχή) , η άφασία , η πλήρη άρνηση χρήσης της γλώσσας ως μέσου για τη σύνθεση μιας εικόνας προκειμένου να αποδοθεί η πραγματικότητα[62] και φυσικά η παραίτηση από κάθε προσδοκία γνώσης και η ουδετερότητα (άρρεψία)[63].

ΤΟ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

Ανάμεσα στις τρεις κυριότερες φιλοσοφικές σχολές των ελληνιστικών χρόνων, τους Επικούρειους, τους Στωικούς και τους Σκεπτικούς, οι δύο πρώτες υποστηρίζουν ότι είναι δυνατό ο άνθρωπος να οδηγηθεί με μια ορισμένη – διαφορετική κάθε φορά, ανάλογα με τις ειδικότερες εκφάνσεις της γνωσιοθεωρίας τους – διαδικασία στη γνώση, την αληθή δηλαδή και ασφαλή δόξα, αρχής γενομένης των δεδομένων, που προσπορίζουν οι αισθήσεις, όπως επίσης και να συγκροτήσει επιστήμη – αν και η δυνατότητα αυτή προσφέρεται περισσότερο στο σοφό, και όχι στο μέσο νου. Αντίθετα, ο σκεπτικισμός αναπτύσσει μια δυναμική επιχειρηματολογία, που κατατείνει στην έλλειψη εχέγγυων για την αλήθεια.

Η επικούρεια γνωσιοθεωρία παρέχει προτεραιότητα στις αισθήσεις, τάσσεται, επομένως, υπέρ του εμπειρισμού και ειδικά της αισθησιοκρατίας, την οποία υποστήριξε μια πληθώρα νεότερων φιλοσόφων, όπως ο Condillac, που κατέληξε πως όλες οι ψυχικές λειτουργίες είναι μετασχηματισμένα αισθήματα, ενώ ο Hegel πρόβαλε τη θέση ότι η ύλη είναι το πρωταρχικό και το πνεύμα το παράγωγό της . Οι Στωικοί, πάλι, ακολουθώντας περισσότερο τον Αριστοτέλη στη θέση ότι το ηγεμονικό είναι μέρος της ψυχής κατάλληλο για γραφή, τάσσονται υπέρ του εμπειρισμού, όπως θα κάνει πολύ αργότερα και ο Λοκ, ο οποίος συμφώνησε ότι η ψυχή είναι ένα άγραφο χαρτί πάνω στο οποίο αποτυπώνονται σταδιακά οι εντυπώσεις που αποκτούνται με τις αισθήσεις[64]. Ο στωικός εμπειρισμός, βεβαια, μετριάζεται από την παραδοχή της μεταγενέστερης ανάπτυξης της λογικής, θέση, που τους φέρνει κοντά στο αντίπαλο δέος, στη νοησιοκρατία, την οποία ανέπτυξαν πιο πρόσφατα ο Descartes, ο Spinoza, ο Kant και πληθώρα άλλων φιλοσόφων .

Η συνεχόμενη αναβάθμιση των γνώσεων του ανθρώπου σε πληθώρα αντικειμένων και η διαρκώς προώθηση της εμβάθυνσης σε αυτά ίσως προσφέρει μια κάποια ερμηνεία για την μακροβιότητα του σκεπτικισμού και την πολυμορφία των επιχειρημάτων, που κατά καιρούς επιστρατεύτηκαν · ο Hume υποστήριζε ότι η πραγματικότητα συγκροτεί αισθητηριακές και μνημονικές εντυπώσεις, αλλά δεν αρκεί για τη θεμελίωση της όποιας πεποίθησης για την ύπαρξη κάποιων σταθερών φυσικών αντικειμένων, ώστε η προοπτική αυτή υπερβαίνει τις διανοητικές ικανότητες του ανθρώπου[65], όπως επίσης και ο Descartes επιχείρησε την ασφαλή θεμελίωση της γνώσης πάνω σε ένα συστηματικό σκεπτικισμό[66].

Η σχέση μεταξύ αισθήσεων και γνώσεως συνέχισε να διχάζει τους φιλοσόφους, από τους οποίους άλλοι τάχθηκαν υπέρ της «ρεαλιστικής» θεωρίας, σύμφωνα με την οποία οι πρώτες πληροφορούν άμεσα και αντικειμενικά για τον εξωτερικό κόσμο, και άλλοι υπέρ της «αναπαραστατικής», που υποστηρίζει μια σαφή απόσταση ανάμεσα στην αντιληπτική πράξη και την εξωτερική πραγματικότητα. Τις δυο αυτές θεωρίες επιχειρεί να συγκεράσει η «οργανισμική», που προβάλλει δύο μορφές επικοινωνίες με τον έξω κόσμο, μια πρωτογενή, την αιτιώδη αποτελεσματικότητα, και μια δευτερογενή, την παραστατική αμεσότητα, οι οποίες κατόπιν συνδυάζονται κατά τη σύλληψη της πραγματικότητας σε μια μικτή αντιληπτική μορφή, τη συμβολική αναφορά. Κατά τ’ άλλα και η «αιτιώδης» θεωρία διατείνεται ότι δε μπορεί να υπάρξει άμεση αντίληψη του φυσικού κόσμου, γιατί η γνώση ξεκινάει από την αισθητηριακή αναπαράσταση των αντικειμένων και οδηγεί στην κατ’ αίσθηση αντίληψη, που ποικίλλει ανάλογα με τις διανοητικές δυνατότητες και δραστηριότητες του κάθε νου. Επίσης, και η θεωρία της «αντιληπτικής σχετικότητας», με τη σειρά της αναγνωρίζει ότι η γνώση προσδιορίζεται βάσει της αντιληπτικότητας, που είναι σχετική, καθώς συναρτάται με βιολογικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους[67].

Η διχογνωμία σχετικά με το κατά πόσο η γνώση και η επιστήμη συγκροτούνται συναρτήσει της διαμόρφωσης δεδομένων βάσει των πληροφοριών, που προσπορίζει το εξωτερικό περιβάλλον, φέρνει σε αντιπαράθεση τους υποστηρικτές της εμφυτιοκρατίας, με κύριο εκπρόσωπο τον Fodor, και της κατασκευαστικής γνωσιολογίας, την οποία εισήγαγε ο Piaget. Ο πρώτος υποστήριξε ότι υπάρχουν γενετικά προκαθορισμένα και λειτουργικά ανεξάρτητα συστήματα εισροής, «σπόνδυλοι», που επεξεργάζονται τις πληροφορίες του εξωτερικού περιβάλλοντος, οι οποίες περνούν από ένα σύστημα αισθητηριακών μεταγωγών[68]. Ο δεύτερος, όπως και οι συμπεριφοριστές, υποστήριξε ότι δεν υπάρχουν έμφυτες δομές, αλλά βιολογικά προκαθορισμένες διεργασίες, που παρέχουν στον άνθρωπο τη δυνατότητα αποτύπωσης των δεδομένων του εξωτερικού περιβάλλοντος και άρα συγκρότησης γνώσης[69]. Μάλιστα, κατά τον ίδιο, η νοητική ανάπτυξη γίνεται κατά περιόδους, αρχής γενομένης από την αισθησιοκινητική, που διαδέχεται η προσυλλογιστική, ακολουθεί η φάση της συγκεκριμένης σκέψης και καταλήγει σε εκείνη της αφαιρετικής, διαδικασία, που φαίνεται να φτάνει σε μια επαρκή ολοκλήρωση κατά την ηλικία των 12 ετών και άνω[70] – περίπου, δηλαδή στην ίδια ηλικία, κατά την οποία οι Στωικοί υποστήριξαν ότι ο νους «εισκρίνεται» στον άνθρωπο (!)

Δεδομένων αυτών των αντιπαραθέσεων και του αδιέξοδου στο οποίο οδηγούσαν, πρόβαλε πλέον επιτακτικά η αναγκαιότητα διάκρισης μεταξύ φιλοσοφικής αναζήτησης και επιστημονικής διερεύνησης. Η στροφή της επιστήμης στη μελέτη της διάνοιας και της διαδικασίας πρόσληψης της πραγματικότητας και συγκρότησης γνώσης σημειώθηκε σε διάφορες περιοχές, όπως στην ψυχολογία, γνωσιακή και αναπτυξιακή – εξελικτική, τη γνωσιακή ανθρωπολογία, τη γλωσσολογία, την τεχνητή νοημοσύνη, τη νευροεπιστήμη και ούτω καθεξής.

Οι γνωσιοθεωρητικοί συγκλίνουν στο ότι η γνώση συνυφαίνεται με την αληθή πίστη και δή, σύμφωνα με την θεωρία της αξιοπιστίας, ότι γνώση είναι η αληθής πίστη, που συγκροτείται βάσει μιας αξιόπιστης γνωστικής διεργασίας . Ο Dewey, κύριος εκπρόσωπος του πραγματισμού, υποστήριζε ότι μόνον οι αληθείς πίστεις συνιστούν γνώση, ή, υψηλού βαθμού γνώση είναι μια ασφαλώς θεμελιωμένη βεβαιότητα[71] και ως εκ τούτου ως μοναδικός κριτής της αλήθειας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο πειραματισμός σε όλα τα επίπεδα, όπως και στη φιλοσοφία. Παρόμοιες θέσεις κάνουν ένα αισιόδοξο άνοιγμα στην προοπτική συνεργασίας των δύο περιοχών του πνεύματος, της φιλοσοφικής και της επιστημονικής σκέψης και μιας συλλογικής προσπάθειας, εφόσον η απάντηση στα γνωσιοθεωρητικά ερωτήματα, που κληρονόμησαν και ανέπτυξαν με τη σειρά τους οι φιλόσοφοι των ελληνιστικών χρόνων, φαίνεται ακόμη να εκκρεμεί…

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Έχοντας ολοκληρώσει τη μελέτη των γνωστικών θεωριών των τριών κυριότερων φιλοσοφικών κατευθύνσεων των προχριστιανικών ελληνιστικών χρόνων, του Κήπου, της Στοάς και της Σκέψεως, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε ορισμένα γενικά συμπεράσματα κυρίως όσον αφορά τα σημεία σύγκλισης και απόκλισής του σε γνωσιοθεωρητικό επίπεδο. Καταρχήν, διακρίνονται δύο διαμετρικά αντίθετες θέσεις: μια θετική στη δυνατότητα απόκτησης γνώσης και μια – στον ένα ή τον άλλο βαθμό ή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο – αρνητική, με την πρώτη να εκπροσωπείται κυρίως από τους Επικούρειους και τους Στωικούς, και τη δεύτερη να εκφράζεται μέσω των Σκεπτικών.

Οι φιλόσοφοι της πρώτης κατηγορίας, πέραν της θετικής τους στάσης, παρουσιάζουν επίσης ομοιότητες στους γνωστικούς όρους, που μετέρχονται, στην παρουσίαση της γνωσιοθεωρίας τους καθώς και αναλογίες στην πορεία που υποστηρίζουν ότι οδηγεί στη γνώση · οι Επικούρειοι περιγράφουν τη διαδικασία αυτή ως μετάβαση από την αίσθησιν, στην πρόληψιν, στην νπόληψιν και στις φανταστικάς έπιβολάς, ενώ οι Στωικοί την αποδίδουν ως πέρασμα από την αίσθησιν στη φαντασία, στην καταληπτικήν φαντασία, στη συγκατάθεσιν, στην κατάληψιν και στην έπιστήμη. Φαίνεται λοιπόν ότι σε αυτή την ευρετική πορεία προς την αλήθεια θεωρείται εξίσου καθοριστικός ο ρόλος των αισθήσεων και των διανοητικών δυνατοτήτων του ανθρώπινου νου, όπως της μνήμης ή της φαντασίας. Οι φιλόσοφοι, αντίθετα, της δεύτερης κατηγορίας, διάκεινται αρνητικά, ακριβώς λόγω του ότι οι αισθήσεις και η λογική αποδεικνύονται επισφαλές εχέγγυο για την αλήθεια και ανεπαρκή μέσα για τη γνώση. Έτσι, Ακαδημαϊκοί και Πυρρωνιστές, κυμαίνονται από την επιφυλακτικότητα και την αμφιβολία, έως την πλήρη άρνηση ύπαρξης ασφαλούς και αληθούς δόξας, ήγουν γνώσης – πόσο μάλλον επιστήμης!

Πέρα, όμως, από αυτές τις διαφορές, υπάρχει ένα αδιαμφισβήτητο κοινό σημείο στα γνωσιοθεωρητικά συστήματα των τριών αυτών σχολών και αυτό συναρτάται με τις ιστορικές, κοινωνικοπολιτικές και ευρύτερες συνθήκες, μέσα στις οποίες αναπτύχθηκαν. Και στις τρεις, δηλαδή, περιπτώσεις ενυπάρχει μια πρακτική σκοπιμότητα, καθώς η φιλοσοφία αποσκοπεί στην απαλλαγή του ανθρώπου από φόβους και πλάνες και στην επίτευξη της ψυχικής ειρήνευσης, μιας βασικότατης προϋπόθεσης για την ευτυχισμένη ζωή. Φαίνεται, όμως, ότι, όσο το ερώτημα για τη γνώση παραμένει ανοικτό, άλλο τόσο, το όραμα της ευτυχίας διατηρείται μετέωρο.
 --------------------
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΒΙΒΛΙΑ-ΑΡΘΡΑ

Andriopoulos, D.Z., «The stoic theory of perceiving and knowing», Φιλοσοφία, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1972

Brun, J., «Ο Ζήνων εν Αθήναις και τα Πρώτα Βήματα της «Στοάς»», ΔΙΙΠΕΤΕΣ, τ. 35, Μάϊος 2000

Clark, St.R.L, Στωικοί, Επικούρειοι και περιπλανώμενοι σοφοί, στο Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, του Kenny, Ant., University of Oxford, μτφρ. Ρισσάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2005

Δελλή, Ι.Γ., «Ένας σωκρατικός και πυρρώνειος ορισμός της φιλοσοφίας», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τόμ.4, τεύχ.10, Ιανουάριος 1987

Δελλή, Ι.Γ., «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», Πλάτων, Δελτίον της εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τόμ.19, τεύχ.57/58, εν Αθήναις,

1977

Goldman, A.I., Γνωσιοεπιστήμη, Φιλοσοφικές εφαρμογές, μτφρ. Γ. Μαραγκός, εκδ.

Οδυσσέας, 1998,

Καραμπατζάκη – Περδίκη, Ελ., «Οι στωικές περί λόγου αντιλήψεις και η επίδρασή τους σε φιλοσόφους του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τόμ.12, τεύχ. 36, Σεπτ. 1995

Karmiloff – Smith, An., Πέρα από τη σπονδυλωτή διάνοια, Η γνωσιοεπιστήμη στην προοπτική της αναπτυξιακής ψυχολογίας, μτφρ. Γ. Μαραγκός, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα,

1998

Lindberg, D., Οι απαρχές της δυτικής επιστήμης, Πανεπιστημιακές εκδόσεις ΕΜΠ,

Αθήνα, 2003

Θεωρίες γνώσης στα κύρια ρεύματα της προχριστιανικής ελληνιστικής φιλοσοφίας: Κήπος, Στοά, Σκέψις

Μπαρτζελιώτη, Λ.Κ., Φιλοσοφία και επιστημονική έρευνα, Γνωσιοθεωρία, Β’έκδ. Aθήνα, 1989

Παρασκευόπουλου, Ι.Ν., Εξελικτική ψυχολογία, Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη ως την ενηλικίωση, τ.3, Σχολική ηλικία, Αθήνα, αχ

Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997 Πελεγρίνη, Φιλοσοφία και Αμφισβήτηση, εκδ. Ελληνικά γράμματα, Αθήνα, 1996 Πολίτου, Ν.Γ., Φιλοσοφήματα, έν Αθήναις, 2004

Ράσσελ Μπ., Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας και η συνάρτησή της με τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της εποχής μας, τ. Α’, Η αρχαία Φιλοσοφία, Η καθολική Φιλοσοφία, Μτφρ. Αιμ. Χουρμουζίου, Εκδ. Ι.Δ. Αρδενίδης & Σια, α.χ.

Tennenman, W.G., Σύνοψις της ιστορίας της φιλοσοφίας, μτφρ. ΚΚ.Κούμας, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1973

Τσάτσου, Κ., Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ., Κολλάρου & Σιας Α.Ε., Αθήνα, 2002

Vegetti, M., Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας, εκδ. Τραυλός, Αθήνα, 2000, Windelband, W. & Heimsoeth, H., Εγχειρίδιο της Ιστορίας της Φιλοσοφίας, μτφρ.

Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2001

Woodruff, P., «Aporetic Pyrrhonism», Oxford Studies in Ancient Philosophy, vol.VI, ed. J. Annas, Clarendon Press, Oxford, 1988

Zeller, Ed. & Nestle, W., Ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας, μτφρ. Χ. Θεοδωρίδης, εκδ. Εστία, Αθήνα, 2000
---------
[1] http://www.philosophypages.eom/dy/k9htm#know

[2] Lindberg, D., Οι απαρχές της δυτικής επιστήμης, Πανεπιστημιακές εκδόσεις, ΕΜΠ, 2003, σ. 112

[3] Πολίτου, Ν.Γ., Φιλοσοφήματα, έν Αθήναις, 2004, σ. 347

[4] Zeller, Ed. & Nestle, W., Ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας, μτφρ. Χ. Θεοδωρίδης, εκδ. Εστία, Αθήνα, 2000, σσ. 299 – 300

[5] όπ.π., σ. 299

[6] Windelband, W. & Heimsoeth, H., Εγχειρίδιο της Ιστορίας της Φιλοσοφίας, μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2001, σσ. 238 – 239

[7] Lindberg, όπ.π. σ. 112

[8] Andriopoulos, D.Z., «The stoie theory of perceiving and knowing*, Φιλοσοφία, ΑκαδημίαΑθηνών, Αθήνα,1972 , σ. 305

[9] Καραμπατζάκη – Περδίκη, Ελ., «Οι στωικές περί λόγου αντιλήψεις και η επίδρασή τους σε φιλοσόφους του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τόμ.12, τεύχ. 36, Σεπτ. 1995, σ.192

[10]Andriopoulos, όπ. π, σ. 305

[11]Stanford Eneyeloredia of Philosophy, p. 4 (http://plato.stanford.edu/entries/stoieism)

[12] Andriopoulos, όπ. π, σ. 307

[13]Zeller & Nestle, όπ.π., σ. 279, Windelband & Heimsoeth, όπ.π., σ. 218 http://www.iep.utm.edu/s/stoiemind.htm, σ.4

[14]Windelband & Heimsoeth, όπ.π., σ. 196

[15] Πολίτου, όπ.π., σ. 338

[16] όπ.π., σσ. 131 – 133, Ράσσελ Μπ., Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας και η συνάρτησή της με τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της εποχής μας, τ. Α’, Η αρχαία Φιλοσοφία, Η καθολική Φιλοσοφία, Μτφρ. Αιμ. Χουρμουζίου, Εκδ. Ι.Δ. Αρδενίδης & Σια, σ. 400

[17] Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997 σ. 125

[18] Τσάτσου, Κ., Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ., Κολλάρου & Σιας Α.Ε., Αθήνα, 2002, σ. 293

[19] Lindberg, όπ.π., σ. 112

[20] όπ.π., σ. 112, Windelband, W. & Heimsoeth, H., όπ.π., σ. 213

[21] Clark, St.R.L, Στωικοί, Επικούρειοι και περιπλανώμενοι σοφοί, στο Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, του Kenny, Ant., UniversityofOxford, μτφρ. Ρισσάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2005, σ. 71

[22] Πολίτου, όπ.π., σσ. 331 κ.ε.

[23] http://www.iep.utm.edu/s/stoicism.htm, σ. 1

[24] Zeller & Nestle, οπ.π., σ. 274

[25] Καραμπατζάκη – Περδίκη, όπ.π., σ. 191

[26] Andriopoulos, όπ.π., σσ. 308 – 309

[27] Καραμπατζάκη – Περδίκη, όπ.π., σ. 192

[28] Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, όπ.π., σ. 117, Zeller & Nestle, όπ.π., σσ. 280, 286

[29] http://encarta.msn.com/encyclopedia, σ. 1, http://www.philosophypages.com/hy/2w.htm, σ. 1

[30] Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, όπ.π., σ. 118, http://www.iep.utm.edu/s/StoicEth.htm, σ. 1

[31] Andriopoulos, όπ.π., σ. 314

[32] Tennenman, W.G., Σύνοψις της ιστορίας της φιλοσοφίας, μτφρ. Κούμας, ΚΚ., Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1973,σ. 77

[33] Andriopoulos, οπ.π., σσ. 324 – 325

[34] όπ.π., σ. 305

[35] όπ.π, σσ. 311, 313

[36] Tenneman, όπ.π.,σ. 76 και Windelband & Heimsoeth, όπ.π., σ. 243

[37] Πολίτου, όπ.π., σσ. 355 κ.ε.

[38] Ράσσελ, όπ.π., σ. 398

[39] Πελεγρίνη, Φιλοσοφία και Αμφισβήτηση, όπ.π., σ. 131

[40]Zeller & Nestle, όπ.π., σ. 310

[41]Vegetti, όπ.π., σ. 279

[42] Δελλή, Ι.Γ., «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», Πλάτων, Δελτίον της εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τόμ.19, τεύχ.57/58, εν Αθήναις, 1977, σ. 129

[43] Τσάτσου, όπ.π., σ. 300

[44] Δελλή, Ι.Γ., «Ένας σωκρατικός και πυρρώνειος ορισμός της φιλοσοφίας», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τόμ.4, τεύχ.10, Ιανουάριος 1987, σ. 37 και Δελλή, «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», όπ.π., σ.127

[45]Windelband & Heimsoeth, ο.π., σ. 232,

http://encarta.msn.com/encyclopedia_761574677_4/Philosophy.html, σ. 2

[46]Vegetti, όπ.π., σ. 277

[47] Δελλή, «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», όπ.π., σ. 127

[48]Clark, ο.π., σ. 71

[49] Πελεγρίνη, Φιλοσοφία και Αμφισβήτηση, ο.π., σσ. 133 – 134, Ράσσελ, ο.π., σσ. 400 – 401, Windelband & Heimsoeth, όπ.π., σ. 241

[50]Tenneman, όπ.π.,σ. 81

[51]Woodruff, P., «Aporetic Pyrrhonism», Oxford Studies in Ancient Philosophy, vol.VI, ed. J. Annas, Clarendon Press, Oxford, 1988, pp. 154 – 161

[52]Zeller & Nestle, όπ.π., σ. 357 κ.ε

[53] Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, όπ.π., σ. 127

[54] http://www.philosophypages.com/hy/2w.htm, σ. 2

[55]Zeller & Nestle, όπ.π., σ.298

[56]Andriopoulos, όπ.π, σ. 321

[57] Clark, ο.π., σ. 72

[58] http://www.iep.utm.edu/s/stoicmind.htm, σσ. 5 – 6

[59] http://plato.stanford.edu/entries/stoicism/, σ. 10

[60] Zeller & Nestle, ο.π., σ. 271, Vegetti, ο.π., σσ. 294 – 295

[61] Πολίτου, όπ.π., σ. 356

[62] Πελεγρίνη, Φιλοσοφία και Αμφισβήτηση, όπ.π., σσ. 136 – 137

[63] Δελλή, «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», όπ.π., σ. 123

[64] Πελεγρίνη, όπ.π., σ. 272

[65] Μπαρτζελιώτη, Λ.Κ., Φιλοσοφία και επιστημονική έρευνα, Γνωσιοθεωρία, Β’έκδ. Αθήνα, 1989, σσ. 154-155, 159 και Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, όπ.π., σσ. 279 – 280

[66] όπ.π., σσ. 253 – 254

[67] Μπαρτζελιώτη, όπ.π., σσ. 13 – 19

[68]Karmiloff – Smith, An., Πέρα από τη σπονδυλοπή διάνοια, Η γνωσιοεπιστήμη στην προοπτική της αναπτυξιακής ψυχολογίας, μτφρ. Γ. Μαραγκός, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 1998, σσ. 18 – 22

[69]Karmiloff – Smith, όπ.π., σσ. 26-28

[70] Παρασκευόπουλου, Ι.Ν., Εξελικτική ψυχολογία, Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη ως την ενηλικίωση, τ.3, Σχολική ηλικία, Αθήνα, αχ, σ. 42

[71] Μπαρτζελιώτη, όπ.π., σ. 208

Καταργήστε τον Θεό – Καταργήστε την Ηλιθιότητα

Στα ενδιαφέροντα αναγνώσματα πολιτικής θεωρίας, οι θρησκείες συναντιούνται ως άρνηση ισότητας και ελευθερίας. Στον βαθμό που ο Θεός είναι τα πάντα, η απόλυτη αλήθεια, η δύναμη και η ζωή, ο πραγματικός κόσμος και οι άνθρωποι είναι το τίποτα, το ψέμα, η αδυναμία και ο θάνατος. Για αυτό ο Διαφωτισμός αρνήθηκε, απέρριψε τον Θεό και τοποθέτησε στην θέση του τον άνθρωπο.

“Η θρησκεία, κάθε θρησκεία, είναι από την φύση της υποδούλωση, πτώχευση και ανθρώπινος εκμηδενισμός”.

Αντιστρέφοντας την περίφημη ρήση του Βολταίρου, καταλήγουμε πως ακόμα κι αν υπήρχε Θεός, θα έπρεπε να τον καταργήσουμε. Στα καθ’ ημάς, η χριστιανική ορθόδοξη θρησκεία αποτελεί κρατική θρησκεία και, κατ’ επέκταση, κρατική ιδεολογία. Για αυτό επιβάλλεται ο πιστός στον Θεό να υπακούει τυφλά τον κυβερνήτη, τον μονάρχη, τον πρωθυπουργό. Ακόμα και σήμερα, μετά τις αστικές επαναστάσεις, που η Εκκλησία δεν παίζει (και δεν έπαιξε κανέναν) τον ίδιο ρόλο – παρά την τεράστια δύναμη που συνεχίζει να έχει.

Με τον Νίτσε να διευκρινίζει την παρεξήγηση στην λέξη Χριστιανισμός, καθώς κατά βάθος μόνο ένας χριστιανός υπήρξε και πέθανε στον σταυρό. Και είναι λάθος να εντοπίζεται στην πίστη για λύτρωση μέσω του Χριστού, το διακριτικό γνώρισμα του χριστιανού. Μόνο μία ζωή όμοια με του Χριστού λειτουργεί σαν χριστιανική πρακτική. Ο Γερμανός φιλόσοφος συμπληρώνει ότι η χριστιανική έννοια του Θεού των αρρώστων, του Θεού ως πνεύμα κ.λπ., είναι το τελευταίο στάδιο της κατιούσας εξέλιξης των θεϊκών τύπων.

Ο θάνατος δεν θα έχει εξουσία.

Ένας εκφυλισμός είναι ο Θεός στο αντίθετο της ζωής, Όχι, αντί για το αιώνιο Ναι της. Μία διακήρυξη πολέμου κατά της φύσης και της βούλησης για ζωή, μία βούληση για το μηδέν που την κήρυξαν αγία. Μοιραία αυτή η έννοια του Θεού, που στηρίζεται στην βάση της απόλυτης αλήθειας, είναι από τις πιο διεφθαρμένες που επιτεύχθηκαν στην Γη. Μπορούμε να ψηλαφίσουμε την εικόνα ενός Θεού όπως την παρουσιάζει ο Βίλχεμ Ράιχ, που αναδεικνύει σαν Θεό τον άνθρωπο που στέκεται απέναντί μας, κι όχι μέσω της θλιβερής κλειστότητας που πηγάζει από τις θρησκείες;

Εδώ μπορεί να φανεί χρήσιμος ο προβληματισμός στο μυστήριο του συμπαντικού κακού που βάζει ο Ανατόλ Φρανς, στην ‘Ανταρσία των Αγγέλων’. Μία ανατρεπτική σάτιρα που εκλαϊκεύει την εικόνα του Θείου, την κάνει ισομεγέθη του ανθρώπου και οικειοποιεί εκείνη του Εωσφόρου, που δεν έχει καμία σχέση με το αντιπαθητικό δημιούργημα των θρησκειών. Αντίθετα, λειτουργεί ως το ιστορικά ελεύθερο πνεύμα τού αιώνια εξεγερμένου. Στη σάτιρα του Φρανς, που ήταν καλλιεργημένος άνθρωπος και εχθρός των φανατισμών, αντάρτες άγγελοι κατεβαίνουν στη Γη.

Παίρνουν ανθρώπινη μορφή και συνωμοτούν για να ρίξουν από την θέση του τον Θεό και να βάλουν στο θρόνο του τον Εωσφόρο. Μόνο που μερικοί από αυτούς βλέποντας πως όσα συμβαίνουν στην Γη είναι χειρότερα εκείνων που συμβαίνουν στον ουρανό, ξεχνούν την αποστολή τους και ρίχνονται με ζήλο στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες. Μία τέτοια ανατρεπτική συνεργασία ανθρώπου με το Θείο, που εκλαϊκεύει και μετασχηματίζει την εικόνα του και γίνεται σύμβολο απελευθερωτικής γνώσης και γονιμοποιού εξέγερσης, θα συσπείρωνε γύρω της αμέτρητους υποστηρικτές.

Κι ο θάνατος δεν θα έχει εξουσία.

Ένας από τους κορυφαίους αγγλόφωνους ποιητές με βαθιά γνώση της λογοτεχνίας, ο Ντίλαν Τόμας, της έδειχνε ασέβεια στα κείμενά του. Γνώριζε ότι αν η γραφή του γινόταν βορά της φόρμας αιτίου και αιτιατού, θα ήταν μια χαμένη γραφή. Έπραττε ως συνδημιουργός του κοινωνικού, υποστηρίζοντας και αναδεικνύοντας την προσωπικότητά του. Χωρίς να φιλοδοξεί, χωρίς να αποζητά αποτέλεσμα. Έκανε τέχνη για την τέχνη, όπως ένας ευτυχισμένος καθημερινός άνθρωπος και όχι ως νευρωτικός διανοούμενος. Με το βαλς λυρισμού που χόρευε με την ποίηση, να συμπυκνώνεται σε μεγάλο βαθμό στον στίχο:

«Κι αν οι ερωτευμένοι χαθούν κι αυτοί, ο έρωτας δεν θα χαθεί. Κι ο θάνατος δεν θα έχει εξουσία».

Τα ποιήματά του, βέβαια, δύσκολα θα βρεθούν σε σχολικό εγχειρίδιο. Το δίπολο κράτους-εξουσίας γνωρίζει πως θα λειτουργήσει σαν φουρνέλο στα θεμέλιά του, αν κάποιος έφηβος κατανοήσει τον πολιτισμό ως παράγωγο ελευθερίας. Με τους απολογητές αυτού του διπόλου, να λοιδορούν οτιδήποτε εκφράζει ελευθερία. Κι εδώ πρέπει να κατανοήσουμε ότι η εξουσία και η κουλτούρα είναι εχθροί που δεν συμβιβάζονται. Εκεί που κυριαρχεί η μία, απουσιάζει η άλλη. Με την κεκτημένη γνώση να προέρχεται από τον Νίτσε:

«Η Κουλτούρα και το Κράτος, ας μη γελιέται κανείς για αυτό, είναι ανταγωνιστές. Το Πολιτιστικό Κράτος είναι απλώς μια σύγχρονη ιδέα. Όλες οι μεγάλες περίοδοι πολιτισμού, είναι περίοδοι πολιτικής παρακμής. Οτιδήποτε σπουδαίο υπάρχει από πολιτιστική άποψη, είναι μη-πολιτικό ακόμα και «αντιπολιτικό».

Η πολιτική κυριαρχία κηδεμονεύει κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, προκειμένου να δημιουργήσει και να διατηρήσει την ομοιομορφία και να υποτάξει τις δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας. Κι εδώ αρκεί να αναλογιστεί ο καθένας μας τους βάλτους της ομοιομορφίας που βυθιζόμαστε στην καθημερινότητα: από το in fashion ντύσιμο και το hi-tech κινητό τηλέφωνο μέχρι την αλόγιστη χρήση του Facebook, ως προαπαιτούμενα για να βρίσκεται κάποιος εντός κλίματος εποχής.

Πώς μπορεί να παράγει πολιτισμό, άρα ελευθερία, ένας άνθρωπος που είναι αγκιστρωμένος σε αυτή την μεταμφιεσμένη καταστολή ιδεών, οικειοθελώς ντυμένος με τον ζουρλομανδύα κανόνων πνευματικής στειρότητας που επιβάλλουν τα θλιβερά κοινωνικά στερεότυπα;

Ένα αξίωμα: Δεν χρειάζονται χρήματα για να παραχθεί πολιτισμός. Μεράκι χρειάζεται και μύχια ανάγκη επικοινωνίας εκείνου που εκφράζει και εκείνου που εισπράττει. Ένα κομμάτι χαρτί και ένα μολύβι για να αποτυπωθεί μία σκέψη ή οι νότες μίας μελωδίας. Για να δημιουργηθεί ένα σκίτσο και το αφήγημά του. Ας θυμηθούμε την πολιτιστική και κοινωνική παρέμβαση που σκίτσαραν στα αφηγήματά τους από τον Μποστ και τον Αρχέλαο, μέχρι τον ΚΥΡ, τον Γιάννη Καλαϊτζή, τον Ανδρέα Πετρουλάκη και αμέτρητοι άλλοι. Με εκφραστική οικονομία που αναδεικνύει εκείνο το ξενόφερτο «μία εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις» (-H μικροσύσπαση σε ένα πρόσωπο, αναλογεί σε δεκάδες λέξεις κειμένου).

Τα σκίτσα και τα κόμικς είναι μια μορφή λαϊκής ριζοσπαστικής τέχνης, που αποκρυσταλλώνει και γελοιοποιεί την εξουσία και τους υμνητές της. Γι’ αυτό «περιθωριοποιήθηκαν» ως υποδεέστερη μορφή τέχνης, που αναπαράγεται μαζικά μέσω τυπογραφικής ανατύπωσης, οπότε δεν έχει θέση στις ελιτίστικες εκθέσεις υψηλής διανόησης των γκαλερί. Των φυλακών της τέχνης δηλαδή, που η απεύθυνση γίνεται από λίγους σε ακόμα λιγότερους. Όταν η εξουσία αντιληφθεί ότι κάτι την απειλεί, το παραγκωνίζει, το διαβάλλει, το λοιδορεί. Κι ο πολιτισμός, σε όποια μορφή του, την απειλεί.

«Οι βασικοί νόμοι της ανθρώπινης ηλιθιότητας»

Ένα άρθρο, ένα βιβλίο κ.λπ. δεν έχουν την δύναμη από μόνα τους, σαν τυπωμένες σελίδες, να αλλάξουν την κοινωνία. Κι αυτό είναι κάτι που ομολογούν με βεβαιότητα λογοτέχνες, δημοσιογράφοι κ.λπ., που γράφουν και δημοσιεύουν τα κείμενα και τα πονήματά τους επί σειρά ετών. Ο ρόλος τους είναι να αλλάξουν τους ανθρώπους που θα τα διαβάσουν, να τους ενεργοποιήσουν, κι έπειτα να αλλάξουν την κοινωνία γύρω τους. Πρώτα ανατρέπεται η κατεστημένη εικόνα του ατόμου και έπειτα της ολότητας – οι αλλαγές αρχίζουν από το μέρος και απλώνονται στο σύνολο.

Ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα -που έπεσε για δεύτερη φορά, πρόσφατα, στα χέρια μου- είναι «Οι βασικοί νόμοι της ανθρώπινης ηλιθιότητας» του Ιταλού ακαδημαϊκού Κάρλο Τσιπόλα. Ένα πνευματώδες δοκίμιο, σύντομο, με ασφαλή συμπεράσματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά, στα όρια του κυνισμού. Ένα ανάγνωσμα που μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της αλλαγής από το μέρος στο όλον. Ο νόμος που χαρακτηρίζει χρυσό ο Τσιπόλα στο πόνημά του, αναφέρει ότι

“…Ηλίθιος ονομάζεται το άτομο που οι πράξεις του προκαλούν ζημιές σε ένα άλλο άτομο ή σε μία ομάδα ατόμων, χωρίς ο ίδιος να αποκομίζει κέρδη. Ενώ, πιθανά, να υφίσταται ακόμα και ζημιές”.

Οπότε για να παρατηρήσουμε πόσο μεγάλη και πολυπληθής είναι η κατηγορία με τους ηλίθιους, πρέπει να κάνουμε έρευνα -και αναγωγή- από τον μικρόκοσμό μας μέχρι τον μακρόκοσμο γύρω μας. Δηλαδή από το πολύ στενό περιβάλλον μας (γειτονιά, εργασιακός χώρος, ακόμα και οικογένεια ή φίλους), μέχρι ανθρώπους που τυχαία συνδιαλεγόμαστε μαζί τους στον δρόμο, καλλιτέχνες (καλώς ή κακώς εννοούμενους), όσους κυβερνούν διαχρονικά κ.λπ. Μία διαδικασία που χρειάζεται να γίνεται τακτικά για να έχει ισχυρή και επίκαιρη νοηματοδότηση, προκειμένου να βρούμε σταθερό βηματισμό, να είμαστε δημιουργικοί και να μην πληγωνόμαστε.

Ο Τσιπόλα παρατηρεί εύστοχα ότι τα μη ηλίθια άτομα παραβλέπουν ή ακόμα και υποτιμούν ότι ο συγχρωτισμός τους με τους ηλίθιους, αποτελεί μοιραίο λάθος. Από την στιγμή όμως που δεν μπορεί να αποφευχθεί η επαφή με αυτή την κατηγορία ανθρώπων, λόγω της γενικευμένης ηλιθιότητας που μας περιβάλλει, πρέπει να γίνονται αντιληπτοί ποιοι είναι και πού βρίσκονται. Ακόμα κι αν αναφερόμαστε στον διπλανό μας στον χώρο εργασίας, σε εκείνον που ουρλιάζει για την καθαρότητα της φυλής του, στον έμμισθο κρατικό υπάλληλο που κάνει κατάχρηση της εξουσίας που του δίνει το εθνόσημο που φέρει, για να τονώσει το Εγώ του.

Τον ηλίθιο ανθρωπάκο είναι σημαντικό να ξεχωρίζουμε και να φοβόμαστε, γιατί μπορεί να γίνει περισσότερο επικίνδυνος από τον κακοποιό και σε κάθε περίπτωση εξαντλεί την όποια εξουσία έχει στα χέρια του. Ακόμα και εκείνη της διεκπεραιωτικής σφραγίδας, σε μία δημόσια υπηρεσία.

Άθεος εναντίον Άθεου

Οι μη πιστοί και οι άθεοι χρησιμοποιούνται συχνά εναλλακτικά, αλλά υπάρχουν σημαντικές διακρίσεις μεταξύ των δύο. Οι μη πιστοί είναι άτομα που δεν πιστεύουν σε καμία θρησκεία ή θεότητα, ενώ άθεοι είναι εκείνοι που συγκεκριμένα δεν πιστεύουν στην ύπαρξη θεού ή θεών.

Άπιστοι

Άπιστοι είναι εκείνοι που δεν ακολουθούν καμία οργανωμένη θρησκεία ή σύστημα πνευματικών πεποιθήσεων. Μπορεί να μην έχουν ιδιαίτερες πεποιθήσεις για την ύπαρξη θεού ή θεών, αλλά δεν απορρίπτουν ενεργά την ιδέα. Οι μη πιστοί μπορεί να έχουν πνευματικές πεποιθήσεις, αλλά αυτές οι πεποιθήσεις δεν βασίζονται σε καμία οργανωμένη θρησκεία.

Άθεοι

Οι άθεοι είναι άτομα που συγκεκριμένα δεν πιστεύουν στην ύπαρξη θεού ή θεών. Ο αθεϊσμός είναι μια φιλοσοφική στάση που βασίζεται στην απόρριψη του θεϊσμού και στην πεποίθηση ότι δεν υπάρχει θεός ή θεοί. Οι άθεοι μπορεί επίσης να είναι μη πιστοί, αλλά είναι διακριτοί στο ότι απορρίπτουν ενεργά την ιδέα ενός θεού ή θεών.

Συμπέρασμα

Οι μη πιστοί και οι άθεοι είναι δύο ξεχωριστές ομάδες ανθρώπων που δεν πιστεύουν σε καμία θρησκεία ή θεότητα. Οι μη πιστοί μπορεί να έχουν πνευματικές πεποιθήσεις, αλλά αυτές οι πεποιθήσεις δεν βασίζονται σε καμία οργανωμένη θρησκεία. Οι άθεοι, από την άλλη πλευρά, απορρίπτουν συγκεκριμένα την ιδέα ενός θεού ή θεών. Η κατανόηση της διαφοράς μεταξύ αυτών των δύο ομάδων είναι σημαντική για την κατανόηση των πεποιθήσεων ατόμων που δεν ακολουθούν καμία οργανωμένη θρησκεία.

Πολλοί άνθρωποι ενοχλούνται από την ετικέτα ' αθεϊστής .' Μερικοί πιστεύουν ότι μεταδίδει εσφαλμένες πληροφορίες για αυτούς, για παράδειγμα, ότι πιστεύουν ότι γνωρίζουν με βεβαιότητα ότι κανένας θεός δεν μπορεί ή δεν υπάρχει. Άλλοι φοβούνται ότι φέρει πάρα πολλές συναισθηματικές αποσκευές. Έτσι, πολλοί αναζητούν κάτι πιο ουδέτερο και αξιοσέβαστο, ακόμα κι αν ουσιαστικά σημαίνει το ίδιο πράγμα.

Ο Peter Saint-Andre έγραψε πριν από μερικά χρόνια:

Στην ηλικία των εννέα ετών, σταμάτησα να πιστεύω στην ύπαρξη θεών, γιατί δεν φαινόταν να υπάρχουν στοιχεία για το είδος της υπερφυσικής δύναμης που ισχυρίζονταν οι γύρω μου. Δεν βλέπω την έλλειψη θρησκευτικής μου πεποίθησης ως θέμα ιδεολογίας, γι' αυτό προτιμώ τον όρο «άθεος» από τον όρο «άθεος» (αυτός που αμφισβητεί ενεργά την ύπαρξη θεών, συχνά με μαχητικό τρόπο) ή «αγνωστικιστής» (κάποιος που δεν πιστεύει ότι υπάρχουν αρκετά στοιχεία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο για να προσδιορίσει αν υπάρχουν θεοί).

Τα λάθη των ετικετών

Ο Saint-Andre κάνει δύο (σχετικά) λάθη εδώ. Πρώτον, υποθέτει ότι κάθε φορά που βλέπουμε τον «-ισμό» να τελειώνει σε μια λέξη, επομένως κοιτάμε μια ετικέτα για κάποια ιδεολογία, σύστημα πεποιθήσεων, θρησκεία κ.λπ. Δεύτερον, υποθέτει ότι ο «άθεος» ορίζεται μόνο από η πολύ στενή ιδέα της ενεργητικής αμφισβήτησης της ύπαρξης θεών.

Δεν είναι αλήθεια ότι όλα με το επίθημα -ισμός είναι κάποιου είδους ιδεολογία. Η τρομοκρατία δεν είναι ιδεολογία, είναι πρακτική ή τακτική. Ο ηρωισμός δεν είναι ιδεολογία, είναι χαρακτηριστικό ή ιδιότητα. Ένα άτομο με αστιγματισμό δεν είναι ένα άτομο του οποίου η ιδεολογία συνίσταται στο να μην σχηματίζει σημεία (αν και έχω συναντήσει ανθρώπους που θεωρητικά θα μπορούσαν να περιγραφούν με τέτοιο τρόπο).

Είναι αλήθεια ότι το επίθημα -ισμόςσυχνάσηματοδοτεί μια ιδεολογία, αλλά μπορεί επίσης να σηματοδοτήσει κάποια κατάσταση, χαρακτηριστικό ή χαρακτηριστικό που δεν βασίζεται σε κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία. Αυτό είναι αναμενόμενο γιατί το αγγλικό -ism προέρχεται από το ελληνικό -ismos, που σημαίνει «η πράξη, η κατάσταση ή η θεωρία του».

Ο όρος «άθεος» δεν σημαίνει στην πραγματικότητα τίποτα διαφορετικό από τον όρο «άπιστος» (σε θεούς). Άθεος είναι απλώς κάποιος που δεν πιστεύει στους θεούς -- ένα άτομο που δεν είναι θεϊστή. Ο αθεϊσμός είναι η κατάσταση της έλλειψης πίστης στην ύπαρξη κανενός θεού. Κάποιοι συνεχίζουν να αμφισβητούν ενεργά την ύπαρξη ορισμένων ή όλων των θεών και κάποιοι μπορεί να το κάνουν μαχητικά, αλλά αυτό δεν αποτελεί προϋπόθεση για να είσαι άθεος. Μερικοί είναι άθεοι με πολύ απαθή τρόπο, δεν πιστεύουν σε κανέναν θεό και δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τους άλλους. Ο αθεϊσμός δεν είναι ιδεολογία, δεν είναι σύστημα πεποιθήσεων και δεν είναι θρησκεία -- αν και, όπως ο θεϊσμός, μπορεί να είναι μέρος και των τριών.

Φυσικά, εάν οι μη πιστοί συνεχίσουν να ντρέπονται για τον αθεϊσμό ή συνεχίσουν να φαντάζονται ότι ορίζεται με τον τρόπο που ο ευαγγελικόςΧριστιανοίθα ήθελα να το ορίσω, οι άνθρωποι θα παραμείνουν μπερδεμένοι σχετικά με το θέμα.

Αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι ο Peter Saint-Andre είναι απλώς «μπερδεμένος», εξαιτίας αυτού:
Αντίθετα, δεν αποδίδουμε το επίθημα «-ισμός» στην αναγνώριση των γεγονότων. Κανείς δεν περιγράφει τον εαυτό του ως «ηλιοκεντριστή» -- απλώς αναγνωρίζει το γεγονός ότι η γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο. Το να περιγράψεις ένα άτομο ως ηλιοκεντριστή και ένα άλλο ως γεωκεντριστή θα ήταν να βάλεις παρατηρήσιμα γεγονότα και αναπόδεικτα δόγματα σε ίση βάση, και αυτό είναι απλώς λάθος.

Τώρα αυτό είναι απλώς παράλογο. Σίγουρα θα περιέγραφα τον εαυτό μου ως «ηλιοκεντριστή» αν τύχαινε να μιλήσω σε έναν «γεωκεντριστή» για την οργάνωση του ηλιακού συστήματος. Υπάρχουν γεωκεντριστές, οπότε μια τέτοια κατάσταση δεν είναι αδύνατη, αλλά είναι απίθανο, οπότε δεν περιμένω να συμβεί σύντομα. Ακριβώς επειδή είναι απίθανο, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι μια τέτοια ετικέτα δεν θα ήταν ακριβής.

Ηλιοκεντρικός είναι όποιος πιστεύει ότι η γη περιφέρεται γύρω από τον ήλιο. γεωκεντριστής είναι όποιος πιστεύει ότι ο ήλιος περιφέρεται γύρω από τη γη. Η χρήση αυτών των ετικετών είναι, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Peter Saint-Andre, μια αναγνώριση παρατηρήσιμων γεγονότων και όχι μια προσπάθεια να τοποθετηθούν και τα δύο σε ισότιμη βάση. Η χρήση μιας λέξης που τελειώνει σε «ισμός» για να περιγράψει δύο διαφορετικές καταστάσεις ή συνθήκες ή δύο διαφορετικές ιδεολογίες δεν σημαίνει ότι κάποιος θεωρεί και τους δύο ίσους με οποιονδήποτε τρόπο. Είναι απλώς η σωστή χρήση της γλώσσας. Αντίθετα, η άρνηση της σωστής χρήσης της γλώσσας για τη συγκέντρωση σημείων συζήτησης είναι απλώς νεανική.

Η εμφάνιση της θρησκείας

Μια κοινωνιολογική προσέγγιση

Όταν η θρησκεία αναγνωρίστηκε και θεσπίστηκε από την πολιτική εξουσία, η "δουλειά" της δεν ήταν η σύνδεση του ανθρώπου με τον "θεό", ήταν ο έλεγχος της σχέσης του με αυτόν. Τα αρχαία χρόνια η ανθρώπινη γνωσιολογία ήταν ριζικά διαφορετική, απλά γιατί ήταν διαφορετική η δομή της κοινωνίας, σε όλα τα επίπεδα. Ήταν ανοιχτές στη γνώση, χωρίς δικαιώματα και προνόμια, γιατί οι άνθρωποι ήξεραν εκ πείρας ότι έτσι η κοινωνία μπορεί να επιβιώσει - η άλλη "επιλογή" είναι η κατάλυση των κοινωνικών δεσμών "λόγω ανωτέρας βίας", η βασική λογική της εξουσίας. Όπου και όταν αυτό συνέβαινε, οι κοινωνίες προσαρμόζονταν στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, φυσικές και ανθρωπογενείς, κι έτσι εξελίσσονταν ο πολιτισμός. Ο άνθρωπος ένιωθε τον εαυτό του ως μέρος του κόσμου του, η θεότητα ήταν αναπόσπαστο μέρος της πραγματικότητάς του, και του ίδιου του του εαυτού. Ένιωθε τη θεότητα, στο σώμα, στο μυαλό, και στους άλλους γύρω του. Ο "θεός" ήταν ποιητική έκφραση για τη θέση του στον κόσμο, μεταφυσική έκφραση για την κατανόηση του φυσικού κόσμου. Οι αρχαίοι ελληνικοί θεοί ήταν ποικίλες εκφράσεις των φυσικών ενεργειών, που θύμιζαν στον άνθρωπο τη συμμετοχή του στην κοσμική ενέργεια. Ο αρχαίος άνθρωπος δεν διαχώρισε τον εαυτό του από την θεότητα. Θα ήταν αδιανόητο για αυτόν να θεωρήσει τη θεότητα εξωτερική δύναμη, έξω από τον εαυτό του. Ήταν ο ίδιος θεός, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, δεν μπορούσε να σκεφτεί διαφορετικά. Η ίδια του η φύση ήταν η θεότητά του.

Όσο ο πολιτισμός προχωρούσε μαζί με την αστική ανάπτυξη, δυνάμωναν οι πρακτικές ανάγκες της αναγκαστικής συμβίωσης ανθρώπων πολλών και διαφορετικών μεταξύ τους, και η ανάγκη ελέγχου του πλήθους. Ο αστικός άνθρωπος όλο και ξέκοβε από τη φύση. Η εξουσία δεν είχε άλλη επιλογή, παρά να επιβληθεί με τη δύναμη της επιβολής στο όνομα πρακτικών αναγκών. Για να ελέγξουν οι ηγέτες το πώς οι άνθρωποι συμπεριφέρονται, έπρεπε να ελέγξουν το πώς σκέφτονται. Πήραν έτοιμες αρχαίες διδασκαλίες και παραδόσεις, και τις μετέφρασαν σε νόμους και θεσμούς που έπρεπε πλέον να επιβληθούν, αφού πρώτα τις προσάρμοσαν στη βασική αρχή του εξωτερικού αιτίου - δηλαδή η θεότητα δεν πηγάζει από την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη αλλά υπάρχει έξω και πριν και πάνω από αυτήν ως ανώτερη βούληση στην οποία οι άνθρωποι πρέπει να υπακούν. Αυτή η αλλαγή πρωτοεμφανίστηκε όχι στις ανοιχτές κοινωνίες του μεσογειακού κόσμου -ελεύθερο κοινωνικό μοντέλο- αλλά στις ανατολικές κλειστές εξουσιαστικές κοινωνίες -δεσποτικό κοινωνικό μοντέλο. Είπαν στον άνθρωπο, ο θεός είναι κάπου εκεί έξω, σε έφτιαξε, είσαι κατασκευασμένο εξάρτημα, πρέπει να υπακούς, είσαι μειονεκτικός, προβληματικός, εξαρτημένος, υποτελής, ένοχος, αμαρτωλός, έχεις ανάγκη σωτηρίας, έχεις ανάγκη το ιερατείο, τη θρησκεία, τους παπάδες, τους ναούς.

Αυτά δε θα τολμούσε κανείς να τα πει σε έναν αρχαίο Έλληνα, γιατί θα τον έπαιρνε ο διάολος. Αυτό θα ήταν η χειρότερη προσβολή κατάμουτρα στο ανθρώπινο πρόσωπο. Η ιστορία έδειξε ότι το θρησκευτικό μοντέλο υποταγής αποδείχτηκε αποτελεσματικό. Τα χειριστικά κοινωνιοπαθή στοιχεία κατασκεύασαν τις τρεις μεγάλες ανατολικές θρησκείες -ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, μωαμεθανισμός- και έκαναν εξαιρετική δουλειά, ως διαταραγμένες προσωπικότητες με εξαιρετική πονηριά στον ψυχολογικό χειρισμό ακολούθησαν πιστά τις παραδοσιακές τεχνικές ελέγχου της μάζας. Έκαναν τις ανθρώπινες κοινωνίες πράσινο χαλί στην πολιτική εξουσία, και με αντάλλαγμα μπήκαν στον κρατικό κορβανά. Ο συνδυασμός φόβου και ενοχής έγινε το απόλυτο εργαλείο καθυπόταξης του ανθρώπου, και η πολιτική εξουσία πάντα προστάτευε τα ιερατεία για την εκπαίδευση του ανθρώπου από τα γεννοφάσκια του στην υποταγή, την ανοχή, τη δουλεία, την εκμετάλλευση.

Η θεότητα δεν είναι σε βιβλία, ναούς, τελετές. Είναι μέσα σου, αυτή είσαι εσύ, εσύ είσαι αυτή. Στο σώμα σου, στο νου σου, στην ανάσα σου, στον σεβασμό του εαυτού σου και των άλλων, στην ηρεμία του μυαλού σου, στην φύση και στον κόσμο, σε όλα όσα σε περιβάλλουν, και σε όλους όσους σε περιτριγυρίζουν. Η πραγματική αφύπνιση δεν έρχεται από έξω, αλλά από μέσα, από τη μνήμη του ίδιου σου του εαυτού. Εσύ ο ίδιος είσαι θεός, και γίνεσαι θεός με τη μνήμη του εαυτού του. Αυτή ήταν η πυρηνική φιλοσοφία του αρχαίου Έλληνα, του σκεπτόμενου ανθρώπου που βίωνε ότι η κατανόηση του εαυτού σου συμβαδίζει με την κατανόηση του κόσμου σου. Του κόσμου εκείνου που είναι ο ίδιος κόσμος με τον κόσμο των άλλων. Ο αρχαίος Έλλην προσπαθούσε να καταλάβει τον φυσικό κόσμο σκεπτόμενος μεταφυσικά, όχι υπερφυσικά. Έτσι ξεκίνησαν οι ανθρώπινες αξίες, φιλοσοφία, επιστήμη, μύθος, ιστορία πολιτισμός. Αυτά τα ξέρουν καλά οι πονηροί ανατολίτες μουλάδες, γι΄ αυτό λυσσάζουν και αναθεματίζουν τον ελληνισμό, ξέρουν ότι το ελεύθερο μοντέλο σκέψης είναι η χειρότερη απειλή για το δικό τους εξουσιαστικό μοντέλο. Στον αρχαιοελληνικό κόσμο υπήρχαν θεοί χωρίς θρησκείες, όπως και υπήρχαν άνθρωποι χωρίς δούλους. Εννοείται βεβαίως, όχι σε όλες τις περιπτώσεις, όχι σε όλες τις κοινωνίες, όχι σε όλες τις εποχές, όχι σε όλες τις συνθήκες, υπήρχε όμως μια μυθική και ιστορική και πολιτιστική μνήμη ανόθευτη και διαθέσιμη σε όσους την έψαχναν. Σήμερα στις υποταγμένες κοινωνίες της ψευτιάς και μετά από αιώνες συστηματικής διαστροφής από τους εξουσιαστές αυτή η μνήμη έχει σχεδόν χαθεί. Υπάρχει, όσο υπάρχει, όχι ως συλλογική αξία αλλά ως ατομική προσπάθεια στην έρευνα της αλήθειας. Της αληθινής αλήθειας. Όχι της ψεύτικης αλήθειας από τους μαυροφορεμένους ανατολίτες ψευταράδες.

ΠΕΡΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ – ΑΘΕΙΑ

Από τα αρχαία χρόνια βλέπουμε μια μεγάλη ανάγκη των ανθρώπων να δημιουργούν θεούς, να τους τιμούν και να τους σέβονται. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Ποιοι είναι στ’ αλήθεια οι λόγοι και ποια τα κριτήρια στην δημιουργία μιας νέας θρησκείας; Αυτά είναι δύο από τα πολλά ερωτήματα που θα προσπαθήσω να απαντήσω στο άρθρο.

Πολλοί έχουν την στερεότυπη άποψη πως στα αρχαία χρόνια οι άνθρωποι είχαν μια τυφλή υπακοή προς τις λατρείες τις εποχής τους. Ωστόσο δεν συμφωνώ απόλυτα με αυτή την άποψη. Ποιος μπορεί να μας εγγυηθεί πως, για παράδειγμα οι αρχαίοι Έλληνες, δεν είχαν έστω και μια αμφιβολία για την ύπαρξη θεών; Κανείς. Λέγοντας κάτι τέτοιο αφήνεται να εννοηθεί πως η αρχαιότητα ήταν μια ”σκοτεινή” περίοδος, κάτι που όμως είναι λάθος. Κι αυτό γιατί στην αρχαία Ελλάδα συναντάμε όχι μόνο την αμφιβολία για την ύπαρξη θεών, αλλά (έστω και σε πολύ μικρό ποσοστό) την αθεΐα. Θα υποστηρίξω αυτά που ανέφερα με την επόμενη ιστορία.

Όταν ο Διαγόρας της Μήλου, που του δόθηκε το παρατσούκλι Άθεος, ήταν στην Σαμοθράκη, επισκέφθηκε το ιερό των Μέγα Θεών, το οποίο τιμούσαν κυρίως σαν τον προστάτη των ναυτικών σε κίνδυνο. Σε αυτήν την περίπτωση ένας φίλος τον ρώτησε: “Εσύ που πιστεύεις ότι οι θεοί δεν νοιάζονται για τους ανθρώπους, δεν βλέπεις από την τεράστια ποσότητα των ζωγραφισμένων ιερών πλακών πόσοι άνθρωποι σώθηκαν από την βία της καταιγίδας μέσω των προσευχών και των όρκων τους και έφτασαν σώοι μέχρι το λιμάνι;” Ο Διαγόρας, απάντησε “είναι επειδή οι άνθρωποι που ναυάγησαν και πέθαναν στη θάλασσα δεν ζωγραφίζουν πουθενά” Το ανέκδοτο καταγράφηκε από τον Κικέρωνα και αποτελεί μια μεγάλη βοήθεια στο ότι, δηλαδή, αν και σε πάρα πολύ μικρό ποσοστό, συναντάμε την αθεΐα στην αρχαιότητα.

Σε ένα τεράστιο ποσοστό συναντάμε την αμφιβολία. Ο αρχαίος Έλληνας λειτουργούσε με την άποψη “φύλα τα ρούχα σου, για να ‘χεις τα μισά”. Ο αγρότης, ο οποίος έκανε τακτικά θυσίες στην Δήμητρα, δεν σημαίνει απαραίτητα πως είχε μια τυφλή πίστη σ’ αυτήν, αλλά ότι πολύ απλά δεν ήθελε να ρισκάρει να έχει μια κακή σοδιά.

Οι θυσίες ήταν κάτι ανάλογο με τα σημερινά γιορτινά τραπέζια. Όπως, λοιπόν, στην σημερινή εποχή χρησιμοποιούμε τα Χριστούγεννα σαν μια ευκαιρία να μαζευτούν σε ένα τραπέζι όλοι οι φίλοι και οι συγγενείς, έτσι και στην αρχαιότητα οι θυσίες ήταν μια καλή ευκαιρία να μαζευτούν πολλοί γνωστοί άνθρωποι σ’ ένα μέρος, να συνομιλήσουν, και φυσικά να φάνε, αφού το θυσιαζόμενο ζώο ασφαλώς δεν πετιόταν παρά σε ορισμένες περιπτώσεις, οπού καιγόταν ένα μόνο κομμάτι του. Κάτι καθόλου τυχαίο, καθώς ήταν η μερίδα, που αναλογούσε στην θεότητα.

Για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας θα πρέπει να ειπωθεί πως, όπως και σήμερα, το μεγαλύτερο ποσοστό όντως πίστευε στην ύπαρξη των θεών. Ήθελε να ξέρει πώς υπάρχει κάτι ανώτερο απ’ αυτόν. Ένας άγρυπνος φρουρός, ο οποίος δεν θα αφήσει να συμβεί τίποτα κακό στους υποστηριχτές του. Ένας τελευταίος λόγος που θα μπορούσε να ωθήσει έναν άνθρωπο στο να γίνει μέρος μιας λατρείας ήταν η ανάγκη του να νιώσει ότι ανήκει κάπου. Ότι είναι μέρος μιας ομάδας ανθρώπων, η οποία ομάδα στέκεται πλάι του. Γι αυτό και βλέπουμε ότι σχεδόν όλοι οι άνθρωποι άνηκαν σε κάποιου είδους ομάδας, στις οποίες μπορούσε ο καθένας (αν βέβαια τηρούσε τις προϋποθέσεις) να γραφτεί, πληρώνοντας φυσικά ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό, γιατί όπως και να ’χει θρησκεία και λεφτά πάνε πάντα πακέτο.Πως δημιουργείται μια θρησκεία

Ασφαλώς μια θρησκεία ή λατρεία δεν δημιουργείται από την μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται μεγάλη προετοιμασία. Το απαραίτητο όμως στοιχείο είναι ο σωστός χρόνος, στον οποίο θα κάνει την εμφάνιση της. Αυτός άλλωστε είναι και το κύριος τρόπος διαμόρφωσης μιας θρησκείας.

Κάθε θρησκεία ή λατρεία διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά της ανάλογα με το θρησκευτικό κενό που υπάρχει εκείνη την εποχή. Έτσι βρίσκει τι λείπει από την θρησκευτική ζωή και το υιοθετεί, αποκτώντας οπαδούς σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο χριστιανισμός, ο οποίος εδραιώθηκε σε μια εποχή όπου, άλλες θρησκείες βρίσκονταν σε παρακμή, με μια ανάγκη από μεγάλες μερίδες προβάτων για θρησκευτική ανανέωση.

Επίσης ένα ακόμα δυνατό σημείο του χριστιανισμού ήταν ότι δεν δεχόταν την εξουσία των τότε αυτοκρατόρων, κάτι που έλκυε πολλούς ανθρώπους. Σε πολύ γενικές γραμμές το θρησκευτικό κενό και πολλά τρικ προπαγάνδας χρησιμοποίησε ο χριστιανισμός για να εδραιωθεί στην θρησκευτική ζωή των ανθρώπων. Αυτονόητο είναι βέβαια πως και οι διάφορες συγκυρίες,, και φυσικά η τύχη έπαιξε τον σημαντικότερο ρόλο στην ενδυνάμωση του Χριστιανισμού.

Αλήθεια, ποιες είναι οι επόμενες κινήσεις μια θρησκείας όταν έχει πια αποκτήσει μεγάλη δύναμη και πολλούς οπαδούς; Με μια λέξη: ισοπεδώνει. Έτσι λοιπόν και ο χριστιανισμός ισοπέδωσε τους αντιπάλους του, καταστρέφοντας ναούς, αγάλματα και πολλά άλλα μνημεία στερώντας από την ανθρωπότητα μια μεγάλη κληρονομιά. Η καταστροφή όμως δεν ήταν μια μόνο από τις πολλές πράξεις προσπάθειας εδραίωσης του χριστιανισμού.

Αλήθεια γιατί τα Χριστούγεννα είναι 25 Δεκεμβρίου; Από όλες τις ημερομηνίες του χρόνου γιατί επιλέχθηκε αυτή για την γέννηση του Χριστού; Ένα είναι το σίγουρο. Ότι αυτή η ημερομηνία μόνο τυχαία δεν είναι. Η 25 Δεκεμβρίου είναι πολύ κοντά στο χειμερινό ηλιοστάσιο (21 Δεκεμβρίου), έτσι λοιπόν 25 Δεκεμβρίου ήταν στη αρχαία Ελλάδα τα γενέθλια του Θεού Ηλιου, ο οποίος κατά τους Ρωμαίους ταυτιζόταν με τον Απόλλωνα, κατά τους Αιγυπτίους τα γενέθλια του θεού-ήλιου Όσιρι, και τέλος 25 Δεκεμβρίου ήταν η ημερομηνία της γέννησης του θεού Μίθρα (περσικός θεός), ο οποίος χαρακτηριζόταν ως ο Ανίκητος Ήλιος.

Κι αυτά είναι τρία μόνο παραδείγματα. Παρ’ όλ’ αυτά σε αντίθεση με τους θεούς, ο Χριστός δεν φαίνεται να έχει κάποια ξεχωριστεί σχέση με τον Θεό Ηλιο, που θα δικαιολογούσε την επιλογή αυτής της ημερομηνίας ως την γέννηση του. Έτσι λοιπόν αυτή η επιλογή αποτελεί καθαρά μια προπαγανδιστική προσπάθεια επισκίασης των άλλων θρησκειών. Ένα ακόμα τέχνασμα μιας αρκετά έξυπνης και προσεκτικά μελετημένης θρησκείας.

Είναι εμφανές πως το κοινό χαρακτηριστικό όλων των θρησκειών είναι η σωτηριολογία, κάτι απολύτως λογικό. Και αυτό γιατί ο άνθρωπος θα ακολουθήσει ένα κίνημα, το οποίο αν τηρήσεις τους κανόνες, και φυσικά με την απαραίτητη συνδρομή (συγχωροχάρτια) εξασφαλίζει μια αιώνια ζωή γεμάτη ευτυχία και γαλήνη. Όμως η ιστορία δεν σταματάει εδώ. Γιατί όποιος τολμήσει να μην υπακούσει τις εντολές του θεού τότε τον περιμένουν αιώνια βασανιστήρια στα πύρινα βάθη της κολάσεως.

Παρατηρείται λοιπόν ένας ψυχολογικός πόλεμος, ο οποίος εξαναγκάζει τον άνθρωπο να υποχωρήσει και να θέσει τον εαυτό του δέσμιο της θρησκείας. Αυτή είναι με δύο προτάσεις η σωτηριολογία του χριστιανισμού. Όλες η θρησκείες έχουν σωτηριολογία, που στην ουσία εκβιάζει και φοβίζει τον άνθρωπο.

Σαφές παράδειγμα αποτελούν οι ηλικίες που δείχνουν ενδιαφέρον στην παρακολούθηση των λειτουργιών. Είναι δηλαδή τυχαίο που συναντάμε ανθρώπους τρίτης ηλικίας σε λατρευτικούς ναούς. Φυσικά και όχι. Πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής τους οι άνθρωποι θέλουν να είναι σίγουροι πως θα εξασφαλίσουν την εύνοια του θεού, έτσι ώστε να έχουν μια ευνοϊκή μεταθανάτια ζωή. Προσπαθούν, λοιπόν, να χρησιμοποιήσουν μερικά θρησκευτικά παραθυράκια για να πετύχουν τον σκοπό τους.

Τον τελευταίο αιώνα όλο και περισσότεροι άνθρωποι στρέφονται προς τον αθεϊσμό. Πολλοί λένε πως είναι τυχαίο, ενώ παράλληλα άλλοι δεν δέχονται αυτή την άποψη. Όντως το ποσοστό των άθεων έχει ανέβει. Κι αυτό γιατί ο κυριότερος αντίπαλος της θρησκείας εξελίσσεται ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Ταξίδια στο διάστημα, επιστημονικές επεξηγήσεις πολλών “θαυμάτων”, μέχρι και προσπάθεια αναπαράστασης της γνωστής σε όλους θεωρίας του Big Bang. Η επιστήμη κερδίζει όλο και περισσότερους ανθρώπους, οι οποίοι αρνούνται να πιστέψουν πως δεν ελέγχουν την μοίρα τους, και απαιτούν έναν, κατά τα λεγόμενα τους, ελεύθερο τρόπο ζωής.

Μήπως όμως τα παραπάνω δεν είναι απλές στατιστικές. Μήπως ο χριστιανισμός μπήκε στην περίοδο της παρακμής του; Ένα είναι το σίγουρο, ότι ο χριστιανισμός έχει περάσει την περίοδο της ακμής του τον Μεσαίωνα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν βρίσκεται σε μια φάση παρακμής ή απλής στασιμότητας. Όπως και να ‘χει πρέπει να δούμε τα πράγματα με λογική. Ο χριστιανισμός δεν έχει κάποια βασική διαφορά με κάποια άλλη θρησκεία η λατρεία, η οποία να τον μονιμοποιεί στις ζωές των ανθρώπων.

Δεν θα γίνει αύριο, σιγά-σιγά όμως, σε εκατοντάδες χρόνια ο χριστιανισμός θα καταρρεύσει. Και όχι μόνο ο χριστιανισμός, αλλά και όλες οι άλλες σύγχρονες θρησκείες. ακριβώς όπως κατέρρευσαν οι λατρείες τις αρχαιότητας, Και έτσι θα καταρρεύσει και η αμέσως επόμενη θρησκεία μετά τον χριστιανισμό, και η επόμενη, και η επόμενη. Όσο και να το αρνούνται μερικοί, αυτή είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων. Είναι στην φύση του ανθρώπου. Κάποια στιγμή ο χριστιανισμός θα σταματήσει να ολοκληρώνει τους πιστούς του. Και τότε όπως έγινε λίγο πριν την εδραίωση του θα δημιουργηθεί ένα θρησκευτικό κενό, το οποίο θα αρχίσει το κάλεσμα του για μια νέα θρησκεία. Και αυτός ο φαύλος κύκλος θα συνεχιστεί μέχρι το τέλος.

Πολλοί δεν αντιλαμβάνονται την δύναμη που έχουν οι ιδέες.

Οι ιδέες γίνονται δύναμη που κατευθύνουν συνειδήσεις και τιθασεύουν τρόπους συμπεριφοράς, λαούς και κοινωνίες. Η θρησκεία αλλοτριώνει την συνείδηση, σαν ιός που προσβάλει το λειτουργικό σύστημα της λογικής μας. Είναι η μεγαλύτερη αρρώστια του ανθρώπινου πνεύματος! Μόνο έτσι εξηγείται η ανοησία ακόμα και έξυπνων ανθρώπων που πιστεύουν σε παραλογισμούς. Ανόητος δεν γεννιέται κανείς, ανόητος γίνεται με την εκπαίδευση! Είναι αλήθεια ότι ακόμα και στο σχολείο μας λένε την μισή αλήθεια. Δεν είναι δυνατόν την μια ώρα να κάνουμε ιστορία και φυσική και την άλλη θρησκευτικά. Το ένα αναιρεί το άλλο.

Πραγματικά, η αλλοτρίωση είναι αυτή που κρατά τον άνθρωπο αποξενωμένο από τον κόσμο του. Από τότε που η πολιτική εξουσία ανακάλυψε ότι η θρησκεία αποξενώνει τον άνθρωπο και τον αποπροσανατολίζει, αντελήφθη ότι πρέπει να επενδύσει σ’ αυτό το κεφάλαιο, αν πρέπει να έχει τους υπηκόους της μόνιμα υποταγμένους στον ιδεαλισμό και τις ιδεοληψίες που οδηγούν, σαν κολαούζο, στους κανόνες που εξυπηρετούν το Σύστημα.

Η αλλοτρίωση επιτρέπει στην εξουσία να επιβάλλεται καλύτερα στους υπηκόους της, όχι μόνο υπομένοντας αλλά και χωρίς αυτοί να αντιδρούν, αφού σε έναν αλλοτριωμένο εγκέφαλο «ο εχθρός πηγάζει αυθόρμητα μέσα από τη συνείδηση του ατόμου και την υφιστάμενη οργάνωση της κοινωνίας»! Οι πολύπλοκοι μηχανισμοί του δημιουργούν μία κοινωνική σχέση που σαν λερναία Ύδρα μας δένει όλο και πιο σφιχτά, λες και ο πόνος του σφιξίματος είναι βιολογικά αναγκαίος και εμείς, αθεράπευτα μαζοχιστές, ερωτοτροπούμε με το τέρας!

Τότε ο σαδισμός γίνεται όργανο της ταξικής κυριαρχίας. Η σχέση μας με αυτό το απάνθρωπο κοινωνικό σύστημα θα μπορούσε να πει κανείς είναι σχέση αλτρουιστική, γιατί το σύστημα, όπως φαίνεται, φέρεται με αλτρουισμό στις υπνωτισμένες και αλλοτριωμένες μάζες των ανθρώπων, όπως ένας σαδιστής στο μαζοχιστικό του ταίρι! Η θρησκεία, όσο αθώα και να φαίνεται, περιτυλιγμένη με ψεγάδια αγάπης και ανόητους διδακτικούς μύθους, υποκρίνεται και αποξενώνει το ποίμνιο. Με αυτόν τον τρόπο τα παγκόσμια διευθυντήρια ελέγχουν τις εξαθλιωμένες μάζες των λαών που αποδέχονται την πνευματική τους ένδεια και εξαθλίωση.

Απ’ ότι φαίνεται όλα οδεύουν σε ένα μόνο συμπέρασμα.

Την γνωστή έκφραση, ότι “δεν δημιούργησε ο θεός τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος τον θεό”

Κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν πρόκειται να μάθει.

Δεν είμαι τόσο περίεργος για τον αν υπάρχει κάποιος θεός.

Η περιέργεια μου επικεντρώνεται σε ένα άλλο σημείο. Πως, άραγε, θα χαρακτηρίζεται ο ιουδαϊσμός, με όλα τα παρακλάδια του χριστιανισμός και μουσουλμανισμός, από τους μελετητές του μέλλοντος, όταν πια θα είναι μια αρχαία, νεκρή θρησκεία, όπως τόσες και τόσες παρόμοιες από τις οποίες κι ο ίδιος έκλεψε τις δοξασίες του;

Όπως έλεγε και ο Βολτέρος «Εκείνοι που μπορούν να σε κάνουν να πιστέψεις σε ανοησίες, μπορούν να σε κάνουν να διαπράξεις και εγκλήματα»!

«Ιερές» αντιφάσεις και ασυναρτησίες ΜΕΡΟΣ ΜΘ' (529 - 541)

Αντιφάσεις της Βίβλου

(Έχω σταχυολογήσει 560 αντιφάσεις από ένα σύνολο περίπου 35000 αντιφάσεις και ασυναρτησίες που θα σας τις παρουσιάσω σε συνέχειες)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΡΟΣ MΗ'

Όλες οι αντιφάσεις στη Βίβλο Ανά βιβλίο:

Πράξεις

529. Περιέχει το ευαγγέλιο του Λουκά όλα όσα έκανε ο Ιησούς;

Ναι.

Την προηγούμενη πραγματεία έκανα, ω Θεόφιλε, για όλα όσα ξεκίνησε ο Ιησούς και να κάνει και να διδάσκει, Μέχρι την ημέρα που αναλήφθηκε. Πράξεις 1:1-2

Όχι.

Υπάρχουν επίσης πολλά άλλα πράγματα που έκανε ο Ιησούς, τα οποία, αν θα έπρεπε να γραφτεί ο καθένας, υποθέτω ότι ακόμη και ο ίδιος ο κόσμος δεν θα μπορούσε περιέχουν τα βιβλία που πρέπει να γραφτούν. Κατά Ιωάννην 21:25

530. Πόσοι πιστοί υπήρχαν την εποχή της ανάληψης;

Υπήρχαν 120 πιστοί μετά την ανάληψη.

Ο αριθμός των ονομάτων μαζί ήταν περίπου εκατό και Είκοσι. Πράξεις 1:15

Υπήρχαν περισσότεροι από 500 πιστοί πριν από την ανάληψη.

Τον είδαν πάνω από πεντακόσιους αδελφούς ταυτόχρονα. εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος παραμένει μέχρι σήμερα, αλλά μερικοί είναι πεσμένοι κοιμισμένος. 1 Κορινθίους 15:6

531. Τι έκανε ο Ιούδας με το ασήμι;

Αγόρασε ένα χωράφι.

Τώρα αυτός αγόρασε ένα χωράφι με την ανταμοιβή της ανομίας. και πέφτοντας με το κεφάλι, έσκασε Χωρίστηκε στη μέση, και όλα τα σπλάχνα του ξεχύθηκαν. Πράξεις 1:18

Το πέταξε στο έδαφος.

Και ερριψας τα αργυρια εν τω ιερω, και αναχωρησαντας, υπηγε και κρεμασθη. Ματθαίος 27:5

532. Ποιος ανέστησε τον Ιησού από τους νεκρούς;

Ο Ιησούς αναστήθηκε μόνος του από τους νεκρούς.

Ο Ιησούς αποκρίθηκε και τους είπε: Γκρεμίστε αυτόν τον ναό, και σε τρεις ημέρες θα Σηκώστε το. Τότε είπαν οι Ιουδαίοι: Τεσσαράκοντα έξι χρόνια οικοδομήθηκε αυτός ο ναός, και θα τον ανεγείρεις σε τρεις μέρες; Αλλά μίλησε για τον ναό του σώματός του. ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 2:19-21

Ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς.

τον οποίον ανέστησεν ο Θεός, λύσας τους πόνους του θανάτου, διότι δεν ηδύνατο ότι θα έπρεπε να το κρατήσει. Πράξεις 2:24

Αυτόν τον Ιησού τον ανέστησε ο Θεός. Πράξεις 2:32

Ιησούς Χριστός... τους οποίους ο Θεός ανέστησε από τους νεκρούς... Πράξεις 4:10

Αλλά ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς. Πράξεις 13:30

Παύλος, απόστολος, (όχι από ανθρώπους, ούτε από άνθρωπο, αλλά από τον Ιησού Χριστό, και Ο Θεός Πατέρας, που τον ανέστησε από τους νεκρούς·) Προς Γαλάτας 1:1

Ταφείς μαζί του στο βάπτισμα, στο οποίο και αναστηθήκατε μαζί του μέσω του πίστη για την ενέργεια του Θεού, που τον ανέστησε από τους νεκρούς. Κολοσσαείς 2:12

... ο Υιός του... τους οποίους ανέστησε από τους νεκρούς. Προς Θεσσαλονικείς Α ́ 1:10

Το Άγιο Πνεύμα το έκανε.

Αλλά αν το Πνεύμα εκείνου που ανέστησε τον Ιησού από τους νεκρούς κατοικεί μέσα σας, αυτός που ανέστησε Ο Χριστός από τους νεκρούς θα ζωοποιήσει και τα θνητά σας σώματα με το Πνεύμα του που κατοικεί μέσα σας. Ρωμαίους 8:11

533. Πρέπει να υπακούμε στον ανθρώπινο ή θεϊκό νόμο;

Πρέπει να υπακούμε στον Θεό και όχι στους ανθρώπους.

Οφείλουμε να υπακούμε στον Θεό μάλλον παρά στους ανθρώπους. Πράξεις 5:29

Πρέπει να υπακούμε στους νόμους του ανθρώπου.

Υποταχθείτε σε κάθε διάταξη ανθρώπου. 1 Πέτρου 2:13

Κάθε ψυχή ας υποτάσσεται στις ανώτερες δυνάμεις. Διότι δεν υπάρχει εξουσία ειμή εκ του Θεού· αι εξουσίες οι υπάρξεως είναι τεταγμένες υπό του Θεού.

Όποιος, λοιπόν, αντιστέκεται στη δύναμη, αντιστέκεται στο διάταγμα του Θεού· και όσοι αντιστέκονται, θα λάβουν για τον εαυτό τους καταδίκη.

Γιατί οι άρχοντες δεν είναι τρόμος για τα καλά έργα, αλλά για τα κακά. Δεν θα φοβηθείς λοιπόν την εξουσία; Κάνε το καλό, και θα έχεις έπαινο γι' αυτό·

Γιατί είναι υπηρέτης του Θεού σε σένα για το καλό. Αλλά αν κάνεις το κακό, να φοβάσαι. επειδή, μάταια δεν βαστάζει· επειδή, είναι υπηρέτης τού Θεού, εκδικητής, για να εκτελέσει οργή επάνω σ' αυτόν που πράττει το κακό. ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 13:1-4

534. Πόσο χρονών ήταν ο Αβραάμ όταν έφυγε από τη Χαρράν;

75 ετών

Ο Άβραμ [ο Αβραάμ] ήταν εβδομήντα πέντε ετών όταν αναχώρησε από τη Χαρράν. Γένεση 12:4

Τουλάχιστον 135 ετών

Ο πατέρας του Αβραάμ, ο Θάρα, ήταν 70 χρονών όταν γεννήθηκε ο Άβραμ.

Και έζησεν ο Θάρα εβδομήκοντα έτη, και εγέννησε τον Άβραμ [Αβραάμ]. Γένεση 11:26-32

Ο Αβραάμ δεν έφυγε από τη Χαρράν παρά μόνο αφού πέθανε ο Θάρα.

Ο πατέρας μας Αβραάμ... κατοίκησε στη Χαρράν, και από εκεί, όταν Ο πατέρας του πέθανε, μετακόμισε σε αυτή τη γη. Πράξεις 7:2-4

Και ο Θάρα έζησε μέχρι τα 205.

Και ήσαν αι ημέραι του Θάρα διακόσια πέντε έτη· και Ο Θάρα πέθανε στη Χαρράν. Γένεση 11:32

Έτσι λοιπόν, ο Αβραάμ ήταν τουλάχιστον 135 χρονών όταν έφυγε από τη Χαρράν.

535. Πήγε ο Παύλος στην Ιερουσαλήμ αμέσως μετά τη μεταστροφή του;

Ναι

Και ότε ήλθεν ο Σαύλος εις Ιερουσαλήμ, εδοκίμασε να προσκολληθή εις την Ιερουσαλήμ Όλοι όμως τον φοβόντουσαν και δεν πίστευαν ότι ήταν μαθητής. Πράξεις 9:26

Όχι

Για να αποκαλύψει τον Υιό του σε μένα, για να τον κηρύξω ανάμεσα στα έθνη. Αμέσως δεν συνεννοήθηκα με σάρκα και αίμα, ούτε ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα προς εκείνους που ήταν απόστολοι πριν από μένα. Αλλά Πήγα στην Αραβία, και επέστρεψα πάλι στη Δαμασκό. Προς Γαλάτας 1:16-17

536. Είναι εντάξει να τρώτε κρέας θυσιασμένο σε άλλους θεούς;

Ναι.

Λίγο κρέας δεν έβλαψε ποτέ κανέναν. Εξάλλου, οι άλλοι θεοί δεν υπάρχουν.

Όσον αφορά, λοιπόν, τη βρώση εκείνων που προσφέρονται σε θυσία στα είδωλα, Γνωρίζουμε ότι ένα είδωλο δεν είναι τίποτα στον κόσμο και ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από έναν. ... Αλλά το κρέας δεν μας συστήνει στον Θεό: γιατί ούτε, αν φάμε, είμαστε καλύτεροι. ούτε Αν δεν τρώμε, είμαστε χειρότεροι. 1 Κορινθίους 8:4-8

Φάτε ό,τι σας έχουν βάλει μπροστά σας ή πωλείται στο κατάστημα, χωρίς να κάνετε ερωτήσεις για χάρη της συνείδησής σας.

Ό,τι πωλείται στα συντρίμμια, αυτό τρώει, χωρίς να κάνει καμία ερώτηση για χάρη της συνείδησης. 1 Κορινθίους 10:25

Αν κάποιος από αυτούς που δεν πιστεύουν σας καλέσει σε συμπόσιο, και είστε διατεθειμένοι να πάτε. Ό,τι τεθεί μπροστά σας, φάτε, μη ρωτώντας για χάρη της συνείδησής σας. 1 Κορινθίους 10: 27

Όχι.

Απλώς δεν φαίνεται καλό στο Άγιο Πνεύμα και σε εμάς.

Γιατί φάνηκε καλό στο Άγιο Πνεύμα, και σε εμάς, να μην βάλουμε επάνω σας μεγαλύτερο φορτίο από αυτά τα αναγκαία. Να απέχετε από τα κρέατα προσφέρεται στα είδωλα.... Πράξεις 15:28-29

Οι άλλοι θεοί είναι διάβολοι. Δεν μπορείς να φας στο τραπέζι του διαβόλου και στο τραπέζι του Κυρίου.

Λέγω δε ότι όσα θυσιάζουν τα έθνη, εις τα δαιμόνια θυσιάζουν και ουχί εις τον Θεόν· Και δεν ήθελα να έχετε κοινωνία με διαβόλους. Δεν δύνασθε να πίητε το ποτήριον του Κυρίου και το ποτήριον των δαιμονίων· Δεν μπορείτε να γίνετε μέτοχοι της τραπέζης του Κυρίου και της τραπέζης των δαιμόνων. Προς Κορινθίους Α ́ 10:20-21

Μην τρώτε κρέας θυσιασμένο στα είδωλα, για χάρη της συνείδησης.

Αλλ' εάν τις σας είπη, Τούτο προσφέρεται εις θυσίαν εις είδωλα, μη φάγητε ένεκεν εκείνου του αναγγέλλοντος, και ένεκεν της συνειδήσεως, διότι του Κυρίου είναι η γη και το πλήρωμα αυτής. 1 Κορινθίους 10: 28

537. Αν ο σύζυγος πιστεύει, σώζεται και η γυναίκα του;

Ναι, ολόκληρη η οικογένειά του σώζεται από την πίστη του.

Γιατί ο άπιστος σύζυγος αγιάζεται από τη γυναίκα, και η άπιστη σύζυγος αγιάζεται από τον σύζυγο. 1 Κορινθίους 7:14

Πίστεψε στον Κύριο Ιησού Χριστό, και θα σωθείς, και ο οίκος σου. Πράξεις 16:31

Ποιός ξέρει;

Διότι τι εξεύρεις, γυνή, εάν θέλεις σώσει τον άνδρα σου; ή πώς ξέρεις, Άνθρωπε, αν θα σώσεις τη γυναίκα σου; 1 Κορινθίους 7:16

538. Μπορούν οι γυναίκες να είναι επικεφαλής της εκκλησίας;

Ναι μπορούν.

Η Πρισίλα ήταν υπηρέτρια της εκκλησίας.

Πρισίλα ... του εξήγησε την οδό του Θεού. Πράξεις 18:26

Η Φοίβη ήταν διακόνισσα.

Σας συνιστώ τη Φοίβη την αδελφή μας, η οποία είναι υπηρέτρια του εκκλησία. Ρωμαίους 16:1

(Σας συνιστώ στην αδελφή μας Φοίβη, μια διακόνισσα της εκκλησίας. Αναθεωρημένη τυπική έκδοση)

Και η Ιουνία ήταν απόστολος.

Ιουνία* αξιοσημείωτη απόστολος μεταξύ των αποστόλων Ρωμαίους 16:7

Όχι, δεν μπορούν.

Δεν μπορούν να μιλήσουν, να διδάξουν ή να έχουν εξουσία πάνω στους ανθρώπους.

Αφήστε τις γυναίκες σας να σιωπούν στις εκκλησίες: γιατί δεν επιτρέπεται προς αυτούς να μιλήσουν· αλλά έχουν εντολή να είναι υπό υπακοή όπως και λέγει ο νόμος. Και αν θέλουν να μάθουν κάτι, ας ρωτήσουν τους συζύγους τους στο σπίτι: γιατί είναι ντροπή για τις γυναίκες να μιλούν στο εκκλησία. 1 Κορινθίους 14:34-35

Η γυναίκα ας μαθαίνει σιωπηλά με κάθε υποταγή. Αλλά δεν υποφέρω γυναίκα να διδάσκει, ούτε να σφετερίζεται την εξουσία πάνω στον άντρα, αλλά να είναι μέσα σιγή. 1 Τιμόθεο 2:11-12
------------------------
*«Ιουνία» (Ρωμαίους 16:7)
Μερικοί μεταφραστές αναστατώθηκαν τόσο πολύ με την ιδέα μιας γυναίκας αποστόλου ώστε αντικατέστησαν τη λέξη «Ιουνία» με τη λέξη «Ιουνίας». Το πρόβλημα με Αυτό είναι ότι αν και το "Ιουνία" ήταν ένα κοινό γυναικείο όνομα εκείνη την εποχή, δεν υπάρχουν στοιχεία για το "Ιουνίας" ως ανδρικό όνομα.

539. Στο όνομα τίνος πρέπει να τελείται το βάπτισμα;

Του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Πορευθέντες λοιπόν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ματθαίος 28: 19

Ιησού

Τότε ο Πέτρος τους είπε: Μετανοήστε, και βαπτιστείτε όλοι από εσάς στο όνομα του Ιησού Χριστού. Πράξεις 2:38

Βαφτίστηκαν στο όνομα του Κυρίου Ιησού. Πράξεις 8:16

Και τους πρόσταξε να βαπτιστούν στο όνομα του Κυρίου. Πράξεις 10:48

Όταν το άκουσαν αυτό, βαφτίστηκαν στο όνομα του Κύριε Ιησού. Πράξεις 19:5

540. Άκουσαν τη φωνή οι άντρες που ήταν μαζί με τον Παύλο;

Ναι, άκουσαν τη φωνή.

Και οι άνδρες που ταξίδευαν μαζί του στέκονταν άφωνοι, ακούγοντας φωνή, αλλά δεν βλέπει κανέναν. Πράξεις 9:7

Όχι, δεν άκουσαν τη φωνή.

Και οι μετ' εμού είδον μεν το φως, και φοβήθηκαν. αλλά δεν άκουσαν τη φωνή εκείνου που μιλούσε μου. Πράξεις 22:9

541. Οι άνδρες με τον Παύλο χτυπήθηκαν στο έδαφος;

Ναι, έπεσαν στο έδαφος.

Και όταν πέσαμε όλοι στη γη, άκουσα μια φωνή να μιλάει και λέγοντας στην Εβραϊκή γλώσσα: Σαούλ, Σαούλ, γιατί με καταδιώκεις; Πράξεις 26:14

Όχι, παρέμειναν όρθιοι.

Και οι άνδρες που ταξίδευαν μαζί του στέκονταν άφωνοι, ακούγοντας φωνή, αλλά δεν βλέπει κανέναν. Πράξεις 9:7

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ... ΜΕΡΟΣ Ν'

Ο Έλληνας και ο Ελεεινός (χριστιανός)

ΧΡ: «ἐν ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τὸν Θεόν, Κύριον ἐκ πηγῶν Ἰσραήλ» (Εβραϊκός ψαλμός 67)
ΕΛ: Τι λες; Εμείς οι Έλληνες θα ευλογούμε τον θεό του Ισραήλ;
ΧΡ: Βεβαίως. Είναι ο αληθινός Θεός ο πατέρας των πάντων και του μονογενή Υιού του Ιησού Χριστού μας.
ΕΛ: Μιλάς για τον μεσσία που περιμένουν οι Εβραίοι. Και γιατί να είναι οι Εβραίοι ο εκλεκτός λαός και ο θεός τους ο μοναδικός όπως λένε οι ίδιοι;
ΧΡ: Δεν έχει σημασία ποιόν λαό διάλεξε ο Θεός για να αποκαλυφθεί στον κόσμο. Τώρα εμείς οι χριστιανοί είμαστε ο νέος Ισραήλ, ο νέος εκλεκτός λαός του Θεού, χωρίς άλλες εθνικότητες, δεν ανήκουμε σε κανένα έθνος, δεν είμαστε εθνικοί σαν εσάς τους ειδωλολάτρες. Εμείς είμαστε το έθνος του Χριστού.
ΕΛ: Εμείς είμαστε Έλληνες, και είμαστε περήφανοι. Δεν είμαστε εθνικοί, ούτε ειδωλολάτρες, και δεν είμαστε ούτε ο παλιός ούτε ο νέος Ισραήλ. Εσύ δεν είσαι Έλληνας λοιπόν.
ΧΡ: Το είπα, είμαι χριστιανός, και ως εκ τούτου δεν μπορώ να είμαι Έλληνας. Και ο ιερός μας τόπος είναι η Ιουδαία. Υμνούμε τον Θεό στον άγιο τόπο του, την Ιερουσαλήμ. Γι’αυτό και λέμε «Αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ». (Εβραϊκός ψαλμός 50)
ΕΛ: Εμείς οι Έλληνες δεν θα δεχτούμε τέτοιον εξευτελισμό. Ένας Έλληνας δεν θα απαρνιόταν ποτέ τις ρίζες του για να ενστερνιστεί την εβραϊκή παράδοση. Εμείς δεν υμνούμε στην παράδοσή μας κανέναν ξένο. Περιμένεις να ακούμε τέτοιες ασυναρτησίες και πολύ περισσότερο να τις πιστεύουμε;
ΧΡ: Ο Απόστολος Παύλος λέει «Με την πίστη του Αβραάμ απέκτησε ακόμα και η Σάρρα την ικανότητα να δεχτεί το σπέρμα και να γεννήσει παρά τη μεγάλη ηλικία της, επειδή ο Αβραάμ θεώρησε αξιόπιστο το Θεό, που του το υποσχέθηκε». (προς Εβραίους 11)
ΕΛ: Και τι μας νοιάζει εμάς τι λένε οι Εβραίοι; Τι σχέση έχουμε εμείς με την δική τους παράδοση; Εσύ είδες ποτέ Εβραίο να συμμετέχει στις δικές μας παραδόσεις; Είδες ποτέ Εβραίο να υμνεί τους δικούς μας προγόνους στην θρησκεία τους; Αντίθετα μας εξυβρίζουν. Γιατί λοιπόν εμείς να υμνούμε τον θεό των Εβραίων και τους προγόνους τους;
ΧΡ: Εσείς είστε σωβινιστές και ειδωλολάτρες. Είστε ρατσιστές. Και οι θεοί σας είναι ψεύτικα είδωλα.
ΕΛ: Εμείς σεβόμαστε τις παραδόσεις των άλλων και δεν προσβάλλαμε τον θεό κανενός, όμως δεν είμαστε ευνουχισμένοι και ανόητοι ώστε να τις εφαρμόζουμε σαν δικές μας. Βλέπω όμως ότι εσύ και οι όμοιοί σου δεν σέβεστε την δική μας ελληνική παράδοση. Είστε μισαλλόδοξοι ανθέλληνες, επικίνδυνοι, φαντασμένοι και υπνωτισμένοι ζηλωτές.
ΧΡ: Αν δεν αποδεχτείς τον Χριστό οικειοθελώς θα τον ασπαστείς με την βία. Τώρα ελέγχουμε εμείς την Ρώμη και ο αυτοκράτορας θα κάνει ό,τι του ζητήσουμε. Όλοι πρέπει να γίνουν χριστιανοί για να σωθούν από τον σατανά. Η εποχή και ο κόσμος των Ελλήνων τελείωσαν. Ξεκινά η εποχή της Σιών και του Νέου Ισραήλ, ξεκινά ο χριστιανικός κόσμος.

Η Ιεζάβελ δολοφόνησε τον Ναβουθέ; Μια επανεκτίμηση της πιο διαβόητης βασίλισσας του Ισραήλ

Πιθανότατα δεν υπάρχει γυναίκα στη Βίβλο τόσο μισητή όσο η Ιεζάβελ. Ήταν μια Φοίνικα πριγκίπισσα, που δόθηκε σε γάμο με τον βασιλιά Αχαάβ του Ισραήλ από τον πατέρα της, βασιλιά Εθβάαλ της Σιδώνας—πιθανώς χωρίς λόγο στο θέμα—ωστόσο σύμφωνα με το 1 Βασιλέων, ήταν ένας χειριστικός και δόλιος χαρακτήρας του οποίου η διεφθαρμένη επιρροή οδήγησε στην πτώση της δυναστείας του Αχαάβ.

Πράγματι, δεν υπήρχε κανείς σαν τον Αχαάβ, ο οποίος πούλησε τον εαυτό του για να κάνει το κακό στα μάτια του Γιαχβέ, παρακινούμενος από τη σύζυγό του Ιεζάβελ. (1 Βασιλέων 21:25)

Μέσα σε αυτές τις ίδιες βιβλικές σελίδες, ωστόσο, μπορεί να σταχυολογηθεί μια εναλλακτική απεικόνιση της Ιεζάβελ - μια ευσεβής βασίλισσα που παραμένει πιστή στη μητρική της θρησκεία της λατρείας του Βάαλ και της Ασερά μπροστά στην εχθρότητα του Ηλία και μιας ισχυρής συζύγου που κάνει όνομα σε ένα έθνος όπου οι αμέτρητες σύζυγοι και παλλακίδες που έζησαν και πέθαναν σχεδόν πάντα ξεχνιόνταν. Ακόμη και στο τέλος, αψηφά τον σφετεριστή Ιηού καθώς εισβάλλει στο παλάτι της και διατάζει τον αιματηρό θάνατό της.

Στο βιβλίο του 1 Βασιλέων, το πιο αξιομνημόνευτο έγκλημα της Ιεζάβελ - αυτό που εδραίωσε την κληρονομιά της ως κακιά βασίλισσα - είναι ο ρόλος της σε μια συνωμοσία για να κατηγορήσει και να εκτελέσει έναν αθώο γαιοκτήμονα ονόματι Ναβουθέ, ώστε ο σύζυγός της, ο βασιλιάς Αχαάβ, να μπορεί να κατέχει τον αμπελώνα του. Αυτή η αποτρόπαια δολοφονία από μόνη της θα πρέπει να είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την καταδίκη της.

Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ματιά σε αυτά τα κεφάλαια αποκαλύπτει πολλές ασυνέπειες—μερικές από αυτές αρκετά σοβαρές ώστε να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ενοχή της Ιεζάβελ. Μήπως, μετά από τόσο καιρό, η ίδια η Ιεζάβελ είναι ένα ακόμη θύμα δολοπλόκων βασιλιάδων και προδοτών; Ας ανοίξουμε ξανά αυτή την υπόθεση δολοφονίας τριών χιλιάδων ετών και ας δούμε τι μας λένε τα γεγονότα για τη δολοφονία του Ναβουθέ.

Αχαάβ και Ιεζάβελ: Ιστορική αναδρομή

Θα βοηθούσε να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά πρώτα στο τι έχει να πει η αρχαιολογία για τον Αχαάβ και την Ιεζάβελ.

Η περίοδος που οι αρχαιολόγοι αναφέρουν ως Iron IIA ξεκίνησε γύρω στο 900 π.Χ. με το τέλος της στρατιωτικής εκστρατείας του Φαραώ Σοσένκ, η οποία άφησε ένα πολιτικό κενό στη Χαναάν. Σύντομα εμφανίστηκε στη Σαμάρεια ένα ισχυρό βασίλειο υπό τον βασιλιά Αμρί, τον οποίο διαδέχθηκε ο γιος του Αχαάβ. Εκείνη την εποχή, η Νεοασσυριακή αυτοκρατορία επεκτεινόταν προς τα δυτικά, αλλά όταν ο αυτοκράτορας Σαλμανασάρ Γ ́ αποφάσισε να εισβάλει στη Χαναάν το 853, αντιμετώπισε στο Καρκάρ έναν συνασπισμό εθνών με επικεφαλής τον Αδαντέζερ της Αράμ-Δαμασκού, τον Ιρχουλένι της Αιμάθ και τον Αχαάβ του Ισραήλ. Ασσυριακά μνημεία καταγράφουν αυτή τη μάχη ως νίκη του Σαλμανασάρ, αλλά στην πραγματικότητα, ο Σαλμανασάρ αναγκάστηκε να τερματίσει την εκστρατεία του και ο βασιλιάς Αχαάβ και οι σύμμαχοί του παρέμειναν ελεύθεροι από τον ασσυριακό έλεγχο.

Δεν υπάρχει καμία καταγραφή για καμία βασίλισσα με το όνομα Ιεζάβελ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου – όχι ότι θα έπρεπε να αναμένεται κάτι τέτοιο. Ίσως το πιο σημαντικό, δεν υπάρχουν σύγχρονα αρχεία που να επιβεβαιώνουν ότι ο βασιλιάς της Σιδώνας γύρω στο 850 ονομαζόταν Ethbaal. Ο Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος παραθέτει ένα χαμένο έργο του Έλληνα ιστορικού Μενάνδρου της Εφέσου σχετικά με έναν βασιλιά της Τύρου ονόματι Ιθόβαλος ή Ιττοβάαλ που βασίλεψε εκείνη την εποχή. Δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε ποια ήταν η πηγή του Μενάνδρου ή αν ο Μένανδρος έγραψε ακριβώς αυτό που ισχυρίζεται ο Ιώσηπος. Ο Ιώσηπος, τελικά, έγραφε με ρητό σκοπό να αποδείξει ότι οι εβραϊκές παραδόσεις είναι αληθινές.

Ωστόσο, δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος να αμφιβάλλουμε ότι υπήρχε ένας τέτοιος βασιλιάς του οποίου η κόρη παντρεύτηκε τον βασιλιά Αχαάβ. Οι επιγαμίες θα ήταν ένα σημαντικό μέσο για τη δημιουργία των απαραίτητων συμμαχιών για να κρατήσουν μακριά τους Ασσύριους και άλλους εχθρούς. Τουλάχιστον, ο γάμος του Αχαάβ με μια Φοίνισσα πριγκίπισσα ταιριάζει με την πολιτική κατάσταση εκείνη την εποχή.

Η δολοφονία του Ναβουθέ

Ας επιστρέψουμε στην ιστορία του Εκείνη την εποχή που η Ιεζάβελ δολοφόνησε έναν άντρα. Το περιστατικό του Ναβουθέ εξιστορείται στο Α ́ Βασιλέων 21:1–16. Να τι λέει.

1 Αργότερα συνέβησαν τα ακόλουθα γεγονότα: Ο Ναβουθέ ο Ιεζραηλίτης είχε έναν αμπελώνα στην Ιεζραέλ δίπλα στο παλάτι του βασιλιά Αχαάβ της Σαμάρειας. Και ο Αχαάβ είπε στον Ναβουθέ: Δώσε μου τον αμπελώνα σου, για να τον έχω για λαχανόκηπο, επειδή είναι κοντά στο σπίτι μου. Θα σου δώσω έναν καλύτερο αμπελώνα γι' αυτό, ή, αν σου φανεί καλό, θα σου δώσω την αξία του σε χρήματα». Και ο Ναβουθέ είπε στον Αχαάβ: Ο Κύριος δεν μου επιτρέψει να σου δώσω την πατρογονική μου κληρονομιά. ⁴ Ο Αχαάβ πήγε στο σπίτι του αγανακτισμένος και σκυθρωπός εξαιτίας αυτού που του είπε ο Ναβουθέ ο Ιεζραελίτης, γιατί είχε πει: «Δεν θα σου δώσω την πατρογονική μου κληρονομιά». Ξάπλωσε στο κρεβάτι του, γύρισε το πρόσωπό του και δεν έτρωγε.

8 Και έγραψε επιστολές στο όνομα του Αχαάβ και τις σφράγισε με τη σφραγίδα του. Έστειλε τα γράμματα στους πρεσβύτερους και τους ευγενείς που ζούσαν με τον Ναβουθέ στην πόλη του. ⁹ Έγραψε στις επιστολές: «Κηρύξτε νηστεία και καθίστε τον Ναβουθέ επικεφαλής της συνέλευσης. 10 Κάθισε απέναντί του δύο αχρείους, και βάλε αυτούς να τον κατηγορήσουν, λέγοντας: Καταράστηκες τον Θεό και τον βασιλιά. Τότε βγάλτε τον έξω και λιθοβολήστε τον μέχρι θανάτου».

11 Οι άνδρες της πόλης του, οι πρεσβύτεροι και οι ευγενείς που ζούσαν στην πόλη του, έκαναν όπως τους είχε στείλει η Ιεζάβελ. Όπως ακριβώς ήταν γραμμένο στα γράμματα που τους είχε στείλει, 12 Κήρυξαν νηστεία και κάθισαν τον Ναβουθέ επικεφαλής της συνέλευσης. 13 Οι δύο αχρείοι μπήκαν μέσα και κάθισαν απέναντί του, και οι αχρείοι κατηγόρησαν τον Ναβουθέ μπροστά στον λαό, λέγοντας: «Ο Ναβουθέ καταράστηκε τον Θεό και τον βασιλιά». Τον έβγαλαν λοιπόν έξω από την πόλη και τον λιθοβόλησαν μέχρι θανάτου. 14 Τότε έστειλαν στην Ιεζάβελ, λέγοντας: «Ο Ναβουθέ λιθοβολήθηκε. Είναι νεκρός».

15 Μόλις η Ιεζάβελ άκουσε ότι ο Ναβουθέ λιθοβολήθηκε και πέθανε, η Ιεζάβελ είπε στον Αχαάβ: «Πήγαινε, πάρε στην κατοχή σου τον αμπελώνα του Ναβουθέ του Ιεζραελίτη, τον οποίο αρνήθηκε να σου δώσει για χρήματα, γιατί ο Ναβουθέ δεν είναι ζωντανός αλλά νεκρός». 16 Μόλις ο Αχαάβ άκουσε ότι ο Ναβουθέ πέθανε, ο Αχαάβ ξεκίνησε να κατέβει στον αμπελώνα του Ναβουθέ του Ιεζραελίτη, για να τον πάρει στην κατοχή του.

Αμέσως μετά, ο Θεός λέει στον προφήτη Ηλία να «κατέβει να συναντήσει τον βασιλιά Αχαάβ που είναι στη Σαμάρεια». Στη συνέχεια, ο Ηλίας δίνει έναν χρησμό για να καταδικάσει τον Αχαάβ και την Ιεζάβελ και να προφητεύσει την πτώση της δυναστείας του Αχαάβ ως τιμωρία.

Αν τα πάρουμε όλα αυτά ως μια απλή ιστορική αφήγηση, τότε είναι αρκετά καταδικαστικά για την Ιεζάβελ. Κατά τα φαινόμενα, είναι υπεύθυνη για το θάνατο ενός αθώου άνδρα.

Αλλά ας φορέσουμε τα καπέλα του ντετέκτιβ και ας ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στα στοιχεία. Υπήρχε μια δημοφιλής τηλεοπτική εκπομπή τη δεκαετία του 1970 για έναν ντετέκτιβ ονόματι Columbo που έλυνε εγκλήματα κυνηγώντας πεισματικά οποιοδήποτε στοιχείο της σκηνής του εγκλήματος φαινόταν παράταιρο - όσο ασήμαντο κι αν ήταν. Ήταν πάντα οι μικρές λεπτομέρειες που κατέληγαν να αποκαλύπτουν την κρυμμένη αλήθεια του μυστηρίου. Στην περίπτωσή μας, επειδή όλοι οι μάρτυρες έχουν πεθάνει εδώ και καιρό, πρέπει να εξετάσουμε το κείμενο για ενδείξεις - ιδιαίτερα τις λεπτομέρειες που δεν φαίνεται να ταιριάζουν.

Υπάρχει κάτι ύποπτο σε αυτή την αφήγηση του θανάτου του Ναβουθέ; Εάν είστε εξαιρετικά έξυπνοι, ίσως έχετε ήδη παρατηρήσει πώς η πλοκή φαίνεται να μιμείται μια άλλη γνωστή ιστορία της Βίβλου, αλλά θα επανέλθουμε σε αυτό αργότερα. Προς το παρόν, υπάρχουν και άλλες ερωτήσεις που αξίζει να τεθούν.

Κατ' αρχάς, γιατί βρίσκεται το ανάκτορο του βασιλιά Αχαάβ στην Ιεζραέλ και όχι στη Σαμάρεια, την πρωτεύουσα του βασιλείου του; Δύο φορές η ιστορία αναφέρεται σε αυτό το παλάτι ως το σπίτι του Αχαάβ. Περιέργως, η εντολή του Θεού προς τον Ηλία να «κατέβει να συναντήσει τον βασιλιά Αχαάβ που είναι στη Σαμάρεια» υπονοεί ότι η ιστορία διαδραματίζεται στη Σαμάρεια. Η Νόρμα Φράνκλιν έχει επίσης σημειώσει ότι ο Ναβουθέ δεν θα ονομαζόταν «ο Ιεζραελίτης» αν ζούσε στην Ιεζραέλ. Ο χαρακτηρισμός χρειάζεται μόνο εάν είναι από την Ιεζραέλ αλλά ζει αλλού - όπως, ας πούμε, στη Σαμάρεια.

Η σύγχυσή μας σχετικά με την τοποθεσία αυτού του περιστατικού μεγαλώνει όταν κοιτάμε την ελληνική Μετάφραση των Εβδομήκοντα, στην οποία δεν υπάρχει καμία αναφορά στην Ιεζραέλ. Σε αυτή την εκδοχή, ολόκληρη η ιστορία διαδραματίζεται στη Σαμάρεια! Κάποιος φαίνεται να έχει πειράξει την ιστορία, αλλά ποια εκδοχή —αν υπάρχει— είναι σωστή;

Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, θα βοηθούσε να μάθουμε λίγα περισσότερα για το πώς γράφτηκαν τα βιβλία των Βασιλέων (Σαμουήλ).

Οι Πηγές του Πρώτου και του Δεύτερου Βασιλέων

Το 1943, ο μεγάλος Γερμανός μελετητής της Βίβλου Μάρτιν Νοθ πρότεινε ότι ένας μόνο συγγραφέας ήταν υπεύθυνος για τη δημιουργία μιας πρώιμης ιστορίας του Ισραήλ που εκτείνεται από τα σημερινά βιβλία του Δευτερονομίου έως το 2 Βασιλέων. Αυτός ο υποθετικός συγγραφέας ονομάζεται Δευτερονομιστής από τους μελετητές.

Στην περίπτωση του 1 και του 2 Βασιλέων, ο Δευτερονομιστής δημιούργησε μια αφήγηση βασισμένη σε αυθεντικά αρχεία από τα βασίλεια της Σαμάρειας και του Ιούδα, προκειμένου να εξηγήσει την ιστορία του Ισραήλ από μια συγκεκριμένη θεολογική άποψη.

Αυτή η αφήγηση πιθανότατα επεκτάθηκε αργότερα με την προσθήκη των περικοπών του Ηλία και του Ελισσαιέ και άλλων ιστοριών που δεν περιέχουν την ίδια ανναλιστική δομή, τις ίδιες θεολογικές ανησυχίες ή το Δευτερονομιστικό λογοτεχνικό ύφος. Αυτά τα αποσπάσματα μερικές φορές ταιριάζουν άβολα στην παλαιότερη αφήγηση και μπορεί ακόμη και να την αντικρούουν. Οι τελευταίες προσθήκες φαίνεται επίσης να είναι πιο μυθιστορηματικές στο ύφος και συχνά υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ της εβραϊκής και της ελληνικής έκδοσης - υπονοώντας ότι η τελική μορφή του κειμένου ήταν ακόμα σε ροή σε μεταγενέστερη ημερομηνία.

Τι σημαίνει αυτό για την ιστορία του Naboth; Λοιπόν, στο κεφάλαιο αμέσως πριν από αυτό, το κεφάλαιο 20, έχουμε μια αυτόνομη ιστορία για έναν πόλεμο μεταξύ του βασιλιά Βεν-αδάδ της Αράμ και του βασιλιά Αχαάβ του Ισραήλ. Αυτή η ιστορία συνεχίζεται στο κεφάλαιο 22 - το κεφάλαιο μετά το περιστατικό Naboth - χωρίς καμία σχέση με τη δολοφονία του Naboth. Το πρόβλημα με αυτή την ιστορία για τον πόλεμο Σαμάρειας-Αράμ είναι ότι έρχεται σε αντίθεση με τη γνωστή ιστορία. Είναι ξεκάθαρο ότι η Σαμάρεια και ο Αράμ ήταν στην πραγματικότητα σύμμαχοι καθ' όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Αχαάβ και δεν υπάρχουν στοιχεία για πόλεμο μεταξύ τους. Επιπλέον, γνωρίζουμε από διάφορες επιγραφές ότι ο Αρααίος βασιλιάς εκείνη την εποχή ονομαζόταν Hadadezer. Ο εγγονός του Βεν-αδάδ βασίλεψε περίπου 50 χρόνια αργότερα.

Αυτή η ιστορία δεν θα μπορούσε να προέρχεται από γνήσια αρχεία του βασιλείου της Σαμάρειας, αλλά πρέπει να έχει επινοηθεί από έναν μεταγενέστερο συγγραφέα – εμπνευσμένο, ίσως, από μια μεταγενέστερη περίοδο της ιστορίας κατά την οποία η Σαμάρεια και η Αράμ-Δαμασκός βρίσκονταν πράγματι σε πόλεμο. Η εισβολή της ιστορίας του Ναβουθέ ακριβώς στη μέση υποδηλώνει ότι το κεφάλαιο 21 είναι μια ακόμη μεταγενέστερη εισαγωγή. Στην πραγματικότητα, η ελληνική μετάφραση τοποθετεί τα δύο κεφάλαια για τον πόλεμο με τον Αράμ μαζί και κάνει την ιστορία του Ναβουθέ να διαδραματίζεται νωρίτερα, αλλάζοντας τις θέσεις των κεφαλαίων 20 και 21.

Με άλλα λόγια, η ιστορία της δολοφονίας του Ναβουθέ βρίσκεται ανάμεσα στα δύο μισά ενός πολέμου που ιστορικά δεν έλαβε χώρα ποτέ, και η εβραϊκή και η ελληνική εκδοχή του 1 Βασιλέων διαφωνούν για το (1) πότε συνέβη και (2) πού συνέβη.

Εξέταση του τόπου του εγκλήματος

Τώρα, ας ερευνήσουμε μια βασική τοποθεσία που εμπλέκεται σε αυτό το έγκλημα: τον αμπελώνα του Naboth.

Στο 1 Βασιλέων 21, ο αμπελώνας του Ναβουθέ βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο παλάτι του Αχαάβ στην πόλη. Ο Αχαάβ το θέλει για τον λαχανόκηπό του, κάτι που είναι λίγο περίεργο, αλλά εντάξει. Υποθέτω ότι ακόμη και ένας βασιλιάς χρειάζεται τα λαχανικά του. Και είναι σημαντικό να σημειώσουμε πού πραγματοποιείται η εκτέλεση του Ναβουθέ σε αυτή την ιστορία: όχι στον αμπελώνα (γιατί να είναι;), αλλά έξω από την πόλη. Οι πύλες της πόλης ήταν συνήθως ο τόπος διεξαγωγής δικαστικών διαδικασιών στην αρχαία Εγγύς Ανατολή και οι εκτελέσεις γίνονταν φυσικά έξω από τις πύλες και όχι μέσα στην ίδια την πόλη. (Bench, σελ. 13)

Η επόμενη φορά που αναφέρεται ο θάνατος του Ναβουθέ είναι στο 2 Βασιλέων 9. Ο βασιλιάς Ιωράμ, γιος του αποθανόντος πλέον Αχαάβ, τραυματίστηκε στη μάχη και αναρρώνει στην Ιεζραέλ. Εν τω μεταξύ, ένας άντρας ονόματι Ιηού σχεδιάζει να αναλάβει τον θρόνο. Ο Ιωράμ ακούει ότι έρχεται ο Ιηού, γι' αυτό αυτός και ο σύμμαχός του, ο βασιλιάς του Ιούδα, βγαίνουν με ένα άρμα για να συναντήσουν τον Ιηού. Λέει «συνάντησαν τον Ιηού στην ιδιοκτησία του Ναβουθέ του Ιεζραελίτη». Αυτό είναι κάπως περίεργο, γιατί υπονοεί ότι το κτήμα του Ναβουθέ βρίσκεται στην ύπαιθρο - αρκετά μακριά για να δικαιολογήσει μια βόλτα με άρμα - και όχι ακριβώς δίπλα στο παλάτι.

Τέλος πάντων, στο κτήμα του Ναβουθέ, ο Ιηού λέει στον Ιωράμ ότι η μητέρα του Ιεζάβελ είναι πόρνη και μάγισσα. Στη συνέχεια ρίχνει ένα βέλος στον Ιωράμ, χτυπώντας την καρδιά του και σκοτώνοντάς τον.

Στη συνέχεια έχουμε ένα πολύ περίεργο απόσπασμα στο οποίο ο Ιηού δίνει οδηγίες στον κολλητό του σχετικά με το πτώμα του Ιωράμ:

Ο Ιηού είπε στον βοηθό του Μπιντκάρ: «Σήκωσέ τον και ρίξε τον στο οικόπεδο που ανήκει στον Ναβουθέ τον Ιεζραηλίτη, γιατί θυμήσου όταν εσύ κι εγώ ιππεύαμε δίπλα-δίπλα πίσω από τον πατέρα του Αχαάβ, πώς ο Γιαχβέ είπε αυτόν τον χρησμό εναντίον του: «Για το αίμα του Ναβουθέ και για το αίμα των παιδιών του που είδα χθες το βράδυ, λέει ο Γιαχβέ, ορκίζομαι ότι θα σου το ανταποδώσω σε αυτό ακριβώς το οικόπεδο». Τώρα, λοιπόν, σηκώστε τον και ρίξτε τον στο οικόπεδο σύμφωνα με τον λόγο του Θεού. (Β ́ Βασιλέων 9:25-26)

Λοιπόν, αυτή η ιστορία που μόλις είπε ο Ιηού δεν ευσταθεί. Ο Ιηού δεν ανέβηκε ποτέ σε άρμα πίσω από τον Αχαάβ, και ο χρησμός που παραθέτει δεν ταιριάζει με αυτόν που είπε ο Ηλίας. Όπως σημειώνει ο Robker (σελ. 42):

Ο Ιηού έλαβε τον προφητικό λόγο, όχι ο Ηλίας! Αν ο συγγραφέας ήταν εξοικειωμένος με αυτή την παράδοση του Ηλία, πιθανώς θα είχε συμπεριλάβει κάποια αναφορά σε αυτήν.

Αυτά τα εδάφια φαίνεται να περιγράφουν ένα πολύ διαφορετικό έγκλημα στο οποίο δολοφονήθηκαν ο Ναβουθέ και τα παιδιά του, κάτι που απλά δεν συνέβη στο 1 Βασιλέων 21. Υπονοεί επίσης ότι το έγκλημα συνέβη τη νύχτα στην ιδιοκτησία του Ναβουθέ, κάτι που και πάλι φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με την ιστορία στο 1 Βασιλέων 21.

Τέλος, είναι αρκετά αξιοσημείωτο ότι ο Ιηού δεν συνδέει την Ιεζάβελ με τη δολοφονία του Ναβουθέ, παρά τις άσχημες κατηγορίες του για πορνεία και μαγεία – οι οποίες δεν επιβεβαιώνονται πουθενά στο Kings. Και παρόλο που ο Ιηού ισχυρίζεται ότι εκδικείται τον θάνατο του Ναβουθέ, είναι αδύνατο να πει κανείς από τη διατύπωση αν ο Ιωράμ ή ο πατέρας του Αχαάβ είναι αυτός που κατηγορείται για το έγκλημα. Ο «εκείνος» εναντίον του οποίου ειπώθηκε ο χρησμός στο εδάφιο 25 θα μπορούσε γραμματικά να είναι είτε ο Αχαάβ είτε ο Ιωράμ.

Σχεδόν κάθε λεπτομέρεια της αρχικής ιστορίας του Naboth τίθεται υπό αμφισβήτηση εδώ. Πού ήταν ο αμπελώνας του Ναβουθέ; Δολοφονήθηκε ο Ναβουθέ κρυφά στην ιδιοκτησία του τη νύχτα ή έξω από τις πύλες της πόλης από έναν όχλο που λιντσάρει; Δολοφονήθηκαν και τα παιδιά του ή όχι; Ήταν υπεύθυνη η Ιεζάβελ ή όχι; Και γιατί αυτή η εκδοχή του χρησμού επιμένει ότι η εκδίκηση πρέπει να λάβει χώρα στον τόπο της δολοφονίας;

Είναι ένα μπερδεμένο χάος, αλλά ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο. Το κείμενο δεν μας δίνει μια συνεκτική εκδοχή της δολοφονίας του Ναβουθέ. Αντίθετα, μας δίνει ανταγωνιστικές και ασυνεπείς μαρτυρίες. Αν ήμουν ο δικηγόρος υπεράσπισης της Ιεζάβελ, θα είχα μια μέρα στο γήπεδο.

Μαντείο, Σμμαντείο

Για να καταλάβουμε πραγματικά τι συμβαίνει, πρέπει να μιλήσουμε για χρησμούς.

Το παλαιότερο Δευτερονομικό στρώμα των 1 και 2 Βασιλέων χρησιμοποιεί επανειλημμένα μια φόρμουλα στην οποία ένας προφήτης στέλνεται στον βασιλιά της Σαμάρειας για να παραδώσει έναν χρησμό που καταδικάζει αυτόν τον βασιλιά και την οικογένειά του σε θάνατο. Αυτό συμβαίνει με τουλάχιστον τρεις προφήτες και τρεις βασιλιάδες, όπως δείχνει αυτό το διάγραμμα.

ΠροφήτηςΒασιλιάςΜαντείο
ΑχιάΙεροβοάμΌποιος ανήκει στον Ιεροβοάμ, που πεθάνει στην πόλη, θα φάνε τα σκυλιά, και όποιος πεθάνει στο χωράφι, τα πουλιά του ουρανού θα φάνε... (1 Κλ. 14:11)
Ιηού γιος του ΑνανίΜπαάσαΌποιος ανήκει στον Βαασά, που πεθάνει στην πόλη, θα φάνε τα σκυλιά, και όποιος πεθάνει στο χωράφι, τα πουλιά του ουρανού θα φάνε. (1 Κλ. 16:4)
Ηλίας ο ΘεσβίτηςΑχαάβΌποιος ανήκει στον Αχαάβ, που πεθάνει στην πόλη, θα φάνε τα σκυλιά, και όποιος πεθάνει στο χωράφι, θα φάνε τα πουλιά του ουρανού. (1 Κλ. 21:24)
Κάθε χρησμός περιέχει τα ίδια στοιχεία και κάνει την περίεργη δήλωση ότι όσοι πεθαίνουν στην πόλη θα τρώγονται από τα σκυλιά, ενώ όσοι πεθαίνουν στο χωράφι θα τρώγονται από τα πουλιά. Αυτό δεν εννοείται κυριολεκτικά. Δεν πρέπει να καταλάβουμε ότι κάποιος θα φαγωθεί πραγματικά από σκύλους και πουλιά. Μάλλον, μια τέτοια διατύπωση συνιστά κατάρα της μη ταφής. Το να πεις σε κάποιον ότι το πτώμα του θα καταναλωθεί από ζώα συνεπάγεται έναν επαίσχυντο θάνατο και κληρονομιά. Τέτοιες κατάρες ήταν «ένα τυπικό μέρος των συνθηκών και των συμβατικών τύπων σε όλη την αρχαία Εγγύς Ανατολή» (Cronauer, σελ. 26), και υπάρχουν πολλά παραδείγματα εκτός της Βίβλου.

Στο 1 Βασιλέων, αυτές οι κατάρες φαίνεται να προορίζονται μεταφορικά ως οιωνοί για το τελικό τέλος της δυναστείας. (McKenzie 2013, σελ. 41) Για παράδειγμα, η κατάρα του Αχιά στο κεφάλαιο 14 ότι ο βασιλιάς Ιεροβοάμ και η οικογένειά του θα φαγωθούν από σκύλους και πουλιά δεν επαληθεύεται κυριολεκτικά. Ο Ιεροβοάμ πεθαίνει ειρηνικά και θάβεται με τους προγόνους του. Ο Ιηού, γιος του Ανανί, επιβάλλει την ίδια κατάρα εναντίον του βασιλιά Βαασά στο κεφάλαιο 16, αλλά και ο Βαασά έχει ειρηνικό θάνατο και θάβεται μαζί με τους προγόνους του. Η πραγματική εκπλήρωση έρχεται αργότερα, όταν η δυναστεία του Ιεροβοάμ και του Βαασά ανατρέπεται από τον σφετεριστή Ζιμβρί.

Στο 1 Βασιλέων 21, ο Ηλίας προφέρει την ίδια κατάρα εναντίον του Αχαάβ: «Όποιος ανήκει στον Αχαάβ που πεθάνει στην πόλη θα φάνε τα σκυλιά, και όποιος από αυτόν πεθάνει στην ύπαιθρο θα φάνε τα πουλιά του ουρανού». Και στο 1 Βασιλέων 22:40, έχουμε την ίδια ειδοποίηση ότι ο Αχαάβ πέθανε και «κοιμήθηκε με τους προγόνους του» – που σημαίνει ότι πέθανε ειρηνικά και θάφτηκε με τους προγόνους του. Όλα αυτά τα εδάφια ταιριάζουν με τη φόρμουλα που περιμέναμε και ανήκουν στην αρχική έκδοση του Δευτερονομισμού του 1 Βασιλέων.

Αλλά τώρα τα πράγματα γίνονται περίεργα, γιατί στην περίπτωση του Αχαάβ και της Ιεζάβελ —σε αντίθεση με τους προηγούμενους βασιλιάδες— ένας συντάκτης αποφάσισε να πάρει αυτή την ιδέα να τον φάνε τα σκυλιά κυριολεκτικά. Και το δουλεύει αυτό στην αφήγηση σε πολλά σημεία που είναι ξεκάθαρα παρεμβολές.

Πρώτα, κάνει μια προσθήκη στον χρησμό του Ηλία. Ενώ οι προηγούμενες περιπτώσεις είχαν απλώς τους προφήτες να εμφανίζονται και να παραδίδουν τους χρησμούς τους, ο χρησμός του Ηλία προηγείται από ένα απόσπασμα στο οποίο ο Γιαχβέ καθοδηγεί τον Ηλία τι να πει εκ των προτέρων. Αυτό το απόσπασμα συνδέεται με την ιστορία της δολοφονίας του Ναβουθέ, η οποία δεν αναφέρεται στον πραγματικό χρησμό από τον Ηλία. Αυτό που είναι επίσης περίεργο είναι ότι οι οδηγίες του Γιαχβέ προς τον Ηλία δεν ταιριάζουν με αυτό που πραγματικά λέει ο Ηλίας! Διευκρινίζουν ότι τα σκυλιά θα γλείφουν το αίμα του Αχαάβ στο μέρος όπου τα σκυλιά έγλειψαν το αίμα του Ναβουθέ. Αυτή η εισαγωγή μετατρέπει τη μεταφορική μη ταφική κατάρα σε μια κυριολεκτική πρόβλεψη ότι τρώγεται από σκύλους και προσδιορίζει πού πρέπει να συμβεί αυτό το γεγονός. Ταιριάζει επίσης άσχημα στην αφήγηση, αφού το αίμα του Ναβουθέ δεν έγλειψαν τα σκυλιά στην προηγούμενη ιστορία.

Εισαγωγή που συνδέει τον χρησμό του Ηλία με την ιστορία του ΝαβουθέΤότε ήρθε ο λόγος του Κυρίου στον Ηλία τον Θεσβίτη, λέγοντας: «Κατέβα να συναντήσεις τον βασιλιά Αχαάβ του Ισραήλ, που είναι στη Σαμάρεια. Τώρα βρίσκεται στον αμπελώνα του Ναβουθέ, όπου έχει πάει να πάρει στην κατοχή του. Θα του πεις: ... Έτσι λέει ο Γιαχβέ: Στον τόπο όπου τα σκυλιά έγλειψαν το αίμα του Ναβουθέ, τα σκυλιά θα γλείψουν και το αίμα σου». (Α ́ Βασιλέων 21:17 κ.ε.)
Ο αρχικός χρησμός του Δευτερονομιστή από τον Ηλία εναντίον του ΑχαάβΕπειδή πουλήσατε τον εαυτό σας για να κάνετε το κακό στα μάτια του Γιαχβέ, θα φέρει συμφορά πάνω σας. … Θα κάνω τον οίκο σου σαν τον οίκο τού Ιεροβοάμ, γιου τού Ναβάτ, και σαν τον οίκο τού Βαασά, γιου τού Αχιά, επειδή με παρόργισες και έκανες τον Ισραήλ να αμαρτήσει. (Α ́ Βασιλέων 21:20 κ.ε.)

Όποιος ανήκει στον Αχαάβ, που πεθάνει στην πόλη, θα φάνε τα σκυλιά, και όποιος από αυτόν πεθάνει στην ύπαιθρο, τα πουλιά του ουρανού θα φάνε. (1 Βασιλέων 21:24)

Τώρα, θυμάστε τη στρατιωτική εκστρατεία του Αχαάβ εναντίον του Αράμ στο 1 Βασιλέων 20 και 22; Όπως σημειώσαμε νωρίτερα, αυτά τα κεφάλαια έρχονται σε αντίθεση με τη γνωστή ιστορία και είναι σχεδόν βέβαιο ότι προστέθηκαν από μεταγενέστερο συντάκτη. Περιλαμβάνουν επίσης μια εναλλακτική εκδοχή του θανάτου του Αχαάβ στην οποία χτυπιέται από ένα βέλος κατά τη διάρκεια της μάχης. Κατόπιν, το άρμα του Αχαάβ μεταφέρεται πίσω στη Σαμάρεια, όπου τα σκυλιά γλείφουν το αίμα του Αχαάβ και οι πλένονται με αυτό. Σύμφωνα με τον αφηγητή, αυτό εκπληρώνει «τον λόγο του Γιαχβέ που είχε πει». Με άλλα λόγια, ένας συντάκτης έχει αναθεωρήσει την αρχική ιστορία του Δευτερονόμου. Έχει ερμηνεύσει εκ νέου τον τυπικό χρησμό σχετικά με το να σε τρώνε τα σκυλιά ως κάτι που πρέπει κυριολεκτικά να συμβεί και έχει εφεύρει ένα περίπλοκο σενάριο γύρω από το θάνατο του Αχαάβ για να το πετύχει.

Ο Cronauer συμφωνεί ότι η ιστορία του θανάτου του Αχαάβ στη μάχη επινοήθηκε ειδικά για να εκπληρώσει τον χρησμό του Ηλία. Στο βιβλίο του για το περιστατικό Naboth, γράφει:

Έχει κανείς την ευδιάκριτη αίσθηση ότι ο συγγραφέας αυτής της αφήγησης για το θάνατο του Αχαάβ, ή τουλάχιστον ο συντάκτης της, κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για να προσπαθήσει να δημιουργήσει μια σύνδεση ή υπαινιγμό στο 1Kgs 21:19b. (σελ. 11)

Γιατί είναι αυτό σημαντικό για την έρευνά μας; Λοιπόν, πρώτα απ 'όλα, συνδέεται με το πρόβλημα του αν ο αμπελώνας του Naboth βρισκόταν στην Ιεζραέλ ή στη Σαμάρεια. Η εκδοχή του χρησμού του Ηλία αναφέρει ότι το αίμα του Αχαάβ πρέπει να το γλείφουν τα σκυλιά στο ίδιο σημείο όπου πέθανε ο Ναβουθέ. Και όταν εκπληρωθεί αυτός ο χρησμός, στη Σαμάρεια—όχι στην Ιεζραέλ—το αίμα του Αχαάβ γλείφεται από τα σκυλιά. (Robker, σελ. 149) Είτε ο συντάκτης ήταν απίστευτα ατημέλητος, είτε δούλευε με μια εκδοχή της ιστορίας του Ναβουθέ που συνέβη στη Σαμάρεια αντί για την Ιεζραέλ.

Δεύτερον, οι αποκλίσεις μεταξύ των διαφόρων χρησμών και της περιβάλλουσας αφήγησης είναι ένα από τα πιο ξεκάθαρα σημάδια ότι η αφήγηση για τον Αχαάβ και την Ιεζάβελ έχει τροποποιηθεί και εξωραϊστεί.

Στην πραγματικότητα, βρίσκουμε μια άλλη προφανή εισαγωγή στο ίδιο απόσπασμα. Ίσως εμπνευσμένο από την περιγραφή των σκύλων που γλείφουν το αίμα του Ναβουθέ, το εδάφιο 23 παίρνει επίσης τα σκυλιά κυριολεκτικά και προβλέπει ότι η Ιεζάβελ συγκεκριμένα θα φαγωθεί από τα σκυλιά. Και πάλι, αυτό έρχεται σε αντίθεση με την αρχική δομή του μαντείου του 1 Βασιλέων και με τη μη κυριολεκτική φύση της μη ταφικής κατάρας.

Περισσότερα Doggone Oracles

Όπως και με τον Αχαάβ, οι χρησμοί είναι το κύριο μέσο που χρησιμοποιεί η αφήγηση για να προμηνύσει τον θάνατο της Ιεζάβελ. Ο χρησμός του Δευτερονομισμού που δόθηκε από τον Ηλία εναντίον του Αχαάβ στο 1 Βασιλέων 21 περιέχει μια παρατήρηση για την Ιεζάβελ που ο McKenzie αποκαλεί «μια αδέξια μετα-Δευτερονομιστική εισαγωγή» (McKenzie 1991, σελ. 68):

Και σχετικά με την Ιεζάβελ ο Γιαχβέ είπε: Μέσα στην περιοχή της Ιεζραέλ, τα σκυλιά θα φάνε την Ιεζάβελ. (1 Βασιλέων 21:23)

Σύμφωνα με τον Steven McKenzie,

Μια τέτοια πρόβλεψη είναι ανώμαλη στους χρησμούς κατά των δυναστειών, και το εδάφιο 23 έχει προφανώς εισαχθεί, με μάλλον αδέξιο τρόπο... στο μαντείο ενάντια στον οίκο του Αχαάβ. Και πάλι, οι μελετητές είναι σχεδόν ομόφωνοι στο να λάβουν το v 23 ως εισαγωγή μετά το Dtr....

Αυτή η πρόβλεψη ότι τα σκυλιά θα φάνε την Ιεζάβελ επαναλαμβάνεται σε μια ακόμη περίεργη εισαγωγή στο 2 Βασιλέων 9. Επιτρέψτε μου να εξηγήσω λίγο το πλαίσιο για να καταλάβετε γιατί είναι τόσο προφανώς μια δευτερεύουσα προσθήκη στην ιστορία.

Αυτό το απόσπασμα αφορά την απόφαση του Ελισσαιέ να χριστεί ο Ιηού βασιλιάς του Ισραήλ. Ο Ελισσαιέ δίνει σε έναν άλλο προφήτη πολύ συγκεκριμένες οδηγίες για το πώς πρέπει να γίνει αυτό, λέγοντάς του να πει μόνο τα ακόλουθα λόγια: «Έτσι λέει ο Γιαχβέ: Σε χρίζω βασιλιά του Ισραήλ». Ο Ελισσαιέ λέει στον προφήτη ότι μετά από αυτή τη δήλωση, πρέπει να ανοίξει την πόρτα και να φύγει χωρίς να καθυστερήσει. Οι λόγοι αυτής της βιασύνης δεν είναι σαφείς, αλλά οι οδηγίες του Ελισσαιέ είναι πολύ συγκεκριμένες.

Λίγα εδάφια αργότερα, ο προφήτης εκτελεί τις οδηγίες του Ελισσαιέ. Βρίσκει τον Ιηού, εκτελεί το τελετουργικό και λέει λίγο-πολύ τα ίδια λόγια: «Έτσι λέει ο Γιαχβέ ο Θεός του Ισραήλ: Σε χρίζω βασιλιά πάνω στον λαό του Γιαχβέ, πάνω στον Ισραήλ». Και μετά ανοίγει την πόρτα και φεύγει σύμφωνα με τις οδηγίες. Κανένα πρόβλημα, σωστά;

Μόνο που αυτό δεν συμβαίνει. Μεταξύ του να πει τα λόγια που διέταξε ο Ελισσαιέ και να φύγει όπως διέταξε ο Ελισσαιέ, ο προφήτης παραδίδει στον Ιηού έναν ολόκληρο επιπλέον χρησμό δηλώνοντας ότι η Ιεζάβελ συγκεκριμένα θα φαγωθεί από τα σκυλιά. Τα σημάδια της εκδοτικής παραποίησης είναι προφανή και ο χρησμός απευθύνεται σαφώς στον αναγνώστη και όχι στον Ιηού. Όπως παρατηρεί ο McKenzie, είναι «ευρέως αποδεκτό μεταξύ των μελετητών» ότι αυτός ο εκτεταμένος χρησμός είναι δευτερεύων. (σελ. 71)

Επιπλέον, ορισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι αυτή η εισαγωγή συνέβη σε δύο στάδια: μία φορά για να προστεθεί μια καταδίκη του Αχαάβ στην τελετή χρίσματος του Ιηού και μια δεύτερη φορά για να προστεθεί μια προφητεία για το θάνατο της Ιεζάβελ. Οι προσθήκες της Ιεζάβελ είναι άβολες και το κείμενο διαβάζεται πιο ομαλά χωρίς αυτές.

Πρωτότυπη ιστορία (ο προφήτης ακολουθεί τις οδηγίες του Ελισσαιέ)Έτσι ο νεαρός άνδρας, ο νεαρός προφήτης... ανακοίνωσε: «Έχω ένα μήνυμα για σένα, Διοικητά». «Για ποιον από εμάς;» ρώτησε ο Ιηού. «Για σένα, διοικητά».

Έτσι [ο Ιηού] σηκώθηκε και μπήκε μέσα. Ο νεαρός άνδρας έχυσε το λάδι στο κεφάλι του και του είπε: «Έτσι λέει ο Γιαχβέ, ο Θεός του Ισραήλ: Σε χρίζω βασιλιά πάνω στον λαό του Γιαχβέ, πάνω στον Ισραήλ».
Εισαγωγή χρησμού κατά του Αχαάβ (δεύτερη εισαγωγή του χρησμού της Ιεζάβελ με έντονους χαρακτήρες)Θα πατάξεις τον οίκο τού κυρίου σου Αχαάβ, για να εκδικηθώ την Ιεζάβελ, το αίμα των δούλων μου, των προφητών, και το αίμα όλων των δούλων τού Κυρίου. […] Θα κάνω τον οίκο τού Αχαάβ σαν τον οίκο τού Ιεροβοάμ, γιου τού Ναβάτ, και σαν τον οίκο τού Βαασά, γιου τού Αχιά. Στην περιοχή της Ιεζραέλ, τα σκυλιά θα φάνε την Ιεζάβελ, και κανείς δεν θα την θάψει.
Πρωτότυπη ιστορίαΜετά άνοιξε την πόρτα και τράπηκε σε φυγή.

Για να συνοψίσουμε αυτή τη μάλλον συγκεχυμένη κατάσταση, έχουμε διαπιστώσει μέχρι στιγμής ότι:
  1. Ολόκληρη η ιστορία της δολοφονίας του Ναβουθέ στο 1 Βασιλέων 21 είναι μια καθυστερημένη εισαγωγή σε μια προηγούμενη αφήγηση που δεν κατηγορούσε απαραίτητα την Ιεζάβελ για το θάνατο του Ναβουθέ.
  2. Οι δύο χρησμοί που προβλέπουν τον θάνατο της Ιεζάβελ και την κατανάλωσή της από σκύλους είναι προφανείς παρεμβολές από έναν συντάκτη που μιμείται τη φόρμουλα της μη ταφικής κατάρας του Δευτερονόμου.
  3. Υπάρχουν και άλλα αποσπάσματα που κατηγορούν τον θάνατο του Ναβουθέ αποκλειστικά στον Αχαάβ χωρίς επίγνωση του υποτιθέμενου ρόλου της Ιεζάβελ.
Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν πολλοί λόγιοι, λοιπόν, είναι ότι μια παλαιότερη εκδοχή του Βασιλέων ανέφερε το φόνο του Ναβουθέ χωρίς να ρίχνει το φταίξιμο στην Ιεζάβελ. Ωστόσο, ένας «αντι-Ιεζάβελ συντάκτης» έχει κάνει σημαντικές αλλαγές στην ιστορία του θανάτου του Ναβουθέ για να χαρακτηρίσει την Ιεζάβελ ως ένοχη. Ένας άλλος τρόπος να το θέσουμε θα ήταν να πούμε ότι η Ιεζάβελ έχει παγιδευτεί.

Και έτσι φτάνουμε στον πραγματικό θάνατο της Ιεζάβελ. Αφού δολοφόνησε τον βασιλιά Ιωράμ όπως είδαμε νωρίτερα, ο Ιηού έρχεται στην Ιεζραέλ, βρίσκει την Ιεζάβελ στον πύργο της και την πετάει από το παράθυρο. Στη συνέχεια, τα άλογα ποδοπατούν το πτώμα της μέχρι να μην μείνει τίποτα εκτός από το κρανίο, τα χέρια και τα πόδια της. Δεν υπάρχει καμία αναφορά για σκύλους εδώ.

[Ο Ιηού] είπε: «Ρίξε την κάτω». Έτσι την πέταξαν κάτω. Λίγο από το αίμα της πιτσιλίστηκε στον τοίχο και στα άλογα, που την ποδοπάτησαν. Μετά μπήκε μέσα και έφαγε και ήπιε. Είπε: «Φρόντισε αυτή την καταραμένη γυναίκα και θάψε την, γιατί είναι κόρη βασιλιά». Αλλά όταν πήγαν να τη θάψουν, δεν βρήκαν τίποτα περισσότερο από το κρανίο και τα πόδια και τις παλάμες των χεριών της. (2 Βασιλέων 9:33 κ.ε.)

Ωστόσο, μετά το θάνατο της Ιεζάβελ, ο Ιηού δηλώνει: «Αυτός είναι ο λόγος του Γιαχβέ, τον οποίο είπε μέσω του υπηρέτη του Ηλία του Θεσβίτη: Στην περιοχή της Ιεζραέλ τα σκυλιά θα φάνε τη σάρκα της Ιεζάβελ». Αυτή είναι μια σαφής αναφορά στον προηγούμενο χρησμό του Ηλία προς τον Αχαάβ. συγκεκριμένα, το μέρος που αφορά την Ιεζάβελ που εισήχθη από έναν συντάκτη. Το ότι ο Ιηού θα το έλεγε αυτό δεν έχει πραγματικό αφηγηματικό νόημα. Πρώτα απ 'όλα, ο Ιηού δεν ήταν παρών στο 1 Βασιλέων 21 όταν ο Ηλίας παρέδωσε αυτόν τον χρησμό στον Αχαάβ. Ο χρησμός που άκουσε ο Ιηού ήταν από τον προφήτη που έστειλε ο Ελισσαιέ. Και θυμηθείτε ότι η γραμμή για την Ιεζάβελ ήταν πιθανώς μια καθυστερημένη προσθήκη σε αυτόν τον χρησμό. Ίσως αυτή η προσθήκη έγινε για να διορθωθεί το πρόβλημα του ότι ο Ιηού δεν είχε ακούσει αυτόν τον χρησμό από κανέναν.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο η δήλωση του Ιηού δεν έχει αφηγηματικό νόημα είναι επειδή έρχεται σε αντίθεση με τον τρόπο με τον οποίο συνέβη στην πραγματικότητα ο θάνατος της Ιεζάβελ – την πέταξαν έξω από έναν πύργο και στη συνέχεια την ποδοπάτησαν μέχρι να ξεχαστούν από άλογα.

Ο σκοπός της δήλωσης του Ιηού εδώ, ωστόσο, είναι να τονίσει το σημείο ότι ο θάνατος της Ιεζάβελ ήταν θεϊκά καθορισμένος. Τόσο ο McKenzie όσο και ο Cronauer, μεταξύ άλλων, πιστεύουν ότι αυτή η δήλωση του Jehu προστέθηκε δευτερευόντως από τον αντι-Jezebel συντάκτη.

Η πηγή της συνωμοσίας δολοφονίας του Ναβουθέ

Αν δεχτούμε ότι η ιστορία της δολοφονίας του Ναβουθέ όπως την έχουμε τώρα ήταν μια όψιμη τροποποίηση στην αφήγηση του 1 Βασιλέων, τότε θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε από πού προήλθε. Προήλθε ως ξεχωριστή παράδοση για τον Ναβουθέ και την Ιεζάβελ ή δημιουργήθηκε από τον συντάκτη χρησιμοποιώντας κάποια άλλη ιστορία για έμπνευση; Αποδεικνύεται ότι η απάντηση μας κοιτούσε κατάματα, αν και κανείς δεν το πρόσεξε μέχρι αρκετά πρόσφατα.

Είναι η ιστορία του Δαβίδ και της Βηθσαβεέ. Όπως παρατήρησαν πρόσφατα οι μελετητές Patrick Cronauer και Marsha White, οι δύο ιστορίες έχουν σχεδόν ακριβώς την ίδια πλοκή και δύσκολα μπορεί να είναι σύμπτωση. Ας το δούμε σημείο προς σημείο.
  1. Ο Δαβίδ επιθυμεί τη Βηθσαβεέ, όπως ο Αχαάβ επιθυμεί τον αμπελώνα του Ναβουθέ.
  2. Εμφανίζεται μια επιπλοκή: η Βηθσαβεέ μένει έγκυος, κάτι που απειλεί να αποκαλύψει τη μοιχεία του Δαβίδ, αλλά ο σύζυγός της Ουρίας αρνείται να πάει σπίτι και να κοιμηθεί μαζί της, όπως ο Ναβουθέ αρνείται να εγκαταλείψει τον αμπελώνα του.
  3. Ο Δαβίδ καταστρώνει ένα σχέδιο για να σκοτώσει τον Ουρία και γράφει οδηγίες για τον Ιωάβ, όπως ακριβώς η Ιεζάβελ γράφει οδηγίες στους ευγενείς της πόλης για τη δολοφονία του Ναβουθέ.
  4. Οι παραλήπτες αυτών των επιστολών εκτελούν τις αντίστοιχες παραγγελίες τους. Ο Ουρίας και ο Ναβουθέ σκοτώνονται.
  5. Οι αναφορές αποστέλλονται γραπτώς στον Δαβίδ και την Ιεζάβελ με την είδηση του θανάτου του στόχου.
  6. Ο Δαβίδ παίρνει τη Βηθσαβεέ για γυναίκα του και ο Αχαάβ παίρνει στην κατοχή του τον αμπελώνα.
  7. Ο Γιαχβέ είναι δυσαρεστημένος και στέλνει τον προφήτη Νάθαν στον Δαβίδ, όπως στέλνει τον Ηλία στον Αχαάβ.
  8. Ο Δαβίδ και ο Αχαάβ καταδικάζονται από τον προφήτη και απειλούνται με θάνατο.
  9. Ο Δαβίδ και ο Αχαάβ μετανοούν και οι δύο για την αμαρτία τους.
  10. Λόγω της μετάνοιας του Δαβίδ και του Αχαάβ, η ζωή τους σώζεται, αλλά οι γιοι τους θα λάβουν θεϊκή τιμωρία στη θέση τους.
Η θέση του Cronauer ότι ολόκληρη η ιστορία της δολοφονίας του Naboth ήταν εφεύρεση ενός αντι-Jezebel είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί. Στην επεξεργασία της ιστορίας του Ναβουθέ, γράφει:

Υποστηρίζω ότι ένας συγγραφέας του Ιεχούδ της περσικής περιόδου πήρε ένα κείμενο που βρισκόταν ήδη στην [Δευτερονομιστική Ιστορία]..., το οποίο περιείχε και μια αφήγηση ενός εγκλήματος που διέπραξε ο Αχαάβ εναντίον του Ναβουθέ... και δευτερονομιστικές κατηγορίες και καταδίκες του Αχαάβ και της δυναστείας του, δήθεν για το ίδιο έγκλημα..., και επέκτεινε και συμπλήρωσε αυτό το σύνθετο κείμενο με την προσθήκη μιας παραβολής της δικής του δημιουργίας.... (σελ. 2)

Από την πλευρά μου, έχω δει αρκετά στοιχεία για να ανατρέψω την ένοχη ετυμηγορία της Ιεζάβελ.

Αναζητώντας την ιστορική Ιεζάβελ

Για χάρη του χρόνου, δεν έχουμε ακόμη αναλύσει τα εδάφια στα οποία η Ιεζάβελ κατηγορείται ότι καταδίωκε τους προφήτες του Γιαχβέ, αλλά δείχνουν πολλά από τα ίδια προβλήματα που έχουμε δει στις περικοπές του Ναβουθέ. Τι, αν μη τι άλλο, μπορούμε να διασώσουμε για την ιστορική Ιεζάβελ από τα βιβλία των Βασιλέων; Ο Πάτρικ Κρονάουερ πιστεύει ότι η μόνη αναφορά στην Ιεζάβελ στην αρχική εκδοχή του Δευτερονομιστή των Βασιλέων είναι στο Α ́ Βασιλέων 16:31:

[Ο Αχαάβ] πήρε για γυναίκα του την Ιεζάβελ, κόρη του βασιλιά Εθβάαλ των Σιδωνίων, και πήγε και υπηρέτησε τον Βάαλ και τον προσκύνησε.

Τα άλλα αποσπάσματα για την Ιεζάβελ, εκτός από τα προβλήματα που περιγράφηκαν παραπάνω, περιέχουν «ισχυρές ενδείξεις προέλευσης μετά την εξορία» σύμφωνα με τον Cronauer (σελ. 197). Συγκεκριμένα, η εβραϊκή ορολογία και γραμματική που χρησιμοποιούνται σε αυτά τα αποσπάσματα είναι πιο συνεπείς με την ύστερη, μετά την εξορία εβραϊκή. Η Ιεζάβελ σε αυτές τις ιστορίες δεν είναι μια ιστορική προσωπικότητα αλλά ένας λογοτεχνικός «τύπος» - μια επιτομή της κακιάς ξένης γυναίκας της οποίας η αποπλάνηση οδηγεί τον Ισραήλ μακριά από τον Θεό ξανά και ξανά, πηγαίνοντας πίσω στην Εύα.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το 2 Χρονικών, το οποίο καλύπτει τη βασιλεία του Αχαάβ στο κεφάλαιο 18, δεν κάνει καμία αναφορά ούτε στην Ιεζάβελ ούτε στον Ναβουθέ.

Ωστόσο, μια άλλη πιθανή αναφορά στην Ιεζάβελ εμφανίζεται σε ένα απροσδόκητο μέρος: ο Ψαλμός 45. Αυτός ο ψαλμός γράφτηκε για να γιορτάσει έναν βασιλικό γάμο, και παρόλο που δεν κατονομάζει τη νύφη και τον γαμπρό, η νύφη αναφέρεται ως «κόρη της Τύρου» και πριγκίπισσα.

Η πόλη της Τύρου θα έρθει με ένα δώρο, οι πλούσιοι άνθρωποι θα ζητήσουν την εύνοιά σας. Ένδοξη είναι η πριγκίπισσα μέσα στο δωμάτιό της. Το φόρεμά της είναι συνυφασμένο με χρυσό. Με κεντημένα ρούχα οδηγείται στον βασιλιά. Οι παρθένες σύντροφοί της την ακολουθούν—εκείνοι που φέρθηκαν για να είναι μαζί της. Οδηγημένοι μέσα με χαρά και αγαλλίαση, μπαίνουν στο παλάτι του βασιλιά. (Ψαλμός 45:12-16) [μετάφραση από Schmidt and Schröter, σελ. 79-80]

Πολλοί μελετητές της Βίβλου, αν και όχι όλοι, πιστεύουν ότι αυτός ο ύμνος γράφτηκε αρχικά για να γιορτάσει τον γάμο του βασιλιά Αχαάβ και της πριγκίπισσας Ιεζάβελ. Και αργότερα, ακόμη και όταν η Ιεζάβελ έγινε μια φιγούρα κακίας στη Βίβλο, αυτός ο ψαλμός διατηρήθηκε επειδή πόσο εύκολα μπορούσε να εφαρμοστεί ξανά στον Θεό. Ο ιστορικός Stanley B. Frost, σε μια επανεκτίμηση της Ιεζάβελ που γράφτηκε για το Theology Today το 1964, κατέληξε:

Μου αρέσει να σκέφτομαι κάθε φορά που ακούω αυτόν τον τεσσαρακοστό πέμπτο Ψαλμό να ψάλλεται στην εκκλησία ότι η Ιεζάβελ έχει πράγματι βρει το δρόμο της στο παλάτι του Βασιλιά. (σελ. 517)

Μια άλλη φωνή από την έρημο

Σε όλη την ιστορία της Ιεζάβελ, αντιμετωπίζει αντίθεση όχι μόνο από τους πιο ισχυρούς χαρακτήρες της ιστορίας, τον Ηλία και τον Ιηού, αλλά και από τον ίδιο τον συγγραφέα/εκδότη των 1 και 2 Βασιλέων, ο οποίος εξασφάλισε ότι οι αναγνώστες του θα καταριόντουσαν το όνομά της για τις επόμενες χιλιετίες.

Αλλά μια φωνή από μια άλλη γωνιά της Γραφής είχε κάτι άλλο να πει. Αρκετές γενιές μετά την εποχή της Ιεζάβελ, ο προφήτης Ωσηέ παρέδωσε έναν χρησμό από τον Γιαχβέ καταδικάζοντας τις βίαιες τακτικές του Ιηού και διακήρυξε το τέλος της δυναστείας του μέσω προδοσίας, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο είχε αρχίσει:

… Σε λίγο θα τιμωρήσω σίγουρα τη δυναστεία του Ιηού για το αίμα που χύθηκε στην Ιεζραέλ και θα βάλω τέλος στην κυριαρχία της στο κράτος του Ισραήλ. Θα συμβεί εκείνη την ημέρα να σπάσω το τόξο του Ισραήλ στην κοιλάδα της Ιεζραέλ. (Ωσηέ 1:4β-5)

Είναι καιρός οι αναγνώστες της Βίβλου να σταματήσουν να αντιμετωπίζουν την Ιεζάβελ ως την κακιά της ιστορίας, όταν στην πραγματικότητα, τόσοι πολλοί από τους θεοφοβούμενους άνδρες που κυριαρχούν στην αφήγηση του 1 και 2 Βασιλέων διέπραξαν εγκλήματα τόσο άσχημα ή χειρότερα από αυτά για τα οποία κατηγορείται.
----------------------
Βιβλιογραφία