Τετάρτη 17 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (10.496-10.574)

Ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐμοί γε κατεκλάσθη φίλον ἦτορ·
κλαῖον δ᾽ ἐν λεχέεσσι καθήμενος, οὐδέ νύ μοι κῆρ
ἤθελ᾽ ἔτι ζώειν καὶ ὁρᾶν φάος ἠελίοιο.
αὐτὰρ ἐπεὶ κλαίων τε κυλινδόμενός τ᾽ ἐκορέσθην,
500 καὶ τότε δή μιν ἔπεσσιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
«Ὦ Κίρκη, τίς γὰρ ταύτην ὁδὸν ἡγεμονεύσει;
εἰς Ἄϊδος δ᾽ οὔ πώ τις ἀφίκετο νηῒ μελαίνῃ.»
Ὣς ἐφάμην, ἡ δ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμείβετο δῖα θεάων·
«διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν᾽ Ὀδυσσεῦ,
505 μή τί τοι ἡγεμόνος γε ποθὴ παρὰ νηῒ μελέσθω,
ἱστὸν δὲ στήσας ἀνά θ᾽ ἱστία λευκὰ πετάσσας
ἧσθαι· τὴν δέ κέ τοι πνοιὴ Βορέαο φέρῃσιν.
ἀλλ᾽ ὁπότ᾽ ἂν δὴ νηῒ δι᾽ Ὠκεανοῖο περήσῃς,
ἔνθ᾽ ἀκτή τε λάχεια καὶ ἄλσεα Περσεφονείης,
510 μακραί τ᾽ αἴγειροι καὶ ἰτέαι ὠλεσίκαρποι,
νῆα μὲν αὐτοῦ κέλσαι ἐπ᾽ Ὠκεανῷ βαθυδίνῃ,
αὐτὸς δ᾽ εἰς Ἀΐδεω ἰέναι δόμον εὐρώεντα.
ἔνθα μὲν εἰς Ἀχέροντα Πυριφλεγέθων τε ῥέουσι
Κώκυτός θ᾽, ὃς δὴ Στυγὸς ὕδατός ἐστιν ἀπορρώξ,
515 πέτρη τε ξύνεσίς τε δύω ποταμῶν ἐριδούπων·
ἔνθα δ᾽ ἔπειθ᾽, ἥρως, χριμφθεὶς πέλας, ὥς σε κελεύω,
βόθρον ὀρύξαι ὅσον τε πυγούσιον ἔνθα καὶ ἔνθα,
ἀμφ᾽ αὐτῷ δὲ χοὴν χεῖσθαι πᾶσιν νεκύεσσι,
πρῶτα μελικρήτῳ, μετέπειτα δὲ ἡδέϊ οἴνῳ,
520 τὸ τρίτον αὖθ᾽ ὕδατι· ἐπὶ δ᾽ ἄλφιτα λευκὰ παλύνειν.
πολλὰ δὲ γουνοῦσθαι νεκύων ἀμενηνὰ κάρηνα,
ἐλθὼν εἰς Ἰθάκην στεῖραν βοῦν, ἥ τις ἀρίστη,
ῥέξειν ἐν μεγάροισι πυρήν τ᾽ ἐμπλησέμεν ἐσθλῶν,
Τειρεσίῃ δ᾽ ἀπάνευθεν ὄϊν ἱερευσέμεν οἴῳ
525 παμμέλαν᾽, ὃς μήλοισι μεταπρέπει ὑμετέροισιν.
αὐτὰρ ἐπὴν εὐχῇσι λίσῃ κλυτὰ ἔθνεα νεκρῶν,
ἔνθ᾽ ὄϊν ἀρνειὸν ῥέζειν θῆλύν τε μέλαιναν
εἰς Ἔρεβος στρέψας, αὐτὸς δ᾽ ἀπονόσφι τραπέσθαι
ἱέμενος ποταμοῖο ῥοάων· ἔνθα δὲ πολλαὶ
530 ψυχαὶ ἐλεύσονται νεκύων κατατεθνηώτων.
δὴ τότ᾽ ἔπειθ᾽ ἑτάροισιν ἐποτρῦναι καὶ ἀνῶξαι
μῆλα, τὰ δὴ κατάκειτ᾽ ἐσφαγμένα νηλέϊ χαλκῷ,
δείραντας κατακῆαι, ἐπεύξασθαι δὲ θεοῖσιν,
ἰφθίμῳ τ᾽ Ἀΐδῃ καὶ ἐπαινῇ Περσεφονείῃ·
535 αὐτὸς δὲ ξίφος ὀξὺ ἐρυσσάμενος παρὰ μηροῦ
ἧσθαι, μηδὲ ἐᾶν νεκύων ἀμενηνὰ κάρηνα
αἵματος ἆσσον ἴμεν πρὶν Τειρεσίαο πυθέσθαι.
ἔνθα τοι αὐτίκα μάντις ἐλεύσεται, ὄρχαμε λαῶν,
ὅς κέν τοι εἴπῃσιν ὁδὸν καὶ μέτρα κελεύθου
540 νόστον θ᾽, ὡς ἐπὶ πόντον ἐλεύσεαι ἰχθυόεντα.»
Ὣς ἔφατ᾽, αὐτίκα δὲ χρυσόθρονος ἤλυθεν Ἠώς.
ἀμφὶ δέ με χλαῖνάν τε χιτῶνά τε εἵματα ἕσσεν·
αὐτὴ δ᾽ ἀργύφεον φᾶρος μέγα ἕννυτο νύμφη,
λεπτὸν καὶ χαρίεν, περὶ δὲ ζώνην βάλετ᾽ ἰξυῖ
545 καλὴν χρυσείην, κεφαλῇ δ᾽ ἐπέθηκε καλύπτρην.
αὐτὰρ ἐγὼ διὰ δώματ᾽ ἰὼν ὄτρυνον ἑταίρους
μειλιχίοις ἐπέεσσι παρασταδὸν ἄνδρα ἕκαστον·
«Μηκέτι νῦν εὕδοντες ἀωτεῖτε γλυκὺν ὕπνον,
ἀλλ᾽ ἴομεν· δὴ γάρ μοι ἐπέφραδε πότνια Κίρκη.»
550 Ὣς ἐφάμην, τοῖσιν δ᾽ ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.
οὐδὲ μὲν οὐδ᾽ ἔνθεν περ ἀπήμονας ἦγον ἑταίρους.
Ἐλπήνωρ δέ τις ἔσκε νεώτατος, οὔτε τι λίην
ἄλκιμος ἐν πολέμῳ οὔτε φρεσὶν ᾗσιν ἀρηρώς,
ὅς μοι ἄνευθ᾽ ἑτάρων ἱεροῖς ἐν δώμασι Κίρκης
555 ψύχεος ἱμείρων, κατελέξατο οἰνοβαρείων·
κινυμένων δ᾽ ἑτάρων ὅμαδον καὶ δοῦπον ἀκούσας
ἐξαπίνης ἀνόρουσε καὶ ἐκλάθετο φρεσὶν ᾗσιν
ἄψορρον καταβῆναι ἰὼν ἐς κλίμακα μακρήν,
ἀλλὰ καταντικρὺ τέγεος πέσεν· ἐκ δέ οἱ αὐχὴν
560 ἀστραγάλων ἐάγη, ψυχὴ δ᾽ Ἄϊδόσδε κατῆλθεν.
ἐρχομένοισι δὲ τοῖσιν ἐγὼ μετὰ μῦθον ἔειπον·
«Φάσθε νύ που οἶκόνδε φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
ἔρχεσθ᾽· ἄλλην δ᾽ ἧμιν ὁδὸν τεκμήρατο Κίρκη
εἰς Ἀΐδαο δόμους καὶ ἐπαινῆς Περσεφονείης
565 ψυχῇ χρησομένους θηβαίου Τειρεσίαο.»
Ὣς ἐφάμην, τοῖσιν δὲ κατεκλάσθη φίλον ἦτορ,
ἑζόμενοι δὲ κατ᾽ αὖθι γόων τίλλοντό τε χαίτας·
ἀλλ᾽ οὐ γάρ τις πρῆξις ἐγίγνετο μυρομένοισιν.
Ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐπὶ νῆα θοὴν καὶ θῖνα θαλάσσης
570 ᾔομεν ἀχνύμενοι, θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέοντες,
τόφρα δ᾽ ἄρ᾽ οἰχομένη Κίρκη παρὰ νηῒ μελαίνῃ
ἀρνειὸν κατέδησεν ὄϊν θῆλύν τε μέλαιναν,
ῥεῖα παρεξελθοῦσα· τίς ἂν θεὸν οὐκ ἐθέλοντα
ὀφθαλμοῖσιν ἴδοιτ᾽ ἢ ἔνθ᾽ ἢ ἔνθα κιόντα;

***
Έτσι μου μίλησε, εμένα ωστόσο ράγισε η καρδιά μου·
θρηνούσα καθισμένος στο κρεβάτι της, δεν ήθελε η ψυχή μου
άλλο να ζω, και πώς να δω το φως του ήλιου!
Και μόνο όταν, σαν κουβάρι κυλισμένος, χόρτασα πια το κλάμα μου,
500 πήρα τον λόγο και τη ρώτησα:
«Ω Κίρκη, ποιος του δρόμου μας θα γίνει κυβερνήτης;
Γιατί θαρρώ στον Άδη, ως τώρα, άλλος κανείς δεν έφτασε
με μελανό καράβι.»
Ακούγοντας τα λόγια μου, αμέσως μου αποκρίθηκε η μεγαλόπρεπη θεά:
«Βλαστάρι των θεών, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα,
να μη σε βασανίζει ποιος θα κυβερνήσει το καράβι σου·
να στήσεις μόνο το κατάρτι, να ανοίξεις τα λευκά πανιά,
και φτάνει· το πλοίο θα αρμενίσει με του βοριά το φύσημα.
Κι όταν με το καράβι σου περάσεις πέρα ως πέρα τον Ωκεανό,
όπου θα δεις μια χαμηλήν ακτή κι άλση της Περσεφόνης,
510 με σκούρες και μεγάλες λεύκες, ιτιές που δεν προφταίνουν να καρπίσουν,
εκεί εμπιστεύσου το πλεούμενο στον ίδιο τον Ωκεανό,
με τις βαθιές του δίνες· εσύ τον δρόμο τράβηξε
για το άραχλο παλάτι του Άδη.
Κάπου συμβάλλουν στον Αχέροντα δυο ποταμοί,
Πυριφλεγέθων και Κωκυτός — τρέχει κι αυτός απ᾽ το νερό της Στύγας·
είναι ένας βράχος μεσιανός εκεί, που πάνω του χτυπούν τα δυο ποτάμια,
σμίγοντας μεταξύ τους με δούπο τρομερό.
Όταν, γενναίε μου, χωθείς εκεί, όσο μπορείς πιο μέσα,
καθώς σου παραγγέλλω,
σκάψε ένα λάκκο ως έναν πήχη, απ᾽ όλες τις μεριές,
και γύρω γύρω τις χοές σου πρόσφερε σ᾽ όλους τους πεθαμένους·
μέλι και γάλα πρώτα, μετά γλυκό κρασί, τέλος νερό· και πάνω εκεί
520 πασπάλισε λευκό κριθάλευρο.
Δεήσου τότε στα αδύναμα κεφάλια των νεκρών πως,
όταν φτάσεις στην Ιθάκη, μιαν αγελάδα στείρα, την καλύτερη,
θα θυσιάσεις στο παλάτι, ρίχνοντας στην πυρά
πάμπολλα δώρα και λαμπρά·
στον Τειρεσία, χωριστά, κατάμαυρο τραγί πως θα προσφέρεις,
μόνο σ᾽ αυτόν, να ξεχωρίζει ανάμεσα στα πρόβατά σου.
Κι όταν με τις ευχές σου λιτανεύσεις το σμάρι των διάσημων νεκρών,
σφάξε κριάρι αρσενικό και προβατίνα μαύρη, προσέχοντας
να βλέπει το κεφάλι τους στο Έρεβος· ο ίδιος όμως, το μάτι σου από κει
αποστρέφοντας, κοίταζε τις ροές του ποταμού.
530 Θα φτάσουν τότε οι πολλές ψυχές των πεθαμένων που αφανίστηκαν.
Την ώρα εκείνη κίνησε τους συντρόφους σου, παράγγειλέ τους,
τα σφάγια που θα κείτονται στο χώμα, θανατωμένα από τον άσπλαχνο
χαλκό, να γδάρουν και να κάψουν, ενώ προς τους θεούς θα δέονται,
τον ακατάλυτο Άδη, την τρομερή την Περσεφόνη.
Ο ίδιος, το σπαθί τραβώντας από τον μηρό σου, μείνε εκεί
αμετακίνητος, και μην αφήσεις των νεκρών τα αδύναμα κεφάλια
να σκύψουν στο αίμα, προτού τον Τειρεσία ρωτήσεις να σου πει.
Γιατί θα φτάσει ο μάντης πάραυτα, για χάρη σου, αρχηγέ,
να σου εξηγήσει την οδό, του δρόμου σου τα μέτρα,
540 τον νόστο σου, πώς θα περάσεις το ψαρίσιο πέλαγο.»
Μιλώντας, πρόβαλε σε λίγο, πάνω σε θρόνο ολόχρυσο, η Αυγή.
Γύρω μου τότε η Κίρκη πέρασε χλαμύδα, μου φόρεσε και τον χιτώνα.
Η ίδια η νύμφη ντύθηκε φόρεμα μακρύ, αστραφτερό,
λεπτό, χαριτωμένο· ζώνει τη μέση της μ᾽ όμορφη ζώνη
ολόχρυση, έριξε στο κεφάλι της μαντίλα.
Κι εγώ, περνώντας από κάμαρη σε κάμαρη, παρακινούσα τους συντρόφους,
μιλώντας με μειλίχια λόγια, από κοντά και στον καθένα χωριστά:
«Πια μην κοιμάστε, δοσμένοι στον γλυκύ σας ύπνο·
ώρα να φύγουμε· το πού και πώς, μου τα εξήγησε η σεβάσμια Κίρκη.»
550 Έτσι τους μίλησα, και συγκατένευσε στα λόγια μου περήφανη η ψυχή τους.
Όμως δεν ήταν το γραφτό μου ούτε από κει να πάρω
τους συντρόφους άβλαβους.
Κάποιος Ελπήνωρ, ο πιο νέος απ᾽ όλους, μήτε στη μάχη και πολύ
γενναίος, μήτε και στο μυαλό του τόσο γνωστικός,
αυτός λοιπόν, γυρεύοντας δροσιά, πήγε και πλάγιασε, παράμερα
από τους άλλους μου συντρόφους,
στο δώμα επάνω του ιερού σπιτιού της Κίρκης,
με το κεφάλι του βαρύ απ᾽ το πολύ κρασί.
Τότε, ακούγοντας θόρυβο και φωνές των άλλων που κινούσαν,
πετάχτηκε απ᾽ τον ύπνο ξαφνιασμένος και, παραζαλισμένος, χάνει
τον δρόμο του, που θα κατέβαινε πάλι τη σκάλα την ψηλή·
από τη στέγη πέφτοντας, γκρεμίστηκε με το κεφάλι, σύντριψε
του λαιμού τους αστραγάλους, κι ευθύς κατέβηκε
560 στον Άδη η ψυχή του.
Στο μεταξύ, μόλις οι σύντροφοί μου συναθροίστηκαν, εγώ τους μίλησα:
«Ίσως και να φαντάζεστε πως ξεκινούμε για το σπίτι,
για τη γλυκιά πατρίδα· η Κίρκη ωστόσο μας συμβούλευσε τον άλλο δρόμο,
προς το παλάτι του Άδη, της φοβερής της Περσεφόνης,
να πάρουμε χρησμό απ᾽ του θηβαίου Τειρεσία την ψυχή.»
Ακούγοντας τον λόγο μου, σπάραξε η φτωχή καρδιά τους·
κάθονται κάτω, στήνουν θρήνο γοερό, τραβούσαν τα μακριά μαλλιά τους,
όμως το τόσο κλάμα τους δεν έφερνε όφελος κανένα.
Κι όσο εμείς κινούσαμε να φτάσουμε στο γρήγορο καράβι,
570 στο περιγιάλι της θαλάσσης, με την καρδιά βαριά, χύνοντας μαύρο δάκρυ,
πρόλαβε η Κίρκη, έφτασε πρώτη, κι έδεσε
στο μαύρο πλοίο πρόβατο μαύρο θηλυκό — εύκολα, πολύ εύκολα
μας είχε προσπεράσει. Ποιος θα μπορούσε αλήθεια ένα θεό,
αν δεν το θέλει ο ίδιος, με τα θνητά του μάτια κάποιος να τον δει,
όταν αυτός εδώ κι εκεί κυκλοφορεί αθέατος;

Μάθε να είσαι άνθρωπος. Δεν κοστίζει

Υπάρχουν άνθρωποι που θα χαρούν με την χαρά σου όπως και θα λυπηθούν με την λύπη σου. Κράτα τους.
Υπάρχουν και εκείνοι που θα αδιαφορήσουν γενικά.
Αδιαφόρησε και εσύ.
Υπάρχουν και εκείνοι οι άλλοι, που μπροστά στο παίζουν ευγενικοί,
καλοί, ότι δήθεν ενδιαφέρονται και πίσω σου, σου σκάβουν τον λάκκο.
Τους ξεχωρίζεις γιατί τα μάτια τους, δεν χαμογελούν ποτέ.
Μόνο το στόμα.
Και δεν καταλαβαίνουν ότι φαίνονται.
Και το να χαμογελούν τα μάτια, είναι κάτι που δεν προβάρεται.
Δεν φτιάχνει, δεν γίνεται να χωρέσει στην υπόλοιπη μάσκα.
Είναι λες και τους έκανε έτσι η φύση για να ξεχωρίζει η κακία και να φαίνεται
η ταμπελίτσα στο μέτωπο –Προσοχή, κίνδυνος θάνατος–
Προτού ζηλέψεις, φθονείς ή βάλεις στο στόμα σου έναν άνθρωπο από το πουθενά, χωρίς να σου έχει κάνει κάτι, ρώτα τον, τί έχει περάσει για να είναι σήμερα όπως είναι.
Ρώτα αντί να υποθέτεις.
Και ύστερα, πριν πας να ανάβεις κεράκια επειδή είσαι καλός πάνω απ’ όλα, ρώτα τον εαυτό σου, είμαι εντάξει;
Πράττω όμορφα;
Και μάθε να είσαι άνθρωπος.
Δεν κοστίζει…

Η θρησκευόμενη ψυχή

Η ψυχολογία της θρησκείας, είναι κλάδος της επιστήμης την ψυχολογίας που μελετά το θρησκευτικό φαινόμενο, αν και δεν υπάρχει σαφής ορισμός, θα προσπαθήσουμε να την προσεγγίσουμε μέσα από τα μέχρι τώρα γνωστά στοιχεία.

Μπορούμε να πούμε ότι μελετά όλη την προσωπικότητα της πίστης ή της θρησκευτικής κοινότητας, τις θρησκευτικές πράξεις, στάσεις και συμπεριφορές σε όλες τις φάσεις επαφής του ανθρώπου με το Θείο.

Με την συστηματική έρευνα αναλύονται, τα κίνητρα, οι ορμές, οι επιθυμίες και οι συγκινησιακές αντιδράσεις του ατόμου. Καθώς και τα πρότυπα συμπεριφοράς, οι εμπειρίες, οι στάσεις καθώς και οι αξίες που έχει το άτομο και το βοηθούν να σχετίζεται πολιτιστικά με την θρησκευτική πίστη.

Βέβαια είναι δύσκολο να αποδοθεί αντικειμενικότητα καθώς οι ψυχολόγοι της θρησκείας είναι εμπειρικοί επιστήμονες, εξετάζουν δηλαδή τους ψυχολογικούς παράγοντες πάνω στην θρησκευτική πίστη αλλά και το αντίστροφο, την επίδραση της θρησκευτικής πίστης πάνω στην ψυχολογία του ατόμου. Όπως είναι λογικό κάθε ερευνητής θα φέρει και την δική του προσωπική εμπειρία και πεποίθηση κατά την διαδικασία, συνειδητά ή μη.

Σύμφωνα με τον James Bissett Pratt, για να κατανοήσουμε την προοπτική του άλλου, πρέπει πρωτίστως να εξοικειωθούμε με την προσωπική του ζωή. Η μέθοδος που πρότεινε και χρησιμοποιούσε ήταν η εμπειρική, περιλαμβάνοντας, εξομολογήσεις, αυτοβιογραφίες, ημερολόγια, δοκίμια και προσωπικές συνεντεύξεις.

Ο ίδιος για να εξασφαλιστεί η εγκυρότητα μια εμπειρικής μεθόδου, έθεσε τρία κριτήρια:
  • Τον άμεσο φωτισμό του ατόμου.
  • Την ταύτιση του ατόμου με τα γεγονότα και τις αρχές της θρησκείας που πιστεύει και θεωρεί αληθή.
  • Την χρησιμότητα της θρησκείας στην ηθική του ατόμου.
Έψαξα τον Θεό και βρήκα μόνο τον εαυτό μου.
Έψαξα τον εαυτό μου και βρήκα μόνο τον Θεό.

Τζελαλαντίν Αλ Ρουμί

Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα δεδομένα της επιστήμης, ο Θεός και ή ψυχή είναι δυο μεγέθη όπου εξαρτάται και σημαίνεται το ένα από το άλλο, έτσι ώστε να αλληλοσυμπληρώνει και να αλληλοπεριχωρεί (να περιέχει δηλαδή το ένα το άλλο) κατά έναν κυκλικό τρόπο.

Τι είναι ψυχή;

Στην συγκεκριμένη ερώτηση έχει σημασία ποιος δίνει την απάντηση ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε βαθύτερα τις έννοιες και τις προσεγγίσεις.

Το "πρόβλημα" σε μεγάλο βαθμό, προέρχεται από το ότι στην ελληνική γλώσσα η λέξη ψυχή εκφράζει δύο διαφορετικά πράγματα.

Το ένα είναι αυτό που θεωρείτε η αθάνατη ψυχή, δηλαδή η πνοή του Θεού στον κάθε άνθρωπο και δεν πεθαίνει αλλά κληρονομεί μαζί με το αναστημένο σώμα την αιώνια ζωή (Ορθόδοξη γραμματεία).

Το δεύτερο είναι η ψυχή της ψυχολογίας που δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι νοητικές εκδηλώσεις του ανθρώπου, δηλαδή οι σκέψεις και τα συναισθήματά του (νευροεπιστήμη). Το μπέρδεμα γίνεται επειδή η ψυχή κατ’ εξοχήν εκδηλώνεται βέβαια με τις νοητικές λειτουργίες, χωρίς όμως να ταυτίζεται με αυτές, όπως θέλουν να πιστεύουν μερικοί.’’

Θα πρέπει λοιπόν να έχουμε στο νου μας, την ψυχή κατά την Ορθοδοξία που δηλώνει τον τρόπο με τον οποίο η ζωή εκδηλώνεται στον άνθρωπο. Δεν αναφέρεται σε ένα μόνο τμήμα της ανθρώπινης ύπαρξης – το πνευματικό, σε αντίθεση προς το υλικό – αλλά σημαίνει τον ολόκληρο άνθρωπο, ως ενιαία ζωντανή υπόσταση.

Η ψυχή δεν κατοικεί απλώς στο σώμα, αλλά εκφράζεται με το σώμα, που κι αυτό, όπως και η σάρκα ή η καρδία αντιστοιχεί στο εγώ μας, στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούμε την ζωή. Ταυτόχρονα με την προσέγγιση που δίνει η επιστήμη της ψυχολογίας στην λέξη ψυχή, ότι είναι το σύνολο ανθρώπινων ικανοτήτων ενός ατόμου που περιλαμβάνει συνειδητές και ασυνείδητες διαδικασίες.

Φυσικά δεν είμαστε μόνο οι νοητικές και φυσικές λειτουργίες μας, αλλά κάτι πιο σύνθετο που ορίζουμε ως ψυχή και περιλαμβάνει και τα συναισθήματα, τις αντιδράσεις και τις διεργασίες που προκαλούνται από τις αντιλήψεις και τις εμπειρίες μας. Σύμφωνα με τον Rudolf Otto (Γερμανός θεολόγος), ο κόσμος της θρησκείας αποκαλύπτεται στον άνθρωπο μέσω του συναισθήματος.

Ο τρόπος που χρησιμοποιεί το άτομο για να κατανοήσει τον ‘’υπέρ -λόγον’’ είναι η νουμενική αίσθηση (numinosum), σύμφωνα με τον ίδιο, περιγράφοντας καλύτερα αυτή την αίσθηση εξηγεί πως δημιουργούνται δύο τάσεις στον άνθρωπο κατά την διαδικασία του θρησκευτικού βιώματος, ένα ευλαβικό δέος (υπερβατική άπωση) και μια έντονη έλξη - γοητεία προς αυτό (υπερβατική έλξη).

Η ανάγκη για την πίστη

Το ερώτημα είναι, που ξεκινά η ανάγκη μας για την πίστη και που προϋπάρχει γενετικά η διάθεση μας για αυτήν. Η άποψη έως σήμερα για την ανάγκη του ‘’θρησκεύεσθαι’’ βρίσκεται κάπου στην μέση, δηλαδή υπάρχει γονιδιακά μια προδιάθεση στον άνθρωπο για την θρησκευτική πίστη, αλλά μεγάλος μέρος της είναι επίκτητο κατά την διαδικασία ανάπτυξης του, τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Επιγραμματικά θα αναφέρουμε τις απόψεις κορυφαίων ψυχολόγων για την θρησκεία.

O Sigmund Freud, θεωρούσε την θρησκεία ως ένα είδος νεύρωσης που προκαλείται από την λίμπιντο. Πίστευε συγκεκριμένα πως είναι η προσπάθεια της ανθρωπότητας για συγχώρεση στην ασυνείδητη και συλλογική ενοχή του ανθρώπου, με σκοπό να αποκαταστήσει την σχέση του με τον Θεό – πατέρα. Στα πλαίσια φυσικά του περίφημου οιδιπόδειου συμπλέγματος που βάσισε το μεγαλύτερο μέρος της θεωρίας του.

Σε απάντηση ο Carl Jung, υποστηρίζει πως ο άνθρωπος στηριζόμενος σε αρχέγονες διαθέσεις και πρότυπα, προσπαθεί μέσω της θρησκείας να μετασχηματίσει την λίμπιντο από μια κατώτερη μορφή ενέργειας σε μια ανώτερη, μέσω της θρησκείας. Σημειώνοντας πολύ εύστοχα κατά την γνώμη μας, πως η απουσία θρησκείας θα ήταν νόσος για την ανθρωπότητα.

Τέλος ο Alfred Adler δίνοντας μια ατομική ερμηνεία στην θρησκεία υποστήριξε πως, η θρησκεία βασίζεται στην ανάγκη του ατόμου για να ικανοποιήσει το αίσθημα κατωτερότητας και κυριαρχικής αδυναμίας που ωθεί το εγώ να νιώσει ολοκλήρωση μέρα από την κοινωνική ανωτεροτητα και αποδοχή. Ενισχύντας φυσικά και το άισθημα του ανήκειν, που ικανοποιείται στους κόλπους της θρησκείας.

Σήμερα η Εξελικτική και Γνωσιακή ψυχολογία διαπιστώνουν πως οι γνωσιακοί μηχανισμοί που διαθέτει ο άνθρωπος του επιτρέπουν να αποκτήσει, να κατανοήσει και να και να σταθεροποιήσει τις θρησκευτικές έννοιες.

Έτσι το ‘’θρησκευεσθαί’ φαίνεται να είναι φυσιολογικό για την ανθρώπινη φύση και σύμφυτο προς τον ανθρώπινο ψυχισμό, όπως αναφέρει και στο βιβλίο του ο καθηγητής ψυχολογίας της θρησκείας Σπ. Τσιτσίγκος, αν παραφράσουμε τον R. McCauley, θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος όπως λειτουργεί μπροστά στο φαγητό που είναι καλό για την διατροφή μας, έτσι και ο νους μας πέφτει επάνω σε θρησκευτικές έννοιες που είναι ωφέλιμες για την σκέψη και την πνευματικότητα μας.

Ο δικός μου Θεός

Η θρησκευτική αλήθεια εκφράζεται μέσα από μια εμπειρία που είναι αυστηρώς προσωπική. Κάθε άνθρωπος σχηματίζει μια εικόνα του Θεού που πιστεύει, με αυστηρά προσωπικά κριτήρια, τόσο για την μορφή, την ύπαρξη, το χαρακτήρα και την συμπεριφορά του. Παρότι κάθε θρησκεία δίνει ένα δογματολογικό πλαίσιο, νομίζω πως τις νύχτες στην προσευχή του κάθε άνθρωπος, απευθύνεται στον δικό του Θεό.

Είναι σπουδαία αυτή η σχέση ακόμη και αν παραβαίνει κανόνες και δόγματα, θεωρίες και θεωρήσεις της επιστήμης της ψυχολογίας. Είναι μια μετάβαση του ψυχισμού του ανθρώπου προς το Θείο, με κάθε ατέλεια που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση, το ‘’καθ’ ομοίωσίν’’, πιστεύω αντιστρέφεται συχνά για να ικανοποιηθεί άλλοτε ο εγωισμός και άλλοτε η ανάγκη για ελπίδα και πίστη στον άνθρωπο.

Αυτό που λέμε απλά η ανάγκη για οποιαδήποτε μορφής βοήθεια. Θέλουμε βέβαια στο τέλος της ημέρας μέσα στην απέραντη αγάπη Του ο δικός μας Θεός να κατανοήσει και συγχωρέσει την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης μας.

Όμως με όποιο τρόπο και αν διατηρείτε αυτή την σχέση στη ζωή σας, αυτό που είναι σίγουρο πέρα από κάθε θεωρία είναι πως κάνετε καλό στην ψυχή σας. Όπως είπε και ο Blaise Pascal (Γάλλος στοχαστής):

Τον άνθρωπο πρέπει να τον γνωρίσεις για να τον αγαπήσεις, τον Θεό πρέπει να Τον αγαπήσεις για να Τον γνωρίσεις.


Το Επιχείρημα της απιθανότητας

Να είσαι πολύ μακριά

Δεν θα πρέπει ποτέ να είσαι για πολύ εδώ. Να είσαι πολύ μακριά, έτσι ώστε να μην μπορούν να σε βρουν, να μην μπορούν να σε «πλησιάσουν» για να σε βάλουν στα δικά τους καλούπια, για να σε πλάσουν όπως θέλουν.

Να είσαι τόσο μακριά όσο και τα βουνά, όσο ο αμόλυντος αέρας.

Να είσαι τόσο μακριά ώστε ούτε εσύ να ξέρεις που είσαι. Μην τους αφήσεις να σε βρουν.

Μην έρχεσαι σε πάρα πολύ κοντινή επαφή μαζί τους.

Μένε πολύ μακριά, εκεί όπου ούτε κι εσύ να μην μπορείς να σε βρεις.

Κράτα μια απόσταση που να μην μπορεί κανένας να τη διασχίσει.

Έχε πάντα ανοιχτό ένα «πέρασμα» που να μην μπορεί κανείς να έρθει σε σένα απ' αυτό.

Μην κλείσεις την πόρτα γιατί δεν υπάρχει πόρτα, μόνο ένα ανοιχτό, ατελείωτο πέρασμα.

Αν κλείσεις οποιαδήποτε πόρτα, εκείνοι θα είναι πολύ κοντά σε σένα, και τότε είσαι χαμένος.

Μένε πολύ μακριά, εκεί όπου δεν μπορεί να σε φτάσει η αναπνοή τους, γιατί η αναπνοή τους ταξιδεύει πολύ μακριά και πολύ βαθιά.

Μη μολύνεσαι απ' αυτούς, από τα λόγια τους, από τις χειρονομίες τους, από τις φοβερές γνώσεις τους.

Έχουν φοβερές γνώσεις, αλλά να βρίσκεσαι μακριά τους, εκεί όπου ούτε εσύ θα μπορείς να σε βρεις.

Γιατί σε περιμένουν στην άλλη γωνία, μέσα σε κάθε σπίτι, για να σε βάλουν στα δικά τους καλούπια, για να σε πλάσουν όπως θέλουν, για να σε κάνουν κομμάτια κι ύστερα να σε συναρμολογήσουν πάλι σύμφωνα με τη δική τους εικόνα.

Οι θεοί τους -οι μικροί και οι μεγάλοι- είναι «κατ' εικόνα και ομοίωσή τους», σκαλισμένοι από το νου ή από τα χέρια τους.

Σε περιμένουν: ο άνθρωπος της εκκλησίας και ο πολιτικός, ο πιστός και ο άπιστος, γιατί και οι δύο είναι το ίδιο, νομίζουν ότι είναι διαφορετικοί, αλλά δεν είναι γιατί και οι δύο θα σου κάνουν πλύση εγκεφάλου μέχρι να γίνεις ένας απ' αυτούς, μέχρι να επαναλαμβάνεις τα λόγια τους, μέχρι να λατρέψεις τους θεούς τους, τους παλιούς και τους καινούριους.

Έχουν στρατούς στο όνομα των θεών τους καί των πατρίδων τους και είναι ειδικοί στο να σκοτώνουν.

Μένε μακριά, γιατί σε περιμένουν ο εκπαιδευτικός και ο επιχειρηματίας. Ο ένας σε εκπαιδεύει για τον άλλο, για να προσαρμοστείς στις απαιτήσεις της κοινωνίας τους, που είναι κάτι θανατερό. Έχουν κατασκευάσει αυτό το πράγμα που το ονομάζουν «κοινωνία και οικογένεια». Αυτά τα δύο είναι οι αληθινοί θεοί τους, το δίχτυ όπου θα μπλεχτείς. Θα σε κάνουν επιστήμονα, μηχανικό ή ειδικό σε κάτι, σχεδόν στα πάντα: από τη μαγειρική και την αρχιτεκτονική έως τη φιλοσοφία.

Μένε πολύ μακριά γιατί σε περιμένουν ο πολιτικός και ο μεταρρυθμιστής. Ο ένας σε στέλνει να φωνάζεις στο πεζοδρόμιο και ο άλλος μετά σε «μεταρρυθμίζει», και θα χαθείς στην ερημιά των λόγων τους που μ' αυτούς ακριβώς σ' εξαπατούνε.

Μείνε μακριά γιατί σε περιμένουν και οι ειδικοί σε θέματα του θεού και εκείνοι που ρίχνουν βόμβες: οι πρώτοι πρώτα θα σε πείσουν να ρίχνεις βόμβες και οι άλλοι θα σε μάθουν πώς να το κάνεις.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να βρεις τον άνθρωπο, όπως επίσης υπάρχουν και πάρα πολλοί τρόποι να σκοτώνεις.

Αλλά εκτός από όλους αυτούς που σε περιμένουν, υπάρχουν και ορδές άλλων που είναι έτοιμοι να σου πουν τι να κάνεις και τι να μην κάνεις.

Μείνε μακριά από όλους τους, τόσο μακριά που να μην μπορεί κανείς να σε βρει, ούτε εσύ ο ίδιος.

Θα σου αρέσει και σένα να παίζεις με όλους αυτούς που σε περιμένουν, αλλά το παιχνίδι γίνεται κάποια στιγμή τόσο πολύπλοκο και διασκεδαστικό που θα χαθείς μέσα σ' αυτό.

Δεν θα πρέπει να μένεις για πάρα πολύ εδώ.

Να είσαι τόσο μακριά, που ακόμη κι εσύ να μην μπορείς να σε βρεις.

Oscar Wilde: Στο μυαλό, λοιπόν, και μόνο σ’ αυτό γίνονται και οι μεγαλύτερες αμαρτίες του κόσμο

Αλλά ακόμη και ο πιο γενναίος ανάμεσά μας φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο αυτοακρωτηριασμός των αγρίων επιβιώνει τραγικά στην αυταπάρνηση που φθείρει τις ζωές μας.

Τιμωρούμαστε για τις αρνήσεις μας.

Κάθε παρόρμηση που πολεμάμε να καταπνίξουμε, μένει κρυμμένη και δουλεύει μέσα στο μυαλό και μας δηλητηριάζει.

Το σώμα αμαρτάνει μια φορά και ξεμπερδεύει, γιατί η πράξη είναι ένας τρόπος εξαγνισμού.

Δε μένει τιποτ’ άλλο παρά η ανάμνηση μιας απόλαυσης ή η πολυτέλεια της μεταμέλειας.

Ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθείς έναν πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν.

Αν του αντισταθείς, η ψυχή σου θ’ αρρωστήσει απ΄ τη λαχτάρα για τα πράγματα που η ίδια απαγόρευσε στον εαυτό της, απ’ την επιθυμία για όσα οι τερατώδεις νόμοι της έχουν κηρύξει τερατώδη και παράνομα.

Κάποιος είπε ότι τα πιο σημαντικά γεγονότα του κόσμου συντελούνται μέσα στο μυαλό.

Στο μυαλό, λοιπόν, και μόνο σ’ αυτό γίνονται και οι μεγαλύτερες αμαρτίες του κόσμο.

Oscar Wilde, Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι

Τα όνειρα μας κάνουν άτρωτους

Κανείς δεν γεννήθηκε άτρωτος και αθάνατος. Για την ακρίβεια, αν το κοιτάξεις με μια κάπως απαισιόδοξη αλλά ρεαλιστική ματιά, όλοι γεννηθήκαμε για να πεθάνουμε. Ω! ναι. Ακόμα κι ο Αχιλλέας την πάτησε. Εσύ θα γλιτώσεις;

Υπάρχει όμως κάτι που μας παρέχει μια κάποια αθανασία, κι αυτό είναι τα όνειρα. Όχι εκείνα που κάνουμε καθώς κοιμόμαστε, αλλά εκείνα που κάνουμε ξύπνιοι. Κατά την διάρκεια της μέρας ή και της νύχτας, πάντως ξύπνιοι.

Τα όνειρα δημιουργούν μαγεία κι όσο πιο μεγάλα είναι τόσο πιο μαγική κάνουν την καθημερινότητα σου. Σου δίνουν κίνητρο και σκοπό και σε κάνουν να νιώθεις λιγότερο μικρός στο τεράστιο σύμπαν. Γιατί μπορεί να είμαστε μικροί, όμως είμαστε μοναδικοί. Και το ίδιο και τα όνειρα μας.

Οι στιγμές που ονειρευόμαστε είναι εκείνες που μας ταξιδεύουν στην αιωνιότητα και μας κρατούν ζωντανούς μέσα σ αυτήν, χωρίς εκπτώσεις και επιπτώσεις. Χωρίς συνέπειες.

Όσο δύσκολα κι αν γίνουν τα πράγματα, μην σταματήσεις να ονειρεύεσαι. Κανείς δεν μπορεί να σου στερήσει αυτό το δικαίωμα… Kανείς, μόνο εσύ. Κι όσο ουτοπικό και αν ακούγεται, εσύ κάντο πραγματικότητα. Ονειρέψου και ζήσε με τα όνειρα σου να σε οδηγούν. Είναι άλλωστε ότι πιο ειλικρινές έχεις μέσα σου. Τα όνειρα και οι ελπίδες μας είναι το alter ego μας. Μην επιτρέψεις να σου τα πάρουν.

Τα όνειρα είναι η μόνη πραγματική μας περιουσία, η μόνη πατρίδα που φτιάχτηκε για μας! Τι να την κάνω την πραγματικότητα;, τους είπα. Εγώ έχω το όνειρο κι εκεί κανένας δεν πεθαίνει.

Εκεί είμαστε όλοι αθάνατοι… γιατί οι ονειροπόλοι δεν δαμάζονται όμορφε κόσμε!

Η σιωπή είναι η καλύτερη απάντηση όταν ακούς ανοησίες

Πως να μεγαλώνεις
δεν σημαίνει μονάχα να «κλείνεις» χρόνια.

Πως η σιωπή
είναι η καλύτερη απάντηση όταν ακούς ανοησίες.

Πως να δουλεύεις
δεν σημαίνει μονάχα να κερδίζεις χρήματα.

Πως οι φίλοι
«αποκτούνται» δείχνοντας το πραγματικό μας πρόσωπο.

Πως οι αληθινοί και πραγματικοί φίλοι
βρίσκονται πάντα κοντά μας.

Πως τα χειρότερα πράγματα
«κρύβονται» μέσα σε μια καλή εμφάνιση.

Πως η φύση
είναι το πιο όμορφο δημιούργημα σε αυτή την ζωή.

Πως όταν σκέφτομαι πως γνωρίζω τα πάντα
ακόμη δεν γνωρίζω τίποτα.

Πως μια μοναδική ημέρα
μπορεί να είναι πολύ σπουδαιότερη από πολλά χρόνια.

Πως μπορείς να «συνομιλήσεις» με τα αστέρια.

Πως μπορείς να «εξομολογηθείς» στο φεγγάρι.

Πως μπορείς να ταξιδέψεις στο άπειρο.

Πως είναι υγιές να ακούς όμορφα και καλά λόγια.

Πως το να είσαι ευγενικός κάνει καλό στην υγεία.

Πως είναι αναγκαίο να ονειρεύεσαι.

Πως μπορείς να είσαι «παιδί» για όλη την ζωή.

Πως η ύπαρξή μας είναι ελεύθερη.

Πως ο Θεός δεν απαγορεύει τίποτα στο όνομα της αγάπης.

Πως το να κρίνεις και να κατακρίνεις τον εαυτό σου δεν έχει σημασία όταν αυτό που
πραγματικά έχει σημασία είναι η εσωτερική γαλήνη.

Και τέλος έμαθα πως δεν μπορείς να πεθάνεις για να μάθεις να ζεις.

William Shakespeare

Οι δυνατοί δουλεύουν ήσυχα στη γωνία. Δεν μιλούν πολύ

Σχεδόν παντού στον κόσμο, η παράσταση που δίνουμε στα social media είναι θετική. Βασισμένη στη λογική, «θα ήθελα να σας πω πόσο καλά πάνε τα πράγματα. Δείτε πόσο τέλεια περνάω». Σπανίως λέγεται η αλήθεια: «Φοβάμαι. Παλεύω. Δεν ξέρω».

Όλοι έχουμε μια αδύναμη πλευρά, η οποία δεν είναι ακριβώς κακόβουλη, αλλά τελικά θέλει πάντα να προσελκύει τη μεγαλύτερη δυνατή δημόσια αναγνώριση και προσοχή με τη λιγότερη δυνατή δουλειά.

Είναι σαν να θεωρούμε ότι η σιωπή είναι σημάδι αδυναμίας. Ότι το να μας αγνοούν είναι ταυτόσημο με τον θάνατο (και για το Εγώ αυτό είναι αλήθεια). Γι’ αυτό λοιπόν μιλάμε, μιλάμε, μιλάμε, λες και η ζωή μας εξαρτάται από αυτό.

Στην πραγματικότητα, η σιωπή είναι δύναμη – ειδικά στην αρχή ενός ταξιδιού. Όπως είχε προειδοποιήσει ο φιλόσοφος (και, όπως προκύπτει, εχθρός των εφημερίδων και της φλυαρίας τους) Σαίρεν Κίρκεγκωρ: “Η απλή φλυαρία προκαταλαμβάνει την πραγματική συζήτηση, και η έκφραση του περιεχομένου του νου αδυνατίζει τη δράση παρακωλύοντάς την”.

Και αυτό ακριβώς είναι το ύπουλο στη συζήτηση. Ο καθένας μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του. Ακόμα κι ένα παιδί ξέρει να κάνει ψιλοκουβέντα και να φλυαρεί. Οι περισσότεροι άνθρωποι τα πηγαίνουν σχετικά καλά στην προώθηση και στις πωλήσεις. Τι είναι λοιπόν αυτό που σπανίζει; Η σιωπή. Η ικανότητα να κρατάς συνειδητά τον εαυτό σου εκτός συζήτησης και να υπάρχεις χωρίς την επιβεβαίωσή της. Η σιωπή είναι η ανάπαυλα των δυνατών και σίγουρων για τον εαυτό τους ανθρώπων, ενώ η νοερή απεικόνιση του στόχου μας είναι σημαντική, από ένα σημείο και μετά το μυαλό μας αρχίζει να τη συγχέει με την πραγματική επίτευξη. Το ίδιο ισχύει για τη λεκτικοποίηση των προσδοκιών και των στόχων μας. Ακόμα και το να μιλάμε δυνατά στον εαυτό μας τη στιγμή που προσπαθούμε να λύσουμε δύσκολα προβλήματα έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τη διορατικότητα και την ευρηματικότητά μας.

Όσο πιο δύσκολο είναι ένα έργο, τόσο πιο αβέβαιο γίνεται για μας το αποτέλεσμα, τόσο πιο πολύ μας κοστίζει το να συζητάμε για αυτό, και τόσο πιο πολύ απομακρυνόμαστε από την ανάληψη της ευθύνης για την επίτευξή ίου. Έχει απομυζήσει την ενέργεια που χρειαζόμαστε απελπισμένα για να κατακτήσουμε αυτό που ο Στίβεν Πρέσσφιλντ αποκαλεί «Αντίσταση» – το εμπόδιο που στέκεται ανάμεσα σ’ εμάς και στη δημιουργική έκφραση. Η επιτυχία απαιτεί το 100% των προσπαθειών μας, και η συζήτηση διασπαθίζει μέρος αυτής της προσπάθειας προτού προλάβουμε να τη χρησιμοποιήσουμε.

Πολλοί από εμάς υποκύπτουμε στον πειρασμό αυτό, κυρίως όταν νιώθουμε πνιγμένοι, πιεσμένοι ή όταν έχουμε πολλή δουλειά. Στη φάση της «οικοδόμησης» η αντίσταση αποτελεί μια διαρκή πηγή δυσφορίας. Το να μιλάμε -να ακούμε τον εαυτό μας να μιλά, να δίνει παράσταση για ένα κοινό- είναι σχεδόν θεραπευτικό. Μόλις πέρασα τέσσερις ώρες συζητώντας για το συγκεκριμένο θέμα. Αυτό δεν μετράει καθόλου; Η απάντηση είναι όχι.

Η εξαιρετική δουλειά προϋποθέτει μεγάλο αγώνα. Είναι μια διαδικασία που σε στραγγίζει, σου ρίχνει το ηθικό, σε τρομάζει – όχι πάντα, αλλά μπορεί να το νιώσεις όταν βρεθείς στη μέση της διαδρομής. Έτσι μιλάμε για να γεμίσουμε το κενό και την αβεβαιότητα. «Το κενό», είχε πει κάποτε ο Μάρλον Μπράντο -ένας λιγομίλητος ηθοποιός, αν υπάρχει αυτό το είδος- «είναι τρομακτικό για τους περισσότερους ανθρώπους». Είναι σαν να δεχόμαστε επίθεση ή σαν να προκαλούμαστε από τη σιωπή, κυρίως αν έχουμε επιτρέψει στο Εγώ μας να μας λέει ψέματα τα προηγούμενα χρόνια. Κι αυτό είναι καταστροφικό για έναν λόγο: επειδή η εξαιρετική δουλειά και η ανώτερη τέχνη είναι προϊόντα της πάλης μας με το κενό, προκύπτουν όταν αντιμετωπίζουμε το κενό, κι όχι όταν προσπαθούμε να το αποδιώξουμε. Το ερώτημα είναι τι κάνουμε όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ιδιαίτερη πρόκληση – είτε πρόκειται για έρευνα σε ένα νέο πεδίο, για την έναρξη μιας νέας επιχείρησης, για την παραγωγή μιας ταινίας, για την ενίσχυση ενός σημαντικού σκοπού: Επιδιώκουμε την αναβολή μέσα από τη συζήτηση ή ριχνόμαστε άμεσα στη μάχη;

Οι δυνατοί δουλεύουν ήσυχα στη γωνία. Μετατρέπουν την εσωτερική τους αναταραχή σε προϊόν – και σταδιακά σε ηρεμία. Αγνοούν την παρόρμηση για αναγνώριση προτού κάνουν κάτι. Δεν μιλούν πολύ. Δεν τους πειράζει που κάποιοι άλλοι, οι οποίοι βρίσκονται στο επίκεντρο της δημοσιότητας, μπορεί να παίρνουν τη μερίδα του λέοντος. (Δεν την παίρνουν.) Είναι πολύ απασχολημένοι με τη δουλειά τους για να πράξουν οτιδήποτε άλλο. Και όταν μιλούν – το έχουν κερδίσει.

Η μοναδική σχέση ανάμεσα στη δουλειά και στη φλυαρία είναι ότι η μια σκοτώνει την άλλη.

Αφήστε τους υπόλοιπους να αλληλοχτυπιούνται φιλικά στην πλάτη και γυρίστε στο εργαστήριο, στον στίβο, στον δρόμο σας.

KHALIL GIBRAN: Απρόσκλητες οι τύψεις τους καλούν μέσα στη νύχτα

(Aπόσπασμα)

Κι εσείς δικαστές που θέλετε να είστε δίκαιοι, τι κρίση θα βγάλετε γι’ αυτόν που αν και είναι τίμιος στα χέρια είναι όμως κλέφτης στη σκέψη;

Και ποιά ποινή θα βάζατε σ’ αυτόν που σκοτώνει την σάρκα, αλλά δολοφονείται ο ίδιος στην ψυχή;

Και πως θα τιμωρήσετε εκείνον που στην πράξη είναι δόλιος και καταπιεστής, αλλά που είναι κι ο ίδιος αδικημένος και εξευτελισμένος;

Και πως θα τιμωρήσετε εκείνους που οι τύψεις τους, είναι κιόλας πολύ μεγαλύτερες από τα αδικήματά τους;

Δεν είναι οι τύψεις η δικαιοσύνη που απονέμει ο ίδιος εκείνος νόμος που εσείς θέλετε να υπηρετείτε;

Δεν μπορείτε όμως να βάλετε τύψεις στην καρδιά του αθώου, ούτε να τις αφαιρέσετε από την καρδιά του ενόχου. Απρόσκλητες οι τύψεις θα καλούν μέσα στη νύχτα, έτσι που οι άνθρωποι να ξυπνούν και να αντικρύζουν τον εαυτό τους

KHALIL GIBRAN

ΛΟΓΓΙΝΟΣ: Τη μισή αρετή τη χάνεις τη μέρα που υποδουλώνεσαι

“Τη μισή αρετή”, σύμφωνα με τον Όμηρο, “τη χάνεις τη μέρα που υποδουλώνεσαι”. 

Αν βέβαια είναι αλήθεια αυτό που ακούω», είπε, «για εκείνα τα στενά κλουβιά 1909 όπου ζουν οι Πυγμαίοι, οι λεγόμενοι νάνοι, ότι δηλαδή όχι μόνο εμποδίζουν την ανάπτυξη των έγκλειστων, αλλά και ότι αυτοί από τα δεσμά που ζώνουν το σώμα τους μαζεύουν ακόμα περισσότερο, έτσι κάθε μορφής δουλεία, ακόμα και την πιο δίκαιη, θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κάποιος κλουβί της ψυχής και κοινό δεσμωτήριο».

ΛΟΓΓΙΝΟΣ, ΠΕΡΙ ΥΨΟΥΣ

Ποιανού Σκλάβος Είσαι;

Surprise! ή αλλιώς μάντεψε ποιανού σκλάβος είσαι.

Την τόσο μεγάλη έκπληξη σου για το τι συμβαίνει στην χώρα, δεν την καταλαβαίνω. Από την παιδική ηλικία, θυμάσαι να αισθάνθηκες ποτέ ότι υπάρχει η έννοια της ελευθερίας γύρω σου στην πράξη , είτε στην οικογένεια, είτε στο σχολείο, είτε στην μετέπειτα ζωή; Τι σου κάνει τόση εντύπωση τώρα δηλαδή; Α!!! δεν έχεις χρήματα πλέον και σε κυνηγάει η κλιματική αλλαγή κι ένας ιός με δεκάδες πρόσωπα.

Την σκλαβιά τελικά στην επέβαλαν και την αποδέχτηκες, και την αντιλαμβάνεσαι μόνο στα οικονομικά – τι απογοήτευση – και τώρα καίγεσαι να αλλάξει κάτι, να ελευθερωθείς. Συμφωνώ απόλυτα! Να ελευθερωθείς. Η βάση όμως για κάτι τέτοιο είναι η προσωπική, ψυχική-διανοητική ελευθερία κι εκεί έχεις πρόβλημα. Δεν ήσουνα ποτέ ελεύθερος μέσα σου, στις δυσκολίες πάντα άλλοι έλυναν τα προβλήματα σου (η μανούλα σου, ένας δυναμικός φίλος σου, η πλούσια θεία από το Αμέρικα).

Μάχες, επαναστάσεις και στρατηγικές, έπαιζες μόνο με τα παιδικά σου παιχνίδια.

Στην πραγματική σου ζωή από φόβο μην γρατσουνιστεί η ψυχή και αποκτήσεις ψυχολογικά, άλλοι έδιναν τις μάχες σου (η μανούλα, ο δυναμικός φίλος, η πλούσια θεία από το Αμέρικα).

Ξέρεις κατά βάθος, εκείνες τις μάχες, ήθελες να τις δώσεις. Ήθελες να παλέψεις για την ελευθερία σου, γιατί είναι στην φύση σου να είσαι ελεύθερος. Όχι, οι εχθροί σου δεν ήταν αυτοί που σε καλούσαν σε μάχη. Ήθελες να παλέψεις με τους πραγματικούς εχθρούς σου: την μανούλα, τον δυναμικό φίλο, την πλούσια θεία απ’ το Αμέρικα. Αλλά βολεύτηκες. Και συνεχίζεις τα πολεμικά παιχνίδια. Στο ps πλέον. Εσύ στο ps, στις μάχες σου η μανούλα, ο δυναμικός φίλος, η θεία απ’ το Αμέρικα. Και είσαι 40+ φεύγα.

Είχες πλήρη αντίληψη του τι συμβαίνει εδώ και χρόνια, αλλά ποτέ δεν έκανες τίποτα. Πιστεύεις ότι είσαι επαναστάτης όμως. Εγκεφαλικά είσαι, ναι.

Μεγάλωσες, γέμισε πληροφορίες ο εγκέφαλος και ατρόφησε η ψυχή, η διάνοια. Εγκέφαλος γεμάτος πληροφορίες και γνώσεις, που για να χρησιμοποιηθούν θέλουν ενέργεια που την δίνει η ψυχή, αλλά η σύνδεση είναι κομμένη. Δεν πληγωνόταν ποτέ για να μπορέσει να μορφωθεί, να μάθει να μην φοβάται τον φόβο, τον πόνο, να δίνει ρεύμα στην σκέψη σου και κίνηση στον λόγο σου και να επιστρέφει πιο δυνατή στην μάχη.

Ήθελε πάγια η σύνδεση και τώρα πια είναι πολλά τα χρεωστούμενα. Δεν τα πλήρωνες ακόμα και όταν αντιλήφθηκες ότι χρωστάς. Γιατί το αντιλήφθηκες, μη κρύβεσαι.

Και τώρα;

Και τώρα σου φταίνε οι άλλοι για την δική σου την σκλαβιά.

Σκλαβωμένος ψυχικά άνθρωπος, ζεις σε μια υπόδουλη χώρα, σε ένα προτεκτοράτο. Τι παράξενο!

Και το κυριότερο; ακόμα περιμένεις κάποιον άλλον ελευθερωτή.

Και το χειρότερο; ακόμα νομίζεις πως είσαι επαναστάτης.

Γνώση και γνώμη: η διαφορά των Επικουρείων από τους άλλους

Η σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης χαρακτηρίζεται από πολλή ρητορική φλυαρία, πάμπολλες προσωπικές απόψεις, θεατρικές κινήσεις εντυπωσιασμού, επιθετικότητα θρησκευτική και πολιτική, αλλά και από πολύ σκεπτικισμό. Αυτά ακριβώς ίσχυαν και στην Ελληνιστική εποχή που έζησε ο Επίκουρος.

Ο Ελληνικός πολιτισμός είχε εξαπλωθεί στην Οικουμένη, η θεατρική συμπεριφορά των βασιλέων και των αυλικών τους έγινε συστατικό του δημόσιου βίου, ενώ συνυπήρχαν πολλές φιλοσοφικές απόψεις, ανάμεσα στις οποίες και ο Πυρρώνειος σκεπτικισμός, πολλές θρησκευτικές δοξασίες, καθώς και έντονες πολιτικές και πολεμικές αντιπαραθέσεις.

Όλες αυτές τις αλληλοαντικρουόμενες τάσεις ο Επίκουρος τις αντιμετώπισε με εξαιρετική νηφαλιότητα. Αντιλήφθηκε ότι η ζωή δεν έχει ανάγκη από κενές δοξασίες αλλά από ηρεμία, οπότε χρειαζόταν μια αντικειμενική μέθοδο για να κρίνει ποια από τις απόψεις ήταν ορθή, ποια πιθανή και ποια λανθασμένη. Για τον λόγο αυτό ο Αθηναίος φιλόσοφος δημιούργησε τον Κανόνα, μια μεθοδολογία γνώσης που περιλαμβάνει συγκεκριμένα κριτήρια της αλήθειας και στηρίζεται στην αντικειμενική παρατήρηση της Φύσης και στην ελεύθερη σκέψη.

Με τον Κανόνα του και την γνώση της Φύσης ο διαφωτιστής Επίκουρος πρόσφερε στον κάθε άνθρωπο την ευκαιρία αφενός να ελευθερώσει τον νου του από τις ανόητες πολυλογίες, τις υπερφυσικές μυθοπλασίες, την παράλογη δεισιδαιμονία, τις κενές ιδεοληψίες και την ψυχική ανισορροπία και αφετέρου να επιλέξει να ζήσει με φρόνηση και φιλία έναν ευδαιμονικό βίο. Ο Σοφός έγραψε στον μαθητή του Ηρόδοτο:

“Αφιερώνω συνεχώς την δραστηριότητα μου στην επιστημονική μελέτη της φύσης και έτσι, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τρόπο, γαληνεύει η ζωή μου»
(Διογένης Λαέρτιος Χ 37).

Ο Κανόνας είναι ολοφάνερα ο πρόδρομος της σύγχρονης επιστημονικής προσέγγισης της γνώσης, που ξεκίνησε πριν από τέσσερις αιώνες από τις παρατηρήσεις με τηλεσκόπιο αφενός του Γαλιλαίου και αφετέρου του φίλου του Γκασσαντί, που αναβίωσε την Επικούρεια φιλοσοφία. Η παρατήρηση της Φύσης γίνεται με τις αισθήσεις των επιστημόνων ή με τις αισθητήριες καταγραφές των επιστημονικών οργάνων τους. Για κάθε ζήτημα διατυπώνονται πολλές θεωρίες, αλλά γίνεται αποδεκτή μόνο εκείνη η θεωρία που επιμαρτυρείται από τις παρατηρήσεις.

Η Επικούρεια μέθοδος απόκτησης της γνώσης που υιοθετήθηκε από μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων οδήγησε την ανθρωπότητα στον Διαφωτισμό, στην Επιστήμη και στον σύγχρονο Ανθρωπισμό.

Σύμφωνα με τον Επίκουρο:

“Κενός περιεχομένου είναι εκείνος ο φιλοσοφικός λόγος που δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθος (Π.Μ. 31.34.10). Όπως η ιατρική δεν ωφελεί καθόλου εάν δεν θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν ωφελεί εάν δεν θεραπεύει τα πάθη της ψυχής (Π.Μ. 29.32.21)”.

Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της ιατρικής αναλογίας που ενδιαφέρεται για την θεραπεία του αρρώστου θα περιγράψω εν συντομία τις διάφορες προσεγγίσεις των άλλων φιλοσοφικών σχολών σε αντιπαραβολή με την προσέγγιση της Επικούρειας φιλοσοφίας. Θα αναδείξω την διαφορά ανάμεσα στην γνώμη και στην γνώση, ανάμεσα στην προσωπική δοξασία που εκφράζουν οι άλλοι φιλόσοφοι και στην επιστημονική γνώση που εκφράζει η φιλοσοφία του Επίκουρου.

Ακριβώς επειδή είναι επιστημονικά συμβατή με την ανθρώπινη φύση, η Επικούρεια φιλοσοφία έχει ψυχοθεραπευτική δράση και βελτιώνει πρακτικά την ζωή του κάθε ανθρώπου. Ο Επικούρειος φιλόσοφος είναι ο επιστήμονας γιατρός της ψυχής, που προσφέρει στον απελπισμένο άνθρωπο τα φάρμακα για την φρόνηση και την αταραξία.

Γνώμη των άλλων φιλοσόφων

Θρησκευτικές και μαγικές δοξασίες καταδυνάστευαν το νου των ανθρώπων επί χιλιετίες, έως τον 6ο προχριστιανικό αιώνα, όταν στις ελληνικές πόλεις του Αιγαίου και των ακτών της Ιωνίας άρχισε να αναπτύσσεται η φιλοσοφία.

Σε μια εποχή που δέσποζε η δεισιδαιμονία, οι φυσικοί Ίωνες φιλόσοφοι προσπάθησαν να ξεπεράσουν τους πανάρχαιους μύθους για τους θεούς που διέδιδαν οι ποιητές και να εξηγήσουν την Φύση χρησιμοποιώντας τόσο την εμπειρία τους που βασιζόταν στις αισθήσεις, όσο και την φαντασία τους που βασιζόταν σε εμπειρικές αναλογίες και ορθολογικές υποθέσεις.

Ο κορυφαίος από αυτούς τους φυσικούς φιλοσόφους ήταν αντικειμενικά ο Δημόκριτος, ο οποίος συνδύασε την θεωρία του Παρμενίδη για το αμετάβλητο ον με την άποψη του Ηράκλειτου για την συνεχή αλλαγή, προτείνοντας αντίστοιχα αφενός την αιώνια ύπαρξη των αμετάβλητων ατόμων και αφετέρου την αέναη δημιουργία των σύνθετων σωμάτων από τα άτομα. Τα σύνθετα σώματα υπάρχουν για κάποιο χρονικό διάστημα έως την διάλυσή τους και πάλι σε άτομα. Ο Δημόκριτος υπήρξε ο πρώτος φιλόσοφος που αναφέρθηκε στην ιατρική αναλογία, την οποία χρησιμοποίησε αργότερα ο Επίκουρος. Έγραψε ο Αβδηρίτης:

”Η ιατρική θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, ενώ η σοφία απαλλάσσει την ψυχή από τα πάθη”.

Στην Αθηναϊκή Δημοκρατία του 5ου προχριστιανικού αιώνα, η ανάγκη για εξάσκηση των πολιτών στον πολιτικό λόγο και την ρητορική επιχειρηματολογία προσέλκυσε μια ετερογενή ομάδα ευφυών και καλλιεργημένων ανθρώπων, τους σοφιστές, που δίδασκαν έναντι αμοιβής τους νέους να χειρίζονται τον λόγο. Οι σοφιστές προήγαγαν την αποδόμηση των πατροπαράδοτων αξιών που δεν είχαν ως επίκεντρο τον άνθρωπο, οδηγώντας στην καθιέρωση του ανθρωπισμού με την σημασία της μόρφωσης και της ανθρωπιάς.

Είναι γνωστή η ρήση του σοφιστή Πρωταγόρα “πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος” (δηλαδή ο άνθρωπος είναι μέτρο όλων των πραγμάτων). Αυτή η ρήση δεν ήταν μόνο ανθρωποκεντρική, αλλά είχε και υποκειμενική και σκεπτικιστική χροιά.

Οι σοφιστές υποστήριξαν την ριζοσπαστική άποψη ότι η αλήθεια είναι ξεχωριστή για κάθε άνθρωπο, είναι σχετική με την πίστη και τις απόψεις του, οπότε και δεν υπάρχει αντικειμενική προσέγγιση της πραγματικότητας. Οι σοφιστές δίδαξαν ότι ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει, ότι μπορεί να αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό οποιονδήποτε άλλον και ότι αυτό που έχει σημασία για να νικήσει κάποιος σε μια συζήτηση είναι η δύναμη της λογικής επιχειρηματολογίας.

Όπως είναι φανερό, η σοφιστική είναι ταυτόχρονα πρόδρομος της πολιτικής δημηγορίας, της ρητορικής, της διαλεκτικής, της υποκειμενικής γνωσιολογίας και του εγωιστικού ηδονισμού του Αρίστιππου, του Σκεπτικισμού του Πύρρωνα και του Ακαδημικού Καρνεάδη, αλλά και της προσωποκεντρικής λογοτεχνίας.

Η σοφιστική έχει άμεση σχέση με τον άκριτο εκλεκτικισμό, αντιστοιχεί στην έκφραση προσωπικής γνώμης για το κάθε τι και βρίσκεται στην βάση όλων των κοινωνικών και πολιτικών συζητήσεων, που διεξάγονται από ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, από τους αμόρφωτους έως τους πολιτικά και ρητορικά μορφωμένους. Η σοφιστική αποτελεί χαρακτηριστικό συστατικό της σύγχρονης χαοτικής Ελληνικής κοινωνίας, η οποία βρίθει από υποκειμενισμό, σολιψισμό, δηλαδή ναρκισσισμό του τύπου “μόνο εγώ υπάρχω”, ρητορικά σχήματα, πολιτικά ψεύδη, μονολόγους κωφών, ύβρεις και φωνασκίες.

Η εφαρμογή της σοφιστικής μεθόδου στην επιστήμη και στην ιατρική θα είχε τραγελαφικά αποτελέσματα. Σε έναν ασθενή που θα υπέφερε από πονόδοντο ο ένας σοφιστής γιατρός θα τον ξεμάτιαζε, ο άλλος σοφιστής γιατρός θα του έλεγε να πιει κολλαγόνο, ενώ ένας τρίτος σοφιστής γιατρός θα επιχειρηματολογούσε ότι για όλη την ανθρώπινη δυστυχία φταίει κάποια ομάδα ανθρώπων, κάποιο πολιτικό κόμμα ή κάποια μεταφυσική δύναμη. Επιπλέον, κάποιος σκεπτικιστής γιατρός θα υποστήριζε ότι τίποτα δεν είναι σίγουρα γνωστό για τον ανθρώπινο πόνο και ότι ο ίδιος δεν είναι σίγουρος ούτε εάν πονάει κάποιος, ούτε πώς να τον γιατρέψει, ούτε εάν έχει νόημα να τον θεραπεύσει.

Ο κάθε σοφιστής με τον υποκειμενικό λόγο του επιλέγει να ζει στον δικό του φανταστικό κόσμο. Αφού και ο Πλάτων δημιούργησε στα έργα του τον δικό του ιδεατό κόσμο, δεν είναι καθόλου περίεργο, που τον ονόμασαν σοφιστή και λογοτέχνη οι σύγχρονοι Επικούρειοι Τόμας Τζέφερσον και Τζων Στιούαρτ Μιλλ.

Η φιλοσοφία του Πλάτωνα βασίζεται στην μυθοπλασία και στην διάδοση των μύθων για τον άυλο υπερβατικό κόσμο των ιδεών, τον οποίο αντιλαμβάνονται μόνο οι λίγοι, οι εκλεκτοί, οι μυημένοι.

Για τον πλατωνικό πολιτικοθρησκευτικό τρόπο σκέψης το αγαθό βρίσκεται κάπου έξω από τον ανθρώπινο κόσμο. Το αγαθό προϋπήρχε πριν υπάρξουμε εμείς οι άνθρωποι, εμείς δεν δημιουργηθήκαμε γι’ αυτό και η άριστη ζωή είναι εκείνη που όχι μόνο δεν μπορεί να κατακτήσει η πλειονότητα των ανθρώπων, αλλά ούτε καν να την οραματιστεί. Ελάχιστοι μόνο εκλεκτοί άνθρωποι έχουν την δυνατότητα να αντιληφθούν ψήγματα της ιδεατής πραγματικότητας.

Ο Πλατωνισμός έχει επηρεάσει τον Ιουδαϊσμό μέσω του Φίλωνα του Αλεξανδρέα, τον Χριστιανισμό μέσω των Τριών Ιεραρχών και του Αυγουστίνου και τον Ισλαμισμό μέσω του Αλ-Φαράμπι και του Αλ-Γκαζάλι. Στον Χριστιανισμό, ειδικότερα, ο δημιουργός θεός έχει θέσει συγκεκριμένα ηθικά πρότυπα, τα οποία πολλές φορές έρχονται σε αντίθεση με την υλική φύση μας. Αποστολή μας είναι να αναγνωρίσουμε αυτό που θέλει ο θεός και να το πράξουμε. Η παρούσα ζωή δεν έχει καμία αξία παρά μόνο ως προετοιμασία για την αιώνια ιδεατή ζωή στον Παράδεισο.

Αν πάρουμε το ιατρικό παράδειγμα, ο πλατωνιστής γιατρός λέει στην άρρωστο που υποφέρει πως η επώδυνη ασθένειά του είναι ωφέλιμη ώστε να αντιληφθεί την αχρηστία του υλικού του φθαρτού σώματος και να οδηγηθεί στην καλλιέργεια της ψυχής του και στην φώτιση. Ο πλατωνιστής γιατρός λέει στα παιδάκια που πεινάνε και κλαίνε πως και αυτό υγεία είναι από την σκοπιά του αιώνιου ιδεατού κόσμου, αφού τους δίνεται η ευκαιρία να αντιληφθούν την ματαιότητα της ζωής και να αποδεχθούν την σοφή αρμονία του σύμπαντος. Ένας έμφρων άνθρωπος θα περιέγραφε αυτόν τον πλατωνικό γιατρό ως σκληρόκαρδο, σαδιστή και ψεύτη.

Για τους Στωικούς πάλι, όλα τα συναισθήματα ταυτίζονται με παράλογες πεποιθήσεις, όλα τα συναισθήματα βασίζονται σε αδικαιολόγητες και λανθασμένες κρίσεις. Πιστεύουν ότι για να φθάσει κάποιος άνθρωπος στον ενάρετο βίο πρέπει να πετύχει την απάθεια, δηλαδή να απαλλαγεί από τα συναισθήματα. Για τους Στωικούς ο ορθολογισμός, η λογική σκέψη είναι το θεϊκό στοιχείο μέσα στον άνθρωπο. Ο ενάρετος θεϊκός λόγος διαπνέει όλη την δομή του σύμπαντος.

Οι Στωικοί είναι πανθεϊστές και πιστεύουν ότι θεός και Φύση ταυτίζονται, γι’ αυτό οι άνθρωποι θα πρέπει να δεχθούν ότι είναι μέρος του τέλειου και προκαθορισμένου θεϊκού σχεδίου. Οι Στωικοί σέβονται το αγαθόν του λόγου που ενυπάρχει σε κάθε άνθρωπο. Θεωρούν ότι δεν χρειάζεται ο στωικός μαθητής να ακολουθεί πιστά τον στωικό δάσκαλο, επειδή κάθε γνώμη είναι έκφραση του συμπαντικού λόγου. “Αυτή είναι η άποψη του Ζήνωνα. Η δικιά σου ποια είναι;” ρωτάει ο Σενέκας (33.7).

Αν δούμε την ιατρική αναλογία, ο στωικός γιατρός όχι μόνο ακούει με απάθεια και αναλγησία τον άρρωστο να υποφέρει, αλλά αντί να κάνει την διάγνωση και να εφαρμόσει την θεραπεία ως ειδικός, ζητάει την γνώμη του αρρώστου, την οποία πιστεύει ότι του την έχει προεμφυτεύσει ο θεϊκός λόγος…

Περισσότερο πραγματιστής από τους Πλατωνικούς και τους Στωικούς, ο Αριστοτέλης εκφράζει τις απόψεις του μέσου ανθρώπου, του κοινού νου. Ο φιλόσοφος καταγράφει τις “κοινές πεποιθήσεις” και χρησιμοποιεί την ήρεμη διαλεκτική μέθοδο για να διερευνήσει την αλήθεια, που πιστεύει ότι εμπεριέχεται στις διάφορες γνώμες. Ερευνά τα ψυχολογικά αίτια της ανθρώπινης συμπεριφοράς και τα περιγράφει με αδρό τρόπο. Ο Σταγειρίτης παρατηρεί ότι,

“εφόσον ο φόβος κάποιου συνυπάρχει με την προσδοκία ότι θα υποστεί φθοροποιό πάθος, είναι φανερό πως όσοι πιστεύουν ότι δεν πρόκειται να πάθουν τίποτα, δεν φοβούνται” (Ρητορική 1382α35-β4).

Ο Αριστοτέλης συνήθως μιλάει θεωρητικά, αλλά αναγνωρίζει την πρακτική χρησιμότητα της ιατρικής στα Ηθικά Ευδήμεια λέγοντας,

“ο στόχος μας είναι να είμαστε υγιείς και όχι απλώς να γνωρίζουμε τι είναι υγεία. Να είμαστε καλά και όχι απλώς να ξέρουμε τι θα πει να είμαστε καλά” (ΗΕ 1216β24-25).

Όμως, η διαλεκτική μέθοδος που χρησιμοποιεί για να εκμαιεύσει από κάποιον την αλήθεια διαχωρίζοντάς την από το ψεύδος είναι ατελής χωρίς την βεβαιότητα της επιστημονικής παρατήρησης και δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο ιατρικό ψυχοθεραπευτικό πρότυπο. Εάν ένας αριστοτελικός γιατρός συζητούσε με έναν ασθενή όλες τις πιθανές θεραπείες της αρρώστιας του, που θα βασίζονται είτε στην επιστημονική γνώση, είτε στην μαγεία, είτε στην φαντασία, είτε στην θρησκεία, στην καλύτερη περίπτωση αυτό θα ήταν επουσιώδες, ενώ στην χειρότερη θα ήταν αποπροσανατολιστικό.

Συμπερασματικά, δεν προσφέρουν στην υγεία της ψυχής ούτε ο σοφιστής γιατρός με τον υποκειμενισμό του, ούτε ο σκεπτικιστής γιατρός που δεν είναι σίγουρος για τίποτα, ούτε ο πλατωνικός γιατρός με την μυθοπλασία του, ούτε ο ανάλγητος στωικός γιατρός που ζητά την γνώμη του αρρώστου, αλλά ούτε και ο αριστοτελικός γιατρός με την άκριτη φλυαρία του.

Η ιατρική αναλογία της φιλοσοφίας όχι μόνο αρνείται την άποψη ότι η ηθική είναι υποκειμενική, αλλά αντίθετα υπογραμμίζει ότι η ηθική αλήθεια σχετίζεται με τις πραγματικές ανάγκες, τις επιθυμίες, τις αδυναμίες και τις δυνατότητες των ανθρώπων. Μόνο η εμπειρική παρατήρηση της ανθρώπινης φύσης μπορεί να προσφέρει τις βάσεις για την θεραπεία της ψυχής, όπως σωστά αντιλήφθηκε ο Επίκουρος.

Ψυχοθεραπευτική γνώση των Επικούρειων

Ο παραλληλισμός της φιλοσοφίας με την ιατρική σημαίνει ότι οι Επικούρειοι υιοθέτησαν ένα πρότυπο ασύμμετρης σχέσης μεταξύ δασκάλου και μαθητή, κατά αντιστοιχία με την σχέση γιατρού και αρρώστου.

Ακριβώς όπως ο ειδικός επιστήμονας γιατρός γνωρίζει καλύτερα για την διάγνωση και την θεραπεία της ασθένειας από έναν απληροφόρητο άρρωστο, έτσι και ο μαθητευόμενος της Επικούρειας φιλοσοφίας δεν είναι ικανός ακόμη να γνωρίζει την κατάστασή του τόσο καλά όσο ο δάσκαλος. Υιοθετώντας τα κριτήρια της αλήθειας που του μαθαίνει ο δάσκαλος, ο μαθητής αρχίζει να αναγνωρίζει την μέθοδο προσέγγισης της Φύσης και σταδιακά αποκτά γνώση για τις πραγματικές του ανάγκες εξασκώντας την φρόνησή του.

Η επικούρεια μέθοδος διδασκαλίας και ψυχοθεραπείας περιγράφεται στο έργο του Φιλόδημου περί Παρρησίας. Με την ειλικρινή κριτική του δασκάλου ο μαθητευόμενος Επικούρειος μαθαίνει γιατί νοσεί ψυχικά και σταδιακά γίνεται γιατρός του εαυτού του. Μαθαίνει να σκέπτεται επιστημονικά, να κρίνει με βάση τα κριτήρια αλήθειας του Κανόνα τι είναι αληθές, τι είναι ψευδές και τι είναι πιθανό. Μαθαίνει να θεωρεί τα συναισθήματά του ως κριτήριο αλήθειας, αλλά ταυτόχρονα εκπαιδεύεται στην φιλοσοφική θεραπεία των παράλογων φόβων και των αφύσικων επιθυμιών.

Η υιοθέτηση της ιδεοληπτικής μεθόδου ή της επιστημονικής μεθόδου από κάποιον άνθρωπο έχει τεράστια σημασία. Το παράδειγμα του Γερμανού αστρονόμου Κέπλερ την περίοδο της Αναγέννησης είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό. Ο ίδιος άνθρωπος με διαφορετική μέθοδο, αφενός την ιδεοληπτική πλατωνική και αφετέρου την εμπειρική επικούρεια παρουσίασε μέσα σε μια δεκαετία δύο διαφορετικά μοντέλα του ηλιακού συστήματος. Το πρώτο θεωρητικό μοντέλο βασιζόταν στα περίφημα στερεά του Πλάτωνα, ενώ το δεύτερο βασιζόταν στις πολυετείς αστρονομικές παρατηρήσεις του Δανού Τύχο Μπράχε. Προφανώς, σωστό είναι το δεύτερο επιστημονικό μοντέλο που ισχύει εδώ και τέσσερις αιώνες.

Ο επικούρειος τρόπος είναι ο επιστημονικός, ο νηφάλιος, ο ψυχικά ισορροπημένος τρόπος που βασίζεται σε επιβεβαίωση των απόψεων του Επίκουρου με τις αισθήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που η Επικούρεια φιλοσοφία παρέμενε σταθερή επί αιώνες στις επιστημονικές και ευδαιμονικές απόψεις της, ενώ άλλες φιλοσοφικές σχολές, όπως των Πλατωνικών και των Στωικών, λόγω της ρητορικής μεθοδολογίας τους άλλαξαν πολλές φορές τα δόγματά τους κατά την πάροδο των αιώνων. Επιπλέον, δεν είναι τυχαίο που, σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, οι γνήσιοι Επικούρειοι αποκαλούσαν «σοφιστές» όσους εκλεκτικούς Επικούρειους παραποιούσαν την Επικούρεια φιλοσοφία.

Θα ήθελα να επισημάνω ότι σήμερα συνεχίζουμε την επικούρεια παράδοση. Όπως οι αρχαίοι Επικούρειοι δάσκαλοι, οι 3-4 καταξιωμένοι καθηγεμόνες του κάθε Κήπου μπορούν με νηφάλια κριτική με παρρησία να βοηθήσουν τους υπόλοιπους φίλους της Επικούρειας φιλοσοφίας να αναπτύξουν κριτική επιστημονική σκέψη, να ξεπεράσουν τις εσφαλμένες αντιλήψεις που προκαλούν ταραχή και να εξελιχθούν κι εκείνοι σε καθηγεμόνες. Όπως γράφει ο επικούρειος ποιητής Καβάφης: “όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει, μόνο έτσι θα αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώση”.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΡΟΟΙΜΙΑ

ΔΗΜ πρ 5.1–3

Οι ακροατές των λόγων οφείλουν να ακούν με υπομονή όλους τους ομιλητές

[1] Ὁρῶ μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, παντάπασι πρόδηλον ὂν
οὕς τ’ ἂν ἀκούσαιτε λόγους ἡδέως καὶ πρὸς οὓς οὐκ οἰκείως
ἔχετε· οὐ μὴν ἀλλὰ τὸ μὲν λέγειν ἅ τις οἴεται χαριεῖσθαι
τῶν παρακρούσασθαί τι βουλομένων εἶναι νομίζω, τὸ δ’
ὑφίστασθαι, περὶ ὧν πέπεικεν ἑαυτὸν συμφέρειν τῇ πόλει,
καὶ θορυβηθῆναι κἂν ἄλλο τι βούλησθ’ ὑμεῖς, εὔνου καὶ
δικαίου τοῦτο πολίτου κρίνω. [2] βουλοίμην δ’ ἂν ὑμᾶς, εἰ
καὶ μηδὲ δι’ ἓν τῶν ἄλλων, δι’ ἐκεῖν’ ὑπομεῖναι τοὺς λόγους
ἀμφοτέρων, ἵν’ ἐὰν μὲν ὀρθότερον φανῇ τις λέγων ὧν ὑμεῖς
ὡρμήκατε, χρήσησθε τούτῳ, ἂν δ’ ἀπολειφθῇ καὶ μὴ δύνηται
διδάξαι, δι’ αὑτόν, ἀλλὰ μὴ δι’ ὑμᾶς οὐκ ἐθέλοντας ἀκούειν
τοῦτο πεπονθέναι δοκῇ. ἔτι δ’ οὐδὲ πάθοιτ’ ἂν ἀηδὲς οὐδὲν
τοσοῦτον, εἰ πολλά τινος ληροῦντος ἀκούσαιτε, ὅσον εἰ τῶν
δεόντων τι λέγειν ἔχοντός τινος εἰπεῖν κωλύσαιτε. [3] ἡ μὲν
οὖν ἀρχὴ τοῦ δοκιμάζειν ὀρθῶς ἅπαντ’ ἐστὶν μηδὲν οἴεσθαι
πρότερον γιγνώσκειν πρὶν μαθεῖν, ἄλλως τε καὶ συνειδότας
πολλάκις ἤδη πολλοὺς μετεγνωκότας. ἂν τοίνυν ὑμεῖς
ταῦθ’ ὑπάρξητε νῦν πεπεισμένοι, οἴομαι μετὰ βραχέων λόγων
καὶ αὐτὸς ἀντιλέγειν εἰκότως δόξειν καὶ ὑμῖν τὰ βέλτιστα
φανεῖσθαι λέγων.

***
[1] Αντιλαμβάνομαι, άνδρες Αθηναίοι, ότι είναι όλως διόλου φανερόν και ποίους λόγους ηθέλετε ακούσει ευχαρίστως και προς ποίους δεν διάκεισθε ευμενώς· αλλ' όμως το να λέγη τις εκείνα τα οποία νομίζει, ότι θα προκαλέσουν ευχαρίστησιν, νομίζω ότι είναι ίδιον εκείνων που θέλουν να σας εξαπατήσουν εις κάτι, το να τολμά τις όμως να λέγη όσα είναι πεπεισμένος ότι συμφέρουν εις την πόλιν, και αν θορυβηθήτε, και αν έχετε κάποιαν άλλην επιθυμίαν, τούτο νομίζω ότι είναι ίδιον δικαίου και ευνοϊκώς διακειμένου προς την πόλιν. [2] Θα επεθύμουν δε, αν όχι διά τίποτε άλλο, δι' εκείνο να έχετε υπομονήν να ακούσετε τους λόγους αμφοτέρων, ίνα, εάν μεν φανή κάποιος, ότι ομιλεί ορθότερον δι' εκείνα, τα οποία σεις μετά ζήλου επιδιώκετε, χρησιμοποιήσετε αυτόν, αν δε υπολειφθή και δεν δυνηθή να σας διαφωτίση, να φαίνεται, ότι έχει πάθει τούτο εξ αιτίας του εαυτού του και ουχί εξ αιτίας σας, οι οποίοι δεν θέλετε να τον ακούσετε. Προσέτι δεν ηθέλετε πάθει ουδέν τόσον δυσάρεστον, εάν ηθέλετε ακούσει από κάποιον πολλάς φλυαρίας, όσον εάν ηθέλετε εμποδίσει κάποιον να ομιλήση, ενώ έχει να είπη κάτι εκ των πρεπόντων. [3] Η μεν λοιπόν βάσις τού να δοκιμάζετε ορθώς όλα είναι να μη νομίζετε ότι γνωρίζετε τίποτε προηγουμένως πριν διαφωτισθήτε, και μάλιστα αφού γνωρίζετε ότι πολλοί έως τώρα έχουν μετανοήσει. Αν λοιπόν σεις θα έχετε τώρα πεισθή περί τούτων, νομίζω ότι και εγώ ο ίδιος ευλόγως θα φανώ ότι λέγω κάτι και ότι σας συμβουλεύω τα άριστα.

Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (10.422-10.495)

Ὣς ἔφαν, αὐτὰρ ἐγὼ προσέφην μαλακοῖς ἐπέεσσι·
«νῆα μὲν ἂρ πάμπρωτον ἐρύσσομεν ἤπειρόνδε,
κτήματα δ᾽ ἐν σπήεσσι πελάσσομεν ὅπλα τε πάντα·
425 αὐτοὶ δ᾽ ὀτρύνεσθε ἐμοὶ ἅμα πάντες ἕπεσθαι,
ὄφρα ἴδηθ᾽ ἑτάρους ἱεροῖς ἐν δώμασι Κίρκης
πίνοντας καὶ ἔδοντας· ἐπηετανὸν γὰρ ἔχουσιν.»
Ὣς ἐφάμην, οἱ δ᾽ ὦκα ἐμοῖς ἐπέεσσι πίθοντο·
Εὐρύλοχος δέ μοι οἶος ἐρύκανε πάντας ἑταίρους·
430 καί σφεας φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«Ἆ δειλοί, πόσ᾽ ἴμεν; τί κακῶν ἱμείρετε τούτων;
Κίρκης ἐς μέγαρον καταβήμεναι, ἥ κεν ἅπαντας
ἢ σῦς ἠὲ λύκους ποιήσεται ἠὲ λέοντας,
οἵ κέν οἱ μέγα δῶμα φυλάσσοιμεν καὶ ἀνάγκῃ,
435 ὥς περ Κύκλωψ ἔρξ᾽, ὅτε οἱ μέσσαυλον ἵκοντο
ἡμέτεροι ἕταροι, σὺν δ᾽ ὁ θρασὺς εἵπετ᾽ Ὀδυσσεύς·
τούτου γὰρ καὶ κεῖνοι ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο.»
Ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγώ γε μετὰ φρεσὶ μερμήριξα,
σπασσάμενος τανύηκες ἄορ παχέος παρὰ μηροῦ,
440 τῷ οἱ ἀποτμήξας κεφαλὴν οὖδάσδε πελάσσαι,
καὶ πηῷ περ ἐόντι μάλα σχεδόν· ἀλλά μ᾽ ἑταῖροι
μειλιχίοις ἐπέεσσιν ἐρήτυον ἄλλοθεν ἄλλος·
«Διογενές, τοῦτον μὲν ἐάσομεν, εἰ σὺ κελεύεις,
αὐτοῦ πὰρ νηΐ τε μένειν καὶ νῆα ἔρυσθαι·
445 ἡμῖν δ᾽ ἡγεμόνευ᾽ ἱερὰ πρὸς δώματα Κίρκης.»
Ὣς φάμενοι παρὰ νηὸς ἀνήϊον ἠδὲ θαλάσσης.
οὐδὲ μὲν Εὐρύλοχος κοίλῃ παρὰ νηῒ λέλειπτο,
ἀλλ᾽ ἕπετ᾽· ἔδεισεν γὰρ ἐμὴν ἔκπαγλον ἐνιπήν.
Τόφρα δὲ τοὺς ἄλλους ἑτάρους ἐν δώμασι Κίρκη
450 ἐνδυκέως λοῦσέν τε καὶ ἔχρισεν λίπ᾽ ἐλαίῳ,
ἀμφὶ δ᾽ ἄρα χλαίνας οὔλας βάλεν ἠδὲ χιτῶνας·
δαινυμένους δ᾽ εὖ πάντας ἐφεύρομεν ἐν μεγάροισιν.
οἱ δ᾽ ἐπεὶ ἀλλήλους εἶδον φράσσαντό τ᾽ ἐσάντα,
κλαῖον ὀδυρόμενοι, περὶ δὲ στεναχίζετο δῶμα.
455 ἡ δέ μευ ἄγχι στᾶσα προσηύδα δῖα θεάων·
«Διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν᾽ Ὀδυσσεῦ,
μηκέτι νῦν θαλερὸν γόον ὄρνυτε· οἶδα καὶ αὐτή,
ἠμὲν ὅσ᾽ ἐν πόντῳ πάθετ᾽ ἄλγεα ἰχθυόεντι,
ἠδ᾽ ὅσ᾽ ἀνάρσιοι ἄνδρες ἐδηλήσαντ᾽ ἐπὶ χέρσου.
460 ἀλλ᾽ ἄγετ᾽ ἐσθίετε βρώμην καὶ πίνετε οἶνον,
εἰς ὅ κεν αὖτις θυμὸν ἐνὶ στήθεσσι λάβητε,
οἷον ὅτε πρώτιστον ἐλείπετε πατρίδα γαῖαν
τρηχείης Ἰθάκης· νῦν δ᾽ ἀσκελέες καὶ ἄθυμοι,
αἰὲν ἄλης χαλεπῆς μεμνημένοι· οὐδέ ποθ᾽ ὑμῖν
465 θυμὸς ἐν εὐφροσύνῃ, ἐπεὶ ἦ μάλα πολλὰ πέπασθε.»
Ὣς ἔφαθ᾽, ἡμῖν δ᾽ αὖτ᾽ ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.
ἔνθα μὲν ἤματα πάντα τελεσφόρον εἰς ἐνιαυτὸν
ἥμεθα, δαινύμενοι κρέα τ᾽ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ·
ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐνιαυτὸς ἔην, περὶ δ᾽ ἔτραπον ὧραι,
470 μηνῶν φθινόντων, περὶ δ᾽ ἤματα μακρὰ τελέσθη,
καὶ τότε μ᾽ ἐκκαλέσαντες ἔφαν ἐρίηρες ἑταῖροι·
«Δαιμόνι᾽, ἤδη νῦν μιμνήσκεο πατρίδος αἴης,
εἴ τοι θέσφατόν ἐστι σαωθῆναι καὶ ἱκέσθαι
οἶκον ἐϋκτίμενον καὶ σὴν ἐς πατρίδα γαῖαν.»
475 Ὣς ἔφαν, αὐτὰρ ἐμοί γ᾽ ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.
ὣς τότε μὲν πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα
ἥμεθα, δαινύμενοι κρέα τ᾽ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ.
ἦμος δ᾽ ἠέλιος κατέδυ καὶ ἐπὶ κνέφας ἦλθεν,
οἱ μὲν κοιμήσαντο κατὰ μέγαρα σκιόεντα.
480 Αὐτὰρ ἐγὼ Κίρκης ἐπιβὰς περικαλλέος εὐνῆς
γούνων ἐλλιτάνευσα, θεὰ δέ μοι ἔκλυεν αὐδῆς·
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδων·
«Ὦ Κίρκη, τέλεσόν μοι ὑπόσχεσιν ἥν περ ὑπέστης,
οἴκαδε πεμψέμεναι· θυμὸς δέ μοι ἔσσυται ἤδη,
485 ἠδ᾽ ἄλλων ἑτάρων, οἵ μευ φθινύθουσι φίλον κῆρ
ἀμφ᾽ ἔμ᾽ ὀδυρόμενοι, ὅτε που σύ γε νόσφι γένηαι.»
Ὣς ἐφάμην, ἡ δ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμείβετο δῖα θεάων·
«διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν᾽ Ὀδυσσεῦ,
μηκέτι νῦν ἀέκοντες ἐμῷ ἐνὶ μίμνετε οἴκῳ·
490 ἀλλ᾽ ἄλλην χρὴ πρῶτον ὁδὸν τελέσαι καὶ ἱκέσθαι
εἰς Ἀΐδαο δόμους καὶ ἐπαινῆς Περσεφονείης,
ψυχῇ χρησομένους Θηβαίου Τειρεσίαο,
μάντιος ἀλαοῦ, τοῦ τε φρένες ἔμπεδοί εἰσι·
τῷ καὶ τεθνηῶτι νόον πόρε Περσεφόνεια
495 οἴῳ πεπνῦσθαι· τοὶ δὲ σκιαὶ ἀΐσσουσιν.»

***
Στον λόγο τους εγώ αποκρίθηκα, με λόγια τώρα μαλακά:
«Πρώτο και κύριο, να τραβήξουμε το πλοίο στη στεριά· ύστερα,
όσα αγαθά μάς έμειναν, όλα τα σύνεργά μας, να τα ασφαλίσουμε
σε κοντινές σπηλιές.
Εσάς τους ίδιους συμβουλεύω να βιαστείτε, ελάτε πίσω μου,
κανείς μη λείψει, για να αντικρίσετε τους άλλους μας συντρόφους,
πώς τρων και πίνουν στο μέγα αρχοντικό της Κίρκης,
αφού τους περισσεύουν τα αγαθά κι ως ένα χρόνο.»
Έτσι τους μίλησα, κι εκείνοι αμέσως με τα λόγια μου συμφώνησαν·
μόνο ο Ευρύλοχος ήθελε να τους συγκρατήσει τους συντρόφους όλους,
430 γι᾽ αυτό τους μίλησε με λόγια που πετούσαν σαν πουλιά:
«Ταλαίπωροι, πού πάμε; ποιο το κακό που σας τραβά,
και θέλετε να μπείτε μέσα στις κάμαρες της Κίρκης;
όπου, σας λέω, θα μας κάνει όλους γουρούνια ή λύκους ή λιοντάρια,
θα γίνουμε με το στανιό οι φύλακες του αρχοντικού της.
Όπως το έπραξε κι ο Κύκλωπας, τότε που οι σύντροφοί μας
μπήκανε στο μαντρί του, και πίσω τους απόκοτος ο Οδυσσεύς·
γιατί δικό του λάθος ήταν, που αφανίστηκαν εκείνοι.»
Ακούγοντας τα λόγια του, μέσα μου τότε ταλαντεύθηκα
αν έπρεπε να σύρω το μακρύ σπαθί μου από το στιβαρό μερί μου,
440 και κόβοντας το κεφάλι του, να το άφηνα να κυλιστεί στο χώμα,
κι ας ήταν άνθρωπος πολύ δικός· οι σύντροφοί μου όμως
με συγκρατούσαν με μειλίχια λόγια, καθένας από μόνος του κι όλοι μαζί:
«Διογέννητε, ας τον αφήσουμε λοιπόν, αν συμφωνεί κι η θέλησή σου,
εδώ να μείνει στο καράβι, να ᾽χει του καραβιού τη φύλαξη·
όσο για μας, εσύ μπροστά, κι εμείς πηγαίνουμε
στο μέγα αρχοντικό της Κίρκης.»
Μιλώντας, πήραν κιόλας να ανεβαίνουν, πίσω αφήνοντας
πλοίο και θάλασσα· αλλά κι ο Ευρύλοχος δεν ξέμεινε
μόνος του στην κοιλιά του καραβιού· μας ακολούθησε, γιατί
τον φόβισε η τρομερή απειλή μου.
Την ίδια ώρα στο παλάτι της η Κίρκη καλά τους έλουζε
450 τους άλλους μου συντρόφους, τους άλειψε με πλούσιο λάδι,
τους φόρεσε χλαίνες σγουρές, τους έβαλε χιτώνες,
κι έτσι καλά τους βρήκαμε όλους στο τραπέζι, μέσα στην αίθουσα.
Μόλις μας είδαν, ανταμώθηκαν και μεταξύ τους αντικρίστηκαν,
ξεσπούν σε θρήνο κι οδυρμό, κι όλο το σπίτι στέναζε.
Εκείνη τότε πλάι μου στάθηκε, πολύ κοντά, κι έτσι μου μίλησε
η μεγαλόπρεπη θεά:
«Διογέννητε, γιε του Λαέρτη, Οδυσσέα πολύτροπε,
το θαλερό σας κλάμα άλλο πια μην παροξύνετε· ω ναι, ξέρω καλά
και μόνη μου τα πάθη και τα άλγη σας στο απέραντο ψαρίσιο πέλαγο,
και στη στεριά το πόσο σας τυράννησαν οι εχθροί σας.
460 Και μολοντούτο, λέω τώρα να χαρείτε· φάτε ψωμί, πιείτε κρασί,
ώσπου να στυλωθείτε πάλι και το θάρρος σας να βρείτε.
Όπως και τότε που θα αφήνατε πρώτη φορά το πατρικό σας χώμα
της τραχιάς Ιθάκης· όχι όπως τώρα, που βαρύθυμοι, στον πόνο σας
δοσμένοι, θυμάστε μόνο τους παραδαρμούς της θάλασσας·
καν δεν αφήνετε να ευφρανθεί η ψυχή σας, με τόσα αλήθεια
βάσανα που σας βαραίνουν.»
Έτσι μας μίλησε, κι ησύχασε η περήφανη ψυχή μας.
Εκεί λοιπόν μέρες ατέλειωτες, ώσπου να κλείσει χρόνος,
μείναμε κι ευφραινόμαστε μ᾽ άφθονο κρέας και γλυκό κρασί.
Αλλ᾽ όταν κύλησε η χρονιά, αλλάζοντας κι οι εποχές,
470 λιγόστεψαν και τα φεγγάρια· όταν, γυρίζοντας ο κύκλος, τέλειωσαν
οι μακρές ημέρες, τότε με φώναξαν παράμερα κι έτσι μου μίλησαν
οι τίμιοι σύντροφοί μου:
«Αλόγιστε, καιρός πια να σκεφτείς και την πατρίδα·
αν είναι από θεού γραμμένο να σωθείς και πίσω να γυρίσεις
στο σπιτικό σου το καλόχτιστο, στην πατρική σου γη.»
Μ᾽ αυτά τα λόγια τους κλονίστηκε περήφανη η ψυχή μου.
Έτσι, τη μέρα εκείνη ολόκληρη, ώσπου να δύσει ο ήλιος,
μείναμε κι ευφραινόμαστε μ᾽ άφθονο κρέας και γλυκό κρασί.
Κι όταν ο ήλιος έδυσε κι έπεσε το βαθύ σκοτάδι,
οι σύντροφοί μου πήγαν να πλαγιάσουν στις ισκιωμένες
κάμαρες του παλατιού.
480 Όμως εγώ στην κλίνη την περίκαλλη της Κίρκης βρέθηκα,
κι εκεί γονατιστός παρακαλούσα, με τη θεά ν᾽ ακούει τη φωνή μου,
τη φώναξα με τ᾽ όνομά της και μιλώντας
τα λόγια μου πετούσαν σαν πουλιά:
«Ω Κίρκη, την υπόσχεσή σου κάνε πράξη, όπως και το υποσχέθης,
πως θα με στείλεις πίσω στην πατρίδα· μέσα μου πια η ψυχή μου
πεταρίζει, όσο και των συντρόφων μου, που μου σπαράζουν
την καρδιά θρηνώντας, όταν εσύ κάπου για λίγο απομακρύνεσαι.»
Ακούγοντας τα λόγια μου, αμέσως μου αποκρίθηκε η μεγαλόπρεπη θεά:
«Βλαστάρι των θεών, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα,
αν δεν το θέλετε, κι εγώ δεν θέλω κι άλλο να μείνετε σ᾽ αυτό το σπίτι.
490 Όμως σας μέλλεται μια άλλη οδός, που να τη φέρετε σε πέρας·
γιατί σας πρέπει πρώτα να φτάσετε στου Άδη το παλάτι,
εκεί που ανήμερη η Περσεφόνη κατοικεί·
να πάρετε χρησμό απ᾽ του θηβαίου Τειρεσία την ψυχή,
του μάντη εκείνου του τυφλού, που η γνώση του ακέραιη πάντα μένει·
γιατί, ακόμη κι όταν πέθανε, η Περσεφόνη τού άφησε τον νου του ανέπαφο,
μόνος αυτός να ᾽ναι στα σύγκαλά του και να σκέφτεται· οι άλλοι όμως
περιφέρονται άδειες σκιές.»

Η Καθοριστική επίδραση της παιδικής ηλικίας στην διαμόρφωση της προσωπικότητας

Γιατί είναι τόσο σημαντική η βρεφική και παιδική ηλικία στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του κάθε ατόμου; Πως διαμορφώνονται τα στάδια της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης των παιδιών και ποιος είναι ο ρόλος των γονιών στη σύγχρονη κοινωνία; Η ανάγκη να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και το περιβάλλον γύρω μας είναι αυτή που μας ωθεί να αναζητάμε απαντήσεις και λύσεις στα προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Επιπλέον, η γνώση και η πρόληψη σώζουν ζωές.

Η ψυχική ανάπτυξη των ατόμων στα πρώτα πέντε-έξι χρόνια της ζωής, τα οποία θεωρούνται ως τα πιο καθοριστικά για την μετέπειτα πορεία μας.

Η Ψυχανάλυση είναι μια τεράστια επανάσταση του ανθρωπίνου πνεύματος, αλλά ακόμη δεν έχει συνειδητοποιηθεί επαρκώς – και υπάρχουν λόγοι κι αντιστάσεις που η ψυχαναλυτική διερεύνηση ερμηνεύει ικανοποιητικά. Η Ψυχανάλυση δεν είναι θρησκεία, δεν εξηγεί τα πάντα, έχει πολλά σκοτεινά κι αντιφατικά στοιχεία, αλλά είναι η μόνη θεωρία κι επιστήμη που εξηγεί τα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, που έχουν τα αίτια τους στον ασυνείδητο ψυχικό κόσμο του βρέφους, του παιδιού, του ενήλικα.

Χωρίς την ψυχαναλυτική γνώση είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβουμε την ουσία και τα αίτια των συναισθηματικών δυσκολιών των παιδιών.

Η ζωή του παιδιού και η μελλοντική του πορεία προς την ενηλικίωση καθορίζεται από τη φύση, την κληρονομικότητα, τα γονίδια δηλαδή, ή είναι αποτέλεσμα της αντιμετώπισης του από τους γονείς; Είναι ένα πολύ παλιό ερώτημα (natura versus nurture – φύση ή ανατροφή), που σήμερα νομίζω έχει απαντηθεί. Η απάντηση είναι απλή: και τα δύο. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα γονίδια παίζουν σημαντικότερο ρόλο και σ’ άλλες η γονεϊκή συμπεριφορά.

Σήμερα έχουμε σημαντικές γνώσεις για την ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του παιδιού. Τα τελευταία 5-10 χρόνια έχουμε αποκτήσει ουσιαστικές επιστημονικές πληροφορίες για την ψυχοσωματική και νευρολογική του εξέλιξη, ιδιαίτερα στο στάδιο της εμβρυικής ζωής.

Επειδή, λοιπόν, δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα γονίδια μας, προσπαθούμε να αλλάξουμε λίγο την επίδραση του περιβάλλοντος.

Σήμερα ξέρουμε ότι το άγχος αρχίζει από την εμβρυική ζωή και εξαρτάται από την ψυχική ζωή της μητέρας. Και η δική της ψυχική ζωή εξαρτάται από πολλά πράγματα, αλλά κυρίως από τον σύζυγο. Σκοπός, λοιπόν του συζύγου, και όταν το παιδί είναι έμβρυο και όταν γεννηθεί, είναι να στέκεται στη γυναίκα του, να γίνεται μητέρα της μητέρας. Στην Ελλάδα μέχρι τώρα αυτό βολευόταν, γιατί αυτό τον ρόλο τον έπαιζε η μητέρα της μητέρας, ή και η πεθερά καμιά φορά. Αλλά, αν η γυναίκα ήταν προβληματική, το ότι ερχόταν η μάνα της να βοηθήσει με το παιδί έκανε χειρότερα τα πράγματα, γιατί αν είσαι προβληματική είσαι από τη μάνα σου.

Αν, όμως, ο άντρας είναι κι αυτός λίγο προβληματικός, αδύναμος, στερημένος από τη δική του μάνα, βλέπει την κύηση σαν απειλή για την δική του θέση δίπλα στη γυναίκα του, φοβάται ότι η γυναίκα του πια δεν τον λογαριάζει· αυτή είναι και η αλήθεια… Η γυναίκα, η μητέρα πια, ήδη από τον 4ο-5ο μήνα μπαίνει σε μια περίοδο κυρίαρχης ενασχόλησης με το βρέφος, όπως λέει και ένας μεγάλος ψυχαναλυτής, ο D. Winnicott. Όλη της η ζωή, όλη της η σκέψη περιστρέφεται γύρω από αυτό, γιατί αλλιώς το παιδί δεν θα μπορούσε να ζήσει.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν μπορούμε να αποφύγουμε όλα τα κακά, τους σεισμούς, τους καταποντισμούς… Αλλά όταν ξέρουμε λίγο περισσότερο, προφυλαγόμαστε λίγο καλύτερα, όσο μπορούμε. Δεν υπάρχει κανείς απόλυτα ομαλός άνθρωπος, ούτε απόλυτα καλή μητέρα. Υπάρχει αρκετά καλή μητέρα. Μερικά πράγματα έτσι κι αλλιώς δεν αποφεύγονται. .. Κοιτάμε να περιορίσουμε, να μην γίνει το παιδί ψυχωσικό, άρρωστο, να μην πληρώνουμε μετά μια ζωή.

Ο πρώτος χρόνος θεωρείται ο σημαντικότερος στην ζωή του ανθρώπου, που καθορίζει την προσωπικότητα και τις πιθανότητες, μικρότερες ή μεγαλύτερες, να είναι κάπως ευτυχισμένος σ’ αυτήν την ζωή.

Τα πρώτα στοιχεία που το βρέφος προσπαθεί να βρει, είναι τα όρια του, τα σύνορα του δηλαδή, που αρχίζει το ίδιο και που τελειώνει – ποιός δηλαδή είναι ο κόσμος ο μικρός και ποιός ο μέγας.
 
Χωρίς το βρέφος να το καταλαβαίνει, η μητέρα το βοηθάει να καταλάβει που αρχίζει και που τελειώνει· και όριο για να δημιουργήσει το παιδί την πρώτη έκφανση προσωπικότητας είναι το δέρμα, που είναι πολύ σημαντικό, γιατί το μαθαίνει ότι περικλείεται σε κάποια όρια. Αυτό το κάνει η μητέρα: αυτή ορίζει τα όρια. Πως; Με τα χάδια. …Τώρα, με την αίσθηση των ορίων, το παιδί αρχίζει να καταλαβαίνει τον εαυτό του και τον κόσμο.

Άρα το βρέφος χρειάζεται χάδια, την οσμή της μητέρας, την φωνή της μητέρας που παίρνει τη μορφή κουβέντας, νανουρίσματος. Μια σωστή μητέρα τα κάνει αυτόματα, δεν χρειάζεται να της τα πω εγώ. Αλλά σήμερα πολλές μητέρες ρωτάνε: “Γιατί να του μιλάω αφού δεν καταλαβαίνει;”. Πρέπει να τους εξηγήσω ότι το παιδί χρειάζεται την φωνή τους, και μάλιστα κατ’ επανάληψιν. Έτσι γίνεται και η πρώτη γνωσιακή κατανόηση του κόσμου.

Όταν έχει πολλές “μητέρες”, το βρέφος νιώθει ανασφάλεια, έλλειψη αυτοεκτίμησης, δυσκολία να καταλάβει τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του, ένα άγχος αφανισμού, που είναι η βάση για το άγχος που έχουμε αργότερα. Έρχονται μετά στον ψυχίατρο με άγχος, φοβίες, πανικούς. Η βάση όλων των ψυχιατρικών συμπτωμάτων είναι το άγχος θανάτου. Αυτό δημιουργείται τον πρώτο χρόνο. Εάν τότε δεν δημιουργηθεί έντονο άγχος, αργότερα δεν παθαίνετε τίποτε.

Ακόμη κι αν με το παιδί είναι η ίδια η μητέρα, υπάρχουν κάποια προβλήματα. Δεν σημαίνει πως αν έχεις την ίδια μητέρα σώζεσαι. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν τον βαθμό εμπαθητικότητας της μητέρας, πόσο μπορεί να μπει στο μυαλό του παιδιού, στις ανάγκες του, κι αυτό είναι το βασικό.

Μετά από πέντε-έξι χρόνια ότι προβλήματα έχει το παιδί πάνε στο ασυνείδητο και δημιουργούν συμπτώματα, δηλαδή διαταραχές συμπεριφοράς, ψυχαναγκαστικά στοιχεία. Τότε μπορεί να χρειαστεί η οικογενειακή θεραπεία ή καμμιά φορά και θεραπεία του παιδιού ατομική. Αλλά είναι δύσκολο να αλλάξουν όλ’ αυτά. Κοιτάμε να αλλάξουν τα πράγματα πριν γίνει η διαταραχή. Άρα σημασία έχει η πρόληψη.

Η ωριμότητα κατακτάται κυρίως τον πρώτο χρόνο, αλλά και στα επόμενα τρία-τέσσερα. Αν δεν ωριμάσετε τότε, είναι δύσκολο μετά. Η ψυχοθεραπεία, ορισμένες σχέσεις ή συνθήκες αργότερα βοηθούν.

Όσο πιο υποανάπτυκτη είναι μια χώρα, τόσο πιο ανώριμοι είναι οι άνθρωποι της. Εδώ είμαστε ανώριμοι από πλευράς σχέσεων – έξω έχω δει πολλά ζευγάρια να αγαπιούνται πραγματικά, εδώ πολύ λιγότερα. Εδώ όλοι μιλάμε για αγάπη, όλα τα τραγούδια είναι γι’ αγάπη και κανένας δεν αγαπάει τον άλλον. Είμαστε εγωκεντρικός λαός, ο καθένας κοιτάει τον εαυτό του, δεν μπορούμε να δουλέψουμε ομαδικά. Αυτό δεν το λέω εγώ, το λένε όλοι.

Προβλήματα, όμως, του πρώτου χρόνου δύσκολα διορθώνονται, γιατί εκεί έχει δημιουργηθεί πραγματική στέρηση. Προβλήματα του δεύτερου-τρίτου έτους διορθώνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό. Κάποιοι βελτιώνονται πάρα πολύ και αλλάζει η ζωή τους – πάντως όχι όσο θα ήθελαν.

Τα παιδιά είναι επιδεκτικά ματαιώσεων, όπως και οι ενήλικοι: η μαμά πάει στην κουζίνα, η μαμά κοιμάται, η μαμά βαριέται. Είναι επίσης ελαστικά και δεν θέλουν την ιδανική μητέρα, γιατί αυτή δεν υπάρχει. Θέλουν μια αρκετά καλή μαμά· μαθαίνουν να την δέχονται όπως είναι. Το ίδιο συμβαίνει κι αργότερα, όταν παντρευτούν: όταν το έχουν φθάσει αυτό μέσα τους με τη μητέρα τους, βρίσκουν πάλι μια σχετικά καλή σύζυγο και δέχονται ότι κάποιες φορές θα τους ματαιώνει. Υπάρχει γάμος όπου να μην ματαιώνει ο ένας τον άλλον; Όταν έρχονται ζευγάρια και μου λένε ότι μαλώνουν, τους μαθαίνω να μαλώνουν δημιουργικά.

H ωριμότητα είναι το πως μεγαλώνει ένα παιδί… Δεν πρόκειται για την κοινή έννοια της ωριμότητας. Είναι να έχει περάσει ψυχολογικά τα πρώτα στάδια ικανοποιητικά.

Σήμερα είπα πως περνάει το βρέφος από την μητέρα και αρχίζει και ωριμάζει ήδη από τον πρώτο χρόνο. Την ανωριμότητα δεν την παθαίνεις στα είκοσι. Αν την έχεις από τότε, βελτιώνεσαι – ή χειροτερεύεις – με τις εμπειρίες του δεύτερου ή του τρίτου χρόνου. Αν, όμως, είσαι πολύ διαταραγμένος, πολύ ανώριμος, δύσκολα βελτιώνεσαι, μάλλον γίνεσαι χειρότερα. Δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις τα προβλήματα.

Αν είσαι αρκετά ώριμος, τότε ωριμάζεις ακόμη περισσότερο με τις επόμενες φάσεις: με το σχολείο, με μια καλή σχέση…

Δεν λέμε, για παράδειγμα, “δεν σ’ αγαπάω, γιατί έκανες αυτό”- λέμε “αυτό που έκανες είναι κακό”. Το μήνυμα είναι ότι “εγώ σ’ αγαπάω, αλλά θα τιμωρηθείς· δεν θα φας γλυκό, θα κάτσεις στη γωνιά, δεν θα πάμε βόλτα, δεν θα δεις το πρόγραμμα που θέλεις στην τηλεόραση”. Η αίσθηση που πρέπει να έχει είναι ότι το αγαπάμε, αλλά έκανε κάτι που δεν είναι αποδεκτό στο σπίτι μας και θα έχει συνέπειες, όπως όλοι μας. Όταν μεγαλώνουμε, δεν μπορούμε να κάνουμε ότι θέλουμε. Ένα παιδί που δεν το έμαθε αυτό τότε, δεν δέχεται τίποτε. Στο σχολείο, στην κοινωνία, θα είναι αναρχικό, θα λέει όχι σε όλα, δεν θα δέχεται τίποτε. Το παιδί δέχεται τις υποδείξεις της μητέρας όταν νιώθει ότι το αγαπάει.

Από την άλλη, οι καλοί πολίτες υποφέρουν οι ίδιοι, γιατί καταπνίγουν αυτό που θέλουν και δημιουργούν νευρώσεις, γίνονται δε οι καλύτεροι πελάτες των ψυχοθεραπευτών. Έχουν μαζέψει μέσα πράγματα: θυμό, κατάθλιψη, άγχος. Ο άλλος, ο αναρχικός, έχει οργή. Η κοινωνία υποφέρει απ’ αυτόν, γίνεται εγκληματίας, επαναστάτης, όχι για κοινωνικούς λόγους, αλλά γιατί δεν μπορεί να δεχθεί αναστολές από την κοινωνία. Καμιά φορά γίνεται και σεξουαλικά επιθετικός.

Είναι δύσκολο· κάθε μητέρα αναπτύσσει τη δική της τέχνη. Δεν υπάρχουν αυτόματες απαντήσεις. Κυρίως το παίρνεις από το πως συμπεριφέρθηκαν οι δικοί σου γονείς. Ο τρόπος που μεγαλώνουμε εγγράφεται σε μια κασέτα στο μυαλό μας.

Από την στιγμή που γινόμαστε γονείς, αυτόματα αρχίζει να παίζει αυτή η κασέτα, όσον αφορά το πως θα συμπεριφερθούμε στο παιδί μας. Όσο πιο ανώριμος είναι κανείς, τόσο πιο πολύ επαναλαμβάνει την κασέτα, μέχρι 100%.

Γι’ αυτό η νεύρωση κανονικά δεν είναι κληρονομική, γίνεται όμως κληρονομική με τον τρόπο αυτό. Αν οι γονείς είναι πολύ ανώριμοι, δεν έχουν ξεπεράσει τα στάδια κάπως ικανοποιητικά και είναι πολύ έντονοι, τότε το παιδί δέχεται αντιφατικά μηνύματα.

Όταν αυτά τα αντιφατικά μηνύματα επαναληφθούν για δυο-τρεις γενιές δημιουργούν ψύχωση, που είναι η σχιζοφρένεια, η τρέλα. Αυτό εκτός από τις δυο-τρεις γενιές θέλει και μια πιθανή προδιάθεση.

Αυτά δημιουργούν προβλήματα, γιατί οι νέοι γονείς μπερδεύονται με την ανώτερη σοφία των γονιών τους, με την οποία έχουν μεγαλώσει. Ακόμη κι αν δεν την βλέπουν σωστή, δεν μπορούν να την αλλάξουν εύκολα, την έχουν ενδοβάλει ήδη σχεδόν αναγκαστικά. Κι έτσι το παιδί έχει προβλήματα· πολλά αντιδρούν εντονότατα.

Έχουμε, λοιπόν, μια μάχη ανάμεσα στην υποταγή και την αναρχία και σε μια, ας την πούμε, δημοκρατική τάση, όπου το παιδί έχει μερικά δικαιώματα. Το αφήνουμε να επιλέγει κάποια πράγματα, αλλά και επιβάλλουμε τους νόμους της οικογένειας.

Ο καλύτερος, βέβαια, τρόπος για να αλλάξει κανείς είναι να διαλέξει μια καλή μαμά. Δυστυχώς δεν έχουμε αυτή την δυνατότητα. Δεύτερον, να διαλέξει καλή γυναίκα ή άντρα. Αυτοί παίζουν λίγο τον ρόλο της μαμάς και, επειδή η σχέση είναι έντονη, μπορούν να μας αλλάξουν περισσότερο και από τους θεραπευτές – ιδιαίτερα αν αυτοί δεν είναι ικανοποιητικοί. Επειδή είμαστε όλοι μέρα μαζί, ξαναπαίρνουμε ικανοποιήσεις παρόμοιες με αυτές που πήραμε τότε. Το κακό, όμως, είναι ότι, αν είσαι λίγο μπερδεμένος, διαλέγεις και μπερδεμένο άνθρωπο. Δεν γίνεται αλλιώς. Αν είχα μια μητέρα που δεν με αγαπούσε πολύ, παίρνω μια γυναίκα που επίσης δεν με αγαπάει πολύ και που δεν είναι εκφραστική. Δεν μπορώ να βρω μια γυναίκα που να είναι αλλιώς, δεν ταιριάζω, δεν ξέρω πως να την αντιμετωπίσω, μου είναι άγνωστο πεδίο. Οπότε, διαλέγω “παπούτσι από τον τόπο μου”, δηλαδή που να μοιάζει στη μάνα μου. Και επαναλαμβάνεται το ίδιο δράμα. Γι’ αυτό 90% των ανθρώπων έχουν προβλήματα και 50% χωρίζουν σε όλο τον κόσμο.

Οι δυσκολίες, λοιπόν, του γάμου είναι επανάληψη της παιδικής ηλικίας. Αν έχεις καλή παιδική ηλικία, είναι σίγουρο πως και ο γάμος σου θα είναι καλός.

Η ανάγκη για χάδια, η ανάγκη δεσμού επαφής και κατανόησης από την μητέρα είναι βασικές ανάγκες της βρεφικής και παιδικής ηλικίας.

Ο φόβος απώλειας της μητέρας και ο φόβος απώλειας της ζωής μας είναι οι βασικοί φόβοι του παιδιού.

Ανάλογα με τις εμπειρίες μας τότε, όταν ξαναζούμε παρόμοιες καταστάσεις στην ενήλικη ζωή, μπορεί να αντιδράσουμε πολύ έντονα, νευρωτικά, γιατί αναζωπυρώνονται οι αντίστοιχες ασυνείδητες εμπειρίες της παιδικής ηλικίας.

Γι’ αυτό είπε ο Φρόυντ “το παιδί είναι ο πατέρας του ενηλίκου”. Ο ενήλικος εαυτός μας είναι αποτέλεσμα του παιδιού που ήμασταν κάποτε.

Στον πρώτο χρόνο, τον πιο σημαντικό της ζωής μας, εγγράφεται ο χαρακτήρας και προδιαγράφεται το είδος του ανθρώπου που θα γίνουμε- και μάλιστα σε μια εποχή που δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό, καθώς είμαστε έρμαια του περιβάλλοντος και της μητέρας.

Αν οι ανάγκες του βρέφους ικανοποιούνται σχετικά επαρκώς, τότε τίθενται στον χαρακτήρα μας οι βάσεις της αυτοεκτίμησης, πόσο δηλαδή αγαπάμε τον εαυτό μας, πόσο μπορούμε να αγαπήσουμε και να κάνουμε σχέσεις με άλλους. Τότε δημιουργείται η αισιοδοξία για την ζωή, αν θα βλέπουμε το ποτήρι μισογεμάτο.

Βάση, λοιπόν, για την ικανοποιητική πορεία της ζωής μας είναι ο χρόνος εκείνος.

Η συνηθισμένη Ελληνίδα μητέρα, ιδίως παλαιότερα, κολλούσε στον γιο της, γιατί οι σχέσεις με τους άντρες ήταν δύσκολες, η γυναίκα ήταν κατώτερη, ο σύζυγος μπορεί και να την έδερνε· οπότε ο μόνος που της έδινε σημασία, που την αγαπούσε, ο μόνος προστάτης της ήταν ο γιος της. Και τον έκανε του χεριού της. Αυτό ήταν έλλειψη αγάπης: σημαίνει ότι κάνεις υποχείριο αυτόν που σ’ αγαπάει, γιατί μεγαλώνεις· και ποιος θα σε κοιτάξει; Οι άντρες πιο παλιά δεν έδιναν τίποτε ή στρέφονταν σε νεότερες. Οι γυναίκες της επαρχίας, οι αγρότισσες ιδίως, στα τριάντα ήταν ουσιαστικά γριές κι οι άντρες έκαναν παρέα μεταξύ τους.

Οι πατεράδες πάλι, ιδιαίτερα οι πιο κομπλεξικοί ή που δεν τους αγαπάει η γυναίκα τους ή οι λίγο μαζεμένοι ή που δεν πέτυχαν οι σχέσεις τους με τις γυναίκες, στράφηκαν στην κόρη τους, που είναι η μόνη γυναίκα που μπορείς να χειραγωγήσεις, και έκαναν πολύ στένη σχέση μαζί της.

Άλλα πράγματα που μας βοηθούν να αλλάξουμε είναι τα ταλέντα που έχουμε, ο καθένας μας, που μας βοηθούν να αναπτύξουμε την αυτοεκτίμηση μας.

Η δουλειά μας γενικότερα, άμα είναι δημιουργική, μπορεί να αντιμετωπίσει πολλά και να αναπληρώσει κενά, να αναπτύξει την αυτοεκτίμηση που δεν πήραμε από την μητέρα μας. Το να γίνεις ένας καλός γιατρός, δικηγόρος, ράφτης, παπουτσής, μια καλή μητέρα που μεγάλωσε δύο καλά παιδιά, βοηθάει πολύ στην αυτοεκτίμηση.

Το άλλο είναι η ψυχοθεραπεία, που είναι δύσκολη, γιατί είναι σπάνιο να βρει κανείς καλό θεραπευτή, αλλά έστω και λίγα πράγματα μπορούν να βοηθήσουν πάρα πολλούς. Και το λέω χρόνια τώρα, θα βοηθούσε πάρα πολύ να γίνουν μαθήματα ζωής στα σχολεία. Να υπάρχουν ομάδες για έγκυες και μετά για μητέρες τους πρώτους έξι μήνες.

Γι’ αυτό εγώ προτείνω μαθήματα ζωής στο σχολείο για τα παιδιά και σχολές για γονείς.

Θα ήταν πάρα πολύ γόνιμο αν αυτό συνεχιζόταν με μαθήματα ζωής στο σχολείο, από το νηπιαγωγείο. Γιατί εκεί μαθαίνουμε ένα σωρό άχρηστα πράγματα, αλλά δεν μαθαίνουμε πως να ζούμε, πως να κάνουμε σχέσεις, πως να παντρευόμαστε, πως να επιλέγουμε σωστά επάγγελμα, σύζυγο, φίλους. Αν γινόταν αυτό, θα βλέπαμε τεράστιο όφελος μετά το τέλος του λυκείου, τουλάχιστον στην επόμενη γενιά.

Ένα κομμάτι της ωρίμανσης είναι να δεχτείς ότι έτσι είσαι. Προσπαθώ μεν να αλλάξω, αλλά δεν κατηγορώ συνέχεια τον εαυτό μου για το πως είμαι. Καλά θα ήταν να ήμουν αλλιώς, αλλά είμαι έτσι. Κάποιοι γίνονται φθονεροί βλέποντας τους άλλους ότι είναι αλλιώς.

Μεγαλώνοντας ένα ευγενικό παιδί σ’ ένα κόσμο που δεν λέει «ευχαριστώ»

Μεγαλώνοντας ένα παιδί, κάθε μέρα περνάει από το μυαλό μας η βασανιστική ερώτηση «το κάνω σωστά;». Είναι αυτή η διαρκής αμφιβολία που άλλους τους κάνει να ψάχνουν και να διερωτώνται και να πηγαίνουν παρακάτω, και άλλους φορτίζει με ένα άγχος επάρκειας ως προς το γονεϊκό τους ρόλο.

Η δική μου προσπάθεια, της μέχρι σήμερα μητρικής μου καριέρας, είναι το μεγάλωμα παιδιών με συναισθηματική νοημοσύνη. Στόχος μου είναι να εμμένω στο συναίσθημα κάθε περίστασης και να παρακάμπτω το περιβάλλον σκηνικό. Προσπαθώ να ενθαρρύνω την έκφραση και αποδοχή του συναισθήματος και να ενισχύσω την ενσυναίσθηση. Τη δεξιότητα που σου επιτρέπει να μπεις στη θέση του άλλου να αντιληφθείς τι νιώθει και να αντιδράσεις ανάλογα.

Δυστυχώς πολλές φορές αναρωτιέμαι αν είναι σωστό αυτό που κάνω. Αναρωτιέμαι αν η έμφασή που δίνω στο κομμάτι της συναισθηματικής ανάπτυξης, είναι αυτό που πραγματικά θα βοηθήσει το δικό μου παιδί να είναι ευτυχισμένο και ολοκληρωμένο σαν προσωπικότητα.

Και έρχονται όλες εκείνες οι στιγμές που νιώθω σα να δημιουργώ έναν αριστοκράτη σε μια κοινωνία που βρίθει από μαγκιά, αγένεια και θράσος. Είναι όλες εκείνες οι φορές που αντιλαμβάνεσαι ότι δίνεις εφόδια που δυστυχώς δεν συμμερίζονται όλοι. Έτσι βρέθηκα να έχω ένα παιδί με υψηλή –κατά τη γνώμη της κουκουβάγιας μάνας- συναισθηματική νοημοσύνη, ευάλωτο όμως από τα βλήματα των υπολοίπων που η ανατροφή τους επικεντρώνεται στην προσωπική ανάδειξη, τη μαγκιά και τον εξευτελισμό κάθε συναισθήματος που νοείται ως αδυναμία.

Ωραία όλα αυτά, θα μπορούσε να μου πει κάποιος, αλλά θα έπρεπε θωρακίζεις ένα παιδί απέναντι σε τέτοιες περιπτώσεις. Η συναισθηματική νοημοσύνη, με ό,τι αυτή εμπεριέχει, βοηθάει στη δημιουργία ψυχικά ανθεκτικών ανθρώπων. Δεν παύει όμως όλο το σκηνικό να σε κάνει κάποιες στιγμές να νιώθεις σα να είσαι ο μόνος που φροντίζει το περιβάλλον, και γύρω τριγύρω οι υπόλοιποι να το μολύνουν, όπως μπορούν και με όσα μέσα έχουν. Η μάχη είναι άνιση. Και έρχεται πάλι η ίδια βασανιστική ερώτηση «κάνω το σωστό;».

Είναι η στιγμή που καλούμαστε να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη διαρκούς παρουσίας μας απέναντι στις συναισθηματικές ανάγκες ενός παιδιού που έρχεται αντιμέτωπο με άτομα που δεν διαθέτουν τις δικές τους συναισθηματικές δεξιότητες. Είναι η στιγμή που αντιλαμβάνεσαι ότι θωρακίζεις και προστατεύεις ένα παιδί από τα βέλη του συναισθηματικού υποκόσμου μιλώντας του. Μιλώντας του και εξηγώντας του τι είναι αυτό που συμβαίνει ακριβώς, για ποιο λόγο συμβαίνει και τι μπορεί να κάνει. Εμπλουτίζεις με αυτό τον τρόπο τις μπαταρίες της ανθεκτικότητάς του.

Ομολογώ ότι είναι φορές που πραγματικά μετανιώνω για όλη αυτή την έμφαση στη συναισθηματική νοημοσύνη των παιδιών μου. Γιατί τα βλέπω, αρκετές φορές να πληγώνονται και να μην βρίσκει αντίκρισμα η προσπάθεια που έχει γίνει. Άλλες φορές πάλι είμαι πραγματικά υπερήφανη για τον τρόπο που διαχειρίζονται καταστάσεις, και ιδιαίτερα καταστάσεις φορτισμένες με έντονο συναίσθημα. Τότε είναι που αποφασίζω να συνεχίσω να διαπαιδαγωγώ τον «αριστοκράτη» που θα κληθεί να αντιμετωπίσει όλες τις προβολές καταπιεσμένων γονιών στα παιδιά τους, γιατί στο τέλος ο κερδισμένος είναι εκείνος που νιώθει, εκφράζεται, μοιράζεται και συναισθάνεται.

Θέλει αρετή και τόλμη η ευαισθησία απέναντι στις ερινύες μιας κοινωνίας που καλλιεργεί τον τσαμπουκά, την υπεροψία και την αναλγησία. Θα είμαι εκεί για να στηρίζω όλο αυτό που με κόπο οικοδόμησα για να το δω να στέκεται στα πόδια του. Θα είμαι εκεί για να εξηγώ και να δικαιολογώ γιατί αυτό είναι το λειτουργικό και γιατί το άλλο είναι το δυσλειτουργικό, σε πείσμα των καιρών που αποζητούν ανθρώπους κενούς και άβουλους. Γιατί ένας υψηλός δείκτης συναισθηματικής νοημοσύνης μπορεί να μη σου εξασφαλίζει μια θέση στο Harvard, είναι όμως βέβαιο ότι σε προετοιμάζει για το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο όλων των εποχών… την ζωή.

Έχεις χάσει τον εαυτό σου;

Πολλοί άνθρωποι κάνουν σχέσεις χωρίς να είναι έτοιμοι να τις διαχειριστούν, ή ψάχνουν έναν σύντροφο ελπίζοντας να λυθούν με μαγικό τρόπο τα προβλήματά τους. Και νομίζουν ότι το καταφέρνουν, μάλιστα. Το κόστος, όμως, είναι τεράστιο: Χάνουν τον εαυτό τους και ολόκληρη την προσωπικότητά τους.

Αυτά είναι τα σημάδια ότι κι εσύ έχεις αρχίσει να χάνεις τον εαυτό σου μέσα στην σχέση σου.

Οι φίλοι σου σε έχουν χάσει

Έχεις να τους δεις πολύ καιρό, οι συναντήσεις σας όλο και μειώνονται, επειδή έχεις επιλέξει να περνάς όλο τον χρόνο σου με τον σύντροφό σου. Στις αρχές μιας σχέσης, στα σιρόπια, αυτό είναι λογικό. Αλλά δεν γίνεται να αρχίσεις να ακυρώνεις τους δικούς σου ανθρώπους

Κάνετε πράγματα που επιλέγει ο σύντροφός σου…

…και μόνο. Τι ταινίες βλέπετε, σε τι μπαράκια βγαίνετε, όλη η σχέση είναι λες και ορίζεται από τις προτιμήσεις του συντρόφου σου. Πού είναι η δική σου προσωπικότητα σε αυτή την σχέση; Αν είσαι άτομο που δεν του αρέσουν οι συγκρούσεις, αυτό δεν είναι κακό, αλλά δεν γίνεται να είσαι σε μια σχέση που δεν έχεις καμία επίδραση πάνω της.

Έχεις βάλει στην άκρη τους στόχους σου

Ίσως επειδή ο σύντροφός σου σε είχε ανάγκη, αλλά αυτή δεν είναι μια κατάσταση που μπορεί να διαρκέσει για πάντα. Επειδή, προτού το καταλάβεις, θα έχεις μεγαλώσει (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) και θα νιώθεις ότι χαράμισες την ζωή σου, ακόμα κι αν η σχέση πηγαίνει καλά. Η χαρά που μας προσφέρει ένας άλλος άνθρωπος δεν μπορεί να συγκριθεί με την ολοκλήρωση που νιώθουμε όταν πετυχαίνουμε τους στόχους μας.

Είσαι όλη μέρα στην τσίτα

Μήπως επειδή φοβάσαι συνεχώς ότι θα κάνεις κάτι που θα αναστατώσει τον σύντροφό σου; Δύο είναι οι πιθανότητες εδώ. Είτε ο σύντροφός σου έχει δείξει πως όταν δεν περνάει το δικό του, τα πράγματα σκοτεινιάζουν πολύ γρήγορα, είτε όλο αυτό έχει να κάνει με τις δικές σου ανασφάλειες. Στην πρώτη περίπτωση, φύγε τρέχοντας. Στην δεύτερη, έχεις πολλή δουλειά να κάνεις με τον εαυτό σου.

Παραμερίζεις τις ανάγκες σου

Ξανά, όταν τα πράγματα είναι δύσκολα και ο σύντροφός σου χρειάζεται όλη την στήριξη που μπορεί να λάβει, είναι δικαιολογημένο. Αυτό όμως δεν είναι βάση για σχέση. Δεν γίνεται μόνο ο ένας να είναι ο συναισθηματικός πάροχος και ο άλλος απλώς να παίρνει. Πρέπει να βρείτε καλύτερες ισορροπίες στο δούναι και λαβείν σας.

Ορίζεις την αξία σου από αυτά που σου λέει ο σύντροφός σου

Δεν θα το αναλύσουμε αυτό. Το πρώτο βήμα είναι να καταλάβεις ότι το κάνεις και ότι είναι τεράστιο λάθος. Το δεύτερο βήμα είναι να μιλήσεις με έναν ειδικό, επειδή φοβόμαστε πως τέτοια ζητήματα χρειάζονται πιο βαθιά βοήθεια απ’ όση μπορεί να σου προσφέρει ένα κείμενο στο ίντερνετ.

Λουκρήτιος: Πες πως η ίδια η φύση ξάφνου παίρνει το λόγο και μαλώνει έναν από μας

Και τέλος, πες πως η ίδια η φύση ξάφνου παίρνει το λόγο και μαλώνει έναν από μας:

«Γιατί, θνητέ, αφήνεσαι να βυθιστείς σ’ ένα τόσο αρρωστημένο πένθος;

Τι κλαίγεσαι κι αναστενάζεις για το θάνατο; Αν ήταν ευχάριστη η ζωή σου που πέρασε και πάει, κι αν όλες οι χάρες της δεν πήγαν χαμένες σαν να χύθηκαν μέσα από ένα τρύπιο πιθάρι, τότε γιατί δεν αποσύρεσαι σαν χορτάτος συνδαιτυμόνας από το συμπόσιο της ζωής και δεν προτιμάς, ανόητε, μια γαλήνη δίχως έγνοιες; Μα αν όσα αποκόμισες σκόρπισαν και χάθηκαν και σου είναι βάρος η ζωή, τι γυρεύεις να της προσθέσεις κι άλλα, για να χαθούν κι αυτά κι όλα άχαρα να σβήσουν; Δεν είναι καλύτερα, να δώσεις ένα τέλος στη ζωή και στα βάσανα;

Γιατί εγώ δεν μπορώ να μηχανευτώ και να επινοήσω τίποτα πια που να σ’ ευχαριστήσει.

Όλα τα πράγματα είναι όπως ήταν πάντα. Και ίδια θα παραμένουν, ακόμα κι αν το σώμα σου δεν έχει κιόλας μαραθεί απ’ τα χρόνια και τα μέλη σου δεν έχουν λιώσει ακόμα κι αν ζήσεις τόσο που να ξεπεράσεις όλες τις γενιές, ακόμα κι αν ποτέ σου δεν πεθάνεις.»

Τι θ’ απαντήσουμε, αν όχι ότι η φύση δίκαια μας δικάζει κι ότι είναι αληθινή η κατηγορία που απαγγέλλει; Κι αν πάλι κάποιος γέρος με χρόνια στην πλάτη, παραπονεθεί παραπάνω απ’ το κανονικό και κλαφτεί που θα πεθάνει, δεν θα ‘χει δίκιο η φύση να υψώσει τη φωνή και να τον μαλώσει ακόμα πιο σκληρά;

«Σκούπισε τα δάκρυά σου, ανάξιε, και σταμάτα τις κλάψες. Τώρα μαραίνεσαι, αφού πρώτα γεύτηκες όλα τα δώρα της ζωής. Μα επειδή πάντα ποθείς αυτό που δεν έχεις και περιφρονείς αυτά που έχεις, κύλησε η ζωή σου λειψή κι αχάριστη και ξάφνου στέκει πλάι στο προσκέφαλο σου ο θάνατος, και συ δεν έχεις τη δύναμη, χορτασμένος και ικανοποιημένος απ’ όλα, ν’ αποσυρθείς.

Όμως τώρα παράτα τα όλα τούτα που δεν ταιριάζουν στην ηλικία σου, κι άντε, με ήσυχη την ψυχή, κάνε τόπο και σε άλλους- έτσι πρέπει»

Λουκρήτιος

Δεν κάνω τίποτα

Θα ήταν απολύτως εύλογο, τώρα, να προβάλει κάποιος την ακόλουθη ένσταση: εάν στην προσπάθειά μου να εντοπίσω έναν πρόσφορο παράγοντα, έστω σε εμβρυώδη μορφή, δεν βρω τίποτα, τότε τι κάνω; Τι κάνω όταν δεν έχω να πιαστώ από πουθενά, όταν δεν υπάρχει ούτε ένας ελάχιστος ευνοϊκός παράγοντας στον οποίο να αφεθώ; 

Απάντηση: δεν κάνω τίποτα. Διότι, προφανώς, εάν κάνω κάτι, όχι μόνο μπαίνω σε κίνδυνο, αλλά οδεύω κατευθείαν προς τον χαμό μου. Ο χαμός αυτός μπορεί να ’ναι όμορφος, τραγικός, ηρωικός δεν θα είναι, όμως, αποτελεσματικός.

Εάν, καθώς προβαίνετε σε μια αξιολόγηση του δυναμικού της κατάστασης, δεν εντοπίζετε κανένα ευνοϊκό στοιχείο που να μπορούσατε να το αξιοποιήσετε, τότε περιμένετε. Διότι γνωρίζετε πως ο κόσμος δεν σταματά να ανανεώνεται, ότι η κατάσταση στην οποία βρίσκεστε θα μεταμορφωθεί και αναπόφευκτα θ’ αναδείξει νέα ενδεχόμενα στα οποία θα μπορέσετε αργότερα να στηριχτείτε. Περιμένοντας, αποσύρομαι, προστατεύομαι, αφήνω την κακή συγκυρία να περάσει.

Στο αρχαιότερο κείμενο της κινεζικής γραμματείας, το Βιβλίο των Ωδών, σύγχρονο της Ιλιάδας, λέγεται: «Εάν ο κόσμος είναι σε τάξη, μπορούμε να συμμετάσχουμε σε αυτόν· εάν είναι σε αταξία, πρέπει να γίνουμε ανεκτοί».

Όταν γράφεται σε μια κινεζική εφημερίδα πως ο τάδε πολιτικός αποσύρθηκε στην εξοχή ή ότι δήλωσε ασθενής, τότε ναι μεν ενδέχεται να είναι όντως άρρωστος ή να πήγε διακοπές, αλλά το πιο σύνηθες είναι ότι αποσύρθηκε επειδή αισθάνθηκε ότι πλέον τίποτα δεν τον ευνοεί: κάνει στην άκρη και περιμένει τα πράγματα «να περάσουν», γιατί γνωρίζει ότι η κατάσταση θα αλλάξει — γιατί κάθε κατάσταση αλλάζει. Και τότε θα ξαναεμφανιστεί κάποια δυναμική που θα τον ευνοεί.

BERTRAND RUSSELL: ΠΡΟΛΟΓΟΣ Ή ΕΠΙΛΟΓΟΣ;

Επιτρέπω στον εαυτό μου να ελπίζει ότι ο κόσμος θα βγει από τα σημερινά του δεινά, ότι μια μέρα θα μάθει να δίνει τη διεύθυνση των υποθέσεών του, όχι σε σκληρούς απατεώνες και δειλούς απατεωνίσκους, αλλά σε ανθρώπους με σοφία και θάρρος. 

Βλέπω μπροστά μου ένα λαμπερό όραμα: έναν κόσμο όπου κανείς δεν πεινά, όπου λίγοι είναι άρρωστοι, όπου η δουλειά είναι ευχάριστη και όχι υπερβολική, όπου το αίσθημα της ευγένειας και της καλοσύνης είναι κοινό και όπου τα μυαλά απελευθερωμένα από τον φόβο, δημιουργούν ευχαρίστηση για τα μάτια, τα αυτιά και την καρδιά. 

Μην πείτε ότι αυτό είναι αδύνατο. Δεν είναι αδύνατο. Δεν λέω ότι μπορεί να γίνει αύριο, αλλά λέω ότι θα μπορούσε να γίνει μέσα σε χίλια χρόνια, μόνο αν οι άνθρωποι έστρεφαν το μυαλό τους στην προσπάθεια να επιτύχουν το είδος της ευτυχίας που θα έπρεπε να είναι ξεχωριστό για τον καθένα.

Bertrand Russell, Human Society in Ethics and Politics (1954)