Παρασκευή 9 Ιουλίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Ἠλέκτρα (660-695)

660 ΠΑ. ξέναι γυναῖκες, πῶς ἂν εἰδείην σαφῶς
εἰ τοῦ τυράννου δώματ᾽ Αἰγίσθου τάδε;
ΧΟ. τάδ᾽ ἐστίν, ὦ ξέν᾽· αὐτὸς ᾔκασας καλῶς.
ΠΑ. ἦ καὶ δάμαρτα τήνδ᾽ ἐπεικάζων κυρῶ
κείνου; πρέπει γὰρ ὡς τύραννος εἰσορᾶν.
665 ΧΟ. μάλιστα πάντων· ἥδε σοι κείνη πάρα.
ΠΑ. ὦ χαῖρ᾽, ἄνασσα. σοὶ φέρων ἥκω λόγους
ἡδεῖς φίλου παρ᾽ ἀνδρὸς Αἰγίσθῳ θ᾽ ὁμοῦ.
ΚΛ. ἐδεξάμην τὸ ῥηθέν· εἰδέναι δέ σου
πρώτιστα χρῄζω τίς σ᾽ ἀπέστειλεν βροτῶν.
670 ΠΑ. Φανοτεὺς ὁ Φωκεύς, πρᾶγμα πορσύνων μέγα.
ΚΛ. τὸ ποῖον, ὦ ξέν᾽; εἰπέ. παρὰ φίλου γὰρ ὢν
ἀνδρὸς, σάφ᾽ οἶδα, προσφιλεῖς λέξεις λόγους.
ΠΑ. τέθνηκ᾽ Ὀρέστης· ἐν βραχεῖ ξυνθεὶς λέγω.
ΗΛ. οἲ ᾽γὼ τάλαιν᾽, ὄλωλα τῇδ᾽ ἐν ἡμέρᾳ.
675 ΚΛ. τί φής, τί φής, ὦ ξεῖνε; μὴ ταύτης κλύε.
ΠΑ. θανόντ᾽ Ὀρέστην νῦν τε καὶ τότ᾽ ἐννέπω.
ΗΛ. ἀπωλόμην δύστηνος, οὐδέν εἰμ᾽ ἔτι.
ΚΛ. σὺ μὲν τὰ σαυτῆς πρᾶσσ᾽, ἐμοὶ δὲ σύ, ξένε,
τἀληθὲς εἰπέ, τῷ τρόπῳ διόλλυται;
680 ΠΑ. κἀπεμπόμην πρὸς ταῦτα καὶ τὸ πᾶν φράσω.
κεῖνος γὰρ ἐλθὼν ἐς τὸ κλεινὸν Ἑλλάδος
πρόσχημ᾽ ἀγῶνος Δελφικῶν ἄθλων χάριν.
ὅτ᾽ ᾔσθετ᾽ ἀνδρὸς ὀρθίων κηρυγμάτων
δρόμον προκηρύξαντος, οὗ πρώτη κρίσις,
685 εἰσῆλθε λαμπρός, πᾶσι τοῖς ἐκεῖ σέβας·
δρόμου δ᾽ ἰσώσας τῇ φύσει τὰ τ᾽ ἔργματα
νίκης ἔχων ἐξῆλθε πάντιμον γέρας.
χὥπως μὲν ἐν πολλοῖσι παῦρά σοι λέγω,
οὐκ οἶδα τοιοῦδ᾽ ἀνδρὸς ἔργα καὶ κράτη·
690 ἓν δ᾽ ἴσθ᾽· ὅσων γὰρ εἰσεκήρυξαν βραβῆς
†δρόμων διαύλων πένταθλ᾽ ἃ νομίζεται†,
τούτων ἐνεγκὼν πάντα τἀπινίκια
ὠλβίζετ᾽, Ἀργεῖος μὲν ἀνακαλούμενος,
ὄνομα δ᾽ Ὀρέστης, τοῦ τὸ κλεινὸν Ἑλλάδος
695 Ἀγαμέμνονος στράτευμ᾽ ἀγείραντός ποτέ.

***
660 ΠΑΙ. Καλές γυναίκες, πώς θενα μπορούσα
να μάθω αν είναι αυτά πραγματικώς
τ᾽ ανάκτορα του βασιλιά του Αιγίστου;
ΧΟΡ. Ναι, ξένε, σωστά μάντεψες και μόνος.
ΠΑΙ. Και τάχα θενα γελαστώ, αν την πάρω
κι αυτή για σύζυγό του; γιατί αλήθεια,
βασίλισσα φαντάζει να τη βλέπεις.
ΧΟΡ. Βεβαιότατα· την ίδια έχεις μπροστά σου.
ΠΑΙ. Σε προσκυνώ, βασίλισσα· έρχομαι
καλές ειδήσεις από μέρος φίλου
να σου φέρω και σένα και του Αιγίστου.
ΚΛΥ. Καλόδεχτος ο λόγος σου· μ᾽ απ᾽ όλα
πρώτα, θέλω να μάθω ποιός σε στέλνει.
ΠΑΙ. Ο Φανοτέας απ᾽ τη Φωκίδα· μ᾽ έχει
670 μ᾽ αποστολή σπουδαία επιφορτίσει.
ΚΛΥ. Ποιά, ξένε; λέγε· αφού έρχεσαι από φίλο,
δεν αμφιβάλλω, ευχάριστα θα φέρνεις.
ΠΑΙ. Πέθαν᾽ ο Ορέστης. Με δυο λόγια, αυτό είναι.
ΗΛΕ. Αλί μου, αλί μου, χάθηκα και πάω!
ΚΛΥ. Τί λες, ξένε, τί λες; μην την ακούς
αυτή. ΠΑΙ. Πως είν᾽ ο Ορέστης πεθαμένος,
είπα και ξαναλέω. ΗΛΕ. Αλίμονό μου,
χάθηκα και πια τίποτα δεν είμαι.
ΚΛΥ. Κοίταζε τα δικά σου εσύ. Μα πε μου
εμένα, ξένε, με ποιό τρόπο, αλήθεια,
πέθανε; ΠΑΙ. Μα γι᾽ αυτό και μ᾽ έχουν στείλει
680 κι όλα καταλεπτώς θα σου ιστορήσω:
Πήγε κι αυτός στους ξακουστούς εκείνους
αγώνες, που ᾽ναι δόξα της Ελλάδος,
να λάβει μέρος για τα Δελφικά άθλα.
Κι όταν ακούστηκε να προκηρύττει
μεγαλόφωνα ο κήρυκας το δρόμο,
το πρώτο αγώνισμα, μπήκε στο στίβο
με το λαμπρό παράστημά του, που όλων
εκίνησε το θαυμασμό, κι αφού όμοια
με τη φύση του τέλειωσε το δρόμο,
βγήκε με το έπαθλο το πολυζηλεμένο.
Μα πώς να λέγω απ᾽ τις πολλές καν λίγες
επιτυχίες και νίκες του, δεν ξέρω·
690 φτάνει να πω, πως σ᾽ όσους οι αθλοθέτες
προκήρυξαν αγώνες, ήρθε πρώτος,
κι όλοι τον μακαρίζανε και σ᾽ όλων
τα στόματα γυρνούσε τ᾽ όνομά του:
ο Αργείος Ορέστης, του Αγαμέμνονα
γιος, που την κοσμολογημένη εκείνη
ξεσήκωσε εκστρατεία της Ελλάδος.

Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία: 5. Ελληνορωμαϊκή εποχή (31 π.Χ.-330 μ.Χ.)

5.5.Δ. Ιστοριογραφία

«Είναι πολύ μεγάλο κακό να μην ξέρει κανείς να ξεχωρίζει την ιστορία από την ποίηση και να εισάγει στην ιστορία τα στολίδια της ποίησης: τον μύθο, το εγκώμιο και τις υπερβολές τους
Λουκιανός, Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν

Ο Λουκιανός επισημαίνει και καταδικάζει, με το δίκιο του, ένα γενικότερο φαινόμενο που εμφανίζεται ήδη στο βιογραφικό έργο του Πλουτάρχου: επιχειρώντας να ερμηνεύσουν και να νομιμοποιήσουν τη ρωμαϊκή κυριαρχία, προσπαθώντας να παρουσιάσουν σε ευνοϊκό φως τα γεγονότα της εποχής και θέλοντας να κολακέψουν τους πρωταγωνιστές τους, οι ιστορικοί της Ελληνορωμαϊκής εποχής παράβλεπαν συχνά το χρέος τους προς την αλήθεια, υιοθετούσαν, αν δεν έπλαθαν, μύθους και αναλύονταν σε υπερβολικούς επαίνους.

Σημαντικός Έλληνας ιστορικός στο ξεκίνημα των ελληνορωμαϊκών χρόνων ήταν ο Νικόλαος από τη Δαμασκό (1ος π.Χ./1ος μ.Χ. αι.) σύμβουλος και διπλωματικός εκπρόσωπος του Ηρώδη του Μεγάλου, βασιλιά της Ιουδαίας. Συνεχίζοντας την παράδοση του Διόδωρου ο Νικόλαος θέλησε στο έργο του Ἱστορίαι, έργο-ποταμό, να καταγράψει την κοινή ιστορία όλων των λαών, ανατολικών και δυτικών, από τις πρώτες αρχές ως και τις μέρες του. Από τα 144 βιβλία δε σώζονται παρά λιγοστά αποσπάσματα ενσωματωμένα στα έργα νεότερων ιστορικών, όπως του Ιώσηπου και του Αππιανού, που τον αντιγράψαν. Χαμένα είναι και τα υπόλοιπα (εθνογραφικά, βιογραφικά και φιλοσοφικά) έργα του, όπως χαμένες είναι και οι τραγωδίες και οι κωμωδίες που παραδίδεται ότι είχε γράψει.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ (1ος π.Χ./1ος μ.Χ. αι.)

Ο Διονύσιος από την Αλικαρνασσό, που τον γνωρίσαμε και ως κήρυκα του αττικισμού, δημοσίευσε και ιστορικό έργο με τίτλο Ρωμαϊκὴ ἀρχαιολογία, όπου παρουσίαζε την ιστορία της Ρώμης από τις αρχές ως τον πρώτο Καρχηδονιακό πόλεμο, αφετηρία της ιστορίας του Πολύβιου. Τα πρώτα έντεκα βιβλία έχουν σωθεί αυτούσια· από τα υπόλοιπα εννιά έχουμε μόνο επιτομές και αποσπάσματα.

Ο Διονύσιος ξεκινά από την πεποίθηση ότι και στα πολεμικά και στα ειρηνικά έργα η ρωμαϊκή ηγεμονία ξεπερνά κάθε προηγούμενη, και υπόσχεται να δείξει (α) ότι οι οικιστές της Ρώμης δεν ήταν κάποιοι «ανέστιοι και πλάνητες βάρβαροι», όπως λέγεται, αλλά Έλληνες από τους καλύτερους, και (β) ότι το μεγαλείο της δεν το χρωστά στην τύχη, όπως ισχυρίστηκαν άλλοι «κακοηθέστατοι» ιστορικοί, αλλά «στην ευσέβεια και τη δικαιοσύνη» των κατοίκων της (1.4). Για το πρώτο στηρίχτηκε σε μύθους, για το δεύτερο στην ικανότητά του να ωραιοποιεί τα δεδομένα της ρωμαϊκής ιστορίας.

Πηγές του ήταν οι προγενέστεροι Έλληνες και ρωμαίοι ιστορικοί και χρονογράφοι, γλώσσα του φυσικά η αττική διάλεκτος, πρότυπα ύφους οι ρήτορες των κλασικών χρόνων, αλλά βέβαια το αποτέλεσμα, όπως θα το περιμέναμε, είναι πολύ μέτριο.

Ο Φλάβιος Ιώσηπος (περ. 37-100 μ.Χ.) ήταν Ιουδαίος, γεννημένος από ιερατική οικογένεια στην Ιερουσαλήμ. Στην εβραϊκή εξέγερση πολέμησε τους Ρωμαίους από ηγετική θέση· πιάστηκε όμως αιχμάλωτος (69 μ.Χ.), κέρδισε στη Ρώμη την εύνοια του Βεσπασιανού, απελευθερώθηκε, παρακολούθησε από το ρωμαϊκό στρατόπεδο την πολιορκία και την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και τελικά εγκαταστάθηκε στη Ρώμη ως συγγραφέας και ευνοούμενος των αυτοκρατόρων. Την περιγράφει ο ίδιος τη δράση του (κάπως αόριστα και συγκαλυμμένα) πρώτα στο έργο του Ἱστορία ἰουδαϊκοῦ πολέμου πρὸς Ρωμαίους, ύστερα και στην αυτοβιογραφία που δημοσίευσε με τον τίτλο Ἰωσήπου βίος σε μια προσπάθεια να αποδείξει με κάθε μέσο την αφοσίωσή του στη Ρώμη. Τα υπόλοιπα έργα του, η Ἰουδαϊκὴ ἀρχαιολογία, με κύρια πηγή την Παλαιά Διαθήκη, και το Περὶ ἀρχαιότητος τῶν Ἰουδαίων στόχο έχουν να παρουσιάσουν στο μορφωμένο κοινό της αυτοκρατορίας την πανάρχαιη εβραϊκή ιστορική και πολιτισμική παράδοση.

Μητρική του γλώσσα ήταν τα αραμαϊκά, και σε αυτήν έγραφε τα έργα του πριν τα μεταφράσει, όχι χωρίς συνεργάτες, στα ελληνικά. Έτσι ο λόγος του, παρ᾽ όλο τον αττικισμό και το φροντισμένο ρητορικό ύφος, δεν παύει να προδίνει την ξενική του προέλευση.

Ο Αππιανός από την Αλεξάνδρεια (περ. 90-165 μ.Χ.) ανακηρύχτηκε ρωμαίος πολίτης από τον αυτοκράτορα Αδριανό και σταδιοδρόμησε ως δημόσιος λειτουργός στη Ρώμη. Το έργο του Ρωμαϊκά, γραμμένο στην Κοινή χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές απαιτήσεις, αποτελεί εξιστόρηση της ρωμαϊκής ιστορίας από τα μυθικά χρόνια ως τις μέρες του. Σε γενικές γραμμές η αφήγηση ακολουθεί τη χρονολογική τάξη· όμως οδηγός στην οικονομία της ύλης είναι και τα διάφορα έθνη που παρουσιάζονται ένα ένα με τη σειρά της υποταγής τους στους Ρωμαίους. Οι περισσότερες πηγές του Αππιανού ήταν λατινικές, και βέβαια ο θαυμασμός του για τη Ρώμη απεριόριστος.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ (περ. 95-175 μ.Χ.)

Ο Φλάβιος Αρριανός, από τη Νικομήδεια της Βιθυνίας, σπούδασε πρώτα στην Αθήνα, ύστερα στη Νικόπολη, όπου μαθήτεψε στον Επίκτητο, γοητεύτηκε από τη φιλοσοφία του και την κατάγραψε σε δύο έργα με τίτλο Ἐπικτήτου διατριβαί και Ἐγχειρίδιον. Στη συνέχεια, ακολουθώντας την οικογενειακή του παράδοση, υπηρέτησε σε κρατικές θέσεις, συνδέθηκε φιλικά με τον αυτοκράτορα Αδριανό και τοποθετήθηκε πληρεξούσιος διοικητής της Καππαδοκίας - μεγάλη θέση. Αν και σημείωσε επιτυχίες, ιδιαίτερα στο στρατιωτικό πεδίο, όπου αναχαίτισε τους Αλανούς, εισβολείς από τον Καύκασο, σε λίγα χρόνια αποσύρθηκε, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και αφοσιώθηκε στη συγγραφή.

Από τα έργα που σχετίζονται με τη δράση του δύο, ο Περίπλους Εὐξείνου Πόντου και η Τέχνη τακτική, σώθηκαν ολόκληρα· από ένα τρίτο, την Ἀλανική, μόνο ένα απόσπασμα. Από τα έργα της ύστερης συγγραφικής περιόδου έχουν χαθεί τρεις βιογραφίες[1] και τρία μεγάλα ιστορικά έργα, τα Βιθυνιακά, τα Παρθικά και τα Μετ᾽ Ἀλέξανδρον· σώθηκαν όμως ο Κυνηγετικός, που συμπληρώνει τα Κυνηγετικά του Ξενοφώντα, η Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις, που ιστορεί την εκστρατεία του Μεγαλέξανδρου, και η Ἰνδική, έργο εθνογραφικό, γραμμένο σε ιωνική διάλεκτο κατά το πρότυπο του Ηρόδοτου.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη παρατηρητικότητα για να διαπιστώσουμε πόσα βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία συνδέουν τον Αρριανό με τον Ξενοφώντα: όπως ο Ξενοφών, έτσι και ο Αρριανός μαθήτεψε σε ένα φιλόσοφο και κατάγραψε τις απόψεις του δασκάλου του· όπως ο Ξενοφών, έτσι και ο Αρριανός πολέμησε από ηγετική θέση στη Μικρασία· όπως ο Ξενοφών, έτσι και ο Αρριανός αποσύρθηκε νωρίς από τη δράση και αφοσιώθηκε στη συγγραφή· η Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις του Αρριανού αντιστοιχεί ως τίτλος στην Κύρου ἀνάβασις του Ξενοφώντα και ο Κυνηγετικός στα Κυνηγετικά. Οι ομοιότητες, θεληματικές και αθέλητες, είναι πραγματικά μεγάλες.

Σύγχρονος σχεδόν με τον Αρριανό ο Λουκιανός είχε διαπιστώσει ότι τα χρόνια εκείνα «δεν έμεινε άνθρωπος να μη συγγράφει ιστορία· όλοι μάς γίναν Θουκυδίδηδες και Ηρόδοτοι και Ξενοφώντες»[2] - σωστά! Όμως ας μην αδικήσουμε έναν ιστορικό που ήξερε να διαλέγει τις πηγές του, που διασταύρωνε τις πληροφορίες του και που, ιδιαίτερα στην Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις, μας έδωσε μιαν αξιόπιστη αφήγηση της εκστρατείας - αντικειμενική, όπου προσπάθησε βέβαια να δικαιολογήσει, όχι όμως και να αποκρύψει τις σκοτεινές πλευρές του Μεγαλέξανδρου. Όσο για τη συνειδητή μίμηση του Ξενοφώντα, αυτή τον βοήθησε να ακολουθήσει τον μέσο δρόμο και να διαμορφώσει έναν αττικό λόγο απλό, στρωτό και ευκολονόητο.

Ο Δίων Κάσσιος (περ. 163-235 μ.Χ.), συμπατριώτης και συγγενής του Δίωνα του Χρυσόστομου, γεννήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας. Σπούδασε στη Ρώμη και ακολουθώντας, όπως ο Αρριανός, την οικογενειακή του παράδοση, υπηρέτησε στη ρωμαϊκή διοίκηση, συνδέθηκε με τους αυτοκράτορες και έφτασε στα ύπατα αξιώματα. Ήταν πια γέρος όταν αποσύρθηκε στην πατρίδα του για να συνεχίσει το συγγραφικό του έργο. Θαυμαστής και αυτός της Ρώμης, έγραψε την ιστορία της από τις αρχές ως το 229 μ.Χ. Η Ρωμαϊκὴ ιστορία, που για να τη γράψει μας λέει ο ίδιος ότι χρειάστηκε είκοσι χρόνια, είχε 80 βιβλία, απ᾽ όπου μας σώθηκαν 24 ολόκληρα, 2 αποσπασματικά και τα υπόλοιπα σε σύνοψη. Οι περισσότερες πηγές του ήταν λατινικές, πρότυπά του στη γλώσσα και στο ύφος ο Θουκυδίδης και ο Δημοσθένης, αλλά το αποτέλεσμα, αν εξαιρέσουμε την εξιστόρηση των γεγονότων που είχε ζήσει ο ίδιος από κοντά, δεν ικανοποιεί.

Από τη Βιθυνία φαίνεται να καταγόταν και ο Ηρωδιανός (2ος/3ος μ.Χ. αι.), συγγραφέας ενός έργου με τίτλο Τῆς μετὰ Μάρκον βασιλείας ἱστορίαι, που καλύπτει την περίοδο από τον θάνατο του Μάρκου Αυρηλίου ως την ενθρόνιση του Γορδιανού (180-238 μ.Χ.). Ο Ηρωδιανός δήλωσε ότι ἐν βασιλικαῖς ἢ δημοσίαις ὑπηρεσίαις γενόμενος κατάγραψε γεγονότα που είδε και άκουσε ο ίδιος (1.2.5), και έδωσε στην αφήγησή του τη μορφή μιας σειράς από βιογραφίες όπου οι πληροφορίες για τη δράση των αυτοκρατόρων συνδυάζονται με κριτικές παρατηρήσεις για τη μόρφωση και τον χαρακτήρα τους. Αν και οι ιστορικοί έχουν επισημάνει πολλές απροσεξίες και ανακρίβειες, αν και οι φιλόλογοι δεν ενθουσιάζονται με τη γλώσσα της[3] και τον ρητορισμό της, η ιστορία του Ηρωδιανού είναι πολύτιμη, ας είναι και μόνο γιατί παρουσιάζει πρόσωπα και πράγματα μιας κινημένης εποχής, όταν στον θρόνο ανεβοκατέβαιναν αυτοκράτορες ασήμαντοι που άλλο έργο δε σώθηκε να μας τους γνωρίσει.

Ο Δέξιππος (3ος π.Χ. αι.) ήταν Αθηναίος, κατά καιρούς ιερέας, άρχων βασιλεύς, άρχων επώνυμος, στρατηγός και σωτήρας της Αθήνας, όταν την απείλησαν γερμανοί επιδρομείς. Έργα του (α) η Χρονικὴ ἱστορία, παγκόσμια, από τις αρχές ως τα χρόνια του, (β) τα Σκυθικά, για τις επιδρομές των βαρβάρων, και (γ) Τὰ μετ᾽ Ἀλέξανδρον, που έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι αποτελούσαν επιτομή του ομώνυμου έργου του Αρριανού - όλα, εκτός από λίγα αποσπάσματα, χαμένα.

Τον 3ο μ.Χ. αιώνα, ένας άγνωστός μας συγγραφέας που τον ονομάζουμε Ψευδοκαλλισθένη (θα δούμε γιατί) αποφάσισε να συνθέσει και να καταγράψει σε συνεχή διήγηση τους ποικίλους θρύλους για τον Μεγαλέξανδρο που κυκλοφορούσαν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και που οι ρίζες τους έφταναν πίσω στα πρώτα αλεξανδρινά χρόνια. Έτσι δημιουργήθηκε η Διήγησις τοῦ Ἀλεξάνδρου, που με διάφορους τίτλους και σε πολλές παραλλαγές και μεταφράσεις κυκλοφορούσε χειρόγραφα στα βυζαντινά χρόνια, ώσπου αργότερα να τυπωθεί και να γίνει λαϊκό ανάγνωσμα, η λεγόμενη Φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου. Η Διήγησις (όπου ο Μεγαλέξανδρος παρουσιάζεται να έχει κατακτήσει, κοντά στα άλλα, τη Σικελία και να συζητά με τους ινδούς γυμνοσοφιστές) αποδόθηκε στον Καλλισθένη, τον ιστορικό του Μεγαλέξανδρου, χωρίς βέβαια να είναι δική του. Αν την αναφέρουμε εδώ είναι γιατί αποτελεί ταιριαστό σύνδεσμο ανάμεσα στην ιστορία και το μυθιστόρημα.
------------------------------------------
1. Ο Αρριανός είχε βιογραφήσει τον κορίνθιο στρατηγό Τιμολέοντα, που είχε δράσει στη Σικελία, τον Δίωνα, τύραννο των Συρακουσών, και έναν άγνωστό μας ληστή, τον Τιλλόροβο.

2. Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν 

3. Αναρωτιέται κανείς διαβάζοντας αν ο Ηρωδιανός, που είχε πρότυπό του τον Θουκυδίδη, ξεκίνησε να γράψει στην αττική διάλεκτο με προσμείξεις από την Κοινή, ή στην Κοινή με προσμείξεις από την αττική διάλεκτο.

Το ταλέντο των χειριστικών ανθρώπων, είναι να σου δημιουργούν τύψεις κι ενοχές

Είναι φορές που ενώ βρίσκεσαι σε μια παρέα φαινομενικά ήρεμος, μέσα σου είσαι έτοιμος να εκραγείς και να το βάλεις στα πόδια για να ελευθερωθείς. Δεν το κάνεις όμως γιατί δε βρίσκεις τη δύναμη.

Κάτι αόρατο σε πνίγει και σε ελέγχει. Είναι η αρνητική δύναμη των χειριστικών ανθρώπων. Είναι αυτοί που νιώθουν σπουδαίοι ρουφώντας την ενέργεια όσων τους ακούν.

Καταλαβαίνουν τους ακροατές που νιώθουν άβολα και χαίρονται να τους βομβαρδίζουν με τύψεις και ενοχές. Γιατί; Μα επειδή οι ίδιοι είναι ανήμποροι και δειλοί να διαχειριστούν τα δικά τους θέματα, προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή και να σκεπάσουν τη δυστυχία τους ενοχοποιώντας τους άλλους.

Σε συζητήσεις δεν ενδιαφέρονται να ακούσουν τι έχεις να τους πεις, αλλά αναφέρονται στα δικά τους θέματα μεταδίδοντας αρνητική ενέργεια. Στοχεύουν στο αδύνατο σημείο σου και το χρησιμοποιούν όπως τους βολεύει. Το όπλο τους; Η ενοχή. Θα σε κάνουν να πιστέψεις ότι εσύ ευθύνεσαι για τη δική τους δυστυχία και τα προβλήματά τους. Τι πετυχαίνουν; Σε ελέγχουν με τις ενοχές.

Οι τύψεις που σου προκαλούν, φέρνουν σε σένα ψυχική φθορά και σ’ εκείνους ικανοποίηση. Την επόμενη φορά που θα σου πετάξουν το μπαλάκι για να νιώσεις ενοχικά, στρέψε τα βέλη εκεί που εκτοξεύτηκαν. Μην επιτρέπεις σε κανένα να σε ελέγχει και να σε χειραγωγεί. Όχι ξόδεμα χρόνου σε τέτοιους ανθρώπους.

Βρες τη δύναμη να απομακρυνθείς από οποιονδήποτε σε μειώνει και περιορίζει το “οξυγόνο” σου.

Σε κάθε μέρος που υπάρχει αλληλεπίδραση, υπάρχουν και ηλίθιοι

Να γιατί, παραδόξως, οι ηλίθιοι προτιμούν τον πόλεμο .

Απολαμβάνουν τη χαρά της καταστροφής, τουλάχιστον στη σκέψη, και η απόλαυση αυτή θέτει ολόκληρο τον κόσμο σε κίνδυνο, ακόμα και στην πραγματικότητα.

Θα ρωτήσετε ίσως από πού προέρχεται αυτή η παράδοξη απόλαυση που τους προσφέρει η καταστροφή.

E, λοιπόν, κατ’ αρχάς οι ηλίθιοι δεν είναι τίποτε άλλο από γιγάντια κουτορνίθια που εκπλήσσονται από την ίδια τους τη δύναμη και που την ασκούν χωρίς να καταφέρουν να ξεπεράσουν τη δυσπιστία τους.

Όπως τα βρέφη, εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι να δοκιμάσουν την εξουσία τους σε οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως τιμήματος – κυρίως επειδή, για εκείνους, η δύναμη παραμένει προβληματική.

Καθώς τις αμφιβολίες τους ενθαρρύνουν άλλοι ηλίθιοι, οι οποίοι τους εξουσιάζουν, δε σταματούν ποτέ να αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους, έτσι οι μεν ανακουφίζονται κυρίως ασκώντας εξουσία και οι δε υποτασσόμενοι.

Ωστόσο, μέσα στην ίδια μέρα, η πολύμορφη ηλιθιότητά τους περνά από τη μια μεταμόρφωση στην άλλη – από την κυριαρχία στην υποταγή και την καταστροφή.

Αλλά υπάρχουν πολλά ακόμα. Διότι εφόσον οι ηλίθιοι κλίνουν προς την καταστροφή (και σας απειλούν, για παράδειγμα), ελάχιστα τους ενδιαφέρει εάν η δύναμη αυτή είναι δική τους.

Επίσης, πολύ συχνά, ελάχιστα τους ενδιαφέρει εάν προστατεύει αυτούς τους ίδιους. Τι τους ενδιαφέρει; Ε λοιπόν, υπακούν τυφλά σε μια λογική της οικονομίας που δεν αφορά άμεσα αυτούς, αλλά μια φυσική τάση του Σύμπαντος.

Επειδή είναι πιο απλό και πιο εύκολο να καταστρέφει κανείς παρά να δημιουργεί, να επιτίθεται παρά να κατευνάζει, να διαλύει παρά να κτίζει, οι ηλίθιοι αφήνονται να τους διαπεράσει μια βία η οποία ξεπερνά κάθε υποκειμενική επεξεργασία, κάθε κοινωνικό οικοδόμημα, κάθε πολιτική συμφωνία, κάθε οικολογική αντίληψη.

Με άλλα λόγια, σέβονται πλήρως έναν φυσικό νόμο αύξησης της εντροπίας, επιστροφής στην αταξία, καταστροφής των οργανωμένων σχημάτων, όχι ακριβώς επειδή είναι οκνηροί (αν και η εν λόγω περιγραφή δε θα ήταν ανακριβής), αλλά επειδή κατά βάθος η δύναμη που τους διαπερνά αποτυγχάνει να οργανωθεί μέσα τους, αποτυγχάνει να ολοκληρωθεί υποκειμενικά και, έτσι, ξεχύνεται σαν φονικό κύμα στην παραλία των σχέσεων.

Η προτίμηση στον πόλεμο που παρατηρείται στους ηλίθιους δεν προκύπτει, συνεπώς, σε καμία περίπτωση από μια μυστηριώδη παρόρμηση θανάτου, διότι η βία που επικαλούνται και ενσαρκώνουν δεν είναι μόνο μια μορφή εξουσίας την οποία ένα υποκείμενο θα ασκούσε επάνω και εναντίον κάποιου άλλου.

Η βία της ηλιθιότητας είναι πιο κοσμική από αυτό. Επισημαίνει το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι ο μοχλός μιας δύναμης, η οποία μπορεί να ενώσει ή να διχάσει, να αυτοοργανωθεί ή να εξαρθρωθεί, να κονιορτοποιήσει τους ανθρώπους και τον πλανήτη Γη πιο εύκολα απ’ όσο φυσάμε τις πικραλίδες.

Εκείνο που επιφέρει την πραγματική καταστροφή (τον πόλεμο, τους θανάτους, τις οικολογικές καταστροφές) δεν είναι, επομένως, τίποτε άλλο παρά η ανώτερη δύναμη της ύπαρξης, που άλλοτε αυτοοργανώνεται σε υπέροχους ενεργειακούς συνδυασμούς -αυτοί είστε εσείς, είναι η ζωή, η χαρά, είναι η αιώνια άνοιξη του Σύμπαντος- και άλλοτε αποδιοργανώνεται με τρομακτικές εκλάμψεις που προκύπτουν από την εύθραυστη φύση κάθε προοπτικής επεξεργασίας.

Η δύναμη της ύπαρξης τους διαπερνά διαλύοντάς τους και, γι’ αυτόν τον λόγο, υποφέρουν μέσω του μίσους. Και μισούν οτιδήποτε, οποιονδήποτε, διότι η δύναμη καταστρέφει μέσω αυτών.

Καθώς είναι πιο άμεση και πιο απλή, καθώς έχει λιγότερο κόστος σε άμεσα μέσα απ’ ό,τι ο διάλογος, η καταστροφή είναι τελικά άρρηκτα συνδεδεμένη με την ηλιθιότητα.

Στο στάδιο αυτό, σχεδόν όλη η φιλοσοφική έρευνα υποχρεούται να αντιστραφεί. Διότι, το αντιλαμβάνεστε, δεν είναι δυνατό να καταστραφεί η ηλιθιότητα, δεδομένου ότι η ίδια είναι η αρχή κάθε καταστροφής.

Έτσι, εάν επιθυμείτε να ταχθείτε, στο μέτρο του δυνατού, στο στρατόπεδο της καλοσύνης και της ευφυΐας, θα αφήνετε ευλαβικά τους ηλίθιους να μιλούν ή, για να είμαι πιο σαφής, θα τους αφήνετε τελείως ελεύθερους να λένε ηλιθιότητες.

Όποιος είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει για αρκετό διάστημα μια αποικία από φώκιες στον ήλιο οφείλει να το παραδεχτεί: όπως και η εξυπνάδα έτσι και η ηλιθιότητα δεν είναι μόνο ανθρώπινο χαρακτηριστικό.

Στους τεράστιους βράχους που κάθονται υπάρχει πολύς χώρος: υπάρχουν επίσης και ενοχλητικοί τύποι.

Καθώς προτιμούν τα κατειλημμένα σημεία αντί για τις ελεύθερες θέσεις, ξεκινούν ανούσιες διαμάχες, προκαλούν φωνές και πληγές, δηλητηριάζουν τη ζωή των άλλων με κάθε μέσο, είτε πιτσιλώντας τους πάντες ενώ πέφτουν στη θάλασσα είτε επιχειρώντας να εκτοπίσουν φώκιες πιο δυνατές από τους ίδιους και, ενίοτε, λιγότερο δυνατές.

Να το δράμα κάθε κοινότητας. Σε κάθε μέρος που υπάρχει αλληλεπίδραση, υπάρχουν και ηλίθιοι.

Σοπενχάουερ: Όσο μεγαλώνουμε, ζούμε με όλο και λιγότερη συνείδηση

Κάθε προικισμένος άνθρωπος, κάθε άνθρωπος που δεν ανήκει στα θλιβερά 5/6 της ανθρωπότητας που είναι εκ φύσεως μειονεκτικά, όταν περάσει τα σαράντα είναι δύσκολο να μη δείξει κάποια στοιχεία μισανθρωπισμού.

Γιατί κρίνοντας απ’ τον εαυτό του, έχει καταλήξει στα συμπεράσματά του σχετικά με τους άλλους κι έχει ανα­καλύψει πως σε ό,τι αφορά το κεφάλι αλλά και την καρ­διά, πολλές φορές μάλιστα και τα δύο, έχει φτάσει σ’ ένα επίπεδο που οι άλλοι αδυνατούν να φτάσουν, γι’ αυτό και αποφεύγει την οποιαδήποτε σχέση μαζί τους.

Για τον ίδιο λόγο, ο καθένας αγαπάει ή μισεί τη μοναξιά του, με άλλα λόγια την παρέα με τον εαυτό του, ανάλογα με το πόσο αξίζει ο ίδιος.

Όταν είμαστε νέοι, ό,τι και να μας λένε οι άλλοι, θεωρούμε πως η ζωή είναι ατέλειωτη και χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας απερίσκεπτα -όσο μεγαλώνουμε όμως, αρχίζουμε να κάνουμε οικονομία. Γιατί προς τα τέλη της ζωής μας, κάθε μέρα που ζούμε μας προκαλεί μια αίσθηση που μοιάζει μ’ αυτήν που έχει σε κάθε του βήμα ο εγκληματίας, όταν τον πάνε στο ικρίωμα.

Όσο περισσότερο ζούμε, τόσο λιγότερα γεγονότα μάς φαίνονται σημαντικά, ή αρκετά σπουδαία, για να θέλουμε να τα θυμόμαστε αργότερα, να τα κρατήσουμε δηλαδή σταθερά στη μνήμη μας: γι’ αυτό και μόλις περάσουν, τα ξεχνάμε. Περνάει λοιπόν ο χρόνος έτσι, χωρίς ν’ αφήνει ίχνη.

Όσο μεγαλώνουμε, ζούμε με όλο και λιγότερη συνείδηση. Τα πράγματα έρχονται και παρέρχονται χωρίς να μας κάνουν εντύπωση· σαν ένα έργο τέχνης που το έχουμε δει χιλιάδες φορές: κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε και μετά δεν ξέρουμε αν το έχουμε κάνει ή όχι. Και καθώς η ζωή γίνεται όλο και πιο ασυναίσθητη, επιταχύνεται και η γενικότερη ασυνειδησία, οπότε η ζωή περνάει όλο και πιο γρήγορα.

Γενικά μπορεί να πει κανείς, ότι τα πρώτα σαράντα χρό­νια της ζωής μάς δίνουν το κείμενο, τα επόμενα τριάντα τα σχόλια πάνω στο κείμενο, τα οποία μας επιτρέπουν να καταλάβουμε για πρώτη φορά σωστά το νόημα, τις ανα­φορές, τα ηθικά διδάγματα και τις λεπτές έννοιες του κει­μένου.

Προς τα τέλη της ζωής, συμβαίνει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που γίνεται στο τέλος ενός χορού μεταμφιεσμένων: πέφτουν οι μάσκες. Τότε βλέπεις καθαρά ποιους ακρι­βώς είχες συναναστραφεί στη διάρκεια της ζωής σου. Γιατί τότε βγαίνουν οι χαρακτήρες των ανθρώπων πραγ­ματικά στο φως, οι πράξεις έχουν επιτέλους καρποφορή­σει, τα επιτεύγματα έχουν σωστά εκτιμηθεί και καθετί το ψεύτικο έχει γκρεμιστεί.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γενικά, και ανεξάρτητα από τις επιμέρους συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες, η νιότη χαρακτηρίζεται από μια κάποια μελαγχολία και θλίψη, ενώ τα γηρατειά αντίθετα χαρακτηρίζονται από μια σχε­τική ευθυμία: και ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι άλλος απ’ το γεγονός ότι ο νέος υπηρετεί δουλικά τον δαίμονα εκείνο, που δεν τον αφήνει ούτε στιγμή ήσυχο.

Στο ίδιο αίτιο μπορεί να αποδοθεί σχεδόν κάθε δυστυχία που καταδυνα­στεύει ή απειλεί τον άνθρωπο. Ο ηλικιωμένος όμως είναι χαρούμενος και γαλήνιος, μοιάζει με κάποιον που μετά από πολλά χρόνια έχει απαλλαγεί από τα δεσμά του και κινείται πια ελεύθερα.


Από την άλλη μεριά ωστόσο πρέ­πει να ειπωθεί ότι, όταν σβήνει το σεξουαλικό ένστικτο, χάνεται ο πραγματικός πυρήνας της ζωής, και το μόνο που μένει είναι το κέλυφος· η ζωή δηλαδή μοιάζει με μια κωμωδία, που ξεκινάει με κανονικούς ηθοποιούς και μετά συνεχίζει να παίζεται μέχρι το τέλος από κούκλες που έχουν φορέσει τα ρούχα των ανθρώπων.

Άρθουρ Σοπενχάουερ, Η τέχνη να επιβιώνεις

Χαρακτηριστικά ενός κριτικού στοχαστή

Μία από τις πιο αξιόλογες δεξιότητες στη ζωή είναι η ικανότητα να σκέφτεστε κριτικά. Εκτιμάται από πολλούς εργοδότες, καθώς επιτρέπει σε κάποιον να επιλέξει τις κατάλληλες πληροφορίες και να κάνει διάκριση μεταξύ του τι είναι χρήσιμο και του λιγότερο χρήσιμου. Συνολικά, είναι η ικανότητά μας να αναλύουμε πληροφορίες και να πάρουμε μια λογική απόφαση. Αλλά τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Σε ποια χαρακτηριστικά ενός κριτικού στοχαστή πρέπει να επικεντρωθούμε;

Είναι σημαντικό να τις γνωρίζουμε γιατί ένας κριτικός στοχαστής έχει ένα συγκεκριμένο σύνολο χαρακτηριστικών και νοοτροπιών. Σε τελική ανάλυση, ένας κριτικός στοχαστής δεν έχει να κάνει με τη συλλογή πληροφοριών. Τις αναλύουν και τις χρησιμοποιούν για να πάρουν αποφάσεις και να διορθώσουν προβλήματα.

Ιδού μερικές ιδιότητες ενός στοχαστή με κριτική σκέψη

1.Να έχουν περιέργεια για το περιβάλλον τους και τον κόσμο, να είναι ανοικτοί σε νέες ιδέες.

Όσοι είναι περίεργοι ξεκινούν πρώτα με μία ερώτηση και αρχίζουν να αναζητούν την απάντηση.

Όση νοημοσύνη και να 'χει κανείς δεν μπορεί να αντισταθμίσει τη στενότητα της σκέψης. Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πιθανότερο να απορρίψουν πληροφορίες που προέρχονται από μια κατεύθυνση που δεν τους αρέσει. Ωστόσο, ένας κριτικός στοχαστής δεν θα απορρίψει ποτέ πληροφορίες που βασίζονται μόνο στην προέλευσή τους. Θα καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να αξιολογήσουν την εγκυρότητά της βάσει των δικών της πλεονεκτημάτων.

Αλλά το σημαντικό είναι ότι το κάνουν αυτό για ένα ευρύ φάσμα θεμάτων και όχι σε μία εξειδικευμένη περιοχή. Επομένως, είναι επίσης δίκαιο να πούμε ότι έχουν μια υγιή περιέργεια για τον κόσμο όπως επίσης και για τους ανθρώπους. Έχουν μια εκτίμηση και ακόμη και γοητεία για πολιτισμούς, για διαφορετικές πεποιθήσεις και απόψεις που διαφέρουν από τις δικές τους, αλλά και για αυτές που ευθυγραμμίζονται με τη δική τους.

2. Είναι συμπονετικοί.

Η κριτική σκέψη δεν έχει να κάνει με πολλή νοημοσύνη. Ενώ είναι σημαντικό να έχουμε αυτές τις δεξιότητες, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι είμαστε ακόμα άνθρωποι και έχουμε συναισθηματικές και ενστικτώδεις πτυχές.

Δεν βοηθάτε και πολύ εάν εστιάζετε μόνο στις πληροφορίες και την ανάλυση.

Θυμηθείτε, ο καθένας έχει μια ιστορία που τους έκανε να γίνουν αυτοί που είναι. Όλοι έχουμε περάσει από προκλήσεις και δοκιμασίες που έχουν διαμορφώσει τη ζωή μας σε αυτό που είμαστε σήμερα. Οι στοχαστές με κριτική σκέψη το γνωρίζουν και γιορτάζουν τη μοναδικότητα όλων.

3. Έχουν υψηλή ευαισθητοποίηση

Αυτό το χαρακτηριστικό μας επιτρέπει να γνωρίζουμε πότε να χρησιμοποιούμε κριτική σκέψη.

Όσο περισσότερο γνωρίζετε τα πάντα, τόσο περισσότερο αρχίζετε να βλέπετε τις ευκαιρίες να εφαρμόσετε αυτές τις δεξιότητες. Για να συμβούν όλα αυτά, πρέπει να είστε συντονισμένοι στον κόσμο και να είστε παρόντες.

Οι κριτικοί στοχαστές έχουν επίσης έναν υγιή σκεπτικισμό. Αυτό το χαρακτηριστικό αποτελεί τη βάση των δεξιοτήτων επίλυσης προβλημάτων.

4. Είναι αποφασιστικοί και έχουν αυτοπεποίθηση

Συχνά, τα προβλήματα που απαιτούν κριτική σκέψη απαιτούν επίσης να αναλάβουμε γρήγορη και αποφασιστική δράση. Να σταθμίσουμε τις επιλογές μας και να φανταστούμε τα πιθανά αποτελέσματα από τις αποφάσεις μας και το πόσο γρήγορα μπορούν να ενεργοποιηθούν.

Για να το κάνετε αυτό, αφήστε τους δικούς σας φόβους κατά τη λήψη των αποφάσεων. Μερικές φορές, πρέπει να αποδεχτείτε το γεγονός ότι δεν πρόκειται να έχετε όλες τις πληροφορίες που χρειάζεστε. Η αποδοχή ή όχι μιας απόφασης που να είναι η καλύτερη είναι σημαντική.

Ένας κριτικός στοχαστής πρέπει να είναι δηλαδή πρόθυμος να υποστηρίξει αντιδημοφιλείς απόψεις αν είναι αληθινές και λογικές

5. Να έχουν απόλυτη τιμιότητα

Η ειλικρίνεια είναι σημαντικός παράγων για την κριτική σκέψη.

Η ηθική ακεραιότητα, ηθική σκέψη και οι ενέργειες που κάνουμε είναι όλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των κριτικών στοχαστών. Και όλα αυτά προέρχονται από την ειλικρίνεια τους.

Η τιμιότητα επεκτείνεται επίσης στο πώς κοιτάζουμε τον εαυτό μας και αγκαλιάζουμε ποιοι είμαστε. Απαιτεί τη διαχείριση των συναισθημάτων μας και τον έλεγχο των παρορμήσεων, καθώς και την αναγνώριση πότε εξαπατούμε τον εαυτό μας. Αυτά τα πράγματα είναι που μας κάνουν ανθρώπους, οπότε δεν είναι κάτι που μπορούμε να αφαιρέσουμε.

Ως εκ τούτου, οι κριτικοί στοχαστές αποδέχονται όχι μόνο άλλους γύρω τους, αλλά και τους ίδιους.

6. Δείχνουν καλή πρόθεση

Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που συμβαδίζει με την ευελιξία.

Εάν δεν έχουμε καλή πρόθεση ή ευελιξία, η στάση μας απέναντι στη μάθηση θα είναι ανύπαρκτη. Θα αντισταθούμε επίσης στις αλλαγές και θα πιστέψουμε ό,τι οι άλλοι μας λένε.

Από την άλλη πλευρά, όταν έχουμε αυτές τις δεξιότητες, μαθαίνουμε να αναθεωρούμε τις απόψεις μας, να κάνουμε αλλαγές και να έχουμε μια προθυμία να μάθουμε και να αναπτυχθούμε περαιτέρω σε άλλους τομείς.

7. Να είναι δημιουργικοί και συστηματικοί

Αν και δεν το πιστεύετε οι κριτικοί στοχαστές είναι δημιουργικοί και συστηματικοί άνθρωποι. Η δημιουργικότητα είναι ουσιαστική για έναν κριτικό στοχαστή, καθώς τόσες πολλές θέσεις απαιτούν νέες και δημιουργικές λύσεις.

Σκεφτείτε το μάρκετινγκ, την οικοδόμηση επαγγελματικών σχέσεων, αυτά τα πράγματα απαιτούν δημιουργικότητα. Εξετάστε την ιδέα της καινοτομίας που δεν είναι τίποτα άλλο παρά να λάβετε τους κανόνες μιας συγκεκριμένης βιομηχανίας και να τους αναδιατάξετε σε κάτι νέο.

8. Να έχουν αναλυτική σκέψη

Φυσικά, η ικανότητα ανάλυσης πληροφοριών είναι μια άλλη σημαντική πτυχή των κριτικών στοχαστών. Οι κριτικοί στοχαστές εξετάζουν διάφορες μορφές πληροφοριών και τις αναλύουν. είτε πρόκειται για αναφορές, δηλώσεις, επιχειρηματικά μοντέλα ή σχέσεις.

Ένα αναλυτικό μυαλό είναι ικανό να εντοπίσει τόσο τα προβλήματα όσο και να τα λύσει. Είναι εύκολο να χαθεί κανείς στις λεπτομέρειες που οδηγούν στην επίλυση προβλημάτων. Ένας κριτικός στοχαστής θα παραμείνει επικεντρωμένος στα πιο σημαντικά στοιχεία αντί να χαθεί στις λεπτομέρειες.

Η καλή χρήση των αναλυτικών δεξιοτήτων είναι σε θέση να διαχωρίσει τις πληροφορίες σε τμήματα και να τις αξιολογήσει ξεχωριστά και όλες μαζί, συλλογικά.

9. Σχέδιο συμπερασμάτων

Δεν εξηγούνται όλες οι πληροφορίες καθαρά. Υπάρχουν πολλά πράγματα που συνάγονται. Είναι σημαντικό να μπορείτε να αξιολογείτε πληροφορίες και να βγάζετε συμπεράσματα στα δεδομένα και τα αποδεικτικά στοιχεία.

Ωστόσο, υπάρχει μια διαφορά μεταξύ του συμπεράσματος και της υποθέσεως. Για παράδειγμα, αν σας είπα ότι ζυγίζω 230 κιλά, τι θα σκεφτόσασταν;

Μια υπόθεση θα ήταν ότι είμαι υπέρβαρος ή τρώγω και ζω ανθυγιεινά. Το συμπέρασμα όμως θα εξέταζε κι άλλα σημεία δεδομένων όπως το ύψος και τη σύνθεση του σώματος για να προσδιορίσει ποιο είναι ένα υγιές βάρος για μένα.

10. Επικοινωνία με σαφήνεια

Οι κριτικοί στοχαστές επικοινωνούν καθαρά. Είναι σε θέση να εξηγήσουν και να επικοινωνήσουν με συνοπτικό τρόπο. Με αποτέλεσμα, είναι επίσης προσεκτικοί και ενεργοί ακροατές .

Η κριτική σκέψη είναι το εργαλείο για τη δημιουργία σκέψεων και την έκφρασή τους. Αυτό σημαίνει εξήγηση με σαφήνεια της γραμμής της συλλογιστικής και της διαδικασίας σκέψης.

11. Προσδιορισμός της συνάφειας των πληροφοριών

Ένα τελευταίο χαρακτηριστικό ενός κριτικού στοχαστή είναι ο καθορισμός του τι είναι και τι δεν είναι χρήσιμο. Αυτό καταλήγει στον καθορισμό της συνάφειας ή διασύνδεσης των πληροφοριών.

Για να αναπτύξετε αυτήν την ικανότητα, συγκεντρώστε ποιες πληροφορίες είναι οι πιο σημαντικές και σχετικές με την περίπτωσή σας. Υπάρχουν τόσες πολλές περιπτώσεις όπου οι πληροφορίες μπορεί να φαίνονται σημαντικές αλλά δεν είναι σημαντικές σε αυτήν τη συγκεκριμένη κατάσταση. Από την άλλη πλευρά, οι πληροφορίες θα μπορούσαν να είναι σημαντικές και σχετικές, αλλά μπορεί να μην είναι σημαντικές για την επίλυση των τρεχόντων ζητημάτων.

Συνολικά, θα πρέπει να μπορείτε να εξετάσετε τις πληροφορίες από την πηγή και να προσδιορίσετε εάν είναι λογικά συναφές με αυτό που αντιμετωπίζετε.

Τελικές σκέψεις

Τα χαρακτηριστικά ενός κριτικού στοχαστή είναι τεράστια και δεν υπάρχει ιδιαίτερο σύνολο δεξιοτήτων που κάνουν τους κριτικούς στοχαστές. Οι Albert Einstein, Sigmund Freud, Henry Ford και πολλοί άλλοι ήταν κριτικοί στοχαστές. Αλλά προσέγγιζαν τα προβλήματα και τις προκλήσεις που συναντούσαν με εντελώς διαφορετικό τρόπο.

Να θυμάστε ότι δεν χρειάζεται να είμαστε σαν αυτούς. Αντίθετα, εστιάστε σε μερικά από τα χαρακτηριστικά που τους καθόρισαν ως σπουδαίους στοχαστές. Τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε παραπάνω θα σας βοηθήσουν σε αυτό το ταξίδι.

Να προσέχεις τις ιστορίες που πλάθει ο νους σου

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος λέει “είμαι θύμα, με πρόδωσε ο φίλος μου”. Η έκφραση “με πρόδωσε” είναι ήδη πολύ βαριά φορτισμένη. Θα μπορούσε κάποιος να πει “ο φίλος μου, που είναι άνθρωπος, συμπεριφέρθηκε με έναν τρόπο που αναλογούσε στο επίπεδο της συνειδητότητάς του τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, όταν έκανε αυτό που έκανε”. Ξαφνικά το βάρος της προδοσίας εξαφανίζεται.

Αντί να προβάλλει κανείς σε ένα γεγονός ένα σωρό ερμηνείες και χαρακτηρισμούς, ο πιο αντικειμενικός τρόπος αντίληψης διευκολύνει πολύ τα πράγματα και μας βοηθάει να τα αντιμετωπίζουμε πιο ψύχραιμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν υπέφερε από τη συμπεριφορά ενός άλλου ανθρώπου. Όλοι μπορεί να υποφέρουμε από τις συμπεριφορές άλλων, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι γενικά ζουν ασυνείδητα.

Είναι ενδιαφέρον όμως το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν κατά τη διάρκεια της ζωής τους να συμπεριφέρονται άλλες φορές πολύ ασυνείδητα και άλλες συνειδητά, ανάλογα με την κατάσταση που έχουν να αντιμετωπίσουν. Μερικοί κουβαλάνε μέσα τους το δυναμικό να διαπράξουν ένα έγκλημα, αλλά δεν τυχαίνει ποτέ στη ζωή τους να βρεθούν στις κατάλληλες συνθήκες που θα εκφραζόταν αυτή η συμπεριφορά. Κάποιοι όμως θα βρεθούν σε πολύ δύσκολες συνθήκες, που θα τους αναγκάσουν να βγάλουν στην επιφάνεια όλα όσα συσσώρευαν μέσα τους τα προηγούμενα χρόνια και θα συμπεριφερθούν ξαφνικά σαν “τέρατα”.

Στην περίπτωση της προδοσίας, όταν κάποιος μαθαίνει να κατανοεί και να συγχωρεί τον άλλον, στην πραγματικότητα απελευθερώνει τον εαυτό του από το βάρος της “ιστορίας” που κουβαλάει στο μυαλό του. Το βάρος της ταυτότητας που λέει “είμαι θύμα προδοσίας” είναι πολύ μεγάλο για οποιονδήποτε για να το κουβαλάει μέσα του. Δημιουργεί δυστυχία και γίνεται στοιχείο της αίσθησης του εαυτού του, που επηρεάζει και τις μελλοντικές του σχέσεις με άλλους ανθρώπους.

Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός με τις λέξεις που επιλέγεις για να περιγράψεις κάτι που βιώνεις. Το “με πρόδωσε” μπορεί να περιγράφει κάτι που συνέβη, αλλά δεν είναι η αντικειμενική πραγματικότητα. Και η συγχώρεση δεν σημαίνει ότι είσαι έτοιμος να επαναλάβεις τα ίδια λάθη. Γενικά, να προσέχεις τις ιστορίες που πλάθει ο νους σου.

Αναληθή ιστορικά αφηγήματα

Τα αναληθή ιστορικά αφηγήματα είναι τα ψέματα που λέμε ο ένας στον άλλο για το παρελθόν μας. Οι συνήθεις στόχοι είναι ο αυτοεκθειασμός και η αυτοδικαιολόγηση. Δεν είμαστε μόνο εμείς οι ίδιοι ξεχωριστοί· το ίδιο ισχύει για τις πράξεις μας και για τις πράξεις των προγόνων μας. Δεν συμπεριφερόμαστε ποτέ ανήθικα, οπότε δεν χρωστάμε τίποτε σε κανέναν. Τα αναληθή ιστορικά αφηγήματα λειτουργούν ως ένα είδος ομαδικής αυτοεξαπάτησης, από την άποψη ότι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν στο ίδιο ψέμα. Αν η πλειονότητα ενός πληθυσμού έχει γαλουχηθεί σε ένα συγκεκριμένο αναληθές αφήγημα, τότε αυτό μπορεί να δράσει ως ισχυρός ενοποιητικός παράγοντας. Ο περισσότερος κόσμος δεν έχει συναίσθηση της εξαπάτησης η οποία επενδύθηκε στην κατασκευή του αφηγήματος που αποδέχεται ως αληθές· ούτε έχει επίγνωση της συναισθηματικής επιρροής που ασκούν αυτά τα αφηγήματα ή του γεγονότος ότι μπορούν να έχουν σοβαρές μακροχρόνιες συνέπειες.

Η ιστορική έρευνα χαρακτηρίζεται από μια βαθιά αντίφαση ανάμεσα στην προσπάθεια των ιστορικών να ανακαλύψουν την αλήθεια για το παρελθόν και στην επιθυμία τους να κατασκευάσουν ένα αναληθές ιστορικό αφήγημα σχετικά με αυτό. Όπως έχουμε δει, κατασκευάζουμε διαρκώς αναληθή αφηγήματα για τη συμπεριφορά μας, για τις διαπροσωπικές σχέσεις μας και για τις ευρύτερες ομάδες στις οποίες ανήκουμε, οπότε η κατασκευή ενός ακόμη για τη θρησκεία ή για το έθνος μας δεν αποτελεί κάτι το απρόσμενο. Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν συνήθως λίγοι θαρραλέοι ιστορικοί που αποπειρώνται να πουν την αλήθεια για το παρελθόν. Ωστόσο, οι περισσότεροι ιστορικοί θα αρκεστούν στην εξιστόρηση μια συμβατικής, εξιδανικευμένης εκδοχής των ιστορικών συμβάντων, και οι περισσότεροι πολίτες των αντίστοιχων κρατών ουδέποτε θα πληροφορηθούν τις σκοτεινές όψεις της ιστορίας τους – ή θα τις απορρίψουν ως αναληθείς αν τύχει να τις πληροφορηθούν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι όσο νεότερος ο αποδέκτης της πληροφορίας τόσο μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχει να εκτεθεί σε αναληθές αφήγημα. Έχουμε την τάση να εξιστορούμε στα παιδιά μας ηρωικά αφηγήματα για το ένδοξο παρελθόν μας, θρέφοντας μύθους που διαλύονται μόνο στα πανεπιστημιακά έδρανα. Αυτό, φυσικά, ενισχύει τη μεροληψία μας. Αφενός διότι οι απόψεις που διδασκόμαστε σε νεαρή ηλικία ασκούν μεγάλη επιρροή στη ζωή μας και αφετέρου διότι δεν κατορθώνουμε όλοι να φοιτήσουμε στο πανεπιστήμιο ούτε φυσικά διδάσκονται ιστορία όλοι οι φοιτητές. Ευτυχώς, πολλοί νέοι δεν αποδέχονται άκριτα τις ανοησίες των γονέων τους (και, γενικότερα, των ενηλίκων), οπότε υπάρχουν τουλάχιστον κάποιες τάσεις αντίστασης. Εντούτοις, οι επαγγελματίες ιστορικοί ανά την υφήλιο δέχονται ισχυρές πιέσεις να προβάλουν ωραιοποιημένες εικόνες του παρελθόντος, εν μέρει για να θεμελιωθούν ευρύτερα εθνικά ή θρησκευτικά διδάγματα.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι βαδίζει κανείς σε επισφαλές έδαφος όταν θίγει τέτοια ζητήματα. Αυτό που ο ένας θεωρεί ψέμα μπορεί για τον άλλο να αποτελεί ένα βαθιά προσωπικό στοιχείο της ομαδικής του ταυτότητας. Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να σχολιάζεις την ταυτότητά μου;

Τι στάση άραγε να κρατήσουμε γύρω από τέτοια αφηγήματα; Πρόκειται αναμφίβολα για ένα ιδιαίτερα ακανθώδες ζήτημα. Τα αναληθή ιστορικά αφηγήματα αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο της αυτοεξαπάτησης στο ομαδικό επίπεδο και συχνά έχουν βαρύτατες συνέπειες για μεγάλους πληθυσμούς, ακόμη και για τους ίδιους τους εμπνευστές τους.

Λέγεται ότι όσοι δεν διδάσκονται από τα λάθη της ιστορίας είναι καταδικασμένοι να τα επαναλάβουν, Όπως είχε πει κάποτε ο Χάρι Τρούμαν: «Το μόνο κρυπτόν υπό τον ήλιο είναι η ιστορία που αγνοούμε».

Το μεγαλύτερο σφάλμα: Η ψευδαίσθηση πως το προσωπικό κέρδος αποκτάται μέσω του να συνθλίβουμε τους άλλους

ΤΑ ΕΞΙ ΣΦΑΛΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

• Η ψευδαίσθηση πως το προσωπικό κέρδος αποκτάται μέσω του να συνθλίβουμε τους άλλους.

• Η τάση να στενοχωριέται κάποιος για πράγματα που δεν μπορούν ούτε ν’ αλλάξουν ούτε να διορθωθούν.

• Η επιμονή μας πως κάτι είναι αδύνατον να γίνει επειδή δεν μπορούμε εμείς οι ίδιοι να το κατορθώσουμε.

• Η άρνησή μας ν’ αφήσουμε παράμερα τις ασήμαντες και τετριμμένες προτεραιότητές μας.

• Να παραμελούμε την ανάπτυξη και τον εξευγενισμό του νου μας, και να μην υιοθετούμε τη συνήθεια της ανάγνωσης και της μελέτης.

• Να προσπαθούμε ν’ αναγκάσουμε τους άλλους να υιοθετήσουν τον ίδιο τρόπο ζωής και τις ίδιες πεποιθήσεις μ’ εμάς.

ΜΑΡΚΟΣ ΤΥΛΛΙΟΣ ΚΙΚΕΡΩΝ (106 – 43 π.Χ.)

Ο Ρωμαίος πολιτικός και λόγιος Κικέρων υπήρξε ένας από τούς μεγαλύτερους ρήτορες της Ρώμης και ο σαφέστερος από τους στοχαστές της. Τα τελευταία χρόνια της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας συχνά αναφέρονται ως “η εποχή του Κικέρωνα”.

Αποκάλεσαν κάποτε τον Κικέρωνα πατέρα της χώρας του. Ήταν λαμπρός ρήτορας, νομομαθής, πολιτικός, συγγραφέας, ποιητής, κριτικός και στοχαστής που έζησε τον αιώνα πριν από τη γέννηση του Χριστού. ‘Έλαβε μάλιστα ενεργό μέρος σε όλες τις διαμάχες ανάμεσα στον Πομπήιο, τον Καίσαρα, τον Βρούτο και πολλά άλλα ιστορικά πρόσωπα, και βρέθηκε αναμειγμένος σε συμβάντα καθοριστικά για τnv ιστορία της αρχαίας Ρώμης. Είxε μια λαμπρή και μακρά πολιτική σταδιοδρομία, και καταξιώθηκε ως συγγραφέας τον οποίον το έργο θεωρήθηκε ότι άσκησε τη μεγαλύτερη επίδραση στην εποχή του. Σ’ εκείνη ακριβώς την εποχή, όμως, οι διαφωνούντες δεν τύχαιναν και της καλύτερης μεταχείρισης. Εκτελέστηκε το 43 π.Χ. και στη συνέχεια το κεφάλι και τα χέρια του εκτέθηκαν σε κοινή θέα στο βήμα των ρητόρων, στην Αγορά της Ρώμης.

Σε μία από τις πιο αξιομνημόνευτες πραγματείες του, ο Κικέρων προσδιόρισε τα έξι σφάλματα του ανθρώπου, όπως ακριβώς τα παρατηρούσε να εκδηλώνονται στη Ρώμη της εποχής του. Τα μεταφέρω κι εγώ με τη σειρά μου εδώ, είκοσι αιώνες αργότερα, με έναν σύντομο σχολιασμό. Μπορούμε να διδαχτούμε πολλά από τους αρχαίους προγόνους μας, και θέλω να πιστεύω πως το γεγονός ότι συνυπογράφω τα έξι σφάλματα που διέγνωσε ο Κικέρων δεν θα οδηγήσει στην έκθεση και του δικού μου κεφαλιού και των χεριών μου στο εθνικό φόρουμ των σύγχρονων ομιλητών!

Σφάλμα πρώτο: Η ψευδαίσθηση πως το προσωπικό κέρδος αποκτάται μέσω του να συνθλίβουμε τους άλλους. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που εξακολουθεί, δυστυχώς, να είναι και σήμερα επίκαιρο.

Υπάρχουν δύο τρόποι για να οικοδομήσεις το ψηλότερο κτίριο στην πόλη. Ο ένας είναι να τριγυρνάς κατεδαφίζοντας τα κτίρια όλων των άλλων, όμως αυτή η μέθοδος σπανίως λειτουργεί μακροπρόθεσμα, επειδή εκείνοι των οποίων τα κτίρια κατεδαφίστηκαν δεν θα αργήσουν να επανέλθουν για να καταδιώξουν τον καταστροφέα. Ο δεύτερος τρόπος είναι να εργάζεσαι για το δικό σου κτίριο και να το παρακολουθείς να ψηλώνει μέρα με τη μέρα. Το ίδιο ισχύει και στην πολιτική, στις επιχειρήσεις και στην ατομική ζωή του καθενός μας.

Μην τσακώνεστε με το πλήθος. Αφήστε τους να τσακώνονται μεταξύ τους – τα καταφέρνουν θαυμάσια

Καθένας γεννιέται ως μοναδικό άτομο, αλλά, μέχρι να ωριμάσει αρκετά ώστε να συμμετέχει στη ζωή, έχει γίνει κομμάτι του πλήθους. Αν απλώς κάθεστε ήσυχα και ακούτε το μυαλό σας, θα διαπιστώσετε πως υπάρχουν πολλές φωνές. Θα εκπλαγείτε, τις αναγνωρίζετε πολύ καλά. Κάποια φωνή ανήκει στον παππού σας, μια άλλη στη γιαγιά σας, μια φωνή ανήκει στον πατέρα σας, μια άλλη στη μητέρα σας, και άλλες φωνές ανήκουν στον ιερέα, στον δάσκαλο, στους γείτονες, στους φίλους, στους εχθρούς σας. Όλες αυτές οι φωνές μπερδεύονται και γίνονται ένα πλήθος μέσα σας, κι αν θέλετε να βρείτε τη δική σας φωνή, είναι σχεδόν αδύνατο· το πλήθος είναι πάρα πολύ πυκνό.

Στην πραγματικότητα, έχετε λησμονήσει την ίδια σας τη φωνή εδώ και πολύ καιρό. Ποτέ δεν σας δόθηκε αρκετή ελευθερία για να εκφράσετε τις απόψεις σας. Πάντα σας δίδασκαν την υπακοή. Σας δίδασκαν να λέτε ναι σε όλα όσα έλεγαν οι μεγαλύτεροί σας. Σας δίδασκαν την υποχρέωση να ακολουθείτε ό,τι έκαναν οι δάσκαλοι ή οι ιερείς σας. Κανείς ποτέ δεν σας είπε να αναζητήσετε τη δική σας φωνή – «Έχεις – δική σου φωνή ή όχι;».

Κι έτσι η δική σας φωνή έχει παραμείνει πολύ χαμηλή ενώ οι άλλες φωνές είναι πολύ δυνατές, πολύ επιβλητικές, διότι επρόκειτο για εντολές κι εσείς τις ακολουθήσατε – παρά τη θέλησή σας. Δεν είχατε πρόθεση να ακολουθήσετε, βλέπατε ότι δεν ήταν σωστό. Όμως, προκειμένου να γίνεται κάποιος σεβαστός, να είναι αποδεκτός, να τον αγαπούν, πρέπει να είναι υπάκουος.

Φυσικά, μόνο μία φωνή λείπει από μέσα σας, μόνο ένα άτομο λείπει από μέσα σας, και αυτό είστε εσείς· κατά τ’ άλλα, υπάρχει ένα ολόκληρο πλήθος. Και το πλήθος αυτό διαρκώς σας τρελαίνει, επειδή μια φωνή λέει «Κάνε αυτό», και μια άλλη λέει «Ποτέ μην το κάνεις αυτό! Mην ακούς εκείνη τη φωνή!» κι εσείς διχάζεστε.

Όλο αυτό το πλήθος πρέπει να αποσυρθεί. Πρέπει να πείτε σ’ όλο αυτό το πλήθος «Σας παρακαλώ, αφήσετε με ήσυχο τώρα!» Οι άνθρωποι που έχουν πάει στα βουνά ή σε απομονωμένα δάση, στην πραγματικότητα δεν προσπάθησαν να απομακρυνθούν από την κοινωνία· προσπάθησαν να βρουν ένα μέρος όπου θα μπορούσαν να κάνουν το πλήθος μέσα τους να σκορπίσει. Κι εκείνοι που έχουν βρει θέση μέσα σας προφανώς είναι απρόθυμοι να φύγουν.

Ωστόσο, αν θέλετε να αποκτήσετε ατομικότητα χάρη στις δικές σας δυνάμεις, αν θέλετε να απαλλαγείτε από τη διαρκή αυτή σύγκρουση και αταξία μέσα σας, πρέπει να αποχαιρετήσετε τις φωνές αυτές — ακόμα κι αν ανήκουν στον σεβαστό σας πατέρα, στη μητέρα ή στον παππού σας. Δεν έχει σημασία σε ποιους ανήκουν. Ένα είναι βέβαιο: δεν είναι δικές σας. Είναι οι φωνές των ανθρώπων που έζησαν στον καιρό τους και δεν είχαν ιδέα πώς επρόκειτο να είναι το μέλλον. Έχουν φορτώσει τις δικές τους εμπειρίες στα παιδιά τους· οι εμπειρίες τους δεν θα ταιριάξουν με το άγνωστο μέλλον.

Νομίζουν πως βοηθούν τα παιδιά τους να έχουν γνώση, σύνεση, έτσι ώστε η ζωή τους να είναι πιο εύκολη και πιο άνετη, αλλά απλώς κάνουν λάθος. Έχοντας κάθε καλή πρόθεση στον κόσμο, καταστρέφουν τον αυθορμητισμό του παιδιού, την ίδια του τη συναίσθηση, την ικανότητά του να σταθεί στα πόδια του και να ανταποκριθεί στο καινούριο μέλλον, για το οποίο οι πρόγονοί του δεν είχαν ιδέα.

Θα αντιμετωπίσει καινούριες καταιγίδες, θα αντιμετωπίσει καινούριες καταστάσεις και, για να ανταποκριθεί, χρειάζεται μια εντελώς καινούρια συναίσθηση. Μόνο τότε θα αποφέρει καρπούς η αντίδρασή του· μόνο τότε μπορεί να είναι νικητής στη ζωή του, να μην είναι η ζωή του μια ατελείωτη μακρόσυρτη απόγνωση, αλλά ένας χορός από στιγμή σε στιγμή, που θα συνεχίζει να βαθαίνει ολοένα και περισσότερο ως την τελευταία του ανάσα. Εισέρχεται στον θάνατο χορεύοντας και γεμάτος χαρά.

Να είστε σιωπηλοί, βρείτε τον ίδιο σας τον εαυτό. Αν βρείτε τον εαυτό σας, πολύ δύσκολα θα κάνετε το πλήθος να σκορπίσει, διότι όλοι εκείνοι που το αποτελούν λένε «Εγώ είμαι ο εαυτός σου» – υποδύονται. Και δεν υπάρχει τρόπος να συμφωνήσετε ή να διαφωνήσετε.

Συνεπώς, μην τσακώνεστε με το πλήθος. Αφήστε τους να τσακώνονται μεταξύ τους – τα καταφέρνουν θαυμάσια να τσακώνονται μεταξύ τους. Στο μεταξύ, εσείς προσπαθήστε να βρείτε τον εαυτό σας. Και μόλις μάθετε ποιοι είστε, μπορείτε απλώς να τους διατάξετε να φύγουν από το σπίτι – πραγματικά, τόσο απλό είναι! Πρώτα, όμως, πρέπει να βρείτε τον εαυτό σας.

Μόλις φτάσετε εκεί, εκεί βρίσκεται και ο αφέντης, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού. Κι όλοι εκείνοι που παρίσταναν ότι ήταν αφέντες οι ίδιοι, αρχίζουν να σκορπίζονται. Ο άνθρωπος που είναι ο εαυτός του, που δεν τον βαραίνει το παρελθόν, που δεν συνδέεται με το παρελθόν, που δεν είναι μια απο μίμηση αλλά δυνατός σαν λιοντάρι και αθώος σαν παιδί… άνθρωπος αυτός μπορεί να φτάσει στ’ αστέρια, ή ακόμα και πέρα από αυτά· το μέλλον του είναι χρυσό.

Η ωριμότητα του ανθρώπου

«Η ωριμότητα του ανθρώπου είναι να ξαναβρεί τη σοβαρότητα με την οποία έπαιζε όταν ήταν παιδί» -Φ. Νίτσε

Αυτό ήταν το θέμα που απασχολούσε σε μεγάλο βαθμό το Νίτσε, ο οποίος δήλωνε ότι σε «κάθε αυθεντικό άνθρωπο υπάρχει ένα παιδί που θέλει να παίξει».

Για το Γερμανό φιλόσοφο, το να πιστεύει κανείς ότι τα παραμύθια και τα παιχνίδια είναι πράγματα της παιδικής ηλικίας είναι σημάδι μεγάλης νοητικής μυωπίας, αφού μόνο αυτός που μπορεί να διατηρήσει την περιέργεια και το μαχητικό πνεύμα της παιδικής ηλικίας θα κατορθώσει να έχει πάντα καινούρια επιτεύγματα.

Το παιδί θεωρεί το παιχνίδι του δουλειά και το παραμύθι αλήθεια, και την ίδια στάση δείχνουν να έχουν οι επιστήμονες, οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι. Γι’ αυτό, πρέπει πάντα να έχουμε το ένα μας πόδι στη φαντασία.

Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν έλεγε ότι «τα παραμύθια γράφονται για να κοιμούνται τα παιδιά, αλλά και να ξυπνάνε οι ενήλικες».

Ίσως να έφτασε η στιγμή να αφήσουμε για λίγο κατά μέρος τον κόσμο των ενηλίκων και να αρχίσουμε να τρέφουμε τη δημιουργική ψυχή μας με τις εμπνεύσεις που τη γέμιζαν όταν ήμασταν μικροί.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (3.1.1-3.2.7)

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ


[3.1.1] Ἀλέξανδρος δὲ ἐπ᾽ Αἰγύπτου, ἵναπερ τὸ πρῶτον ὡρμήθη, ἐστέλλετο, καὶ ἑβδόμῃ ἡμέρᾳ ἀπὸ τῆς Γάζης ἐλαύνων ἧκεν εἰς Πηλούσιον τῆς Αἰγύπτου. ὁ δὲ ναυτικὸς στρατὸς παρέπλει αὐτῷ ἐκ Φοινίκης ὡς ἐπ᾽ Αἴγυπτον· καὶ καταλαμβάνει τὰς ναῦς ἐν Πηλουσίᾳ ὁρμούσας. [3.1.2] Μαζάκης δὲ ὁ Πέρσης, ὃς ἦν σατράπης Αἰγύπτου ἐκ Δαρείου καθεστηκώς, τήν τε ἐν Ἰσσῷ μάχην ὅπως συνέβη πεπυσμένος καὶ Δαρεῖον ὅτι αἰσχρᾷ φυγῇ ἔφυγεν, καὶ Φοινίκην τε καὶ Συρίαν καὶ τῆς Ἀραβίας τὰ πολλὰ ὑπὸ Ἀλεξάνδρου ἐχόμενα, αὐτῷ τε οὐκ οὔσης δυνάμεως Περσικῆς, ἐδέχετο ταῖς τε πόλεσι φιλίως καὶ τῇ χώρᾳ Ἀλέξανδρον. [3.1.3] ὁ δὲ εἰς μὲν Πηλούσιον φυλακὴν εἰσήγαγε, τοὺς δὲ ἐπὶ τῶν νεῶν ἀναπλεῖν κατὰ τὸν ποταμὸν κελεύσας ἔστε ἐπὶ Μέμφιν πόλιν αὐτὸς ἐφ᾽ Ἡλιουπόλεως ᾔει, ἐν δεξιᾷ ἔχων τὸν ποταμὸν τὸν Νεῖλον, καὶ ὅσα καθ᾽ ὁδὸν χωρία ἐνδιδόντων τῶν ἐνοικούντων κατασχὼν διὰ τῆς ἐρήμου ἀφίκετο ἐς Ἡλιούπολιν· [3.1.4] ἐκεῖθεν δὲ διαβὰς τὸν πόρον ἧκεν ἐς Μέμφιν· καὶ θύει ἐκεῖ τοῖς τε ἄλλοις θεοῖς καὶ τῷ Ἄπιδι καὶ ἀγῶνα ἐποίησε γυμνικόν τε καὶ μουσικόν· ἧκον δὲ αὐτῷ οἱ ἀμφὶ ταῦτα τεχνῖται ἐκ τῆς Ἑλλάδος οἱ δοκιμώτατοι. ἐκ δὲ Μέμφιος κατέπλει κατὰ τὸν ποταμὸν ὡς ἐπὶ θάλασσαν τούς τε ὑπασπιστὰς ἐπὶ τῶν νεῶν λαβὼν καὶ τοὺς τοξότας καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας καὶ τῶν ἱππέων τὴν βασιλικὴν ἴλην τὴν τῶν ἑταίρων. [3.1.5] ἐλθὼν δὲ ἐς Κάνωβον καὶ κατὰ τὴν λίμνην τὴν Μαρίαν περιπλεύσας ἀποβαίνει, ὅπου νῦν Ἀλεξάνδρεια πόλις ᾤκισται, Ἀλεξάνδρου ἐπώνυμος. καὶ ἔδοξεν αὐτῷ ὁ χῶρος κάλλιστος κτίσαι ἐν αὐτῷ πόλιν καὶ γενέσθαι ἂν εὐδαίμονα τὴν πόλιν. πόθος οὖν λαμβάνει αὐτὸν τοῦ ἔργου, καὶ αὐτὸς τὰ σημεῖα τῇ πόλει ἔθηκεν, ἵνα τε ἀγορὰν ἐν αὐτῇ δείμασθαι ἔδει καὶ ἱερὰ ὅσα καὶ θεῶν ὧντινων, τῶν μὲν Ἑλληνικῶν, Ἴσιδος δὲ Αἰγυπτίας, καὶ τὸ τεῖχος ᾗ περιβεβλῆσθαι. καὶ ἐπὶ τούτοις ἐθύετο, καὶ τὰ ἱερὰ καλὰ ἐφαίνετο.
[3.2.1] Λέγεται δέ τις καὶ τοιόσδε λόγος, οὐκ ἄπιστοςἔμοιγε· ἐθέλειν μὲν Ἀλέξανδρον καταλείπειν αὐτὸν τὰ σημεῖα τοῦ τειχισμοῦ τοῖς τέκτοσιν, οὐκ εἶναι δὲ ὅτῳ τὴν γῆν ἐπιγράψουσιν· τῶν δὴ τεκτόνων τινὰ ἐπιφρασθέντα, ὅσα ἐν τεύχεσιν ἄλφιτα οἱ στρατιῶται ἐκόμιζον ξυναγαγόντα ἐπιβάλλειν τῇ γῇ, ἵναπερ ὁ βασιλεὺς ὑφηγεῖτο, καὶ τὸν κύκλον οὕτω περιγραφῆναι τοῦ περιτειχισμοῦ, ὅντινα τῇ πόλει ἐποίει. [3.2.2] τοῦτο δὲ ἐπιλεξαμένους τοὺς μάντεις καὶ μάλιστα δὴ Ἀρίστανδρον τὸν Τελμισσέα, ὃς δὴ πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα ἀληθεῦσαι ἐλέγετο Ἀλεξάνδρῳ, φάναι εὐδαίμονα ἔσεσθαι τὴν πόλιν τά τε ἄλλα καὶ τῶν ἐκ γῆς καρπῶν εἵνεκα.
[3.2.3] Ἐν τούτῳ δὲ καὶ Ἡγέλοχος κατέπλευσεν εἰς Αἴγυπτον καὶ ἀπαγγέλλει Ἀλεξάνδρῳ Τενεδίους τε ἀποστάντας Περσῶν σφίσι προσθέσθαι (καὶ γὰρ καὶ ἄκοντας Πέρσαις προσχωρῆσαι) καὶ Χίων ὅτι δὴ ὁ δῆμος ἐπηγάγετο σφᾶς βίᾳ τῶν κατεχόντων τὴν πόλιν, οὓς Αὐτοφραδάτης τε καὶ Φαρνάβαζος ἐγκατέστησαν· [3.2.4] ἁλῶναι δὲ αὐτόθι καὶ Φαρνάβαζον ἐγκαταληφθέντα καὶ Ἀριστόνικον Μηθυμναῖον τὸν τύραννον ἐσπλεύσαντα ἐς τὸν λιμένα τῆς Χίου ξὺν ἡμιολίαις λῃστρικαῖς πέντε, ὑπὸ σφῶν ἐχόμενον τὸν λιμένα οὐ γνόντα, ἀλλ᾽ ἐξαπατηθέντα γὰρ πρὸς τῶν τὰ κλεῖθρα ἐχόντων τοῦ λιμένος, ὅτι τὸ Φαρναβάζου ἄρα ναυτικὸν ὁρμεῖ ἐν αὐτῷ· [3.2.5] καὶ τοὺς μὲν λῃστὰς πάντας αὐτοῦ κατακοπῆναι πρὸς σφῶν, Ἀριστόνικον δὲ ἦγε παρὰ Ἀλέξανδρον καὶ Ἀπολλωνίδην τὸν Χῖον καὶ Φησῖνον καὶ Μεγαρέα καὶ τοὺς ἄλλους, ὅσοι τῆς τε ἀποστάσεως τῆς Χίων ξυνεπελάβοντο καὶ ἐν τῷ τότε τὰ πράγματα τῆς νήσου βίᾳ εἶχον· [3.2.6] καὶ Μιτυλήνην δὲ Χάρητα ἔχοντα ὅτι ἀφείλετο καὶ τὰς ἄλλας τὰς ἐν Λέσβῳ πόλεις καὶ αὐτὰς ὁμολογίᾳ προσηγάγετο, Ἀμφοτερὸν δὲ σὺν ἑξήκοντα ναυσὶν ἐπὶ Κῶ ἔπεμψεν· ἐπικαλεῖσθαι γὰρ σφᾶς τοὺς Κῴους· καὶ αὐτὸς καταπλεύσας ὅτι εὗρε τὴν Κῶ πρὸς Ἀμφοτεροῦ ἤδη ἐχομένην. [3.2.7] καὶ τοὺς μὲν ἄλλους ὅσοι αἰχμάλωτοι ἦγεν Ἡγέλοχος, Φαρνάβαζος δὲ ἀπέδρα ἐν Κῷ λαθὼν τοὺς φύλακας. Ἀλέξανδρος δὲ τοὺς τυράννους μὲν τοὺς ἐκ τῶν πόλεων ἐς τὰς πόλεις πέμπει χρήσασθαι ὅπως ἐθέλοιεν, τοὺς δὲ ἀμφὶ Ἀπολλωνίδην τοὺς Χίους ἐς Ἐλεφαντίνην πόλιν Αἰγυπτίαν ξὺν φυλακῇ ἀκριβεῖ ἔπεμψεν.

***
[3.1.1] Ο Αλέξανδρος ξεκίνησε για την Αίγυπτο, όπου από την αρχή είχε αποφασίσει να πάει, και βαδίζοντας από τη Γάζα έφθασε την έβδομη μέρα στο Πηλούσιο της Αιγύπτου. Ο στόλος του έπλεε μαζί του κοντά στην ακτή από τη Φοινίκη για την Αίγυπτο· και στο Πηλούσιο βρήκε αγκυροβολημένα τα πλοία του. [3.1.2] Ο Μαζάκης ο Πέρσης, που είχε διοριστεί σατράπης της Αιγύπτου από τον Δαρείο, πληροφορήθηκε το αποτέλεσμα της μάχης στην Ισσό και την επαίσχυντη φυγή του Δαρείου καθώς και την κατάληψη από τον Αλέξανδρο της Φοινίκης, της Συρίας και του μεγαλύτερου μέρους της Αραβίας και, επειδή δεν διέθετε περσικές δυνάμεις, δέχθηκε φιλικά τον Αλέξανδρο και στις πόλεις και στην ύπαιθρο χώρα. [3.1.3] Ο Αλέξανδρος τοποθέτησε φρουρά στο Πηλούσιο και, αφού διέταξε τους κυβερνήτες των πλοίων να πλεύσουν προς το πάνω μέρος του ποταμού ως την πόλη Μέμφιδα, βάδισε ο ίδιος προς την Ηλιούπολη έχοντας στα δεξιά του τον ποταμό Νείλο. Εκεί έφθασε διασχίζοντας την έρημο, αφού στο μεταξύ κυρίευσε όλες τις περιοχές που συνάντησε στον δρόμο του και που του παρέδωσαν οι κάτοικοί τους. [3.1.4] Από την Ηλιούπολη πέρασε τον ποταμό και έφθασε στη Μέμφιδα· εκεί πρόσφερε θυσίες και στους άλλους θεούς, αλλά κυρίως στον Άπιν και τέλεσε γυμνικούς και μουσικούς αγώνες, για τους οποίους ήρθαν σ᾽ αυτόν από την Ελλάδα οι πιο φημισμένοι αθλητές και καλλιτέχνες. Από τη Μέμφιδα έπλευσε προς το κάτω μέρος του ποταμού ως τη θάλασσα, αφού επιβίβασε στα πλοία τους υπασπιστές, τους τοξότες, τους Αγριάνες και από τους ιππείς τη βασιλική ίλη των εταίρων. [3.1.5] Όταν έφθασε στην πόλη Κάνωπο και έπλευσε γύρω από τη Μαρεώτιδα λίμνη, αποβιβάστηκε στο μέρος όπου είναι σήμερα χτισμένη η Αλεξάνδρεια, που πήρε το όνομά της από τον Αλέξανδρο. Ο τόπος αυτός του φάνηκε κατάλληλος για να ιδρύσει μια πόλη που θα μπορούσε να ευτυχήσει. Τον κατέλαβε λοιπόν μεγάλη επιθυμία να προχωρήσει στην ίδρυσή της και χάραξε μάλιστα και ο ίδιος τα όριά της, δηλαδή όρισε και πού έπρεπε να χτιστεί η αγορά της και πόσοι ναοί και προς τιμή ποιών θεών, ελληνικών και της Ίσιδας της αιγυπτιακής, καθώς και πού το τείχος θα περιέβαλλε την πόλη. Για τον σκοπό αυτόν πρόσφερε θυσία που αποδείχθηκε ευνοϊκή.
[3.2.1] Κυκλοφορεί ακόμη και κάποια τέτοια παράδοση, που σε μένα τουλάχιστο φαίνεται πιστευτή· λένε δηλαδή ότι ήθελε ο Αλέξανδρος φεύγοντας να αφήσει στους τεχνίτες τα όρια των τειχών, δεν είχε όμως τίποτε για να τα χαράξει. Τότε κάποιος από τους τεχνίτες σοφίστηκε να μαζέψει όσο αλεύρι κουβαλούσαν στα σκεύη τους οι στρατιώτες και να το σκορπίσει στο έδαφος, όπου ακριβώς έδειχνε ο βασιλιάς. Με τον τρόπο αυτόν χαράχθηκε ολόγυρα ο περίγυρος των τειχών, τα οποία σκόπευε να κατασκευάσει ο Αλέξανδρος στην πόλη. [3.2.2] Αφού έλαβαν υπόψη τους αυτά οι μάντεις και μάλιστα ο Αρίστανδρος ο Τελμισσέας, ο οποίος λένε ότι έκαμε και πολλές άλλες σωστές προφητείες στον Αλέξανδρο, είπαν ότι η νέα πόλη θα ευτυχήσει σε όλα, κυρίως όμως χάρη στους καρπούς της γης.
[3.2.3] Στο μεταξύ κατέπλευσε στην Αίγυπτο και ο Ηγέλοχος, ο οποίος ανέφερε στον Αλέξανδρο ότι και οι Τενέδιοι είχαν επαναστατήσει εναντίον των Περσών και ενώθηκαν με τους Μακεδόνες (γιατί πραγματικά είχαν προσχωρήσει παρά τη θέλησή τους στους Πέρσες)· ότι και ο λαός της Χίου κάλεσε τους Μακεδόνες, παρά την αντίδραση εκείνων που κατείχαν την πόλη και που ήταν εγκάθετοι του Αυτοφραδάτη και του Φαρνάβαζου· [3.2.4] ότι εκεί συνέλαβαν αιχμάλωτο και τον ίδιο τον Φαρνάβαζο καθώς και τον Αριστόνικο, τον τύραννο των Μηθυμναίων, ο οποίος μη ξέροντας ότι οι Μακεδόνες κατείχαν το λιμάνι, έπλευσε σε αυτό με πέντε ελαφρά πειρατικά πλοία, επειδή τον ξεγέλασαν οι φρουροί της εισόδου του λιμανιού λέγοντάς του ότι το ναυτικό του Φαρνάβαζου ήταν τάχα αγκυροβολημένο εκεί· [3.2.5] και τους μεν πειρατές κατέσφαξαν εκεί οι άνδρες του Ηγέλοχου, ενώ τον Αριστόνικο, τον Απολλωνίδη τον Χίο και τους συμπατριώτες του Φησίνο και Μεγαρέα, καθώς και όλους τους άλλους που πήραν μέρος στην επανάσταση της Χίου και κατείχαν εκείνη την εποχή την εξουσία με τη βία, τους έφερνε τώρα στον Αλέξανδρο ο Ηγέλοχος· [3.2.6] ότι ο Ηγέλοχος απέσπασε και τη Μυτιλήνη από τον Χάρητα που την κατείχε και προσάρτησε και τις υπόλοιπες πόλεις της Λέσβου ύστερα από συμφωνία και απέστειλε τον Αμφοτερό με εξήντα πλοία στην Κω, γιατί οι ίδιοι οι κάτοικοί της το ζήτησαν· όταν και ο ίδιος κατέπλευσε στην Κω , βρήκε ότι την είχε καταλάβει ήδη ο Αμφοτερός. [3.2.7] Ο Ηγέλοχος έφερνε μαζί του όλους τους άλλους αιχμαλώτους εκτός από τον Φαρνάβαζο, που δραπέτευσε στην Κω ξεγελώντας τους φρουρούς του. Ο Αλέξανδρος έστειλε τους τυράννους των πόλεων στις πόλεις τους να τους μεταχειρισθούν όπως αυτές ήθελαν, αυτούς όμως που ήταν με τον Απολλωνίδη, δηλαδή τους Χίους, τους έστειλε με αυστηρή φρούρηση στην πόλη της Αιγύπτου Ελεφαντίνη.

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Ἠλέκτρα (612-659)

ΚΛ. ποίας δ᾽ ἐμοὶ δεῖ πρός γε τήνδε φροντίδος,
ἥτις τοιαῦτα τὴν τεκοῦσαν ὕβρισεν,
καὶ ταῦτα τηλικοῦτος; ἆρά σοι δοκεῖ
615 χωρεῖν ἂν ἐς πᾶν ἔργον αἰσχύνης ἄτερ;
ΗΛ. εὖ νῦν ἐπίστω τῶνδέ μ᾽ αἰσχύνην ἔχειν,
κεἰ μὴ δοκῶ σοι· μανθάνω δ᾽ ὁθούνεκα
ἔξωρα πράσσω κοὐκ ἐμοὶ προσεικότα.
ἀλλ᾽ ἡ γὰρ ἐκ σοῦ δυσμένεια καὶ τὰ σὰ
620 ἔργ᾽ ἐξαναγκάζει με ταῦτα δρᾶν βίᾳ·
αἰσχροῖς γὰρ αἰσχρὰ πράγματ᾽ ἐκδιδάσκεται.
ΚΛ. ὦ θρέμμ᾽ ἀναιδές, ἦ σ᾽ ἐγὼ καὶ τἄμ᾽ ἔπη
καὶ τἄργα τἀμὰ πόλλ᾽ ἄγαν λέγειν ποεῖ.
ΗΛ. σύ τοι λέγεις νιν, οὐκ ἐγώ. σὺ γὰρ ποεῖς
625 τοὔργον· τὰ δ᾽ ἔργα τοὺς λόγους εὑρίσκεται.
ΚΛ. ἀλλ᾽ οὐ μὰ τὴν δέσποιναν Ἄρτεμιν θράσους
τοῦδ᾽ οὐκ ἀλύξεις, εὖτ᾽ ἂν Αἴγισθος μόλῃ.
ΗΛ. ὁρᾷς; πρὸς ὀργὴν ἐκφέρῃ, μεθεῖσά μοι
λέγειν ἃ χρῄζοιμ᾽, οὐδ᾽ ἐπίστασαι κλύειν.
630 ΚΛ. οὔκουν ἐάσεις οὐδ᾽ ὑπ᾽ εὐφήμου βοῆς
θῦσαί μ᾽, ἐπειδὴ σοί γ᾽ ἐφῆκα πᾶν λέγειν;
ΗΛ. ἐῶ, κελεύω, θῦε, μηδ᾽ ἐπαιτιῶ
τοὐμὸν στόμ᾽· ὡς οὐκ ἂν πέρα λέξαιμ᾽ ἔτι.
ΚΛ. ἔπαιρε δὴ σὺ θύμαθ᾽ ἡ παροῦσά μοι
635 πάγκαρπ᾽, ἄνακτι τῷδ᾽ ὅπως λυτηρίους
εὐχὰς ἀνάσχω δειμάτων, ἃ νῦν ἔχω.
κλύοις ἂν ἤδη, Φοῖβε προστατήριε,
κεκρυμμένην μου βάξιν. οὐ γὰρ ἐν φίλοις
ὁ μῦθος, οὐδὲ πᾶν ἀναπτύξαι πρέπει
640 πρὸς φῶς παρούσης τῆσδε πλησίας ἐμοί,
μὴ σὺν φθόνῳ τε καὶ πολυγλώσσῳ βοῇ
σπείρῃ ματαίαν βάξιν ἐς πᾶσαν πόλιν.
ἀλλ᾽ ὧδ᾽ ἄκουε· τῇδε γὰρ κἀγὼ φράσω.
ἃ γὰρ προσεῖδον νυκτὶ τῇδε φάσματα
645 δισσῶν ὀνείρων, ταῦτά μοι, Λύκει᾽ ἄναξ,
εἰ μὲν πέφηνεν ἐσθλά, δὸς τελεσφόρα,
εἰ δ᾽ ἐχθρά, τοῖς ἐχθροῖσιν ἔμπαλιν μέθες·
καὶ μή με πλούτου τοῦ παρόντος εἴ τινες
δόλοισι βουλεύουσιν ἐκβαλεῖν, ἐφῇς,
650 ἀλλ᾽ ὧδέ μ᾽ αἰεὶ ζῶσαν ἀβλαβεῖ βίῳ
δόμους Ἀτρειδῶν σκῆπτρά τ᾽ ἀμφέπειν τάδε,
φίλοισί τε ξυνοῦσαν οἷς ξύνειμι νῦν
εὐημεροῦσαν καὶ τέκνων ὅσων ἐμοὶ
δύσνοια μὴ πρόσεστιν ἢ λύπη πικρά.
655 ταῦτ᾽, ὦ Λύκει᾽ Ἄπολλον, ἵλεως κλύων
δὸς πᾶσιν ἡμῖν ὥσπερ ἐξαιτούμεθα.
τὰ δ᾽ ἄλλα πάντα καὶ σιωπώσης ἐμοῦ
ἐπαξιῶ σε δαίμον᾽ ὄντ᾽ ἐξειδέναι·
τοὺς ἐκ Διὸς γὰρ εἰκός ἐστι πάνθ᾽ ὁρᾶν.

***
ΚΛΥ. Και πώς θες να με μέλη για μια κόρη,
και μάλιστα σ᾽ αυτή την ηλικία,
που προσβάλλει έτσι τη μητέρα της;
Δεν παραδέχεσαι λοιπόν πως σ᾽ όλα
μπορεί χωρίς καμιά ντροπή να φτάσει;
ΗΛΕ. Ξέρε τώρα καλά πως και γω νιώθω
ντροπή γι᾽ αυτά κι αν συ δεν το πιστεύεις·
καταλαβαίνω πως το φέρσιμό μου
ούτε της ηλικίας μου είναι κι ούτε
στη θέση μου ταιριάζει· μα με βιάζει
να φέρνομαι έτσι η έχθρα που μου δείχνεις
620 και τα δικά σου τα έργα, κι άθελά μου·
γιατί τα αισχρά τα παραδείγματα είναι
που μας μαθαίνουν τα αισχρά. ΚΛΥ. Ω πλάσμα
ξεδιάντροπο, εγώ βέβαια, και τα λόγια
και τα έργα τα δικά μου, που σε κάνουν
τόσα πολλά να λες. ΗΛΕ. Εσύ ᾽σαι η ίδια
που τα λες κι όχι εγώ, γιατί εσύ κάνεις
τα έργα· και τα έργα βρίσκουνε τα λόγια.
ΚΛΥ. Ναι, μα τη δέσποιν᾽ Άρτεμη, το θράσος
αυτό σου απλέρωτο, όχι, δε θα μείνει
σα θα γυρίσει ο Αίγιστος. ΗΛΕ. Το βλέπεις;
αφήνεις και σε παρασέρν᾽ η οργή σου,
αν και μου επέτρεψες να πω όσα είχα
ελεύθερα, κι ούτε ν᾽ ακούς δεν ξέρεις.
ΚΛΥ. Κι έτσι ούτε τη θυσία μου δε θ᾽ αφήσεις
630 δίχως φωνές απαίσιες να προσφέρω,
γιατί σου επέτρεψα να πεις όσα είχες;
ΗΛΕ. Σ᾽ αφήνω, εμπρός, θυσίαζε, και δε θέλω
να τα ᾽χεις με το στόμα μου, γιατί
δε θα τ᾽ ανοίξω πια απ᾽ εδώ και πέρα.
ΚΛΥ. Σήκωνε τώρα εσύ λοιπόν, γυναίκα,
τις πάγκαρπές μου προσφορές, να κάμω
δέηση σ᾽ αυτόν τον κύριο και Θεό μου,
τους τρόμους πὄχω τώρα να ξορκίσει.
Φοίβε προστάτη, εισάκουσε, ικετεύω,
τα κρυμμένα τα λόγια μου, γιατί
δεν είμαι μες σε φίλους κι ουδέ πρέπει
640 να ξεσκεπάσω όλα στο φως, όσο είναι
μπροστά κι αυτή, μην πάει κι από κακία
σ᾽ όλη την πόλη με φωνές κι αντάρες
σπείρει ψεύτικες φήμες· μ᾽ άκουσέ μου
κι έτσι, γιατί κι εγώ έτσι θα μιλήσω.
Αν η οπτασία που είδα αυτή τη νύχτα,
σ᾽ όνειρ᾽ αμφίβολα, ήταν για καλό,
δώσ᾽ να μου στρέξει, Λύκειε βασιλιά μου·
μ᾽ αν για κακό, κάμε που στο κεφάλι
να πέσει των εχθρών· κι αν απ᾽ τα πλούτη
τα τωρινά μου να με βγάλουν κάποιοι
κρυφά σχεδιάζουν, μην τους το επιτρέψεις·
650 μα είθ᾽ έτσι πάντα να περνά η ζωή μου
δίχως κακό, κι έχω στην εξουσία μου
των Ατρειδών τα σπίτια και τα σκήπτρα
μαζί μ᾽ αυτούς πὄχω και τώρα φίλους
κι ευτυχισμένη ζω, κι ακόμα, μ᾽ όσα
παιδιά μου δε μου θέλουν το κακό μου
κι έχθρα πικρή δε μὄχουν στην καρδιά τους.
Καλόγνωμος, Λύκειε Απόλλωνα, άκου
αυτές μου τις ευχές και δώσε σ᾽ όλους
εμάς καθώς σου τα παρακαλούμε.
Όσο για τ᾽ άλλα, είσαι Θεός και πρέπει,
κι αν τα σωπαίνω εγώ, να καταλάβεις·
φυσικά, βλέπουν όλα οι γιοι του Δία.

Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία: 5. Ελληνορωμαϊκή εποχή (31 π.Χ.-330 μ.Χ.)

5.5.Γ. Ρητορεία και Ρητορική


Η ρητορική, δηλαδή η θεωρία του προφορικού λόγου και η διδασκαλία της, δεν έχασε ποτέ τη σημαντική θέση που κατείχε στην εκπαίδευση από τον καιρό των σοφιστών· μόνο η ρητορεία διαπιστώσαμε ότι υποχώρησε από τη στιγμή που καταλύθηκαν τα δημοκρατικά πολιτεύματα - φυσικά! Και αν τώρα, στα ελληνορωμαϊκά χρόνια, η ρητορεία βλέπουμε να παρουσιάζει άνθιση, είναι γιατί οι ρήτορες την ασκούσαν στην πιο ήπια μορφή της, εκφωνώντας καθαρά επιδεικτικούς ή ανώδυνα συμβουλευτικούς λόγους σε μεγάλα ακροατήρια. Τέτοιοι ήταν όλοι σχεδόν οι λόγοι που εκφωνούσαν και δημοσίευαν οι σοφιστές της δεύτερης σοφιστικής.

Στη δεύτερη σοφιστική, το είπαμε, εντάσσονται μια σειρά από ρήτορες που έζησαν στην Ελληνορωμαϊκή εποχή περιοδεύοντας απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη την αυτοκρατορία και δίνοντας διαλέξεις και μαθήματα σε διάφορα θέματα, με μεγάλη συνήθως επιτυχία. Αυτό ήταν και το μόνο κοινό που είχαν με τους σοφιστές της Κλασικής εποχής· και αν επιμένουμε να χρησιμοποιούμε τους παραπλανητικούς όρους σοφιστές και σοφιστική, είναι γιατί τους συναντούμε στον Φλάβιο Φιλόστρατο, που ανήκει στην ίδια ομάδα.

Οι σοφιστές της δεύτερης σοφιστικής καλλιεργούσαν πλήθος ρητορικά είδη και πραγματεύονταν ποικίλα θέματα. Έγραφαν, απάγγελλαν και δημοσίευαν διαλέξεις, σύντομες πραγματείες ή διατριβές, διάλογους, ρητορικά (προ)γυμνάσματα ή μελέτες (ασκήσεις), εκφράσεις (περιγραφές), προλαλιές (σύντομες προκαταρκτικές ομιλίες), επιστολές, και παίγνια - καθαρά επιδεικτικά τα περισσότερα, με τη φροντίδα του ομιλητή και την προσοχή του ακροατηρίου να συγκεντρώνονται στη μορφή και την απαγγελία περισσότερο παρά στο περιεχόμενο του λόγου.

Σχετικά με το περιεχόμενο των ομιλιών, σημασία έχει να προσέξουμε ότι συχνά οι σοφιστές της δεύτερης σοφιστικής υπέρβαιναν τα όρια της ρητορικής, εισβάλλοντας στα πεδία της λαϊκής ας την πούμε φιλοσοφίας. Στην προσπάθειά τους να συμβουλέψουν, να παρηγορήσουν, να νουθετήσουν ή και μόνο να εντυπωσιάσουν το ακροατήριό τους, πραγματεύονταν θέματα ηθικής με εκλαϊκευτικό τρόπο, χωρίς πρωτοτυπία και βάθος. Έτσι, από τη μια συγχέονταν τα σύνορα ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη ρητορική, από την άλλη φιλόσοφοι και σοφιστές βρίσκονταν συχνά αντιμέτωποι, υπερασπίζοντας καθένας την ειδικότητά του.

Κοινό ιδεολογικό χαρακτηριστικό των σοφιστών της δεύτερης σοφιστικής ήταν ο θαυμασμός για την ελληνική ιστορική, φιλοσοφική και λογοτεχνική παράδοση και οι νοσταλγικές αναφορές σε πρόσωπα, καταστάσεις και γεγονότα από το ένδοξο παρελθόν - όλα αυτά χωρίς να αμφισβητείται η ρωμαϊκή κυριαρχία ή να υποβιβάζονται οι Ρωμαίοι, που άλλωστε και οι ίδιοι εθαύμαζαν και τιμούσαν τα ελληνικά επιτεύγματα των παλαιότερων εποχών.

Όπως θα το περιμέναμε, οι ρήτορες της δεύτερης σοφιστικής ήταν αττικιστές, οπότε αναρωτιόμαστε πώς ήταν δυνατό να κάνουν επιτυχημένες δημόσιες ομιλίες στο μεγάλο κοινό (σε θέατρα, σε βασιλικές, σε σταυροδρόμια), όταν τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν την καταλάβαιναν μόνο οι μορφωμένοι. Το μυστικό ήταν ότι τα χρόνια εκείνα πάντες ᾄδουσι, καὶ ῥήτορες καὶ σοφισταί, «όλοι τραγουδούν, και οι σοφιστές και οι ρήτορες» (Δίων Χρυσόστομος 32.68). Σε εποχή όπου ο μουσικός τονισμός είχε αντικατασταθεί από τον δυναμικό, οι λαμπρόφωνοι αττικιστές εκφωνούσαν τις διαλέξεις τους με την παλιά τραγουδιστή προφορά και γοήτευαν τα πλήθη με τον ήχο και μόνο της ομιλίας τους.[1] Χρονολογικά πρώτος στη σειρά ο Δίων, που για την ευγλωττία του επονομάστηκε Χρυσόστομος.

ΔΙΩΝ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (περ. 40-115 μ.Χ.)

Γεννήθηκε στην Προύσα της Βιθυνίας, όπου και είχε τις πρώτες του επιτυχίες ως ρήτορας. Στο ξεκίνημά του ήταν δηλωμένος πολέμιος κάθε φιλοσοφίας· όμως αργότερα, όταν του δόθηκε στη Ρώμη η ευκαιρία, μαθήτεψε στον Μουσώνιο Ρούφο, τον δάσκαλο του Επίκτητου και προσηλυτίστηκε στον στωικισμό. Τα βάσανά του άρχισαν όταν το 82 π.Χ. ο αυτοκράτορας Δομιτιανός, για πολιτικούς, υποψιαζόμαστε, λόγους, τον εξόρισε από την Ιταλία και του απαγόρεψε να επιστρέψει στην πατρίδα του.

Φτωχός και αποδιωγμένος ο Δίων φόρεσε τον φιλοσοφικό τρίβωνα και πήρε να ταξιδεύει από τόπο σε τόπο (στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια, αλλά και ψηλά, στην περιοχή του Πόντου και του Δούναβη) εκφωνώντας λόγους με λαϊκό-φιλοσοφικό περιεχόμενο. Η τύχη του γύρισε δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, με τον θάνατο του Δομιτιανού: οι διάδοχοι αυτοκράτορες, πρώτος ο Νέρβας, που τον ανακήρυξε ρωμαίο πολίτη, ύστερα ο Τραϊανός, που συνδέθηκε φιλικά μαζί του, τον γέμισαν τιμές και ευεργέτησαν, με τη μεσολάβησή του, την πατρίδα του. Ο Δίων τούς αντάμειψε με δημόσια ευχαριστήρια και επαίνους. Τα τελευταία του χρόνια, ένδοξος πια, τα πέρασε πάλι ταξιδεύοντας και δίνοντας διαλέξεις.

Μας έχουν σωθεί 77 ομιλίες του και 3 επιστολές, η μια προς κάποιο ρωμαίο (;) αξιωματούχο με συμβουλές για το ποιους ποιητές, ιστορικούς και ρήτορες αξίζει να διαβάσει.[2] Από τους λόγους του άλλοι, όπως οι Περὶ βασιλείας, Περὶ ἀρετῆς, Περὶ πλεονεξίας, πραγματεύονται γενικά θέματα· άλλοι, όπως ο Ροδιακός και ο Ταρσικός, απευθύνονται συμβουλευτικά στους κατοίκους των πόλεων που επισκεπτόταν· άλλοι, συμβουλευτικοί και αυτοί, όπως ο Πρὸς Ἀπαμεῖς περὶ ὁμονοίας, αφορούν τοπικά πολιτικά θέματα της Βιθυνίας· άλλοι, όπως ο Περὶ φυγῆς και ο Περὶ τῶν ἔργων είναι αυτοβιογραφικοί· άλλοι, όπως ο Περὶ Ὁμήρου και ο Περὶ Σωκράτους, αναφέρονται σε ποιητές και φιλοσόφους· άλλοι, όπως ο Φιλοκτήτης και η Χρυσηίς αφηγούνται και σχολιάζουν μύθους, κλπ. κλπ. Μέσα σε όλα αυτά ξεχωρίζουμε (α) τον Τρωικὸν ὑπὲρ τοῦ Ἴλιον μὴ ἁλῶναι, όπου με στέρια λογικά επιχειρήματα υποστηρίζεται ότι οι Αχαιοί δεν ήταν δυνατό να πάρουν την Τροία, και ότι ο Όμηρος ψεύδεται (!), (β) τον Εὐβοϊκόν, όπου ο Δίων τάχα ναυαγεί και φιλοξενείται από έναν κυνηγό, που ζει σε ειδυλλιακό περιβάλλον, απομονωμένος με την οικογένειά του, πάμφτωχος, αλλά αγνός και ανέγγιχτος από τα ελαττώματα και τις σκοτούρες της αστικής κοινωνίας, (γ) τον Πρὸς Ἀλεξανδρεῖς, όπου κατηγορεί ανοιχτά τους κατοίκους της Αλεξάνδρειας για ελαφρότητα και για ανάρμοστη συμπεριφορά στους αθλητικούς αγώνες και στις συναυλίες, όπου φανερώνονταν άγριοι και απαίδευτοι, και (δ) ένα νεανικό παίγνιο, το Κώμης ἐγκώμιον, που μας παραδόθηκε ενσωματωμένο στο Φαλάκρας ἐγκώμιον ενός μεταγενέστερου συγγραφέα, του Συνέσιου (4ος μ.Χ. αι.).

Ο Δίων έγραψε και άλλα έργα, φιλοσοφικά, όπως το Εἰ φθαρτὸς ὁ κόσμος, και ιστορικά, όπως τα Γετικά - όλα χαμένα.

Η γλώσσα και το ύφος του, διαμορφωμένα στα πρότυπα του Ξενοφώντα και του Πλάτωνα, είναι σχετικά απλά και καλαίσθητα - και δυσκολευόμαστε να αποφασίσουμε αν οι σποραδικές παραχωρήσεις του στην Κοινή ήταν συνειδητές ή αθέλητες.

Φίλος του Δίωνα, διάσημος για τη ρητορική του δεινότητα, ήταν ο Αντώνιος Πολέμων από τη Λαοδίκεια του Πόντου (περ. 90-145 μ.Χ.). Η φήμη του τον οδήγησε γρήγορα στο περιβάλλον των αυτοκρατόρων, ιδιαίτερα του Αδριανού, που του ανάθεσε να εκφωνήσει τον πανηγυρικό στα εγκαίνια του ναού του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα. Από τα πολλά του έργα σώζονται μόνο δύο φανταστικές αγορεύσεις, όπου ο πατέρας του Κυνέγειρου και ο πατέρας του στρατηγού Καλλίμαχου, που είχε και αυτός σκοτωθεί στη μάχη του Μαραθώνα, διεκδικούν καθένας για τον εαυτό του το δικαίωμα να εκφωνήσει τον επιτάφιο των πεσόντων.

ΗΡΩΔΗΣ Ο ΑΤΤΙΚΟΣ (101-177 μ.Χ.)

Γεννήθηκε από αρχοντική και πάμπλουτη οικογένεια του Μαραθώνα, σπούδασε στην Αθήνα και συνδέθηκε φιλικά με τον Πολέμωνα και τον Αδριανό. Τον αμύθητο πλούτο του τον αξιοποίησε ταξιδεύοντας και χρηματοδοτώντας κοινωφελή έργα - στην Αλεξάνδρεια της Τρωάδας, στην Ολυμπία, στην Κόρινθο, στην Αθήνα και αλλού. Παράλληλα, η οικογενειακή του παράδοση (ο πατέρας του ήταν ενεργός ρωμαίος πολίτης), οι ικανότητές του και το κύρος του τον βοήθησαν να αποχτήσει μεγάλα αξιώματα στην Αθήνα και στη Ρώμη, όπου ο αυτοκράτορας Αντωνίνος τον ονόμασε Πραίτωρα και του ανάθεσε να εκπαιδεύσει τους γιους του.

Πλούτος και αξιώματα δε φέρνουν πάντα την ευτυχία. Ο Ηρώδης έχασε και πένθησε βαριά τη σύζυγό του, τη Ρηγίλλη, τις δύο θυγατέρες του και τον μικρότερό του γιο, άνοιξε δίκες για κληρονομικά θέματα, κατηγορήθηκε και ο ίδιος, δικάστηκε κλπ. Στήριγμά του η πετυχημένη συγγραφική του ενασχόληση και η διδασκαλία της ρητορικής στην Αθήνα.

Από τις διαλέξεις, εφημερίδες (ημερολόγια), επιστολές κλπ. που ξέρουμε ότι έγραψε δε σώθηκε παρά μία φανταστική συμβουλευτική ομιλία Περὶ πολιτείας, όπου προς το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου ένας Λαρισινός παροτρύνει τους συμπολίτες του να συμμαχήσουν με τη Σπάρτη εναντίον των Μακεδόνων. Γλώσσα και ύφος ακολουθούν τα αττικά πρότυπα τόσο πιστά ώστε οι φιλόλογοι να συζητούν αν η ομιλία είναι του Ηρώδη ή αν μήπως πραγματικά ανήκει στον 5ο π.Χ. αιώνα.

Μαθητής του Ηρώδη ήταν ο Αίλιος Αριστείδης (περ. 129-189 μ.Χ.) από τη Μυσία. Ως σοφιστής ταξίδεψε και δοξάστηκε πολύ· όμως και βασανίστηκε για χρόνια από μιαν άγνωστή μας αρρώστια. Οι γιατροί στο Ασκληπιείο της Περγάμου δε μπόρεσαν να τον βοηθήσουν, και για να γιατρευτεί χρειάστηκε ο ίδιος ο Ασκληπιός να τον επισκέπτεται στα όνειρά του και να του δίνει σωτήριες συμβουλές. Αυτές τις θεϊκές επισκέψεις ο Αριστείδης τις κατάγραψε με κάθε λεπτομέρεια στους έξι Ἱεροὺς λόγους, που μας σώθηκαν - μνημεία δεισιδαιμονίας, ματαιοδοξίας και μυστικοπάθειας.

Άλλα του έργα, συνθεμένα στους συμβατικούς τύπους και με τα συνηθισμένα θέματα της δεύτερης σοφιστικής, διασώθηκαν πολλά. Ξεχωρίζουμε τις ομιλίες που σχετίζονται με τη δεύτερη πατρίδα του, τη Σμύρνη, τότε που την κατάστρεψε ο μεγάλος σεισμός του 178 μ.Χ. Ο Αριστείδης τη θρήνησε (Μονῳδία ἐπὶ Σμύρνῃ), απευθύνθηκε με την Ἐπιστολὴ περὶ Σμύρνης στους αυτοκράτορες ζητώντας βοήθεια για την ανοικοδόμησή της, το πέτυχε, και το γιόρτασε με την Παλινῳδία ἐπὶ Σμύρνῃ.

Χαρακτηριστικοί είναι οι φιλοσοφικοί λόγοι, όπου αντικρούει τον Πλάτωνα υπερασπίζοντας τον Γοργία και τη ρητορική ως τέχνη. Ο ίδιος ήταν αττικιστής, είχε πρότυπό του τον Δημοσθένη και φρόντιζε το ύφος και τη μουσικότητα του λόγου του τόσο ώστε τα πεζογραφήματά του να προσεγγίζουν τα πεδία της ποίησης. Το βλέπουμε αυτό στους ύμνους Εἰς Δία, Εἰς Σάραπιν, Εἰς Ποσειδῶνα και σε άλλα πεζά υμνητικά-πανηγυρικά του έργα.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ (περ. 120-180 μ.Χ.)

Ο Λουκιανός ήταν Σύρος, γεννημένος στα Σαμόσατα, στις όχθες του Ευφράτη, από γονείς φτωχούς, που τον έστειλαν να μάθει λιθοξόος· ωστόσο, η κλίση του στα γράμματα ήταν τόσο ισχυρή, και την ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία τις έμαθε τόσο καλά, ώστε να ζήσει ταξιδεύοντας (στη Μικρασία, στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στη Γαλατία), δίνοντας διαλέξεις και συγγράφοντας, όπως κάθε άλλος επιτυχημένος σοφιστής της εποχής του. Σημαντική επίδραση στη ζωή του είχαν η συνάντηση με τον πλατωνικό φιλόσοφο Νιγρίνο στη Ρώμη,[3] και η εγκατάστασή του στην Αθήνα από το 165 μ.Χ. και μετά. Τα μαθαίνουμε όλα αυτά από δικά του αυτοβιογραφικά έργα, όπως το Ἐνύπνιον («Όνειρο»), το Δὶς κατηγορούμενος κ.ά.

Από τα 70 και παραπάνω έργα του που έχουν σωθεί, ορισμένα, πρώιμα τα περισσότερα, δεν απομακρύνονται από τα θεματικά και μορφολογικά στερεότυπα της δεύτερης σοφιστικής. Εδώ ανήκουν κάποια ρητορικά γυμνάσματα, μια σειρά από προλαλιές, δύο εκφράσεις και ένα παίγνιο, το Μυίας ἐγκώμιον.

Το ιδιαίτερο στον Λουκιανό, αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει, είναι το μοναδικό σατιρικό του χάρισμα. Η δηκτική και ειρωνική του διάθεση, η ικανότητά του να επινοεί και να παρουσιάζει κωμικές καταστάσεις, η ευστοχία του λόγου του - όλα τον τοποθετούν δίπλα στους μεγάλους κωμικούς της ελληνικής αρχαιότητας, τον Αριστοφάνη, τον Μένανδρο και τον Μένιππο, που άλλωστε τους χρωστούσε πολλά.

Ο Λουκιανός δεν άφησε τίποτα να μην το ειρωνευτεί, τίποτα που να μην το σατιρίσει με επιτυχία.

Στηλίτευσε μια σειρά από ανθρώπινους τύπους, π.χ. τον ἀπαίδευτον καὶ πολλὰ βιβλία ὠνούμενον, τον μισάνθρωπο, και τους τσαρλατάνους που τα χρόνια εκείνα δρούσαν ως θαυματοποιοί με θεϊκές τάχα δυνάμεις, όπως ο Ἀλέξανδρος ἢ ψευδόμαντις, που τριγύριζε με ένα πελώριο αλλά ήμερο φίδι κάνοντας «γητειές και μαγγανείες, μαδώντας τους πλούσιους»(6).

Δε δίστασε να διασύρει τους θεούς, π.χ. στο Θεῶν ἐκκλησία, στο Ζεὺς ἐλεγχόμενος και στο Ζεὺς τραγῳδός, όπου οι θεοί φοβούνται ότι οι φιλόσοφοι θα καταφέρουν τελικά να αποδείξουν την ανυπαρξία τους. Εδώ ανήκουν και οι Θεῶν διάλογοι και οι Ἐνάλιοι (θαλασσινοί) διάλογοι, όπου συζητώντας ανοιχτά μεταξύ τους θεοί και θεές αποκαλύπτουν όλες τους τις αδυναμίες, και όχι μόνο.

Ο Λουκιανός αγαπούσε πολύ το διαλογικό είδος, που το χειριζόταν έτσι ώστε να προσεγγίζει πότε τον φιλοσοφικό διάλογο και πότε την κωμωδία. Στη δεύτερη περίπτωση ανήκουν, δίπλα στους θεϊκούς, οι περίφημοι Νεκρικοὶ διάλογοι, όπου κάτω στον Άδη οι νεκροί βρίσκονται απογυμνωμένοι από κάθε εξουσία και πλούτο, και οι ηθογραφικοί Ἑταιρικοὶ διάλογοι, όπου συζητούν και φανερώνουν τα μυστικά τους αθηναίες εταίρες της Κλασικής εποχής. Αντίθετα, τους φιλοσοφικούς διάλογους προσεγγίζουν μερικά από τα τελευταία του έργα, π.χ. ο Ἑρμότιμος, ο Εὐνοῦχος και το Περὶ ὀρχήσεως, όπου παρουσιάζεται να παίρνει μέρος και ο ίδιος ο Λουκιανός, με το εξελληνισμένο του όνομα Λυκίνος.

Η σάτιρα κορυφώνεται όταν άμεσα ή έμμεσα ο Λουκιανός στρέφεται εναντίον του εαυτού του και των ομοίων του.

Όπως φαίνεται από έργα σαν το Δὶς κατηγορούμενος, το Νιγρίνος κ.ά. οι σχέσεις του με τη φιλοσοφία, όπου θα μπορούσε εύκολα να ενταχτεί στους σκεπτικούς, δεν ήταν καθόλου εχθρικές· και όμως, κανείς δε διακωμώδησε τόσο τις φιλοσοφικές θεωρίες και τους εκπροσώπους τους όσο εκείνος: στο Συμπόσιον ἢ Λαπίθαι, π.χ., οι φιλόσοφοι διαφωνούν και, μεθυσμένοι, πιάνονται στα χέρια· στο Δραπέται η ίδια η Φιλοσοφία καταγγέλλει στον Δία ότι πολλοί σφετερίζονται τον τίτλο του φιλοσόφου ενώ «η ζωή τους είναι βρωμερή, γεμάτη αμάθεια, θράσος και αδιαντροπιά» (4)· και στο Βίων πρᾶσις φιλόσοφοι των διαφόρων σχολών διαφημίζουν και βγάζουν στο σφυρί τον ἄριστον βίον, όπως τον δίδασκε καθένας τους, αλλά δε βρίσκουν όλοι αγοραστές.

Παρόμοια, αττικιστής ο Λουκιανός, αλλά δεν παράλειψε να διακωμωδήσει στον Λεξιφάνη, στον Σολοικιστή και στον Ψευδολογιστή τις αττικιστικές υπερβολές· ρήτορας ο ίδιος, δήλωσε ότι απαρνήθηκε τη ρητορική τέχνη (Δὶς κατηγορούμενος) και την ευτέλισε στο Ρητόρων διδάσκαλος, όπου, αν και θαυμαστής της κλασικής αρχαιότητας, δε δίστασε να ειρωνευτεί τις μεγάλες της δόξες συστήνοντας στον μαθητευόμενο ρήτορα να λέει και να ξαναλέει «για τον Μαραθώνα και για τον Κυνέγειρο, που χωρίς αυτούς δε γίνεται ομιλία, για τον ουρανό που σκεπάστηκε από τα περσικά βέλη, τον Ξέρξη που το ᾽βαλε στα πόδια, τον Λεωνίδα» (18).

Σάτιρα και φαντασία ξεχειλίζουν στα αφηγηματικά Ἀληθῆ διηγήματα, όπου ο Λουκιανός παρωδεί τα εξωτικά, γεμάτα περιπέτειες ταξίδια των μυθιστοριογράφων: αφού δηλώσει ότι ἓν τοῦτο ἀληθεύσω λέγων ὅτι ψεύδομαι, ο Λουκιανός περιγράφει ένα ουτοπικό ταξίδι όπου με τους συντρόφους του επισκέφτηκε πλήθος παράδοξα νησιά στον ουρανό, το Τυρονήσι, το Φελλονήσι, το Νησί των ονείρων κ.ά.

Με το όνομά του σώζονται και 53 επιγράμματα, τα περισσότερα σατιρικά, αλλά ίσως όχι όλα δικά του.

Από τα πολλά ψευδεπίγραφα που αποδίδονται στον Λουκιανό, ενώ τα είχαν γράψει άλλοι, νεότεροι συγγραφείς, ξεχωρίζουμε: (α) το θρησκειολογικά εξαιρετικά ενδιαφέρον Περὶ τῆς Συρίης θεοῦ, γραμμένο ιωνικά με τον τρόπο του Ηροδότου, (β) δύο σύντομες (παρα)τραγωδίες με πρωταγωνίστρια την Ποδάγρα, την αρρώστια που βασανίζει τους καλοφαγάδες, και (γ) το Λούκιος ἢ ὄνος, με την ιστορία ενός νέου που θεσσαλές μάγισσες τον μεταμόρφωσαν κατά λάθος σε γάιδαρο και είδε κι έπαθε να ξαναβρεί την ανθρώπινη μορφή του. Το τελευταίο αυτό πιστεύουμε ότι αποτελεί απόσπασμα από το χαμένο έργο Μεταμορφώσεις που έγραψε ένας σύγχρονος με το Λουκιανό συγγραφέας, ο Λούκιος (;) από την Πάτρα.

Ρήτορας με έντονα φιλοσοφικά ενδιαφέροντα ήταν ο Μάξιμος από την Τύρο (περ. 125-185 μ.Χ.). Σώθηκαν 41 διαλέξεις του, όπου συζητά «αν οι στρατιώτες ή οι γεωργοί είναι χρησιμότεροι για την πολιτεία, αν είναι τέχνη η αρετή, αν η ηδονή είναι σταθερό και μόνιμο αγαθό» και άλλα ανάλογα θέματα λαϊκής φιλοσοφίας. Ο Μάξιμος ήταν πλατωνιστής, αλλά είχε υιοθετήσει και δοξασίες από άλλες σχολές. Έγραψε στην αττική διάλεκτο, με ύφος απλό και παραστατικό, όπως ταιριάζει όταν ο λόγος απευθύνεται σε ανθρώπους με ενδιαφέροντα αλλά χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις. Ορισμένες διαλέξεις παραδίδεται ότι εκφωνήθηκαν στη Ρώμη, στα χρόνια του Κόμμοδου, και αυτό είναι το μόνο σταθερό στοιχείο που έχουμε για τη ζωή του.

ΟΙ ΦΙΛΟΣΤΡΑΤΟΙ (2ος και 3ος μ.Χ. αι.)

Στην οικογένεια των Φιλόστρατων, που είχε την καταγωγή της στη Λήμνο, ανήκουν συνολικά τέσσερις συγγραφείς· και καθώς οι πληροφορίες που έχουμε είναι αόριστες και αντιφατικές, χρειάστηκαν φιλολογικές έρευνες για να διαπιστωθεί ποιος ήταν και τι έγραψε καθένας τους.

Πρώτος ήταν ο Φιλόστρατος γιος του Βέρου, που παραδίδεται ότι ζούσε στην Αθήνα ως δραματικός ποιητής, σοφιστής και συγγραφέας ενός έργου Περὶ κωμῳδίας - όλα αμφίβολα.

Γιος του ήταν ο Φλάβιος Φιλόστρατος (περ. 170-245 μ.Χ.), που σπούδασε στην Αθήνα και την Έφεσο, διακρίθηκε ως σοφιστής, ταξίδεψε και έγινε δεκτός στην αυλή του Σεπτίμιου Σεβήρου στη Ρώμη. Εκεί τον εκτίμησε και τον κράτησε στο στενό περιβάλλον της η αυτοκράτειρα Ιουλία Δόμνα, που είχε έντονα πνευματικά ενδιαφέροντα. Με δική της εντολή ο Φιλόστρατος έγραψε Τὰ εἰς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον: μυθιστορηματική βιογραφία ενός ταξιδευτή νεοπυθαγόρειου φιλόσοφου του 1ου μ.Χ. αιώνα, που ο θρύλος τον ήθελε πάνσοφο και θαυματουργό. Αργότερα, μετά τον θάνατο της Ιουλίας Δόμνας, ο Φιλόστρατος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ως ρητοροδιδάσκαλος και συνέχισε το συγγραφικό του έργο.

Πολύτιμο μας είναι το έργο του Βίοι σοφιστῶν: 60 πάνω κάτω βιογραφίες σοφιστών που έδρασαν από τον 5ο π.Χ. αιώνα ως τις μέρες του. Στην εισαγωγή ο Φιλόστρατος ξεχωρίζει την αρχαία σοφιστική, που άρχισε με τον Γοργία τον Λεοντίνο, από τη δεύτερη σοφιστική, που κατά τη γνώμη του ξεκίνησε με τον Αισχίνη τον ρήτορα στη Ρόδο.

Στον Φλάβιο Φιλόστρατο ανήκουν ακόμα (α) ο Ἡρωικός, όπου το φάντασμα του Πρωτεσίλαου, ήρωα που λατρευόταν ακόμα στην Τρωάδα, αποκαλύπτει σε έναν αμπελουργό όλες τις αλήθειες για τον Τρωικό πόλεμο·[4] (β) ο Περὶ γυμναστικῆς, όπου καταγράφονται πληροφορίες για τα διάφορα αγωνίσματα, τη σωστή προπόνηση και δίαιτα των αθλητών, και καυτηριάζονται τα σύγχρονα (τότε!) εκφυλιστικά φαινόμενα: π.χ. η χρηματική παρανομία, «το να αγοράζουν οι αθλητές και να πουλούν τις νίκες» (45)· (γ) οι Εἰκόνες: εκφράσεις, δηλαδή αναλυτικές περιγραφές μιας σειράς από ζωγραφικούς πίνακες με ποικίλα θέματα (Φαέθων, Βόσπορος, Σάτυροι, Θηρευταί κ.ά.π.), που ο Φιλόστρατος ισχυρίζεται ότι τους είδε συγκεντρωμένους σε μια πινακοθήκη, αλλά οι φιλόλογοι έχουν κάθε λόγο να υποψιάζονται ότι είναι φανταστικοί· (δ) ορισμένες επιστολές, οι περισσότερες ερωτικές σε ανύπαρκτα πρόσωπα.

Ο τρίτος Φιλόστρατος με την επωνυμία ο Λήμνιος (3ος μ.Χ. αι.), παραδίδεται πως ήταν επιτυχημένος σοφιστής και συγγραφέας· όμως το μόνο δικό του που μπορούμε σήμερα να διαβάσουμε είναι μια επιστολή σχετική με την τέχνη της επιστολογραφίας.

Τελευταίος Φιλόστρατος, ο νεότερος, εγγονός του Φλάβιου, έγραψε και αυτός Εἰκόνες, ακολουθώντας, όπως σημειώνει, το παράδειγμα του παππού του, που είχε περιγράψει τα ζωγραφικά έργα λίαν ἀττικῶς.

Στους σοφιστές της δεύτερης σοφιστικής περιλαμβάνει ο Φλάβιος Φιλόστρατος και τον Ερμογένη από την Ταρσό της Κιλικίας (περ. 160-225 μ.Χ.), που ως νεαρός ρήτορας είχε μεγάλες επιτυχίες αλλά γρήγορα παραιτήθηκε από κάθε δημόσια επίδειξη και ασχολήθηκε μόνο με τη ρητορική θεωρία. Τα έργα του, όπως και οι περισσότερες ρητορικές τέχνες που γράφτηκαν στα ελληνορωμαϊκά χρόνια, προορίζονταν για τη διδασκαλία της ρητορικής στα σχολεία.

Στα ρητορικά είδη που ακμάζουν την Ελληνορωμαϊκή εποχή είδαμε να περιλαμβάνεται και η επιστολογραφία.[5] Δε μιλούμε βέβαια για ιδιωτικά γράμματα που απευθύνονταν με συγκεκριμένη αφορμή σε συγκεκριμένο αποδέκτη και έτυχε να σωθούν, αλλά για γράμματα που γράφτηκαν εξαρχής για να εκδοθούν - και βέβαια είναι εξαιρετικά προσεγμένα. Εκτός από το περιεχόμενο και τη λογοτεχνική τους υπόσταση, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ταυτότητα τόσο του αποστολέα όσο και του αποδέκτη τους.

Από την πλευρά του αποστολέα ξεχωρίζουμε: (α) επιστολές που υπογράφονται από τον πραγματικό συγγραφέα τους, όπως οι επιστολές του Ισοκράτη, και (β) επιστολές νόθες ή ψευδεπίγραφες, όπου ο συγγραφέας προσποιείται ότι το γράμμα το έγραψε είτε κάποιο επώνυμο ιστορικό πρόσωπο, π.χ. ο Σωκράτης ή ο Ιπποκράτης, είτε κάποιος ανώνυμος αγρότης, ψαράς, εταίρα κλπ.

Από την πλευρά του αποδέκτη ξεχωρίζουμε (α) επιστολές που απευθύνονται σε συγκεκριμένα επώνυμα πρόσωπα, όπως οι επιστολές του Αίλιου Αριστείδη στους αυτοκράτορες, και (β) επιστολές που ο αποδέκτης τους είναι πρόσωπο φανταστικό, όπως στις ερωτικές επιστολές του Φλαβίου Φιλόστρατου. Περιττό να σημειώσουμε ότι στα ψευδεπίγραφα γράμματα συμβαίνει συχνά φανταστικά πρόσωπα να είναι και ο αποστολέας και ο αποδέκτης. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στις περισσότερες επιστολές του Αλκίφρονα.

Από τον Αλκίφρονα, που έζησε τον 2ο μ.Χ. αιώνα, σώζονται Ἁλιευτικαὶ ἐπιστολαί, όπου π.χ. ο Εύδιος γράφει στον Φιλόσκαφο να του διηγηθεί μια μικρή θαλασσινή περιπέτεια· Γεωργικαὶ ἐπιστολαί, όπου π.χ. ο Αμπελίων γράφει στον Εύεργο να του περιγράψει πώς με τον χιονιά έπιασε στην ξόβεργα τσίχλες και κοτσύφια·[6] Ἑταιρικαὶ ἐπιστολαί, όπου π.χ. η Φιλουμένη γράφει στον Κρίτωνα ζητώντας του πενήντα χρυσά, αλλιώς να μην την ενοχλήσει· και Ἐπιστολαὶ παρασίτων, όπου π.χ. ο Τραπεζολείκτης γράφει στον Ψιχοδιαλέκτη να του πει πόσο λυπήθηκε μαθαίνοντας ότι σε κάποιο συμπόσιο τον είχαν ξυλοφορτώσει. Οι τίτλοι, τα πλαστά ονόματα και οι διηγήσεις που παραθέσαμε δε φτάνουν να φανερώσουν την απίθανη ποικιλία των επιστολών, που η μία με την άλλη συνθέτουν μιαν ολοζώντανη ρεαλιστική εικόνα της Αθήνας της Κλασικής εποχής - γιατί σε αυτό τον χώρο και σε αυτό τον χρόνο τοποθέτησε ο αττικιστής Αλκίφρων όλα του τα γράμματα.[7]
---------------------------------
1. Μιλώντας για έναν τέτοιο ρήτορα, τον Αδριανό από την Τύρο (2ος μ.Χ. αι.), ο Φλάβιος Φιλόστρατος γράφει πως είχε γοητέψει τη Ρώμη τόσο «ώστε να θέλουν να τον ακούσουν και όσοι δε γνώριζαν την ελληνική γλώσσα. Τον άκουγαν σαν αηδόνι μελωδικό, θαυμάζοντας την όψη και την ευγλωττία του, την ευλυγισία της φωνής και τους κουβεντιαστούς και τραγουδιστούς ρυθμούς του» (Βίοι σοφιστών 2.10).

2. Στο σώμα των έργων του διασώζονται τρεις ακόμα λόγοι, όχι δικοί του αλλά του μαθητή του Φαβορίνου, που ακολουθούσε τους ασιανούς ρητορικούς τρόπους.

3. Ο Νιγρίνος δε μας είναι γνωστός παρά μόνο από την Πρὸς Νιγρῖνον επιστολή και τη διατριβή Νιγρίνου φιλοσοφία του Λουκιανού.

4. Στα λεγόμενά του ο Πρωτεσίλαος περισσότερο συμπληρώνει και διαψεύδει παρά επιβεβαιώνει την Ιλιάδα. Ωστόσο, κάποια στιγμή βεβαιώνει ότι ο Όμηρος «την ήξερε την αλήθεια, αλλά πολλά τα άλλαξε για να εξυπηρετήσει το ποιητικό σχέδιο που είχε στον νου του» (728)!

5. Θυμίζουμε ότι επιστολές μάς έχουν σωθεί και από παλαιότερες εποχές, άλλες ανεξάρτητες, όπως οι επιστολές του Πλάτωνα και του Ισοκράτη, άλλες ενταγμένες σε μεγαλύτερα έργα όπως η Ιστορία του Ηρόδοτου. Ωστόσο, μόνο τώρα, στα ελληνορωμαϊκά χρόνια, η επιστολογραφία καλλιεργήθηκε συστηματικά, στο πλαίσιο της ρητορικής ως ξεχωριστό είδος.

6. Παρόμοιες επιστολές έγραψε και ο κάπως νεότερος Κλαύδιος Αιλιανός

7. Λίγο μόνο ξεφεύγουν από το χρονολογικό πλαίσιο τα γράμματα που υποτίθεται αντάλλαξαν ο Μένανδρος και η αγαπημένη του Γλυκέρα, τότε που ο Πτολεμαίος είχε προσκαλέσει τον κωμωδιογράφο στην Αλεξάνδρεια - και βέβαια ο Μένανδρος προτίμησε να μείνει στην Αθήνα.

Μια σχέση που να καλύπτει τις ανάγκες μας

Κάθε άνθρωπος φροντίζει να καλύπτει τις ανάγκες του με κύριο στόχο την ψυχική και σωματική πληρότητα. Αν παρατηρήσουμε τις επιλογές μας θα συνειδητοποιήσουμε πως σε κάθε φάση της ζωής διαλέγουμε και διαφορετικό κοκτέιλ, του οποίου τα συστατικά είναι οι παράγοντες της καθημερινότητάς μας. Άλλοτε η έμφαση δίνεται απλόχερα στη δουλειά ή την παρέα, κι άλλες φορές θα πιάσουμε τον εαυτό μας σε φάση απομόνωσης ή παραδομένους σε έρωτες και χαμένους σε σενάρια που πλάθει το μυαλό.

Κάθε ερωτική σχέση μπορεί να χρωματίσει διαφορετικά την καθημερινότητά σου, γι’ αυτό και η ψυχολογία σου πολλές φορές σε κατευθύνει σε ανθρώπους που θα σου δώσουν αυτό που χρειάζεσαι για να καλύψεις κενά ή να φέρεις απλώς μια σχέση στα μέτρα σου, χωρίς πώς και γιατί. Σε περιόδους που βλέπουμε πως χάνουμε έδαφος σε πράγματα που ενίοτε θεωρούσαμε δεδομένα μπορεί να αναζητήσουμε σχέσεις παροδικές χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις που δε χρειάζονται πολύ χρόνο και έντονη προσπάθεια. Υπάρχουν φάσεις που μπορεί να μην είσαι σε φάση για κάτι παραπάνω κι αυτό είναι σεβαστό. Μπορεί να συμβεί και μία και δύο και χίλιες φορές, φίλε μου.

Άλλες φορές πέφτουμε στην παγίδα της γλυκιάς επιβεβαίωσης που μας δίνει το ταίρι κι αυτό αντανακλά μια θετική ψυχολογία και δύναται να μας φτάσει στο ζενίθ. Δεν πρόκειται για μια επιλογή που γίνεται απλώς γιατί δε σε βαραίνουν άλλα ζητήματα και έχεις τη δύναμη να αφοσιωθείς σε κάποιον, αλλά για μια ανάγκη σου που γεννιέται όταν ανακαλύψεις πως είσαι πρόθυμος κάθε τι καλό που έχεις μέσα σου να το μοιραστείς με το κατάλληλο πρόσωπο και να βελτιωθείς ακόμη περισσότερο. Εδώ μιλάμε για σταθερότητα κι όχι για αποπνικτική ή τοξική δέσμευση, καθώς πολλές φορές τούτα τα δύο λανθασμένα συγχέονται. Η πραγματικότητα αυτή τη φορά διαμορφώνεται με τρόπο ανέλπιστα ευχάριστο, καθώς ο έρωτας μετατρέπεται σταδιακά σε βίωμα που ακόμα κι αν ήρθε απροειδοποίητα καταφέρνεις να το ζήσεις στο έπακρο.

Είναι σαν να παίζουμε ξανά και ξανά το ίδιο παιχνίδι, μα κάθε φορά να είμαστε διαφορετικοί παίκτες. Πότε θα παίξεις πιο συνεσταλμένα κι άλλες φορές τα ρέστα σου. Η έκβαση ορίζεται όχι μόνο από τη δική σου όρεξη και προθυμία να ερωτευτείς, αλλά και από το παρελθόν. Όχι που θα του ξέφευγες, εδώ που τα λέμε. Αν μια σχέση έληξε και άφησε κομματάκια παζλ όμορφα και χαριτωμένα, δεν ξέρω πόσο εύκολα θα θες πάλι να ανοίξεις τα χαρτιά σου σε έναν νέο άνθρωπο, εφόσον μια τέτοια κίνηση ίσως σηματοδοτεί κίνδυνο. Αν πάλι υπάρχει επιθυμία να σπάσει η μιζέρια ή να αφήσεις πίσω σου ό,τι σε έκανε να ζεις σ’ αυτή, στο χέρι σου είναι να ρίξεις τα ζάρια και να πιάσεις την καλή.

Όπως και να ΄χουν τα πράγματα κι όποιους κι αν έχουμε διαλέξει να βρίσκονται κοντά μας, σημασία έχει να είναι για καλό μας. Σαφώς και πρέπει να καλύψουμε τις ανάγκες μας και να νιώθουμε ολοκληρωμένοι στις σχέσεις μας. Το ίδιο οφείλουμε και στους συντρόφους μας, ό,τι σκοπό κι αν έχουμε. Οι άνθρωποι πολλές φορές γίνονται απρόβλεπτοι και δυσνόητοι όσον αφορά τις πράξεις και τις αντιδράσεις τους, ιδίως όταν πρόκειται για ζητήματα αισθηματικά που τελειωμό δεν έχουν και πολλές φορές ούτε και έλεγχο. Το σίγουρο είναι πως απ’ όπου κι αν ξεκινάμε κι όπου κι αν τελικά φτάνουμε με κάποιον, επιβεβαιώνουμε μέρα με τη μέρα πως δε μας είναι εύκολο να ζήσουμε χωρίς έρωτα. Αλληλοεπιδρούμε κάθε φορά σαν να ‘ναι η πρώτη και σιγά σιγά ενώνουμε το παζλ μας φτάνοντας πιο κοντά στην πληρότητα.

Μήπως δίνουν συνεχώς όσοι θέλουν να τους χρωστάνε;

Πάντοτε μου άρεσαν οι δοτικοί άνθρωποι. Οι αλτρουιστές της ζωής. Οι φιλότιμοι και οι ευσυνείδητοι. Οι ακομπλεξάριστοι και οι μποέμηδες που γνωρίζουν από πρώτο χέρι πως το να δίνεις κομμάτια του εαυτού σου μέσα από πολλούς τρόπους στις διαπροσωπικές σου σχέσεις, το λες και προσωπική ευτυχία. Γιατί είναι προσωπική κατάκτηση το να συμπεριφέρεσαι με ανιδιοτέλεια στη ζωή σου, πώς να το κάνουμε.

Από την άλλη, υπάρχουν πάντα οι «κακές γλώσσες» που πολλές φορές θα συσχετίσουν τη δοτικότητα με τη θυματοποίηση. Μήπως τελικά όμως είναι μια «καραμέλα» αυτή η λέξη, όταν παίζει στα χείλη εκείνων που δε θα μπουν καν στον κόπο του να κατανοήσουν τη συμπεριφορά ενός δοτικού ανθρώπου;

Η δοτικότητα είναι ευχή. Η υπερβολική όμως δοτικότητα, είναι κατάρα. Η προηγούμενη δήλωση ίσως να ακούστηκε λιγάκι υπερβολική, αλλά αγγίζει κατά πολύ το πέπλο του ρεαλισμού. Βλέπετε, οι δοτικοί άνθρωποι που λειτουργούν σε φυσιολογικά επίπεδα αυτοθυσίας και συναισθηματισμού, είναι εκείνοι που ξέρουν πότε να πάψουν να προσφέρουν και μάλιστα θα το κάνουν όσο συχνά χρειαστεί. Δεν είναι τα «θύματα» μιας παρέας ή μιας σχέσης. Δεν είναι έρμαια στις αποφάσεις των άλλων. Το γεγονός ότι θα σου προσφέρουν ανά πάσα στιγμή αγάπη, βοήθεια, συναίσθημα ή κατανόηση δε σημαίνει πως θα το κάνουν διαρκώς ή ανελλιπώς. Δεν έχει κανείς το δικαίωμα να τους θεωρεί δεδομένους, γιατί προφανέστατα δεν είναι δεδομένοι. Δεν έχουν υπογράψει κάποιο αόρατο συμβόλαιο πως θα είναι πάντοτε εκεί για άλλους, ούτε είναι διατεθειμένοι να λειτουργούν εις βάρος του εαυτού τους αν νιώσουν έστω και κάποιο μικρό δείγμα αχαριστίας.

Από την άλλη οι υπερβολικά δοτικοί άνθρωποι είναι μια ξεχωριστή, αλλά και διαφορετική κατηγορία. Είναι εκείνοι που αγγίζουν κόκκινες γραμμές. Είναι άτομα που μέσα από ένα μόνιμο «θέλω να δώσω και να προσφέρω», δημιουργούν στο δικό τους μυαλό δικλείδες ασφαλείας για, ίσως μελλοντικά, ανταλλάγματα. Με πολύ απλά λόγια, αυτός που συνεχώς προσφέρει πολλά περισσότερα από όσα λαμβάνει, πιθανότατα, έστω και υποσυνείδητα, να το κάνει γιατί επιθυμεί οι άλλοι να του χρωστάνε. Θέλεις λόγω τόνωσης του «εγώ», θέλεις λόγω αυτοεπιβεβαίωσης των ικανοτήτων, εκείνοι που επί μονίμου βάσεως δίνουν χωρίς να παίρνουν, επιθυμούν κατά βάθος να τους χρωστάει κάποιος το δικό τους μερίδιο από την πίτα.

Αν το καλοσκεφτείς και φέρεις στο μυαλό σου εικόνες με στιγμές που θεώρησες τον εαυτό σου τυχερό λόγω της ύπαρξης ενός δοτικού ανθρώπου, πιθανότατα να ρίξεις φως σε μια διαφορετική πλευρά της τότε κατάστασης. Μπορεί ας πούμε να δεις πως εκτίμησες απεριόριστα την κίνηση αυτοθυσίας και προσφοράς που σου δόθηκε, έχοντας παράλληλα στο μυαλό σου το πώς να ανταποδώσεις κι εσύ με τη σειρά σου. Σαφέστατα και όλο αυτό έχει να κάνει με το γνωστό «δούναι και λαβείν», πράγμα θεμιτό, αλλά μήπως όλη αυτή η διαδικασία τελικά σου προκάλεσε άγχος σχετικά με το δική σου ανταπόδοση; Μήπως μέσω των όσων με ανιδιοτέλεια έλαβες, η εικόνα που αυτόματα δημιουργήθηκε στο μυαλό σου ήτανε εκείνη του «σου είμαι υπόχρεος»;

Θα λέγαμε πως εθελοτυφλούμε αν πιστεύουμε πως οι υπερβολικά δοτικοί άνθρωποι δεν αναμένουν ενδόμυχα, ανταλλάγματα. Κι όταν λέμε αντάλλαγμα, μην πάει το μυαλό σας μόνο σε υλικές απολαβές ή δώρα. Ο υπερβολικά δοτικός άνθρωπος απολαμβάνει καμιά φορά το να του «χρωστάς», έστω και ηθικά. Το να του αναγνωρίζεις δηλαδή την αυτοθυσία του σαν κάτι το ξεχωριστό. Είναι σαφέστατα όλο αυτό μια απολαβή για εκείνον κι ας μην έχει το περιτύλιγμα ενός πρακτικού δώρου. Είναι η αναγνώριση, όχι που περίμενε, αλλά που απαιτούσε εμμέσως πλην σαφώς για τις δικές του αλτρουιστικές ενέργειες.

Με το να συμφωνούμε πως οι υπερβολικά δοτικοί χαρακτήρες περιμένουν ανταλλάγματα για πράγματα που προσφέρουν, δε σημαίνει ότι χάνουμε την πίστη μας στους ανθρώπους και στις ανθρώπινες αξίες. Δεν είναι απαραίτητο να νιώθουμε τύψεις επειδή θεωρούμε πως υπάρχουν άνθρωποι που προσμένουν κάποιο αντάλλαγμα έπειτα από δική τους πρωτοβουλία. Δε λέμε άλλωστε πως αυτό έγινε με αυτοσκοπό την οποιαδήποτε «δωροδοκία». Τουναντίον, θα μπορούσε ο αλτρουισμός που δείχνει κάποιος, να αποτελέσει ένα παράδειγμα για εμάς τους ίδιους στο να γίνουμε λιγάκι παραπάνω δοτικοί. Κάτι σαν κίνητρο δηλαδή και παραδειγματισμό.

Επειδή όμως τα όρια είναι λεπτά κι είναι πολύ πιθανό να «γλυκαθούμε» από την δοτικότητα που ίσως αποφασίσουμε να υιοθετήσουμε, θα πρέπει να έχουμε ως μπούσουλα στη ζωή μας πως οι δοτικοί άνθρωποι πρέπει να είναι και ανιδιοτελείς. Αλλιώς το νόημα χάνεται και η ταμπέλα του δοτικού αντικαθίσταται από εκείνη του χειριστικού. Το θέλουμε;

Το κριτήριο για να μπορούμε να ξεχωρίσουμε έναν καθαρά ανιδιοτελή χαρακτήρα από ένα υπερβολικά δοτικό άνθρωπο, που ίσως να περιμένει την ανταπόδοση, είναι το κατά πόσο έχει δείξει σημάδια του ότι μετάνιωσε για όσα πρόσφερε. Βλέπεις, οι δοτικοί άνθρωποι δεν είναι μύθος. Είναι αληθινοί και ποτέ μα ποτέ δε μετανιώνουν για το όσα δίνουν απλόχερα περιμένοντας το δικό μας χαμόγελο. Κι αυτό είναι η μόνη ανταμοιβή τους.

Αφιερωμένο στα «είμαι εδώ για εσένα» που περίμεναν ανταλλάγματα…