Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019

Rilke: Για κείνον που γίνεται μοναχικός, αλλάζουν όλες οι αποστάσεις και όλα τα μεγέθη

Μιλώντας για μοναξιά γίνεται όλο και πιο σαφές ότι δεν πρόκειται για κάτι που μπορούμε να επιλέξουμε ή να απορρίψουμε.

Είμαστε μόνοι.

Μπορούμε να ξεγελούμε τον εαυτό μας ως προς αυτό, να κάνουμε σαν να μην είναι έτσι. Αλλά αυτό είναι όλο.

Είναι προτιμότερο ωστόσο να κατανοήσουμε ότι είμαστε μόνοι και να ξεκινούμε από κει.

Ίσως βέβαια και να πάθουμε ίλιγγο, γιατί έτσι χάνονται όλα τα σημεία πάνω στα οποία ήταν συνηθισμένο να ακουμπά το βλέμμα μας, παύουν να υπάρχουν τα κοντινά πράγματα κι όλα τα μακρινά βρίσκονται απείρως μακριά.

Αίσθημα παρόμοιο μ' εκείνο που θα δοκίμαζε κάποιος ο οποίος, χωρίς να έχει προηγουμένως προετοιμαστεί ή να έχει περάσει από ένα μεταβατικό στάδιο, θα βρισκόταν ξαφνικά από το δωμάτιό του στην κορυφή ενός υψηλού βουνού.

Η τρομακτική ανασφάλεια, η εγκατάλειψη στο άγνωστο θα τον εκμηδένιζε σχεδόν.

Θα φανταζόταν πως έπεφτε ή πως εκτοξευόταν στο διάστημα ή πως γινόταν χίλια κομμάτια.

Το μυαλό του θα έπρεπε να εφεύρει ένα τεράστιο ψέμα για να μπορέσει να ξαναβρεί ή να ξεκαθαρίσει τα συναισθήματά του.

Έτσι και για κείνον που γίνεται μοναχικός, αλλάζουν όλες οι αποστάσεις και όλα τα μεγέθη.

Πολλές απ' αυτές τις αλλαγές εμφανίζονται ξαφνικά και, όμοια με τον άνθρωπο που απ' τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκεται στην κορυφή του βουνού, γεννιούνται μέσα του πρωτόγνωρες φαντασιώσεις και παράξενες αισθήσεις που μοιάζει να αναπτύσσονται πέρα από τα μέτρα που μπορεί να αντέξει.
 
Rainer Maria Rilke, Τα όρια της αγάπης και του πόνου

Nietzsche: Ό,τι ονομάζουμε «αγάπη»

«Η ευτυχία μου: Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω, έμαθα να βρίσκω. Από τότε που κάποιος άνεμος μου εναντιώθηκε, ταξιδεύω με όλους τους ανέμους». -Friedrich Nietzsche

Αγάπη και φιληδονία! Αλήθεια, πόσο διαφορετικά ακούγονται στις καρδιές μας οι δυο αυτές λέξεις.

Κι όμως, θα μπορούσαν να εκφράζουν και οι δυο αυτές λέξεις το ίδιο ένστικτο, βαφτισμένο δυο φορές.

Η πρώτη εγκωμιαστικά, απ' την άποψη των ανικανοποίητων και των ακόρεστων που βρίσκουν «καλό» το ένστικτο αυτό· τη δεύτερη με τη χυδαία έννοια, από την άποψη εκείνων που γνωρίζουν καλά πλέον, που έχουν ένα ένστικτο κατοχής κατασιγασμένο κάπως, και που τώρα φοβούνται για τα «αγαθά» τους.

Η «αγάπη για τον συνάνθρωπό» μας δεν είναι τάχα επιτακτική ανάγκη για μια καινούρια ιδιοκτησία;

Και αλήθεια, το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την αγάπη μας για τη γνώση, για την αλήθεια;

Και γενικότερα για κάθε επιθυμία καινούριου;

Κουραζόμαστε με το παλιό, για ό,τι γνωρίζουμε καλά και σίγουρα, έχουμε ανάγκη να τεντώσουμε τα χέρια μας ακόμα πιο μακριά.

Και το πιο όμορφο τοπίο, όταν το ζήσουμε, όταν το έχουμε μπροστά στα μάτια μας για τρεις ολόκληρους μήνες, μας κουράζει· δεν είμαστε βέβαιοι για την αγάπη μας γι' αυτό. Κάποια άλλη μακρινή όχθη, μας τραβάει περισσότερο.

Γενικότερα, μια κατοχή μειώνεται με τη χρήση.

Η ευχαρίστηση που αισθανόμαστε για τον εαυτόν μας προσπαθεί να διατηρηθεί με το να μεταμορφώνει πάντοτε κάποιο καινούριο πράγμα μέσα μας· κι αυτό ακριβώς ονομάζεται «κατοχή».

Όταν κουραζόμαστε από ένα απόκτημα, κουραζόμαστε με τον ίδιο μας τον εαυτό. (Μπορούμε και να υποφέρουμε απ' το παραπανίσιο· επίσης, και η ανάγκη του να πετάμε, να προσφέρουμε, μπορεί και αυτή να πάρει το κολακευτικό όνομα «αγάπη»).

Όταν βλέπουμε κάποιον να υποφέρει, με μεγάλη προθυμία αρπάζουμε την ευκαιρία που μας προσφέρεται. Αυτό κάνει ο φιλεύσπλαχνος, ο συμπονετικός άνθρωπος· και αυτός, ονομάζει «αγάπη» την επιθυμία ενός νέου αποκτήματος που έχει ξυπνήσει μέσα στη ζωή του και την χαίρεται, όπως χαίρεται κανείς την πρόσκληση μιας καινούριας κατάστασης.

Αλλά εκείνο που παρουσιάζεται σαν επιθυμία απόκτησης είναι η φυλετική αγάπη.

Αυτός που αγαπά θέλει να γνωρίζει αποκλειστικά το πρόσωπο που επιθυμεί, θέλει να εξουσιάζει απόλυτα, τόσο την ψυχή του, όσο και το σώμα του, θέλει να αγαπιέται μονάχα αυτός, να κυριαρχεί και να βασιλεύει μέσα στην άλλη ψυχή, σαν το υψηλότερο και πιο επιθυμητό αγαθό.

Αν καθίσουμε και σκεφτούμε προσεκτικά όλα τα παραπάνω, θα δούμε πως αυτό, ούτε λίγο ούτε πολύ, δεν φανερώνει τίποτ' άλλο παρά απ' το να αποκλείουμε ολόκληρο τον κόσμο απ' την απόλαυση ενός αγαθού και μιας πολυτιμότατης ευτυχίας, αν σκεφτούμε πως αυτός που αγαπά προσπαθεί να κάνει φτωχούς και να στερήσει όλους τους άλλους αντιπάλους, και να γίνει ο δράκουλας του θησαυρού του σαν τον πιο αδιάκριτο «κατακτητή» και τον πιο εγωιστή εκμεταλλευτή· αν, τέλος, υποθέσουμε πως ολόκληρος ο υπόλοιπος κόσμος του είναι τελείως αδιάφορος, χωρίς χρώματα και χωρίς καμιά άξια, και πως είναι έτοιμος να κάνει κάθε θυσία, να διαταράξει κάθε καθιερωμένη τάξη, να βγάλει στο περιθώριο κάθε ενδιαφέρον, θα μείνουμε κατάπληκτοι!...

Ναι! Θα μείνουμε κατάπληκτοι και Θα αναρωτηθούμε: Πως αυτή η άγρια φιληδονία, αυτή η παράφρονη αδικία της σεξουαλικής αγάπης, υμνήθηκε και θεοποιήθηκε τόσο πολύ σε όλες τις εποχές της ιστορίας, και ακόμα, πως έβγαλαν από την αγάπη αυτή την ιδέα της αγάπης σαν αντίθετο του εγωισμού, ενώ ίσως αντιπροσωπεύει την πιο αυθόρμητη έκφρασή του.

Η συνήθεια, σ' αυτή την περίπτωση, θα δημιουργήθηκε από αυτούς που δεν είχαν τίποτα και που επιθυμούσαν να αποκτήσουν κάτι.

Είναι σίγουρο πως πάντα θα υπήρχαν και οι παραπανήσιοι.

Όσοι άνθρωποι είχαν την τύχη να γνωρίσουν πολλά, να κορεστούν δηλαδή, πετούσαν κάπου κάπου τη λέξη «μανιασμένος δαίμονας», όπως ο αρχαίος Σοφοκλής, ο πιο αξιαγάπητος στους Αθηναίους.

Αλλά ο Έρωτας πάντα κοροϊδεύει κάτι τέτοιους βλάσφημους· είναι οι μεγαλύτεροι ευνοούμενοί του.

Βέβαια, υπάρχει εδώ κι εκεί πάνω σ' ολόκληρη τη γη κι ένα είδος επέκτασης του έρωτα, όπου η φιλήδονη επιθυμία που αισθάνονται δυο άνθρωποι ο ένας για τον άλλον, παραχωρεί τη θέση της σε μια καινούρια επιθυμία, σ' έναν καινούριο πόθο, σε μια ύψιστη, κοινή επιθυμία, την επιθυμία ενός ιδανικού που να τους υπερβάλλει και τους δυο τους.

Αλλά ποιός γνωρίζει αυτή την αγάπη; Ποιός άνθρωπος την έζησε;

Το όνομά της, το αληθινό της όνομα, είναι φιλία.
 
Friedrich Nietzsche, Η θεωρία του σκοπού της ζωής

Η επιθυμία είναι η ταχύτερη θεραπεία για την απόγνωση

Είναι φυσικό να νιώθεις χαμένος και μπερδεμένος. Είναι φυσικό να μην ξέρεις τι θέλεις. Όταν συναντήσεις το σωστό άτομο, το σωστό μέρος, τη σωστή δουλειά, θα το καταλάβεις αμέσως. Συνέχισε να ψάχνεις.

Υπάρχει μόνο ένα σωστό πράγμα που μπορείς να κάνεις και είναι αυτό που πιστεύεις πως είναι σωστό. Δεν υπάρχει λόγος να αλλάξουμε την άποψη των άλλων. Έχουν το δικαίωμα στην ανάπτυξη και την αυτογνωσία τους, τόσο όσο κι εσύ.

Το κακό είναι μια ευκαιρία για την εμφάνιση του καλού. Αυτός είναι ο κύκλος. Κάθε ηλιοβασίλεμα σηματοδοτεί τη σιγουριά της ανατολής. Εάν υπάρχει κακό, τότε το καλό σίγουρα θα ακολουθήσει. Μπορείς να χαίρεσαι για την ευτυχία των άλλων, ακόμη και αν πληγώνεσαι για την απουσία της δικής σου.

Η επιθυμία είναι η δίψα της ψυχής να μετατρέψει τις σκέψεις σε εμπειρίες. Η επιθυμία θέτει τη ζωή σου σε ενεργό δράση για την πραγματοποίησή της. Η επιθυμία είναι η ταχύτερη θεραπεία για την απόγνωση. Τόλμησε να την ονειρευτείς όταν βρίσκεσαι σε απόγνωση και σαν τον φοίνικα θα αναγεννηθείς από τις στάχτες.

Το μόνο πράγμα που είναι χειρότερο από το να κρίνεις τον άλλον είναι να κρίνεις το τι θα σκεφτούν οι άλλοι για σένα. Και τα δύο είναι ασήμαντα.

Δεν υπάρχει όριο σε αυτά που θέλεις. Η επιθυμία δεν έχει κανόνες ούτε όρια.

Το να συγκρίνεις την αξία σου με αυτό που οι άλλοι έχουν ή δεν έχουν ή θέλουν να αποκτήσουν είναι ένας σίγουρος τρόπος, για να αισθανθείς μικρός. Η φύση δεν ζει με βάση τη σύγκριση, ζει με βάση τη συμπόνια.

Παρασύρουμε τον εαυτό μας να πιστεύει πως είμαστε χαμένοι. Εάν όμως αναγκάσεις τον εαυτό σου να βρει τον σκοπό του και δεν του αφήσεις καμιά άλλη επιλογή παρά να τον βρει, θα τον ανακαλύψεις μόνος σου.

Η μοίρα σου είναι ο δρόμος σου, δεν περιμένεις να προχωρήσουν οι άλλοι πρώτα. Είσαι ο μόνος που μπορεί να αναλάβει την πρωτοβουλία για το δικό του πεπρωμένο. Τόλμησέ το.

Το να εξετάζεις την τωρινή κατάστασή σου με τα σημερινά δεδομένα, είναι σοφό. Αλλά το να συγχέεις τη σημερινή κατάστασή σου με τις λύπες και τις ατυχίες του παρελθόντος, είναι ανόητα αφελές.

Είναι μάταιο να συγκρίνεις τον εαυτό σου με τους άλλους. Είναι μάταιο να διαμαρτύρεσαι για τις περιστάσεις. Υπάρχει μόνο ένα μέρος που πρέπει να βρίσκεσαι και αυτό είναι «εδώ». Αυτό το μάθημα το μαθαίνεις καλά μόνο μια φορά κι αυτή είναι «τώρα». Ευπρέπεια κι αξιοπρέπεια είναι η απάντηση σε κάθε πόνο που υπάρχει. Όταν η αξιοπρέπεια κι η ευπρέπεια καθορίζουν την εμπειρία που έχεις αποκτήσει για τον κόσμο, δεν υπάρχει πόνος.

Ό,τι μας ενοχλεί στους άλλους, μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας

Οι άνθρωποι ανεξαρτήτου ηλικίας καταβάλλουν προσπάθειες να ξεφύγουν από τη κριτική των άλλων αποφεύγοντας να λένε αυτό που πραγματικά θέλουν. Παρατηρούμε για παράδειγμα να μην εκφράζουν τη γνώμη τους σε μια κουβέντα φίλων με πολιτικά, να μην εκφράζουν τις επιθυμίες τους στο εργασιακό περιβάλλον ή και να μην ζητούν αυτό που θέλουν από το σύντροφο τους. Αυτό συμβαίνει γιατί φοβόμαστε τη κριτική από τους άλλους καθώς επιθυμούμε να είμαστε αρεστοί σε όλους. Η συνεχής διαδικασία της κριτικής μεταξύ των ανθρώπων δεν θα σταματήσει και ο μόνος τρόπος αντιμετώπισής της είναι να αφήσουμε το καθένα να κρίνει όπως θέλει, να κοιτάξουμε τις δικές μας κριτικές και να μην σταματήσουμε να είμαστε αυτό που είμαστε.

Τα παραπάνω βήματα αντιμετώπισης του φόβου της κριτικής από τους άλλους θα κρατήσουν τη ψυχολογία μας και το χαρακτήρα μας ακέραιο από κάθε σχόλιο και αρνητική ενέργεια. Παρ’ όλα αυτά η κάθε συμπεριφορά που αναγκάζεσαι να αντιμετωπίσεις σε καθιστά πιο ώριμο επιλέγοντας το καλύτερο περιβάλλον για σένα. Ο χαρακτήρας σου ενδυναμώνει με ό,τι έχει να αντιμετωπίσει καθώς όλοι έχουν να σου δώσουν ένα μάθημα είτε καλό είτε καλύτερο.

Άλλωστε όπως υποστήριζε και ο διάσημος φιλόσοφος και Ψυχολόγος της θετικής σχολής Ψυχολογίας Κάρλ Γκούσταβ Γιούνκ «ό,τι μας ενοχλεί στους άλλους, μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας».

Πρίν θυμώσεις γιατί δεν απάντησες όπως πραγματικά ήθελες σε μια κριτική που υπέστεις στο παρελθόν λόγω συνθηκών, άσε το χρόνο να δώσει την απάντηση και μην ξεχνάς να «βλέπεις» πίσω από τη συμπεριφορά των άλλων γιατί τις περισσότερες φορές δεν είναι κάτι «προσωπικό», αφού ο οποιοσδήποτε κρίνει βάσει των δικών του βιωμάτων και των ηθικών αξιών του, έχοντας προσωπική αντίληψη των καταστάσεων και του κόσμου.

Καθένας είναι διαφορετικός και είναι σημαντικό να αποδεχόμαστε τον άλλον όπως ακριβώς είναι, σεβόμενοι τις απόψεις του, τις επιθυμίες του, την ιδεολογία του. Ο καθένας είναι ελεύθερος να είναι όπως θέλει να είναι.

Ας αποδεχτούμε λοιπόν, τη διαφορετικότητα μεταξύ μας, δίνοντας στους άλλους αυτό που έχουμε και παίρνοντας αυτό που οι άλλοι μπορούν να μας δώσουν.

Η συνειδητοποίηση της σημαντικότητας της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων θα μας δώσει έναν πιο όμορφο και απλό κόσμο γύρω μας.

Η ευτυχία είναι παράξενη· έρχεται όταν δεν την αναζητάς

Ό,τι κάνετε το κάνετε γιατί θέλετε να νιώθετε ευτυχισμένοι- από το πιο απλό, όπως όταν ετοιμάζεστε να πάτε κάπου και χτενίζεστε, φοράτε καθαρά και ωραία ρούχα, μέχρι το πιο σύνθετο, όπως όταν παίρνετε το πτυχίο σας, όταν βρίσκετε δουλειά, όταν αποκτάτε σπίτι και περιουσία, όταν παντρεύεστε και κάνετε παιδιά, από εκείνες που οι ηγέτες τους υποστηρίζουν ότι είναι φωτισμένοι κι έχουν σύνδεση με αόρατους διδασκάλους. Πίσω από όλα αυτά υπάρχει αυτή η εκπληκτική ώθηση, αυτή η έντονη επιθυμία να βρείτε την ευτυχία.

Αλλά, βλέπετε, η ευτυχία δεν έρχεται τόσο εύκολα, γιατί η ευτυχία δεν βρίσκεται σε τίποτε από όλα αυτά. Μπορεί να νιώθεις ευχαρίστηση, μπορεί να βρίσκεις καινούργια πράγματα που σε ικανοποιούν αλλά, αργά ή γρήγορα, αυτό γίνεται κουραστικό. Γιατί η ευτυχία δεν κρατάει για πολύ σ’ όλα αυτά που γνωρίζουμε. Το φιλί το ακολουθεί το δάκρυ, το γέλιο η δυστυχία και η απόγνωση. Όλα μαραίνονται, καταρρέουν. Έτσι, όσο είστε νέοι, πρέπει να αρχίσετε να ανακαλύπτετε τι είναι αυτό το παράξενο πράγμα που ονομάζεται ευτυχία. Αυτό θα έπρεπε να είναι ένα σημαντικό μέρος της εκπαίδευσης.

Η ευτυχία δεν έρχεται όταν αγωνίζεσαι γι’ αυτήν – κι αυτό είναι το μεγαλύτερο μυστικό, παρόλο που λέγεται εύκολα. Μπορώ να το βάλω μέσα σε λίγες απλές λέξεις, αλλά αν απλώς πιάσει τ’ αφτί σας τι θα πω και μετά επαναλαμβάνετε αυτό που θ’ ακούσετε δεν πρόκειται να γίνετε ευτυχισμένοι. Η ευτυχία είναι παράξενη- έρχεται όταν δεν την αναζητάς. Όταν δεν κάνεις καμία προσπάθεια για να είσαι ευτυχισμένος, τότε απροσδόκητα, μυστηριωδώς, εμφανίζεται η ευτυχία, που γεννιέται από την αγνότητα και την ομορφιά τού να υπάρχεις απλώς. Αλλά γι’ αυτό χρειάζεται να έχει κανείς πολύ μεγάλη κατανόηση και να μην προσπαθείς πια να γίνεις κάποιος. Η αλήθεια δεν είναι κάτι όπου καταφέρνεις να φτάσεις. Η αλήθεια εμφανίζεται όταν ο νους σου και η καρδιά σου έχουν εξαγνιστεί από κάθε είδους αίσθηση πάλης και δεν προσπαθείς πια να γίνεις κάποιος. Η αλήθεια βρίσκεται εκεί, όταν ο νους είναι πολύ ήρεμος και ακούει προσεκτικά χωρίς χρονικούς περιορισμούς οτιδήποτε γίνεται γύρω του. Μπορεί ν’ ακούτε αυτά τα λόγια, αλλά για να κερδίσετε την ευτυχία πρέπει να ανακαλύψετε πώς απελευθερώνεται ο νους από κάθε φόβο.

Όσο φοβάστε εσείς, τα παιδιά, οποιονδήποτε ή οτιδήποτε, δεν μπορεί να υπάρξει ευτυχία. Δεν μπορεί να υπάρξει ευτυχία όσο φοβάστε τους γονείς σας, τους δασκάλους σας, όσο φοβάστε ότι δεν θα περάσετε τις εξετάσεις, ότι δεν θα προβιβαστείτε στην επόμενη τάξη, ότι δεν θα είστε από τους αγαπημένους μαθητές του δασκάλου, ότι δεν θα σας επαινέσουν, δεν θα σας συγχαρούν. Αν όμως δεν φοβάστε τίποτα, όταν ξυπνήσετε ένα πρωί, ή εκεί που θα περπατάτε μόνοι, θα ανακαλύψετε ότι ξαφνικά έχει συμβεί κάτι παράξενο: απρόσκλητα, αυτόκλητα, αναπάντεχα, θα έχετε βρει αυτό που ονομάζεται αγάπη, αλήθεια, ευτυχία.

Να γιατί είναι πολύ σημαντικό να εκπαιδευτείς σωστά όσο είσαι νέος. Αυτό που αποκαλούμε τώρα εκπαίδευση δεν είναι εκπαίδευση, γιατί κανείς δεν μιλάει για όλα αυτά τα πράγματα. Οι καθηγητές σάς προετοιμάζουν να περνάτε τις εξετάσεις, αλλά δεν σας λένε πώς να ζείτε, που είναι πολύ πιο σημαντικό, επειδή πολύ λίγοι ξέρουν να ζουν. Οι περισσότεροι από εμάς απλώς επιβιώνουμε, κατά κάποιον τρόπο σερνόμαστε, οπότε η ζωή καταντάει κάτι το πληκτικό. Πράγματι, για να ζεις χρειάζονται πάρα πολλή αγάπη, έντονη αίσθηση σιωπής και απλότητα μαζί με αφθονία από εμπειρίες- χρειάζεται ένας νους ικανός να σκέφτεται πολύ καθαρά, που δεν είναι γεμάτος προκαταλήψεις ή προλήψεις, ελπίδες ή φόβους. Όλα αυτά χρειάζονται για τη ζωή και, αν δεν έχεις εκπαιδευτεί για να ζεις, τότε η εκπαίδευση δεν έχει κανένα νόημα. Μπορεί να μάθετε να είστε πολύ τακτικοί, να έχετε καλούς τρόπους και να γράφετε καλά σ’ όλα τα διαγωνίσματα, αλλά το να δίνετε προτεραιότητα σε όλα αυτά τα επιφανειακά πράγματα, τη στιγμή που ολόκληρη η δομή της κοινωνίας καταρρέει, είναι σαν να κόβετε τα νύχια σας την ώρα που το σπίτι σας καίγεται. Βλέπετε, δεν σας μιλάει κανείς γι’ αυτά τα πράγματα, κανείς δεν τα ερευνά μαζί σας. Όπως περνάτε τη μια μέρα μετά την άλλη μελετώντας κάποια μαθήματα -π.χ. μαθηματικά, ιστορία και γεωγραφία-, έτσι θα έπρεπε, επίσης, να περνάτε πολύ χρόνο μιλώντας για όλα τα βαθύτερα ζητήματα της ζωής, γιατί αυτό είναι που της δίνει πλούτο.

Ελληνιστική Γραμματεία: Τα πολιτισμικά συμφραζόμενα, Ελλάδα και Ανατολή, Η ελληνιστική Κοινή και οι άλλες διάλεκτοι

Από τις απαρχές της η ελληνική γλώσσα δεν υπήρξε ενιαία αλλά διασπασμένη σε επιμέρους διαλέκτους που είτε χρησιμοποιούνταν στις διάφορες γλωσσικο-γεωγραφικές επικράτειες (ιωνική, αττική, δωρική, αιολική) είτε ταυτίστηκαν νωρίς με ένα λογοτεχνικό είδος (η ιωνική με το έπος και την ιστοριογραφία, η αττική με την τραγωδία και τη ρητορική, η δωρική με τη χορική ποίηση, η αιολική με τη λυρική μονωδία). Ωστόσο, οι πολιτικές συνθήκες που επικράτησαν μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και μέχρι την «ενοποίηση» ενός μεγάλου μέρους του ελλαδικού χώρου υπό τον Φίλιππο σε συνδυασμό με την πολιτισμική υπεροχή της Αθήνας, οδήγησαν στην καθιέρωση της αττικής ως κυρίαρχης διαλέκτου ήδη από τον 4ο αι. π.Χ.
 
Με τις εκστρατείες του Αλεξάνδρου ως τα βάθη της Ανατολής η αττική εξαπλώθηκε ραγδαία, αλλά σύντομα απέκτησε μια νέα μορφή, πιο απλή, πιο «δημώδη» θα λέγαμε σε σχέση με την κλασική αττική, που επικράτησε να ονομάζεται Ελληνιστική Κοινή (ή απλώς Κοινή). Η Κοινή κυριάρχησε ουσιαστικά ως εκφραστικό όργανο των απανταχού «ελληνιζόντων» — έγινε η lingua franca στη Μεσόγειο και την Ανατολή για τρεις τουλάχιστον αιώνες, και στη συνέχεια, μαζί με τη λατινική, έφτασε μέχρι τα πρώτα χρόνια του Βυζαντίου (το «τέλος» της Κοινής τοποθετείται από άλλους γύρω στο 300 και από άλλους γύρω στο 600 μ.Χ.). Φυσικά, ανά τους αιώνες η Κοινή ήρθε σε επαφή με άλλους πολιτισμούς και εμπλουτίστηκε (λόγου χάρη από την εβραϊκή), επηρέασε με μοναδικό τρόπο τη διαμόρφωση της λατινικής, αλλά και πολεμήθηκε από ακραία κινήματα όπως αυτό των Αττικιστών που υποστήριζαν την επαναφορά της κλασικής Αττικής.
 
Εκτός από γλώσσα της διοίκησης και γραφομένη ή ομιλουμένη όλων των μορφωμένων ανεξάρτητα από τη φυλετική τους καταγωγή, η Κοινή αποτέλεσε και όχημα της λογοτεχνίας. Πρέπει ωστόσο να κάνουμε μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση: έτσι ενώ η πεζογραφία (ιστοριογραφία, επιστήμη, φιλοσοφία) γραφόταν συλλήβδην στην Κοινή, η ποίηση συνέχισε να γράφεται σε εξεζητημένες, τεχνητές διαλέκτους, αν και υπήρχε μεγαλύτερη ελευθερία πλέον ως προς τον συνδυασμό λογοτεχνικού είδους και διαλέκτου. Χαρακτηριστικό της παντοδυναμίας της Κοινής ήταν ότι τόσο η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από τους Εβδομήκοντα όσο και η Καινή Διαθήκη γράφτηκαν σε αυτήν.

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἐκκλησιάζουσαι (189-240)

ΓΥ. Β’ νὴ τὴν Ἀφροδίτην, εὖ γε ταυταγὶ λέγεις.
190 ΠΡ. τάλαιν᾽, Ἀφροδίτην ὤμοσας; χαρίεντά γ᾽ ἂν
ἔδρασας, εἰ τοῦτ᾽ εἶπας ἐν τἠκκλησίᾳ.
ΓΥ. Β’ ἀλλ᾽ οὐκ ἂν εἶπον. ΠΡ. μηδ᾽ ἐθίζου νῦν λέγειν.
«τὸ συμμαχικὸν αὖ τοῦθ᾽, ὅτ᾽ ἐσκοπούμεθα,
εἰ μὴ γένοιτ᾽, ἀπολεῖν ἔφασκον τὴν πόλιν·
195 ὅτε δὴ δ᾽ ἐγένετ᾽, ἤχθοντο, τῶν δὲ ῥητόρων
ὁ τοῦτ᾽ ἀναπείσας εὐθὺς ἀποδρὰς ᾤχετο.
ναῦς δεῖ καθέλκειν, τῷ πένητι μὲν δοκεῖ,
τοῖς πλουσίοις δὲ καὶ γεωργοῖς οὐ δοκεῖ.
Κορινθίοις ἤχθεσθε, κἀκεῖνοί γέ σοι·
200 νῦν εἰσὶ χρηστοί, καὶ σύ νυν χρηστὸς γενοῦ.
Ἁργεῖος ἀμαθής, ἀλλ᾽ Ἱερώνυμος σοφός.
σωτηρία παρέκυψεν, ἀλλ᾽ ὀργίζεται
Θρασύβουλος αὐτὸς οὐχὶ παρακαλούμενος.»
ΓΥ. Β’ ὡς ξυνετὸς ἁνήρ. ΠΡ. νῦν καλῶς ἐπῄνεσας.
205 «ὑμεῖς γάρ ἐστ᾽, ὦ δῆμε, τούτων αἴτιοι.
τὰ δημόσια γὰρ μισθοφοροῦντες χρήματα
ἰδίᾳ σκοπεῖσθ᾽ ἕκαστος ὅ τι τις κερδανεῖ·
τὸ δὲ κοινὸν ὥσπερ Αἴσιμος κυλίνδεται.
ἢν οὖν ἐμοὶ πείθησθε, σωθήσεσθ᾽ ἔτι.
210 ταῖς γὰρ γυναιξί φημι χρῆναι τὴν πόλιν
ἡμᾶς παραδοῦναι. καὶ γὰρ ἐν ταῖς οἰκίαις
ταύταις ἐπιτρόποις καὶ ταμίαισι χρώμεθα.
ΠΑΣΑΙ
εὖ γ᾽, εὖ γε νὴ Δί᾽, εὖ γε. λέγε, λέγ᾽ ὦγαθέ.
ΠΡ. «ὡς δ᾽ εἰσὶν ἡμῶν τοὺς τρόπους βελτίονες
215 ἐγὼ διδάξω. πρῶτα μὲν γὰρ τἄρια
βάπτουσι θερμῷ κατὰ τὸν ἀρχαῖον νόμον
ἁπαξάπασαι, κοὐχὶ μεταπειρωμένας
ἴδοις ἂν αὐτάς. ἡ δ᾽ Ἀθηναίων πόλις,
εἴ πού τι χρηστῶς εἶχεν, οὐκ ἂν ἐσῴζετο,
220 εἰ μή τι καινὸν ἄλλο περιηργάζετο.
καθήμεναι φρύγουσιν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ·
ἐπὶ τῆς κεφαλῆς φέρουσιν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ·
223a τὰ Θεσμοφόρι᾽ ἄγουσιν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ·
223b πέττουσι τοὺς πλακοῦντας ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ·
τοὺς ἄνδρας ἐπιτρίβουσιν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ·
225 μοιχοὺς ἔχουσιν ἔνδον ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ·
αὑταῖς παροψωνοῦσιν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ·
οἶνον φιλοῦσ᾽ εὔζωρον ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ·
βινούμεναι χαίρουσιν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ.
ταύταισιν οὖν, ὦνδρες, παραδόντες τὴν πόλιν
230 μὴ περιλαλῶμεν, μηδὲ πυνθανώμεθα
τί ποτ᾽ ἄρα δρᾶν μέλλουσιν, ἀλλ᾽ ἁπλῷ τρόπῳ
ἐῶμεν ἄρχειν, σκεψάμενοι ταυτὶ μόνα,
ὡς τοὺς στρατιώτας πρῶτον οὖσαι μητέρες
σῴζειν ἐπιθυμήσουσιν· εἶτα σιτία
235 τίς τῆς τεκούσης θᾶττον ἐπιπέμψειεν ἄν;
χρήματα πορίζειν εὐπορώτατον γυνή,
ἄρχουσά τ᾽ οὐκ ἂν ἐξαπατηθείη ποτέ·
αὐταὶ γάρ εἰσιν ἐξαπατᾶν εἰθισμέναι.
τὰ δ᾽ ἄλλ᾽ ἐάσω. ταῦτ᾽ ἐὰν πείθησθέ μοι,
240 εὐδαιμονοῦντες τὸν βίον διάξετε.»

***
Β’ ΓΥΝ. Όμορφα τα ᾽πες, μά την Αφροδίτη!
190 ΠΡΑ. Στην Αφροδίτη ορκίστηκες, χαζόπραμα;
Τα μούσκεψες μπροστά σε τόσους άντρες!
Β’ ΓΥΝ. Μου ξέφυγε. ΠΡΑ. Να το ξεσυνηθίσεις!
(συνεχίζει το λόγο της)
Μα όταν συζητούσαμεν εδώ
τη συμμαχία με Κορθιανούς κι Αργίτες
στη Σπάρτη ενάντια, οι ρήτορες φωνάζαν
πως, αν δε γίνει, θα χαθεί η πατρίδα.
Την κάναμε, πικρά το μετανιώσαμε
κι αυτός που σας ξεμυάλισε έγινε άφαντος.
Όταν είναι να σύρουμε στη θάλασσα
τα καράβια, το θέλουν οι φτωχοί,
δεν το θέλουν οι πλούσιοι κι οι ζευγίτες.
Σου λέγανε: «Λαέ, τους Κορθιανούς
αν τους μισείς και σε μισούνε, τώρα
200 είναι καλοί, γενού και συ καλός».
Οι Αργίτες θέλαν πόλεμο οι ξερόμυαλοι,
αλλ᾽ ο δικός μας στρατηγός Ιερώνυμος
είχε μυαλό και ειρήνη σάς συμβούλευε.
Αχνοχάραζ᾽ ελπίδα σωτηρίας,
μα κάκιωσε ο Θρασύβουλος, γιατί
τη γνώμη τη δικιά του δε γυρέψαμε.
Β’ ΓΥΝ. Τί μυαλωμένος άντρας είσαι, φίλε!
ΠΡΑ. Τώρα ναι! Δεν τα μπέρδεψες.
(συνεχίζει το λόγο της)
Κι ο φταίχτης
σ᾽ όλα τούτα είσαι συ, λαέ. Καθένας
τσιμπολογώντας το δημόσιο χρήμα
κοιτάζει το συμφέρο του μονάχα
κι η πατρίδ᾽ ας κουτσαίνει στον κατήφορο.
Αν μ᾽ ακούσετ᾽ εμένα, θα σωθείτε.
210 Προτείνω την αρχή να παραδώσουμε
στις γυναίκες, που τόσο γνωστικά
κυβερνάνε τα σπίτια και το χρήμα.
ΟΛΗ Η ΣΥΝΑΞΗ
Γεια σου, χαρά σου! Πες τα μας, λεβέντη.
ΠΡΑ. Θα σας ξηγήσω τώρα πόσον είναι
ανώτερές μας οι γυναίκες σ᾽ όλα.
Αρχίζω: τα ποκάρια των μαλλιών
τα ζεματάνε σε βραστό νερό
κατά το παλαιόν και δεν αλλάζουν
σύστημα. Ενώ των Αθηναίων η πόλη
κι αν κάποτ᾽ είχε κάτι το καλό,
220 τρωγόταν να το αλλάξει στο χειρότερο.
Καθιστές καβουρντίζουν, όπως πάντα,
τη ζαλίκα φορτώνονται, όπως πάντα,
Θεσμοφόρια γιορτάζουν, όπως πάντα,
γλυκίσματα φουρνίζουν, όπως πάντα,
τους άντρες πιλατεύουν, όπως πάντα,
μπάζουνε μέσα φίλους, όπως πάντα,
ψωνίζουν και δικά τους, όπως πάντα,
αγαπούν το καλό κρασί, όπως πάντα,
καβαλιούνται ορεξάτες, όπως πάντα.
Σ᾽ αυτές λοιπόν να μπιστευτούμε, ω άντρες,
την πολιτεία χωρίς πολλές κουβέντες
230 και μήτε να εξετάσουμε αν μπορούνε,
παρά να τις αφήσουμε καλόπιστα
να κυβερνήσουν. Και μονάχα τούτο
να ξέρουμε, πως είναι μάνες κι έτσι
πρώτη τους έγνοια θα ᾽ναι τα παιδιά τους
να τα γλιτώνουν από τους πολέμους.
Και δε μου λες, ποιός έχει τον καημό
της μάνας, για να στέλνει στον υγιό του
τροφίματα κάθε φορά; Κι ακόμα
να οικονομούνε χρήματα οι γυναίκες
τετραπέρατες είναι. Αν κυβερνήσουν,
κανείς δε θα μπορεί να τις γελάσει
τις μαθημένες να γελούν τους άλλους.
Αρκούν αυτά. Στα λόγια μου αν πειστείτε,
240 θα ζήσετε ζωή χαριτωμένη.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΠΡΙΑΜΙΔΕΣ, ΕΚΑΒΗ

Καταγωγή
 
Υπάρχουν δύο παραδόσεις για την καταγωγή της Εκάβης. Η μία, επική, τη θέλει να κατάγεται από τη Φρυγία ως κόρη του Δύμαντα με απώτερη καταγωγή από τον ποταμό Σαγγάριο -ενίοτε θεωρούνταν και πατέρας της· η άλλη, των τραγικών, τη θέλει κόρη του βασιλιά των Θρακών Κισσέα. Ως κόρη του Κισσέα μητέρα της θεωρείται η Τηλέκλεια, ως κόρη του Σαγγάριου η Νύμφη Ευαγόρα, ως κόρη του Δύμαντα η Νύμφη Ευνόη, ενώ τον τίτλο διεκδικεί και η Γλαυκίππη, κόρη του Ξάνθου. Μέχρι και τον 6ο αι. μ.Χ. το γενεαλογικό δέντρο της Εκάβης προκαλούσε συζητήσεις ανάμεσα στους γραμματικούς της εποχής.
 
Γάμος - Απογόνοι
 
Η υδάτινη καταγωγή της Εκάβης, από τον Σαγγάριο, αιτιολογεί τη γονιμότητά της, μια και ως (δεύτερη) σύζυγος του Πριάμου απέκτησε δεκαεννέα παιδιά.
Πρωτότοκος γιος ήταν ο Έκτορας, όμως όνειρο σημάδεψε τη γέννηση του δεύτερου παιδιού τους, του Πάρη:
 
… όταν ήταν να γεννήσει το δεύτερο παιδί η Εκάβη, είδε στον ύπνο της ότι γέννησε ένα δαυλό αναμμένο που διαμοιραζόταν σε ολόκληρη την πόλη και την έκαιγε. Όταν ο Πρίαμος έμαθε από την Εκάβη το όνειρό της, κάλεσε τον γιο του Αίσακο· γιατί ήξερε να εξηγεί τα όνειρα, τέχνη που έμαθε από τον Μέροπα, παππού του, από την πλευρά της μάνας του. Αυτός είπε ότι το παιδί θα γινόταν η καταστροφή της πατρίδας του και τον συμβούλευσε να το αφήσει έκθετο. Και ο Πρίαμος, όταν γεννήθηκε το παιδί, το έδωσε σε έναν δούλο, που ονομαζόταν Αγέλαος, να το μεταφέρει στην Ίδη και να το αφήσει εκεί. Για πέντε μέρες το βρέφος, που εκείνος είχε εγκαταλείψει, τράφηκε από μιαν αρκούδα. Κι όταν το βρήκε σώο, το μάζεψε, το έφερε στους αγρούς και το ανέθρεψε σαν να ήταν δικό του παιδί, αφού το ονόμασε Πάρι. Έφηβος πια και ασύγκριτος σε ομορφιά και δύναμη, επονομάστηκε και Αλέξανδρος, επειδή κυνηγούσε τους ληστές και προστάτευε τα κοπάδια. Και ύστερα από όχι μεγάλο χρονικό διάστημα, βρήκε τους γονείς του. (Απολλόδωρος 3.12)
 
Ο Πίνδαρος παραλλάσσει το όνειρο της Εκάβης. Είδε, λέει, πως είχε γεννήσει τέρας με εκατό χέρια. Σε καθένα κρατούσε από ένα δαυλό αναμμένο και σώριαζε την Τροία σε ερείπια.
 
Άλλη εκδοχή αναφέρει πως οι μάντεις, κυρίως ο Αίσακος, δήλωσαν πως το παιδί που θα γεννιόταν μια ορισμένη μέρα θα προκαλούσε την καταστροφή της Τροίας και ότι όφειλαν να σκοτώσουν μητέρα και παιδί. Όμως την ορισμένη μέρα, εκτός από την Εκάβη, γέννησε και η Κίλλα τον Μούνιππο από τον Θυμοίτη, αδελφό ή κουνιάδο του Πριάμου. Αυτούς θανάτωσε ο Πρίαμος.
 
Μετά από αυτόν [τον Πάρη] η Εκάβη γέννησε κόρες, την Κρέουσα, τη Λαοδίκη, την Πολυξένη, την Κασάνδρα, στην οποία ο Απόλλωνας υποσχέθηκε να διδάξει την τέχνη της μαντείας, επειδή ήθελε να σμίξει μαζί της. […] Στη συνέχεια γέννησε πάλι αγόρια, τον Δηίφοβο, τον Έλενο, τον Πάμμονα, τον Πολίτη, τον Άντιφο, τον Ιππόνοο, τον Πολύδωρο, τον Τρωίλο· γι' αυτόν λένε ότι τον απέκτησε με τον Απόλλωνα. (Απολλόδωρος 3.12)
 
Το τέλος του πολέμου - Θάνατος Εκάβης
 
Στην Ιλιάδα η Εκάβη δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο, κυρίως θρηνεί τον Έκτορα και τότε εκφράζεται με πάθος εναντίον του Αχιλλέα: «Αχ! καρφωμένη επάνω του το σκώτι πέρα πέρα / θα του 'τρωγα να πλερωθούν τα πάθια του παιδιού μου.» (Ω 212-213). Όμως από τους τραγικούς αναδεικνύεται ως η μάνα* στην οποία συσσωρεύονται όλα τα δεινά.
 
Στον πόλεμο έχασε τα αρσενικά παιδιά της και μετά την άλωση την Κασσάνδρα, που την είδε να φεύγει αιχμάλωτη και παλλακίδα του Αγαμέμνονα, την Πολυξένη, που θυσιάστηκε πάνω στον τάφο του Αχιλλέα, και τον Πολύδωρο, τον πιο μικρό της γιο που ο Πρίαμος είχε εμπιστευτεί στον θράκα βασιλιά Πολυμήστορα. Τον θάνατο του αδικοχαμένου γιου εκδικήθηκε** η αιχμάλωτη Εκάβη με τρόπο σκληρό -τύφλωσε τον φονιά του Πολυμήστορα, ενώ άλλες αιχμάλωτες Τρωαδίτισσες σκότωσαν τα παιδιά του Θράκα βασιλιά.
 
Για την πράξη της αυτή οι Έλληνες τη λιθοβόλησαν, όμως κάτω από τις πέτρες βρήκαν αντί για το σώμα της το πτώμα μιας σκύλας με πύρινα μάτια. Άλλοι παραδίδουν ότι μεταμορφώθηκε σε σκύλα την ώρα που την κυνηγούσαν οι σύντροφοι του Πολυμήστορα ή πάνω στο καράβι που τη μετέφερε αιχμάλωτη στην Ελλάδα, οπότε και ρίχτηκε στη θάλασσα. Άλλη παράδοση τη θέλει να φεύγει από την Τροία μαζί με τον Έλενο, την Κασσάνδρα και την Ανδρομάχη προς τη Χερσόνησο της Θράκης, προκειμένου να εγκατασταθούν εκεί. Εκεί μεταμορφώθηκε σε σκύλα και πέθανε. Θάφτηκε από τον Έλενο σε τάφο που ονομάστηκε κυνός σῆμα (ο τάφος της σκύλας). Στην τραγωδία Τρωάδες η Εκάβη δίνεται σαν δούλα στον Οδυσσέα, στον άνδρα που προκάλεσε με το τέχνασμά του την άλωση της Τροίας.
----------------------------
*Εκάβη
 
Η μαύρη κι άραχλη, να σύρω μεγάλη φωνή;
να σύρω μοιρολόι κι οδυρμό;
σκοτεινά γηρατειά, θεοσκότεινα,
σκλαβιά μου αφόρητη,
ασήκωτη σκλαβιά μου,
πού να ζητήσω καταφύγιο, σε ποιο παιδί μου;
σε ποια χώρα; ο γέροντάς μου χάθηκε
και τα παιδιά μου χάθηκαν·.
ποιο μονοπάτι να πάρω,
αυτό ή εκείνο;
ποιος δαίμονας και ποιος θεός θα τρέξει να με σώσει; […]
Δύσκολο πόδι μου πάγαινε,
πάγαινε τη γριά σε κείνο το πλατύσκαλο.
[…]
Είμαι γερόντισσα,
ένας κηφήνας,
αξιοθρήνητη,
σκιάς είδωλο,
προσωπείο θανάτου.
[…]
Γέρνω στη γη το κορμί μου,
γονατίζω τα γηρατειά μου
και με τα δυο μου χέρια
χτυπάω το χώμα.
(Ευρ., Εκ. 155-164· Τρωάδες, 190-193, 1305-1306)
 
**Η τύφλωση του Πολυμήστορα και ο φόνος των παιδιών του
 
[…] ήταν
κάποιος Πολύδωρος, γιος της Εκάβης,
ο πιο μικρός· αυτόν από την Τροία
τον έστειλε ο πατέρας του σε μένα
σπίτι μου να τον θρέψω, τι φοβόταν
ο Πρίαμος το πάρσιμο της πόλης.
Αυτόν τον σκότωσα· άκου για ποιο λόγο,
πόσο καλά και φρόνιμα έχω πράξει.
Φοβήθηκα ο εχθρός σου, αυτό τ' αγόρι,
μη μείνει ζωντανό και ξαναχτίσει,
μαζεύοντας λαό, πάλι την Τροία
και μήπως οι Αχαιοί μαθαίνοντάς το,
πως κάποιο ζει απ' του Πρίαμου τα τέκνα,
ξανάρχονταν στη χώρα της Φρυγίας
με στόλο αρματωμένο, και τους κάμπους
ερήμαζαν κουρσεύοντας της Θράκης.
Και τότε εμείς οι γείτονες της Τροίας
θα πάσχουμε, όπως τώρα, βασιλιά μου.
Η Εκάβη, μόλις έμαθε του γιου της
την τύχη τη θανάσιμη, εδωπέρα
μ' αυτήν την αφορμή μ' έχει ξεσύρει,
για να μου πει πως τάχα μες στην Τροία
του Πρίαμου χρυσάφι ήταν κρυμμένο
σε θήκες· μοναχό με τα παιδιά μου
με μπάζει μες στις τέντες, να μη μάθει
γι' αυτά κανένας άλλος. Στο κρεβάτι
καθίζω· Τρωαδίτισσες κοντά μου,
δεξιά κι αριστερά, κάθισαν πλήθος
σα να 'μουν φίλος· παίνευαν της Θράκης
τον αργαλειό τα ρούχα μου κοιτώντας·
άλλες τα δυο θρακιώτικα κοντάρια
βλέποντας, απ' αυτά με ξαρματώσαν.
Όσες ήταν μανάδες, τα παιδιά μου
θαυμάζοντας τα παίζανε στα χέρια
κι η μια στην άλλη τα 'δινε, ώσπου φτάσαν
να βρίσκονται μακριά από το γονιό τους.
Κι ύστερα από τις ήσυχες κουβέντες
βγάλανε -πώς σου φαίνεται;- μαχαίρια
που τα 'χαν μες στα πέπλα τους κρυμμένα.
Κι άλλες τους γιους μου αμέσως μαχαιρώνουν,
άλλες, θαρρείς κι ήταν εχθροί, μου πιάνουν
χέρια και πόδια και μου τα βαστάνε·
ζητώντας να συντρέξω τα παιδιά μου,
αν προσπαθούσα να σηκώσω το κεφάλι,
μου πιάναν τα μαλλιά και με κρατούσαν·
κι αν πάσκιζα τα χέρια να κουνήσω,
από το πλήθος τους ο δόλιος δεν μπορούσα
να καταφέρω τίποτα. Στο τέλος,
η πιο μεγάλη συμφορά μου απ' όλες,
φριχτό κακό μου κάναν με περόνες
τις κόρες διατρυπάνε των ματιών μου
και τα ματώνουν· ύστερα το σκάσαν
απ' τις σκηνές. Εγώ πηδώντας πάνω
σαν το θεριό τις σκύλες κυνηγάω
τις φόνισσες, γκρεμίζοντας, χτυπώντας.
Αυτά έχω πάθει, θέλοντας να κάνω
καλό, Αγαμέμνονα, σε σε, δικό σου
σκοτώνοντας εχθρό. Για να μην πάνε
τα λόγια μου σε μάκρος, αν κανένας
ή πριν, ή τώρα, ή αύριο τις γυναίκες
κακολογήσει, εγώ με δυο κουβέντες
μόνο θα πω όλα αυτά. Μια τέτοια φύτρα
ούτε στεριά ούτε θάλασσα έχει θρέψει·
όποιος μαζί μ' αυτές είχε να κάνει,
πολύ καλά θα το γνωρίζει ετούτο.
(Ευρ., Εκάβη 1113-1161)

ΤΟ ΑΕΙΘΑΛΕΣ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Θά ἐξετάσω τή γέννηση καί τήν ἐξέλιξη τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς τραγωδίας. Θ’ ἀρχίσω ἀπό τήν Ποιητική τοῦ Ἀριστοτέλη, πού καταλάβαινε βαθιά καί τήν τραγωδία καί τήν ποίηση. Στήν πρώτη διάλεξη θ’ ἀσχοληθῶ μέ τίς πρωτόγονες ἱεροτελεστίες ἀπ’ ὅπου ξεπήδησε ἡ τραγωδία καί στή δεύτερη καί τήν τρίτη, θά συζητήσω τήν Ὀρέστεια τοῦ Αἰσχύλου καί τόν Οἰδίποδα Τύραννο τοῦ Σοφοκλῆ, μέ σκοπό μου νά παρουσιάσω τά δυό αὐτά δράματα σάν δυό διαδοχικά στάδια στήν ὥρίμανση τῆς τραγικῆς τέχνης.
 
Τά λεγόμενα τοῦ Ἀριστοτέλη τά σχετικά μέ τήν τραγωδία εἶναι γνωστά. Θ’ ἀναφέρω ἐδῶ τά πιό σπουδαία[2].
 
Ἡ τραγωδία, λέει, εἶναι μιά «μίμησις πράξεως σπουδαίας... δι’ ἐλέου καί φόβου περαίνουσα τήν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Ἦταν ἀρχικά «αὐτοσχεδιαστική» καί «σατυρική», δηλαδή, ἀκόλαστη, καί ξεπήδησε «ἀπό τῶν ἐξαρχόντων τόν διθύραμβον», ἔπειτα ἀναπτυσσόταν σιγά-σιγά ἕως ὅτου «ἐπαύσατο, ἐπεί ἔσχε τήν ἑαυτῆς φύσιν». Δέν εἶχε ἀρχικά παρά ἕναν μονάχα ἠθοποιό, τόν ποιητή τόν ἴδιο. Ὁ Αἰσχύλος εἰσήγαγε τό δεύτερο ἠθοποιό κι ὁ Σοφοκλῆς τόν τρίτο. Ἕνα χαραχτηριστικό τῆς τραγικῆς πλοκῆς εἶναι ἡ «ἀναγνώρισις», δηλαδή, μιά «ἐξ ἀγνοίας εἰς γνῶσιν μεταβολή», κι ἕν’ ἄλλο ἡ «περιπέτεια», δηλαδή, «ἡ εἰς τουναντίον τῶν πραττομένων μεταβολή».
 
Πιστεύω πῶς οἱ παρατηρήσεις αὐτές τοῦ Ἀριστοτέλη εἶναι τόσο σωστές ὅσο καί διαφωτιστικές. Στή διάρκεια τῶν διαλέξεων, θά τίς ἐξετάσω ὅλες μέ τή σειρά, μέ σκοπό νά δείξω πώς ἀνταποκρίνονται τόσο στά δεδομένα τῆς ἀρχαίας φιλολογίας ὅσο καί στά συμπεράσματα τῆς νεότερης ἐπιστήμης.
 
Ἡ τραγωδία, κατά τόν Ἀριστοτέλη, εἶναι μιά μίμηση. Κάτω ἀπ’ τό φῶς τῆς νεότερης ἀνθρωπολογίας, εἴμαστε σέ θέση νά ποΰμε πῶς ὅ πυρήνας, τόσο τῆς τραγωδίας ὅσο καί τῆς ποίησης, βρίσκεται στό μιμητικό χορό τῆς πρωτόγονης κοινωνίας.
 
Τί θά πεῖ, ὅμως, μιμητικός χορός; Ἄς πάρουμε ἕνα παράδειγμα.
 
Τά κορίτσια μίας πρωτόγονης φυλῆς καλλιεργοῦνε τούς ἀγρούς. Τό νεαρό σπαρτό κινδυνεύει νά ρημαχτεῖ ἀπό τούς ἀνοιξιάτικους ἀνέμους. Γιά ν’ ἀποτρέψουν τόν κίνδυνο αὐτό, τά κορίτσια χορεύουν, μιμούμενα μέ τά κορμιά τούς τήν ὁρμή τοῦ ἀνέμου καί τό μεγάλωμα τοῦ σπαρτοῦ, καί χορεύοντας τραγουδᾶνε, παρακαλώντας τό σπαρτό νά κάνει κι ἐκεῖνο τό ἴδιο.
 
Αὐτός εἶναι ὁ μιμητικός χορός. Οἱ χορευτές πραγματοποιοῦν μέ τή φαντασία τούς τήν ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας τους. Πιστεύουν πώς μέ τή μιμητική μαγεία τοῦ χοροΰ μποροῦνε ν’ ἀναγκάσουν τή φύση νά κάνει ὅ,τι θέλουνε. Ἡ πίστη αὐτή εἶναι, βέβαια, λαθεμένη. Ὁ χορός δέν μπορεῖ νά ’χει καμιάν ἄμεση ἐπίδραση πάνω στή φύση. Μπορεῖ, ὁμως, νά ἐπιδράσει στά ἴδια τά κορίτσια, πού, ἐμπνευσμένα ἀπ’ τό χορό, γυρίζουν στή δουλειά τους μέ περισσότερη ἐμπιστοσύνη καί ἔτσι μέ περισσότερη ἐνέργεια. Καί ἑπομένως ὁ χορός ἀσκεῖ κάποια ἐπίδραση καί στό σπαρτό. Ὁ χορός ἀλλάζει τήν ὑποκειμενική των στάση ἀπέναντι στό περιβάλλον τους, καί ἔτσι ἀλλάζει ἔμμεσα καί τό περιβάλλον.
 
Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς μιμητικῆς μαγείας στήν πρωτόγονη κοινωνία. Εἶμαι τῆς γνώμης πώς, καί στήν πολιτισμένη κοινωνία, ἡ τέχνη ἔχει ἀκόμα μιά παρόμοια λειτουργία, δηλαδή, ν’ ἀλλάξει τήν ὑποκειμενική μας στάση πρός τό περιβάλλον μας καί ἔτσι ν’ ἀλλάξει καί τό περιβάλλον τό ἴδιο.
 
Τελετές μιμητικῆς μαγείας χρησιμοποιοῦνται γιά ὅλες τίς ἐνέργειες τῆς πρωτόγονης κοινωνίας, προπάντων γιά τήν ἐτήσια ἀνανέωση τῆς φύσης, καί γιά τίς κρίσιμες στιγμές τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἰδιαίτερα τή γέννηση, τήν ἐνηλικίωση καί τό θάνατο. Στήν πρωτόγονη σκέψη, ἡ γέννηση, ἡ ἐνηλικίωση (συνδυασμένη μέ τό γάμο) καί ὁ θάνατος εἶναι περιστατικά τοῦ ἴδιου εἴδους. Τό νεογέννητο παιδί εἶναι ἕνας πρόγονος πού ξαναγεννήθηκε. Ὁ νεόφυτος ἤ ἡ νεόφυτη πού ἐνηλικιώνεται πεθαίνει σάν παιδί καί ξαναγεννιέται σάν ἄντρας ἤ σάν γυναίκα. Ὁ γέρος πού πεθαίνει ξαναγεννιέται σάν προγονικό πνεῦμα. Κάθε γέννηση εἶναι θάνατος, καί κάθε θάνατος εἶναι γέννηση. Αὐτή εἶναι μιά ἀπό τίς πιό βασικές ἰδέες τῆς πρωτόγονης σκέψης, καί βρίσκεται ριζωμένη βαθιά σέ κάθε θρησκεία, ἀρχαία καί νέα.
 
Ἀπομεινάρια ἀπό τέτοιες τελετές διατηροῦνται ἀκόμα καί σήμερα στήν ἀγροτική ζωή πολλῶν λαῶν, ἀπό τή δυτική Εὐρώπη ἴσαμε τήν Κίνα. Τά περισσότερά τους ἀνήκουν στήν ἄνοιξη, μά ὑπάρχουν καί ἄλλα πού ἐκτελοῦνται τό φθινόπωρο. Στή σημερινή τους μορφή ἔχουνε χάσει τήν ἑνότητά τους, μά κατόρθωσαν οἱ εἰδικοί, μέ μιά μεθοδική μελέτη, ν’ ἀνασυγκροτησουν τήν ἀρχέτυπή τους μορφή, πού ἤτανε κάπως ἔτσι:
 
Τίς πρῶτες μέρες τῆς ἄνοιξης, τ’ ἀγόρια καί τά κορίτσια τοῦ χωριοΰ πορεύονται μέ πομπή στά δάση καί στά λιβάδια. Ἡ ἀναχώρησή τους συνοδεύεται μέ μοιρολόγια, γιατί τ’ ἀγόρια θά γυρίσουν σάν ἄντρες καί τά κόρίτσια σάν γυναῖκες. Συνήθως φέρνουνε μαζί τους μιά κούκλα, πού συμβολίζει τό χειμώνα καί τό θάνατο. Μέσα στά δάση κόβουνε δεντρόκλαδα, τά κρατᾶνε στά χέρια τους, καί στεφανώνουν μέ φύλλα τά κεφάλια τους Ἔτσι θαρροῦν πώς γεμίζουν μέ τίς γεννητικές δυνάμεις τῆς φύσης, καί τή νύχτα πλαγιάζουν μαζί γιά πρώτη φορά. Τ’ ἄλλο πρωί γυρίζουν χαροκοπώντας στό χωριό, κρατώντας στά κεφάλια καί στά χέρια τούς τά σύμβολα τῆς ἐνηλικίωσής τους. Συνήθως φέρνουν κι ἕναν κλάδο ἤ ὁλόκληρο δέντρο, πού συμβολίζει τήν ἀνανεωμένη ζωή τόσο τῶν ἀνθρώπων ὅσο καί τῆς φύσης. Ἄκολουθοῦν παιγνίδια, παλέματα, χοροί, ἀγωνίσματα, καί τό πανηγύρι τελειώνει μέ γλέντια.
 
Μέ τήν κατοπινή ἐξέλιξη τῆς πρωτόγονης κοινωνίας, οἱ τελετές ἄλλαξαν τό χαραχτήρα τους. Οἱ πιό σπουδαῖες ἀπό τίς ἀλλαγές ἤτανε δύο.
 
Πρῶτα, χωρίστηκαν τά δύο φύλα. Ἡ ἐνηλικίωση τοῦ κάθε φύλου ἔγινε μιά μυστική τελετή, ὅπου ἀπαγορεύονταν αὐστηρά ἡ συμμετοχή τοῦ ἄλλου, μέ ἀποτέλεσμα νά διαφοροποιηθοῦν οἱ δύο τελετές.
 
Ἡ ἐνηλικίωση τῶν κοριτσιῶν διατήρησε τή σχέση της μέ τήν καλλιέργεια τῆς γῆς, πού παράμενε ἀκόμα καθῆκον τῶν γυναικών. Ἀπό τέτοιες τελετές ἐξελίχτηκε στήν προϊστορική Ἑλλάδα τό πανηγύρι πού μᾶς εἶναι γνωστό μέ τό ὄνομα Θεσμοφόρια, μιά μυστική γιορτή τῶν γυναικών· καί φαίνεται πώς ἀπό μιά τοπική μορφή τῶν Θεσμοφορίων ἀναπτύχθηκε στήν ἱστορική ἐποχή ἡ πιό γνωστή ἀπ’ ὅλες τίς ἀρχαῖες γιορτές, τά Ἐλευσίνια Μυστήρια. Ἡ ἐνηλικίωση τῶν ἀγοριῶν προσαρμόστηκε στίς ἀνάγκες τοῦ πολέμου, καί ἔτσι ἔγινε μιά δοκιμασία στρατιωτικῆς καί ἀθλητικῆς ὑπομονῆς, ἰδιαίτερα στή Σπάρτη καί στήν Κρήτη. Ἀπό τέτοιες τελετές ἐξελίχτηκαν τά Ὀλύμπια καί τ’ ἄλλα ἀθλητικά πανηγύρια.
 
Καί στίς δύο περιπτώσεις, τῶν κοριτσιῶν καί τῶν ἀγοριῶν, τίς τελετές τίς διεύθυναν οἱ μεγαλύτεροι ἤ οἱ μεγαλύτερες, πού τά δασκαλεύανε σχετικά μέ τή σαρκική ὁμιλία καί τούς ἀποκάλυπταν τά μυστικά σύμβολά της. Τά ὅσα ἄκουγαν καί ἔβλεπαν οἱ μύστες, ἦταν ἀπαγορευμένο σ’ αὐτούς νά τά φανερώσουν στούς ἀμύητους.
 
Ἡ δεύτερη ἀλλαγή ἦταν ἡ ἐξέλιξη τῆς μυητικῆς ἑταιρείας, πού βρίσκεται σέ πολλά μέρη τῆς Ἐγγύς Ἀνατολῆς, συνδεμένη μέ τήν ἱερατική βασιλεία. Ἡ μυητική ἑταιρεία, ὁ Διονυσιακός θίασος τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας, εἶναι μιά ὁμάδα ἀπό ἄντρες ἤ γυναῖκες, πού συναντιοῦνται κρυφά ἔξω ἀπό τήν πόλη καί τελοῦν ἐκεῖ μυστικές τελετές, πού κατεβαίνουν ἀπό τίς τελετές τῆς πρωτόγονης ἐνηλικίωσης. Ἐπικεφαλῆς τους εἶναι ἕνας ἱερέας, πού ἐνσαρκώνει τό θεό. Κατά τή διάρκεια τῶν τελετῶν οἱ θιασῶτες γίνονται ἔνθεοι, δηλαδή, ἐκστατικοί. Προξενοῦνε τήν ἔκσταση μέ τεχνητά μέσα, λόγου χάρη, τρώγουν τά φύλλα τοῦ κισσοΰ ἤ τῆς δάφνης. Εἶναι γεγονός πώς τά φυτά αὐτά εἶναι τοξικά, καί ὁποῖος τά τρώγει ὑπόκειται σέ ψευδαισθήσεις. Στήν κατάσταση αὐτή παρακρούονται οἱ θιασῶτες, καί ἕνας τους σκοτώνεται ἀπό τούς ἄλλους. Ὁ θάνατός του σημαίνει πώς ὁ θεός πού τόν κατέχει πεθαίνει καί ξαναγεννιέται.
 
Ἀναγνωρίζουμε σ’ αὐτές τίς τελετές τρία στάδια πού βρίσκονται σ’ ὅλα τά πανηγύρια τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας. Ἡ ἀναχώρηση ἀπό τό χωριό εἶναι ἡ «πομπή», ἡ θριαμβευτική ἐπιστροφή εἶναι ὁ «κῶμος». Πομπή, ἀγών, κῶμος — τό ἱεροτυπικό αὐτό ἔχει μεγάλη σημασία γιά τή γέννηση τῆς τραγωδίας, ὅπως θά ἰδοῦμε.
 
Ἔχουμε ἀπό τήν ἀρχαία Ἑλλάδα πολλούς μύθους, πού καθρεφτίζουν σέ μυθική μορφή τά μυστήρια τοῦ Διονυσιακοῦ θιάσου, καί οἱ περισσότεροί τους προέρχονται ἀπό τή Βοιωτία, ὅπου βασίλευαν στήν προϊστορική ἐποχή δυό δυναστεῖες ἱερατικῶν βασιλιάδων, οἱ Καδμεῖοι της Θήβας καί οἱ Μινύαι τοῦ Ὀρχομενοῦ. Ξέρουμε ὅλοι τό μύθο τοῦ Πενθέα, βασιλιά τῆς Θήβας. Πῆγε στό βουνό νά κατασκοπεύσει τίς Βάκχες, τίς γυναῖκες δηλαδή τῆς πόλης, πού τελοῦσαν τά Διονυσιακά μυστήριά τους. Τόν καταξέσκισαν φρενιασμένες, καί ἡ μάνα του, ἡ Ἄγαυη, παλούκωσε τό κεφάλι του πάνω στόν κισσοδεμένο τῆς θύρσο. Γύρισε ὕστερα χαροκοπώντας στήν πόλη, καί ἐκεῖ μονάχα ἦρθε στά λογικά της καί κατάλαβε πώς βάσταγε στά χέρια της τό κεφάλι τοῦ γιοῦ της.
 
Σ’ ἕνα πανηγύρι τοῦ Ὀρχομενοῦ, πού λέγεται Ἄγριώνια[3], οἱ γυναῖκες κατατρώγανε κισσόφυλλα καί ἔτρεχαν φρενιασμένες ἔξω στό ὕπαιθρο, ὅπου τίς κυνηγοῦσε μ’ ἕνα σπαθί στό χέρι ὁ ἱερέας τοῦ Διονύσου, καί ὅποιαν τούς πρόφτανε νά πιάσει, τή σκότωνε. Αὐτά τά μνημονεύει ὁ Πλούταρχος, Βοιωτός κι αὐτός, καί προσθέτει πώς ἔγινε καί στόν καιρό του ἕνας τέτοιος σκοτωμός. Σέ κάθε τέτοια πράξη, ὁ σκοτωμός τοῦ ἀνθρώπου συμβολίζει τό θάνατο τοῦ θεοῦ.
 
Οἱ γυναῖκες τοῦ Ὀρχομενοῦ, πού κυνηγοῦσε ὁ ἱερέας τοῦ Διονύσου, ὀνομάζονταν Ὀλειαί, δηλαδή, γυναῖκες ὀλέθριες. Τέτοιοι θίασοι βρίσκονταν κι ἀλλοῦ, ὅπως οἱ Θυιάδες τῶν Δελφῶν, οἱ Δύσμαιναι τοῦ Ταΰγετου καί οἱ Διονυσιάδες τῆς Σπάρτης. Τά ὀνόματα Βάκχαι, Θυιάδες, Δύσμαιναι, ἔχουν ὅλα τήν ἴδια σημασία, «τρελές». Στήν ἴδια τήν Ἀθήνα, ἡ γιορτή ὅπου παρασταίνονταν οἱ κωμωδίες, λεγόταν Λήναια, δηλαδή, ἡ γιορτή τῶν «ληνῶν», πού σημαίνει, τῶν τρελαμένων γυναικών.
 
Στά σύνορά της Βοιωτίας καί τῆς Ἀττικῆς βρισκόταν ἕνα χωριό, οἱ Ἔλευθεραι[4]. Σ’ αὐτό τό χωριό κατοικοῦσαν οἱ κόρες τοῦ Ἐλευθήρα, πού εἶδαν μιά φορά ἕνα ὅραμα τοῦ Διονύσου, μά καταφρόνησαν τό θεό καί γι’ αὐτό τρελάθηκαν καί δέν ἦρθαν στά λογικά τους, ὥς ὅτου ὁ πατέρας τους ἵδρυσε πρός τιμήν τοῦ Διονύσου ἕνα βωμό. Κατά τήν παράδοση, τό χωριό πῆρε τ’ ὄνομά του ἀπό τόν πατέρα τους, τόν Ἐλευθήρα, ἀλλά στέκεται ὁλοφάνερο πώς ἡ κύρια σημασία τοῦ ὀνόματος (Ἔλευθεραί) ἦταν «γυναῖκες πού ἀφήνονταν λεύτερες» νά περιπλανιοῦνται στό ὕπαιθρο. Δηλαδή, τό χωριό πῆρε τ’ ὄνομά του ἀπό ἕνα θίασο γυναικῶν, παρόμοιο μέ τούς ἄλλους Διονυσιακούς θιάσους.
 
Τό χωριό αὐτό, οἱ Ἐλευθεραί, ἤτανε σχετισμένο, καθώς θά ἐξηγήσω ἀμέσως, μέ τά ἐν ἄστει Διονύσια, τό μεγάλο ἀνοιξιάτικο πανηγύρι τῆς Ἀθήνας, ὅπου παρασταίνονταν οἱ τραγωδίες. Θέλω τώρα νά δείξω, πώς ἀπό τά ὄργια τοῦ Διονυσιακοῦ θιάσου ἐξελίχτηκε στήν Ἀθήνα τό πανηγύρι αὐτό, τά ἐν ἄστει Διονύσια.
 
Ἕνα χαραχτηριστικό τῆς προϊστορικῆς θρησκείας, τόσο στήν Ἑλλάδα, ὅσο κι ἀλλοῦ, ἦταν ἡ ἐπικράτηση τῶν γυναικῶν, σύμφωνη μέ τή μητριαρχική ὀργάνωση τῆς πρωτόγονης κοινωνίας. Στή μυκηναϊκή ἐποχή, μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ πολέμου καί τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ κοινωνική ἐξουσία πέρασε ἀπό τίς γυναῖκες στούς ἄντρες. Στή θρησκεία, ὅμως, ἰδιαίτερα στή λατρεία τῆς Δήμητρας, οἱ γυναῖκες διατήρησαν τά προνόμιά τους, ἴσαμε τά τέλη τῆς ἀρχαιότητας. Στήν Ἀθήνα τῆς ἱστορικῆς ἐποχῆς, τή λατρεία τῆς Ἄθηνᾶς τή διαχειρίζονταν οἱ ἄντρες, μά ὑπάρχουν ἀρκετά τεκμήρια πού δείχνουν πώς, στήν προϊστορική ἐποχή, τή διαχειρίζονταν οἱ γυναῖκες. Ἡ λατρεία τῆς Ἄθηνᾶς προέρχεται ἀπό μιάν ὁλότελα μητριαρχική, χαραχτηριστικά μινωική, ἱεροτελεστία, σχετισμένη μέ τήν καλλιέργεια τῆς ἐλιᾶς. Ἡ λατρεία τοῦ Διονύσου, σχετισμένη μέ τήν ἀμπελουργία, ἀνήκει σ’ ἕνα λίγο ὑστερότερο στάδιο, ὅπου ὁ ἔλεγχος τῆς λατρείας ἄρχιζε νά περνάει ἀπό τίς γυναῖκες στούς ἄντρες, γεγονός πού φανερώνεται στήν ὀργάνωση τοῦ θιάσου, πού σχηματίζεται ἀπό γυναῖκες μέ ἐπικεφαλῆς του ἕναν ἀρσενικό ἱερέα.
 
Τά ἕν ἄστει Διονύσια[5] γιορτάζονταν στά τέλη τοῦ Μάρτη. Τήν πρώτη μέρα τῆς γιορτῆς οἱ πολίτες ἔπαιρναν ἀπό τό ναό τοῦ Διονύσου Ἐλευθερέως τό ἄγαλμα τοῦ θεοῦ καί τό συνόδευαν μέ πομπή ἔξω ἀπό τήν πόλη, ἴσαμε τήν Ἀκαδημία, στό δρόμο πού ὁδηγοῦσε κατά τάς Ἐλευθεράς, τό χωριό πού ἀνάφερα πρίν. Τό ἄγαλμα πῆρε τ’ ὄνομά του, ἄγαλμα τοῦ Διονύσου Ἐλευθερέως, ἀπό τό γεγονός πώς ἀνῆκε ἀρχικά στάς Ἐλευθεράς. Στούς παλιούς καιρούς μεταφέρθηκε ἀπό κεῖ στήν Ἀθήνα, καί τό μέρος τοῦτο τῆς γιορτῆς γινόταν σέ ἀνάμνηση τῆς μεταφορᾶς του.
 
Τό ἄγαλμα τό συνόδευαν οἱ ἔφηβοι, δηλαδή, τά ἐνηλικιωμένα παλικάρια, ἀκολουθούμενα ἀπό ζῶα γιά θυσία καί ἀπό ἀνύπαντρα κορίτσια, πού κρατοῦσαν τά θυσιαστικά σύνεργα, καί πίσω τους τό κοινό, ἄντρες καί γυναῖκες, λαμπροντυμένοι καί στεφανοφορεμένοι. Μόλις ἔφταναν στήν ἀγορά, σταματοῦσαν. Μιά χορωδία ἔψαλλε ὕμνους, κι ὕστερα συνέχιζαν το δρόμο τους πρὸς τὴν Ἀκαδημία. Τοποθετοῦσαν ἐκεῖ τὸ ἄγαλμα πάνω σ’ ἕνα βωμὸ τοῦ Διονύσου, ἔψαλλαν κι ἄλλους ἀκόμα ὕμνους καὶ θυσίαζαν ὕστερα τὰ ζῶα. Τὸ κυριότερο ἀπὸ τὰ θύματα ἦταν ἕνας ταῦρος, πού θυσιάζονταν ἐπίσημα ἐν ὀνόματι τῆς πόλης. Τὰ σφαχτὰ ψήνονταν καὶ μοιρὰζονταν γιὰ φαΐ. Οἱ πανηγυριῶτες περνοῦσαν τὴ μέρα τους ξαπλωμένοι πὰνω σὲ στρωσίδια ἀπὸ κισσόφυλλα, τρώγοντας, καὶ πίνοντας, καὶ διασκεδὰζοντας, ὡς τὸ σούρουπο. Ὕστερα γύριζαν, κρατώντας στὰ χέρια τους λαμπάδες καὶ χαροκοπώντας, στὴν πόλη. Οἱ ἔφηβοι ἔφερναν τὸ ἄγαλμα στὸ Θέατρο καὶ τὸ ’βαζαν ἐκεῖ στὴ μέση τῆς ὀρχήστρας, ὅπου ἒμενε ὡς τὸ τέλος τῆς γιορτῆς.
 
Ἐδῶ, ἀναγνωρίζουμε τὰ τρία στάδια τῆς πρωτόγονης τελετῆς: τὴν ἀναχώρηση ἀπὸ τὴν πόλη, δηλαδή, τὴν πομπὴ· τὴ θυσία τοῦ ταύρου, δηλαδή, τὸν ἀγώνα· καὶ τὴ θριαμβευτικὴ ἐπιστροφή, δηλαδή, τὸν κῶμο. Ἡ θυσία τοῦ ταύρου ἀντιπροσώπευε τὸ θάνατο τοῦ θεοῦ, ὅπως καὶ ἡ ἀνθρώπινη θυσία τῆς προϊστορικῆς ἐποχῆς.
 
Οἱ ὑπόλοιπες μέρες τῆς γιορτῆς ἀφιερώνονταν στοὺς θεατρικοὺς διαγωνισμοὺς πού ὀνομάζονταν καὶ αὐτοί στὴν ἀρχαία γλώσσα «ἀγῶνες», καὶ ἦταν οἱ τραγικοὶ ἀγῶνες καὶ οἱ διθυραμβικοὶ ἀγῶνες. Τώρα, θυμούμαστε πώς ὁ Ἀριστοτέλης εἶπε πώς ἡ τραγωδία κατάγονταν «ἀπὸ τῶν ἐξαρχόντων τὸν διθύραμβον». Τί ἦταν ὁ διθύραμβος;
 
Στὴν ἱστορική του μορφή, ὁ διθύραμβος ἦταν ἕνας ὕμνος πρὸς τιμὴν τοῦ Διονύσου, πού ψάλλονταν ἀπὸ ἕναν κυκλικὸ χορό, δηλαδή, μιὰ χορωδία ἀπὸ πενήντα ἄντρες ἢ ἀγόρια, πού στέκονταν σὲ κύκλο γύρω ἀπ’ τὸ βωμό. Ἀφοῦ αὐτὴ ἦταν ἡ ἱστορική του μορφή, τότε, ποιὰ ἦταν ἡ παλιότερή του μορφή; Ἔχουμε μερικὲς μαρτυρίες, πού μᾶς βοηθᾶνε ν’ ἀπαντήσουμε στὴν ἐρώτηση αὐτή.
 
Πρῶτο, τὸ βραβεῖο στοὺς διθυραμβικοὺς ἀγῶνες ἦταν ἕνας ταῦρος. Φαίνεται, λοιπόν, πιθανὸ πώς ὁ ἀθλοφόρος ποιητὴς γιόρταζε τὴ νίκη του μὲ μιὰν εὐωχία γιὰ τοὺς φίλους του, πού θὰ ’ταν ταυτόχρονα καὶ μιὰ θυσία στὸ θεό.
 
Δεύτερο, ὁ Πίνδαρος δίνει στὸ διθύραμβο τὸ ἐπίθετο «βοηλάτης», δηλαδή, ὁδηγὸς τοῦ βοδιοΰ ἢ τοῦ ταύρου. Ἀπ’ αὐτό, ὅπως φαίνεται, πρέπει νὰ καταλάβουμε πώς σὲ παλιότερους καιροὺς οἱ ψάλτες τοῦ διθύραμβου δὲ 'στέκονταν ἀκίνητοι γύρω ἀπ’ τὸ βωμό, ἀλλά συνόδευαν τὸν ταῦρο στὸν τόπο πού θὰ γίνονταν ἡ θυσία. Τὸ ἴδιο συνάγουμε ἀπὸ ἕνα ἀπόσπασμα τοῦ Αἰσχύλου, ὅπου λέει πώς ὁ διθύραμβος[6] πρέπει νὰ συνοδεύει τὸ Διόνυσο.
 
Τρίτο, ἔχουμε ἕνα ἀπόσπασμα τοῦ Ἀρχιλόχου:
 
Ὡς Διωνύσοι’ ἄναχτος καλόν ἐξάρξαι μέλος
Οἶδα διθύραμβον, οἴνῳ συγχεραυνωθείς φρένας.
 
 «Ξέρω», λέει, «κεραυνοβολημένος ἀπ’ τὸ κρασί, νὰ ὁδηγήσω τὸ διθύραμβο, τ’ ὄμορφο τραγούδι τοῦ Διονύσου». Ἡ φράση «ἐξάρξαι διθύραμβον», πού χρησιμοποιεῖ ἐδῶ ὁ Ἀρχίλοχος, εἶναι ἡ ἴδια πού χρησιμοποίησε κι ὁ Ἀριστοτέλης ὅταν εἶπε πώς ἡ τραγωδία καταγόταν «ἀπὸ τῶν ἐξαρχόντων τὸν διθύραμβον». Σ’ αὐτό τὸν ὕμνο τοῦ Ἀρχιλόχου, ὁ ἐξάρχων εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ποιητής, κι ἐπειδὴ περιγράφει τὸν ἑαυτό του σὰν «κεραυνοβολημένο ἀπ’ τὸ κρασί», δηλαδή, μεθυσμένο, πρέπει νὰ συμπεράνουμε πώς τὸ τραγούδι αὐτό, πού τὸ ὁδηγοῦσε ὁ ποιητής, ἦταν αὐτοσχεδιαστικό.
 
Ἡ λέξη «ἐξάρχω»[7] μᾶς εἶναι γνωστὴ καὶ ἀπὸ τὰ ὁμηρικὰ ἔπη, ὅπου χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴ γυναίκα πού ὁδηγοῦσε τὸ μοιρολόι: «ἐξῆρχε γόοιο».
 
Καθεμιὰ ἀπὸ τὶς γυναῖκες, τὶς ἐξάρχουσες τοῦ θρήνου, αὐτοσχεδίαζε μὲ τὴν ἀράδα της μιὰ μονωδία, καὶ ὕστερ’ ἀπὸ κάθε μονωδία, οἱ ἄλλες γυναῖκες πρόσθεταν ὅλες μαζὶ μιὰν ἐπωδό. Μποροῦμε ν’ ἀκούσουμε τέτοια μοιρολόγια, τόσο στὴν Ἑλλάδα ὅσο καὶ σὲ ἄλλες χῶρες, ἀκόμα καὶ σήμερα. Ἔτσι κι ὁ Ἀρχίλοχος, ἐξάρχοντας τὸ διθύραμβο, ἔψαλλε μονωδικὰ κάμποσους αὐτοσχεδιαστικοὺς στίχους, καὶ οἱ συγκωμαστὲς του τοῦ ἀπαντοῦσαν κάθε φορά μὲ τὴν ἐπωδό τους.
 
Τὸ συμπέρασμα αὐτό τὸ βεβαιώνει κι ἕν’ ἄλλο γεγονός. Στὰ ἐν ἄστει Διονύσια, ὅλα τὰ ἔξοδα τῶν διθυράμβων πληρώνονταν ἀπὸ τὸ κράτος, μὲ μιὰ μονάχα ἐξαίρεση. Ὁ ποιητὴς ὁ ἴδιος ἔπρεπε νὰ πληρώσει τὸν αὐλητή[8]. Ἀπ’ αὐτό συμπεραίνουμε πώς, σὲ παλιότερους καιρούς, ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς ἔπαιζε τὸν αὐλό. Ἔτσι ὁ ποιητὴς ἦταν ἀρχικὰ ὁ ἐξάρχων τοῦ χοροῦ, αὐτοσχεδιάζοντας τὶς στροφὲς καὶ συνοδεύοντας μὲ τὸν αὐλό του τὶς ἐπωδούς, καὶ γι’ αὐτό μποροῦμε νὰ ποῦμε πώς καταγόταν ἀπὸ τὸν ἱερέα τοῦ θιάσου πού ἐνσάρκωνε τὸ θεό.
 
Φαίνεται, λοιπόν, πώς, ἀναπτυγμένος ἀπὸ τὶς τελετὲς τοῦ Διονυσιακοῦ θιάσου, ὁ διθύραμβος ἔφτασε στὴν ἱστορική του μορφὴ τὴ στιγμὴ πού ἀντὶ νὰ συνοδεύει τὴν πομπὴ καὶ τὸν κῶμο, ψαλλόταν ἐν στάσει γύρω ἀπ’ τὸ βωμό, καὶ ἔτσι γίνηκε πραγματικὰ ἕνα «στάσιμον». Καὶ τὸ θέμα του, τί ἄλλο μποροῦσε νὰ ἤτανε παρὰ ὁ μῦθος πού ἀντιστοιχοῦσε στὴν προκείμενη θυσία, δηλαδή, ὁ θάνατος τοῦ θεοῦ; Μόλις ἀρχίζει ὁ ποιητὴς-ἐξάρχων ἕνα διάλογο μὲ τοὺς χορευτές του, παρουσιάζονται ὅλα τὰ στοιχεῖα ἑνὸς δράματος. Καθὼς εἶπε ὁ Ἀριστοτέλης, ἡ τραγωδία κατάγονταν «ἀπὸ τῶν ἐξαρχόντων τὸν διθύραμβον».
 
Σ’ αὐτή τὴ στιγμὴ τῆς ἐξέλιξής του, ὁ πρωτόγονος διθύραμβος διασπάστηκε σὲ δύο διαφορετικὲς μορφές. Στὴ μία του, ὁ ἐξάρχων-ποιητὴς γίνηκε αὐλητὴς καὶ ἡ μίμηση παραμερίστηκε. Στὴν ἄλλη, ἀναπτύχθηκαν ἀνάμεσα στὰ στάσιμα διάλογοι χωρὶς μουσικὴ μεταξὺ τοῦ ποιητῆ καὶ τοῦ κορυφαίου, καὶ ἔτσι ὁ ποιητὴς-ἐξάρχων μεταβλήθηκε πρῶτα σὲ ἕναν ἠθοποιό, ὕστερα σὲ δυὸ ἠθοποιούς, καὶ τελικὰ σὲ τρεῖς. Ὡστόσο, ἀκόμα καὶ στὴν ὁλοκληρωμένη της μορφή, ἡ τραγωδία διατήρησε ἀχνάρια τῆς γέννησής της. Ἂν ἐξετάσουμε τὰ δράματα πού διασώθηκαν, φαίνεται πώς πρὶν ἀπ’ τὸν Αἰσχύλο ἡ τραγωδία ἄρχιζε συνήθως μὲ τὴν πάροδο, δηλαδή, μὲ τὴν εἴσοδο τοῦ χοροῦ στὴν ὀρχήστρα, καὶ τελείωνε μὲ τὴν ἔξοδό του. Στὰ δύο αὐτά στοιχεῖα, τὴν πάροδο καὶ τὴν ἔξοδο, βλέπουμε ἀπομειναρία τῆς ἀναχώρησης τοῦ θιάσου, δηλαδή, τῆς πομπῆς, καὶ τῆς ἐπιστροφῆς του, δηλαδὴ τοῦ κώμου, καὶ παρόμοια, ἀναγνωρίζουμε στὰ ὅσα γίνονταν ἀνάμεσά τους ἕναν ἀγώνα, δηλαδή, ἕνα μυστηριακὸ θάνατο, πού εἶχε τὴ μαγικὴ δύναμη ν’ ἀνανεώνει τὴ ζωή.
 
Ἂς προσέξουμε τώρα τὴν ἐξέλιξη τοῦ ἠθοποιοῦ.
 
Ὁ Ἀριστοτέλης ἱστορεῖ πώς ὁ Αἰσχύλος εἰσήγαγε τὸ δεύτερο ἠθοποιὸ καὶ ὁ Σοφοκλῆς τὸν τρίτο[9]. Ὁ ἴδιος ὁ Αἰσχύλος χρησιμοποιοῦσε τὸν τρίτο στὰ τελευταῖα του ἔργα, δηλαδή, στὴν Ὀρέστεια καὶ στὸν Προμηθέα, μὰ ὄχι στὰ πρωτύτερα. Ἡ ὁλοκληρωμένη χρήση τοῦ τρίτου ἠθοποιοΰ φανερώνεται σὲ κείνους τοὺς διαλόγους, ὅπου καὶ οἱ τρεῖς τους κουβεντιάζουν μαζὶ δίχως κανένα περιορισμό. Ὑπάρχουν πολλοὶ τέτοιοι διάλογοι στὰ ἔργα τοῦ Σοφοκλῆ καὶ τοῦ Εὐριπίδη, μὰ στὴν Ὀρέστεια καὶ στὸν Προμηθέα τοῦ Αἰσχύλου ἡ ἐναλλαγὴ δὲν εἶναι πουθενὰ ἀπόλυτα ἀμοιβαία. Ἕνας ἀπὸ τοὺς τρεῖς μένει τὸ πιὸ πολὺ σιωπηλός, γεγονὸς πού δείχνει πώς ὁ Αἰσχύλος δὲν ἀπόχτησε ποτὲ μιὰ πλήρη κυριαρχία τοῦ τρίτου ἠθοποιοΰ.
 
Στὰ πρωτύτερα ἔργα τοῦ Αἰσχύλου, δηλαδή, στοὺς Πέρσες, στοὺςἙφτα ἐπὶ Θήβας καὶ στὶς Ἱκέτιδες, βρίσκουμε μιὰ παρόμοια κατάσταση, σχετικὴ καὶ μὲ τὸ δεύτερο ἠθοποιό. Καθένας τους κουβεντιάζει λεύτερα μὲ τὸν κορυφαῖο, μὰ δὲν ὑπάρχουν παρὰ λίγοι διάλογοι, ὅπου κουβεντιάζουν καὶ οἱ δυό τους μαζί.
 
Πρὶν ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ δεύτερου ἠθοποιοῦ, δὲν μποροῦσαν νὰ ἦταν παρὰ τρεῖς τύποι διαλόγων: 1) ὁ διάλογος ἀνάμεσα στὸν ἠθοποιὸ καὶ στὸν κορυφαῖο, σὲ στίχους, 2) ὁ διάλογος ἀνάμεσα στὸν ἠθοποιό, πού μιλᾶ σὲ στίχους, καὶ στὸ χορό, πού τραγουδᾶ σὲ λυρικὰ μέτρα, καὶ 3) ὁ διάλογος ἀνάμεσα στὸν ἠθοποιὸ καὶ στὸ χορὸ σὲ λυρικὰ μέτρα κι ἀπὸ τοὺς δύο. Παραδείγματα τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δεύτερου τύπου βρίσκονται σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ δράματα πού διασώθηκαν. Ὁ τρίτος τύπος, ὅπου ὁ διάλογος εἶναι ὁλότελα μουσικός, εἶναι πιὸ σπάνιος, μὰ βρίσκεται στοὺς Πέρσες καὶ στὶς Ἱκέτιδες. Αὐτός ὁ τύπος πρέπει νὰ ἦταν ὁ πιὸ παλιός, καὶ ἀνῆκε στὴν ἐποχή, πού ἡ τραγωδία ἀποτελοῦνταν ἀπὸ μία σειρὰ στάσιμα, χωρισμένα τὸ ἕνα ἀπὸ τ’ ἄλλο ἀπὸ μιὰν ἀντιφωνικὴ ἐναλλαγὴ μεταξὺ τοῦ ἠθοποιοῦ καὶ τοῦ χοροΰ. Καὶ τώρα πρέπει νὰ θυμηθοῦμε πώς, σύμφωνα μὲ τὸν Ἀριστοτέλη, τὸ ρόλο τοῦ ἠθοποιοῦ τὸν ἔπαιζε ἀρχικὰ ὁ ἴδιος ὁ ποιητής[10]. Ἔτσι βρισκόμαστε κοντὰ στὸν πρωτόγονο διθύραμβο, ὅπου δ ποιητὴς-ἐξάρχων, μὲ τὸν αὐλό του ἔψαλλε μαζὶ μὲ τὸ χορὸ ἕνα αὐτοσχέδιο καὶ ἀντίφωνο μαζὶ τραγούδι, ὅπου ὁ ποιητὴς ἔλεγε τοὺς στίχους του καὶ ὁ χορὸς κρατοῦσε τὴν ἐπωδό, ὅπως ἀκριβῶς ἔκανε καὶ ὁ Αρχίλοχος.
 
Ἀπὸ τὰ δεδομένα αὐτά μποροῦμε ἔτσι ν’ ἀνασυγκροτήσουμε τὴν εἰκόνα τῆς προαισχυλικῆς τραγωδίας. Οἱ χορευτὲς εἰσέρχονται στὴν ὀρχήστρα τραγουδώντας (πάροδος), παίρνουν τὴ θέση τους γύρω στὸ βωμό, καὶ ψάλλουν τὸ πρῶτο στάσιμο. Ἔπειτα ἐμφανίζεται μπροστά τους ὁ ποιητής, παρασταίνοντας τὸ θεὸ ἡ ἕναν ἥρωα. Ἀρχίζει ἕνα διάλογο μὲ τὸ χορό, κι ὕστερα ἐξαφανίζεται. Ὁ χορὸς ψάλλει τὸ δεύτερο στάσιμο. Ὁ ποιητὴς ξαναγυρίζει, παρασταίνοντας τώρα ἕναν ἀγγελιαφόρο, πού μηνάει τὸ θάνατο τοῦ ἥρωα (τὸν ἀγώνα). Τότε ψάλλουν ὅλοι μαζὶ ἕνα μοιρολόι, καὶ ἀφήνουν ἔτσι τὴν ὀρχήστρα (ἔξοδος).
 
Στὰ ἀττικά, ὁ ἠθοποιὸς λεγόταν «ὑποκριτὴς»[11]. Τὸ ὄνομα «ὑποκριτὴς» ἀντιστοιχεῖ στὸ ρῆμα «ὑποκρίνομαι», πού σήμαινε ἀρχικά «ἑρμηνεύω ἕναν οἰωνὸ ἤ ὄνειρο». Ὁ ὑποκριτής, λοιπόν, ἦταν ἀρχικά ἕνας ἑρμηνευτής. Τί λοιπὸν ἑρμήνευε;
 
Στὰ ἰωνικά, ὁ ἑρμηνευτὴς λεγόταν «ἐξηγητής», λέξη πού βρίσκεται στὰ ἀττικά, σὰν ὄνομα μίας ἱεροσύνης στὰ Ἐλευσίνια Μυστήρια. Οἱ ἐξηγηταί τῆς Ἐλευσίνας ἔξηγοῦσαν τὰ μυστικὰ λεγόμενα, καὶ ἔτσι ἑρμήνευαν στοὺς μύστες τὰ δρώμενα. Ἡ κύρια, ὅμως, σημασία τῆς λέξης «ἐξηγητὴς» εἶναι «ἐξάρχων», ἡ λέξη πού χρησιμοποιοῦν ὁ Ἀριστοτέλης καὶ ὁ Ἀρχίλοχος γιὰ τὸν ὁδηγὸ τοῦ διθύραμβου. Φαίνεται, λοιπόν, πώς ὁ ὑποκριτής, ὅπως ὁ παλιὸς ἱερέας, εἶχε ἀρχικά τὸ διπλὸ χρέος, νὰ ἐξάρχει τὸ χορικὸ τραγούδι καὶ νὰ ἑρμηνεύει τὸ προκείμενο μυστήριο. Γιατί, ὅμως, νὰ ἑρμηνεύει;
 
Ὁ Διονυσιακὸς θίασος ἦταν μιὰ μυητικὴ ἑταιρεία, πού οἱ τελετὲς της ἦταν ἀκατανόητες στοὺς ἀμυήτους. Μὲ τὸν καιρό, ὅμως, ὅταν ἔλειψαν οἱ λόγοι τῆς μυστικότητας, ὁ θίασος ἐκλαϊκεύει τὰ δρώμενά του σ’ ἕνα τύπο λαϊκοῦ δράματος. Ἑπομένως, μόλις παύει νὰ εἶναι μυστικὸς καὶ ἀρχίζει νὰ παρουσιάζει τὶς τελετές του σὰν δράμα μπροστὰ στὸ λαό, χρειάστηκε ἕναν ἐρμηνευτή, πού θὰ ἐξηγοῦσε στοὺς θεατὲς τὴν ἔννοια τοῦ δράματος. Τὸ χρέος αὐτό τὸ ἐκπλήρωνε ὁ ποιητὴς-ἐξάρχων, πού ἔγινε ἔτσι ὑποκριτής.
 
Ἂς πάρουμε σὰν παράδειγμα τὸ θίασο τῶν Ἐλευθερῶν καὶ ἂς ὑποθέσουμε πώς οἱ θιασῶτες παρασταίνουν τὶς κόρες τοῦ Ἐλευθήρα καὶ ὁ ἐξάρχων τὸ Διόνυσο, πού τὶς τρέλανε. Οἱ θιασῶτες οἱ ἴδιοι τὰ καταλαβαίνουν ὅλα, ὄχι ὅμως κι οἱ θεατές. Γι’ αὐτό, ὁ ἐξάρχων προχωράει μπροστά τους καὶ τοὺς λέει: Αὐτές εἶναι οἱ κόρες τοῦ Ἐλευθήρα, κι ἐγὼ εἶμαι ὁ Διόνυσος, πού τὶς ἔκρουσα μὲ μανία. Κάνοντας αὐτό, εἶναι κιόλας ἑρμηνευτής, καὶ κοντεύει νὰ γίνει ἠθοποιός.
 
Ἂπ’ ὅλα αὐτά, βγαίνει τὸ συμπέρασμα πώς ὁ ἠθοποιὸς-ποιητὴς-ἐξάρχων καταγόταν ἀπὸ τὸν ἱερέα τοῦ Διονυσιακοῦ θιάσου, πού ἐνσάρκωνε τὸ θεό.
 
Ἕνα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς τραγικῆς πλοκῆς ἦταν, κατὰ τὸν ἀριστοτέλη, ἡ ἀναγνώριση. Ἡ ἀναγνώριση φανερώνεται στὴν ἁπλούστερή της μορφή, ὅταν ὁ ἥρωας ἐπιστρέφοντας ἄγνωστος στὴν πατρίδα του δείχνει στοὺς φίλους του κάποια «γνωρίσματα», σημάδια τῆς ταυτότητάς του, ὅπως δείχνει ὁ Ὀρέστης τοῦ Αἰσχύλου στὴν Ἠλέκτρα τὰ σπάργανά του. Ἀπ’ ὅσα λέει ὁ Ἀριστοτέλης, φαίνεται πώς τὸ στοιχεῖο αὐτὸ ἤτανε παλιό. Πῶς λοιπὸν νὰ τὸ ἐξηγήσουμε;
 
Στὴ γνωστή της τὴ μορφή, ἡ τραγωδία καταπιανόταν μὲ κάθε λογὴς μύθους καὶ ὄχι μόνο μὲ τοὺς Διονυσιακούς. Ξέρουμε, ὅμως, πώς σὲ παλιὸτερους καιροὺς περιοριζόταν στὸ Διονυσιακὸ κύκλο καὶ ἀρχικά, ὅπως εἴδαμε, στὸ θάνατο τοῦ θεοΰ. Φαίνεται πιθανὸ πώς οἱ τραγικοὶ ποιητές, προτοῦ ἀρχίσουν νὰ μεταχειρίζονται τοὺς ἄλλους κύκλους, πρέπει νὰ εἶχαν ἐξαντλήσει τὸ Διονυσιακό. Ἔγινε κάτι τὸ παρόμοιο καὶ στὴ δυτικὴ Εὐρώπη. Ἂν ἐξετάσουμε τὰ μυστηριακὰ δράματα τῆς μεσαιωνικῆς Ἀγγλίας, βρίσκουμε στὴν ἀνάπτυξή τους τρία στάδια. Στὸ πρῶτο στάδιο, δὲν εἶχαν παρὰ ἕνα θέμα, τὰ Πάθη τοῦ Χριστοῦ. Στὸ δεύτερο, παρουσίαζαν ὄχι μόνο τὰ Πάθη, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴ Γέννηση. Στὸ τρίτο, καταπιάνονταν μὲ κάθε λογὴς θέματα ἀπὸ τὴν Καινὴ καὶ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπως ἡ δημιουργία, ἡ πτῶσις καὶ ὁ κατακλυσμός.
 
Ἂν ἀκολούθησαν μιὰ παρόμοια ἀνάπτυξη καὶ τὰ Διονυσιακὰ δράματα, βγαίνει τὸ συμπέρασμα πώς ἡ ἀναγνώριση προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀνάσταση τοῦ θεοῦ, πού ἀποκάλυπτε στὸ χορὸ τὸν ἑαυτό του καὶ τοῦ ἔδειχνε τὰ μυστικὰ σύμβολα τῆς λατρείας του.
 
Ἡ ὑπόθεση αὐτὴ μας δίνει τὴ δυνατότητα νὰ ἐξηγήσουμε καὶ ἕνα ἄλλο στοιχεῖο τῆς τραγικῆς πλοκῆς, τὴ στιχομυθία.
 
Ξέρουμε ὅλοι τὶς στιχικὲς ἐρωταποκρίσεις πού μᾶς δίνουν συχνὰ τὴν ἐντύπωση, ἰδιαίτερα στὸν Αἰσχύλο, πώς ὁ ὁμιλητής κρύβει ἐπίτηδες τὸ νόημα τοΰ λόγου του, σὰν νὰ ἔβαζε ἕνα αἴνιγμα γιὰ λύση. Εἶναι μάλιστα φορές, πού ἡ στιχομυθία παίρνει τὸν ἴδιο τὸν τύπο τοΰ αἰνίγματος. Στὶς Χοηφόρες, ὕστερα ἀπὸ τὸ φόνο τοῦ Αἴγισθου, ἡ Κλυταιμνήστρα, ἀκούγοντας τὶς βουές, ρωτάει: «Τί ἔγινε;» Ὁ ὑπηρέτης τῆς ἀπαντάει: «Σκοτώνουν, λέω, τοὺς ζωντανοὺς οἱ πεθαμένοι». Καὶ ἔπειτα ἡ Κλυταιμνήστρα λέει: «Ὠιμένα, κατάλαβα τί θὰ πεῖ τὸ αἴνιγμα» («Οἴ ’γώ, ξυνῆκα τοὔπος ἐξ αἰνιγμάτων»).
 
Τὸ αἴνιγμα μᾶς εἶναι σήμερα γνωστὸ σὰν ἕνα παιχνίδι, ἀρχικά, ὅμως, καθὼς καὶ ἄλλα παιχνίδια, εἶχε μιὰ σπουδαία σημασία. Ὁ μάντης Κάλχας λέγεται πώς πέθανε ἀπὸ λύπη, ἀφοῦ ἀπότυχε νὰ λύσει ἕνα αἴνιγμα πού τοῦ ’βαλε ἕνας ἄλλος μάντης. Στὴ Σάμο, γινόταν στὸ πανηγύρι τοῦ Ἄδωνη ἕνα συμπόσιο, ὅπου τὰ κορίτσια ἒβαζαν αἰνίγματα τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. Ἔγινε κάτι τὸ παρόμοιο καὶ στὴ λατρεία τοΰ Διονύσου. Στὰ Ἀγριώνια τῆς Θήβας, στὸ πανηγύρι πού ἀνάφερα πρίν, οἱ γυναῖκες πὲρνοῦσαν μιὰ ἀπὸ τὶς μέρες τῆς γιορτῆς ἒξω ἀπ’ τὴν πόλη γυρεύοντας τὸ χαμένο Διόνυσο. Τὸ βράδυ, σὰν γύριζαν στὴν πόλη, ἔκαναν ἕνα δεῖπνο, ὅπου ὕστερα ἔβαζαν αἰνίγματα[12] ἀναμεταξύ τους. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις, τοῦ Ἄδωνη καὶ τοῦ Διονύσου, φαίνεται πώς τὰ αἰνίγματα εἶχαν κάποια σχέση μὲ τὴν ἐπανεύρεση τοῦ χαμένου θεοῦ, καὶ πώς, μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνάστασή του, ὁ ἀντιπρόσωπός του, ὁ ἱερέας, κατηχοῦσε τοὺς μύστες, γιὰ νὰ μάθει ἂν μποροῦσαν ν’ ἀναγνωρίσουν τὰ μυστικὰ του σύμβολα. Τέτοιων κατηχισμῶν ἀχνάρια διατηροῦνται στὴ στιχομυθία τῆς τραγωδίας.
 
Τέλος, ἂς προσέξουμε τὴ λέξη «σκηνή». Στὴν ἐποχὴ τοΰ Αἰσχύλου, δὲν ὑπῆρχε στὸ θέατρο καμιὰ ἐξέδρα, μονάχα ἕνα ξύλινο οἰκοδόμημα πίσω ἀπ’ τὴν ὀρχήστρα, καὶ αὐτό λεγότανε σκηνή. Οἱ κύριες σημασίες τῆς λέξης ἤτανε δύο, «τέντα» καὶ «σκεπὴ ἁμαξιοῦ». Ἡ πρώτη δὲ μᾶς ἐνδιαφέρει, μὰ ἡ δεύτερη εἶναι σπουδαία. Ἔχουμε ἀττικὲς ἀγγειογραφίες, πού παρασταίνουν τὶς πομπὲς καὶ τοὺς κώμους τοῦ Διονύσου, καὶ σὲ μερικές τους ἐμφανίζεται ἕνα ἁμάξι.
 
Αὐτό τὸ Διονυσιακὸ ἁμάξι μᾶς ὑπενθυμίζει μιὰ παράδοση γιὰ τὸν πρόδρομο τοῦ Αἰσχύλου, τὸ Θέσπη, πού κέρδισε τὸ τραγικὸ βραβεῖο τὸ 534, τὴν ἐποχή, δηλαδή, πού ὁ τύραννος Πεισίστρατος ὀργάνωνε στὴν Ἀθήνα τοὺς τραγικοὺς ἀγῶνες. Ὁ Θέσπις, κατὰ τὴν παράδοση, ἦταν ἀρχηγὸς μιᾶς συντεχνίας ἠθοποιῶν, πού τριγυρνοῦσαν τὰ χωριὰ τῆς Ἀττικῆς, πάνω σ’ ἕνα ἁμάξι πού τοὺς χρησίμευε νὰ φέρνει τὰ ἐνδύματα καὶ ἄλλα θεατρικὰ ἐξαρτήματα. Ἄν ὑποθέσουμε πώς οἱ ἠθοποιοὶ ἔπαιζαν τὰ δράματά τους μπροστὰ ἀπ’ τὸ ἁμάξι, πού χρησίμευε τότε σὰν βάθος σκηνῆς καὶ σὰν σκευοθήκη, μποροῦμε νὰ καταλάβουμε πώς ἡ λέξη «σκηνὴ» πῆρε μὲ τὸν καιρὸ καὶ τὴ θεατρική της ἔννοια.
 
Αὐτά τὰ δράματα τοῦ Θέσπη καὶ τῶν ὀπαδῶν του λέγεται πώς ἦταν ἀκόλαστα καὶ καταγελαστικά. Αὐτό ἤθελε νὰ πεῖ ὁ Ἀριστοτέλης μεταχειριζόμενος τὸν ὅρο «σατυρικὸν» γιὰ τὸ χαραχτήρα τῆς ἀρχικῆς τραγωδίας. Ἀναγνωρίζουμε ἔτσι στὴ συντεχνία αὐτή, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν ποιητή, μιὰ ὀργάνωση πού ἔμοιαζε πολὺ μὲ τὸ διθυραμβικὸ χορὸ τοῦ Ἀρχιλόχου, ὅπως τὸν ἀνασυγκροτήσαμε πιὸ πάνω. Καὶ τὰ δυό τους, καὶ τὸ δράμα τοῦ Θέσπη καὶ ὁ διθύραμβος τοῦ Ἀρχιλόχου, κατάγονται ἔτσι ἀπὸ τὸ Διονυσιακὸ θίασο τῆς προϊστορικῆς ἐποχῆς, πού εἶχε ἐπικεφαλῆς του ἕναν ἐνσαρκωτὴ τοῦ θεοῦ ἱερέα, ποιητὴ ὕστερα, καὶ ἠθοποιὸ τελευταία.
 
Ἀπ’ ὅσα εἶπα, βγαίνει θαρρῶ τὸ συμπέρασμα πώς ἡ τραγωδία ξεπήδησε ἀπὸ ἱεροτελεστίες βαθιὰ ριζωμένες στὴν ἑλληνικὴ ζωή. Τὸ ἴδιο χαρακτηριστικὸ θὰ ἴδοῦμε καὶ στὴν ἐξέλιξη τῆς ἴδιας πιὰ τῆς τραγωδίας. Οἱ ποιητὲς της ἄντλησαν τὴν ἐμπνευσή τους ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς ἱστορικὲς ἐμπειρίες καὶ τὶς μελλοντικὲς ἐλπίδες τοῦ ἀθηναϊκοῦ λαοῦ.
-------------------------------
[2] Οἱ ἀναφορὲς στὴν Ποιητικὴ τοῦ Ἀριστοτέλη εἶναι οἱ ἑξῆς: μίμησις... κάθαρσιν 5.2· αὐτοσχεδιαστικὴ 4.14· σατυρικὴ 4.17· ἀπὸ τῶν ἐξαρχόντων τὸν διθύραμβον 4.14· ἔσχε τὴν αὐτῆς φύσιν 4.16· τοὺς ἠθοποιοὺς 4.16· ἀναγνώρισις 11.4, 16.1-12· περιπέτεια 11.1. 
[3]Τὰ Ἀγριώνια: Πλούταρχος, Κέφ. κάτ. ἑλλ. 38.
[4] Ἐλευθεραί: Παυσανίας 1.20.3, 1.29.2, 1.38.8-9, Σουίδας λέξ. «μέλαν». 
[5] Τὰ ἐν ἄστει Διονύσια: Αἰσχ. καὶ Ἀθ., σ. 186-9, κθ' -λ'. 
[6] Ὁ διθύραμβος: Πίνδ. Ὀλ. 13.18, Αἰσχ. ἀποσπ. 355, Ἄρχιλ. 77.
[7] Ἐξάρχω: Ἰλ. Ω 719-76
[8] Ὁ ποιητὴς ἐπλήρωνε τὸν αὐλητή: Πλούτ. Περὶ μουσ. 30. 
[9] Ὁ δεύτερος κι ὁ τρίτος ἠθοποιός: Ἀριστοτ. Ποιητ. 4.16. 
[10] Ὁ ποιητὴς ὁ ἴδιος ὁ πρῶτος ἠθοποιός: Ἀριστοτ. Ρητορ. 3.1.
[11] Ὑποκριτής: Αἰσχ. καὶ Ἀθ., σ. 206-8. 
[12] Τὸ αἴνιγμα: στὴ Σάμο, Ἀθηναῖος 451b, 457c· στὰ Ἀγριώνια της Θήβας, Πλούτ. Σύμπ., πρβλ. προοίμιον.

Όρια: Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους

Tα όρια δεν αφορούν μόνο τα παιδιά. Συχνά ακούμε συμβουλές για τους γονείς, «πώς να θέσουν όρια στα παιδιά τους», «η σημασία των ορίων», κλπ. Είναι αλήθεια ότι τα όρια στις σχέσεις μας με τα παιδιά μας, βοηθούν πολύ τόσο τα ίδια όσο και τον σκοπό γενικότερα της διαπαιδαγώγησης και της κοινωνικοποίησης τους.

Τι συμβαίνει όμως με τις σχέσεις των ενηλίκων; Τι σημαίνει βάζω όρια και πώς μπορώ να τα θέσω στους άλλους, αλλά και στον εαυτό μου;

Ας δούμε όμως πρώτα τι αφορούν αυτά τα όρια, ποιους τομείς της ζωής μας περιλαμβάνουν, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα πώς θα μπορούσαμε να λειτουργήσουμε σωστά.
  • Σεβόμαστε τον χρόνο μας και τον χρόνο των άλλων; Είμαστε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας, στα ραντεβού μας, στις υποσχέσεις μας; Αντίστροφα, ανεχόμαστε την καθυστέρηση και τις αναβολές εκ μέρους των άλλων υποτιμώντας τον εαυτό μας;
  • Σεβόμαστε τα συναισθήματα μας και τα συναισθήματα των συνανθρώπων μας; Μπορούμε να αφουγκραστούμε τι νιώθουμε, πώς αισθανόμαστε, αλλά και τι νιώθουν οι άλλοι; Είμαστε σε επαφή με τα συναισθήματα μας;
  • Σεβόμαστε τις σκέψεις και τις ιδέες που εκφράζουν οι άλλοι γύρω μας; Αποδεχόμαστε το όριο που θέτει η πίστη τους, η ιδεολογία τους, χωρίς να παραβιάζεται το δικό μας όριο και οι δικές μας αξίες;
  • Σεβόμαστε τον προσωπικό χώρο των ανθρώπων; Από το δωμάτιο ως το τηλέφωνο, από το τετράδιο ως το βιβλίο… Τα πάντα!
Όπως βλέπετε το δίπολο σέβομαι – παραβιάζω βρίσκεται παντού. Τα όρια περιγράφουν το πώς θα μπορέσουμε να συνυπάρξουμε αρμονικά χωρίς παραβιάσεις, αλλά με σεβασμό και κατανόηση. Ας σημειώσουμε όμως και αυτό: Σέβομαι δεν σημαίνει απαραίτητα συμφωνώ. Σέβομαι σημαίνει καταρχάς αποδέχομαι. Σέβομαι τη θρησκεία σου, αλλά δεν συμφωνώ μαζί σου για τις αρχές της πίστης σου. Ωστόσο, αναγνωρίζω την ανάγκη σου για προσευχή και δεν θα σε εμποδίσω σε αυτό, αρκεί εσύ να σεβαστείς εμένα – τα δικά μου ήθη και έθιμα ώστε η έκφραση της προσευχής σου να μην προσβάλλει τα δικά μου… Πάνω – κάτω το ίδιο ισχύει για όλα: τον χρόνο, το χρήμα, τις ιδέες, τις ανάγκες, τα συναισθήματα, το ίδιο μας το σώμα…

Ο σεβασμός προϋποθέτει αυτοσεβασμό, η αποδοχή και αυτοαποδοχή. Η αγάπη για τους άλλους προϋποθέτει αγάπη για τον εαυτό μας. Αντιθέτως, παραμονεύει η ασυνεννοησία, η παρανόηση, η προσβολή, η παρεξήγηση. Συνηθίζουμε να λέμε «οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους», κατά συνέπεια τα όρια θέτουν σωστές βάσεις για καλές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, τόσο στις τυπικές όσο και στις πιο κοντινές. Γι’ αυτό λοιπόν, μην φοβάστε να βάζετε όρια… Τα όρια κάνουν καλό!