Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2021

Χριστιανισμός και Μαγεία

Βρισκόμαστε στην Αυτοκρατορική Εποχή. Έχει παρέλθει η Κλασική και Ελληνιστική η δε Ρωμαϊκή Εποχή μετασχηματίζεται ραγδαία σε μια τεράστια μονοκρατορία που θα συνεχίσει πλέον με το όνομα Βυζάντιο όπως της αποδόθηκε αργότερα.

Παρακμή στον αρχαίο κόσμο του θεσμού της Πόλης έφερε η παγκοσμιοποίηση της εποχής. Η αυτοκρατορική εποχή που προηγείται κατά τι του χριστιανισμού, και τον οποίον ευνόησε ιδιαίτερα, οδήγησε σταδιακά τους ενεργούς πολίτες σε πολίτες ενός τεράστιου κράτους, με όφελος φυσικά την μετακίνηση και το εμπόριο, αλλά χωρίς κοινό σκοπό, ταυτόχρονα το ενδιαφέρον του για την πόλη του, αν ζει ακόμα σε αυτήν και δεν έχει μετακινηθεί, μικραίνει σταδιακά όλο και περισσότερο. Οι κοινοί δεσμοί δεν παίζουν τον αρχαίο τους ρόλο και ο πολίτης γίνεται κοσμοπολίτης.

Με αυτό το πρίσμα, οι αρχαίοι θεοί και ήρωες που ήσαν δεμένοι με τον θεσμό των πόλεων, δεν τιμώνται με τον ίδιο τρόπο και εμφανίζονται άλλες θεότητες, όλες σχεδόν από την Ανατολή για να καλύψουν αυτό το κενό. Αυτό δεν είναι ηθική κατάπτωση, αλλά αλλαγή νοοτροπίας από ένα δημοκρατικό σύστημα σε ένα συγκεντρωτικό μοναρχικό που τον μονάρχη, για λογαριασμό του οποίου τελικά ζεις αυτές τις εποχές, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα τον συναντήσεις ποτέ και ούτε έχεις κάτι κοινό με αυτόν.

Από την άλλη ακριβώς λόγω αυτών των αλλαγών, υπάρχει μία έξαρση στις φιλοσοφικές σχολές των παλαιών ακμαίων Πόλεων, που προσπαθούν να καλύψουν αυτό το κενό και την αλλαγή νοοτροπίας, οι Στωικοί, οι Ακαδημαϊκοί που θα γίνουν Νεοπλατωνικοί, οι Επικούρειοι, οι Σκεπτικιστές, οι Κυνικοί όλοι αυτοί βρίσκονται σε έξαρση, αλλά όσο μπαίνουμε στο Βυζάντιο θα επικρατήσουν οι Νεοπλατωνικοί μέχρι να τους καταργήσει ο Ιουστινιανός. Ταυτόχρονα εμφανίζεται την ίδια εποχή μια έντονη θρησκευτική δράση στην Ανατολή, επηρεασμένη από τον συγκρητισμό των θρησκειών από την μια και τον μεσσιανισμό των Εβραίων από την άλλη που θα γεννήσει έναν εσμό θρησκευτικών ρευμάτων από τα οποία θα επικρατήσει όπως ξέρουμε πλέον ο χριστιανισμός όπως περίπου τον ξέρουμε σήμερα.

Δεν υπάρχει λοιπόν ηθική κατάπτωση όπως θέλει να την παραστήσει ο χριστιανισμός. Είμαστε σε μια εποχή αλλαγών που η κοινωνία προσπαθεί να βρει νέες νόρμες από αυτές που είχε συνηθίσει, άλλοτε διατηρώντας τα παλιά, άλλοτε με νέα συστήματα και ιδέες.

Έπειτα πρέπει να αναρωτηθούμε την έννοια της λέξης μαγεία, γιατί είναι πολύ ευρεία και μπορεί να χαρακτηρίσει πολλά και ίσως διαφορετικά θέματα, από την άλλη είναι και ταυτόσημη κατά κάποιον τρόπο με την ίδια την θρησκεία. Δηλαδή η θέληση του ανθρώπου να ελέγχει καταστάσεις ανεξέλεγκτες, γέννησε τόσο την θρησκεία όσο και την μαγεία που μέσες άκρες είναι το ίδιο πράγμα.

Η ίδια η λέξη είναι περσική και ήλθε από την Ανατολή και μάλιστα την Περσία – Χαλδαία. Στην ελληνική εμφανίζεται τον 5ο αι. π.κ.ε. και αν και χρησιμοποιόταν ευρέως από τον αμαθή κόσμο, πάντα συνέβαινε κρυφά και στα όρια του επιτρεπτού. Στον ελληνικό και ελληνιστικό κόσμο δεν είχε ευρεία ή επίσημη αποδοχή, παρά την εντεινόμενη σταδιακά ανατολίτικη επίδραση. Τα πρώτα κείμενα για την μαγεία, εμφανίζονται αυτήν ακριβώς την περίοδο (την αυτοκρατορική) και είναι επηρεασμένα, από το Ταλμούδ και τον χριστιανισμό. 

Την ίδια περίοδο και η Χημεία χάνει το επιστημονικό της και αποκτά μαγικό περιεχόμενο που θα μας επανέλθει ως Αλχημεία από τους Άραβες με έναν σκοπό την μεταστοιχείωση των μετάλλων. Οι μάγοι - μάγισσες στην Κλασική Εποχή ήταν συγκεκριμένοι συνήθως ξένοι και σε δυσπιστία, άρνηση και φόβο από την κοινωνία, όπως δείχνει και ο μύθος της Μήδειας. Ο δεισιδαιμονισμός και η μαγεία πάντως, διευρύνουν αυτήν την εποχή (την αυτοκρατορική) την δράση τους, κυρίως στον ανατολίτικο αμαθή κόσμο, εκμεταλλευόμενοι το κενό που αναφέρθηκε και μέσα στο πλαίσιο αυτό, δηλαδή της αύξησης της μαγείας, μπορούμε να δούμε και την ανάπτυξη του χριστιανισμού που το θαύμα και η ανατροπή των φυσικών νόμων, είναι από τα κυρίαρχα στοιχεία του.

Άλλο θέμα είναι η ηθική που είναι ελληνική λέξη, και που σε όλον τον κόσμο έχει την ίδια αρχική έννοια, την αρχαία ελληνική και για τον ορισμό της έχουν ασχοληθεί όλοι οι μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι. Το πλέον ολοκληρωμένο ίσως έργο για αυτήν, είναι τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη πολύ πριν την υποτιθέμενη γέννηση του Ιησού των Ευαγγελίων.

Η ηθική είχε αλλαγές στον ελληνικό κόσμο, με την ελληνιστική λιγότερο αλλά περισσότερο με την ρωμαϊκή παγκοσμιοποίηση, και την εισβολή θεσμών και ιδεών από την Ανατολή και την ταυτόχρονη μετατροπή του πολίτη σε κοσμοπολίτη. Δεν έχει να κάνει με τις αρχαίες θρησκείες, αλλά οι νέες συνέτειναν στην δημιουργία μιας χαώδους κατάστασης που ολοκληρώνεται στο Βυζάντιο με την επιβολή όχι απλά μιας ανατολίτικης και ξένης θρησκείας από όλες, αλλά ενός νέου τρόπου σκέψης και μάλιστα περιορισμένης σκέψης.

Το χάσιμο της πολιτικής ελευθερίας είναι ήδη από την φύση του αρνητικό στην ηθική του κόσμου. Η δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού μέσα στην Πόλη και η ελευθερία επιλογών και δράσης της Δημοκρατίας, μετατρέπεται σε ελάχιστη δυνατότητα πολιτικού επηρεασμού, μόνο μέσω του όχλου (συντεχνίες – Στάση του Νίκα κλπ), και μετατροπή σε δούλο ενός ή πολλών αφεντών, του Αυτοκράτορα, του Επισκόπου και του κάθε Δυνατού της εποχής.

Η ηθική του Μεσαίωνα που ακολούθησε, ήταν χειρότερη από την ελληνική και ελληνιστική ηθική. Τα βασανιστήρια χειρότερα, οι ίντριγκες θεσμός, το συνολικό καλό (της πόλης) που απέβλεπε ο πολίτης, μετατρέπεται σε προσωπικό καλό, άρα πλέον περιορισμένο και σχετικό.

Δεν έφερε λοιπόν καμία βελτίωση στην ηθική ο χριστιανισμός. Χαρακτηριστικά στην νομοθεσία του Λέοντος του 8ου αι., στην “Εκλογή” όπως λέγεται, γίνονται αλλαγές επί το φιλανθρωπότερον όπως ισχυρίζεται στους νόμους του Ιουστινιανού, ενσωματώνει ολόκληρα εδάφια του Μωσαϊκού νόμου στην νομοθεσία του Βυζαντίου και αντί της θανατικής ποινής, εισάγεται πλέον ο ακρωτηριασμός και η τύφλωση. Μην ξεχνάμε ότι οι νόμοι δεν είναι ηθική, αλλά εκφράζουν μεγάλο μέρος της ηθικής της κοινωνίας και μάλιστα σε επίσημο και μετρήσιμο βαθμό.

Πάμε πάλι στην μαγεία. Αν η μαγεία είναι η χρήση λόγου και πράξεων για να γίνει κάτι μαγικό, δηλαδή κάτι που δεν δικαιολογείται φυσικά – επιστημονικά, τότε ο χριστιανισμός είναι γεμάτος μαγεία. Ρωτήστε οποιονδήποτε παπά τι θεωρεί ότι γίνεται με την απαγγελία κάποιων λόγων και την σχετική τελετουργία με την Θεία Ευχαριστία και θα σας πει ότι το κρασάκι και το ψωμάκι μετασχηματίζονται μαγικά (το μαγικά δεν θα το πει αλλά το εννοεί) σε σώμα και αίμα του Ιησού. Και φυσικά το πιστεύουν αυτό και στην βάση της πίστης αυτής, αρνούνται την δυνατότητα μεταφοράς του covid μέσω αυτού, κάτι τελείως αντιεπιστημονικό και που το πλήρωσαν ήδη με αυξημένο αριθμό ιερωμένων νεκρών και έντονης διασποράς του ιού από τις εκκλησίες. Αν αυτό που κάνουν δεν είναι μαγεία τότε τι είναι ακριβώς;

Τα θαύματα των χριστιανών τι είναι αν δεν είναι μαγεία; τα περισσότερα δεν γίνονται υποτίθεται με μια επίκληση στον θεό ή προσευχή και συμβαίνει κάτι το μαγικό τελικά, στα μάτια τους φυσικά και όχι σε έναν σκεπτόμενο;

Από την άλλη για τον χριστιανισμό, όλοι οι αρχαίοι θεοί ήσαν δαίμονες και με βάση την λογική του η αρχαία λατρεία ήταν δαιμονολατρία, άρα τελικά μαγεία.

Βέβαια αν δούμε λίγο τον βυζαντινό κόσμο, θα δούμε ότι η μαγεία αν και ήταν παράνομη, ήταν δημοφιλέστατη όχι μόνο στον λαό αλλά και σε λόγιους, κληρικούς και αυτοκράτορες και συχνά την χρησιμοποιούσαν είτε με την μορφή αστρολογίας είτε με την κλασική της μορφή, δηλαδή να κάνουν κακό σε κάποιον ή ως ερωτικό φίλτρο (κατάδεσμοι).

Η Αν. Βακαλούδη που έχει γράψει το “Η Μαγεία ως Κοινωνικό Φαινόμενο 4-7ος αι.”, έχει ολόκληρο κεφάλαιο για την συμμετοχή του κλήρου σε μαγικές τελετές, σελ 331 και ξεκινάει ως εξής: “Από την μελέτη των βυζαντινών πηγών αποκαλύπτεται ότι η συμμετοχή του χριστιανικού κλήρου σε θέματα μαγείας ήταν ευρύτατη.”

Για να το πούμε λίγο διαφορετικά. Η μαγεία στο Βυζάντιο ειδικά, ήταν κάτι σαν την φοροδιαφυγή σήμερα. Δεν φοροδιαφεύγουν όλοι, κάποιους τους πιάνουν και τιμωρούνται αυστηρότατα (για την εποχή που ζούμε φυσικά) αλλά είναι ευρύτατα διαδεδομένη και γνωστή.

Στην πραγματικότητα, ήταν και είναι ένας τρόπος κατασπίλωσης της αρχαίας λατρείας από τον χριστιανισμό, για να δικαιολογήσει την παραφύση ολοκληρωτική επικράτησή του, χρησιμοποιώντας έναν όρο σε κάτι που δεν σταμάτησε ποτέ, ακόμα και σήμερα, και που στην ουσία του το χρησιμοποιεί ο ίδιος (Στα θαύματα και τα Μυστήρια), χωρίς να παραδέχεται ότι κάνει κάτι τέτοιο, αλλά στην πραγματικότητα, κάνει το ίδιο ακριβώς που κατηγορεί.

ΣΕΝΕΚΑΣ: ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

Τις επιστολές, όπως γράφεις, τις έδωσες σε ένα φίλο σου να μου τις φέρει· ύστερα, με συμβουλεύεις να μην του αναφέρω όσα γράφεις για τον εαυτό σου, γιατί, όπως λες, ούτε κι’ εσύ ο ίδιος δεν το συνηθίζεις. Μ’ αυτόν τον τρόπο και μέσα στην ίδια την επιστολή, γράφεις ότι αυτός είναι και δεν είναι φίλος σου. Αν, βέβαια, τη λέξη αυτή χρησιμοποίησες με την κοινή και συνηθισμένη σημασία της, τότε ονόμασες φίλο σου, όπως αποκαλούμε «ενάρετους άνδρες» όλους εκείνους που θέτουν υποψηφιότητα για δημόσια αξιώματα, όπως ονομάζουμε «κύριους» όσους συναντούμε και δεν θυμόμαστε τα ονόματά τους, και σ’ αυτήν την περίπτωση κανείς δεν έχει να σου προσάψει τίποτε. Αν πάλι θεωρείς κάποιον φίλο σου και δεν του έχεις τόση εμπιστοσύνη όση και στον εαυτό σου, τότε κάνεις λάθος και δεν έχεις αρκετή γνώση της αληθινής φιλίας.

Για όλα τα πράγματα οφείλεις να σκέφτεσαι μαζί με τον φίλο σου, αλλά πριν απ’ όλα, οφείλεις να σκέφτεσαι αυτόν τον ίδιο. Μετά τη σύναψη της φιλίας οφείλεις να τον εμπιστεύεσαι· μόνο πριν μπορείς να τον κρίνεις. Αντιστρέφουν και μπερδεύουν τη σειρά των καθηκόντων όσοι αντίθετα προς τις προσταγές του Θεόφραστου, κρίνουν αφού αγαπήσουν, και δεν αγαπούν παρά μόνον αφού έχουν κρίνει. Να συλλογιστείς πολύ αν πρέπει να διαλέξεις κάποιον για φίλο σου, αλλά όταν το αποφασίσεις, να τον δεχθείς με όλη την καρδιά σου· να μιλάς μαζί του με τόσο θάρρος, σαν να μιλάς με τον εαυτό σου.

Γιατί, βέβαια, οφείλεις να ζεις έτσι που να μην εμπιστεύεσαι στον εαυτό σου τίποτε που να μην μπορείς να εμπιστευθείς στον εχθρό σου. Αλλά επειδή η συνήθεια κάνει έτσι ώστε μερικά πράγματα να κρατιούνται μυστικά, να μοιράζεσαι με τον φίλο σου όλες τις σκέψεις και τις έγνοιες σου. Αν τον θεωρείς πιστό, θα γίνει τέτοιος. Μερικές φορές μαθαίνουμε στους άλλους να μας εξαπατούν, από τον φόβο μας μήπως απατηθούμε, και δίνουμε με τις υποψίες μας το δικαίωμα να πράττουν το κακό εναντίον μας. Για ποιό λόγο να κρύβω λόγια μπροστά στον φίλο μου; Γιατί μπροστά του να μην κάνω σαν να είμαι μόνος μου;

Ορισμένοι διηγούνται σε όσους συναντούν εκείνα τα οποία μόνο σε φίλους πρέπει να εμπιστεύονται, και ξεστομίζουν με ευχαρίστηση στ’ αυτιά ενός τυχαίου κάθε τους στεναχώρια. Άλλοι πάλι φοβούνται να εξομολογηθούν και στους πλέον προσφιλείς τους και καθώς είναι πρόθυμοι να μην εμπιστευθούν ούτε τους εαυτούς τους, απωθούν βαθύτερα μέσα στην ψυχή κάθε μυστικό τους. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο πρέπει κανείς να πράττει, επειδή είναι ελάττωμα να έχεις εμπιστοσύνη σε όλους, καθώς είναι ελάττωμα να μην έχεις εμπιστοσύνη σε κανέναν. Το ένα το θεωρώ ως το τιμιότερο ελάττωμα και το άλλο ως το πλέον επικίνδυνο.

Με τον ίδιο τρόπο, οφείλουμε να επιτιμούμε όσους δεν μπορούν να μείνουν ήσυχοι σε μιά θέση, καθώς και εκείνους που ξέρουν μόνο να τεμπελιάζουν. Η χαρά της διαρκούς ενασχόλησης δεν είναι απόδειξη δραστήριου πνεύματος, αλλά μιάς καταναγκαστικής ανησυχίας· η πίστη ότι κάθε κίνηση είναι επίπονη δεν σημαίνει την ήρεμη ζωή, αλλά αυτοεγκατάλειψη και αποχαύνωση. Γι’ αυτό σου εμπιστεύομαι τούτο τον λόγο του Πομπώνιου: “Ορισμένοι εισχωρούν τόσο πολύ μέσα στα σκοτάδια, που θεωρούν αναταραχή ο,τιδήποτε γίνεται μέρα μεσημέρι”.

Οφείλουμε να φτάνουμε σε μία ισορροπία. Ο υπέρμαχος της επανάπαυσης οφείλει να δραστηριοποιείται και ο υπέρμαχος της δράσης να αναπαύεται. Διδάξου από την φύση: αυτή θα σου πει τι κάνει τη μέρα και τη νύχτα.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Επιστολές στον Λουκίλιο

Ο ευτυχισμένος άνθρωπος είναι πολύ ικανοποιημένος με το παρόν για να σκεφτεί το μέλλον

Τι είναι εκείνο που μας κάνει να μας αρέσει κάτι και να το απολαμβάνουμε τόσο πολύ που να ξεχνάμε κάθε μας έγνοια; Ποιες είναι οι στιγμές που οι άνθρωποι είμαστε πιο ευτυχισμένοι;

Αυτά αναρωτήθηκε ο Μιχάι Τσίκζεντμιχαϊ και μελέτησε σε βάθος την κατάσταση στην οποία μπαίνουμε οι άνθρωποι όταν είμαστε απολύτως βυθισμένοι σε μια ασχολία. Την ονόμασε κατάσταση ροής, flow στα αγγλικά, και την όρισε ως εξής: «Η ηδονή, η απόλαυση, η δημιουργικότητα και η διαδικασία κατά την οποία βρισκόμαστε τελείως βυθισμένοι στη ζωή».

Για να το πετύχουμε αυτό, πρέπει να επικεντρωθούμε στην αύξηση του χρόνου που περνάμε κάνοντας δραστηριότητες που θα μας βάλουν σε κατάσταση ροής, αντί να αφηνόμαστε να μας παρασέρνουν δραστηριότητες που θα μας δώσουν μια άμεση ευχαρίστηση, όπως το υπερβολικό φαγητό, η χρήση ουσιών και η κατάχρηση αλκοόλ ή η καταβρόχθιση σοκολάτας μπροστά στην τηλεόραση.

Όπως διδάσκει ο συγγραφέας της Ροής: «Ροή είναι η κατάσταση στην οποία οι άνθρωποι μπαίνουν όταν είναι βυθισμένοι σε μια δραστηριότητα και δεν τους ενδιαφέρει τίποτε άλλο. Η εμπειρία αυτή καθαυτή είναι τόσο ευχάριστη, που οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να την κάνουν ακόμα κι αν χρειαστεί να θυσιάσουν άλλες πλευρές της ζωής τους μόνο και μόνο για να κάνουν αυτή».

Και δεν είναι μόνο τα δημιουργικά επαγγέλματα, τα οποία απαιτούν μεγάλες δόσεις συγκέντρωσης, αυτά που ενεργοποιούν την ικανότητα ροής. Ο περισσότεροι αθλητές, οι σκακιστές ή οι μηχανικοί περνούν μεγάλο μέρος του χρόνου τους σε δραστηριότητες που τους βάζουν σε κατάσταση ροής.

Σύμφωνα με τις μελέτες του Τσίχζεντμιχαϊ, όταν ένας σκακιστής μπαίνει σε «ροή», νιώθει το ίδιο με έναν μαθηματικό που προσπαθεί να λύσει κάποιο πρόβλημα ή με έναν χειρουργό σε ώρα επέμβασης. Ο συγκεκριμένος καθηγητής ψυχολογίας ανέλυσε δεδομένα ανθρώπων που ζούσαν σε διαφορετικά μέρη του κόσμου και με διαφορετικούς πολιτισμούς και ανακάλυψε ότι η εμπειρία της ροής είναι ίδια για κάθε άνθρωπο, οποιουδήποτε πολιτισμού και οποιασδήποτε ηλικίας.

Στη Νέα Υόρκη ή στην Οκινάουα, όλοι ανακαλύπτουμε τις δικές μας καταστάσεις ροής με τον ίδιο τρόπο. Τι συμβαίνει στη συνείδησή μας όταν είμαστε σε αυτή την κατάσταση;

Ρέοντας, επικεντρωνόμαστε σε μία πολύ συγκεκριμένη ασχολία και δεν αφήνουμε να μας περισπάσει τίποτε άλλο. Η συνείδησή μας είναι «σε τάξη». Το αντίθετο συμβαίνει όταν προσπαθούμε να καταπιαστούμε με κάτι και το μυαλό μας αφαιρείται γιατί σκεφτόμαστε άλλα πράγματα.

Ο ευτυχισμένος άνθρωπος είναι πολύ ικανοποιημένος με το παρόν για να σκεφτεί το μέλλον

Πολλοί από τους καλλιτέχνες μπορεί να φαίνονται ευέξαπτοι ή ερημίτες, αλλά το μόνο που κάνουν είναι να προστατεύουν τον χρόνο της ευτυχίας τους, κάποιες φορές θυσιάζοντας άλλες πλευρές της ζωής. Είναι παραδείγματα outliers (εξαιρέσεων) που εφαρμόζουν τη ροή στον ακραίο τρόπο ζωής τους.

Ένα παράδειγμα από τέτοιους ερημίτες είναι ο Χαρούκι Μουρακάμι. Απ’ ό,τι λένε είναι πολύ δύσκολο να τον πλησιάσεις. Έχει μόνο έναν πολύ στενό κύκλο φίλων στην Ιαπωνία. Εμφανίστηκε δημόσια μόνο μία φορά έπειτα από κάμποσα χρόνια.

Οι καλλιτέχνες ξέρουν πόσο σημαντικό πράγμα είναι η διαφύλαξη του χώρου τους, του περιβάλλοντός τους, το να είναι απαλλαγμένοι από περισπασμούς.

Υπολογιστική ανάλυση αποκαλύπτει πηγές γενετικών παραλλαγών (μεταλλάξεων)

Η ακριβής μεταβίβαση γενετικής πληροφορίας από τη μια γενιά στην επόμενη είναι βασική για τη ζωή. Τις περισσότερες φορές, η διεργασία αυτή ξεδιπλώνεται με αξιοσημείωτη ακρίβεια, όμως όταν δεν εξελίσσεται ομαλά, αναδύονται μεταλλάξεις – ορισμένες από αυτές επωφελείς, κάποιες από αυτές χωρίς επακόλουθα και ορισμένες από αυτές προκαλούν δυσλειτουργίες και ασθένειες. Ακόμη, που και πώς ακριβώς οι κληρονομικές γενετικές μεταλλάξεις τείνουν να αναδύονται έμενε σε μεγάλο βαθμό άγνωστο. Μέχρι τώρα.

Τώρα, μια νέα μελέτη στην οποία εμπλέκονται πολλά ιδρύματα, καθοδηγούμενη από ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Harvard και του δεύτερου μεγαλύτερου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της (Brigham and Women’s Hospital) έχει εντοπίσει εννέα διεργασίες κατά τη διάρκεια των οποίων τείνουν να αναδύονται οι περισσότερες ανθρώπινες γενετικές μεταλλάξεις. Η εργασία, που δημοσιεύθηκε 12 Αυγούστου στο Science, βασίζεται σε ανάλυση 400 εκατομμυρίων σπάνιων παραλλαγών ανθρώπινου DNA και αντιπροσωπεύει μια από τις πιο εμπεριστατωμένες υπολογιστικές προσπάθειες να εξερευνηθούν κληρονομικές γενετικές παραλλαγές.

Όπως δήλωσαν μέλη της συγγραφικής ομάδας, οι γενετικές μεταλλάξεις είναι ένα σπάνιο, ακόμη αναπόφευκτο και όμως ουσιαστικό, μέρος της ανάπτυξης και διάδοσης των ανθρωπίνων ειδών – δημιουργούν γενετική διαφορετικότητα, τροφοδοτούν την εξέλιξη και περιστασιακά προκαλούν γενετικές ασθένειες. Αξιοποιώντας, συμπληρώνουν οι ερευνητές, την ισχύ του υπολογισμών και τα μεγάλα δεδομένα (big data), αναλύθηκαν γενετικές παραλλαγές και προσδιορίσθηκε ένα σύνολο βιολογικών διεργασιών υπεύθυνων για την μεγάλη πλειονότητα των κληρονομικών ανθρώπινων μεταλλάξεων.

Η έρευνα προσδιόρισε νέους μηχανισμούς τροφοδότησης μεταλλάξεων και ορισμένους που ήταν ήδη γνωστοί. Ένας μηχανισμός σχετίζονταν με ανακριβή αντιγραφή του DNA, ένας άλλος σχετίζονταν με χημική βλάβη που συνέβη στο DNA. Η ανάλυση επίσης εντόπισε έναν μηχανισμό που εμπλέκεται στην ρύθμιση του ανθρώπινου γονιδίου ως ένας συχνός υπαίτιος για τις μεταλλάξεις. Ο μηχανισμός αυτός είναι ιδιαίτερα ενεργός κατά τη διάρκεια της πρώιμης εμβρυικής ανάπτυξης και οι περισσότερες από τις μεταλλάξεις εισάγονται με το μηχανισμό που λειτουργεί κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Σε ένα εύρημα-έκπληξη, οι ερευνητές προσδιόρισαν έναν οδηγό-μηχανισμό μετάλλαξης που δεν σχετίζονταν με αντιγραφή DNA και κυτταρική διαίρεση – διεργασίες που είναι συνδεδεμένες με μεταλλάξεις – να προκαλεί βλάβες. Αυτός ο προηγουμένως απαρατήρητος μηχανισμός οδηγεί σε μεταλλάξεις σε ωάρια που βρίσκονται στις ωοθήκες.

Οι ερευνητές εργάζονται τώρα για να ενσωματώσουν ορισμένα από τα αποτελέσματα σε ένα μοντέλο για το ρυθμό ανθρώπινης μετάλλαξης σε όλο το γονιδίωμα, σε μια προσπάθεια να βοηθήσουν να προβλεφθεί η αλλαγή που μια συγκεκριμένη μετάλλαξη θα μπορούσε να συμβεί σε μια ορισμένη θέση του γονιδιώματος. Στόχος είναι να βοηθήσει στην ανάλυση μεταλλάξεων ασθενειών και στην ανακάλυψη των γονιδίων που προκαλούν σπάνιες ασθένειες.

Προσομοιώνοντας κβαντικά σωμάτια σε ένα πλέγμα όμοιο με αυτό υπεραγωγών ή ατομικών πυρήνων

Ένας κβαντικός προσομοιωτής είναι ένας περιορισμένης χρήσης κβαντικός υπολογιστής: μια μηχανή η οποία μπορεί να προγραμματιστεί για να αναπαράγει τη συμπεριφορά ενός συγκεκριμένου κβαντικού συστήματος το οποίο είναι πολύ περίπλοκο για να προσομοιωθεί με κλασικές μεθόδους. Εξαιτίας της συγκριτικής τους απλότητας, πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι οι κβαντικοί προσομοιωτές θα μπορούσαν να δώσουν χρήσιμες εφαρμογές συντομότερα από ότι θα το έκαναν οι καθολικά κβαντικοί υπολογιστές. Με αυτόν το στόχο κατά νου, ο Christopher Wilson του Πανεπιστημίου του Waterloo, στον Καναδά και οι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν μια βασισμένη σε μικροκύκλωμα (chip) υπεραγώγιμη κοιλότητα για να κατασκευάσουν έναν κβαντικό προσομοιωτή ο οποίος μπορεί να προσομοιώσει κβαντικό σωμάτιο σε ένα πλέγμα. Τέτοια συστήματα σωματιδιακού πλέγματος μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μοντέλα για τη συμπεριφορά των υψηλής θερμοκρασίας υπεραγωγών ή των σωματιδίων μέσα σε ένα ατομικό πυρήνα.

Η υπεραγώγιμη κοιλότητα, δείχθηκε από τον Wilson και τους συνεργάτες του, κρατάει μικροκυματική ακτινοβολία σε συγκεκριμένες συχνότητες, ή τύπους, που προσδιορίζονται από το μέγεθος της κοιλότητας. Οι ερευνητές αλλάζουν το δραστικό μέγεθος της κοιλότητας καθυστερώντας τη διάδοση των φωτονίων στο ένα άκρο με μεταβαλλόμενη διακοπή. Όταν η κοιλότητα περιέχει πολλαπλά μικροκυματικά φωτόνια, συντονίζοντας το δραστικό μήκος προκαλούν τους διάφορους τύπους της κοιλότητας για να αλληλεπιδρά το ένα με το άλλο.

Η ομάδα χρησιμοποίησε αυτή τη διάταξη για να δημιουργήσει μια αποκαλούμενη μποζονική κλίμακα Creutz – ένα απλό μοντέλο σωματιδίων κινούμενων σε ένα πλέγμα τεσσάρων κόμβων. Στην εφαρμογή του μοντέλου, ο Wilson και οι συνεργάτες του κατασκεύασαν τις αλληλεπιδράσεις τύπων κοιλότητας έτσι ώστε κάθε τύπος της κοιλότητας να ανταποκρίνεται σε έναν κόμβο του πλέγματος. Επίσης, έδειξαν ότι ο κβαντικός προσομοιωτής μπορεί να προγραμματιστεί in situ (επί τόπου) με την εισαγωγή μικροκυμάτων διαφορετικών συχνοτήτων μέσα στην κοιλότητα. Η τεχνική μπορεί να κλιμακωθεί για να προσομοιώσει περισσότερο σύνθετα κβαντικά συστήματα τοποθετώντας πολλαπλές υπεραγώγιμες κοιλότητες σε ένα μικροκύκλωμα.

Aurélien Robert: Ο Επίκουρος στην Κόλαση, αίρεση, αθεΐα και ηδονισμός στον Μεσαίωνα

Τίποτα δεν εμποδίσει να σκεφθούμε την ηδονή και ακριβώς αυτό προτείνει ο Aurélien Robert διευθυντής ερευνών στο Γαλλικό Ίδρυμα Ερευνών και ειδικός στην μεσαιωνική φιλοσοφία (γεν. 1977) σε ολόκληρο το βιβλίο του “Ο ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ στην Κόλαση, αίρεση, αθεΐα και ηδονισμός τον Μεσαίωνα”. Ο ερευνητής μας προσκαλεί σε ένα μακρύ φιλοσοφικό ταξίδι επειδή δεν πρόκειται μόνο να περιγράψει ένα φιλοσοφικό σύστημα που ανάγεται στην Αρχαιότητα αλλά επίσης να καταλάβει την επανάληψη του, από την εμφάνιση του μέχρι την Αναγέννηση.

Το έργο εγγράφεται με την πρώτη σε μια μακρόχρονη προοπτική, όπως ακριβώς την προσδιόρισε ο Fernard Braudel και εδώ είναι μια από τις κυριότερες πλευρές της: κανείς πιο πριν δεν είχε βάλει αυτό το στοίχημα. Το βιβλίο του Aurélien Robert έρχεται λοιπόν να καλύψει αυτό το φιλοσοφικό και ιστοριογραφικό χάσμα.

Ο Επίκουρος έχει συζητηθεί από πολλούς συγγραφείς, αλλά οι επικούρειοι, οι ίδιοι, προορίζονται για τον 6ο κύκλο της Κολάσεως του Δάντη. Στην εισαγωγή του, σε μια κατάδυση στην Κόλαση του Δάντη, ο φιλόσοφος προετοιμάζει το έδαφος του προβληματισμού του: γιατί, ανάμεσα σε πολυάριθμους Έλληνες ή Ρωμαίους στοχαστές, οι επικούρειοι είναι οι μόνοι που στέλνονται στον έκτο κύκλο της Κολάσεως; Γιατί αντιλαμβάνονται τον Επίκουρο σαν Αιρετικό; Πως ένας φιλόσοφος που έζησε τέσσερις αιώνες πριν από τον Χριστό μπόρεσε να γίνει αρχέτυπο του εχθρού της χριστιανικής πίστης κατά τον Μεσαίωνα; Και, τελικά, η Αναγέννηση ήταν πράγματι η χρονική στιγμή της εκ νέου ανακάλυψης του Έλληνα φιλοσόφου;

Το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στην Αρχαιότητα. Αφού ξεκαθαρίζει συνθετικά την φιλοσοφία του δασκάλου, όπου υπενθυμίζει ότι, αντίθετα με κάποιες κοινώς παραδεδεγμένες ιδέες, ο επικουρισμός δεν έχει μεγάλη σχέση ούτε με την αθεΐα ούτε με τον ηδονισμό, ο Aurélien Robert εξηγεί ότι αυτό το φιλοσοφικό ρεύμα έχει υποστεί επιθέσεις και καταδίκες για ανηθικότητα από τη στιγμή της εμφάνισης του.

Κατόπιν ερευνά την διασπορά των επικούρειων ιδεών στα άκρα της Μεσογείου, στην Ελλάδα, προφανώς, αλλά επίσης στην Αίγυπτο, στη Συρία και στη νότια Ιταλία. Δείχνει ότι τελικά στην Ανατολή οι επικούρειες σχολές έχουν περισσότερο διατηρηθεί, μέχρι την εξαφάνιση τους, ακόμη ανεξήγητη, μέσα στον 3ο αιώνα μ.Χ. Ακολουθούμε λοιπόν την πάλη ανάμεσα στις διαφορετικές κοινότητες, εβραϊκές, χριστιανικές και παγανιστικές, υπό την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Δίδεται έμφαση στην δυναμική αντιπαλότητα ανάμεσα στις επικούρειες και χριστιανικές κοινότητες που βρίσκονται στις ίδιες περιοχές. Ο συγγραφέας δείχνει πως οι χριστιανοί συγγραφείς, φιλονικούν με τους παγανιστές, από τη μια μεριά, και τους αιρετικούς, από την άλλη, είχαν την τάση να τους αναμιγνύουν. Ακολουθούν πολλές εμπαθείς σελίδες για τον Justin de Naplouse ή τον Hippolite de Rome και τις προσπάθειες τους να εξομοιώσουν παγανιστές και αιρετικούς.

Ο συγγραφέας καταλήγει ότι η επικούρεια αίρεση έχει οριστικά παγώσει στη διάρκεια του 5ου αιώνα μ. Χ., δηλαδή σε μια εποχή όπου δεν υπήρχαν πλέον οι επικούρειες σχολές από πολύ πιο πριν. Και όμως: όπως υπογραμμίζει ο Jean-Claude Schmitt στο γνωστό του βιβλίο, Ο Θάνατος μιας αίρεσης, οι κατηγορίες για αίρεση που διατυπώθηκαν κατά το τέλος της Αρχαιότητας από τους Πατέρες της Εκκλησίας είχαν γίνει δεκτές όπως ήταν καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα.

Ο φιλόσοφος δίνει νέα απόδειξη πρωτοτυπίας στο δεύτερο μέρος της μελέτης του, χρησιμοποιώντας όχι κοινή μετατόπιση, που μαρτυρά στέρεη πολυμάθεια. Εάν καταδύεται στην χριστιανική πρόσληψη του Επίκουρου, ερευνά εξίσου τις εβραϊκές και ισλαμικές παραδόσεις της ύστερης Αρχαιότητας. Είναι πρώτα οι σημειώσεις για τα δυσνόητα βιβλικά κείμενα που κρατούν την προσοχή του: φαίνονται συνολικά, του Jérôme και του Lactance μέχρι του Pierre de Jean Olivi, πολύ εχθρικά προς τον Επίκουρο και η επίδραση τους γίνεται αισθητή μέχρι το τέλος του Μεσαίωνα.

Στην παράδοση των ραββίνων, είναι ο όρος απίκορος, μια εβραϊκή λέξη που υποδηλώνει την αίρεση, που αποτελεί το αντικείμενο λεπτομερούς ανάλυσης. Χωρίς αμφιβολία οι απικορισίμ της Mishna (Το Mishnah ή Mishna είναι η πρώτη μεγάλη γραπτή συλλογή των εβραϊκών προφορικών παραδόσεων που είναι γνωστές ως προφορική Τορά. Είναι επίσης το πρώτο μεγάλο έργο της ραβινικής λογοτεχνίας) αναφέρουν με κάποιο τρόπο τους επικούρειους φιλοσόφους. Ξαναβρίσκουμε εξάλλου αυτή την εικόνα του επικούρειου αιρετικού κατά τον Μεσαίωνα σε συγγραφείς όπως ο Maimonide ή ο Isaac Albalag.

Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται τελικά για την ισλαμική παράδοση, κυρίως για τον al Ghazali, νομικό του 11ου αιώνα, και για τον Averroès, κατόπιν ερευνά την αντίληψη τ dahriyya (Οι Νταρίια απεικονίζονται στην Ισλαμική θεολογική λογοτεχνία ως φυσιοδίφηδες και υλιστές που αρνούνται την ύπαρξη οτιδήποτε δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από τις αισθήσεις), που δείχνει γενικά μια κατηγορία απίστων.

Αλλά οι πηγές έχουν την τάση να ενώνουν αυτούς τους απίστους με τους υλιστές, όπως τους προϊσλαμικούς ποιητές Muʿallaquāt (συλλογή επτά προ-ισλαμικών αραβικών qaṣīdah s (ωδές), το καθένα θεωρείται ότι είναι καλύτερο κομμάτι του συντάκτη της. Δεδομένου ότι οι ίδιοι οι συγγραφείς συγκαταλέγονται μεταξύ των δώδεκα περίπου πιο διάσημων ποιητών του 6ου αιώνα, η επιλογή απολαμβάνει μια μοναδική θέση στην αραβική λογοτεχνία, που αντιπροσωπεύει τα καλύτερα της πρώιμης αραβικής ποίησης ), και κατά επέκταση τους επικούρειους. Οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες συγκλίνουν και αντιλαμβάνονται ότι: «ο επικούρειος των χριστιανών έγινε το σύμβολο όλων των φιλοσοφικών αιρέσεων δεχόμενος μορφές κοσμολογίας χωρίς θεούς…» (σελ. 124). Παρά λοιπόν την εξαφάνιση των επικούρειων κοινοτήτων, διαπιστώνουμε την επιμονή αυτού που ο συγγραφέας αποκαλεί «αίρεση φάντασμα», την οποίαν η Εκκλησία δεν έπαψε εντούτοις να καταγγέλλει.

Το τρίτο μέρος προσεγγίζει την μεσαιωνική δαιμονοποίηση του Επίκουρου. Ο Aurélien Robert θυμίζει ότι, εκτός από την περίφημη δίκη της Ορλεάνης η οποία, το 1022, έστειλε στην πυρά δώδεκα μέλη του συμβουλίου των επισκόπων του Καθεδρικού, δεν έχουμε κανένα άλλο παράδειγμα καταδίκης για επικουρισμό. Περισσότερο από την πυρά, είναι οι φλόγες της κόλασης τις οποίες πρέπει να φοβάται ο επικούρειος πιστός. Με τρόπο λίγο ταχύ, ο συγγραφέας βεβαιώνει ότι η μορφή του επικούρειου είναι προορισμένη να προξενεί φόβο και δεν υπάρχει τελικά παρά μόνο στο κήρυγμα. Είναι ίσως εδώ μια σχετική έλλειψη του έργου: θα θέλαμε να μάθουμε εάν αυτή η νεκρανάσταση του αιρετικού επικούρειου δεν είναι συνέπεια της βούλησης για ανάκτηση κατάστασης από την Εκκλησία και της σχετικής καταπίεσης, όπως την περιέγραψε ο Robert I. Moore ( Αιρετικοί. Αντιστάσεις και καταπίεση στην Μεσαιωνική Δύση, Βερολίνο, Παρίσι, 2012).

Από την άλλη μεριά, μια οπτική της επικούρειας αίρεσης σε σχέση με άλλες αιρέσεις, κυρίως των βαλδενσίων (το κίνημα των Βαλδένσιων ξεκίνησε τον 12ο αιώνα -περίπου τέσσερις αιώνες πριν την Μεταρρύθμιση, στις κοιλάδες των Άλπεων, στη Σαβοΐα και στο Πεδεμόντιο, όταν μία ομάδα χριστιανών επιχείρησε κατ’ αυτήν, να επιστρέψει στην αποστολική απλότητα) ή των καθαρών (καθαροί ή Αλβιγινοί ήταν το όνομα που δόθηκε σε μια θρησκευτική σέκτα με χριστιανικές ρίζες, η οποία βασιζόταν σε στοιχεία που προέρχονταν από τον Γνωστικισμό), θα είχε εκτιμηθεί αλλά χωρίς αμφιβολία αυτό είναι αντικείμενο ενός άλλου βιβλίου.

Ο Δάντης αναζήτησε να διακρίνει τον αιρετικό επικούρειο και προορισμένο για τις τιμωρίες της Κολάσεως από τον φιλόσοφο και τη θεωρία του.

Όπως και να είναι, ο φιλόσοφος εξετάζει τις κύριες πηγές της μεσαιωνικής επιχειρηματολογίας ενάντια στους επικούρειους, τις Αναγνωρίσεις του Ψευδο-Κλήμεντα της Ρώμης, τις Εξομολογήσεις του Αυγουστίνου, ή ακόμη τα κηρύγματα του Julien de Vézelay. Με τον τρόπο των άγριων Ανιχνευτών του Roberto Bolaño, που ερευνούν, στην έρημο της Σονόρα, τα χαμένα ίχνη σουρεαλιστών συγγραφέων, ο Aurélien Robert αρχίζει την έρευνα των φαντασμάτων του Επίκουρου τον 13ο αιώνα.

Μελετά πρώτα απ’ όλα μια ανώνυμη διατριβή η οποία καταγγέλλει την θηριωδία και την ασέβεια των επικούρειων, κατόπιν κάνει τη σύνδεση ανάμεσα σε αυτή τη διατριβή και στα έργα του Guibert de Tournai και του Engelbert d’ Admont, κάτι που μας δείχνει «πως ο επικούρειος του 13ου αιώνα, πρόσωπο φανταστικό για το οποίο δεν σταματάμε να λέμε ότι είναι ήδη εκεί ή έτοιμο να φτάσει, ήταν θεωρητική κατασκευή στη διασταύρωση της ερμηνείας, της θεολογίας και της φιλοσοφίας» (σελ. 157).

Τελειώνει αυτό το μέρος με μια ακριβή ανάλυση του προσώπου του Επίκουρου από τον Δάντη που καταλήγει σε ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα: ο Φλωρεντινός φαίνεται πράγματι να δείχνει τη διαφορά ανάμεσα στον αιρετικό επικούρειο, που δέχεται τις τιμωρίες της Κολάσεως, και στην προσωπικότητα του Επίκουρου, φιλοσόφου του οποίου οι θέσεις μπορούν να συζητηθούν.

Δυνατός από αυτή τη διαπίστωση, ο συγγραφέας αποδεικνύει, στο τέταρτο μέρος, ότι, πριν από τον Δάντη, πολλοί μεσαιωνικοί συγγραφείς είχαν ζητήσει, τελικά, να σώσουν το Επίκουρο από την επικούρεια αίρεση, δηλαδή να καταδικάσουν την ηδονή και τον υλισμό διατηρώντας εντελώς την ιστορική μορφή του φιλοσόφου. Αυτές οι ιδέες φυτρώνουν στον Abélard αλλά τις βρίσκουμε εξίσου στον Guillaume de Malmesbury ή στον Jean de Salisbury. Έτσι, σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα, διακρίνουμε καθαρά προσπάθειες διάκρισης ανάμεσα σε μια λαϊκή μορφή του επικούρειου και σε αυτή του ίδιου του Επίκουρου. Ο συγγραφέας εξετάζει στη συνέχεια το φιλολογικό είδος των βίων του φιλοσόφου και δείχνει, στηριζόμενος στον Pétrarque και τον Giovani Colonna ότι, αντίθετα με τις κοινά αποδεκτές ιδέες, η μορφή του Επίκουρου είναι εκ νέου το αντικείμενο ισχυρών καταδικών κατά την Αναγέννηση.

Είναι πράγματι σε όλη την επικούρεια ανάλυση της επιθυμίας που θα παρακολουθήσουμε μια πραγματική αποκατάσταση του Επίκουρου, κάτι που είναι το αντικείμενο ενός πέμπτου και τελευταίου μέρους. Εκεί βρίσκουμε κατ’ αρχήν μια ακριβή σύγκριση ανάμεσα στο σύστημα του Επίκουρου και του Αριστοτέλη και τα σημεία της σύγκλισης τους κατόπιν στοιχεία για την πρόσληψη του Επίκουρου στο Βυζάντιο. Κατόπιν ένα κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην άποψη του για την σεξουαλική ηδονή και στις κριτικές οι οποίες του έγιναν γι’ αυτό, από τον Galien μέχρι τον Pietro d’ Abano. Ο Aurélien Robert αφιερώνει ένα τελευταίο κεφάλαιο στην πρόσληψη, στην Αναγέννηση, του Έλληνα φιλοσόφου του οποίου ερευνά την «εκ νέου ανακάλυψη». Όπως έχει δείξει σε όλη την ανάλυση του βιβλίου του, η εργασία της αξιολόγησης του επικουρισμού είχε ολοκληρωθεί, πολύ πριν ο Poggio Bracciolini να ανακαλύψει εκ νέου το De Natura Rerum του Λουκρήτιου το 1417. Τελικά, ο ερευνητής αποδεικνύει ότι οι συγγραφείς της Αναγέννησης ήταν πολύ λιγότερο ευαίσθητοι στην επικουρισμό απ’ όσο πιστεύουμε, τόσο τους απωθούσε ο υλισμός του.

Στο τέλος αυτής της πορείας μέσα στην επικούρεια παράδοση, ο συγγραφέας καταλήγει σε σημαντικά συμπεράσματα: όχι μόνο η εκ νέου ανακάλυψη του Επίκουρου στην Αναγέννηση είναι μύθος, αλλά κυρίως ο Μεσαίωνας δεν έκρυψε τον Έλληνα φιλόσοφο, εντελώς το αντίθετο. Βεβαίως, η φαντασιακή εικόνα του αιρετικού επικούρειου, που κληρονομήθηκε από την Αρχαιότητα, μεταφέρθηκε σημαντικά από το κήρυγμα, αλλά η προσωπικότητα του Επίκουρου και ορισμένα στοιχεία της ηθικής του προκαλούσαν πάντοτε τον θαυμασμό. Πέραν από το γεγονός ότι κάλυψε ένα απίστευτο ιστοριογραφικό κενό, ο Aurélien Robert, μέσα από την κριτική του για τον Stephen Greenblatt (Quattrocento, Flammarion, 2013) θέτει εκ νέου υπό εξέταση αυτό που ονομάζει «μύθο της ουμανιστικής επανάστασης της Αναγέννησης». Κάνοντας αυτό, εγγράφεται, στο πλευρό άλλων, όπως ο Martin Aurell στο βιβλίο του Χριστιανοί ενάντια στις Σταυροφορίες ( Fayard 2013), σε μια επιχείρηση εκ νέου ανάγνωσης ενός Μεσαίωνα πολύ πιο ανοικτού και πολύ πιο πολλαπλού απ’ όσο γενικά πιστεύουμε. Αυτά δεν είναι εδώ οι μόνες αξίες αυτού του έργου. Ανοίγει πράγματι νέες προοπτικές.

Περιμένουμε κυρίως με ανυπομονησία μια συγκριτική έρευνα του φιλοσόφου και του Μωάμεθ. Πράγματι, διαπιστώνουμε εύκολα στην περιγραφή του αιρετικού επικούρειου συγκλίσεις με τον μαύρο μύθο του προφήτη, που και ο ίδιος έχει χαρακτηρισθεί από την κτηνωδία του και την ασέβεια του. Σημειώνουμε εντούτοις αμέσως διαφορές: ορισμένοι μεσαιωνικοί συγγραφείς δεν διστάζουν να επικαλεστούν το ισλάμ για να ασκήσουν καλύτερη κριτική στον επικούρειο υλισμό. Σε αυτή την περίοδο φαίνεται, αυτό το «επικούρειο γουρούνι» ανησυχεί πολύ περισσότερο από τον «άπιστο σκύλο».

Η ηλικία γάμου στην αρχαία Ελλάδα

Στην αρχαία Ελλάδα, αν και ο γάμος δεν ήταν υποχρεωτικός, οι νέοι παντρεύονταν, γιατί η κοινωνία ασκούσε κριτική και χλεύαζε τους άγαμους-ες. Πρόσδιδε σεβασμό στους πολίτες αλλά και στους απογόνους τους, οι οποίοι θα ήταν χρήσιμοι στην ανάπτυξη του τόπου και την στρατολογία.

Οι άνδρες παντρεύονταν μεταξύ 30-34 ετών και οι γυναίκες 12-16. Η πιο κατάλληλη ηλικία για τα κορίτσια θεωρούνταν τα 15 χρόνια.

Αν και επικρατούσε το μονογαμικό σύστημα, οι άνδρες μπορούσαν να έχουν εξωσυζυγικές σχέσεις. Ωστόσο μόνο τα παιδιά της νόμιμης συζύγου κληρονομούσαν το όνομα και την περιουσία.

Η κατάλληλη ηλικία για γάμο είναι για τις κόρες της Αττικής από την εφηβεία -γύρω στα 12- και μέχρι τα 16, ηλικία που συνι­στά ο Ησίοδος (Έργα και Ημέραι 696-698), ενώ για τους άν­δρες τα 24 με 30.

Τον 4ο αιώνα, ο Πλάτωνας (Νόμοι 785b) και ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1335a) ανεβάζουν κάπως το όριο (16­-20 για τη γυναίκα και 30-35 για τον άνδρα ο μεν, και 18 και 37 ο δε), αλλά και πάλι η διαφορά ανάμεσα στο ζευγάρι παραμέ­νει αρκετά μεγάλη.

Στη Σπάρτη η διαφορά είναι μικρότερη, εφόσον οι ισχύουσες νομικές διατάξεις θέ­λουν να παντρεύονται οι γυναίκες 19-20 ετών και οι άνδρες 20-30 (ήτοι στη σωματική τους ακμή).

Ο Πλάτωνας -προκειμένου να γνωριστούν οι νέοι πριν από το γάμο προτείνει στους μεν Νόμους (6.771e-772a) να οργανώνονται δια­σκεδάσεις στις οποίες, με κάποιες εύλογες δικαιολογίες και εντός των ορίων της σώφρονος αιδούς, θα παρουσιάζονται γυμνοί, στη δε Πολιτεία (5.458d) να ζουν μαζί και να αναμειγνύονται και στις γυμναστικές ασκήσεις.

Η αρχαιότερη αναφορά στην ιδεώδη ηλικία γάμου βρίσκεται στα «Έργα και Ημέρες» του Ησίοδου, όπου ο ποιητής συμβουλεύει τον αδερφό του:

«να είσαι σε κατάλληλη ηλικία, όταν φέρεις γυναίκα για σύζυγο στο σπίτι, μήτε πολύ κάτω από 30 ετών, μήτε πολύ πιο μεγάλος. Αυτός ο γάμος είναι στην ώρα του. Η γυναίκα όμως, ας κλείσει τέσσερα χρόνια στην ήβη, και στον πέμπτο ας παντρευτεί» (στίχοι 695-698).

Πως καθοριζόταν η αρχή της ήβης; Ο ποιητής δεν διευκρινίζει αλλά υποθέτουμε βάσιμα ότι εννοεί την έναρξη της εμμηνορρυσίας, αφού μοναδικός στόχος του αρχαίου γάμου ήταν η τεκνοποιία.

Σύμφωνα με ελεγεία του Σόλωνα, έναν αιώνα μετά τον Ησίοδο, η κατάλληλη ηλικία γάμου για έναν άνδρα ήταν ανάμεσα στα 27 και 34 χρόνια, ενώ ο Ξενοφώντας, έναν αιώνα ακόμα πιο μετά, αναφέρει ως κατάλληλη ηλικία γάμου για τη γυναίκα τα 15 έτη.

Στους φιλόσοφους Πλάτωνα και Αριστοτέλη, τα όρια για τις γυναίκες ανεβαίνουν στα 18 χρόνια, σε μία προσπάθεια να μειωθεί η γυναικεία θνησιμότητα που επέφερε η πρώιμη κύηση.

Αδιαμφισβήτητο παραμένει το γεγονός ότι οι Αθηναίες παντρεύονταν σε πολύ μικρές ηλικίες πολύ μεγαλύτερους άνδρες. Από λογοτεχνικές μαρτυρίες προκύπτει ότι η ηλικία γάμου των γυναικών ήταν από τα 13 μέχρι τα 25 χρόνια και των ανδρών, ανάμεσα στα 17 και 35.

Πίσω από τη μεγάλη διαφορά ηλικίας ανάμεσα στη νύφη και στον γαμπρό, βρισκόταν η ιδιαίτερη σημασία που έδινε η κοινωνία στην παρθενία της γυναίκας. Ο Ησίοδος στα «Έργα και Ημέρες» μιλά χωρίς προσχήματα, δίνοντας συμβολή στον αδελφό του:

«Παρθένα να παντρευτείς, για να της μάθεις σεμνούς τρόπους».

Γαληνός: Περί αλυπίας (ή περί ασημαντότητας των πραγμάτων)

«Έλαβα την επιστολή σου όπου με παρακάλεσες να σου δείξω ποια άσκηση ή ποιες θεωρίες ή γνώμες (τίς ἄσκησις ἢ λόγοι τίνες ἢ δόγματα) με προετοίμασαν για να μην λυπάμαι ποτέ.»
Γαληνός, Περί αλυπίας, εισαγωγή

Έτσι ξεκινάει η περίφημη επιστολή του Γαληνού προς έναν φίλο του, που ανακαλύφθηκε τυχαία το 2005 στη Μονή Βλατάδων Θεσσαλονίκης από τον Γάλλο διδακτορικό φοιτητή του Πανεπιστημίου της Σορβόννης Antoine Pietrobelli. Αν και το έργο του Γαληνού έχει επιζήσει σε μεγάλο βαθμό για 18 αιώνες, η επιστολή σε μορφή πραγματείας παρέχει πληροφορίες όχι μόνο για την εποχή του (λοιμός των Αντωνίνων, μεγάλη πυρκαγιά Ρώμης) αλλά και για τη στάση του εμβριθούς ιατρού απέναντι στη λύπη. «Ο πρώτος ανάμεσα στους γιατρούς, και μοναδικός ανάμεσα στους φιλοσόφους» (Primum sane medicorum esse, philosophorum autem solum) σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Μάρκου Αυρήλιου (Praen 14: 660) δεν θα μπορούσε παρά να εντάξει τη φιλοσοφική του σκέψη στη θεωρία του και η ανακάλυψη της επιστολής αποτελεί ένα ξεχωριστό δείγμα αυτής του της στάσης. Για τον λόγο αυτό, συγγράφει μια μακροσκελή επιστολή προκειμένου να αιτιολογήσει την, άξια απορίας όλων, «αλυπία» του.

Ο Γαληνός τα έχασε «όλα». Ο φίλος του απορεί με τη ατάραχη στάση του Γαληνού απέναντι στην καταστροφή που του προξένησε η πυρκαγιά της Ρώμης το 192 μ.Χ. Και, πράγματι, ο φιλόσοφος αφιερώνει αρκετές γραμμές στην περιγραφή των απολεσθέντων ἐν τῇ μεγάλῃ πυρκαϊᾷ. Ο μακρύς κατάλογος αριθμεί κατ’ αρχάς τα πιο ασήμαντα, την περιουσία του σε αργύρια και χρυσό και συμβόλαια δανείων για να προχωρήσει σταδιακά στα φάρμακα και εργαλεία (που μπορούν να αντικατασταθούν με «πολύ προσωπικό χρόνο και ενασχόληση») αλλά και ιατρικά συγγράμματα άλλων με τις προσωπικές σημειώσεις του Γαληνού, δικά του βιβλία, μία τεράστια συλλογή αντίδοτων (κανέλλα περισσότερη από όση μπορεί να βρεθεί σε όλη τη Ρώμη) και σπάνια φάρμακα και συνταγές. Για να υποστηρίξει περισσότερο τη θέση του αναφέρει την περίπτωση του Φιλιστίδη, που, έχοντας χάσει και αυτός όλα τα βιβλία του κυκλοφορούσε μαυροφορεμένος μέχρι που πέθανε από τη θλίψη του.

Σε ολόκληρη την επιστολή ο Γαληνός δεν παύει να επαναλαμβάνει ότι δεν αισθάνθηκε λύπη (11–12a, 29–30, 37) παρά την απώλεια τόσο πολύτιμων για τον ίδιο πραγμάτων που απαιτούσαν πολύ κόπο και χρόνο, ενώ άλλα είναι όντως αναντικατάστατα, αν και απαραίτητα για την άσκηση της ιατρικής. Αυτά όλα αποτελούν την εισαγωγή του Γαληνού για να αναπτύξει την προσωπική του θεωρία περί αλυπίας (αποφυγής της λύπης) που ακολουθεί στη ζωή του.

Η απάντησή του είναι διττή. Το πρώτο μέρος αφορά την απληστία των ανθρώπων, από την οποία ο ίδιος απέχει. Το δεύτερο, τη μεγαλοψυχία που επιδεικνύει ο ίδιος, ως αποτέλεσμα ανατροφής, μόρφωσης και άσκησης αλλά και εμπειρίας της ζωής (50-51):

«Το ότι έχασα όλα τα φάρμακα, όλα τα βιβλία και ακόμη τις συνταγές αξιόλογων φαρμάκων και επιπλέον τις πραγματείες που είχα ετοιμάσει για έκδοση και πολλές άλλες και το ότι σε όλη τη ζωή έδειξα ικανή φιλοπονία χωρίς να λυπηθώ (μὴ λυπηθῆναι) αυτό είναι πρωταρχικό δείγμα γενναιότητας και μεγαλοψυχίας. Εκείνο που με οδήγησε σε αυτή τη μεγαλοψυχία πρώτον το γνωρίζεις εσύ καθώς από την αρχή συναναστράφηκες και μορφώθηκες μαζί μου, δεύτερον είναι η εμπειρία μου από τα γεγονότα στη Ρώμη.»

Ο Γαληνός θα ξεκινήσει από το δεύτερο. Η «εμπειρία του στη Ρώμη» αντιστοιχεί στη διακυβέρνηση του Κόμοδου. Κανείς δεν μπορεί να μένει εφησυχασμένος. Ο σοφός οφείλει να προετοιμάζει τον εαυτό του για τα χειρότερα: εξορία από την πατρίδα του, άδικους θανάτους και άλλα δεινά, δηλαδή «να έχει γνώση των ανθρώπινων καταστάσεων» (53). Το ζοφερό κλίμα της εποχής δεν έχει προηγούμενο (55):

«Νομίζω ότι είσαι και εσύ πεπεισμένος ότι μέσα σε λίγα χρόνια τα κακά που διέπραξε ο Κόμοδος είναι χειρότερα από όλα όσα έχουν καταγραφεί στην Ιστορία σε όλα τα χρόνια, ώστε κάθε μέρα και εγώ βλέποντάς τα, άσκησα τη φαντασία μου για την απώλεια όλων. Έχοντας χάσει το ηθικό μου, προσδοκώ, όπως και άλλοι που δεν έχουν διαπράξει αδίκημα, να με στείλουν σε ένα έρημο νησί. Όταν κάποιος περιμένει να σταλεί σε ένα νησί, ταυτόχρονα με την απώλεια των πάντων, έχει προετοιμάσει τον εαυτό του να το αντέχει, και αν χάσει κάτι, χωρίς να του αφαιρεθούν και τα υπόλοιπα, δεν πρόκειται να λυπηθεί.»

Ο Γαληνός προτρέπει τον φίλο του να φαντάζεται το χειρότερο, προκειμένου να μπορεί να αντεπεξέλθει στις αλλαγές της ζωής. Αυτό δεν είναι εύκολο ούτε μπορούν να το κάνουν όλοι, αλλά μόνο όσοι είναι εκ φύσεως ανδρείοι ή έχουν λάβει την ανάλογη παιδεία. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο πατέρας του. Η ανάμνησή του ηρεμεί τον Γαληνό. Αν και δεν έλαβε φιλοσοφική παιδεία ούτε συναναστράφηκε με φιλοσόφους, δεν υπάρχει άλλος που να τίμησε τη δικαιοσύνη και τη σωφροσύνη όπως εκείνος. Ο Γαληνός ακολουθεί το παράδειγμά του (65-66):

«Έχοντας ανατραφεί με αυτές τις αρχές θεωρώ τα πάντα είναι ασήμαντα. Πώς θα μπορούσα να θεωρήσω άξια προσοχής τον ελεύθερο χρόνο, τα εργαλεία, τα φάρμακα και τα βιβλία, τη δόξα και τον πλούτο, και αν κάποιος θεωρεί ότι αυτά είναι ασήμαντα γιατί να ανησυχεί για αυτά ή από αυτά; Επόμενο λοιπόν είναι ότι κάποιος που θεωρεί ότι έχει στερηθεί τα μεγαλεία πάντοτε λυπάται και ανησυχεί, ενώ αυτός που πάντοτε περιφρονεί τα ασήμαντα δεν λυπάται ποτέ

Η περιφρόνηση των αγαθών διαφέρει από την αταραξία (ἀοχλησίαν). Η ζωή είναι ενέργεια. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι μεγάλη. Το αγαθό από τη φύση του πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από την απαλλαγή από τον πόνο (62). Ο Επίκουρος αναφέρεται αυτή τη φορά ονομαστικά (68):

«Μερικοί θεωρούν ότι η αταραξία είναι αγαθό, αλλά εγώ γνωρίζω ότι ούτε ο εαυτός μου ούτε άλλος άνθρωπος ούτε ζώο αποβλέπει σ’ αυτό. Γιατί όλα τα βλέπω να επιθυμούν να ενεργούν και στο σώμα και στην ψυχή. Αλλά αυτό το γνωρίζουμε από πολλά γραπτά μας και ειδικά σ’ αυτά που είναι εναντίον του Επίκουρου

Ο φιλόσοφος ιατρός δεν ισχυρίζεται ότι στέκεται απαθής απέναντι στα γεγονότα, αλλά τα ιεραρχεί. Τώρα γίνεται κατανοητή η στάση του. Η αιτία της λύπης δεν θα είναι κάτι ασήμαντο. Περιμένει τα χειρότερα. Όσο αυτά δεν συμβαίνουν, δεν αισθάνεται λύπη. Η λογική μπορεί να ελέγξει το συναίσθημα. Αυτά που έχασε, αναντικατάστατα ή μη, δεν παύουν να είναι πράγματα (71-72):

«Καταφρονώ την απώλεια των πραγμάτων (χρημάτων). Αυτό που θα με λυπήσει είναι η καταστροφή της πατρίδας μου, το να τιμωρηθεί ένας φίλος μου από έναν τύραννο και άλλα παρόμοια πράγματα. Και εφόσον δεν μου έχει συμβεί τίποτε από αυτά, γι’ αυτό με βλέπεις να μην λυπάμαι.»

Πολίτες Μη Ενεργοί στην Αρχαία Ελλάδα

Η Δημοκρατία στην Αρχαία Ελλάδα δεν είχε νόμους περί μη ευθύνης πολιτικών.

Πολίτες ενεργοί και πολίτες μη ενεργοί, στην Αρχαία Ελλάδα.

1. Η ΣΤΕΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ.

Η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, δηλαδή του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στην λήψη των αποφάσεων, μπορούσε να είναι αποτέλεσμα είτε δικαστικής απόφασης είτε μιας στάσης.

1.1 Η ατιμία: Ο όρος ατιμία φαίνεται ότι κάλυπτε δύο είδη αποκλεισμού από τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή. Σύμφωνα με την παλαιότερη χρήση του. ο όρος υποδήλωνε ότι ο πολίτης που υποβλήθηκε στην ποινή αυτή αποτελούσε πλέον ένα είδος παρανόμου τον οποίο μπορούσαν και να θανατώσουν, χωρίς επακόλουθη τιμωρία και να κατασχέσουν τη περιουσία του. Πολύ γρήγορα όμως, ήδη από το τέλος του 6ου αιώνα, και τουλάχιστον στην Αθήνα, η ατιμία απόκτησε λιγότερο ριζοσπαστική σημασία: η επιβολή της ατιμίας σε έναν πολίτη σήμαινε την αφαίρεση των πολιτικών του δικαιωμάτων και τον αποκλεισμό από τα ιερά της πόλης.

Ο άτιμος δεν είχε πλέον το δικαίωμα συμμετοχής στην εκκλησία του δήμου, στα δικαστήρια και δεν μπορούσε να θέσει υποψηφιότητα για καμία αρχή. Δεν έπαυε όμως να ανήκει στο πολιτικό σώμα, συνεπώς η ένωσή του με μία Αθηναία ήταν νόμιμη, όπως και η Ιδιοκτησία των αγαθών που του ανήκαν. Τίθενται δύο προβλήματα αναφορικά με την ατιμία: πρώτον, ήταν κληρονομική, και δεύτερον, ποια ήταν τα σφάλματα που μπορούσαν να επισύρουν την επιβολή της;

Ως προς το πρώτο σημείο, φαίνεται ότι η ατιμία αποτελούσε ισόβια καταδίκη, δεν αφορούσε όμως παρά μόνο στον ένοχο, και όχι στους απογόνους του. Σε μία μόνο περίπτωση, όμως, η ατιμία μπορούσε να είναι κληρονομική, αν επρόκειτο για κάποιον που χρωστούσε στο δημόσιο, κάποιον πολίτη που δεν είχε εξοφλήσει κάποιο πρόστιμο που του είχε επιβληθεί από δικαστήριο ή που δεν είχε, ως γεωργός υπεύθυνος για έναν φόρο, αποδώσει τα ποσά που είχε συγκεντρώσει.

Στην περίπτωση αυτή, αν πέθαινε πριν εξοφλήσει το χρέος του, η ατιμία βάραινε τους κληρονόμους του, αλλά έπαυε βεβαίως όταν οι τελευταίοι πλήρωναν το χρέος. Εκτός από αυτές τις περιπτώσεις χρέωσης, τα άλλα σφάλματα που μπορούσαν να επιφέρουν την επιβολή ατιμίας ήταν διαφόρων ειδών άλλα αφορούσαν σε ιδιωτικές βλάβες, κακή μεταχείριση, σεξουαλική βία. διάλυση πατρικής κληρονομιάς κ.λπ.) και άλλα αφορούσαν σε δημόσιες βλάβες (διαφθορά δικαστών, ψευδομαρτυρία, επανειλημμένες καταδίκες για την υποβολή παράνομων προτάσεων.

Φαίνεται επίσης πως υπήρχαν και μορφές μερικής ατιμίας. Το παράδειγμα που αναφέρεται πάντα για την περίπτωση αυτή είναι των πολιτών εκείνων που είχαν υπηρετήσει στο στράτευμα που είχε μείνει στην Αθήνα κατά τη στάση των ολιγαρχικών του 411 και καταδικάστηκαν να μην παίρνουν πια τον λόγο στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου, διατηρώντας όμως το δικαίωμα να παραβρίσκονται στις συνελεύσεις. Άλλες περιπτώσεις μερικής ατιμίας αναφέρονται από τον ρήτορα Ανδοκίδη, όπως. για παράδειγμα, η απαγόρευση να εγείρουν αγωγή στα δικαστήρια ή να διασχίζουν την αγορά. Υπάρχουν όμως πολλά σκοτεινά σημεία σχετικά με τις διάφορες διαδικασίες που οδηγούσαν σε μια τέτοια στέρηση ορισμένων πολιτικών δικαιωμάτων.

1.2 Οι πολιτικές επαναστάσεις: Μέσα από την ιστορία της Αθήνας και πάλι θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε πώς μπορούσαν οι πολίτες να στερηθούν τα πολιτικά τους δικαιώματα, παραμένοντας συγχρόνως μέλη της πολιτικής κοινότητας. Θα συγκροτήσουμε τρεις στιγμές της ιστορίας αυτής, την στάση των ολιγαρχικών το 411, την διακυβέρνηση των Τριάκοντα και το πολίτευμα που υιοθετήθηκε το 322 υπό την πίεση του Μακεδόνα στρατηγού Αντίπατρου.

1.2.1 Η στάση του 411: Μετά τη βαριά ήττα που υπέστη η Αθήνα στην Σικελία το 411, οι εχθροί της δημοκρατίας, εκμεταλλευόμενοι την αναταραχή που επικρατούσε στην πόλη, κατέλαβαν την εξουσία στην Αθήνα και εγκαθίδρυσαν νέους νόμους, σύμφωνα με τους οποίους μόνο πέντε χιλιάδες πολίτες από τους τριάντα πέντε χιλιάδες που υπήρχαν στην πόλη θα μπορούσαν να ασκούν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Είδαμε ήδη πώς απέτυχε το εγχείρημα, από την αντίδραση του ναυτικού και του στρατεύματος, που καθαίρεσαν τους στρατηγούς τους και αρνήθηκαν να αποδεχτούν τα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί στην Αθήνα.

Χωρίς την υποστήριξη του στόλου και μέρους του στρατεύματος, οι ολιγαρχικοί δεν μπόρεσαν να διατηρηθούν στην εξουσία και η δημοκρατία υποκαταστάθηκε. Γνωρίζουμε, όμως, από τον λόγο ενός ρήτορα της εποχής ότι ήδη είχαν αρχίσει να συντάσσουν τον κατάλογο εκείνων που θα διατηρούσαν πλήρη πολίτικα δικαιώματα. Οι υπόλοιποι δεν θα έχαναν βέβαια την ιδιότητα του Αθηναίου, θα μετατρέπονταν όμως σε μη ενεργούς πολίτες.

1.2.2 Η διακυβέρνηση των Τριάκοντα: Το 405, η Αθήνα υπέστη μια σοβαρή ναυτική ήττα στους Αιγός ποταμούς από τον στόλο των Λακεδαιμονίων. Η ήττα αυτή σήμανε το τέλος του πολέμου που για ένα τέταρτο του αιώνα είχε φέρει αντιμέτωπες τις δύο μεγάλες πόλεις και τους συμμάχους τους. Ενώ ο ναύαρχος Λύσανδρος είχε αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά, οι ολιγαρχικοί κατέλαβαν για μια ακόμη φορά την εξουσία, αναθέτοντας σε τριάντα πολίτες την εγκαθίδρυση νέου πολιτεύματος. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ, καθώς, αφού για μερικούς μήνες οι Τριάκοντα σκόρπισαν στην πόλη τον τρόμο, οι εσωτερικές τους διαμάχες διευκόλυναν την επάνοδο της δημοκρατίας λίγο αργότερα. Το σχέδιο προέβλεπε ότι η άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων θα περιοριζόταν μόνο σε τρεις χιλιάδες πολίτες, ενώ οι άλλοι θα αποκλείονταν από την πολιτεία.

Ο ρήτορας Λυσίας, που είχε βοηθήσει στην επάνοδο των δημοκρατικών στην Αθήνα, περιγράφει ως απόλυτο τον αποκλεισμό αυτό, φτάνοντας στο σημείο να πει ότι όσοι δεν ανήκαν σ’ αυτούς τους Τρεις Χιλιάδες θα «στερούνταν την πατρίδα τους». Στην πραγματικότητα, οι πολυάριθμοι δημοκρατικοί που εγκατέλειψαν την πόλη το έκαναν αφ’ ενός μεν για να ξεφύγουν από τις απειλές που τους βάραιναν, αφ’ ετέρου δε για να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της δημοκρατίας. Μετά την αποκατάσταση αυτή, έγινε μία ακόμη απόπειρα περιορισμού του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή μόνο στους κατόχους ακίνητης περιουσίας. Το σχέδιο απορρίφθηκε, αν όμως είχε πετύχει το ένα πέμπτο περίπου των πολιτών θα είχε βρεθεί χωρίς πολιτικά δικαιώματα.

1.2.3 Η απόφαση του 322: Το 322, με την ανακοίνωση του θανάτου του Αλέξανδρου, οι Αθηναίοι, παρασύροντας μαζί τους και μερικά άλλα ελληνικά Κράτη, κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον του Μακεδόνα στρατηγού Αντίπατρου, στον οποίο ο Αλέξανδρος είχε εμπιστευτεί το βασίλειό του πριν ξεκινήσει την εκστρατεία στην Ασία. Οι Έλληνες ηττήθηκαν και το 322 οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να δεχτούν την παρουσία μακεδονικής φρουράς στον Πειραιά και την εγκατάσταση τιμοκρατικού καθεστώτος, για να συμμετέχει κάποιος στην πολιτική ζωή έπρεπε να έχει περιουσία αξίας τουλάχιστον δύο χιλιάδων δραχμών.

Συνεπώς περισσότεροι από τους μισούς Αθηναίους αποκλείστηκαν από την ιδιότητα του ενεργού πολίτη. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, συγγραφέα του τέλους του 1ου αιώνα μ.κ.ε. ένα μέρος αυτών μετανάστευσαν στην Θράκη. Κι αυτό γιατί, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αιώνα, ο αποκλεισμός από την πολιτική ζωή σήμαινε για τα φτωχότερα στρώματα την απώλεια των υλικών προνομίων της πολιτικής ιδιότητας, δηλαδή τους διάφορους μισθούς, την διανομή του θεωρικού, τις αμοιβές για όσους υπηρετούσαν στον στόλο. Πιθανότατα η απώλεια των υλικών αυτών προνομίων, περισσότερο από την στέρηση της συμμετοχής στις δημόσιες υποθέσεις, έγινε αισθητή με σκληρότερο τρόπο από την πλειοψηφία, καθώς, όπως θα διαπιστώσουμε, η πολιτική ζωή είχε περιέλθει σταδιακά στα χέρια μια μειοψηφίας «πολιτικών».

2. Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΖΩΗ

Πρόκειται για πρόβλημα που απασχόλησε την Αθήνα, την μόνη πόλη για την οποία για μια ακόμη φορά διαθέτουμε επαρκείς πληροφορίες. Το πρόβλημα αυτό είναι ένα από αυτά που προκάλεσαν τις περισσότερες συζητήσεις και διαμάχες μεταξύ των ιστορικών της εποχής μας. Ας προσπαθήσουμε να αποκαλύψουμε τις διάφορες όψεις του.

2.1 Δημοκρατία και συμμετοχή: Είδαμε προηγουμένως τι σήμαινε η εγκαθίδρυση δημοκρατικού καθεστώτος στην Αθήνα, την συμμετοχή στις συνελεύσεις, όπου λαμβάνονταν οι αποφάσεις που δέσμευαν το σύνολο της πολιτικής κοινότητας. Σε ποιο βαθμό ήταν πραγματική η συμμετοχή αυτή; Γνωρίζουμε ότι για ορισμένες ψηφοφορίες, όπως, για παράδειγμα, τον 5ο αιώνα για να ξεκινήσει η διαδικασία του εξοστρακισμού, καθώς και για να παραχωρηθούν πολιτικά δικαιώματα, χρειαζόταν απαρτία έξι χιλιάδων ψηφοφόρων.

Δεν έχουμε καμία σαφή ένδειξη σχετικά με τον αριθμό των πολιτών της κλασικής Αθήνας. Η μόνη γνωστή απογραφή από τα τέλη του 6ου αιώνα αναφέρει 21.000 πολίτες. Πιστεύουμε όμως γενικά ότι, την παραμονή του Πελοποννησιακού πολέμου, ο αριθμός των Αθηναίων ήταν μεταξύ 35 και 40.000, και στην αρχή του 4ου αιώνα παραδίδεται ο αριθμός 30.000 και από τον Πλάτωνα και από τον Αριστοφάνη. Δηλαδή συνήθως λιγότερο από το ένα έκτο των πολιτών συμμετείχε πραγματικά στις συνεδριάσεις της εκκλησίας του δήμου.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα πέντε έκτα αδιαφορούσαν για τις υποθέσεις της πόλης. Κατ’ αρχήν, επειδή η σύνθεση της εκκλησίας του δήμου διέφερε ανάλογα με τις συνθήκες, την εποχή του έτους, τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ήταν ευκολότερο για τους κατοίκους του άστεως, παρά για τους κατοίκους της υπαίθρου, να μεταβαίνουν στην Πνύκα. Οι νοσταλγοί των παλαιότερων εποχών αρέσκονταν να αναφέρουν αυτό που ένας σύγχρονος ιστορικός ονόμασε «δημοκρατία των γεωργών», όταν πολίτες ήταν μόνο οι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας και απεχθάνονταν την ιδέα να μεταβαίνουν στην πόλη για κάθε λόγο.

Ο Αριστοφάνης, ένας από τους νοσταλγούς αυτούς, κατήγγειλε τις βλαβερές συνέπειες του θεσμού του εκκλησιαστικού μισθόν, που προσήλκυε στην εκκλησία του δήμου κάθε είδους εξαθλιωμένους πολίτες με μόνη επιδίωξη την είσπραξη των τριών οβολών που τους επέτρεπε να ζήσουν χωρίς να κάνουν τίποτε. Πρέπει, ωστόσο, να υπενθυμίσουμε ότι η εκκλησία του δήμου συνερχόταν κανονικά σαράντα φορές τον χρόνο και ότι, ακόμη και αν υπήρχαν κάποιες επιπλέον έκτακτες συνελεύσεις, δεν έφταναν για να ζήσει ένα άτομο χωρίς πόρους – ακόμα κι αν δεν είχε χάσει καμία συνέλευση.

Πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίσουμε με σύνεση την κριτική που ασκούν οι αντίπαλοι της δημοκρατίας, κατηγορώντας την εκκλησία του δήμου ως άναρχη και συγχρόνως παντοδύναμη, που κυριαρχείται από μια μάζα φτωχών πολιτών και αποτελεί παίγνιο στα χέρια των δημαγωγών. Οι πολυάριθμες αποφάσεις που προέρχονται από τις συνελεύσεις αυτές και που έφτασαν ώς εμάς, μαρτυρούν την καλή λειτουργία του συστήματος, και ότι η συμμετοχή του δήμου, του λαού, στη λήψη των αποφάσεων αποτελούσε πραγματικότητα.

Η αποτυχία των δύο ολιγαρχικών στάσεων, προς τα τέλη του 5ου αιώνα, αποτελεί απόδειξη της προσκόλλησης των περισσότερων πολιτών στο πολιτικό καθεστώς του οποίου γνώριζαν ότι αποτελούσαν την κινητήρια δύναμη. Μετά από αυτά, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι ο βαθμός συμμετοχής στην πολιτική ζωή δεν ήταν ο ίδιος για όλους. Πράγμα που μας οδηγεί να θέσουμε το ζήτημα της ύπαρξης μιας «πολιτικής τάξης».

2.2 Η πολιτική τάξη: Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, σε πολλές πόλεις η διαχείριση των υποθέσεων βρισκόταν στα χέρια της μειοψηφίας εκείνων που, λόγω περιουσίας και ελεύθερου χρόνου, είχαν την δυνατότητα να επιδιώκουν τις ανώτατες αρχές. Στην περίπτωση της δημοκρατικής Αθήνας, όπου η αμοιβή για τις δημόσιες λειτουργίες επέτρεπε σε όλους να έχουν πρόσβαση σ’ αυτές, τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά, αλλά η ύπαρξη μιας πολιτικής τάξης δεν έπαυε να αποτελεί και εκεί πραγματικότητα.

2.2.1. Οι τάξεις κατά τον Σόλωνα: Πρέπει εδώ να επανέλθουμε στο ζήτημα που ήδη τέθηκε, των «σολώνειων τάξεων». Σύμφωνα με τον συγγραφέα της Αθηναίων Πολιτείας, η κατανομή των πολιτών σε τέσσερις τάξεις ανάλογα με το εισόδημά τους είχε στόχο κατ’ αρχήν να ρυθμίσει την πρόσβαση στις αρχές. Έτσι, για παράδειγμα, μόνο οι πολίτες των δύο πρώτων τάξεων μπορούσαν να γίνουν άρχοντες και μόνο κατά τον 5ο αιώνα έγινε δυνατή η πρόσβαση και για τους πολίτες της τρίτης τάξης, τους ζευγίτες. Η κατάταξη του Σόλωνα κάλυπτε περισσότερο στρατιωτικά και φορολογικά ζητήματα, παρά την ανάγκη περιορισμού της πρόσβασης στις αρχές για τους πιο πλούσιους. Είναι πραγματικά δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ένας μικρός γεωργός, ακόμα και αν ανήκε στην τάξη των ζευγιτών, θα μπορούσε χωρίς συνέπειες να εγκαταλείψει την γη και τα χωράφια του κατά την διάρκεια ενός ολόκληρου έτους.

2.2.2. Η προέλευση των πολιτικών ανδρών: Οι πολιτικοί άνδρες των πρώτων δεκαετιών του 5ου αιώνα, τα ονόματα των οποίων έχουν φτάσει ώς εμάς, ανήκαν όλοι στις παλαιές αριστοκρατικές οικογένειες της Αθήνας. Αυ­τό ίσχυε και στην περίπτωση του Κλεισθένη, στο τέλος του προηγούμενου αιώνα. Το ίδιο και για τον Μιλτιάδη και τον γιο του Κίμωνα, για τον Αριστείδη και τον Θεμιστοκλή, και βέβαια για τον ίδιο τον Περικλή. Οι κατάλογοι των αρχόντων που διαθέτουμε δεν μας επιτρέπουν πάντα να αποφανθούμε για την κοινωνική κατάσταση εκείνων που αναλάμβαναν την λειτουργία αυτή κατά τον 5ο αιώνα, δεν θα μπορούσαμε όμως να αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι ανήκαν σε εύπορες τάξεις.

Η καθιέρωση στους μισθοφόρους μπορεί να επέτρεψε στους φτωχότερους πολίτες να συμμετέχουν στα δικαστήρια της Ηλιαίας, να υπηρετούν την πόλη για ένα ολόκληρο έτος ως βουλευτές, δεν επέφερε όμως σημαντικές μεταβολές στην ήδη υπάρχουσα κατάσταση. Μπορεί να είχαν όλοι το δικαίωμα να μιλήσουν στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου, αναμφίβολα όμως. εκ των πραγμάτων, εκείνοι που μιλούσαν ήταν αυτοί που, χάρη στην εκπαίδευσή τους, χειρίζονταν με ευχέρεια τον λόγο και μπορούσαν να επιβληθούν σε μια συγκέντρωση πολλών ατόμων.

Οι ανώτεροι άρχοντες, οι στρατηγοί ή οι θησαυροφύλακες, εκλέγονταν και ότι κατά την εκλογή το βάρος έπεφτε στις τοπικές επιρροές. Γι’ αυτό τον λόγο εξάλλου, η κλήρωση θεωρείτο πιο δημοκρατικός τρόπος εκλογής. Αλλά και η κλήρωση αυτή γινόταν από καταλόγους που συγκροτούσαν οι δήμοι και οι φυλές και εκεί επίσης μπορούσε να παίξει ρόλο το προσωπικό γόητρο, η καταγωγή ή η περιουσία. Βέβαια, στην Αθήνα περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η πρόσβαση στις αρχές ήταν σχετικά ανοιχτή. Όμως. πέρα από τις ίδιες τις αρχές, η διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων παρέμενε στα χέρια μιας μειοψηφίας μορφωμένων ανδρών ευγενικής καταγωγής και κατά κανόνα με αρκετή περιουσία, έτσι ώστε αυτοί να έχουν την δυνατότητα να προβάλλουν πράξεις γενναιοδωρίας προς όφελος ολόκληρης της πόλης.

2.2.3 Η εξέλιξη της πολιτικής τάξης: Είναι λοιπόν προφανής η ύπαρξη μιας πολιτικής τάξης. Αυτή όμως η τάξη εξελίχθηκε κατά την διάρκεια των δύο αιώνων της ιστορίας της δημοκρατικής Αθήνας. Μέχρι τον Πελοποννησιακό πόλεμο, οι άνδρες που βρίσκονται στο προσκήνιο ανήκουν όλοι ή σχεδόν όλοι στις παλαιές εκείνες αθηναϊκές οικογένειες που κυριαρχούσαν στην πόλη ήδη από τον 6ο αιώνα. Από το 430 περίπου, βλέπουμε να εμφανίζονται στο προσκήνιο άνδρες λίγο διαφορετικής καταγωγής, που δεν έχουν πίσω τους ένδοξους προγόνους και που τα εισοδήματα τους προέρχονται από την εκμετάλλευση εργαστηρίων ή μεταλλωρυχείων.

Αυτή είναι η περίπτωση, για παράδειγμα, των περίφημων «δημαγωγών» του τέλους του αιώνα, τους οποίους χλευάζει ο Αριστοφάνης και τους κατηγορεί ότι δεν μπορούν να σταθούν στις συνελεύσεις, ο περίφημος Κλέων ιδιοκτήτης βυρσοδεψείου, ο Υπέρβολος ο αγγειοπλάστης, ο οργανοποιός Κλεοφών, ή ακόμα ο έμπορος προβάτων Λυσικλής. Όλοι αυτοί οι άνδρες ηταν πλούσιοι, αλλά οι σχέσεις τους με τον κόσμο του εμπορίου και της βιοτεχνίας τούς υποβίβαζε στα μάτια εκείνων που θεωρούσαν τις δραστηριότητες αυτές ανάξιες για έναν ελεύθερο άνθρωπο.

Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς για τα αίτια της εξέλιξης αυτής της πολιτικής τάξης, εξέλιξης που επιβεβαιώνεται τον επόμενο αιώνα, όταν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί άνδρες που γνωρίζουμε σήμερα προέρχονταν από αυτές τις τάξεις. Είναι βέβαιο ότι η εξέλιξη σχετίζεται με το γεγονός ότι η ανάπτυξη της πόλης κατά τον 5ο αιώνα μετέβαλε το χρήμα σε αξία που έχαιρε όλο και μεγαλύτερης εκτίμησης. Για να επανδρωθούν τα πλοία του στόλου, για να οργανωθούν οι μεγάλες γιορτές της πόλης, για να χρηματοδοτηθούν οι μακρινές αποστολές, τα χρήματα των πλουσίων γίνονταν όλο και πιο απαραίτητα και η προέλευσή τους έπαυε να έχει ιδιαίτερη σημασία.

Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι ο πλούσιος τεχνίτης διέθετε ευ­κολότερα ρευστό χρήμα σε σχέση με τον μεγαλοϊδιοκτήτη γης, που συχνά αναγκαζόταν να υποθηκεύσει την περιουσία του για να αντιμετωπίσει τις δαπάνες που απαιτούνταν για την επιτυχία της πολιτικής καριέρας. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί όροι (πέτρινες στήλες όπου αναγραφόταν η υποθήκευση των κτημάτων) που βρίσκονται στην Αττική χρονολογούνται στον 4ο αιώνα, και ότι οι δικανικοί λόγοι αναφέρουν την περίπτωση πλούσιων ανδρών που αναγκάστηκαν να υποθηκεύσουν τις γαίες τους για να καλύψουν μια δαπανηρή λειτουργία. Η εξέλιξη της πολιτικής τάξης δεν σημαίνει και εξέλιξη κοινωνική, όπως θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει. Μάλιστα, ιδιοκτήτες γης και ιδιοκτήτες δούλων θεωρούνταν ομοίως εισοδηματίες. Ο πλούτος παρέμενε αν όχι το κριτήριο, τουλάχιστον το απαραίτητο μέσο για την πρόσβαση στην τάξη των πολιτικών.

2.3 II παθητικότητα του δήμου, μύθος ή πραγματικότητα; Από την ύπαρξη της πολιτικής αυτής τάξης θα μπορούσαμε, άραγε, να συμπεράνουμε ότι οι συζητήσεις εκ των οποίων προέρχονταν οι επιλογές που δέσμευαν το σύνολο της πόλης, ανάγονταν στην πραγματικότητα σε εσωτερικές διαμάχες της τάξης αυτής; Αυτό υποστήριξαν ορισμένοι από τους ιστορικούς της εποχής μας, στηριζόμενοι στις προσωπικές αντιπαλότητες που μαρτυρούν οι πηγές και στις συμμαχίες που μαντεύουμε ότι σχηματίζονταν γύρω από ορισμένους «ηγέτες».

Θα ήταν, ωστόσο, υπερβολικό να συμπεράνουμε ότι οι συγκρούσεις που δίχαζαν την πόλη ανάγονται σε απλές διαμάχες μεταξύ παρατάξεων και ομάδων, διαμάχες που η πλειοψηφία των πολιτών παρακολουθούσε παθητικά. Διότι, αν οι προσωπικές συγκρούσεις έφερναν αντιμέτωπα κάποια μέλη της πολιτικής τάξης – που στα κείμενα δηλώνονται μερικές φορές με τον όρο πολιτευόμενοι – οι επιλογές για τις οποίες καλούνταν να αποφανθούν οι πολίτες δεν έπαυαν να είναι πολιτικές επιλογές. Θα αναφέρουμε δύο μόνο παραδείγματα.

Την παραμονή της εκστρατείας στη Σικελία, ήλθαν αντιμέτωποι στην εκκλησία του δήμου ο Νικίας, ο οποίος ήταν αντίθετός με το εγχείρημα και το θεωρούσε επικίνδυνη περιπέτεια, και ο Αλκιβιάδης, ο οποίος ήταν αντίθετα υποστηρικτής της επιχείρησης και έλπιζε να του φέρει μεγάλη δόξα. Μπορούμε να παραδεχτούμε ότι υπήρχε προσωπική έχθρα μεταξύ των δύο ανδρών, που σχετιζόταν με τις διαφορές στην καταγωγή και την ηλικία τους. Ο Αλκιβιάδης ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια και ήταν νέος. Το εισόδημα του Νικία προερχόταν από την εκμετάλλευση ορυχείων και ο ίδιος πλησίαζε την ηλικία των πενήντα χρόνων. Όμως, ο δήμος ακολούθησε τον Αλκιβιάδη επειδή, όπως παρατηρεί ο ιστορικός Θουκυδίδης, υπολόγιζε ότι η εκστρατεία θα του απέφερε υλικά οφέλη. Επρόκειτο. λοιπόν, για απόφαση που σχετιζόταν με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των πολιτών.

Το δεύτερο παράδειγμα είναι από την ιστορία του 4ου αιώνα. Πρόκειται για την έγκριση από την εκκλησία του δήμου της συνθήκης ειρήνης που σύναψε η Αθήνα με τον Φίλιππο της Μακεδονίας το έτος 346. Για ορισμένους, ένας από τους οποίους είναι και ο Δημοσθένης, η συνθήκη αυτή παραγνώριζε τα συμφέροντα της Αθήνας, που απειλούνταν από τη φιλόδοξη πολιτική του Μακεδόνα βασιλιά. Για άλλους αντιθέτως. μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και οι προσωπικοί εχθροί του Δημοσθένη, διαφύλασσε την ειρήνη που ήταν απαραίτητη για την εσωτερική ισορροπία της πόλης. Ο δήμος επέλεξε την ειρήνη και ο Δημοσθένης αναγκάστηκε να συναινέσει και να υπερασπιστεί την αρχή της ειρήνης.

Οι συγκρούσεις που έφερναν αντιμέτωπους τους πολιτικούς άνδρες.,με χαρακτηριστικό παράδειγμα την μακροχρόνια διαμάχη μεταξύ του Δημοσθένη και του Αισχίνη, σχετικά με την στάση που έπρεπε να υιοθετηθεί απέναντι στη μακεδονική απειλή, δεν υποδηλώνουν απαραίτητα την παθητικότητα των πολιτών έναντι των αποφάσεων που όφειλαν να λάβουν, εφόσον τελικά οι δικές τους ψήφοι ήταν εκείνες που καθόριζαν τον προσανατολισμό που θα υιοθετούσε η πολιτική της πόλης. Μένει, ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσο ήταν αλήθεια αυτό που μαρτυρούν ορισμένοι σύγχρονοι της εποχής εκείνης, σχετικά με, την ολοένα αυξανόμενη αδιαφορία των πολιτών για τις δημόσιες υποθέσεις.

Η εξαίρεση των φτωχών από την πολιτική ιδιότητα το 322

«ὁ δῆ­μος οὐκ ὤν ἀ­ξι­ό­μα­χος ἠ­ναγ­κά­σθη τήν ἐ­πι­τρο­πήν καί τήν ἐ­ξου­σί­α πᾶ­σαν Ἀν­τι­πά­τρῳ δοῦ­ναι πε­ρί τῆς πό­λε­ως. ὁ δέ φι­λαν­θρώ­πως αὐ­τοῖς προ­σε­νε­χθείς συ­νε­χώ­ρη­σεν ἔ­χειν τήν τέ πό­λιν καί τάς κτή­σεις καί τ’ ἄλ­λα πάν­τα· τήν δέ πο­λι­τεί­αν με­τέ­στη­σεν ἐκ τῆς δη­μο­κρα­τί­ας καί προ­σέ­τα­ξεν ἀ­πό τι­μή­σε­ως εἶ­ναι τό πο­λί­τευ­μα καί τούς μέν κε­κτη­μέ­νους πλεί­ω δραχ­μῶν δι­σχι­λί­ων κυ­ρί­ους εἶ­ναι τοῦ πο­λι­τεύ­μα­τος καί τῆς χει­ρο­το­νί­ας. τούς δέ κα­τω­τέ­ρω τῆς τι­μή­σε­ως ἅ­παν­τας ὡς τα­ρα­χώ­δεις ὄν­τας καί πο­λε­μι­κούς ἀ­πή­λα­σε τῆς πο­λι­τεί­ας καί τοῖς βου­λο­μέ­νοις χώ­ραν ἔ­δω­κεν εἰς κα­τοί­κη­σιν ἐν τῇ Θρά­κῃ. οὗ­τοι μέν οὖν ὄν­τες πλεί­ους τῶν [δισ]μυ­ρί­ων καί δι­σχι­λί­ων με­τε­στά­θη­σαν ἐκ τῆς πα­τρί­δος, οἱ δέ τήν ὡ­ρι­σμε­νην τί­μη­σιν ἔ­χον­τες πε­ρί ἐν­να­κι­σχι­λί­ους ἀ­πε­δεί­χθη­σαν κύ­ριοί τῆς τε πό­λε­ως καί χώ­ρας καί κα­τά τούς Σά­λω­νας νό­μους ἐ­πο­λι­τεύ­ον­το»·

Ο λαός, επειδή δεν είχε τη δύναμη να συνεχίσει τον πόλεμο, αναγκάστηκε να αναθέσει στον Αντίπατρο όλη την κηδεμονία και την εξουσία της πόλης. Κι εκείνος συμπεριφέρθηκε με επιείκεια και τους επέτρεψε να διατηρήσουν την πόλη. τις κτήσεις και όλα τα άλλα. Όμως τροποποίησε το πολίτευμα, καταργώντας τη δημοκρατία, και όρισε πολίτευμα με βάση τον καθορισμό της αξίας των εισοδημάτων των πολιτών. Έτσι, όσοι πολίτες είχαν εισόδημα πάνω από δύο χιλιάδες δραχμές, όρισε να έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στην εξουσία.

Ενώ όλους όσους είχαν μικρότερο εισόδημα, σαν να ήταν ταραχοποιοί και φιλοπόλεμοι, τους εξόρισε από την πόλη. Τέλος, έδωσε σ” όσους το επιθυμούσαν γη για να κατοικήσουν στη Θράκη. Αυτοί λοιπόν, που δεν ξεπερνούσαν τους δώδεκα χιλιάδες. εγκατέλειψαν την πατρίδα τους. ενώ όσοι είχαν το καθορισμένο εισόδημα, περίπου εννιά χιλιάδες πολίτες, ορίστηκαν κύριοι και τη πόλης και της χώρας και κυβερνούσαν σύμφωνα με τους νόμους του Σόλωνα. Διόδωρου Σικελιώτη, Ιστορική Βιβλιοθήκη. XVIII. 18. 3-5

Η ψηφοφορία για την εκστρατεία στη Σικελία το 415

«Καί ἔ­ρως ἐ­νέ­πε­σε τοῖς πᾶ­σιν ὁ­μοί­ως ἐκ­πλεῦ­σαι. Τοῖς μέν γάρ πρε­σβυ­τέ­ροις ὡς ἤ κα­τα­στρε­ψο­μέ­νοις ἐφ ἅ ἔ­πλε­αν ἤ οὐ­δέν ἄν σφα­λεῖ­σαν με­γά­λην δύ­να­μιν, τοῖς δ’ ἐν τῇ ἡ­λι­κί­ᾳ τῆς τέ ἀ­πού­σης πό­θῳ ὄ­ψε­ως καί θε­ω­ρί­ας, καί εὐ­έλ­πι­δες ὄν­τες σω­θή­σε­σθαι. ὁ δέ πο­λύς ὅ­μι­λος καί στρα­τι­ώ­της ἐν τέ τῷ πα­ρόν­τι ἀρ­γύ­ριον οἴ­σειν καί προ­σκτή­σε­σθαι δύ­να­μιν ὅ­θεν ἀί­διον μι­σθο­φο­ράν ὑ­πάρ­ξειν. ὥ­στε διά τήν ἄ­γαν τῶν πλε­ό­νων ἐ­πι­θυ­μί­αν, εἰ τῷ ἄ­ρα καί μή ἤ­ρε­σκε, δε­δι­ώς μή ἀν­τι­χει­ρο­το­νῶν κα­κό­νους δδξει­εν εἶ­ναι τή πό­λει ἡ­συ­χί­αν ἦ­γεν».

Όλους τους κατέλαβε εξίσου η επιθυμία να αποπλεύσουν. Τους πιο ηλικιωμένους διότι πίστευαν η ότι θα υποτάξουν τα μέρη εναντίον των οποίων έπλεαν ή τουλάχιστον, ότι δεν θα καταστρεφόταν μια τόσο μεγάλη δύναμη. Εκείνους που βρίσκονταν σε ώριμη ηλικία, διότι αφ’ ενός μεν επιθυμούσαν να δουν και να γνωρίσουν τηn μακρινή αυτή χώρα. και αφ’ετέρου διότι είχαν την ελπίδα ότι θα σωθούν. Τέλος, το μεγάλο πλήθος και τους στρατιώτες, διότι πίστευαν ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις θα κέρδιζαν χρήματα και ότι μελλοντικά η πόλη θα αποκτούσε πρόσθετη ηγεμονία, που θα τους απέφερε ατελείωτη μισθοδοσία. Έτσι. λόγω της υπερβολικής επιθυμίας των περισσοτέρων, ακόμη και αν τυχόν κάποιος δεν επιθυμούσε την εκστρατεία, από φόβο μήπως φανεί εχθρικά διακείμενος προς την πόλη, δεν ψήφιζε κατά της εκστρατείας και σώπαινε. Θουκυδίδου, Ιστοριών, ΣΤ. 24. 3-4

Ο Δημοσθένης καταγγέλλει την παθητικότητα του δήμου

«Βού­λο­μαι τοί­νυν [ὑ­μᾶς] με­τά παρ­ρη­σί­ας ἐ­ξε­τά­σαι τά πα­ρόν­τα πράγ­μα­τα τῇ πό­λει, καί σκέ­ψα­σθαι τί ποι­οῦ­μεν αὐ­τοί νῦν καί ὅ­πως χρώ­με­θ’ αὐ­τοῖς. ἠ­μεῖς οὔ­τε χρή­μα­τ’ εἰ­σφέ­ρειν βου­λό­με­θα, οὔ­τ’ αὐ­τοί στρα­τεύ­ε­σθαι, οὔ­τε τῶν κοι­νῶν ἀ­πέ­χε­σθαι δυ­νά­με­θα, οὔ­τε τάς συν­τά­ξεις Δι­ο­πεί­θει δί­δο­μεν, οὔ­θ’ ὅ­σ’ ἄν αὐ­τός αὐ­τῷ πο­ρί­ση­ται ἐ­παι­νοῦ­μεν, ἀλ­λά βα­σκαί­νο­μεν καί σκο­ποῦ­μεν πό­θεν, καί τί μέλ­λει ποι­εῖν, καί πάν­τα τά τοια­υτί, οὔ­τ’, ἐ­πει­δή­περ οὕ­τως ἔ­χο­μεν, τά ἡ­μέ­τε­ρ’ αὐ­τῶν πράτ­τειν ἐ­θέ­λο­μεν, ἀλ­λ’ ἐν μέν τοῖς λό­γοις τούς τῆς πό­λε­ως λέ­γον­τας ἄ­ξι’ ἐ­παι­νοῦ­μεν, ἐν δέ τοῖς ἔρ­γοις τοῖς ἐ­ναν­τι­ου­μέ­νοις τού­τοις συ­να­γω­νι­ζό­με­θα. ὑ­μεῖς μέν τοί­νυν εἰ­ώ­θα­θ’ ἑ­κά­στο­τε τόν πα­ριόντ’ ἐ­ρω­τᾶν, τί οὖν χρή ποι­εῖν; ἐ­γώ δ’ ὑ­μᾶς ἐ­ρω­τῆ­σαι βού­λο­μαι, τί οὖν χρή λέ­γειν; εἰ γάρ μή­τ’ εἰ­σοί­σε­τε, μή­τ’ αὐ­τοί στρα­τεύ­ε­σθε, μή­τε τῶν κοι­νῶν ἀ­φέ­ξε­σθε, μή­τε τάς συν­τά­ξεις δώ­σε­τε, μή­θ’ ὅ­σ’ ἄν αὐ­τός αὐ­τῷ πο­ρί­ση­ται ἐ­ά­σε­τε, μή­τε τά ὑ­μέ­τε­ρ’ αὐ­τῶν πράτ­τειν ἐ­θε­λή­σε­τε, οὐκ ἔ­χω τί λέ­γω. Οἱ γάρ ἤ­δη το­σαύ­την ἐ­ξου­σί­αν τοῖς αἰ­τιᾶ­σθαι καί δι­α­βάλ­λειν βου­λο­μέ­νοις δι­δόν­τες, ὥ­στε καί πε­ρί ὧν φα­σι μέλ­λειν αὐ­τόν ποι­εῖν, καί πε­ρί τού­των προ­κα­τη­γο­ρούν­των ἀ­κρο­ᾶ­σθαι, -τί ἄν τις λέ­γοι

Θέλω, λοιπόν, να εξετάσετε με ελεύθερο πνεύμα την παρούσα κατάσταση της πόλης και να σκεφτείτε τι θα κάνουμε τώρα και πώς θα χειριστούμε τα πράγματα. Εμείς ούτε χρήματα θέλουμε να δώσουμε, ούτε οι ίδιοι να εκστρατεύσουμε, ούτε μπορούμε να απέχουμε από τα κοινά, ούτε δίνουμε στον Διοπείθη τα ποσά που συμφωνήσαμε. Ούτε όμως εγκρίνουμε τους πόρους που τυχόν βρίσκει, αλλά τον κακολογούμε και εξετάζουμε την προέλευση των χρημάτων του, τι σκοπεύει να κάνει με αυτά και όλα τα σχετικά. Και ενώ τηρούμε αυτή την στάση, δεν θέλουμε να κάνουμε ό, τι μας συμφέρει, αλλά, ενώ με τα λόγια επαινούμε εκείνους που μιλούν επάξια για την πόλη μας, στην πράξη όμως συμπράττουμε με εκείνους που εναντιώνονται σ’ αυτά. Εσείς λοιπόν συνηθίζετε να ρωτάτε κάθε φορά αυτόν που εμφανίζεται στο βήμα: τι πρέπει να κάνουμε; Εγώ όμως θέλω να ρωτήσω εσάς: τι πρέπει να πούμε; Διότι αν δεν δίνετε χρήματα, αν δεν πηγαίνετε οι ίδιοι στον πόλεμο, ούτε απέχετε από τα κοινά, ούτε δίνετε στον Διοπείθη τα συμφωνημένα ποσά, ούτε εγκρίνετε όσα τυχόν ο ίδιος συγκεντρώνει, ούτε επιθυμείτε να κάνετε ό,τι σας συμφέρει, εγώ δεν ξέρω τι να σας πω. Υπάρχουν άνθρωποι που δίνουν τόσα δικαιώματα σ’ εκείνους που θέλουν να κατακρίνουν και να διαβάλλουν, ώστε ο Διοπείθης να μαθαίνει ότι τον κατηγορούν προκαταβολικά για πράγματα που λένε ότι πρόκειται να κάνει – τι μπορεί λοιπόν, να πει κανείς;

(Δημοσθένους, Περί τῶν ἐν Χερρονήσῳ, 21 -23)

«Ἀ­ξι­ῶ δ’ ὦ ἄν­δρες Ἀ­θη­ναῖ­οι, ἄν τί τῶν ἀ­λη­θῶν με­τά παρ­ρη­σί­ας λέ­γω, μη­δε­μί­αν μοι διά τοῦ­το πα­ρ’ ὑ­μῶν ὀρ­γήν γε­νέ­σθαι. Σκο­πεῖ­τε γάρ ὡ­δί. Ὑ­μεῖς τήν παρ­ρη­σί­αν ἐ­πί μέν τῶν ἄλ­λων οὕ­τω κοι­νήν οἴ­ε­σθε δεῖν εἶ­ναι πᾶ­σι τοῖς ἐν τῇ πό­λει ὥ­στε καί τοῖς ξέ­νοις καί τοῖς δού­λοις αὐ­τῆς με­τα­δε­δώ­κα­τε, καί πολ­λούς ἄν τις οἰ­κέ­τας ἴ­δοι πα­ρ’ ὑ­μῖν με­τά πλεί­ο­νος ἐ­ξου­σί­ας ὅ­τι βού­λον­ται λέ­γον­τας ἤ πο­λί­τας ἐν ἐ­νί­αις τῶν ἄλ­λων πό­λε­ων, ἐκ δέ τοῦ συμ­βου­λεύ­ειν παν­τά­πα­σιν ἐ­ξε­λη­λά­κα­τε. Εἴ­θ’ ὑ­μῖν συμ­βέ­βη­κεν ἐκ τού­του ἐν μέν ταῖς ἐκ­κλη­σί­αις τρυ­φᾶν καί κο­λα­κεύ­ε­σθαι πάν­τα πρός ἡ­δο­νήν ἀ­κού­ου­σιν, ἐν δέ τοῖς πράγ­μα­σι καί τοῖς γι­γνο­μέ­νοις πε­ρί τῶν ἐ­σχά­των ἤ­δη κιν­δυ­νεύ­ειν, εἰ μέν οὖν καί νῦν οὕ­τω δι­ά­κει­σθε, οὐκ ἔ­χω τί λέ­γω· εἰ δ’ ἅ συμ­φέ­ρει χω­ρίς κο­λα­κεί­ας ἐ­θε­λή­σε­τ’ ἀ­κού­ειν, ἕ­τοι­μος λέ­γειν».

Έχω την αξίωση, άνδρες Αθηναίοι, να πω με παρρησία κάποιες αλήθειες, μα να μην οργιστείτε για τούτο εναντίον μου. Εξετάστε το εξής: Εσείς πιστεύετε ότι η ελευθερία του λόγου, για κάθε άλλο θέμα, πρέπει να είναι σε τέτοιο βαθμό κοινή για όλους όσους βρίσκονται στην πόλη. ώστε την έχετε παραχωρήσει και στους ξένους και στους δούλους. Και μπορεί να δει κανείς πολλούς δούλους να λένε ό, τι θέλουν ενώπιον σας με μεγαλύτερη ελευθερία από τους πολίτες των άλλων πόλεων. Αλλά την ελευθερία από τις συσκέψεις σας την έχετε αποκλείσει εντελώς. Συνέπεια αυτού είναι ότι στις μεν συνελεύσεις ευφραίνεστε κολακευόμενοι, ακούγοντας πάντα ευχάριστους λόγους, όταν δε, δεν πραγματοποιούνται, διατρέχετε τους έσχατοι. Εάν, λοιπόν, και τώρα τις ίδιες έχετε διαθέσεις, οὐκ ἔ­χω τί λέ­γω. Εάν, αντίθετα, θέλετε να ακούσετε ότι δεν σας συμφέρει, χωρίς κολακείες, είμαι έτοιμος να μιλήσω.

(Δημοσθένους, Κατά Φιλίππου, Γ’, 3-4)

Πιστοί και Αθεϊστές

Οι φιλόσοφοι, συμφώνησαν πριν από καιρό ότι είναι ανώφελο για τους πιστούς και τους αθεϊστές να τσακώνονται μεταξύ τους. Αυτό συμβαίνει επειδή ερμηνεύουν τα πάντα διαφορετικά. Για να διαφωνήσουν, πρέπει να υπάρχει ένα κοινό έδαφος, έτσι ώστε ο ένας από τους συμμετέχοντες να μπορεί να πει: «Αχά! Αν συμφωνείς στο χ τότε πρέπει να συμφωνήσεις και στο ψ!». 

Οι αθεϊστές και οι πιστοί δεν μπορούν ποτέ να βρουν ένα σημείο χ στο οποίο να μπορέσουν να συμφωνήσουν. Η διαφωνία δεν μπορεί ποτέ να ξεκινήσει, επειδή ο καθένας βλέπει τα πάντα από τη δική του πλευρά. Αυτό είναι λίγο αφηρημένο, αλλά η παρακάτω ιστορία το καθιστά πιο συγκεκριμένο.

Μια χριστιανή γριούλα βγαίνει στη βεράντα της κάθε πρωί και φωνάζει: «Δοξάστε τον Κύριο!»
Και κάθε πρωί ο αθεϊστής της φωνάζει: «Δεν υπάρχει Θεός!»
Αυτό συνεχίζεται για εβδομάδες. «Δοξάστε τον Κύριο!» φωνάζει η κυρία.
«Δεν υπάρχει Θεός!» απαντά ο γείτονας.
Καθώς ο καιρός περνά, η γυναίκα αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες και δυσκολεύεται να αγοράσει τρόφιμα. Βγαίνει στη βεράντα της και ζητά από το Θεό βοήθεια με τα ψώνια, και μετά λέει: «Δοξάστε τον Κύριο!»
Το επόμενο πρωί όταν βγαίνει στη βεράντα, βρίσκει τα ψώνια που είχε ζητήσει. Φυσικά φωνάζει: «Δοξάστε τον Κύριο!»
Ο αθεϊστής πετάγεται από πίσω από ένα θάμνο και λέει: «Χα! Εγώ αγόρασα τα τρόφιμα. Δεν υπάρχει Θεός!»
Η γυναίκα τον κοιτάζει και χαμογελά. Φωνάζει: «Δοξάστε τον Κύριο! Όχι μόνο προνόησες για μένα, Κύριε, αλλά έκανες και το Σατανά να πληρώσει για τα ψώνια!»

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (5.14.3-5.15.7)

[5.14.3] Ἀριστόβουλος δὲ λέγει τὸν Πώρου παῖδα φθάσαι ἀφικόμενον σὺν ἅρμασιν ὡς ἑξήκοντα πρὶν τὸ ὕστερον ἐκ τῆς νήσου τῆς μικρᾶς περᾶσαι Ἀλέξανδρον· καὶ τοῦτον δυνηθῆναι ἂν εἶρξαι Ἀλέξανδρον τῆς διαβάσεως χαλεπῶς καὶ μηδενὸς εἴργοντος περαιωθέντα, εἴπερ οὖν καταπηδήσαντες οἱ Ἰνδοὶ ἐκ τῶν ἁρμάτων προσέκειντο τοῖς πρώτοις τῶν ἐκβαινόντων· ἀλλὰ παραλλάξαι γὰρ ξὺν τοῖς ἅρμασι καὶ ἀκίνδυνον ποιῆσαι Ἀλεξάνδρῳ τὴν διάβασιν· καὶ ἐπὶ τούτους ἀφεῖναι Ἀλέξανδρον τοὺς ἱπποτοξότας, καὶ τραπῆναι αὐτοὺς οὐ χαλεπῶς, πληγὰς λαμβάνοντας. [5.14.4] οἱ δὲ καὶ μάχην λέγουσιν ἐν τῇ ἐκβάσει γενέσθαι τῶν Ἰνδῶν τῶν ξὺν τῷ παιδὶ τῷ Πώρου ἀφιγμένων πρὸς Ἀλέξανδρόν τε καὶ τοὺς ξὺν αὐτῷ ἱππέας. καὶ γὰρ καὶ ἀφικέσθαι ξὺν μείζονι δυνάμει τὸν Πώρου παῖδα, καὶ αὐτόν τε Ἀλέξανδρον τρωθῆναι πρὸς αὐτοῦ καὶ τὸν ἵππον αὐτοῦ ἀποθανεῖν τὸν Βουκεφάλαν, φίλτατον Ἀλεξάνδρῳ ὄντα τὸν ἵππον, καὶ τοῦτον τρωθέντα ὑπὸ τοῦ παιδὸς τοῦ Πώρου. ἀλλὰ Πτολεμαῖος ὁ Λάγου, ὅτῳ καὶ ἐγὼ ξυμφέρομαι, ἄλλως λέγει. [5.14.5] ἐκπεμφθῆναι μὲν γὰρ τὸν παῖδα ὑπὸ τοῦ Πώρου λέγει καὶ οὗτος, ἀλλ᾽ οὐχ ἑξήκοντα μόνα ἅρματα ἄγοντα. οὐδὲ γὰρ εἰκὸς Πῶρον ἀκούσαντα ἐκ τῶν σκοπῶν, ὅτι δὴ ἢ αὐτὸς Ἀλέξανδρος διαβέβηκεν τοῦ Ὑδάσπου τὸν πόρον ἢ μέρος γέ τι τῆς στρατιᾶς, ξὺν ἑξήκοντα ἅρμασι μόνοις ἐκπέμψαι τὸν αὑτοῦ παῖδα· [5.14.6] ἃ δὴ ὡς μὲν ἐπὶ κατασκοπὴν ἐκπεμπόμενα πολλά τε καὶ οὐκ εὔζωνα ἐς τὴν ἀποχώρησιν ἦν, ὡς δὲ εἰς τὸ εἶρξαί τε τοὺς οὔπω πεπερακότας τῶν πολεμίων καὶ τοῖς ἤδη ἐκβεβηκόσιν ἐπιθέσθαι οὐδαμῇ ἀξιόμαχα. ἀλλὰ δισχιλίους γὰρ λέγει ἱππέας ἄγοντα ἀφικέσθαι τοῦ Πώρου τὸν παῖδα, ἅρματα δὲ ἑκατὸν καὶ εἴκοσι· φθάσαι δὲ περάσαντα Ἀλέξανδρον καὶ τὸν ἐκ τῆς νήσου τὸν τελευταῖον πόρον.
[5.15.1] Καὶ ἐπὶ τούτους τὰ μὲν πρῶτα ἐκπέμψαι Ἀλέξανδρον καὶ οὗτος λέγει τοὺς ἱπποτοξότας, αὐτὸν δὲ ἄγειν τοὺς ἱππέας· προσάγειν γὰρ οἰηθῆναι Πῶρον ξὺν τῇ πάσῃ δυνάμει· τὴν δὲ ἵππον ταύτην προτεταγμένην αὐτῷ προπορεύεσθαι πρὸ τοῦ ἄλλου στρατοῦ. [5.15.2] ὡς δὲ κατέμαθεν ἀτρεκῶς τὸ πλῆθος τὸ τῶν Ἰνδῶν, ἐνταῦθα δὴ ὀξέως ἐπιπεσεῖν αὐτοῖς ξὺν τῇ ἀμφ᾽ αὑτὸν ἵππῳ· τοὺς δὲ ἐγκλῖναι, ὡς Ἀλέξανδρόν τε αὐτὸν κατεῖδον καὶ τὸ στῖφος ἀμφ᾽ αὐτὸν τῶν ἱππέων οὐκ ἐπὶ μετώπου, ἀλλὰ κατ᾽ ἴλας ἐμβεβληκός. καὶ τούτων ἱππέας μὲν πεσεῖν ἐς τετρακοσίους, πεσεῖν δὲ καὶ τοῦ Πώρου τὸν παῖδα· τὰ δὲ ἅρματα αὐτοῖς ἵπποις ἁλῶναι ἔν τε τῇ ἀποχωρήσει βαρέα γενόμενα καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἔργῳ ὑπὸ πηλοῦ ἀχρεῖα.
[5.15.3] Πῶρος δέ, ὡς αὐτῷ ὅσοι ἱππεῖς ἐκ τῆς φυγῆς διεσώζοντο Ἀλέξανδρόν τε αὐτὸν πεπερακότα ξὺν τῇ στρατιᾷ ἐς τὸ καρτερώτατον καὶ τὸν παῖδα ἐν τῇ μάχῃ τετελευτηκότα ἤγγειλαν, ἐγίγνετο μὲν καὶ ὣς ἀμφίβολος τῇ γνώμῃ, ὅτι καὶ οἱ ἀπὸ τοῦ καταντικρὺ τοῦ μεγάλου στρατοπέδου οἱ ξὺν Κρατερῷ ὑπολελειμμένοι ἐπιχειροῦντες τῇ διαβάσει ἐφαίνοντο· [5.15.4] εἵλετο δ᾽ οὖν ἐπ᾽ αὐτὸν Ἀλέξανδρον ἐλάσας ξὺν τῇ στρατιᾷ πάσῃ πρὸς τὸ καρτερώτατόν τε τῶν Μακεδόνων καὶ αὐτὸν τὸν βασιλέα διαγωνίσασθαι. ἀλλὰ καὶ ὣς ὀλίγους τῶν ἐλεφάντων σὺν οὐ πολλῇ στρατιᾷ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ στρατοπέδου ἀπέλιπεν, ὡς φοβεῖν ἀπὸ τῆς ὄχθης τοὺς ξὺν Κρατερῷ ἱππέας. αὐτὸς δὲ τήν τε ἵππον ἀναλαβὼν πᾶσαν, ἐς τετρακισχιλίους ἱππέας, καὶ τὰ ἅρματα πάντα, τριακόσια ὄντα, καὶ τῶν ἐλεφάντων διακοσίους καὶ τῶν πεζῶν ὅ τι περ ὄφελος, ἐς τρισμυρίους, ἤλαυνεν ὡς ἐπ᾽ Ἀλέξανδρον. [5.15.5] ὡς δὲ ἐνέτυχε χωρίῳ, ἵνα οὐ πηλὸς αὐτῷ ἐφαίνετο, ἀλλὰ ὑπὸ ψάμμου γὰρ ξύμπαν ἦν ἄπεδον καὶ στερεὸν ἐς τὰς ἐφόδους τε καὶ ἀναστροφὰς τῶν ἵππων, ἐνταῦθα ἔτασσε τὴν στρατιάν, πρώτους μὲν τοὺς ἐλέφαντας ἐπὶ μετώπου, διέχοντα ἐλέφαντα ἐλέφαντος οὐ μεῖον πλέθρου, ὡς πρὸ πάσης τε τῆς φάλαγγος τῶν πεζῶν παραταθῆναι αὐτῷ τοὺς ἐλέφαντας ἐπὶ μετώπου καὶ φόβον πάντῃ παρέχειν τοῖς ἀμφ᾽ Ἀλέξανδρον ἱππεῦσιν. [5.15.6] ἄλλως τε οὐδὲ ἠξίου ἐς τὰ διαλείποντα τῶν ἐλεφάντων τολμῆσαι ἄν τινα ὤσασθαι τῶν πολεμίων, οὔτε ξὺν ἵπποις διὰ τὸν φόβον τῶν ἵππων, πεζούς τε ἔτι μεῖον· κατὰ στόμα τε γὰρ ἂν πρὸς τῶν ὁπλιτῶν προσβαλλόντων εἴργεσθαι καὶ καταπατηθήσεσθαι ἐπιστρεψάντων ἐπ᾽ αὐτοὺς τῶν ἐλεφάντων. [5.15.7] ἐπὶ τούτοις δὲ οἱ πεζοὶ αὐτῷ ἐτετάχατο, οὐκ ἴσον τὸ μέτωπον τοῖς θηρίοις ἐπέχοντες, ἀλλ᾽ ἐν δευτέρῳ μετώπῳ μετὰ τοὺς ἐλέφαντας, ὅσον ἐς τὰ διαλείποντα ἐπ᾽ ὀλίγον ἐμβεβλῆσθαι τοὺς λόχους. ἦσαν δὲ αὐτῷ καὶ κατὰ τὰ κέρατα ἔτι ὑπὲρ τοὺς ἐλέφαντας πεζοὶ ἐφεστηκότες, ἑκατέρωθεν δὲ τῶν πεζῶν ἡ ἵππος αὐτῷ ἐτέτακτο καὶ πρὸ ταύτης τὰ ἅρματα ἑκατέρωθεν.

***
[5.14.3] Ο Αριστόβουλος αναφέρει, ότι ο γιος του Πώρου πρόφθασε να έρθει με εξήντα περίπου πολεμικά άρματα, πριν επιχειρήσει ο Αλέξανδρος την τελευταία του διάβαση από το μικρό νησί. Θα μπορούσε, λέγει, ο γιος του Πώρου να εμποδίσει τη διάβαση στον Αλέξανδρο, που πέρασε με δυσκολία, μολονότι κανένας δεν τον εμπόδιζε, αν βέβαια οι Ινδοί πηδούσαν κάτω από τα άρματά τους και έκαναν επίθεση κατά των πρώτων Μακεδόνων που αποβιβάζονταν στην ξηρά. Αλλά προσπέρασε με τα άρματά του και έκαμε έτσι ακίνδυνη τη διάβαση στον Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος εξαπέλυσε εναντίον τους τούς ιπποτοξότες, οι οποίοι χωρίς δυσκολία τους έτρεψαν σε φυγή και τους προξένησαν απώλειες. [5.14.4] Άλλοι όμως συγγραφείς αναφέρουν ότι κατά την απόβαση έγινε και μάχη μεταξύ των Ινδών που είχαν καταφθάσει με τον γιο του Πώρου και του Αλεξάνδρου και των ιππέων που ήταν μαζί του.
Λένε μάλιστα ότι ο γιος του Πώρου είχε έρθει με μεγαλύτερες δυνάμεις και ότι τραυματίσθηκε από αυτόν και ο ίδιος ο Αλέξανδρος και σκοτώθηκε το άλογό του ο Βουκεφάλας, το άλογο που ο Αλέξανδρος αγαπούσε πολύ· αυτό χτυπήθηκε, λένε, από τον γιο του Πώρου. Αλλά ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, τον οποίο εγώ ακολουθώ, λέγει διαφορετικά πράγματα. [5.14.5] Αναφέρει βέβαια και αυτός ότι ο Πώρος απέστειλε τον γιο του, όχι όμως με εξήντα μόνο άρματα. Ούτε άλλωστε είναι πιθανό να απέστειλε ο Πώρος τον γιο του με εξήντα μόνο άρματα, ενώ είχε πληροφορηθεί από τους φρουρούς ότι είχε διαβεί το πέρασμα του Υδάσπη ο ίδιος ο Αλέξανδρος ή έστω μέρος του στρατού του. [5.14.6] Αν βέβαια τα άρματα είχαν αποσταλεί για να κατασκοπεύσουν, ήταν πολλά και όχι ευκίνητα για την αποχώρηση. Αν πάλι σκοπός τους ήταν να εμποδίσουν τους εχθρούς που δεν είχαν ακόμη περάσει τον ποταμό και να επιτεθούν εναντίον εκείνων που είχαν πλέον αποβιβασθεί στην όχθη, ήταν τελείως ανεπαρκή για μάχη. Ο Πτολεμαίος αναφέρει πράγματι ότι ο γιος του Πώρου είχε έρθει με δύο χιλιάδες ιππείς και εκατόν είκοσι πολεμικά άρματα, αλλά ο Αλέξανδρος είχε προλάβει να περάσει και την τελευταία διάβαση από το νησί.
[5.15.1] Αναφέρει ακόμη ο Πτολεμαίος ότι στην αρχή ο Αλέξανδρος έστειλε εναντίον τους τούς ιπποτοξότες, ενώ ο ίδιος οδηγούσε τους ιππείς του, επειδή νόμισε ότι ο Πώρος ερχόταν με όλες του τις δυνάμεις. Τους ιππείς του αυτούς ο Αλέξανδρος είχε παρατάξει να βαδίζουν μπροστά από τον υπόλοιπο στρατό ως εμπροσθοφυλακή. [5.15.2] Όταν όμως πληροφορήθηκε τον ακριβή αριθμό των Ινδών, τότε πλέον εφόρμησε γρήγορα εναντίον τους με το ιππικό που είχε μαζί του. Οι Ινδοί τράπηκαν σε φυγή, μόλις είδαν ότι ο ίδιος ο Αλέξανδρος και το πλήθος των ιππέων που ήταν γύρω του εφορμούσαν συνταγμένοι όχι κατά μέτωπο αλλά με τη μία ίλη πίσω από την άλλη. Από αυτούς σκοτώθηκαν τετρακόσιοι περίπου ιππείς. Έπεσε επίσης ο γιος του Πώρου και κυριεύθηκαν τα άρματα μαζί με τα άλογά τους, τα οποία αποδείχθηκαν και κατά την υποχώρηση δυσκίνητα και κατά την ίδια τη μάχη άχρηστα εξαιτίας της λάσπης.
[5.15.3] Ο Πώρος, όταν οι ιππείς, που διασώθηκαν κατά τη φυγή, του ανήγγειλαν ότι ο ίδιος ο Αλέξανδρος είχε περάσει τον ποταμό με το ισχυρότερο μέρος του στρατού του και ότι είχε σκοτωθεί ο γιος του στη μάχη, εκείνος παρ᾽ όλα αυτά παρέμενε αναποφάσιστος, γιατί και οι στρατιώτες που είχαν μείνει πίσω με τον Κρατερό στο αντικρινό μεγάλο στρατόπεδο φαίνονταν ότι επιχειρούσαν να περάσουν τον ποταμό. [5.15.4] Προτίμησε, λοιπόν, να προχωρήσει εναντίον του ίδιου του Αλεξάνδρου με όλο του τον στρατό και να πολεμήσει κατά του ισχυρότερου μέρους του στρατού των Μακεδόνων και του ίδιου του βασιλιά τους. Αλλά παρ᾽ όλα αυτά άφησε στο στρατόπεδό τους λίγους ελέφαντες μαζί με ένα μικρό μέρος του στρατού του, ώστε να προκαλούν φόβο από την όχθη στους ιππείς που ήταν με τον Κρατερό. Ο ίδιος πήρε μαζί του όλο το ιππικό, περίπου τέσσερις χιλιάδες ιππείς, και όλα του τα άρματα, που ήταν τριακόσια, και διακόσιους από τους ελέφαντες και το εκλεκτότερο μέρος των πεζών του, τριάντα περίπου χιλιάδες άνδρες, και βάδισε κατά του Αλεξάνδρου. [5.15.5] Όταν έφθασε σε τόπο που του φαινόταν ότι δεν είχε λάσπη, αλλά ότι ήταν εξαιτίας της άμμου τελείως επίπεδος και στερεός για να διενεργούν επιθέσεις και ελιγμούς τα άλογά του, άρχισε να παρατάσσει εκεί τον στρατό του τοποθετώντας πρώτους τους ελέφαντες σε κατά μέτωπο παράταξη. Ο ένας ελέφαντας απείχε από τον άλλο όχι λιγότερο από ένα πλέθρο, έτσι ώστε οι ελέφαντες να παραταχθούν μπροστά από όλη τη φάλαγγα του πεζικού του σε κατά μέτωπο παράταξη και να προκαλούν από παντού φόβο στους ιππείς του Αλεξάνδρου.
[5.15.6] Άλλωστε ούτε περίμενε καν ότι κανένας από τους εχθρούς θα τολμούσε να εισορμήσει στα κενά διαστήματα των ελεφάντων με άλογα, επειδή τα άλογα φοβούνται τους ελέφαντες. Ακόμη λιγότερο περίμενε τους πεζούς, γιατί θα εμποδίζονταν από τους δικούς του οπλίτες που θα τους προσέβαλλαν κατά μέτωπο και θα τους καταπατούσαν οι ελέφαντες που θα στρέφονταν εναντίον τους. [5.15.7] Μετά τους ελέφαντες είχαν παραταχθεί οι πεζοί του στρατιώτες που δεν κατέλαβαν την ίδια γραμμή του μετώπου με τα θηρία, αλλά τοποθετήθηκαν σε μια δεύτερη γραμμή πίσω από τη γραμμή των ελεφάντων, έτσι ώστε οι λόχοι τους να παρεμβληθούν στα μικρά κενά διαστήματα. Πεζοί στρατιώτες του Πώρου ήταν τοποθετημένοι και στις δύο πτέρυγες που εκτείνονταν ακόμη πιο πέρα από τους ελέφαντες. Και από τις δύο πλευρές των πεζών είχε παραταχθεί το ιππικό του και μπροστά από αυτό τα πολεμικά άρματα και από τα δύο μέρη.

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ (1556-1578)

ΧΟ. εἰ θέμις ἐστί μοι τὰν ἀφανῆ θεὸν [στρ.]
καὶ σὲ λιταῖς σεβίζειν,
ἐννυχίων ἄναξ,
Αἰδωνεῦ Αἰδωνεῦ, λίσσομαι
1560 †μήτ᾽ ἐπίπονα μηδ᾽ ἐπὶ βαρυαχεῖ†
ξένον ἐξανύσαι
μόρῳ τὰν παγκευ-
θῆ κάτω νεκύων πλάκα
καὶ Στύγιον δόμον.
1565 πολλῶν γὰρ ἂν καὶ μάταν
πημάτων ἱκνουμένων
πάλιν σφε δαίμων δίκαιος αὔξοι.

ὦ χθόνιαι θεαί, σῶμά τ᾽ ἀνικάτου [αντ.]
θηρός, ὃν ἐν πύλαισι
1570 ταῖσι πολυξένοις
εὐνᾶσθαι κνυζεῖσθαί τ᾽ ἐξ ἄντρων
ἀδάματον φύλακα παρ᾽ Ἀίδᾳ
λόγος αἰὲν ἔχει·
τόν, ὦ Γᾶς παῖ καὶ
1575 Ταρτάρου, κατεύχομαι
ἐν καθαρῷ βῆναι
ὁρμωμένῳ νερτέρας
τῷ ξένῳ νεκρῶν πλάκας·
σέ τοι κικλήσκω τὸν αἰένυπνον.

***
Αν είναι θεμιτό, στην άφαντη θεά
προσεύχομαι με σέβας· σ᾽ εσένα
της μαύρης νύχτας βασιλιά, ω Αιδωνέα,
1560 Αιδωνέα. Παρακαλώ σας, δίχως άγριο πόνο
και αγωνία θανάσιμη, να φτάσει
ο ξένος κάτω στην κοιλάδα των νεκρών
όπου τα πάντα κρύβει μέσα της,
στα δώματα της Στύγας.
1565 Γιατί, αφού τον βρήκαν άδικα
τα τόσα πάθη, είναι καιρός ένας θεός
πάλι να τον υψώσει.

Ω χθόνιες θεές, ω θηρίου σώμα
ανίκητο που, ο λόγος λέει, εκεί,
1570 μπροστά στις πύλες τις πολύξενες ξαπλώνεις,
μέσα απ᾽ το άντρο σου γαβγίζοντας, κι είσαι
ο αδάμαστος του Άδη φύλακας.
Ω συ, της Γης ο γιος και του Ταρτάρου,
1575 ολόψυχα εύχομαι ο ξένος
τον δρόμο του ανεμπόδιστος να πάρει
στον κάτω κόσμο
για τα ασφοδίλια των νεκρών.
Εσένα επικαλούμαι,
θεό του αιώνιου ύπνου.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 10. Οδύσσεια

10.3. Δίας - Ήλιος - Ερμής


Ο Δίας παρεμβαίνει στον επίλογο της «Κυκλώπειας» (ι 551-555). Όταν, τυφλωμένος ο Πολύφημος, προκαλείται με υπεροπτικό τρόπο από τον Οδυσσέα, που βρίσκεται ήδη στο πλοίο της αναχώρησης, αντιδρά ευχόμενος στον γεννήτορά του Ποσειδώνα να ματαιώσει τον νόστο του ήρωα (το λιγότερο να τον αναστείλει, προβάλλοντας διαδοχικά εμπόδια), αφού στο μεταξύ απολέσει όλους τους εταίρους του. Ο Ποσειδών εισακούει την ευχή του γιου του (ι 536).

Μετά βίας σώζεται από τα βλήματα του Κύκλωπα το καράβι του Οδυσσέα, ωσότου αράζει στο απέναντι παραδείσιο νησί, όπου με αγωνία περιμένουν οι εναπομείναντες σύντροφοι. Στο ακρογιάλι τελείται θυσία στον Δία: καίγονται σφάγια πολλά, μήπως αποτραπεί η κατάρα του Πολύφημου. Ο ύπατος θεός όμως δεν αποδέχεται την έμπυρη ικεσία· αντ᾽ αυτού, μουρμουρίζοντας στοχάζεται πώς θα χαθούν όλα τα καράβια στην εξέλιξη του νόστου, πώς θα αφανιστούν όλοι οι εταίροι - για αφανισμό του Οδυσσέα δεν γίνεται λόγος.

Με τον τρόπο αυτό προαποφασίζεται από τον Δία, ύστερα και από τη συναίνεση του Ποσειδώνα, ο ολοκληρωτικός όλεθρος των εταίρων, που αποτελεί μοναδική εξαίρεση, σε σύγκριση προς όλους τους άλλους νόστους, όσοι περιέχονται στο εσωτερικό του έπους ή αναφέρονται στην περίληψη του επικού κύκλου. Το σκάνδαλο αυτό της Οδύσσειας (που εξυπηρετεί ωστόσο τις συνθετικές προδιαγραφές του έπους) ο ποιητής το παρακάμπτει με διαδοχικούς ελιγμούς. Ο κυριότερος εντοπίζεται στο επεισόδιο της Θρινακίας (προβάλλεται και στο προοίμιο του έπους), όπου οι εταίροι ενοχοποιούνται, επειδή, παρά τις αποτρεπτικές προειδοποιήσεις του Οδυσσέα, σφάζουν, ψήνουν και τρώνε τα ιερά βόδια του Ήλιου, για να κατευνάσουν την αδήριτη πείνα τους.

Η ατάσθαλη αυτή πράξη προκαλεί την οργή του Ήλιου, ο οποίος μπροστά στον Δία απαιτεί άμεση τιμωρία των ενόχων· άλλως απειλεί να κατέβει στον Άδη, αφήνοντας τη γη στο απόλυτο σκοτάδι. Ο Δίας αποτρέπει την πραγματοποίηση της απειλής με την υπόσχεση ότι ο ίδιος θα τιμωρήσει παραδειγματικά τους ανίερους συντρόφους, συντρίβοντας το καράβι τους με πυρφόρο κεραυνό. Η συντριβή συντελείται, μόλις το καράβι αποπλέει από το νησί, και επιφέρει τον τραγικό όλεθρο όλων των εταίρων. Μόνος ο Οδυσσέας σώζεται, κρεμασμένος πρώτα σε μια αγριοσυκιά, προσηλωμένος μετά σε ένα μαδέρι, που τον μεταφέρει εννέα μέρες, ωσότου τη δέκατη τον βγάζει στο νησί της Καλυψώς. Έτσι ελαττώνεται, αν δεν μηδενίζεται, η άδικη μεροληψία του Δία στο τέλος της «Κυκλώπειας» εις βάρος των εταίρων του Οδυσσέα: οι ανένοχοι ακόμη εκεί σύντροφοι γίνονται εδώ αμετάκλητα ένοχοι.

Η προδήλωση εξάλλου του ολέθρου των εταίρων (τόσο από τον Ποσειδώνα όσο και από τον Δία) στη δέκατη ραψωδία δεν είναι άμεση, εφόσον περιέχεται στην αναδιήγηση του επεισοδίου από τον ήρωα, ύστερα μάλιστα από δέκα χρόνια. Από την άποψη αυτή τίθεται το ερώτημα με ποιους όρους τη χρεώνει ο ποιητής στον Οδυσσέα: ως προκαταβολική εικασία του αφηγητή του; ως μεταγενέστερη γνώση δική του, που μεταφέρεται από το παρόν στο παρελθόν; Η απορία ακούγεται σχολαστική, βοηθάει όμως να διαγνώσουμε τις συνέπειες που έχει κάποτε ο δανεισμός της σκέψης και της γνώσης του ποιητή ειδικότερα στον Οδυσσέα, ο οποίος αποτελεί, όπως έχουμε αλλού υποδείξει, το αφηγηματικό του άλλοθι. Γεγονός που σημαίνει ότι ο ποιητής εμπιστεύεται τη δική του αφηγηματική παντογνωσία στον κεντρικό του ήρωα. Θα πρέπει ίσως και αυτός ο ελιγμός να συνυπολογιστεί ως δείγμα της γενικότερης ειρωνείας που διαπερνά το έπος της Οδύσσειας.

Η διείσδυση του Ερμή στο σώμα των «Απολόγων» αναγνωρίζεται σε κομβικό σημείο του επεισοδίου της Κίρκης (κ 274-307). Η μάγισσα έχει παγιδεύσει ήδη τους μισούς εταίρους του Οδυσσέα, μεταμορφώνοντάς τους σε έγκλειστα γουρούνια. Ειδοποιημένος ο Οδυσσέας από τον τρομαγμένο Ευρύλοχο, προστρέχει «στον τόπο του εγκλήματος», για να δει τι γίνεται και τι μπορεί ο ίδιος να κάνει, αδιαφορώντας για τον προσωπικό του κίνδυνο. Από αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο τον προφυλάσσει εγκαίρως ο Ερμής: μεταμορφωμένος σε έφηβο, που μόλις χνούδισε το γένι του, τον σταματά καθ᾽ οδόν, του εξηγεί τι έγινε με τους μισούς εταίρους του, τι απειλείται να γίνει και με τον ίδιο, του προσφέρει το βότανο μώλυ, ως αντιφάρμακο στο φαρμάκι της Κίρκης, και του συστήνει πώς πρέπει να αντιμετωπίσει τις άλλες ορέξεις και προσφορές της δαιμονικής θεάς.

Έρωτας είναι σε μια στιγμή να γεύεσαι μια ολόκληρη ζωή

Ίσως σε αυτή τη ζωή ήρθαμε για να ανακαλύψουμε και να ζήσουμε την αληθινή αγάπη. Συχνά, ακούμε να λέγεται η φράση «σε αγαπώ» όμως πόσες φορές πραγματικά σημαίνει κάτι;

Σε αυτό το άρθρο, θα μελετήσουμε όλα εκείνα τα στοιχεία που ανθίζουν στην αυθεντική αγάπη.

Κάθε έρωτας κρύβει στον πυρήνα του μια αιωνιότητα

Τα βλέμματα, οι ψυχές και τα σώματα των ερωτευμένων έλκονται όπως ο μαγνήτης και η ένωσή τους τους χαρίζει το αιώνιο παρόν. Νιώθουν πως το τώρα είναι για πάντα και η ζωή είναι η αθανασία που προγεύονται μόνο οι ίδιοι.

Ο θησαυρός του έρωτα, η αυθεντικότητα αυτού του συναισθήματος δεν παλιώνει ποτέ κι ούτε φθείρεται, όταν οι σύντροφοι φροντίζουν να τον αναζωπυρώνουν.

Έρωτας και αγάπη μπλέκονται, δίνοντας στο χορό της ένωσης των ψυχών μία μοναδική, μια συγκινητική αρμονία.

Κάποτε έρχεται ο έρωτας δυνατός, ισχυρός να τα διεκδικήσει όλα, να τα ζήσει όλα και κάποτε έρχεται η αγάπη ήσυχη και αθόρυβη, μα πάντα δυνατή και πολύτιμη.

Όταν αγαπάς αλλάζεις. Δεν προσποιείσαι, απλά ακτινοβολείς. Συμβαίνει αυθόρμητα να χαμογελάς ακόμα και στα φύλλα των δένδρων που αγγίζουν τη γη γιατί εσύ απλά διαρκώς ανθίζεις. Αλλάζεις με την έννοια ότι εξελίσσεσαι. Πάντα όμως με επιλογή δική σου, αυθόρμητη και ελεύθερη. Μέσα από τον δρόμο του εμείς μαθαίνεις καλύτερα και το εγώ. Ανακαλύπτεις πτυχές του εαυτού σου, που ίσως να μην τις γνώριζες ποτέ και ακόμη εξελίσσεσαι για να μάθεις με αρμονία και αλληλοπεριχώρηση να συνυπάρχεις.

Ο έρωτας έχει μια εντελώς δική του δυναμική. Μπορεί σε ένα δευτερόλεπτο να σε υψώσει στον ουρανό και την άλλη στιγμή να νιώθεις τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια σου.

Από το Εγώ στο Εμείς

Αγαπώ σημαίνει εμείς, ούτε α΄ ενικό ούτε β΄ ενικό, μόνο α ΄πληθυντικό. Εμείς σημαίνει μια καρδιά, μια ψυχή και ένα χτυποκάρδι. Βεβαίως και ο καθένας χρειάζεται τον προσωπικό του χώρο και χρόνο, μα αγάπη σημαίνει φροντίδα για την συντροφικότητα. Το μαζί θέλει δουλειά για να λειτουργήσει.

Κάθε μαζί σημαίνει συγχορδία ψυχών. Στην αγάπη ελευθερώνεις και ελευθερώνεται συνάμα. Γίνεσαι ταυτόχρονα ευάλωτος και άτρωτος. Χάνεσαι σε κάθε βλέμμα και αναγεννιέσαι σε κάθε δάκρυ.

Υπάρχουν πολλά δάκρυα. Δάκρυα χαράς, πόνου, ανακούφισης. Κάθε δάκρυ, κάθε συναίσθημα είναι σημαντικό να το αποδεχόμαστε άνευ όρων, να το καλωσορίζουμε κατά κάποιο τρόπο. Κάθε τι που νιώθουμε έχει κάτι πολύτιμο και ουσιώδες να μας μάθει για τον εαυτό μας.

Ας μην απορρίπτουμε ή ας μην κρίνουμε αυστηρά τα συναισθήματά μας, όποια και αν είναι αυτά. Αποτελούν την πηγή της εξέλιξης και της αυτογνωσίας μας.

Την αγάπη τη ζεις, τη νιώθεις όπως ακριβώς είσαι. Δεν χρειάζεται να είσαι τέλειος αλλά αυθεντικός. Να ζεις το τώρα σαν να ζεις το για πάντα. Σημαντικό ρίσκο να τολμήσεις να ανοίξεις την καρδιά σου με κίνδυνο να πληγωθείς ή να απογοητευτείς, μα ζωή και αγάπη δίχως ρίσκο, δίχως βήματα που μας πηγαίνουν προς τα εμπρός δεν υπάρχει.

Στον έρωτα η αμοιβαιότητα είναι η πηγή της φλόγας. Να είσαι πραγματικά παρών με συναισθηματική διαθεσιμότητα και ενεργητική ακρόαση για τον άνθρωπο σου και εκείνος/εκείνη το ίδιο για εσένα. Όσο περισσότερο οι σύντροφοι αισθάνονται ότι ακούγονται τα συναισθήματα, οι ανάγκες και οι επιθυμίες τους στη σχέση τόσο πιο πολύ νιώθουν ασφάλεια και εμπιστοσύνη να συνδεθούν.

Επιπρόσθετα, η αγάπη είναι λουλούδι που για να ανθίσει και να μας συνεπάρει με την υπέροχη ευωδία του χρειάζεται καθημερινή φροντίδα και από τους δύο συντρόφους. Μια όμορφη συζήτηση, ένα τρυφερό χάδι, ένας ρομαντικός περίπατος ή ένα δείπνο μπορούν απλά να αναζωπυρώσουν την φλόγα και να κάνουν τις ερωτευμένες ψυχές να ξεκουραστούν και να επιθυμήσουν πιο πολύ η μία την άλλη. Όταν δύο ερωτευμένοι νιώθουν σύμμαχοι ζωής με αγάπη και σεβασμό, τότε όλος ο κόσμος απλώνεται μπροστά τους να τον απολαύσουν.

Η ευγνωμοσύνη στη συντροφική σχέση

Η συντροφικότητα είναι δώρο και η ευγνωμοσύνη είναι πηγή εξέλιξης του έρωτα και της ζωής της ίδιας. Όταν αισθάνεσαι ευγνώμων για την ύπαρξη της /του συντρόφου σου στη ζωή σου τότε δε μένει παρά να εξελιχθείς στην καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου και για εσένα τον ίδιο και για την σχέση στην οποία συμπορεύεσαι. Είμαι ευγνώμων που υπάρχεις στη ζωή μου σημαίνει εκτιμώ και τιμώ την παρουσία σου κοντά μου. Σε σέβομαι ως προσωπικότητα και ως σύντροφο για όλα όσα απλόχερα και πάντα με ελευθερία μου χαρίζεις και σου χαρίζω.

Ο έρωτας ακόμη δε σχετίζεται με εγωϊστικές κατακτήσεις ή ζηλοτυπίες. Αγαπώ σημαίνει χαρίζω ελευθερία. Οι σύντροφοι δεν είναι αντίπαλοι να κατακτήσουν ο ένας τον άλλον αλλά είναι δύο ψυχές που πορεύονται στο φως μαζί.

Κάθε σκοτάδι εγωϊσμού που έρχεται στο διάβα τους μαθαίνουν να το δουλεύουν για να μην καταφέρει να σβήσει το φως του έρωτά τους.

Ο χρόνος είναι αυτός που δοκιμάζει την αληθινή αγάπη. Όταν εκείνη είναι αληθινή κρατάει για πάντα. Δεν ξεχνιέται, δεν χάνεται και δε σβήνει. Συγχωρεί σφάλματα και καίει τον εγωϊσμό.

Συμπερασματικά, όταν μάθεις πώς επιθυμείς να αγαπάς ανακαλύπτεις και πώς επιδιώκεις να αγαπιέσαι. Όταν πρώτα σε εσένα προσφέρεις αγάπη, σεβασμό, εκτίμηση και άνευ όρων αποδοχή, τότε το χαρίζεις απλόχερα και στον άνθρωπό σου και σε όλο τον κόσμο γύρω σου. Το φως σου ακτινοβολεί και τίποτε δεν μπορεί να το επισκιάσει ή να το κρύψει.