Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017

Έκχαρτ Τόλλε: Φτάνουμε στο τέλος των μυθολογιών και των ιδεολογιών

Ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της γης θα αναγνωρίσει σύντομα, αν δεν το έχει ήδη κάνει, ότι η ανθρωπότητα είναι τώρα αντιμέτωπη με μια αναπόφευκτη επιλογή: να εξελιχθεί ή να πεθάνει.

Ένα μικρό ακόμα αλλά ταχύτατα αυξανόμενο ποσοστό της ανθρωπότητας βιώνει μέσα του τη διάλυση των παλιών εγωικών νοητικών προτύπων και την εμφάνιση μιας νέας διάστασης συνειδητότητας. Αυτό που αναδύεται τώρα δεν είναι ένα νέο σύστημα πεποιθήσεων, μια νέα θρησκεία, πνευματική ιδεολογία ή μυθολογία. Φτάνουμε στο τέλος όχι μόνο των μυθολογιών, αλλά και των ιδεολογιών και των συστημάτων πεποιθήσεων.

Η αλλαγή πηγαίνει βαθύτερα από το περιεχόμενο του νου σου, βαθύτερα από τις σκέψεις σου. Στην πραγματικότητα, στον πυρήνα της νέας συνειδητότητας βρίσκεται η υπέρβαση της σκέψης, η νεοανακαλυφθείσα ικανότητα εξύψωσης πάνω από τη σκέψη, της συνειδητοποίησης μιας διάστασης μέσα σου που είναι απείρως μεγαλύτερη από τη σκέψη. Τότε δεν αντλείς πια την ταυτότητά σου, την αίσθηση του ποιος είσαι, από το ατέρμονο ρεύμα της σκέψης που, στην παλιά συνειδητότητα, θεωρείς ότι είναι ο εαυτός σου.

Τι λύτρωση να συνειδητοποιώ ότι "η φωνή μέσα στο κεφάλι μου" δεν είναι αυτός που είμαι! Ποιος είμαι λοιπόν; Εκείνος που το βλέπει αυτό. Η επίγνωση που υπάρχει πριν από τη σκέψη, ο χώρος μέσα στον οποίο η σκέψη -ή το συναίσθημα ή η αισθητηριακή αντίληψη- λαμβάνει χώρα, συμβαίνει.

Το Εγώ δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτό: ταύτιση με τη μορφή, που κυρίως σημαίνει σκεπτομορφές. Αν το κακό έχει κάποια πραγματικότητα -και έχει μια σχετική, όχι απόλυτη, πραγματικότητα-, αυτός είναι επίσης και ο ορισμός του: πλήρης ταύτιση με τη μορφή - υλικές μορφές, σκεπτομορφές, συναισθηματικές μορφές.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ολοκληρωτική έλλειψη επίγνωσης της σύνδεσής μου με το όλον, της εγγενούς μου ενότητας με κάθε "άλλο", καθώς και με την Πηγή. Αυτή η λήθη είναι προπατορικό αμάρτημα, οδύνη, πλάνη. Όταν αυτή η πλάνη της αίσθησης του απόλυτου χωρισμού αποτελεί υπόβαθρο και διέπει ό,τι σκέφτομαι, λέω και κάνω, τι είδους κόσμο δημιουργώ;

Για να βρεις την απάντηση σ' αυτό, παρατήρησε πώς σχετίζονται μεταξύ τους οι άνθρωποι. Όμως το Εγώ είναι προορισμένο να διαλυθεί, και όλες οι απολιθωμένες δομές του, είτε πρόκειται για θρησκευτικούς ή άλλους θεσμούς, εταιρείες ή κυβερνήσεις, θα αποσυντεθούν εκ των έσω, όσο οχυρωμένες κι αν φαίνεται πως είναι. Οι πιο άκαμπτες δομές, οι πιο ανεπίδεκτες αλλαγής, θα καταρρεύσουν πρώτες.

Έκχαρτ Τόλλε, Για μια νέα ζωή

Περικλής ο Αθηναίος: Ο ηγέτης της δημοκρατίας

«Και καλείται το πο­λίτευμά μας Δημοκρατία, γιατί η κυβέρνηση της πόλης δεν βρίσκεται στα χέρια των ολίγων, βρίσκεται στα χέρια των πολλών», γράφει ο αθηναίος ρήτορας, πολιτικός και στρατηγός Περικλής στον «Επιτάφιο Λόγο» του βάζοντας τα θεμέλια όχι μόνο της αθηναϊκής ακμής αλλά και του δυτικού πολιτισμού.

Ο άνθρωπος που συνύφανε την προσωπική του ζωή με την ίδια τη βιογραφία της πρώτης Δημοκρατίας ανέλαβε το έργο να καταστήσει πραγματικότητα το πολίτευμα του Κλεισθένη, τελειοποιώντας στην πράξη τις βασικές αρχές της λαϊκής βούλησης.

Και τα έκανε όλα χωρίς να έχει να βασιστεί κάπου, παρά μόνο στην ίδια την ανθρώπινη εμπειρία και το γενικό καλό! Η ιστορική πορεία του δημοκρατικού πολιτεύματος γεννιέται λοιπόν ως πολιτικό και κοινωνικό πείραμα του στρατηγού Περικλή, που χωρίς πρότυπα να ακολουθήσει, βασίζεται στις εμπνεύσεις του φωτεινού του πνεύματος για να αφήσει παρακαταθήκη τον αποτελεσματικότερο και δικαιότερο τρόπο συλλογικής ζωής.

Ο διαπρεπέστερος πολιτικός άνδρας της αρχαιότητας έκανε όμως πολλά περισσότερα από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, καθώς στην εποχή του έλαβε χώρα η μεγαλύτερη ακμή της Αθήνας, όταν αποθεώθηκαν οι τέχνες, τα γράμματα και οι επιστήμες αφήνοντας κληρονομιά στην ανθρωπότητα την κλασική τελειότητα του 5ου π.Χ. αιώνα, που θα έπαιρνε τελικά το όνομα του πρώτου αυτού αθηναίου πολίτη.

Ο Χρυσός Αιώνας του Περικλή ήταν όλος έργο ενός ανθρώπου που αγάπησε τον κόσµο του, την Αθήνα, πιο πολύ από τον εαυτό του και πίστεψε τόσο πολύ στους συμπολίτες του ώστε να αντλήσει τη σχεδόν αυθάδικη δύναμη για να πειραματιστεί με τους ίδιους τους όρους της ανθρώπινης ύπαρξης. Το ευρύτατο πείραμά του θα τον δικαίωνε ιστορικά, καθώς το θάρρος της κολοσσιαίας δημιουργίας του θα γεννούσε έναν κόσμο που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί η κλασική αρχαιότητα. Και δεν θα ξανάβλεπε ίσως ποτέ η οικουμένη στους αιώνες που θα έρχονταν.

Ο Περικλής του Ξανθίππου ο Χολαργεύς, αυτός ο περιτριγυρισμένος από δόξα άντρας, χάρισε στην Αθήνα την πνευματική, οικονομική και καλλιτεχνική της φήμη με μια σειρά από γενναίες αποφάσεις που αποκαλύπτουν στην πλήρη έκτασή τους τα χαρίσματα του χαρακτήρα του. Όπως τα αριθμεί ο κορυφαίος αθηναίος ιστοριογράφος Θουκυδίδης, ο Περικλής απέκτησε τη δύναμή του με το προσωπικό του κύρος, τη διανοητική του δεινότητα και τον ανιδιοτελή χαρακτήρα του. Συγκρατούσε τους συμπολίτες του χωρίς να περιορίζει τις ελευθερίες τους και δεν παρασύρθηκε ποτέ από τις επιταγές του πλήθους, αλλά αντιθέτως ήταν αυτός που καθοδηγούσε τον λαό, καθώς είχε το σθένος να αντιστρατεύεται, όταν χρειαζόταν, τα ιδιοτελή συμφέροντα του πλήθους.

Όταν διαπίστωνε ότι οι Αθηναίοι κυριεύονταν από έπαρση και επιδείκνυαν παράτολμο θάρρος, τότε τους μιλούσε με τέτοιον τρόπο ώστε να τους φοβίζει, ενώ αντίθετα όταν τους έβλεπε να δειλιάζουν χωρίς κάποιον σοβαρό λόγο, τους εγκαρδίωνε με τα λόγια του, όπως μας λέει ο Θουκυδίδης.

«Ο πολιτικός με τη βαθύτερη καλλιέργεια, ο πιο αυθεντικός και ο πιο ευγενής», όπως τον χαρακτήρισε αιώνες αργότερα ο μεγάλος Χέγκελ, στήριξε την οικοδόμηση του μεγαλείου της αθηναϊκής δημοκρατίας πάνω στα πυρηνικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, την έμφυτη δύναμη του νου του, τη διορατικότητα και την οξυδέρκεια, αλλά προπαντός την ανιδιοτέλειά του.

Ήξερε από όραμα ότι οι λαοί προκόβουν μόνο όταν το κοινό καλό τοποθετείται πάνω από το ατομικό συμφέρον, κι έτσι μίλησε στους αθηναίους πολίτες με ευθύτητα και ειλικρίνεια, καθοδηγώντας τους με γνώμονα το συλλογικό συμφέρον της πατρίδας. Αυτός, ένας αριστοκράτης και παραδειγματικό μέλος της ελίτ, έπαιρνε αποφάσεις όχι με γνώμονα τα συμφέροντα της τάξης του αλλά το καλό του λαού, υποστηρίζοντας τις λαϊκές μάζες με προνόμια και δικαιώματα σε βάρος της αριστοκρατίας.

Γι’ αυτό και στέφθηκε ως ο απόλυτος κυρίαρχος της πολιτικής σκηνής επί δεκαετίες, πριν μετατραπεί σε σκηνοθέτη της μνημειακής χωροταξίας της πόλης και στείλει την Αθήνα και την Ελλάδα στο βάθρο που ανήκε μέχρι πρότινος μόνο στους θεούς…

Πρώτα χρόνια

Ο Περικλής του Ξανθίππου ο Χολαργεύς γεννιέται περί το 495 π.Χ. στον δήμο Χολαργού ως γιος του περίφημου αθηναίου στρατηγού Ξανθίππου, θριαμβευτή στη Ναυμαχία της Μυκάλης κατά των Περσών. Η μητέρα του, η Αγαρίστη, ήταν γόνος μιας από τις σημαντικότερες οικογένειες των Αθηνών, των Αλκμεωνιδών, και συγγενής του μεγάλου οραματιστή της δημοκρατίας Κλεισθένη. Λίγο πριν από τη γέννησή του, η Αγαρίστη βλέπει στο όνειρό της ότι δεν φέρνει στον κόσμο παιδί, αλλά λιοντάρι, σαν να της έκλεινε η μοίρα το μάτι δηλαδή.

Μεγαλώνοντας μέσα στις ανέσεις και τα προνόμια της αριστοκρατικής τάξης, ο μικρός Περικλής λαμβάνει την καλύτερη μόρφωση της εποχής που μπορούσε να εξασφαλίσει το χρήμα και οι υψηλές διασυνδέσεις. Οι δάσκαλοί του ήταν οι φιλόσοφοι Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος και Ζήνων ο Ελεάτης, αλλά και ο Πρωταγόρας και ο περίφημος μουσικός Δάμωνας.

Τη βαθύτερη επίδραση στον ψυχισμό του μελετηρού μαθητή και φωτεινού πνεύματος είχε ο Αναξαγόρας, ο μέντορας του Περικλή, που του δίδαξε πέρα από τη χαρισματική ρητορική του δεινότητα, τις αρχές της ανεξαρτησίας του πνεύματος και της ευθυκρισίας, αλλά και τον αυτοέλεγχο, την πραότητα και τη διαλλακτικότητά του.

Κι έτσι ο φέρελπις νεαρός, αφού σμίλεψε τον χαρακτήρα του με τα καλύτερα διαθέσιμα υλικά, αποφάσισε να ακολουθήσει πολιτική καριέρα, κάτι που ήταν εξάλλου αποκλειστικό προνόμιο της τάξης του. Την ίδια εποχή θα κάνει έναν αποτυχημένο γάμο, που θα αποδώσει ωστόσο δύο παιδιά, και θα γίνει γνωστός στην αθηναϊκή κοινωνία ως χορηγός της αισχύλειας τραγωδίας «Πέρσαι» (472 π.Χ.), που αποσπά το πρώτο βραβείο στα Διονύσια και καθιερώνει τον λειτουργό της ως έναν από τους πιο προβεβλημένους νεαρούς Αθηναίους…

Πολιτική καριέρα

Η πολιτική ενασχόληση του Περικλή φαίνεται να ξεκινά το 463 π.Χ., όταν τον συναντάμε στους κατήγορους του Κίμωνα, γιου του στρατηγού Μιλτιάδη και ηγέτη της συντηρητικής παράταξης.

Ο Περικλής είχε ήδη ενταχθεί στον δημοκρατικό σχηματισμό του Εφιάλτη (επιλέγοντας «αντί των πλουσίων και ολίγων τους φτωχούς και πολλούς», όπως μας λέει ο Πλούταρχος) και συνέβαλε καθοριστικά στην προώθηση του ψηφίσματος της Εκκλησίας του Δήμου το 461 π.Χ. που έψαχνε να αφαιρέσει τα προνόμια των ευγενών και να θέσει έτσι τέλος στο παλιό αριστοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας, βάζοντας τα θεμέλια για τη σπουδαία αθηναϊκή δημοκρατία που ήταν προ των πυλών.

Ο Εφιάλτης δολοφονείται από ολιγαρχικούς κύκλους, που δεν του συγχώρεσαν ποτέ την καθιέρωση της λαϊκής ψήφου, ο Κίμωνας εξοστρακίζεται και η Κλασική Εποχή αχνοχαράζει. Η εμφατική νίκη του δημοκρατικού Περικλή κατά του ηγέτη των συντηρητικών θα σημάνει τις πρώτες στιγμές του νέου πολιτεύματος.

Ήδη από την αρχή, ο Περικλής προχώρησε σε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις για την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας του και συντάχθηκε με τον Δήμο, παίρνοντας τόσο φιλολαϊκά μέτρα που οι πολιτικοί του αντίπαλοι θα τον κατηγορήσουν για «λαϊκισμό». Ο Περικλής, μέσα από τη φωτισμένη διακυβέρνησή του, πέτυχε να επιβάλει την πλήρη εκδημοκρατικοποίηση της αθηναϊκής πολιτείας καταργώντας παραδοσιακά προνόμια της άρχουσας τάξης και κάνοντας όλους ίσους ενώπιον του νόμου.

Η ανακούφιση των αθηναίων πολιτών συνέβαλε τα μέγιστα στην εμπέδωση του δημοκρατικού ιδεώδους, όπως και η αμοιβή που καθιέρωσε για τους πολίτες που θα προσέφεραν υπηρεσίες στα κοινά του τόπου, ώστε να μένουν ανεπηρέαστοι από τις Σειρήνες των προσωπικών συμφερόντων. Ταυτοχρόνως, αναβάθμισε, θωράκισε και ανεξαρτητοποίησε τη δικαιοσύνη παρέχοντας μισθό στους δικαστές της Ηλιαίας, οι οποίοι εκλέγονταν τώρα με ψηφοφορία και από τις δέκα φυλές του Δήμου των Αθηναίων.

Οι κατώτερες τάξεις μπορούσαν να κατέχουν σαφώς υψηλότερα αξιώματα από αυτά που τους επιτρέπονταν μέχρι πρότινος, καθώς ο Περικλής προωθούσε ανοιχτά τη διεύρυνση της δημοκρατικής βάσης, θεωρώντας πως μόνο μέσα από την αύξηση της λαϊκής κυριαρχίας θα μπορούσε να χτίσει τη στρατιωτική και κυρίως ναυτική δύναμη της Αθήνας. Όπως και έγινε.

Μετά τον θάνατο του αρχηγού των δημοκρατικών Εφιάλτη, ο λαοφιλής και λαοπρόβλητος Περικλής μετατράπηκε στον απόλυτο κυρίαρχο της πολιτικής ζωής της Αθήνας, μια θέση που θα κρατήσει μέχρι τον θάνατό του το 429 π.Χ. Τόσο καθολική ήταν η απήχηση των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεών του που όταν επέστρεψε από την εξορία του ο Κίμωνας το 451 π.Χ., δεν έφερε καμία δημόσια αντίθεση στο πρόγραμμα του σφοδρού πολιτικού του αντιπάλου.

Ανενόχλητος πλέον, καθώς οι συντηρητικοί ήταν αποδυναμωμένοι, ο Περικλής συνέχισε το δημοκρατικό του όραμα προσπαθώντας τώρα να αλλάξει τη δεινή θέση των απόρων και την επαφή τους με την παιδεία. Χορηγεί θεατρικό επίδομα στους φτωχούς πολίτες από τα δημόσια ταμεία, ώστε να μπορούν να έρθουν σε επαφή με το διδακτικό ελληνικό θέατρο και να ανέβει το μορφωτικό επίπεδο των Αθηναίων μέσω της αγωγής των πολιτών.

Ο Περικλής κυβέρνησε τη λατρεμένη Αθήνα του για τριάντα και πλέον χρόνια (461-429 π.Χ.) και κράτησε το αξίωμα του στρατηγού για δεκατέσσερα (443-429 π.Χ.), αλλάζοντας όχι μόνο το πρόσωπό της αλλά και την ίδια τη θέση της στον κόσμο, καθώς τη μετέτρεψε στο πιο λαμπρό οικονομικό, εμπορικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο της Μεσογείου. Τα φιλολαϊκά του μέτρα δεν σταμάτησαν ποτέ να προωθούνται, μαγνητίζοντας την αγάπη και την αφοσίωση του απλού πολίτη και κάνοντας δημόσια αξιώματα και θέσεις ευθύνης προσιτά σε όλους τους αθηναίους πολίτες.

Αφού τακτοποίησε την κατάσταση στο εσωτερικό της Αθήνας, χρειαζόταν κάτι ακόμα για να γεννηθεί ο Χρυσός Αιώνας του Περικλή: η στρατιωτική πρωτοκαθεδρία της πόλης-κράτους του. Το αθηναϊκό ναυτικό έγινε περιώνυμο επί των ημερών του και απάλλαξε τις ελληνικές θάλασσες από την πειρατεία, προκαλώντας μια πρωτόγνωρη και απρόσκοπτη εμπορική άνθηση, αυξάνοντας έτσι τα δημόσια έσοδα αλλά και την επιρροή της Αθήνας στο Κοινό των Ελλήνων.

Εγκατέστησε τους φτωχότερους ακτήμονες σε γεωργικούς κλήρους των αθηναϊκών αποικιών στα νησιά και τη Θράκη ενισχύοντας έτσι τους δεσμούς με τη μητρόπολη. Η δεξιοτεχνική εξωτερική πολιτική του Περικλή κατέστησε την Αθήνα ως την ισχυρότερη πόλη-κράτος σε όλο τον ελληνικό κόσμο.

Θέλοντας να ολοκληρώσει τη μετατροπή της παλιάς Δηλιακής Συμμαχίας σε Αθηναϊκή Ηγεμονία, ο Περικλής τήρησε μια άκαμπτη εξωτερική πολιτική που βασίστηκε σε δύο σημεία: την παραδειγματική τιμωρία των πόλεων-κρατών που θέλησαν να απεμπλακούν από τη σφαίρα επιρροής της Αθήνας (όπως η Εύβοια και η Σάμος) αλλά και την υπονόμευση της δύναμης τόσο του ελληνικού εχθρού (παράλια Πελοποννήσου και Θράκη) όσο και των βαρβάρων που απειλούσαν το Κοινό των Ελλήνων. Ο Περικλής ολοκλήρωσε τις αθηναϊκές οχυρώσεις με τα περίφημα Μακρά Τείχη Αθήνας-Πειραιά, καθώς τα τύμπανα του πολέμου με τη Σπάρτη ηχούσαν εδώ και καιρό…

Τα κλασικά αρχιτεκτονήματα της Αθήνας

Ο Περικλής, που οδήγησε την Αθήνα στον χρυσό αιώνα της άμεσης δημοκρατίας, των γραμμάτων, των τεχνών και του πολιτισμού, μεταμόρφωσε την πόλη του με τέτοιου κάλλους και σπουδαιότητας έργα που έμελλε να μείνουν αθάνατα.

Αυτό που επιδίωξε ουσιαστικά να κάνει ήταν να ανοικοδομήσει τους ναούς και τα ιερά που είχαν καταστραφεί από τους Πέρσες και κυρίως τον Παρθενώνα. Τη διεύθυνση για την κατασκευή των καλλιτεχνημάτων ανέθεσε στον σπουδαίο Φειδία, υπό την επίβλεψη του οποίου χτίστηκε ο Παρθενώνας, σύμφωνα με τον σχεδιασμό των Ικτίνου και Καλλικράτη, ενώ τα Προπύλαια της Ακρόπολης ήταν έργο του Μνησικλή.

Πλάι στα επιβλητικότατα λατρευτικά αρχιτεκτονήματα συνυπήρχαν τώρα εντυπωσιακές γλυπτικές δημιουργίες, όπως το περίφημο Χρυσελεφάντινο Άγαλμα της Αθηνάς στον Παρθενώνα (έργο του Φειδία), αλλά και το χάλκινο της Προμάχου Αθηνάς μεταξύ Προπυλαίων και Παρθενώνα, το οποίο ήταν τόσο ψηλό ώστε λεγόταν ότι ήταν ορατό ακόμα και από το Σούνιο.

Η Αθήνα ήταν το αδιαφιλονίκητο κέντρο του πνεύματος και της τέχνης, συγκεντρώνοντας τους σπουδαιότερους φιλοσόφους και παιδαγωγούς της Ελλάδας, καθώς όλοι ήθελαν τώρα να διδάξουν στη λαμπρή μητρόπολη της Μεσογείου. Ρήτορες γοήτευαν το κοινό, αρχιτέκτονες κατασκεύαζαν θαύματα, γλύπτες και ζωγράφοι ίδρυαν εργαστήρια και συγγραφείς και ποιητές (μεγέθους Σοφοκλή και Ευριπίδη) έγραφαν τις διαχρονικές τραγωδίες τους, κάνοντας το θέατρο την αγαπημένη ψυχαγωγία όλων. Παρά το τεράστιο οικονομικό κόστος, ο Περικλής προώθησε το ολοκληρωμένο σχέδιό του για τις επιστήμες, τις καλές τέχνες αλλά και τα μεγάλα δημόσια έργα.

Ολόκληρο το όραμά του για την πόλη δεν έμελλε να ολοκληρωθεί, λόγω του πολυετή πολέμου που ακολούθησε, αν και η Αθήνα μεταμορφώθηκε τελικά στο ανεπανάληπτο θαύμα όλου του γνωστού κόσμου με την κλασική τελειότητα και την αρμονία της. Όσο για τα υπέρογκα κεφάλαια για τις λαμπρές αυτές θεωρητικές και πρακτικές κατασκευές, συγκεντρώνονταν από το εμπόριο, τη βιοτεχνία και τις εξαγωγές, αλλά και τις εισφορές από τους συμμάχους για τη στρατιωτική και πολιτική προστασία που τους παρείχε η πόλη-κράτος του Περικλή…

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος και το τέλος

Μόνο η στρατιωτική ήττα της Αθήνας θα μπορούσε να δώσει τέλος στο μεταρρυθμιστικό όραμα του Περικλή και τη νέα πραγματικότητα που είχε αυτό οικοδομήσει στην Αθήνα. Και θα ήταν ο αιώνιος αντίπαλος των Αθηναίων, οι Σπαρτιάτες, που θα προσυπέγραφαν τον χαμό της, καθώς δεν συγχώρεσαν ποτέ την εμφατική νίκη του Περικλή περί το 445 π.Χ., που τους υποχρέωσε σε ταπεινωτική ειρήνη 30 ετών.

Τώρα όμως ήταν ώρα για τον αιματοβαμμένο Πελοποννησιακό Πόλεμο που θα σημάνει το τέλος του Χρυσού Αιώνα του Περικλή και θα βάλει τη δημοκρατία σε πολλές περιπέτειες, καθώς σύντομα θα εκφυλιζόταν σε φαυλοκρατία. Την άνοιξη του 431 π.Χ., ο σπαρτιάτης βασιλιάς Αρχίδαμος κατέφτασε στην Αττική με μεγάλο στράτευμα, στο οποίο συμμετείχαν πολλές συμμαχικές των Λακεδαιμονίων πόλεις (Πελοποννησιακή Συμμαχία). Η εκστρατεία αυτή σκοπό είχε να καταστρέψει την Αθήνα κατακαίγοντας τα πάντα στο πέρασμά της, αν και δεν θα τολμούσε τελικά να πλησιάσει την Αθήνα.

Ο Περικλής ήξερε ότι οι Σπαρτιάτες ήταν πρακτικά ανίκητοι στη στεριά, κι έτσι αποφάσισε να τους χτυπήσει εκεί που είχε την αναντίρρητη υπεροχή, τη θάλασσα. Οι αψιμαχίες των δύο πόλεων-κρατών του 431 π.Χ. θα γενικεύονταν και ο πόλεμος θα γινόταν πανελλήνιος, κρατώντας 27 ολόκληρα χρόνια (431-404 π.Χ.), ως «ο σπουδαιότερος από όλους τους παλαιότερους πολέμους, επειδή, όταν άρχισε, οι δυο αντίπαλοι ήταν στην ακμή της δύναμής τους, ήταν καλά προετοιμασμένοι και όλοι οι άλλοι Έλληνες έπαιρναν ή ήταν έτοιμοι να πάρουν το μέρος του ενός ή του άλλου», όπως μας λέει ο έγκριτος Θουκυδίδης.

Έναν χρόνο μετά την κήρυξη του πολέμου, έφτασαν στην Αθήνα τα οστά των πρώτων νεκρών. Τρεις μέρες διάρκεσε το λαϊκό προσκύνημα και την ημέρα της ταφής τον επικήδειο εκφώνησε ο ίδιος ο Περικλής. Ο λόγος του διασώθηκε από τον Θουκυδίδη και έμεινε γνωστός ως «Περικλέους Επιτάφιος», ένα λαμπρό μνημείο ιδεών αλλά και γλωσσικής δεινότητας.

Τα τείχη του Περικλή αποδείχτηκαν απόρθητα και οι Σπαρτιάτες δεν τόλμησαν να εισβάλουν στην πόλη, η οποία κάμφθηκε όπως ξέρουμε από την πείνα και τις αρρώστιες (λοιμός), καθώς όλοι είχαν κλειστεί μέσα τους. Ο θάνατος άρχισε να απλώνει τα μαύρα του φτερά παντού και ο ίδιος ο Περικλής έχασε την αδελφή του και τους δυο του γιους από τον πρώτο του γάμο.

Παρά το γεγονός ότι ο μεγάλος αυτός άντρας θα προλάβαινε μόλις τα δύο πρώτα χρόνια του πολέμου, καθώς προσβλήθηκε κι αυτός από τον φοβερό λοιμό που έπληξε την πολιορκημένη Αθήνα, έζησε ωστόσο αρκετά για να δει τους Αθηναίους να στρέφονται εναντίον του, επιρρίπτοντάς του τις ευθύνες για την ένοπλη σύγκρουση και τη φρίκη του λοιμού.

Κι αυτό γιατί ήταν ο ίδιος που με μεγάλη αυτοπεποίθηση και υπεροψία ενδεχομένως είχε θεωρήσει τον πόλεμο αναγκαίο κακό (και συχνά καλοδεχούμενο), απορρίπτοντας το τελεσίγραφο με τις υπερβολικές απαιτήσεις των Λακεδαιμονίων, καθώς κάτι τέτοιο, ισχυρίστηκε, θα άνοιγε την όρεξη των Πελοποννήσιων για ακόμα μεγαλύτερες απαιτήσεις.

Αναμφίβολα ο Περικλής θεώρησε τη θαλασσοκράτειρα Αθήνα με τον πανίσχυρο στόλο της ανίκητη και έβαλε σκοπό να πείσει τον λαό του για πολεμικές προετοιμασίες, αποσπώντας τελικά τη σύμφωνη γνώμη του. Ο Περικλής έφυγε από τη ζωή στις πρώτες πράξεις του πολέμου των δύο κόσμων, όταν ο εχθρός εισέβαλε στην Αττική και κατέστρεφε τη γη και οι Αθηναίοι ρήμαζαν με το υπέρτερο ναυτικό τους διάφορα γωνιές της Πελοποννήσου.

Καταβεβλημένος συναισθηματικά από τις οικογενειακές του απώλειες και άρρωστος ο ίδιος για αρκετό καιρό, εμφανίστηκε στο δικαστήριο για να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να πείσει τους δικαστές πως η Σπάρτη ήταν εκείνη που ξεκίνησε τον πόλεμο.

Το δικαστήριο τον αθώωσε μεν, αλλά οι Αθηναίοι δεν τον εξέλεξαν ξανά στρατηγό, επιβάλλοντάς του ταυτοχρόνως εξοντωτικό πρόστιμο, παρά το γεγονός ότι η δικαστική διερεύνηση δεν εντόπισε σφάλματα και παραλείψεις από μέρους του. Ο τρομερός λοιμός της Αθήνας θέρισε το ένα τρίτο του πληθυσμού και με τις ζωές τους να έχουν αλλάξει ριζικά, οι πολίτες τον έπαυσαν από τα καθήκοντά του.

Αν και την επόμενη χρονιά, με την κατάσταση να βελτιώνεται σταδιακά, οι Αθηναίοι τον ξαναθυμήθηκαν και τον εξέλεξαν εκ νέου στρατηγό, εκφράζοντάς του τώρα την ευγνωμοσύνη τους. Ακόμα και τον γιο του, καρπό του γάμου του με την εταίρα Ασπασία από τη Μίλητο, προθυμοποιήθηκαν να κάνουν αθηναίο πολίτη, παρά τον αυστηρό νόμο του ίδιου του Περικλή για την αθηναϊκή υπηκοότητα, σύμφωνα με τον οποίο πολιτικά δικαιώματα είχε αποκλειστικά εκείνος που και οι δύο γονείς του ήταν Αθηναίοι.

Ο Περικλής πείθει τον λαό του να συνεχίσει να ακολουθεί την ίδια στρατηγική, τη μάχη στη θάλασσα δηλαδή και την αποφυγή κάθε ευθείας αντιπαράθεσης στη στεριά μέσω άμυνας εντός των τειχών, καθώς πίστευε πως στο τέλος η Αθήνα θα έβγαινε νικήτρια.

Όπως μας λέει και ο Θουκυδίδης, «φαίνεται, λοιπόν, καθαρά ότι στην αρχή του πολέμου, οι δυνάμεις της Αθήνας ήσαν περίσσιες και δικαιολογούσαν τις προβλέψεις του Περικλή που πίστευε ότι εύκολα θα μπορούσε να νικήσει μόνους τους Πελοποννησίους». Προσβεβλημένος όμως από την επιδημία και ψυχικά ταλαιπωρημένος, πέθανε τον Αύγουστο του 429 π.Χ., συμπαρασύροντας στον θάνατο και τον Χρυσό Αιώνα του. Η παρακμή της πόλης είχε ξεκινήσει με τον χαμό του πρώτου της πολίτη, του θνητού που κατάφερε να ξεπεράσει ακόμα και τους ολύμπιους θεούς…

Ενδεικτικό της σεμνότητάς του αλλά και της τυφλής πίστης του στα δημοκρατικά ιδεώδη ήταν ο μονόλογος που σιγομουρμούριζε κάθε πρωί:

«Όρα και φύλαττε Περικλή (Κοίτα και πρόσεχε Περικλή) / Άρχεις Ελευθέρων Ανθρώπων / Άρχεις Ελλήνων / Άρχεις Αθηναίων»…

Arthur C. Clarke – Ο ΦΡΟΥΡΟΣ

Την επόμενη φορά που θ’ αντικρίσετε την πανσέληνο ψηλά στο νότο, κοιτάξτε προσεκτικά τη δεξιά πλευρά της και αφήστε το βλέμμα σας να ταξιδέψει προς τα πάνω, κατά μήκος της καμπύλης του δίσκου. Γύρω στις δύο η ώρα θα παρατηρήσετε ένα μικρό, σκούρο ωοειδές σχήμα. Οποιοσδήποτε με φυσιολογική όραση μπορεί να το εντοπίσει αρκετά εύκολα. Είναι η μεγάλη περιτειχισμένη πεδιάδα, μία από τις ομορφότερες στη Σελήνη, που ονομάζεται Mare Crisium – Θάλασσα των Κρίσεων. Έχει διάμετρο τετρακόσια ογδόντα δύο χιλιόμετρα και περικλείεται ολοκληρωτικά σχεδόν από μία εντυπωσιακή οροσειρά. Δεν είχε εξερευνηθεί ποτέ, μέχρι που την επισκεφθήκαμε στα τέλη του καλοκαιριού του 1996.

Η αποστολή μας ήταν μεγάλη. Είχαμε δύο τεράστια φορτηγά σκάφη που μετέφεραν τις προμήθειες και τον εξοπλισμό μας από την κεντρική σεληνιακή βάση στη Mare Serenitatis, σε απόσταση οκτακοσίων χιλιομέτρων. Υπήρχαν επίσης τρεις μικροί πύραυλοί για τα ταξίδια μικρών αποστάσεων πάνω από περιοχές τις οποίες τα οχήματα επιφάνειας δεν μπορούσαν να διασχίσουν. Ευτυχώς, το μεγαλύτερο τμήμα της Mare Crisium είναι εντελώς επίπεδο. Δεν έχει καμία από τις μεγάλες ρωγμές που είναι τόσο συνηθισμένες και τόσο επικίνδυνες αλλού, ενώ υπάρχουν ελάχιστοι κρατήρες ή βουνά. Από όσο μπορούσαμε να υπολογίσουμε, τα δυνατά ερπυστριοφόρα οχήματα δεν θα δυσκολεύονταν να μας πάνε όπου επιθυμούσαμε.

Ήμουν γεωλόγος -ή σεληνιολόγος, αν θέλουμε να ακριβολογούμε- και επικεφαλής της ομάδας που εξερευνούσε τη νότια περιοχή της Mare. Είχαμε διανύσει εκατόν εξήντα χιλιόμετρα σε μία εβδομάδα, περνώντας πλάι στους πρόποδες των βουνών όπου κάποτε, εκατομμύρια χρόνια πριν, υπήρχε μία αρχαία θάλασσα. Όταν η ζωή ξεκινούσε στη Γη, εδώ ήδη αργοπέθαινε. Τα νερά υποχωρούσαν από τις πλαγιές αυτών των τεράστιων γκρεμών και χάνονταν στην άδεια καρδιά της Σελήνης. Στην περιοχή που διασχίζαμε ο ωκεανός, που δεν είχε γνωρίσει ποτέ παλίρροια, είχε κάποτε βάθος οκτακόσια μέτρα και τώρα το μοναδικό ίχνος υγρασίας ήταν ο υαλόπαγος στο εσωτερικό των σπηλαίων που ο καυτός ήλιος δεν έβλεπε ποτέ.

Είχαμε αρχίσει το ταξίδι μας κατά τη διάρκεια της νωθρής σεληνιακής αυγής και είχαμε ακόμα μια εβδομάδα γήινου χρόνου πριν πέσει η νύχτα. Έξι φορές τη μέρα εγκαταλείπαμε το όχημα και βγαίναμε με τις διαστημικές στολές μας για να αναζητήσουμε ενδιαφέροντα ορυκτά ή για να τοποθετήσουμε οδόσημα για τους μελλοντικούς ταξιδιώτες. Ήταν μία διαδικασία ρουτίνας, χωρίς απρόοπτα. Δεν υπάρχει τίποτε επικίνδυνο ή εξαιρετικά συναρπαστικό στην εξερεύνηση της Σελήνης.

Θα μπορούσαμε να ζήσουμε άνετα για ένα μήνα μέσα στα ερπυστριοφόρα οχήματα, όπου η ατμόσφαιρα ήταν υπό κανονική πίεση, και, αν συναντούσαμε προβλήματα, μπορούσαμε πάντα να ζητήσουμε βοήθεια με τον ασύρματο και να κάτσουμε στ’ αβγά μας μέχρι να έρθει κάποιο διαστημόπλοιο να μας σώσει. Όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ακολουθούσε πάντοτε γενική κατακραυγή για τη σπατάλη των πυραυλικών καυσίμων, οπότε τα ερπυστριοφόρα έστελναν SOS μόνο όταν υπήρχε πραγματική ανάγκη.

Είπα ότι η εξερεύνηση της Σελήνης δεν έχει τίποτε το συναρπαστικό, αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Κανείς δεν βαριέται αυτά τα φανταστικά βουνά, που είναι πολύ πιο παρακάμπταμε απόκρημνα από τους απαλούς λόφους της Γης. Ποτέ δεν ξέραμε, καθώς καβατζάραμε τα ακρωτήρια εκείνης της άνυδρης θάλασσας, τί νέα θαύματα θα μας αποκαλύπτονταν. Ολόκληρη η νότια καμπύλη της Mare Crisium είναι ένα πελώριο Δέλτα, στο οποίο κάποτε χύνονταν αμέτρητοι ποταμοί στον ωκεανό, τροφοδοτούμενοι ίσως από τις καταρρακτώδεις βροχές που θα μαστίγωναν τα βουνά όταν η Σελήνη ήταν νέα, κατά τη σύντομη ηφαιστειακή εποχή της.

Καθεμία από εκείνες τις αρχαίες κοιλάδες ήταν μία πρόκληση, μία πρόσκληση να σκαρφαλώσουμε στα άγνωστα υψίπεδα πέρα από αυτές. Όμως είχαμε ακόμα εκατόν εξήντα χιλιόμετρα να διανύσουμε και μπορούσαμε μόνο να κοιτάμε με λαχτάρα τα ύψη που θα κατακτούσαν άλλοι. Στο ερπυστριοφόρο ακολουθούσαμε γήινο χρόνο και ακριβώς στις 22.00 θα στέλναμε το τελευταίο ραδιομήνυμα στη βάση και θα σταματούσαμε για κείνη τη μέρα. Έξω, τα πετρώματα ακόμα έκαιγαν κάτω από το σχεδόν κάθετο ήλιο, αλλά για μας ήταν νύχτα μέχρι να ξυπνήσουμε ξανά, οχτώ ώρες αργότερα. Ύστερα ένας από μας θα ετοίμαζε πρωινό, οι ξυριστικές μηχανές θ’ άρχιζαν να βουίξουν και κάποιος θα άναβε τον ασύρματο των βραχέων κυμάτων από τη Γη.

Πράγματι, όταν η μυρωδιά του τηγανιτού μπέικον, άρχιζε να πλημμυρίζει την καμπίνα, κάποιες φορές ήταν δύσκολο να πιστέψω ότι δεν βρισκόμαστε πίσω στον κόσμο μας – όλα ήταν τόσο συνηθισμένα και οικεία, εκτός από την αίσθηση του μειωμένου βάρους και την αφύσικη βραδύτητα των αντικειμένων όταν έπεφταν.

Ήταν σειρά μου να ετοιμάσω πρωινό στη γωνιά της κυρίως καμπίνας που χρησίμευε ως μαγειρείο. Θυμάμαι εκείνη τη στιγμή πολύ ζωντανά κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια, γιατί στο ραδιόφωνο μόλις είχε τελειώσει μία από τις αγαπημένες μου μελωδίες, το παλιό ουαλικό David of the White Rock. Ο οδηγός μας ήταν ήδη έξω με τη διαστημική στολή του, επιθεωρώντας τις ερπύστριες.
Ο βοηθός μου, ο Λούις Γκάρνετ, ήταν μπροστά, στη θέση ελέγχου, καταχωρίζοντας καθυστερημένα κάποια στοιχεία στο χτεσινό ημερολόγιο.

Ενώ στεκόμουν πάνω από το τηγάνι, περιμένοντας, σαν καλή νοικοκυρά πίσω στη Γη, να ψηθούν τα λουκάνικα, άφησα το βλέμμα μου να περιπλανηθεί νωχελικά στα ορεινά τείχη που κάλυπταν ολόκληρο το νότιο ορίζοντα, προχωρώντας ανατολικά και δυτικά, μέχρι που χάνονταν κάτω από την καμπύλη της Σελήνης. Έμοιαζαν ν’ απέχουν ένα δυο χιλιόμετρα από το ερπυστριοφόρο, αλλά ήξερα ότι το πιο κοντινό από αυτά βρισκόταν τριάντα χιλιόμετρα μακριά. Στη Σελήνη φυσικά οι λεπτομέρειες δεν αλλοιώνονται με την απόσταση, καθώς δεν υπάρχει αυτή η σχεδόν αδιόρατη θαμπάδα [είναι η οργόνη, που υπάρχει μονάχα σε ζωντανούς πλανήτες κι όπου υπάρχει ζωντανή ζωή] που απαλύνει και ορισμένες φορές μεταμορφώνει όλα τα μακρινά αντικείμενα στη Γη.

Εκείνα τα βουνά είχαν ύψος τρεις χιλιάδες μέτρα και ανηφόριζαν απότομα από την πεδιάδα, λες και πριν από αιώνες κάποια έκρηξη στο υπέδαφος τα είχε εκτοξεύσει προς τα πάνω μέσα από το λιωμένο φλοιό. Οι πρόποδες ακόμη και του κοντινότερου βουνού ήταν κρυμμένοι από την απότομη καμπύλη της πεδιάδας, καθώς η Σελήνη είναι ένας πολύ μικρός κόσμος, και από εκεί που στεκόμουν ο ορίζοντας απείχε μόλις τρία χιλιόμετρα.

Σήκωσα τα μάτια μου προς τις κορυφές που κανείς άνθρωπος δεν είχε πατήσει, τις κορυφές που, πριν από την έλευση των Γήινων, είχαν παρακολουθήσει τους ωκεανούς να βυθίζονται σκυθρωπά στους τάφους τους, παίρνοντας μαζί τους την ελπίδα επιβίωσης ενός κόσμου. Η αντανάκλαση του φωτός σ’ εκείνες τις επάλξεις έτσουξε τα μάτια, ωστόσο μόλις λίγο ψηλότερα τα άστρα έλαμπαν σταθερά σ’ έναν ουρανό πιο μαύρο κι από αυτόν του χειμερινού μεσονυκτίου στη Γη.

Απέστρεφα το βλέμμα όταν την προσοχή μου τράβηξε μία μεταλλική λάμψη ψηλά στην άκρη ενός ακρωτηρίου που έμπαινε στη «θάλασσα», πενήντα μίλια στα δυτικά. Ήταν ένα σημείο φωτός χωρίς διαστάσεις, λες και μία από εκείνες τις άγριες κορυφές είχε αρπάξει ένα άστρο από τον ουρανό, και φαντάστηκα ότι κάποια επίπεδη βραχώδης επιφάνεια αντανακλούσε το φως του ήλιου και το έστελνε κατευθείαν στα μάτια μου: Τέτοια φαινόμενα δεν ήταν ασυνήθιστα. Όταν η Σελήνη βρίσκεται στο δεύτερο τέταρτο, οι παρατηρητές στη Γη διακρίνουν κάποιες φορές τις μεγάλες οροσειρές του Oceanus Procellarum να ιριδίζουν ασπρογάλανες, καθώς το φως αντανακλάται στις πλαγιές τους και ταξιδεύει από κόσμο σε κόσμο. Όμως ήμουν περίεργος να μάθω τί είδους πέτρωμα μπορούσε να λάμπει τόσο έντονα εκεί ψηλά. Έτσι, ανέβηκα στο παρατηρητήριο και έστρεψα το τηλεσκόπιο των δέκα εκατοστών προς τη δύση.

Είδα αρκετά ώστε η περιέργεια μου ν’ αυξηθεί ακόμα περισσότερο. Διαυγείς στο οπτικό πεδίο μου, οι βουνοκορφές έμοιαζαν ν’ απέχουν μόλις οκτακόσια μέτρα, αλλά αυτό που αντανακλούσε το φως του ήλιου ήταν πολύ μικρό για να το διακρίνω. Ωστόσο έμοιαζε να διαθέτει μία περίεργη συμμετρία, ενώ η κορυφή στην οποία βρισκόταν ήταν αλλόκοτα επίπεδη. Έμεινα να κοιτάζω ώρα πολλή το λαμπερό αίνιγμα, προσπαθώντας να εκμηδενίσω την απόσταση με το βλέμμα μου, μέχρι που η μυρωδιά καμένου από το μαγειρείο με ειδοποίησε ότι τα λουκάνικα που προορίζονταν για το πρωινό μας είχαν ταξιδέψει τετρακόσιες χιλιάδες χιλιόμετρα μάταια.

Όλο εκείνο το πρωινό διασχίζαμε τη Mare Crisium διαφωνώντας, ενώ τα δυτικά όρη υψώνονταν όλο και πιο ψηλά στον ουρανό. Ακόμη και όταν ερευνούσαμε την περιοχή με τις διαστημικές στολές μας, η συζήτηση συνεχιζόταν από τον ασύρματο. Ήταν απολύτως βέβαιο, υποστήριζαν οι σύντροφοί μου, ότι δεν είχε υπάρξει ποτέ κανένα έλλογο πλάσμα στη Σελήνη. Τα μοναδικά όντα που έζησαν εκεί ήταν μερικά πρωτόγονα φυτά και οι ελαφρώς λιγότερο εκφυλισμένοι προγονοί τους.

Αυτό το ήξερα κι εγώ πολύ καλά, όμως έρχονται στιγμές που ένας επιστήμονας δεν πρέπει να φοβάται να γελοιοποιηθεί. «Ακούστε» είπα τελικά «εγώ θα πάω εκεί, τουλάχιστον για να ικανοποιήσω την περιέργεια μου. Το βουνό έχει ύψος το πολύ τρεισήμισι χιλιάδες μέτρα, δηλαδή μόλις εξακόσια μέτρα με γήινη βαρύτητα, και μπορώ να ολοκληρώσω τη διαδρομή σε είκοσι ώρες. Έτσι κι αλλιώς, πάντα ήθελα ν’ ανέβω σ’ αυτούς τους λόφους, και αυτό μου δίνει την τέλεια δικαιολογία».

«Αν δεν σπάσεις το σβέρκο σου» είπε ο Γκάρνετ «θα γίνεις περίγελος της αποστολής όταν γυρίσουμε στη Βάση. Αυτό το βουνό από δω και πέρα πιθανότατα θα λέγεται Μωρία του Γουίλσον».
«Δεν θα σπάσω το σβέρκο μου» είπα αποφασιστικά. «Ποιος ήταν ο πρώτος που ανέβηκε στο Πίκο και τον Ελικώνα;»
«Δεν ήσουν λίγο νεότερος τότε;» ρώτησε χαμηλόφωνα ο Λούις.
«Αυτό» είπα περήφανα «είναι ένας λόγος παραπάνω για να πάω».

Πέσαμε για ύπνο νωρίς εκείνη τη νύχτα, αφού οδηγήσαμε το ερπυστριοφόρο σε απόσταση οκτακοσίων μέτρων από το ακρωτήριο. Ο Γκάρνετ θα ερχόταν μαζί μου το πρωί· ήταν καλός ορειβάτης και παλιότερα με είχε συνοδεύσει σε πολλές τέτοιες εξορμήσεις. Ο οδηγός μας ήταν περιχαρής που τον αφήσαμε να προσέχει το όχημα.

Με την πρώτη ματιά εκείνοι οι γκρεμοί έμοιαζαν τελείως κάθετοι, αλλά για οποιονδήποτε πεπειραμένο ορειβάτη η αναρρίχηση είναι εύκολη σε έναν κόσμο που καθετί ζυγίζει το ένα δέκατο έκτο του κανονικού του βάρους. Ο πραγματικός κίνδυνος στη σεληνιακή ορειβασία είναι η υπερβολική αυτοπεποίθηση· μία πτώση από ύψος διακοσίων μέτρων στη Σελήνη μπορεί να σε σκοτώσει τόσο αποτελεσματικά όσο και μία πτώση από τα τριάντα μέτρα στη Γη.

Κάναμε την πρώτη στάση σε έναν πλατύ βράχο που βρισκόταν περίπου χίλια διακόσια μέτρα πάνω από την πεδιάδα. Η αναρρίχηση δεν ήταν δύσκολη, όμως είχα πιαστεί από την ασυνήθιστη προσπάθεια και χάρηκα για το διάλειμμα. Το ερπυστριοφόρο φαινόταν ακόμα, ένα μικροσκοπικό μεταλλικό έντομο στους πρόποδες του γκρεμού, κι αναφέραμε την πρόοδό μας στον οδηγό πριν συνεχίσουμε την ανάβαση.

Ώρα με την ώρα ο ορίζοντας διευρυνόταν και μπορούσαμε να δούμε όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της πλατιάς πεδιάδας. Βλέπαμε πια σε βάθος ογδόντα χιλιομέτρων στη Mare, ενώ διακρίναμε ακόμη και τις βουνοκορφές στην απέναντι ακτή, που απείχε πάνω από εκατόν εξήντα χιλιόμετρα. Ελάχιστες από τις μεγάλες σεληνιακές πεδιάδες είναι τόσο ομαλές όσο η Mare Crisium, και μπορούσαμε σχεδόν να φανταστούμε ότι τρία χιλιόμετρα κάτω από τα πόδια μας απλωνόταν μία θάλασσα από νερό και όχι από βράχια. Μόνο ένα σύνολο κρατήρων κοντά στον ορίζοντα διέλυαν την ψευδαίσθηση.

Δεν διακρίναμε ακόμα το στόχο μας πάνω από την προεξοχή του βουνού και προσανατολιζόμασταν με χάρτες, χρησιμοποιώντας τη Γη ως οδηγό. Ανατολικά από μας ο ασημένιος πλανήτης μας κρεμόταν χαμηλά πάνω από την πεδιάδα, ήδη στο πρώτο τέταρτό του. Ο Ήλιος και τα άστρα θα παρέλαυναν αργά στον ουρανό και θα χάνονταν από το οπτικό μας πεδίο, όμως η Γη θα ήταν πάντα εκεί, στην προκαθορισμένη θέση της, γεμίζοντας και αδειάζοντας καθώς περνούσαν οι εποχές και τα χρόνια. Σε δέκα μέρες θα ήταν ένας εκτυφλωτικός δίσκος που θα έλουζε αυτούς τους βράχους με την ακτινοβολία της τα μεσάνυχτα, πενήντα φορές λαμπρότερη από την πανσέληνο. Όμως έπρεπε να εγκαταλείψουμε τα βουνά πολύ πριν από τη νύχτα, αλλιώς θα μέναμε ανάμεσά τους για πάντα.

Οι στολές μας ήταν δροσερές, αφού οι μονάδες ψύξης πολεμούσαν τον καυτό Ήλιο και απομάκρυναν τη θερμότητα του σώματός μας όταν αυτή ανέβαινε από την προσπάθεια. Μιλούσαμε ελάχιστα μεταξύ μας, μόνο για να δώσουμε οδηγίες σχετικά με την ανάβαση και για να συζητήσουμε την καλύτερη διαδρομή. Δεν ξέρω τί σκεφτόταν ο Γκάρνετ, μάλλον ότι αυτό ήταν το πιο τρελό πράγμα που είχε κάνει ποτέ. Σχεδόν συμφωνούσα μαζί του, αλλά η χαρά της αναρρίχησης, η γνώση ότι κανένας άνθρωπος δεν είχε περάσει ποτέ από δω, καθώς και η ευφορία που μου προκαλούσε η ολοένα και πιο πλατιά θέα ήταν αρκετή ανταμοιβή για μένα.

Δεν νομίζω ότι ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα όταν αντίκρισα μπροστά μας τον πέτρινο τοίχο που είχα διακρίνει με το τηλεσκόπιο από απόσταση πενήντα χιλιομέτρων. Γινόταν επίπεδος περίπου δεκαπέντε μέτρα ψηλότερα κι εκεί, στο πλάτωμα, βρισκόταν το αντικείμενο που με είχε κάνει να διασχίσω την ερημιά για να έρθω ως εδώ. Ήταν, σχεδόν σίγουρα, κάποιος ογκόλιθος που είχε κοπεί αιώνες πριν από κάποιον μετεωρίτη και οι επιφάνειές του ακόμα γυάλιζαν σ’ αυτή την άφθαρτη αμετάβλητη σιωπή.

Ο επίπεδος βράχος δεν είχε προεξοχές από τις οποίες θα μπορούσαμε να κρατηθούμε, γι’ αυτό και έπρεπε να χρησιμοποιούμε γάντζους. Τα κουρασμένα χέρια μου έμοιαζαν να δυναμώνουν ξανά καθώς στριφογύριζα το τριπλό μεταλλικό άγκιστρο πάνω από το κεφάλι μου και το εκτόξευα ψηλά, προς τα άστρα. Την πρώτη φορά ξεκόλλησε και έπεσε αργά πίσω όταν τραβήξαμε το σχοινί. Με την τρίτη προσπάθεια τα άγκιστρα στερεώθηκαν γερά και δεν μετακινήθηκαν ακόμη και όταν κρεμαστήκαμε και οι δυο μας από το σχοινί.

Ο Γκάρνετ με κοίταξε με αγωνία. Έβλεπα ότι ήθελε να πάει πρώτος, αλλά του χαμογέλασα μέσα από το γυαλί του κράνους μου και κούνησα το κεφάλι. Αργά, με το πάσο μου, άρχισα την τελική ανάβαση. Ακόμη και με τη στολή μου ζύγιζα μόλις δεκαοχτώ κιλά, έτσι ανέβηκα τραβώντας με τα χέρια, χωρίς να μπω στον κόπο να χρησιμοποιήσω τα πόδια μου. Στο χείλος κοντοστάθηκα και κούνησα το χέρι στο σύντροφό μου, ύστερα σκαρφάλωσα και στάθηκα όρθιος, κοιτώντας ευθεία μπροστά.

Πρέπει να καταλάβετε ότι, μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήμουν σχεδόν πεπεισμένος ότι δεν επρόκειτο να βρω τίποτε περίεργο ή ασυνήθιστο. Σχεδόν, αλλά όχι απόλυτα· αυτή η βασανιστική αμφιβολία με ωθούσε προς τα μπρος. Λοιπόν, αμφιβολία δεν υπήρχε πια, αλλά τα βάσανα τώρα άρχιζαν.

Στεκόμουν σε ένα πλάτωμα με διάμετρο περίπου τριάντα μέτρα. Κάποτε ήταν λείο -υπερβολικά λείο για να είναι φυσικό- αλλά με το πέρασμα αμέτρητων αιώνων η επιφάνειά του είχε σημαδευτεί από την πτώση μετεώρων. Είχε λειανθεί ώστε να στηρίζει μία γυαλιστερή κατασκευή όμοια με πυραμίδα, με ύψος διπλάσιο από του ανθρώπου, που ήταν τοποθετημένη στο βράχο σαν τεράστιο πολυεπίπεδο πετράδι.

Δεν νομίζω ότι αισθάνθηκα οτιδήποτε εκείνα τα πρώτα δευτερόλεπτα. Ύστερα ένιωσα την καρδιά μου να φουσκώνει και να γεμίζει με μία παράξενη απερίγραπτη χαρά. Γιατί αγαπούσα τη Σελήνη και τώρα ήξερα ότι τα βρύα του Αρίσταρχου και του Ερατοσθένη δεν ήταν η μοναδική μορφή ζωής που είχε γεννήσει στα νιάτα της. Το παλιό αμφισβητούμενο όνειρο των πρώτων εξερευνητών ήταν αληθινό. Τελικά είχε υπάρξει σεληνιακός πολιτισμός – κι εγώ ήμουν ο πρώτος που τον ανακάλυπτε. Δεν μ’ ενοχλούσε καθόλου που είχα αργήσει γύρω στα εκατό εκατομμύρια χρόνια· μου αρκούσε που βρισκόμουν εδώ.

Ο νους μου άρχισε να λειτουργεί κανονικά, να αναλύει και να θέτει ερωτήματα. Ήταν ένα κτίριο, ένας βωμός – ή κάτι για το οποίο η γλώσσα μας δεν είχε όνομα; Αν ήταν κτίριο, τότε γιατί είχε χτιστεί σε ένα τόσο απρόσιτο σημείο; Αναρωτήθηκα μήπως ήταν ναός, και φαντάστηκα τους πιστούς κάποιας παράξενης θρησκείας να προσεύχονται μάταια στους θεούς τους για να τους προστατέψουν, καθώς η ζωή στράγγιζε από τη Σελήνη μαζί με τους ωκεανούς. Έκανα καμιά δεκαριά βήματα μπροστά για να εξετάσω το αντικείμενο καλύτερα, όμως το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με εμπόδισε να πλησιάσω πολύ κοντά. Διέθετα κάποιες γνώσεις αρχαιολογίας και έτσι προσπάθησα να μαντέψω το επίπεδο του πολιτισμού των πλασμάτων που είχαν λειάνει το βουνό και είχαν κατασκευάσει τις αστραφτερές κατοπτρικές επιφάνειες που ακόμα θάμπωναν τα μάτια μου.

Θα μπορούσαν να το είχαν κάνει οι Αιγύπτιοι, σκέφτηκα, αν οι εργάτες τους διέθεταν τα παράξενα υλικά που είχαν χρησιμοποιήσει αυτοί οι κατά πολύ αρχαιότεροι αρχιτέκτονες. Το αντικείμενο ήταν τόσο μικρό που δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να ήταν το δημιούργημα μίας φυλής πιο εξελιγμένης από τη δική μου. Και μόνο η ιδέα ότι κάποτε στη Σελήνη είχαν ζήσει ευφυή όντα ήταν πολύ συγκλονιστική για να τη χωνέψω και η περηφάνια μου δεν με άφηνε να κάνω το τελευταίο ταπεινωτικό βήμα.

Ύστερα πρόσεξα κάτι που έκανε τις τρίχες στο σβέρκο μου να σηκωθούν όρθιες – κάτι τόσο κοινότοπο και αθώο που πολλοί δεν θα το είχαν προσέξει καθόλου. Έχω ήδη αναφέρει ότι το πλάτωμα ήταν σημαδεμένο από μετέωρα. Ήταν επίσης σκεπασμένο από αρκετά εκατοστά της κοσμικής σκόνης η οποία καταλήγει στην επιφάνεια κάθε κόσμου που δεν διαθέτει ανέμους για να την παρασύρουν μακριά. Ωστόσο η σκόνη και οι αμυχές από τα μετέωρα σταματούσαν απότομα σε έναν πλατύ κύκλο γύρω από τη μικρή πυραμίδα, σαν ένα αόρατο τείχος να την προστάτευε από τις επιθέσεις του χρόνου και τον αργό, αδυσώπητο βομβαρδισμό από το διάστημα.

Κάποιος φώναξε στ’ ακουστικά μου και συνειδητοποίησα ότι ο Γκάρνετ με καλούσε εδώ και κάμποση ώρα. Έφτασα με ασταθές βήμα στην άκρη του γκρεμού και του έγνεψα να έρθει, καθώς δεν εμπιστευόμουν τη φωνή μου. Ύστερα επέστρεψα στον κύκλο που είχε σχηματιστεί πάνω στη σκόνη. Σήκωσα από κάτω ένα σπασμένο κομμάτι βράχου και το πέταξα απαλά προς το λαμπερό αίνιγμα. Αν το χαλίκι είχε εξαφανιστεί συναντώντας το αόρατο φράγμα δεν θα είχα εκπλαγεί, αλλά φάνηκε να χτυπά μία λεία ημισφαιρική επιφάνεια και να γλιστρά αργά στο έδαφος.

Ήξερα τότε ότι αντίκριζα κάτι που δεν είχε όμοιο του στην ιστορία της φυλής μου. Αυτό δεν ήταν κτίριο, αλλά ένα μηχάνημα που προστάτευε τον εαυτό του με δυνάμεις που αψηφούσαν την αιωνιότητα. Αυτές οι δυνάμεις, ότι κι αν ήταν, βρίσκονταν ακόμα σε λειτουργία και ίσως ήδη να είχα πλησιάσει υπερβολικά. Σκέφτηκα όλες τις ακτινοβολίες που ο άνθρωπος είχε τιθασεύσει τον περασμένο αιώνα. Θα μπορούσα να είμαι τόσο αναπόφευκτα καταδικασμένος όσο κι αν είχα παραβιάσει τη θανατηφόρα, σιωπηλή αύρα ενός ατομικού αντιδραστήρα.

Θυμάμαι ότι στράφηκα τότε προς τον Γκάρνετ, που είχε πλησιάσει και στεκόταν ακίνητος δίπλα μου. Φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία μου. Έτσι, δεν τον ενόχλησα, αλλά περπάτησα ως την άκρη του γκρεμού, προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Εκεί, χαμηλά, απλωνόταν η Mare Crisium -Θάλασσα των Κρίσεων, πραγματικά- αλλόκοτη για τους περισσότερους ανθρώπους, αλλά καθησυχαστικά οικεία για μένα.

Σήκωσα το βλέμμα προς το φωτισμένο ημισφαίριο της Γης, που ξεκουραζόταν στο λίκνο των άστρων, και αναρωτήθηκα τί κάλυπταν τα νέφη της όταν αυτοί οι άγνωστοί αρχιτέκτονες είχαν ολοκληρώσει το οικοδόμημα τους. Ήταν οι πνιγηρές ζούγκλες του Λιθανθρακοφόρου, η γυμνή ακτή στην οποία τα πρώτα αμφίβια έπρεπε να συρθούν για να κατακτήσουν την ξηρά – ή, ακόμα παλιότερα, η ατέλειωτη μοναξιά πριν από την έλευση της ζωής;

Μη με ρωτήσετε γιατί δεν μάντεψα την αλήθεια νωρίτερα – την αλήθεια που τώρα μοιάζει τόσο προφανής. Μέσα στον αρχικό ενθουσιασμό για την ανακάλυψή μου είχα υποθέσει ότι αναμφίβολα αυτή η κρυσταλλική οπτασία είχε κατασκευαστεί από κάποια φυλή κατά το μακρινό παρελθόν της Σελήνης. Αίφνης όμως, και με συγκλονιστική δύναμη, ήρθε η σκέψη ότι η πυραμίδα ήταν τόσο ξένη στη Σελήνη όσο κι εγώ.

Στη διάρκεια είκοσι ετών δεν είχαμε εντοπίσει κανένα ίχνος ζωής, εκτός από ελάχιστα εκφυλισμένα φυτά. Κανένας σεληνιακός πολιτισμός, όπως κι αν εξαφανίστηκε, δεν ήταν δυνατόν να είχε αφήσει μόνο ένα ενθύμιο της ύπαρξης του.

Κοίταξα ξανά τη λαμπερή πυραμίδα και μου φάνηκε ακόμα πιο μακρινή από οτιδήποτε είχε σχέση με τη Σελήνη. Ξαφνικά ένιωσα να με κατακλύζει ένα ανόητο υστερικό γέλιο, που το είχαν προκαλέσει ο ενθουσιασμός και η κούραση. Είχα φανταστεί ότι η μικρή πυραμίδα μού μιλούσε και έλεγε: «Συγνώμη, κι εγώ ξένη είμαι εδώ».

Χρειαστήκαμε είκοσι χρόνια για να παραβιάσουμε την αόρατη ασπίδα και να φτάσουμε στο μηχανισμό που έκρυβαν εκείνα τα κρυστάλλινα τείχη. Ό,τι δεν κατανοούσαμε το υποτάξαμε τελικά με τη βάρβαρη δύναμη της ατομικής ενέργειας, και κάποια στιγμή αντίκρισα θρυμματισμένο το υπέροχο αστραφτερό αντικείμενο που είχα βρει εκεί ψηλά στο βουνό.

Δεν έχει κανένα νόημα για μας. Ο μηχανισμός – αν όντως είναι μηχανισμός- της πυραμίδας ανήκει σε μία τεχνολογία που βρίσκεται πολύ μακριά από τον ορίζοντά μας, ίσως στην τεχνολογία των παραφυσικών δυνάμεων.

Το μυστήριο μάς βασανίζει ακόμα περισσότερο τώρα που έχουμε φτάσει στους άλλους πλανήτες και ξέρουμε ότι μόνο η Γη φιλοξένησε κάποτε έλλογα όντα. Και κανένας χαμένος πολιτισμός από το δικό μας κόσμο δεν θα μπορούσε να είχε κατασκευάσει αυτό το μηχανισμό, καθώς το πάχος της μετεωρικής σκόνης στο πλάτωμα μάς έδωσε τη δυνατότητα να υπολογίσουμε την ηλικία του.

Tοποθετήθηκε εκεί, πάνω στο βουνό του, πριν βγει οποιαδήποτε μορφή ζωής από τις θάλασσες της Γης.

Όταν ο κόσμος μας είχε τη μισή από τη σημερινή του ηλικία, κάτι από τα άστρα διέσχισε το ηλιακό σύστημα, άφησε αυτό το ενθύμιο της παρουσίας του και έφυγε ξανά. Μέχρι που τη στιγμή που τον καταστρέψαμε, ο μηχανισμός συνέχιζε να εξυπηρετεί το σκοπό των κατασκευαστών του· και όσον αφορά αυτό το σκοπό, να τί πιστεύω:

Σχεδόν εκατό χιλιάδες εκατομμύρια άστρα ταξιδεύουν μέσα στο γαλαξία και, πολύ καιρό πριν άλλες φυλές στους κόσμους άλλων ήλιων πρέπει να έφτασαν και να ξεπέρασαν το στάδιο εξέλιξης στο οποίο βρισκόμαστε εμείς. Φανταστείτε αυτούς τους πολιτισμούς, πολύ πίσω στο χρόνο, όταν η λάμψη της δημιουργίας άρχιζε ν’ αργοσβήνει, αφέντες ενός σύμπαντος τόσο νέου, ώστε η ζωή είχε εμφανιστεί μόνο σε ελάχιστους κόσμους. Η μοναξιά τους πρέπει να ήταν αφάνταστη – η μοναξιά των Θεών που ατενίζουν το άπειρο και δεν συναντούν κανέναν για να μοιραστούν τις σκέψεις τους.

Πρέπει να έψαξαν στα σμήνη των άστρων, όπως ψάξαμε κι εμείς στους πλανήτες. Παντού θα υπήρχαν κόσμοι, αλλά θα ήταν άδειοι ή κατοικημένοι από πλάσματα που σέρνονταν στο χώμα χωρίς ίχνος λογικής σκέψης. Έτσι ήταν και η Γη μας, όπου ο καπνός των μεγάλων ηφαιστείων ακόμα σκέπαζε τους ουρανούς, όταν εκείνο το πρώτο σκάφος των λαών από την απαρχή του χρόνου ξεπρόβαλλε από την άβυσσο πέρα από τον Πλούτωνα. Διέσχισε τους παγωμένους εξωτερικούς πλανήτες, γνωρίζοντας ότι η ζωή δεν θα μπορούσε να παίζει κανένα ρόλο στη μοίρα τους, και στάθηκε ανάμεσα στους εσωτερικούς πλανήτες, που απολάμβαναν τη θαλπωρή του Ήλιου και περίμεναν ν’ αρχίσει η ιστορία τους.

Αυτοί οι ταξιδιώτες πρέπει να κοίταξαν τη Γη, που περιφερόταν με ασφάλεια στη στενή ζώνη ανάμεσα στη φωτιά και τον πάγο, και να μάντεψαν ότι ήταν το αγαπημένο από τα παιδιά του Ήλιου. Εδώ, στο μακρινό μέλλον, θα υπήρχαν ευφυή όντα· αλλά είχαν ακόμα αμέτρητα άστρα μπροστά τους και μπορεί να μην ξαναπερνούσαν ποτέ από δω.

Έτσι, άφησαν ένα φρουρό, έναν από τα εκατομμύρια που διασκόρπισαν σε όλο το σύμπαν για να παρακολουθούν κάθε κόσμο που έκρυβε την υπόσχεση της ζωής. Ήταν ένας πομπός, που εδώ και τόσους αιώνες συνέχιζε να στέλνει υπομονετικά το μήνυμα ότι κανείς δεν τον είχε ανακαλύψει.

Ίσως καταλαβαίνετε τώρα γιατί η κρυσταλλική πυραμίδα τοποθετήθηκε στη Σελήνη και όχι στη Γη. Οι κατασκευαστές της δεν ενδιαφέρονταν για φυλές που ακόμα προσπαθούσαν να ξεπεράσουν το στάδιο της βαρβαρότητας. Θα τους απασχολούσε ο πολιτισμός μας μόνο αν αποδεικνύαμε την ικανότητά μας να επιβιώνουμε – διασχίζοντας το διάστημα και ξεφεύγοντας από τη Γη, το λίκνο μας. Αυτή είναι η πρόκληση που όλες οι ευφυείς φυλές πρέπει κάποτε ν’ αντιμετωπίσουν, αργά ή γρήγορα. Είναι μία διπλή πρόκληση, καθώς εξαρτάται από την κατάκτηση της ατομικής ενέργειας και την τελική επιλογή ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο.

Αφού ξεπεράσαμε αυτή την κρίση, ήταν πια θέμα χρόνου να βρούμε την πυραμίδα και να την παραβιάσουμε. Τώρα το σήμα της έχει σιωπήσει και εκείνοι που έχουν αναλάβει αυτό το καθήκον θα στρέψουν το ενδιαφέρον τους προς τη Γη. Ίσως θέλουν να βοηθήσουν το νεαρό πολιτισμό μας. Όμως πρέπει να είναι πολύ-πολύ ηλικιωμένοι και οι ηλικιωμένοι συχνά ζηλεύουν παθολογικά τους νέους.

Δεν μπορώ πια να κοιτάξω το γαλαξία χωρίς ν’ αναρωτηθώ από ποιο αχνό νεφέλωμα θα έρθουν οι απεσταλμένοι. Συγχωρέστε μου την κοινότοπη παρομοίωση, αλλά νομίζω ότι σπάσαμε το τζάμι του συναγερμού πυρκαγιάς και τώρα δεν μπορούμε παρά να περιμένουμε.
Δεν νομίζω ότι θα περιμένουμε πολύ.

Πρόλογος του Αρθουρ Κλάρκ
Τρέφω ιδιαίτερη αδυναμία σε αυτή τη συλλογή (πρωτότυπος τίτλος Expedition to Earth), καθώς πρόκειται για την πρώτη συλλογή διηγημάτων μου που κυκλοφόρησε με σκληρό εξώφυλλο. Η αμερικανική έκδοση δημοσιεύθηκε το 1953, ενώ η βρετανική το 1954.

Επιπλέον με χαροποιεί ιδιαίτερα η επανατύπωση της αφιέρωσης «Στον Γουόλτερ Γκίλινγκς, που πρέπει ν’ αναλάβει μεγάλο μέρος της ευθύνης». Ο Γουόλτερ ήταν ο πρώτος εκδότης του πρωτοποριακού βρετανικού περιοδικού επιστημονικής φαντασίας Tales of Wonder και του χρωστώ απέραντη ευγνωμοσύνη. Αυτός μου χάρισε την πρώτη μου γραφομηχανή -ένα τεράστιο μηχάνημα που το κουβάλησα σπίτι μου, θυμάμαι, με ένα λονδρέζικο λεωφορείο. (Τώρα πια πρέπει να είναι πολύτιμη αντίκα.) Ο Γουόλτερ ήταν ο μοναδικός εκδότης που μου επέστρεψε ένα διήγημά μου, λέγοντας: «Παραείναι καλό για μένα, στείλ’ το στην Αμερική». Αυτό ακριβώς έκανα και ο θρυλικός Τζον Γ. Κάμπελ το αγόρασε αμέσως για το Astounding.

Όλα τα διηγήματα αυτού του βιβλίου γράφτηκαν ανάμεσα στο 1944 και το 1948, επομένως αρκετά από αυτά έχουν αναπόφευκτα ξεπεραστεί χρονικά. Έτσι, το διήγημα Αποστολή στη Γη τοποθετούσε την πρώτη προσσελήνωση στο 1985. Όταν το έγραφα το 1945, σίγουρα πίστευα πως αυτή ήταν μια πολύ αισιόδοξη προοπτική…

Το διήγημα Αποστολή στη Γη ονομαζόταν αρχικά Μάθημα Ιστορίας, ενώ πρόκειται για μία από τις δύο ιστορίες που έγραψα για την επιστροφή των παγετώνων (η άλλη είναι το The Forgotten Enemy, που ανατυπώθηκε στο Reach For Tomorrow). Πολλά χρόνια αργότερα βρήκα μια -σχεδόν κυριολεκτικά!- ανατριχιαστική φράση στο βιβλίο Ιστορία του Πολιτισμού των Γουίλ και Αριελ Ντουράντ: «Ο πολιτισμός είναι ένα ιντερλούδιο ανάμεσα στις παγετώδεις εποχές». Θα έλεγα ότι η επόμενη έχει ήδη αργήσει· ίσως το φαινόμενο του θερμοκηπίου να εμφανίστηκε πάνω στην ώρα για να μας σώσει.

Πηγή έμπνευσης για την Ανωτερότητα -αν η λέξη «έμπνευση» δεν είναι υπερβολικά πομπώδης- ήταν το γερμανικό πυραυλικό πρόγραμμα V2. Είναι πλέον προφανές ότι οι απόπειρες τον Τρίτου Ράιχ για την κατασκευή ενός διηπειρωτικού βαλλιστικού πυραύλου, η οποία καθυστέρησε τόσο, ώστε να μην μπορεί να επηρεάσει την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, προκάλεσε την οικονομική του καταστροφή και επέσπευσε τη νίκη των Συμμάχων.

Αμέσως μετά τη δημοσίευσή της η Ανωτερότητα εντάχθηκε στη διδακτέα ύλη του τμήματος Μηχανολογίας του ΜΙΤ, ώστε να προειδοποιεί τους μελλοντικούς αποφοίτους ότι το καλύτερο είναι συχνά εχθρός του καλού και το τέλειο αργεί τόσο να φτάσει, που τελικά γίνεται εχθρός και των δύο.

Οφείλω επίσης να ομολογήσω πως οι δύο χαρακτήρες σε αυτή τη σύντομη σάτιρα είναι βασισμένοι στον δρα Βέρνερ φον Μπράουν και στο στρατηγό Γουόλτερ Ντόρνμπεργκερ, οι οποίοι αργότερα έγιναν καλοί μου φίλοι. Θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι ο Βέρνερ δεν είχε καμία σχέση με την εικόνα του Dr Strangelove, όπως φαντάζονται πολλοί. Είχε θαυμάσια αίσθηση του χιούμορ και ήταν ιδιαίτερα αγαπητός σε όλους τους υφισταμένους του – Γερμανούς και Αμερικανούς.

Το πιο σημαντικό διήγημα σε αυτή την έκδοση είναι αναμφισβήτητα Ο Φρουρός, που γράφτηκε τα Χριστούγεννα του 1948 για ένα διαγωνισμό του BBC (δεν ήταν καν ανάμεσα στα τρία πρώτα και συχνά αναρωτιέμαι ποιο κέρδισε). Μου φαίνεται αστείο που τοποθέτησα την εξερεύνηση της Mare Crisium στα τέλη του καλοκαιριού του 1996. Μάλλον χάσαμε αυτή την ημερομηνία, ελπίζω ωστόσο να φτάσουμε εκεί σύντομα.

Σήμερα ο ισχυρισμός ότι αντικείμενα φτιαγμένα από εξωγήινους θα μπορούσαν ενδεχομένως να βρεθούν στη Σελήνη ή κάπου αλλού στο ηλιακό σύστημα λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, ενώ πληθώρα επιστημονικών ανακοινώσεων σχετικά με το θέμα έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Δυστυχώς, δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι πρόκειται για πρωτότυπη ιδέα: Ένα από τα σημαντικότερα έργα επιστημονικής φαντασίας παραμένει το The Red One (1918) του Τζακ Λόντον. Παραθέτω εδώ τις περιπέτειες του Φρουρού, που ακολούθησαν τη συνάντησή μου με τον Στάνλεϋ Κιούμπρικ στο Trader Vic’s το Μάιο του 1964:

“Έπειτα από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες και δωδεκάωρους μαραθώνιους συζητήσεων, στις αρχές Μαΐου του 1964 ο Στάνλεϋ συμφώνησε ότι Ο Φρουρός αποτελούσε καλό υλικό για σενάριο. Ωστόσο, η πρώτη μας ιδέα -και είναι δύσκολο για μένα πλέον να εστιάσω σε μια τέτοια ιδέα, αν και θα ήταν απόλυτα υλοποιήσιμη- περιλάμβανε την ανακάλυψη ενός εξωγήινου αντικειμένου στην κορύφωση και όχι στην έναρξη της ιστορίας. Πριν από αυτό θα υπήρχε μια ακολουθία από περιστατικά ή περιπέτειες αφιερωμένη στην εξερεύνηση της Σελήνης και των πλανητών. Γι’ αυτή την πρώτη εκδοχή χρησιμοποιήσαμε άτυπα τον τίτλο How the Solar System Was Won, ο οποίος δεν προοριζόταν ασφαλώς για δημοσιοποίηση.

Έτσι, για άλλη μια φορά ανέτρεξα στη συλλογή των διηγημάτων μου για να βρω υλικό κατάλληλο για αυτό το προσχέδιο. Κατέληξα στα εξής πέντε: Breaking Strain, Out of the Cradle, Endlessly Orbiting…, Who’s There?, Into the Comet και Before Eden (όλα από το Tales of Ten Worlds). Στις 28 Μαΐου του 1964 τα πούλησα στον Στάνλεϋ και υπέγραψα ένα συμφωνητικό για να συμβάλλω στην προετοιμασία της ταινίας. Το αρχικό μας χρονοδιάγραμμα ήταν φαιδρά αισιόδοξο: επεξεργασία σεναρίου δώδεκα εβδομάδες, συζήτηση για το σενάριο δύο εβδομάδες, έλεγχος τέσσερις εβδομάδες, διακανονισμοί τέσσερις εβδομάδες, οπτικά εφέ είκοσι εβδομάδες, γυρίσματα είκοσι εβδομάδες, μοντάζ και επεξεργασία είκοσι εβδομάδες – ογδόντα δύο εβδομάδες συνολικά.

Αφήνοντας περιθώριο άλλες δώδεκα εβδομάδες ως την προβολή, θα φτάναμε στις ενενήντα τέσσερις εβδομάδες, δηλαδή σχεδόν δύο χρόνια. Η προοπτική μιας τόσο χρονοβόρας διαδικασίας με έθλιβε πολύ, καθώς βιαζόμουν -όπως πάντα- να επιστρέψω στην Κεϋλάνη. Από μια άποψη, είναι καλύτερο που κανείς μας δεν μπορούσε τότε να φανταστεί πόσο θα διαρκούσε τελικά το εγχείρημα: τέσσερα χρόνια.

Το υπόλοιπο διάστημα του 1964 πέρασε μέσα σε καταιγισμό ιδεών. Η αρχική σύλληψη άλλαζε όσο αναπτύσσαμε καινούργιες ιδέες. Ο Φρουρός αποτέλεσε την έναρξη και όχι το φινάλε, ενώ σιγά σιγά απορρίφθηκαν οι υπόλοιπες πέντε ιστορίες. Έπειτα από ένα χρόνο αποφάσισα (όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά) ότι πρώτον: δεν ήταν δίκαιο για τον Στάνλεϋ να έχει πληρώσει για κάτι που τελικά δεν θα χρησιμοποιούσε, και δεύτερον: αυτές οι ιστορίες θα μπορούσαν κάποτε να αποτελέσουν το υλικό για μια καλή ταινία. Έτσι, τις αγόρασα ξανά…

Ο τίτλος που ανακοίνωσε ο Στάνλεϋ στον Τύπο ήταν Ταξίδι πέρα από τα άστρα. Αυτός ο τίτλος δεν μου άρεσε ποτέ, αφού είχε πολυχρησιμοποιηθεί στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας, σε διάφορες παραλλαγές. (Και μάλιστα, το Fantastic Voyage με τη Ράκελ Γουέλς έμπαινε στο στάδιο της παραγωγής εκείνη την περίοδο.) Άλλοι υποψήφιοι τίτλοι που τελικά απορρίφθηκαν ήταν Universe, Tunnel to the Stars και Planetfall. Έντεκα μήνες αφότου αρχίσαμε -τον Απρίλιο του 1965- o Στάνλεϋ επέλεξε τον τίτλο 2001: Η Οδύσσεια του διαστήματος. Από ό,τι θυμάμαι, ήταν αποκλειστικά δική του ιδέα.”

The Lost Worlds of 2001

Ποιος θα περίμενε ότι, τριάντα χρόνια αργότερα, θα επιβιβαζόμουν στην Τελική Οδύσσεια και με μεγάλη μου χαρά θα έστελνα αυτό τον τόμο να τη συναντήσει.

Sir Arthur Charles Clarke /10 Ιουνίου 1998

Εκκλησία και Διαφωτισμός: Όπως λέμε «καμμία σχέση»

Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός
Στην οθωμανική αυτοκρατορία, το μορφωτικό επίπεδο του λαού, ανεξαρτήτως εθνικής και θρησκευτικής προελεύσεως, βρισκόταν στο απόλυτο μηδέν, δεδομένου ότι η παιδεία δεν αποτελούσε στόχο των Οθωμανών, ούτε για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Ειδικότερα για τις περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς περιγράφεται στην «Ελληνική Νομαρχία» (1806) του Ανωνύμου του Έλληνος, η κατάσταση μορφωτικής και πευματικής παρακμής ως εξής:

«Αι επιστήμαι, όπου πρότερον ήνθιζον (=αναφέρεται στην Αρχαιότητα ), άρχισαν να μαρανθώσι, τα σχολεία εσφραγίσθησαν, οι διδάσκαλοι εμωράνθησαν και η αλήθεια με την φιλοσοφίαν (=θετικές επιστήμες) εξωρίσθησαν, άλλο βιβλίον δεν ευρίσκετο, ει μη τα πονήματα των ιερέων και οι ταλαίπωροι Έλληνες, αγκαλά και φιλελεύθεροι, εστερημένοι όμως από το φως της φιλοσοφίας, έγιναν σχεδόν δούλοι, μεμεθυσμένοι από την αμάθειαν και την δεισιδαιμονίαν».

Από το 17ο αιώνα άρχισε σταδιακά να δίδεται εκπαίδευση σε ορθόδοξες εκκλησιαστικές σχολές, οι οποίες λειτουργούσαν με βάση τις υποχρεώσεις (και τα σχετικά προνόμια) που είχε αναλάβει το Πατριαρχείο έναντι των Οθωμανών. Στο τέλος του 18ου αιώνα είχαν πληθύνει αυτά τα σχολεία, ώστε όλες οι ευημερούσες πόλεις είχαν τουλάχιστον μία Σχολή (Γιάννενα, Αθήνα, Δημητσάνα, Χίος, Πάτμος, Αθωνιάς Σχολή, Μεσολόγγι, Σμύρνη, Κυδωνιές κ.ά.) Παράλληλα λειτουργούσαν και Σχολές στον ελληνόφωνο χώρο εκτός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως η Ιόνιος Ακαδημία στα Επτάνησα και άλλες. Σ' αυτές τις σχολές δίδασκαν αρχικά δάσκαλοι-κληρικοί παραδοσιακής παιδείας, αλλά από το 18ο αιώνα έπαιρναν τη θέση τους όλο και συχνότερα νεωτεριστές, οι λεγόμενοι σήμερα «Δάσκαλοι του Γένους». Κατά κανόνα επρόκειτο για εκπαιδευτικούς, επίσης κληρικούς, που είχαν επηρεαστεί από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και τη ραγδαία ανάπτυξη των φυσικών επιστημών στη Δύση.

Αυτοί οι ανανεωτές δάσκαλοι προσπάθησαν να μεταρρυθμίσουν την παιδεία και να βελτιώσουν τις παρεχόμενες γνώσεις, ξεφεύγοντας από τη διαδεδομένη στον λαό θρησκοληψία και διαδίδοντας ταυτόχρονα μηνύματα για απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων από τον οθωμανικό ζυγό. Τέτοια πρόσωπα ήταν οι Γεώργιος Σουγδουρής, Μεθόδιος Ανθρακίτης, Ευγένιος Βούλγαρης, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Νικηφόρος Θεοτόκης κ.ά. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται, κατά μερικές απόψεις μάλλον υπερβολικά, ως Νεοελληνικός Διαφωτισμός, στη διάρκεια του οποίου τέθηκαν οι βάσεις, αφενός για τη δημιουργία ενός υποτυπώδους εκπαιδευτικού συστήματος στον ελληνόφωνο χώρο, αφετέρου για τη διάδοση της ιδέας της εθνικής «παλιγγενεσίας»! Βέβαια, ενιαίο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος δεν είχε προϋπάρξει ποτέ στην Ιστορία, διάφορες θέσεις του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού μετατράπηκαν όμως σε ιδεολογήματα εθνικής κατανάλωσης για να αντιμετωπιστεί η «αυτοκρατορική αντίληψη» του εκκλησιαστικού μηχανισμού.

Η ένσταση περί υπερβολής στο χαρακτηρισμό «Διαφωτισμός» σχετίζεται με το γεγονός ότι η ελληνική εκδοχή του είχε συχνά διαφορετικούς στόχους από εκείνους του ευρωπαϊκού, π.χ. την προσπάθεια Ελλήνων διαφωτιστών (οι περισσότεροι κληρικοί) να συγκεράσουν τις ιδέες της ελευθερίας, ισότητας και δημοκρατίας με τις ιουδαϊκές ιδεοληψίες και την πραγματικότητα της εκκλησιαστικής οπισθοδρομικότητας. Αυτή η αξιοποίηση ιστορικά κατοχυρωμένων ονομασιών για διαφορετικές δραστηριότητες και διεργασίες δεν είναι, φυσικά, μοναδική. Έχουν χαρακτηριστεί επίσης, για παλαιότερες εποχές, «Ουμανισμός» και «Αναγέννηση» δραστηριότητες που αφορούσαν στην αυξημένη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και όχι στην εισαγωγή και καθιέρωση νέων ιδεών ή στην παραγωγή πρωτότυπων καλλιτεχνικών αποτελεσμάτων.

Οι πρώτες ιδέες του Διαφωτισμού είχαν αρχίσει να διαδίδονται στις βαλκανικές χώρες ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα, αλλά στα γραπτά εμφανίζονται οι σχετικές ιδέες στο δεύτερο μισό αυτού του αιώνα. Ο Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806) αναφέρεται στα έργα του περί το τέλος της δεκαετίας του 1760 στον Βολτέρο (Francois Marie Arouet-Voltaire, 1694-1778). Στη Λογική του Βούλγαρη που γράφτηκε το έτος 1766 υπάρχουν κολακευτικές αναφορές στο μεγάλο Γάλλο φιλόσοφο και ιστοριογράφο του Διαφωτισμού. Επίσης το 1766 μεταφράζει ο Βούλγαρις το έργο Μέμνων και το έτος 1768 το δοκίμιο του Βολτέρου «Περί των διχονοιών των εν ταις εκκλησίαις της Πολωνίας». Αυτό το δοκίμιο εκδόθηκε μάλιστα σε δίγλωσση, ελληνο-γαλλική μορφή και εμπλουτίστηκε με αναλυτικό κριτικό σχολιασμό και επεξηγήσεις του Βούλγαρη.

Ο Βούλγαρης παίρνει μέρος με το «Σχεδίασμα περί Ανεξιθρησκείας» στον προβληματισμό σχετικά με τη θρησκευτική ανοχή που ήταν σημαντικό θέμα στις συζητήσεις της ευρωπαϊκής διανόησης εκείνης της εποχής. Ενώ όμως ο Βολτέρος αμφισβητούσε στα σχετικά έργα του κάθε δογματικό φανατισμό και αναδείκνυε την υπεροχή της φυσικής θρησκείας, ο Βούλγαρης προβάλλει στο «Σχεδίασμά» του την ελεύθερη θρησκευτική συνείδηση ως χριστιανικό προνόμιο και εισάγει στην ελληνική γλώσσα τον όρο, ανεξιθρησκεία.

Στην «Αλληλογραφία» του Αδαμάντιου Κοραή (1748-1833) εκφράζονται αισθήματα ευγνωμοσύνης για τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού, οι οποίοι θεωρούσαν την οθωμανική δεσποτεία στίγμα για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και έβλεπαν ευνοϊκά τη συγκρότηση ενός ελληνικού κράτους. Ο ίδιος ο Κοραής είναι από το 1788 στο Παρίσι αυτόπτης μάρτυρας της κατάργησης των προνομίων της καθολικής Εκκλησίας στη Γαλλία. Αυτή η κατάργηση κατατρομοκράτησε τον εκκλησιαστικό μηχανισμό στην Ανατολή, ο οποίος εξαρτούσε πλέον την επιβίωσή του από τη μακροημέρευση του οθωμανικού κράτους. Έτσι εξηγούνται η σφοδρή αντίδραση των ανώτερων κληρικών της ορθόδοξης Εκκλησίας και οι διώξεις κατά των οπαδών του Διαφωτισμού.

Συνέπεια της ανανεωτικής δραστηριότητας αυτών και άλλων φωτισμένων δασκάλων αυτής της εποχής ήταν να προκαλείται η αντίδραση, όχι των Οθωμανών αλλά του ορθόδοξου εκκλησιαστικού μηχανισμού, ο οποίος έβλεπε να χάνει τον έλεγχο στον εκπαιδευτικό τομέα και τη δυνατότητα χειραγώγησης του πληθυσμού. Τους Οθωμανούς δεν τους ενδιέφεραν οι ιδέες και οι απόψεις των μη μωαμεθανών υποδούλων - φτάνει να πλήρωναν τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι). Οι συνεργαζόμενοι σε πνεύμα συναλληλίας με τους Οθωμανούς ανώτεροι κληρικοί προσπαθούσαν όμως να ελέγξουν το είδος και το εύρος των γνώσεων, απαγορεύοντας τις διδασκαλίες του Κοπέρνικου, του Νεύτωνα και του Γαλιλαίου.

Την ίδια περίπου εποχή περιγράφει επιφανής Ευρωπαίος περιηγητής τα μέλη του εκκλησιαστικού μηχανισμού στον ελληνόφωνο χώρο ως μία σπείρα που συμμετέχει σε εγκλήματα και πλουτίζει!

Γράφει ο Choiseul Gouffier (1752-1817), φιλέλληνας περιηγητής και πρεσβευτής της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη στο βιβλίο του «Voyage Pittoresque de la Grece»:

«Όλη η Ελλάδα είναι γεμάτη από μοναχούς, από τους οποίους σχεδόν κανένας δεν γνωρίζει ανάγνωση ... Έχουν καθυποτάξει τη μωροπιστία των συμπολιτών τους και τους εξουσιάζουν όπως εκείνοι θέλουν, συχνά όντας συνένοχοι στα εγκλήματα του λαού, τα μοιράζονται μαζί του και επωφελούνται από τα κέρδη ... Δεν υπάρχουν πειρατές που να μην έχουν μαζί τους ένα καλόγερο ή ένα παπά, προκειμένου να τους συγχωρήσει τα κρίματά τους τη στιγμή που τα διαπράττουν» (Οι περιηγήσεις του Σουασέλ Γκουφιέ).

Φυσικά, ουδέποτε ενοχλήθηκε ο εκκλησιαστικός μηχανισμός από αυτή την πρακτική πλουτισμού των αλφαβητισμένων πατριαρχών και των αναλφάβητων κληρικών και μοναχών του. Αργότερα, όταν δεν ήταν πια δυνατόν να συγκρατηθεί η διάδοση της παιδείας, επιβιβάστηκε και η Εκκλησία στο νέο όχημα του εθνικού κράτους και του πολιτισμού και άρχισε να διαδίδει φανταστικές ιστορίες περί Αγίας Λαύρας και περί κρυφών σχολείων - τα οποία σχολεία, αν και δεν προκύπτουν από ιστορικά στοιχεία, δεν είναι απίθανο να οργάνωναν σε ώρα ανάγκης κάποιοι μεμονωμένοι, φωτισμένοι κληρικοί.

Το 1798, έντεκα χρόνια μετά την έκρηξη της γαλλικής επανάστασης, όταν στην Πελοπόννησο είχε απογοητευτεί ο κόσμος με την κατάληξη των «Ορλωφικών» και τοποθετούσαν στο εικονοστάσι απεικονίσεις του Ναπολέοντα, μαζί με εικόνες των αγίων, κυκλοφόρησε από το πατριαρχείο Ιεροσολύμων ποιμαντική εγκύκλιος του πατριάρχη Άνθιμου με τίτλο «Πατρική διδασκαλία για τους πιστούς και εκλεκτούς ορθοδόξους χριστιανούς», στην οποία παρέχονταν στους υποδουλωμένους Έλληνες εκκλησιαστικές οδηγίες για οπισθοχώρηση στο Μεσαίωνα:

«Αδελφοί... κλείσατε τα αυτία σας και μη δώσετε καμμίαν ακρόασιν εις ταύτας νεοφανείς ελπίδας της ελευθερίας... που είναι εναντίαι εις τα ρητά της θείας γραφής και των αγίων αποστόλων, οπού μας προστάζουν να υποτασσόμεθα εις τας υπερεχούσας αρχάς, όχι μόνον εις τα επιεικείς αλλά και τας σκολιάς, δια να έχωμεν θλίψιν εις αυτόν τον κόσμον και να παραστήσωμεν καθαράς τω Χριστώ τας αισθήσεις ημών... Παντού το φαντασιώδες αυτό της ελευθερίας σύστημα του πονηρού επροξένησε πτωχείαν, φόνους, ζημίας, αρπαγάς, ασέβειαν τελείαν και ανωφελή μεταμέλειαν … Φυλάξατε στερεάν την πατροπαράδοτόν σας πίστιν και, ως οπαδοί του Χριστού, απαρασάλευτον την υποταγήν εις την πολιτικήν διοίκησιν». Εννοεί φυσικά υποταγή στην οθωμανική διοίκηση, με στόχο την μακροημέρευσή της. Τον συγκεκριμένο Άνθιμο, ο οποίος ήταν δραστήριος πωλητής συγχωροχαρτιών, ονόμαζε ο Αδαμάντιος Κοραής «Άσπονδο εχθρό των Γραικών, φίλο πιστό των Oθωμανών». 
 
Η αντίδραση της Εκκλησίας
Το Πατριαρχείο λοιπόν ταρακουνήθηκε! Αυτοί οι «δυτικοφερμένοι» που διέδιδαν τις νέες ιδέες αποτελούσαν απειλή τόσο για τους ίδιους και τη θεοκρατία τους, όσο και για τον θεόσταλτο βασιλέα και προστάτη τους, όπως αποκαλούσαν τον σουλτάνο. Έτσι ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, αρχίζει την ανένδοτη επίθεσή του κατά των πατριωτών διαφωτιστών με πατρικές νουθεσίες (1819), κινητοποιώντας τους εγκαθέτους του:

«...προαγόμεθα εις το να συμβουλεύσωμεν πατρικώς, όσα είναι ανάγκη και οι διδάσκαλοι και οι μαθηταί των σχολείων να εγκολποθώσι, και οι επιστάται των τοιούτων κοινών πραγμάτων να ενεργώσι με όλης της ακρίβειας και προσοχής των την έκτασιν. Επειδή δεν είναι δυνατόν να παρασιωπήσωμεν, ότι αντιπίπτοντα εις την ευχάριστον αυτήν ψυχικήν μας διάθεσιν μερικά συμβαίνοντα ανοικείως, διακόπτουσι την συνέχειαν των ελπίδων μας, τα οποία και εις τας εν τω αγιωνύμω Όρει του Άθωνος ησυχίους διατριβάς μας ηκούομεν, και ήδη μετά την επανάκλησιν μας, και τρίτην επί του αγιωτάτου Πατριαρχικού Αποστολικού και Οικουμενικού θρόνου ενίδρυσιν, προσέβαλον πολλαχόθεν εις τας ακοάς μας».

Ποια ήταν λοιπόν αυτά τα μαντάτα που προσέβαλον πολλαχόθεν την ακοή του Πατριάρχη και δεν τον άφησαν ούτε τον... διαλογισμό του στο Άγιο Όρος να χαρεί; Μα φυσικά τα νέα, ότι «μερικά προσκόμματα σατανικά (πάντοτε η επιστήμη, η λογική και οι διδάσκαλοί τους θα είναι «σατανικά» για το ορθόδοξο ιερατείο), «παρεμποδίζοντα τας προόδους των νέων εις την επιτυχίαν της αληθούς παιδείας (δηλαδή των θρησκευτικών και σχολαστικών γραμματικών μαθημάτων), και εις την εκπλήρωσιν του τέλους αυτής, ήτοι των χριστιανικών έργων την κατόρθωσιν».

Με λίγα λόγια, η πατριαρχική εγκύκλιος λέει ότι κάποιοι «σατανάδες» παρεμποδίζουν τους μαθητές από την κατήχηση (αληθή παιδεία) που οδηγεί στην επίτευξη χριστιανικών έργων  (!) Και εξηγεί:

«Επιπολάζει ενιαχού μια καταφρόνησις περί τα Γραμματικά μαθήματα, και διόλου παράβλεψις περί τας Λογικάς (εννοεί την τέχνη του λόγου ως ομιλία και όχι ως Ορθού Λόγου=Επιστήμη) και Ρητορικάς τέχνας, και περί αυτήν επί πάσι (τώρα μπαίνουμε στο «ζουμί») την διδασκαλίαν της υψηλοτάτης Θεολογίας, προερχόμενη εκ της ολοτελούς αφοσιώσεως μαθητών ομού και διδασκάλων εις μόνα τα Μαθηματικά και τας επιστήμας, και μία ψυχρότης περί τα της αμωμήτου ημών Πίστεως, και αδιαφορία εις τας παραδεδομένας νηστείας, προκύπτουσα εκ τινών διεφθαρμένων ανδραρίων, τα οποία καθώς τα ζιζάνια μεταξύ του καθαρού σίτου, ούτω και αυτά μεταξύ των πεπαιδευμένων του Γένους ανεφύησαν, πλανώμενα υφ' αυτών, και πλανώντα τους αφελεστέρους και απεριφράκτους την διάνοιαν».

Θα σταθούμε εδώ, διότι οι βαρύτατες κατηγορίες και ύβρεις του Πατριάρχη εις βάρος των διαφωτιστών και των θετικών επιστημών απαιτούν τις εξηγήσεις τους.

Το μίσος κατά των θετικών επιστημών
Τα μαθηματικά και οι θετικές επιστήμες εν γένει, επειδή προάγουν την έρευνα και την αμφισβήτηση είχαν απαγορευτεί δια νόμου από τους Ρωμαιοχριστιανούς ήδη από τον Δεκέμβριο του 370 από τους αυτοκράτορες Βάλη (Valens) και Βαλεντιανό, οι οποίοι είχαν διατάξει «...να σταματήσουν οι δραστηριότητες των αστρολόγων [mathematici]... δημόσιες ή ιδιωτικές, ημερήσιες ή νυχτερινές».

Ο κανόνας ΞΑ΄ της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου (691 μ.Χ.) στη συμφωνία του θα επαναλάβει την καταδίκη των μαθηματικών και της αστρονομίας, που οι φωτοσβέστες τα συκοφαντούσαν ως μαγικές τέχνες: «...και εμποδίζει να μη γίνονται οι Κληρικοί και Ιερείς μάγοι, ή επαοιδοί, ή μαθηματικοί, ή αστρολόγοι». Μάλιστα οι μαθηματικοί και οι αστρονόμοι (αστρολόγοι όπως λέγονταν τότε) είχαν γνωρίσει πολλές φορές διώξεις ανάλογες με εκείνες των υπολοίπων Ελλήνων επιστημόνων και φιλοσόφων που αντιστέκονταν στο ρωμαιοχριστιανικό σκότος. Ο ιστορικός Προκόπιος, στην «Απόκρυφη Ιστορία» του, περιγράφει πώς ο Ιουστινιανός (527-565) δίωκε με μανία τους αστρονόμους (αστρολόγους), ανθρώπους εντελώς αθώους, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο Προκόπιος:

«Αλλά και για τους αστρολόγους είχαν μεγάλο μίσος. Γι' αυτό και ο αξιωματούχος που ήταν αρμόδιος για τους κλέφτες τους βασάνιζε χωρίς κανέναν άλλο λόγο και, αφού τους μαστίγωνε αλύπητα στη ράχη, τους έβαζε πάνω σε καμήλες και τους διαπόμπευε σ' όλη την πόλη, γέρους ανθρώπους και γενικά αξιοσέβαστα πρόσωπα, κι ας μην είχε να τους προσάψει καμιά άλλη κατηγορία, παρά μόνο ότι ήθελαν να καλλιεργούν την επιστήμη των άστρων σ' έναν τόπο σαν κι αυτόν».

Το ζητούμενο της Μεγάλης Εκκλησίας και της όποιας μοναρχίας με την οποία αγαστά συμπορευόταν, αδιάφορο αν ήταν η ομόδοξη ρωμαϊκή (βυζαντινή) ή η διάδοχος αυτής αλλόθρησκη οθωμανική, ήταν οι υπήκοοι να παραμένουν πειθήνιοι και υπάκουοι. Και αυτό πετυχαίνεται μόνο με τη διάδοση της δεισιδαιμονίας, η οποία κατακυριεύει με παράλογους φόβους τους ανθρώπους και τους κρατά δούλους και ποίμνια στις βουλές των ελέω θεού κοσμικών αφεντάδων τους. Και όπως γράφει ο Ανώνυμος διαφωτιστής στην «Ελληνική Νομαρχία», «...οι ιερείς αγαπητοί μου, φυλάττοντες ένα σκοπόν, καθόλου διάφορον από τους λοιπούς συμπολίτας, πάντοτε επροσπάθησαν με το μέσον της θεότητος να καταδυναστεύσουν τους συμπολίτας των καθώς μέχρι της σήμερον με την αμάθειαν και κακομάθησιν επέτυχον του σκοπού των. Αυτοί, καλύπτοντες με τίτλον αγιότητος τα πλέον φανερά ψεύματα, εγέμισαν τους αδυνάτους νόας του λαού από μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ώστε οπού αντί να ονομάσουν ψεύμα το αδύνατον, το ονομάζουν άγιον».

Αλλά μήπως και ο υπέροχος Πλούταρχος δεν είναι εκείνος που πριν 20 αιώνες μας προειδοποίησε ποιο εξουσιαστικό παιχνίδι εξυπηρετεί η δεισιδαιμονία:

«Άλλοι, τέλος, διηγούνται ότι κάποιος από τους φοβερούς και πανούργους εκείνους βασιλείς, καταλαβαίνοντας πως οι Αιγύπτιοι έχουν χαλαρό φρόνημα και είναι επιρρεπείς στις μεταβολές και τις επαναστάσεις κι ότι, πολυπληθείς καθώς είναι, είναι δύσκολο ν' αντιμετωπιστούν και να κατασταλούν όταν ομογνωμούν και δρουν από κοινού, εγκατέσπειρε με τις διδαχές του δεισιδαιμονία, αιώνια αφορμή για ακατάπαυστη διχόνοια».

Για το ορθόδοξο ιερατείο λοιπόν, το πλήρως καθοδηγούμενο από τους τυράννους και κατακτητές του έθνους μας, τα μαθηματικά και η αστρονομία, που θα διέλυαν τις δεισιδαιμονίες και τις άλογες μεταφυσικές δοξασίες που είχε καλλιεργήσει στο λαό για να τον κρατά υποταγμένο, υποδουλωμένο και φοβισμένο, παρέμεναν (και παραμένουν) οι βασικοί του ιδεολογικοί αντίπαλοι, που υποχρεούται να αναχαιτίσει με αφορισμούς, αναθέματα και συκοφαντίες περί...μαγείας!

Η γραμματική «επωφελέστερη» των θετικών επιστημών
Εκεί όμως που ο Πατριάρχης θα κηρύξει κάθετο ανάθεμα κατά των μαθηματικών και εν γένει των θετικών επιστημών, είναι όταν θα διακηρύξει, ότι:

«Και κατά σύγκρισιν δε και παράθεσιν ευρίσκεται επωφελεστέρα τω Γένει, και αναγκαιοτέρα η παράδοσις των Γραμματικών από την διδασκαλίαν των μαθηματικών και επιστημονικών».

Και αμέσως μετά, αφήνεται στο να ξετυλίξει το λίβελο του σκοταδισμού του:

«...επειδή εκείνη (η Γραμματική) συμβάλλει γενικώς εις όλα, ή τα περισσότερα επαγγέλματα, της δε, εις άλλα θεωρείται το χρήσιμον, διο και όσον απαιτεί η προκειμένη του Γένους κατάστασις πρέπει να παραδίδηται εις τα σχολεία, και όχι το έργον να γίνεται πάρεργον, και το πάρεργον (οι επιστήμες) έργον, και να λαμβάνη το χρήσιμον του αναγκαίου την προτίμησιν επειδή τις ωφέλεια προσκολλώμενοι οι νέοι εις τας παραδόσεις αυτάς, να μανθάνωσι αριθμούς, και αλγέβρας, και κύβους, και κυβοκύβους, και τρίγωνα, και τριγωνοτετράγωνα, και λογαρίθμους, και συμβολικούς λογισμούς, και τας προβαλλομένας ελλείψεις, και άτομα, και κενά, και δίνας, και δυνάμεις και έλξεις και βαρύτητας, και φωτός ιδιώματα, και βόρεια σέλα, και οπτικά τινα, και ακουστικά, και μυρία τοιαύτα, και άλλα τερατώδη, ώστε να μετρώσι την άμμον της θαλάσσης, και τας σταγόνας του υετού και να κινώσι την γην εάν αυτοίς δοθή πη στώσι κατά τον Αρχιμήδην, έπειτα εις τας ομιλίας των βάρβαροι, εις τας γραφάς των σόλοικοι, εις τας θρησκείας ανίδεοι, εις τα ήθη παράφοροι και διεφθαρμένοι, εις τα πολιτεύματα επιβλαβείς, και άσημοι πατριώται, και ανάξιοι της προγονικής κλήσεως;».

Ας αρχίσουμε από το τέλος. Τι θεωρούνται οι θετικοί επιστήμονες και όσοι διδάσκουν τις θετικές επιστήμες για την Ορθόδοξη Εκκλησία; Είναι, «...εις τας ομιλίας των βάρβαροι, εις τας γραφάς των σόλοικοι, εις τας θρησκείας ανίδεοι, εις τα ήθη παράφοροι και διεφθαρμένοι, εις τα πολιτεύματα επιβλαβείς, και άσημοι πατριώται, και ανάξιοι της προγονικής κλήσεως».

Βάρβαροι, ανίδεοι, παράφοροι, διεφθαρμένοι, επιβλαβείς, άσημοι και ανάξιοι! Αυτή είναι η γνώμη του Γρηγόριου του Ε΄, και επίσημη θέση της Εκκλησίας σε όλη της την ιστορική διαδρομή, σε ό,τι αφορά τους επιστήμονες. Γιατί; Διότι η επιστημονική έρευνα καταλύει τις «θεόπνευστες» ασυναρτησίες, τις μεταφυσικές ανοησίες, διαλύει τις δεισιδαιμονίες και απελευθερώνει τους ανθρώπους! Άνθρωποι που οδηγούνται από τον Ορθό Λόγο δεν δύνανται να διαβιούν ως δούλοι, ξεσηκώνονται, επαναστατούν και ανατρέπουν τους τυράννους τους. Η Εκκλησία έχει μία αποστολή:

Να αναχαιτίσει την επανάσταση που πλησιάζει, και δίχως καν σουλτανική εντολή, αποφασίζει για μια ακόμη φορά να παίξει το ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκε εξ αρχής: του οπίου του λαού. Οι διαφωτιστές είναι επικίνδυνοι, είναι επαναστάτες, διδάσκουν «άχρηστα» πράγματα (αυτά που σήμερα μας ταξιδεύουν στα άστρα και βρίσκουν θεραπείες σε ό,τι μας αποδεκατίζει) και αντί να ασχολούμαστε με την...Γραμματική, την τόσο ωφέλιμη για μανδαρίνους, θέλουμε να κατανοήσουμε τη βαρύτητα που είναι από μόνη της σκέτο...θαύμα!

Ήταν 1818, ένα έτος πριν από την έκδοση της εν λόγω πατριαρχικής εγκυκλίου, που ο διαφωτιστής και διδάσκαλος Βενιαμίν ο Λέσβιος, βροντοφώναζε από το ελληνικό Λύκειο του Βουκουρεστίου:

«Βλέπομεν το ημέτερον γένος να δαπανά ολόκληρον την ζωήν αυτού εις ουδέν άλλο, ή εις μίαν διάλεκτον τουτέστιν εις σημεία των ημετέρων ιδεών και άπασα η αγωγή αυτού και παιδεία να επικεντρώνεται εις μόνην την γραμματικήν. Ω! αθλιότης».

Μέγιστο αμάρτημα η «...αδιαφορία εις τας παραδεδομένας νηστείας...»
Εκ πρώτης αναγνώσεως μοιάζει κωμικό το επιχείρημα ότι το μέγιστο αμάρτημα των διαφωτιστών ήταν ότι καλλιεργούσαν στη νεολαία της προεπαναστατικής περιόδου «...αδιαφορία εις τας παραδεδομένας νηστείας...», και μάλιστα τόσο μεγάλο που ο ίδιος ο Πατριάρχης εγκαταλείπει το μειλίχιο ύφος του για να αποκαλέσει τους πατριώτες, «εκ τινών διεφθαρμένων ανδραρίων, τα οποία καθώς τα ζιζάνια μεταξύ του καθαρού σίτου...».

Και όμως οι νηστείες, που τόσο πολέμησαν και περιόρισαν οι διαφωτιστές, είχαν (και έχουν) την εξουσιαστική τους αιτία ύπαρξης! Να τι παρατήρησε ο Άγγλος λοχαγός Γουίλιαμ Μάρτιν Λέικ (William Martin Leake), ο οποίος περιηγήθηκε στις ελληνικές χώρες μεταξύ του 1804 και 1810 ως πράκτορας της Μεγάλης Βρετανίας:

«Τα πανηγύρια των Ελλήνων, οι νηστείες και ο φόβος τους, είναι μεγάλα βάσανα για τον ταξιδιώτη. Στις γιορτές δεν δουλεύουν. Όταν κρατούν νηστεία, και μάλιστα σκληρή, σαράντα ολόκληρες μέρες, είναι εξαντλημένοι και ανίκανοι για κάθε σοβαρή προσπάθεια. Ο φόβος, τέλος, αποτελεί αναγκαία συνέπεια του τουρκικού ζυγού που ακολούθησε τη μακραίωνη εξουθενωτική τυραννία και τις δεισιδαιμονίες της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ωστόσο, κάτω απ' αυτή την πικρή κρούστα, προβάλλει έντονα ο εθνικός χαρακτήρας ενός αρχαίου λαού».

Οι παρατηρήσεις του Άγγλου στρατιωτικού και κατασκόπου κατεξοχήν εύστοχες. Με τόσες αυστηρές νηστείες, οι πρόγονοί μας ήταν «εξαντλημένοι και ανίκανοι για κάθε σοβαρή προσπάθεια», πόσο μάλλον για επανάσταση. Γι' αυτό και οι διαφωτιστές, που με τις διδαχές τους προετοίμαζαν τη νέα γενιά για τον μεγάλο εθνικό ξεσηκωμό, φρόντιζαν στην παύση, ή έστω στον περιορισμό των νηστειών, μήπως και οι υπόδουλοι καταφέρουν και σταθούν πρώτα στα πόδια τους, πριν καταφέρουν να σηκώσουν τα άρματα κατά των τυράννων τους. Και η Εκκλησία, που γνώριζε πολύ καλά γιατί είχε επιβάλλει όλες αυτές τις νηστείες, είχε κάθε λόγο να ανησυχεί, να απειλεί και να υβρίζει. Η Επανάσταση θα ερχόταν δύο χρόνια μετά.

Ένας πατριάρχης σε αφοριστικό παραλήρημα
Ο Γρηγόριος ο Ε΄ κηρύττει πόλεμο κατά του «κόμματος» των διαφωτιστών, όπως ο ίδιος το αποκαλεί, κατά δηλαδή της εθνικοαπελευθερωτικής πατριωτικής παράταξης! Έντρομος από την ευρύτατη διάδοση των Ορθών Λογικών ιδεών αρχίζει να απειλεί και να φοβερίζει:

 «Εις τοιούτους παραλογισμούς περιπίπτουσιν οι του κόμματος εκείνου...», γράφει και συνεχίζει, «Αυτοί οι πονηροί άνθρωποι και γόητες είναι προφανείς λυμεώνες, και ψυχικώς και σωματικώς γίνονται εις τους αφυλάκτους και νωθρούς επιζήμιοι είναι πεπαρρησιασμένοι παραβάται των θείων και ιερών κανόνων, και αποστολικών διατάξεων».

Για να πάρουν σειρά οι προειδοποιήσεις ότι θα ακολουθήσουν αφορισμοί:

«...και αν δεν προλάβωσι να σωφρονισθώσι και να αφεθώσιν από τας σαθράς και αντιθέους διδασκαλίας των, θέλει επέλθη κατ' αυτών η οργή του Θεού, ως υιών απειθείας, και θέλουν πειραθή της αποτομωτάτης Εκκλησιαστικής παιδείας, θεατριζόμενοι και στηλιτευόμενοι πανταχού, και ως μέλη σεσηπότα αποκοπτόμενοι της ολομελείας των πιστών, ίνα μη η λύμη αυτών γίνηται διαδόσιμος εις τα λοιπά υγιαίνοντα μέλη του Χριστωνύμου πληρώματος. (...) Αυτούς προς το παρόν τους Εκκλησιαστικούς ελέγχους και περί της μιας, και περί της άλλης των καινοτομούντων φατρίας ποιούμεθα, άμα μεν περιμένοντες την επιστροφήν αυτών και μεταμέλειαν, άμα δε και δίδοντες νύξιν εις τους αληθείς του Γένους πεπαιδευμένους, και γνησίους της ευσεβείας λατρευτάς και θεράποντας, δια να διαλύωσι τας σατανικάς αυτών πλεκτάνας, ως αραχνιώδη υφάσματα».

Μετά, απευθύνεται στα «γνήσια και ευπειθή τέκνα της κοινής μητρός αγίας του Χριστού Εκκλησίας», κατονομάζοντας τους διορισμένους ανθρώπους του, που είχαν λόγο στα εκπαιδευτικά πράγματα της εποχής, και τους υπαγορεύει «πατρικώς» να αναλάβουν δράση για άμεση αναχαίτιση του διαφωτισμού και των επιστημονικών διδασκαλιών:

«...τας βεβήλους κενοφωνίας, και τας σαθράς αντιθέους διδασκαλίας των ειρημένων, να μισήτε, και να αποστρέφησθε, διακρίνοντες αυτούς, ως εκ του καρπού το δένδρον και το πυρ μακρόθεν εκ του καπνού. Ιός ασπίδος υπό τα χείλη αυτών είναι κεκρυμμένος, έτοιμος να διαφθείρη τους αστηρίκτους περί την ευσέβειαν, και την άλλην ευμάθειαν και κατά τον θείον Απόστολον: Βλέπετε και προσέχετε όσον το δυνατόν, ίνα μη συλλαγωγήσθε υπό της κενής απάτης αυτών, και τερατολογίας, και εκτραχηλίζεσθε κατά μικρόν από τα όργια της αληθούς παιδείας, ην και οι γνήσιοι του Θεού θεράποντες και πνευματέμφοροι Πατέρες μυηθέντες, διαλάμπουσιν ως αστέρες πολύφωτοι εις το νοητόν στερέωμα της Εκκλησίας επειδή η επαπειλουμένη εκ της ψευδοδισκαλίας ζημία, δεν είναι μόνον η της προγονικής διαλέκτου κατάργησις, αλλά και η περί την αμώμητον Πίστιν ψυχρότης, η λεληθότως προξενούμενη εκ της ακαταληψίας όλων επίσης των Εκκλησιαστικών συγγραμμάτων, και η διαφθορά των ηθών. Αναγκαιότατον είναι ένθα και ο τόπος και ο τρόπος ευχερής και αρμόδιος να διαιρεθώσι τα Γραμματικά σχολεία από τα των Επιστημονικών και Μαθηματικών, και να γίνωνται κεχωρισμένως εν μέρει αι παραδόσεις, δια να μη λαμβάνωσιν εκ του προχείρου αφορμήν οι νέοι, και φεύγοντες από τας τάξεις των Γραμματικών, προσκολλώνται εις τας άλλας».

Σε ό,τι αφορά τη διάπλαση των ελληνοπαίδων, η εντολή του Πατριάρχη είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρη:

«...και απλώς άλατι πνευματικώ να είναι ηρτημέναι αι διδασκαλίαι των διδασκάλων, και αιχμαλωτίζουσαι παν νόημα εις την υποταγήν του Χριστού, κατά τον θείον Απόστολον, να αναδεικνύωσι τους μαθητιώντας, Χριστιανούς ελληνίζοντας τας φράσεις, και Έλληνας χριστιανίζοντας τα δόγματα, τα ήθη, και τους τρόπους. Ταύτα πατρικώς συμβουλεύομεν...».

Ξεκάθαρη είναι η θέση του και για το πώς πρέπει να αντιμετωπισθούν πάραυτα οι ελληνίζοντες διαφωτιστές:

«...αν δεν μεταπεισθώσι και δεν θελήσωσι να μεταβάλωσιν ήθη και φρονήματα, πρέπει να αποβληθώσιν εξάπαντος, ως προσκόμματα και πέτραι σκανδάλων, κατά την περί αυτών απόφασιν του Παναγίου Πνεύματος».

Αναθεματισμός των ελληνικών ονομάτων!
Επειδή η διάδοση του διαφωτισμού, των επιστημών και της Ελληνικής Παιδείας είχαν ως αποτέλεσμα την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των υποδούλων, πολλοί ήταν εκείνοι που αποφάσιζαν να δώσουν στα παιδιά τους αρχαία ελληνικά ονόματα, αντί για χριστιανικά (δηλαδή, εβραϊκά και ρωμαϊκά). Αυτή η «μόδα» («καινοτομία» την αναφέρει η εγκύκλιος) ανησύχησε σφόδρα τον Πατριάρχη. Για τους εξής λόγους:

α) Ότι οι Ρωμιοί ήθελαν πλέον να έχουν ελληνικά ονόματα, σήμαινε ότι επιθυμούσαν διακαώς να είναι Έλληνες, ταυτότητα που για την Ορθοδοξία ήταν συνυφασμένη με την αρχαία αντίληψη περί του Θείου (αρχαία ελληνική «θρησκεία»), άρα εχθρική και ανταγωνιστική ως προς την ίδια την υπόσταση της Εκκλησίας.

β) Ως απότοκο του Διαφωτισμού, η πατρώα και μητρώα ελληνική ονοματοθεσία, σήμαινε ότι το Κίνημα στεριωνόταν και στην επόμενη γενιά.

γ) Αφού οι ραγιάδες Ρωμιοί ξαναγίνονταν Έλληνες, σίγουρα είχαν στο νου τους εθνική επανάσταση κατά των Οθωμανών και της Ρωμαίικης Εκκλησίας, στα βήματα και των άλλων εθνικών επαναστάσεων της εποχής (Γαλλική και Ισπανική) που δεν στράφηκαν μόνο κατά των κοσμικών τυράννων αλλά και κατά της θεοκρατίας.

Εξάλλου, ο ίδιος ο Αλή Πασάς, ο τύραννος της Ηπείρου, είχε υποψιαστεί ότι κάτι ετοίμαζαν οι υπόδουλοι Έλληνες, μόνο και μόνο από το γεγονός ότι βάφτιζαν τα παιδιά τους με αρχαία ελληνικά ονόματα. Μάλιστα, ο ίδιος φέρεται να έχει πει:

«Εσείς οι Ρωμιοί, μπρε, κάτι μεγάλο έχετε στο νου σας. Δεν βαφτίζετε πια τα παιδιά σας Γιάννη, Πέτρο, Κώστα, παρά Λεωνίδα, Θεμιστοκλή, Αριστείδη. Σίγουρα κάτι μαγειρεύετε».

Και πώς άραγε η Εκκλησία υποδέχτηκε τον πόθο για εθνική ελληνική ελευθερία της προεπαναστατικής γενιάς, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τους άφοβους ελληνίζοντες διαφωτιστές, και όπως την υποδέχθηκαν οι διψασμένοι για επανάσταση πρόγονοί μας; Η Εκκλησία απαγόρευσε στους Έλληνες να δίνουν στα παιδιά τους ελληνικά ονόματα, για να αποδείξει ακόμα μια φορά τον...φιλελληνισμό της:

«Και η κατά καινοτομίαν παρά ταύτα εισαχθείσα των παλαιών Ελληνικών ονομάτων επιφώνησις εις τα βαπτιζόμενα βρέφη των πιστών, ως ηκούσαμεν, λαμβανομένη ως μια καταφρόνησις της Χριστιανικής ονοματοθεσίας, είναι διόλου απροσφυής και ανάρμοστος όθεν ανάγκη η Αρχιερωσύνη σας να διαδώσητε παραγγελίας εντόνους... (...), δια να λείψη τουντεύθεν και η κατάχρησις αυτή...».

Οι διωγμοί και οι αφορισμοί των διαφωτιστών
Οι Έλληνες διαφωτιστές, που, με αφορμή τον δυτικό Διαφωτισμό, ο οποίος επανέφερε στο προσκήνιο την ελληνική φιλοσοφία, κατέβαλλαν άοκνες προσπάθειες για να μορφώσουν τους υπόδουλους Ρωμιούς και να ξανακάνουν Έλληνες τους προσκυνημένους «ραγιάδες». Κι όλα αυτά, παρά το διωγμό του πρυτάνεως των Ελλήνων διαφωτιστών Μεθόδιου Ανθρακίτη.
[Η μέθοδος διδασκαλίας του Ανθρακίτη και πολύ περισσότερο το ίδιο το περιεχόμενο των παραδόσεών του –κυρίως μαθηματικά και νεότερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία- επέφεραν τη δυσαρέσκεια εκκλησιαστικών και άλλων εκπαιδευτικών κύκλων. Έτσι, στα 1719 ο Ιερόθεος Ιβηρίτης έχοντας παρακολουθήσει τις παραδόσεις των μαθημάτων του, διαφωνεί με τη διδασκαλία του και προβαίνει σε επίσημη καταγγελία του στο Πατριαρχείο. Για να υποστηρίξει τις κατηγορίες του παρουσιάζει στη Σύνοδο τετράδια με σημειώσεις του Ανθρακίτη από μεταφράσεις κειμένων του Malebranche. Εξαιτίας αυτών των εξελίξεων ο Ανθρακίτης εγκαταλείπει την Καστοριά το 1719 για να μεταβεί στη Σιάτιστα, όπου πρόκειται να διδάξει για τα επόμενα δύο περίπου χρόνια. Κατά την περίοδο της εκεί παραμονής του θα κληθεί από το Πατριαρχείο να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να απολογηθεί για τις κατηγορίες εναντίον του, πράγμα που ο ίδιος αρνείται. Θα επιστρέψει στην Καστοριά, όπου τον Ιούλιο του 1723 παρουσιάζεται στον Αρχιεπίσκοπο Αχριδών Ιωάσαφ και τη σύνοδο της περιοχής και προβαίνει σε ομολογία πίστης. Ωστόσο, στις 23 Αυγούστου του 1723 η Ιερά Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης εκδίδει εναντίον του καταδικαστική απόφαση, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η διδασκαλία και διάδοση των ιδεών του και ο ίδιος καθαιρείται από κληρικός. Έπειτα από την ομολογία του μπροστά στη Σύνοδο και την δημόσια καύση των χειρογράφων του, στην οποία ο ίδιος προβαίνει, η προηγούμενη απόφαση ανακαλείται (1725) υπό τον όρο η διδασκαλία του να περιλαμβάνει μόνο την περιπατητική φιλοσοφία κατά τα πρότυπα της κορυδαλλικής παράδοσης. Η συγγραφική παραγωγή Ανθρακίτη αποτελείται κατά κύριο λόγο από θρησκευτικά και επιστημονικά έργα. Εκτός των θεολογικών συγγραμμάτων του, που τυπώθηκαν στη Βενετία, τα υπόλοιπα είτε εκδόθηκαν μετά το θάνατό του είτε παρέμειναν χειρόγραφα, ενώ εικάζεται ότι εξαιτίας των διώξεών του κάποια από τα κείμενά του έχουν καταστραφεί ή παραμένουν ακόμη άγνωστα.]

Το μονοπάτι του Ανθρακίτη ακολούθησαν δυο σχεδόν σύγχρονοί του λόγιοι εξ Επτανήσου: Ο Βικέντιος Δαμοδός από την Κεφαλλονιά (1679-1752) και ο Αντώνιος Κατήφορος από τη Ζάκυνθο (1685-1763), αμφότεροι σπουδαγμένοι στην Ιταλία. Ο Δαμοδός, όταν επέστρεψε στο νησί του, ίδρυσε σχολείο στο χωριό Χαβριάτα, απ’όπου καταγόταν. Έγραψε τα έργα του στη δημοτική, γιατί θεωρούσε πως η φιλοσοφία και οι επιστήμες έπρεπε να γράφονται σε κατανοητή από το ευρύ κοινό γλώσσα, αλλιώς δεν είναι χρήσιμες. Ο Δ. Φωτιάδης γράφει «η ηθική στάση του Δαμοδού είναι θαρραλέα και θα έλεγε κανείς, προοδευτική. Ένα πνεύμα δημοκρατικό τον διέπει: η απόλυτη εξουσία του ανδρός μέσα στο σπίτι ή του δεσπότη επάνω στο ποίμνιό του δεν του είναι αρεστή» (Δ. Φωτιάδης, «Η Επανάσταση του 1821″, τόμος α’, σελ. 161, εκδόσεις «Μέλισσα»). Ο Κατήφορος, με τη σειρά του, εκδίδει το 1734 μια «Γραμματική». Στον πρόλογό της διαπιστώνει περιχαρής την έφεση που αρχίζουν οι σύγχρονοί του Έλληνες να δείχνουν προς τις επιστήμες. Και αυτός επιλέγει τη δημοτική γλώσσα ως επικοινωνιακό του όργανο.

Άλλος Επτανήσιος διαφωτιστής ήταν ο Ευγένιος Βούλγαρης, γεννημένος στην Κέρκυρα το 1716. Δάσκαλοί του ήταν οι προαναφερθέντες διαφωτιστές, ο Δαμοδός και ο Κατήφορος. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ιταλία, στο πανεπιστήμιο της Πάδουας. Όταν τις περάτωσε, επέστρεψε στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και άρχισε να διδάσκει ως σχολάρχης στα Ιωάννινα, στη Μαρουτσαία Σχολή. Τη θέση του όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει «φθονούμενος και προπηλακιζόμενος μέχρι σημείου ουκ ανεκτού» (Τρύφων Ευαγγελίδης, «Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας», τόμος Α’, σελ. 158).

Ο Τρύφων Ευαγγελίδης αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος Μπαλάνος-Βασιλόπουλος, σχολάρχης της Μπαλαναίας Σχολής στα Ιωάνινα, διέβαλε τόσο τον Ανθρακίτη όσο και τον Βούλγαρι ως «άθεους νεωτεριστές» και ευθύνεται για το διωγμό και των δυο (Ευαγγελίδης, ο.π., σελ. 161). Τελικά, ο Βούλγαρις έγινε διευθυντής της «Αθωνιάδος Ακαδημίας» στο Άγιο Όρος, από την οποία πάλι διώχθηκε βιαίως. Ο λόγος ήταν το… θράσος του να διδάσκει μαθηματικά και φιλοσοφία, κάτι που προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις: «Δυστυχώς η σχολαρχία του Βουλγάρεως μόνον επί 5 έτη παρετάθη (1753-1758), διότι επισυνέβησαν διαφοραί και παρεξηγήσεις μεταξύ διδασκάλων (…), των μαθητών έξωθεν υποκινουμένων, ιδίως υπό του Παλαμά ζητούντος την σχολαρχίαν, ώστε ανήρ οίος ο Βούλγαρις, μη ανεχόμενος την αξιοθρήνητον ταύτην κατάστασιν παρητήθη, αφ’ου ετόλμησαν και σωματικώς να κακοποιήσωσιν αυτόν» (Ευαγγελίδης, ο.π., σελ. 92).

Αφού λοιπόν έφαγε το ξύλο του, εγκατέλειψε το «Άγιον» Όρος το 1758 και πήγε στη Θεσσαλονίκη, όπου ιδιώτευσε μέχρι το 1761. Τότε τον κάλεσε ο πατριάρχης Σεραφείμ Β’, για να αναλάβει τη θέση του σχολάρχη της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Ούτε εκεί παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα: Έπεσε σε δυσμένεια και από την Πόλη μετέβη στη Λειψία, όπου εξέδωσε τα φιλοσοφικά συγγράμματά του. Στη Λειψία εκφράσθηκε ανοιχτά ως οπαδός του Leibniz, θεμελιωτή της γερμανικής φιλοσοφίας και του John Locke. Ο Locke απέρριπτε τη μεταφυσική σκέψη και έλεγε ότι οι παραστάσεις είναι αποτέλεσμα της εμπειρίας μας. Επίσης, ακολουθώντας το παράδειγμα των κλασσικών Ελλήνων φιλοσόφων, ο Locke προσπαθούσε να συμβιβάσει τον ορθό λόγο με τη θρησκεία· θεωρούσε βλέπετε την ύπαρξη του θείου ως κάτι αποδείξιμο και όχι έμφυτο, ενώ ελληνίζουσα ήταν και η πολιτική του στάση, καθώς υποστήριζε ότι η βασιλεία υπάρχει «ελέω λαού» και όχι «ελέω θεού», συνεπώς είναι ανακλητή. Ωστόσο, ο Βούλγαρις δεν είχε τις ικανότητες ή τη συνέπεια του Locke, όπως αναφέρει ο Φωτιάδης (Φωτιάδης, ο.π.). Τελευταίος σταθμός στη ζωή του Βουλγάρεως ήταν η Ρωσία: Εκεί, έγινε βιβλιοθηκάριος της τσαρίνας Αικατερίνης και το 1776 αρχιεπίσκοπος του Σλαβινίου και της Χερσώνος. Το 1801 αποσύρθηκε στη μονή του Αλεξάνδρου Νέφσκι, όπου και πέθανε το 1806, αφήνοντας πίσω του πλούσιο συγγραφικό έργο, το οποίο περιλαμβάνει επιστημονικά, φιλοσοφικά και θεολογικά βιβλία, μεταφράσεις αρχαίων συγγραφέων και ξένων συγγραφέων της εποχής. Το διασημότερο όμως βιβλίο του ήταν η «Λογική», την οποία δίδαξε σε όλες τις σχολές όπου εργάστηκε και απετέλεσε για σειρά ετών τη βάση μελέτης της φιλοσοφίας στα σχολεία της Ελλάδας.

Αξίζει να σημειώσουμε τα εξής:

* Ο Ευαγγελίδης αναφέρει πως το έτος 1761 ο Βούλγαρις, σχολάρχης τότε της Πατριαρχικής Ακαδημίας (1760-1761), κατηγορήθηκε ότι δίδασκε μαθηματικά, κατηγορία στην οποία αποδίδει την τελική αποδημία του στη Ρωσία (Ευαγγελίδης, ο.π., τόμος Β’, σελ. 398)

* Στα νιάτα του, ο Βούλγαρις ήταν θαυμαστής του Βολταίρου, αλλά στα γεράματά του πέρασε στη συντηρητική όχθη και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον κατατάσσει στα «μεγάλα και εξακουστά επί δυσσεβεία ονόματα».

Ο Νικηφόρος Θεοτόκης θεωρείται διάδοχος του Βουλγάρη. Κι αυτός εκ Κερκύρας ορμώμενος, γεννημένος το 1731. Και αυτός σπούδασε στην Ιταλία και γύρισε στην Ελλάδα. Αρχικά έμεινε στην Κέρκυρα για λίγο ως δάσκαλος και κληρικός. Δέχθηκε πρόσκληση του πατριάρχη Σαμουήλ Χαντζερή, στην οποία ανταποκρίθηκε, αλλά δυσαρεστήθηκε από τον συντηρητισμό των αρχιερέων που έβλεπαν εχθρικά τις θετικές επιστήμες. Έτσι, εγκατέλειψε την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κατέφυγε στη Λειψία, χωρίς το φόβο της λογοκρισίας και του ανατολίτικου συντηρητισμού του Πατριαρχείου. Αργότερα έγινε διευθυντής της Αυθεντικής Σχολής στο Γιάσι (Ιάσιο) της Μολδαβίας, αλλά το… θράσος του να διδάξει φυσική στους μαθητές προκάλεσε την μήνιν των υπερσυντηρητικών Ρωμιών. Έτσι, εγκατέλειψε τα πάντα «διά νυκτός ως δραπέτης» και κατέφυγε στη Ρωσία, όπου διαδέχθηκε τον Βούλγαρη στον αρχιεπισκοπικό θρόνο Σλαβινίου και Χερσώνος. Στην Αυθεντική Σχολή τη θέση του πήρε ο Ιώσηπος Μοισιόδακας· μη νομίσετε όμως ότι κι αυτός είχε καλύτερη τύχη:

Όταν τόλμησε να διδάξει μαθηματικά ως εισαγωγή στη φιλοσοφία, έφυγε κι αυτός νύχτα, κυνηγημένος απ’ τους ρωμιοταλιμπάν. Ο Φωτιάδης γράφει πως, «με τον Θεοτόκη κλείνει η περίοδος αυτή του διαφωτισμού. Στηριζόταν κύρια σε φωτισμένους κληρικούς, που οι περισσότεροί τους σπούδασαν στην Ευρώπη. Ο ανώτερος κλήρος στρέφεται προς τον συντηρητισμό και η προοδευτική σκέψη γίντεαι πια όλο και περισότερο κτήμα της πρωτοεμφανιζόμενης στον ελληνικό χώρο αστικής τάξης» (Φωτιάδης, ο.π., σελ. 163).

Ας δούμε όμως λίγο πώς παρουσίαζε την όλη κατάσταση ο Γέρος του Μοριά, ο αρχιστράτηγος της Επανάστασης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Σε λόγο που έβγαλε το Νοέμβριο του 1838, απευθυνόμενος στους μαθητές του γυμνασίου της Αθήνας (Ο λόγος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Πνύκα), στηλίτευσε με σφοδρότητα τους αρχιερείς για την εχθρότητά τους κατά της Ελληνικής Παιδείας και απέδωσε το ξέσπασμα της Επανάστασης και την αναγέννηση της Ελλάδας στους αρχαιολάτρες διαφωτιστές που η Εκκλησία έβριζε και εδίωκε.

Ακόμα και σήμερα, τα λόγια του (δις αφορισθέντος) Κολοκοτρώνη γκρεμίζουν σα χάρτινους πύργους τους μύθους περί διάσωσης της Ελληνικής Παιδείας υπό της εκκλησίας, οι δε απόψεις του ταυτίζονται πλήρως με αυτές του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας». Ας δούμε όμως τι λέει ο αρχιστράτηγος της Παλιγγενεσίας:

«Ο Σουλτάνος διώρισε έναν βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη και του έδωσε την εξουσία της Εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο Σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες (προεστοί) εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξις, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλλίτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέροντες τον ζυγό, έφευγαν και οι γραμματισμένοι επήραν και έφυγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι έμεινε ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση και αυτή αύξαινε κάθε μέρα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του, ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί, μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντες τες δόξες αυτές και τες ηδονές, όπου απελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε ημέρα ο λαός ελίγνευε και επτώχαινε».

Συνεχίζοντας, ο Κολοκοτρώνης αναφέρει ότι οι ραγιάδες Ρωμιοί συνειδητοποίησαν την ελληνική τους καταγωγή και ξεκίνησαν τον εθνικοαπελευθερωτικό τους αγώνα, μόνο όταν ήρθαν σε επαφή με τα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας (Φιλοσοφία και Ιστορία). Τα φιλοσοφικά, επιστημονικά και ιστορικά συγγράμματα των αρχαίων συγγραφέων ήσαν άγνωστα στην Ελλάδα λόγω των απαγορεύσεων που επέβαλε η εκκλησία στη διδασκαλία τους (κι αφήστε τους να λένε ότι… τα φυλάγανε στα μοναστήρια) και έφτασαν στα χέρια του υπόδουλου λαού χάρη στις άοκνες προσπάθειες των ξενιτεμένων στις δυτικές χώρες Ελλήνων διαφωτιστών. Οι ραγιάδες επαναστάτησαν μόνον όταν αντιλήφθηκαν πως ήταν απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων (κι όχι Ρωμαίοι-Ρωμιοί, όπως ήθελε η Εκκλησία), που φημίζονταν για τα κατορθώματά τους. Καταλήγει δε ο αρχιστράτηγος:

«Εις αυτήν την δυστυχισμένην κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία –και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς όπου κανένας άνθρωπος από τον απλό λαό εμάνθανεν τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία, και έβλεπε ποιους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, και οι άλλοι παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάστασιν ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνωμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινεν και επροόδευσεν η Εταιρεία».
(Γεώργιος Τερτσέτης & Αναστάσιος Πολυζωΐδης, «Απομνημονεύματα Θ. Κολοκοτρώνη»)

Μέχρι να ξεκινήσει ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, η εκπαίδευση στην υπόδουλη Ελλάδα περιελάμβανε την αποστήθιση μερικών κειμένων στην αρχαία ελληνική (σχεδόν αποκλειστικά εκκλησιαστικών κειμένων), μελέτη κανόνων γραμματικής και θεολογία. Όπως έγινε και στο εξωτερικό, ο Διαφωτισμός επεχείρησε να εισαγάγει τις θετικές επιστήμες (φυσική, μαθηματικά, αστρονομία, φιλοσοφία κλπ). Τα νέα φιλοσοφικά ρεύματα που έρχονταν εξ Εσπερίας ήταν όμως κάτι που έτρεμε η εκκλησία, γιατί η εξάπλωσή τους θα σήμαινε απομείωση της επιρροής και των προνομίων της.

Στην προσπάθειά της να αποτρέψει την εισαγωγή αυτών των «άθεων γραμμάτων» στις επηρεαζόμενες από αυτήν οθωμανικές επαρχίες, η Ορθόδοξη εκκλησία έσπευσε να αφορίσει και να αναθεματίσει επιστημονικές και φυσικές αλήθειες – όπως λ.χ. το ηλιοκεντρικό σύστημα, που πρωτοδιατυπώθηκε από τον Σάμιο φιλόσοφο Αρίσταρχο (320-250 π.Χ.), ο οποίος υποστήριξε αυτό που γνωρίζουμε και σήμερα, δηλαδή ότι η γη κινείται σε τροχιά γύρω από τον ήλιο και ταυτόχρονα περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της. Το σύστημα αυτό επαναδιατύπωσε, όπως γνωρίζουμε, ο Κοπέρνικος. Θαυμάστε το έργο της εκκλησίας: Το 1797, ο σχολάρχης της Πατριαρχικής Σχολής Σέργιος Μακραίος βάλθηκε να αποδείξει ότι είναι λανθασμένη η ηλιοκεντρική θεωρία· εξέδωσε μάλιστα και ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Τρόπαιον Κατά Του Κοπερνικού Συστήματος». Από τον τίτλο και μόνο καταλαβαίνει κανείς πόσο βλακώδες ήταν το πόνημα αυτό.

Θα ήταν βέβαια ανόητο να περιμένουμε από την Εκκλησία, που κατεδίκαζε εις θάνατον «επί ελληνισμώ» όσους αρνιόντουσαν να ασπασθούν «του Χριστού την πίστη την αγία» και υπήρξε πρωτοπόρος των στρατοπέδων συγκεντρώσεως, να μην ξεκινήσει τις διώξεις και τους αφορισμούς κατά των διαφωτιστών δασκάλων του Έθνους. Έχει άλλωστε ήδη αναφερθεί τι διωγμούς υπέστησαν ο Δαμοδός, ο Κατήφορος, ο Θεοτόκης, ο Ανθρακίτης.

Ο Ακαρνάνας Χριστόδουλος Παμπλέκης (1743-1793), επηρεασμένος από τον Σπινόζα και την πατρώα ελληνική φιλοσοφία, έγραψε το πανθεΐζον βιβλίο «Περί Φιλοσόφου, Φιλοσοφίας, Μεταφυσικών και Θείων Αρχών». Σ’ αυτό το βιβλίο, αρνήθηκε τα θαύματα, άρα και το «πίστευε και μη ερεύνα». Βεβαίως, το Πατριαρχείο τον αφόρισε αυθωρεί και παραχρήμα. Αυτό όμως δεν κατάφερε να μειώσει το θαυμασμό και την υποστήριξη των φίλων του, που του έστησαν μνημείο σε δημόσιο πάρκο της Λειψίας μετά το θάνατό του. Δυστυχώς, η επίσημη «Ιστορία» που διδάσκονται οι νέοι μας σήμερα αποσιωπά όλα αυτά τα γεγονότα και διαιωνίζει την προπαγάνδιση του παραμυθιού του «κρυφού σχολειού» και της «μητέρας εκκλησίας» που… «έσωσε και διαφύλαξε το Έθνος».

Ο Κούμας, που κι αυτόν τον κυνήγησε η εκκλησία (πώς τολμούσε άλλωστε να πάει να μορφώσει τους ραγιάδες…), σημειώνει «κατ’ εκείνους τους χρόνους και μόνη η διδασκαλία των μαθηματικών εθεωρείτο ως πηγή της αθεΐας, της οποίας πρώτον αποτέλεσμα ήτον η κατάργησις της νηστείας».

Το 1803 η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως καταδίκασε τον ιερέα Βενιαμίν τον Λέσβιο, επειδή δίδασκε πως η Γη κινείται γύρω από τον ήλιο και πως υπάρχει ζωή και σε άλλους πλανήτες. Ο Βενιαμίν έκανε λαμπρές σπουδές στη Δύση (Πανεπιστήμιο Πίζας, Πολυτεχνική Σχολή Παρισιού, μαθητής του μεγάλου Χημικού Lavoisier). Παράλληλα με τη σπουδή των θετικών επιστημών και της φιλοσοφίας υπήρξε κοινωνός του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Αργότερα πήγε για ένα περίπου χρόνο στην Αγγλία, όπου μελέτησε στο Γκρήνουιτς το τηλεσκόπιο του William Herschel.

Η καταδίκη που απαιτούσε από τον ένοχο να ανακαλέσει τις κακοδοξίες του (δεν έγινε εκτελεστή χάρις σε μεσολάβηση ισχυρών προσώπων) δεν βασίστηκε σε κάποιες αστρονομικές μελέτες του πατριάρχη Καλλίνικου Ε΄ ή των Συνοδικών του, αλλά σε πεποιθήσεις που πήγαζαν από τις αλάθητες θεόπνευστες Γραφές.

Καταδικάστηκε ερήμην από την Εκκλησία κι αποφασίστηκε η αναίρεση των θεωριών του. Ωστόσο, με τη μεσολάβηση διακεκριμένων φίλων του –μεταξύ των οποίων ο μητροπολίτης Εφέσου Διονύσιος Καλιάρχης, ο φαναριώτης ηγεμόνας Αλέξανδρος Μουρούζης και ο αδελφός του τελευταίου Δημήτριος- η πατριαρχική απόφαση δεν εκτελέστηκε. Τελικά, ο Λέσβιος με τη στήριξη των μαθητών του και της αστικής τάξης των Κυδωνιών παρέμεινε στη σχολή συνεχίζοντας τη διδακτική του δράση έως και το 1812. Ο ίδιος, όμως, είχε ήδη από το 1808 εκδηλώσει την επιθυμία να αποχωρήσει από τις Κυδωνιές εξαιτίας των συνεχιζόμενων αντιδράσεων και των προβλημάτων που αυτές προκαλούσαν στη λειτουργία της σχολής.

Άλλος διαφωτιστής που κυνήγησε η εκκλησία ήταν ο διάκονος και ρεφερενδάριος της Μεγάλης Εκκλησίας (όπως αναφέρει ο Ευαγγελίδης στο έργο του «Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας») Στέφανος Δούγκας. Αυτός γεννήθηκε στον Τύρναβο κατά τα τέλη του 18ου αιώνα και πέθανε το 1830. Σπουδαγμένος στη Γερμανία και επηρεασμένος από τη φιλοσοφία του Schelling, αποφάσισε να μορφώσει του υπόδουλους συμπατριώτες του. Έτσι, με δικά του έξοδα αγόρασε όργανα φυσικής, αστρονομίας και χημείας και τα έστειλε στα Αμπελάκια, θέλοντας ν’ανοίξει πανεπιστήμιο εκεί.

Το Πατριαρχείο όμως είχε παντού μάτια κι αυτιά κι έτσι τον κατηγόρησε πως «επιχειρεί ο τολμητίας ουτοσί εν τοιούτω προχήματι τη φιλοσοφική εγκαθιδρυθείς ου μετ’ολίγης φαντασίας έδρα, την φυσικήν μετά της αλγεβραϊκοαριθμητικής παράδοσιν, ασυμβιβάστως πάντη και πάντως, τη θεοπνεύστω συμβιβάζειν Γραφή». Ο παραλογισμός και η ανοησία των «ιεραρχών» φαίνεται από μακριά και συνάδει πλήρως με τις κατάρες που ρίχνουν σε κάθε τι ελληνικό την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Ωστόσο, ο Δούγκας, ευρισκόμενος αντιμέτωπος με τον αφορισμό, τρομοκρατήθηκε (και λόγω της ιδιότητός του ως διακόνου) και αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την προσπάθειά του. Ο Ευαγγελίδης αναφέρει:

«Πρώην σχολάρχης της Πατριαρχικής Ακαδημίας. Έπειτα ηγούμενος και αρχιμανδρίτης του εν Ιασίω Μετοχίου της Μονής Βατοπεδίου Ρακετώσης. Τω 1815 κατήγγειλεν αυτόν ο εν Μολδαβία παροικών Δωρόθεος Βουλισμάς τη Μεγάλη Εκκλησία ως διδάσκοντα τα φυσικά και φιλοσοφικά παρά τα υπό της Εκκλησίας πρεσβευόμενα, κατά το σύστημα του διδασκάλου του Σέλιγγ. Και ηναγκάσθη να αποστείλη τα έργα του, άπερ κατεκρίθησαν και υπεχρεώθη να υποβάλη λίβελλον πίστεως, εκδοθέντα υπό Γεδεών, δι’ου απεδέχθη την απόφασιν της Εκκλησίας λέγων: ‘ότι απερισκέπτως και χωρίς πνεύματος τα του Αγίου Πνεύματος εισηγείτο» (Τρύφων Ευαγγελίδης, «Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας», τόμος Β’, σελ. 399).

Πρέπει να ειπωθεί εδώ ότι δεν υπέκυψαν όλοι οι διαφωτιστές («φωταδιστές» τους αποκαλούσε ο αλήστου μνήμης αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης) στις πιέσεις, στους διωγμούς και στις απειλές του Πατριαρχείου, παρά τη σφοδρότητα και τη λύσσα με την οποία το Φανάρι πολεμούσε κάθε προσπάθεια μόρφωσης των ραγιάδων.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Αδαμάντιο Κοραή. Δεν δείλιασε, αλλά συνέχισε τον αγώνα του, απτόητος από τις απειλές. Θα ήταν βέβαια μάταιο να πιστεύουμε ότι η Εκκλησία δεν θα αντιδρούσε. Όσο λοιπόν οι υπόδουλοι Έλληνες εξοικειώνονταν με το πνεύμα του Διαφωτισμού και με τις θετικές επιστήμες –οι οποίες άλλωστε γεννήθηκαν στην Ελλάδα–, τόσο η Εκκλησία προσπαθούσε να απαντήσει, αναζητώντας ερείσματα στο δικό της εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο περιελάμβανε –πέραν της μελέτης των θρησκευτικών κειμένων– τη σχολαστική διδασκαλία της γραμματικής, αποκλείοντας κάθε άλλο μάθημα, κάθε άλλη γνώση από το πρόγραμμά της. Ο Πανούτσος έγραφε, «το μεγάλο οχυρό είναι ανέκαθεν η Γραμματική· αυτή εξασφαλίζει ανέκαθεν την ορθοφροσύνη και την ορθοδοξία».

Εδώ οφείλουμε να παρατηρήσουμε κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: Αν ψάξετε στο διαδίκτυο το πρόγραμμα σπουδών της «Φιλοσοφικής» Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, θα δείτε ότι… η Ελληνική Φιλοσοφία απλώς δεν διδάσκεται εκεί! Μόνον κάποια εισαγωγικά στοιχεία υπάρχουν κι από εκεί κι έπειτα οι φοιτητές διδάσκονται μόνον γραμματική! Επίσης, οι απόφοιτοι της «Φιλοσοφικής» αποκαλούνται φιλόλογοι και η μοναδική τους επιστημονική εξειδίκευση είναι η διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας. Όπως δηλαδή οι «γραμματικοί» της Τουρκοκρατίας. Μην περιμένετε βεβαίως μεταξύ τους να βρείτε γνώστες της Ελληνικής Φιλοσοφίας· ματαιοπονείτε. οι περισσότεροι αγνοούν τελείως τη Φιλοσοφία της Ελλάδος, γιατί η «Φιλοσοφική» Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών έχει την παγκόσμια πρωτοτυπία να μην τη διδάσκει!

Βεβαίως, αυτό σημαίνει ότι, χωρίς την Ελληνική Φιλοσοφία, το πρόγραμμα σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών διαιωνίζει την εκπαιδευτική κατοχή της Εκκλησίας –μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το «ορθόδοξο» δόγμα είναι η Ελληνική Φιλοσοφία, την οποίαν τόσο καθύβρισαν οι τρεις «προστάτες των Ελληνικών Γραμμάτων» ιεράρχες και όλο τους το συνάφι, την οποίαν αναθεματίζει η εκκλησία κάθε «Κυριακή της Ορθοδοξίας» (δηλαδή κάθε επέτειο της επανόδου της χριστιανικής ειδωλολατρίας των λειψάνων και των «θαυματουργών» εικόνων). Με άλλα λόγια, η «Φιλοσοφική» Σχολή, αντί να παράγει αποφοίτους ελεύθερους στο φρόνημα, οπλισμένους με τον Ορθό Λόγο, διαιωνίζει το ιδανικό της υποτέλειας και του ραγιαδισμού.

Χωρίς Ορθό Λόγο, χωρίς τις αξίες της αξιοπρέπειας, της παρρησίας, της ισηγορίας, της ελεύθερης σκέψης, είναι να απορούμε για την κατάντια της χώρας μας; Προφανώς όχι.

Ένας ακόμη διαφωτιστής και θύμα των διωγμών της εκκλησίας ήταν ο Ιώσηπος Μοισιόδακας. Αυτός γεννήθηκε στην Τσερναβόδα της Ρουμανίας το 1735. Φτωχός, αλλά αγαπούσε τα γράμματα και διψούσε για μάθηση. Έτσι, σπούδασε στην Αθωνιάδα Ακαδημία, όπου χρίσθηκε διάκονος με το όνομα Ιώσηπος. Το 1753 πήγε στη Σμύρνη, όπου ζήτησε τη βοήθεια των προεστών της πόλης για να πάει στην Ευρώπη και να σπουδάσει. Όμως ο δάσκαλος Ιερόθεος Δενδρινός ήταν φανατικά αντίθετος σε κάθε επιστημονική σπουδή. Στην «Απολογία» του ο Μοισιόδακας γράφει σχετικά:

«Αθεΐζουσι, κατεβόα σφαδάζων ο ανήρ, όσοι σπουδάζουσιν εν τη Φραγκία, και μετά την επιστροφήν αυτών συναθεΐζουσι και ετέρους».

Το 1760 κατάφερε να πάει στην Πάδουα της Ιταλίας, όπου επηρεάσθηκε από τις ιδέες του John Locke. Επέστρεψε στη Βλαχία (Ρουμανία) το 1765, όπου και ανέλαβε τη διεύθυνση της Αυθεντικής Σχολής στο Γιάσι. Δίδασκε τη δημοτική στους μαθητές του και τους προέτρεπε να μεταφράζουν στην καθομιλουμένη τους κλασσικούς συγγραφείς, ενώ απέκλειε από τη μελέτη αρχαίων κειμένων τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς –σήμερα, το μάθημα των αρχαίων Ελληνικών στη μέση εκπαίδευση έχει νοθευθεί με την εισαγωγή εκκλησιαστικών κειμένων, τα οποία χρονολογικά είναι άσχετα με το μάθημα, ενώ περιέχουν και πλείστα λάθη, καθώς οι περισσότεροι εκ των «πατέρων» της εκκλησίας ήσαν σχεδόν αγράμματοι.

Τέλος πάντων, η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει ήταν το… θράσος του να διδάξει μαθηματικά ως προαπαιτούμενο για τη Φιλοσοφία! Έτσι, το ιερατείο τον εξανάγκασε να παραιτηθεί το 1777 και να φύγει νύχτα, όπως και ο Θεοτόκης (Τρύφων Ευαγγελίδης, «Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας», τόμος Β’, σελ. 398). Με την υγεία του κλονισμένη από τη φυματίωση, περιπλανήθηκε πρώτα στη Βενετία, μετά στην Τεργέστη και, τελικά, στη Βιέννη. Στην «Απολογία» του ο Μοισιόδακας γράφει (σελ. 81-83):

«Κατήντησα αλήτης εν ταις αλλοδαπαίς, επιθυμών πολλάκις αυτήν την επιούσιαν τροφήν, γεγηρακώς παρά καιρόν υπό των κακουχιών, και το δεινότατον, τέλος, ανδρί αισθητικώ, αντιπολεμών αεί την ατιμία (…). Ιδού το γέρας, το οποίον απονέμει ως επί το πλείστον το γένος ημών τοις πεπαιδευμένοις».
Όπως έγραφε και ο Αλέξανδρος Πάλλης: «Το ότι η Εκκλησία έσωσε το Έθνος είναι παραμύθι. Ανάποδα βρίσκεται η αλήθεια. Η Εκκλησία στάθηκε όχι μητέρα, αλλά λάμια, μητριά».

Θεόφιλος Καΐρης: Ο πρώτος θρησκειολόγος - Δεν τον άφησαν ήσυχο, ούτε μετά τον θάνατό του!

Παρόμοια απόπειρα διαφυγής, από την πολιτισμοκτόνο αυτοκρατορία του Ιουδαιοχριστιανισμού και την αποδέσμευση της θεολογίας, από τις ανατολίτικες μεταθανατολογίες και το αισχρό εμπόριο της ελπίδας, επιχείρησε με λόγιο και απόλυτα πολιτισμένο τρόπο, ο φίλος του Αδαμάντιου Κοραή, ο Θεόφιλος Καΐρης.

Ο Θεόφιλος Καΐρης, (1784-1853) υπήρξε στενός φίλος του Κοραή. Γνωρίστηκαν στο Παρίσι, όπου ο νεαρός, 22χρονος τότε Καΐρης και ο 58χρονος Κοραής, για τέσσερα περίπου χρόνια έζησαν συντροφικά τις περίπλοκες πολιτικές και πολιτισμικές αλλαγές, της γαλλικής επανάστασης.

Ο νεαρός μοναχός, φυσικομαθηματικός, αλλά και σπουδαγμένος φιλόσοφος Καΐρης, κοντά στον μεγάλο δάσκαλο του Γένους Κοραή «ένιωσε για πρώτη φορά τον κλονισμό της χριστιανικής του πίστης». Στον ίδιο τον πνευματικό του δάσκαλο Κοραή, οφείλεται προφανώς και ο μετέπειτα ασίγαστος ζήλος του παπα-Καΐρη, για την διδασκαλία και την διάδοση των αρχαιοελληνικών γραμμάτων. Οι δυο άνδρες άλλωστε, διατήρησαν επί μακρόν, ενδιαφέρουσα φιλοσοφική και επιστημονική αλληλογραφία.

Ρήτορας και διανοητής λοιπόν, ο παπα-Καΐρης, ονομάσθηκε και «νέος Σωκράτης»! Στην ωριμότητα των αναζητήσεών του, ξέφυγε φανερά απ’ τα στενά πλαίσια του δογματισμού και «εδίδασκε θρησκειολογία και περιέγραφε τις βάσεις όλων των θρησκειών, χωρίς να εκφράζει έπ’ αυτών κρίσεις».

Ο πρώτος αυτός θρησκειολόγος, επιχείρησε σταδιακά να απαγκιστρώσει το έθνος από την σκλαβιά της ιουδαιοχριστιανικής θεολογίας. Ανακήρυξε ζητούμενο την αδογμάτιστη θεοσέβεια, ορθώνοντας ένα αξιοθαύμαστο και ηχηρότατο όχι, στο μονοπώλιο της χριστιανικής, καιροσκοπικής θεολογίας.

Ο Καΐρης κατανόησε κάτι πολύ απλό, ότι η υποδούλωση έχει πολλά πρόσωπα και οι διαχειριστές της θρησκείας, τα θεοκάπηλα ιερατεία, που διατρέφονται παρασιτικά και καλοζωΐζονται ισόβια, απ’ τις παχυλές εισφορές των πιστών, έχουν κάθε λόγο να πολλαπλασιάζουν την θρησκοληψία και να καταστρέφουν μεθοδικά, κάθε δυνατότητα απελευθερωτικής γνώσης, παιδείας και πνευματι­κών αναζητήσεων.

Καθιέρωσε λοιπόν, αντί για τις τυπικές χριστιανικές λειτουργίες... τελετές με ύμνους και προσευχές στον ένα, ανώνυμο και μοναδικό θεό. Είχε μάλιστα συντάξει άσματα και ευχές, σε δωρική διάλεκτο (που να βρίσκονται άραγε αυτά τα πολύτιμα κειμήλια;) και μεταξύ των άλλων, πρότεινε και νέο τύπο ναών, για τους θεοσεβείς ανθρώπους, με διαφορετική εσωτερική διαρρύθμιση, όπου αντί εικόνων, έπρεπε να έχουν (ανηρτημένα) ρητά και αξιώματα, για να προάγουν το κατ’ αρετήν και θεοσέβειαν πολιτεύεσθαι.

Μέγας κοινωνικός επαναστάτης λοιπόν, ο παπά-Καϊρης! Τι ειρωνεία αλήθεια, το λαμπρότερο παράδειγμα ελληνικής ηρωικής θρησκευτικής μεταρρύθμισης... ένας αγνός παπάς! Ένας ρασοφορεμένος Έλληνας! Ένας ιερέας του Ιουδαιοχριστιανισμού, που κατάλαβε το απατηλό πρόσωπο, της ανθελληνικής θρησκείας που υπηρετούσε! Κατάλαβε τον διασυρμό και την κακοποίηση που υφίσταται από τις βιβλικές θρησκείες, το ομορφότερο ανθρώπινο συναίσθημα, αυτό της φιλοθεΐας! Κατάλαβε την σκόπιμη, αισχρή μετατροπή του περήφανου αυτού συναισθήματος, σε ταπεινωτική λατρευτική επαιτεία, σε θεολογία συναλλαγής και τελικά σε εθιστικό, μεταφυσικό τζόγο, όπου η συντριβή ψυχής και η υποτέλεια στους ορισμούς του ιερατείου, θεωρούνται έγκυρες ελπιδο-μετοχές... μεταθανάτιας σωτηρίας!

Ο Καΐρης έδινε ξανά στους Έλληνες την ευκαιρία να απαλλάξουν την θεοσέβειά τους απ’ τις ύπουλες αρχαιοραββινικές σκοπιμότητες, μια ευκαιρία διαφυγής, απ’ την σκληρή υποτέλεια τους στην θεολογική αυτοκρατορία της Βίβλου! Πολύ πέραν αυτού, ο Καΐρης πρόσφερε την ιστορική ευκαιρία στους Έλληνες όχι μόνο να επιστρέψουν στις δικές του πολιτισμένες ρίζες αλλά να πάψουν πια, έστω και άθελά τους, να συνεργάζονται στην εξάπλωση της πνευματικής και υλικής κυριαρχία του κρυπτο-ιουδαϊσμού, επάνω σε όλα τα έθνη της γης!

Οι άγρυπνοι όμως πνευματικοί αφέντες των Ελλήνων, οι ιεράρχες, μόλις πληροφορήθηκαν τις περίεργες ενέργειες του Καΐρη, του ζήτησαν νέους όρκους πίστης και υποταγής στην ορθοδοξία, τους οποίους όμως, ο εξελληνισμένος πια παπάς, αρνήθηκε. Η θρησκευτική ιεραρχία ως υπερκείμενη εξουσία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, υποχρέωσε τον Ναύαρχο Κανάρη να συλλάβει τον παπά που τόλμησε να κάνει πράξη την διαφορετικότητα των πεποιθήσεών του. Συνελήφθη και ταλαιπωρήθηκε δυό φορές και η σκληρή ταπείνωσή του, αποτελεί μέχρι σήμερα, πρότυπο θρησκευτικής θηριωδίας.

Γέρος και ανήμπορος, μετά από εξορία, σε μοναστήρι της Σκιάθου «υπέστη ανήκουστες κακουχίες απ’ τους αγροίκους και αμαθείς και φανατικούς μοναχούς. Παρά την σοβαρή επιδείνωση της υγείας του, δεν έπαυσε να γράφει γεμάτες αγάπη και τρυφερότητα επιστολές προς τους οικείους του».

Στο τέλος, κατάφερε να διαφύγει στο εξωτερικό, πήγε στο Παρίσι και στο Λονδίνο, όπου τον περίμενε εξαιρετική υποδοχή, όχι μόνο από τους γνωστούς του αλλά και από την Αγγλική κυβέρνηση και τιμάται σαν μάρτυρας. Διδάσκει στο Λονδίνο φιλοσοφικά μαθήματα με πλήθος ακροατών.

Το 1844 ψηφίζεται το Σύνταγμα της Ελλάδος, με το οποίο καθιερώνεται η ελευθερία της συνείδησης και ο Καΐρης επανέρχεται στην Ελλάδα. Με την πρόφαση όμως της επέκτασης του θεοσεβισμού, άρχισε νέα επίθεση εναντίον του, παραπέμπεται σε δίκη το 1852 και καταδικάζεται σε φυλάκιση δύο ετών. Εξαιτίας του γήρατος και των κακουχιών στην υγρή και βρωμερή, όπως αναφέρεται, φυλακή της Σύρου, πεθαίνει λίγες μέρες μετά, στις 9 Ιανουαρίου 1853 και θάβεται αμέσως στο Λαζαρέτο της Σύρου, χωρίς να επιτραπεί ούτε στον αδελφό του να αποχαιρετήσει τον νεκρό. Την επομένη της ταφής του, οι αρχές της Σύρου έσκαψαν τον τάφο, άνοιξαν τη κοιλιά του και την γέμισαν με ασβέστη για να λιώσει το σώμα και να μη μπορέσουν οι μαθητές του να τελέσουν τα απαγορευμένα γι’ αυτόν επικήδεια καθήκοντα.

Οι συγγενείς του, λίγες μέρες μετά, φέρνουν την απόφαση των πλημμελειοδικών της Σύρου στον Άρειο Πάγο, ο οποίος την ακυρώνει, δέκα μέρες μετά τον θάνατο του σοφού. Πενήντα χρόνια μετά, με κοινή δαπάνη των κατοίκων της Άνδρου, αναγείρεται μαρμάρινος ανδριάντας.

Ανδρέας Λασκαράτος - «Το βδέλυγμα της ερημώσεως εν Κεφαλληνία»
Ο μέγιστος της επτανησιακής και «βαρύ πυροβολικό» της νεοελληνικής σάτιρας έζησε πολλά χρόνια με διωγμούς, κατατρεγμούς, εξορίες, φυλακές και αγώνα, υπερασπίζοντας ανυποχώρητα ό,τι νόμιζε σωστό.

Στις 2 Μαρτίου 1856, ο μητροπολίτης Κεφαλλονιάς Σπυρίδωνας Κοντομίχαλος, στην αγγλοκρατούμενη τότε Κεφαλλονιά, αφορίζει τον Ανδρέα Λασκαράτο λόγω του βιβλίου του «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς» και φυσικά το βιβλίο. Ο αφορισμός είχε προαποφασιστεί και συνταχτεί νωρίτερα (φέρει την ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 1856). Ο Λασκαράτος καταφεύγει κυνηγημένος στη Ζάκυνθο, αλλά στις 16 Μαρτίου 1856 αφορίζεται και εκεί, από τον μητροπολίτη της, Νικόλαο Κοκκίνη.

Οι απόψεις του Λασκαράτου για την ορθοδοξία, αλλά και για την έννοια του θεού γενικότερα, δεν ήταν δυνατό να γίνουν ανεκτές από το τότε κατεστημένο στην Εκκλησία της Κεφαλλονιάς, γιατί τάραζαν τα λιμνασμένα νερά της, που στηρίζονταν στην αμάθεια και στα παράγωγά της. Τη θρησκοληψία, τη θαυματολογία, το εμπόριο των προλήψεων, τη φτώχεια και εξαθλίωση του λαού. Γενικά, στην αγυρτία και στην απάτη.

Οι παπάδες της Κεφαλονιάς, με ελάχιστες εξαιρέσεις, «με όλη την πομπή και παράταξη», διάβασαν από τον άμβωνα τον αφορισμό «κατά του πασίγνωστου απονενοημένου και εκ της ευθείας οδού της ορθοδόξου ημών πίστεως δυστυχώς αποπλανησθέντος Ανδρέα Γ. Λασκαράτου». Ο αφορισμός που τύπωσαν και τον κυκλοφόρησαν καταλήγει ως εξής:

«Εάν όμως παρακούσει ταις εκκλησιαστικαίς ταύταις παραινέσεις και μη εις το πυρ δώσει τα παρ' αυτώ σωζόμενα αντίτυπα της παρ' αυτού εκδοθείσης Βίβλου, έχομεν αυτόν αφωρισμένον παρά Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, παρά της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας, παρά των τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων πατέρων, έστω τρέμων και στένων επί της γης ως ο Κάιν, κληρονομησάτω τη λέπραν του Γιεζί και την αγχόνην του Ιούδα. Ταύτα μεν, η δε του Θεού χάρις και το άπειρον έλεος, και η ευχή και η ευλογία της ημών ταπεινότητος είη μετά πάντων ημών».

Άλλος ανώνυμος κληρικός έγραφε: «Το βδέλυγμα της ερημώσεως εν Κεφαλληνία ή ο ασεβής Ανδρέας Λασκαράτος», βρίζοντας, επίσης, τον ποιητή με το συνηθισμένο ιερατικό τρόπο.

Ο Λασκαράτος στην «Απόκριση εις τον αφορεσμό», γράφει πως «όταν ένας ήθε είναι αφορεσμένος από την Αγία Τριάδα, ήθελ' έχει αρκετά» και όλοι οι άλλοι «ενοχληθήκανε αχρείαστα». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το «καταρολόγιο» αυτών των κειμένων.

Λίγο πριν πεθάνει ο Λασκαράτος, ο επίσκοπος Κεφαλονιάς Γερ. Δόριζας «λύνει» τον αφορισμό. Ο Λασκαράτος με γράμμα τού γιου του Γεράσιμου στον Τύπο («Ζιζάνιο», 12/2/1900 και «Ακρόπολις», 18/3/1900), δηλώνει πως τα «διάφορα μη αληθή» που δημοσιεύτηκαν περί αφορισμού δεν τους αφορούν, «αφού μάλιστα ως γνωστόν ο πατήρ μου εξακολουθεί να έχει τας αυτάς αρχάς και ιδέας, τας οποίας ανέκαθεν είχεν», πως πρόκειται για πρωτοβουλία του αρχιεπισκόπου «προς το συμφέρον της Εκκλησίας» και ότι κάνει αυτήν τη δήλωση με τη συγκατάθεση του πατέρα του, που «ενενηκοντούτης ήδη δεν καταγίνεται πλέον εις το γράφειν».

Εμμανουήλ Ροΐδης - Η «Πάπισσά» του έβαλε φωτιές
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, καυστικός και οξυδερκής, ήταν εκείνος που είχε διατυπώσει το περίφημο «Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του: Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τους Έλληνας» και το «Εις νόμος απαιτείται εις αυτήν τη χώραν, ο οποίος να επιτάσσει την εφαρμογήν όλων των υπολοίπων νόμων».
[ Ένα πολύ ωραίο κι εύστοχο ευφυολόγημα τού Ροΐδη ήταν και το: «Κόμμα: Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι».]

Το 1866 εξέδωσε την «Πάπισσα Ιωάννα», ένα μυθιστόρημα με ιστορική βάση, που όμως περισσότερο μοιάζει με μια ιστορική μελέτη. Ο Ροΐδης άκουσε την ιστορία της Πάππισας Ιωάννας όταν ήταν ακόμα παιδί στη Γένοβα και εντυπωσιάστηκε βαθιά. Η Πάπισσα Ιωάννα εκτυλίσσεται τον 9ο αιώνα μ.Χ. και είναι η ιστορία μιας νεαρής κοπέλας, κόρης ιεραποστόλου, η οποία, όταν έμεινε ορφανή, μεταμφιέστηκε σε άντρα, μπήκε σε μοναστήρι. Εκεί γνωρίζει και έναν επισκέπτη μοναχό, τον οποίο ακολουθεί και ζει μαζί του για 7 χρόνια στο ίδιο κελί, ως μοναχός και η ίδια, σε ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων. Όταν οι εραστές έφυγαν από το μοναστήρι, ταξίδεψαν σε αρκετές χώρες, ώσπου, στην Αθήνα, η Ιωάννα εγκατέλειψε τον εραστή της και μπήκε σε ένα πλοίο με προορισμό τη Ρώμη.

Εκεί κατάφερε να αναρριχηθεί μέχρι την κορυφή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και τον Παπικό θρόνο. Η ερωτική σχέση όμως την οποία σύναψε με τον θαλαμηπόλο της, Φλώρο, είχε σαν αποτέλεσμα την εγκυμοσύνη της. Έτσι, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης λιτανείας το έκπληκτο πλήθος βλέπει τον σεβαστό Πάπα Ιωάννη τον Η΄, να γεννά «άωρον και ημιθανές βρέφος» και να πεθαίνει υπό την οργή «του μαινόμενου όχλου, λακτοπατούντος, καταπτύοντος και ζητούντος να ρίψη εις τον Τίβεριν Πάπισσαν και παπίδιον».

Σε ένα απόσπασμα του βιβλίου, η ηρωίδα Ιωάννα βρίσκεται σε δίλημμα για το ποιό μονοπάτι πρέπει να ακολουθήσει στη ζωή της, ώστε να συνδυάσει τη χριστιανική εξωτερική εμφάνιση με την καλοπέραση, την απατεωνιά και τη φαυλότητα. Ότι ακριβώς έκαναν όλοι οι αξιωματούχοι της Εκκλησίας δηλαδή... Σε όνειρο εμφανίζονται μπροστά της δυο «άγιες» της Χριστιανοσύνης, η καθεμία με τον δικό της τρόπο ανέλιξης και καταξίωσης. Το συμβάν θυμίζει έντονα τον αρχαίο μύθο του Ηρακλή, που συνάντησε μπροστά του την Αρετή και την Ευδαιμονία, όπως επίσης και μια αντίστοιχη διήγηση του φιλοσόφου και συγγραφέα Λουκιανού, που έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ.

Το έργο εμφανώς στηλιτεύει τα αρνητικά της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά είναι φανερό ότι η κριτική και η απόρριψη απευθύνονται κυρίως στην Ορθόδοξη, κάτι που προκάλεσε την έντονη αντίδραση των κληρικών. Στις επιθέσεις εναντίον του Ροΐδη πρωτοστάτησε αρχικά ο κληρικός Μακάριος ο Καρυστίας, με άρθρα στον Τύπο, και αργότερα ενεπλάκη και η Ιερά Σύνοδος που με εγκύκλιό της αναθεμάτισε τον συγγραφέα και έργο ως «κακόηθες και βλάσφημον», ζητώντας την παρέμβαση του κράτους για την απαγόρευση κυκλοφορίας του βιβλίου, κάτι που τελικά δεν έγινε.

Στον αφορισμό τού έργου ο συγγραφέας απάντησε αρχικά χιουμοριστικά («ο κύριος εισαγγελεύς ουδ' απάντησιν έδωκεν, και οι δικασταί απεκρίθησαν γελώντες οτι αφού το βιβλίον είναι αφορισμένον, δεν δύνανται να το αναγνώσουσιν δια να το δικάσωσιν...»), με τις υποτιθέμενες «Επιστολές ενός Αγρινιώτου» με την υπογραφή Διονύσιος Σουρλής (στην εφημερίδα Αυγή, Μάιος 1866) και έπειτα με σοβαρό -αλλά και πιο δηκτικό τόνο- με το «Ολίγαι λέξες εις απάντησιν της αφοριστικής εγκυκλίου της Συνόδου».