Πέμπτη 16 Αυγούστου 2018

Ο Ασκληπιός και ο θεραπευτικός χαρακτήρας των Ασκληπιείων

Η Ιατρική είναι ταυτόχρονα μια πλατιά επιστήμη και μια προσωπική τέχνη, που εξελίχθηκε από τις μαγικές επικλήσεις του πρωτόγονου ανθρώπου προς τις ανώτερες δυνάμεις και το δέος του απέναντι στην αρρώστια, μέσα από διαρκή παρατήρηση των λειτουργιών του σώματος και του νου, σε μια συστηματική επιστημονική μεθοδολογία που έχει στόχο την αποκατάσταση της ισορροπίας ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό περιβάλλον του ανθρώπου. Οι βάσεις της σύγχρονης ιατρικής σκέψης, όπως εξάλλου και των περισσοτέρων επιστημονικών κατευθύνσεων, τέθηκαν στην αρχαία εποχή, μέσα στα πλαίσια της ανήσυχης Ελληνικής σκέψης, που πλούτισε τη μέχρι τότε εμπειρική γνώση των ανθρώπων με τη θεωρητική στήριξη και την εφαρμογή του ορθολογισμού, επιτρέποντας έτσι στην Ιατρική να εξελιχθεί σε πραγματική επιστήμη.
 
Ο μύθος αποτελεί για τον άνθρωπο ένα μέσον καταγραφής και σηματοδότησης κάθε αλήθειας, που αφορά τον ίδιο και τον κόσμο που τον περιβάλλει. Η Ελληνική μυθολογία είναι μια πλήρης κοσμοθεώρηση που επέτρεπε στον άνθρωπο της εποχής να καθρεπτιστεί μέσα της, βρίσκοντας μια αναλογία μεταξύ των προσωπικών του βιωμάτων και των περιεχομένων μιας τεράστιας δεξαμενής συλλογικής γνώσης.  Οι ιατρικές γνώσεις των αρχαίων ενσωματώνονταν στη μυθολογία τους, όπως για παράδειγμα, φαίνεται στην ονομασία του Σμινθαίου Απόλλωνα, θεού των ποντικών, στον οποίο προσεύχονταν κατά τις επιδημίες, πράγμα που δείχνει τη συσχέτιση μεταξύ μολυσματικών ασθενειών και τρωκτικών. Ανάλογη γνώση, μέσα από το συμβολισμό, διαφαίνεται και στους άθλους του Ηρακλή. Ο ήρωας απαλλάσει μια βαλτώδη περιοχή από το φοβερό θηρίο Λερναία Ύδρα, που μόλυνε την ατμόσφαιρα με τη δηλητηριώδη ανάσα του, ή απομακρύνει, ξεπλένοντας με τα νερά του ποταμού, την Κόπρο του Αυγεία. Οι δύο μύθοι πιθανότατα υποδηλώνουν έργα παρέμβασης στη μορφή του εδάφους, για την εξυγίανση ανθυγιεινών περιοχών.
 
Ο Ασκληπιός ήταν ο θεός της Ιατρικής στην Αρχαία Ελλάδα και αναμφίβολα ο πρώτος Ιατρός του αρχαίου Ελληνικού κόσμου. Σύμφωνα με την παράδοση ήταν γιος ενός θεού, Απόλλωνα και μιας θνητής, της Κορωνίδας η οποία ήταν κόρη του βασιλιά της Λακέρειας (στην Θεσσαλική πεδιάδα) Φλεγύα και εγγονή του βασιλιά της Επιδαύρου Μάλου. Υπολογίζεται ως επικρατέστερη χρονολογία γέννησής του το έτος 1240 π.χ. Σύμφωνα με τον Όμηρο γεννήθηκε στη Τρίκκη (σημερινά Τρίκαλα), ενώ σύμφωνα με τον Πίνδαρο στη Λακέρεια πατρίδα της μητέρας του.
 
«ΑΓΝΟΝ ΧΡΗ ΝΗΟΙΟ ΘΥΩΔΕΟΣ ΕΝΤΟΣ ΙΟΝΤΑ ΕΜΜΕΝΑΙ, ΑΓΝΙΕΙ ΔΕ ΕΣΤΙ ΦΡΟΝΕΙΝ ΟΣΙΑ» (καθαρός πρέπει να είναι όποιος μπαίνει στο λαμπρό ναό και καθαρότητα είναι να έχεις άγιες σκέψεις). 
 
Αυτή ήταν η επιγραφή που ήταν προσαρμοσμένη στα Προπύλαια του Θόλου, ενός από τα κτίσματα του Ασκληπιείου της Επιδαύρου. Με αυτή την εντολή ο Ασκληπιός δεν απαιτεί μόνο την απόλυτη σωματική καθαριότητα, όσων θα περάσουν τα Προπύλαια , πριν ακόμα διασχίσουν την μεγάλη κεντρική είσοδο του Ασκληπιείου, αλλά πρέπει να φέρει και τον Νου περί την κατάσταση της οσιότητος. Ο Ασκληπιός αντιπροσωπεύει την ιαματική δύναμη της υγιούς Φύσης, όπως αισθανόμαστε την επίδρασή της κατά την ηπία του έτους εποχή, στα ψηλά μέρη, στο καθαρό αέρα, κάτω από την απαλή λάμψη και θερμότητα του ηλίου, όπου αναβλύζουν δροσερές πηγές και πανύψηλα δέντρα καθαρίζουν την ατμόσφαιρα. Και αυτό υπήρξε πάντοτε το περιβάλλον των τόπων λατρείας του, τα Ασκληπιεία. Ασκληπιεία βρίσκονταν παντού, όπου έμεναν Ελληνες. Έχουν καταγραφεί περισσότερα από 300.  Ήταν ταυτόχρονα Ναοί, όπου ετιμάτο ο Ασκληπιός και οι συνδεόμενες με αυτόν Θεότητες και συνηθέστερον η Υγεία, και τόποι στους οποίους κατέφευγον αυτοί που έπασχαν από κάποια ασθένεια και εκεί έβρισκαν θεραπεία ή τουλάχιστον ανακούφιση. Αρχαιότερο θεωρείται το Ασκληπιείο της Θεσσαλικής Τρίκκης. Αυτή αναφέρεται και σε πολλά σημεία της Ιλιάδας, σαν τόπος γέννησης των γιών του Ασκληπιού, των ΜΑΧΑΩΝΑ και ΠΟΔΑΛΕΙΡΙΟΥ. Το περιφημότερο όμως ήταν το Ασκληπιείο της Επιδαύρου, το οποίο ήταν για τον Ασκληπιό ότι ήταν για τον Απόλλωνα οι Δελφοί. Στην Αθήνα, το Ασκληπιείο βρισκόταν παρά το θέατρο κάτω από την Ακρόπολη και ήταν περίφημο για τα ιατρικά θαύματα. Οι γιορτές προς τιμή του Ασκληπιού αποτελούσαν μέρος των Ελευσίνιων. Η έφορη και υγιεινή Κώς, είχε το ονομαστότερο Ασκληπιείο και εφημίζετο για τους εκλεκτούς Ασκληπιάδες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ενδοξότερος όλων, ο Ιπποκράτης, ο πατέρας της ιατρικής επιστήμης. Στην Μικρά Ασία, κατά την Ελληνιστική εποχή ήταν περίφημο το Ασκληπιείο της Περγάμου.
 
Υπήρχε ολόκληρο σύμπλεγμα Ναών και Ιερών και περιγράφεται ότι εκεί θεραπεύονταν πολλές ασθένειες και υπήρχε μεγάλη κίνηση ασθενών. Από εκεί προήλθε και το Ασκληπιείο της Σμύρνης, όπου την λατρεία του Ασκληπιού συναγωνιζόταν η λατρεία του Σεράπιδος. Σε πολλά Ασκληπιεία το Ιερατικό αξίωμα ήταν ετήσιο και επομένως δεν ήταν δυνατόν οι εκάστοτε Ιερείς, να είχαν και ιατρικές γνώσεις, ούτε σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα μπορούσε να τη διδαχθεί. Σε πολλά άλλα όμως, εκτός των Ιερέων υπήρχαν και ιατροί. Αυτοί στις επιγραφές εκαλούντο '' ζάκοροι υποδρώντες τω Θεώ '' ή '' υιοί του Θεού '' ή '' θεράποντες ''. Κάποιοι από αυτούς υπηρετούσαν από την παιδική ηλικία, έχοντες το κληρονομικό υπούργημα. Η θεραπευτική ικανότητα στα Ασκληπιεία, περιγράφεται σαν αποτελεσματική και στα τραύματα και σε πυρετούς και άλγη, όπου χρησιμοποιούσαν χειρουργικά μέσα, επωδούς, φάρμακα, βότανα και άλλα μέσα. Ο συνηθέστερος τρόπος όμως, ήταν ο δια εγκοιμήσεως. Ο πάσχων ή αν αυτός δεν ήταν δυνατόν να πάει εκεί, ο αντιπρόσωπός του, αφού προηγουμένως υποβάλλετο από τους Ιερείς στις καθοριζόμενες καθάρσεις και άλλες διατυπώσεις, κοιμόταν τη νύκτα μέσα σε Ιερό και καθοριζόμενο χώρο (Άβατον) και εκεί περίμενε να τον θεραπεύσει ο Ασκληπιός ή να του υποδείξει μέσα από το όνειρο, τον τρόπο θεραπείας. Τα όνειρα που έβλεπαν, ερμηνευόμενα είτε από τον ίδιο, είτε συνηθέστερα με τη μεσιτεία των Ιερέων θεραπόντων του Ασκληπιού, έδιναν στους πάσχοντες οδηγίες που θα τους οδηγούσαν στην ίαση ή τουλάχιστον στην ανακούφιση. Πολύ σημαντικό ρόλο για την ίαση των ασθενών έπαιζε η Πίστη τους. 
   
Για τους αρχαίους Έλληνες -και όχι μόνο- το όνειρο είχε διπλό χαρακτήρα. Μπορούσε να παρουσιάσει ψεύτικες εικόνες, είδωλα και φαντάσματα, αλλά και να δείξει αλήθειες και να συμβουλέψει σίγουρα, αν και ίσως μέσω συμβόλων μερικές φορές. Ακόμη στην Αρχαία Ελλάδα τα όνειρα είχαν πολύ μεγάλη σημασία για τους Πυθαγόρειους, οι οποίοι μάλιστα μέσα από έναν κατάλληλο τρόπο ζωής με σωστή δίαιτα, μουσικά ακούσματα πριν από τον ύπνο, έλεγχο και προσανατολισμό της σκέψης, μπορούσαν να δουν αποκαλυπτικά όνειρα, να επικοινωνήσουν με το υπερπέραν και μάλιστα κατείχαν και ένα σύστημα για να τα θυμούνται. Φαίνεται ότι ο τριπλός κόσμος Σώματος, Ψυχής και Νου των αρχαίων είναι πραγματικότητα και σε καθέναν από αυτούς οι δράσεις του ανθρώπου έχουν πάντα διπλό χαρακτήρα: Η θα οδηγούν προς τα επάνω ή θα είναι παιδιά της άγνοιας και θα οδηγούν στο λάθος και στη νοσηρή αδράνεια. Τα όνειρα λοιπόν δεν βρίσκονται έξω από αυτό το πλαίσιο. Και οι αρχαίοι είχαν βρει έναν τρόπο για να δεχτούν στον ύπνο τους τα όνειρα που τους οδηγούσαν σε θεραπείες.
 
Αφού έφτανε ο ενδιαφερόμενος στον ιερό χώρο, γινόταν δεκτός από τους ανθρώπους και τους ιερείς του θεραπευτηρίου, στους οποίους ήταν μοιρασμένοι οι ρόλοι των διαφόρων λειτουργημάτων του ιερού. Φαίνεται ότι οι ιερείς ήταν γνώστες των διαφόρων περιπτώσεων ασθενειών, αλλά γενικά, αφού γινόταν μια πρώτη " εξέταση " του πάσχοντα, οι γενικές κατευθύνσεις ήταν παρόμοιες: Αρχικά μια σωστή δίαιτα ή και νηστείες, παραμονή και περίπατοι μέσα στους ιερούς χώρους, οι οποίοι ήταν διαμορφωμένοι κατάλληλα ώστε να ξεκουράζουν το πνεύμα των ασθενών. Επαφή με τους λειτουργούς του ναού-θεραπευτηρίου οι οποίοι οδηγούσαν την ψυχή και το νου σε μια ανάταση και ψυχική θεώρηση των πραγμάτων. Γίνονταν εξαγνιστικά λουτρά με κρύο και θερμό νερό.
 
Η χρήση του νερού και μάλιστα τρεχούμενου ήταν πολύ βασική. Έτσι βλέπουμε να υπάρχουν σε όλα τα ιερά πηγές, ειδικές εγκαταστάσεις, και ό,τι άλλο ήταν απαραίτητο για τη χρήση του νερού. Ακόμη φαίνεται ότι υπήρχε πρόγραμμα με ασκήσεις γυμναστικής και γίνονταν μαλάξεις και επαλείψεις με λάδι του σώματος των ασθενών. Επίσης έπιναν τσάι από διάφορα βότανα αλλά και μείγματα θεραπευτικά διάφορα, τα οποία οπωσδήποτε είχαν θεραπευτική και κυρίως κατευναστική δραστηριότητα, γιατί όλα αυτά προηγούνταν της εγκοίμησης. Μάλιστα μερικές φορές ο άρρωστος γινόταν καλά πριν χρειαστεί να ακολουθήσει η υπόλοιπη διαδικασία.
 
Aφού λοιπόν είχε προετοιμαστεί κατάλληλα ο άρρωστος και οι ιερείς, εξετάζοντας τα σπλάχνα των ζώων από ορισμένες θυσίες, αποφαίνονταν ότι ο θεός ενέκρινε τη συνέχιση της διαδικασίας, τότε προχωρούσαν παρακάτω. Ο ασθενής έπρεπε να θυσιάσει ένα ζώο και να κοιμηθεί το βράδυ πάνω στο δέρμα του. Η όλη διαδικασία με νηστείες, διαλογισμούς, καθάρσεις, σωστό προσανατολισμό και ψυχής και πνεύματος και ακόμη με συνοδό την πίστη του ασθενούς και τις οδηγίες των ιερέων, οδηγούσε τη νύχτα σε ένα αποκαλυπτικό όνειρο. Με διάφορους τρόπους ο θεός, ο οποίος μπορεί και να εμφανιζόταν στο όνειρο του ασθενούς, έδειχνε στον ασθενή τον τρόπο και το είδος θεραπείας που έπρεπε να ακολουθήσει. Το πρωί ο άρρωστος έλεγε το όνειρο στους ιερείς και αυτοί το αποκρυπτογραφούσαν. Κατόπιν έφευγε, αφού έκανε μια ευχαριστήρια προσφορά στο θεό. Εδώ ας παρατηρήσουμε ότι η όλη διαδικασία είναι μυστηριακού χαρακτήρα. Η θεραπεία γινόταν δωρεάν, ωστόσο, οι θεραπευμένοι συνήθιζαν να δωρίζουν αφιερώματα, συχνά δε πρόσφεραν αναθήματα από ασήμι ή χρυσό με ανάγλυφη παράσταση του θεραπευμένου μέλους τους.
 
Οι περιπτώσεις θεραπείας φαίνεται ήταν πάμπολλες και γι' αυτό επί αιώνες τα ιερά άκμαζαν και χιλιάδες αφιερώματα πιστών υπήρχαν σ' αυτά. Συνήθως ήταν ομοιώματα των μελών του σώματος που θεραπεύτηκαν, κάτι που γίνεται και σήμερα στις εκκλησίες μπροστά στις θαυματουργές εικόνες. Στα ιερά αυτά θεραπευτήρια υπήρχαν ναοί του Ασκληπιού ή όποιας άλλης θεότητας ή ήρωα θεραπευτή ήταν αφιερωμένοι - διάφορα κτίσματα με μορφή ξενώνων, κρήνες, άλση, θέατρα, λουτρά και άλλα. Το εγκοιμητήριο ήταν ένα συγκεκριμένο κτίσμα μέσα στο οποίο γίνονταν οι εγκοιμήσεις των ασθενών. Σε κάθε ιερό βέβαια υπήρχαν κάποιες ιδιαιτερότητες. Έτσι στην Επίδαυρο, σύμφωνα με μία εκδοχή, ο άρρωστος οδηγούνταν σε ένα σπειροειδή, υπόγειο διάδρομο κάτω από τον περίφημο θόλο. Δεν είναι γνωστά αυτά τα οποία διαδραματίζονταν εκεί. Στο Τροφώνιο Άντρο ο ασθενής έπρεπε να περάσει μέσα από μία μικρή οπή στο βάθος του άντρου, κρατώντας προσφορές στα χέρια του. Λέγεται ότι μετά του ήταν πολύ δύσκολο να διηγηθεί την εμπειρία του.
    
Όμως παρά τις ιδιαιτερότητες, παντού όπου υπήρχαν ιερά θεραπείας με εγκοίμηση ο άξονας ήταν ίδιος: ύπνος με στόχο ένα αποκαλυπτικό όνειρο. Ο ύπνος λοιπόν και το όνειρο ήταν το μέσον για τη θεραπεία. Να έχουμε όμως υπόψη ότι πολλές φορές στα αρχαία μυστήρια ο ύπνος ήταν μέσα στο τυπικό και αποτελούσε ένα είδος συμβολικού θανάτου προσωρινού, κατά τη διάρκεια του οποίου ο μυούμενος περνούσε σημαντικές εμπειρίες και μετά επέστρεφε ανανεωμένος, ξαναγεννημένος. Μάλιστα ο μυητικός ύπνος λάβαινε χώρα δίπλα σε πηγές, ποτάμια και γενικά τρεχούμενα νερά, κάτι που το συναντούμε και στα εγκοιμητήρια. Οι εγκοιμήσεις λοιπόν δεν ήταν κάτι τυχαίο, αλλά ένα τμήμα της μυστηριακής γνώσης που χρησιμοποιούνταν προς όφελος του λαού, ο οποίος ενδιαφερόταν να γίνει καλά από τις αρρώστιες.
 
Στο προκαταρκτικό στάδιο της θεραπείας στα Ασκληπιεία, ο άρρωστος κατανάλωνε χυμούς από διάφορα βότανα. Όσο διάστημα διαρκούσε αυτό το στάδιο, έκανε περιπάτους στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο για να ηρεμήσει. Συνομιλούσε με τους ανθρώπους του ιερού, οι οποίοι δεν παρέλειπαν να του διηγούνται τα προηγούμενα θαύματα, με τα οποία ο Ασκληπιός θεράπευσε πιστούς, αλλά και να του δείχνουν επιγραφές («ιάματα») που περιέγραφαν τις θεϊκές επεμβάσεις. Έτσι κι αλλιώς, ο άρρωστος είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει την ευεργετική δράση του Ασκληπιείου και από τα διάφορα δώρα, συνήθως αγάλματα, που στόλιζαν τον χώρο και αποτελούσαν προσφορές γιατρεμένων. Στο προκαταρκτικό στάδιο περιλαμβάνονταν ασκήσεις, μαλάξεις (με επάλειψη του σώματος με έλαια) και «εξαγνιστικά λουτρά», καθώς το νερό έπαιζε καθοριστικό ρόλο: Όλα τα Ασκληπιεία βρίσκονταν πλάι σε πηγές και διέθεταν εγκαταστάσεις για τη χρήση του νερού.
 
Κάποιοι από τους ασθενείς θεραπεύονταν σε αυτή τη φάση και δεν χρειαζόταν να περάσουν στην κυρίως θεραπεία που βασιζόταν στην «εγκοίμηση»: Οι ιερείς χορηγούσαν συγκεκριμένα βότανα στους ασθενείς που θυσίαζαν στον θεό το όποιο ζώο είχαν επιλέξει να προσφέρουν. Μετά, έμπαιναν στο «άβατο» και υποχρεώνονταν να κοιμηθούν πάνω στο θυσιασμένο ζώο. Ειδικά στην Επίδαυρο, ο άρρωστος ήταν υποχρεωμένος να διαβεί και έναν στριφογυριστό υπόγειο διάδρομο, κάτω από τον θόλο. Οι ιερείς τούς επισκέπτονταν τη νύχτα, μεταμφιεσμένοι σε Ασκληπιό που κατέφθασε στο πλάι τους για να τους θεραπεύσει. Κάποιες φορές, τα ιερά του ζώα του θεού, φίδια και σκυλιά, έγλυφαν τους ασθενείς για να τους θεραπεύσουν. Οι ασθενείς εύκολα πείθονταν, καθώς βρίσκονταν κάτω από την επήρεια των ουσιών. Αγνοούμε, ποιες ήταν αυτές. Τις γνώριζαν μόνο οι μυημένοι στη διαδικασία της ίασης. Υποθέτουμε ότι ήταν παραισθησιογόνες. Κάτω από την επίδρασή τους, οι ασθενείς έβλεπαν περίεργα όνειρα. Τα διηγούνταν το πρωί στους ιερείς και αυτοί, με βάση τη διήγηση, αποφαίνονταν ότι ο θεός είχε εγκρίνει τη θεραπεία τους και καθόριζαν την θεραπευτική αγωγή. Η αυθυποβολή και η πίστη έπαιζαν κυρίαρχο ρόλο στην όλη υπόθεση. Κατά κάποιον μυστηριώδη τρόπο, σε πάμπολλες περιπτώσεις, οι ασθενείς γίνονταν καλά. Η σύγχρονη ιατρική επιστήμη δεν έχει ακόμα εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος «πείθει» το σώμα και έχει ονομάσει αυτό το μυστήριο «placebo». Είναι η αναποτελεσματική φαρμακευτική αγωγή που όμως παράγει πλασματική ή πραγματική βελτίωση, επειδή και μόνο, αυτός που την ακολουθεί, πιστεύει ότι θα τον θεραπεύσει. Με τον ίδιο όρο ονομάζονται και τα εικονικά φάρμακα που χορηγούνται σε συνθήκες προσομοίωσης.
 
Μια στιβάδα, μια απλή φυλλωσιά, ήταν το στρώμα των συνοδών, ενώ η κατάκλιση του προσώπου, το οποίο επρόκειτο να τύχει της χάρης του θεού Ασκληπιού, ήταν ιδιαίτερα φροντισμένη. Αυτό σημαίνει ότι η στρωμνή, το στρώμα του κατακλινόμενου, και βεβαίως ο ειδικός χώρος όπου κατακλινόταν, είχαν την μεγάλη και ιδιάζουσα σημασία, για την επιζητούμενη θεραπεία του.
 
 Έχει ήδη παρατηρηθεί ότι σε όλα τα Ασκληπιεία, να υπάρχει μια επιμήκης αύλαξ. Μια μεγάλου μήκους, όπως στα Ασκληπιεία της Επιδαύρου και των Αθηνών, ρηχή γούρνα, ή όπως στην περίπτωση της Λειβαδιάς, ένα πέτρινο αυλάκι μήκους μόλις 5-6 μέτρων. Είναι το αυλάκι που διασώζεται ακόμη στον χώρο των πηγών της Έρκυνας, και διακρίνεται κάτω από το τοξωτό Γεφύρι της Κρύας. Εδώ παρατηρείται η εξής αρχιτεκτονική ιδιορρυθμία. Το αυλάκι, μέσα στο οποίο ρέει νερό όλες τις εποχές, στο επάνω τμήμα του, είναι διαμορφωμένο σε σχήμα ανάμεσα στο Ψ και το Υ. Στο επάνω τμήμα δηλ. σχηματίζει ένα σκαλοπάτι. Σ’ αυτό λοιπόν το σημείο με κάθε βεβαιότητα στερεωνόταν το αυτοσχέδιο κρεβάτι, η ειδική στρωμνή, το ιδιαίτερο στρώμα του κατακλινόμενου, ο οποίος επιζητούσε την ίαση από την πιθανή ασθένεια, αρρώστια, ή νόσο. Κυριολεκτικά δηλαδή κοιμόταν πάνω στο νερό. Πάνω σ’ ένα αυλάκι με τρεχούμενο νερό, το οποίο έρρεε μόλις λίγα εκατοστά κάτω από το σώμα του !!! Είναι γνωστό, απ’ όταν έγινε λόγος για την παραγωγή του νερού Λήθης Μνημοσύνης, ότι ένα ηλεκτρομαγνητικό ρεύμα αναπτύσσεται κατά την αναπνοή και εν συνεχεία ροή νερού. Επίσης γνωστό είναι ότι το ηλεκτρομαγνητικό ρεύμα, ακολουθεί το υδάτινο ρεύμα. Αυτό λοιπόν το συνεχώς αναπτυσσόμενο και διατρέχον την στενή αύλακα νερού, ηλεκτρομαγνητικό πεδίο ,γίνεται απολύτως κατανοητό, ότι επηρέαζε οπωσδήποτε ποικιλόμορφα, αλλά και ποικιλότροπα, όποιον κατακλινόταν πάνω και μέσα σ’ αυτό. Ένας ολονύκτιος ιονισμός επιδρούσε πάνω, και μέσα στο ανθρώπινο σώμα. Τα οκτώ τετράκις εκατομμύρια κύτταρα, από τα οποία αποτελείται ο ανθρώπινος οργανισμός, υποκείμενα σε αυτόν τον ιονισμό, είναι ευνόητο ότι επηρεάζονταν αποφασιστικά. Υποβάλλονταν σε Επανάπλαση, σε Επαναπροσδιορισμό, και τελικά σε ένα είδος Αναγέννησης. Βεβαιότατα τα κύτταρα, όλη τη νύχτα ήσαν σε κατάσταση Ανακατάταξης. Το ανθρώπινο σώμα επαναρρυθμιζόταν. Τα άρρωστα, ασθενή, ή νοσούντα κύτταρα ήταν έτσι σε θέση επισήμανσης. Μιας επισήμανσης καθαρά ιαματικής. Ένα είδος φυσικής μαγνητικής σωματογραφίας ήταν αντιληπτό ως Αίτιο, όσο διαρκούσε το φαινόμενο. Ίσως και από τους κοσμικούς γιατρούς των Ασκληπιείων. Η σωρευμένη αργότερα Ιατρική Εμπειρία αυτό απέδειξε. Παράλληλα δεν πρέπει να διαφεύγει ότι, στα Ασκληπιεία ο θεός της Ιάσεως, δεν θεράπευε αλλά έδινε οδηγίες για την θεραπεία.
 
Η διαδικασία λάβαινε χώρα κατά την Εγκοίμηση. Όπου κι αν γινόταν αυτή. Είτε δηλαδή στην ρηχή γούρνα, είτε στην μεγάλη ξύλινη Εξέδρα, όπως διαπιστώθηκε και στην Λειβαδιά. «των νόσων και των άλλων των εν τοις σώμασι, μελλόντων γίνεσθαι, φανερόν εν τοις ύπνοις είναι καταφανή μάλλον, ή εν τω εγρηγορέναι», Αριστοτέλης, Περί της καθ’ ύπνον μαντικής, μ,τ463 ,18α (Στην διάρκεια του ύπνου, οι αρρώστιες εκδηλώνονται φανερώτερα). Σε πάρα πολλές άρρωστες καταστάσεις, την ίαση διεκπεραίωναν εκτός από την εκτεταμένη χρήση των θεραπευτικών βοτάνων, και με την άμεση βοήθεια των λεγόμενων Ιερών Ζώων του Ασκληπιού. Ο σκύλος, ο χήνας, και το φίδι, ήταν τα τρία κυριότερα. Στην Επίδαυρο, σώζονται Επιγραφές, οι οποίες πληροφορούν για θεραπεία, με τη βοήθεια ζώων.
    
Αναλύoντας τη διαδικασία της ίασης, μας πρoκαλεί ενδιαφέρoν τo στάδιo τoυ ύπνoυ, της εγκoίμησης. Η εγκoίμηση στηρίζεται στην πεπoίθηση των αρχαίων ότι όλες oι δυνάμεις της ζωής εκπoρεύoνται από τη γη και σε αυτήν καταλήγoυν για να ενωθoύν, όπως o σπόρoς των φυτών. Και oι θεϊκές δυνάμεις πoυ ενσάρκωναν τη ζωή ακoλoυθoύσαν στη σκέψη τoυς τoν ίδιo κύκλo. O περιoδικός θάνατός τoυς εξασφάλιζε την ανανέωση στην πηγή της ζωής. Η θρησκευτική μαγική τελετoυργία της ίασης, ενός είδoυς ανανέωσης, επέβαλλε τη μίμηση της διαδικασίας αυτής της θείας αναγέννησης. Η εγκoίμηση κoντά στo νερό, πηγή της ζωής μέσα στη γη, ήταν η μίμηση τoυ  αναγεννητικoύ  θανάτoυ  από τoν ασθενή, μια και για τoυς αρχαίoυς ο Ύπνoς θεωρoύνταν αδερφός τoυ Θανάτoυ. Στoν ύπνo τoυ o ασθενής έβλεπε τη θεότητα και ή θεραπευόταν από θαυμαστή επέμβασή της ή άκoυγε τι έπρεπε να πράξει για να θεραπευτεί. Θεωρoύνταν επίσης ότι όσo πιo κoντά στo άγαλμα τoυ Ασκληπιoύ κoιμόταν o ασθενής, έβλεπε θεϊκό όνειρo, πoυ καθόριζε τη φύση τoυ απαιτoύμενoυ φαρμάκoυ. Σε περίπτωση πoυ δεν έβλεπαν όνειρo, η τελετή επαναλαμβανόταν πoλλές νύχτες. Τέλoς, αναφoρικά με την εγκoίμηση, o Αριστoφάνης στo έργo τoυ «Πλoύτoς» γράφει χαρακτηριστικά: «Κoιμήθηκε στo ναό και πρώτα o θεός τoυ χάιδεψε τo κεφάλι, μετά πήρε καθαρή πετσέτα και τoυ σκoύπισε τα βλέφαρα και η Πανάκεια τoυ σκέπασε με κόκκινo πανί όλo τo κεφάλι
και τo πρόσωπo. Έπειτα, o θεός σφύριξε και βγήκαν από τo ιερό δύo φίδια θεόρατα στo μπόι. Γλίστρησαν κάτω από τo πανί και, όπως μoυ φάνηκε, άρχισαν να γλείφoυν τα βλέφαρά τoυ. Κι ώσπoυ να πιεις κυρά μoυ δέκα κoτύλες κρασί, o Πλoύτoς σηκώθηκε πάνω και έβλεπε». Η όλη διαδικασία της εγκoίμησης και των oνείρων ήταν απλή αλλά και υπερφυσική.
 
Στoυς ιερoύς ναoύς τoυ Ασκληπιoύ θεραπεύoνταν νoσήματα νευρικά, ψυχoλoγικά, δυσκρασικά, στoμαχικά, δερματικά, ελαφρά χειρoυργικά, oφθαλμικά, ρευματικά. Η παχυσαρκία θεραπευόταν μέσω της δίαιτας και της γυμναστικής, ενώ για τα ψυχικά νoσήματα διoργανώνoνταν διασκεδάσεις, στoιχείo πoυ δικαιoλoγεί και την ύπαρξη θεάτρoυ στην Επίδαυρo. Υπήρχε επίσης αυστηρός κανόνας ότι oι ετoιμoθάνατoι δεν έμπαιναν πoτέ στα θεραπευτήρια. Επιπλέoν, δεν αναλαμβάνoνταν ασθένειες πoυ oφείλoνταν σε έξεις ή διαστρoφές, γιατί αυτoί oι άνθρωπoι ήταν ανάξιoι συμπάθειας. Αναφoρές για τις θεραπείες πoυ είχε εκτελέσει o Ασκληπιός συναντάμε σε πoλλoύς συγγραφείς. O Αιλιανός αναφέρει ότι «κάπoιoς είχε αρρώστια στα μάτια. O Ασκληπιός στάθηκε πίσω τoυ και τoυ είπε να διαλύσει τo λίπoς ενός κάπρoυ με ξύδι και να αλείψει τα μάτια τoυ με αυτό. 
    
O Μάρκoς Αυρήλιoς στo «Τα εις εαυτόν» αναφέρει ότι o Ασκληπιός συνέστησε ιππασία ή κρύα λoυτρά ή ανυπoδησία. Στoν Αίλιo Αριστείδη στo «Λόγoυς» διαβάζoυμε: «Διαταχτήκαμε να κάνoυμε πoλλά παράδoξα πράγματα, να τρέξoυμε ξυπόλητoι χειμωνιάτικα μια απόσταση και μετά πάλι ιππασία. Μετά από φoυρτoύνα να περάσω με σκάφoς στην απέναντι πλευρά, να φάω μέλι και βελανίδια και μετά να ξεράσω. Έγιναν για τη φλεγμoνή, πoυ ήταν στo απoκoρύφωμά της και είχε ήδη πρoχωρήσει πρoς τoν αφαλό». Επίσης,o ίδιoς συγγραφέας αναφέρει ότι: «είναι  η κρήνη εύρημα και κτήμα. Γιατί πoλλoί πoυ λoύστηκαν με τo νερό της ξαναβρήκαν την όρασή τoυς, ενώ πoλλoί γιατρεύτηκαν από αρρώστιες τoυ θώρακα και βρήκαν την απαραίτητη αναπνoή όταν ήπιαν από αυτό. Ένας άφωνoς ήπιε και βρήκε τη φωνή τoυ». O Γαληνός στo «Υγιεινών λόγoς» γράφει: «Διέταξε όχι λίγoυς να γράψoυν ωδές ή να συνθέσoυν κωμικoύς μίμoυς και τραγoύδια, διότι oι κινήσεις τoυ θυμoειδoύς τoυς, καθώς είχαν γίνει πιo σφoδρές, είχαν κάνει τη θερμoκρασία τoυ σώματoς υψηλότερη από ό,τι έπρεπε. Και σε άλλoυς, όχι λίγoυς, διέταξε κυνήγι και ιππασία και άσκηση με όπλα. Και την ίδια στιγμή όρισε τo είδoς τoυ κυνηγιoύ πoυ έπρεπε να κάνoυν και τo είδoς των όπλων με τα oπoία έπρεπε να ασκηθoύν. Διότι, όχι μόνo θέλησε να αφυπνίσει τo θυμoειδές αυτών των ανθρώπων, αλλά όρισε και τo μέτρo με βάση τη μoρφή των γυμνασίων.
 
Σε άλλα συγγράμματα συναντάμε μαρτυρίες ότι o θεός χειρoυργoύσε με τoν πιo παράτoλμo τρόπo. Έκoβε τo υδρωπικό κεφάλι τoυ ασθενoύς, τo κρεμoύσε ανάπoδα για να χυθεί έξω τo νερό και μετά ξαναένωνε τo κεφάλι με τo σώμα. Αυτή την εγχείρηση την έκανε τoυλάχιστoν δύo φoρές με επιτυχία. Θεράπευε επίσης τoυς τυφλoύς με ένα άγγιγμα. Μια Αθηναία επίσης πoυ έπασχε από καρκίνo τoυ μαστoύ είδε στoν ύπνo της πρόβατα να βυζαίνoυν τo μαστό της και τo πρωί σηκώθηκε υγιής. Πλευριτικός θεραπεύτηκε βάζoντας στα πλευρά τoυ έμπλαστρα από στάχτη και κρασί. Κάπoιoς θεραπεύτηκε από αιμόπτυση τρώγoντας τρεις μέρες κoυκoυνάρι με μέλι. Και ένας τυφλός άλειψε τρεις μέρες τα μάτια τoυ με αίμα λευκoύ πετεινoύ και μέλι.
 
           Σε όλες τoυ τις ενέργειες συμμετείχαν τo φίδι και o σκύλoς. O σκύλoς θεράπευσε τo έλκoς στo λαιμό ενός αγoριoύ από την Αίγινα, γλείφoντάς τo. Ενώ για τo φίδι αναφέρεται ότι μια γυναίκα πoυ ήθελε να κάνει παιδί oνειρεύτηκε ότι την αγκάλιασε και όταν ξύπνησε ήταν έγκυoς. Ίδια περίπτωση είναι και της Αγαμήδης, πoυ από τo νησί Κέως πήγε στo ιερό και κoιμήθηκε στo μέρoς πoυ της υπoδείχθηκε, πρoκειμένoυ να θεραπευτεί η ατεκνία της. Τη νύχτα oνειρεύτηκε ότι βγήκε ένα φίδι τo oπoίo κάθισε στην κoιλιά της. Όταν έφυγε και μετά από καιρό απέκτησε πέντε παιδιά. Σε άλλη περίπτωση ένα κoριτσάκι άλαλo, πoυ είχε έρθει για θεραπεία, σαν έτρεχε στo ιερό άλσoς, είδε ξαφνικά ένα φίδι να κατεβαίνει από ένα δένδρo έρπoντας. Τρoμαγμένo, φώναξε τoυς γoνείς τoυ και έτσι επανήλθε η φωνή της. Τέτoια και άλλα παραδείγματα με θεϊκές παρεμβάσεις μπoρoύμε να μάθoυμε από τα αναθηματικά ανάγλυφα, τα περισσότερα από τα oπoία φυλάσσoνται στo Εθνικό Αρχαιoλoγικό Μoυσείo Αθηνών. Εκτός όμως από θαυματoυργικές θεραπείες, υπήρχαν και θαυματoυργές αρρώστιες, όπως π.χ. μια εγκυμoσύνη διάρκειας τριών ετών. Ακόμα όμως και όταν η θεραπεία πρoσoμoίαζε με τη σύγχρoνη ιατρική ή την κoινή λoγική, όπως π.χ. τo γδύσιμo και τo βoύρτσισμα τoυ ασθενούς πoυ είχε φθειρίαση, πάντα ετελείτo από τo θεό μέσω ενός θαυματoυργoύ oνείρoυ.
 
Η ιατρική είναι τόσο μια ευρεία επιστήμη όσο και μια προσωπική τέχνη που εξελίχθηκε από τις μαγικές επικλήσεις του πρωτόγονου ανθρώπου στις ανώτερες δυνάμεις του και το δέος του για την ασθένεια μέσω της συνεχούς παρατήρησης των λειτουργιών του σώματος και του νου με μια συστηματική επιστημονική μεθοδολογία που στοχεύει στην αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ του εξωτερικού και του εσωτερικού περιβάλλοντος του ανθρώπου. Τα θεμέλια της σύγχρονης ιατρικής σκέψης, όπως και οι περισσότερες επιστημονικές κατευθύνσεις τοποθετήθηκαν στην αρχαιότητα, στο πλαίσιο της ανήσυχης ελληνικής σκέψης που εμπλουτίζει την εμπειρική γνώση των ανθρώπων μέχρι σήμερα με θεωρητική υποστήριξη και ορθολογική εφαρμογή, επιτρέποντας έτσι η ιατρική να εξελιχθεί σε πραγματική επιστήμη.

Διαχειρίσου σωστά τον εαυτό σου

Αισθάνεσαι απογοητευμένος, γιατί ενώ έχεις γνώσεις και δυνατότητες, δεν αναγνωρίζουν οι γύρω σου την αξία σου; Βλέπεις ότι στις σχέσεις σου, ενώ έχεις πολλά να δώσεις, δυσκολεύεσαι να εκτιμηθείς;   

Σημαντικό συστατικό της επιτυχίας, τόσο στα επαγγελματικά όσο και στα προσωπικά, είναι το ταλέντο να πουλάς τον εαυτό σου και τα προσόντα σου. Οι περισσότεροι από μας περιμένουμε απ’ τους άλλους να μας ανακαλύψουν, με το φόβο μη μας θεωρήσουν ψωνισμένους και είτε δε μας ανακαλύπτουν ποτέ και μένουμε με την πικρία είτε έρχεται η δικαίωση, αλλά με τόσο αργό ρυθμό που έχουμε χάσει τεράστιες ευκαιρίες.

Δεν υπάρχει λόγος να ρίχνεις την αξία σου και κάθε φορά να σου θυμίζουν οι φίλοι ή οι συνάδελφοι ότι αξίζεις πολύ παραπάνω απ’ αυτά που επικοινωνείς. Αν θέλεις να προχωρήσεις στη ζωή σου και να φτάσεις εκεί που ονειρεύεσαι, τότε έφτασε η στιγμή να δώσεις στον εαυτό σου την πραγματική του αξία.

Κάτσε απέναντί σου και παρατήρησε τον εαυτό σου. Τι βλέπεις; Αυτή η εικόνα που προβάλλεις σε ικανοποιεί; Αφιέρωσε χρόνο σ’ αυτή τη διαδικασία, εσύ είσαι ο καλύτερος κριτής του εαυτού σου. Τον ξέρεις καλύτερα απ’ τον κάθε περαστικό στη ζωή σου.

Ασχολήσου σχολαστικά με τα δυνατά σου σημεία, αναγνώρισε τα επιτεύγματά σου, κατάγραψε ένα προς ένα τα ταλέντα σου, τα σημεία που ξέρεις ότι είναι σημαντικά σε σένα, τα στοιχεία εκείνα που σε κάνουν ξεχωριστό και στη συνέχεια δες και την εξωτερική σου εικόνα, το ντύσιμο, το στιλ σου, τον τρόπο που στέκεσαι. Σου αρέσεις; Μη με πας στο τι δε σου αρέσει, δε θέλω μετριοφροσύνη. Επικεντρώσου στα θετικά.

Έφτασε η στιγμή να δεις ποιος είσαι, τι κάνεις καλά και να ξεκαθαρίσεις πού θέλεις να φτάσεις. Θα πρέπει να ξέρεις πού θέλεις να φτάσεις, γιατί μόνο αν το ‘χεις κάνει συγκεκριμένο θα το στοχεύσεις σωστά. Μην υποτιμάς τον εαυτό σου, έφτασε η στιγμή να μάθεις να τον πουλάς. Πρέπει να διεκδικήσεις, να κάνεις ξεκάθαρες τις επιθυμίες σου. Κάνε γνωστά, όσα κατάφερες μέχρι σήμερα, μια αληθινή δήλωση δεν είναι αλαζονεία.

Αν διεκδικείς μια θέση, πρέπει πέρα από την εκπαίδευση –πίστεψέ με την έχουν και πολλοί άλλοι που θα πάνε στη συνέντευξη– να βρεις εκείνο το πλεονέκτημα που θα πείσει κάποιον να επιλέξω εσένα κι όχι τον επόμενο υποψήφιο. Τι θα κερδίσει; Αυτό που κάνεις καλά και θα του δώσεις μέσα στην ομάδα του.

Αν ρωτούσες κάποιον που συνεργάζεται μαζί σου τι γνώμη έχει για σένα, τι θα σου έλεγε; Όσο καλύτερα λανσάρεις τον εαυτό σου, τόσο ευκολότερα θα διαφοροποιηθείς απ’ τον ανταγωνιστή σου.

Μίλα με πάθος, μίλα με συναίσθημα για όσα έχεις πετύχει. Κάνε κάποιον να σ’ έχει στο μυαλό του, όταν ανοίξεις την πόρτα και φύγεις. Πρόσεξε τη γλώσσα του σώματος όταν μιλήσεις για σένα. Ένα φοβισμένο άτομο που αμφιβάλλει για τον εαυτό του, όσο δυνατό βιογραφικό και να ‘χει δε θα κερδίσει. Η γλώσσα του σώματος είναι σημαντικό να λέει αυτά που εσύ επιλέγεις και να ‘ναι ευθυγραμμισμένη με τη λεκτική επικοινωνία.

Να ‘σαι αυθεντικός, σύντομος και περιεκτικός. Φόρα το χαμόγελό σου και δώσε στους άλλους τα σωστά κομμάτια σου, για να σχηματίσουν την εικόνα που ξέρεις ότι αξίζεις.

Δε μετράει τι, αλλά ποιος μας το λέει

Πόσο εύκολα ανεχόμαστε την κριτική; Ποιος είναι εκείνος που θα μας κρίνει χωρίς να μας ξέρει; Ή μήπως αν μας ήξερε, η κριτική του θα ήταν μια εύλογη ευκαιρία να δούμε τα πράγματα λίγο διαφορετικά, από μια άλλη οπτική;

Όταν μας ασκείται κριτική, εκείνος που μας κρίνει στην ουσία μας διδάσκει. Όσο άγαρμπος κι αν είναι ο τρόπος που μας αξιολογεί, είναι ευκαιρία για εμάς να μάθουμε μέσω της συμπεριφοράς του τις ανασφάλειες που μας τονίζει και τα κουμπιά που μας πατάει. Παρ’ όλα αυτά όσο ωφέλιμη κι αν είναι η κριτική του κόσμου και μόνο που έρχεται απ’ τον «κόσμο», ένα μπουλούκι αγνώστων που δε μας ξέρει προσωπικά, αρκεί να μας ενοχλήσει.

Ακόμη κι αν είναι όντως ωφέλιμη η κριτική πάντα παίζει ρόλο η προκατάληψη που έχουμε για τον «κριτή» μας. Δε μετράει τι μας λένε, αλλά ποιος είναι εκείνος που μας το λέει. Κι όχι μόνο ποιος μας το λέει αλλά και με τι τρόπο μας το λέει. Σε όλο αυτό το μπουλούκι κόσμου λοιπόν, εκείνοι που μας ξέρουν σίγουρα καλύτερα είναι οι φίλοι μας.

Ξέρουν ακριβώς τον τρόπο που θα μας πουν οτιδήποτε, ενώ όταν μας κρίνουν μας βάζουν παράλληλα σε σκέψεις ν’ αναλογιστούμε το πιθανό δίκιο τους. Την ίδια κριτική όμως από κάποιον άγνωστο δε θα την δεχόμασταν με τον ίδιο εύκολο τρόπο, αλλά θα υπερασπιζόμασταν μεμιάς τον εαυτό μας απ’ το άδικο.

Ένας καλός φίλος έχει το θάρρος να μας μιλήσει ακόμη και επικριτικά. Του έχουμε δώσει το δικαίωμα αυτό όταν του δίναμε κομμάτια της ψυχής μας. Θα μας κρίνει, αλλά μέσα από έναν κώδικα επικοινωνίας που ξέρουμε μόνο μεταξύ μας για να συνεννοούμαστε.

Θα μας αξιολογήσει λέγοντάς μας τις παρατηρήσεις του με ειλικρίνεια έχοντας οικειότητα μαζί μας. Ξέρουμε πως μας δέχεται ακριβώς όπως είμαστε, για ό,τι είμαστε και για ό,τι κάνουμε. Θα παρέμβει απλώς εκεί που χρειάζεται για να μας ταρακουνήσει.

Κι είναι στιγμές που ένα σκούντημα είναι αναγκαίο. Χρειαζόμαστε όρια που δεν μπορούμε να βάλουμε πάντα μόνοι μας. Όταν πάμε να χαθούμε μέσα σε σκέψεις και σε συναισθηματικά αδιέξοδα θέλουμε να έχουμε ένα χέρι που θ’ απλωθεί μπροστά στα μάτια μας για να μας επικρίνει, αλλά παράλληλα να μας βοηθήσει να σηκωθούμε. Να μας μαλώσει, αλλά να μας μαλακώσει έπειτα με την αγκαλιά του. Να μας κόψει τον αέρα, αλλά να μας πάει μια βόλτα να πάρουμε αέρα.

Ο δικός μας φίλος θα ταυτιστεί με το αδιέξοδό μας, αλλά είναι σε θέση να δει πέρα απ’ το φράχτη του μυαλού μας. Πολλές φορές είναι λες και βιώσαμε τις καταστάσεις όλες παρέα. Μπορεί να δει μέσα απ’ τα μάτια μας το γεγονός, πώς νιώθουμε, τι σκέψεις έχουμε και παράλληλα να δει έξω από εμάς. Να μας παρατηρήσει, να δει το πριν, το τώρα και το μετά, μέσα από μια ολοκληρωμένη εικόνα που έχει για τη ζωή μας.

Φαίνεται πολλές φορές πως μας έχει μάθει καλύτερα απ’ τον εαυτό μας. Γνωρίζει τα όρια και τις αντιδράσεις μας, υποπτεύεται το επόμενο βήμα μας και είναι εκεί να το προλάβει και να το αλλάξει, να μας υπενθυμίσει πως μας αξίζει να ζούμε, να ξυπνήσουμε απ’ το λήθαργο της επαναληπτικότητας και της άκαμπτης νοοτροπίας μας.

Είναι σημαντικό να υπάρχει κάποιος να αξιολογεί τις επιλογές μας και να μας θυμίζει τους όρκους μας για ευτυχία και τις ευχές μας για εσωτερική ηρεμία.

Η γνώμη του φίλου μετράει πέρα απ’ όλες και είναι αναρίθμητη η αξία της άποψής του, ανάλογη πάντα την εκτίμηση που του έχουμε. Θ’ ακούσουμε αλήθειες που ίσως δε θέλουμε να παραδεχτούμε και θα θυμηθούμε καταστάσεις που δε θέλουμε ν’ αλλάξουμε. Αλλά σίγουρα η πρόθεσή του δεν είναι να μας θίξει, δεν μπορεί να μας πληγώσει, ούτε να μας κάνει καχύποπτους. Αντίθετα θ’ αντέξουμε τη γνώμη του, όσο σκληρή κι αν είναι, και θα τον εκτιμήσουμε που έπαιξε το ρόλο του «κακού», γιατί ξέρει καλά να παίζει και το ρόλο του «καλού» στη ζωή μας.

Θα ήταν όμορφο να ευχαριστούσαμε λοιπόν αυτούς τους φίλους που μας είπαν την αλήθεια, όχι εκείνη που μας βόλευε για να μας καλοπιάσουν, ούτε εκείνη τη δήθεν αλήθεια που προσβάλλει και μειώνει την προσωπικότητά μας. Αλλά την αλήθεια μέσα απ’ την οπτική της καρδιάς εκείνων των ανθρώπων που μας ξέρουν τόσο πολύ καλά, που πίστεψαν σε εμάς, που μας άνοιξαν πολλές φορές τα μάτια, που μας σόκαραν μιλώντας μας ευθαρσώς. Αλλά μ’ αυτήν την αναίδεια τελικά ηρέμησε το μυαλό μας και συνειδητοποιήσαμε τα πάθη και τα λάθη μας.

Γιατί με τα λάθη μαθαίνουμε τη ζωή. Όμως τι νόημα θα είχαν αυτά τα λάθη αν δεν τα μοιραζόμασταν και δεν τα διασκεδάζαμε με τους φίλους μας;

Τα πάντα είναι ενέργεια και τα ελέγχουμε με την δύναμη των σκέψεων

Ο φυσικός κόσμος στον οποίο ζούμε δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν τεράστιο ωκεανό ενέργειας που υλοποιείται και ξε-υλοποιείται επαναλαμβανόμενα μέσα σε δευτερόλεπτα.

Τίποτα σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι στερεό και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουν αυτό.

Είναι λίγο δύσκολο να ακολουθήσουμε την Κβαντική Φυσική και κατά καιρούς, οι βραβευμένοι με Νόμπελ στην φυσική έχουν κάνει πράγματα τα οποία πολλοί άνθρωποι αργότερα αφού τα παρουσίασαν με δεδομένα, προσπάθησαν να πουν πως δεν ήταν δυνατά. Έχουν αποδείξει πως οι σκέψεις είναι υπεύθυνες για την διατήρηση αυτού του συνεχώς μεταβαλλόμενου ενεργειακού πεδίου με τη μορφή σχημάτων και αντικειμένων, με τα οποία αλληλεπιδρούμε καθημερινά. Μια από τις πολλές ερωτήσεις που εμφανίζεται πιο συχνά είναι: «γιατί βλέπουμε ένα άτομο αντί για μια αστραπή ενέργειας;»
«Αν η κβαντομηχανική δεν σας έχει σοκάρει βαθιά, δεν την έχετε καταλάβει ακόμα. Όλα όσα αποκαλούμε αληθινά είναι φτιαγμένα από πράγματα που δεν μπορούν να θεωρηθούν αληθινά.» – Niels Bohr
Σκεφτείτε την τηλεόραση σας. Τα καλώδια είναι απλώς ένα σωρό ηλεκτρόνια που χτυπούν στην οθόνη με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Αυτό δημιουργεί την ψευδαίσθηση του σχήματος και της κίνησης, έτσι όλα τα αντικείμενα φτιάχνονται με παρόμοιο τρόπο. Κάθε μία από τις αισθήσεις μας έχει ένα συγκεκριμένο εύρος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα σκυλιά και οι άνθρωποι βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά (όπως και τα άλλα ζώα). Οι αισθήσεις μας αντιλαμβάνονται την ενέργεια σε μια ορισμένη σταθερή οπτική γωνία και έτσι δημιουργούνται οι εικόνες και η μορφή της αντίληψης στο μυαλό μας. Δεν θα πω ότι πρόκειται για μια ακριβή εξήγηση, αλλά περισσότερο μια ερμηνεία.

Όλα όσα βλέπουμε σε αυτόν τον κόσμο άρχισαν σαν ιδέα και συνέχισαν να μεγαλώνουν μέχρι να υλοποιηθούν σε ένα φυσικό αντικείμενο. Κυριολεκτικά γινόμαστε οι πιο συχνές σκέψεις μας. Η ζωή σας γίνεται αυτό που έχετε φανταστεί, και αυτός είναι ο λόγος. Ο κόσμος θα μπορούσε να θεωρηθεί ο καθρέφτης σας αν θέλετε να απλοποιήσουμε τα πράγματα.

Είμαστε ιστοί και όργανα που είναι φτιαγμένοι από κύτταρα, αυτά τα κύτταρα είναι φτιαγμένα από μόρια, αυτά τα μόρια είναι φτιαγμένα από άτομα, και αυτά άτομα είναι φτιαγμένα από υποατομικά σωματίδια. Από τι αποτελούνται τα υποατομικά σωματίδια; Από ενέργεια, είμαστε ενέργεια! Το ίδιο το σώμα είναι ένα αποτέλεσμα που προκλήθηκε από μια αιτία, αυτή η αιτία είναι η σκέψη.

Τόσες πολλές πόρτες ανοίγουν όταν βλέπετε το Σύμπαν όπως πραγματικά είναι.

Ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα μπορεί και θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται ο κόσμος σε εμάς.

Όσο πιο πολύ μαθαίνουμε, τόσο πιο πολύ συνειδητοποιούμε ότι δεν ξέρουμε

Ο Πλάτωνας θα έλεγε ότι όποιος αδυνατεί να καταλάβει τα μικρά ερωτήματα – όπως “Πόσο κάνει 1+1;” – έχει μικρές πιθανότητες για τα μεγαλύτερα.

Είναι επίσης αληθινό ότι όσο πιο πολύ μαθαίνουμε, τόσο πιο πολύ συνειδητοποιούμε ότι δεν ξέρουμε. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ξέρουμε τίποτα! Ο ανθρώπινος κόσμος είναι ένα αυξανόμενα σύνθετο πράγμα, όλο και πιο δύσκολο να το καταλάβεις.

Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι παλεύουν ακατάπαυστα να καταλάβουν πώς έχουν τα πράγματα. Πώς το κάνουμε αυτό;

– Αρχικά στηριζόμενοι πάνω σε αξιόπιστη γνώση. Ο Πλάτωνας είχε μια διάσημη επιγραφή τοποθετημένη έξω από την Ακαδημία του (το πρώτο πανεπιστήμιο), που έλεγε “Κανείς στερούμενος της γεωμετρίας να μην εισέλθει”. Γιατί; Επειδή ο Πλάτωνας πίστευε ότι οι μαθηματικές αλήθειες ήταν τα πιο σίγουρα πράγματα και έπρεπε να μαθαίνονται, πριν κάποιος πλησιάσει πιο αβέβαια θέματα όπως η ηθική και η πολιτική.

Πίστευε ότι τα μεγαλύτερα ερωτήματα στη ζωή (όπως αυτά για την ορθότητα και τη δικαιοσύνη) δεν θα μπορούσαν καν να διατυπωθούν προτού τα μικρότερα (όπως αυτά στη γεωμετρία) απαντηθούν.

Εκατομμύρια άνθρωποι καταπιάνονται με πολλά θέματα στο πλανητικό χωριό, θέματα που μας αφορούν όλους και μπορούν να μας προκαλέσουν σημαντική δυσαρέσκεια: από την οικονομία μέχρι την οικολογία, από το σύστημα υγείας μέχρι την έλλειψη στέγης, από την ανεκτικότητα μέχρι την τρομοκρατία.

Ο Πλάτωνας θα έλεγε ότι όποιος αδυνατεί να καταλάβει τα μικρά ερωτήματα – όπως “Πόσο κάνει 1+1;” – έχει μικρές πιθανότητες για τα μεγαλύτερα. Εάν δεν μπορείτε να κάνετε αριθμητική, που είναι εύκολη, πώς μπορείτε ακόμη και να αρχίσετε να διακρίνετε το σωστό από το λάθος, κάτι που μπορεί να είναι πολύ δύσκολο ορισμένες φορές;

Ο Πλάτωνας θα έλεγε ακόμη ότι κάθε σύστημα εκπαίδευσης που αποτυγχάνει να οδηγήσει τους μαθητές του έξω από τη σπηλιά πρέπει είτε να αναμορφωθεί είτε να αντιμετωπίσει τη διάλυση.

Ένας πολιτισμός που μπορεί κατ’ αυτόν τον τρόπο να παραδοθεί στον ηττημένο εχθρό του πρέπει πρώτα να υποστεί τέτοιον εκφυλισμό που ούτε οι διορισμένοι του ιερείς και δάσκαλοι ούτε κανείς άλλος να έχει την ικανότητα ή να αναλαμβάνει την ευθύνη να τον υπερασπίσει.

Διώχνουμε άγχος και φόβο όταν εστιάζουμε στην πραγματικότητα

Πώς μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει τον φόβο και την αβεβαιότητα όταν καθημερινά “βομβαρδιζόμαστε” από αρνητικές ειδήσεις, απαισιόδοξες κοινωνικές εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο; Δυστυχώς ο φόβος κυριαρχεί και επηρεάζει όλο και περισσότερα άτομα, τα οποία ζουν κάτω από υπερβολικό άγχος και φόβο για το μέλλον της ζωής τους. Αρνητικές και τρομακτικές εικόνες μας “κατακλύζουν” κάθε μέρα από τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα με αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεφύγουμε από όλο αυτό το δυσάρεστο κλίμα.

Τα αρνητικά συναισθήματα που αναπτύσσουμε μέσα σε ένα αρνητικό και μίζερο περιβάλλον, μπορούμε να τα διαχειριστούμε και να τα αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά. Ακολουθούν μερικές χρήσιμες ιδέες προς αυτή την κατεύθυνση:

Να θυμηθούμε ότι τα αισθήματα / τα συναισθήματά μας ακολουθούν τις σκέψεις μας. Όταν έχουμε συναισθήματα που είναι άβολα και / ή αρχίζουμε να αισθανόμαστε πιεσμένοι, πρέπει να ελέγξουμε τις σκέψεις μας. Είναι χρήσιμο να μιλάμε στον εαυτό μας και να ακούμε την εσωτερική μας φωνή. Με αυτό τον τρόπο ενδέχεται σε πολλές περιπτώσεις να “αποφορτιζόμαστε” ψυχολογικά.

Είναι πολύτιμο να εστιάζουμε στην πραγματική διάσταση των γεγονότων που μπορεί να μας δημιουργούν άγχος και φόβο σε καθημερινή βάση. Με αυτό τον τρόπο θα διαπιστώσουμε ότι εκθέτουμε φόβο για πράγματα που αφορούν το μέλλον μας που δεν έχουν συμβεί ή ασχολούμαστε χωρίς ουσία για πράγματα που έχουν συμβεί στο παρελθόν και δεν μπορούν να αλλάξουν.

Να αξιολογούμε τις σκέψεις μας, ώστε να καταλαβαίνουμε αν είναι αληθινά. Σε πολλές περιπτώσεις προσπαθούμε να συμπληρώσουμε τα κενά μέσα μας για να κατανοήσουμε πράγματα για τα οποία που δεν είμαστε σίγουροι. Δυστυχώς, αυτό μπορεί να δημιουργήσει φόβο και ανησυχία για πράγματα που συχνά δεν είναι αληθινά.

Είναι ωφέλιμο να ρωτάμε συχνά τον εαυτό μας αν οι σκέψεις και οι ανησυχίες μας είναι πραγματικές; Πώς μπορώ να ξέρω ότι είναι αλήθεια; Ποια είναι τα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι είναι αλήθεια; Είναι αλήθεια όλη την ώρα; Υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις;

Ας αφήσουμε, ας απομονώσουμε τις ιστορίες και τις σκέψεις μας που δεν είναι αληθινές και να τις αντικαταστήσουμε με πραγματικά γεγονότα. Συχνά είμαστε πολύ δεμένοι με τις ιστορίες μας. Η απομάκρυνση όσων δεν είναι αλήθεια είναι μια επιλογή. Ιστορίες από το παρελθόν μπορεί να μας κρατήσουν “κολλημένους” σε παλιές συνήθειες, φόβους και σχέσεις. Η ανησυχία για τα πράγματα που δεν έχουν συμβεί μπορεί να σας κρατήσει “δέσμιους” στον φόβο του μέλλοντος. Είναι απλώς μια ιστορία και δεν χρειάζεται να είναι η ταυτότητά μας εκτός αν αρνούμαστε να την αφήσουμε να φύγει.

Ας εστιάσουμε σε αυτά που μπορούμε να ελέγξουμε. Αν αναρωτιόμαστε πώς να αφήσουμε παλιές ιστορίες ή μελλοντικές ανησυχίες, η λύση είναι απλή αλλά όχι εύκολη. Με την εστίαση στο παρόν, αφήνουμε το παρελθόν και το μέλλον. Αυτό ακούγεται πολύ απλό για ανησυχίες και φόβους που μέσα μας μπορεί να έχουν “γιγαντωθεί”. Μυαλό και σώμα πρέπει να είναι μαζί, ώστε να προσπαθούμε να επικεντρωνόμαστε μόνο στα υπαρκτά προβλήματα. Ας δώσουμε σημασία σε πράγματα που αποκλειστικά εξαρτώνται από εμάς. Έχουμε τη δύναμη και το σθένος να επηρεάσουμε το μέλλον με θετικό τρόπο, να προλάβουμε αρνητικές εξελίξεις και να αποβάλουμε τον φόβο που τις περισσότερες φορές είναι μόνο στο μυαλό μας. Είναι στο χέρι μας να δημιουργήσουμε το δικό μας μέλλον, όπως εμείς το φανταζόμαστε, αρκεί πιστεύουμε στον εαυτό και τις δυνατότητες μας και όχι σε κάτι το πλασματικό.

Η κατανόηση του εαυτού μας περνάει μέσα από την κατανόηση του χρόνου, όπως προσδιορίζεται από τις νεότερες επιστήμες.

Το τι είναι ο χρόνος είναι ένα ερώτημα που απασχόλησε τον άνθρωπο από αρχαιοτάτων χρόνων και οι μυθολογίες, καθώς και οι δοξασίες των διαφόρων λαών ανά την υφήλιο το δείχνουν καθαρά. Εμείς οι άνθρωποι για μερικά πράγματα, όσον αφορά τον χρόνο, είμαστε απόλυτα βέβαιοι, όπως για τη μη αντιστρεψιμότητα των γεγονότων, που αποτελεί αυτό που λέμε το βέλος του χρόνου και σημαίνει ότι ο χρόνος για εμάς έχει μόνο μία κατεύθυνση από το παρελθόν προς το παρόν και εν συνεχεία προς το μέλλον. Και αυτό, όμως, όπως και όλες οι άλλες εκδηλώσεις αυτού του κόσμου, αποτελεί μία φαινομενική αντίληψη δική μας και όχι μία ιδιότητα του χρόνου του ίδιου. Στην εποχή μας έγιναν τεράστιες πρόοδοι στις επιστήμες, που επέτρεψαν να αναθεωρήσουμε πολλές από τις βασικές έννοιες που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα.

Σήμερα, οι βασικές επιστήμες που περιγράφουν τη σύγχρονη αντίληψή μας για τον κόσμο είναι η Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν, που εξηγεί τον μακρόκοσμο, και η Kβαντική Φυσική, που εξηγεί τον μικρόκοσμο των στοιχειωδών σωματιδίων, τα οποία, όπως είναι γνωστό, συμπεριφέρονται και σαν κύματα, εξαρτώμενα για το αν λαμβάνουν τη μορφή σωματιδίου, από το αν τα παρατηρούμε ή όχι. Ήδη από εποχής Αϊνστάιν, οι δύο αυτές θεωρίες βρίσκονταν σε αντίθεση, δεδομένου ότι επί μέρους θεωρίες που εισήγαγε η Κβαντική Φυσική, όπως η λεγόμενη «μη-τοπικότητα» και το θεωρητικό πείραμα «της γάτας του Schrödinger» εμφανίζονταν ως τέτοια παράδοξα που έκαναν τη Θεωρία της Σχετικότητας να κλονίζεται εκ βάθρων και τον Αϊνστάιν να αντιδρά πολύ έντονα.

Ειδικότερα, όταν διατυπώθηκε η θεωρία της «μη-τοπικότητας», που προέβλεπε πως γεγονότα που συμβαίνουν σ’ ένα σημείο, μπορούν να επηρεάσουν γεγονότα σ’ ένα άλλο πολύ απομακρυσμένο σημείο και ότι πληροφορίες μπορούν να μεταδοθούν αστραπιαία από το ένα σημείο στο άλλο, ακόμη και αν απέχουν τεράστιες αποστάσεις μεταξύ τους, καταλύοντας κάθε έννοια χώρου και χρόνου, έκαναν τον Einstein να δηλώσει το περίφημο: «Ο Θεός δεν παίζει ζάρια με το Σύμπαν».

Έτσι, το 1935 ο Αϊνστάιν εξαπολύει την τελική του επίθεση εναντίον της Κβαντικής Φυσικής, διατυπώνοντας το θεωρητικό πείραμα, που οδηγούσε σ’ ένα ακόμη παράδοξο, γνωστό ως «EPR» (από τα αρχικά των συνερευνητών Einstein, Podolsky, Rosen). Αμφισβητούσε, έτσι, με αυτόν τον τρόπο ότι η Κβαντομηχανική μπορεί να περιγράψει την πραγματικότητα και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορεί παρά είναι μία ατελής θεωρία. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη θεωρία αυτή, ήταν αναγκαία η εισαγωγή κάποιων επιπλέον μεταβλητών (των περίφημων «κρυμμένων μεταβλητών») που θα εξαφάνιζαν την απροσδιοριστία και τη μη-τοπικότητα της Κβαντικής Φυσικής. Ατυχώς γι’ αυτούς και ευτυχώς για την αλήθεια και τη γνώση, ο φυσικός John Stewart Bell, με τη διατύπωση του «θεωρήματος Bell», έβαλε ταφόπλακα σε κάθε θεωρία κρυμμένων μεταβλητών και τελικώς ο φυσικός Alain Aspect το 1982 επιβεβαίωσε πειραματικά τη θεωρία του.

Έτσι, οι θεωρητικές αυτές προσεγγίσεις έχουν επιβεβαιωθεί και πειραματικά και υπάρχουν πολλές εφαρμογές τους στη σημερινή επιστήμη και τεχνολογία. Παρ’ όλα αυτά από εποχής Αϊνστάιν, οι επιστήμονες προσπαθούν να ενοποιήσουν τις θεωρίες αυτές και να βρουν πιο βασικές και πιο απλές αρχές που να διέπουν τα πάντα στον κόσμο μας, από την κίνηση των γαλαξιών, μέχρι τα στοιχειώδη σωματίδια στα άδυτα της ύλης. Κάθε μία απ’ αυτές τις θεωρίες λύνει μερικά από τα παράδοξα των άλλων θεωριών, αλλά δυστυχώς εισάγει καινούριες υποθέσεις και επομένως εισάγει καινούρια παράδοξα, που πρέπει με τη σειρά τους να επιλυθούν.

Για παράδειγμα, ότι ο χρόνος είναι συνεχής και γραμμικός και ότι η ταχύτητα του φωτός είναι μοναδική και αξεπέραστη στο Σύμπαν. Παρ’ όλα αυτά παρατηρούμε γαλαξίες που φαίνονται να απομακρύνονται με αδιανόητα μεγαλύτερες ταχύτητες από αυτήν του φωτός, ενώ στοιχειώδη σωματίδια ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους, ευρισκόμενα σε τεράστιες αποστάσεις το ένα από το άλλο («φαινόμενο της εμπλοκής, ή σύζευξης σωματιδίων»). Ο κύριος λόγος για όλα αυτά τα κενά και τις ανακολουθίες που έχουν προκύψει στις σύγχρονες επιστήμες είναι προφανώς το γεγονός ότι δεν έχει επαρκώς διερευνηθεί και κατανοηθεί η έννοια χρόνος και ό,τι μπορεί αυτό να συνεπάγεται σε όλα τα θεμελιώδη ζητήματα της φυσικής.

Αυτό ακριβώς το κενό έρχεται σήμερα να καλύψει μία νέα θεωρία, η οποία αναθεωρεί δραστικά την έννοια του χρόνου, αναδιατάσσει όλες τις κατεστημένες αντιλήψεις μας για τις δύο βασικές συντεταγμένες του αισθητού κόσμου, δηλαδή του χρόνου και του χώρου και απαντάει ταυτόχρονα σε διάφορα άλλα ουσιώδη ερωτήματα, όπως το τι είναι το ένστικτο και η διαίσθηση. Έτσι, η θεωρία αυτή δίνει με ακριβή και μαθηματικά τεκμηριωμένο τρόπο την πολυπόθητη εξήγηση για το τι υπάρχει πίσω από τις σύγχρονες θεωρίες, αντί-ύλη, αντί-βαρύτητα, μαύρη ενέργεια, μαύρες τρύπες και άλλα, και πως είναι δυνατόν να λειτουργούν στην πραγματικότητα, χωρίς παράδοξα. Αυτή η πρόσφατα, λοιπόν, δημοσιευμένη θεωρία έρχεται ν’ ανοίξει ένα νέο μεγάλο παράθυρο στη συνειδητότητά μας, ως παράθυρο αυτογνωσίας, προκειμένου να προσεγγίσουμε καλύτερα την έννοια και την ουσία του χρόνου.

Η θεωρία αυτή λέγεται Θεωρία της Διττότητας (Doubling Theory) και έχει διατυπωθεί από τον φυσικό Jean-Pierre Garnier Malet, του οποίου αποτελεί προϊόν 17χρονης εργασίας. Η επιστήμη που έχει αναπτυχθεί, μέσω αυτής της επιστημονικής ανακάλυψης για την υφή του χρόνου και όχι μόνο, αποκαλύπτει τα μυστικά του χρόνου και αλλάζει άρδην τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο, τον εαυτό μας και τις ζωές μας.

Επίσης, η νέα αυτή επιστήμη, όπως συμβαίνει, άλλωστε, με όλες τις νεότερες φυσικές επιστήμες, ανακαλύπτει και πάλι και συγκλίνει απόλυτα με τις γνώσεις των αρχαίων Eλλήνων για το Σύμπαν, τον άνθρωπο και τη ζωή. Παράλληλα, έρχεται να απαντήσει σε πολλά ερωτηματικά μας και να εξηγήσει διάφορα ανεξήγητα φαινόμενα, όπως οι διαισθήσεις, τα ένστικτα και τα προαισθήματα, που μέχρι σήμερα κινούνταν στα όρια του μεταφυσικού και να δώσει ερμηνείες για τον τρόπο που σκεφτόμαστε, ή λειτουργούμε στη ζωή μας, καθώς και τόσα άλλα.

Η Θεωρία της Διττότητας βασίζεται σε φαινόμενα που προβλέπονται από την Κβαντική Φυσική, όπως το φαινόμενο της «κβαντικής εμπλοκής ή διεμπλοκής», ή και «κβαντικής σύζευξης», όπου δύο σωματίδια που δημιουργούνται μαζί, μένουν σε κατάσταση εμπλοκής, ασχέτως του χώρου που θα βρεθούν και που μεσολαβεί πλέον μεταξύ τους και ακόμη κι’ αν βρεθεί το ένα από τα δύο σε οποιαδήποτε απόσταση μακριά, η όποια επίδραση στο ένα από τα δύο, έχει σαν συνέπεια την ακαριαία αντίδραση του άλλου.

Αναλογικά, η Θεωρία της Διττότητας προβλέπει ότι υπάρχουμε σε δύο κόσμους και σε δύο χρόνους ταυτόχρονα, έναν στο παρόν και έναν στο μέλλον και ότι εμείς μπορούμε και επικοινωνούμε υποσυνείδητα με τον «δεύτερο» εαυτό μας σε εξαιρετικά μεγάλες ταχύτητες, κατά πολύ μεγαλύτερες της ταχύτητας του φωτός, που θεωρείται όριο για τη Θεωρία της Σχετικότητας, αλλά καταρρίπτεται με τη θεωρία της Διττότητας και την ανακάλυψη του Alain Aspect, που επιβεβαίωσε πειραματικά το φαινόμενο της «κβαντικής εμπλοκής» και πήρε βραβείο Νόμπελ γι’ αυτό. Συγκεκριμένα ο φυσικός Alain Aspect απέδειξε πειραματικά ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, τα υποατομικά σωματίδια μπορούν να επικοινωνούν ακαριαία μεταξύ τους, ανεξάρτητα από την απόσταση που τα χωρίζει, ακόμη και αν αυτή η διαφορά στην απόσταση είναι τεράστια, όπως για παράδειγμα ανεξάρτητα αν είναι ένα μέτρο, ή ένα δισεκατομμύριο χιλιόμετρα!

Η Θεωρία της Διττότητας προβλέπει ότι ο χρόνος δεν είναι συνεχής και γραμμικός, όπως εμείς έχουμε την αίσθηση στην καθημερινότητα, αλλά ρέει κατά διακεκομμένες απειροελάχιστες σε διάρκεια στιγμές που δεν γίνονται αντιληπτές από τα αισθητήρια όργανά μας, ώστε τελικώς να μας δίνεται η εντύπωση μιάς συνεχούς ροής του χρόνου.

Σύμφωνα με τη Θεωρία της Διττότητας, η ροή του χρόνου έχει άλλη ταχύτητα σε κάθε πραγματικότητα, δηλαδή η ταχύτητα με την οποία εκτυλίσσονται οι μικρές ανεξάρτητες στιγμές του χρόνου είναι διαφορετική στο παρελθόν, που είναι στην ουσία μία πραγματικότητα όπου οι στιγμές κυλούν πολύ πιο αργά απ’ ότι στο παρόν, ενώ αντίθετα στο μέλλον οι στιγμές ρέουν με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα απ’ ότι στο παρόν. Έτσι, υπάρχουν τρία όρια ταχυτήτων, αυτή του παρόντος, που είναι η ταχύτητα του φωτός, δηλαδή 300.000 km/sec και δύο άλλες πολύ μεγαλύτερες που αφορούν το μέλλον, από τις οποίες η ταχύτερη είναι κάτι λιγότερο από τρία εκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από την ταχύτητα του φωτός και συγκεκριμένα 857 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα ανά δευτερόλεπτο!

Βασικά, η Θεωρία της Διττότητας προβλέπει ότι υπάρχουν ταυτόχρονα τρεις πραγματικότητες που μας αφορούν, αυτές του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, οι οποίες κυριαρχούνται από τρεις διαφορετικές ταχύτητες μη αντιληπτές στον άνθρωπο, αλλά αντιληπτές από κάποιον παρατηρητή που βρίσκεται έξω από τον ορίζοντα της δικής μας πραγματικότητας, δηλαδή έξω από τις χωροχρονικές διαστάσεις αυτού του κόσμου που ζούμε αυτή τη στιγμή. Έτσι λοιπόν, το βασικό συμπέρασμα αυτής της Θεωρίας είναι ότι υπάρχει επικοινωνία μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος και συνεπώς μεταξύ της υλικής μας υπόστασης στο παρόν και του άλλου εαυτού μας, που υπάρχει σε μία μελλοντική διάσταση του χρόνου και για να το γενικεύσουμε, όλα στο σύμπαν είναι διττά, δηλαδή ζούμε σε δύο πραγματικότητες και άρα σε δύο διαφορετικές ροές χρόνου.

Ο διττός μας εαυτός ταξιδεύει με μεγάλη ταχύτητα μεταξύ των τριών χρόνων, αντλώντας γνώση πληροφοριών που ανάγονται σε άλλους χρόνους από τον δικό μας και η τεράστια επιτάχυνση των χρονικών στιγμών σε αυτό που αποκαλούμε μέλλον επιτρέπει στον διττό εαυτό μας να ελέγξει τις επιπτώσεις των πράξεων μας, πριν εμείς τις ζήσουμε στο παρόν μας, όπως και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές προβλέπουν την εξέλιξη του καιρού πριν τη ζήσουμε εμείς.

Στην αργή ροή, δηλαδή στο παρελθόν, μπορεί και αντλεί πληροφορίες για όλα αυτά που εναρμονίζονται μ’ εμάς, ενώ στην εξαιρετικά γρήγορη ροή που είναι το μέλλον, μπορεί και βλέπει τις επιπτώσεις των σκέψεων, των πράξεων και γενικά της δράσης μας στην τωρινή πραγματικότητα.

Αυτό που συμβαίνει, δηλαδή, είναι ότι βρισκόμαστε στην προνομιούχο θέση να παίρνουμε πληροφορίες από έναν διττό εαυτό, πριν ακόμη λάβουμε γνώση αυτού που εμείς οι ίδιοι κατασκευάσαμε στο μέλλον, μέσω των δικών μας σκέψεων και ενεργειών.

Ας σημειωθεί, ότι αυτή η επικοινωνία μεταξύ των δύο εαυτών μας γίνεται κυρίως κατά τη φάση REM του ύπνου (ονειρική φάση), που είναι το στάδιο εκείνο του ύπνου με την πιο μεγάλη διανοητική δραστηριότητα και κατά συνέπεια κατά τη διάρκεια αυτού του πολύ ιδιαίτερου και σημαντικού σταδίου του ύπνου, ο διττός εαυτός μας τακτοποιεί τα δυναμικά, που έχουμε διαταράξει από τις συνειδητές και υποσυνείδητες σκέψεις της ημέρας.

Αυτή η λειτουργία κρίνεται ως πολύ σημαντική για τη ζωή μας, δεδομένου ότι έτσι ψάχνουμε στο παρελθόν και στο μέλλον τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε για να εμπλουτίσουμε τη συνολική μας μνήμη, η οποία είναι αυτή που μας κάνει να ζούμε στο παρόν με ευταξία και ισορροπία σε όλα τα επίπεδα και αποδεικνύεται η σημαντικότητά της με το γεγονός ότι αν στερηθούμε τον ύπνο REM για 2-3 εβδομάδες πεθαίνουμε.

Έτσι, έχοντας τη δυνατότητα να ζούμε σε δύο διαφορετικές χρονικές διαστάσεις, μπορούμε να παίρνουμε πληροφορίες από το μέλλον και να τις αξιοποιούμε στο τώρα. Προφανώς με αυτόν τον τρόπο, ο τωρινός μας εαυτός μπορεί να κάνει την καλύτερη δυνατή σύνθεση πληροφοριών, αφού έχει προς αξιοποίηση πληροφορίες που έχει αναλύσει ο διττός μας εαυτός στο μέλλον και ως εκ τούτου, ζώντας στο παρών, αξιοποιούμε όλα τα δεδομένα που υπάρχουν στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον… Έτσι, βρίσκουμε και πάλι τη ζωτική συνθήκη εκείνη, την απαραίτητη για την ευζωία και την αρμονία σώματος και ψυχής, δηλαδή την ιδανική «τριάδα», όπως την αποκαλούσαν οι αρχαίοι Έλληνες, την οποία ο Πλάτων περιγράφει με αυτόν τον τρόπο: «Για να ζούμε, αρκεί να είμαστε εκείνος ο οποίος ήταν, εκείνος ο οποίος είναι και εκείνος ο οποίος θα είναι».

Εύκολα αντιλαμβανόμαστε τις πρακτικές εφαρμογές που προκύπτουν από αυτήν την ανακάλυψη, με πρώτη την εξισορρόπηση της ανθρώπινης υγείας, μέσω των ανοιγμάτων του χρόνου, με θεαματικά αποτελέσματα σε όλα τα προβλήματα ψυχικής και οργανικής ανισορροπίας και κατά δεύτερο λόγο την ερμηνεία και ανάλογη αξιοποίηση φαινομένων, όπως των φαινομένων πλασίμπο, των déjà vu, των διαισθητικών, της ενόρασης, των παιδιών indigo, της θεραπευτικής επίδρασης μέσω της ομοιοπαθητικής και άλλων. Σαν συμπέρασμα θα θέλαμε να επισημάνουμε το γεγονός, το οποίο από μόνο του είναι εξαιρετικά σημαντικό με πολυδιάστατη απήχηση σε όλες τις παραμέτρους της ζωής μας, ότι όλες αυτές οι κυρίαρχες λειτουργίες στη ζωή μας συμβαίνουν σε ένα περιβάλλον ενεργειακής φύσης, ανταλλαγής κυματικής φύσης πληροφοριών, αποθήκευσης και ανάκλησης μνήμης και μίας σύνθετης διαδικασίας ανάλυσης και επεξεργασίας δεδομένων, καθώς και σύγκρισης και επιλογής στοιχείων, που θυμίζει πολύ τους σύγχρονους υπολογιστές, τα σύγχρονα δίκτυα υπολογιστικών συστημάτων και το διαδίκτυο (internet)!

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

Η ανθρωπότητα εμφανίστηκε από μόνη της, μέσω μιας σειράς επάλληλων συμβάντων κατά την εξέλιξη. Δεν είμαστε προκαθορισμένοι να εκπληρώσουμε κάποιον σκοπό· ούτε έχουμε να δώσουμε λόγο σε οποιαδήποτε δύναμη πέρα από τον εαυτό μας. Θα μας σώσει μόνο η σοφία που βασίζεται στην αυτεπίγνωση και όχι η ευλάβεια. Δεν θα υπάρξει εξιλέωση ή δεύτερη ευκαιρία που θα μας δοθεί άνωθεν. Είναι ανόητο να θεωρούμε τον πλανήτη μας προσωρινό σταθμό προς έναν καλύτερο (επουράνιο) κόσμο. Μόνο αυτόν έχουμε να κατοικούμε και τούτο το νόημα να ξεδιπλώσουμε!

Δεν υπάρχει κάποιο απύθμενο μυστήριο της ζωής. Δαίμονες και θεοί δεν διεκδικούν την αφοσίωσή μας. Αντιθέτως, είμαστε αυτοδημιούργητοι, ανεξάρτητοι, μόνοι και εύθραυστοι· ένα βιολογικό είδος προσαρμοσμένο να ζει σε έναν βιολογικό κόσμο. Αυτό που έχει σημασία για τη μακροχρόνια επιβίωσή μας είναι η ευφυής αυτεπίγνωση, βασισμένη σε μεγαλύτερη ανεξαρτησία σκέψης από όση γίνεται ανεκτή σήμερα ακόμη και στις πιο προηγμένες δημοκρατικές κοινωνίες μας.

Η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας μάς οδηγεί στο μέγιστο των ηθικών διλημμάτων, σε ποιον βαθμό να μετασκευάσουμε τον ανθρώπινο γονότυπο. Είμαστε κοντά στο να εγκαταλείψουμε τη φυσική επιλογή, τη διεργασία που μας δημιούργησε, για να κατευθύνουμε οι ίδιοι την εξέλιξή μας μέσω εκούσιας επιλογής —τη διεργασία του επανασχεδιασμού της βιολογίας μας και της ανθρώπινης φύσης έτσι όπως θα θέλαμε να είναι.
 

Αντέστρεψαν τη διαδικασία γήρανσης των κυττάρων

Βρετανοί επιστήμονες κατάφεραν πρώτα να σταματήσουν και στη συνέχεια να αντιστρέψουν τη διαδικασία γήρανσης των ανθρωπίνων κυττάρων.

ΕΝΑ σημαντικό βήμα έκαναν Βρετανοί επιστήμονες στη μάχη για την καταπολέμηση των γηρατειών. Κατάφεραν, στο εργαστήριο, να σταματήσουν και στη συνέχεια να αντιστρέψουν τη διαδικασία γήρανσης σε κύτταρα υπερηλίκων ανθρώπων.

Ο άνθρωπος προσπαθεί να αποκτήσει την αθανασία εδώ και χιλιάδες χρόνια, εφευρίσκοντας διάφορες τεχνικές – από την αλχημεία έως τη μακροβιοτική. Ωστόσο, το όνειρο αυτό παραμένει άπιαστο παρ’ όλα τα επιτεύγματα και τις καταπληκτικές προόδους που έχουν γίνει τους τελευταίους αιώνες στους τομείς της ιατρικής και της γεροντολογίας. Το είδος μας εξακολουθεί και παραμένει ευάλωτο στα γηρατειά όπως συνέβαινε και με τους προγόνους μας πριν από μερικά εκατομμύρια χρόνια.

Σημαντικό ρόλο στην αδυναμία μας αυτή παίζει το γεγονός ότι αγνοούμε τον ακριβή λόγο για τον οποίο γερνά ο άνθρωπος. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι από κάποια ηλικία και μετά τα κύτταρά μας σταματούν να γεννούν νέα μέσω της κυτταρικής διαίρεσης, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να παλιώνουν και να φθείρονται.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να προκληθούν βλάβες στο DNA, καθώς αρχίζουν και φθείρονται τα τελομερή, τα τέσσερα προστατευτικά «πώματα» στο τέλος των χρωμοσωμάτων.

Τα τελομερή είναι αυτά που ρυθμίζουν την κυτταρική διαίρεση και κατά συνέπεια την ανανέωση του σώματος του ανθρώπου. Όταν φθαρούν, τα κύτταρα αρχίζουν και γερνούν.

Οι επιστήμονες κατάφεραν όχι μόνο να σταματήσουν τη διαδικασία της φθοράς, αλλά και να αντιστρέψουν, εν μέρει τουλάχιστον, τη διαδικασία της γήρανσης.

Όπως αναφέρουν στη μελέτη τους, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Aging, αυτό το κατάφεραν με την παροχή υδρόθειου απευθείας στα μιτοχόνδρια. Το υδρόθειο σταματά τη γήρανση των κυττάρων, καθώς επιτρέπει τη συνέχιση της κυτταρικής διαίρεσης.

Τα μιτοχόνδρια, οργανίδια τα οποία αποτελούν «εργοστάσια παραγωγής ενέργειας» του κυττάρου, παίζουν σημαντικό ρόλο στον έλεγχο του μηχανισμού της γήρανσης. Οι όποιες αλλαγές στον αριθμό, τη μορφολογία και την εύρυθμη λειτουργία των μιτοχονδρίων επηρεάζουν τόσο την ομοιόσταση του κυττάρου όσο και τον μεταβολισμό, την υγεία και το προσδόκιμο ζωής ολόκληρου του οργανισμού. Να σημειωθεί ότι κάθε ανθρώπινο κύτταρο περιέχει εκατοντάδες μιτοχόνδρια.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η παροχή υδρόθειου απευθείας στα μιτοχόνδρια επιτρέπει στα παλιά κύτταρα να ανακτήσουν την ικανότητα διαίρεσης των νεώτερων κυττάρων.

Το υδρόθειο στο νερό και στο αλάτι των Ιμαλαΐων
Το υδρόθειο H2S ή «σουλφίδιο του υδρογόνου» είναι η χημική ένωση του υδρογόνου και του θείου. Στη φυσική του μορφή είναι αέριο με ιδιαίτερα χαρακτηριστική οσμή κλούβιου αυγού.

Το σουλφίδιο του υδρογόνου θέλει προσοχή γιατί είναι τοξικό και δηλητηριώδες. Σε πολύ μικρές ποσότητες υπάρχει στο νερό των πηγαδιών, σε περιοχές με ιαματικά λουτρά όπως η Αιδηψός, οι Θερμοπύλες και η Υπάτη, καθώς και στο μαύρο αλάτι των Ιμαλαΐων.

Η ομάδα των Βρετανών επιστημόνων πιστεύει ότι η παρουσία του μορίου του υδρόθειου στα μιτοχόνδρια δρα σαν συγκόλληση, σταματώντας τη φθορά, δρώντας αυξητικά στις πρωτεΐνες που ουσιαστικά ενεργοποιούν τα γονίδια ως απάντηση στις περιβαλλοντικές αλλαγές.

Υπάρχουν περίπου 300 πρωτεΐνες σε αυτήν την ομάδα και ο αριθμός τους τείνει να μειώνεται καθώς μεγαλώνουμε σε ηλικία. Το υδρόθειο ξαναζωντανεύει τις πρωτεΐνες, αναστέλλοντας έτσι τον μηχανισμό γήρανσης.

Πρόκειται απλώς για ένα βήμα. Και ενώ είμαστε ακόμα πολύ μακριά από την πλήρη αναστροφή της διαδικασίας γήρανσης, η ανακάλυψη αυτή μπορεί να οδηγήσει σε αποτελεσματικές νέες θεραπείες για διάφορους τύπους ασθενειών που σχετίζονται με την άνοδο της ηλικίας.

Ελπίδες για τους τυφλούς; Θεραπεία αποκατέστησε την όραση πειραματόζωων

Η νέα ανακάλυψη δίνει ελπίδες σε όσους υποφέρουν από τύφλωση, καθότι μέχρι τώρα δεν είχε ανακαλυφθεί κάποια θεραπεία που αναστρέφει την τύφλωση αλλά μόνο θεραπείες που την επιβραδύνουν.​

Επιστήμονες στις ΗΠΑ δήλωσαν ότι για πρώτη φορά αποκατέστησαν σε ένα βαθμό την όραση σε θηλαστικά τυφλά εκ γενετής, χάρη σε μια νέα γονιδιακή-αναγεννητική τεχνική που αφήνει υποσχέσεις για νέες θεραπείες στους τυφλούς ανθρώπους, αν και είναι ακόμη πρόωρο να πει κανείς κατά πόσο αυτό όντως μπορεί να συμβεί στο μέλλον.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον νευροεπιστήμονα Μπο Τσεν της Ιατρικής Σχολής Icahn της Νέας Υόρκης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature», σύμφωνα με το «Science» και τη βρετανική «Ιντιπέντεντ», έδειξαν, μέσω πειραμάτων αρχικά σε ψάρια-ζέβρες και μετά σε ποντίκια, ότι είναι δυνατό να μετατραπούν νευρικά κύτταρα του αμφιβληστροειδούς φακού του ματιού (τα λεγόμενα «γλοιακά κύτταρα Μίλερ»), σε ραβδία, δηλαδή στους ζωτικούς κυτταρικούς φωτοϋποδοχείς, οι οποίοι αντιλαμβάνονται τις μεταβολές του φωτός, τα σχήματα και τις κινήσεις.

Αν αποδειχθεί εφικτό να δημιουργηθούν μελλοντικά στο εργαστήριο υγιή ανθρώπινα κύτταρα-φωτοϋποδοχείς, που θα αντικαταστήσουν τα κατεστραμμένα, τότε ακόμη και άνθρωποι εκ γενετής τυφλοί, καθώς και όσοι έχασαν σταδιακά την όρασή τους αργότερα σε μεγάλη ηλικία, θα μπορούν να ξαναδούν, σε ένα βαθμό τουλάχιστον. Η νέα μέθοδος περιλαμβάνει δύο στάδια: στο πρώτο εισάγεται ένα γονίδιο που ρυθμίζει μια πρωτεΐνη, η οποία επιφέρει πολλαπλασιασμό των γλοιακών κυττάρων Μίλερ, ενώ στο δεύτερο στάδιο γίνεται κυτταρικός αναπρογραμματισμός, καθώς τα κύτταρα αυτά μετατρέπονται πλέον σε ραβδία-φωτοϋποδοχείς.

Oι ερευνητές παρακολούθησαν για αρκετές εβδομάδες την ανάπτυξη των νέων κυττάρων μέσα στα μάτια των πειραματόζωων και διαπίστωσαν ότι έμοιαζαν ταυτόσημα με τα φυσιολογικά υγιή ραβδία, καθώς επίσης σχημάτιζαν τις αναγκαίες νευρωνικές συνδέσεις, ώστε να επεξεργάζονται τα σήματα της όρασης. Όπως είπαν, σε ποντίκια που είχαν τροποποιηθεί γενετικά, ώστε να είναι εκ γενετής τυφλά, η θεραπεία επανενεργοποίησε περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στην επεξεργασία της όρασης. Το πόσο έβλεπαν τα ζώα, δεν μπορεί να το πει κανείς με βεβαιότητα, αν και οι σκεπτικιστές υποστήριξαν ότι είναι μάλλον απίθανο να διέκριναν κανονικά τα αντικείμενα.

Άλλοι επιστήμονες δήλωσαν ότι πρόκειται για σημαντική πρόοδο, που αποτελεί ένα μεγάλο βήμα σε σχέση με τις έως τώρα θεραπείες, οι οποίες μπορούν να επιβραδύνουν ή και να σταματήσουν την τύφλωση, αλλά όχι να την αναστρέψουν. Ο καθηγητής οφθαλμολογίας Κρις Ίνγκλχερν του Πανεπιστημίου του Λιντς ξεκαθάρισε ότι θα χρειασθούν αρκετά χρόνια, εωσότου γίνουν δοκιμές της νέας μεθόδου σε ανθρώπους, «παρόλα αυτά», όπως είπε, «πρόκειται για ένα μεγάλο βήμα».

Το επόμενο βήμα των ερευνητών, όπως είπε ο Τσεν, θα είναι να δοκιμάσουν αν η τεχνική τους «δουλεύει» αποτελεσματικά στο εργαστήριο με κύτταρα ανθρώπινου αμφιβληστροειδούς.

Όταν ο Θαλής ο Μιλήσιος «έστριψε» ποτάμι για τον Κροίσο

Γάλλος σπηλαιολόγος ανακάλυψε εκτροπή ποταμού για πολεμικούς σκοπούς από τον Θαλή τον Μιλήσιο για λογαριασμό του βασιλιά Κροίσου, το 550 π.Χ.

«Μόλις ανακάλυψα μία απίστευτη σήραγγα στην Μικρά Ασία, στην περιοχή της Καππαδοκίας. Πρόκειται για ένα έργο εκτροπής ενός μεγάλου ποταμού για να δημιουργηθεί ένα πέρασμα και να γίνει δυνατή η διάβασή του. Είναι πιθανότατα αυτό που ο περιγράφει ο Ηρόδοτος αποδίδοντάς το στον Θαλή, και μέσω του οποίου ο βασιλιάς Κροίσος πέρασε για να επιτεθεί στον πέρση γείτονά του, τον Κύρο Β’, το 550 π.Χ.», λέει ο γάλλος σπηλαιολόγος Ερίκ Ζιλί.

Ο Ζιλί θεωρεί πως βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη ανακάλυψη. Είχε εντοπίσει για πρώτη φορά το 1984 δύο ανοίγματα σε ένα χαμηλό βουνό της Καππαδοκίας και συνέχισε την έρευνα διαβάζοντας Ηρόδοτο αλλά και τώρα, με τις νέες τεχνολογίες, αξιοποιώντας και τις δορυφορικές εικόνες που προσφέρει το Google Earth. Το όρος Αργαίος (στα τουρκικά Ερσιγέκ) βρίσκεται δίπλα σε έναν μεγάλο ποταμό, τον μεγαλύτερο της Μικράς Ασίας. Είναι ο Άλυς κατά τους αρχαίους, ο Κιζιλιρμάκ (Κόκκινο Ποτάμι) κατά τους Τούρκους.

Οι διαστάσεις της στοάς είναι εντυπωσιακές: 9 μέτρα φάρδος και 177 μήκος. Κατά τις εκτιμήσεις του σπηλαιολόγου πρέπει να χρειάστηκε να μετακινηθούν 12.800 τόνοι μπάζα. Η υπόγεια σήραγγα αποτελεί ένα σχεδόν τέλειο ημικύκλιο. Ο ποταμός έμπαινε στο ένα άνοιγμα και έβγαινε από το άλλο.

Όπως λέει μάλιστα ο Ζιλί στην εφημερίδα «Le Figaro», διακρίνονται ακόμη σε μερικά σημεία τα σημάδια σε κόγχες όπου ήταν τοποθετημένα τα λαδοφάναρα.

Στο ερώτημα γιατί ο Κροίσος δεν έφτιαξε γέφυρες αντί να σκάψει στοά, η απάντηση κατά τον γάλλο σπηλαιολόγο είναι ότι τα εδάφη της Καππαδοκίας xorisorianews.gr καλύπτονται από εύθραυστη ηφαιστειακή τέφρα που δεν είναι καλό οικοδομικό υλικό – είναι γνωστό άλλωστε ότι πολλά σπίτια είναι φτιαγμένα σε σκαμμένο βράχο. Ταυτόχρονα, το ποτάμι αυτό πλημμυρίζει και φουσκώνει πολύ συχνά με τρόπο που καταστρέφει τις γέφυρες.

Πάντως ο Ζιλί θεωρεί πιθανόν το τούνελ να ήταν ήδη ανοιγμένο και απλώς ο Θαλής να είχε την ιδέα της αξιοποίησής του για την εκτροπή του ποταμού. Ο σπηλαιολόγος βρίσκεται τώρα σε αναζήτηση χρηματοδότησης προκειμένου να φτιάξει ένα γαλλοτουρκικό ολοκληρωμένο σχέδιο περαιτέρω ερευνών. Μέχρι τότε κρατάει την ακριβή τοποθεσία μυστική.

Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι ούτε ο δήμαρχος της γειτονικής πόλης δεν τα γνώριζε όλα αυτά. Κανείς δεν τολμούσε να εισέλθει στη σήραγγα, λόγω των νυχτερίδων και της έντονης δυσοσμίας.

Η αφήγηση του Ηροδότου
Ο Ηρόδοτος αφηγήθηκε τα της εκτροπής του ποταμού Άλυος στις «Ιστορίες» του. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια του πολέμου ανάμεσα στον Κροίσο, βασιλιά της Λυδίας, και στον Κύρο, αυτοκράτορα της Περσίας. Εκείνη την εποχή ο Κροίσος είχε κοντά του, ως στρατιωτικό σύμβουλο, τον φημισμένο έλληνα μαθηματικό Θαλή τον Μιλήσιο.

Αυτός ήταν που πρότεινε στον Κροίσο να εκτραπεί ο Αλυς ποταμός προκειμένου να περάσουν τα λυδικά στρατεύματα. Το τούνελ που ανακάλυψε ο Ερίκ Ζιλί θα μπορούσε να είναι αυτό που περιγράφει ο Ηρόδοτος λέγοντας: «Όταν ο Κροίσος έφτασε στις όχθες του Αλυος, κατά τη γνώμη μου πέρασε από τις γέφυρες που βλέπουμε εκεί σήμερα. Αλλά, αν πρέπει να πιστέψουμε τους περισσότερους Ελληνες, ο Θαλής ο Μιλήσιος ήταν αυτός που του άνοιξε τον δρόμο.

Ο Κροίσος, λένε, ήταν σε αμηχανία γιατί οι γέφυρες που υπάρχουν σήμερα δεν υπήρχαν τότε. Ο Θαλής, που βρισκόταν στο στρατόπεδο, εξέτρεψε τον ποταμό που κυλούσε στα αριστερά του στρατοπέδου, έτσι ώστε να περάσει από τα δεξιά. Αρχισε να σκάβει πάνω από το στρατόπεδο ένα κανάλι σε σχήμα καμπύλης προκειμένου ο ποταμός να βρεθεί πίσω από το στρατόπεδο, ενώ ήταν μπροστά».

Αρχαία Ελληνική Ιστοριογραφία: Γενεαλογίες/Μυθογραφία

Οι γενεαλογίες, τα μυθογραφικά έργα δηλαδή που περιγράφουν σε λιτό, καταλογικό ύφος τις συγγενικές σχέσεις θεών ή ηρώων, αποτελούν την πρώτη μορφή «ιστοριογραφίας» και έχουν τις απαρχές τους στο διδακτικό έπος του Ησιόδου, τη Θεογονία. Κατά την τελευταία δεκαετία του 6ου και τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. άκμασαν πεζογράφοι, οι λεγόμενοι «λογογράφοι», οι οποίοι προσπάθησαν να συστηματοποιήσουν τις γνώσεις για τη μυθική εποχή. Ως είδος τα γενεαλογικά έργα εμφανίστηκαν κυρίως κατά τη διάρκεια του 5ου αι. και μόνο σποραδικά στον 4ο αι.
 
Ο πρώτος συγγραφέας γενεαλογικού έργου υπήρξε ο Εκαταίος ο Μιλήσιος (στην καμπή του 6ου προς τον 5ο αιώνα π.Χ.· FGrHist 1). Στο τετράτομο έργο του Γενεαλογίαι (παραδίδονται και οι τίτλοι Ἱστορίαι και Ἡρωολογίαι) καταβάλλει την προσπάθεια να οργανώσει σε χρονολογική σειρά τα γεγονότα της μυθικής εποχής, αλλά και να ελεγχθεί η αξιοπιστία τους. Κύρια κριτήρια του ελέγχου της αξιοπιστίας υπήρξαν για τον Εκαταίο το κριτήριο του πιθανού ή του εύλογου (απ. 27 λόγον … εἰκότα) και ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκε η παράδοση για ένα συγκεκριμένο γεγονός. Ωστόσο η κριτική αυτή μέθοδος, ακόμη και αν εφαρμοσθεί συστηματικά, δεν είναι σε θέση να μετατρέψει τα γεγονότα του θρύλου σε ιστορικά γεγονότα, παρόλο που προγραμματική πρόθεση του Εκαταίου ήταν η εύρεση της αλήθειας, όπως δηλώνει στην εισαγωγική φράση του έργου του (απ. 1: «αυτά τα λέει ο Εκαταίος από τη Μίλητο· γράφω τα παρακάτω έτσι όπως νομίζω ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια· γιατί όσα λέγουν οι Έλληνες είναι, καθώς μου φαίνεται, πολλά και γελοία»). Βάση του χρονολογικού συστήματος του Εκαταίου αποτέλεσε η χρονολόγηση κατά γενεές (παραμένει άγνωστο αν κάθε γενεά είχε διάρκεια στον Εκαταίο 40 ή 30 έτη).
 
Ο κατά τι νεότερος του Εκαταίου Ακουσίλαος από το Άργος (FGrHist 2) συνέγραψε Γενεαλογίες Ιστορίες) σε τρία βιβλία. Αντικείμενό τους ήταν η ιστορία θεών και ηρώων έως τα γεγονότα μετά τον Τρωικό πόλεμο. Κύρια χαρακτηριστικά του έργου του ήταν η έλλειψη κριτικής της παράδοσης, όπως αυτή απαντά στον Εκαταίο, η προσπάθεια σύνδεσης των διαφόρων μυθολογικών κύκλων (και συνεπώς και των διαφόρων ηρωικών γενών) και η έντονη προπαγάνδα υπέρ του Άργους: ο Αργίτης Φορωνέας παρουσιαζόταν ως ο πρώτος άνθρωπος, από τον οποίο καταγόταν ο μυθικός ιδρυτής της Σπάρτης, ο Σπάρτων. Ο μύθος αυτός νομιμοποιούσε τα πρωτεία που διεκδικούσαν οι Αργείοι στην Πελοπόννησο.
 
O Φερεκύδης ο Αθηναίος (FGrHist 3· πρώτο μισό του 5ου αι. π.Χ.) συνέγραψε Ιστορίες σε 10 βιβλία. Το μυθολογικό υλικό διαρθρωνόταν με άξονα μια σειρά από βασικά γενεαλογικά δένδρα ηρώων και όχι με χρονολογικά κριτήρια. Όπως και στις Γενεαλογίες του Ακουσίλαου απουσιάζει η κριτική στάση απέναντι στην παράδοση· σε αντίθεση όμως προς τον Εκαταίο και τον Ακουσίλαο ο Φερεκύδης καταβάλλει προσπάθεια να γεφυρώσειτο κενό ανάμεσα στην ηρωική εποχή και το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν (απ. 2: το γενεαλογικό δένδρο των Φιλαϊδών παρατίθεται από τον Αίαντα έως τα μέσα του 6ου αι. π.Χ.).
 
Ο σημαντικότερος μυθογράφος του 5ου αι. π.Χ. είναι χωρίς αμφιβολία ο Ελλάνικος ο Λέσβιος (FGrHist 4, 323a, 601a, 645a, 687a). Ο Ελλάνικος πραγματεύτηκε τη μυθική ιστορία σε τέσσερις μονογραφίες, κάθε μία από τις οποίες ήταν αφιερωμένη σε ένα γένος (Φορωνίς, Δευκαλιωνεία, Ἀσωπίς, Ἀτλαντίς), καθώς και σε ένα έργο που παραδίδεται με τον τίτλο Τρωϊκά. Σε αυτά τα συγγράμματα όλοι οι πρωταγωνιστές του αρχαιοελληνικού μύθου ανάγονταν σε τέσσερα γενεαλογικά δένδρα: του Φορωνέα, του Δευκαλίωνα, των θυγατέρων του Ασωπού και των θυγατέρων του Άτλαντα. Αυθαίρετοι εν μέρει συγχρονισμοί συνέδεαν τους διάφορους κλάδους των γενεαλογικών δένδρων μεταξύ τους -οι περισσότεροι από τους οποίους κατέληγαν στα Τρωϊκά. Αξιοπρόσεκτη είναι η ορθολογική στάση που ενίοτε υιοθετεί ο Ελλάνικος με πρότυπο τον Εκαταίο.
 
Ο τελευταίος μυθογράφος του 5ου αι. υπήρξε ο σύγχρονος του Ελλάνικου, Δαμάστης από το Σίγειο (FGrHist 5), ο οποίος έγραψε το μυθογραφικό έργο Περὶ γονέων καὶ προγόνων τῶν εἰς Ἴλιον στρατευσαμένων, από το οποίο δεν παραδίδεται όμως κανένα απόσπασμα. Σε ένα ιστορικό έργο (Περὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι γενομένων) φαίνεται ότι πραγματεύτηκε και τους Περσικούς πολέμους.
 
Γύρω στο 400 π.Χ. ο Ηρόδωρος από την Ηράκλεια (FGrHist 31) συνέγραψε τον Καθ' Ἡρακλέα λόγον σε 17 τουλάχιστον βιβλία, χρησιμοποιώντας τα έργα προγενέστερών του επικών ποιητών και πεζογράφων (Πανύασις, Φερεκύδης, Ελλάνικος). Το έργο έβριθε από γεωγραφικές, εθνογραφικές κλπ. πληροφορίες που προσφέρονταν με αφορμή τις περιπέτειες του ήρωα.
 
Στον 4ο αι. ανήκει και ο Άνδρων από την Αλικαρνασό (FGrHist 10) με το έργο του Συγγενικά ή Συγγένειαι, ενώ στον 1ο αι. η λεγόμενη Βιβλιοθήκη, ένα μυθολογικό εγχειρίδιο που αποδίδεται εσφαλμένα στον Απολλόδωρο.

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἱκέτιδες (234-276)

ΒΑΣΙΛΕΥΣ
ποδαπὸν ὅμιλον τόνδ᾽ ἀνελληνόστολον
235 πέπλοισι βαρβάροισι κἀμπυκώμασι
χλίοντα προσφωνοῦμεν; οὐ γὰρ Ἀργολὶς
ἐσθὴς γυναικῶν οὐδ᾽ ἀφ᾽ Ἑλλάδος τόπων.
ὅπως δὲ χώραν οὔτε κηρύκων ὕπο,
ἀπρόξενοί τε, νόσφιν ἡγητῶν, μολεῖν
240 ἔτλητ᾽ ἀτρέστως, τοῦτο θαυμαστὸν πέλει.
κλάδοι γε μὲν δὴ κατὰ νόμους ἀφικτόρων
κεῖνται παρ᾽ ὑμῶν πρὸς θεοῖς ἀγωνίοις·
μόνον τόδ᾽ Ἑλλὰς χθὼν συνοίσεται στόχῳ.
† καὶ τἄλλα πόλλ᾽ ἐπεικάσαι δίκαιον ἦν,
245 εἰ μὴ παρόντι φθόγγος ἦν ὁ σημανῶν.
ΧΟ. εἴρηκας ἀμφὶ κόσμον ἀψευδῆ λόγον.
ἐγὼ δὲ πρὸς σὲ πότερον ὡς ἔτην λέγω,
ἢ τηρὸν ἱεροῦ ῥάβδον, ἢ πόλεως ἀγόν;
ΒΑ. πρὸς ταῦτ᾽ ἀμείβου καὶ λέγ᾽ εὐθαρσὴς ἐμοί.
250 τοῦ γηγενοῦς γάρ εἰμ᾽ ἐγὼ Παλαίχθονος
ἶνις Πελασγός, τῆσδε γῆς ἀρχηγέτης.
ἐμοῦ δ᾽ ἄνακτος εὐλόγως ἐπώνυμον
γένος Πελασγῶν τήνδε καρποῦται χθόνα.
καὶ πᾶσαν αἶαν, ἧς δί᾽ ἁγνὸς ἔρχεται
255 Στρυμών, τὸ πρὸς δύνοντος ἡλίου, κρατῶ.
ὁρίζομαι δὲ τήν τε Περραιβῶν χθόνα,
Πίνδου τε τἀπέκεινα, Παιόνων πέλας,
ὄρη τε Δωδωναῖα· συντέμνει δ᾽ ὅρος
ὑγρᾶς θαλάσσης· τῶνδε τἀπὶ τάδε κρατῶ.
260 αὐτῆς δὲ χώρας Ἀπίας πέδον τόδε
πάλαι κέκληται φωτὸς ἰατροῦ χάριν.
Ἆπις γὰρ ἐλθὼν ἐκ πέρας Ναυπακτίας
ἰατρόμαντις παῖς Ἀπόλλωνος χθόνα
τήνδ᾽ ἐκκαθαίρει κνωδάλων βροτοφθόρων,
265 τὰ δὴ παλαιῶν αἱμάτων μιάσμασι
χρανθεῖσ᾽ ἀνῆκε γαῖα † μηνεῖται ἄκη
δρακονθόμιλον δυσμενῆ ξυνοικίαν.
τούτων ἄκη τομαῖα καὶ λυτήρια
πράξας ἀμέμπτως Ἆπις Ἀργείᾳ χθονὶ
270 μνήμην ποτ᾽ ἀντίμισθον ηὕρετ᾽ ἐν λιταῖς.
ἔχουσα δ᾽ ἤδη τἀπ᾽ ἐμοῦ τεκμήρια
γένος τ᾽ ἂν ἐξεύχοιο καὶ λέγοις πρόσω.
μακράν γε μὲν δὴ ῥῆσιν οὐ στέργει πόλις.
ΧΟ. βραχὺς τορός θ᾽ ὁ μῦθος· Ἀργεῖαι γένος
275 ἐξευχόμεσθα, σπέρματ᾽ εὐτέκνου βοός·
καὶ ταῦτ᾽ ἀληθῆ πάντα προσφύσω λόγῳ.

***
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Ποιό να ᾽ν᾽ αυτό το ανελληνόστολο το πλήθος
με ξενικιά εντυμή και πέπλα στολισμένο
που προσφωνούμε; βέβαια Αργολική δεν είναι
ουδ᾽ απ᾽ τα μέρη η φορεσιά σας της Ελλάδας.
Μα πώς στη χώρα εδώ τολμήσετε να ρθείτε
άφοβα χωρίς συνοδειά κηρύκων, δίχως
240 πρόξενο μ᾽ ούτε κι οδηγό, για με είναι θάμα.
Βέβαια κλαδιά από μέρος σας, κατά τους νόμους
των ικετών, βλέπω στημένα στους βωμούς μας·
μα μόνο απ᾽ το σημάδι αυτό θα ᾽χε η Ελλάδα
να συμπεράνει· όσο για τ᾽ άλλα, πολλ᾽ ακόμα
θα μπορούσε κανείς να στοχασθεί, αν δεν ήταν
εμπρός ο λόγος όλα να τα ξεδιαλύνει.
ΧΟΡΟΣ
Ψέμα δεν είν᾽ αυτά που λες για την στολή μας·
μα εγώ με ποιόν εσέ μιλώ; μ᾽ απλόν πολίτη;
με ραβδούχο του Ερμή; ή μ᾽ άρχοντα της χώρας;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Μ᾽ όλο το θάρρος λεύτερα μπορείς σε μένα
να μιλάς κι αποκρίνεσαι· γιατί του ντόπιου
250 του Παλαίχθονα ο γιος, ο Πελασγός, εγώ είμαι,
αυτής της χώρας ο άρχοντας και που από μένα
το βασιλιά τους φυσικά ονοματισμένοι
οι Πελασγοί καρπίζονται τη χώρα τούτη·
κι όλα τα μέρη, που ο αγνός περνάει Στρυμόνας
κι αφήνει δυτικά, στην εξουσία μου έχω,
κι ακόμα ορίζω και των Περραιβών τη χώρα
και τα κείθ᾽ απ᾽ τον Πίνδο, προς την Παιονία,
και της Δωδώνης τα βουνά, ως εκεί που κόβει
της θάλασσας το σύνορο· αυτούς τους τόπους
ορίζω κάτω ίσαμ᾽ εδώ· μα η χώρα τούτη
260 που πατείς τώρα, απ᾽ τα παλιά τα χρόνια Απία
έχει απ᾽ τον Άπη ονομαστεί το γιατρομάντη
του Απόλλωνα το γιο, που από τη Ναυπακτίαν
αντίπερα ήρθε και καθάρισε τη χώρα
από τ᾽ ανθρωποφτόρα κνώδαλα, που η γη μας
μολυσμένη απ᾽ το μίασμα παλιών αιμάτων
ανάδινε, άστρεγη θεριών συντροφιά αγρίων·
μα τέτοια εκείνος μ᾽ άξιο ζήλο για τη χώρα
του Άργους αντίδοτα έφερε και γιατροσόφια
για να την σώσει, που ηύρε δίκια αντιμισθία,
270 πάντα να μνημονεύεται στις προσευχές μας.
Κι έτσι αφού τώρα σου ᾽δωκα να με γνωρίσεις,
εμπρός, πες μου λοιπόν και συ τη γενεά σου·
μα ξέρε εδώ δεν αγαπούν τα πολλά λόγια.
ΧΟΡΟΣ
Σύντομα θα ᾽ν᾽ τα λόγια μου κι απλά· η γενιά μας
καυχιόμαστε πως απ᾽ εδώ κρατάει απ᾽ τ᾽ Άργος
κι απ᾽ της καλλίτεκνης το σπέρμα βοϊδομάνας·
πως λέγω αλήθεια, κάθε απόδειξη θα δώσω.

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

Γίνεται, γενικά αποδεκτό ότι ο Θουκυδίδης ήταν πρώτα και. προπάντων ιστο­ρικός και ότι η φήμη του οφείλεται στο έργο του ως νεωτεριστή ιστοριογράφου. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη ο Θουκυδίδης υιοθέτησε τον πεζό λόγο της ιστορίας που μόλις είχε αναπτυχθεί από προγενέστερους συγγραφείς, συμπεριλαμβανομένου του Ελλάνικου και του Ηροδότου, και τον μετέτρεψε σε ένα αυστηρό και ‘επιστημονικό’ είδος λόγου. Ο Ηρόδοτος (1.1) είχε αποφανθεί ότι η πρόθεση των Ιστοριών του ήταν η διατήρηση της μνήμης, «έτσι ώστε όσα έχουν γίνει από τους ανθρώπους να μην ξεχαστούν με το πέρασμα του χρόνου, ενώ μεγάλες και σημαντικές πράξεις να μην απολέσουν τη δόξα τους».[1] Όπως ο Ηρόδοτος, έτσι και ο Θουκυδίδης είχε έντονα την αίσθηση του ρόλου του ως συγγραφέα στην πολιτιστική διαδικασία της διατήρησης της μνήμης του παρελθόντος και - ακολουθώντας τον Ηρόδοτο - παρουσίασε μια διαδοχική αφήγηση σημαντικών γεγονότων του παρελθόντος. Στην καθιέρωση της άποψης ότι ο Θουκυδίδης είναι ο κατ’ εξοχήν ιστορικός έχουν συμβάλει πολλοί παράγοντες. Ο Θουκυδίδης θεωρούσε αντιπάλους τους πρώτους Έλληνες ιστοριογράφους που είχαν συνείδηση του έργου τους. Όπως ο Ευθυμίδης, ένας από τους πρώτους ζωγράφους ερυθρόμορφων αγγείων, έγραψε πάνω σε έναν αριστουργηματικό αμφορέα που υπέγραψε ‘όπως (δεν έκανε) ποτέ ο Ευφρόνιος’, έτσι και ο Θουκυδίδης, επικρίνοντας ονομαστικά τον Ελλάνικο για ανακρίβεια σχετικά με τη χρονολόγηση (1.97) και, κατ’ επέκταση, τον Ηρόδοτο για αντικειμενικά σφάλματα, τοποθετεί το έργο του σε μια ανταγωνιστική σχέση με το έργο των πρώτων ιστορικών.[2] Ο Ευθυμίδης και ο Ευφρόνιος όμως ήταν συμμέτοχοι σε αυτό που αμφότεροι ενδεχομένως θα αναγνώριζαν ως ένα είδος τέχνης, ένα εγχείρημα διεπόμενο από κανόνες, το οποίο επέτρεπε τολμηρούς νεωτερισμούς, αλλά ταυτόχρονα αποδεχόταν και τηρούσε σαφείς γενικές αρχές.[3] Δεν είναι τόσο προφανές ότι ο Θουκυδίδης θα αποδεχόταν ότι είχε αναλάβει το ίδιο ακριβώς ειδολογικά εγχείρημα με τον Ηρόδοτο, αφού δεν χαρακτήρισε το κείμενό του ως ἱστορίαι.[4] Επιπλέον δεν είναι προφανές, εάν οι κανόνες, που χαρακτήριζαν τον πεζό λόγο του 5ου αιώνα, ήταν σαφώς προσδιορισμένοι, όπως οι σχετικοί με τη ζωγραφική των αμφορέων ή των ποιητικών μορφών. Σημαντικό είναι ότι το κείμενο του Θουκυδίδη ακυρώνει και συγχρόνως βασίζεται επί των κειμένων τα οποία έγραψαν οι Έλληνες που θεμελίωσαν την ιστοριογραφία.
 
Νεωτερισμός και στοχασμός
 
Σε αυτό το δοκίμιο θα υποστηριχθεί η άποψη ότι ο Θουκυδίδης ανέπτυξε μι νέα προσέγγιση αναφορικά με την περιγραφή και τη χρήση του παρελθόντος μια προσέγγιση που κατέληξε ουσιαστικά στην ανακάλυψη μιας νέας μεθόδου πολιτικής και κοινωνικής επιστήμης. Με αυτό εννοώ ότι θεωρούσε ανεπαρκείς τις προθέσεις όλων των προγενέστερων (και πολλών μεταγενέστερων) ιστορικών: τη διατήρηση της μνήμης, την εξύμνηση ηρωικών επιτευγμάτων, την έκθεση ηθικών σφαλμάτων, την αιτιώδη συσχέτιση άσχετων φαινομενικά μεταξύ τους γεγονότων του παρελθόντος. Παρά το γεγονός ότι είναι δυνατόν να εντοπίσουμε στο έργο του Θουκυδίδη σημαντικά ίχνη για κάθε μια από αυτές τις προθέσεις, η περιγραφή των γεγονότων του παρελθόντος ήταν ένα μέσο για τον τελικό σκοπό και όχι αυτοσκοπός. Αυτό δηλώνεται απερίφραστα στην καθοριστικής σημασίας προγραμματική δήλωσή του στο χωρίο 1.22.4. Ο συγγραφέας θα ήταν ευχαριστημένος, εάν το κείμενό του θεωρούνταν ‘ωφέλιμο από όσους θελήσουν να έχουν ακριβή γνώση των γεγονότα που συνέβησαν και εκείνων που θα συμβούν στον μέλλον.’[5] Παρ’ όλα αυτά τ κείμενο θέλει να προσφέρει μια ακριβή αφήγηση του παρελθόντος. Η πρόθεση όμως να προσφέρει μια τέτοια αφήγηση δεν στοχεύει στη διατήρηση της μνήμης ως αυτοσκοπό, αλλά στην καθοδήγηση των ανθρώπων ως προς τη μελλοντική τους δράση. Θα υποστηρίξω ότι το κείμενο του Θουκυδίδη διδάσκει τον αναγνώστη ότι το κλειδί για αποτελεσματικές ενέργειες στο μέλλον είναι η κατανόηση των κοινωνικοπολιτικών συστημάτων, δηλ. η πολιτική επιστήμη.
 
Η προγραμματική δήλωση στο 1.22.4 υποδηλώνει ότι το έργο του Θουκυδίδη απέβλεπε να είναι ένα είδος ‘οδηγιών χρήσης για πολιτικά συστήματα’. Η ενσωμάτωση της κοινωνικοπολιτικής θεωρίας στην ακριβή αφήγηση των γεγονότων του παρελθόντος προσπαθεί να δώσει στους ανθρώπους (δηλ. τους αναγνώστες του) τη δυνατότητα να κερδίσουν επιρροή, ώστε να συμμετάσχουν ενεργά στις κοινωνικές και πολιτικές δομές. Είχε σκοπό να δώσει στους ανθρώπους γνώση, η οποία θα ήταν χρήσιμη όσον αφορά την επέκταση της ικανότητας να ασκήσουν ατομική δράση μέσα στην κοινωνία. Τέτοιοι άνθρωποι θα τελούσαν σε μια ανταποδοτική σχέση με την κοινωνία: οι άνθρωποι του Θουκυδίδη δεν θα ήταν μόνον κοινωνικά προϊόντα αλλά και καταλύτες κατά την εξέλιξη των κοινωνιών.[6]
 
Ένας τρόπος για να ανιχνεύσουμε τις προθέσεις του συγγραφέα είναι να προσδιορίσουμε το πεδίο των θεμάτων με τα οποία ασχολείται το κείμενο.[7] Το κείμενο του Θουκυδίδη ασχολείται με ένα πολύ πιο ευρύ πεδίο από αυτό που χειρίζονταν οι συγγραφείς τους οποίους σήμερα θεωρούμε τους ‘πρώτους Έλληνες ιστορικούς’. Ο Θουκυδίδης συνέκρινε το εγχείρημά του και με αυτό των ποιητών και με αυτό των πεζογράφων (λογογράφοι: 1.21.1). Η ποιητική παράδοση, στην οποία αποδίδει μεγάλη σημασία, είναι κατ’ αρχήν η ομηρική, παρόλο που και η τραγωδία εμφανίζεται εξίσου έντονα. Οι λογογράφοι στους οποίους αναφέρεται συμπεριλαμβάνουν προφανώς και ιστορικούς, αλλά και συγγραφείς πολιτικών φυλλαδίων και λόγων στα Αθηναϊκά δικαστήρια. Όπως οι ιστορικοί, έτσι και οι ποιητές και οι συγγραφείς λόγων χρησιμοποιούσαν το παρελθόν, ενώ αμφότεροι είχαν επεξεργασθεί περίτεχνα ‘ρητορικά’ σχήματα, με τα οποία το περιεχόμενο γεγονότων του παρελθόντος έπαιρνε την καλλιτεχνικά ευχάριστη μορφή την οποία απορρίπτει κατηγορηματικά ο Θουκυδίδης.[8]
 
Ο Θουκυδίδης γνώριζε βεβαίως φυλλάδια τα οποία ασκούσαν κριτική στην Αθηναϊκή δημοκρατία - η στενή σχέση μεταξύ ορισμένων κεντρικών ζητημάτων του έργου του (όπως η ναυτική δύναμη και η αυτοκρατορία) και της μάλλον λίγο προγενέστερης ψευδο-ξενοφώντειας Αθηναίων Πολιτείας έχει αναγνωρισθεί προ πολλού.[9] Ο Θουκυδίδης επίσης δανείσθηκε τις μεθόδους και τη γλώσσα της ιπποκρατικής παράδοσης ιατρικών κειμένων. Εκτός από από αυτό ήταν σε θέση να παραπέμπει και να μιμείται τις θεωρίες και το ύφος των σο (όπως στον Διάλογο των Μηλίων) και τους ομιλητές σε συνελεύσεις (όπως στους αγώνες λόγων στη Μυτιλήνη και τη Σικελία). Μεταξύ των δασκάλων της σοφιστικής και της ρητορικής υπήρχαν ορισμένοι οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι είχαν αναπτύξει μια ‘πολιτική επιστήμη’, την πολιτικήν τέχνην. Η σοφιστική/ρητορική αντίληψη της τέχνης ήταν στενά λειτουργική και δεν στηριζόταν θεωρούσε ο Θουκυδίδης ότι έπρεπε να συμβαίνει με κάθε σωστή αντίληψη ‘πολιτικής επιστήμης’, στη συστηματική κατανόηση των κοινωνικοπολιτικών δομών και τη δυναμική αλληλεπίδρασή τους μέσα στο πλαίσιο ευρύτερων κοινωνικών συστημάτων. Με λίγα λόγια, ο Θουκυδίδης σκόπιμα αντιπαρατέθηκε με πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του, μέσα από ένα ευρύ φάσμα που εμείς σήμερα θα θεωρούσαμε λογοτεχνικά είδη - με αποτέλεσμα το έργο του να μη μπορεί να ταξινομηθεί με βάση ένα, καθιερωμένο ή υπό διαμόρφωση λογοτεχνικό πεδίο.[10]
 
Παρόλο που το κείμενο του Θουκυδίδη είναι περίτεχνο με τον δικό του τρόπο, πιστεύω ότι θα πρέπει να τον πάρουμε στα σοβαρά, όταν ο ίδιος προτείνει στο χωρίο 1.22.4 ότι η διαρκής αξία του κειμένου του (όπως και η υπεροχή του στο επίπεδο της σύγκρισης με άλλα λογοτεχνικά είδη) δεν εντοπίζεται στη λογοτεχνική έκφραση που προκαλεί ευχαρίστηση, αλλά στην ακρίβεια, τη διεισδυτικότητα και την πρακτική εφαρμογή της ανάλυσής του. Ο ισχυρισμός του Θουκυδίδη για τη διαρκή αξία του έργου του (δηλ. ως ενός κτήματος ἐς αἰί) βασίζεται σε δύο θεμελιώδεις αντιλήψεις: πρώτον, ότι ο κόσμος στον οποίο μεγάλωσε (δηλ. η Αθήνα στα μέσα του 5ου αιώνα) ήταν κάτι νέο και εκ βάθρων διαφορετικό - και από την Αθήνα του παρελθόντος από τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο· δεύτερον, ο Θουκυδίδης αναγνώρισε κόσμος της Αθήνας, παρά το γεγονός ότι είχε πολύ πρόσφατα διαμορφωθεί παρέμενε θεμελιωμένος σε αρχές ανθρώπινης ψυχολογίας οι οποίες διατηρούνταν σταθερές. Καμία από αυτές τις αντιλήψεις δεν ήταν πρωτότυπη, αλλά όπως θα υποστηρίξω, ο Θουκυδίδης ανέπτυξε αυτές τις θεμελιώδεις αντιλήψεις κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κατέστησε το έργο του ιδιαίτερα πρωτότυπο. Ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσει ο Θουκυδίδης αυτές τις δύο ιδέες καθιστά επίσης το έργο του ‘μοντέρνο’ προ του γράμματος. Δεν αποτελεί υπερβολή, εάν ισχυρισθεί κανείς ότι ο Θουκυδίδης είναι με πολλούς τρόπους ‘μοντέρνος’. Για μεγάλο χρονικό διάστημα διεκδίκησε τον τίτλο του πατέρα του μοντέρνου κλάδου της ‘επιστημονικής’ ιστορίας.[11] Εγώ όμως προτείνω ότι είναι μοντέρνος με μια έννοια η οποία είναι πολύ πιο συνολική και ταυτόχρονα πιο ενοχλητική για τη δική μας ακαδημαϊκή αντίληψη περί ορίων μεταξύ επιστημονικών κλάδων.
 
Από τα μέσα του 19ου αιώνα αφιερώθηκαν πολλές κοινωνιολογικές και πολιτικές αναλύσεις στην εξήγηση των χαρακτηριστικών του ‘μοντέρνου’, προ- κειμένου να διαφοροποιηθούν οι ‘μοντέρνες’ από τις παραδοσιακές, προγενέστερες κοινωνίες. Ο Anthony Giddens εστιάζει σε τρεις παράγοντες:
 
1. τον διαχωρισμό του χρόνου και του χώρου (τον οποίο ονομάζει ‘αποστασιοποίηση’),
 
2. την ανάπτυξη ‘εκσφηνωτικών μηχανισμών’, που ‘ανασύρουν’ την κοινωνική δραστηριότητα από τοπικά συμφραζόμενα (συμπεριλαμβανομένης και της κρατικής διοίκησης) και
 
3- την οικειοποίηση της εξειδικευμένης γνώσης.[12]
 
 Αναγνωρίζοντας ότι παραμένουν πολλές σημαντικές διαφορές μεταξύ του Αθηναϊκού μοντερνισμού και του δικού μας (δηλ. όσον αφορά την οργάνωση της εργασίας και την κλίμακα της παγκοσμιοποίησης) ισχυρίζομαι ότι ο Θουκυδίδης είχε αναγνωρίσει κάτι συγγενές με κάθε έναν από τους τρεις ειδοποιούς παράγοντες του Giddens στην αρχαία Αθήνα του 5ου αιώνα, έτσι ώστε να νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για τον μοντερνισμό του Θουκυδίδη και τον μοντερνισμό της Αθήνας, όπου μεγάλωσε.
 
Δίχως να κρύβουμε τις διαφορές ή να λησμονούμε τις ειδοποιούς διαφορές του μοντερνισμού μας, μπορούμε να μάθουμε κάτι και για τον Θουκυδίδη και για την Αθήνα, αν αναγνωρίσουμε ότι η Αθήνα ήταν μοντέρνα με τους τρόπους με τους οποίους σύγχρονοι πολιτικοί και κοινωνικοί επιστήμονες έχουν προσδιορίσει τον όρο αυτό. Περαιτέρω, υιοθετώντας την αντίληψη του Giddens για την κοινωνική αλλαγή ως προϊόν μιας σχέσης μεταξύ γνωστών παραγόντων και κοινωνικών δομών, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Θουκυδίδης έλαβε μέρος ενεργά στον εκμοντερνισμό της εποχής και του τόπου του: ο ιστορικός αναζήτησε με αυτοπεποίθηση τη γνώση τη σχετική με κοινωνικοπολιτικές δομές. Επίσης επιδίωξε συνειδητά να χρησιμοποιήσει τις ειδικές γνώσεις του σε μια σχέση αλληλεπίδρασης με αυτές τις δομές. Αυτό σημαίνει ότι η ανάλυσή του είχε διπλό σκοπό: αφενός να καταστήσει κατανοητά ορισμένα σημαντικά τμήματα της κοινωνικής δομής (στους αναγνώστες του, οι οποίοι ενημερώνονται διά του κειμένου του) και αφετέρου να προωθήσει την αλλαγή εντός του κοινωνικού συστήματος μέσω της εκούσιας δράσης ανάλογα μορφωμένων ανθρώπων που είναι μέλη αυτής της κοινωνικής δομής. Το κείμενό του, λοιπόν, είναι ένα είδος υπερ-τέχνης, αφού διδάσκει τις τεχνικές οι οποίες επιτρέπουν στα συστήματα και να γίνουν κατανοητά και να επηρεασθούν από αυτούς οι οποίοι έχουν καταστεί ειδικοί της ‘τέχνης’.
 
Εάν παρακολουθήσουμε τον ισχυρισμό του Giddens μέχρι τέλους, προκύπτει ότι, εφόσον οι δομές και τα συστήματα αποσταθεροποιούνται μέσω των ενεργειών προσώπων που έγιναν ‘θουκυδίδειοι ειδικοί σε τεχνικά ζητήματα’ (και εφόσον αυτά τα ειδικευμένα μέλη έχουν αυτά καθεαυτά αλλάξει μέσω της μόρφωσής τους μέσα σε εξελισσόμενες κοινωνικές δομές), το είδος της ειδικής γνώσης το οποίο θα ήταν δυνατόν να προσφέρει το κείμενο του Θουκυδίδη έχει πιθανόν καταστεί απαρχαιωμένο και με αυτόν τον τρόπο και ασήμαντο. Αυτό συμβαίνει διότι το σύστημα δεν είναι δυνατόν να παραμείνει σταθερό από τη στιγμή που έχει ενσωματώσει εξειδικευμένη γνώση για τον εαυτό του· στην περίπτωση αυτή είναι αναγκασμένο να διαμορφωθεί σε κάτι διαφορετικό από αυτό το οποίο ήταν, και κατά αυτόν τον τρόπο το παρελθόν καθίσταται ασυνεχές σε σχέση με το μέλλον. Ο Θουκυδίδης όμως σκεπτόταν προφανώς διαφορετικά: στην προγραμματική έκφραση των προθέσεών του δήλωσε σαφώς ότι το έργο του, περιγράφει ένα ιδιαίτερο παρελθόν και έτσι αποτελεί κτήμα όλων των εποχών (1.22.4). Μένει να δούμε εάν αυτός ο ισχυρισμός ερμηνεύεται καλύτερα ως ένα είδος οριοθέτησης (ένας όρος) του μοντερνισμού του Θουκυδίδη (και, σε αυτήν την περίπτωση, πού θα τοποθετηθεί αυτός ο όρος), ή εάν το κείμενο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι τα διδάγματά του θα καθιστούσαν έναν πολιτικό ικανό να εργασθεί αποτελεσματικά στο πλαίσιο του κοινωνικού συστήματος, ακόμη και όταν αυτά τα συστήματα συνεχίζουν να εξελίσσονται μέσω της αλληλεπίδρασης με ενημερωμένους πολίτες.
 
Παράδοση και μοντερνισμός
 
Ως απάντηση στην ερώτηση του όλβιου Κροίσου της Λυδίας, ο Σόλων του Ηροδότου δηλώνει ότι κατά τη γνώμη του ο ευτυχέστερος άνθρωπος ο οποίος έζησε ποτέ ήταν ο Αθηναίος συμπολίτης του, ο Τέλλος, ο οποίος ‘καταγόταν από μια ευημερούσα πόλη και του οποίου οι γιοι ήταν καλοί τε κάγαθοί. Είδε τα παιδιά του όλα να αποκτούν παιδιά, τα οποία όλα επέζησαν. Η ζωή του ήταν ευτυχισμένη σύμφωνα με τα κριτήριά μας και ο θάνατός του ήταν ένδοξος: όταν οι Αθηναίοι πολεμούσαν τους γείτονές τους στην Ελευσίνα, βοήθησε να νικήσουν τον εχθρό και πέθανε ένδοξα. Η Αθηναίοι τον κήδευσαν δημοσία δαπάνη στο σημείο όπου έπεσε και του απέδωσαν πολλές τιμές’ (Ηροδ. 1.30.4,5). Η διήγηση του Ηροδότου για την απάντηση του Σόλωνα στον Κροίσο είναι σκόπιμα αναδρομική και είναι δυνατόν να εκληφθεί ως προσδιορισμός ‘παραδοσιακών Ελληνικών κοινωνικών εθίμων.’ Κατά τον 5ο αιώνα οι περισσότεροι πολίτες των περισσότερων Ελληνικών πόλεων θα ήταν σε θέση, νομίζω, να αναγνωρίσουν τον ‘κόσμο του Τέλλου’, δηλ. το κοινωνικό σύστημα το οποίο υποστήριζε τις φιλοδοξίες και τις ενέργειές του, ενώ πολλοί θα προσυπέγραφαν το πρότυπο ζωής το οποίο περιγράφεται ως κάλλιστον από τον Σόλωνα του Ηροδότου. Μολονότι θα συμφωνούσαν ότι ελάχιστοι θα μπορούσαν να φθάσουν στο επίπεδο της ευτυχίας του Τέλλου, δεν θα υπήρχε τίποτα στις κοινότητές τους που να καθιστά αυτόν τον τρόπο ζωής μια παράλογη φιλοδοξία. Με αυτήν την έννοια είναι δυνατόν να ισχυρισθούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος παρέμενε μάλλον ‘παραδοσιακό’ παρά ‘μοντέρνο’.[13]
 
Την εποχή κατά την οποία ο Θουκυδίδης μορφώθηκε κοινωνικά και με την οποία ασχολείται, δηλαδή την εποχή του Περικλή, του Κλέωνα και του Αλκιβιάδη, οι Αθηναίοι ίσως αναπολούσαν τον ‘κόσμο του Τέλλου’ με νοσταλγία, ζούσαν όμως τη ζωή τους σε συνθήκες που είχαν αλλάξει τον κόσμο εκ θεμελίων: ως διοικητικό κέντρο της αυτοκρατορίας του Αιγαίου και του εκτεταμένου εμπορικού δικτύου στη Μεσόγειο, η Αθήνα ήταν μια πόλη ευημερούσα και δυνατή, που ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο απίστευτα όνειρα του ηροδότειου Σόλωνα. Η τελευταία μάχη του Τέλλου ήταν μια παραμεθόρια αψιμαχία με τους Μεγαρείς, οι οποίοι ζούσαν στην επόμενη πεδιάδα μετά την Αθήνα. Στη νέα εποχή της αυτοκρατορίας ο πόλεμος δεν αφορούσε μόνο τις συνηθισμένες μάχες με γείτονες: οι πόλεμοι λάμβαναν χώρα σε απομακρυσμένα πεδία με ναυτικές δυνάμεις που δρούσαν σε στενή συνεργασία με τον στρατό ξηράς και σύμφωνα με περίπλοκα στρατηγικά σχέδια.[14] Οι φιλοδοξίες του Τέλλου για το μέλλον ήταν εξασφαλισμένες κατ’ αρχήν από την επιβίωση των ευγενικών παιδιών του και εγγονών του και τελικά από το επιτύμβιο μνημείο, το οποίο επιβεβαίωνε την προσωπική του δόξα. Ο νέος κόσμος της Αθήνας ενθάρρυνε τους πολίτες να φαντασθούν το μέλλον με όρους δόξας της πόλης τους. Οι Αθηναίοι πεσόντες του πολέμου κηδεύονταν μαζικά σε δημόσιο νεκροταφείο.[15] Ο Τέλλος ήταν σε θέση να πάρει αποφάσεις ζωής με σχετική αυτοπεποίθηση, βασιζόμενος στην προσωπική του επαγωγική γνώση σχετικά με το πώς λειτουργεί ο κόσμος. Κατανοούσε τις κοινωνικές δομές οι οποίες καθόριζαν το μάλλον απλό κοινωνικοπολιτικό σύστημα στο οποίο ανήκε αυτός και η οικογένειά του. Οι Αθηναίοι της εποχής του Θουκυδίδη ζούσαν σε μια πολύ ευρύτερη και πολυπλοκότερη κοινωνία, στην οποία η πεποίθηση βάσει προσωπικής επαγωγικής γνώσης είχε αντικατασταθεί αναγκαστικά από υπολογισμούς της διαχείρισης των κινδύνων, υπολογισμούς που βασίζονταν σε ένα ιδιαίτερα περίπλοκο σύστημα που ήταν ίσως αδύνατο να συλλάβει κανείς στο σύνολό του.[16] Αυτό ήταν το σύστημα και οι μηχανισμοί που ο Θουκυδίδης προσπάθησε να καταστήσει κατανοητούς στο κείμενό του.
 
Η μετάλλαξη της Αθήνας από τον κόσμο του Τέλλου στον κόσμο του Περικλή, από μια σχετικά απλή και παραδοσιακή σε μια πολύπλοκη και ‘μοντέρνα’ κοινωνία, ήταν εν πολλοίς παράγωγο της δημοκρατίας και της αυτοκρατορίας. Ο Ηρόδοτος είχε αναγνωρίσει ότι τα χρόνια μετά την πτώση της τυραννίδας των Πεισιστρατιδών, το 510 π.Χ., η ελευθερία και η ισότητα, τα γνωρίσματα της δημοκρατίας, είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση της Αθηναϊκής στρατιωτικής δύναμης. Εν τω μεταξύ οι δημοκρατικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη οδήγησαν σε ένα νέο διοικητικό σύστημα. Συνδέοντας τοπικά κοινωνικά δίκτυα μεταξύ τους και δημιουργώντας έτσι ένα συνολικό δίκτυο, το σύστημα αυτό επέτρεψε στην Αθήνα να ξεπεράσει τα όρια της διακυβέρνησης που εξαρτάται από την προσωπική γνώση και που χαρακτηρίζει τις μικρές, ‘ατομικές’ κοινωνίες. Όταν το νέο διοικητικό σύστημα τέθηκε σε λειτουργία και καθώς οι Αθηναίοι άρχισαν να το γνωρίζουν, αντάλλαξαν εκούσια την παραδοσιακή τους πεποίθηση, τη βασιζομένη στην επαγωγική γνώση των ατόμων, με την πίστη στο ίδιο το σύστημα και στη δυνατότητά του να ελέγχει τους κινδύνους μέσω μηχανισμών ευθύνης και διαφάνειας. Το αποτέλεσμα ήταν μια υψηλής αποτελεσματικότητας διοίκηση, η οποία είχε τη δυνατότητα να λειτουργεί σε μια άγνωστη έως τότε κλίμακα και με πρωτοφανή ταχύτητα.[17] Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ο κοινός χώρος της πόλης μεταμορφώθηκε ανάλογα: νέα κτήρια κτίστηκαν για δημόσιους σκοπούς εντός μιας σαφώς οριοθετημένης δημόσιας ζώνης, μια χωροταξικά καθορισμένη αγορά.[18] Ακόμη και η αντίληψη για τον χρόνο άλλαξε με ένα τυποποιημένο δημόσιο ημερολόγιο και με ιδιαίτερη προσοχή στον διαχωρισμό μεταξύ βραχυπρόθεσμου δημόσιου και νομικού χρόνου με τη χρήση μέσων που παρείχε η τεχνολογία.[19] Μετά την ήττα των Περσικών εισβολέων οι Αθηναίοι στράφηκαν σχεδόν αμέσως προς τη δημιουργία μιας ευρείας συμμαχίας, η οποία σύντομα, μέσω της αλληλεπίδρασης του Αθηναϊκού διοικητικού συστήματος με τη νέα αντίληψη του χωρόχρονου, κατέληξε σε Αθηναϊκή αυτοκρατορία.
 
Η ανάγκη ελέγχου της αυτοκρατορίας - από στρατιωτική, οικονομική και διοικητική άποψη - οδήγησε σε νεωτερισμούς, οι οποίοι αμφισβήτησαν περαιτέρω τις παραδοσιακές αντιλήψεις τις σχετικές με τον χρόνο και τον χώρο, την εθνικότητα και τον τόπο. Ένας στόλος από υπερσύγχρονα πολεμικά πλοία, τα οποία κινούνταν στο Αιγαίο με τρομακτική ταχύτητα, καταργούσε τις συμβατικές αντιλήψεις σχετικά με τη δύναμη και την απόσταση. Ο ρυθμός της ζωής επιταχύνθηκε δραματικά: οι αποφάσεις της πόλης και οι πειραματικές πολιτικές αναπτύσσονταν γρηγορότερα από ό, τι οι προσκολλημένοι στην παράδοση θα ήταν δυνατόν να φαντασθούν. Η ιδιοκτησία και η παραμονή στον ίδιο τόπο δεν αποτελούσαν πλέον σταθερές δομές, οι οποίες θεμελίωναν τις ζωές των ατόμων: πολλοί Αθηναίοι πολίτες περνούσαν ένα μέρος της ζωής τους στο ‘εξωτερικό’, ως κληρούχοι ή ως φρουρά ή ελέγχοντας σημαντικές ξένες περιουσίες ή έχοντας αναμειχθεί σε υπερπόντιες εμπορικές επιχειρήσεις. Το Αθηναϊκό σύστημα των λαϊκών δικαστηρίων ανέλαβε νέα καθήκοντα ελέγχου της αυτοκρατορίας, έτσι ώστε οι έως τότε τοπικές δικαστικές διαφορές μεταφέρονταν πλέον στην Αθήνα και κρίνονταν στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Τυποποιημένα νομίσματα της αυτοκρατορίας δημιούργησαν επανάσταση στη χρήση του χρήματος ως συμβόλου μέτρησης της αξίας, ενώ η ανάπτυξη πιστωτικών συστημάτων επέτρεψε τον μερικό απεγκλωβισμό της οικονομίας από τις παραδοσιακές της κοινωνικές σχέσεις.[20] Η διατήρηση αρχείων προοδευτικά τυποποιήθηκε και η πρόσβαση σε αυτά έγινε δημόσια.[21]
 
Η νέα Αθήνα δημιούργησε επανάσταση στον τρόπο σκέψης για την ισχύ και τη δράση: νεωτεριστικές μορφές δύναμης, πολιτικής και στρατιωτικής, αναπτύχτηκαν πολύ γρήγορα με απρόβλεπτο εκ των προτέρων ρυθμό. Η κοινωνική και η πολιτική ζωή εμπλουτίστηκε πολλαπλά με νέους και εκπληκτικούς τρόπους. Παντού υπήρχε μια αυξημένη αυτοπεποίθηση σχετικά με τον ρόλο της συνειδητής ανθρώπινης δραστηριότητας ως πηγής όλων των σχετικών με τους ανθρώπους φαινομένων. Την ίδια στιγμή, η αυξημένη πολυπλοκότητα του συστήματος φαινομενικά καθιστούσε απίθανο τον έλεγχό τους από ένα μεμονωμένο άτομο.[22] Στη θέση ενός ατόμου που ήλεγχε το πολύπλοκο αυτό σύστημα υπήρχε ένα δίκτυο γνώσεων, ειδικών και ερασιτεχνικών. Οι ειδικές γνώσεις (π.χ. γραμματέων σε δικαστικές επιτροπές) ήταν συνυφασμένες με την πολιτική πρακτική ερασιτεχνών (π.χ. των διά του κλήρου εκλεγμένων δικαστών). Παράλληλα, αυτοανακηρυχθέντες ειδικοί διαφόρων ειδών επωφελούς κοινωνικής γνώσης (συμπεριλαμβανομένων των σοφιστών) προέβαλαν ενεργά τις ειδικές τους γνώσεις ως ένα προϊόν που θα ήταν δυνατόν να ανταλλαχθεί και να αναπαραχθεί μέσα από λογικές διαδικασίες εκμάθησης. Η συλλογική αλληλεπίδραση αυτών των τυποποιημένων μορφών κοινωνικής γνώσης ενεργοποιούσε συνεχώς καινούριες κοινωνικές αλλαγές.
 
Μπροστά σε αυτόν τον πρωτοφανή Αθηναϊκό νεωτερισμό, το μέλλον δεν ήταν προβλέψιμο, η πίστη όμως στο σύστημα επέτρεπε στα άτομα να υπολογίζουν τους κινδύνους και έτσι να λαμβάνουν ενεργά μέρος στη νέα τάξη πραγμάτων. Ήταν όμως το σύστημα καθεαυτό αρκετά σταθερό, ώστε να είναι άξιο εμπιστοσύνης; Ήταν οι αντιφάσεις και οι εντάσεις των Αθηναίων, ο ασταμάτητος νεωτερισμός, ο αναιδής προσανατολισμός τους προς το μέλλον, πηγές δύναμης ή αδυναμίας; Αυτό το περίεργο, νέο φαινόμενο θα αποδεικνυόταν μια ασυγκράτητη δύναμη, η οποία θα κατέστρεφε τις παραδοσιακές κοινότητες ολοσχερώς οδηγώντας τις στον θάνατο; Ή ήταν ένα ανέκδοτο ιστορικού απροόπτου, μια ανωμαλία καταδικασμένη σε γρήγορη εξαφάνιση; Θα ήταν δυνατόν να συνυπάρξει μέσα στον χρόνο με παραδοσιακές κοινωνίες, οι οποίες εκτιμούσαν περισσότερο τη σταθερότητα και τη συνέχεια παρά τον νεωτερισμό και την αλλαγή; Αυτού του είδους ήταν τα ερωτήματα τα οποία έθεσε ο Θουκυδίδης, με σκοπό να τα απαντήσει για τους αναγνώστες του.
 
Δυναμικά συστήματα και συγκρούσεις
 
Στα δύο επόμενα κεφάλαια θα διηγηθώ μια ιστορία για το πώς ο Θουκυδίδης, ο οποίος μεγάλωσε στον ‘κόσμο του Περικλή’, τον οποίο περιέγραψα προηγουμένως, κατέληξε να εφεύρει την πολιτική επιστήμη, αναλύοντας αυτόν τον κόσμο και τη σχέση του με την παραδοσιακή Ελλάδα. Είναι βέβαια αδύνατο να ανακαλύψουμε τα ίχνη, την πραγματική σειρά και εξέλιξη των σκέψεων του Θουκυδίδη· δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε τη στιγμή κατά την οποία ξεκίνησε και ανέπτυξε τις ιδέες και τις αντιλήψεις που τελικά κατέληξαν στην παραγωγή του κειμένου, που έχουμε εμείς μπροστά μας. Έτσι το προτεινόμενο εξελικτικό σχήμα πρέπει να το δούμε περισσότερο ως ένα εργαλείο έρευνας παρά ως μια υπόθεση την οποία πρέπει οπωσδήποτε να υπερασπισθεί κανείς. Παρ’ όλα ταύτα δεν μου φαίνεται σημαντικό το ζήτημα της σειράς με την οποία ο Θουκυδίδης ανέπτυξε τις σκέψεις του. Αυτό το οποίο είναι σημαντικό είναι να προσδιορίσουμε τα διαφορετικά πνευματικά στοιχεία, χωρίς τα οποία το κείμενο δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει, όπως και τη σχέση αυτών των στοιχείων μεταξύ τους.
 
Τα θεμέλια του κειμένου του Θουκυδίδη εντοπίζονται, πρώτον, σε δύο βασικές ιδέες: αφενός ότι η ανθρώπινη ψυχολογία ήταν (λιγότερο ή περισσότερο) σταθερή, αφετέρου ότι η δημοκρατική Αθήνα, η Αθήνα του Περικλή και των άλλων ήταν ουσιαστικά κάτι νέο και με αυτόν τον τρόπο αντιπροσώπευε μια σημαντική ρήξη με την παραδοσιακή Ελλάδα και τις μορφές της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης τις οποίες έχουμε ονομάσει ‘τον κόσμο του Τέλλου’. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι αμφότερες αυτές οι βασικές ιδέες ήταν αυθεντικές, δηλ. ότι ανήκαν στον ίδιο τον Θουκυδίδη. Η σκέψη ότι η ανθρώπινη φύση είναι αρκετά σταθερή αποτελούσε κεντρικό στοιχείο της σοφιστικής διδασκαλίας στα μέσα του 5ου αιώνα. Η πραγματεία του ψευδο-Ξενοφώντα και οι κωμωδίες του Αριστοφάνη (μεταξύ άλλων) δείχνουν ότι είχε γίνει πλέον κοινός τόπος, τουλάχιστον στους πνευματικούς κύκλους, να υποστηρίζεται ότι ‘η νέα Αθήνα ήταν διαφορετική’ σε σύγκριση με τους θεσμούς και τις πρακτικές των παραδοσιακών Ελληνικών πόλεων. Βεβαίως ο Θουκυδίδης ίσως βασίζεται κατά το μάλλον ή ήττον στους προκατόχους του όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο εισάγει τους αναγνώστες του στη ‘νέα και διαφορετική Αθήνα’. Ο Ξενοφών υιοθετεί τη λογοτεχνική έπαρση της γνώσης εκ των έσω, εξηγώντας σε έναν αφελή και δύσπιστο, μη Αθηναίο αναγνώστη την έκταση και την ιδιαιτερότητα της Αθηναϊκής διαφοράς. Έτσι, οι Κορίνθιοι του Θουκυδίδη (1.68-71 αναλαμβάνουν τον ρόλο των ειδικών, οι οποίοι γνωρίζουν, ενώ προσπαθούν νά εξηγήσουν σε ένα, προφανώς αφελές και κατ’ αρχήν δύσπιστο κοινό Σπαρτιατών τι ακριβώς είναι νέο και διαφορετικό στην Αθήνα.
 
Οι Κορίνθιοι του Θουκυδίδη συγκρίνουν τους ‘μοντέρνους Αθηναίους’ με τους ‘παραδοσιακούς Σπαρτιάτες’. Οι δύο κοινωνίες παρουσιάζονται ως εκ διαμέτρου διαφορετικές, μια άποψη που βασίζεται σε δύο κριτήρια: η Αθήνα ενεργούσε με ταχύτητα, ενώ η Σπάρτη με καθυστέρηση, η Αθήνα ήταν τεχνολογικά νεωτερίζουσα, ενώ η Σπάρτη πλήρως συμβατική, η Αθήνα αναζητούσε τον κίνδυνο, ενώ η Σπάρτη τον απέφευγε κτλ. Η αντιπαράθεση της μοντέρνας Αθήνας με την παραδοσιακή Σπάρτη εξαντλείται στο κείμενο του Θουκυδίδη στους λόγους του Αρχίδαμου και του Περικλή με ορισμένες επιπλέον λεπτομέρειες: το Αθηναϊκό ναυτικό αντιπαρατίθεται προς τον Σπαρτιατικό στρατό, ενώ οι οικονομικοί πόροι των Αθηνών αντιπαραβάλλονται με την απουσία χρημάτων στην περίπτωση της Σπάρτης, ο ευμετάβλητος χαρακτήρας των Αθηναίων συγκρίνεται με τη Σπαρτιατική σταθερότητα. Υπάρχουν πολλές αιτίες οι οποίες είναι δυνατόν να οδήγησαν τον Θουκυδίδη να συγγράψει αυτό το κείμενο, αφού η αντιπαράθεση της Αθήνας με τη Σπάρτη ήταν ένας καθιερωμένος τόπος πνευματικών και πολιτικών συζητήσεων. Πολλά μάλιστα από τα στοιχεία στα οποία δίνουν έμφαση οι ομιλητές του Θουκυδίδη ως θεμελιώδη στοιχεία του Αθηναϊκού μοντερνισμού είναι καθιερωμένα θέματα μεταξύ των συγγραφέων του 5ου αιώνα. Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ο Θουκυδίδης πρωτοτυπεί απαριθμώντας τα. Τελικά, η σχέση μεταξύ της δημοκρατίας ως πολιτικής μορφής με τα περισσότερο προφανή στοιχεία του Αθηναϊκού μοντερνισμού ήταν καθιερωμένη και δεδομένη. Ποια λοιπόν είναι η αυθεντική συμβολή του Θουκυδίδη;
 
Έχοντας συλλάβει τα καθιερωμένα θέματα του 5ου αιώνα σχετικά με αυτό που ονομάζω Αθηναϊκό μοντερνισμό και τους τρόπους με τους οποίους αυτός βρισκόταν σε αντίθεση με τη Σπαρτιατική προσκόλληση στις παραδόσεις, η πρώτη ουσιαστικά ριζοσπαστική παρέμβαση του Θουκυδίδη ήταν να αναγνωρίσει ότι αυτή η αντίθεση δεν ήταν ένα στατικό ‘στοιχείο για τον κόσμο’[23]. Ήταν περισσότερο η κινητήρια δύναμη μιας μακρόχρονης (εικοσιπενταετούς) και καταστρεπτικής περιόδου ένοπλης διένεξης μεταξύ δύο μεγάλων, αλλά πολύ διαφορετικών δυνάμεων. Αυτή η διένεξη κυριάρχησε στη ζωή του Θουκυδίδη και ήταν βεβαίως το αντικείμενο του έργου του.
 
Η αντίληψη του Θουκυδίδη για την καταστρεπτική δυναμική την οποία συνεπάγεται η αντιπαράθεση μεταξύ του μοντερνισμού και της προσκόλλησης στις παραδόσεις εκφράζεται χωρίς περιστροφές σε ένα πολύ γνωστό χωρίο του κειμένου (1.23.6), όπου ο Θουκυδίδης ισχυρίζεται ότι η ‘αληθινή αιτία’ της σύγκρουσης ήταν ο φόβος των Σπαρτιατών απέναντι στην ανάπτυξη της Αθηναϊκής δύναμης. Έτσι οι Σπαρτιάτες άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι η εικόνα, που παρουσιάζουν οι Κορίνθιοι στον Θουκυδίδη, ήταν αληθινή. Και κάτι περισσότερο: άρχισαν να αποδέχονται την εγκυρότητα των όσων ισχυρίζονταν οι Κορίνθιοι. Ο Αθηναϊκός μοντερνισμός με λίγα λόγια θα υπερτερούσε, αν δεν εμποδιζόταν, τελικά όλων των παραδοσιακών μορφών της Ελληνικής κοινότητας. Οι Κορίνθιοι του Θουκυδίδη εξηγούν ότι η λογική του Αθηναϊκού μοντερνισμού ήταν δυναμικά επεκτατική. Τη στιγμή που ο δυναμικός επεκτατισμός έγινε αντιληπτός από τη Σπάρτη ως δυνητικά μοιραίος για την επιβίωση της Σπάρτης ο πόλεμος έγινε αναπόφευκτος. Συνοπτικά θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο Θουκυδίδης ξεκινώντας από μια στατική σύλληψη των ‘μοντέρνων Αθηνών και της παραδοσιακής Σπάρτης’ την ανέπτυξε δημιουργώντας ένα δυναμικό μοντέλο, ικανό να εξηγήσει τις υποκείμενες αιτίες μεγάλων ιστορικών γεγονότων· μάλιστα το έκανε αυτό, χωρίς να καταφύγει σε παράγοντες άλλους εκτός των ανθρώπινων. Ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι ο μεγάλος πόλεμος ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της παρέκκλισης της Αθήνας ως κοινωνικοπολιτικού συστήματος από τις παραδοσιακές μορφές της ελληνικής κοινότητας, αλλά και του φόβου, τον οποίο αυτή η παρέκκλιση προκαλούσε στην υπερπαραδοσιακή Σπάρτη.
 
Έχοντας διαγνώσει τον δυναμισμό της αντίθεσης της Αθήνας με τη Σπάρτη, ο Θουκυδίδης συνειδητοποιεί κατόπιν ότι αυτή η αντιπαλότητα θα είναι έντονη και διαρκής: κάθε πλευρά διέθετε ουσιαστικά, αν και πολύ διαφορετικά, πλεονεκτήματα - πολιτικά, δημογραφικά και υλικά. Αυτά τα πλεονεκτήματα θα επέτρεπαν και στις δύο πλευρές να συνεχίσουν να μάχονται παρά τις δυσάρεστες εκπλήξεις, τις κατά τα φαινόμενα καταστροφικές απώλειες, τις παλινδρομήσεις, οι οποίες κανονικά θα ανάγκαζαν άλλες κοινότητες να αναστείλουν τις εχθροπραξίες. Για αυτόν τον λόγο ο πόλεμος μπορούσε να εξαπλωθεί και γεωγραφικά και χρονικά· διέφερε ριζικά από την ‘εποχή των εκστρατειών εναντίον γειτόνων’, της αντιπαράθεσης μεταξύ πόλεων στον ‘κόσμο του Τέλλου’, και υπερέβαινε ακόμη και τους μυθικούς πολέμους των Ομηρικών επών. Ο νέος πόλεμος ήταν μια τεράστια σύγκρουση, η οποία διαδραματιζόταν σε πολλά θέατρα μαχών και καμιά φορά γινόταν μέσω αντιπροσώπων. Φαινομενικά διαλείμματα κατά τις εχθροπραξίες δεν συνιστούσαν εποχές πραγματικής ειρήνης, αλλά μόνον άλλες μορφές της συνεχιζομένης αντιπαλότητας. Αυτό συνέβαινε διότι οι Σπαρτιάτες αναγνώριζαν και φοβούνταν τις συνέπειες του Αθηναϊκού μοντερνισμού: εφόσον η Αθήνα παρέμενε μοντέρνα (και επομένως δυναμικά επεκτατική) και η Σπάρτη παρέμενε παραδοσιακή (και επομένως βέβαιο θύμα του ανεξέλεγκτου Αθηναϊκού επεκτατισμού), δεν υπήρχε κανένα πραγματικό έδαφος για ειρήνη. Η αναγνώριση από τον Θουκυδίδη της δυναμικής φύσης της αντίθεσης της Αθήνας με την Σπάρτη και του εύρους αυτής της αντίθεσης ήταν επομένως η πηγή τόσο του προγραμματικού ισχυρισμού ότι ο πόλεμος θα ήταν σημαντικός (1.1.1) όσο και της εκ των υστέρων άποψης ότι η σύγκρουση αποτέλεσε έναν μοναδικό πόλεμο που διήρκεσε 27 έτη (5-26).
 
Ο Θουκυδίδης στη συνέχεια αναγνώρισε ότι η έντονη αντίθεση μεταξύ του δημοκρατικού μοντερνισμού και της ολιγαρχικής προσκόλλησης στην παράδοση προκαλούσε αντιπαραθέσεις εντός των Ελληνικών κρατών. Επομένως, με όρους που αφορούν την έννοια του χώρου, ο πόλεμος λάμβανε χώρα εσωτερικά, με τη μορφή στάσεων, και συγχρόνως εξωτερικά μεταξύ πολιτικών κοινοτήτων και ομάδων των κοινοτήτων αυτών. Το εκτεταμένο θέατρο του πολέμου συνοδευόταν για αυτόν τον λόγο από μια έντονη αντίθεση, η οποία έφερε τον πόλεμο εντός των τειχών της πόλης ακόμη και εντός των τοίχων ενός σπιτιού. Η αντίθεση μεταξύ μοντερνισμού και εμμονής στην παράδοση παρήγαγε με αυτόν τον τρόπο κοινωνικοπολιτικές παθολογίες, οι οποίες αποδείχθηκαν ικανές να μολύνουν και τελικά να καταστρέψουν τις κοινότητες της πόλεως. Το γεγονός ότι η σύγκρουση ήταν αγώνας δύο αντίπαλων πολιτικών συστημάτων (της δημοκρατίας και ολιγαρχίας) προσέφερε σε διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές ομάδες (τους πλούσιους και τους φτωχούς) εντός μια δεδομένης πόλης την ευκαιρία να ταυτίσουν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους με πολύ ευρύτερες διαδικασίες, με πολύπλοκα συστήματα (που είχαν τη μορφή της Αθηναϊκής και Σπαρτιατικής συμμαχίας) και να υποστηρίξουν, με διαφορετικό τρόπο, τον μοντερνισμό και την παράδοση. Και αυτή η τάση της ταύτισης περισσότερο με εξωτερικές διαδικασίες και συστήματα που αποσταθεροποιούν παρά με ‘το κοινό καλό της ενωμένης τοπικής πολιτικής κοινότητας’ σήμαινε ότι τα τοπικά συμφέροντα και αξίες απαγκιστρώθηκαν από τις τοπικές συνήθειες και πρακτικές της μολυσμένης κοινότητας.
 
Ως αποτέλεσμα η γλώσσα με την οποία περιγράφονταν οι αξίες και τα συμφέροντα ήταν ελεύθερη από τους γνωστούς περιορισμούς που επέβαλαν η πρακτική και η συνήθεια. Τη θέση των τοπικών και θεμελιωμένων στην πράξη ορισμών άρχισε τώρα να καταλαμβάνει το είδος των χαλαρά αφηρημένων διατυπώσεων που συνδέουμε με τους σοφιστές και αφορούσε τους ανθρώπινους υπολογισμούς και ενέργειες. Κατ' αυτόν τον τρόπο καθιερώθηκε ένα είδος αρνητικής αντανάκλασης μεταξύ μιας σοφιστικής και λειτουργικής ‘πολιτικής τέχνης’ και της διάλυσης των μέχρι τότε σταθερών κοινωνικών δομών. Ο Θουκυδίδης προβάλλει την Κέρκυρα ως μια περίπτωση βάσει της οποίας μπορεί να μελετηθεί αυτή η διαδικασία αποσύνθεσης, υπογραμμίζοντας όμως τον γενικό χαρακτήρα της: η στάσις, η οποία γεννήθηκε από την αντιπαράθεση του μοντέρνου με το παραδοσιακό, τυραννούσε τις κοινότητες παντού στον Ελληνικό κόσμο. Οι συμμετέχοντες σε στάσεις που έλαβαν χώρα αργότερα, σημειώνει, χρησιμοποιούσαν αντανακλαστικά γνώσεις που προέρχονταν από γεγονότα τα οποία είχαν λάβει χώρα αλλού, με σκοπό να εφεύρουν νέες μορφές βαρβαρότητας (3.82). Έτσι, η σύγκρουση μεταξύ του Αθηναϊκού μοντερνισμού και της Σπαρτιατικής προσκόλλησης στην παράδοση αποτελούσε μέρος της κατάρρευσης αυτού που ο Θουκυδίδης, οδυνηρά και χαρακτηριστικά, περιγράφει ως την ‘αρχαία λιτότητα’ (εὔηθες) (3·83)·[24]
 
Το φαινόμενο της στάσεως αποκάλυψε μια άλλη αλληλεπίδραση μεταξύ του κοινωνικοπολιτικού συστήματος, το οποίο χαρακτηρίζει μια δεδομένη κοινότητα (και τα ηθικά και πολιτιστικά θεμέλιά της), και των αναγκών της ανθρώπινης φύσης. Η αναλογία μεταξύ πόλης και ψυχής, και κατά συνέπεια μεταξύ ενδοκοινοτικής αντιπαράθεσης και παθολογίας της ηθικής ψυχολογίας, θα αναπτυχθεί πλήρως από τον νεότερο σύγχρονο του Θουκυδίδη, τον Πλάτωνα (ειδικά στην Πολιτεία). Ο Θουκυδίδης ο ίδιος όμως σημείωσε αξιοπρόσεκτη πρόοδο όσον αφορά την κατανόηση τρόπων με τους οποίους οι εσωτερικές διαμάχες στις πόλεις αποκαλύπτουν αλήθειες σχετικά με θεμελιώδεις αρχές της ανθρώπινης ψυχολογίας. Ο Θουκυδίδης πίστευε ότι η στάσις υποσκάπτει τις κοινωνικές δομές, οι οποίες κανονικά περιορίζουν τις πράξεις των ανθρώπων. Απελευθερωμένοι από τους περιορισμούς των κοινωνικών δομών, οι άνθρωποι τείνουν εκ φύσεως να φέρονται εγωιστικά. Αυτό σημαίνει, ότι προσπαθούν να προωθήσουν περισσότερο τα δικά τους συμφέροντα σε ανταγωνισμό με άλλους παρά να συνεργασθούν με άλλους, διαφορετικούς ανθρώπους σε κοινά έργα. Αυτή η τάση προς την αυτοπροβολή συνετέλεσε στον μαρασμό των υφιστάμενων κοινωνικών δομών και κατ’ αυτόν τον τρόπο και του ίδιου του πολιτισμού. Το προσωπικό συμφέρον δεν ήταν δυνατόν να εξασφαλίσει μια εναλλακτική ‘φυσική’ δομή (με μορφή ελευθεριάζουσας ουτοπίας), διότι οι εγωιστικές πράξεις των ανθρώπων θα καθοδηγούνταν από μια μοιραία επαγωγική γνώση των πολύπλοκων παραμέτρων οι οποίες συνέβαλαν στα πραγματικά συμφέροντά τους. Έτσι οι ενέργειές τους δεν οδηγούσαν στην προώθηση των συμφερόντων τους. Το προσωπικό συμφέρον, όταν δεν θα βασίζεται σε πραγματική γνώση, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί λογικό. Ένα ταχέως φθίνον κοινωνικό σύστημα ήταν εξ ορισμού ένα εξαιρετικά πολύπλοκο ανθρώπινο περιβάλλον, όπου δήθεν λογικές (αλλά ουσιαστικά παράλογες) επιλογές είχαν καταστρεπτικές συνέπειες όταν οι συνθήκες άλλαζαν με χαοτικό και απρόβλεπτο τρόπο.
 
Η σημαντικότερη περίπτωση διακοινοτικής διένεξης που εξετάζει ο Θουκυδίδης είναι η στάσις που κατέστρεψε την κάποτε ευημερούσα πόλη της Κέρκυρας. Όλες όμως οι κοινότητες ήταν δυνατόν να πληγούν από την υποχώρηση του έλλογου στοιχείου στην ανθρώπινη φύση, όταν η κοινωνική δομή αποσαθρώνεται: η εγγενής ανθρώπινη ροπή προς τον εγωισμό ήταν ένας παράγοντας που συνετέλεσε στη χαοτική συμπεριφορά των Αθηναίων κατά την έξαρση του λοιμού και κατά την Αθηναϊκή στάση του 411. Και όμως η περίπτωση των Αθηναίων δείχνει επίσης ότι η κοινωνική παθολογία δεν είναι αναγκαστικά μοιραία: η Αθήνα διατήρησε την ικανότητα να ενεργεί συνεκτικά ως κοινότητα σε όλη την περίοδο του λοιμού και ανένηψε από την επαναστατική περίοδο του 411. Σε αντίθεση με αυτό που μερικοί σοφιστές προφανώς δίδασκαν στους μαθητές τους η κατανόηση της ψυχολογικής βάσης των ανθρώπινων ενεργειών δεν ήταν αυτή καθεαυτή επαρκής, ώστε να επιτρέπει σε έναν παράγοντα να παρεμβαίνει αποτελεσματικά σε ένα δεδομένο κοινωνικό σύστημα: το κείμενο του Θουκυδίδη δείχνει ότι η εκάστοτε πολιτική συμπεριφορά ήταν πολύ πιο περίπλοκη και ποικίλη από μια απλώς ‘εγωιστική ανθρώπινη φύση’. Η απλή συνειδητοποίηση ότι τα ανθρώπινα όντα τείνουν να επιδιώκουν το προσωπικό τους συμφέρον ήταν μόνο ένα μέρος μιας ευρύτερης κοινωνικοπολιτικής εξίσωσης.
 
Δημοκρατία και δύναμη
 
Ο Θουκυδίδης ισχυρίζεται ότι κατά την έναρξη των εχθροπραξιών οι Σπαρτιάτες και ενδεχομένως πολλοί άλλοι Έλληνες (2.8.4-5) ανέμεναν ο πόλεμος να είναι μια σχετικά βραχύχρονη υπόθεση, η οποία θα τελείωνε με τη νίκη της Σπάρτης. Αυτή η προσδοκία βασιζόταν σε εικασίες που στηρίζονταν σε περιορισμένες ιστορικές γνώσεις και πολιτικά συστήματα. Είχαν αναγνωρίσει ότι η Αθήνα είχε γίνει πολύ ισχυρή κατά τις δεκαετίες μετά τους Περσικούς Πολέμους, ενώ το εγγενώς ευμετάβλητο δημοκρατικό σύστημα των Αθήνας δεν θεωρούνταν ακόμη ισάξιος αντίπαλος της Σπάρτης, της οποίας η πολιτειακή σταθερότητα προκαλούσε δέος. Οι σημαντικότερες εκστρατείες των μέσων του 5ου αιώνα είχαν δημιουργήσει ένα αποφασιστικό προηγούμενο: όταν η Σπάρτη πολεμούσε, η Αθήνα τελικά αναγκαζόταν να εκλιπαρήσει για ειρήνη. Για να εξηγηθεί πώς και για ποιον λόγο ο ‘εικοσιεπτάχρονος πόλεμος’ διέψευσε τις γεμάτες αυτοπεποίθηση προβλέψεις των έμπειρων παρατηρητών και κατέρριψε τα παγιωμένα τοπικά και χρονικά όρια των συγκρούσεων μεταξύ ελληνικών πόλεων, ο Θουκυδίδης έπρεπε να κάνει κάτι περισσότερο από το να περιγράψει πάλι τα αυτονόητα και επιφανειακά χαρακτηριστικά του Αθηναϊκού μοντερνισμού (ταχύτητα, νεωτερισμός, ανάληψη ριψοκίνδυνων πρωτοβουλιών, κτλ.). Έπρεπε να διερευνήσει τη φύση της Αθηναϊκής δύναμης και τη σχέση της και με τη δημοκρατική πολιτική τάξη και με την ανθρώπινη ψυχολογία. Αυτό μας οδηγεί στο επίκεντρο του σχεδίου του Θουκυδίδη και στη διανοητική του πρωτοτυπία.
 
Οι Κορίνθιοι του Θουκυδίδη εκφράζουν κάτι το οποίο ήταν πιθανώς η τυπική εκτίμηση των Ελλήνων, όταν υπαινίσσονται ότι οι ορατές εκδηλώσεις της Αθηναϊκής υπεροχής (και ιδιαιτερότητας) ήταν απλώς ένα γεγονός που οφειλόταν στον εγγενή ‘εθνικό χαρακτήρα’. Δεν έδειξαν ενδιαφέρον να ερευνήσουν, πώς αυτός ο χαρακτήρας αναδύθηκε στην πορεία μιας συγκεκριμένης εθνικής ιστορίας και πώς αναπτύχθηκε και διατηρήθηκε μέσα από διάφορους πολιτικούς θεσμούς και πολιτιστικές συνήθειες. Αντίθετα, το κείμενο του Θουκυδίδη, τόσο τα αναλυτικά του μέρη, τα οποία προηγούνται των χαρακτηρισμών των Κορινθίων, όσο και τα αφηγητικά, τα οποία ακολουθούν, παρέχει στον αναγνώστη μια βαθειά και λεπτομερή εξήγηση της προέλευσης και ζωτικότητας του Αθηναϊκού ‘εθνικού χαρακτήρα’, ο οποίος ήταν διαφορετικός από τους άλλους Έλληνες και ο οποίος κατ’ εξοχήν οδηγούσε στον επεκτατισμό.
 
Ο αναγνώστης του Θουκυδίδη (όπως προβάλλεται στο Σπαρτιατικό ακροατήριο των Κορινθίων) μαθαίνει ότι ο δυναμικός επεκτατισμός των Αθηναίων γίνεται κατανοητός αρχικά με όρους τελειοποίησης της τεχνολογίας της δύναμης. Στην επονομαζόμενη Αρχαιολογία ο Θουκυδίδης εκθέτει τις συνθήκες οι οποίες περιόριζαν την ισχύ των αρχαϊκών Ελληνικών κοινωνιών. Λόγω της εσωτερικής διχόνοιας και της ενδημικής παρουσίας πειρατών οι πρώτες Ελληνικές κοινότητες δεν ήταν σε θέση να συγκεντρώσουν τις τρεις αναγκαίες προϋποθέσεις της δύναμης. Η πρώτη εξ αυτών ήταν χρήματα για επενδύσεις σε πολυδάπανα έργα. Η επόμενη ήταν ασφαλή τείχη, ικανά να αποτρέψουν απόπειρες να λεηλατηθούν τα αποθέματα κεφαλαίου. Η τρίτη ήταν ένα ναυτικό διά του οποίου η δύναμη θα ήταν ικανή να επεκταθεί γρήγορα και σε απόσταση, χωρίς να υποστεί φθορά λόγω της απόστασης, με σκοπό την άντληση χρημάτων από πιο αδύναμες κοινότητες. Αυτή η ‘υλική τριάδα’ χρημάτων, τειχών και πλοίων ήταν αυτομάτως συνδεδεμένη με τη γνώση αυτού το οποίο θα ονομάζαμε την ‘ιδεολογική τριάδα’ της αυτοκρατορίας (ἀρχή), ασφάλειας (ἀσφάλεια) και επεκτατική δύναμη (δύναμις). Παλαιότερες Ελληνικές δυνάμεις (π.χ. ο Μίνως στην Κρήτη) είχαν αναπτύξει εντυπωσιακές, ακόμη όμως στοιχειώδεις, εκδοχές αυτού του διπλού (υλικού/ιδεολογικού) τριγώνου. Απέμεινε λοιπόν στους Αθηναίους του 5ου αιώνα να καταστήσουν το σύστημα σχεδόν τέλειο. Οι εσωτερικοί μηχανισμοί αυτής της τεχνολογίας της δύναμης εξηγούνται περαιτέρω στον αναγνώστη στους τρεις λόγους του Περικλή -τον Επιτάφιο και τους δύο λόγους προς την Αθηναϊκή εκκλησία - δήμου.[25]
 
Η τελειοποιημένη τεχνολογία της δύναμης επέτρεπε, ίσως και να επέβαλλε την επεκτατική ανάπτυξη. Η ιδεολογική γνώση επέτρεπε στα υλικά στοιχεία να χρησιμοποιούνται πιο αποτελεσματικά και η αντανάκλαση από τη χρήση τους παρήγαγε βαθύτερη ιδεολογική κατανόηση. Επειδή ήταν δυναμικά ανακλαστική στις λειτουργίες της, η τεχνολογία οδηγούσε στην ανάπτυξη χω; προφανή όρια: μεγαλύτερα κεφάλαια προσέφεραν βελτίωση της εσωτερικής δομής, η οποία με τη σειρά της ενίσχυε την ασφάλεια. Αυτό σήμαινε μια αυί μένη δυνατότητα στο να αποστέλλεται μεγαλύτερη δύναμη ταχύτερα και πιο μεγάλες αποστάσεις. Και αυτό πάλι με τη σειρά του απέφερε περισσότερο κεφάλαιο. Και τα λοιπά - ενδεχομένως, όπως φαινόταν, επ’ άπειρον. Μολονότι καθένα από αυτά τα υλικά στοιχεία (χρήματα, τείχη, πλοία) ήταν σαφές η αντανακλαστική τεχνολογία της δύναμης, η οποία υποστήριζε την Αθηναϊκή ανάπτυξη, ήταν υπερβολικά δύσκολο να γίνει αντιληπτή στο σύνολό της - Περικλής του Θουκυδίδη την περιγράφει ως ένα είδος ‘μυστικού’ σε έναν λόγο προς στην εκκλησία του δήμου (2.62). Επιπλέον, το μυστικό δεν αποκαλύπτεται εντελώς, ακόμα και αν ομολογείται η ύπαρξή του - ο Περικλής στρέφει την προσοχή του στη ναυτική δύναμη. Είναι απίθανο ένας ακροατής, ο οποί άκουσε μόνον τους τρεις λόγους του Περικλή, όπως μας τους μεταφέρει ο Θουκυδίδης (ή σε παρόμοια μορφή), να είναι σε θέση να συλλάβει επακριβώς - πολύπλοκο σύστημα το οποίο συνέδεε την τεχνολογία της δύναμης με την ανάπτυξη της αυτοκρατορίας.
 
Σε ορισμένα σημεία, προφανέστερα στη συζήτηση για τη Σικελική εκστρατεία, ο Θουκυδίδης ισχυρίζεται ότι οι Αθηναίοι είχαν ιδιαιτέρως περιορισμένη γνώση του συστήματος της δύναμης και της επέκτασης στην οποία ίδιοι συμμετείχαν.[26] Όμως το σύστημα λειτουργούσε αναμφισβήτητα με επιτυχία. Εκπληρούσε τις ανάγκες της ανθρώπινης φύσης, με τις οποίες ικανοποιούνται τα συμφέροντα των ανθρώπων: το σύστημα προσπόριζε μεγάλα οφέλη στους Αθηναίους (και ως άτομα και ως κοινότητα) από την άποψη ψυχικών ικανοποιήσεων (συμμετοχή στη δόξα, έντονη δραστηριότητα, ικανοποίηση της περιέργειας), όπως επίσης και από την άποψη των υλικών ανταμοιβών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι Αθηναίοι εμπιστεύονταν όλο και περισσότερο το σύστημα. Επιπλέον, είχαν τη διάθεση να διακινδυνεύουν όλο και περισσότερο (και ως άτομα και ως κοινότητα), πράγμα το οποίο ήταν αποτέλεσμα τη αυξανόμενης εμπιστοσύνης. Τροφοδοτημένο από μια διαρκώς εντονότερη τάσ για ανάληψη επικίνδυνων αποστολών το σύστημα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει νέες προκλήσεις, να επεκταθεί προς νέες εντυπωσιακές κατευθύνσεις. Υπήρχαν οπισθοδρομήσεις, οι οποίες όμως εντάσσονταν στη συνολική εξίσωση: το ρίσκο, το οποίο έπαιρναν οι Αθηναίοι, τους έθετε πραγματικά σε κίνδυνο, αλλά παρέμενε μάλλον υπολογίσιμο ρίσκο και όχι απλή απερισκεψία. Ο Περικλής του Θουκυδίδη αναφέρεται στη λογική του ρίσκου, όταν αντιπαραθέτει τις Αθηναϊκές και Σπαρτιατικές μορφές του θάρρους: αντιθέτως προς τη Σπαρτιατική συνήθεια, το Αθηναϊκό θάρρος ήταν βασισμένο στη δυνατότητα της επιλογής.[27]
 
Το επεκτατικό σύστημα ενσωμάτωνε δομή και επιλογή: θεμελιωμένο πάνω στην τεχνολογία της δύναμης αναπαρήγαγε αρκετά πιστά μια ψυχολογία ανάληψης ενός λογικού ρίσκου. Αυτή η ψυχολογία με τη σειρά της προωθούσε την παραγωγικότητα του συστήματος και ανανέωνε την εμπιστοσύνη σε αυτό. Ο Αθηναϊκός ‘εθνικός χαρακτήρας’, ο οποίος εμφανιζόταν σε λιγότερο ενδελεχείς παρατηρητές ως ένα απλό στοιχείο της Αθηναϊκής ‘φύσης’, ήταν κατανοητός για τους αναγνώστες του Θουκυδίδη από την άποψη της αλληλεπίδρασης μεταξύ μιας τεχνολογίας δύναμης και της ανθρώπινης ψυχολογίας.
 
Πώς όμως συνδεόταν αυτή η δύναμη, αυτό το σύστημα της εμπιστοσύνης, με την πολιτική δομή, με τη δημοκρατία; Εδώ ο Θουκυδίδης βασιζόταν στο έργο συγγραφέων όπως ο ψευδο-Ξενοφώντας, κάνοντας παράλληλα για ακόμη μια φορά σημαντική πρόοδο σε σχέση με τους προκατόχους του. Ο ψευδο-Ξενοφώντας είχε αντιληφθεί ότι υφίσταται μια οργανική σχέση μεταξύ της Αθηναϊκής ναυτικής δύναμης και της δημοκρατίας, η ανάλυσή του όμως δεν προχώρησε περισσότερο από τις σκέψεις ότι το ναυτικό προσέφερε απασχόληση στη χαμηλότερη τάξη, στους ‘πολλούς’, και ότι τους προσέφερε μια αυξημένη αίσθηση της δικής τους κοινωνικής αξίας. Στον Επιτάφιο και σε άλλα συναφή χωρία ο Θουκυδίδης προχωρεί βαθύτερα, αποκαλύπτοντας πώς η δημοκρατική κοινωνία, στην οποία όλες οι κοινωνικές τάξεις θεωρούν τον εαυτό τους στην υπηρεσία ενός κοινού εγχειρήματος, ενός που αξιόπιστα διανέμει ανταμοιβές στον καθένα και σε όλους, είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό: κάθε ενήλικας Αθηναίος, ασχέτως οικογενειακής περιουσίας, είχε την υποχρέωση και ήταν δυνητικά σε θέση να είναι ‘χρήσιμος’ στην πόλιν του - και στρατιωτικά και πολιτικά.
 
Στην πορεία της αφήγησης η πολιτική κοινωνία της δημοκρατικής Αθήνας συγκρίνεται έμμεσα με αυτή της δημοκρατικής Μυτιλήνης· στη Μυτιλήνη, μόλις δόθηκαν στις κατώτερες τάξεις όπλα (όπως σε μια απελπισμένη προσπάθεια να απαλλαγούν από την πολιορκία των Αθηναίων το 427), εκείνοι έστρεψαν τα όπλα τους εναντίον των ολιγαρχικών, αλλά με αυτόν τον τρόπο αφαίρεσαν από τη Μυτιλήνη τη δυνατότητα να αντισταθεί στην Αθηναϊκή πολιορκία. Ο αναγνώστης καλείται να συγκρίνει τη συμπεριφορά των Αθηναίων κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους: μετά τον καταστρεπτικό λοιμό καθείλκυσαν τον μεγαλύτερο στόλο ο οποίος είχε υπάρξει στον πόλεμο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Διεξήγαγαν ταυτόχρονα ναυτικές επιχειρήσεις στα παράλια της Πελοποννήσου, εξουδετέρωσαν μια Σπαρτιατική ναυτική αποστολή στο Αιγαίο και διεκπεραίωσαν μια ευρεία επιχείρηση ξηράς και θάλασσας στη Μυτιλήνη, κρατώντας σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα την υπόλοιπη αυτοκρατορία υπό τον έλεγχό τους. Επειδή όλοι οι Αθηναίοι θεωρούσαν τον εαυτό τους μέλη μιας κοινής επιχείρησης, ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσουν όλα τους τα αποθέματα ανθρώπινου δυναμικού, έστω και εάν αυτά είχαν αποδεκατισθεί από τον λοιμό. Με αυτόν τον τρόπο κατόρθωσαν να μετατρέψουν αυτό το οποίο ήταν αρχικά μια Σπαρτιατική ευκαιρία σε μια συνταρακτική Αθηναϊκή νίκη. Όπως εξηγεί ο Περικλής του Θουκυδίδη στον Επιτάφιο, η συμμετοχή και η αξιοκρατική κουλτούρα της δημοκρατίας καθιστούσαν αυτό το είδος εθνικού επιτεύγματος όχι μόνο δυνατόν αλλά και αναμενόμενο.[28]
 
Παρομοίως ο αναγνώστης αρχίζει να κατανοεί ότι η Αθηναϊκή πολιτική κουλτούρα οδηγούσε στην ανάπτυξη ατομικών δεξιοτήτων. Η δυνατότητα της Αθήνας να κατορθώνει τόσο πολλά δεν στηριζόταν μόνο στη θέληση και την ικανότητα κάθε Αθηναίου να γίνεται χρήσιμος ξεδιπλώνοντας ένα συγκεκριμένο και προδιαμορφωμένο ‘σύνολο ικανοτήτων’, όπως γυμνάσια οπλιτών, κατασκευή τειχών ή κωπηλασία τριήρους. Κάθε Αθηναίος ήταν σε θέση να αναλάβει πολύπλευρα καθήκοντα. Όπως υπογράμμισε με μια πασίγνωστη διατύπωση ο Περικλής του Θουκυδίδη, η δημοκρατική πόλις ήταν ένα μορφωτικό σύστημα και οι Αθηναίοι είχαν λάβει πραγματικά μεγάλη μόρφωση. Οι Αθηναίοι θεωρούσαν τις υπηρεσίες τους προς το κράτος ένα είδος διά βίου μάθησης και αποδείχθηκαν θεληματικοί, ενθουσιώδεις και ικανοί να αναλάβουν νέα καθήκοντα, κάτω από πιεστικές συνθήκες, σε πραγματικό χρόνο.[29]
 
Ένα παράδειγμα αυτής της ικανότητας δίνουν οι Αθηναίοι οπλίτες το 427, οι οποίοι επιβιβάσθηκαν στα πλοία στον Πειραιά, κωπηλάτησαν μέχρι την Μυτιλήνη, έκτισαν γρήγορα ένα τείχος, πήραν έπειτα τα όπλα και άρχισαν την πολιορκία. Ένα άλλο παράδειγμα δίνεται από τους Αθηναίους κωπηλάτες οι οποίοι αποβιβάσθηκαν στην Πύλο το 425, αποφάσισαν να χτίσουν ένα οχυρό με τα χέρια τους, το υπερασπίσθηκαν επιτυχημένα με αυτοσχέδια όπλα, επιτυχαίνοντας έτσι την καταπληκτική νίκη στη Σφακτηρία - μια νίκη, η οποία (εκείνη τη στιγμή) έδειχνε να προσφέρει στους Αθηναίους τον δρόμο προς την τελική νίκη. Αντίθετα οι οπλίτες των Σπαρτιατών στη Σφακτηρία αποδείχτηκαν εντυπωσιακά ακατάλληλοι να μάθουν οτιδήποτε νέο: περίμεναν παθητικά στο νησί μέχρι να εισβάλουν οι Αθηναίοι με ελαφρά οπλισμένα στρατεύματα, έπειτα προσπάθησαν να διεξαγάγουν μια συμβατική μάχη οπλιτών κάτω από εξαιρετικά αρνητικές γι’ αυτούς συνθήκες, για να ηττηθούν εύκολα από τη νέα τακτική, την οποία υιοθέτησαν οι Αθηναίοι επικεφαλής. Και πάλι η βάση για τη διάκριση μεταξύ των προσκολλημένων στις παραδόσεις Σπαρτιατών και των καινοτόμων, εργατικών, και αυτοεκπαιδευόμενων Αθηναίων, καθώς και η σχέση τους με τους πολιτικούς θεσμούς και την κουλτούρα της δημοκρατίας είχε αναλυθεί επαρκώς με αφηρημένους και ιδεαλιστικούς όρους από τον Περικλή στον Επιτάφιο.
 
Ο αναγνώστης του Θουκυδίδη τελικά κατανοεί ότι ο μοντερνισμός της Αθήνας ήταν προϊόν ενός πολύπλοκου συστήματος, το οποίο συνέδεε την τεχνολογία της δύναμης και με την ψυχολογία και με την πολιτική. Το σύστημα ήταν δυναμικό, αλλά δεν ήταν σε θέση να λειτουργήσει μόνο του. Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά, απαιτούσε μια διαδικασία με την οποία να λαμβάνονται λογικές αποφάσεις, μια τέτοια διαδικασία, η οποία με βεβαιότητα (αν και, δεδομένης της Αθηναϊκής τάσης για πειραματισμό, όχι αναπόφευκτα) θα ανέπτυσσε τις σωστές τακτικές, ώστε να επιτρέψει στην Αθηναϊκή ενέργεια και τα υλικά μέσα της πόλης να χρησιμοποιηθούν σε αποτελεσματικές επιχειρήσεις.
 
Στο πλαίσιο του πολέμου η ανάπτυξη μιας σωστής πολιτικής συμπεριλάμβανε τα πάντα, από τα μεγάλα σχέδια, τα οποία θα ήταν εκτεταμένα στον χώρο και τον χρόνο και θα περιλάμβαναν πολλά, τοπικής εμβέλειας, θέατρα πολέμου για μεγάλη χρονική διάρκεια, ώστε να καταλήξουν μέσα από μια αποτελεσματική πολεμική στρατηγική στη νίκη σε ένα συγκεκριμένο θέατρο συγκρούσεων μιας δεδομένης εκστρατευτικής περιόδου, μέχρι τις συγκεκριμένες τακτικές οι οποίες θα προσέφεραν τη δυνατότητα νίκης σε επιμέρους μάχες. Ο Περικλής αναφέρεται σε αυτό το θέμα στον Επιτάφιο (2.40.2-3), μόνο περιληπτικά ή ελλειπτικά. Ισχυρίζεται ότι, διαφορετικά από άλλους λαούς, οι Αθηναίοι δεν χρειάζεται να επιλέξουν μεταξύ προσεκτικής μελέτης και τολμηρής πράξης. Ήταν κατά μοναδικό τρόπο σε θέση να συνδυάσουν την απόφαση με την πράξη μέσω της διαδικασίας δημόσιας διαβούλευσης, η οποία επέτρεπε σε όλους να λαμβάνουν μέρος και στο επίπεδο των προτάσεων και στο επίπεδο της κρίσης. Εδώ επανειλημμένα η αφήγηση των γεγονότων υποστηρίζει τη γενική θεωρία. Στην περιγραφή των ναυτικών επιχειρήσεων του Φορμίωνα στον Κορινθιακό κόλπο το 429, των επιχειρήσεων στην Μυτιλήνη το 427 και των επιχειρήσεων στην Πύλο-Σφακτηρία το 425 ο Θουκυδίδης προσφέρει στους αναγνώστες του μια φευγαλέα εικόνα των τολμηρών προτάσεων των Αθηναίων αρχηγών, οι οποίες βασίζονται στην προσωπική τους εκτίμηση των ευκαιριών, των κινδύνων και των διαθέσιμων πόρων —και των αποτελεσμάτων. Η διήγηση των γεγονότων δείχνει κατ’ αυτόν τον τρόπο πώς οι δημόσιες διαδικασίες λήψης αποφάσεων συνδέονταν με τις πράξεις.
 
Η διάκριση του Περικλή μεταξύ των προτάσεων από τη μια και των κρίσεων από την άλλη υπογραμμίζει την σημασία της ηγεσίας στο δημοκρατικό σύστημα. Ο ουσιαστικός δομικός ρόλος, τον οποίο είχε η προικισμένη και προοδευτική ηγεσία, είναι το τελικό στοιχείο στη θουκυδίδεια ανάλυση του Αθηναϊκού κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Σε έναν λεπτομερή απολογισμό της σταδιοδρομίας του Περικλή (2.65) ο Θουκυδίδης αποκαλύπτει ότι ο Περικλής ήταν ένα ουσιαστικό στοιχείο του γενικού συστήματος, διότι ήταν σε θέση να παρεμβαίνει στο σύστημα βασιζόμενος στη βαθιά κατανόησή του. Επιπλέον ο Περικλής είχε τις αναγκαίες τεχνικές ικανότητες ως ομιλητής, οι οποίες συνδυάζονταν με μια μεγάλη ψυχολογική ικανότητα επιλογής των διαφορετικών ειδών λόγου που ήταν δυνατόν να συγκινήσουν τα ακροατήρια. Έτσι οι παρεμβάσεις του ήταν αποτελεσματικές. Και τέλος, ο Περικλής ήταν αδιάφθορος: ποτέ δεν έθετε τα προσωπικά του συμφέροντα πάνω ή σε αντίθεση με τα συμφέροντα του συνόλου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι παρεμβάσεις του δεν ήταν μόνον αποτελεσματικές, αλλά και πρωτότυπες και ευεργετικές για το κοινό.
 
Ο Περικλής ίσως φαίνεται αρχικά να είναι κάπως ‘απάνθρωπος’ στην απροθυμία του να επιδιώξει το προσωπικό του συμφέρον. Ουσιαστικά όμως, όπως εξηγούν και οι τρεις λόγοι του (ιδιαιτέρως 2.60.1-5), δεν υπήρχε αντίφαση μεταξύ της αναζήτησης του ατομικού και του δημόσιου συμφέροντος. Η φύση του Περικλή ήταν ανθρώπινη, η τάση του όμως να επιδιώκει το συμφέρον του ήταν πλαισιωμένη από την πολιτικο-ηθική του αντίληψη ότι ακόμη και (ή ίσως περισσότερο) υπό συνθήκες μοντερνισμού το ατομικό συμφέρον του ατόμου είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί με μια δυνατή και ακμάζουσα κοινότητα. Όταν ευημερούσε η Αθήνα, τότε ευημερούσε και ο Περικλής που συμπεριφερόταν σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του και με απόλυτη συνέπεια. Κατά έναν τρόπο ο Περικλής φαίνεται να είναι το ακριβές μοντέρνο αντίγραφο της ‘αρχαίας απλότητας’. Η διαφορά μεταξύ του Τέλλου και του Περικλή είναι ότι ο Περικλής συμπεριφέρεται με βάση την ιδιαίτερη θεωρητική και πρακτική γνώση των μηχανισμών ενός εξαιρετικά πολυπλόκου συστήματος, ενώ ο Τέλλος ήταν σε θέση να βασίζεται στη συνηθισμένη γνώση μιας παραδοσιακής κοινωνίας.
 
Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης περιόδου της πολιτικής σταδιοδρομίας του Περικλή το Αθηναϊκό σύστημα ήταν σε θέση να αναπτυχθεί χωρίς τον κίνδυνο απώλειας της συνοχής του. Αναπτυσσόταν διά της αλληλεπίδρασης με έναν ιδιαίτερο ανθρώπινο παράγοντα. Το σύστημα κατευθυνόταν από τις παρεμβάσεις των πολιτικών ηγετών, οι οποίοι το κατανοούσαν πραγματικά και είχαν τη δυνατότητα να το επηρεάσουν, όπως και το συμφέρον να αναζητούν θετικές μεταβολές. Η ύπαρξη μιας έμπειρης, ικανής και φιλάνθρωπος ηγεσίας ήταν ένα ουσιαστικό μέρος της λειτουργικότητας του συστήματος και της γενικής σταθερότητάς του. Δίχως να υποθέσουμε ότι ο Περικλής αναζητούσε ή αποδεχόταν τη λατρεία της προσωπικότητάς του, ο Θουκυδίδης οδηγεί τους αναγνώστες του να εικάσουν ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στον Περικλή ως ιδιαίτερο ηγέτη ήταν ένα σοβαρό στοιχείο στην αξιοπιστία του γενικού συστήματος. Έτσι η παράμετρος της ηγεσίας ήταν το κλειδί για την ανάληψη λογικών κινδύνων και με αυτόν τον τρόπο και για τη δυναμική επέκταση του συστήματος.
 
Εξαιτίας της ιδιαίτερης σχέσης προς το σύστημα του οποίου ήταν μέρος, ο Θουκυδίδης υποστήριξε την άποψη ότι κατά την εποχή του Περικλή η Αθήνα ήταν κατ’ όνομα δημοκρατία, αλλά στην πραγματικότητα διοικούνταν από τον πρώτο της πολίτη (2.65-9). Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Περικλής ήταν αυτοπροσώπως η υπέρτατη εξουσία του κράτους, αλλά ότι η ηγεσία του ήταν ένα απαραίτητο δομικό στοιχείο για τη μόνιμη επιτυχία του κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Για να λειτουργήσει το σύστημα, όπως είδαμε, χρειάζονταν και οι προτάσεις και η κρίση. Οι αναγνώστες του Θουκυδίδη καταλήγουν να υποθέσουν ότι κατά την εποχή της ηγεσίας του Περικλή ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα, η κρίση των Αθηναϊκών ακροατηρίων, κορυφώνεται με την έγκριση προτάσεων οι οποίες είναι ολοφάνερα αξιόπιστες, διότι προέρχονται από έναν άνδρα τον οποίον οι Αθηναίοι δικαίως εμπιστεύονται πλήρως. Έτσι το πολιτικό σύστημα ήταν γνήσια εκπαιδευτικό: κάθε πολίτης καλούνταν να προσπαθήσει να κατανοήσει για ποιον λόγο η πρόταση, την οποία αυτός θεωρούσε την καλύτερη, βασιζόταν στην εμπιστοσύνη του σε αυτόν που την είχε προτείνει και συνιστούσε - και για αυτόν τον λόγο - την καλύτερη δυνατή πορεία των πραγμάτων για την Αθήνα. Ο Θουκυδίδης ισχυρίζεται ότι δεν επρόκειτο για εμπαιγμό του ακροατηρίου, αλλά ότι οι λόγοι και οι προτάσεις του Περικλή βοηθούσαν τους πολίτες να αποκτήσουν μια καλύτερη δυνατότητα κατανόησης (έστω και αναπόφευκτα μερική) του πώς λειτουργούσε το όλο σύστημα.[30]
 
Ο Περικλής ήταν απαραίτητος, αλλά ήταν και θνητός. Μετά τον θάνατό του το σύστημα έχασε ένα ζωτικό δομικό στοιχείο. Τελικά ορισμένοι Αθηναίοι προφανώς αναγνώρισαν (έστω και χωρίς την αναλυτική διαύγεια με την οποία το παρουσίασε ο Θουκυδίδης στους αναγνώστες του) ότι αυτό το είδος ηγεσίας του τύπου του Περικλή ήταν μια δομική αναγκαιότητα. Μετά τον Περικλή πολλοί άλλοι ‘δυνάμει’ ηγέτες προσπάθησαν να πάρουν τη θέση του. Ωστόσο, απέτυχαν γρήγορα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο: είτε τους έλειπε η γενική κατανόηση του συστήματος (Κλέων), είτε τους έλειπε η λογική φιλανθρωπία, η οποία έρχεται με τη βαθειά αναγνώριση της συνάρτησης του ατομικού με το δημόσιο συμφέρον (Αλκιβιάδης), είτε τους έλειπε η ρητορική ικανότητα, αναγκαία για να επηρεάζονται πολυπληθή ακροατήρια (Νικίας).
 
Με την αποτυχία κάθε άλλου ηγέτη να εκπληρώσει τον δομικό ρόλο του Περικλή ο Θουκυδίδης ισχυρίζεται ότι η Αθήνα έγινε ουσιαστικά δημοκρατία - όσον αφορά την επιλογή των προτάσεων από μαζικά ακροατήρια, αφού αυτό ήταν πια σημαντικότερο από το να κάνουν πολιτική και προτάσεις οι σοφοί ηγέτες. Δεδομένου ότι τώρα η κρίση του λαού ήταν σημαντικότερη, οι ‘δυνά­μει’ ηγέτες που προσπαθούσαν (προληπτικά) να ικανοποιήσουν τα δικά τους συμφέροντα, κατέληξαν να ενθαρρύνουν το ακροατήριο. Έτσι η ελαστικότητα της ηγεσίας και η λαϊκή κρίση πήραν μια αρνητική τροπή: αντί της συστηματικής διαπαιδαγώγησης από έναν αληθινό ηγέτη, οι μάζες τώρα είχαν κακή διαπαιδαγώγηση από τους δήθεν ηγέτες. Ο δήμος μάθαινε στους δήθεν ηγέτες να λένε ό, τι ο ίδιος ο δήμος εύρισκε ευχάριστο να ακούει αντί να ακούει προτάσεις οι οποίες θα ήταν ωφέλιμες για την κοινότητα. Αυτό, τότε, ισχυρίζεται ο Θουκυδίδης, ήταν ‘πραγματική’ δημοκρατία, αλλά δεν ήταν ο τρόπος για να λειτουργήσει το επεκτατικό σύστημα της δύναμης και της πολιτικής το οποίο είχε αναδείξει και έπρεπε να διατηρήσει μια μεγάλη αυτοκρατορία.
 
Όπως είδαμε, η κοινωνικοπολιτική ανάλυση του Θουκυδίδη υποστηρίζει ότι, όταν η Αθήνα πήρε τον δρόμο του μοντερνισμού, το επίτευγμα της Αθήνας (δηλ. η ικανότητα να ακμάζει ως πόλις και να επεκτείνεται ως αυτοκρατορία) εξαρτήθηκε από την αλληλεπίδραση μιας τεχνολογίας της δύναμης με πολιτικούς θεσμούς και κουλτούρα - και με την ώθηση της ανθρώπινης φύσης. Χωρίς την ηγεσία του Περικλή η πολιτική πλευρά της Αθηναϊκής εξίσωσης δεν παρέμεινε στη θετική σχέση με τα άλλα στοιχεία του συστήματος. Χωρίς τους κατάλληλους παράγοντες να του δίνουν τη λογική κατεύθυνση, το σύστημα έχασε την ισορροπία του. Κακές δομές (και διοικητικές και ιδεολογικές) υπερτέρησαν των ανθρώπινων ενεργειών. Ο ανθρώπινος εγωισμός είχε εγκαταλείψει την αντίληψη ότι η ατομική ευμάρεια απαιτεί κοινές προσπάθειες. Η δικαιολογημένη πίστη στο σύστημα χάθηκε και μαζί της η δυνατότητα να αναληφθούν λογικοί κίνδυνοι. Έτσι, τα καταστροφικά λάθη έγιναν και παρ’ όλα τα αποθέματα, τα οποία είχαν οδηγήσει τον Περικλή να προβλέψει τη νίκη, η Αθήνα έχασε τον πόλεμο.[31
 
Το κείμενο του Θουκυδίδη
 
Τα δύο προηγούμενα κεφάλαια ανασυνθέτουν υποθετικά την πνευματική ανάπτυξη ενός προγράμματος, το οποίο αξίζει να ονομασθεί ‘η εφεύρεση της πολιτικής επιστήμης’. Αυτό το πρόγραμμα συνδυάζει τη θεωρητική ανάλυση με την αφηγηματική περιγραφή των γεγονότων με σκοπό να εξηγήσει πώς οι τεχνολογίες της δύναμης, οι διεθνείς σχέσεις, οι πολιτικοί θεσμοί και η κουλτούρα, αλλά και η ψυχολογία συνδέονταν με δυναμικά κοινωνικοπολιτικά συστήματα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κομψό επεξηγηματικό πλαίσιο, το οποίο προσέφερε μια νέα κατανόηση της συλλογικής συμπεριφοράς και των δομικών ιδιοτήτων των οργανωμένων κοινοτήτων. Ο Θουκυδίδης δεν εφηύρε κάθε ένα από τα στοιχεία που είναι σημαντικά για την πολιτική του επιστήμη. Προκαταρκτικό έργο είχαν ήδη προσφέρει οι προκάτοχοί του. Υποστηρίζω ότι η μεγάλη ιδεολογική ανακάλυψη του Θουκυδίδη ήταν η βούληση να κατανοήσει πώς τα διάφορα στοιχεία συναρθρώνονται και να δείξει πώς λειτουργούν ως ελαστικά δυναμικά κοινωνικά και πολιτικά συστήματα, πώς το ‘μοντέρνο’ Αθηναϊκό σύστημα ήρθε σε αντίθεση με το ‘παραδοσιακό’ Σπαρτιατικό σύστημα, πώς μια ευρύτατης κλίμακας σύγκρουση προκάλεσε κοινωνικές παθολογίες σε πολλές κοινότητες και πώς η δυσλειτουργία της δημοκρατίας μετά τον θάνατο του Περικλή οδήγησε τη μοντέρνα Αθήνα να χάσει τον πόλεμο από την παραδοσιακή Σπάρτη.
 
Αλλά άλλο πράγμα ήταν για τον Θουκυδίδη να τα καταλάβει όλα αυτά μόνος του και άλλο να τα εξηγήσει σε άλλους. Θα ήταν παράλογο να ισχυρισθούμε ότι πρόκειται για μια ‘εφεύρεση’ που παρέμεινε στο κεφάλι του συγγραφέα της. Για να έχει κάποια σημασία αυτή η νέα ιδέα της συλλογικής ενέργειας, θα πρέπει κατά κάποιον τρόπο να γίνει γνωστή. Σε κάποιο σημείο (δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε πότε) ο Θουκυδίδης αποφάσισε να γνωστοποιήσει τις ιδέες του, δίνοντάς τους τη μορφή γραπτού κειμένου. Αυτό δεν ήταν εκείνη την εποχή μια ιδιαίτερα σημαντική απόφαση, ήταν όμως μια απόφαση την οποία έπρεπε να πάρει. Ο σύγχρονός του Σωκράτης έχοντας αναπτύξει μια εξίσου μνημειώδη εφεύρεση (την ηθική φιλοσοφία) ποτέ δεν συνέγραψε κάτι σχετικό, αλλά γνωστοποιούσε τις ιδέες του σε δημόσιες ή ιδιωτικές συζητήσεις.
 
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Θουκυδίδης φαίνεται κατά κάποιον τρόπο να πιστεύει ότι η εφεύρεσή του είναι δυνατόν να δημοσιοποιηθεί εξ ολοκλήρου μέσω του γραπτού κειμένου. Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη που να μας οδηγεί να υποθέσουμε ότι ο Θουκυδίδης είχε μαθητές, όπως είχαν οι πρώιμοι Σοφιστές, οι ρήτορες και οι φιλόσοφοι. Ούτε διάβασε σε κοινό το κείμενό του, όπως πολλοί ποιητές και πεζογράφοι συμπεριλαμβανομένου (ίσως) και του Ηροδότου βεβαίως, οι σαφείς δηλώσεις του Θουκυδίδη στη μεθοδολογική του εισαγωγή ότι το κείμενό του πιθανώς δεν θα προσφέρει ευχαρίστηση στους ακροατές του, μας επιτρέπουν να ισχυρισθούμε ότι το κείμενο δεν είχε την πρόθεση να μεταβιβασθεί προφορικά στους μαθητές ή να παρουσιασθεί ενώπιον κοινού. Το κείμενο του Θουκυδίδη είναι αυστηρά ‘γραπτό’ περισσότερο από κάθε άλλο αρχαίο κείμενο. Με την πρόθεση να αποτελέσει κτῆμα ἐς αἰεί - και έχοντας έτσι μια ζωή εντελώς ανεξάρτητη από αυτήν του συγγραφέα του - το έργο του Θουκυδίδη θα επιτύγχανε ή θα αποτύγχανε ανάλογα με τη σχέση μεταξύ αναγνωστών και κειμένου. Στέκεται μόνο του και δεν είναι δυνατόν να ελπίζει να τύχει οιασδήποτε άλλης συμπάθειας, όπως αυτή θα προερχόταν από μια σχολή οπαδών ή μια δεξιοτεχνική παράσταση.
 
Έχοντας λάβει την απόφαση να γράψει ένα κείμενο το οποίο θα εκφράζει τη μεγάλη εφεύρεσή του, το ερώτημα ήταν η μορφή του κειμένου: πώς να συνθέσει ένα κείμενο το οποίο θα μπορούσε να κοινοποιεί ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο και πρωτότυπο σύστημα ιδεών στους αναγνώστες; Η απάντηση είναι, κατά μιαν έννοια, σαφής, εφόσον διαθέτουμε το κείμενο και η μορφή του είναι δυνατόν να αναλυθεί με τα συνήθη μέσα της λογοτεχνικής ανάλυσης. Θα άξιζε όμως να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε ακριβώς πώς και γιατί η εντελώς ιδιαίτερη μορφή του κειμένου ενισχύει την πρόθεση του Θουκυδίδη να διαδώσει την εφεύρεση της πολιτικής επιστήμης.
 
Κατ’ αρχάς ο Θουκυδίδης επέλεξε για το κύριο μέρος του κειμένου του τη μορφή μιας αυστηρής χρονολογικής αφήγησης των γεγονότων: έγραψε κάτι το οποίο ήταν συγγενές, έστω και εάν ήταν σε πολλά σημεία εντελώς διαφορετικό, με τον Ελλάνικο και τον Ηρόδοτο. Όταν συγκρίνεται το έργο του με αυτό των προκατόχων του, η ιστορική του αφήγηση είναι εντυπωσιακά πειθαρχημένη: προχωρά κατά θέρη και χειμώνες κατά την περίοδο του πολέμου, και η αφήγηση διακόπτεται από σχετικά λίγες ουσιαστικές παρεκβάσεις. Έπειτα, χρησιμοποιούσε τη λογοτεχνική αρχή (την οποία χρησιμοποίησε και ο Ηρόδοτος με άριστο αποτέλεσμα) του ενοφθαλμισμού λόγων (και ενός. εκτενούς διαλόγου) στην τριτοπρόσωπη αφήγηση· συχνά οι λόγοι αυτοί εκφωνούνται σε πρώτο πρόσωπο και υποτίθεται ότι οι ομιλητές είναι διάφορα ιστορικά πρόσωπα (σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο). Τρίτον, ο Θουκυδίδης συμπεριέλαβε έναν αριθμό από αναλυτικά χωρία, όπου ο ίδιος εξηγεί ως συγγραφέας τις προθέσεις και τις μεθόδους του, ενώ προσφέρει κρίσεις για διάφορα θέματα ερμηνείας. Κάθε αναγνώστης του Θουκυδίδη σύντομα συνειδητοποιεί ότι το έργο αυτό αντλεί την αποτελεσματικότητά του (τη λογοτεχνική και τη διδακτική) από την αλληλεπίδραση αυτών των διαφόρων στοιχείων.
 
Εάν όμως η εφεύρεση του Θουκυδίδη ήταν η πολιτική επιστήμη, για ποιον λόγο γράφει μια αφήγηση εν είδει χρονικού;[32] Η τότε πρακτική στο πεδίο της πολιτικής επιστήμης και της κοινωνιολογίας είναι σαφώς μη ιστορική. Παρόλο που μερικοί από τους μοντέρνους (με την τρέχουσα έννοια) ιδρυτές του αντικειμένου της κοινωνιολογικής πολιτικής επιστήμης (όπως ο Karl Marx και ο Max Weber) ασχολούνταν με την ιστορία και έγραφαν για ιστορικά γεγονότα, δεν έγραφαν ιστορικές αφηγήσεις. Ούτε οι άμεσοι προκάτοχοι του Θουκυδίδη ούτε και οι διάδοχοί του στον τομέα της πολιτικής τέχνης επέλεξαν να γράψουν ιστορία. Εάν υποτεθεί ότι ο Θουκυδίδης είχε αποδυθεί σε μια συγκριτική αντιπαράθεση της λογοτεχνίας με την πολιτική τέχνη και εάν είναι θεμιτό να ονομάζουμε την εφεύρεση του Θουκυδίδη ‘πολιτική επιστήμη’, για ποιον λόγο επέλεξε να χρησιμοποιήσει μια χρονολογική αφήγηση των γεγονότων (σε αντίθεση με τις λογοτεχνικές μορφές της πολιτείας ή τον διάλογο) ως την πρώτη δομική αρχή του κειμένου του;
 
Δεν είναι δυνατόν να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα με οριστικό τρόπο. Μολονότι έχω θεωρήσει δεδομένο ότι η εφεύρεση έγινε πριν από την επιλογή της λογοτεχνικής μορφής, ο Θουκυδίδης ίσως είχε αρχίσει να συγγράφει μια περισσότερο συμβατική ιστορία (όπως ο Ηρόδοτος ή ο Ελλάνικος), με προθέσεις και γενικές φιλοδοξίες παρόμοιες με αυτές των πρώιμων ιστορικών, κατά την πορεία όμως κατέληξε στη σύνθεση των απόψεων, δηλαδή σε αυτό το οποίο εγώ ονομάζω ‘την εφεύρεση της πολιτικής επιστήμης’. Η ιστορία της εξέλιξης αυτής, την οποία προτείνω εδώ, έχει σκοπό να προβάλει τον ρόλο της κοινωνικοπολιτικής πλευράς στο σχέδιο του Θουκυδίδη. Δεν είναι δυνατόν να επαληθεύσουμε την υπόθεση αυτή ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από εκείνη που υποστηρίζει ότι το έργο είναι κατ’ αρχάς ‘ιστορικό’. Όπως και με το αναπάντητο ερώτημα της σειράς με την οποία ο Θουκυδίδης κατέληξε στις διάφορες αυτές απόψεις, η πραγματική διαδικασία της σύνθεσης δεν επηρεάζει τη θεωρία μου. Αυτό που επεδίωξα ήταν να αφηγηθώ μια εύλογη ιστορία, η οποία θα φωτίσει τη μορφή, το περιεχόμενο και τη δύναμη του κειμένου ως έχει - δηλαδή εν ολίγοις μια ιστορία η οποία μας βοηθά να είμαστε καλύτεροι αναγνώστες.
 
Προηγουμένως ισχυρίσθηκα ότι οι ριζοσπαστικές απόψεις του Θουκυδίδη αφορούσαν δυναμικά συστήματα και διαδικασίες αλλαγής. Και αυτό προσφέρει μια εξήγηση για την επιλογή της ιστορικής αφήγησης ως λογοτεχνικού μέσου για την παρουσίαση αυτής της εφεύρεσης. Ο Θουκυδίδης δεν ήθελε να δείξει μόνον πώς ήταν δομημένα και πώς λειτουργούσαν τα κοινωνικά συστήματα, με τα οποία ασχολούνταν, αλλά επίσης και τι προσέφεραν. Διότι, αυτό το οποίο έκαναν γινόταν αντιληπτό στην πορεία του χρόνου και των αλλαγών, τις οποίες επέφερε, ώστε μόνο μια διαχρονική αφήγηση ήταν ικανή να δείξει με αποτελεσματικό τρόπο τα σχετικά φαινόμενα. Σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως στην Αθηναϊκή τεχνολογία της δύναμης) η λειτουργικότητα του συστήματος παρήγαγε αλλαγές στη μορφή και στην ανάπτυξη ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των διαφόρων πλευρών της. Αυτή η ανάπτυξη είχε ως αποτέλεσμα μια περαιτέρω αλλαγή με τη μορφή μιας δυναμικής διακρατικής σύγκρουσης, διότι οι Σπαρτιάτες αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο τον οποίον αντιπροσώπευε για αυτούς η ανεξέλεγκτη ενίσχυση της Αθηναϊκής δύναμης.
 
Ωστόσο, η ιδεολογική σύλληψη της πολιτικής επιστήμης από τον Θουκυδίδη βασιζόταν επίσης στην αλληλεπίδραση μεταξύ δομής και ανθρώπινου παράγοντα: όταν οι διάφοροι πρωταγωνιστές της ιστορίας αντιλήφθηκαν τη σημασία των κοινωνικών συστημάτων, η γνώση τους - σχετικά και με τη χρήση τους και με την ικανότητα άλλων να τη μάθουν - έγινε στοιχείο της λειτουργίας (ή δυσλειτουργίας) του συστήματος και με αυτόν τον τρόπο και των αποτελεσμάτων τα οποία έφερε. Έτσι, παραδείγματος χάριν, η επέκταση της σύγκρουσης μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης οδήγησε σε εμφύλιους πολέμους εντός των Ελληνικών κοινοτήτων, ενώ η γνώση αυτών των εμφύλιων πολέμων αναπαραγόταν αντανακλαστικά στις αποφάσεις του ανθρώπινου παράγοντα, με αποτέλεσμα να εντείνει το ποσοστό του κοινωνικού εκφυλισμού σε μεταγενέστερες συγκρούσεις. Συγκεκριμένοι Σπαρτιάτες αντλούσαν διδάγματα από τις πρώτες αποτυχίες της Σπάρτης - όπως έδειξε και η πειραματική και αποτελεσματική εκστρατεία του Βρασίδα στη Βόρεια Ελλάδα, ή όπως έδειξαν οι μεταγενέστερες Σπαρτιατικές ναυτικές εκστρατείες στην περιοχή του Ελλήσποντου. Από την πλευρά τους οι Αθηναίοι είχαν την εμπειρία αυτού το οποίο θα ονομάζαμε ‘ανακλαστικότητα εντροπίας’ στη μετά τον Περικλή εποχή, όπου οι ‘δυνάμει’ ηγέτες, κακώς εκπαιδευμένοι από τον κρίνοντα δήμον, πρότειναν στο κράτος λύσεις δεύτερης τάξης, γεγονός το οποίο με το πέρας του χρόνου οδήγησε μοιραία σε εκφυλισμό της πολεμικής ικανότητας της Αθήνας.
 
Τα καθαρά αναλυτικά χωρία, στα οποία ο Θουκυδίδης απευθύνεται προσωπικά στον αναγνώστη, όπως επίσης και οι λόγοι του Περικλή, διδάσκουν την ουσία, τη ραχοκοκαλιά της αντίληψης του Θουκυδίδη για την πολιτική επιστήμη. Διατυπώνουν σε γενικές γραμμές μια αφηρημένη θεωρία δύναμης, πολιτικής, διεθνών σχέσεων, ανθρώπινης ψυχολογίας και συλλογικής ενέργειας. Η χρονολογική αφήγηση συγκεκριμενοποιεί τη θεωρία, δείχνοντας με ποιον τρόπο λειτουργεί στην πράξη. Η αφήγηση καθιστούσε επιπλέον τον αναγνώστη του Θουκυδίδη ικανό να συλλάβει τη διαδικασία με την οποία παραγόταν η αλλαγή μέσω της δυναμικής αλληλεπίδρασης εντός και μεταξύ των συστημάτων κατά τη διάρκεια του χρόνου. Ο αναγνώστης του Θουκυδίδη ίσως διαλέξει μερικές θεωρητικές απόψεις μόνο από τα αναλυτικά χωρία. Ίσως μάθει κάτι περί πρακτικών αξιών μελετώντας τους λόγους. Η αληθινή διδακτική δύναμη του έργου όμως απαιτούσε να τοποθετηθούν τα αναλυτικά χωρία σε αφηγηματικά πλαίσια και με αυτόν τον τρόπο να οδηγήσουν στην κατανόηση της δυναμικής και αντανακλαστικής δράσης των συστημάτων - αυτή ήταν η μεγαλειώδης εφεύρεση του Θουκυδίδη.
 
Σε αντίθεση προς έναν μαθητή της ρητορικής σχολής του Ισοκράτη, παραδείγματος χάριν, ο αναγνώστης του Θουκυδίδη δεν αντιμετώπιζε μια σειρά από κανόνες, δεν ήταν υποχρεωμένος να αποστηθίσει τόπους, δεν μάθαινε τη μηχανική λειτουργία μιας τέχνης. Γινόταν περισσότερο ένας θουκυδίδειος τεχνικός, ειδικός (εάν ήταν αρκετά επιμελής) στην πολιτική επιστήμη, ικανός να κατανοήσει πολύπλοκα συστήματα και τα αποτελέσματά τους. Και έτσι αποκτούσε δυναμικά την αληθινή πολιτική οντότητα, την οποία αντιπροσώπευε κάποτε ο Περικλής. Με την ‘περίκλεια’ γνώση των συστημάτων αποκτούσε την ικανότητα να παρεμβαίνει με θετικούς τρόπους στις κοινωνικές και πολιτικές δομές. Γινόταν ένα θετικό στοιχείο ενός δυναμικού συστήματος.
 
Και αυτό, θα έλεγα, είναι και η τελική πρόθεση του κειμένου. Θέλει να παράγει ηγέτες με τις ικανότητες του Περικλή. Αυτοί οι ηγέτες δεν θα ήταν ανήθικοι σοφιστές, δεν θα ήταν εχθροί της ‘αρχαίας απλότητας’. Όπως ο Περικλής, ενστερνίζονταν μια ηθική η οποία σε πολλά σημεία ήταν ανάλογη της ηθικής του Τέλλου του Σόλωνα. Οι ίδιοι όμως θα ήταν, όπως ο Περικλής, κάθε άλλο παρά απλοί. Θα αποφάσιζαν να ενεργήσουν για το κοινό καλό βάσει της άριστης κατανόησης του πώς τα προσωπικά τους συμφέροντα συνδέονταν με τη συλλογική δράση, του πώς λειτουργούν τα μοντέρνα και τα παραδοσιακά κοινωνικά συστήματα, και του πώς και γιατί αυτά τα συστήματα αλλάζουν (θετικά ή αρνητικά) μέσα στον χρόνο. Παρ’ όλη την αυστηρότητά του και παρά τη φαινομενική της αδιαφορία, η κοινωνική επιστήμη του Θουκυδίδη βασίζεται ακριβώς για αυτόν τον λόγο στην πεποίθηση ότι η αληθινή γνώση θα προάγει το καλό (καθόσον το καλό προσδιορίζεται ως η ευημερία των ατόμων μέσα σε μια ευημερούσα κοινότητα). Και με αυτόν τον τρόπο εμφανίζεται απροσδόκητα να έχει σχέση με τις φιλοσοφικές αντιλήψεις του Σωκράτη και του Αριστοτέλη. Εάν εννοούμε ότι επιστήμη και ήθος είναι ασυμβίβαστα στο πλαίσιο ενός μοντέρνου μεθοδολογικού παραδείγματος, με το να προσδιορίσουμε ένα ενδιαφέρον για το ήθος στην πολιτική επιστήμη του Θουκυδίδη χαράσσουμε τα όρια του μοντερνισμού του Θουκυδίδη. Ωστόσο, δεδομένου ότι τα σύγχρονα τμήματα πολιτικής επιστήμης συχνά ακολουθούν μια ιδιαίτερα εμπειρική και ρυθμιστική ερευνητική προσέγγιση, η ταυτόχρονη παρουσία στο κείμενο του ασχολούμενου με την ηθική θεωρητικού και του εμπειρικού πολιτικού επιστήμονα ίσως εκληφθεί ως ένα περαιτέρω τεκμήριο του μοντερνισμού του - ή ακόμη για του μεταμοντερνισμού του.[33]
 
Σε κάθε περίπτωση ο αναγνώστης δεν θα πρέπει να παραπλανηθεί ούτε από την αυθεντικότητα της πολιτικής επιστήμης του Θουκυδίδη, ούτε από την ελκυστικότητα του ήθους της πολιτικής του ηγεσίας, και να αποδεχθεί ότι οτιδήποτε στην ανάλυση του Θουκυδίδη είναι ορθό. Δεδομένου ότι εντάσσεται σε μια ιστορική αφήγηση, η ορθότητα της πολιτικής ανάλυσης μπορεί να επιβεβαιωθεί από την ίδια την ιστορία. Όπως έχω ισχυρισθεί και σε άλλο σημείο, η επιτυχημένη ανοικοδόμηση της Αθήνας κατά τις δεκαετίες μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο από μια δημοκρατική κυβέρνηση και χωρίς να υπάρχει κανένας που να είναι ένας ηγέτης του τύπου του Περικλή, καθιστά προφανές ότι ο Θουκυδίδης υποτίμησε την ικανότητα της αληθινής δημοκρατίας να εξαγάγει συμπεράσματα από τα λάθη της.[34] Εάν βρισκόταν αντιμέτωπος με αυτή την κριτική ο Θουκυδίδης, θα την αποδεχόταν; Ή θα αντέλεγε ότι αυτό σημαίνει πως δεν έχει γίνει αντιληπτή η βασική του σκέψη ότι δηλαδή το ‘σύστημα αλλάζει’; Παρ’ όλα αυτά η μεταπολεμική Αθήνα ήταν εντελώς διαφορετική από την Αθήνα αμέσως μετά τον Περικλή, τουλάχιστον σε ένα σημείο: με τη διάδοση του κειμένου του Θουκυδίδη μετά τον πόλεμο η γνώση περί δυναμικών συστημάτων ήταν πλέον διαθέσιμη. Οι αναγνώστες που ασχολούνταν με το κείμενο είχαν την ευκαιρία να γίνουν θουκυδίδειοι τεχνικοί-ειδικοί. Μερικοί από αυτούς τους ειδικούς είχαν, σχεδόν αναπόφευκτα, αυτομάτως εμπλακεί στο εξελισσόμενο Αθηναϊκό κοινωνικοπολιτικό σύστημα. Δεν είμαι βέβαιος ότι θα δεχόμουν αυτή την υπεράσπιση - αλλά είμαι αρκετά βέβαιος, ότι εάν ήταν δυνατόν να καλέσουμε το φάντασμά του, ο Θουκυδίδης δεν θα ενοχλούνταν καθόλου - καθόσον το κείμενο είχε σκοπό να ‘μιλά’ μόνο του, ως ένα κτῆμα ἐς αἰεί.
 --------------------------
[1] Ηρόδ. 1.1.
[2] Τα δύο περίφημα σφάλματα του Ηροδότου: 1.20.3. Ο Θουκυδίδης στο πλαίσιο μιας ανταγωνιστικής κοινότητας που ασκεί κριτική: Ober (1998) κεφ. 2.
[3] Neer (2002), ιδ. 51.
[4] Θουκ. 1.1.1. «ξυνέγραψε τον πόλεμον» ίσως σημαίνει ότι έβλεπε τον εαυτό του ως συν θέτη μιας ξυγγραφής, δηλ. ως εργαζόμενο στο ίδιο λογοτεχνικό είδος με τον Ελλάνικο, στο οποίου το έργο Αττική ξυγγραφή αναφέρεται (1.97). Ο Θουκυδίδης όμως ποτέ δεν περ γράφει το έργο του ως ξυγγραφή, πρβλ. Edmunds (1993). 
[5] Αυτό το σημείο του κειμένου έχει συζητηθεί πολύ: ο Gomme, HCT αυτόθι, π.χ., προσπαθεί να αποφύγει την προφανή σημασία με σκοπό να διατηρήσει τον Θουκυδίδη στου κόλπους των τυπικών ιστορικών. 
[6] Ο Cole (1991) ισχυρίζεται ότι το κείμενο του Θουκυδίδη ήταν μια τέχνη με την έννοια ενός οδηγού με χρήσιμα στοιχεία. Αυτό όμως δεν αποδίδει στο έργο τη σημασία την οποία έχει ως ανάλυση του συστήματος. 
[7] Skinner (1978), με Tully (1988). 
[8] 1.21.1, 1.22.4 κατά τον Ober (1998) 55-63. 
[9] Βλ., τελευταία, Hornblower (2000α), ο οποίος ισχυρίζεται (διαφωνώντας με τη^ τούσα άποψη και βασιζόμενος σε ισχυρισμούς οι οποίοι δεν πείθουν) ότι ο Θουκυδίδης προγενέστερος. 
[10] Ο Θουκυδίδης βέβαια δεν είναι η μοναδική περίπτωση συγγραφέα που έχει ( δηση της ύπαρξης πολλαπλών λογοτεχνικών ειδών και ο οποίος επιχειρεί συνειδητά ξεπεράσει: πρβλ. Nightingale (1995) για τη σχέση του Πλάτωνα με διάφορα ποιητικά και πεζά είδη. Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια πεζά είδη το; και του πρώιμου 4ου αιώνα. 
[11] Ο Θουκυδίδης ως ‘μοντέρνος, επιστημονικός’ ιστορικός: Cochrane (1929). 
[12] Giddens (1990). Η ιστορία κατά τον Giddens έχει δύο όψεις: προμοντερισμό και μοντερνισμό. Ωστόσο η προμοντέρνα κοινωνία του βασίζεται προφανώς στη μεσαιωνική δυτική Ευρώπη (δηλ. διαθέτει ασαφή πολιτικά όρια, έλλειψη του μονοπωλίου της βίας, ανησυχία σχετική με τη Θεία Πρόνοια). Κατά κάποιο τρόπο όμως η άποψή του για την παραδοσιακή ελληνική κοινωνία είναι αόριστη. Θα προτείνω παρακάτω ότι το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος παρέμεινε ‘παραδοσιακό’ και ότι ο Αθηναϊκός μοντερνισμός δεν ήταν ένα γενικό φαινόμενο. Αυτό καθιστά την ιστορία του ριζικά διαφορετική από αυτήν του δικού μας μοντερνισμού, πράγμα το οποίο δεν συνιστά λόγο για να αγνοούμε τις σημαντικές διαφορές μεταξύ της Αθήνας και άλλων Ελληνικών πόλεων. 
[13] Με όρους πληθυσμού και έκτασης η Αθήνα της κλασικής εποχής ήταν πέντε φορές το μέγεθος μιας ‘κανονικής πόλης’ (βλ. Ruschenbusch [1978], Hansen [1996]) και αυτή η υπεροχή της κλίμακας ήταν προϋπόθεση του ‘μοντερνισμού’ της. Ο Hanson (1995) προσφέρει ένα ιδεαλιστικό πορτρέτο των παραδοσιακών Ελληνικών κοινοτήτων, παρουσιάζει όμως και μαρτυρίες για την προτίμηση των Ελλήνων για το ‘παραδοσιακό’ στις ‘συνήθεις πόλεις' κατά την κλασική περίοδο. Βλ. επίσης Gehrke (1986), Brock και Hodkinson (2000). 
[14] Η ανάπτυξη των νέων τρόπων πολέμου και στρατηγικής: Ober (1996) κεφ. 5 και 6. 
[15] Βλ. Loraux (1986c). Βεβαίως οι Αθηναίοι συνέχιζαν να έχουν προσωπικό ενδιαφέρον για τα παιδιά τους και για τη φήμη τους, η αλλαγή δεν υπήρξε ποτέ ολική. 
[16] Ο Giddens (1990) διαφοροποιεί την ‘πεποίθηση’, η οποία βασίζεται σε προσωπική επαγωγική γνώση και στα χαρακτηριστικά των παραδοσιακών κοινωνιών, από την ‘εμπιστοσύνη’, η οποία βασίζεται στην ικανότητα να υπολογισθούν οι κίνδυνοι στο πλαίσιο των μοντέρνων κοινωνιών. 
[17] Σύστημα του Κλεισθένη: Manville και Ober (2003), Ober (2004). 
[18] Αγορά και κοινοτικός χώρος: Ober (1995), Camp (1992). 
[19] Για την ιδιαίτερη σχέση των Αθηναίων με τη μέτρηση του χρόνου βλ. D. Allen (1996). 
[20] Βλ. Kallet-Marx (1993) και Kallet (2001) σχετικά με το θέμα του χρήματος την εποχή του Θουκυδίδη, και τη συζήτηση μεταξύ της von Reden (1997), του Seaford (1998) και του Kurke (1999) για τη συμβολική αξία του νομίσματος στην πόλιν. Άλλες πρόσφα­τες εργασίες για την επιρροή του χρήματος είναι οι Figueira (1998), Trevett (2001) και Schaps (2004). 
[21] Βλ. Sickinger (1999) για τη συλλογή στοιχείων, Hedrick (1999) αναφορικά με τη δη­μοκρατία και τη δημοσιοποίηση στοιχείων. 
[22] Ωστόσο, βλ. παρακάτω: ο Θουκυδίδης για τον ηγετικό ρόλο του Περικλή και τη σχέση του με τη βαθειά γνώση των συστημάτων. 
[23] Βλ. τον Ψευδο-Ξενοφώντα, για τον οποίο η ‘Αθηναϊκή ιδιαιτερότητα’ φαίνεται να οδηγεί μόνο σε απορίαν: Ober (1998), κεφ.1. 
[24] Crane (1998). 
[25] Βλ. Ober (1998) 63-94 και Ober (2001a) για λεπτομέρειες. 
[26] Βλ. Ober (1998) 104-20 για τη Σικελική Εκστρατεία και την άγνοια των Αθηναίων 
[27] Balot (2004). 
[28] Η εκστρατεία στην Μυτιλήνη: 3.1-50. Ο Επιτάφιος του Περικλή και το επίτευγμα: Manville και Ober (2003) 
[29] Πόλις ως μόρφωση: βλ. περαιτέρω Ober (2001b). 
[30] Βλ. Farrar (1988). 
[31] Για την κριτική του Θουκυδίδη στη δημοκρατία βλ. γενικά Ober (1998) κεφ. 2. 
[32] Βλ. περαιτέρω, Ober (2001a). 
[33] Connor (1977a). Βλ. Euben (1990) για τον Θουκυδίδη ως μεταμοντέρνο πολιτικό θε­ωρητικό. 
[34] Βλ., περαιτέρω, Ober (1998) 120-21 και Ober (1996) κεφ. 6.