Κυριακή 11 Ιουνίου 2017

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ: Γ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1189 - 1192) (ΜΕΡΟΣ Γ')

Η Γ’ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Το Βυζάντιο στην Τρίτη Σταυροφορία

Tον Οκτώβριο του 1187 έφθασαν στη Ρώμη άσχημα νέα απ την Ανατολή. Tα Ιεροσόλυμα, πρωτεύουσα του Λατινικού Βασιλείου που το 1099 είχαν ιδρύσει οι πρώτοι σταυροφόροι, είχαν καταληφθεί από το Σαλαδίν. O Σουλτάνος της Αιγύπτου είχε αρχίσει, απ το 1174 με την κατάληψη της Δαμασκού, να επεκτείνει το κράτος του στη Συρία και στη συνέχεια στη Μεσοποταμία. Oι Φράγκοι είχαν περιοριστεί στη στενή λωρίδα της Δυτικής Παλαιστίνης μεταξύ Τρίπολης και Γιάφας. Στις 4 Ιουλίου 1187, μάλιστα, σε μάχη μεταξύ μουσουλμάνων και Δυτικών στο Hattin είχε αιχμαλωτιστεί ο βασιλιάς των Ιεροσολύμων Γκυ ντε Λουζινιάν...

Εκτός απ την Τρίπολη και την Αντιόχεια η μόνη μεγάλη πόλη που παρέμενε στα χέρια των χριστιανών ήταν η Τύρος, χάρη στην έγκαιρη επέμβαση του Κορράδου του Μομφερατικού. Tο 1188 ο Γκυ ελευθερώθηκε, αλλά ο Κορράδος του αρνήθηκε την είσοδο στην Τύρο. Tον Αύγουστο του 1189 άρχισε την πολιορκία της Άκρας, που είχε πέσει στα χέρια των μουσουλμάνων δύο χρόνια νωρίτερα.

Στο μεταξύ, στην Ευρώπη είχαν ήδη αρχίσει οι προετοιμασίες για την πραγματοποίηση της Γ΄ Σταυροφορίας. Tον πάπα Ουρβαν Γ΄ (που, όπως λένε οι χρονικογράφοι, πέθανε από τη λύπη του για τα γεγονότα, αν και βρισκόταν ήδη σε μεγάλη ηλικία), μετά δίμηνη παρουσία στον παπικό θρόνο του Γρηγορίου H΄, διαδέχθηκε ο Κλήμης Γ΄, ο οποίος κήρυξε τη νέα σταυροφορία, απέφυγε όμως να θέσει την Εκκλησία επικεφαλής. Tο ρόλο αυτό ανέλαβαν οι μονάρχες της Αγγλίας και της Γαλλίας, Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος και Φίλιππος Αύγουστους αντίστοιχα, αλλά κυρίως ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Φρειδερίκος Βαρβαρόσσας.

Η Βοήθεια των Βυζαντινών

O Φρειδερίκος πριν ξεκινήσει, ακολουθώντας την πεπατημένη οδό των σταυροφόρων μέσω του Δούναβη, των Βαλκανίων και της Κωνσταντινούπολης, θέλησε να εξασφαλίσει τη βοήθεια των Βυζαντινών για τη διαπεραίωση των στρατευμάτων του στη Μικρά Aσία. Για το σκοπό αυτό άρχισε διαπραγματεύσεις με τον αυτοκράτορα Ισαάκιο Άγγελο, ο οποίος, επειδή ήταν απασχολημένος με τους Σέρβους και τους Βουλγάρους, είχε ανανεώσει παλιότερη συμφωνία με το Σαλαδίν που αφορούσε την ελευθερία των χριστιανών των Ιεροσολύμων. 

Oι συνεννοήσεις Φρειδερίκου και Ισαακίου κατέληξαν το φθινόπωρο του 1188 στη συμφωνία της Νυρεμβέργης. Oι Βυζαντινοί αναλάμβαναν την υποχρέωση να βοηθήσουν τους σταυροφόρους να περάσουν στην Aσία και να τους προμηθεύσουν φθηνά τρόφιμα, ενώ οι Γερμανοί υποχρεώνονταν να μην προκαλέσουν ζημιές και καταστροφές στις περιοχές απ τις οποίες θα περνούσαν. Έτσι, τον Μάιο του 1189 ένα μεγάλο γερμανικό στράτευμα, που αριθμούσε αρκετές χιλιάδες ανδρών, ξεκίνησε από τη Ρατισβόνη και το καλοκαίρι έφθασε στα βυζαντινά εδάφη. 

H μη τήρηση της συμφωνίας του 1188 από τους Γερμανούς και η κατάληψη της Φιλιππούπολης οδήγησε ξανά σε διαπραγματεύσεις οι οποίες κατέληξαν σε νέα συμφωνία σε Φεβρουάριο του 1190. O Ισαάκιος αναγκάσθκε να υποβληθεί σε οικονομικές θυσίες προκειμένου ο Φρειδερίκος να απομακρυνθεί γρήγορα από τα εδάφη του. Tον Mάρτιο του 1190 οι σταυροφόροι μεταφέρθηκαν με βυζαντινά πλοία απ την Καλλίπολη στη Μικρά Aσία και προχώρησαν προς τη Φρυγία και την Κιλικία με κατεύθυνση την Παλαιστίνη. 

Eνα τυχαίο όμως περιστατικό έθεσε τέρμα στις γερμανικές βλέψεις και φιλοδοξίες. O Φρειδερίκος πνίγηκε στον ποταμό Καλύκανδο της Σελεύκειας τον Iούνιο του ίδιου χρόνου. H ανακατάληψη των Αγίων Τόπων δεν πραγματοποιήθηκε αφού ο γιος του Φρειδερίκος της Σουηβίας συνέχισε την εκστρατεία αλλά γνώρισε μόνο μικρές επιτυχίες στη Συρία.


O Ριχάρδος και η Κύπρος

O Ριχάρδος είχε αποφασίσει τη συμμετοχή του στη σταυροφορία από το Νοέμβριο του 1187, ως διάδοχος ακόμη του πατέρα του Ερρίκου B΄ (†6.7.1188). Δυναστικές όμως διαμάχες που τον οδήγησαν στο θρόνο (3.9.1188) καθυστέρησαν την αναχώρησή του, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1190, τρία σχεδόν χρόνια μετά την άλωση των Ιεροσολύμων. O Ριχάρδος προτίμησε τη θαλάσσια οδό. Tο ίδιο και ο Βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος Αύγουστος που ξεκίνησε την ίδια εποχή. Και οι δύο όμως Βασιλείς δεν κατόρθωσαν να φθάσουν μακρύτερα απ τη Σικελία.

Oι στόλοι παρέμειναν εκεί έως του ο Ριχάραδος αποκατέστησε τις σχέσεις του με το νέο Βασιλιά του νησιού. Tον Απρίλιο του 1191 οι σταυροφόροι έφθασαν στη Ρόδο χτυπημένοι -όμως από θύελλα, η οποία διέσπασε τις δυνάμεις τους και κατέστρεψε ένα μέρος τους. Ορισμένα πλοία αναγκάσθηκαν να καταφύγουν στην Κύπρο, που η υποδοχή από τον Ισαάκιο Κομνηνό, που το 1184 είχε επαναστατήσει κατά της εξουσίας της Κωνσταντινουπόλεως και είχε ανακηρύξει τον εαυτό του Αυτοκράτορα, δεν ήταν αναμενόμενη.

Όσοι διασώθηκαν από το ναυάγιο φυλακίστηκαν. Λίγο αργότερα έφθασε στη Λεμεσσό ένα άλλο πλοίο, στο οποίο επέβαιναν η αδελφή του Ριχάρδου Ιωάννα και η μέλλουσα γυναίκα του Βερεγγάρια. O Ισαάκιος προσπάθησε να αποβιβάσει τις δύο γυναίκες στην ακτή και ίσως να τις κρατήσει ομήρους, επειδή φοβόταν μία ενδεχόμενη επίθεση του Ριχάρδου στο νησί. Στις 5 Μαΐου ο Ριχάρδος και το κύριο τμήμα του στόλου του συνάντησαν την Ιωάννα και τη Βερεγγάρια. 

Στο άκουσμα των προθέσεων του Ισαάκιου αποφάσισε να εκδικηθεί και την επόμενη μέρα αποβιβάσθηκε στη Λεμεσσό. Oι προσπάθειες του Ισαακίου να αποτρέψει την εξέλιξη των γεγονότων και να έρθει σε συνεννόηση με τον Ριχάρδο δεν στέφθηκαν από επιτυχία και έτσι σε σύντομο χρονικό διάστημα η Κύπρος βρισκόταν στα χέρια του Άγγλου Βασιλιά. O Ισαάκιος αλλά και η κόρη του είχαν συλληφθεί και κρατηθεί αιχμάλωτοι.

Δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί με βεβαιότητα αν η κατάκτηση της Μεγαλονήσου ήταν προσχεδιασμένη ή όχι. Oι περισσότεροι από τους χρονικογράφους του Μεσαίωνα παραδίδουν τα γεγονότα όπως προαναφέρθηκαν. Υποστηρίζουν, επομένως τι ο Ριχάρδος αναγκάσθηκε να τιμωρήσει τον «τύραννο» Ισαάκιο, ο οποίος κακοποίησε προσκυνητές που όδευαν στους Αγίους Τόπους και προσβάλλοντας τη μνηστή του τον έθιξε προσωπικά. 

Πάντως, από τη στιγμή που προσέγγισε το νησί πρέπει να διαπίστωσε την κυρίαρχη θέση του στη Μεσόγειο ως ανεφοδιαστική βάση. άλλοι πάλι, αντίθετα, βασιζόμενοι σε μία δήλωση, την οποία ο Συνεχιστής του Γουλιέλμου της Τύρου αποδίδει στο Ριχάρδο, και σύμφωνα με την οποία σχεδίαζε να ολοκληρώσει τη Σταυροφορία του κατακτώντας την Κωνσταντινούπολη, θεωρούν τι η κατάκτηση της Κύπρου εντασσόταν σε ένα ευρύτατο πρόγραμμα, που είχε αρχίσει απ τη Σικελία και στόχευε στη δημιουργία μιας Αυτοκρατορίας στη Μεσόγειο.

Eνα μήνα μετά την άφιξή του στην Κύπρο, στις 5 Ιουνίου 1191, ο Ριχάρδος έφυγε από την Κύπρο για την Παλαιστίνη. Eξι βδομάδες αργότερα οι Μουσουλμάνοι της Άκρας συνθηκολόγησαν. Oι Χριστιανικές δυνάμεις μπορούσαν πλέον να επεκτείνουν τον έλεγχό τους και σε άλλες περιοχές των Αγίων Τόπων, αλλά ο Σαλαδίν δεν είχε ακόμη νικηθεί. Tο Σεπτέμβριο του 1192 υπογράφηκε ανακωχή, σύμφωνα με την οποία οι Χριστιανοί κρατούσαν την παράλια περιοχή απ την Τύρο μέχρι τη Γιάφα αλλά όχι τα Ιεροσόλυμα και την ενδοχώρα.

 
H αναχώρηση του Ριχάρδου τον Οκτώβριο του 1192 για την Ευρώπη σήμαινε το τέλος της Γ΄ Σταυροφορίας.

H Τύχη της Κύπρου

Oι δεκαέξι μήνες κατά τους οποίους ο Ριχάρδος βρισκόταν στους Αγίους Τόπους ήταν κρίσιμοι για την τύχη της Κύπρου. Λίγες εβδομάδες μετά την αναχώρησή του και πριν από την πτώση της Άκρας ο Ριχάρδος πούλησε το νησί τους Ναΐτες ιππότες. H κυριαρχία των Nαϊτών, αρπακτική και καθόλου λαοφιλής, διήρκεσε έως τον Απρίλιο του 1192. Στις 4 Απριλίου οι Κύπριοι της Λευκωσίας εξεγέρθηκαν εναντίον των λίγων φρουρών που το Τάγμα είχε εγκαταστήσει στο νησί.

Παρ’ όλο που η εξέγερση καταστάλθηκε, οι Ναΐτες συνειδητοποίησαν ότι η Κύπρος απαιτούσε περισσότερες δυνάμεις φρούρησης από όσες διέθεταν και γι’ αυτό επέστρεψαν το νησί στο Ριχάρδο. Eκείνος το πούλησε ξανά, αυτή τη φορά στο Γκυ ντε Λουζινιάν με τους ίδιους όρους όπως και στους Ναΐτες. H Γ΄ Σταυροφορία απέτυχε για τη Δύση, ενώ και για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπήρξε καταστρεπτική.

O Ισαάκιος B΄ αναγκάστηκε να αποσπάσει την προσοχή του από τα βόρεια και ανατολικά σύνορα και έχασε για πάντα ένα σημαντικό τμήμα του κράτους. Oι προσπάθειές του αλλά και των επόμενων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων να ανακτήσουν το νησί παρέμειναν άκαρπες. H κατάκτηση της Κύπρου από το Ριχάρδο και κυρίως η πώλησή της στον Λουζινιάν σήμανε την αρχή της Λατινικής κυριαρχίας στο νησί, η οποία συνεχίστηκε για τέσσερις περίπου αιώνες. Tους Φράγκους διαδέχθηκαν οι Βενετοί (1489), ενώ το 1571 η Κύπρος κατακτήθηκε από τους Τούρκους.

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Η Τρίτη Σταυροφορία είχε φθάσει στο τέρμα της. Ποτέ πλέον τέτοιος Γαλαξίας ηγεμόνων δεν επρόκειτο να πάει στην Ανατολή για τον Ιερό Πόλεμο. 

Όμως, παρά το ό,τι ολόκληρη η Δυτική Ευρώπη είχε μετάσχει στη μεγάλη προσπάθεια τ' αποτελέσματα υπήρξαν πενιχρά. Η Τύρος είχε σωθεί από τον Conrad πριν οι σταυροφόροι φθάσουν στην Τρίπολη με τον Σικελικό στόλο. Η Acre και η παράκτια γραμμή ως τη Jaffa, υπήρξε το σύνολο εκείνου που οι σταυροφόροι είχαν συμβάλει για την αναγέννηση του Φράγκικου Βασιλείου, εκτός από τη νήσο Κύπρο που την άρπαξαν από τον Χριστιανό κυρίαρχό της. 

Ένα πράγμα ωστόσο είχε επιτευχθεί. Η σταδιοδρομία του Saladin και οι κατακτήσεις του είχαν ανασταλεί. Οι Μωαμεθανοί είχαν κουραστεί από τον μακρύ πόλεμο. Δεν επρόκειτο για ένα διάστημα να επιχειρήσουν πάλι να ρίξουν τους Χριστιανούς στη θάλασσα. Το Βασίλειο είχε πράγματι αναγεννηθεί, αρκετά στερεά για να διαρκέσει έναν ακόμα αιώνα. Ήταν ένα πολύ μικρό Βασίλειο· και ενώ οι Βασιλείς του ήσαν κατ' όνομα Βασιλείς της Ιερουσαλήμ, η Ιερουσαλήμ ήταν έξω από τη δικαιοδοσία των.

 
Εκείνο που κατείχαν ήταν μια λωρίδα γης που ποτέ δεν ξεπέρασε τα δέκα μίλια σε πλάτος, εκτεινομένη σε ενενήντα μίλια κοντά στη θάλασσα, από τη Jaffa ως την Τύρο. Πιο βορειότερα, η συνετή ουδετερότητα του Bohemund είχε διατηρήσει γι' αυτόν την πρωτεύουσά του και λίγο έδαφος τριγύρω ως τον λιμένα του Αγίου Συμεών, ενώ ο γιος του διατήρησε την Τρίπολη και οι Hospitaliers κατείχαν το Κρακ των Ιπποτών και οι Knights την Tortosa, υπό την επικυριαρχία του. Δεν ήταν πολύ αυτό που διέσωσαν από το ναυάγιο της Φραγκικής Ανατολής· αλλά προς το παρόν ήταν εξασφαλισμένο.

Ο Saladin ήταν μόνο πενήντα τεσσάρων ετών αλλά ήταν κουρασμένος και άρρωστος από όλους τους αγώνες του πολέμου. Παρέμεινε στην Ιερουσαλήμ ώσπου άκουσε ότι ο Richard είχε αποπλεύσει από την Acre, απασχολούμενος με την πολιτική διοίκηση της επαρχίας της Παλαιστίνης. Ήλπιζε τότε να επισκεφθεί την Αίγυπτο και κατόπιν να εκπληρώσει την ευλαβή φιλοδοξία του ενός προσκυνήματος στη Μέκκα. Αλλά το καθήκον τον καλούσε στη Δαμασκό. 

Αφού επί τρεις εβδομάδες περιήλθε τις χώρες που είχε κατακτήσει και συνάντησε τον Bohemund στη Βηρυτό για να υπογράψει μαζί του μια οριστική συνθήκη ειρήνης, έφθασε στη Δαμασκό στις 4 Νοεμβρίου. Εκεί τον περίμενε όγκος εργασίας που είχε συσσωρευτεί κατά την διάρκεια των τεσσάρων ετών που πέρασε μαζί με το στρατό. Ο χειμώνας ήταν βαρύς και με τα τόσα πολλά που είχε να κάνει στην πρωτεύουσά του, ανέβαλε το ταξίδι του στην Αίγυπτο και το προσκύνημά του. 

Όταν είχε καιρό να διαθέσει άκουγε συζητήσεις ανθρώπων που ήσαν μελετημένοι στη φιλοσοφία και καμιά φορά πήγαινε κυνήγι. Αλλά όσο προχωρούσαν οι μήνες του χειμώνα, εκείνοι που τον γνώριζαν καλύτερα είδαν ότι η υγεία του δεν πήγαινε καλά. Παραπονιόταν για μεγάλη κούραση και ότι λησμονούσε εύκολα. Με μεγάλη δυσκολία κατέβαλλε προσπάθειες για να δεχτεί σε ακροάσεις. Την Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 1193, έκανε κουράγιο να βγει να υποδεχτεί τους προσκυνητές που γύριζαν από τη Μέκκα. 

Το ίδιο βράδυ παραπονέθηκε για πυρετό και για πόνους. Υπέφερε την αρρώστια του με υπομονή και ηρεμία, ξέροντας καλά ότι το τέλος του πλησίαζε. Την 1η Μαρτίου έπεσε σε αφασία. Ο γιος του, al-Afdal, έφυγε βιαστικά για να εξασφαλίσει τη νομιμοφροσύνη των εμίρηδων· μόνο ο καδής της Δαμασκού και μερικοί πιστοί υπηρέτες έμειναν κοντά στο προσκέφαλο του Σουλτάνου. 

Την Τετάρτη, 3 Μαρτίου, ενώ ο καδής επαναλάμβανε τα λόγια του Κορανίου επάνω του και έφθανε στο εδάφιο "δεν υπάρχει Θεός παρά Εκείνος· σ' Αυτόν εμπιστεύομαι", ο ετοιμοθάνατος άνοιξε τα μάτια του και χαμογέλασε και πήγε εν ειρήνη στον Κύριό του. Από όλες τις μεγάλες μορφές της εποχής των σταυροφοριών η μορφή του Saladin είναι η πλέον ελκυστική. Είχε τα ελαττώματά του. Κατά την άνοδό του στην εξουσία έδειξε μια πονηριά και μια έλλειψη δισταγμών που δεν ταίριαζαν με την μετέπειτα φήμη του. 

Για τα συμφέροντα της πολιτικής δεν δίστασε ποτέ προ της αιματοχυσίας· έσφαξε τον Reynald de Châtillon, τον οποίο μισούσε, με το ίδιο του το χέρι. Αλλά όταν ήταν αυστηρός ήταν για το συμφέρον του λαού του και της πίστεώς του. Ήταν ευσεβής Μωαμεθανός. Όση συμπάθεια κι αν ένιωθε για τους Χριστιανούς φίλους του, ήξερε ότι οι ψυχές των ήσαν καταδικασμένες στην απώλεια. Όμως σεβόταν τους τρόπους των και τους θεωρούσε ως συνανθρώπους του. Αντίθετα προς τους σταυροφόρους μεγιστάνες, δεν πάτησε ποτέ το λόγο του όταν τον έδινε σε οποιονδήποτε, οποία κι αν ήταν η θρησκεία του.

 
Παρ' όλο του το θρησκευτικό ζήλο, υπήρξε πάντοτε ευγενής και γενναιόδωρος, μεγαλόψυχος ως κατακτητής και ως δικαστής, και ως κύριος προσεκτικός και ανεκτικός. Παρ' όλο ότι μερικοί από τους Εμίρηδές του τον αντιπαθούσαν ως έναν Κούρδο τυχάρπαστο και παρ' όλο ότι διάφοροι ιεροκήρυκες στη Δύση τον έλεγαν Αντίχριστο, υπήρχαν ελάχιστοι εκείνοι από τους υπηκόους του που δεν ένιωθαν γι' αυτόν σεβασμό και αφοσίωση και ελάχιστοι οι εχθροί του που δεν τον θαύμαζαν. Σωματικά ήταν λεπτός και μάλλον μικρόσωμος. 

Το πρόσωπό του είχε μια μελαγχολική έκφραση αλλά που φωτιζόταν αμέσως με ένα γοητευτικό χαμόγελο. Οι τρόποι του ήσαν πάντοτε ευγενικοί. Τα γούστα του απλά. Αντιπαθούσε την τραχύτητα και την επιδεικτικότητα. Αγαπούσε το ύπαιθρο και το κυνήγι, αλλά ήταν επίσης διαβασμένος και του άρεσαν οι συζητήσεις, αν και αντιπαθούσε τους ελεύθερους στοχαστές. Παρά την ισχύ και τις νίκες του ήταν ένας ήσυχος, μετριόφρων άνθρωπος. 

Πολλά χρόνια αργότερα ένας θρύλος έφθασε στ' αυτιά ενός Φράγκου συγγραφέως, του Vincent de Beauvais, ότι όταν ήταν ετοιμοθάνατος κάλεσε το σημαιοφόρο του και του είπε να τριγυρίσει μέσα στη Δαμασκό με ένα κουρέλι από το σάβανό του επάνω σε μια λόγχη και να φωνάζει δυνατά ότι ο μονάρχης όλης της Ανατολής δεν μπορεί να πάρει τίποτ' άλλο μαζί του στον τάφο του εκτός απ' αυτό το πανί.

Τα κατορθώματά του υπήρξαν μεγάλα. Είχε συμπληρώσει το έργο του Nur ad-Din στην ένωση του Ισλάμ και είχε διώξει τους δυτικούς παρείσακτους από την Αγία Πόλη σε μια στενή λωρίδα της ακτής. Αλλά δεν κατόρθωσε να τους εκτοπίσει εντελώς. Ο Βασιλεύς Richard και οι δυνάμεις της Τρίτης Σταυροφορίας υπήρξαν κάτι το πάρα πολύ γι' αυτόν. Αν τον είχε ακολουθήσει ένας Ηγεμών του ίδιου μ' αυτόν διαμετρήματος, το μικρό υπολειπόμενο έργο θα είχε γρήγορα συντελεσθεί.

Αλλά η τραγωδία του Μεσαιωνικού Ισλάμ ήταν η έλλειψη μόνιμων θεσμών, για τη συνέχιση της εξουσίας μετά τον θάνατο ενός ηγεμόνα. Το Χαλιφάτο ήταν ο μόνος θεσμός που είχε ύπαρξη που ξεπερνούσε τους κατόχους του· και ο χαλίφης ήταν τώρα πολιτικά ανίσχυρος. Ούτε ο Saladin ήταν Χαλίφης. Ήταν ένας Κούρδος από όχι μεγάλη οικογένεια, ο οποίος επέβαλε υπακοή στον Μωαμεθανικό κόσμο μόνο με τη δύναμη της προσωπικότητάς του. Οι γιοι του δεν είχαν αυτή την προσωπικότητα. Τον καιρό του θανάτου του, ο Saladin είχε δεκαεφτά γιους και μια μικρή θυγατέρα. 

Ο πρεσβύτερος απ' αυτούς ήταν ο al-Afdal, ένας αλαζονικός νέος είκοσι δύο ετών, ο οποίος προοριζόταν από τον πατέρα του να κληρονομήσει τη Δαμασκό και την αρχηγία της Αγιουβίδικης οικογένειας. Ενώ ο Saladin πέθαινε, ο al-Afdal είχε συγκαλέσει όλους τους Εμίρηδες της Δαμασκού να ορκισθούν πίστη σ' αυτόν και να υποσχεθούν ότι θα χώριζαν τις γυναίκες των και θ' αποκλήρωναν τα παιδιά των αν ποτέ θα πατούσαν τον όρκο τους. 

Ο τελευταίος όρος σκανδάλισε πολλούς απ' αυτούς και άλλοι δεν θέλησαν να ορκισθούν, εκτός αν και ο al-Afdal θα ορκιζόταν με τη σειρά του ότι θα τους διατηρούσε στα τιμάριά των. Αλλά, όταν ο πατέρας του πέθανε και θάφτηκε στο μεγάλο Τζαμί των Ομμαγιάδων, η εξουσία του στη Δαμασκό έγινε αποδεκτή. Ο επόμενος αδελφός του al-Aziz ήταν ήδη κυβερνήτης της Αιγύπτου, σε ηλικία είκοσι ενός ετών και ανακήρυξε εκεί τον εαυτό του ανεξάρτητο Σουλτάνο.

 
Ένας τρίτος, ο al-Zahir, κυβερνούσε στο Χαλέπι και δεν έδειξε διάθεση ν' αναγνωρίσει τον αδελφό του ως επικυρίαρχο. Ένας άλλος ο Χιντρ, ακόμα νεώτερος, κατείχε τη Hauran, αλλά αναγνώρισε την επικυριαρχία του al-Afdal. Μόνο δύο από τους αδελφούς του Saladin επιζούσαν, ο Tughtigin, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Turan Shah ως κυρίαρχος της Υεμένης, και ο al-Adil, του οποίου τις φιλοδοξίες ο Saladin είχε καταλήξει να υποπτεύεται. Είχε ως φέουδο την πρώην Φραγκική χώρα της Υπεριορδανίας και εδάφη στη Jezireh, γύρω από την Έδεσσα. 

Ανιψιοί και ξάδερφοι κατείχαν μικρότερα φέουδα σ' όλες τις κτήσεις του Σουλτάνου. Πρίγκιπες από τον οίκο του Zengi, ο Izz ad-Din και ο Imad ad-Din κατείχαν τη Mosul και τη Sinjar ως υποτελείς και οι Ορτοκίδες ήσαν ακόμα εγκατεστημένοι στη Mardin και στην Kaifa. Από τους άλλους φεουδάρχες, οι περισσότεροι τωνοποίων ήσαν ικανοί στρατηγοί που είχε χρησιμοποιήσει ο Saladin, ο πιο εξέχων ήταν ο Μπεκτιμούρ, άρχοντας της Αχλάτ.

Μετά τον θάνατο του Saladin, η ενότητα του Ισλάμ άρχισε να καταρρέει. Ενώ οι γιοι του παρακολουθούσαν ζηλότυπα ο ένας τον άλλον, στα βορειο-ανατολικά έγινε μια συνωμοσία ν' αποκατασταθεί η κυριαρχία των Ζενγκιδών στο πρόσωπο του Izz ad-Din, με την υποστήριξη του Μπεκτιμούρ και των Ορτοκιδών. Οι Αγιουβίδες σώθηκαν από τις προφυλάξεις του al-Adil και από τον ξαφνικό θάνατο του Izz ad-Din και του Μπεκτιμούρ, για τον οποίο θεωρήθηκε ότι οι πράκτορές του είχαν βάλει το χέρι τους.

Ο γιος και κληρονόμος του Izz ad-Din, Nur ad-Din Arslan και ο διάδοχος του Μπεκτιμούρ, Ακσονκόρ, επωφελήθηκαν από το μάθημα και για την ώρα ήσαν υποτακτικοί στον al-Adil. Πιο νοτιότερα, ο al-Afdal φιλονίκησε σε λίγο με τον al-Aziz. Ο πρώτος είχε ασύνετα απολύσει τους περισσότερους υπουργούς του πατέρα του και είχε δώσει την πλήρη εμπιστοσύνη του στον az-Ζιγια Ibn al-Athir, τον αδελφό του ιστορικού Ibn al-Athir, ενώ ο ίδιος περνούσε τις ημέρες και τις νύχτες του απολαμβάνοντας τις ηδονές της μουσικής και του κρασιού.

Ο al-Afdal απευθύνθηκε έντρομος στον θείο του al-Adil, ο οποίος ήρθε με δυνάμεις από την Υπεριορδανία και συναντήθηκε με τον al-Aziz στο στρατόπεδό του. Έγινε μια νέα οικογενειακή διευθέτηση. Ο al-Afdal υποχρεώθηκε να παραχωρήσει την Ιουδαία στον al-Aziz και τη Λαοδίκεια και τη Jabala στον αδελφό του az-Zahir του Χαλεπίου, αλλά και ο al-Aziz και ο az-Zahir αναγνώρισαν την επικυριαρχία του.

Σε διάστημα λιγότερο από ένα χρόνο, ο al-Aziz βάδισε πάλι εναντίον της Δαμασκού και πάλι ο al-Adil έσπευσε να βοηθήσει τον πρεσβύτερο ανιψιό του.Οι σύμμαχοι του al-Aziz μεταξύ τον εμίρηδων άρχισαν να τον εγκαταλείπουν· και ο al-Afdal τον απώθησε έξω από την Ιουδαία στην Αίγυπτο και σχεδίασε να βαδίσει εναντίον του Καΐρου. Αυτό ξεπερνούσε εκείνο που επιθυμούσε ο al-Adil. Απείλησε να δώσει τη βοήθειά του στον al-Aziz, αν ο al-Afdal δεν επέστρεφε στη Δαμασκό. Και πάλι η επιθυμία του έγινε σεβαστή.

Πολύ σύντομα φάνηκε καθαρά ότι ο al-Afdal ήταν ανίκανος να βασιλεύσει. Η κυβέρνηση της Δαμασκού ήταν εξ ολοκλήρου στα χέρια του βεζίρη al-Ζιγιά, ο οποίος προκάλεσε εξέγερση μεταξύ όλων των υποτελών του κυρίου του. Ο al-Adil έκρινε ότι τα συμφέροντα των Αγιουβιδών δεν επέτρεπαν να υπάρχει ένας τόσο ανίκανος αρχηγός της οικογένειας. Άλλαξε την πολιτική του και συμμάχησε με τον al-Aziz, με τη βοήθεια του οποίου κατέλαβε τη Δαμασκό τον Ιούλιο του 1196 και προσάρτησε όλα τα εδάφη του al-Afdal.
 
 
Στον al-Afdal έδωσαν ένα έντιμο καταφύγιο στη μικρή πόλη Σαλχάδ του Hauran όπου εγκατέλειψε τις αισθησιακές απολαύσεις για έναν ευλαβή βίο και ο al-Aziz αναγνωρίστηκε ως υπέρτατος Σουλτάνος της δυναστείας. Αυτή η τακτοποίηση διάρκεσε δύο χρόνια. Το Νοέμβριο του 1198, ο al-Aziz, του οποίου η εξουσία επί του θείου του δεν υπήρξε ποτέ παρά μόνο ονομαστική, έπεσε από το άλογό του ενώ κυνηγούσε τσακάλια κοντά στις Πυραμίδες. Πέθανε από τα τραύματά του στις 29 Νοεμβρίου. Ο μεγαλύτερος γιος του al-Mansur ήταν δώδεκα ετών.

Οι υπουργοί τού πατέρα του, τρομοκρατημένοι από τις φιλοδοξίες του al-Adil, κάλεσαν τον al-Afdal από τη Σαλχάδ για να γίνει αντιβασιλιάς της Αιγύπτου. Τον Ιανουάριο του 1199 ο al-Afdal έφθασε στο Κάιρο και ανέλαβε την κυβέρνηση. Ο al-Adil ήταν τότε στο βορρά πολιορκώντας την Mardin, της οποίας ο Ορτοκίδης ηγεμών Γιουλούκ-Arslan δεν ανεχόταν τον Αγιουβιδικό έλεγχο.Καθ' όλη τη Βασιλεία του ο al-Aziz αντιμετώπιζε ταραχές από ανυπότακτους υποτελείς τους οποίους υποπτευόταν ότι παρακινούσε ο θείος του. 

Ενώ ο al-Afdal έστειλε ένα στρατό από την Αίγυπτο να επιτεθεί κατά της Δαμασκού, ο az-Ζαχίρ ετοιμάστηκε να κατέβει από τον βορρά. Άλλα μέλη της οικογένειας, όπως ο Shirkuh της Homs, ενώθηκαν μαζί τους. Ο al-Adil έσπευσε από τη Mardin, όπου άφησε το γιο του al-Kamil να διευθύνει πολιορκία, και έφθασε στη Δαμασκό στις 8 Ιουνίου. Έξι μέρες αργότερα έφθασε ο Αιγυπτιακός στρατός και στην πρώτη του έφοδο εισέδυσε μέσα στην πόλη για να διωχτεί έξω αμέσως. Ο az-Zahirκαι ο στρατός του έφθασαν μια εβδομάδα αργότερα. 

Επί έξι μήνες οι δύο αδελφοί πολιορκούσαν το θείο τους στην πρωτεύουσά του. Αλλά ο al-Adil ήταν εύστροφος και πεπειραμένος διπλωμάτης. Βαθμηδόν κέρδισε πολλούς από τους υποτελείς του ανιψιού του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Shirkuh της Homs· και όταν επί τέλους τον Ιανουάριο του 1200, ο γιος του al-Kamil εμφανίστηκε με ένα στρατό ο οποίος είχε νικήσει στη Jezireh, οι αδελφοί, οι οποίοι είχαν αρχίσει να φιλονικούν, χωρίστηκαν και αποχώρησαν. Ο al-Adil καταδίωξε τον al-Afdal μέσα στην Αίγυπτο και νίκησε τα στρατεύματά του στη Bilbeis. 

Τον Φεβρουάριο, ο al-Afdal σε μια νέα έκρηξη σεβασμού, υποχώρησε στο θείο του και ξαναγύρισε στο καταφύγιό του στη Σαλχάδ. Ο al-Adil ανέλαβε την αντιβασιλεία της Αιγύπτου. Αλλά ο az-Zahir δεν είχε ηττηθεί. Την επομένη άνοιξη, ενώ ο al-Adil βρισκόταν ακόμα στην Αίγυπτο, βάδισε αιφνιδιαστικά κατά της Δαμασκού και έπεισε τον al-Afdal να πάει πάλι μαζί του. Πάλι ο al-Adil έσπευσε εγκαίρως στην πρωτεύουσά του για να πολιορκηθεί από τους ανιψιούς του.

Αλλά σύντομα κατόρθωσε να διεγείρει μια φιλονικία μεταξύ των. Ο al-Afdal εξαγοράστηκε με την υπόσχεση των πόλεων Σαμοσάτων και Mayyafariqin στο βορρά αντί της Σαλχάδ. Οι υποτελείς του az-Zahir άρχισαν ο ένας μετά τον άλλον να τον εγκαταλείπουν και υπήρξε ευτυχής να ειρηνεύσει με τον al-Adil, του οποίου δέχτηκε την αυστηρή επικυριαρχία. Ως το τέλος του 1201, ο al-Adil ήταν κύριος όλης της Αυτοκρατορίας του Saladin και πήρε τον τίτλο του Σουλτάνου. Στον al-Mansur της Αιγύπτου δόθηκε μόνο η πόλη της Έδεσσας. 

Στον al-Afdal δεν επετράπη ποτέ να κυριαρχήσει στη Mayyafariqin η οποία πέρασε με τα γειτονικά της εδάφη στον τέταρτο γιο του al-Adil, al-Μουζαφφάρ. Ο πρεσβύτερος γιος, al-Kamil, κατείχε την Αίγυπτο υπό τον πατέρα του, ο δεύτερος, al-Μουαζζάμ, ήταν υπαρχηγός του πατέρα του στη Δαμασκό, και ο τρίτος, al-Ασράφ, διοικούσε το μεγαλύτερο τμήμα της Jezireh από τη Harran. Νεώτεροι γιοι αποκτούσαν φέουδα μόλις έφθαναν σε ηλικία· αλλά όλοι αυτοί εποπτεύονταν από κοντά από τον πατέρα των.


Η ενότητα του Ισλάμ αποκαταστάθηκε έτσι υπό έναν Ηγεμόνα λιγότερο σεβαστό από τον Saladin αλλά πιο θεληματικό και πιο δραστήριο. Οι οικογενειακές έριδες των Αγιουβιδών εμπόδισαν τους Μωαμεθανούς ν' αναλάβουν επίθεση κατά του αναγεννώμενου Φραγκικού Βασιλείου. Ο Henry της Champagne κατόρθωσε σιγά-σιγά ν' αποκαταστήσει κάποια τάξη εκεί. Δεν ήταν εύκολο έργο· ούτε η θέση του Henry ήταν καθ' όλα ασφαλής. Για κάποιο λόγο που τώρα δεν μπορεί να εξηγηθεί, δεν στέφθηκε ποτέ Βασιλεύς. 

Πιθανόν να περίμενε με την αισιόδοξη ελπίδα ν' ανακτήσει κάποια μέρα την Ιερουσαλήμ· πιθανόν να βρήκε την κοινή γνώμη απρόθυμη να δεχτεί τον Βασιλικό του τίτλο ή πιθανόν να βρήκε την Εκκλησία μη διατεθειμένη να συνεργασθεί μαζί του. Η έλλειψη αυτή περιόριζε το κύρος του ιδιαίτερα απέναντι στην Εκκλησία. Μετά το θάνατο τού πατριάρχη Ηρακλείου συναντήθηκαν δυσκολίες για την εξεύρεση διαδόχου για το θρόνο. Τελικά διορίστηκε ένας άσημος κληρικός ονομαζόμενος Randulph. 

Όταν αυτός πέθανε το 1194, οι κανονικοί του Παναγίου Τάφου, που ήσαν τώρα στην Acre, συνήλθαν και εξέλεξαν πατριάρχη τον Aymar, επονομαζόμενο Μοναχό, αρχιεπίσκοπο της Καισάρειας και έστειλαν στη Ρώμη για να πάρουν την επικύρωση της εκλογής. Ο Henry που είχε δυσαρεστηθεί από την εκλογή, διαμαρτυρήθηκε θυμωμένος γιατί δεν τον είχαν συμβουλευθεί και συνέλαβε τους κανονικούς. Η πράξη του επικρίθηκε αυστηρά ακόμα κι από τους φίλους του, γιατί δεν ήταν εστεμμένος Βασιλεύς και συνεπώς δεν είχε δικαίωμα να επέμβει. 

Ο Καγκελάριός του Joscius, αρχιεπίσκοπος της Τύρου, τον έπεισε να υποχωρήσει και να εξιλεώσει την Εκκλησία αφήνοντας ελεύθερους τους κανονικούς με μια αίτηση συγγνώμης και παραχωρώντας στον ανιψιό του νέου πατριάρχη ένα πλούσιο φέουδο κοντά στην Acre. Συγχρόνως δέχτηκε μια αυστηρή επιτίμηση από τον πάπα. Παρ' όλο ότι αποκαταστάθηκε η ειρήνη ο Πατριάρχης μπορεί να μην ήθελε να υποχρεώσει τώρα τον Henry στέφοντάς τον Βασιλέα. Με τους λαϊκούς του υπηκόους ο Henry υπήρξε πιο τυχερός. 

Είχε την υποστήριξη του αρχηγού των, Balian d'Ibelin, και των στρατιωτικών ταγμάτων. Αλλά ο Guy de Lusignan εξακολουθούσε να βλέπει με νοσταλγία από την Κύπρο προς το πρώην Βασίλειό του και ενθαρρυνόταν από τους Πιζανούς, στους οποίους είχε υποσχεθεί πλούσιες παραχωρήσεις και οι οποίοι είχαν θυμώσει για την εύνοια που είχε δείξει ο Henry προς τους Γενουάτες. Το Μάιο του 1193, ο Henry ανακάλυψε ότι η πιζανική παροικία στην Τύρο συνωμοτούσε για να καταλάβει την πόλη και να την παραδώσει στον Guy. 

Συνέλαβε αμέσως τους αρχηγούς και διέταξε η παροικία να περιορισθεί σε τριάντα πρόσωπα. Οι Πιζανοί για αντίποιναέκαναν επιδρομές στα χωριά της ακτής μεταξύ Τύρου και Acre. Γι' αυτό ο Henry τους εκτόπισε κι από την Acre. Κοντόσταυλος του Βασιλείου εξακολουθούσε να είναι ο αδελφός του Guy, Amalric de Lusignan, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την άφιξη του Guy στην Παλαιστίνη πολλά χρόνια πρωτύτερα, αλλά ο οποίος είχε κατορθώσει να συνάψει καλές σχέσεις με την ντόπια αριστοκρατία. 

Η γυναίκα του ήταν η Eschiva d'Ibelin, ανιψιά του Balian και κόρη του χειρότερου εχθρού του Guy, Baldwin της Ramleh. Δεν υπήρξε πιστός σύζυγος στο παρελθόν αλλά τώρα είχε συμφιλιωθεί μαζί της. Επενέβη υπέρ των Πιζανών για να συλληφθεί από τον Henry γι' αυτή του την παρέμβαση. Οι μεγάλοι μάγιστροι των Hospitaliers και των Knights έπεισαν σε λίγο τον Henry να τον αφήσει ελεύθερο· αυτός όμως θεώρησε φρόνιμο ν' αποσυρθεί στη Jaffa, της οποίας ο Βασιλεύς Richard είχε διορίσει κυβερνήτη τον αδελφό του Godfrey.

 
Δεν παραιτήθηκε από το αξίωμά του του Κοντόσταβλου αλλά ο Henry θεώρησε ότι είχε εκπέσει απ' αυτό και το 1194 διόρισε ως διάδοχό του τον Jean d'Ibelin, γιο του Balian και ετεροθαλή αδελφό της Isabella. Τον ίδιο καιρό έγινε ειρήνη με τους Πιζανούς, στους οποίους αποδόθηκε η συνοικία των στην Acre και οι οποίοι του λοιπού αναγνώρισαν την κυβέρνηση του Henry.

Μια γενική συμφιλίωση κατέστη δυνατή από το θάνατο του Βασιλέως Guy στην Κύπρο τον Μάιο του 1194. Η εξαφάνισή του άφησε τον Henry ασφαλή και στέρησε τους Πιζανούς και άλλους αντιδρώντες από έναν αντίπαλο ανταγωνιστή. Ο Guy είχε κληροδοτήσει την εξουσία του στην Κύπρο στον πρεσβύτερο αδελφό του Godfrey. Αλλά ο Godfrey είχε επανέλθει στη Γαλλία και οι Φράγκοι της Κύπρου δεν έδειξαν δισταγμό να καλέσουν τον Amalric από τη Jaffa να πάρει τη θέση του. 

Ο Henry στην αρχή απαίτησε ως εκπρόσωπος των Βασιλέων της Ιερουσαλήμ να τον συμβουλευθούν για τη διαδοχή, αλλά δεν μπορούσε να υποστηρίξει την αξίωσή του. Πολύ σύντομα και αυτός και ο Amalric είδαν ότι έπρεπε να συνεργασθούν. Ο Κοντόσταβλος της Κύπρου Baldwin, πρώην άρχοντας της Beisan, ήρθε στην Acre και έπεισε τον Henry ν' αναγνωρίσει τον Amalric και να προσφερθεί να επισκεφθεί την Κύπρο. 

Η συνάντησή των υπήρξε πολύ φιλική και σχεδίασαν στενή συμμαχία την οποία επισφράγισαν με τον αρραβώνα των τριών νεαρών γιων του Amalric, Guy, Ιωάννου και Hugh, με τις τρεις θυγατέρες της Isabella, Μαρία de Montferrat και Αλίκη και Philip de Champagne. Κατ' αυτόν τον τρόπο εξέφρασαν την ελπίδα να ενώσουν τις κτήσεις των στις επόμενες γενεές. Αλλά δύο από τους μικρούς Κυπρίους πρίγκιπες πέθαναν πολύ νωρίς. Ο μόνος από τους γάμους που μπόρεσε να πραγματοποιηθεί ήταν ο μεταξύ του Hugh και της Αλίκης, ο οποίος έφερε το δυναστικό καρπό του στο μέλλον. 

Μερικές τέτοιες τακτοποιήσεις ήσαν απαραίτητες· επειδή, αν η Φραγκική κατοχή της Κύπρου επρόκειτο να ωφελήσει τους Φράγκους στην Παλαιστίνη και να τους παράσχει μια ασφαλή βάση, οι δύο χώρες έπρεπε να συνεργασθούν. Υπήρχε ένας συνεχής πειρασμός όχι μόνο σε αποίκους από τη Δύση να εγκατασταθούν μάλλον στην ευχάριστη νήσο παρά στο μικρό κατάλοιπο του Παλαιστινιακού Βασιλείου, όπου δεν ήταν δυνατό να βρεθούν τιμάρια, αλλά επίσης και για τους Βαρόνους της Παλαιστίνης που είχαν χάσει τις κτήσεις των, να περάσουν τη στενή θάλασσα. 

Αν οι Κύπριοι άρχοντες ήθελαν να περνούν τη θάλασσα για να πολεμούν για το Σταυρό όταν πλησίαζε κίνδυνος, τότε η Κύπρος θα ήταν πλεονέκτημα για τη Φραγκική Ανατολή. Αν υπήρχαν παρεξηγήσεις θα μπορούσε να καταστεί μια επικίνδυνα "Κεντρόφυξ" δύναμη. Όσο κι αν ήταν φιλικός, ο Amalric δεν ήταν διατεθειμένος να είναι υποτακτικός στον Henry. Είχε ήδη επιζητήσει για τον εαυτό του τον τίτλο του Βασιλέως για να καθορίσει στους υπηκόους του και στους αποίκους, όπως και στις ξένες δυνάμεις, τη φύση της εξουσίας του. 

Αλλά ένιωθε την ανάγκη μιας ανώτερης επικυρώσεως. Πρέπει να ήταν η περασμένη ιστορία των Βασιλέων της Ιερουσαλήμ εκείνη που τον έκανε να μη θέλει ν' απευθυνθεί στον Πάπα για το στέμμα του. Ο Αυτοκράτωρ της Ανατολής ασφαλώς δεν θα του το έδινε ποτέ. Γι' αυτό, ασύνετα για το μέλλον, έστειλε στον Αυτοκράτορα της Δύσεως, Henry VI, να το ζητήσει. Ο Αυτοκράτωρ σχεδίαζε μια Σταυροφορία· και ένας πελάτης Βασιλεύς στην Ανατολή του πήγαινε καλά.

 
Τον Οκτώβριο του 1195, ο πρέσβης του Amalric, Renier της Jebeil, έκανε δήλωση υποτέλειας για το Βασίλειο της Κύπρου, για λογαριασμό του κυρίου του στον Αυτοκράτορα στο Γκελνχάουζεν, κοντά στην Φραγκφούρτη. Ο επικυρίαρχός του έστειλε στον Amalric ένα Βασιλικό σκήπτρο και η στέψη έγινε το Σεπτέμβριο του 1197, όταν ο Αυτοκρατορικός Καγκελάριος, Conrad, επίσκοπος του Χιλντεσχάιμ, ήρθε στη Λευκωσία για να μετάσχει στην τελετή και ο Amalric έκανε δήλωση υποτέλειας σ' αυτόν. 

Το πολίτευμα της χώρας σχεδιάστηκε ν' ακολουθήσει τις αυστηρά φεουδαλικές συνήθειες που είχαν εφαρμοσθεί στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, με ένα ανώτατο δικαστήριο αντίστοιχο προς το ανώτατο δικαστήριο της Ιερουσαλήμ· και οι νόμοι της Ιερουσαλήμ, με τις τροποποιήσεις που είχαν επιφέρει οι Βασιλείς της, παρέμειναν σε ισχύ για να εφαρμοσθούν στη νήσο. Για την οργάνωση της εκκλησίας της, ο Amalric προσέφυγε στον Πάπα, ο οποίος διόρισε τον αρχιδιάκονο της Λαοδίκειας και τον Αλάν, αρχιδιάκονο της Λύδδας και Καγκελάριο της Κύπρου, να καθορίσουν έδρες όπως νόμιζαν καλύτερα. 

Αυτοί ίδρυσαν μια αρχιεπισκοπή στη Λευκωσία την οποία κατέλαβε ο Αλάν και επισκοπές στην Πάφο, στη Famagusta και στη Λεμεσό. Οι Έλληνες επίσκοποι δεν εξώσθηκαν αμέσως αλλά έχασαν τις δεκάτες τους και πολλά από τα κτήματά των που πέρασαν στα χέρια των νέων Λατίνων αξιωματούχων. Αν και ο Henry της Champagne δεν μπορούσε ν' αποκτήσει τον έλεγχο επί της Κύπρου, οι Βαρόνοι του δικού του Βασιλείου ήσαν τώρα νομιμόφρονες προς αυτόν. 

Πράγματι, οι αντίπαλοί του είχαν αποσυρθεί υπό ευτυχείς συνθήκες στην Κύπρο αφήνοντας τα Παλαιστινιακά εδάφη των στους φίλους του. Οι πρώην άρχοντες της Haifa, της Καισάρειας και της Arsuf εγκαταστάθηκαν ξανά στις πρώην Βαρονίες των· και ο Saladin, πριν πεθάνει, δώρισε στον Balian d'Ibelin το αξιόλογο φέουδο του Καϋμόν ή Τελ-Καϊμούν, στις κλιτύς του όρους Καρμήλου. Η φιλία των Ibelinss, του πατριού της γυναίκας του και των ετεροθαλών αδελφών της συντέλεσε ώστε η εξουσία του Henry να γίνει αποδεκτή. 

Ένα μεγαλύτερο πρόβλημα δημιουργήθηκε από το πριγκιπάτο της Αντιόχειας. Ο Bohemund III της Αντιόχειας, που επίσης κυβερνούσε την Τρίπολη στο όνομα του μικρού γιου του, είχε παίξει ένα μάλλον αμφίβολο ρόλο κατά τη διάρκεια των πολέμων και των κατακτήσεων του Saladin και της Τρίτης Σταυροφορίας. 

Δεν είχε καταβάλει σοβαρή προσπάθεια για να εμποδίσει την κατάληψη από τον Saladin των φρουρίων του στην κοιλάδα του Ορόντη το 1188, ούτε για ν' ανακτήσει τη Λαοδίκεια και τη Jabala, οι οποίες είχαν παραδοθεί με προδοσία στους Μωαμεθανούς από τον Μωαμεθανό υποτακτικό του, τον Καδή Mansur Ibn Ναμπίλ. Ήταν ευτυχής να δεχτεί μια ανακωχή από τον Saladin που του επέτρεψε να διατηρήσει την Αντιόχεια και το λιμένα της του Αγίου Συμεών. 

Η Τρίπολη είχε σωθεί για το γιο του μόνο χάρη στην επέμβαση του Σικελικού στόλου. Όταν ο Frederick της Swabia και τα κατάλοιπα του στρατού του Barbarossa είχαν φθάσει στην Αντιόχεια, ο Bohemund έκανε μια πρόταση να πολεμήσουν γι' αυτόν κατά των Μωαμεθανών στο βορρά, αλλά όταν αυτοί κατευθύνθηκαν προς νότο, δεν έλαβε ενεργό μέρος στη Σταυροφορία, εκτός από μια επίσκεψη φιλοφρονήσεως που έκανε στον Βασιλέα Richard στην Κύπρο. Στο μεταξύ είχε αλλάξει τη στάση του σχετικά προς την πολιτική των Παλαιστινιακών κομμάτων.

 
Μόλις πέθανε ο εξάδελφός του, Raymond της Τριπόλεως και εξασφάλισε την κληρονομιά του για το γιο του, έδωσε την υποστήριξή του στον Guy de Lusignan και στους φίλους του, προφανώς από φόβο μήπως ο Conrad de Montferrat είχε σχέδια για την Τρίπολη. Δεν ήθελε έναν ισχυρό επιθετικό Βασιλέα στα νότια σύνορά του, γιατί ήταν εξ ολοκλήρου απασχολημένος σε μια έριδα με τον προς βορρά γείτονά του, τον Ρουπένιο ηγεμόνα της Αρμενίας, Λέοντα II, αδελφό και κληρονόμο του Rupen III. 

Κατά την ανάρρησή του στο θρόνο το 1186, ο Λέων II επιζήτησε συμμαχία με τον Bohemund και αναγνώρισε την επικυριαρχία του. Οι δύο ηγεμόνες ενώθηκαν για ν' αποκρούσουν μια Τουρκομανική επιδρομή το 1187, και πολύ σύντομα κατόπιν ο Λέων παντρεύτηκε μια ανιψιά της πριγκίπισσας Sibylla. Περίπου τον ίδιο καιρό δάνεισε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στον Bohemund.

Αλλά εκεί τερματίσθηκε η φιλία τους. Ο Bohemund δεν έδειξε προθυμία να επιστρέψει το δάνειο, και όταν ο Saladin εισέβαλε σε εδάφη της Αντιόχειας, ο Λέων παρέμεινε προσεκτικά ουδέτερος. Το 1191, ο Saladin κατεδάφισε τα τείχη του μεγάλου φρουρίου της Baghras, το οποίο είχε κυριεύσει από τους Knights. Μόλις είχαν φύγει οι εργάτες του, εμφανίσθηκε ο Λέων και ανακατέλαβε την πόλη και ξανάχτισε το φρούριο. Ο Bohemund απαίτησε ν' αποδοθεί πάλι στους Knights και, όταν ο Λέων αρνήθηκε, παραπονέθηκε στον Saladin. 

Ο Saladin ήταν απασχολημένος αλλού και δεν μπορούσε να επέμβει και η Baghras παρέμεινε στην κατοχή του Λέοντος. Ο Λέων όμως είχε εκμανεί για την έκκληση του Bohemund προς τον Saladin και η μνησικακία του καλλιεργήθηκε από τη σύζυγο του Bohemund, Sibylla, η οποία ήλπιζε να χρησιμοποιήσει τη βοήθειά του για να εξασφαλίσει την κληρονομιά της Αντιόχειας υπέρ του δικού της γιου William εις βάρος των προγονών της. Τον Οκτώβριο του 1193, ο Λέων κάλεσε τον Bohemund να πάει στην Baghras για να συζητήσουν το όλο ζήτημα. 

Ο Bohemund έφθασε συνοδευόμενος από τη Sibylla και το γιο της, και δέχτηκε τη φιλοξενία του Λέοντος μέσα στα τείχη του φρουρίου. Μόλις μπήκε πιάστηκε αιχμάλωτος από τον οικοδεσπότη, μαζί με όλη την ακολουθία του· του είπαν ότι θ' αφηνόταν ελεύθερος μόνο αν παραχωρούσε την επικυριαρχία της Αντιόχειας στον Λέοντα. Ο Bohemund δέχτηκε με πονηρία τους όρους, πεισθείς, ίσως, από τη Sibylla η οποία ήλπισε ότι ο Λέων ως επικυρίαρχος της Αντιόχειας θα έδινε τη διαδοχή της στο γιο της. 

Ο marshal του Bohemund, Βαρθολομαίος Τιρέλ, και ο γαμπρός του Λέοντος από ανιψιά του, Χεθούν της Σασούν, εστάλησαν στην Αντιόχεια με Αρμενικά στρατεύματα για να ετοιμάσουν την πόλη για το νέο καθεστώς. Όταν η αντιπροσωπεία έφθασε στην Αντιόχεια, οι εκεί Βαρόνοι, οι οποίοι δεν έτρεφαν μεγάλη συμπάθεια για τον Bohemund και πολλοί από τους οποίους είχαν Αρμενικό αίμα, ήσαν πρόθυμοι να δεχτούν τον Λέοντα ως επικυρίαρχο, και επέτρεψαν στον Βαρθολομαίο να φέρει τους Αρμένιους στρατιώτες μέσα στην πόλη και να τους εγκαταστήσει στο παλάτι. 

Αλλά οι αστοί πολίτες, Έλληνες και Λατίνοι, έμειναν κατάπληκτοι. Πίστεψαν ότι ο Λέων είχε σκοπό να κυβερνήσει την πόλη ο ίδιος και ότι θα έβαζε τους Αρμένιους από πάνω τους. Όταν ένας Αρμένιος στρατιώτης μίλησε με ασέβεια για τον Άγιο Ιλαρίωνα, τον Φράγκο επίσκοπο στον οποίο ήταν αφιερωμένο το παρεκκλήσι των ανακτόρων, ένας κελάρης που ήταν παρών, άρχισε να του πετάει πέτρες. Αμέσως έγινε εξέγερση στο παλάτι η οποία απλώθηκε σ' όλη την πόλη.


Οι Αρμένιοι διώχτηκαν έξω και φρόνιμα αποτραβήχτηκαν με τον Hethoum της Σασούν στη Baghras. Οι πολίτες τότε συγκεντρώθηκαν στη μητρόπολη του Αγίου Πέτρου, με τον πατριάρχη επικεφαλής των, και όρισαν μια κοινότητα ν' αναλάβει τη διοίκηση της πόλεως. Για να νομιμοποιήσουν τη θέση των, τα εκλεγέντα μέλη της έσπευσαν να δώσουν όρκο πίστεως στο μεγαλύτερο γιο του Bohemund, Raymond, ώσπου να επιστρέψει ο Bohemund. Ο Raymond δέχτηκε τον όρκο τους και αναγνώρισε τις διεκδικήσεις των.

Στο μεταξύ έστειλαν αγγελιαφόρους στον αδελφό του Bohemund της Τριπόλεως και στον Henry της Champagne, παρακαλώντας τους να έρθουν και να σώσουν την Αντιόχεια από τους Αρμένιους. Το επεισόδιο έδειξε ότι ενώ οι Βαρόνοι της Αντιόχειας ήσαν πρόθυμοι να προχωρήσουν περισσότερο από τους εξαδέλφους των της Ιερουσαλήμ για να ταυτίσουν τους εαυτούς των με τους Χριστιανούς της Ανατολής, η αντίδραση κατ' αυτής της συγχωνεύσεως προήλθε από την εμπορική κοινότητα. 

Αλλά οι περιστάσεις ήσαν διαφορετικές από εκείνες που επικρατούσαν στο Βασίλειο λίγα χρόνια πρωτύτερα. Και οι Φράγκοι και οι Έλληνες της Αντιόχειας θεωρούσαν τους Αρμένιους ως βαρβάρους ορεινούς. Η Λατινική Εκκλησία, στο πρόσωπο του Πατριάρχη, έδειξε τη συμπάθειά της προς την κοινότητα, αλλά είναι αμφίβολο αν έπαιξε ηγετικό ρόλο στην εγκατάστασή της. Ο Πατριάρχης, Ralph II, ήταν ένας αδύνατος και ηλικιωμένος άνθρωπος ο οποίος πολύ πρόσφατα είχε διαδεχθεί τον τρομερό Aimery of Limoges. 

Είναι πολύ πιθανότερο ότι οι κυριότεροι παράγοντες για την ίδρυσή της υπήρξαν οι Ιταλοί έμποροι που φοβήθηκαν για το εμπόριό των υπό Αρμενική κυριαρχία. Η ιδέα μιας κοινοτικής κυβερνήσεως εκείνη την εποχή μπορούσε ευκολότερα να γεννηθεί σε έναν Ιταλό παρά σε ένα Γάλλο. Αλλά όποιος και αν δημιούργησε την κοινότητα, οι Έλληνες της Αντιόχειας πολύ σύντομα έπαιξαν ηγετικό ρόλο σ' αυτήν.

Ο Bohemund της Τριπόλεως έσπευσε στην Αντιόχεια συμμορφούμενος προς την πρόσκληση του αδελφού του· και ο Λέων αντιλήφθηκε ότι είχε χάσει την ευκαιρία του. Αποσύρθηκε με τους αιχμαλώτους του στην πρωτεύουσά του, Sis. Στις αρχές της επόμενης ανοίξεως, ο Henry της Champagne αποφάσισε να επέμβει. Ήταν ευτυχής σύμπτωση το ότι οι Σαρακηνοί δεν ήσαν σε θέση, μετά τον θάνατο του Saladin, να είναι επιθετικοί, αλλά μια τόσο επικίνδυνη κατάσταση δεν επιτρεπόταν να συνεχισθεί. 

Καθώς βάδιζε προς βορρά συναντήθηκε με μια πρεσβεία των Ασσασσίνων. Ο Γέρος των Βουνών, Σινάν, είχε πεθάνει λίγο πριν· και ο διάδοχός του ήθελε ν' αναβιώσει τη φιλία που υπήρχε μεταξύ της αιρέσεώς του και των Φράγκων. Έστειλε την αίτηση συγγνώμης του για τη δολοφονία του Conrad de Montferrat, ένα έγκλημα το οποίο ο Henry δεν δυσκολεύτηκε να συγχωρήσει, και κάλεσε τον Henry να επισκεφθεί το φρούριό του στο al-Καχφ.

Εκεί σε μια τραχεία ράχη των βουνών Nosairi, προσφέρθηκαν στον Henry πλούσιες περιποιήσεις. Τoυ έδειξαν, ώσπου ο ίδιος παρακάλεσε να σταματήσει η επίδειξη, πόσο πρόθυμα τα μέλη της αιρέσεώς των θα σκοτώνονταν εκτελώντας τις διαταγές του Σεΐχη των. Έφυγε φορτωμένος πλούσια δώρα και με τη φιλική υπόσχεση των Ασσασσίνων να δολοφονήσουν οποιονδήποτε από τους εχθρούς του θα ήθελε να κατονομάσει.


Από το al-Kahf ο Henry ανέβηκε κατά μήκος της ακτής ως την Αντιόχεια, όπου δεν σταμάτησε παρά ελάχιστα για να συνεχίσει την πορεία του μέσα στην Αρμενία. Ο Λέων, που δεν είχε διάθεση ν' αντιμετωπίσει ανοιχτό πόλεμο, τον συνάντησε προ της Sis, πρόθυμος να διαπραγματευθεί μια τακτοποίηση. Συμφωνήθηκε ότι ο Bohemund θ' απελευθερωνόταν χωρίς λύτρα, ότι η Baghras και η γύρω της χώρα θ' αναγνωριζόταν ως Αρμενικό έδαφος και ότι κανένας ηγεμών δεν θα ήταν επικυρίαρχος του άλλου. 

Για να επισφραγίσουν τη συνθήκη και τελικά, όπως ήλπιζαν, να ενώσουν τα πριγκιπάτα, ο κληρονόμος του Bohemund Raymond θα παντρευόταν την ανιψιά του Λέοντος και επίδοξο κληρονόμο του, Αλίκη, θυγατέρα του Rupen III. Είναι αλήθεια ότι η Αλίκη ήταν ήδη παντρεμένη με τον Χεθούν της Σασούν. Αλλά η δυσκολία ξεπεράστηκε εύκολα. Ο Χεθούν βρήκε ξαφνικό και επίκαιρο θάνατο.

Η τακτοποίηση έδινε υπόσχεση για ειρήνη στο βορρά και ο Henry ως αρχιτέκτων της δείχθηκε άξιος διάδοχος των πρώτων Βασιλέων της Ιερουσαλήμ. Επέστρεψε προς νότο με το γόητρο του πολύ εξυψωμένο. Ωστόσο, οι φιλοδοξίες του Λέοντος δεν ικανοποιήθηκαν. Ξέροντας ότι ο Amalric της Κύπρου επιζητούσε ένα βασιλικό στέμμα, ακολούθησε το παράδειγμά του. Αλλά η νομική γνώμη της εποχής θεωρούσε ότι ένα στέμμα μπορούσε να παραχωρηθεί από έναν Αυτοκράτορα ή, κατά τους Φράγκους, από τον Πάπα. 

Το Βυζάντιο, αποκομμένο τώρα από την Κιλικία και τη Συρία από τις κατακτήσεις των Σελτζούκων, δεν ήταν πια αρκετά ισχυρό, ώστε οι τίτλοι του να έχουν βαρύτητα στους Φράγκους, στους οποίους ο Λέων ήθελε να κάνει εντύπωση. Γι' αυτό έστειλε στον δυτικό Αυτοκράτορα, Henry VI. Ο Henry χρονοτρίβησε. Ήλπιζε να πάει σύντομα στην Ανατολή και θα εξέταζε τότε την Αρμενική υπόθεση. Γι' αυτό ο Λέων πλησίασε τον πάπα, Celestine III. 

Βρισκόταν ήδη σε επαφή με τη Ρώμη τον καιρό του Clement III, προβάλλοντας την υπαγωγή της εκκλησίας του υπό τον Πάπα· γιατί ήξερε ότι ως αρχηγός ενός αιρετικού κράτους δεν θα γινόταν ποτέ παραδεκτός ως επικυρίαρχος από τους Φράγκους. Ο δικός του κλήρος, ζηλότυπος για την ανεξαρτησία του και την πίστη του, αντιτάχθηκε με βιαιότητα σ' αυτές τις ερωτοτροπίες του. Αλλά ο Λέων επέμεινε με υπομονή. 

Τελικά, οι επίσκοποί του πείσθηκαν με δυσφορία ότι η Παπική επικυριαρχία θα ήταν μόνο ονομαστική και δεν θα άλλαζε τίποτα, ενώ στους Λεγάτους του Celestine έλεγε ότι οι επίσκοποι είχαν ομόφωνα αποδεχτεί την αλλαγή. Ο Πάπας είχε συστήσει ανεκτικότητα και τακτ· γι' αυτό οι Λεγάτοι δεν έκαναν ερωτήσεις. Στο μεταξύ ο Αυτοκράτωρ Henry, ο οποίος τώρα είχε υποσχεθεί το στέμμα στον Amalric, έδωσε την ίδια υπόσχεση στον Λέοντα, με αντάλλαγμα την αναγνώριση των επικυριαρχικών δικαιωμάτων του επί της Αρμενίας. Η τελική στέψη θα γινόταν κατά την άφιξή του.

Δεν πήγε ποτέ στην Ανατολή, αλλά τον Ιανουάριο του 1198, λίγο μετά το θάνατό του, ο Καγκελάριός του, Conrad του Χιλδεσχάιμ ήρθε μαζί με τον παπικό λεγάτο, Conrad αρχιεπίσκοπο της Μάιντς, στην Sis και παρέστη σε μια μεγάλη τελετή στέψεως. Ο Αυτοκράτωρ της Ανατολής, Αλέξιος Άγγελος, ελπίζοντας να διατηρήσει κάποια επιρροή στην Κιλικία, είχε στείλει στον Λέοντα, λίγους μήνες πρωτύτερα, ένα Βασιλικό στέμμα, το οποίο έγινε δεκτό με ευγνωμοσύνη.

 
Ο Αρμένιος Καθολικός, Γρηγόριος Αμπιράδ, τοποθέτησε το στέμμα στο κεφάλι του Λέοντος, ενώ ο Conrad του έδωσε ένα Βασιλικό σκήπτρο. Ο Ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος της Ταρσού, ο Ιακωβίτης πατριάρχης και πρέσβεις του χαλίφη παρευρέθηκαν στην τελετή, όπως και πολλοί από την αριστοκρατία της Αντιόχειας. Ο Λέων μπορούσε να ισχυρισθεί ότι ο τίτλος του είχε αναγνωρισθεί από όλους τους υπηκόους του και τους γείτονές του.

Αυτή η μέρα υπήρξε μεγάλη για τους Αρμένιους, οι οποίοι είδαν σ' αυτή μια αναβίωση του αρχαίου Βασιλείου των Αρμενίων, και ολοκλήρωσε την ενσωμάτωση της Ρουπένιας Ηγεμονίας μέσα στον κόσμο της Φραγκικής Ανατολής. Αλλά είναι αμφίβολο αν η πολιτική του Λέοντος ήταν προς το συμφέρον των Αρμενίων ως συνόλου, γιατί ξεχώριζε τους Αρμένιους της παλιάς Μεγάλης Αρμενίας,

Ο Henry της Champagne δεν τους δέχτηκε με ευχαρίστηση. Είχε μάθει από την πείρα πόσο ανόητο είναι να προκαλεί κανείς έναν πόλεμο που δεν είναι αναγκαίος. Οι κυριότεροι σύμβουλοί του ήσαν οι Ibelin, ο πατριός της συζύγου του και οι ετεροθαλείς αδελφοί της και οι άρχοντες της Τιβεριάδος, οι προγονοί του Raymond της Τριπόλεως. Εκείνοι, πιστοί στις παραδόσεις των οικογενειών των, συνέστησαν μια συνεννόηση με τους Μωαμεθανούς και μια λεπτή διπλωματία που θα έστρεφε τους γιους και τους αδελφούς του Saladin τούς μεν εναντίον των δε. 

Η πολιτική είχε αποδειχθεί επιτυχής και η ειρήνη, ζωτική για την ανάρρωση του Χριστιανικού Βασιλείου, είχε διατηρηθεί παρά την πρόκληση του πειρατή Εμίρη της Βηρυτού, Usamah, τον οποίον ούτε ο al-Adil της Δαμασκού ούτε ο al-Aziz του Καΐρου μπορούσε να χειραγωγήσει. Η Βηρυτός και η Σιδών εξακολουθούσαν να είναι σε μωαμεθανικά χέρια και χώριζαν το Βασίλειο από την Κομητεία της Τριπόλεως. Στις αρχές του 1197, το χάσμα αυτό καλύφθηκε εν μέρει με την ανάκτηση της Jebeil. 

Η κυρία της Στεφανία de Milly, ήταν ανιψιά του Reynald της Σιδώνος και είχε τα χαρίσματά του να μπορεί να διαπραγματεύεται με τους Μωαμεθανούς. Μια μηχανορραφία με έναν Κούρδο Εμίρη της επέτρεψε ν' ανακαταλάβει την πόλη χωρίς μάχη και να την παραδώσει στο γιο της. Οι Γερμανοί είχαν έρθει αποφασισμένοι να πολεμήσουν. Χωρίς να σταματήσουν να συμβουλευθούν την κυβέρνηση στην Acre, οι πρώτοι που έφθασαν βάδισαν κατ' ευθείαν μέσα σε Μωαμεθανικό έδαφος στη Γαλιλαία. Η εισβολή ξύπνησε τους Μωαμεθανός. 

Ο al-Adil, στον οποίον ανήκε η χώρα, κάλεσε τους συγγενείς του να λησμονήσουν τις φιλονικίες των και να ενωθούν μαζί του. Μόλις είχαν περάσει τα σύνορα οι Γερμανοί τούς έφθασε η είδηση ότι ο al-Adil πλησίαζε. Η φήμη υπερέβαλε εξαιρετικά τη δύναμη του στρατού του· και, χωρίς να περιμένουν να τον συναντήσουν, οι Γερμανοί έφυγαν πανικόβλητοι προς την Acre. Οι ιππότες, στη βιασύνη τους, εγκατέλειψαν τους πεζούς. 

Φαινόταν ότι ο al-Adil θα βάδιζε χωρίς να συναντήσει αντίσταση μέσα στην Acre. Αλλά ο Henry, κατά σύσταση του Hugh της Τιβεριάδος, έσπευσε με τους ιππότες του και με όσους Ιταλούς στρατιώτες μπόρεσε να συγκεντρώσει, για να ενισχύσει τους Γερμανούς στρατιώτες του πεζικού, οι οποίοι, ανδρειότεροι από τους αρχηγούς των, ήσαν τώρα πρόθυμοι να κρατήσουν σταθερά.


Έστρεψε προς νότο και βάδισε κατά της Jaffa. Η Jaffa ήταν καλά οχυρωμένη, αλλά η φρουρά της ήταν μικρή και ο Henry δεν είχε τον τρόπο να την συμπληρώσει. Ο Amalric de Lusignan είχε κυβερνήσει την πόλη πριν να πάει στην Κύπρο. Ο Henry την προσέφερε τώρα πάλι σ' αυτόν αν θα ήθελε να την υπερασπίσει. Ήταν προτιμότερο να έχει εκεί τους Κυπρίους παρά ν' αφήσει την πόλη να πέσει στα χέρια των Μωαμεθανών ή των ανεύθυνων Γερμανών. 

Μόλις η προσφορά έφθασε σ' αυτόν, ο Amalric έστειλε έναν από τους Βαρόνους του, τον Reynald Μπαρλαί, ν' αναλάβει τη διοίκηση της Jaffa και να προβεί στις ετοιμασίες που έπρεπε για την επικείμενη πολιορκία. Αλλά ο Reynald ήταν άνθρωπος που ενδιαφερόταν μόνο για την καλοπέρασή του. Σε λίγο έφθασαν ειδήσεις στην Acre ότι περνούσε τον καιρό του σε γλέντια και δεν είχε καμιά διάθεση να προβάλει αντίσταση στον al-Adil. Γι' αυτό ο Henry συγκέντρωσε ό,τι στρατεύματα μπόρεσε στην Acre και ζήτησε από την εκεί Πιζανική παροικία να του δώσει ενισχύσεις.

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1197 τα στρατεύματά του είχαν συγκεντρωθεί στην αυλή του παλατιού και ο Henry τα επιθεωρούσε από το παράθυρο μιας από τις επάνω στοές. Εκείνη τη στιγμή μπήκαν στο δωμάτιο απεσταλμένοι από την Πιζανική παροικία. Ο Henry γύρισε για να τους χαιρετήσει, και κατόπιν, λησμονώντας πού βρισκόταν, έκανε πίσω μέσ' από το ανοιχτό παράθυρο. Ο μικρός του νάνος, Σκάρλετ, στεκόταν πλάι του και τον άρπαξε από τα ρούχα του για να τον συγκρατήσει. 

Αλλά ο Henry ήταν πολύ βαρύς και ο Σκάρλετ πολύ ελαφρός. Έπεσαν μαζί στο δάπεδο της αυλής και σκοτώθηκαν. Ο ξαφνικός θάνατος του Henry της Champagne προξένησε γενική θλίψη σε όλο το Βασίλειο. Ήταν πολύ δημοφιλής. Αν και άνθρωπος χωρίς εξαιρετικά φυσικά χαρίσματα, είχε κατορθώσει με το τακτ, με την επιμονή του και με τη χρησιμοποίηση καλών συμβούλων, ν' αποδειχθεί ικανός κυβερνήτης, πρόθυμος να επωφελείται από την πείρα και να μαθαίνει. Είχε παίξει χρήσιμο ρόλο στην εξασφάλιση της συνέχειας του Βασιλείου. 

Αλλά οι Βαρόνοι δεν είχαν καιρό να χάσουν σε εκδηλώσεις λύπης. Έπρεπε να βρεθεί γρήγορα νέος κυβερνήτης, γι ν' αντιμετωπίσει τον πόλεμο με τους Σαρακηνούς και τη Γερμανική Σταυροφορία και όλα τα άλλα κανονικά προβλήματα της κυβερνήσεως. Η χήρα του Henry, πριγκίπισσα Isabella, ήταν πάρα πολύ ταραγμένη από τη συμφορά που την είχε βρει, ώστε να μπορέσει ν' αναλάβει αυτή· ήταν όμως το κεντρικό πρόσωπο, ο άξονας στροφής, ως κληρονόμος της Βασιλικής γραμμής. 

Από τα παιδιά της με τον Henry ζούσαν δύο μικρά κορίτσια, η Αλίκη και η Φιλίππα. Η κόρη της από τον Conrad, Μαρία de Montferrat, γνωστή από τον τίτλο του πατέρα της ως η μαρκησία, ήταν μόλις πέντε χρονών. Ήταν φανερό ότι η Isabella έπρεπε να ξαναπαντρευτεί. Αλλά οι Βαρόνοι, ενώ αναγνώριζαν τη θέση της ως κληρονόμου, θεωρούσαν ότι ήταν δική τους αποστολή να διαλέξουν τον επόμενο σύζυγό της. Δυστυχώς δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν στον κατάλληλο υποψήφιο. Ο Hugh της Τιβεριάδος και οι φίλοι του πρότειναν τον αδελφό του Ralph. 

Η οικογένειά του, ο οίκος των Φάλκονμπεργκ de Saint Omer, ήταν ένας από τους πιο εξέχοντες του Βασιλείου. Αλλά ήταν φτωχός. Είχαν χάσει τις χώρες και τις περιουσίες των στη Γαλιλαία μετά την κατάληψή της από τους Μωαμεθανούς· και ο Ralph ήταν νεώτερος γιος. Ήταν γενικά αισθητό ότι του έλλειπε ο απαιτούμενος πλούτος και το γόητρο. Ιδιαίτερα, τα στρατιωτικά τάγματα έδειχναν αντίθεση στην υποψηφιότητά του. Ενώ οι συζητήσεις προχωρούσαν, ήρθε η είδηση ότι η Jaffa είχε πέσει χωρίς ν' αντισταθεί. Ο Δούκας της Βραβάντης είχε ξεκινήσει να πάει να τη βοηθήσει.

 
Τώρα γύρισε πίσω στην Acre και ανέλαβε τη διεύθυνση της κυβερνήσεως. Λίγες μέρες αργότερα, στις 20 Σεπτεμβρίου ο Conrad της Μάιντζ και οι Γερμανοί αρχηγοί ήρθαν από την Κύπρο. Ο Conrad, ως ιεράρχης της Δυτικής Αυτοκρατορίας και έμπιστος του Αυτοκράτορα και επίσης ως φίλος του νέου Πάπα Innocent III, ήταν άνθρωπος με τεράστιο κύρος. Όταν πρότεινε ότι ο θρόνος έπρεπε να προσφερθεί στον βασιλέα της Κύπρου, δεν υπήρξε αντίδραση, εκτός μόνο από τον πατριάρχη, Aymar τον Μοναχό, τον οποίο όμως ούτε ο δικός του κλήρος υποστήριζε. 

Η εκλογή φάνηκε εξαιρετική. Η πρώτη σύζυγος του Amalric, Eschiva d'Ibelin, είχε πρόσφατα πεθάνει. Ήταν ελεύθερος να παντρευτεί την Isabella. Αν και πολλοί από τους Σύρους Βαρόνους δεν μπορούσαν να λησμονήσουν ότι ήταν ένας Lusignan, αυτός είχε επιδεικτικά εγκαταλείψει κάθε κομματική πολιτική, και είχε αποδειχθεί κατά πολύ ικανότερος άνθρωπος από το νεώτερο αδελφό του Guy. Η εκλογή του άρεσε στον Πάπα, στον οποίο φάνηκε φρόνιμο να συνδυασθεί η Λατινική Ανατολή υπό έναν αρχηγό. Αλλά το κίνητρο του Καγκελαρίου Conrad είχε αλλού τη ρίζα του. 

Ο Amalric χρωστούσε το Κυπριακό του στέμμα στον Αυτοκράτορα Henry, του οποίου είχε γίνει υποτελής. Ως Βασιλεύς της Ιερουσαλήμ δεν θα μετέφερε το νέο του Βασίλειο υπό την Αυτοκρατορική επικυριαρχία; Ο ίδιος ο Amalric δίστασε για λίγο. Μόνο τον Ιανουάριο του 1198 ήρθε στην Acre. Την επομένη της αφίξεώς του παντρεύτηκε την πριγκίπισσα Isabella και λίγες μέρες αργότερα, ο Πατριάρχης τους έστεψε Βασιλέα και Βασίλισσα της Ιερουσαλήμ.

Η ένωση των στεμμάτων δεν επρόκειτο να είναι πλήρης όπως ο Πάπας και οι Αυτοκρατορικοί είχαν ελπίσει. Ο Amalric το είχε διευκρινίσει από την αρχή ότι τα δύο Βασίλεια θα διοικούνταν χωριστά και ότι δεν επρόκειτο να δαπανηθούν Κυπριακά χρήματα για την άμυνα των Ηπειρωτικών εδαφών. Ο ίδιος ήταν μόνο ένας προσωπικός δεσμός μεταξύ των. Η Κύπρος ήταν κληρονομικό Βασίλειο και κληρονόμος του εκεί ήταν ο γιος του Hugh. 

Στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ το κληρονομικό δικαίωμα είχε γίνει δεκτό από το δημόσιο αίσθημα, αλλά το ανώτατο δικαστήριο είχε επιφυλάξει στον εαυτό του το δικαίωμα της εκλογής στο θρόνο. Εκεί ο Amalric χρωστούσε τη θέση του στη σύζυγό του. Αν αυτός θα πέθαινε, εκείνη θα έπρεπε να ξαναπαντρευτεί, και ο νέος της σύζυγος να γίνει δεκτός ως Βασιλεύς. Και κληρονόμος της ήταν η κόρη της Μαρία de Montferrat. Έστω και αν γεννούσε γιο στον Amalric ήταν αμφίβολο αν το παιδί ενός τέταρτου γάμου θα μπορούσε να διεκδικήσει προτεραιότητα από ένα παιδί από δεύτερο γάμο. 

Αλλά τα μοναδικά παιδιά τους υπήρξαν δύο θυγατέρες, η Sibylla και η Melisende. Αν και θεωρούσε τον εαυτό του μόλις κάτι παραπάνω από αντιβασιλέα, ο Amalric υπήρξε ικανός και δραστήριος κυβερνήτης. Έπεισε το ανώτατο δικαστήριο να συνεργασθεί μαζί του σε μια αναθεώρηση του πολιτεύματος, για να καθορισθούν σαφώς τα Βασιλικά δικαιώματα. Ιδιαίτερα, απαίτησε να συμβουλευθούν τον Ralph της Τιβεριάδος, τον αντίπαλό του για το θρόνο, τον οποίον, όπως μας λένε, εκτιμούσε αλλά δεν συμπαθούσε. 

Ο Ralph φημιζόταν για τις νομικές του γνώσεις, και ήταν φυσικό να του ζητηθεί να εκδώσει το Livre au Roi, όπως ονομάστηκε η νέα έκδοση των νόμων. Αλλά ο Amalric φοβόταν ότι οι νομικές γνώσεις του Ralph μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον του. Το Μάρτιο του 1198, όταν η αυλή περνούσε μέσ' από τους δενδρόκηπους που περιέβαλλαν την Τύρο, τέσσερις Γερμανοί ιππείς κάλπασαν προς τον Βασιλέα και επέπεσαν εναντίον του.

 
Ο Βασιλεύς σώθηκε χωρίς σοβαρό τραυματισμό. Οι δράστες αρνήθηκαν να πουν για λογαριασμό ποιου ενεργούσαν· αλλά ο Amalric ανάγγειλε ότι ένοχος ήταν ο Ralph και τον καταδίκασε σε εξορία. Ο Ralph, όπως είχε δικαίωμα, ζήτησε να δικαστεί από τους ομότιμούς του. Ο Jean d'Ibelin, ετεροθαλής αδελφός της Βασιλίσσης, έπεισε τον Βασιλέα ότι έπρεπε να υποβάλει την υπόθεση στο ανώτατο δικαστήριο, το οποίο βρήκε ότι ο Βασιλεύς είχε ενεργήσει κακώς εξορίζοντας τον Ralph χωρίς δίκη. 

Το ζήτημα λύθηκε μόνο όταν, προφανώς χάρη στη διακριτική παρέμβαση του Jean d'Ibelin, ο ίδιος ο Ralph δήλωσε ότι επειδή είχε χάσει την εύνοια του Βασιλέως θα πήγαινε σε εκούσια εξορία, και αποσύρθηκε στην Τρίπολη. Το επεισόδιο έδειξε στους Βαρόνους ότι δεν μπορούσαν ν' αντιτάσσονται στον Βασιλέα ατιμωρητί, αλλά έδειξε και στον Βασιλέα ότι έπρεπε να συμμορφώνεται προς το πολίτευμα.

Η εξωτερική του πολιτική υπήρξε ρωμαλέα και εύκαμπτη. Τον Οκτώβριο του 1197, πριν ακόμα αποδεχτεί τον θρόνο, είχε βοηθήσει τον Henry της Βραβάντης να επωφεληθεί από τη Μωαμεθανική συγκέντρωση στη Jaffa, στέλνοντας ξαφνικά ένα εκστρατευτικό σώμα, αποτελούμενο από Γερμανούς και Βραβαντίους, υπό την ηγεσία του Henry, ν' ανακτήσει τη Σιδώνα και τη Βηρυτό. Η Σιδών είχε ήδη κατεδαφισθεί από τους Μωαμεθανούς, οι οποίοι την είχαν θεωρήσει ότι δεν μπορούσε να κρατηθεί. Όταν οι Χριστιανοί έφθασαν εκεί βρήκαν την πόλη ένα σωρό από ερείπια. 

Ο πειρατής-Εμίρης Usamah στη Βηρυτό, βρίσκοντας ότι ο al-Adil δεν του έστελνε βοήθεια, αποφάσισε να καταστρέψει την πόλη του. Αλλά άρχισε πολύ αργά. Όταν ο Henry και τα στρατεύματά του έφθασαν εκεί, βρήκαν τα τείχη κατεδαφισμένα, και μπόρεσαν να μπουν εύκολα μέσα, αλλά ο όγκος της πόλεως ήταν σχεδόν ανέπαφος και επισκευάστηκε σύντομα. Η Βηρυτός δόθηκε ως τιμάριο στον ετεροθαλή αδελφό της Βασιλίσσης, Jean d'Ibelin. Με τη Jebeil ήδη αποδοθείσα στους χριστιανούς κυρίους της, το Βασίλειο είχε και πάλι σύνορα με την κομητεία της Τριπόλεως. 

Αλλά η ακτή γύρω από τη Σιδώνα δεν είχε ακόμα πλήρως εκκαθαρισθεί από τον εχθρό, ο οποίος παρέμενε κατέχοντας τα μισά προάστια. Παίρνοντας θάρρος από τις επιτυχίες των στη Βηρυτό, οι Γερμανοί σταυροφόροι, με τον αρχιεπίσκοπο επικεφαλής των, σχεδίασαν κατόπιν να βαδίσουν κατά της Ιερουσαλήμ. Οι Σύροι βαρόνοι, οι οποίοι είχαν ελπίσει ν' αποκαταστήσουν την ειρήνη με τον al-Adil με βάση την παραχώρηση της Jaffa και τη διατήρηση της Βηρυτού, επιχείρησαν εις μάτην να τους αποτρέψουν. Το Νοέμβριο του 1197, οι Γερμανοί εισέβαλαν στη Γαλιλαία και πολιόρκησαν το μεγάλο φρούριο της Toron. 

Τόσο σφοδρή ύπαρξε η πρώτη έφοδος, ώστε η Μωαμεθανική φρουρά πρότεινε να εγκαταλείψει το φρούριο με τους πεντακόσιους Χριστιανούς αιχμαλώτους μέσα στις φυλακές του, αν οι αμυνόμενοι θα εξασφάλιζαν τη ζωή τους και τα ατομικά τους υπάρχοντα. Αλλά ο Αρχιεπίσκοπος Conrad επέμεινε σε παράδοση άνευ όρων και οι Φράγκοι Βαρόνοι, θέλοντας να έχουν τη φιλία του al-Adil και φοβούμενοι ότι μια σφαγή θα προκαλούσε έναν Μωαμεθανικό Jihad, έστειλαν να ειδοποιήσουν τον σουλτάνο ότι οι Γερμανοί δεν είχαν σκοπό να χαρίσουν τη ζωή στους αμυνόμενους.

Οι Γερμανοί άρχισαν να κουράζονται και να χαλαρώνουν την προσπάθειά των. Στο μεταξύ έφθασαν ειδήσεις στην Acre ότι ο Αυτοκράτωρ Henry είχε πεθάνει το Σεπτέμβριο. Γι' αυτό το λόγο πολλοί από τους αρχηγούς ήθελαν να επιστρέψουν στον τόπο τους. Και όταν ακολούθησε άλλη είδηση για εμφύλιο πόλεμο στη Γερμανία, ο Conrad και οι συνάδελφοί του αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πολιορκία. Στις 2 Φεβρουαρίου 1198 ο Αιγυπτιακός στρατός πλησίασε από το νότο.

 
Οι Γερμανοί στρατιώτες ήσαν έτοιμοι να δώσουν μάχη, όταν ξαφνικά κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο Καγκελάριος και οι μεγάλοι άρχοντες είχαν φύγει. Τότε δημιουργήθηκε γενικός πανικός. Ολόκληρος ο στρατός τράπηκε σε φυγή και δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν ένιωσε ασφάλεια μέσα στην Τύρο. Λίγες μέρες αργότερα άρχισε να επιβιβάζεται για την επιστροφή του στην Ευρώπη. Ολόκληρη η Σταυροφορία υπήρξε ένα φιάσκο και δεν είχε κάνει τίποτα για ν' αποκαταστήσει το Γερμανικό γόητρο. 

Ωστόσο είχε βοηθήσει στην ανάκτηση της Βηρυτού για τους Φράγκους· και άφησε ένα μόνιμο θεσμό πίσω της στην οργάνωση τον Τευτόνων Ιπποτών. Τα παλιότερα στρατιωτικά τάγματα, αν και επισήμως ήσαν διεθνή, είχαν στρατολογήσει πολύ λίγους Γερμανούς ως μέλη των. Τον καιρό της Τρίτης Σταυροφορίας, μερικοί έμποροι της Βρένης και της Λυβέκκης οργάνωσαν ένα ξενοδοχείο για Γερμανούς στην Acre στις γραμμές του Hospital του Αγίου Ιωάννου. 

Είχε αφιερωθεί στην Παναγία και φρόντιζε για την περίθαλψη των Γερμανών προσκυνητών. Η άφιξη των Γερμανικών εκστρατευτικών σωμάτων το 1197 αναπόφευκτα αύξησε τη σημασία του. Όταν ένας αριθμός από Γερμανούς ιππότες αποφάσισαν να μην επιστρέψουν αμέσως στη Γερμανία, η οργάνωση αντέγραψε το παράδειγμα του Hospital του Αγίου Ιωάννου έναν αιώνα πρωτύτερα. Ενσωμάτωσε αυτούς τους ιππότες και το 1198 αναγνωρίστηκε από τον βασιλέα και από τον Πάπα ως στρατιωτικό τάγμα. 

Ήταν πιθανόν ότι ο Καγκελάριος Conrad είχε σαφή επίγνωση ότι ένα καθαρώς Γερμανικό στρατιωτικό τάγμα θα είχε αξία στην πραγμάτωση ιμπεριαλιστικών σχεδίων και ο ίδιος υπήρξε κατά μεγάλο μέρος υπεύθυνος για την παραδοχή και αναγνώρισή του. Σε λίγο προικοδοτήθηκε με πλούσια κτήματα στη Γερμανία και άρχισε ν' αποκτά φρούρια στη Συρία. Το πρώτο του απόκτημα υπήρξε ο πύργος επάνω από την Πύλη του Αγίου Νικολάου στην Acre, που τον παραχώρησε ο Amalric υπό τον όρο να τον επιστρέψουν στη διαταγή του Βασιλέως. 

Λίγο αργότερα, αγόρασαν το φρούριο Montfort, το οποίο μετονόμασαν σε Starkenberg, επάνω στα υψώματα που δέσποζαν της Κλίμακας της Τύρου. Το Τάγμα, όπως τα τάγματα των Hospitaliers και των Knights, παρείχε στρατιώτες για την άμυνα της Φραγκικής Ανατολής αλλά δεν διευκόλυνε την κυβέρνηση του Βασιλείου. 

Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί σταυροφόροι, ο Amalric άρχισε διαπραγματεύσεις με τον al-Adil.Την 1η Ιουλίου 1198 υπεγράφη συνθήκη που του άφηνε την κατοχή της Jaffa και στους Φράγκους την κατοχή της Jebeil και της Βηρυτού, και μοίραζε τη Σιδώνα μεταξύ των. Επρόκειτο να διαρκέσει πέντε χρόνια και οχτώ μήνες. Η τακτοποίηση αποδείχτηκε ωφέλιμη στον al-Adil, γιατί τον άφησε ελεύθερο, όταν πέθανε ο al-Aziz το Νοέμβριο, να επέμβει στην Αίγυπτο και να προσαρτήσει τα εδάφη του αποθανόντος Σουλτάνου. 

Η αύξηση της δυνάμεώς του έκανε τον Amalric να είναι όλο και περισσότερο αποφασισμένος να διατηρήσει την ειρήνη μαζί του, τοσούτω μάλλον επειδή είχαν δημιουργηθεί ανησυχίες στην Αντιόχεια. Ο Bohemund III είχε μετάσχει στην πολιορκία της Βηρυτού και στην επιστροφή του είχε σχεδιάσει να επιτεθεί κατά της Jabala και της Λαοδίκειας. Αλλά αναγκάστηκε να επιστρέψει βιαστικά. Η ευτυχής διευθέτηση με την οποία η Κιλικία και η Αντιόχεια επρόκειτο να ενωθούν στο πρόσωπο του γιου του Raymond και της Αρμένισσας συζύγου του ναυάγησε όταν ο Raymond πέθανε ξαφνικά στις αρχές του 1197.

 
Άφησε ένα νήπιο αγόρι, τον Raymond Rupen, ο οποίος ήταν κληρονόμος της Αντιόχειας σύμφωνα με το κληρονομικό του δικαίωμα. Αλλά ο Bohemund III πλησίαζε ήδη τα εξήντα και δεν ήταν πιθανόν να επιζήσει ώσπου να ενηλικιωθεί ο εγγονός του. Υπήρχε κάθε κίνδυνος μιας ανηλικιότητας και μιας αντιβασιλείας κυριαρχούμενης από τους Αρμένιους συγγενείς του παιδιού.

Ο Bohemund έστειλε τη χήρα Αλίκη με το μικρό γιο της στην Αρμενία, ίσως επειδή σχεδίαζε ότι θα έπρεπε να τον διαδεχθεί ένας από τους γιους της Sibylla, ίσως επειδή θεώρησε ότι θα ήσαν ασφαλέστεροι εκεί. Αυτό έγινε περίπου τον καιρό της στέψεως του Λέοντος και ο Conrad της Μάιντς, θέλοντας να εξασφαλίσει το θρόνο της Αντιόχειας για έναν από τους υποτελείς του κυρίου του, συμπληρώνοντας έτσι το έργο του στην Acre, έσπευσε από τη Sis στην Αντιόχεια όπου υποχρέωσε τον Bohemund να καλέσει τους Βαρόνους του και να τους επιβάλει να ορκιστούν να υποστηρίξουν τη διαδοχή του Raymond-Rupen.

Ο Conrad θα είχε κάνει καλύτερα αν είχε πάει στην Τρίπολη. Ο Bohemund, κόμης της Τριπόλεως, δεύτερος γιος του Bohemund III, ήταν ένας νέος με μεγάλες φιλοδοξίες και με ελάχιστους δισταγμούς, καλά ενήμερος στα νομικά και ικανός να επινοεί επιχειρήματα για να δικαιολογεί τις πλέον εγκληματικές πράξεις του. Δεν ήταν φίλος της Εκκλησίας. Είχε ήδη υποστηρίξει τους Πιζανούς, χωρίς αμφιβολία για χρήματα, σε μια φιλονικία των με τον επίσκοπο της Τριπόλεως για κάτι εδάφη. 

Και όταν ο επίσκοπος, Peter II of Angouleme, διορίστηκε πατριάρχης Αντιόχειας και διόρισε ένα διάδοχό του στην έδρα του της Τριπόλεως με αντικανονική βιασύνη, ο πάπας δέχτηκε τη δικαιολογία του ότι με ένα Ηγεμόνα σαν τον Bohemund η Εκκλησία δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει μια αργοπορία. Ο Bohemund ήταν αποφασισμένος να πάρει αυτός τη διαδοχή στην Αντιόχεια και αμέσως αρνήθηκε ν' αναγνωρίσει την εγκυρότητα του όρκου που δόθηκε υπέρ του Raymond-Rupen. Χρειαζόταν συμμάχους. 

Οι Knights, εξοργισμένοι για την κατακράτηση της Baghras από τον Λέοντα, πήγαν πρόθυμα μαζί του. Οι Hospitaliers που δεν είχαν ποτέ μεγάλη διάθεση να συνεργασθούν με τους Knights, κερδήθηκαν στην υπόθεση με εύστοχες παραχωρήσεις. Οι Γενουάτες και οι Πιζανοί δωροδοκήθηκαν με εμπορικά προνόμια. Το σπουδαιότερο, η ίδια η κοινότητα της Αντιόχειας φοβόταν τους Αρμένιους και ήταν αντίθετοι προς κάθε ενέργεια που είχαν κάνει οι Βαρόνοι. 

Κατά το τέλος του 1198, ο Bohemund της Τριπόλεως εμφανίσθηκε ξαφνικά στην Αντιόχεια, καθαίρεσε τον πατέρα του και υποχρέωσε την κοινότητα να δώσει όρκο πίστεως σ' αυτόν. Αλλά ο Λέων είχε έναν πανίσχυρο σύμμαχο, τον Πάπα Innocent III. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες και αν είχε η Αγία Έδρα για την ειλικρίνεια της υπαγωγής της Αρμενικής Εκκλησίας υπό την Ρώμη, ο Innocent δεν ήθελε ν' αποξενώσει τους νέους του υποτελείς. 

Εγκάρδια και ευλαβή μηνύματα και αιτήματα κατέφθαναν στη Ρώμη από τον Λέοντα και τον καθολικό του, και δεν μπορούσαν ν' αγνοηθούν. Εξ αιτίας, ίσως, της αντιδράσεως της Εκκλησίας, ο νέος Bohemund επέτρεψε στον πατέρα του να επανέλθει πάλι στη θέση του στην Αντιόχεια και ο ίδιος επέστρεψε στην Τρίπολη αλλά κατά κάποιον τρόπο κατόρθωσε να συμφιλιωθεί με τον γέρο πρίγκιπα, ο οποίος έστρεφε προς το μέρος του. Στο μεταξύ οι Knights άσκησαν όλη την επιρροή που διέθεταν στη Ρώμη.

 
Αλλά ο Λέων έκανε πως δεν άκουγε υποδείξεις της Εκκλησίας να επιστρέψει την Baghras στο Τάγμα, επειδή γι' αυτόν η Baghras αποτελούσε χρήσιμο στρατηγικό έρεισμα αν θα ήθελε να θέσει κάποτε την Αντιόχεια υπό τον έλεγχό του. Κάλεσε τον γέρο πρίγκιπα Bohemund και τον Πατριάρχη Πέτρο να συζητήσουν το όλο ζήτημα· αλλά η αδιαλλαξία του ώθησε ακόμα και τον πατριάρχη προς το μέρος του Bohemund της Τριπόλεως. Η Εκκλησία της Αντιόχειας συντάχθηκε με την κοινότητα και με τα τάγματα για ν' αντιταχθούν στην Αρμενική διαδοχή. 

Όταν ο Bohemund III πέθανε τον Απρίλιο του 1201, ο Bohemund της Τριπόλεως δεν συνάντησε δυσκολία ν' εγκατασταθεί στην πόλη. Αλλά πολλοί από την αριστοκρατία, θυμούμενοι τον όρκο τους και φοβούμενοι τις αυταρχικές τάσεις του Bohemund, κατέφυγαν στην αυλή του Λέοντος, στη Sis. Κατά το επόμενο τέταρτο αιώνος, οι χριστιανοί της βόρειας Συρίας αναστατώθηκαν από τον πόλεμο της διαδοχής της Αντιόχειας και πολύ πριν αυτός τερματισθεί, η όλη κατάσταση στην Ανατολή είχε μεταβληθεί. 

Ήταν ευτύχημα ότι ούτε οι Σελτζούκοι ηγεμόνες της Ανατολίας ούτε οι Αγιουβίδες ήσαν σε θέση να εμπλακούν σ' έναν κατακτητικό πόλεμο εκεί. Ο θάνατος του Σελτζούκου Σουλτάνου Kilidj Arslan II είχε ακολουθηθεί από έναν μακρύ εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των γιων του. Πέρασαν σχεδόν δέκα χρόνια ώσπου ένας από τους νεώτερους γιους, ο Rukn ad-Din Suleiman της Tokat κατόρθωσε να συνενώσει τα οικογενειακά εδάφη. Έγινε μια Σελτζουκική επιδρομή στην Κιλικία το 1193 και πάλι το 1201, απασχολώντας τον Λέοντα την κρίσιμη στιγμή όταν ο Bohemund III ήταν ετοιμοθάνατος.

Αλλά όταν ο Rukn ad-Din είχε καιρό από τους πολέμους με τους αδελφούς του και τους παρακμάζοντες Δανισμένδες Ηγεμόνες, τον χρησιμοποιούσε για να επιτίθεται κατά της Γεωργίας, της οποίας η μεγάλη Βασίλισσα Θάμαρ φαινόταν πολύ μεγαλύτερη απειλή για το Ισλάμ από οποιονδήποτε Λατίνο ηγεμόνα. Δεν ήταν πάντοτε εύκολο να διατηρηθεί η ειρήνη. Κατά τα τέλη του 1202 μια φλαμανδική μοίρα προσορμίσθηκε στην Acre. 

Είχε πλεύσει δια μέσου του Γιβραλτάρ υπό τον Καστελάνο της Βρύγης, Ιωάννη de Nesle. Λίγες μέρες αργότερα έφθασε μια φούχτα ιππότες με πλοία από τη Μασσαλία, υπό τον επίσκοπο Walter του Autun και τον κόμη de Forez. Τους ακολούθησε μια άλλη ομάδα από Γάλλους ιππότες που έρχονταν από τη Βενετία, μεταξύ των οποίων ήσαν ο Stephen της Perche, ο Ρομπέρ de Montfort και ο Reynald II κόμης της Δαμπιέρ. 

Οι τρεις ομάδες μαζί αριθμούσαν μόνο μερικές εκατοντάδες άνδρες, μια ελάχιστη αναλογία του μεγάλου στρατού που απέπλεε τώρα από τη Δαλματία. Αλλά λίγο κατόπιν, ο Reynald του Μονμιράιγ, που είχε αφήσει αυτόν το στρατό στη Ζάρα, έφερε την είδηση ότι θα περνούσε αρκετός καιρός, πριν ολόκληρη η εκστρατευτική δύναμη εμφανισθεί προ της Συρίας, αν θα εμφανιζόταν ποτέ. Όπως όλοι οι νεοφερμένοι, οι Γάλλοι ιππότες ήσαν αποφασισμένοι να βγουν αμέσως έξω για να πολεμήσουν για το Σταυρό. 

Έμειναν κατάπληκτοι όταν ο βασιλεύς Amalric τους συνέστησε να περιμένουν με υπομονή. Ο Reynald της Δαμπιέρ έβρισε κατά πρόσωπο τον Βασιλέα ως δειλό, και, ως αυτοδιορισμένος αρχηγός, έπεισε τους ιππότες ν' αναλάβουν υπηρεσία υπό τον Bohemund της Τριπόλεως. Ξεκίνησαν για να τον συναντήσουν στην Αντιόχεια, και πέρασαν με ασφάλεια μέσ' από την κομητεία της Τριπόλεως. Αλλά η Jabala και η Λαοδίκεια εξακολουθούσαν να είναι σε Μωαμεθανικά χέρια. Ο εμίρης της Jabala ήταν ένας φιλήσυχος άνθρωπος, σε άριστες σχέσεις με τους Χριστιανούς γείτονές του.


Πρόσφερε στους ταξιδιώτες φιλοξενία αλλά τους προειδοποίησε ότι για να περάσουν με ασφάλεια τα εδάφη της Λαοδίκειας έπρεπε να έχουν διαβατήριο από τον επικυρίαρχό του az-Zahir του Χαλεπίου. Πρότεινε να γράψει ο ίδιος στο Σουλτάνο, ο οποίος θα ενέκρινε την αίτηση γιατί τον ενδιέφερε να ενταθεί ο εμφύλιος πόλεμος στην Αντιόχεια. Ο Reynald όμως και οι φίλοι του δεν ήθελαν να περιμένουν.

Συνέχισαν πέρ' από τη Λαοδίκεια, της οποίας ο εμίρης, νομίζοντας ότι έκανε το Μωαμεθανικό του καθήκον, τους παρέσυρε σε μια ενέδρα και έπιασε αιχμαλώτους πολλούς απ' αυτούς και έσφαξε τους υπόλοιπους. Στο Χαλέπι, ο γιος του Saladin az-Zahir, ανησυχούσε πάρα πολύ από τις φιλοδοξίες του θείου του al-Adil, ώστε να διακινδυνεύσει μια επιχείρηση εναντίον ξένων. Οι Αντιοχείς ήσαν ελεύθεροι να συνεχίζουν τις έριδές των χωρίς καμιά Μωαμεθανική παρέμβαση. 

Από την Acre ο Βασιλεύς Amalric παρακολουθούσε τον εμφύλιο πόλεμο στο βορρά, με αυξανόμενη ανησυχία. Οι συμπάθειές του έκλιναν μάλλον προς τον Λέοντα και τον μικρόν Raymond-Rupen παρά προς τον ταραχοποιό Bohemund, αλλά ουδέποτε επιχείρησε ενεργό επέμβαση. Η κυριότερη φροντίδα του ήταν να προλάβει την έκρηξη ενός πολέμου με τον al-Adil. Κυκλοφορούσαν φήμες για μια μεγάλη Σταυροφορία που συγκεντρωνόταν στην Ευρώπη. 

Έπρεπε να διατηρηθεί η ειρήνη ώσπου να φθάσει. Ο al-Adil, από τη δική του πλευρά δεν μπορούσε να υπολογίζει στη νομιμόφρονη υποστήριξη των ανιψιών του και των εξαδέλφων του, εκτός αν σοβαρή Χριστιανική επίθεση επρόκειτο να προκαλέσει ιερό πόλεμο. Ο ίδιος ο Amalric επέτρεπε καμιά φορά επιδρομές κατά των Μωαμεθανών. 

Όταν ένας Εμίρης εγκαταστάθηκε κοντά στη Σιδώνα και άρχισε να κάνει επιδρομές κατά των Χριστιανικών ακτών, ο δε al-Adil δεν έδωσε αποζημιώσεις, ο Amalric έστειλε για αντίποινα, πλοία να συναντήσουν και να συλλάβουν μια πλούσια Αιγυπτιακή συνοδεία που έπλεε στη Λαοδίκεια και ο ίδιος μπήκε επικεφαλής σε μια επιδρομή στη Γαλιλαία. Ο al-Adil, αν και βάδισε ως το όρος Θαβώρ, για να τον συναντήσει, αρνήθηκε να δώσει μάχη.

Ούτε αντέδρασε με βία όταν ο Χριστιανικός στόλος έπλευσε ως το Δέλτα του Νείλου και μέσα στον ποταμό πέρ' από τη Rosetta, για να λεηλατήσει τη μικρή πόλη Φούβα. Το Σεπτέμβριο του 1204 έγινε μια συνθήκη ειρήνης διαρκείας έξι ετών μεταξύ του Amalric και του al-Adil. Φαίνεται ότι η πρωτοβουλία προήλθε από τον Amalric. Αλλά και ο al-Adil, από τη δική του πλευρά, βιαζόταν να τελειώσει τον πόλεμο. 

Πιθανόν να είχε ανησυχήσει από την υπεροχή των Χριστιανών σε θαλάσσια ισχύ, αλλά ήξερε ασφαλώς ότι η Αυτοκρατορία του είχε να κερδίσει από την επανάληψη σταθερού εμπορίου με τη Συριακή ακτή. Ήταν γι' αυτό το λόγο έτοιμος όχι μόνο να εγκαταλείψει τη Βηρυτό και τη Σιδώνα τελικά στον Amalric, αλλά επίσης του παραχώρησε τη Jaffa και τη Ramleh και απλοποίησε τις διατυπώσεις για προσκυνητές που πήγαιναν στην Ιερουσαλήμ και τη Ναζαρέτ.

 
Για τον Amalric, που τώρα δεν μπορούσε να ελπίζει ότι θα έπαιρνε ουσιαστική βοήθεια από τη Δύση, οι όροι ήσαν εκπληκτικά καλοί. Αλλά δεν μπόρεσε ν' απολαύσει για πολύ την αύξηση του γοήτρου του. Την 1η Απριλίου 1205, ύστερ' από μια σύντομη αρρώστια που την προκάλεσε πολυφαγία, πέθανε στην Acre, μόλις είχε περάσει τα πενήντα. 

Ο Amalric II δεν υπήρξε μεγάλος Βασιλεύς, αλλά, όπως ο προκάτοχός του Henry, είχε μάθει από την πείρα μια πολιτική σοφία η οποία ήταν πολύτιμη γι' αυτό το φτωχό και αβέβαιο Βασίλειο, και το τακτοποιημένο νομικό μυαλό του όχι μόνο δημιούργησε ένα πολίτευμα για την Κύπρο, αλλά έκανε πολλά για να διασώσει τη μοναρχία στην ήπειρο. Ως άνθρωπος υπήρξε σεβαστός αλλά όχι πολύ αγαπητός. Στη νεότητά του υπήρξε ανεύθυνος και φιλόνικος και πάντοτε ερεθιζόταν από την αντίδραση. 

Αλλ' υπήρξε υπέρ αυτού το ότι ενώ μπορούσε σαφώς να προτιμήσει να παραμείνει μόνο Βασιλεύς της Κύπρου, δέχτηκε και ξεπλήρωσε πιστά τις αποστολές που το δεύτερο στέμμα του επέβαλε. Μετά το θάνατό του, τα δύο Βασίλεια χωρίστηκαν. Η Κύπρος πέρασε στο γιο του από την Eschiva d'Ibelin, Hugh Ι, ένα αγόρι έξι ετών. Η μεγαλύτερη αδελφή του παιδιού, Βουργουνδία, είχε λίγο πριν παντρευτεί τον Walter de Montbéliard, στον οποίο το ανώτατο δικαστήριο της νήσου εμπιστεύθηκε την αντιβασιλεία. 

Στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ η εξουσία πέρασε αυτομάτως στη Βασίλισσα Isabella, η οποία δεν είχε πάρα πολύ κλονισθεί από τον θάνατο του τελευταίου αυτού συζύγου για ν' αναλάβει την κυβέρνηση. Αλλά κι αυτή δεν επέζησε για πολύ. Η χρονολογία του θανάτου της, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της καλύπτεται από σκότος. Μόνη αυτή από τις κυρίες του Βασιλικού οίκου της Ιερουσαλήμ είναι μια σκιώδης μορφή από την προσωπικότητα της οποίας δεν έχει τίποτα επιζήσει. Ο γάμος της και αυτή η ύπαρξη της ήσαν υψίστης σημασίας. 

Αν είχε πολιτικές φιλοδοξίες θα ήταν μια δύναμη στη χώρα, αλλά άφηνε τον εαυτό της να περνά από τον ένα σύζυγο στον άλλον χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές της επιθυμίες. Ξέρομε ότι ήταν ωραία· αλλά πρέπει να συμπεράνουμε ότι ήταν αδύνατη και ανίσχυρη. Η Isabella άφησε πέντε θυγατέρες, τη Μαρία de Montferrat, την Αλίκη και την Philip της Champagne και τη Sibylla και τη Melisende de Lusignan. Η Μαρία, που τώρα ήταν δεκατριών ετών, ανέβηκε στο θρόνο και ο Jean d'Ibelin, άρχοντας της Βηρυτού, διορίστηκε αντιβασιλιάς. 

Είναι άγνωστο αν ορίστηκε από τη θνήσκουσα Βασίλισσα ή εξελέγη από τους Βαρόνους. Αλλά ήταν ο προφανής υποψήφιος. Ως πρεσβύτερος ετεροθαλής αδελφός της Isabella ήταν ο στενότερος αρσενικός συγγενής της μικρής Βασιλίσσης. Είχε το πλουσιότερο φέουδο στο μικρό Βασίλειο και ήταν ο ηγέτης που παραδέχονταν οι Βαρόνοι και συνδύαζε την ανδρεία και τη σοφία του πατέρα του Balian, με μια Ελληνική ευστροφία που είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του, Μαρία Κομνηνή. 

Επί τρία χρόνια κυβέρνησε τη χώρα με τακτ και ησυχία, ανενόχλητος από Σαρακηνούς πολέμους ή από την αναταραχή μιας Σταυροφορίας. Όπως, πραγματικά, είχε προδεί ο Amalric όταν έκανε τη συνθήκη του με τον al-Adil, κανένας δυτικός ιππότης δεν ερχόταν πια με τη θέλησή του στην Παλαιστίνη. Η Σταυροφορία είχε βρει πλουσιότερο κυνηγότοπο αλλού.



(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

 * ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α' - ΜΕΡΟΣ Β' - ΜΕΡΟΣ Δ'
 

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ: Γ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1189 - 1192) (ΜΕΡΟΣ Β')

ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ 

The Lion Heart

Ο Βασιλεύς Philip Augustus αποβιβάστηκε στο στρατόπεδο προ της Acre στις 20 Απριλίου 1191, το Σάββατο μετά το Πάσχα και ο Βασιλεύς Richard εφτά εβδομάδες αργότερα, μετά την Πεντηκοστή. Είχαν περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια από τη μάχη του Hattin και την απεγνωσμένη έκκληση προς τη Δύση για βοήθεια. Οι κουρασμένοι στρατιώτες που πολεμούσαν στην ακτή της Παλαιστίνης ήσαν τόσο ευτυχείς που υποδέχονταν τους Βασιλείς, ώστε συγχώρησαν ή λησμόνησαν τη μεγάλη αργοπορία. Αλλά για τον σύγχρονο ιστορικό υπάρχει κάτι το επιπόλαιο στο βραδυκίνητο και εριστικό ταξίδι του Richard προς το πεδίο της μάχης, όπου χρειαζόταν τόσο επειγόντως...

Το ότι ο Βασιλεύς Philip δεν είχε βιαστεί είναι ευκολονόητο. Αυτός δεν ήταν ιδεαλιστής, και πήγε στη Σταυροφορία απλώς και μόνο από πολιτική αναγκαιότητα. Θα είχε χάσει την εύνοια όχι μόνο της Εκκλησίας, αλλά επίσης και των περισσοτέρων υπηκόων του, αν απείχε από την ιερή περιπέτεια. Αλλά το Βασίλειό του ήταν τρωτό και δικαίως υποπτευόταν τις Ανδηγαυϊκές φιλοδοξίες. 

Δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τη Γαλλία παρά μόνο όταν θα ήταν βέβαιος ότι ο αντίζηλός του της Αγγλίας θα είχε ήδη ξεκινήσει. Η σύνεση απαιτούσε να ξεκινήσουν μαζί. Ούτε μπορούσε να κατηγορηθεί κανένας από τους δύο Βασιλείς για την τελική αργοπορία που είχε προκαλέσει ο θάνατος της Βασιλίσσης της Γαλλίας. Και ο Richard, επίσης, είχε μερικές δικαιολογίες. Ο θάνατος του πατέρα του τον υποχρέωσε ν' αναδιοργανώσει το Βασίλειό του. 

Επί πλέον, όπως και ο Philip, είχε σκοπό να ταξιδέψει δια θαλάσσης· και το θαλασσινό ταξίδι δεν ήταν δυνατό να γίνει κατά τους χειμερινούς μήνες. Αλλά το ότι ένας τόσο πρόθυμος σταυροφόρος έδειξε τόσο λίγη βιασύνη δείχνει έλλειψη σκοπού και υπευθυνότητας. Υπήρχαν πολλά ελαττώματα στο χαρακτήρα του Richard. Σωματικά ήταν υπέροχος, ψηλός με μακριά μέλη και δυνατός, με χρυσοκόκκινα μαλλιά και ωραία χαρακτηριστικά και είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του όχι μόνο την ομορφιά του Οίκου του Poitou, αλλά και τη χάρη των τρόπων, το θάρρος και την αγάπη για την ποίηση και τον ρομαντισμό. 

Οι φίλοι και οι υπηρέτες του τον ακολουθούσαν με αφοσίωση και με δέος. Και από τους δύο γονείς του είχε πάρει μια ευέξαπτη ιδιοσυγκρασία και μια ισχυρογνωμοσύνη όλο πάθος. Αλλά δεν είχε ούτε την πολιτική οξυδέρκεια και την διοικητική ικανότητα του πατέρα του, ούτε την ορθή κρίση της βασίλισσας Eleonor. Είχε ανατραφεί σε μια ατμόσφαιρα από οικογενειακές έριδες και οικογενειακές προδοσίες. Ως ευνοούμενος της μητέρας του, μισούσε τον πατέρα του και δυσπιστούσε προς τους αδελφούς του, αν και αγαπούσε τη νεώτερη αδελφή του Ιωάννα. 

Είχε μάθει να είναι βίαιος όχι όμως και πιστός με τους ανθρώπους του κόμματός του. Ήταν φιλοχρήματος, αν και ικανός για γενναίες χειρονομίες, και του άρεσαν τα πλούσια πράγματα. Η ενεργητικότητά του ήταν απεριόριστη· αλλά μέσα στο ζωηρό του ενδιαφέρον για το ζήτημα της στιγμής ξεχνούσε άλλες ευθύνες. Του άρεσε να οργανώνει, αλλά τον έπλητταν τα διοικητικά καθήκοντα. Μόνο η τέχνη του πολέμου μπορούσε να συγκρατήσει την προσοχή του. 

Ως στρατιώτης είχε πραγματικά χαρίσματα, μια αίσθηση της στρατηγικής και της τακτικής και τη δύναμη να διοικεί ανθρώπους. Ήταν τώρα τριάντα τριών ετών, στην ακμή της ηλικίας του, μια ακτινοβολούσα μορφή της οποίας η φήμη είχε προηγηθεί απ' αυτόν στην Ανατολή. Ο βασιλεύς Philip Augustus ήταν πολύ διαφορετικός. Ήταν οχτώ χρόνια νεώτερος από τον Richard, αλλά ήταν ήδη βασιλεύς δέκα και πλέον χρόνια και η πικρή του πείρα τον είχε διδάξει σοφία. Σωματικά, δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον Richard. Ήταν ευσταλής, με μια τούφα ανυπότακτα μαλλιά, αλλά είχε χάσει την όραση από το ένα μάτι. 

Ως άτομο δεν ήταν ανδρείος. Παρ' όλο ότι ήταν οξύθυμος και εγωιστής, ήξερε να κρύβει τα πάθη του. Δεν του άρεσαν οι επιδείξεις, ούτε υλικές ούτε πνευματικές. Η αυλή του ήταν πληκτική και αυστηρή. Δεν ενδιαφερόταν για τις τέχνες, ούτε ήταν μορφωμένος, αν και ήξερε την αξία των ανθρώπων των γραμμάτων και επιδίωκε τη φιλία των από πολιτικότητα, και τη διατηρούσε με την ετοιμότητά του και την πνευματώδη συνομιλία του. Ως πολιτικός ήταν υπομονετικός και παρατηρητικός, πονηρός, άπιστος και αδίστακτος. Αλλά είχε μια κυριαρχούσα αίσθηση των καθηκόντων και των ευθυνών του.

 
Παρ' όλη του την τσιγκουνιά προς τον εαυτό του και προς τους φίλους του, ήταν γενναιόδωρος στους φτωχούς και τους προστάτευε από τους καταπιεστές των. Υπήρξε αποκρουστικός και αντιπαθητικός ως άνθρωπος αλλά καλός Βασιλεύς. Μεταξύ των Φράγκων της Ανατολής ασκούσε ένα ιδιαίτερο γόητρο, επειδή ήταν επικυρίαρχος των οικογενειών από τις οποίες προέρχονταν σχεδόν όλοι των, και οι περισσότεροι από τους επισκέπτες σταυροφόρους ήταν αμέσως ή εμμέσως υποτελείς του.

Σ' αυτούς όμως ήταν ευκολότερο να εκτιμήσουν το Richard με το θάρρος του, τις ιπποτικές του παλικαριές και τη γοητεία του. Στους Σαρακηνούς ο Richard φαινόταν ο ευγενέστερος, ο πλουσιότερος και ο μεγαλύτερος από τους δύο. Οι Βασιλείς είχαν ξεκινήσει μαζί από το Vezelay στις 4 Ιουλίου του 1190. Ο Richard είχε ήδη στείλει προηγουμένως τον Αγγλικό στόλο να πλεύσει γύρω από την ακτή της Ισπανίας και να τον περιμένει στη Μασσαλία, αλλά σχεδόν όλες οι χερσαίες δυνάμεις των κτήσεών του ήσαν μαζί του.

Ο στρατός του Philip ήταν μικρότερος, επειδή πολλοί από τους υποτελείς του είχαν ήδη αναχωρήσει για την Ανατολή. Ο Γαλλικός στρατός, ακολουθούμενος από κοντά από τον Αγγλικό, βάδισε από το Vezelay στη Lyon. Εκεί, μόλις είχαν περάσει οι Γάλλοι, η γέφυρα επάνω στο Ροδανό κατέρρευσε από το βάρος των Άγγλων στρατιωτών. Πολλοί έχασαν τη ζωή τους και δημιουργήθηκε κάποια αργοπορία ώσπου να βρεθούν μεταφορικά μέσα για τη διάβαση του ποταμού. Λίγο μετά την αποχώρηση από τη Lyon οι Βασιλείς χωρίστηκαν.

Ο Philip πήγε προς νοτιο-ανατολικά, περνώντας από τα κράσπεδα των Άλπεων για να βγει στην ακτή κοντά στη Νίκαια, και κατόπιν βάδισε κατά μήκος της ακτής στη Γένουα, όπου τον ανέμεναν πλοία. Ο Richard κατευθύνθηκε στη Μασσαλία, όπου ο στόλος του τον συνάντησε στις 22 Αυγούστου. Το ταξίδι του στόλου υπήρξε χωρίς επεισόδια, εκτός από μια σύντομη καθυστέρηση στην Πορτογαλία τον Ιούνιο, όπου οι ναύτες είχαν βοηθήσει τον Βασιλέα Σάντσο ν' αποκρούσει μια εισβολή του Αυτοκράτορα του Μαρόκου.

Από τη Μασσαλία, μερικοί από τους οπαδούς του Richard, με επικεφαλής τον Baldwin της Canterbury, έπλευσαν κατ' ευθείαν προς την Παλαιστίνη· αλλά το κύριο στράτευμα επιβιβάστηκε σε διάφορες συνοδείες για τη Μεσσήνη της Σικελίας, όπου είχαν συμφωνήσει να ενωθούν πάλι με τους Γάλλους. Όταν αρχικά σχεδιάστηκε η κοινή Σταυροφορία, η απόφαση να συγκεντρώσουν οι Βασιλείς της Γαλλίας και της Αγγλίας τις δυνάμεις των στη Σικελία, πάρθηκε κατόπιν προτάσεως του Βασιλέως της Σικελίας William του II. Αλλά ο Βασιλεύς William είχε πεθάνει το Νοέμβριο του 1189.

Είχε παντρευτεί την αδελφή του Richard, Ιωάννα της Αγγλίας. Αλλά ο γάμος ήταν χωρίς παιδιά και κληρονόμος του θρόνου ήταν η θεία του Constance σύζυγος του Henry von Hohenstaufen, του πρεσβύτερου γιου του Frederick Barbarossa. Σε πολλούς Σικελούς, η ιδέα ενός Γερμανού ηγεμόνα ήταν αποκρουστική.

Μια σύντομη μηχανορραφία, υποστηριζόμενη από τον πάπα Clement III, ο οποίος είχε ανησυχήσει από την προοπτική του να ελέγχουν οι Hohenstaufen τη νότια Ιταλία, έφερε στο θρόνο, αντί της Constance και του Henry, ένα νόθο εξάδελφο του τελευταίου Βασιλέως, τον Tancred, κόμη του Λέτσε. Ο Tancred ήταν ένας άσχημος, ασήμαντος την εμφάνιση ανθρωπάκος, ο οποίος σχεδόν αμέσως συνάντησε δυσκολίες. Στη Σικελία έγινε μια εξέγερση των Μωαμεθανών και στο ηπειρωτικό τμήμα μια Γερμανική εισβολή και οι υποτελείς που τον είχαν εκλέξει άρχισαν ν' αλλάζουν γνώμη.

 
Ο Tancred βρέθηκε στην ανάγκη ν' ανακαλέσει τα πλοία του και τους άνδρες του από την Παλαιστίνη και, χάρη σ' αυτά, νίκησε τους εχθρούς του. Αλλά, ενώ ήταν πρόθυμος να υποδεχτεί τους σταυροφόρους Βασιλείς με τιμές και να τους ενισχύσει με εφόδια, δεν ήταν σε θέση να τους συνοδεύσει στη Σταυροφορία. Ο Βασιλεύς Philip εγκατέλειψε τη Γένουα στα τέλη του Αυγούστου και ύστερ' από ένα εύκολο ταξίδι κατά μήκος της Ιταλικής ακτής έφθασε στη Μεσσήνη στις 14 Σεπτεμβρίου. 

Επειδή αντιπαθούσε τις επιδείξεις, έκανε την είσοδό του στην πόλη όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, αλλά, κατά διαταγή του Tancred, έγινε δεκτός με τιμές και εγκαταστάθηκε στο εκεί Βασιλικό ανάκτορο. Ο Βασιλεύς Richard αποφάσισε να ταξιδέψει δια ξηράς από τη Μασσαλία. Φαίνεται ότι αντιπαθούσε τα θαλάσσια ταξίδια, προφανώς επειδή υπέφερε από ναυτία. Ο στόλος του μετέφερε το στρατό του στη Μεσσήνη και αγκυροβόλησε έξω από τον λιμένα για να τον περιμένει, ενώ ο ίδιος με μια μικρή συνοδεία πήρε το δρόμο κατά μήκος της ακτής δια μέσου της Γένουας, Pisa, και Όστιας και κατέληξε στο Σαλέρνο. 

Περίμενε ώσπου έμαθε ότι ο στόλος του είχε φθάσει στη Μεσσήνη και τότε, φαίνεται, έστειλε το πλείστο της συνοδείας του με πλοίο στη Μεσσήνη για να προετοιμάσουν την υποδοχή του. Ο ίδιος εξακολούθησε το ταξίδι του καβάλα με ένα μονάχα ακόλουθο. Όταν περνούσε κοντά από το Μιλέτο, μια μικρή πόλη της Καλαβρίας, δοκίμασε να κλέψει ένα γεράκι από το σπίτι ενός χωρικού και διέτρεξε τον κίνδυνο να τον θανατώσουν οι εξαγριωμένοι χωρικοί. Γι' αυτό είχε πολύ κακή διάθεση όταν έφθασε στο στενό της Μεσσήνης, μία ή δύο ημέρες αργότερα. 

Οι άνθρωποί του τον συνάντησαν στην Ιταλική ακτή και τον συνόδευσαν με πομπή στη Μεσσήνη όπου αποβιβάστηκε στις 3 Σεπτεμβρίου. Η επιδεικτική μεγαλοπρέπεια της εισόδου του ήταν σε πλήρη αντίθεση προς τη σεμνή άφιξη του Philip. Όταν περνούσε μέσ' από την Ιταλία, ο Richard έμαθε πολλά πράγματα που τον δυσαρέστησαν με τον Tancred. Η αδελφή του, η χήρα Βασίλισσα Ιωάννα, διατελούσε υπό περιορισμό και της κρατούσαν την κληρονομιά. Είχε κάποια επιρροή στο Βασίλειο και ο Tancred δεν της είχε εμπιστοσύνη. 

Επί πλέον, ο William II είχε αφήσει ένα μεγάλο κληροδότημα στον πεθερό του, τον Henry II, αποτελούμενο από χρυσά σερβίτσια, χρυσά έπιπλα, μια μεταξωτή σκηνή, δύο εξοπλισμένες γαλέρες και πολλούς σάκους με εφόδια. Επειδή ο Henry είχε πεθάνει, ο Tancred είχε την πρόθεση να κρατήσει αυτά τα πράγματα για τον εαυτό του. Από το Σαλέρνο ο Richard είχε στείλει στον Tancred για να ζητήσει την απελευθέρωση της αδελφής του, την παράδοση σ' αυτήν της κληρονομιάς της και σ' αυτόν του κληροδοτήματος. 

Αυτές οι απαιτήσεις, ακολουθούμενες από τις ειδήσεις της συμπεριφοράς του Richard στην Καλαβρία, τρόμαξαν τον Tancred. Φρόντισε ώστε ο Richard να εγκατασταθεί σ' ένα ανάκτορο έξω από τα τείχη της Μεσσήνης, αλλά για να τον συμφιλιώσει, έστειλε την Ιωάννα με μια Βασιλική συνοδεία να συναντήσει τον αδελφό της και άρχισε διαπραγματεύσεις για πληρωμές σε χρήμα αντί για την κληρονομιά και το κληροδότημα. Ο Βασιλεύς Philip, τον οποίον ο Richard επισκέφτηκε δύο ημέρες μετά την άφιξή του, πρόσφερε τις φιλικές του υπηρεσίες και όταν η Βασίλισσα Ιωάννα πήγε να του υποβάλει τα σέβη της, τη δέχτηκε με τόση εγκαρδιότητα, ώστε όλοι περίμεναν ν' ακούσουν για μελλοντικό γάμο των. 

Αλλά ο Richard δεν είχε συμφιλιωτική διάθεση. Πρώτα έστειλε εν απόσπασμα πέρ' από το στενό να καταλάβει την πόλη Μπανιάρα, στην ακτή της Καλαβρίας, και εγκατέστησε την αδελφή του εκεί. Κατόπιν επετέθη εναντίον ενός μικρού νησιού λίγο έξω από τη Μεσσήνη, όπου ήταν ένα ελληνικό μοναστήρι. Πέταξαν έξω βάναυσα τους μοναχούς για να εγκατασταθούν οι στρατιώτες. Η μεταχείριση αυτών των αγίων ανθρώπων γέμισε φρίκη τους κατοίκους της Μεσσήνης, οι οποίοι ήσαν κατά το πλείστον Έλληνες, ενώ οι πιο ευκατάστατοι πολίτες είχαν εξαγριωθεί από τη συμπεριφορά των Άγγλων στρατιωτών προς τις γυναίκες και τις θυγατέρες των.


Στις 3 Οκτωβρίου, μια φιλονικία σ' ένα προάστιο μεταξύ μερικών Άγγλων στρατιωτών και μιας ομάδος πολιτών οδήγησε σε εξέγερση. Στην πόλη διαδόθηκε η φήμη ότι ο Richard είχε σκοπό να κατακτήσει ολόκληρη τη Σικελία. Οι πύλες έκλεισαν για τους άνδρες του. Μια απόπειρα από τα πλοία του να παραβιάσουν τον λιμένα, αποκρούσθηκε. Ο Βασιλεύς Philip κάλεσε επειγόντως τον αρχιεπίσκοπο της Μεσσήνης και το ναύαρχο του Tancred, Μαργαρίτο, και τους άλλους Σικελούς προύχοντας στην πόλη, στο ανάκτορό του, και πήγε μαζί των το άλλο πρωί να ειρηνεύσει τον Richard στο στρατηγείο του έξω από τα τείχη. 

Ακριβώς όταν φαινόταν ότι επρόκειτο να γίνει κάποια τακτοποίηση, ο Richard άκουσε κάποιον από τους πολίτες, που είχαν συγκεντρωθεί σ' έναν λόφο έξω από τα παράθυρά του, να βρίζει το όνομά του. Έξαλλος έφυγε από τη συγκέντρωση και διέταξε τα στρατεύματά του να επιτεθούν και πάλι. Αυτή τη φορά οι πολίτες αιφνιδιάστηκαν. Σε λίγες ώρες οι Άγγλοι είχαν καταλάβει τη Μεσσήνη και είχαν λεηλατήσει όλες τις συνοικίες εκτός από τους δρόμους πλάι στο παλάτι όπου ήταν εγκατεστημένος ο βασιλεύς Philip. 

Ο Μαργαρίτος και οι άλλοι προύχοντες μόλις είχαν τον καιρό να διαφύγουν με τις οικογένειές των. Τα σπίτια των κατελήφθησαν από το Richard. Ο σικελικός στόλος, που ήταν αγκυροβολημένος στο λιμένα, πυρπολήθηκε. Το απόγευμα η σημαία των Πλανταγενέτων κυμάτιζε επάνω στην πόλη. Η άγρια βαναυσότητα του Richard δεν τελείωσε εκεί. Αν και είχε συμφωνήσει ν' αφήσει τη σημαία του βασιλέως Philip να κυματίζει πλάι στη δική του, ανάγκασε τους πολίτες να του δώσουν ομήρους υπεύθυνους για την καλή διαγωγή του Βασιλέως των και ανάγγειλε ότι ήταν έτοιμος να καταλάβει ολόκληρη την επαρχία. 

Στο μεταξύ κατασκεύασε ένα μεγάλο ξύλινο πύργο ακριβώς έξω από την πόλη, στον οποίον έδωσε το χλευαστικό όνομα Mategrifon, "Κάμψη των Ελλήνων". Ο Philip ανησύχησε από το παράδειγμα αυτό της εξάψεως του αντιζήλου του. Έστειλε τον εξάδελφό του, τον δούκα της Βουργουνδίας, να βρει τον Βασιλέα Tancred στην Κατάνια, να τον προειδοποιήσει για τις προθέσεις του Richard και να του προσφέρει βοήθεια αν τα πράγματα θα εξελίσσονταν στο χειρότερο. Ο Tancred βρισκόταν σε δύσκολη θέση.

Ήξερε ότι ο Henry von Hohenstaufen επρόκειτο να εισβάλει στα εδάφη του· και ήξερε ότι οι ίδιοι του οι υποτελείς δεν ήσαν άξιοι εμπιστοσύνης. Ένας γρήγορος υπολογισμός τον έκανε ν' αποφασίσει ότι ο Richard θα ήταν καλύτερος σύμμαχος παρά ο Philip. Δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα να του επιτεθεί ο Philip τώρα· αλλά οι Βασιλείς της Γαλλίας είχαν καλές σχέσεις με τους Hohenstaufen και η μελλοντική φιλία του Philip ήταν αβέβαια. Ο Richard, από το άλλο μέρος, ήταν ο μεγαλύτερος παρών κίνδυνος, αλλά ήταν γνωστό ότι αντιπαθούσε τους Hohenstaufen, τους εχθρούς των Γουέλφων εξαδέλφων του.

Ο Tancred απέρριψε τη Γαλλική πρόταση βοηθείας και άρχισε διαπραγματεύσεις με τους Άγγλους. Προσέφερε στον Richard είκοσι χιλιάδες ουγκιές χρυσάφι αντί του κληροδοτήματος προς τον Henry II και στην Ιωάννα το ίδιο ποσό αντί της κληρονομιάς της. Ο θυμός του Richard μπορούσε συνήθως να κατευνασθεί με τη θέα του χρυσού. Δέχτηκε την προσφορά για λογαριασμό του και για λογαριασμό της αδελφής του και επί πλέον συμφώνησε ότι ο νεαρός κληρονόμος του, Αρθούρος, δούκας της Βρετάνης, θ' αρραβωνιαζόταν μία από τις κόρες του Tancred. 

Όταν αργότερα ο Tancred του αποκάλυψε τις προτάσεις που του είχε κάνει ο Βασιλεύς Philip, ο Richard πρόθυμα ενσωμάτωσε τους όρους σε μια συνθήκη, την οποία εκλήθη ο πάπας να εγγυηθεί. Η ειρήνη αποκαταστάθηκε και κατά συμβουλή του αρχιεπισκόπου της Ρουένης, ο Richard επέστρεψε με δυστροπία στο Μαργαρίτο και τους άλλους προκρίτους της Μεσσήνης τα αγαθά των που τους είχε κατάσχει.


Ο Βασιλεύς Philip βρέθηκε γελασμένος αλλά δεν προέβη σε δημόσια διαμαρτυρία. Στις 8 Οκτωβρίου, ενώ συντασσόταν η συνθήκη, αυτός και ο Richard συναντήθηκαν και πάλι για να συζητήσουν τη μέλλουσα διεξαγωγή της σταυροφορίας. Μπήκαν κανόνες για τον έλεγχο των τιμών των τροφίμων. Οι υπηρέτες θα ήσαν συνδεμένοι με τους κυρίους των. Τα μισά από τα χρήματα του κάθε ιππότη θα διαθέτονταν για τις ανάγκες των σταυροφόρων.

Η χαρτοπαιξία απαγορεύθηκε εκτός από τους ιππότες και τους γραμματείς· και αν αυτοί χαρτόπαιζαν υπερβολικά θα επέσυραν τιμωρία. Χρέη που συνήφθησαν κατά το προσκύνημα έπρεπε να πληρωθούν. Ο κλήρος επικύρωσε τους κανονισμούς, υποσχεθείς να αφορίσει τους παραβάτες. Ήταν εύκολο για τους Βασιλείς να συμφωνήσουν σε τέτοια θέματα· αλλά υπήρχαν και πολιτικά ζητήματα που ρυθμίζονταν πολύ δυσκολότερα. Ύστερ' από αρκετή συζήτηση συμφωνήθηκε ότι μελλοντικές κατακτήσεις θα μοιράζονταν εξ ίσου μεταξύ των.

Ένα λεπτότερο πρόβλημα αφορούσε την αδελφή του Philip Αλίκη. Η άτυχη πριγκίπισσα είχε σταλεί ως παιδί, προ αρκετών χρόνων, στην Αγγλική αυλή, για να παντρευτεί το Richard ή έναν άλλο από τους γιους του Henry II. Ο Henry II την είχε κρατήσει παρά την απροθυμία του Richard να δεχτεί τον προτεινόμενο γάμο. Δεν άργησαν να κυκλοφορήσουν φήμες ότι ο ίδιος ο Henry είχε πολύ στενές σχέσεις μαζί της. Ο Richard, που τα γούστα του δεν ήσαν προς την κατεύθυνση του γάμου, αρνήθηκε να πραγματοποιήσει την τακτοποίηση που είχε κάνει ο πατέρας του, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις του Philip. 

Ούτε η μητέρα του, Βασίλισσα Eleanor,τώρα που ο θάνατος του Henry την είχε απελευθερώσει από την καταπίεση, θα ήθελε να δει τον ευνοούμενο γιο της δεμένο με ένα μέλος της οικογένειας που μισούσε, και μάλιστα που πίστευε ότι είχε διατελέσει ερωμένη του συζύγου της. Έχοντας στην καρδιά της τα συμφέροντα της γενέτειράς της Guienne, είχε αποφασίσει να τον παντρέψει με μια πριγκίπισσα της Navarre· κι αυτός δέχτηκε την εκλογή της. Έτσι λοιπόν, όταν ο Philip έφερε πάλι το ζήτημα του γάμου της Αλίκης, ο Richard αρνήθηκε να το συζητήσει, προβάλλοντας ως δικαιολογία τη φήμη της Αλίκης. 

Ο Philip ήταν τελείως αδιάφορος για την ευτυχία της οικογένειάς του. Ποτέ δεν επενέβη για να βοηθήσει τη δυστυχισμένη αδελφή του Agnes, τη χήρα του Αλεξίου II του Βυζαντίου. Αλλά δεν μπορούσε ν' ανεχθεί την προσβολή. Οι σχέσεις του με τον Richard έγιναν ακόμα πιο ψυχρές και σχεδίασε να φύγει αμέσως από τη Μεσσήνη για την Ανατολή. Αλλά την επομένη του απόπλου του μια τρικυμία τον έριξε πάλι στη Σικελία. Επειδή τώρα ήσαν τα μέσα Οκτωβρίου έκρινε ότι θα ήταν συνετότερο να ξεχειμωνιάσει στη Μεσσήνη. 

Αυτή, φαίνεται, υπήρξε πάντοτε η πρόθεση του Richard. Η συνθήκη του με τον Tancred δεν είχε υπογραφεί ως την 11η Νοεμβρίου. Στο μεταξύ έστειλε να ζητήσει από τη μητέρα του να φέρει την Berengaria της Navarre να τον συναντήσει στη Σικελία. Ο χειμώνας πέρασε αρκετά ήσυχα στη Σικελία. Την ημέρα των Χριστουγέννων, ο Richard έδωσε ένα μεγαλοπρεπές συμπόσιο στο Mategrifon, στο οποίο κάλεσε τον Βασιλέα της Γαλλίας και τους Σικελούς προύχοντες. 

Λίγες μέρες αργότερα είχε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη με τον γέροντα Αββά του Κοράτζο, Ιωακείμ, τον ιδρυτή του Τάγματος του Fiore. Ο σεβάσμιος άγιος του εξήγησε την έννοια της Αποκαλύψεως. Τα εφτά κεφάλια του θηρίου, ήσαν ο Ηρώδης, ο Νέρων, ο Κωνστάντιος, ο Μωάμεθ, ο Μελσεμούθ (με τον οποίο προφανώς εννοούσε τον Αβδούλ Μουνεΐμ, τον ιδρυτή της αιρέσεως των Αλμοαδών), ο Saladin και τελικά ο ίδιος ο Αντίχριστος, ο οποίος είχε ήδη γεννηθεί προ δέκα πέντε ετών στη Ρώμη και επρόκειτο να καθίσει στον Παπικό θρόνο.


Η επιπόλαια απάντηση του Richard, ότι σ' αύτη την περίπτωση ο Αντίχριστος μπορούσε να ήταν ο παρών πάπας, Clement III, τον οποίο προσωπικά αντιπαθούσε, δεν έγινε καλά δεκτή, ούτε θέλησε ο άγιος να συμφωνήσει μαζί του ότι ο Αντίχριστος θα γεννιόταν από τη φυλή του Δαν στη Βαβυλώνα ή στην Αντιόχεια, και θα βασίλευε στην Ιερουσαλήμ. Αλλά ήταν ενθαρρυντικό γι' αυτόν που έμαθε από τον Ιωακείμ ότι ο Richard θα ήταν νικητής στην Παλαιστίνη και ότι ο Saladin σύντομα θα σκοτωνόταν. Το Φεβρουάριο ο Richard οργάνωσε κονταροχτυπήματα. 

Κατά τη διάρκεια ενός απ' αυτά φιλονίκησε με έναν Γάλλο ιππότη, τον William de Barres· αλλά ο Philip κατόρθωσε να τους συμφιλιώσει. Πραγματικά, ο Richard φέρθηκε πολύ καθώς πρέπει στον Philip, και λίγες μέρες αργότερα του έδωσε αρκετές γαλέρες που είχαν φθάσει πρόσφατα από την Αγγλία. Περίπου τον ίδιο καιρό άκουσε ότι η βασίλισσα Eleanor και η Berengaria είχαν φθάσει στη Νεάπολη και έστειλε να τις συναντήσουν και να τις συνοδεύσουν στο Brindisi, επειδή η ομάδα των ήταν πολύ μεγάλη για τα στενόχωρα μέσα της Μεσσήνης, όπου μόλις είχε αφιχθεί ο κόμης of Flanders με σημαντική ακολουθία.

Όταν πλησίασε η άνοιξη, οι βασιλείς ετοιμάστηκαν να συνεχίσουν το ταξίδι των. Ο Richard πήγε στην Κατάνια να επισκεφθεί τον Tancred, με τον οποίο ορκίστηκε διαρκή φιλία. Ο Philip είχε φοβηθεί από αυτή τη συμμαχία και τους συνάντησε στην Ταορμίνα. Ήταν τώρα έτοιμος να τακτοποιήσει όλες τις διαφωνίες του με τον Richard, και του δήλωσε επισήμως ότι ήταν ελεύθερος να παντρευτεί όποια ήθελε. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα γενικής καλής θελήσεως ο Philip απέπλευσε με όλους τους άνδρες του από τη Μεσσήνη στις 30 Μαρτίου. 

Μόλις είχε βγει από το λιμάνι, έφθασαν εκεί η βασίλισσα Eleanor και η πριγκίπισσα Berengaria. Η Eleanor έμεινε μόνο τρεις ημέρες με το γιο της και κατόπιν έφυγε για την Αγγλία, περνώντας από τη Ρώμη για να κανονίσει μερικές υποθέσεις για το γιο της με την παπική αυλή. Η Berengaria παρέμεινε υπό την κηδεμονία της βασιλίσσης Ιωάννας. Ο Richard εγκατέλειψε επί τέλους τη Μεσσήνη στις 10 Απριλίου αφού διέλυσε τον πύργο Mategrifon. Ο Tancred λυπήθηκε που τον είδε να φεύγει και είχε τους λόγους του. 

Την ίδια μέρα οπάπας Clement III πέθανε στη Ρώμη και τέσσερις μέρες αργότερα ο καρδινάλιος της Σάντα Μαρία εις Κοσμεδίν εξελέγη ως Celestine III. Ο Henry von Hohenstaufen ήταν στη Ρώμη εκείνο τον καιρό και η πρώτη ενέργεια του νέου πάπα, υπό πίεση, ήταν να στέψει αυτόν και την Constance της Σικελίας ως αυτοκράτορα και αυτοκράτειρα. Ο γαλλικός στόλος έκανε καλό ταξίδι ως την Τύρο όπου ο Philip έγινε δεκτός με χαρά από τον εξάδελφό του, Conrad de Montferrat. Έφθασε με τον Conrad στην Acre στις 20 Απριλίου. Αμέσως η πολιορκία του μωαμεθανικού φρουρίου έγινε στενότερη. 

Για την υπομονητική και επινοητική ιδιοσυγκρασία του Philip ο πολιορκητικός πόλεμος ήταν ελκυστικός. Αναδιοργάνωσε τις μηχανές των πολιορκητών και κατασκεύασε πύργους γι' αυτούς. Αλλά απόπειρα για έφοδο κατά των τειχών αναβλήθηκε ώσπου να φθάσουν ο Richard και οι άνδρες του. Το ταξίδι του Richard υπήρξε λιγότερο ειρηνικό. Δυνατοί άνεμοι σκόρπισαν σε λίγο το στολίσκο. Ο ίδιος ο βασιλεύς κατέφυγε για μια μέρα σ' έναν κρητικό λιμένα, από τον οποίον έκανε ένα τρικυμιώδες πέρασμα στη Ρόδο, όπου έμεινε δέκα μέρες, από τις 22 Απριλίου ως την 1η Μαΐου, για ν' αναλάβει από τη ναυτία του. 

Στο μεταξύ ένα από τα πλοία του χάθηκε σε μια τρικυμία και αλλά τρία, μέσα στα οποία ήταν και εκείνο που μετέφερε την Ιωάννα και την Berengaria, σπρώχτηκαν από τους ανέμους στην Κύπρο. Δύο από τα πλοία είχαν ναυαγήσει στη νότια ακτή της νήσου, αλλά η βασίλισσα Ιωάννα κατόρθωσε να φθάσει σε ασφαλές αγκυροβόλιο στη Λεμεσό.


Η Κύπρος τελούσε επί πέντε χρόνια υπό την κυριαρχία του αυτοχειροτόνητου Αυτοκράτορα Ισαακίου Δούκα Κομνηνού, ο οποίος είχε ηγηθεί μιας επιτυχούς εξεγέρσεως εναντίον του Βυζαντίου κατά την εποχή της αναρρήσεως του Ισαακίου Αγγέλου και ο οποίος είχε διατηρήσει την ανεξαρτησία του με εφήμερες συμμαχίες, πότε με τους Σικελούς, πότε με τους Αρμενίους της Κιλικίας, πότε με τον Saladin. Ήταν ένας βίαιος άνθρωπος που μισούσε τους Λατίνους και δεν ήταν δημοφιλής στη νήσο εξ αίτιας των υπερβολικών φόρων που είχε επιβάλει. 

Πολλοί από τους υπηκόους του εξακολουθούσαν να τον θεωρούν ως αντάρτη και ως τυχοδιώκτη. Η εμφάνιση μεγάλων Φραγκικών στόλων στα Κυπριακά ύδατα τον ανησύχησε· και αντιμετώπισε το πρόβλημα ασύνετα. Όταν οι ναυαγισμένοι άνθρωποι του Richard βγήκαν στην ακτή, τους συνέλαβε και κατέσχε όλα τους τα υπάρχοντα που μπόρεσαν να διασωθούν. Κατόπιν έστειλε έναν αγγελιαφόρο στο πλοίο της Βασιλίσσης Ιωάννας προσκαλώντας την μαζί με την Berengaria ν' αποβιβασθούν. 

Η Ιωάννα η οποία είχε μάθει από την πείρα την αξία της ως ενδεχόμενου ομήρου απάντησε ότι δεν μπορούσε ν' αφήσει το πλοίο χωρίς την άδεια του αδελφού της, αλλά η αίτησή της να της επιτραπεί να στείλει στην ακτή για νερό, απορρίφθηκε με βαναυσότητα. Ο Ισαάκιος ήρθε ο ίδιος στη Λεμεσό και έχτισε οχυρώματα κατά μήκος της παραλίας για να εμποδίσει κάθε απόβαση.

Στις 8 Μαΐου, μια βδομάδα μετά την άφιξη της Ιωάννας στ' ανοιχτά της Λεμεσού, ο Richard και το κύριο μέρος του στόλου του φάνηκαν στον ορίζοντα. Είχε κάνει ένα πολύ άσχημο πέρασμα από τη Ρόδο και το πλοίο του ίδιου του Richard πάρα λίγο να ναυαγήσει στον κόλπο της Αττάλειας. Η ναυτία δεν είχε βελτιώσει τη διάθεση του Richard· και όταν έμαθε την μεταχείριση που έκαναν στην αδελφή του και στη μνηστή του ορκίστηκε εκδίκηση. Άρχισε αμέσως ν' αποβιβάζει άνδρες κοντά στη Λεμεσό και βάδισε εναντίον της πόλεως. 

Ο Ισαάκιος δεν πρόβαλε αντίσταση αλλά αποτραβήχτηκε στο χωριό Κοιλάνι στις κλιτύς του Τροόδους. Όχι μόνο οι Λατίνοι έμποροι που ήσαν εγκατεστημένοι στη Λεμεσό, υποδέχτηκαν τον Richard, αλλά και οι Έλληνες, από απέχθεια προς τον Ισαάκιο δείχθηκαν φιλικοί προς τους εισβολείς. Κατόπιν τούτου ο Ισαάκιος είπε ότι ήταν έτοιμος να διαπραγματευθεί. Του δόθηκε ένα διαβατήριο και κατέβηκε στο Κολόσσι και πήγε στο στρατόπεδο του Richard. 

Εκεί συμφώνησε να πληρώσει αποζημίωση για τα αγαθά που είχε αρπάξει, να επιτρέψει στα Αγγλικά στρατεύματα ν' αγοράζουν προμήθειες χωρίς να πληρώνουν δασμό και να στείλει μια συμβολική δύναμη από εκατό άνδρες στη Σταυροφορία, αν και ο ίδιος αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη νήσο. Προσφέρθηκε να στείλει την κόρη του ως όμηρο στον Richard. Η επίσκεψη του Ισαακίου στο στρατόπεδο, τον έπεισε ότι ο Richard δεν ήταν τόσο τρομερός όσο είχε φαντασθεί. Γι' αυτό μόλις επέστρεψε στο Κολόσσι κατάγγειλε τη συμφωνία και διέταξε το Richard να εγκαταλείψει τη χώρα του. Διέπραξε ένα ανόητο σφάλμα. 

Ο Richard είχε ήδη στείλει ένα πλοίο στην Acre για ν' αναγγείλει την προσεχή άφιξή του στην Κύπρο και στις 11 Μαΐου, την ημέρα που ο Ισαάκιος είδε τον Richard και επέστρεψε στο Κολόσσι, έφθασαν στη Λεμεσό πλοία με όλους τους κορυφαίους σταυροφόρους που ήσαν αντίθετοι προς τον Conrad. Ήταν ο βασιλεύς Guy και ο αδελφός του Godfrey, κόμης de Lusignan, ένας από τους κυριότερους υποτελείς του Richard στη Γαλλία, ήταν ο Bohemund της Αντιόχειας με το γιο του Raymond, ο Ρουπένιος ηγεμών Λέων που είχε πρόσφατα διαδεχθεί τον αδελφό του Rupen, ήταν ο Humphrey de Toron, ο διαζευγμένος σύζυγος της Isabella, και πολλοί από τους εξέχοντες Knights.

 
Επειδή ο Philip είχε ταχθεί υπέρ του Conrad, αυτοί είχαν έρθει για να εξασφαλίσουν την υποστήριξη του Richard προς το κόμμα των. Αυτή η απόκτηση ισχύος έκανε τον Richard ν' αποφασίσει να επιχειρήσει την κατάκτηση ολόκληρης της νήσου. Οι επισκέπτες του θα του υπέδειξαν χωρίς αμφιβολία τη στρατηγική της αξία για την άμυνα ολόκληρης της Συριακής ακτής και τον κίνδυνο που θα μπορούσε να προκύψει αν ο Ισαάκιος συνήπτε στενή συμμαχία με τον Saladin. Ήταν μια ευκαιρία εξαιρετικά καλή για να την αφήσουν να πάει χαμένη.

Στις 12 Μαΐου ο Richard παντρεύτηκε με επισημότητα την Berengaria στο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου της Λεμεσού, και αυτή στέφτηκε Βασίλισσα της Αγγλίας από τον επίσκοπο του Evreux. Την επομένη έφθασαν και τα υπόλοιπα πλοία του Αγγλικού στόλου. Ο Ισαάκιος, αντιληφθείς τον κίνδυνο, μετακινήθηκε στη Famagusta. Οι Άγγλοι τον ακολούθησαν εκεί, μερικοί δια ξηράς και οι υπόλοιποι δια θαλάσσης. Ο Αυτοκράτωρ δεν έκανε καμιά απόπειρα να υπερασπισθεί τη Famagusta αλλά υποχώρησε στη Λευκωσία. 

Ενώ ο Richard αναπαυόταν στη Famagusta, έφθασαν απεσταλμένοι του Philip και των Παλαιστινίων αρχόντων, παρακινώντας τον να σπεύσει στην Παλαιστίνη. Αυτός όμως απάντησε θυμωμένος ότι δεν επρόκειτο να κινηθεί πριν καταλάβει την Κύπρο, της οποίας τόνισε τη σημασία για όλους τους. Ένας από τους απεσταλμένους του Philip, ο Παγκάν της Haifa, υποτίθεται ότι είχε πάει στον Ισαάκιο, για να τον προειδοποιήσει. Ο Ισαάκιος έστειλε τη σύζυγό του, μια πριγκίπισσα από την Αρμενία, και την κόρη του στο φρούριο της Κυρήνειας, και κατόπιν βάδισε κατά της Famagusta. 

Τα στρατεύματα του Richard τον συνάντησαν κοντά στο χωριό Τρεμιθός και τον νίκησαν ύστερ' από μια γρήγορη αψιμαχία, κατά την οποία είπαν πως αυτός χρησιμοποίησε δηλητηριασμένα βέλη. Έφυγε από το πεδίο της μάχης στην Καντάρα· και ο Richard μπήκε στη Λευκωσία χωρίς αντίσταση. Ο πληθυσμός της Κύπρου έδειξε αδιαφορία για την τύχη του Ισαακίου και μάλιστα έδειξε διάθεση να βοηθήσει τους εισβολείς.

Στη Λευκωσία ο Richard αρρώστησε· και ο Ισαάκιος ήλπιζε ότι τα τέσσερα μεγάλα βόρεια φρούριά του, η Καντάρα, το Buffavento, ο Άγιος Ιλαρίων και η Κυρήνεια, θα μπορούσαν να κρατήσουν ώσπου να κουραστεί ο Richard από τον πόλεμο και να φύγει. Αλλά ο βασιλεύς Guy, επικεφαλής του στρατού του Richard, βάδισε κατά της Κυρήνειας και την κατέλαβε και αιχμαλώτισε την αυτοκράτειρα και την κόρη της. Κατόπιν άρχισε ν' αποκλείει τον Άγιο Ιλαρίωνα και το Buffavento.

Στερημένος την οικογένειά του, με τους υπηκόους του απαθείς ή εχθρικούς, ο Ισαάκιος έχασε το θάρρος του και παραδόθηκε χωρίς όρους. Τον έφεραν μπροστά στο Richard δεμένο με ασημένιες αλυσίδες. Ως το τέλος Μαΐου ολόκληρη η νήσος είχε περιέλθει στα χέρια του Richard. Η λεία που κατέλαβε ο Richard ήταν τεράστια. Ο Ισαάκιος είχε συσσωρεύσει ένα μεγάλο θησαυρό με τις καταπιέσεις του· και πολλοί από τους προύχοντές του αγόρασαν την καλή θέληση του νέου κυρίου των με γενναίες δωρεές. Ο Richard δεν άργησε να διευκρινίσει ότι το κυριότερο ενδιαφέρον του ήταν τα χρήματα. 

Επέβαλε έναν κεφαλικό φόρο πενήντα τοις εκατό σε κάθε Έλληνα, αλλά εις αντάλλαγμα ο Richard επικύρωσε τους νόμους και τους θεσμούς που υπήρχαν την εποχή του Μανουήλ Κομνηνού. Σε όλα τα φρούρια της νήσου εγκαταστάθηκαν Λατινικές φρουρές και δύο Άγγλοι, ο Richard of Camville και ο Robert of Turnham, διορίστηκαν κυβερνήτες και ανέλαβαν τη διοίκηση, ώσπου ν' αποφασίσει ο Richard για την οριστική της τύχη. Πολύ σύντομα οι Έλληνες βρήκαν ότι είχαν βιαστεί να χαρούν για την πτώση του Ισαακίου. Δεν μετείχαν πια στην κυβέρνησηκαι ως σύμβολο της νέας υποταγής των πήραν διαταγή να ξυρίσουν τα γένια τους.


Στον ίδιο το Richard η κατάκτηση της Κύπρου είχε αξία εξ αίτιας του αναπάντεχου πλούτου που του απέφερε. Αλλά στην πραγματικότητα υπήρξε το πιο ευρείας βλέψεως και το πιο διαρκές από όλα τα κατορθώματά του κατά τη Σταυροφορία. Η κατοχή της Κύπρου από τους Φράγκους έκανε μακρύτερο τον βίο των κτήσεών των στην ηπειρωτική χώρα. Οι εγκαταστάσεις των στη νήσο διάρκεσαν δύο αιώνες περισσότερο από εκείνες στη Συρία. Αλλά η κατάκτηση της Κύπρου προμήνυε κακά για τους Έλληνες. 

Αν οι σταυροφόροι ήσαν πρόθυμοι και ικανοί να προσαρτήσουν μια Ορθόδοξη επαρχία, δεν θα ένοιωθαν τον πειρασμό να εξαπολύσουν σε λίγο τον από πολύ καιρό επιθυμητό ιερό πόλεμο κατά του Βυζαντίου; Στις 5 Ιουνίου ο Αγγλικός στόλος απέπλευσε από τη Famagusta για τη Συριακή ακτή. Μετέφερε αιχμάλωτο τον αυτοκράτορα Ισαάκιο υπό τη φρούρηση του Βασιλέως Guy. Η μικρή του κόρη προσκολλήθηκε στην αυλή της Βασιλίσσης Ιωάννας, για να μάθει εκεί τον δυτικό τρόπο ζωής. Το πρώτο αντικείμενο που ο Βασιλεύς Richard είδε στη Συριακή ακτή, ήταν το φρούριο Marqab. 

Αφού πλησίασε στην ακτή έστρεψε προς νότο, πέρασε την Tortosa, τη Jebeil και τη Βηρυτό και αποβιβάστηκε το βράδυ της 6ης Ιουνίου κοντά στην Τύρο. Η φρουρά δεν του επέτρεψε να μπει μέσα στην πόλη, εκτελώντας διαταγές του Philip και του Conrad, γι' αυτό εξακολούθησε το ταξίδι του δια θαλάσσης ως την Acre, παρακολουθώντας καθώς έπλεε το ευχάριστο θέαμα μιας μεγάλης σαρακηνής γαλέρας που τη βύθιζαν τα πλοία του. Έφθασε στο στρατόπεδο έξω από την Acre στις 8 Ιουνίου.

Στους κουρασμένους στρατιώτες που πολιορκούσαν την Acre, η άφιξη του Βασιλέως Richard με είκοσι πέντε γαλέρες έφερε εμπιστοσύνη και ελπίδα. Άναψαν φωτιές για να πανηγυρίσουν την άφιξή του και σάλπιγγες σήμαιναν σ' ολόκληρο το στρατόπεδο. Ο Βασιλεύς της Γαλλίας είχε κατασκευάσει πολλές χρήσιμες πολιορκητικές μηχανές μεταξύ των οποίων και ένα μεγάλο καταπέλτη για πέτρες που οι στρατιώτες του ονόμασαν "ο Κακός Γείτονας" και μια αγκιστρωτή κλίμακα, γνωστή με το όνομα "Η Γάτα". 

Ο δούκας της Βουργουνδίας και τα δύο στρατιωτικά τάγματα είχαν ο καθένας τους τον καταπέλτη του, και υπήρχε ένας που είχε κατασκευασθεί από κοινά χρήματα που τον έλεγαν "Η Σφεντόνα του Θεού". Αυτά σφυροκοπούσαν τα τείχη με κάποιο αποτέλεσμα· αλλά χρειαζόταν ένας αρχηγός για να παρορμήσει τους πολιορκητές σε μια τελική προσπάθεια. Ο Βασιλεύς της Γαλλίας ήταν πολύ επιφυλακτικός ώστε να παίξει έναν τέτοιο ρόλο και οι άλλοι τοπικοί ή σταυροφόροι πρίγκιπες ήσαν πολύ κουρασμένοι ή δυσφημισμένοι. Ο Richard έφερε νέο σφρίγος σε όλ' αυτά. 

Σχεδόν μόλις είχε αποβιβασθεί, έστειλε έναν απεσταλμένο του με έναν έμπιστο διερμηνέα, ένα Μαροκινό αιχμάλωτο που του είχε εμπιστοσύνη, στο στρατόπεδο του Saladin να προτείνει μια συνέντευξη. Ήταν περίεργος να δει τον διάσημο άπιστο και είχε την ελπίδα ότι μπορούσε να γίνει κάποια ειρηνική διευθέτηση, αν θα μπορούσε μονάχα να μιλήσει με έναν τόσο ιπποτικό εχθρό. Αλλά ο Saladin απάντησε επιφυλακτικά ότι δεν ήταν φρόνιμο για εχθρούς Βασιλείς να συναντηθούν πριν να έχουν υπογράψει ανακωχή. 

Ωστόσο ήταν πρόθυμος να επιτρέψει στον αδελφό του al-Adil να συναντηθεί με το Richard. Κανονίστηκε τριήμερη αποχή από εχθροπραξίες και συμφωνήθηκε η συνάντηση να γίνει στην πεδιάδα μεταξύ των στρατοπέδων, οπότε οι Βασιλείς της Αγγλίας και της Γαλλίας αρρώστησαν ξαφνικά και οι δύο. Ήταν μια αρρώστια που οι Φράγκοι ονόμαζαν Αrnaldia, ένας πυρετός που έκανε να πέφτουν τα μαλλιά και τα νύχια. Η προσβολή του Philip ήταν ήπια, αλλά ο Richard ήταν σοβαρά άρρωστος επί μερικές ημέρες.

 
Αλλά και από το κρεβάτι διηύθυνε επιχειρήσεις, δίνοντας οδηγίες που να τοποθετηθούν οι μεγάλοι καταπέλτες που είχε φέρει και να κατασκευασθεί ένας μεγάλος ξύλινος πύργος, σαν τον Mategrifon που είχε κατασκευάσει στη Μεσσήνη. Ενώ ήταν ακόμα στην ανάρρωση, επέμεινε να επισκεφθεί τις γραμμές των στρατιωτών του. Ο Saladin από τη δική του πλευρά πήρε ενισχύσεις στα τέλη του Ιουνίου. Ο στρατός της Sinjar έφθασε στις 25 Ιουνίου και τον ακολούθησε αμέσως ένας νέος Αιγυπτιακός στρατός και τα στρατεύματα του κυρίαρχου της Mosul. 

Οι άρχοντες της Shaizar και της Hama έφεραν στρατεύματα στις αρχές του Ιουλίου. Παρά την αύξηση αυτή των δυνάμεών του δεν μπορούσε να εκτοπίσει τους σταυροφόρους από το στρατόπεδό των. Είχαν επωφεληθεί από την αναστολή των επιχειρήσεων κατά τον χειμώνα, όταν οι βροχές είχαν μαλακώσει το έδαφος, για να περιβάλουν το στρατόπεδο με χωματουργικά έργα, προμαχώνες προστατευόμενους από τάφρους που ήσαν εύκολο να υπερασπισθούν. Καθ' όλον τον Ιούνιο και τις αρχές του Ιουλίου η τάξη μάχης παρέμεινε κατά πολύ η ίδια. 

Οι Φραγκικές πολιορκητικές μηχανές συνέχισαν το σφυροκόπημά των κατά των τειχών της Acre αλλά αν προκαλούσαν κάποιο μικρό ρήγμα και οι Φράγκοι ορμούσαν να το εκβιάσουν, η φρουρά έκανε σήμα στον Saladin ο οποίος αμέσως έκανε επίθεση κατά του στρατοπέδου, αναγκάζοντας τούς επιτιθέμενους να τραβηχτούν από τα τείχη. Έγιναν και μερικές ναυμαχίες. Η άφιξη των στόλων της Αγγλίας και της Γαλλίας είχε αποσπάσει την κυριαρχία της θάλασσας από τους Σαρακηνούς και τώρα ήταν σπάνιο για τα πλοία τους να μπορούν να διασπάσουν τον αποκλεισμό και να μπουν στο λιμένα με εφόδια. 

Τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια άρχισαν να σπανίζουν στην πολιορκημένη πόλη και γινόταν λόγος για παράδοση.Οι αρρώστιες και οι έριδες εξακολουθούσαν στο χριστιανικό στρατόπεδο. Ο πατριάρχης Ηράκλειος πέθανε και γίνονταν μηχανορραφίες γύρω από την εκλογή του διαδόχου του. Η διαμάχη για το στέμμα ήταν συνεχής. Ο Richard είχε αναλάβει την υποστήριξη της υποθέσεως του Guy ενώ ο Philip υποστήριζε τον Conrad. Οι Πιζανοί είχαν προσχωρήσει στο κόμμα του Richard, και έτσι όταν εμφανίσθηκε ένας Γενουατικός στολίσκος, αυτός προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Philip. 

Όταν ο Philip σχεδίασε μια ισχυρή έφοδο κατά της πόλεως, περί τα τέλη του Ιουνίου, ο Richard, ίσως επειδή ακόμα δεν ήταν τελείως καλά για να πολεμήσει αυτοπροσώπως και φοβήθηκε ότι γι' αυτό πιθανώς θα έχανε τα λάφυρα της νίκης, αρνήθηκε να επιτρέψει στους άνδρες του να συνεργασθούν. Η επίθεση απέτυχε εξ αίτιας της απουσίας των οπαδών του και των φίλων του και η αντεπίθεση του Saladin κατά του στρατοπέδου αποκρούσθηκε με δυσκολία. Οι σχέσεις μεταξύ του Richard και του Philip είχαν περιπλακεί ακόμα περισσότερο με το θάνατο του Philip, κόμητος of Flanders, του απρόθυμου σταυροφόρου του 1177, που συνέβη την 1η Ιουνίου. 

Δεν άφησε άμεσους κληρονόμους· και ενώ ο Βασιλεύς της Γαλλίας είχε κάποια αξίωση για την κληρονομιά, ο Βασιλεύς της Αγγλίας δεν ήθελε ν' αφήσει μια επαρχία τόσο πλούσια και τόσο στρατηγικά τοποθετημένη, να πέσει στα χέρια του αντιζήλου του. Όταν ο Philip, επικαλούμενος τη συμφωνία που είχε γίνει στη Μεσσήνη, ζήτησε τη μισή από τη νήσο Κύπρο, ο Richard τον αντέκρουσε ζητώντας τη μισή Φλάνδρα. Καμιά πλευρά δεν συνέχισε τις απαιτήσεις της, αλλά η κάθε μια έμεινε με τη δυσαρέσκεια.

Στις 3 Ιουλίου, αφού ο ανιψιός του Saladin, Τακί, προσπάθησε εις μάτην να διασπάσει την πολιορκία και να μπει μέσα στην πόλη, οι Γάλλοι δημιούργησαν ένα σοβαρό ρήγμα στο τείχος, αλλά αναγκάστηκαν ν' αποσυρθούν. Οχτώ ημέρες αργότερα, οι Άγγλοι και οι Πιζάνοι, χρησιμοποιώντας μια στιγμή που οι άλλοι σταυροφόροι ήσαν στο συσσίτιο, δοκίμασαν την τύχη τους με την ίδια αρχική επιτυχία αλλά και την τελική αποτυχία. Αυτόν τον καιρό η φρουρά είχε ήδη αποφασίσει να εγκαταλείψει τον αγώνα.

 
Είχαν στείλει απεσταλμένους στο στρατόπεδο των σταυροφόρων στις 4 Ιουλίου, αλλά ο Richard απέρριψε τις προτάσεις των, αν και την ίδια μέρα οι πρέσβεις του επισκέφθηκαν τον Saladin, ζητώντας να τους επιτραπεί ν' αγοράσουν φρούτα και χιόνι και αφήνοντας να νοηθεί ότι θα ήσαν πρόθυμοι να συζητήσουν όρους ειρήνης. Ο Saladin πειράχτηκε όταν άκουσε ότι οι άνθρωποί του μέσα στην Acre είχαν απελπισθεί. Τους υποσχέθηκε άμεση βοήθεια· αλλά δεν μπορούσε να κινήσει το στρατό του για να κάνει τη μεγάλη επίθεση κατά του Χριστιανικού στρατοπέδου, που είχε σχεδιάσει για την 5η Ιουλίου. 

Στις 7 Ιουλίου, ένας κολυμβητής του έφερε την τελευταία έκκληση από την πόλη. Χωρίς βοήθεια η φρουρά δεν μπορούσε να κρατήσει άλλο. Η μάχη της 11ης υπήρξε η τελευταία προσπάθεια των πολιορκημένων. Την επομένη πρότειναν να συνθηκολογήσουν και οι όροι των έγιναν δεκτοί. Η Acre θα παραδινόταν με όλα της τα περιεχόμενα, τα πλοία της και τα στρατιωτικά της αποθέματα. Διακόσιες χιλιάδες χρυσά νομίσματα θα πληρώνονταν στους Φράγκους, και ιδιαίτερα τετρακόσια για τον Conrad προσωπικά. 

Χίλιοι πεντακόσιοι Χριστιανοί αιχμάλωτοι με εκατό αιχμαλώτους μεγάλου βαθμού, που θα ορίζονταν ονομαστικώς, θα απελευθερώνονταν και θ' αποδιδόταν ο Τίμιος Σταυρός. Αν θα γίνονταν αυτά, τότε η ζωή των αμυνομένων θα ήταν ασφαλής. Ένας κολυμβητής έφυγε από τον λιμένα για να πει στον Saladin τι είχε συμφωνηθεί, γιατί αυτός έπρεπε να συμπληρώσει τους όρους. Έμεινε κατάπληκτος. Καθώς κάθισε μπροστά από τη σκηνή του για να συντάξει μια απάντηση που απαγόρευε στη φρουρά να υποταχθεί σε τέτοιους όρους, είδε τις Φραγκικές σημαίες να υψώνονται στους πύργους της πόλεως. Ήταν πολύ αργά. 

Οι αξιωματικοί του είχαν συνάψει τη συμφωνία στ' όνομά του και ως έντιμος άνθρωπος τη δέχτηκε. Μετακίνησε το στρατόπεδό του στο Shafr'amr στο δρόμο προς τη Σεφόρια, πιο μακριά από την πόλη, τώρα που δεν μπορούσε πιa να κάνει τίποτα για να τη βοηθήσει και χαλύβδωσε τον εαυτό του για να δεχτεί τους πρέσβεις των νικητών Φράγκων. Μόλις η συνθηκολόγηση έγινε αποδεκτή η Σαρακηνή φρουρά βγήκε έξω από την Acre. Οι νικητές συγκινήθηκαν που τους είδαν να περνούν για να μεταπέσουν στην αιχμαλωσία, γιατί θαύμασαν το θάρρος και την καρτερία των, άξια καλύτερης τύχης. 

Όταν βγήκε και ο τελευταίος Σαρακηνός οι Φράγκοι μπήκαν μέσα με επικεφαλής τον Conrad, του οποίου ο σημαιοφόρος κρατούσε την προσωπική του σημαία και τις σημαίες των Βασιλέων. Ο Βασιλεύς Richard εγκαταστάθηκε στο πρώην Βασιλικό ανάκτορο κοντά στο βόρειο τείχος της πόλεως. Ο Βασιλεύς Philip στο πρώην ίδρυμα των Knights, στη θάλασσα κοντά στην άκρη της χερσονήσου. Απρεπείς έριδες αμαύρωσαν την κατανομή των εγκαταστάσεων στην πόλη.

Ο δούκας της Αυστρίας, ως αρχηγός του Γερμανικού στρατού, αξίωσε θέση ισότιμη με τους Βασιλείς της Αγγλίας και της Γαλλίας και τοποθέτησε τη σημαία του πλάι στου Richard για να δει τους Άγγλους να την κατεβάζουν και να την πετούν μέσα στην τάφρο. Αυτή ήταν μια προσβολή την οποία ο Leopold της Αυστρίας δεν συγχώρησε ποτέ. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, λίγες μέρες αργότερα, ήταν με την καρδιά του γεμάτη μίσος για το Richard.

Οι Φράγκοι έμποροι και ευγενείς που είχαν προηγουμένως ιδιοκτησίες στην Acre ζήτησαν να τους επιστραφούν τα κτήματά των. Σχεδόν όλοι αυτοί ήσαν υποστηρικτές του Conrad και γι' αυτό απευθύνθηκαν στον βασιλέα Philip όταν οι επισκέπτες σταυροφόροι επιχείρησαν να τους εκτοπίσουν. Αυτός επέμεινε ότι οι απαιτήσεις των έπρεπε να ικανοποιηθούν. Η πρώτη εργασία που έπρεπε να γίνει ήταν να καθαριστούν και να καθαγιασθούν εκ νέου οι εκκλησίες της Acre.


Όταν έγινε αυτό υπό τη διεύθυνση του Παπικού λεγάτου, Αδελάρδου της Βερόνας, οι ηγεμόνες συγκεντρώθηκαν για να κανονίσουν το ζήτημα της Βασιλείας. Ύστερ' από συζήτηση συμφωνήθηκε ότι ο Guy θα παρέμενε Βασιλεύς ως το θάνατό του, οπότε το στέμμα θα περνούσε στον Conrad και την Isabella και τους απογόνους των. Στο μεταξύ ο Conrad θα ήταν κύριος της Τύρου, της Βηρυτού και της Σιδώνος, και θα μοίραζε με τον Guy τα Βασιλικά εισοδήματα. Αφού εξασφάλισε το μέλλον για τον Conrad, ο Philip έκανε λόγο να επιστρέψει στην πατρίδα του.

Είχε υποφέρει από σχεδόν συνεχείς αρρώστιες από τότε που είχε έρθει στους Αγίους Τόπους. Είχε κάνει το Χριστιανικό του καθήκον βοηθώντας ν' ανακτηθεί η Acre· και θα άφηνε πίσω του τον Δούκα της Βουργουνδίας και το μεγαλύτερο μέρος του Γαλλικού στρατού. Εις μάτην ο Richard πίεσε για μια κοινή δήλωση ότι οι δύο Βασιλείς θα έμεναν επί τρία χρόνια στην Ανατολή. Το περισσότερο που μπόρεσε να υποσχεθεί ο Philip ήταν ότι δεν θα επιτίθετο στα Γαλλικά εδάφη του Richard ώσπου να επιστρέψει ο Richard στη χώρα του, υπόσχεση που δεν τηρήθηκε εξ ολοκλήρου.

Στις 31 Ιουλίου έφυγε από την Acre για την Τύρο, συνοδευόμενος από τον Conrad, ο οποίος είπε ότι έπρεπε να δει τα εδάφη του εκεί, αλλά που στην πραγματικότητα δεν ήθελε να υπηρετήσει σε ένα στρατό κυριαρχούμενο από τον Βασιλέα Richard. Τρεις μέρες αργότερα, ο β\Βασιλεύς Philip απέπλευσε από την Τύρο για το Brindisi. Η αναχώρηση του Philip θεωρήθηκε από τους Άγγλους ως άνανδρη και προδοτική λιποταξία. Αλλά φαίνεται ότι η υγεία του ήταν πραγματικά κακή και υπήρχαν προβλήματα στη χώρα του όπως η κληρονομιά της Flanders, για τη λύση των οποίων ήταν προσωπικώς υπεύθυνος.

Επί πλέον, είχε την υποψία ότι ο Richard συνωμοτούσε εναντίον του και ότι η ζωή του διέτρεχε κίνδυνο. Κυκλοφόρησε μια παράξενη ιστορία πως όταν ήταν βαριά άρρωστος ο Richard πήγε να τον ιδεί και του είπε ψέματα ότι ο μοναχογιός του Louis είχε πεθάνει, είτε σαν ένα πολύ χοντρό αστείο ή με τη δόλια ελπίδα ότι αυτός ο κλονισμός θα ήταν μοιραίος γι' αυτόν. Υπήρχαν πολλοί στον Χριστιανικό στρατό πρόθυμοι να συνταχθούν με το Philip στις ανησυχίες του.

Παρ' όλο ότι ο Richard είχε την αφοσίωση των δικών του ανθρώπων και τον θαυμασμό των Σαρακηνών, για τους βαρόνους της Φραγκικής Ανατολής, ο Βασιλεύς της Γαλλίας ήταν ο μονάρχης τον οποίον σέβονταν και ένοιωθαν ότι καταλάβαινε τις ανάγκες των. Όταν έφυγε ο Philip, ο Richard ανέλαβε την πλήρη διοίκηση του στρατού και την διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων με τον Saladin. Ο Σουλτάνος συμφώνησε να τηρήσει τη συνθήκη που έκαναν οι αξιωματικοί του στην Acre. 

Ενώ οι σταυροφόροι επιδόθηκαν στην ανοικοδόμηση και ενίσχυση των τειχών της Acre, ο Saladin άρχισε να συγκεντρώνει τους αιχμαλώτους και τα χρήματα που έπρεπε ν' αποδώσει. Στις 2 Αυγούστου, Χριστιανοί αξιωματικοί επισκέφθηκαν το στρατόπεδό του φέρνοντας τη συγκατάθεση του Richard στην πρότασή του να γίνουν οι πληρωμές και οι επιστροφές των αιχμαλώτων σε τρεις μηνιαίες δόσεις. Οι Σαρακηνοί αιχμάλωτοι θα ελευθερώνονταν μετά την πληρωμή της πρώτης δόσεως. 

Στους επισκέπτες έδειξαν τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίον ο Saladin είχε κρατήσει μαζί του, και τον οποίον προσκύνησαν. Στις 11 Αυγούστου η πρώτη δόση των χρημάτων και η πρώτη αποστολή των αιχμαλώτων έφθασαν στο Χριστιανικό στρατόπεδο· και οι πρέσβεις του Richard επέστρεψαν για να βεβαιώσουν ότι οι αριθμοί ήσαν εν τάξει, εκτός του ότι οι αιχμάλωτοι περιωπής που είχαν καθορισθεί ονομαστικώς δεν είχαν όλοι παραδοθεί. Γι' αυτό το λόγο δεν θα ελευθέρωναν τους στρατιώτες του Σουλτάνου που είχαν αιχμαλωτισθεί στην Acre.


Ο Saladin τους ζήτησε ή να δεχθούν την καταβολή και να δώσει ομήρους για τους άρχοντες που έλειπαν, και να του στείλουν τους άνδρες του, ή να δεχτούν την καταβολή και να του αφήσουν ομήρους ως εγγύηση για την ελευθέρωση των ανδρών του. Οι πρέσβεις απέρριψαν και τις δύο προτάσεις. Απαίτησαν την καταβολή και δέχτηκαν να κάνουν μια δήλωση για τους Σαρακηνούς αιχμαλώτους. Ο Saladin, δυσπιστώντας στο λόγο τους, αρνήθηκε να δώσει τίποτα, αν οι άνδρες του δεν αφήνονταν ελεύθεροι.

Ο Richard τώρα βιαζόταν να εγκαταλείψει την Acre και να βαδίσει κατά της Ιερουσαλήμ. Οι Σαρακηνοί αιχμάλωτοι τού ήσαν εμπόδιο· ήταν ευτυχής που βρέθηκε μια δικαιολογία για να τους ξεφορτωθεί. Ψυχρότατα, στις 20 Αυγούστου, περισσότερο από μια βδομάδα μετά την επιστροφή της πρεσβείας του, δήλωσε ότι ο Saladin είχε παραβιάσει τη συμφωνία του και διέταξε τη σφαγή των δύο χιλιάδων εφτακοσίων επιζώντων από τη φρουρά της Acre. 

Οι στρατιώτες του επιδόθηκαν με προθυμία στο έργο της σφαγής, ευχαριστώντας το Θεό, έτσι μας λένε ενθουσιασμένοι οι απολογητές του Richard, γι' αυτή την ευκαιρία να εκδικηθούν για τους συντρόφους των που είχαν σκοτωθεί προ της πόλεως. Οι γυναίκες και τα παιδιά των αιχμαλώτων σφάχτηκαν στο πλευρό τους. Μόνο λίγοι πρόκριτοι και μερικοί άνδρες αρκετά δυνατοί για δουλικά έργα, παρέμειναν ζωντανοί. Οι προφυλακές των Σαρακηνών που ήσαν πιο κοντά στην Acre, είδαν τα γινόμενα και όρμησαν να σώσουν τους συμπατριώτες των, αλλά παρ' όλο ότι πολέμησαν ως το βράδυ, δεν μπόρεσαν ν' ανοίξουν δρόμο και να φθάσουν ως αυτούς. 

Όταν τελείωσε η σφαγή, οι Άγγλοι άφησαν το μέρος με τα ακρωτηριασμένα και αποσυντιθέμενα πτώματα και οι Μωαμεθανοί μπόρεσαν να πλησιάσουν και ν' αναγνωρίσουν τους μαρτυρήσαντες φίλους των. Την Πέμπτη, 22 Αυγούστου, ο Richard οδήγησε το σταυροφορικό στρατό έξω από την Acre. Ο Conrad και πολλοί από τους τοπικούς βαρόνους απουσίαζαν και οι Γάλλοι, υπό τον δούκα της Βουργουνδίας, ακολουθούσαν με δυσφορία στην οπισθοφυλακή. 

Κανένας από τους στρατιώτες δεν ήθελε να εγκαταλείψει την πόλη όπου είχαν ζήσει τόσο άνετα τον τελευταίο μήνα, με άφθονη τροφή και με βολικές γυναίκες να ικανοποιούν τις επιθυμίες των, ούτε τους άρεσε που άκουσαν ότι οι μόνες γυναίκες που επετράπη ν' ακολουθήσουν το στρατό ήσαν οι πλύστρες. Αλλά η δύναμη της προσωπικότητας του Richard επιβλήθηκε. Ο Saladin ήταν ακόμα στη Shafr'amr που δέσποζε των δύο κυρίων δρόμων που ξεκινούσαν από την ακτή, του δρόμου προς την Τιβεριάδα και τη Δαμασκό και του δρόμου δια της Ναζαρέτ προς την Ιερουσαλήμ. 

Αλλά ο Richard κινήθηκε προς νότο κατά μήκος του παράκτιου δρόμου, όπου το πλευρό του θα προστατευόταν από τη θάλασσα και το στόλο του. Γι' αυτό τον λόγο ο σουλτάνος τον ακολούθησε σε παράλληλο δρομολόγιο και στρατοπέδευσε στο Τελ-Καϊμούν, στις κλίτος του όρους Καρμήλου. Από εκεί βγήκε να αναγνωρίσει το έδαφος κοντά στην ακτή νοτίως του Καρμήλου, για να διαλέξει τοποθεσία για τη μάχη. Οι χριστιανοί βάδισαν πέρ' από τη Haifa της οποίας ο Saladin είχε κατεδαφίσει τα τείχη λίγο πριν από την πτώση της Acre και παρέκαμψαν την άκρη του Καρμήλου. 

Προχωρούσαν αργά για να μπορεί ο στόλος των να τους παρακολουθεί. Ο Richard πίστευε ότι έπρεπε ν' αφήνει τους στρατιώτες ν' αναπαύονται σχεδόν κάθε δεύτερη μέρα. Ο άνεμος ήταν από τη Δύση και τα πλοία εύρισκαν δυσκολία να παρακάμψουν το ακρωτήριο. Σαρακηνοί ελαφροί ιππείς εξορμούσαν πότε-πότε από τον Κάρμηλο εναντίον του πορευόμενου στρατού, έπιαναν τους βραδυπορούντες τους οποίους πήγαιναν στο Saladin, όπου τους εξέταζαν κατ' αντιπαράσταση και έπειτα τους σκότωναν για εκδίκηση της σφαγής της Acre.

 
Μόνο τις πλύστρες άφηναν ζωντανές. Στο μεταξύ, ο Richard οδήγησε το κύριο στράτευμα επάνω από την οροσειρά του Καρμήλου και στρατοπέδευσε στο ύψος της Καισάρειας, μακριά από την ακτή. Στις 30 του μηνός οι δύο στρατοί ήρθαν σε στενότερη επαφή, επειδή οι Χριστιανοί πλησίασαν στην Καισάρεια. Από τότε και έπειτα γίνονταν συγκρούσεις κάθε μέρα. Αλλά ο Richard εξακολούθησε με πείσμα να συνεχίζει την προχώρηση του στρατού του. Ο ίδιος ήταν σε άριστη φόρμα μαχόμενος στην εμπροσθοφυλακή, αλλά κατά καιρούς διέτρεχε όλη τη φάλαγγα για να ενθαρρύνει τους άνδρες του να προχωρούν. 

Η ζέστη ήταν έντονη και οι Δυτικοί, βαριά οπλισμένοι και ασυνήθιστοι στον ήλιο, έχασαν πολλούς από ηλιάσεις και πολλοί λιποθυμούσαν και σκοτώνονταν έπειτα από τον εχθρό εκεί που είχαν πέσει. Ο δούκας της Βουργουνδίας και οι Γάλλοι στρατιώτες είχαν εκμηδενισθεί, καθώς ακολουθούσαν τελευταίοι, πίσω από τα οχήματα του εφοδιασμού, αλλά κατόρθωσαν να τα βγάλουν πέρα. Ολόκληρος ο στρατός αγωνιζόταν να προχωρήσει σταθερά, φωνάζοντας κατά διαστήματα την προσευχή Sanctum Sepulchrum adjuva, "Βοήθα Πανάγιε Τάφε". .

Λίγες μέρες αργότερα ο Saladin διάλεξε το πεδίο της μάχης του. Έπρεπε να είναι ακριβώς βορείως της Arsuf, όπου η πεδιάδα είχε αρκετή έκταση για τη χρησιμοποίηση του ιππικού αλλά καλυπτόταν καλά από τα δάση τα οποία κατέβαιναν ως μια απόσταση δύο μιλίων από τη θάλασσα. Στις 5 Σεπτεμβρίου, ο Richard ζήτησε μια συνάντηση και είδε τον αδελφό του Saladin al-Adil, υπό τη σημαία της ανακωχής. Αλλά, παρ' όλο ότι ήταν κουρασμένος από τον αγώνα, ζήτησε την παραχώρηση ολόκληρης της Παλαιστίνης. 

Ο al-Adil διέκοψε αμέσως τη διαπραγμάτευση. Το πρωί του Σαββάτου, 7ης Σεπτεμβρίου, ήταν φανερό στον Richard ότι οι Μωαμεθανοί θα τον εξανάγκαζαν να δώσει μάχη, και διέταξε τους άνδρες του να προετοιμασθούν. Τα μεταγωγικά απλώθηκαν κατά μήκος της παραλίας με τον Henry της Champagne και ένα μέρος του πεζικού να τα φρουρεί. Οι τοξότες ήσαν στην πρώτη γραμμή· και πίσω τους οι ιππότες. Οι Knights ήσαν στο δεξιό, στο νότιο άκρο της γραμμής. Κατόπιν έρχονταν οι Βρετόνοι και οι άνθρωποι του Ανζού και μετά απ' αυτούς οι στρατιώτες της Guienne, υπό τον Guy και τον αδελφό του, Godfrey de Lusignan. 

Στο κέντρο ήταν ο ίδιος ο Βασιλεύς, με τους Άγγλους και Νορμανδούς στρατιώτες του, κατόπιν οι Φλαμανδοί και οι ντόπιοι βαρόνοι, υπό τον Ιάκωβο της Avesnes και οι Γάλλοι υπό τον Hugh της Βουργουνδίας και στο άκρο αριστερό οι Hospitaliers. Όταν είχε τελειώσει η διάταξη, ο Richard και ο δούκας της Βουργουνδίας διέτρεξαν την παράταξη ενθαρρύνοντας τους άνδρες. Η επίθεση των Σαρακηνών άρχισε περί τα μέσα του πρωινού. 

Το ένα κύμα μετά το άλλο ελαφρά οπλισμένων πεζών στρατιωτών, Νέγρων και Βεδουίνων, ορμούσε κατά των χριστιανών ρίχνοντας βέλη και ακόντια. Επέφεραν αταξία στην πρώτη γραμμή του πεζικού αλλά δεν μπόρεσαν να επηρεάσουν τους ιππότες με τη βαριά τους πανοπλία. Ξαφνικά, άνοιξαν τις γραμμές τους και μέσ' απ' αυτές έκαναν επέλαση οι Τούρκοι ιππείς, κραδαίνοντας σπαθιά και πελέκια. Κατεύθυναν τις σφοδρότερες επιθέσεις των κατά των Hospitaliers και των Φλαμανδών και των ντόπιων Βαρόνων μετά απ' αυτούς, ελπίζοντας να κάμψουν το αριστερό πλευρό των Χριστιανών. 

Οι ιππότες κράτησαν τις θέσεις των και μετά κάθε κύμα, οι τοξότες ανασχημάτιζαν τη γραμμή των. Παρά τις παρακλήσεις των στρατιωτών του, ο Richard δεν ήθελε να επιτρέψει σε κανένα τμήμα του στρατού να επιτεθεί ώσπου να ετοιμαστούν όλοι και οι τουρκικές επελάσεις να δείξουν κούραση και το κύριο σώμα του στρατού των Σαρακηνών να πλησιάσει περισσότερο. Πολλές φορές, ο μέγας Μάγιστρος των Hospitaliers έστειλε να τον παρακαλέσει να δώσει το σήμα. Οι ιππότες του, είπε, θα ήσαν αναγκασμένοι να ενδώσουν αν δεν αναλάμβαναν επίθεση.

 
Όταν ο Richard εξακολουθούσε να διατάσσει υπομονή, δύο από τους ιππότες, ο marshal του Τάγματος και ο Baldwin Carew, ανέλαβαν την ευθύνη και εξόρμησαν κατά του εχθρού και πίσω τους κάλπασαν όλοι οι συνάδελφοί των. Μόλις είδαν την επέλαση, όλοι οι ιππότες στην παράταξη, σπιρούνισαν τα άλογά των. Στην αρχή υπήρξε σύγχυση, γιατί οι τοξότες ήσαν απροπαράσκευοι και τους έφραξαν το δρόμο. Ο ίδιος ο Βασιλεύς έσπευσε στο κέντρο της φασαρίας για ν' αποκαταστήσει την τάξη και ανέλαβε τη διοίκηση της εφόδου. 

Ο γραμματεύς του Saladin, που παρακολουθούσε από ένα γειτονικό λόφο, έμεινε κατάπληκτος από τη λαμπρότητα του θεάματος που παρουσίαζε το Χριστιανικό ιππικό καθώς ξεχύθηκε προς το μέρος του. Αυτό ήταν πάρα πολύ για τους Μωαμεθανούς στρατιώτες. Διέσπασαν τις γραμμές των και έφυγαν. Ο Saladin τους ανασυνέταξε εγκαίρως για να υπερασπίσει το στρατόπεδό του και μάλιστα να κάνει και άλλη επέλαση υπό την ηγεσία του κατά του εχθρού. Αλλά εις μάτην. Προς το βράδυ ο Χριστιανικός στρατός ήταν κύριος του πεδίου της μάχης και συνέχιζε την πορεία του προς νότο.

Η μάχη της Arsuf δεν υπήρξε αποφασιστική, αλλά υπήρξε μεγάλη ηθική νίκη για τους Χριστιανούς. Οι απώλειές των υπήρξαν εκπληκτικά μικρές, αν και μεταξύ των νεκρών ήταν ο μεγάλος ιππότης Ιάκωβος της Avesnes, ο οποίος έκειτο με δεκαπέντε πτώματα Σαρακηνών γύρω του. Αλλά και των Σαρακηνών οι απώλειες ήσαν σχεδόν το ίδιο μικρές. Δεν έπεσε κανένας Εμίρης περιωπής και την επόμενη ημέρα, ο Saladin συγκέντρωσε όλους τους άνδρες του και ήταν έτοιμος να δοκιμάσει μια νέα σύγκρουση, την οποία ο Richard αρνήθηκε και την οποία δεν ήταν αρκετά ισχυρός για να την επιβάλει.

Η αξία της νίκης βρισκόταν στην αυτοπεποίθηση που είχε εμπνεύσει στους Χριστιανούς. Ήταν η πρώτη μεγάλη μάχη εκ παρατάξεως μετά το Hattin και απέδειξε ότι ο Saladin μπορούσε να ηττηθεί. Ερχόμενη τόσο σύντομα μετά την πτώση της Acre, φαινόταν να δείχνει ότι το ρεύμα είχε στραφεί και ότι η ίδια η Ιερουσαλήμ θα μπορούσε και πάλι να ελευθερωθεί. Η φήμη του Richard έφθασε στα ύψη. Είναι αλήθεια ότι η νικηφόρος επέλαση έγινε αντίθετα προς τις διαταγές του, αλλά μονάχα λίγα λεπτά πριν αυτός είναι έτοιμος.

Η υπομονητική συγκράτησή του πριν και η διεύθυνση της επελάσεως όταν έγινε, έδειξαν εξαίρετη εκ μέρους του ηγεσία. Έδινε καλές υποσχέσεις για το μέλλον της Σταυροφορίας.. Ο Saladin, από το άλλο μέρος, είχε υποστεί προσωπική και δημόσια ταπείνωση. Ο στρατός του δεν είχε φέρει κανένα αποτέλεσμα στην Acre, και τώρα είχε νικηθεί σε μάχη εκ παρατάξεως. Όπως ο μεγάλος προκάτοχός του, Nur ad-Din, ο Saladin, όσο προχωρούσε στην ηλικία έχανε κάτι από την ενεργητικότητα και την κυριάρχηση του επί των ανθρώπων. Η υγεία του δεν ήταν καλή· υπέφερε από διαλείπουσες προσβολές ελονοσίας.

Ήταν λιγότερο ικανός από την εποχή της νεότητάς του, να επιβάλλει τις αποφάσεις του στους εριστικούς Εμίρηδές του, πού ήσαν υποτελείς του. Πολλοί από αυτούς εξακολουθούσαν να τον θεωρούν σαν έναν τυχάρπαστο και έναν άρπαγα και ήσαν έτοιμοι να δείξουν ανυπακοή, αν το αστέρι του θα φαινόταν να χάνει τη λάμψη του. Μπορούσε ακόμα ν' αντέξει στο ό,τι ο Richard τον ξεπέρασε στη στρατηγική. Προ πάντων δεν έπρεπε να χάσει την Ιερουσαλήμ, της οποίας η κατάληψη υπήρξε ο ενδοξότερος θρίαμβός του.

Μετακίνησε το στρατό του με καλή τάξη στη Ramleh, επάνω στο δρόμο προς την Ιερουσαλήμ για να περιμένει την επόμενη ενέργεια του Richard. Ο σταυροφορικός στρατός βάδισε στη Jaffa και επιδόθηκε στην οικοδόμηση τον οχυρωματικών της έργων. Ως τότε ο Richard είχε τον στόλο του στο πλευρό του για να τον ανεφοδιάζει. Δεν ήταν προετοιμασμένος για να βαδίσει στο εσωτερικό της χώρας προς την Αγία Πόλη χωρίς μια ισχυρή βάση στην ακτή. Επί πλέον, ύστερ' από τη μακρά πορεία που είχε κάνει κατά μήκος της ακτής, ο στρατός του ήταν κουρασμένος και είχε ανάγκη ν' αναπαυθεί.

 
Η επιφυλακτικότητά του και η αργοπορία του, προκάλεσαν απορία σε πολλούς ιστορικούς· γιατί, αν είχε βαδίσει γρήγορα εναντίον της Ιερουσαλήμ, θα την έβρισκε με ανεπαρκή φρουρά και με τα τείχη της σε κακή κατάσταση. Αλλά ο στρατός του Saladin είχε μόνο ηττηθεί, δεν είχε καταστραφεί. Ήταν ακόμα πολύ ισχυρός. Και αν ακόμα ο Richard θα άνοιγε δρόμο προς την Ιερουσαλήμ, θα μπορούσε να τον αποκόψει από την ακτή και από τον ανεφοδιασμό του από τη θάλασσα.

Ήταν φρόνιμο να εξασφαλίσει πρώτα τη Jaffa, πριν ξεκινήσει για τη μεγάλη περιπέτεια. Παρ' όλ' αυτά, η αργοπορία είχε τραβήξει πάρα πολύ. Επέτρεψε στον Saladin να ενισχύσει την άμυνα της Αγίας Πόλης. Κατόπιν, επειδή φοβήθηκε ότι ο Richard μπορούσε να κατευθυνθεί στην Ascalon και να εγκαταστήσει εκεί μια βάση που θ' απέκοπτε τον δρόμο προς την Αίγυπτο, την κυριότερη πηγή από την οποία αντλούσε το ανθρώπινο δυναμικό του, μετέφερε μέρος του στρατού του από τη Ramleh στην Ascalon και μεθοδικά κατεδάφισε ολόκληρη την πόλη, όσο πλούσια και ευημερούσα κι αν ήταν.

Στο μεταξύ ο Χριστιανικός στρατός απολάμβανε τις ανέσεις της Jaffa. Η ζωή ήταν ευχάριστη εκεί. Φρούτα και λαχανικά αφθονούσαν στους κήπους γύρω από την πόλη, και τα πλοία έφερναν άφθονα εφόδια. Έφερναν επίσης εύθυμες κυρίες από την Acre για να διασκεδάζουν τους άνδρες. Οι Σαρακηνοί παρέμεναν σε απόσταση. Γίνονταν μόνο μερικές ιπποτικές αψιμαχίες στην πεδιάδα της Λύδδας, στα κράσπεδα του στρατοπέδου. Ο στρατός έγινε νωχελής και μαλθακός.

Πολλοί στρατιώτες πήραν το δρόμο και ξαναγύρισαν στην Acre. Ο Richard έστειλε τον Βασιλέα Guy να τους παρακινήσει να επιστρέψουν στο στρατόπεδο, αλλά αυτοί δεν του έδωσαν σημασία. Χρειάστηκε να πάει ο ίδιος ο Richard στην Acre για να τους συγκεντρώσει και πάλι στο στρατόπεδο. Ο Richard είχε τις δικές του φροντίδες. Δεν του άρεσε η τροπή που έπαιρναν τα πράγματα στην Acre και βορειότερα, όπου το κόμμα του Conrad ήταν ισχυρό.

Έγιναν ταραχές στην Κύπρο, όπου ο Richard του Κάμβιλλ είχε πεθάνει και ο Robert of Turnham συναντούσε δυσκολίες για να καταστείλει μια στάση· και φοβόταν το τι μπορούσε να κάνει ο βασιλεύς Philip όταν θα γύριζε στη Γαλλία.Έδωσε λύση στις ανησυχίες του για την Κύπρο, πουλώντας την στους Knights. Αλλ' επίσης βιαζόταν ν' αρχίσει διαπραγματεύσεις με τον Saladin. Ο Saladin ήταν πρόθυμος ν' ακούσει τις προτάσεις του και εξουσιοδότησε τον αδελφό του Al-Adil, να τις διαπραγματευθεί για λογαριασμό του.

Μόλις έφθασε στη Jaffa, ο Richard έστειλε τον Humphrey de Toron, που ήταν ο καλύτερος Αραβομαθής στο στρατό του, και για τον οποίον είχε βαθιά συμπάθεια, στη Λύδδα, όπου διοικητής ήταν ο al-Adil, να συζητήσει τα προκαταρκτικά για μια ανακωχή, αλλά δεν αποφασίστηκε τίποτα. Ο al-Adil ήταν ικανός διπλωμάτης, και συγκρατούσε την επιθυμία του αδελφού του για μια τακτοποίηση. 

Η διπλωματία του βρήκε μια θαυμάσια ευκαιρία, όταν τον Οκτώβριο πήγαν σ' αυτόν απεσταλμένοι από την Τύρο, να τον ρωτήσουν αν θα δεχόταν μια πρεσβεία εκ μέρους του Conrad. Το πρώτο αίτημα του Richard δεν ήταν τίποτα λιγότερο από την Ιερουσαλήμ με όλη τη χώρα δυτικά του Ιορδάνη, και την επιστροφή του Τιμίου Σταυρού. Ο Saladin έδωσε την απάντηση ότι η Αγία Πόλη ήταν επίσης αγία και για το Ισλάμ και δεν θα επέστρεφε τον Τίμιο Σταυρό χωρίς αντάλλαγμα.


Λίγες μέρες αργότερα, στις 20 Οκτωβρίου, ο Richard έκανε νέες προτάσεις. Όπως όλοι οι σταυροφόροι, θαύμαζε τον al-Adil, τον οποίο αυτοί ονόμαζαν Σαφαδίν, και πρότεινε να πάρει ο al-Adil ολόκληρη την Παλαιστίνη που επί του παρόντος ανήκε στον Saladin, και να παντρευτεί την αδελφή του Βασιλέως, τη Βασίλισσα Ιωάννα της Σικελίας, η οποία θα προικιζόταν με τις παράκτιες πόλεις που είχε κατακτήσει ο Richard, συμπεριλαμβανομένης και της Ascalon.

Το ζεύγος θα έμενε στην Ιερουσαλήμ, στην οποία οι Χριστιανοί θα είχαν ελεύθερη είσοδο. Ο Σταυρός θα έπρεπε να επιστραφεί. Όλοι οι αιχμάλωτοι από την κάθε πλευρά θα αφήνονταν ελεύθεροι, και οι Knights και οι Hospitaliers θα έπαιρναν πίσω τις ιδιοκτησίες των στην Παλαιστίνη. Ο Saladin, όταν ο γραμματεύς του παρουσιάστηκε μ' αυτή την πρόταση, τη θεώρησε ως αστείο και τη δέχτηκε γελώντας. Αλλά φαίνεται ότι ο Richard την είχε κάνει στα σοβαρά.

Η Βασίλισσα Ιωάννα, η οποία μαζί με την Berengaria τον είχε συναντήσει στη Jaffa, έφριξε όταν άκουσε την πρόταση. Τίποτα, είπε, δε θα μπορούσε να την κάνει να παντρευτεί ένα Μωαμεθανό. Έτσι ο Richard ρώτησε κατόπιν τον al-Adil αν σκεφτόταν να γίνει Χριστιανός. Ο al-Adil, με ευγένεια, αρνήθηκε την τιμή, αλλά κάλεσε τον Richard σε ένα μεγαλοπρεπές συμπόσιο στη Λύδδα στις 8 Νοεμβρίου.

Ήταν μια πολύ ωραία γιορτή και χώρισαν με εκδηλώσεις φιλίας και ο καθένας φορτωμένος με δώρα από τον άλλον. Αλλά την ίδια στιγμή ο Saladin δεχόταν στο στρατόπεδό του, εκεί κοντά, τον πρέσβη που είχε στείλει ο Conrad, τον γοητευτικό Reynald της Σιδώνος, του οποίου την απάτη σχετικά με το Beaufort, ο Σουλτάνος είχε συγχωρήσει. Το πρωί της επομένης ο Saladin δέχτηκε τον απεσταλμένο του Richard, Humphrey de Toron. Του έφερε την πρόταση ν' αναγνωρισθεί ο al-Adil ως κυβερνήτης όλης της Παλαιστίνης, εφ' όσον οι χριστιανοί θα είχαν μερίδιο στην Ιερουσαλήμ.

Υπήρχε η ελπίδα ότι ο γάμος με την Ιωάννα θα μπορούσε να κανονισθεί, αν και ο Richard παραδεχόταν ότι η Χριστιανική κοινή γνώμη είχε σκανδαλισθεί από αυτή την ιδέα. Κατά τη γνώμη του Richard, μια άδεια του πάπα θα έκανε την Ιωάννα ν' αλλάξει γνώμη. Αν όχι, ο al-Adil θα μπορούσε να πάρει την ανιψιά του, Eleanor της Βρετάνης, η οποία, ως κηδεμονευόμενη του Βασιλέως, θα μπορούσε να παντρευτεί χωρίς την παρέμβαση του Πάπα. Όταν θα είχαν ρυθμισθεί όλ' αυτά, ο Richard θα επέστρεφε στην Ευρώπη.

Η πρόταση του Conrad ήταν λιγότερο εντυπωσιακή. Με αντάλλαγμα τη Σιδώνα και τη Βηρυτό, θα μπορούσε να διακόψει τις σχέσεις του με τους άλλους σταυροφόρους και μάλιστα πρότεινε να επιστρέψει την Acre στους Μωαμεθανούς. Αλλά όταν τον ρώτησαν αν θα έπαιρνε τα όπλα εναντίον του Richard, ο πρεσβευτής του απέφυγε ν' απαντήσει. Ο Saladin κάλεσε ένα συμβούλιο για ν' αποφασισθεί με ποια Φραγκική μερίδα έπρεπε να συνεχισθούν οι συνομιλίες.

Ο al-Adil και οι άλλοι εμίρηδες ψήφισαν υπέρ της μερίδας του Richard, λιγότερο, ίσως, από συμπάθεια προς τον Βασιλέα παρά επειδή αυτός επρόκειτο σε λίγο να φύγει από την Παλαιστίνη, ενώ ο Conrad, για τον οποίο όλοι τους αισθάνονταν κάποιο δέος, είχε σκοπό να μείνει μονίμως εκεί.
 
Οι προτάσεις του Richard έγιναν δεκτές κατ' αρχήν· αλλά η ακολουθία του Humphrey στενοχωρήθηκε μια μέρα όταν είδε τον Reynald της Σιδώνος να πηγαίνει στο κυνήγι μαζί με τον al-Adil και με φανερά δείγματα φιλίας μεταξύ των.

 
Πραγματικά, ο al-Adil κράτησε τις διαπραγματεύσεις σε εκκρεμότητα ώσπου ήρθε ο χειμώνας. Οι συγκρούσεις μεταξύ των στρατών ήσαν αραιές και σποραδικές. Μια μέρα, κατά τα τέλη Νοεμβρίου, ο Richard, ενώ κυνηγούσε με γεράκια έπεσε σε μια ενέδρα Σαρακηνών και θα είχε πιαστεί αιχμάλωτος αν ο γενναίος ιππότης William de Πρεώ, δεν φώναζε ότι αυτός ήταν ο Βασιλεύς και αφέθηκε να πιαστεί αιχμάλωτος. Μερικοί άλλοι ιππότες έπεσαν εκείνη την ημέρα· αλλά εκτός από τη μικρή αυτή αψιμαχία δεν έγιναν συγκρούσεις άξιες λόγου. 

Όταν το Νοέμβριο άρχισαν οι βροχές ο Saladin διέλυσε το μισό στρατό του και αποτραβήχτηκε με τον υπόλοιπο να περάσει το χειμώνα στην Ιερουσαλήμ. Στο δρόμο βρίσκονταν ενισχύσεις από την Αίγυπτο. Αλλά ο Richard αρνήθηκε ν' αποθαρρυνθεί από τον καιρό. Κατά τα μέσα του μηνός, οδήγησε το στρατό του, ενισχυμένο με αποσπάσματα από την Acre, έξω από τη Jaffa, ως τη Ramleh την οποία βρήκε εγκαταλελειμμένη και ερειπωμένη από τους Σαρακηνούς. Περίμενε εκεί επί έξι εβδομάδες, ελπίζοντας να βρει ευκαιρία να συνεχίσει την κίνησή του προς την Ιερουσαλήμ. 

Οι προφυλακές του δέχονταν συχνές επιδρομές των Σαρακηνών. Ο ίδιος διέτρεξε τον κίνδυνο να αιχμαλωτισθεί ενώ έκανε αναγνώριση κοντά στο φρούριο Blanchegarde. Σε μια άλλη αψιμαχία πιάστηκε αιχμάλωτος ο δούκας του Λέστερ, αλλά κατόπιν τον άφησαν ελεύθερο. Κατά τις τελευταίες ημέρες του χρόνου ο καιρός ήταν τόσο κακός ώστε ο Saladin απέσυρε τους καταδρομείς του. Ο Richard έκανε Χριστούγεννα στο Λάτρουμ, στην παρυφή των λόφων της Ιουδαίας· και στις 28 Δεκεμβρίου ο στρατός του ανέβηκε στους λόφους χωρίς να συναντήσει αντίδραση από τον εχθρό. 

Η βροχή έπεφτε ακατάπαυστα. Ο δρόμος είχε μεταβληθεί σε ποτάμι από λάσπη. Ένας δυνατός άνεμος έσπασε τους ορθοστάτες των σκηνών πριν μπορέσουν να τις στήσουν. Στις 3 Ιανουαρίου ο στρατός είχε φθάσει στο φρούριο Μπεΐτ-Νουμπά, μόλις δώδεκα μίλια από την Αγία Πόλη. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι στρατιώτες, ήσαν γεμάτοι ενθουσιασμό. Ακόμα και οι κακουχίες του στρατοπέδου επάνω στα υψώματα που τα έδερνε η βροχή και τα σάρωνε ο άνεμος και η καταστροφή από την υγρασία των αποθεμάτων της γαλέτας και του χοιρινού που ήταν η κυριότερη τροφή των. 

Η απώλεια από το κρύο και τον υποσιτισμό πολλών από τα άλογά των και η δική των κούραση και ταλαιπωρία ήσαν ανεκτά και υποφερτά αν επρόκειτο σε λίγο να φθάσουν στο επιθυμητό τέρμα. Αλλά οι ιππότες που ήξεραν τη χώρα, οι Hospitaliers, οι Knights και οι ντόπιοι βαρόνοι που είχαν γεννηθεί εκεί, είχαν μια συνετότερη και θλιβερότερη άποψη. Είπαν στον Βασιλιά Richard ότι κι αν ακόμα περνούσε πάνω από τους λασπώδεις λόφους, μέσ' από τις καταιγίδες, και έφθανε στην Ιερουσαλήμ και αν ακόμα θα μπορούσε να περιορίσει το στρατό του Saladin εκεί, υπήρχε ένας Σαρακηνός στρατός από την Αίγυπτο ήδη στρατοπεδευμένος στους λόφους απ' έξω. 

Θα βρισκόταν πιασμένος ανάμεσα στους δύο. Και αν καταλάμβανε την Ιερουσαλήμ πρόσθεσαν, ποιο θα ήταν το όφελος; Οι επισκέπτες σταυροφόροι, όταν θα είχαν κάνει το προσκύνημά τους θα επέστρεφαν όλοι στην Ευρώπη· και οι ντόπιοι στρατιώτες δεν ήσαν αρκετοί για να την κρατήσουν εναντίον του ενωμένου Ισλάμ. Ο Richard πείσθηκε. Ύστερ' από πέντε ημερών δισταγμούς, σήμανε την υποχώρηση.

Οργισμένος και απογοητευμένος ο στρατός βάδισε πίσω μέσα στις λάσπες προς τη Ramleh. Οι Άγγλοι υπέφεραν την απογοήτευση με καρτερία αλλά οι Γάλλοι, με την ευέξαπτη ιδιοσυγκρασία τους, άρχισαν να λιποτακτούν. Πολλοί απ' αυτούς, μαζί τους και ο δούκας της Βουργουνδίας, αποτραβήχτηκαν στη Jaffa, μερικοί ακόμα και στην Acre. Ο Richard είδε ότι για ν' αποκαταστήσει το ηθικό του στρατού, χρειαζόταν κάποια δραστηριότητα.


Στις 20 Ιανουαρίου συγκάλεσε ένα συμβούλιο και με την υποστήριξή του έδωσε διαταγές να μετακινηθεί ο στρατός από τη Ramleh, μέσω Ibelin, στην Ascalon. Εκεί άρχισε να επισκευάζει το μεγάλο φρούριο που ο Saladin είχε κατεδαφίσει λίγους μήνες πρωτύτερα. Όπως ο Saladin, είχε κι αυτός αντιληφθεί τη μεγάλη στρατηγική σημασία του. Έπεισε τους Γάλλους να ενωθούν μαζί του εκεί. Εκτός από μια επίσκεψη στην Acre, ο Richard πέρασε τους επόμενους τέσσερις μήνες στην Ascalon την οποία κατέστησε το ισχυρότερο φρούριο σε όλη την ακτή της Παλαιστίνης.

Οι άνδρες του εργάστηκαν καλά παρά τις μεγάλες ελλείψεις στοιχειωδών ανέσεων. Δεν υπήρχε λιμάνι εκεί και τα εφόδια σε τρόφιμα, που έρχονταν δια θαλάσσης, πολλές φορές δεν μπορούσαν να ξεφορτωθούν. Ο καιρός εκείνο το χειμώνα ήταν συνεχώς κακός. Αλλά ο Saladin δεν τους ενόχλησε. Μερικοί από τους οπαδούς του Richard νόμισαν, ότι αρνήθηκε ιπποτικά να τους επιτεθεί όταν ήσαν τόσο ευπρόσβλητοι, προς δυσαρέσκεια τον εμίρηδών του.

Αλλά στην πραγματικότητα ήθελε να ξεκουράσει το στρατό του και να περιμένει ενισχύσεις από τη Jezireh και τη Mosul. Είναι πολύ πιθανό ότι μερικοί από τους εμίρηδες ήσαν δυσαρεστημένοι, αν και όχι από την απραξία του. Ενώ βρίσκονταν με τέτοιες διαθέσεις δεν ήθελε να διακινδυνεύσει μια μάχη. Επί πλέον, ειδήσεις από την Acre του παρουσίαζαν τους Φράγκους διαιρημένους. Τον Φεβρουάριο, ο Richard κάλεσε τον Conrad να βοηθήσει στα έργα που γίνονταν στην Ascalon και ο Conrad αρνήθηκε να πάει. Λίγες μέρες αργότερα, ο Hugh της Βουργουνδίας και πολλοί Γάλλοι λιποτάκτησαν και πήγαν στην Acre.

Ο Βασιλεύς Philip είχε αφήσει τον δούκα με πολύ λίγα χρήματα για τους στρατιώτες του και η πληρωμή των ως τότε γινόταν με δάνεια από τον Richard. Αλλά ακόμα και ο μεγάλος θησαυρός του Richard άρχισε να εξαντλείται. Δεν ήθελε να τους χρηματοδοτεί πια. Στην Acre, η αιώνια αντιζηλία μεταξύ των Πιζανών και των Γενουατών, που και οι μεν και οι δε είχαν τώρα πολλούς άνδρες και πολλά πλοία εγκατεστημένους εκεί, είχε ξεσπάσει σε ανοιχτό πόλεμο.

Οι Πιζανοί, ισχυριζόμενοι ότι ενεργούσαν εν ονόματι του Βασιλέως Guy, κατέλαβαν την πόλη μπροστά στα μάτια του Hugh της Βουργουνδίας, που μόλις είχε φθάσει. Την κράτησαν επί τρεις ημέρες εναντίον του Hugh, του Conrad και των Γενουατών και έστειλαν στο Richard να του ζητήσουν να έρθει να τους βοηθήσει. Στις 20 Φεβρουαρίου ο Richard έφθασε στην Acre και επιχείρησε να τους ειρηνεύσει.

Είχε μια συνέντευξη με τον Conrad στο Casal Imbert, επάνω στο δρόμο της Τύρου, αλλά αυτή δεν υπήρξε ικανοποιητική. Ο Conrad εξακολουθούσε ν' αρνείται να ενωθεί με το στρατό στην Ascalon και όταν ακόμα ο Richard τον απείλησε ότι αν δεν συμμορφωνόταν, θα έχανε όλα του τα εδάφη. Ήταν μια απειλή που δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Όταν ο Richard επέστρεψε στην Ascalon, αφού είχε τακτοποιήσει μια ασταθή εκεχειρία, είχε πεισθεί πλέον ότι έπρεπε να συναφθεί ειρήνη με το Saladin.

Εξακολουθούσε να έχει επαφή με τον al-Adil. Ένας Άγγλος απεσταλμένος, ο Stephen of Turnham, πήγε στην Ιερουσαλήμ να ιδεί το Σουλτάνο και τον αδελφό του και σκανδαλίστηκε όταν στην πύλη της πόλεως είδε να βγαίνουν το Reynald της Σιδώνος και τον Balian d'Ibelin. Οι διαπραγματεύσεις του Saladin με τον Conrad δεν είχαν διακοπεί· και η παρουσία του Balian ήταν κακός οιωνός, επειδή ήταν ένας ιππότης τον οποίο ο Σουλτάνος πολύ εκτιμούσε.


Ωστόσο, στις 20 Μαρτίου, ο al-Adil πήγε στο στρατόπεδο του Richard με μια οριστική προσφορά. Οι Χριστιανοί θα κρατούσαν όσα είχαν κατακτήσει και θα είχαν δικαίωμα προσκυνήματος στην Ιερουσαλήμ, όπου οι Λατίνοι θα μπορούσαν να διατηρούν ιερείς. Ο Τίμιος Σταυρός θα επιστρεφόταν σ' αυτούς. Θα μπορούσαν επίσης να προσαρτήσουν τη Βηρυτό, αν θα κατεδαφιζόταν το φρούριό της. Η πρεσβεία έγινε καλά δεκτή από τον βασιλέα.

Ως δείγμα ιδιαίτερης τιμής ένας από τους γιους του al-Adil ζώστηκε με την ιπποτική ζώνη, αν και φυσικά τα Χριστιανικά στοιχεία της τελετής είχαν παραλειφθεί. Όταν ο al-Adil συνάντησε τον αδελφό του στις αρχές Απριλίου φαινόταν ότι η τακτοποίηση είχε επί τέλους συντελεσθεί. Η ανάγκη της τακτοποιήσεως έγινε εμφανέστερη λίγες μέρες αργότερα όταν έφθασε από την Αγγλία ο πρωθιερεύς του Hereford, για να πει στο Richard ότι τα πράγματα πήγαιναν άσχημα στην Αγγλία. 

Ο αδελφός του Βασιλέως Ιωάννης άρπαζε όλο και περισσότερες εξουσίες, και ο Καγκελάριος William, επίσκοπος του Ely, παρακαλούσε το Richard να επιστρέψει αμέσως. Ο Richard είχε περάσει το Πάσχα, 5 Απριλίου, στο στρατόπεδο, έξω φρενών επειδή οι υπόλοιποι Γάλλοι μόλις τον είχαν εγκαταλείψει, γιατί τους είχε καλέσει προς βορρά ο Δούκας της Βουργουνδίας. Τώρα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, οι έριδες μεταξύ των σταυροφόρων έπρεπε να πάψουν. Ο Βασιλεύς κάλεσε σε συμβούλιο όλους τους ιππότες και βαρόνους της Παλαιστίνης. 

Τους είπε ότι αυτός πρέπει σύντομα να εγκαταλείψει τη χώρα και ότι πρέπει ν' αποφασισθεί το ζήτημα του στέμματος της Ιερουσαλήμ και τους παρουσίασε να εκλέξουν μεταξύ του Βασιλέως Guy και του Μαρκησίου Conrad. Προς μεγάλη του έκπληξη και ενόχληση, κανένας δε μίλησε υπέρ του Guy. Όλοι ήθελαν τον Conrad. Ο Richard υπήρξε συνετός και αρκετά μεγαλόψυχος για να τηρήσει την απόφαση. Συμφώνησε ν' αναγνωρίσει τον Conrad ως Βασιλέα.

Μια αποστολή, με επικεφαλής τον ανιψιό του Henry της Champagne, ξεκίνησε για την Τύρο για να πάει την καλή είδηση στον Μαρκήσιο. Όταν ο Henry έφθασε στην Τύρο περί τις 20 Απριλίου, έγιναν μεγάλες χαρές. Αποφασίστηκε η στέψη να γίνει μέσα σε λίγες μέρες στην Acre και κατόπιν θεωρήθηκε ότι ο Conrad θα αποφάσιζε επιτέλους να πάει στο στρατόπεδο στην Ascalon. Ο Henry έφυγε αμέσως από την Τύρο για την Acre, για να προετοιμάσει την πόλη για την τελετή.

Όταν πήρε την είδηση ο Conrad έπεσε στα γόνατα και ρώτησε το Θεό, αν ήταν ανάξιος για τη Βασιλεία, δεν θα έπρεπε να του παραχωρηθεί. Λίγες μέρες αργότερα, την Τρίτη 28 Απριλίου 1192, αργούσε το γεύμα του επειδή η σύζυγός του, πριγκίπισσα Isabella, δεν είχε τελειώσει το μπάνιο της. Αποφάσισε να βγει έξω και να γευματίσει με τον παλιό του φίλο, Philip, Bishop of Beauvais.

Βρήκε ότι ο επίσκοπος είχε τελειώσει το φαγητό του, έτσι, παρ' όλο ότι τον πίεσε να περιμένει ώσπου να ετοιμασθεί φαγητό γι' αυτόν, γύρισε εύθυμος στο σπίτι του με τα πόδια. Καθώς περνούσε από μια απότομη γωνιά, βγήκαν μπροστά του δύο άνδρες και ενώ ο ένας του έδωσε να διαβάσει μια επιστολή, ο άλλος τον μαχαίρωσε. Τον μετέφεραν ετοιμοθάνατο στο παλάτι.Ο ένας από τους δολοφόνους θανατώθηκε επί τόπου.


Ο άλλος πιάστηκε και ομολόγησε πριν τον εκτελέσουν, ότι αυτός και ο σύντροφός του ήσαν Ασσασσίνοι που είχαν σταλεί να κάνουν αυτή την πράξη από τον Γέρο των Βουνών, το σεΐχη Σινάν. Οι Ασσασσίνοι είχαν τηρήσει ήρεμη ουδετερότητα καθ' όλη τη Σταυροφορία, η οποία τους είχε παράσχει την ευκαιρία να ενισχύσουν τα φρούριά των και να συγκεντρώσουν μεγάλο πλούτο. Ο Conrad είχε προσβάλει το Σινάν με μια πειρατική πράξη εναντίον ενός εμπορικού πλοίου που έφερνε ένα πλούσιο φορτίο που η αίρεση είχε αγοράσει.

Παρά τις διαμαρτυρίες του Σινάν, δεν είχε επιστρέψει το φορτίο ή το πλήρωμα που στην πραγματικότητα είχαν όλοι πνιγεί. Είναι επίσης δυνατό ότι ο Σινάν φοβήθηκε ότι η ίδρυση ενός ισχυρού σταυροφορικού κράτους στη λιβανική ακτή θα μπορούσε ενδεχομένως να δημιουργήσει κινδύνους για τα εδάφη του. Είπαν ότι οι δύο δολοφόνοι βρίσκονταν αρκετό καιρό στην Τύροπεριμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία και ότι μάλιστα είχαν δεχτεί το βάπτισμα με αναδόχους των τον Conrad και τον Balian d'Ibelin. 

Αλλά η κοινή γνώμη είδε βαθύτερες αιτίες. Μερικοί είπαν ότι ο Saladin είχε δωροδοκήσει το Σινάν να δολοφονήσει το Richard και τον Conrad· αλλά ο Σινάν φοβήθηκε ότι ο θάνατος του Richard θα άφηνε το Saladin ελεύθερο να κινηθεί εναντίον των Ασσασσίνων και γι' αυτό ανέλαβε μόνο το δεύτερο μέρος της αποστολής. Μια άλλη θεωρία γενικότερα παραδεκτή, ήταν ότι ο ίδιος ο Richard είχε οργανώσει τη δολοφονία. Η συνενοχή του Saladin δεν πρέπει να γίνει πιστευτή· ενώ ο Richard, όσο κι αν αντιπαθούσε τον Conrad, δεν χρησιμοποίησε ποτέ τέτοια όπλα. 

Αλλά οι εχθροί του, με τον επίσκοπο του Beauvais επικεφαλής, αρνήθηκαν να πιστέψουν την αθωότητά του. Ο θάνατος του Conrad υπήρξε βαρύ πλήγμα για το αναγεννώμενο Βασίλειο. Τραχύς, φιλόδοξος και αδίστακτος, ωστόσο θαυμαζόμενος από την ντόπια Φραγκική αριστοκρατία και απολαμβάνοντας την εμπιστοσύνη της, θα γινόταν ένας ισχυρός και ικανός Βασιλεύς. Όμως η εξαφάνισή του είχε τ' αντισταθμίσματα της. Η κληρονόμος του Βασιλείου, Isabella, ήταν ελεύθερη να παντρευτεί και να δώσει το στέμμα σε κάποιον λιγότερο αμφισβητούμενο υποψήφιο. 

Όταν ο Henry της Champagne άκουσε για τη δολοφονία, έσπευσε να επιστρέψει από την Acre στην Τύρο. Εκεί, η χήρα πριγκίπισσα είχε κλεισθεί στο φρούριο και αρνήθηκε να δώσει τα κλειδιά της πόλεώς της σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από αντιπρόσωπο του Βασιλέως της Γαλλίας ή του Βασιλέως της Αγγλίας. Μόλις έφθασε ο Henry, ο λαός της Τύρου τον επευφήμησε ως τον άνθρωπο που έπρεπε να παντρευτεί την πριγκίπισσά των και να κληρονομήσει το θρόνο. Ήταν νέος και γενναίος και δημοφιλής και ανιψιός δύο Βασιλέων. 

Η Isabella ενέδωσε στη λαϊκή απαίτηση και έδωσε τον εαυτό της και τα κλειδιά της στον Henry. Δύο ημέρες μετά τη δολοφονία του Conrad αναγγέλθηκαν οι αρραβώνες των. Υπήρξαν μερικοί που θεώρησαν ότι θα ταίριαζε κάποιο μεγαλύτερο ενδιάμεσο διάστημα· και ήταν αμφίβολο αν ένας δεύτερος γάμος μέσα στο χρόνο ήταν πλήρως νόμιμος. Ο ίδιος ο Henry ήταν κάπως χλιαρός.

Η Isabella ήταν μια πολύ ωραία νέα γυναίκα είκοσι ενός ετών, αλλά ήδη είχε παντρευτεί δύο φορές και τώρα είχε ένα βρέφος κοριτσάκι, που θα ήταν η κληρονόμος της. Φαίνεται ότι ο Henry επέμεινε ότι ο αρραβώνας έπρεπε να επικυρωθεί από τον Richard. Αγγελιαφόροι είχαν φέρει τον Richard στην Acre και εκεί συναντήθηκε με τον ανιψιό του. Ψιθυρίστηκε ότι ο Henry του είπε για τις αμφιβολίες του και για την επιθυμία του να γυρίσει πίσω στην ωραία γη της Γαλλίας. Αλλά στον Richard η λύση φάνηκε αξιοθαύμαστη.

 
Συνέστησε στον Henry να δεχθεί την εκλογή στο θρόνο και υποσχέθηκε ότι κάποια μέρα θα επέστρεφε με νέα βοήθεια για το βασίλειό του. Αρνήθηκε να δώσει συμβουλή για το γάμο· αλλά ο Henry δεν μπορούσε να γίνει Βασιλεύς παρά μόνο ως σύζυγος της Isabella. Στις 5 Μαΐου του 1192, ακριβώς ύστερ' από μια εβδομάδα χηρείας, η Isabella μπήκε στην Acre με τον Henry στο πλευρό της. Ολόκληρος ο πληθυσμός βγήκε έξω να τους χαιρετήσει και ο γάμος έγινε με μεγαλοπρέπεια και γενική αγαλλίαση.

Η πριγκίπισσα και ο σύζυγός της εγκαταστάθηκαν τότε στο φρούριο της Acre. Ήταν ένας ευτυχής γάμος. Πολύ σύντομα ο Henry ερωτεύθηκε με πάθος τη γυναίκα του και δεν ανεχόταν να βρίσκεται μακριά της· και αυτή βρήκε τη γοητεία του ακαταμάχητη, μετά τη βλοσυρότητα ενός ηλικιωμένου Πεδεμοντίου με τον οποίο είχε ενωθεί δια της βίας. Ο Richard είχε ήδη εγκαταλείψει τον Βασιλέα Guy. Είχε επί τέλους καταλάβει ότι κανένας στην Παλαιστίνη δεν χρειαζόταν τον ανίκανο πρώην μονάρχη. Αλλά έπρεπε να ληφθεί υπόψη το μέλλον της Κύπρου. 

Δεν είχε καμιά διάθεση να διατηρήσει αξιωματούχους εκεί όταν θα επέστρεφε στην Ευρώπη· ούτε οι Knights, στους οποίους είχε πουλήσει την κυβέρνηση, έδειξαν φρόνηση στη μεταχείριση των ντόπιων Ελλήνων κατοίκων. Και αυτοί ήθελαν να του την επιστρέψουν, γι' αυτό επέτρεψε στον Guy ν' αγοράσει την κυβέρνηση από τους Knights, και ο ίδιος απαίτησε ένα συμπληρωματικό ποσό, το οποίο, στην πραγματικότητα, ο Guy ουδέποτε πλήρωσε στο ακέραιο. Στις αρχές Μαΐου, ο Guy αποβιβάστηκε στην Κύπρο με πλήρη εξουσία να κυβερνήσει όπως ήθελε.

Όταν είχαν όλα ρυθμισθεί, ο Richard κάλεσε τον Henry να πάει μαζί του στην Ascalon. Είχε κυκλοφορήσει μια φήμη ότι ένας από τους ανιψιούς του Saladin στη Μεσοποταμία είχε αρχίσει μια επικίνδυνη εξέγερση εναντίον του Σουλτάνου. Κατόπιν τούτου, ο Richard, του οποίου η συνθήκη με τους Σαρακηνούς δεν είχε ακόμα επικυρωθεί, αποφάσισε να κάνει μια αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον της Daron, είκοσι μίλια νοτιότερα, επάνω στην ακτή. Αλλά ο Henry, με τον Γαλλικό στρατό, χρονοτριβούσε στην Acre. 

Χωρίς να τους περιμένει, ο Richard προχώρησε δια ξηράς και δια θαλάσσης προς τη Daron και στις 23 Μαΐου, ύστερ' από σκληρό αγώνα πέντε ημερών, η κάτω πόλη κυριεύθηκε εξ εφόδου και η φρουρά στην ακρόπολη παραδόθηκε. Ο Richard δεν είχε μάθει πολλά πράγματα από την ευγένεια του Saladin. Μερικοί από τη φρουρά σκοτώθηκαν με το σπαθί ή ρίχτηκαν από τα τείχη ή μεταφέρθηκαν δέσμιοι σε αιώνια αιχμαλωσία.

Η εύκολη άλωση του τελευταίου φρουρίου του Saladin επάνω στην Παλαιστινιακή ακτή, έδωσε τέτοιο θάρρος στους σταυροφόρους ώστε σχεδίασαν και πάλι να βαδίσουν κατά της Ιερουσαλήμ. Ο Henry και οι Γάλλοι έφθασαν στη Daron την επομένη της αλώσεώς της, εγκαίρως για να γιορτάσουν εκεί την Πεντηκοστή μαζί με τον Βασιλέα. Ο στρατός επέστρεψε στην Ascalon αμέσως κατόπιν και Γάλλοι και Άγγλοι επέμεναν για μια άμεση επίθεση κατά της Αγίας Πόλεως. Λίγο πριν ο Richard είχε πάρει ανησυχαστικές ειδήσεις από την Αγγλία και είχε αμφιβολίες αν η εκστρατεία ήταν στρατιωτικά πραγματοποιήσιμη. 

Πήγε να κοιμηθεί απασχολημένος με όλες αυτές τις σκέψεις για να ξυπνήσει από ένα κήρυγμα που του έκανε ένας από τους ιερείς του από το Poitou για τα καθήκοντά του προς τη Σταυροφορία. Τότε έδωσε υπόσχεση να παραμείνει στην Παλαιστίνη ως το επόμενο Πάσχα. Στις 7 Ιουνίου ο Χριστιανικός στρατός ξεκίνησε πάλι από την Ascalon. Παρακάμπτοντας τη Ramleh επειδή ακολούθησε τον δρόμο μέσω Blanchegarde, έφθασε στο Λάτρον στις 9 και στο Μπεΐτ-Νουμπά στις 11. Εκεί ο Richard σταμάτησε και εκεί ο στρατός παρέμεινε επί ένα μήνα.

 
Ο Saladin περίμενε στην Ιερουσαλήμ όπου μόλις είχαν φθάσει οι ενισχύσεις του από την Jezireh και τη Mosul. Χωρίς καλύτερα αποθέματα και χωρίς φορτηγά κτήνη θα ήταν τρέλα για τους Χριστιανούς να προχωρήσουν πιο πέρα μέσα στα βουνά. Και οι δύο πλευρές επιδόθηκαν σε αψιμαχίες, με εναλλασσόμενες επιτυχίες. Μια μέρα, καθώς βρισκόταν έξω από το στρατόπεδο επάνω από τους Εμμαούς, ο Βασιλεύς Richard είδε από μακριά τα τείχη και τους πύργους της Ιερουσαλήμ.

Βιαστικά σκέπασε το πρόσωπό του με την ασπίδα του, για να μην ιδεί περισσότερο την πόλη που ο Θεός δεν του είχε επιτρέψει ν' απελευθερώσει. Υπήρξαν όμως και ανταποδόσεις. Ο Σύρος επίσκοπος της Λύδδας ήρθε μια μέρα στο στρατόπεδο με ένα κομμάτι από τον Τίμιο Σταυρό που είχε διασώσει. Λίγο αργότερα, ο ηγούμενος ενός Ελληνικού μοναστηρίου του Μαρ Ηλίας, ένας σεβάσμιος άνθρωπος με μια μακριά άσπρη γενειάδα, είπε στον Βασιλέα ένα σημείο όπου αυτός είχε θάψει ένα άλλο κομμάτι του Σταυρού για να το σώσει από τους απίστους.

Το ανέσκαψαν και το έδωσαν στο Richard. Αυτά τα κομμάτια παρηγόρησαν το στρατό για την αποτυχία του ν' ανακτήσει το μεγαλύτερο τμήμα του λειψάνου, που, όπως φαίνεται, ο Saladin είχε τώρα αποδώσει στον Πανάγιο Τάφο στην Ιερουσαλήμ. Στις 20 Ιουνίου, όταν οι αρχηγοί του στρατού δίσταζαν αν θα εγκατέλειπαν την απόπειρα κατά της Ιερουσαλήμ και αντ' αυτής θα βάδιζαν μέσα στην Αίγυπτο, ήρθε η είδηση ότι μια μεγάλη Μωαμεθανική συνοδεία βάδιζε από το νότο προς την Αγία Πόλη.

Τρεις μέρες αργότερα, ο Richard επέπεσε εναντίον της κοντά στη Στρογγυλή Στέρνα, τα πηγάδια της Κουβάιφα, στην έρημη περιοχή, περί τα είκοσι μίλια νοτιο-δυτικά της Hebron. Οι Μωαμεθανοί δεν ήσαν προετοιμασμένοι να δεχτούν αυτή την επίθεση. Ύστερ' από σύντομη μάχη, ολόκληρο το καραβάνι αιχμαλωτίσθηκε με το πλούσιο εμπόρευμά του, τα άφθονα εφόδια σε τρόφιμα και μερικές χιλιάδες άλογα και καμήλες. Ο Χριστιανικός στρατός επέστρεψε θριαμβευτικά στο στρατόπεδο στην Μπεΐτ-Νουμπά.

Ο Saladin έμεινε κατάπληκτος από την είδηση. Τώρα ασφαλώς ο Richard θα βάδιζε εναντίον της Ιερουσαλήμ. Έστειλε βιαστικά ανθρώπους να βουλώσουν όλα τα πηγάδια μεταξύ της Μπεϊτ-Νουμπά και της πόλεως, και έκοψε όλα τα οπωροφόρα δέντρα. Την 1η Ιουλίου συγκάλεσε ένα αγωνιώδες συμβούλιο στην Ιερουσαλήμ, για να συζητήσει αν θα έπρεπε ν' αποσυρθεί προς ανατολάς. Ο ίδιος ήθελε να παραμείνει εκεί και οι συγκεντρωμένοι εμίρηδές του υποστήριξαν την απόφασή του, διαδηλώνοντας την νομιμοφροσύνη των προς αυτόν.

Αλλά τα Τουρκικά και Κουρδικά στρατεύματα φιλονικούσαν μεταξύ των και ήταν αβέβαιος αν θ' άντεχαν σε μια ισχυρή επίθεση. Οι ανησυχίες του σε λίγο κατευνάσθηκαν. Υπήρχαν επίσης φιλονικίες και στο Χριστιανικό στρατόπεδο. Οι Γάλλοι στρατιώτες ήθελαν να προχωρήσουν τώρα που υπήρχαν άφθονα τρόφιμα και μεταφορικά μέσα. Αλλά οι αναγνωρίσεις που έστειλε ο Richard τον πληροφόρησαν για την έλλειψη νερού· και εξακολουθούσε να υπάρχει το πρόβλημα πώς θα κρατούσαν την Ιερουσαλήμ όταν οι Δυτικοί σταυροφόροι θα επέστρεφαν στην πατρίδα των.

Υπό τις ειρωνείες και τις βρισιές των Γάλλων, ο Richard διέταξε και πάλι το στρατό ν' αποσυρθεί από την Μπεΐτ-Νουμπά. Στις 4 Ιουλίου πήγε η είδηση στον Saladin ότι οι Χριστιανοί είχαν διαλύσει το στρατόπεδο και είχαν αρχίσει να κινούνται προς την ακτή. Έσπευσε έξω σ' ένα γειτονικό λόφο επικεφαλής των ανδρών του για να παρακολουθήσει τη μακρινή φάλαγγα. Μόλις βρέθηκε πάλι στη Jaffa, ο Richard επιδίωξε μια ανακωχή η οποία θα τον άφηνε ελεύθερο να γυρίσει στην πατρίδα του.


Ο Henry της Champagne έστειλε στον Saladin ένα αλαζονικό μήνυμα αναγγέλλοντάς του ότι ήταν τώρα κληρονόμος του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ και ότι έπρεπε ολόκληρο να δοθεί σ' αυτόν. Οι πρέσβεις του Richard, που έφθασαν στην Ιερουσαλήμ τρεις ημέρες αργότερα, ήσαν πιο διαλλακτικοί. Συνέστησε τον ανιψιό του στην ευμένεια του Saladin και πρότεινε φιλική διευθέτηση. Με την έγκριση του συμβουλίου του ο Saladin συμφώνησε να μεταχειρισθεί τον Henry ως γιο του, να επιτρέψει σε Λατίνους ιερείς να εγκατασταθούν στους Αγίους Τόπους.

Και να παραχωρήσει την ακτή της Παλαιστίνης στους χριστιανούς, αρκεί μόνο να κατεδαφίζονταν τα τείχη της Ascalon. Ο Richard αρνήθηκε να δεχτεί τον αφοπλισμό της Ascalon ακόμα και όταν ο Saladin προσέφερε τη Λύδδα ως αντάλλαγμα. Ενώ οι συζητήσεις συνεχίζονταν με απεσταλμένους που πηγαινοέρχονταν, ο Richard πήγε στην Acre, σχεδιάζοντας ν' αποπλεύσει έστω και αν η συνθήκη δεν θα είχε υπογραφεί. Το σχέδιό του ήταν να βαδίσει αιφνιδιαστικά κατά της Βηρυτού, να την καταλάβει, και να επιβιβασθεί από εκεί για την Ευρώπη.

Η απουσία του έδωσε στον Saladin μια ευκαιρία. Νωρίς το πρωί της 27ης Ιουλίου, πήρε το στρατό του από την Ιερουσαλήμ και έφθασε το ίδιο βράδυ προ της Jaffa και αμέσως άρχισε επίθεση κατά της πόλεως. Ύστερ' από τριών ημερών καταιγισμό με βλήματα, οι σκαπανείς του άνοιξαν ένα ρήγμα στο τείχος και ο στρατός του μπήκε στην πόλη. Η άμυνα υπήρξε ηρωική αλλά άσκοπη. Η φρουρά αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει υπό τον όρο να τους χαριστεί η ζωή των. Οι διαπραγματεύσεις έγιναν εκ μέρους των χριστιανών από το νέο πατριάρχη, ο οποίος έτυχε να βρίσκεται στην πόλη. 

Οι στρατιώτες του Saladin είχαν τώρα ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Κούρδοι και Τούρκοι ξεχύθηκαν στους δρόμους αναζητώντας λάφυρα και σφαγιάζοντας τους πολίτες που προσπαθούσαν να υπερασπίσουν τα σπίτια των. Γι' αυτό ο Saladin συνέστησε στη φρουρά να κλειστεί στην ακρόπολη ώσπου να μπορέσει ν' αποκαταστήσει την τάξη. Ένα γρήγορο μήνυμα έφερε την είδηση της επιθέσεως κατά της Jaffa στον Richard ευθύς ως ο Saladin πλησίασε στα τείχη. Ο Βασιλεύς ξεκίνησε αμέσως για να σπεύσει να τη βοηθήσει, ο ίδιος, ερχόμενος δια θαλάσσης με Πιζανική και Γενουάτικη βοήθεια, ενώ έστειλε το στρατό του δια ξηράς. 

Αντίθετοι άνεμοι τον κράτησαν απέναντι από το ακρωτήριο του Καρμήλου, ο δε στρατός του, που δεν ήθελε να φθάσει στη Jaffa χωρίς αυτόν, αργοπόρησε στο δρόμο προς την Καισάρεια. Στις 31, όταν ο Saladin είχε αρκετά ηρεμήσει τους στρατιώτες του, ώστε να μπορέσει να βγάλει σαράντα εννέα ιππότες με τις γυναίκες των και τις αποσκευές των από την ακρόπολη και να τους περάσει μέσ' από την πόλη, φάνηκε ο στόλος του Richard από πενήντα γαλέρες. 

Η φρουρά ανέλαβε αμέσως εκ νέου τη μάχη και παρά λίγο να απωθήσει τους αποδιοργανωμένους Μωαμεθανούς έξω από την πόλη. Ο Richard, μη γνωρίζοντας τι συνέβαινε δίσταζε ν' αποβιβασθεί, ώσπου ένας ιερεύς πήγε κολυμπώντας και του είπε ότι η ακρόπολη δεν είχε αλωθεί. Προσόρμισε τα πλοία του κάτω από τοτείχος της ακροπόλεως και βγήκε έξω περπατώντας μέσα στα νερά επικεφαλής των ανδρών του. Η φρουρά, σε απόγνωση, είχε στείλει νέους απεσταλμένους για να διαπραγματευθούν με τον Saladin, ο οποίος συζητούσε μαζί τους στη σκηνή του όταν ο Richard έκανε την επίθεση. 

Οι Σαρακηνοί, πολλοί από τους οποίους ήσαν ακόμα σκορπισμένοι στους δρόμους, αιφνιδιάστηκαν. Η ορμητικότητα της επιθέσεως του Richard με τον ίδιο μαχόμενο επικεφαλής, συνδυασμένη με μια άλλη επίθεση εκ μέρους της φρουράς, έτρεψε τους Μωαμεθανούς σε φυγή. Ένας γραμματεύς ήρθε στη σκηνή του Saladin και του ψιθύρισε στο αυτί για τη φυγή. Ενώ αυτός προσπαθούσε να κρατήσει τους επισκέπτες του με ευχάριστη συνομιλία, ο χείμαρρος των φυγάδων αποκάλυψε την αλήθεια. Ο Σουλτάνος βρέθηκε αναγκασμένος να διατάξει υποχώρηση.

 
Ο ίδιος κατόρθωσε να παραμείνει στο στρατόπεδό του με λίγους ιππείς αλλά ο όγκος του στρατού του έφυγε στην Ασσήρ, πέντε μίλια στην ενδοχώρα, πριν ανασυγκροτηθεί. Ο Richard είχε ανακαταλάβει τη Jaffa με ογδόντα περίπου ιππότες και τετρακόσιους τοξότες και ίσως δύο χιλιάδες Ιταλούς ναύτες. Ολόκληρος ο στρατός του είχε μόνο τρία άλογα. Το επόμενο πρωί ο Saladin έστειλε τον αυλάρχη του Abu-Bakr, να επαναλάβει τις συνομιλίες για ειρήνη.

Βρήκε τον Richard ν' αστειεύεται με μερικούς αιχμαλώτους εμίρηδες αφ' ενός για τη γρήγορη κατάληψη της Jaffa από τον Saladin και αφ' έτερου για την επίσης γρήγορη ανακατάληψή της. Είπε ότι ήταν άοπλος και μάλιστα δεν είχε καιρό ν' αλλάξει τα παπούτσια του. Αλλά συμφώνησε αμέσως με τον Abu-Bakr ότι ο πόλεμος έπρεπε να σταματήσει. Το μήνυμα του Saladin πρότεινε ως σημείο μια συναλλαγή, ότι, επειδή τώρα η Jaffa ήταν μισο-ερειπωμένη, τα Φραγκικά σύνορα έπρεπε να σταματήσουν στην Καισάρεια.

Ο Richard αντιπρότεινε να κρατήσει τη Jaffa και την Ascalon ως τιμάριο υπό τον Saladin, χωρίς να εξηγήσει πώς θα λειτουργούσε η υποτέλεια όταν ο Βασιλεύς θα βρισκόταν στην Ευρώπη. Η απάντηση του Saladin ήταν να προσφέρει τη Jaffa, αλλά να επιμείνει στη διατήρηση της Ascalon. Και πάλι η Ascalon αποδείχτηκε το σημείο προσκρούσεως των συζητήσεων. Οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν. Ο Φραγκικός στρατός τον οποίον ο Richard είχε καλέσει για να βοηθήσει τη Jaffa, προχωρούσε τώρα και είχε ξεπεράσει την Καισάρεια.

Ο Saladin, καλά πληροφορημένος πόσο μικρή ήταν η δύναμη του Richard στη Jaffa, αποφάσισε να επιτεθεί στο στρατόπεδό του έξω από τα τείχη πριν φθάσει το καινούριο στράτευμα. Τα χαράματα της Τετάρτης, 5 Αυγούστου, ένας Γενουάτης που τριγύριζε έξω από το στρατόπεδο, άκουσε τα χλιμιντρίσματα των αλόγων και το ποδοβολητό των στρατιωτών και είδε μακριά το λαμπύρισμα των ατσαλιών στο φως του ήλιου που ανέτελλε. Ξύπνησε το στρατόπεδο· και όταν εμφανίσθηκαν οι Σαρακηνοί ο Richard ήταν έτοιμος. Οι άνδρες του δεν είχαν καιρό να οπλιστούν.

Ο καθένας τους πήρε ό,τι βρήκε πρόχειρο. Ήσαν μόνο πενήντα τέσσερις ιππότες έτοιμοι για μάχη και μόνο δεκαπέντε άλογα, και επίσης δύο περίπου χιλιάδες άνδρες του πεζικού. Πίσω από ένα χαμηλό φράχτη καμωμένο από ορθοστάτες σκηνών, που προοριζόταν ν' ανακόψει την προχώρηση των αλόγων του εχθρού, ο Richard τοποθέτησε τους άνδρες του ανά δύο με τις ασπίδες των καρφωμένες σαν προπέτασμα μπροστά τους και τις μακριές των λόγχες μπηγμένες στο έδαφος υπό γωνία τέτοια ώστε να καρφώνουν το επιτιθέμενο ιππικό.

Ανάμεσα σε κάθε ζευγάρι είχε τοποθετηθεί ένας τοξότης. Το Μωαμεθανικό ιππικό έκανε επέλαση σε εφτά κύματα από χίλιους άνδρες το καθένα· αλλά δεν μπόρεσαν να διασπάσουν το ατσαλένιο τείχος. Αυτές οι επελάσεις συνεχίστηκαν ως το απόγευμα. Τότε, όταν φάνηκε ότι τα άλογα του εχθρού είχαν κουραστεί, ο Richard πέρασε τους τοξότες του στην πρώτη γραμμή και άδειασε όλα του τα βέλη εναντίον του επιτιθέμενου στρατού. Οι τοξότες πέρασαν πάλι πίσω από τους λογχοφόρους, οι οποίοι έκαναν επίθεση τώρα με τον Richard έφιππο επικεφαλής των.

Ο Saladin βυθίστηκε σε οργισμένο θαυμασμό βλέποντας αυτό το θέαμα. Όταν σκοτώθηκε το άλογο του Richard, έστειλε ιπποτικότατα με έναν ιπποκόμο μέσ' από το σάλαγο της μάχης, δύο άλογα στον γενναίο Βασιλέα. Μερικοί Μωαμεθανοί ξεγλίστρησαν για να επιτεθούν κατά της πόλεως. Οι ναύτες που την φρουρούσαν έφυγαν προς τα πλοία των ώσπου ο Richard έτρεξε και τους ανασύνταξε. Το βράδυ, ο Saladin διέκοψε τη μάχη και υποχώρησε στην Ιερουσαλήμ, συμπληρώνοντας τις εκεί οχυρώσεις για την περίπτωση που ο Richard θα τον καταδίωκε.


Υπήρξε μια υπέροχη νίκη, που την κέρδισε η τακτική του Richard και η προσωπική του ανδρεία. Αλλά έμεινε χωρίς εκμετάλλευση. Μέσα σε μία ή δύο ημέρες, ο Saladin ήταν πάλι στη Ramleh με νέο στρατό από επιστράτευση στην Αίγυπτο και στη βόρεια Συρία, ενώ ο Richard, καταπονημένος από την υπερένταση και τους υπερβολικούς κόπους, ήταν σοβαρά άρρωστος από πυρετό στη σκηνή του. Τώρα ο Richard επιθυμούσε οπωσδήποτε ειρήνη.

Ο Saladin επανέλαβε την προηγούμενη προσφορά του, εξακολουθώντας να επιμένει στην παραχώρηση της Ascalon. Αυτό ο Richard δεν μπορούσε να το ανεχθεί. Έγραψε στον παλιό του φίλο al-Adil, ο οποίος ήταν επίσης άρρωστος στην Ιερουσαλήμ, να τον παρακαλέσει να μεσολαβήσει στον Saladin να του αφήσει την Ascalon. Ο Saladin παρέμεινε σταθερός. Έστειλε στον άρρωστο Βασιλέα ροδάκινα και αχλάδια και χιόνι από το όρος Ερμών για να παγώνει τα ποτά του. Αλλά δεν ήθελε να παραχωρήσει την Ascalon. Ο Richard δεν ήταν σε θέση να παζαρέψει.

Η υγεία του, όπως και οι ατασθαλίες του αδελφού του στην Αγγλία, απαιτούσαν τη γρήγορη επιστροφή του στη χώρα του. Ο ανιψιός του Henry και τα στρατιωτικά τάγματα έδειχναν ότι δυσπιστούσαν στην πολιτική του. Τι θα τους ωφελούσε η κατοχή της Ascalon όταν αυτός και ο στρατός του θα είχαν φύγει; Είχε πολύ συχνά διακηρύξει δημοσία την απόφασή του να εγκαταλείψει την Παλαιστίνη. Την Παρασκευή, 28 Αυγούστου, ο ταχυδρόμος του al-Adil του έφερε την τελική πρόταση του Saladin.

Πέντε μέρες αργότερα, στις 2 Σεπτεμβρίου 1192, υπέγραψε μια συνθήκη ειρήνης για πέντε χρόνια και οι πρέσβεις του Σουλτάνου πρόσθεσαν τις υπογραφές τους στη δική του. Κατόπιν οι πρέσβεις του σουλτάνου έπιασαν το χέρι του Richard και ορκίστηκαν για λογαριασμό του κυρίου των. Ο Richard ως Βασιλεύς αρνήθηκε να δώσει όρκο ο ίδιος, αλλά ο Henry της Champagne, ο Balian d'Ibelin και οι μάγιστροι των Hospitaliers και των Knights ορκίσθηκαν γι' αυτόν.

Ο Saladin υπέγραψε ο ίδιος τη συνθήκη την επομένη μπροστά στους πρέσβεις του Richard. Ο πόλεμος της Τρίτης Σταυροφορίας είχε τελειώσει. Η συνθήκη παραχώρησε τις παράκτιες πόλεις, ως τη Jaffa προς νότο, στους Χριστιανούς. Οι προσκυνητές θα μπορούσαν να επισκέπτονται ελεύθερα τους Αγίους Τόπους. Μωαμεθανοί και Χριστιανοί θα μπορούσαν να περνούν ελεύθερα από τις χώρες οι μεν των δε. Αλλά τα φρούρια της Ascalon έπρεπε να κατεδαφιστούν.

Μόλις ο Saladin έλαβε μέτρα για τη συνοδεία και τη στέγασή των, ομάδες από τον σταυροφορικό στρατό πήγαιναν, με ένα διαβατήριο από τον Βασιλέα, άοπλοι, για να προσκυνήσουν στους Αγίους Τόπους της Ιερουσαλήμ. Ο ίδιος ο Richard δεν θέλησε να πάει και αρνήθηκε να δώσει διαβατήριο σε οποιονδήποτε από τους Γάλλους στρατιώτες, αλλά πολλοί από τους δικούς του ιππότες έκαναν το ταξίδι. Μια ομάδα είχε ως αρχηγό τον Hubert Walter, Bishop of Salisbury, ο οποίος έγινε δεκτός εκεί με τιμές και τον δέχτηκε ο Σουλτάνος σε ακρόαση. 

Μίλησαν για πολλά θέματα και ιδιαίτερα για τον χαρακτήρα του Richard. Ο επίσκοπος είπε ότι είχε όλες τις καλές ιδιότητες, αλλά ο Saladin είχε την γνώμη ότι του έλειπε σοφία και μετριοπάθεια. Όταν ο Saladin πρόσφερε στον επίσκοπο ένα δώρο κατά την αναχώρησή του, ο ιεράρχης ζήτησε να υπηρετούν δύο Λατίνοι ιερείς και δύο Λατίνοι διάκονοι στον Πανάγιο Τάφο, και επίσης στη Βηθλεέμ και στην Ναζαρέτ. Ο Saladin συμφώνησε· και λίγους μήνες αργότερα οι ιερείς έφθασαν και τους επετράπη να εκτελούν τα καθήκοντά των ανενόχλητοι.


Στην Κωνσταντινούπολη έφθασαν φήμες ότι ο Richard πίεζε για τον εκλατινισμό των Αγίων Τόπων. Ενώ ο Saladin ήταν ακόμα στην Ιερουσαλήμ έφθασε εκεί μια πρεσβεία από τον Αυτοκράτορα Ισαάκιο Άγγελο, που ζήτησε να αποδοθεί στους Ορθοδόξους ο πλήρης έλεγχος της Ορθόδοξης εκκλησίας που είχαν την εποχή των Φατιμιδών. Ο Saladin απέρριψε το αίτημα. Δεν ήθελε να επιτρέψει σε κανένα δόγμα να είναι κυρίαρχο εκεί, αλλά, όπως οι Οθωμανοί Σουλτάνοι μετά απ' αυτόν θα ήταν διαιτητής όλων.

Απέρριψε επίσης αμέσως μια αίτηση της Βασιλίσσης της Γεωργίας ν' αγοράσει τον Τίμιο Σταυρό αντί 200.000 δηναρίων. Όταν υπογράφτηκε η συνθήκη ο Richard ταξίδεψε στην Acre. Εκεί τακτοποίησε τις υποθέσεις του, πλήρωσε τα χρέη που όφειλε και προσπάθησε να εισπράξει εκείνα που του χρωστούσαν. Στις 29 Σεπτεμβρίου, η Βασίλισσα Berengaria και η Βασίλισσα Ιωάννα απέπλευσαν από την Acre και έφθασαν ασφαλώς στη Γαλλία πριν αρχίσουν οι τρικυμίες του χειμώνα.

Δέκα ημέρες αργότερα, στις 9 Οκτωβρίου, ο Richard εγκατέλειψε τη χώρα όπου είχε πολεμήσει με τόση ανδρεία επί δεκάξι σκληρούς μήνες. Η τύχη του δείχθηκε δυσμενής. Η κακοκαιρία τον ανάγκασε να προσορμισθεί στην Κέρκυρα, στα εδάφη του Αυτοκράτορα Ισαακίου Αγγέλου. Φοβούμενος ότι ήταν δυνατόν να συλληφθεί αιχμάλωτος, επιβιβάστηκε αμέσως, μεταμφιεσμένος σε Ναΐτη ιππότη, μαζί με τέσσερις ακολούθους του, σ' ένα πειρατικό πλοίο που κατευθυνόταν στο μυχό της Αδριατικής.

Το πλοίο ναυάγησε κοντά στην Ακιλέα και ο Richard με τους συνοδούς του συνέχισαν το ταξίδι των δια ξηράς δια μέσου της Καρινθίας και της Αυστρίας, με την πρόθεση να περάσουν βιαστικά και αθόρυβα στα εδάφη του γυναικάδελφού του Henry της Σαξονίας. Αλλά ο Richard δεν ήταν άνθρωπος που μπορούσε να φέρει τη μεταμφίεση με πειστικότητα. Στις 11 Δεκεμβρίου τον αναγνώρισαν όταν σταμάτησε σ' ένα πανδοχείο κοντά στη Βιέννη. Τον οδήγησαν αμέσως προ του Δούκα Leopold της Αυστρίας, εκείνου του οποίου τη σημαία είχε κατεβάσει στην Acre.

Ο Leopold τον κατηγόρησε ως υπεύθυνο για τη δολοφονία του Conrad de Montferrat και τον έριξε στη φυλακή. Τρεις μήνες αργότερα τον παρέδωσε στον επικυρίαρχό του, τον Αυτοκράτορα Henry VI. Η μεγάλη του φιλία με τον Henry τον Λέοντα και η πρόσφατη συγγένειά του με τον Tancred της Σικελίας τον κατέστησε μισητό στον αυτοκράτορα, ο οποίος τον κράτησε αιχμάλωτο επί ένα χρόνο και τον άφησε ελεύθερο μόλις το Μάρτιο του 1194, αφού πλήρωσε ένα τεράστιο ποσό για λύτρα και έδωσε όρκο υποτέλειας.

Κατά τη διάρκεια των κουραστικών μηνών της αιχμαλωσίας του τα εδάφη του ήσαν εκτεθειμένα στις μηχανορραφίες του αδελφού του Ιωάννη και τις απροκάλυπτες επιθέσεις του Βασιλέως Philip. Όταν επέστρεψε στις χώρες του είχε πάρα πολλά ζητήματα ν' αντιμετωπίσει, ώστε να μην μπορεί να σκεφθεί άλλο ταξίδι στην Ανατολή. Επί πέντε χρόνια πολέμησε λαμπρά στη Γαλλία υπερασπιζόμενος την κληρονομιά του εναντίον του πολυμήχανου Καπετίδη, ώσπου, στις 26 Μαρτίου 1199, ένα τυχαίο βέλος που έριξαν από ένα επαναστατημένο φρούριο στο Λιμουζέν, έθεσε τέρμα στη ζωή του.

Υπήρξε κακός γιος, κακός σύζυγος και κακός βασιλεύς αλλά ανδρείος και υπέροχος στρατιώτης.

 
Συμφωνία Ειρήνης

Ο Ριχάρδος αποφάσισε ότι ήταν ώρα να επιστρέψει στις κτήσεις του. Αλλά και ο Σαλαντίν είχε πολεμήσει για πολλά χρόνια και χρειαζόταν την ειρήνη για να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του και να αναπληρώσει τις απώλειές του. Έτσι, έκαναν συμφωνία στις 2 Σεπτεμβρίου του 1192 με τους εξής όρους:
  • Οι δύο αντιμαχόμενοι συμφωνούσαν σε ανακωχή που θα διαρκούσε για τρία χρόνια.
  • Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ θα εκτεινόταν στην παράλια ζώνη από την Τύρο μέχρι και τη Γιάφα.
  • Οι οχυρώσεις της Ασκαλώνας θα γκρεμίζονταν και η πόλη θα επέστρεφε ανοχύρωτη στην κυριαρχία του Σαλαντίν.
  • Οι χριστιανοί προσκυνητές και επισκέπτες θα μπορούσαν ανεμπόδιστα και με ασφάλεια να πηγαίνουν στην Ιερουσαλήμ.
Ο Ριχάρδος με τον όρο της τρίχρονης ανακωχής προσπαθούσε να μην χάσει σε γοήτρο, αφού αν ήταν διαφορετικά διατυπωμένος, ως όρος για ειρήνη, θα αποδεχόταν ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την Ιερουσαλήμ. Θεωρητικά τρία χρόνια ήταν αρκετά για να γυρίσει στις κτήσεις του, να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του και να επιστρέψει στην Παλαιστίνη με ακόμη μεγαλύτερο στρατό.

Τα Μετέπειτα Γεγονότα

Ο Σαλαντίν πέθανε το 1193 στη Δαμασκό της Συρίας. Όταν άνοιξαν το θησαυροφυλάκιό του διαπίστωσαν ότι μέσα δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα για την κηδεία του. Είχε μοιράσει όλη του την περιουσία στους φτωχούς υπηκόους του. Μετά το θάνατό του ξέσπασε διαμάχη, αρχικά μεταξύ των γιων του και αργότερα και του αδερφού του, Ελ Αντίλ, που αναδείχθηκε ο τελικός κυρίαρχος σε όλη την επικράτεια του Σαλαντίν το 1200.

Ο Γκυ πέθανε στην Κύπρο το 1194. Την Κύπρο κληρονόμησε ο αδελφός του Γκι, ο Αμορί (ή Αμάλριχος). Το 1197 η Κύπρος αναγνωρίστηκε ως Βασίλειο. Ο Ερρίκος της Καμπανίας πέθανε το 1197 πέφτοντας από το μπαλκόνι του παλατιού του στην Άκρα, στη διάρκεια μίας παρέλασης. Η Ισαβέλλα παντρεύτηκε σε τέταρτο γάμο τον Αμάλριχο της Κύπρου το 1198.

Ο Ριχάρδος δεν επέστρεψε ποτέ στην Παλαιστίνη. Έφυγε από τους Αγίους Τόπους και προσπάθησε να φτάσει στην Αγγλία μέσω Γερμανίας μεταμφιεσμένος σε προσκυνητή. Κοντά στη Βιέννη αιχμαλωτίστηκε από τον Λεοπόλδο της Αυστρίας, που δεν είχε ξεχάσει την προσβολή του από τον Ριχάρδο στην Άκρα. Στη συνέχεια παραδόθηκε στον Γερμανό Αυτοκράτορα και γιο του Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα, Ερρίκο ΣΤ΄. Η συμφωνία που είχε κάνει ο Ριχάρδος με τον Τανκρέδο της Σικελίας το 1191 αγνοούσε τα δικαιώματα της Κωνσταντίας,συζύγου του Ερρίκου, στον Σικελικό θρόνο.

 
Μία άλλη κατηγορία που προσάφθηκε στον Ριχάρδο ήταν η δολοφονία του Κορράδου του Μονφερρά. Ο Ριχάρδος απελευθερώθηκε το 1194 αφού συμφώνησε να πληρώσει ως λύτρα 150.000 ασημένια μάρκα. Τα επόμενα χρόνια συμφιλιώθηκε με τον αδελφό του, Ιωάννη τον Ακτήμονα, που αναγνώρισε τη Βασιλική εξουσία του Ριχάρδου, και προσπάθησε να διατηρήσει τις κτήσεις του στη Γαλλία απέναντι στις βλέψεις του Φιλίππου. Το 1199 τραυματίστηκε στον ώμο από βέλος κατά την πολιορκία του Σαλύ, στη Γαλλία. Πέθανε από γάγγραινα λίγο αργότερα.

Μετά το θάνατό του βασιλιάς της Αγγλίας και κληρονόμος των Γαλλικών κτήσεών του έγινε ο αδελφός του, Ιωάννης. Όμως, απέτυχε να υπερασπίσει την επικράτειά του ενάντια στον Φίλιππο που κατάφερε τελικά να κυριαρχήσει σε όλη τη βόρεια Γαλλία. Η αποτυχία της Τρίτης Σταυροφορίας να καταλάβει την Ιερουσαλήμ οδήγησε στη διεξαγωγή της Δ΄ Σταυροφορίας, λίγα χρόνια αργότερα. Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ επέζησε μέχρι το 1291, όταν η Άκρα καταλήφθηκε από τους Μαμελούκους.


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α' - ΜΕΡΟΣ Γ' - ΜΕΡΟΣ Δ'