Τρίτη 6 Ιουνίου 2017

Δεν χρειάζεται να γίνετε κάτι που δεν είστε, γιατί είστε ήδη τέλειοι

Έχουμε ξεχάσει ποιοι είμαστε στην πραγματικότητα και έχουμε υιοθετήσει μια νέα ταυτότητα η οποία, επειδή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητά μας, δημιουργεί πάντα μια αίσθηση κενού μέσα μας.

Για να πάψουμε να αισθανόμαστε αυτή την έλλειψη, προσπαθούμε να στολίσουμε την ταυτότητα που έχουμε δημιουργήσει, ώστε να φαντάζει εντυπωσιακή και πολύτιμη. Γι’ αυτό και ονειρευόμαστε συχνά τι θα θέλαμε να είμαστε και πώς θα μας άρεσε να φερόμαστε.

Ο προσωπικός και κοινωνικός μας κόσμος είναι γεμάτος “θα έπρεπε”, “δεν θα έπρεπε”, “είναι ανάγκη” και “δεν είναι ανάγκη”. Με βάση αυτή τη συλλογιστική λοιπόν, οφείλουμε να είμαστε περισσότερο προσεκτικοί και όχι τόσο αφελείς. Επιπροσθέτως, είναι ανάγκη να είμαστε προετοιμασμένοι και να μην είμαστε τόσο εύπιστοι. Όλες αυτές οι απαιτήσεις έχουν νόημα, όταν θεωρούμε τον εαυτό μας ελαττωματικό και ατελή, αλλά δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα, όταν κατανοούμε πως αυτό που υπάρχει πέρα από τη φαινομενική ταυτότητα είναι μια ουσία γεμάτη ευφυΐα, δημιουργικότητα και αγάπη και που εκ φύσεως είναι τέλεια, δηλαδή ολοκληρωμένη.

Για τον λόγο αυτόν, η άσκηση που πραγματικά φέρνει αποτελέσματα δεν είναι εκείνη που μας βοηθά να βελτιώσουμε την ψεύτικη ταυτότητά μας για να είμαστε όπως εμείς ή άλλοι νομίζουν πως θα έπρεπε να είμαστε, αλλά εκείνη που μας βοηθά να την υπερβούμε, ώστε να ξαναβρούμε την αληθινή μας ταυτότητα.

Δεν χρειάζεται να γίνετε κάτι που δεν είστε, διότι ουσιαστικά είστε ήδη τέλειοι, δηλαδή ολοκληρωμένοι. Το μόνο που ίσως χρειάζεστε είναι να ανακαλύψετε τι πραγματικά υπάρχει πίσω από τις λέξεις ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ.

ΜΑΡΙΟ ΑΛΟΝΣΟ ΠΟΥΤΖ, Βρες ξανά τον εαυτό σου

Ο καθένας βλέπει τον εαυτό του σαν κέντρο του κόσμου

Ο εγωισμός, εκ φύσεως, δεν γνωρίζει όρια: ο άνθρωπος έχει μία και μοναδική απόλυτη επιθυμία, να συντηρήσει την ύπαρξή του, ν’ απαλλαγεί από κάθε πόνο, ακόμη κι από την παραμικρή στέρηση – αυτό που θέλει είναι η μεγαλύτερη δυνατή καλοπέραση, η κατοχή όλων των απολαύσεων που μπορεί να φανταστεί και τις οποίες σκαρφίζεται τρόπους να ποικίλλει και ν’ αναπτύσσει χωρίς σταματημό.

Κάθε εμπόδιο που υψώνεται ανάμεσα στον εγωισμό του και τις επιθυμίες του, του χαλάει τη διάθεση, προκαλεί την οργή του, το μίσος του: είναι ένας εχθρός που πρέπει να συντρίψει. Θα ήθελε όσο γίνεται ν’ απολαύσει τα πάντα, να αποκτήσει τα πάντα. Μην μπορώντας κάτι τέτοιο, τουλάχιστον θα ήθελε να δέσποζε πάνω σε όλα. «Όλα για μένα, τίποτε για τους άλλους» είναι το σύνθημά του.

Ο εγωισμός έχει κολοσσιαίες διαστάσεις, το σύμπαν ολόκληρο δεν φτάνει για να τον χωρέσει. Διότι, αν έδινε κανείς στον καθένα τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στον αφανισμό του σύμπαντος και στην προσωπική του απώλεια, δεν χρειάζεται να πω ποια θα ήταν η απάντησή του. Ο καθένας βλέπει τον εαυτό του σαν το κέντρο του κόσμο, ανάγει το καθετί στον εαυτό του- μέχρι και τις μεγαλύτερες αναστατώσεις των αυτοκρατοριών τις βλέπει πρώτα απ’ όλα από την άποψη του προσωπικού του συμφέροντος, όσο μηδαμινό, όσο μακρινό μπορεί να είναι αυτό. Υπάρχει πιο χτυπητή αντίθεση; Από τη μια μεριά, αυτό το ανώτερο, αποκλειστικό ενδιαφέρον που ο καθένας δείχνει για τον εαυτό του κι από την άλλη, αυτό το αδιάφορο βλέμμα που ρίχνει σε όλους τους άλλους ανθρώπους. Είναι μάλιστα και κωμική αυτή η πεποίθηση τόσων ανθρώπων, οι οποίοι ενεργούν σαν να υπάρχουν πραγματικά μόνο αυτοί και σαν οι όμοιοι τους να είναι απλώς μάταιες σκιές, καθαρά φαντάσματα.

Το κράτος, αυτό το αριστούργημα του ευφυούς και υστερόβουλου εγωισμού, αυτό το άθροισμα όλων των ατομικών εγωισμών, έχει εναποθέσει τα δικαιώματα του καθενός στα χέρια μιας δύναμης απείρως ανώτερης από τη δύναμη του ατόμου, η οποία και εξαναγκάζει το τελευταίο αυτό να σέβεται τα δικαιώματα των άλλων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξουδετερώθηκε ο υπέρμετρος εγωισμός σχεδόν όλων, η κακία πολλών και η αγριότητα ορισμένων: ο καταναγκασμός τους κρατάει δέσμιους, αλλά από την κατάσταση αυτή προκύπτει μια απατηλή φαινομενικότητα.

Ευθύς ως η προστατευτική δύναμη του κράτους παραλύσει ή πάψει να υπάρχει, όπως συμβαίνει συχνά, βλέπει κανείς να κάνουν θριαμβευτικά την επανεμφάνισή τους οι πιο άπληστες ορέξεις, η πιο άθλια φιλαργυρία, η πιο συγκεκαλυμμένη δολιότητα, η κακία, η κακοπιστία των ανθρώπων και τότε οπισθοχωρούμε, βάζουμε τις φωνές, σαν να πέφτουμε πάνω σε ένα τέρας ακόμα άγνωστο ωστόσο, χωρίς τον εξαναγκασμό των νόμων, χωρίς την ανάγκη που έχει κανείς να τον τιμούν και να τον υπολογίζουν οι άλλοι, όλα αυτά τα πάθη θα θριάμβευαν κάθε μέρα. Θα πρέπει να διαβάσει κανείς τα πρακτικά των μεγάλων δικών, την ιστορία των περιόδων αναρχίας για να δει τι υπάρχει στο βάθος του ανθρώπου, τι αξίζει η ηθική του!

Τα χιλιάδες άτομα που βρίσκονται εδώ μπροστά στα μάτια μας, υποχρεωμένα αμοιβαίως να σέβονται την ειρήνη, κατά βάθος είναι τίγρεις και λύκοι, που ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό φίμωτρο τους εμποδίζει να δαγκώσουν. Φανταστείτε ότι καταργείται η δημόσια εξουσία, ότι βγαίνει το φίμωτρο: θα κάνατε πίσω από τρόμο μπροστά στο θέαμα που θα προσφερόταν στα μάτια σας, θέαμα που ο καθένας εύκολα μπορεί να φανταστεί· δεν είναι αλήθεια άραγε ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα ομολογούσατε πόσο λίγη σημασία αποδίδετε στη θρησκεία, στη συνείδηση, στην έμφυτη ηθική, όποια κι αν είναι η θεμελίωσή τους; Σ’ αυτή την περίπτωση, ωστόσο, απέναντι σε εγωιστικά αισθήματα αντίθετα προς κάθε ηθικό κανόνα, αχαλίνωτα, θα βλέπατε επίσης να αποκαλύπτεται το πραγματικό ηθικό ένστικτο μέσα στον άνθρωπο.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Η αρχή της μη παρέμβασης

Το βασικό υπαρξιακό μας δίλημμα
Η προσωπική μας μοναξιά είναι σαν το πάπλωμα του κρεβατιού που κοιμόμαστε. Λέμε πως κρυώνουμε και το χρησιμοποιούμε για να ζεσταθούμε. Αυτός ο διπλός χαρακτήρας της μοναξιάς μας, ο οποίος πιστεύω έχει τις ρίζες του στην ίδια μας την ύπαρξη και συνείδηση ως ανεξάρτητη ταυτότητα, μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν υπάρχει κάποιος άλλος άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο που να μπορεί να μας καταλάβει. Με άλλα λόγια αν υπάρχει κάποιος άλλος άνθρωπος έτοιμος να μοιραστεί το πάπλωμά μας. Παρακαλώ, το μοναδικό μας πάπλωμα.

Η εξίσωση του Drake
Πρόκειται για μια εξίσωση στο πεδίο της εξωβιολογίας σε μια προσπάθεια υπολογισμού του πιθανού αριθμού εξωγήινων πολιτισμών, με τους οποίους θα μπορούσαμε να έρθουμε σε επαφή, μέσα στο γαλαξία μας. Ο ίδιος ο Drake έδωσε τον αριθμό 10, ενώ οι εκτιμήσεις κυμαίνονται από κοντά στο 0 έως και μερικές χιλιάδες. Σε ό,τι αφορά την κριτική, έχει ειπωθεί πως οι παράμετροι που χρησιμοποιεί ο Drake είναι βγαλμένες από την καθημερινή μας ζωή, πάνω στη Γη, επομένως δε θα μπορούσαν να αποδώσουν ούτε κατά προσέγγιση το τι συμβαίνει μέσα στο γαλαξία μας. Θα είχε επίσης ενδιαφέρον να εφαρμόσουμε την εξίσωση του Drake ή μία παραλλαγή της για να διαπιστώσουμε ποια είναι η πιθανότητα και πόσοι άλλοι άνθρωποι υπάρχουν π.χ. σε ακτίνα 100 μέτρων γύρω μας. Θα είχε πραγματικά μεγάλη 'πλάκα' να βγάζαμε ένα αποτέλεσμα κοντά στο μηδέν, αλλά αυτό ας το αφήσουμε σαν μια άλλη ιστορία.

Το παράδοξο της ανθρώπινης απομόνωσης
Ας θεωρήσουμε λοιπόν πως δεν είμαστε μόνοι μας. Γύρω μας ο κόσμος βρίθει από ζωή, πυκνοκατοικημένος σαν μια κυψέλη ή μια πολυκατοικία, αλλά σε μία πολύ μεγαλύτερη κλίμακα έτσι ώστε από μακριά το σύμπαν να μοιάζει ακατοίκητο. Αυτό το παράδοξο της ανθρώπινης απομόνωσης διαπίστωσε και ο Fermi. Πρόκειται δηλαδή για μια φαινομενική αντίφαση μεταξύ των υψηλών (ή τουλάχιστον μη μηδενικών) πιθανοτήτων της ύπαρξης εξωγήινων πολιτισμών από τη μια, και την έλλειψη στοιχείων που να τεκμηριώνουν κάτι τέτοιο από την άλλη. Και δεν αναφερόμαστε στα πράσινα (προς το γκριζωπό) ανθρωπάκια του Roswell φυσικά. Μιλάμε για πραγματικά στοιχεία. Έστω μιαν ηλεκτρομαγνητική λήψη των δικών τους προγραμμάτων. Εξού και η φράση "Η μεγάλη Σιωπή" (Great Silense). Κατ' εμένα πάντως αυτό δεν είναι παράδοξο. Τα 200 χρόνια των τηλεπικοινωνιών μας είναι τίποτε μπροστά στις κοσμικές κλίμακες. Η διάμετρος του γαλαξία μας είναι 100.000 έτη φωτός, ενώ περιέχει 200.000.000.000 ήλιους. Αυτό σημαίνει ένας ήλιος κάθε 2.000.000 έτη φωτός. Αν υποθέσουμε πως ένας εξωγήινος πολιτισμός από μία τέτοια απόσταση έχει στείλει κάποτε προς εμάς ένα σήμα, η πιθανότητα να το λάβουμε είναι 200: 2.000.000, δηλαδή 1 στις 10.000. Προφανώς οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος μας, συμπεριλαμβάνοντας αν θέλετε και τη συνήθη μας αδιαφορία.

Η αρχή της μη παρέμβασης (πολιτική)
Πρόκειται για μια συνθήκη στις διεθνείς σχέσεις, όπου το ένα κράτος δεν μπορεί να παρέμβει στην πολιτική άλλου κράτους, στα πλαίσια των αρχών της αυτοδιάθεσης και ακεραιότητας. Θα προσέξατε βέβαια πως, όπως και με τις αρχές της φυσικής, οι αρχές της πολιτικής ισχύουν για να παραβιάζονται.

Η υπόθεση του ζωολογικού κήπου (zoo hypothesis)
Υπάρχει πάντως και μια άλλη, διαφορετική, προσέγγιση του θέματος, ότι δηλαδή οι εξωγήινοι πολιτισμοί υπάρχουν, ότι θέλουμε να τους δούμε, αλλά ότι δεν παρεμβαίνουν. Μας παρακολουθούν διακριτικά, στα πλαίσια κάποιας προσυννενοημένης (από ποιους άραγε;) παγγαλαξιακής συμφωνίας, μία υπερδιεθνής συνθήκη μη παρέμβασης. Φαντάζομαι βέβαια ότι θα έχετε ήδη καταλάβει το πρόβλημα αυτής της υπόθεσης. Είναι υπερβολικά αγαθή. Θυμηθείτε, για να μη φτάσουμε μακριά, τι έκαναν οι λευκοί όταν πάτησαν το πόδι τους στην Αμερική, για να καταλάβετε έτσι και μας βρουν 'εκείνοι' τι θα μας κάνουν...

Η απαγορευτική αρχή του Pauli
Πρόκειται για μια από τις θεμελιώδεις αρχές της κβαντομηχανικής, η οποία λέει ότι δύο παρόμοια φερμιόνια (σκεφτείτε ηλεκτρόνια) δεν μπορούν να βρίσκονται στην ίδια κβαντική κατάσταση ταυτόχρονα. Η αρχή του Pauli βρίσκει μια συνήθη εφαρμογή στην 'τακτοποίηση' των ηλεκτρονίων στις στοιβάδες των ατόμων, όπου αν υπάρχουν δύο ηλεκτρόνια στην ίδια στοιβάδα, θα έχουν απαραίτητα αντίθετα spin. Η αρχή του Pauli ωστόσο έχει γενική ισχύ. Πουθενά μέσα στο σύμπαν δεν υπάρχουν την ίδια στιγμή δυο ίδια σωματίδια, επομένως και καταστάσεις, φαινόμενα, γεγονότα, αντικείμενα, οργανισμοί, άνθρωποι, πολιτισμοί, κοκ.

Η αρχή της μη παρέμβασης (στη φυσική)- Επέκταση στο μακρόκοσμο
Υπάρχει άραγε μέσα στο σύμπαν κάποια άλλη, κρυφή, παράμετρος η οποία μας εμποδίζει κατά κάποιον τρόπο να έρθουμε σε επαφή με εξωγήινους πολιτισμούς και την οποία την αγνοούμε; Μήπως υπάρχει κάποια επέκταση της απαγορευτικής αρχής του Pauli στο μακρόκοσμο, ώστε να έχουμε μια σαφή εικόνα των 'κυριαρχικών μας δικαιωμάτων' σαν ανθρώπινη ράτσα, χωρίς να κάνουμε κάθε φορά κουτούς υπολογισμούς ταχυτήτων και αποστάσεων για να δούμε πόσο απέχουν από εμάς οι πιθανοί μας διαστημικοί γείτονες; Υπάρχει άραγε μια κοσμική Αρχή της μη παρέμβασης; Πώς θα μπορούσαμε να τη συλλάβουμε;

Η θεωρία των Δ-βρανών (D- branes)
Μπορούμε να φανταστούμε ένα λουλούδι με τα πέταλα. Ή ένα σφουγγάρι με οπές. Το λουλούδι (ή σφουγγάρι) είναι το σύμπαν. Πιο σωστά είναι το πανσύμπαν (multiverse). Το κάθε πέταλο του λουλουδιού (ή κάθε τμήμα μεταξύ οπών του σφουγγαριού), είναι και μια βράνη. Πάνω σε μια βράνη μπορεί να υπάρξει ένα σύμπαν σαν μια σταγόνα του νερού. Μπορούμε άραγε να υποθέσουμε ότι πάνω σε κάθε βράνη μπορεί να υπάρξει μόνο ένα σύμπαν (και ίσως ένα επιπλέον 'αντίθετο' σύμπαν αντιύλης); Η γνώση μου εδωπέρα με εγκαταλείπει. Θα μπορούσαμε πάντως να φανταστούμε μέσα στον υπερχώρο (πανσύμπαν) μια τέτοια διαστρωμάτωση βρανών ή στοιβάδων, όπου να διευθετούνται οι πολιτισμοί σε τακτές αποστάσεις και σαφώς καθορισμένα όρια. Αλλά αυτό εξηγεί, έστω και ενδεικτικά, όχι μόνο το γιατί οι αποστάσεις είναι τεράστιες έως ανυπέρβλητες, αλλά και το γιατί δε θα μπορούσε να υπάρξει ένας άλλος πολιτισμός 'κοντά' μας. Το σύμπαν φαίνεται ότι έχει ήδη προνοήσει ώστε η εξέλιξη πολιτισμών να γίνεται ανεξάρτητα και παράλληλα, ενώ οι όποιες συναντήσεις και συμβιώσεις να έρχονται με την πάροδο του χρόνου, γιατί σε αντίθετη περίπτωση τα αποτελέσματα θα ήταν μάλλον καταστροφικά.

Ηθελημένη άγνοια κι επίγνωση
Πώς λοιπόν θα άρουμε αυτό το πρόβλημα της μεγάλης κοσμικής μοναξιάς μας; Με ποιον τρόπο θα επικοινωνήσουμε με τα μακρινά κι αλλόκοτα γαλαξιακά μας ξαδέλφια; Πώς θα προσεγγίσουμε τον άγνωστο της διπλανής μας πόρτας γείτονα; Αν του χτυπήσουμε την πόρτα μπορεί να ενοχληθεί. Αν βάλουμε εκρηκτικά στο εργαστήριο, μπορεί να ανοίξουμε μιαν άλλη διάσταση και να αφανιστεί ο κόσμος μας. Μήπως κατά λάθος τους πατήσαμε σαν τα μυρμήγκια και δεν το πήραμε είδηση; Ή μήπως όταν θα έρθουν εκείνοι δε θα ζήσουμε για να το θυμόμαστε; Όποια κι αν είναι η εξήγηση, μπορούμε να κρατήσουμε το εξής: Η κοσμολογική απαγορευτική αρχή ή αρχή της μη παρέμβασης έχει κι ένα ψυχικό αντίκτυπο. Σκεφτείτε μόνο σε περίπτωση επαφής το προσωπικό και πολιτισμικό σοκ. "Κι αν τους χαστουκίζανε φαντάσματα, αυτοί λέγανε πως ήταν ο αέρας", όπως έλεγε και ο ποιητής.

ΤΑ ΟΜΟΙΑ ΕΛΚΟΝΤΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ

Μόνο ο γεμάτος αγάπη άνθρωπος -εκείνος που είναι ήδη γεμάτος αγάπη- μπορεί να βρει τον κατάλληλο σύντροφο.

Έχω παρατηρήσει το εξής: αν είσαι δυστυχισμένος, θα βρεις κάποιον που είναι δυστυχισμένος. Οι δυστυχισμένοι άνθρωποι έλκονται προς ανθρώπους δυστυχισμένους. Και είναι καλό, είναι φυσικό αυτό. Είναι καλό που δεν έλκονται οι δυστυχισμένοι προς ευτυχισμένους ανθρώπους΄ αλλιώς θα τους κατέστρεφαν την ευτυχία. Είναι πάρα πολύ εντάξει έτσι.

Μόνο οι ευτυχισμένοι άνθρωποι έλκονται από ευτυχισμένους ανθρώπους.

Τα όμοια έλκονται μεταξύ τους. Οι ευφυείς άνθρωποι έλκονται από ευφυείς ανθρώπους΄ οι ανόητοι έλκονται από ανόητους.

Συναντάς ανθρώπους του ίδιου επιπέδου. Το πρώτο πράγμα που πρέπει λοιπόν να θυμάσαι: είναι επόμενο να είναι πικρή μια σχέση που βγήκε μέσα από δυστυχία. Γίνε πρώτα ευτυχισμένος, γίνε χαρούμενος, γίνε γιορταστικός και μετά θα βρεις κάποια άλλη ψυχή που γιορτάζει και θα υπάρξει συνάντηση δυο ψυχών που χορεύουν και μέσα από εκεί θα προβάλει ένας σπουδαίος χορός.

Μη ζητάς να βρεις κάποια σχέση από μοναξιά, όχι. Τότε θα κινείσαι προς λάθος κατεύθυνση. Τότε θα χρησιμοποιείς τον άλλο ως μέσον και ο άλλος θα χρησιμοποιεί εσένα ως μέσον. Και κανείς δεν θέλει να τον χρησιμοποιούν ως μέσον! Κάθε άτομο είναι αυτοσκοπός. Είναι ανήθικο να χρησιμοποιείς κάποιον ως μέσον.

Μάθε πρώτα πώς να είσαι μόνος.

Αν μπορείς να είσαι ευτυχισμένος όταν είσαι μόνος, έχεις μάθει το μυστικό πώς να είσαι ευτυχισμένος. Τώρα μπορείς να είσαι ευτυχισμένος και με άλλους. Αν είσαι ευτυχισμένος, τότε έχεις κάτι να το μοιραστείς, να το δώσεις. Κι όταν δίνεις, παίρνεις΄ δεν συμβαίνει αντίστροφα. Τότε εμφανίζεται η ανάγκη να αγαπήσεις κάποιον.

Συνήθως υπάρχει η ανάγκη να σε αγαπάει κάποιος. Πρόκειται για λάθος ανάγκη. Πρόκειται για παιδιάστικη ανάγκη΄ δεν είσαι ώριμη. Πρόκειται για τη στάση του παιδιού.

Γεννιέται το παιδί. Φυσικά, το παιδί δεν μπορεί να αγαπά τη μητέρα΄ δεν ξέρει τι είναι η αγάπη και δεν ξέρει ποια είναι η μητέρα και ποιος είναι ο πατέρας. Είναι τελείως ανίσχυρο. Δεν έχει ακόμη ενοποιηθεί η ύπαρξή του΄ δεν αποτελεί ένα όλο΄ δεν είναι συγκροτημένο ακόμη. Αποτελεί μιαν απλή δυνατότητα. Η μητέρα πρέπει να αγαπά, ο πατέρας πρέπει να αγαπά, η οικογένεια πρέπει να ρίχνει βροχή την αγάπη της πάνω στο παιδί. Τώρα μαθαίνει εκείνο ένα πράγμα: ότι όλοι πρέπει να το αγαπούν. Δεν μαθαίνει ποτέ ότι πρέπει να αγαπάει κι εκείνο. Θα μεγαλώσει τώρα το παιδί κι αν μείνει κολλημένο στη στάση αυτή, ότι όλοι πρέπει να το αγαπούν, θα υποφέρει σε όλη του τη ζωή. Το σώμα του έχει μεγαλώσει, αλλά ο νους του έχει μείνει ανώριμος.

Ο ώριμος άνθρωπος είναι εκείνος που καταλήγει να γνωρίσει και την άλλη ανάγκη: ότι τώρα πρέπει να αγαπήσει κάποιον.

Η ανάγκη να σε αγαπούν είναι παιδιάστικη, ανώριμη. Η ανάγκη να αγαπάς είναι ώριμη.

Κι όταν είσαι έτοιμος να αγαπήσεις κάποιον, θα γεννηθεί μια όμορφη σχέση΄ αλλιώτικα όχι.

΄΄Είναι δυνατό να κάνουν κακό ο ένας στον άλλο δυο άνθρωποι που έχουν σχέση μεταξύ τους;΄΄ Ναι, αυτό ακριβώς συμβαίνει σε όλο τον κόσμο. Είναι πολύ δύσκολο να κάνεις καλό. Δεν κάνεις καλό ούτε καν στον εαυτό σου. Πώς να κάνες καλό σε κάποιον άλλο;

Δεν αγαπάς ούτε καν τον εαυτό σου - πώς γίνεται να αγαπάς κάποιον άλλο; Αγάπα τον εαυτό σου, κάνε καλό στον εαυτό σου.

Και οι δήθεν θρησκευτικοί σου άγιοι σε διδάσκουν από πάντα να μην αγαπάς ποτέ τον εαυτό σου, να μην κάνεις ποτέ καλό στον εαυτό σου. Να είσαι σκληρή με τον εαυτό σου! Σου διδάσκουν να είσαι ήπια με τους άλλους και σκληρός με τον εαυτό σου. Είναι παράλογο αυτό.

Σε διδάσκω ότι το πιο σπουδαίο πράγμα είναι να αγαπάς τον εαυτό σου. Μην είσαι σκληρός να είσαι ήπιος. Φρόντιζε τον εαυτό σου. Μάθε να συγχωρείς τον εαυτό σου -πάλι και πάλι και πάλι- επτά φορές, εβδομήντα επτά φορές, επτακόσιες εβδομήντα επτά φορές. Μάθε να συγχωρείς τον εαυτό σου. Μην είσαι σκληρός μην είσαι ανταγωνιστικός απέναντι στον εαυτό σου. Τότε θα ανθίσεις.

Και με το άνθισμα αυτό, θα προσελκύσεις κάποιο άλλο άνθος. Φυσικό είναι. Οι πέτρες έλκουν τις πέτρες΄ τα άνθη έλκουν τα άνθη. Τότε υπάρχει μια σχέση που έχει χάρη, που έχει ομορφιά, που εμπεριέχει ευλογία. Αν μπορέσεις να βρεις μια τέτοια σχέση, η σχέση σου θα μεγαλώσει και θα γίνει προσευχητικότητα, η αγάπη σου θα γίνει έκσταση και μέσω της αγάπης θα γνωρίσεις τι είναι ο Θεός.

Το Αίνιγμα του Λαού των Ανασάζι

Τα πρώτα στοιχεία που έχουμε για τους Ανασάζι ανάγονται στον 1ο αιώνα π.Χ. Σε μια περιοχή με έκταση όσο και η Γαλλία, άρχισαν να αναπτύσσουν τον πολιτισμό τους, να χτίζουν τεράστια οικοδομικά συγκροτήματα, να φτιάχνουν δρόμους, να καλλιεργούν τη γη με ένα αποτελεσματικό υδρευτικό σύστημα και να αποκαθιστούν ένα πρωτότυπο σύστημα επικοινωνίας ανάμεσα στις πόλεις και τα χωριά τους.

Στην εποχή τους η χώρα στην οποία ζούσαν και που τώρα κατέχεται από τέσσερις πολιτείες των ΗΠΑ, δηλαδή την Αριζόνα, τη Γιούτα, το Κολοράντο και το Νέο Μεξικό ήταν πιο πυκνοκατοικημένη από σήμερα!

Εικοσιπέντε χιλιάδες τοποθεσίες πόλεων, χωριών, κοινοτήτων ή οικισμών των Ανασάζι έχουν ανακαλυφτεί μόνο στο Νέο Μεξικό και χιλιάδες άλλες στις υπόλοιπες πολιτείες.

Σε κάθε κοινότητα υπήρχε ένα κεντρικό κτιριακό συγκρότημα ημικυκλικού σχήματος που διέθετε εκατοντάδες ή και χιλιάδες δωμάτια.

Μπροστά απ’ αυτό ήταν ο υπόγειος κυκλικός ναός τους (κίβα) και πίσω διάφορα βοηθητικά οικοδομήματα που χρησίμευαν σαν αποθήκες. Η κεντρική αυτή πόλη περιβαλλόταν από προάστια που βρίσκονταν αρκετά χιλιόμετρα μακριά.

Ένας λαός από τον Κάτω Κόσμο

Σύμφωνα με την παράδοση των Ανασάζι που σήμερα επιζεί μέσω των Ναβάχο, των Πουέμπλο και των Χόπι οι πρόγονοί τους βγήκαν από τον Κάτω Κόσμο, μέσα από μια τρύπα που ενώνει το κέντρο της γης με την επιφάνεια. Μέσα από την ίδια τρύπα οι ψυχές των νεκρών γυρνάνε στην αρχέγονη πατρίδα τους. Γι’ αυτό γύρω από αυτή την τρύπα φτιάχνουν το σπίτι τους ή το ναό τους.

Έτσι στους πρώτους αιώνες μετά την εμφάνισή τους οι Ανασάζι προτιμούν να μένουν σε υπόγειες κατοικίες. Διαλέγουν κοιλώματα σε πετρώδη εδάφη και τα σκεπάζουν με θολωτή στέγη από άχυρο και λάσπη.

Απ’ αυτή την περίοδο τα μόνα δείγματα του πολιτισμού τους που γνωρίζουμε είναι τα αριστουργήματα της καλαθοπλεχτικής τέχνης τους, οι θαυμάσιες συμβολικές τοιχογραφίες των υπόγειων κατοικιών τους και οι αστρονομικές γνώσεις τους.

Ήταν τέτοια η δεξιοτεχνία τους στην καλαθοπλεχτική, ώστε έφτιαχναν αγγεία που μπορούσαν να κρατήσουν και νερό, τόσο σφιχτά τα έπλεκαν.

 Οι υπόγειες κατοικίες τους ήταν ταυτόχρονα και ναοί όπου συνέχιζαν να εκτελούν τις τελετουργίες των προγόνων τους και να λατρεύουν το φιδίσιο θεό που τους είχε δείξει το δρόμο για να ανέβουν από τον Κάτω Κόσμο στην επιφάνεια.

Οι Ανασάζι από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκαν παρουσίασαν υψηλά δείγματα πολιτισμού. Πριν ακόμα εγκαταλείψουν τις υπόγειες κατοικίες τους, καλλιεργούσαν τη γη σπέρνοντας καλαμπόκι, βαμβάκι, φασόλια, κολοκύθια κτλ. και χρησιμοποιούσαν ποικιλότροπα το φυτό γιούκα.

Σε κείνο το έδαφος που ήταν άγονο και συχνά πληττόταν από την ξηρασία, κατάφεραν να δημιουργήσουν μια ποικιλία καλαμποκιού, μεγαλύτερου από το σημερινό.

 Για το σκοπό αυτό έφτιαξαν ένα περίπλοκο αρδευτικό δίκτυο από κανάλια, δεξαμενές, τεχνητές λίμνες και αυλάκια χρησιμοποιώντας και διοχετεύοντας κυρίως το νερό των χειμάρρων που κυλούσαν από τα φαράγγια.

Οι επτά φυλές τους διακρίνονταν από τα χρώματα του καλαμποκιού: Κόκκινο, Γαλαζωπό, Κίτρινο, Άσπρο, Πράσινο, Ποικιλόχρωμο και Μαύρο καλαμπόκι.

Η φυλή του Μαύρου καλαμποκιού αποτελούσε την ιερατική τους τάξη, γιατί σ’ αυτή είχε αποκαλυφτεί ο φιδίσιος θεός και η αρχαία καταγωγή τους.

Τη γιούκα, που ήταν αυτοφυής στην περιοχή τους, τη χρησιμοποιούσαν για καλάθια, για σαπούνι (τριμμένη ρίζα), για σπόγγο με τον οποίο έφτιαχναν σανδάλια και έραβαν τα ρούχα, ακόμα και για μάσημα, γιατί το κοτσάνι του φυτού είναι γλυκό.

Οι Ανασάζι εφευρέτες των πολυκατοικιών

Όταν βγήκαν στην επιφάνεια, αποδείχθηκε πως οι Ανασάζι ήξεραν και να χτίζουν. Δημιούργησαν απαράμιλλα οικοδομήματα που τα θαυμάζουμε ακόμα και σήμερα. Τα κτήρια τους ήταν από διώροφα μέχρι πενταόροφα και είχαν από 100 μέχρι 2.000 δωμάτια και πάνω!

Τα ερείπια του χιλιόχρονου Πουέμπλο Μπονίτο προκαλούν ως τα σήμερα τον θαυμασμό.

Μέχρι το 1870 δεν υπήρχε κανένα κτίριο στις ΗΠΑ μεγαλύτερο από εκείνα που έφτιαξαν οι Ανασάζι. Στην ουσία κάθε πόλη τους αποτελούνταν από ένα κτιριακό συγκρότημα, όπου έμεναν όλοι. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι αυτοί που πρώτο-ανακάλυψαν την πολυκατοικία, γιατί τα σπίτια τους ήταν όχι μόνο πολυώροφα, αλλά είχαν και μεγάλα ρετιρέ. Κάθε στέγη του κάτω ορόφου, ήταν ο εξώστης για τον από πάνω όροφο.

Το σημαντικότερο όμως είναι πως όλα αυτά τα οικοδομικά μεγαθήρια κτίζονταν κατόπιν προσεχτικού σχεδιασμού και οι εργάτες δεν ξέφευγαν καθόλου από το προδιαγραμμένο σχέδιο. Έπειτα τα σοφάντιζαν και κουβαλούσαν κορμούς για δοκάρια της στέγης. Αυτούς τους κορμούς τους μετέφεραν από μακριά, μερικές φορές από απόσταση 100 χλμ. Οι υπόγειες κατοικίες τους παρέμεναν, αλλά τώρα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά σαν ναοί, για να τους θυμίζουν τη μυθολογία και την παράδοσή τους.

Γύρω στον 11ο αιώνα το θρησκευτικό κέντρο των Ανασάζι ήταν το Τσάκο, στα Β.Δ. του Νέου Μεξικού. Εκεί είχαν χτίσει το Πάμπλο Μπονίτο με 650 δωμάτια. Μπροστά απ’ αυτό υπήρχαν δυο υπόγειοι ναοί (κίβα). Γύρω από το Τσάκο είχαν χτιστεί τα προάστια που διέθεταν από μερικές εκατοντάδες ως 2000 δωμάτια το καθένα. Το κοντινότερο απ’ αυτά τα 100 περίπου προάστια απείχε λίγα χιλιόμετρα και το μακρινότερο 150 χλμ. Όλα αυτά συνδέονταν με πυκνό οδικό δίκτυο. Ως τώρα έχει ανακαλυφτεί μόνο ένα μέρος του που είναι κάπου 1.000 χλμ. μήκους.

Αυτοί οι δρόμοι, πλάτους 10 μέτρων, ήταν απόλυτα ευθείς, ανεξάρτητα από τα φυσικά εμπόδια που συναντούσαν. Τώρα τι χρειαζόταν ένα τέτοιο οδικό δίκτυο αφού, όπως λένε οι αρχαιολόγοι, οι Ανασάζι δεν διέθεταν αμάξια, ούτε γνώριζαν τον τροχό; Ο σημαντικότερος δρόμος είναι ο αποκαλούμενος «βορινός» που περνάει από το Πουέμπλο Άλτο -ένα εμπορικό κέντρο της εποχής εκείνης, όπου συγκλίνουν συνολικά πέντε δρόμοι- και συνεχίζει για να διασπαστεί τελικά σε 4 δρόμους που οδηγούν σε μακρινά Πουέβλο.

Εκτός από το οδικό δίκτυο οι Ανασάζι είχαν επινοήσει ένα σύστημα επικοινωνίας παρόμοιο με τις φρυκτωρίες των αρχαίων Ελλήνων. Στα υψώματα των Μέσα (τραπεζοειδών λόφων) άναβαν φωτιά το βράδυ και το φως της αντανακλούσε σε καθρέφτες από μαρμαρυγία (μίκα). Έτσι έστελναν φωτεινά σήματα από το Τσάκο ως τα πιο μακρινά προάστια. Την ημέρα γινόταν το ίδιο με το φως του ήλιου. Αυτή η μορφή επικοινωνίας είχε γενικευτεί σε όλη τη χώρα.

Δεν έχουμε ενδείξεις για το αν οι Ανασάζι γνώριζαν τη γραφή. Όμως ήταν ικανοί ζωγράφοι. Τα κίβα (υπόγειοι ναοί), που πολλές φορές εξείχαν σαν τρούλοι από το έδαφος, είναι διακοσμημένα με συμβολικές παραστάσεις και φαίνεται πως χρησιμοποιούνταν το πρωί σαν σχολεία για τα παιδιά. Σε ένα κίβα, που έπεσε θύμα πυρκαγιάς, βρέθηκαν 50 σκελετοί παιδιών και 2 γυναικών. Μπορούμε να φανταστούμε τις δυο δασκάλες που προσπάθησαν να σώσουν τα παιδιά οδηγώντας τα στον εσωτερικό εξώστη του κίβα και την αλλοφροσύνη των παιδιών που βρέθηκαν αγκαλιά το ένα με τ’ άλλο. Το βράδυ όμως συγκεντρώνονταν στο κίβα οι γέροντες -σοφοί, ιερείς, ή μυημένοι- και εκεί γύρω από την αρχέγονη τρύπα που ήταν στο κέντρο, αναθυμούνταν τις ιερές παραδόσεις τους, αντάλλασσαν τις παρατηρήσεις τους και χάραζαν τα πεπρωμένα της φυλής τους.

Στα μέσα του 12 αιώνα οι Ανασάζι αισθάνθηκαν τον πρώτο κλονισμό. Δεν ξέρουμε γιατί, αλλά τους βλέπουμε να εγκαταλείπουν ξαφνικά το Τσάκο με τα προάστια του. Συγκεντρώνονται στο Μέσα Βέρδε που γίνεται τώρα το νέο θρησκευτικό τους κέντρο. Όπως στο Τσάκο, έτσι και στο Μέσα Βέρδε κατοικούν μόνο 5% των Ανασάζι. Όλοι οι άλλοι ζουν σε προάστια χιλιάδων κατοίκων. Τα κτίριά τους γίνονται ακόμα μεγαλύτερα, διαθέτοντας χιλιάδες δωμάτια και τα κίβα πληθύνονται. Μερικά προάστια έχουν μέχρι και 100 κίβα.

Εκεί στην περιοχή του Μέσα Βέρδε, βόρεια του Τσάκο, οι Ανασάζι έζησαν ειρηνικά ενάμισι περίπου αιώνα. Τα καινούρια πέτρινα σπίτια τους μοιάζουν σαν αετοφωλιές πάνω στα απότομα βράχια. Όμως τα σύννεφα συσσωρεύονταν απειλητικά. Είναι ίσως η εισβολή των Ναβάχο και των Απάτσι που τους ενοχλούσε τόσο ή μήπως η παρατεταμένη ξηρασία που κρατούσε χρόνια;

Διάφορες εξηγήσεις δίνουν οι αρχαιολόγοι, αλλά καμία δεν είναι ικανοποιητική. Το μεγαλειώδες φινάλε της ιστορίας των Ανασάζι επρόκειτο να λάβει χώρα στο Μέσα Βέρδε. Εκεί μαζευτήκαν απ’ όλα τα μέρη της επικράτειάς τους. Οι σοφοί τους πρότειναν την ανέγερση ενός ναού. «Πιστεύω», λέει ο αρχαιολόγος Αλφόνσο Ορτίζ, «ότι ο μεγαλοπρεπής αυτός ναός, που ήταν αφιερωμένος στο ήλιο, αντιπροσώπευε μια μεγάλη προσπάθεια για να διαβάσουν τους ουρανούς, να διερευνήσουν την αιτία της δοκιμασίας τους και να αποφασίσουν για το πεπρωμένο τους». Οπωσδήποτε, αυτό που ξέρουμε είναι ότι μετά την ανέγερση του ναού, οι Ανασάζι, εξαφανίστηκαν όλοι, όπου κι αν βρίσκονταν, δίχως να πάρουν τίποτα μαζί τους, αφήνοντας πίσω τα σπίτια και τα αγαθά τους: σαν να πέρασαν σε άλλη διάσταση.

Η εξαφάνιση ενός λαού

Όποιοι κι αν ήταν, ξέρουμε ελάχιστα γι’ αυτούς. Το όνομα «Ανασάζι» τους το έδωσαν οι Ινδιάνοι Ναβάχο. Στην αθαπασκανική γλώσσα που μιλούσαν οι Ναβάχο, η λέξη Ανασάζι σημαίνει «ξένοι αρχαίοι». Και πράγματι ήταν και παρέμειναν ξένοι. Εμφανίστηκαν σε μια χώρα όπου οι ντόπιοι ήταν νομάδες κυνηγοί, και δημιούργησαν έναν θαυμαστό πολιτισμό: τέλειο αρδευτικό δίκτυο, πενταόροφα κτίρια, οδικό δίκτυο, τηλεπικοινωνίες κτλ.

Και όταν χάθηκαν ξαφνικά, γύρω στα 1300, οι γύρω ινδιάνικες φυλές (Πουέμπλο, Ναβάχο, Χόπι) το μόνο που έκαναν ήταν ότι προσπάθησαν να τους μιμηθούν και να διατηρήσουν μερικές από τις παραδόσεις τους. Γιατί αυτοί που αναφέρονται σαν Ανασάζι μετά τον 13ο αιώνα, είναι οι γείτονές τους Ινδιάνοι που είχαν επηρεαστεί από τον πολιτισμό τους. Ήταν κυρίως οι Πουέβλο που συνέχισαν να μιμούνται αυτό τον πολιτισμό ως το 1540 που εμφανίστηκαν οι Ισπανοί κατακτητές.

Οι Ανασάζι πήραν μαζί τους το μυστικό της ύπαρξής τους και του χαμού τους. Δεν ήταν η ξηρασία, γιατί με το αρδευτικό σύστημα που είχαν μπορούσαν να την καταπολεμήσουν. Άλλωστε από αιώνες καλλιεργούσαν σε άγονο έδαφος και ξηρό κλίμα. Δεν ήταν οι Απάτσι και οι Ναβάχο. Αυτοί οι Ινδιάνοι, που τότε ήταν απολίτιστοι, δεν αποτελούσαν πραγματικό κίνδυνο γι’ αυτούς. Μήπως προείδαν όμως τον ερχομό των Λευκών, που υπήρξε καταστροφή για όλους τους πολιτισμούς της Αμερικής; Παλιότερα μαζί με τους Τολτέκους είχαν καταφέρει να εξορίσουν τον ξένο θεό Κουετζαλκοάτλ (το 1.000 μ.Χ.) Τώρα όμως οι ιερείς τους ήξεραν ότι θα ξανάρθει και θα επιβάλει την εξουσία του.

Η Κάσα Ρινκονάδα (απόκρυφο σπίτι), ένα μεγάλο υπόγειο κίβα των Ανασάζι στο Τσάκο Κάνυον. Το μέγεθος και η θέση του κοντά στις πόλεις, δείχνουν τον θρησκευτικό ρόλο του. Σε μια τέτοια κίβα οι αρχηγοί της φυλής αποφάσισαν, το 1200 μ.Χ., να εγκαταλείψουν το Τσάκο Κάνυον.

Ο Κάρλος Καστανέντα στο βιβλίο του «Εσωτερική Φλόγα» δίνει μια μεταφυσική ερμηνεία, που ίσως εξηγεί την ξαφνική εξαφάνιση των Ανασάζι.

Αφού χαρακτηρίζει τη διδασκαλία του Δον Χουάν σαν «πανάρχαιη παράδοση των Τολτέκων», λέει πως αυτοί ήταν γνώστες της επίγνωσης της καταδίωξης και της πρόθεσης και δεν μπορούσαν να παγιδευτούν από το θάνατο. Επέλεγαν μόνοι τους τη στιγμή και τον τρόπο της αναχώρησής τους απ’ αυτό τον κόσμο. Εκείνη τη στιγμή κατατρώγοντας από ένα εσωτερικό πυρ και εξαφανίζονταν από το πρόσωπο της γης, σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ.

Αυτοί οι Τολτέκοι, σύμφωνα με τον Καστανέντα, ήταν ισχυροί μάγοι, ξεδιάλυναν μυστήρια και κατείχαν μυστικές γνώσεις. Ακόμα μπορούσαν να κατευθύνουν την επίγνωση των άλλων όντων. Μερικοί απ’ αυτούς χρησιμοποίησαν αυτές τις ικανότητές τους για να διδάξουν τους συνανθρώπους τους. Και προσθέτει τον ισχυρισμό του Δον Χουάν: «Είμαι πεπεισμένος ότι κάτω από την καθοδήγηση τους, οι πληθυσμοί ολόκληρων πόλεων πήγαν σε άλλους κόσμους και δεν ξαναγύρισαν».

Αιώνες ολόκληρους οι Ανασάζι ζούσαν σε μια χώρα με πλούσιο υπέδαφος. Ουράνιο, χρυσάφι, ασήμι, πετρέλαιο, άνθρακας, είναι μόνο μερικοί από τους θησαυρούς του. Το 10% του ουρανίου όλου του κόσμου βρίσκεται εκεί. Ήταν τυχαίο αυτό, ή μήπως επίτηδες διάλεξαν αυτό το μαγνητισμένο έδαφος; Δεν το ξέρουμε. Οι Ανασάζι δεν ενδιαφέρθηκαν για το ουράνιο και το πετρέλαιο. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν το τυρκουάζ που αφθονούσε στη χώρα τους. Βρέθηκαν μυριάδες χάντρες απ’ αυτό τον πολύτιμο λίθο. Είχαν τόσο τυρκουάζ, ώστε έκαναν και εξαγωγή. Πουλούσαν κολιέ από τυρκουάζ στους Τολτέκους και έπαιρναν απ’ αυτούς χάλκινα κουδούνια. Σε τι τους χρησίμευε το τυρκουάζ και τα χάλκινα κουδούνια; Δεν ξέρουμε.

Το 1538 ο αντιβασιλέας της Ισπανίας έστειλε τον Φραγκισκανό Μάρκος ντε Νίζα στη χώρα των Ανασάζι, όπου τώρα ζούσαν οι Πουέμπλο, για να βρει τις «επτά μυθικές πολιτείες της Κιμπόλα», όπου οι τοίχοι και οι δρόμοι είναι σκεπασμένοι με χρυσάφι και πολύτιμους λίθους! Μετά από δυο χρόνια οι Ισπανοί εισέβαλαν στην Αλμπουκέρκε και το 1598 όλη η περιοχή, που κάποτε κατοικούνταν από τους Ανασάζι, είχε καταληφθεί από τους Ισπανούς. Φυσικά οι «επτά χρυσές πόλεις» δεν βρέθηκαν ποτέ.

ΗΠΑ: Πώς ο εγκέφαλος αναγνωρίζει τα πρόσωπα γύρω του – Τι ανακάλυψαν οι επιστήμονες

Επιστήμονες στις ΗΠΑ κατάφεραν να «διαβάσουν» τον κώδικα που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλος για να αναγνωρίζει τα πρόσωπα γύρω του. Το επίτευγμα χαρακτηρίσθηκε «επανάσταση» στη νευροεπιστήμη, καθώς λύνει ένα μυστήριο πολλών δεκαετιών.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τα εγκεφαλικά κύματα πειραματόζωων (μαϊμούδων μακάκων) για να δημιουργήσουν στον υπολογιστή σχεδόν τέλειες αναπαραστάσεις των ανθρώπινων προσώπων που προηγουμένως είχαν δείξει σε φωτογραφίες στα ζώα. Το νέο αυτό εντυπωσιακό κατόρθωμα «ανάγνωσης» του νου φωτίζει ένα από τα δυσκολότερα έως τώρα προβλήματα της νευροεπιστήμης -το πώς ο εγκέφαλος αναγνωρίζει τα πρόσωπα- αλλά επίσης ίσως φέρνει ένα βήμα πιο κοντά την μελλοντική αποκάλυψη των ανθρωπίνων σκέψεων.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια βιολογίας και νευροεπιστήμης Ντόρις Τσάο του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Καλιφόρνια (Caltech), έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Cell" (Κύτταρο).

«Σπάσαμε τον κώδικα του εγκεφάλου για την αναγνώριση των προσώπων», δήλωσε η Τσάο περιχαρής. Οι επιστήμονες εκτίμησαν ότι αυτές οι νέες γνώσεις θα έχουν διάφορες πρακτικές εφαρμογές στο μέλλον, όπως στο πεδίο της εγκληματολογίας, βοηθώντας στην ανακατασκευή του προσώπου ενός εγκληματία μόνο από την ανάλυση των εγκεφαλικών κυμάτων ενός μάρτυρα.

Οι νευροεπιστήμονες είχαν έως τώρα εντοπίσει νευρώνες του εγκεφάλου που αντιδρούν σχεδόν αποκλειστικά στα πρόσωπα. Όμως παρέμενε μυστήριο το πώς ακριβώς γίνεται η διαδικασία της αναγνώρισης των εικόνων στον οπτικό φλοιό του εγκεφάλου, ο οποίος επεξεργάζεται τα ερεθίσματα που στέλνουν τα μάτια. Οι ερευνητές έδειξαν ότι ο εγκέφαλος βασίζεται σε μαθηματικούς υπολογισμούς όπως αυτούς που χρησιμοποιεί ένας αλγόριθμος, αναλύοντας σε αριθμούς 50 διαφορετικά χαρακτηριστικά του προσώπου (σχήμα, απόσταση ανάμεσα στα μάτια, μήκος μύτης, υφή δέρματος κ.α.).

«Το κλειδί είναι ότι παρόλο που υπάρχει ένας άπειρος αριθμός προσώπων, όλα αυτά μπορείς να τα περιγράψεις με μόνο 50 τρόπους. Είναι κάτι ανάλογο με την υπολογιστική όραση, μόνο που συμβαίνει μέσα στον εγκέφαλό μας», δήλωσε η Τσάο. Κάθε επιμέρους νευρώνας «βλέπει» ένα επιμέρους χαρακτηριστικό του προσώπου και όλοι μαζί ανασυνθέτουν την εικόνα του προσώπου στον εγκέφαλο.

Έτσι, οι ερευνητές δημιούργησαν ένα δικό τους αλγόριθμο που, αφού «διαβάσει» τα εγκεφαλικά κύματα μετά από την αναγνώριση ενός προσώπου, μπορεί να δημιουργήσει μια εικόνα σε υπολογιστή αυτού του προσώπου, το οποίο ο εγκέφαλος έχει προηγουμένως δει και αναγνωρίσει. Στα πειράματα με τους μακάκους αρκούσε -με τη βοήθεια ηλεκτροδίων εισηγμένων στο κρανίο- η καταγραφή της δραστηριότητας περίπου 200 νευρώνων, για να αναδημιουργηθεί με σχεδόν πλήρη ακρίβεια το πρόσωπο ενός ανθρώπου που το ζώο είχε δει προηγουμένως και μάλιστα άσχετα αν το πρόσωπο ήταν προφίλ ή ανφάς. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει στον ανθρώπινο εγκέφαλο.

Μετά την αναγνώριση του προσώπου στον οπτικό φλοιό, είναι πιθανό ότι οι μνήμες των οικείων προσώπων αποθηκεύονται πλέον στον ιππόκαμπο, στην περιοχή του εγκεφάλου που είναι ζωτική για τη μνήμη. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι ακόμη και μεμονωμένοι νευρώνες του ιπποκάμπου ενεργοποιούνται κατά την αναγνώριση προσώπων.

Οι μυστηριώδεις «μαγνητικές εκρήξεις» στο στόχαστρο της NASA

Ο Ήλιος, ο διαστημικός καιρός, ακόμη και η συμπεριφορά της ύλης γύρω από τις μαύρες τρύπες θα βρεθούν σύντομα στο «μικροσκόπιο» της ΝΑΣΑ, με την αποστολή Magnetospheric Multiscale (MMS), η οποία αναμένεται να εκτοξευθεί μέσα στον επόμενο μήνα.

Η μαγνητική επανασύνδεση οφείλεται στην τοπική συσσώρευση ενέργειας σε μαγνητικά πεδία, η οποία απελευθερώνονται απότομα με «μαγνητικές εκρήξεις», δηλαδή με την επιτάχυνση φορτισμένων σωματιδίων σε ταχύτητες κοντά στην ταχύτητα του φωτός.

Στα πλαίσια της MMS, τέσσερις μη επανδρωμένοι δορυφόροι θα τεθούν για τουλάχιστον δύο χρόνια σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη μας, πετώντας σε σχηματισμό πυραμίδας.
 
Ο Ήλιος, ο διαστημικός καιρός, ακόμη και η συμπεριφορά της ύλης γύρω από τις μαύρες τρύπες θα βρεθούν σύντομα στο «μικροσκόπιο» της ΝΑΣΑ, με την αποστολή Magnetospheric Multiscale (MMS), η οποία αναμένεται να εκτοξευθεί μέσα στον επόμενο μήνα.
 
Στα πλαίσια της MMS, τέσσερις μη επανδρωμένοι δορυφόροι θα τεθούν για τουλάχιστον δύο χρόνια σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη μας, πετώντας σε σχηματισμό πυραμίδας.
 
Από εκεί, θα προσφέρουν πολύτιμα στοιχεία για να μελετηθεί ένα φαινόμενο που κρύβει ακόμη πολλά μυστήρια για τους επιστήμονες, αν και επιδρά σημαντικά στην ηλιακή δραστηριότητα, ενώ παράλληλα μπορεί να επηρεάσει ανθρώπινες δραστηριότητες όπως τις αεροπορικές πτήσεις ή τις τηλεπικοινωνίες.
 
Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται μαγνητική επανασύνδεση και βρίσκεται πίσω από τις ηλιακές εκλάμψεις, τις εκτοξεύσεις ηλιακής στεμματικής μάζας και τις γεωμαγνητικές καταιγίδες – οι οποίες είναι πιθανόν να είναι τόσο ισχυρές που να προκαλέσουν βλάβες σε δορυφόρους, να θέσουν εκτός λειτουργίας τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, αλλά και να έχουν σαν αποτέλεσμα πολύωρα μπλακάουτ.
 
Η μαγνητική επανασύνδεση οφείλεται στην τοπική συσσώρευση ενέργειας σε μαγνητικά πεδία, η οποία απελευθερώνονται απότομα με «μαγνητικές εκρήξεις», δηλαδή με την επιτάχυνση φορτισμένων σωματιδίων σε ταχύτητες κοντά στην ταχύτητα του φωτός.
 
Μία από τις πιο ακραίες περιπτώσεις που το φαινόμενο έκανε αισθητή την «παρουσία» του στη Γη συνέβη τον Οκτώβριο του 2003, με παρεμβολές στο δίκτυο GPS και αύξηση της ραδιενέργειας πάνω από τους πόλους, η οποία ανάγκασε για πρώτη φορά την αμερικανική Πολιτική Αεροπορία να εκδώσει προειδοποίηση στις αεροπορικές εταιρείες, ζητώντας να αποφεύγουν τα μεγάλα υψόμετρα.
Λίγες ημέρες νωρίτερα, είχαν καταγραφεί βίαιες ηλιακές εκλάμψεις, οι οποίες «βομβάρδισαν» όλο το ηλιακό σύστημα με ακτίνες Χ.
 
Παράλληλα, από τον ήλιο ξεπήδησαν σε πίδακες τεράστια νέφη ύλης, τα οποία ονομάζονται εκτοξεύσεις ηλιακής στεμματικής μάζας και μετέφεραν φορτισμένα σωματίδια και ενέργεια στη γήινη μαγνητόσφαιρα, με συνέπεια να δημιουργηθεί μια έντονη γεωμαγνητική καταιγίδα.
 
Σε όλη αυτή την «αλυσίδα» γεγονότων, κοινός παρανομαστής είναι η μαγνητική επανασύνδεση, για την οποία είναι περισσότερο γνωστές οι συνέπειές της, παρά πώς ακριβώς προκαλείται, αφού μέχρι σήμερα έχει μελετηθεί μόνο με πειράματα κάτω στη Γη.
 
Έτσι, η αποστολή MMS θα είναι η πρώτη που θα παρατηρήσει το φαινόμενο «σε δράση», περνώντας από περιοχές όπου εξελίσσεται.
 
Οι επιστήμονες θέλουν να εξακριβώσουν με λεπτομέρεια τις συνθήκες που δημιουργούν τη μαγνητική επανασύνδεση, αποκτώντας έτσι καλύτερη εικόνα για το φαινόμενο από όσα έχουν γίνει γνωστά από θεωρητικές μελέτες, υπολογιστικά μοντέλα και πειράματα.
 
Επειδή το φαινόμενο είναι τοπικό, τα τέσσερα σκάφη θα περνούν μέσα από μία τέτοια περιοχή σε μόλις ένα δευτερόλεπτο. Ωστόσο, οι αισθητήρες έχουν κατασκευασθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να λαμβάνουν μετρήσεις με εντυπωσιακή ταχύτητα.
 
Χρησιμοποιώντας αυτά τα δεδομένα, οι επιστήμονες θα έχουν για πρώτη φορά την ευκαιρία να μελετήσουν το φαινόμενο στην εξέλιξή του και ίσως να βρουν έτσι τρόπους προστασίας της Γης.
 
Ένα φαινόμενο που πάντως δεν αφορά μόνο το ηλιακό μας σύστημα, αφού στο 99% του σύμπαντος καταλαμβάνεται από πλάσμα, δηλαδή το ιονισμένο αέριο που αποτελεί την προϋπόθεση για να εκδηλωθεί η μαγνητική επανασύνδεση.
 
Έτσι, για παράδειγμα, αναμένεται να έρθουν στο «φως» νέα στοιχεία για τη συμπεριφορά των δίσκων ύλης που στροβιλίζονται γύρω από τις μαύρες τρύπες.

Μυστικά για όλο το ηλιακό σύστημα ίσως κρύβει το δεύτερο «φεγγάρι» της Γης

Νέες αποκαλύψεις για την ιστορία και την εξέλιξη του ηλιακού συστήματος υπόσχεται ο 3753 Cruithne, ο δεύτερος φυσικός δορυφόρος που ανακαλύφθηκε να περιφέρεται στη «γειτονιά» της Γης, μαζί με το φεγγάρι. Σε αντίθεση όμως με τη Σελήνη, η οποία είναι συνεχώς ορατή από τον πλανήτη μας, η ύπαρξη του 3753 Cruithne ήρθε στο φως μόλις πρόσφατα, και πιο συγκεκριμένα το 1997.
 
Ο 3753 Cruithne κινείται με τέτοιο τρόπο που η πορεία διαγράφει ένα περίπλοκο πεταλοειδές σχήμα, έτσι, χαρακτηρίζεται από τους επιστήμονες ως ημι-τροχιακός δορυφόρος της Γης.

Νέες αποκαλύψεις για την ιστορία και την εξέλιξη του ηλιακού συστήματος υπόσχεται ο 3753 Cruithne, ο δεύτερος φυσικός δορυφόρος που ανακαλύφθηκε να περιφέρεται στη «γειτονιά» της Γης, μαζί με το φεγγάρι. Σε αντίθεση όμως με τη Σελήνη, η οποία είναι συνεχώς ορατή από τον πλανήτη μας, η ύπαρξη του 3753 Cruithne ήρθε στο φως μόλις πρόσφατα, και πιο συγκεκριμένα το 1997.
Ο λόγος είναι πως δεν ακολουθεί μία ομαλή ελλειπτική γύρω από τον πλανήτη μας, σαν τη Σελήνη, αλλά κινείται με τέτοιο τρόπο που η πορεία διαγράφει ένα περίπλοκο πεταλοειδές σχήμα. Έτσι, χαρακτηρίζεται από τους επιστήμονες ως ημι-τροχιακός δορυφόρος της Γης.
 
Όπως αναφέρει σε άρθρο του στο σάιτ The Conversation o Ντάνκαν Φόρκαν, αστροφυσικός στο βρετανικό πανεπιστήμιο του Σεν Άντριους, ακριβώς λόγω της πεταλοειδούς τροχιάς του, ο 3753 Cruithne είναι ιδανικός υποψήφιος για να κατανοηθεί πώς εξελίχθηκε το ηλιακό σύστημα υπό την επίδραση της βαρύτητας. Ο Φόρκαν προσθέτει επίσης πως, μαζί με τους αστεροειδείς και τους κομήτες, ο Cruithne μπορεί να αποκαλύψει επίσης σημαντικά στοιχεία για τη διαδικασία σχηματισμού των πλανητών.
 
Σύμφωνα με τον επιστήμονα, για να καταλάβει κανείς πώς περίπου μοιάζει μια τέτοια περίπλοκη τροχιά, αρκεί να φανταστεί ότι κινείται μαζί με τη Γη γύρω από τον Ήλιο. Τότε, ένα σώμα που διαγράφει απλή πεταλοειδή πορεία φαίνεται από τη φαινομενικά στατική Γη να προσεγγίζει τον πλανήτη μας και στη συνέχεια να απομακρύνεται από αυτόν, επαναλαμβάνοντας συνεχώς το ίδιο μοτίβο.
 
Πεταλοειδείς τροχιές ακολουθούν επίσης «φεγγάρια» σε άλλους πλανήτες, όπως στον Κρόνο, αλλά επίσης και άλλοι φυσικοί δορυφόροι της Γης, οι οποίοι ανακαλύφθηκαν μετά τον 3753 Cruithne. Αυτό που είναι ιδιαίτερο στην περίπτωσή του είναι ότι οι διαδοχικές θέσεις του σχηματίζουν έναν περίπλοκο δακτύλιο γύρω από τη γήινη τροχιά, ο οποίος είναι τόσο εκτεταμένος που φθάνει μέχρι τα όρια της Αφροδίτης και του Άρη.
 
Cruithne, ο δεύτερος φυσικός δορυφόρος που ανακαλύφθηκε να περιφέρεται στη «γειτονιά» της Γης, μαζί με το φεγγάρι. Σε αντίθεση όμως με τη Σελήνη, η οποία είναι συνεχώς ορατή από τον πλανήτη μας, η ύπαρξη του 3753 Cruithne ήρθε στο φως μόλις πρόσφατα, και πιο συγκεκριμένα το 1997.
 
Ο λόγος είναι πως δεν ακολουθεί μία ομαλή ελλειπτική γύρω από τον πλανήτη μας, σαν τη Σελήνη, αλλά κινείται με τέτοιο τρόπο που η πορεία διαγράφει ένα περίπλοκο πεταλοειδές σχήμα. Έτσι, χαρακτηρίζεται από τους επιστήμονες ως ημι-τροχιακός δορυφόρος της Γης.
 
Όπως αναφέρει σε άρθρο του στο σάιτ The Conversation o Ντάνκαν Φόρκαν, αστροφυσικός στο βρετανικό πανεπιστήμιο του Σεν Άντριους, ακριβώς λόγω της πεταλοειδούς τροχιάς του, ο 3753 Cruithne είναι ιδανικός υποψήφιος για να κατανοηθεί πώς εξελίχθηκε το ηλιακό σύστημα υπό την επίδραση της βαρύτητας. Ο Φόρκαν προσθέτει επίσης πως, μαζί με τους αστεροειδείς και τους κομήτες, ο Cruithne μπορεί να αποκαλύψει επίσης σημαντικά στοιχεία για τη διαδικασία σχηματισμού των πλανητών.
 
Σύμφωνα με τον επιστήμονα, για να καταλάβει κανείς πώς περίπου μοιάζει μια τέτοια περίπλοκη τροχιά, αρκεί να φανταστεί ότι κινείται μαζί με τη Γη γύρω από τον Ήλιο. Τότε, ένα σώμα που διαγράφει απλή πεταλοειδή πορεία φαίνεται από τη φαινομενικά στατική Γη να προσεγγίζει τον πλανήτη μας και στη συνέχεια να απομακρύνεται από αυτόν, επαναλαμβάνοντας συνεχώς το ίδιο μοτίβο.
 
Πεταλοειδείς τροχιές ακολουθούν επίσης «φεγγάρια» σε άλλους πλανήτες, όπως στον Κρόνο, αλλά επίσης και άλλοι φυσικοί δορυφόροι της Γης, οι οποίοι ανακαλύφθηκαν μετά τον 3753 Cruithne. Αυτό που είναι ιδιαίτερο στην περίπτωσή του είναι ότι οι διαδοχικές θέσεις του σχηματίζουν έναν περίπλοκο δακτύλιο γύρω από τη γήινη τροχιά, ο οποίος είναι τόσο εκτεταμένος που φθάνει μέχρι τα όρια της Αφροδίτης και του Άρη.

Ο εντοπισμός του δεύτερου «φεγγαριού» της Γης, και στη συνέχεια άλλων σωμάτων που εκτελούν ανάλογες περίπλοκες αλλά σταθερές κινήσεις, σύμφωνα με τον Φόρκαν δείχνει πως τέτοιες αλληλεπιδράσεις θα πρέπει να συμβαίνουν από την εποχή που σχηματιζόταν το ηλιακό μας σύστημα. «Επειδή πιστεύουμε πως οι γήινοι πλανήτες δημιουργήθηκαν από τις συγκρούσεις σωμάτων με μέγεθος τουλάχιστον όσο ο 3753 Cruithne, αποτελούν μία νέα παράμετρο που πρέπει να λάβουμε υπόψη», σημειώνει χαρακτηριστικά.
 
Την ίδια στιγμή, οι επιστήμονες γνωρίζουν σχετικά λίγα για τον 3753 Cruithne, αν και μπορούν να διαβεβαιώσουν με σχετική ασφάλεια ότι πρόκειται για ένα αντικείμενο μεσαίου μεγέθους ανάμεσα στα μη πλανητικά σώματα του ηλιακού συστήματος. Η διάμετρός του είναι μόλις 5 χιλιόμετρα, περίπου όσο και ο κομήτης 67Ρ Τσουριούμοφ-Γκερασιμένκο. Κάτι που σημαίνει πως για τη μελέτη του θα χρειαζόταν ένα μη επανδρωμένο σκάφος παρόμοιο με το διαστημόπλοιο Ροζέτα που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στον κομήτη 67Ρ.
 
Σύμφωνα πάντως με τον αστροφυσικό από το πανεπιστήμιο του Σεν Άντριους, ο 3753 Cruithne δεν έχει μόνο επιστημονικό ενδιαφέρον, αφού θα μπορούσε να αξιοποιηθεί κάλλιστα για τη δοκιμή τεχνολογιών που κάποια μέρα θα επιτρέψουν σε αστροναύτες να ερευνήσουν επιτόπου αστεροειδείς.
 
 

Hegel: όταν η αντιπολίτευση προδίδει τον εαυτό της

Το Κοινόν κυβέρνησης και αντιπολίτευσης:        ο πολιτικός ωφελιμισμός

Η κοινωνία των πολιτών (bürgerliche Gesellschaft) συγκροτεί μια αντιφατική μορφή με δυο κυρίως στοιχεία αντιθετικής υφής: πρώτον την ιδιαιτερότητα των ατόμου. Ως μέλος αυτής της κοινωνίας το άτομο είναι ιδιώτης, με το νόημα ότι εντός της κοινωνίας υπάρχει ως ο ιδιαίτερος σκοπός του εαυτού του: είναι ατομικός ιδιοκτήτης, υπερασπίζεται την ιδιοκτησία του και ταυτίζεται πλήρως με τούτη. Δεύτερον, ως μέλος μιας τέτοιας πολιτικής κοινωνίας, δεν ενσαρκώνει απλώς τη μορφή του οικονομικού υποκειμένου, αλλά και εκείνη του πολιτικού υποκειμένου, δηλαδή του πολίτη του κράτους ως πολιτείας. Αυτή η έννοια του πολίτη παραπέμπει σε ένα είδος καθολικότητας, την οποία δεν μπορεί να εκφράσει η πιο πάνω κοινωνία παρά μόνο το κράτος. Αυτό-εδώ είναι το αντικειμενικό πνεύμα και το πολιτικό υποκείμενο ως μετέχον σε τούτη την πνευματική αντικειμενικότητα είναι η βάση και η εμπρόσωπη δύναμη που πραγματώνει την κοινωνική ηθική (Sittlichkeit). Η πραγμάτωση ετούτης της ηθικής συνιστά την ολοκλήρωση –ιστορικά και λογικά– εκείνης της διεργασίας, δυνάμει της οποίας η Ιδέα του κράτους κατορθώνει εν τέλει να γίνει ενεργός πραγματικότητα: να ταυτιστεί εσωτερικά με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα των ενεργών πολιτών. Η συνεκτική και όχι λιγότερο οργανική αρχή που δίνει καθορισμένο εκάστοτε περιεχόμενο σε τούτη την Ιδέα είναι η καθολική, η κοινή βούληση, που ως δρώσα βούληση θεσμίζεται σε κρατική εξουσία. Η εξουσία δεν είναι απροϋπόθετα καλή ή κακή. Γίνεται καλή, δηλαδή λειτουργεί ως αποκάλυψη της ουσίας, όταν οι άνθρωποι που τη συγκροτούν συνέχονται από την Ιδέα της πολιτείας και ανάγουν σε εσωτερικό τους χρησμό την πραγματοποίηση αυτής της Ιδέας. Γίνεται κακή, δηλαδή συγκάλυψη της ουσίας, άρα μηχανισμός βίας, όταν οι κυβερνώντες ιδιοποιούνται την κυριαρχία προς ίδιον όφελος και μετατρέπουν τον λαό σε όχλο.

Σχετικά με την κατάχρηση της εξουσίας γράφει κριτικά ο Χέγκελ:

« Η υπακοή στους νόμους γίνεται παραδεκτή ως αναγκαία, αλλά όταν απαιτείται από τις υπηρεσιακές αρχές, δηλαδή από [συγκεκριμένα] άτομα, εμφανίζεται ως αντίθετη στην ελευθερία· η αρμοδιότητα να δίνει κανείς εντολές, η διαφορά που προκαλεί αυτή η αρμοδιότητα –η διαφορά ανάμεσα στο να δίνει κανείς εντολές και στο να υπακούει εν γένει– είναι ασυμβίβαστη με την ισότητα· μια μάζα ανθρώπων μπορεί να αποδώσει στον εαυτό της τον τίτλο του λαού, και δικαίως, διότι ο λαός είναι αυτό το αόριστο πλήθος· αλλά οι αξιωματούχοι και οι δημόσιοι υπάλληλοι, εν γένει τα μέλη της οργανωμένης κρατικής εξουσίας, διαφέρουν από τον λαό και έτσι εμφανίζονται να έχουν άδικο ως προς το ότι απέρριψαν την ισότητα και αντιτάσσονται στον λαό, ο οποίος διαθέτει το απέραντο πλεονέκτημα να αναγνωρίζεται ως η κυρίαρχη βούληση. Αυτό είναι το άκρο των αντιφάσεων, στον κύκλο των οποίων περιστρέφεται ένα έθνος, όταν το έχουν κυριαρχήσει αυτές οι τυπικές κατηγορίες» (Werke 11, 127).

Εξουσία όμως δεν είναι μόνο η κυβερνητική πλευρά, αλλά και η πλευρά της αντιπολίτευσης, που ως αντιπολίτευση, και μάλιστα «αριστερή», ρητορεύει με φωνασκίες και μεμψιμοιρίες, όταν όμως αδράχνει την εξουσία προδίδει τον προηγούμενο εαυτό της. Πολύ γλαφυρά μας μιλάει ο Χέγκελ, λίγο πριν τον ξαφνικό του θάνατο, για τέτοιες προδοσίες, μέσα από το ιστορικό παράδειγμα της Γαλλίας, ιδίως μετά την Ιουλιανή Επανάσταση του 1830: 

«Εάν πάρουμε [το παράδειγμα] μιας αντιπολίτευσης με διαφορετικό ως τώρα χαρακτήρα στην ακραία του μορφή, όπως ο τελευταίος εμφανίζεται στη Γαλλία, τότε αυτός βρίσκει την πιο αποκαλυπτική του εκδοχή στην έκπληξη, που εκφράζεται <προσφάτως εκεί> στη Γαλλία μετά από κάθε αλλαγή κυβέρνησης, σχετικά με τούτο: τα άτομα, που από την αντιπολίτευση μεταπηδούν στην κυβέρνηση, ακολουθούν στη συνέχεια τις ίδιες σχεδόν αξιωματικές αρχές, όπως οι απελθόντες προκάτοχοί τους. Σε εφημερίδες της γαλλικής αντιπολίτευσης διαβάζει κανείς αφελείς μεμψιμοιρίες ότι τόσα πολλά εξαιρετικά άτομα, όταν αναλαμβάνουν κυβερνητικά αξιώματα, προδίδουν την Αριστερά, στην οποία προηγουμένως ανήκαν, και αλλάζουν πορεία· πράγμα που σημαίνει δηλαδή πως, ενώ προηγουμένως είχαν ρητά παραδεχτεί in abstracto ότι υπάρχει μια κυβέρνηση, τώρα έχουν μάθει τι σημαίνει στην πράξη το να κυβερνά κανείς και ότι αυτό περικλείει κάτι περισσότερο από τις αρχές μόνο»

Αριστοτέλης: Φιλοσοφία και Διαλεκτική

Τι είναι η φιλοσοφική μέθοδος;

Όταν αρχίζει να σκέφτεται κανείς γενικά και όχι μόνο φιλοσοφικά, εκκινεί από μια αφετηρία συλλογισμών, επιχειρημάτων, γνωμών, εμπειριών, γνώσεων –κυρίως πληροφοριακών– ή απόψεων και επιχειρεί να αρθρώσει το δικό του επιχείρημα. Τούτο σημαίνει πως και η πιο απλοϊκή σκέψη, για να είναι αληθής στα όριά της, δηλαδή να ανταποκρίνεται σε αυτό που θέλει να πει, χρειάζεται να μετα-στοχάζεται, να ξανα-σκέπτεται αυτό που ήδη έχει θεωρηθεί ή μελετηθεί κατ’ αρχήν ως αντικείμενο σκέψης. Όταν, για παράδειγμα, ο Πλάτων στους απορητικούς διαλόγους του της πρώιμης περιόδου επιδίδεται σε διεξοδική έρευνα δια-λόγου χωρίς τελικό αποτέλεσμα ή στους διαλόγους της μέσης και ύστερης περιόδου δείχνει μια πρώτη συζήτηση για το θέμα να ακολουθείται από δεύτερη και τρίτη συζήτηση στον ίδιο διάλογο ή στον επόμενο, δεν φιλοσοφεί με άλλο τρόπο παρά μόνο μετα-στοχαστικά. Τα πρώτα μόρια σκέψης ενυπάρχουν ήδη ως γνώση ή προκατανόηση και συγκροτούν μια πρώτη οδό, δυνάμει της και επί της οποίας διανοίγεται μπροστά μας μια μετα-οδός, ήτοι μια μέθοδος: μεθοδική και μεθοδολογική προσπέλαση του αντικειμένου σκέψης. Κατά τον Αριστοτέλη, αυτή η μετα-οδός δεν είναι τίποτε άλλο από την οδό της αναζήτησης και της έρευνας· δηλαδή από τη συνειδητή, σχεδιασμένη, μελετημένη, αρθρωμένη εν τάξει δραστηριότητα, προσανατολισμένη σε έναν σκοπό ή στόχο. Ετούτη λοιπόν η σκόπιμη δραστηριότητα, που μπορεί να είναι είτε θεωρητικής είτε και πρακτικής υφής, περιέχει μια προκαταρκτική γνώση των αιτιών και των θεμελίων του προς διερεύνηση αντικειμένου. Ανάλογα με την τροπή της έρευνας, ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί την έννοια της φιλοσοφικής μεθόδου με ποικίλους τρόπους.

Κατά περίπτωση λοιπόν κάνει λόγο για τη μέθοδο καθόλου, για τρόπο της μεθόδου, για μια καθορισμένη μέθοδο, π.χ. επαγωγική ή διαιρετική κ.λπ., για μια διαδικασία έκθεσης των περιεχομένων της μιας ή της άλλης επί μέρους επιστήμης, π.χ. βιολογίας, ζωολογίας κ.λπ., ή μιας ολόκληρης περιοχής γνώσης ή επιστήμης, όπως της φιλοσοφίας της φύσης. Ως εκ τούτου, υπό μια καθολική οπτική, με τη λέξη μέθοδο ο φιλόσοφος εννοεί την έρευνα της μιας ή της άλλης επιστημονικής περιοχής. Πρόκειται θεμελιωδώς για τη φιλοσοφική έρευνα, η οποία έχει κατ’ αρχήν ως βάση τα φαινόμενα. Αλλά τα ιδιάζοντα στη φιλοσοφία φαινόμενα δεν σχετίζονται απλά και μόνο με επί μέρους εμπειρικές παρατηρήσεις, αλλά με τα ἒνδοξα, δηλαδή τα σύνολα της κοινής γνώμης/των κοινών απόψεων, ως κοινές υποθέσεις ή παραδοχές, που λειτουργούν διαμεσολαβητικά μεταξύ του κοινού και του φιλοσοφικού νου. Άρα η διαδικασία εκδίπλωσης του φιλοσοφικώς σκέπτεσθαι εκκινεί από την έκθεση των φαινομένων, από τον φιλοσοφικό προβληματισμό επ’ αυτών, με περαιτέρω στόχο την απόδειξη του (καθ)ορισμένου υποστασιακού χαρακτήρα των ἐνδόξων. Αυτό που ενδιαφέρει την Αριστοτελική μέθοδο έρευνας δεν είναι να απορρίψει τη βαθμίδα ή το επίπεδο γνώσης, που αντιστοιχεί στις κοινές απόψεις, στις κοινές παραδοχές, αλλά να διέλθει μέσα απ’ αυτή και να ανέλθει στη διαλεκτική διερεύνηση, στην ανακάλυψη των πρώτων αρχών και αιτιών.  

Η διαλεκτική εν τέλει είναι η ενδεικνυόμενη μέθοδος διείσδυσης στις πρώτες αρχές των επιστημών, δεδομένου ότι κάθε φαινόμενο είναι διαλεκτικό φαινόμενο. Τούτο σημαίνει πως ένα φαινόμενο, όταν ερμηνεύεται διαλεκτικά, κατανοείται καλύτερα και αναδεικνύει τις ορθές υποθέσεις και προϋποθέσεις για αληθινότερη ερμηνεία και των εμπειρικών θεμάτων. Το παρακάτω κείμενο παρουσιάζει ορισμένα βασικά στοιχεία διαλεκτικής μεθόδου:

«Ἐπειδὴ τὸ εἰδέναι καὶ τὸ ἐπίστασθαι συμβαίνει περὶ πάσας τὰς μεθόδους, ὧν εἰσὶν ἀρχαὶ ἢ αἴτια ἢ στοιχεῖα, ἐκ τοῦ ταῦτα γνωρίζειν (τότε γὰρ οἰόμεθα γιγνώσκειν ἕκαστον, ὅταν τὰ αἴτια γνωρίσωμεν τὰ πρῶτα καὶ τὰς ἀρχὰς τὰς πρώτας καὶ μέχρι τῶν στοιχείων), δῆλον ὅτι καὶ τῆς περὶ φύσεως ἐπιστήμης πειρατέον διορίσασθαι πρῶτον τὰ περὶ τὰς ἀρχάς. πέφυκε δὲ ἐκ τῶν γνωριμωτέρων ἡμῖν ἡ ὁδὸς καὶ σαφεστέρων ἐπὶ τὰ σαφέστερα τῇ φύσει καὶ γνωριμώτερα· οὐ γὰρ ταὐτὰ ἡμῖν τε γνώριμα καὶ ἁπλῶς. διόπερ ἀνάγκη τὸν τρόπον τοῦτον προάγειν ἐκ τῶν ἀσαφεστέρων μὲν τῇ φύσει ἡμῖν δὲ σαφεστέρων ἐπὶ τὰ σαφέστερα τῇ φύσει καὶ γνωριμώτερα. ἔστι δ' ἡμῖν τὸ πρῶτον δῆλα καὶ σαφῆ τὰ συγκεχυμένα μᾶλλον· ὕστερον δ' ἐκ τούτων γίγνεται γνώριμα τὰ στοιχεῖα καὶ αἱ ἀρχαὶ διαιροῦσι ταῦτα. διὸ ἐκ τῶν καθόλου ἐπὶ τὰ καθ' ἕκαστα δεῖ προϊέναι· τὸ γὰρ ὅλον κατὰ τὴν αἴσθησιν γνωριμώτερον, τὸ δὲ καθόλου ὅλον τί ἐστι· πολλὰ γὰρ περιλαμβάνει ὡς μέρη τὸ καθόλου» (Φυσικά, 184a).

Μετάφραση

«Επειδή η γνώση και η κατανόηση σε όλες τις περιοχές έρευνας, στις οποίες υπάρχουν αρχές ή αιτίες ή στοιχεία, προκύπτει από το γεγονός ότι γνωρίζουμε αυτά (γιατί πιστεύουμε πως τότε γνωρίζουμε κάθε αντικείμενο, όταν έχουμε γνωρίσει τις πρώτες αιτίες του και τις πρώτες αρχές του και την [υποστασιακή του ύπαρξη] μέχρι τα στοιχεία του), είναι φανερό ότι και στην επιστήμη της φύσης πρέπει να επιχειρεί κανείς να προσδιορίζει πρώτα τα σχετικά με τις αρχές. Έτσι ανακύπτει η οδός από τα πιο γνώριμα σε μας και τα πιο σαφή στα κατά τη φύση πιο σαφή και πιο γνώριμα· γιατί δεν μας είναι γνώριμα εντελώς τα ίδια και με έναν μόνο τρόπο. Να γιατί χρειάζεται η διαδικασία να εκτυλίσσεται κατ’ αυτό τον τρόπο: από τα κατά τη φύση πιο ασαφή, αλλά σε μας πιο σαφή, προς εκείνα που στη φύση είναι πιο σαφή και πιο γνώριμα. Μα σε μας είναι πρωτίστως φανερά και σαφή τα περισσότερο συγκεχυμένα· από τούτα γίνονται γνώριμα [=εγνωσμένα] τα στοιχεία και οι αρχές αργότερα μόνο, όταν τα διαιρούμε. Γι’ αυτό πρέπει η οδός να μας διανοίγει από τα καθόλου στα καθέκαστα [δηλ. από το καθολικό στο Ενικό]· γιατί αισθητηριακά πιο γνώριμο είναι το όλο, ενώ το καθόλου [=το καθολικό] είναι ένα είδος όλου, επειδή περιέχει ως μέρη του πολλά καθέκαστα [=ενικά στοιχεία].

Ένα σχόλιο

1. Στο πιο πάνω κείμενο ο Αριστοτέλης εκθέτει θεμελιώδη χαρακτηριστικά της μεθόδου: ανά-λυση [=λύση στα επί μέρους] ενός κατά την έννοιά του σύνθετου αντικειμένου και η αναγωγή του πίσω στα πιο απλά συστατικά του στοιχεία.
2. Κατά τη διαδικασία τούτη, η νοητή γραμμή, η οδός, προχωρεί από το πιο γνωστό για μας στο αυτό καθεαυτό [=στο κατά φύση] γνωστό.
3. Πιο γνωστό για μας είναι εκείνο που μας καταμαρτυρεί η κατ’ αίσθηση αντίληψη ή γνώση μας ως ένα χωρίς διαφορές Όλο, δηλαδή ως ένα άμεσα δεδομένο Καθολικό, π.χ. μια σφαίρα, ένα σχήμα κ.λπ.
4. Όταν αυτό το αντικείμενο το ανα-λύουμε στις κατηγορήσεις του, όπως υλικό, βάρος, λειτουργία κ.λπ., και τις προσδιορίζουμε αντιστοίχως ως τα καθέκαστα, ως τα επί μέρους, ως τα ενικά του στοιχεία, ήδη αρχίζουμε να προχωρούμε πέρα από τη γενική κατ’ αίσθηση πρόσληψή του και να το προσεγγίζουμε ως καθεαυτό, δηλαδή κατά τη φύση του, μέχρι τελικά να το συλλάβουμε ως νοητή αρχή, δηλαδή ως έννοια ή στην έννοιά του.
5. Ακολουθώντας την επαγωγική οδό, η σχέση καθολικού και επί μέρους ή καθέκαστου μεταστρέφεται, καθώς η υπόθεση της απόδειξης προχωρεί από το συγκεκριμένο Ενικό στο αφηρημένο καθολικό.   
6. Έτσι, στο παράδειγμα του προαναφερθέντος αντικειμένου, το ενικό, καθέκαστο σχήμα, σφαίρα κ.λπ., που έχει προσληφθεί αισθητηριακά, συγκροτεί την αφετηρία για τη διατύπωση της καθολικής σύλληψης, ήτοι της καθολικής πρότασης, σχετιζόμενης με όλα τα αντικείμενα, που έχουν κοινά κατηγορήματα με το ως άνω καθέκαστο αντικείμενο. 

Γλώσσα και Πολιτική

Πολιτική: λέξη και νόημα

§1: Η πολιτική, στη θεωρητική της σύλληψη και στην πρακτική της εφαρμογή, έχει για ενεργό δύναμη τη γλώσσα. Γιατί; Επειδή η τελευταία είναι το στοχαστικό πεδίο του ανθρώπου, όπου, από άποψη αρχής, δοκιμάζεται η αποτελεσματικότητα του εκτυλισσόμενου καθημερινά λόγου και αυτο-πραγματώνεται το πολιτικώς υπάρχειν ως πνεύμα. Εάν με το εν λόγω πολιτικώς υπάρχειν κατανοούμε καθετί και καθέναν που συνδέεται με την πολιτική, τότε η γλώσσα της πολιτικής θα πρέπει να κατονομάζει τη Λογική σχέση ανάμεσα στην πολιτική διοίκηση, ήτοι στην κυβέρνηση, και στους διοικούμενους, δηλαδή τον λαό. Εάν δεν την κατονομάζει, σημαίνει πως το πολιτικό προσωπικό απαρτίζεται από «απαίδευτους ανθρώπους, [που] αρέσκονται σε επικριτικούς λογικισμούς και σε αντεγκλήσεις, γιατί είναι εύκολο να καταφεύγουν σε αντεγκλήσεις, αλλά δύσκολο να γνωρίζουν το καλό και την εσωτερική του αναγκαιότητα» (Hegel, W 7, 414). Και τούτη η εγελιανή απόφανση ισχύει πλήρως, εάν λάβουμε υπόψη ότι οι άνθρωποι σκέπτονται με τον τρόπο που μιλάνε. Οι πολιτικοί, ως εκ τούτου, που δεν σκέπτονται, δεν μιλάνε παρά απλώς παραμιλάνε. Η φλυαρία τους και η αοριστολογία τους δεν δηλώνουν μόνο ανυπαρξία νοημάτων, αλλά και αντι-αισθητικότητα, επιθετικότητα, βαρβαρότητα. Το γλωσσικό σήμα, μας λέει ο Χέγκελ, είναι η διανοηματική έκφραση του ανθρώπου, καθώς «η λέξη δίνει στις σκέψεις την πιο άξια και αληθινή τους ύπαρξη. Μπορεί κάποιος να χάνεται μέσα σε ένα χείμαρο λέξεων, χωρίς να συλλαμβάνει το πράγμα. Γι’ αυτό όμως δεν φταίει η λέξη, αλλά η αόριστη και επιπόλαια σκέψη (W10, σσ. 279-280).

§2: Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, η γλώσσα ποτέ δεν είναι απλά και μόνο το πεδίο ή το μέσο έκφρασης ή και τα δύο μαζί. Το να ομιλούμε τη γλώσσα δεν ταυτίζεται με το να τη χρησιμοποιούμε. Στην καθημερινή μας ομιλία χρησιμοποιούμε τη γλώσσα. Τη χρησιμοποιούμε για να εκφραζόμαστε μάλλον παρά να σκεφτόμαστε. Η ποίηση και η σκέψη όμως δεν χρησιμοποιούν τη γλώσσα για να εκφράζονται. Αυτές είναι, από τη φύση τους, η πρωταρχική, ουσιώδης και η έσχατη ομιλία, την οποία πραγματοποιεί η γλώσσα μέσω του ανθρώπου. Η γλώσσα, επομένως, είναι η ποιητική, στοχαστική ομιλία που γίνεται δια του ανθρώπου και παράγει νόημα. Με αυτό το πνεύμα, το πώς ομιλεί ο άνθρωπος, δείχνει πόσο μεστή νοήματος ή α-νόητη είναι η ύπαρξή του. Όταν αυτός βαδίζει το φωτεινό μονοπάτι της ποίησης και της σκέψης, δεν χρησιμοποιεί απλώς όρους, λέξεις ή εκφράσεις, αλλά κυριολεκτικά λέγει τους λόγους, δηλαδή τα νοήματα που του χορηγούν οι πράξεις και τα οποία, με τη σειρά τους, του επιτρέπουν να δια-λέγεται αυθεντικά με τον εαυτό του και με τους άλλους. Ο ίδιος είναι αυτή τούτη η γλώσσα που ομιλεί και καθιστά φανερή, αποκαλύπτει την αλήθεια του Είναι του· μια αλήθεια που συγκαλύπτει συστηματικά και εσκεμμένα η πολιτική με την απολιθωμένη της λογομαχία και λογοκοπία.

§3: Οι λέξεις, στο πεδίο της πολιτικής, έχουν χάσει το αληθινό τους περιεχόμενο και έχουν γίνει πλέον «οι κάδοι και τα βαρέλια» (Χάιντεγκερ), από όπου αντλείται η ψευδής ιδεολογία αποστεωμένων κομματικών σχηματισμών. Με αφετηρία τούτο το ψεύδος, καθημερινή πρακτική γίνεται η εννοιολογική αλλοίωση των λέξεων. Αυτή-εδώ αποτελεί την υπέρτατη αρχή της πολιτικής. Μια τέτοια αλλοίωση καθιστά εύκολη τότε την απατηλή συγκάλυψη της πραγματικής κατάστασης σε οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, πνευματικό-επιστημονικό επίπεδο. Όσο λοιπόν η πολιτική, με τη συνδρομή των στυφών της «διανοουμένων», τρέφεται από τα λεκτικά –εύηχα ή άηχα– προϊόντα των ως άνω κάδων, δημιουργεί κάποια ιδεολογικά ταμπού, τα οποία τρέμουν ορισμένοι να τα υπερβούν ή να τα συντρίψουν. Αποτέλεσμα τούτου είναι να τα εκμεταλλεύεται ο επιτήδειος χώρος των κομματικών, συνδικαλιστικών, δημοσιογραφικών και άλλων παρόμοιων στεγανών με τρόπο, που να φυλακίζει τα αισθήματα των πολιτών και να εξαπατά αδιάντροπα την πλειονότητα του λαού για δικούς του ιδιοτελείς σκοπούς. Η λεκτική μεταμφίεση έτσι έχει επιτύχει το έργο της: καθιδρύει και εγκαθιστά στη ζωή της κοινωνίας μια πολιτική εκμαυλισμού, η οποία μετατρέπει τη ζωή του πληθυσμού σε «απέραντη κοιλάδα των δακρύων» (Μαρξ) και εξανδραποδίζει μια για πάντα τις ευρείες μάζες. Τι φοβούνται εν τέλει οι μίσθαρνοι της πολιτικής; Το ουσιώδες περιεχόμενο της λέξης ως Λόγου και λόγων, δηλαδή την ελευθερία σκέψης. Όπου και όταν κατισχύει αυτό, οποιαδήποτε «κοιλάδα των δακρύων» για τους πολλούς είναι αδύνατη και εχθρική. Αντίθετα μετατρέπεται, δικαίως και αναγκαίως, σε «κοιλάδα των δακρύων» για τους ολίγους νεοβαρβάρους της πολιτικής απάτης.

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (23-28)

[23] Πολλὰ μὲν τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ περὶ ὧν τοὺς ἄλλους ἠδίκηκεν ἔχω λέγειν, ὥσπερ εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου, καὶ συνείλοχ᾽ ὕβρεις αὐτοῦ καὶ ἀτιμίας τοσαύτας ὅσας ἀκούσεσθ᾽ αὐτίκα δὴ μάλα. ἦν δ᾽ ἡ συλλογὴ ῥᾳδία· αὐτοὶ γὰρ οἱ πεπονθότες προσῇσάν μοι.

[24] βούλομαι δὲ πρὸ τούτων εἰπεῖν οἷς ἐπιχειρήσειν αὐτὸν ἀκήκο᾽ ἐξαπατᾶν ὑμᾶς· τοὺς γὰρ ὑπὲρ τούτων λόγους ἐμοὶ μὲν ἀναγκαιοτάτους προειπεῖν ἡγοῦμαι, ὑμῖν δὲ χρησιμωτάτους ἀκοῦσαι. διὰ τί; ὅτι τοῦ δικαίαν καὶ εὔορκον θέσθαι τὴν ψῆφον ὁ κωλύσας ἐξαπατηθῆναι λόγος ὑμᾶς οὗτος αἴτιος ἔσται. πολὺ δὴ μάλιστα πάντων τούτῳ τῷ λόγῳ προσέχειν ὑμᾶς δεῖ, καὶ μνημονεῦσαι τοῦτον, καὶ πρὸς ἕκαστον ἀπαντᾶν, ὅταν οὗτος λέγῃ.

[25] ἔστι δὲ πρῶτον μὲν ἐκεῖν᾽ οὐκ ἄδηλος ἐρῶν, ἐξ ὧν ἰδίᾳ πρός τινας αὐτὸς διεξιὼν ἀπηγγέλλετό μοι, ὡς εἴπερ ἀληθῶς ἐπεπόνθειν ταῦθ᾽ ἃ λέγω, δίκας ἰδίας μοι προσῆκεν αὐτῷ λαχεῖν, τῶν μὲν ἱματίων καὶ τῶν χρυσῶν στεφάνων τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς περὶ τὸν χορὸν πάσης ἐπηρείας, βλάβης, ὧς δ᾽ εἰς τὸ σῶμ᾽ ὑβρίσθαι φημί, ὕβρεως, οὐ μὰ Δί᾽ οὐχὶ δημοσίᾳ κρίνειν αὐτὸν καὶ τίμημ᾽ ἐπάγειν ὅ τι χρὴ παθεῖν ἢ ἀποτεῖσαι.

[26] ἐγὼ δ᾽ ἓν μὲν ἐκεῖν᾽ εὖ οἶδα, καὶ ὑμᾶς δ᾽ εἰδέναι χρή, ὅτι εἰ μὴ προὐβαλόμην αὐτόν, ἀλλ᾽ ἐδικαζόμην, οὑναντίος ἧκεν ἂν εὐθύς μοι λόγος, ὡς εἴπερ ἦν τι τούτων ἀληθές, προβάλλεσθαί μ᾽ ἔδει καὶ παρ᾽ αὐτὰ τἀδικήματα τὴν τιμωρίαν ποιεῖσθαι· ὅ τε γὰρ χορὸς ἦν τῆς πόλεως, ἥ τ᾽ ἐσθὴς τῆς ἑορτῆς εἵνεκα πᾶσα παρεσκευάζετο, ἐγώ θ᾽ ὁ πεπονθὼς ταῦτα χορηγὸς ἦν· τίς ἂν οὖν ἑτέραν εἵλετο τιμωρίαν ἢ τὴν ἐκ τοῦ νόμου κατὰ τῶν περὶ τὴν ἑορτὴν ἀδικούντων οὖσαν;

[27] ταῦτ᾽ εὖ οἶδ᾽ ὅτι πάντ᾽ ἂν ἔλεγεν οὗτος τότε. φεύγοντος μὲν γάρ, οἶμαι, καὶ ἠδικηκότος ἐστὶ τὸ τὸν παρόντα τρόπον τοῦ δοῦναι δίκην διακρουόμενον τὸν οὐκ ὄνθ᾽ ὡς ἔδει γενέσθαι λέγειν, δικαστῶν δέ γε σωφρόνων τούτοις τε μὴ προσέχειν καὶ ὃν ἂν λάβωσιν ἀσελγαίνοντα κολάζειν.

[28] μὴ δὴ τοῦτο λέγειν αὐτὸν ἐᾶτε, ὅτι καὶ δίκας ἰδίας δίδωσ᾽ ὁ νόμος μοι καὶ γραφὴν ὕβρεως· δίδωσι γάρ· ἀλλ᾽ ὡς οὐ πεποίηκεν ἃ κατηγόρηκα, ἢ πεποιηκὼς οὐ περὶ τὴν ἑορτὴν ἀδικεῖ, τοῦτο δεικνύτω· τοῦτο γὰρ αὐτὸν ἐγὼ προὐβαλόμην, καὶ περὶ τούτου τὴν ψῆφον οἴσετε νῦν ὑμεῖς. εἰ δ᾽ ἐγὼ τὴν ἐπὶ τῶν ἰδίων δικῶν πλεονεξίαν ἀφεὶς τῇ πόλει παραχωρῶ τῆς τιμωρίας, καὶ τοῦτον εἱλόμην τὸν ἀγῶν᾽ ἀφ᾽ οὗ μηδὲν ἔστι λῆμμα λαβεῖν ἐμοί, χάριν, οὐ βλάβην δήπου τοῦτ᾽ ἂν εἰκότως ἐνέγκοι μοι παρ᾽ ὑμῶν.

***
[23] Είμαι σε θέση, Αθηναίοι, να αναφέρω πολλά και για τα αδικήματα που έκαμε σε βάρος άλλων, όπως είπα στην αρχή του λόγου μου· έχω συγκεντρώσει πολλά παραδείγματα προσβλητικών και ανέντιμων ενεργειών του, που θα ακούσετε τώρα αμέσως. Η συλλογή ήταν εύκολη, γιατί τα ίδια τα θύματά του μου έδιναν πληροφορίες.

[24] Πριν από αυτά όμως, θα ήθελα να μιλήσω για τα επιχειρήματα με τα οποία, όπως πληροφορήθηκα, θα προσπαθήσει να σας εξαπατήσει· έχω τη γνώμη ότι για μένα είναι μεγάλη ανάγκη να μιλήσω δημοσία για το θέμα αυτό, ενώ για σας είναι πολύ ωφέλιμο να με ακούσετε. Γιατί; Γιατί ο ίδιος λόγος που θα σας εμποδίσει να εξαπατηθείτε θα είναι και η αιτία να ψηφίσετε σύμφωνα με το δίκαιο και με τον όρκο σας. Πρέπει λοιπόν να προσέξετε περισσότερο από όλα αυτό που λέω, να το διατηρήσετε στη μνήμη σας και να απαντάτε σε καθένα από τα επιχειρήματα του αντιπάλου μου, όταν θα απολογείται.

[25] Είναι φανερό ότι πρώτα θα προβάλει, όπως με πληροφόρησαν από προσωπικές του συζητήσεις με μερικούς, το εξής επιχείρημα: ότι τάχα, αν πράγματι είχα πάθει όσα λέω, θα έπρεπε να τον καταγγείλω για ιδιωτικό αδίκημα· πρώτα, για φθορά ξένης ιδιοκτησίας —για την καταστροφή των ενδυμάτων, των χρυσών στεφανιών και για όλους τους προπηλακισμούς προς τον χορό μου— και δεύτερο, για εξύβριση — για τις βιαιότητες προς εμένα τον ίδιο· δεν θα έπρεπε, μά τον Δία, να τον φέρω στο δικαστήριο για δημόσιο αδίκημα και να προτείνω να του επιβληθεί σωματική ή χρηματική ποινή.

[26] Εγώ όμως γνωρίζω ένα πράγμα, που πρέπει και σεις να έχετε υπόψη σας: αν δεν τον κατήγγειλα για δημόσιο αδίκημα, αλλά για ιδιωτικό, θα πρόβαλε αμέσως εναντίον μου το αντίθετο επιχείρημα· ότι τάχα, αν πράγματι υπήρχε ίχνος αλήθειας στους ισχυρισμούς μου αυτούς, θα έπρεπε να τον καταγγείλω για δημόσιο αδίκημα και να ζητήσω να του επιβληθεί ποινή τη στιγμή που διέπραξε τα αδικήματά του· πράγματι και ο χορός ανήκε στην πόλη και η εσθήτα κατασκευαζόταν εξ ολοκλήρου για την εορτή και εγώ, που υπέφερα αυτές τις βιαιότητες, ήμουν χορηγός· ποιά άλλη ποινή θα μπορούσε κανείς να διαλέξει παρά εκείνη που ορίζεται από τους νόμους για όσους βεβηλώνουν την εορτή;

[27] Είμαι βέβαιος ότι θα έλεγε όλα αυτά τότε. Γιατί πιστεύω ότι χαρακτηρίζει τον κατηγορούμενο και τον ένοχο το να προσπαθεί να αποφύγει την καθιερωμένη δικαστική διαδικασία για την τιμωρία του και να λέει ότι μία άλλη μέθοδος θα έπρεπε να εφαρμοσθεί, ενώ καθήκον των συνετών δικαστών είναι να μην προσέχουν τους ισχυρισμούς αυτούς και να τιμωρούν όποιον συλλαμβάνουν να χρησιμοποιεί βία.

[28] Μη λοιπόν αφήνετε τον Μειδία να λέει ότι ο νόμος μού δίνει το δικαίωμα της εκλογής ανάμεσα σε ιδιωτική και δημόσια δίκη για βίαιη προσβολή· πράγματι μου το δίνει. Αλλά ας αποδείξει ή ότι δεν έκαμε όσα αναφέρω στο κατηγορητήριο ή ότι οι πράξεις του αυτές δεν βεβήλωσαν την εορτή· γιατί γι᾽ αυτόν τον λόγο υπέβαλα εγώ εναντίον του καταγγελία για δημόσιο αδίκημα και γι᾽ αυτό το ζήτημα τώρα σεις θα αποφασίσετε με την ψήφο σας. Αν όμως εγκατέλειψα τις ωφέλειες που φέρνουν οι ιδιωτικές δίκες και παραχωρώ στην πόλη την τιμωρία, αν προτίμησα αυτή τη δικαστική διαδικασία από την οποία δεν θα έχω κανένα προσωπικό όφελος, πρέπει ασφαλώς από την επιλογή αυτή να κερδίσω την εύνοιά σας και όχι να ζημιωθώ

ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΣ ΚΑΙ ΗΛΙΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ

Μία νέα εκτίμηση της μη γεωκεντρικής παράδοσης στην αρχαία ελληνική αστρονομία

As to the special case of the history of ancient science, the results of literary criticism are certainly not of a kind to create confidence in this method. Otto Neugebauer1

Εισαγωγή

ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ο τρόπος με τον οποίο οι πρώτοι μελετητές προσδιόρισαν και πραγματεύτηκαν ένα θέμα έχει οριοθετήσει και παγιοποιήσει τις μεθόδους και το ερμηνευτικό περίγραμμα εντός του οποίου, και με βάση το οποίο, εργάστηκαν και όλοι οι επόμενοι. Η επιλογή και ο τρόπος ανάγνωσης των πηγών, αλλά και το ιστοριογραφικό πλαίσιο με βάση το οποίο επιχειρείται η ερμηνεία τους, παραμένουν συχνά δεσμευμένα στα ερωτήματα που οι αρχικοί μελετητές έθεσαν. Αυτό ως έναν βαθμό είναι αναπόφευκτο, πρέπει να παρατηρήσουμε όμως ότι μαζί με τα εξαιρετικά δείγματα ιστορικής έρευνας που έχει δώσει, έχει οδηγήσει επίσης και σε αναχρονιστικές αναγνώσεις και σε αναποτελεσματικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις.
 
Τυπικά παραδείγματα του παραπάνω φαινομένου αποτελούν στη διεθνή αλλά και στην ελληνική βιβλιογραφία (με διαφορετικό τρόπο στην κάθε μία) οι μελέτες για τον Αρίσταρχο τον Σάμιο και για την ιστορία του ηλιοκεντρισμού. Οι πρώτοι ιστορικοί των επιστημών, στα τέλη του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, καθόρισαν με τις κλασικές πια σήμερα μελέτες τους2 τα βασικά ερωτήματα προς τα οποία θα έπρεπε, σύμφωνα με το ιστοριογραφικό πλαίσιο της εποχής τους, να προσανατολιστεί η ιστορική έρευνα για τα δύο αυτά θέματα. Καθόρισαν ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο πολλοί μεταγενέστεροι ανέγνωσαν τις πηγές προκειμένου να απαντήσουν στα ερωτήματα αυτά.
 
        Το ζήτημα του Αρίσταρχου προσεγγίστηκε κυρίως ως ένα πρόβλημα πρόδρομου δημιουργού μιας παραγνωρισμένης, στην εποχή της, επιστημονικής θεωρίας, που έμελλε να επανεμφανιστεί και να θριαμβεύσει πολλές εκατονταετίες αργότερα. Ο Αρίσταρχος αντιμετωπίστηκε και μελετήθηκε συστηματικά με αναφορά στο ιστοριογραφικό πλαίσιο που δημιουργούσε η κατοπινή δημοσίευση του έργου του Κοπέρνικου και όχι στο ιστορικό περίγραμμα της αρχαίας ελληνικής αστρονομίας των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων. Ήταν ο «αρχαίος Κοπέρνικος», ο οποίος πολύ χαρακτηριστικά αναφέρεται ακόμα και στον τίτλο του έργου του Heath που αναφέραμε στην προηγούμενη υποσημείωση. Φυσικό επακόλουθο μιας τέτοιας προσέγγισης ήταν να αντιμετωπιστεί ευθύς εξαρχής το θέμα «Αρίσταρχος» ως ένα «ανώμαλο σημείο», ως μια ειδική, ιδιοφυής αλλά μη επιδεχόμενη, τελικά, ερμηνείας περίπτωση στην ιστορία της ελληνικής επιστήμης. Η προσέγγιση αυτή — γόνιμη και απολύτως κατανοητή στο συγκεκριμένο ιστοριογραφικό πλαίσιο της εποχής που πρωτοδιατυπώθηκε — με την πάροδο του χρόνου, και στην πιο απλοϊκή μορφή της, αποτέλεσε ένα από τα τυπικά παραδείγματα του μύθου των «ιδιοφυών αλλά παραγνωρισμένων στοχαστών». Δηλαδή των στοχαστών που αποκομμένοι από τις «προκαταλήψεις» της εποχής τους δημιουργούν εκ του μηδενός ιδέες που παρά το ότι αρχικά θα αγνοηθούν ή και θα καταδιωχθούν, τελικά θα δικαιωθούν μετά από πολλούς αιώνες, Ο μύθος του «παραγνωρισμένου πλην όμως φωτισμένου» επιστήμονα παραμείνει εξαιρετικά θελκτικός στα πλαίσια μιας απλοϊκής, ιδεολογικής ως επί το πλείστον, χρήσης της ιστορίας των επιστημών, αλλά έχει πια αποκλειστεί ως ερμηνευτική υπόθεση από τη σύγχρονη ιστοριογραφία των επιστημών. Δεν μπορεί λοιπόν να αποτελεί ερμηνευτική βάση για τη μελέτη της δράσις και του έργου του Αρίσταρχου.
 
        Παρόμοιο είναι το ιστοριογραφικό περίγραμμα που έχει δημιουργηθεί και για το δεύτερο από τα θέματα που αναφέραμε παραπάνω δηλαδή για τον ηλιοκεντρισμό και την ιστορία του στην αρχαία Ελλάδα. Λίγο ως πολύ η ηλιοκεντρική υπόθεση αντιμετωπίστηκε σαν να ήρθε από το «πουθενά» και σαν να κατέληξε στο «πουθενά». Υπήρξε η ιδιοφυής δημιουργία ενός ανθρώπου, του Αρίσταρχου (ή του Ηρακλείδη του Ποντικού), που γεννήθηκε εκ του μηδενός, χωρίς να εδράζεται σε καμιά παράδοση, χωρίς να βασίζεται σε κανένα παρατηρησιακό δεδομένο, χωρίς ακροατήριο και γι' αυτό όχι μόνο παρέμεινε «ιδιότυπη» και περιθωριακή αλλά αντιμετωπίστηκε ως ασεβής και αιρετική. Μια ανορθόδοξη αστρονομική υπόθεση λοιπόν, που, ξαφνικά, έφερε αναστάτωση στις καθιερωμένες αντιλήψεις για τον κόσμο, ώσπου στη συνέχεια να ξεχαστεί.
 


Αυτά τα ιστοριογραφικά - ερμηνευτικά πλαίσια που από την αρχή διαμορφώθηκαν, σε πολλές περιπτώσεις ίσως με όχι τόσο ρητό τρόπο όσο αυτός που περιγράψαμε, ήταν φυσικό να προσδιορίσουν τα ιστορικά ερωτήματα, τόσο αυτά που θεωρήθηκε ότι εκ προοιμίου είχαν απαντηθεί όσο και εκείνα που έπρεπε να απαντηθούν μέσα από την ιστορική έρευνα και τη μελέτη των πηγών, θεωρήθηκε λοιπόν ως δεδομένο ότι έχουμε να κάνουμε με έναν παραγνωρισμένο αλλά ιδιοφυή στοχαστή που από το «μηδέν», μέσα σε ένα εχθρικό για τις απόψεις του περιβάλλον, δημιούργησε υποθέσεις που σχεδόν κανένας σύγχρονος του δεν κατανόησε και γι' αυτό στην καλύτερη περίπτωση αγνοήθηκαν και στη χειρότερη καταδιώχθηκαν. Μέσα από αυτή την οπτική γωνία τα κυριότερα από τα ερωτήματα που όφειλαν να απαντηθούν ήταν τα εξής:
 
    •  Ποιες ακριβώς ήταν οι τεχνικές λεπτομέρειες της ηλιοκεντρικής υπόθεσης του Αρίσταρχου και σε ποιο βαθμό είναι δυνατόν να προσδιοριστούν από τις υπάρχουσες ιστορικές πηγές;
    •  Πώς συνέλαβε τις ιδιοφυείς αυτές υποθέσεις που δεν είχαν προηγούμενο στην ιστορία της αστρονομίας. Πώς τόλμησε να τις εκφράσει μέσα σε έναν εχθρικό φιλοσοφικό και επιστημονικό περίγυρο;
    •  Η υπόθεση που διατύπωσε ταυτίζεται με το ηλιοκεντρικό σύστημα του Κοπέρνικου.
Και τέλος:
    •  Ο Κοπέρνικος γνώριζε την ηλιοκεντρική υπόθεση του Αριστάρχου;
 
     Μήπως το δικό του σύστημα ήταν μια απλή επανάληψη των ιδεών του Αρίσταρχου, γεγονός που φρόντισε δόλια να αποκρύψει;
 
    Η διεθνής ιστοριογραφία των επιστημών ασχολήθηκε συστηματικά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα με τα τρία πρώτα ερωτήματα (κυρίως με το πρώτο) και σε πολύ μικρότερο βαθμό με το τέταρτο, σε αντίθεση με την ελληνική βιβλιογραφία που επικεντρώθηκε και εξακολουθεί να μένει επικεντρωμένη με δραματικό τρόπο στο τέταρτο ερώτημα.3
 
    Όπως ήταν φυσικό ο τρόπος ανάγνωσης και ερμηνείας των πηγών καθορίστηκαν αυστηρά από το πρώτο και εν μέρει από το δεύτερο από τα παραπάνω ερωτήματα. Για το τρίτο ερώτημα πολύ σύντομα έγινε αποδεικτό ότι ήταν άνευ περιεχομένου, δεδομένου ότι ο Κοπέρνικος είχε πραγματευθεί την ηλιοκεντρική υπόθεση χρησιμοποιώντας τις έννοιες, τη μεθοδολογία και τις γεωμετρικές μεθόδους της Πτολεμαϊκής αστρονομίας, που ο Αρίσταρχος δεν γνώριζε. Μια τέτοια ανάγνωση υπήρξε για πολλά χρόνια αρκετά γόνιμη, γιατί χάρη σε αυτή προσδιορίστηκαν και μελετήθηκαν όλες οι πηγές που αναφέρονταν στον Αρίσταρχο. Αποκορύφωμα και συνθετικό επιστέγασμα των επιμέρους ερευνών υπήρξε το έργο του Heath που έχουμε μνημονεύσει και με το οποίο έκλεισε ουσιαστικά ο πρώτος αυτός κύκλος των ερευνών.
 
    Πολύ συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι τα κυριότερα συμπέρασμα αυτού του πρώτου κύκλου ήταν τα εξής: Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο ότι ο Αρίσταρχος ο Σάμιος είχε δημιουργήσει και ανακοινώσει ευρύτερα ένα είδος ηλιοκεντρικής υπόθεσης για την κίνηση της γης. Στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η γη περιφερόταν γύρω από τον ακίνητο ήλιο. Ακίνητοι παρέμεναν και οι απλανείς αστέρες. Δεν γνωρίζουμε όμως — και δεν είναι δυνατό να κατανοήσουμε με βεβαιότητα από τις υπάρχουσες πηγές — τις λεπτομέρειες της κίνησης της γης. Επίσης δεν είναι εύκολα κατανοητό τι προέβλεπε η ηλιοκεντρική υπόθεση του Αρίσταρχου για την κίνηση των άλλων πλανητών.
 
Μετά την έκδοση του βιβλίου του Heath το θέμα έπαψε ουσιαστικά να παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ελάχιστες προσθήκες υπήρξαν από τους νεότερους ερευνητές στην εικόνα που είχε ήδη διαμορφωθεί. Κυρίως μελετήθηκε ξανά και εξαντλητικά η αξιοπιστία και η ορθότητα της φιλολογικής ανάγνωσης των πηγών και γράφτηκαν ορισμένα άρθρα επισκόπησης. Είναι προφανές ότι η έρευνα με βάση το συγκεκριμένο ιστοριογραφικό πλαίσιο είχε φτάσει στα όρια της.
 
    Στα χρόνια που ακολούθησαν κανείς δεν σκέφθηκε να επανεξετάσει τις υποθέσεις που θεωρήθηκαν αυτονόητα ως αληθείς και οι οποίες καθόρισαν το αρχικό ιστοριογραφικό πλαίσιο. Δηλαδή κανείς δεν προσπάθησε  να απαντήσει σε ερωτήματα άλλου τύπου, όπως: 
•  Ήρθε πράγματι η ηλιοκεντρική υπόθεση από το «πουθενά» και κατέληξε στο «πουθενά»;
•  Υπήρξε πράγματι απλώς η ιδιοφυής δημιουργία ενός ανθρώπου, μια δημιουργία εκ του μηδενός, που δεν εδράζεται σε καμιά παράδοση, που δεν βασίζεται σε κανένα παρατηρησιακό δεδομένο, που γεννήθηκε σε ένα εχθρικό περιβάλλον, χωρίς να έχει το δικό της ακροατήριο;
•  Παρέμεινε πράγματι «ιδιότυπη» και περιθωριακή και αντιμετωπίστηκε ως ασεβής και αιρετική;
     Το ερέθισμα για την εκ νέου διατύπωση, με τη μορφή ερωτημάτων, των θεωρούμενων μέχρι πρότινος ως αναμφισβήτητων ιστορικών πορισμάτων και ταυτόχρονα την αφορμή για μια νέα θεώρηση της περιόδου, μας έδωσε μια «άλλη» ανάγνωση του σχετικού με την ηλιοκεντρική υπόθεση του Αρίσταρχου χωρίου από τον Ψαμμίτη του Αρχιμήδη. Ανακαλύψαμε ότι ο τρόπος που η ηλιοκεντρική υπόθεση αντιμετωπίζεται από τον Αρχιμήδη σε αυτό το πολύ σημαντικό ιστορικό τεκμήριο κάθε άλλο παρά μπορεί να ενταχθεί στο ερμηνευτικό πλαίσιο που έχει καθιερώσει η παραδοσιακή ιστοριογραφία της επιστήμης για τη μελέτη και την κατανόηση της. Μέσα από ένα νέο ιστοριογραφικό πλαίσιο που καθόριζε και μια νέα ανάγνωση των πηγών, η έρευνα μας κατέληξε σε μια σειρά συμπεράσματα τα κυριότερα των οποίων παρουσιάζουμε στο άρθρο αυτό.
 
Σκοπός μας είναι να δείξουμε ότι η παραδοσιακή ιστοριογραφία, επηρεασμένη έντονα από τον ρόλο και τον χαρακτήρα του αριστοτελισμού στον Δυτικό Μεσαίωνα, έχει υποτιμήσει ή και αγνοήσει συστηματικά πηγές και ιστορικά τεκμήρια που αναδεικνύουν την πολυμορφία, τον ρόλο αλλά και το εξαιρετικό ενδιαφέρον των «μη αριστοτελικών» εκφάνσεων της αρχαιοελληνικής επιστήμης, ιδιαίτερα στον τομέα της αστρονομίας. Στις σελίδες που ακολουθούν θα επιχειρηματολογήσουμε ώστε να γίνει κατανοητό ότι το έργο του Αρίσταρχου δεν αποτελεί «ανώμαλο σημείο» στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής αστρονομίας, δεν είναι το παραγνωρισμένο, και στην εποχή του ακόμα, επίτευγμα ενός ιδιοφυούς στοχαστή, αλλά μια από τις τελευταίες, ίσως, και πιο ολοκληρωμένες εκφάνσεις μιας αστρονομικής παράδοσης που βεβαιωμένα λειτούργησε για αιώνες στον αρχαιοελληνικό χώρο. Ταυτόχρονα θα προτείνουμε ένα νέο ερμηνευτικό πλαίσιο το οποίο οδηγεί στην ανάγκη μιας νέας συστηματικής ανάγνωσης των σχετικών με την αστρονομία των πρώτων ελληνιστικών χρόνων πηγών. Υποστηρίζουμε ότι πρόκειται για μια περίοδο η οποία χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση και συγκρότηση μιας νέας κουλτούρας στη διατύπωση των μαθηματικών θεωριών, μιας κουλτούρας η οποία δεν μένει ανεπηρέαστη από μια προϋπάρχουσα και συνεχώς εξελισσόμενη κουλτούρα των παρατηρήσεων. Η έμφαση στην ποσοτικοποίηση και την αριθμητικοποίηση που παρατηρείται στα μαθηματικά αυτή την περίοδο συνδέεται αδιάσπαστα με τις περαιτέρω βελτιώσεις και τροποποιήσεις των μετρητικών και παρατηρησιακών μεθόδων. Το αποτέλεσμα αυτής της σύνθετης διαδικασίας δεν ήταν μόνο η ανάπτυξη νέων μαθηματικών και παρατηρησιακών τεχνικών αλλά και η διαμόρφωση μιας νέας νοοτροπίας, μιας νέας αντίληψης και, πάνω απ' όλα ενός νέου τρόπου επιστημονικής σκέψης, δηλαδή η δημιουργία ενός νέου λόγου, μέσα στον οποίο στάθηκε δυνατή η δημιουργία και σε τελική ανάλυση η νομιμοποίηση της ηλιοκεντρικής υπόθεσης του Αρίσταρχου.
 

    Ο Αρχιμήδης για τον Αρίσταρχο: πρώτη προσέγγιση

 
    Η σπουδαιότερη μαρτυρία που έχουμε για το περιεχόμενο της ηλιοκεντρικής υπόθεσης του Αρίσταρχου προέρχεται, όπως αναφέραμε, από τη μικρή πραγματεία με τον τίτλο Ψαμμίτης του Αρχιμήδη, ο οποίος δεν είναι παρά μόλις μια γενιά σχεδόν μεγαλύτερος από τον Αρίσταρχο και μάλιστα δεν αποκλείεται να έγραψε τον Ψαμμίτη ενώ ο τελευταίος ήταν ακόμα στη ζωή4. Σκοπός του Αρχιμήδη στην πραγματεία αυτή είναι να αποδείξει ότι μπορεί να ορίσει οποιονδήποτε αριθμό οσοδήποτε μεγάλος και αν είναι αυτός. Ως παράδειγμα ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαλέγει τον αριθμό που δηλώνει το πλήθος των κόκκων της άμμου που θα μπορούσε να γεμίσει εντελώς τον χώρο που καταλαμβάνει ο κόσμος. Ο  Ψαμμίτης λοιπόν είναι μια πραγματεία που έχει και αστρονομικό περιεχόμενο, γιατί στην προσπάθεια του ο Αρχιμήδης να προσδιορίσει το μέγεθος του κόσμου, ώστε στη συνέχεια να υπολογίσει και το πλήθος των κόκκων που τον γεμίζουν, αναφέρεται σε μια σειρά αστρονομικά ζητήματα μεταξύ των οποίων και στο «ηλιοκεντρικό σύστημα» του Αρίσταρχου. Σύμφωνα με την έκδοση Heiberg, όπως ανατυπώθηκε στην ελληνική έκδοση των Απάντων του Αρχιμήδη από τον Ε. Σ, Σταμάτη, το σχετικό χωρίο είναι το εξής:5
Κατέχεις δέ, διότι καλεῖται κόσμος ὑπὸ μὲν τῶν πλείστων ἀστρολόγων ἃ σφαῖρα, ἇς ἐστὶ κέντρον μὲν τὸ τᾶς γᾶς κέντρον, ἁ δὲ ἐκ τοῦ κέντρου ἴσα τὰ εὐθεῖα τὰ μεταξὺ τοῦ κέντρου τοῦ ἁλίου καὶ τοῦ κέντρου τᾶς γᾶς ταῦτα γὰρ ἐν ταῖς γραφομέναις παρὰ τῶν ἀστρολόγων δείξεσι διακούσας. 
Ἀρίσταρχος δὲ ὁ Σάμιος ὑποθεσίων τινῶν ἐξέδωκεν γραφάς, ἐν αἷς ἐκ τῶν ὑποκειμένων συμβαίνει τὸν κόσμον πολλαπλάσιον εἶμεν τοῦ νῦν εἰρημένου. 
Ὑποτίθεται γὰρ τὰ μὲν ἀπλανέα τῶν ἄστρων καὶ τὸν ἄλιον μένειν ἀκίνητον, τὰν δὲ γᾶν περιφέρεσθαι περὶ τὸν ἄλιον κατὰ κύκλου περιφέρειαν, ὅς ἐστιν ἐν μέσῳ τῷ δρόμῳ κείμενος, τὰν δὲ τῶν ἀπλανέων ἄστρων σφαῖραν περὶ τὸ αὐτὸ κέντρον τῷ ἀλίω κειμέναν τῷ μεγέθει τηλικαύταν εἶμεν, ὥστε τὸν κύκλον, καθ' ὂν τὰν γᾶν ὑποτίθεται περιφέρεσθαι, τοιαύταν ἔχειν ἀναλογίαν ποτὶ τὰν τῶν ἀπλανέων ἀποστασίαν, οἵαν ἔχει τὸ κέντρον τᾶς σφαίρας ποτι τᾶν ἐπιφάνειαν. Τοῦτο γ' εὔδηλον ὡς ἀδύνατόν ἐστιν ἐπὶ γὰρ τὸ τᾶς σφαίρας κέντρον οὐδὲν ἔχει μέγεθος, οὐδὲ λόγον ἔχειν οὐδένα ποτὶ τὰν ἐπιφάνειαν τᾶς σφαίρας ὑπολαπταῖον αὐτό. 
Ἐκδεκτέον δὲ τὸν Ἀρίσταρχον διανοεῖσθαι τόδε ἐπειδὴ τὰν γᾶν ὑπολαμβάνομες ὥσπερ εἶμεν τὸ κέντρον τοῦ κόσμου, ὂν ἔχει λόγον ἁ γᾶ ποτὶ τὸν ὑψ' ἁμῶν εἰρημένον κόσμον, τοῦτον ἔχειν τὸν λόγον τὰν σφαῖραν, ἐν ᾇ ἐστιν ὁ κύκλος, καθ' ὂν τὰν γὰν ὑποτίθεται περιφέρεσθαι, ποτὶ τᾶν τῶν ἀπλανεων ἄστρων σψαίραν τάς γὰρ ἀποδείξιας τῶν φαινομένων οὕτως ὑποκειμένῳ ἐναρμονίζει, καὶ μάλιστα φαίνεται τὸ μέγεθος τᾶς σφαίρας, ἐν ᾇ ποιεῖται τὰν γᾶν κινουμέναν, ἴσον ὑποτίθεσθαι τῷ ὑφ' ἁμῶν εἰρημένῳ κόσμῳ.
Μετάφραση:
Αντιλαμβάνεσαι [βασιλιά Γέλων] ότι από τους περισσότερους αστρονόμους «κόσμος» καλείται η σφαίρα η οποία έχει κέντρο το κέντρο της γης και ακτίνα ίση προς την ευθεία η οποία συνδέει το κέντρο του ηλίου και το κέντρο της γης· αυτά τα έχεις , όντως, διδαχθεί από τις αποδείξεις που έχουν δημοσιεύσει οι αστρονόμοι. 
Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, πάλι, δημοσίευσε συγγράμματα του με υποθέσεις, όπου, από τις προκείμενες, συνάγεται ότι ο κόσμος είναι πολλές φορές μεγαλύτερος από εκείνον που είπαμε λίγο πρωτύτερα. 
Διότι υποθέτει ότι από τους αστέρες οι μεν απλανείς και ο ήλιος μένουν ακίνητοι, η δε γη περιφέρεται γύρω από τον ήλιο κατά περιφέρεια κύκλου, ο οποίος (κύκλος) κείται στο μέσον της διαδρομής· ότι η σφαίρα των απλανών αστέρων, η οποία κείται περί το αυτό κέντρο όπως ο ήλιος, είναι τόσο μεγάλη, ώστε ο κύκλος. κατά τον οποίο υποθέτει (ο Αρίσταρχος) ότι περιφέρεται η γη, έχει τέτοια αναλογία προς την απόσταση των απλανών, όση έχει το κέντρο της σφαίρας προς την επιφάνεια. Τούτο βεβαίως είναι προφανές ότι δεν μπορεί να ισχύει: διότι, επειδή το κέντρο της σφαίρας δεν έχει καθόλου μέγεθος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το ίδιο το κέντρο δεν σχηματίζει οιονδήποτε λόγο προς την επιφάνεια της σφαίρας. 
Πρέπει λοιπόν να δεχθούμε ότι αυτό που σκέφθηκε ο Αρίσταρχος είναι το εξής: επειδή θεωρούμε ότι η γη, τρόπον τινά, είναι το κέντρο του κόσμου, όσος είναι ο λόγος της γης προς τον κόσμο, όπως τον έχουμε ορίσει πρωτύτερα, τόσος είναι ο λόγος της σφαίρας στην οποία βρίσκεται ο κύκλος, κατά τον οποίο (ο Αρίσταρχος) υποθέτει ότι περιφέρεται η γη, προς τη σφαίρα των απλανών· διότι τις αποδείξεις των φαινομένων με τον τρόπο που είπαμε τις προσαρμόζει προς τις προκείμενες (του), και μάλιστα φαίνεται να παραδέχεται ότι το μέγεθος της σφαίρας, στην οποία βάζει τη γη να κινείται, είναι ίσο προς τον κόσμο, όπως εμείς τον ορίσαμε.6
    Ας εξετάσουμε τι ακριβώς αναφέρει ο Αρχιμήδης στο περίφημο αυτό χωρίο, δεδομένου ότι δεν είναι τόσο απλό να κατανοηθεί επειδή αρκετά σημεία του επιδέχονται περισσότερες της μιας ερμηνείες. Η πρώτη ενότητα δεν παρουσιάζει ουσιαστική ερμηνευτική δυσκολία. Ο Αρχιμήδης εδώ επαναλαμβάνει τη διαδεδομένη, όπως υποστηρίζει, άποψη μεταξύ των αστρονόμων, σύμφωνα με την οποία «κόσμος» είναι η σφαίρα η οποία έχει κέντρο το κέντρο της γης και ακτίνα την απόσταση γης - ηλίου. Αν ονομάσουμε Τ το κέντρο της γης, Η το κέντρο του ηλίου και RΓΗ την απόσταση ΓΗ, το μέγεθος του κόσμου, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, είναι ο όγκος της σφαίρας (Γ, RΓΗ ). Αξίζει να σημειώσουμε, πάντως, ότι ο Αρχιμήδης, στην αρχική αυτή παράγραφο, επικαλείται τον ορισμό του «κόσμου» που χρησιμοποιούσαν οι (περισσότεροι) αστρονόμοι. Ορισμούς ή περιγραφές του «κόσμου» συναντούμε σε κείμενα και άλλων αρχαίων συγγραφέων εκτός από τους αστρονόμους, όπως είναι οι φιλόσοφοι, οι φυσικοί φιλόσοφοι, οι δοξογράφοι και οι επιτομιστές κ.ά. Ο Αρχιμήδης δεν ενδιαφέρεται για τους ορισμούς ή τις περιγραφές που περιέχονται στα έργα αυτών των ομάδων των στοχαστών.
 
    Επικεντρώνει την προσοχή του μόνο στους αστρονόμους. Αυτή η κατηγορία των στοχαστών τον ενδιαφέρει, για τους λόγους που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια.
 
    Στη δεύτερη ενότητα ο Αρχιμήδης μας πληροφορεί ότι ο Αρίσταρχος «ἐξέδωκεν γραφὰς» περί «ὑποθεσίων τινῶν». Τι σημαίνει όμως «ακριβώς η λέξη «γραφαί»; Στις περισσότερες περιπτώσεις η λέξη δήλωνε στην αρχαιότητα ό,τι και σήμερα δηλώνει, δηλαδή κάποιο γραπτό κείμενο· όμως είναι γνωστό ότι η ίδια λέξη επίσης χρησιμοποιείτο για να δηλώσει το γράφημα, δηλαδή το διάγραμμα, τη γραφική αναπαράσταση. Έχει λοιπόν ιδιαίτερη σημασία να κατανοήσουμε με ποια από τις δύο σημασίες χρησιμοποιεί τη λέξη ο Αρχιμήδης, γιατί στην πρώτη περίπτωση (γραπτό κείμενο) ο Αρίσταρχος θα είχε παρουσιάσει ένα ηλιοκεντρικό σύστημα πολύ πιο ολοκληρωμένο στις λεπτομέρειες του από ότι στη δεύτερη περίπτωση (γραφήματα), όπου θα εξέθετε μόνο κάποιες γενικές αρχές. Για το ζήτημα έχει αναπτυχθεί μεγάλη συζήτηση μεταξύ των ιστορικών της επιστήμης7. Στη μετάφραση μας υιοθετήσαμε την εκδοχή που αποδέχονται οι περισσότεροι νεότεροι σχολιαστές, ότι δηλαδή ο Αρίσταρχος ανέπτυξε γραπτώς σε κάποιο σύγγραμμα τις υποθέσεις του.8 Από την ίδια ενότητα προκύπτει επίσης ότι ο Αρίσταρχος όριζε το μέγεθος του «κόσμου» με διαφορετικό τρόπο από τους παλαιότερους αστρονόμους και, ακόμη, ότι σύμφωνα με τον δικό του ορισμό, ο «κόσμος» είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που οι παλαιότεροι θεωρούσαν. Φαίνεται, εν τούτοις, ότι ο Αρίσταρχος δεν είχε προβεί σε κάποιον αριθμητικό υπολογισμό του μεγέθους του «κόσμου», γιατί ο Αρχιμήδης θα τον επικαλούνταν. Η φράση, λοιπόν, «τὸν κόσμον πολλαπλάσιον εἶμεν τοῦ νῦν εἰρημένου.» θα πρέπει να ερμηνευθεί ως συμπέρασμα το οποίο ο ίδιος ο Αρχιμήδης κατ' ανάγκην εξάγει (συμβαίνει) από μία ή περισσότερες από τις αρχικές προτάσεις (εκ των υποκειμένων) που ο Αρίσταρχος είχε προτάξει στο βιβλίο του. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένας τέτοιος υπολογισμός ήταν αναγκαίος στον Αρχιμήδη, δεδομένου ότι ο σκοπός του στον Ψαμμίτη είναι, όπως αναφέραμε, να αποδείξει ότι μπορεί να κατονομάσει αριθμούς τόσο μεγάλους όπως είναι αυτός που δηλώνει το πλήθος των κόκκων της άμμου που θα μπορούσαν να γεμίσουν τελείως ολόκληρο τον «κόσμο», ακόμα και αν ο «κόσμος» είναι τόσο μεγάλος όπως αυτός που πρότεινε ο Αρίσταρχος.
 
    Ποιες ήταν, ορισμένες τουλάχιστον, από τις αρχικές προτάσεις του Αρίσταρχου από τις οποίες ο Αρχιμήδης εξάγει το συμπέρασμα αυτό, μας το αποκαλύπτει ο ίδιος στην τρίτη ενότητα:
1.   Ο ήλιος είναι ακίνητος.
2.   Οι απλανείς αστέρες είναι ακίνητοι.
3.   Η σφαίρα των απλανών αστέρων κείται περί το αυτό κέντρο όπως ο ήλιος.
4.   Η γη περιφέρεται περί τον ήλιο διαγράφοντας κυκλική τροχιά.
5.   Η ακτίνα της τροχιάς της γης έχει προς την ακτίνα της ουράνιας σφαίρας τον λόγο που έχει το κέντρο μιας σφαίρας προς την επιφάνεια.
    Οι δύο πρώτες προτάσεις δεν παρουσιάζουν κανένα ερμηνευτικό πρόβλημα και είναι εύκολα κατανοητές. Και η τρίτη πρόταση (τὰν δὲ τῶν ἀπλανέων ἄστρων σφαῖραν περὶ τὸ αὐτὸ κέντρον τῷ ἀλίω κειμέναν), επίσης δεν παρουσιάζει ερμηνευτικό πρόβλημα: το κέντρο του ηλίου και το κέντρο της ουράνιας σφαίρας συμπίπτουν. Αντίθετα, το νόημα των δύο τελευταίων προτάσεων (4η και 5η) δεν είναι εύκολα κατανοητό.
 
    Στην τέταρτη πρόταση ο Αρίσταρχος εισάγει ουσιαστικά την περιφορά της γης περί τον ήλιο. Πρέπει να παρατηρήσουμε, όμως. ότι η εκφορά του κειμένου, στην προκειμένη περίπτωση, είναι τέτοια που δεν επιτρέπει μια μόνο ερμηνεία για το είδος της περιφοράς που προτείνει. Η ασάφεια οφείλεται στη χρήση της πρόθεσης «περί», η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει τόσο την κυκλική κίνηση γύρω από το κέντρο όσο και την κυκλική κίνηση γύρω από οποιοδήποτε άλλο σημείο (διαφορετικό από το κέντρο) στο εσωτερικό της τροχιάς. Πράγματι, η έκφραση «περιφέρεσθαι περὶ τὸν ἄλιον κατὰ κύκλου περιφέρειαν» δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μιας έκκεντρης τροχιάς της γης γύρω από τον ήλιο, ο οποίος στην περίπτωση αυτή δεν θα βρίσκεται στο κέντρο της γήινης τροχιάς αλλά θα απέχει από αυτήν μια απόσταση e (εκκεντρότητα). Με αυτή τη σημασία χρησιμοποιεί, για παράδειγμα, την πρόθεση «περί» ο Πτολεμαίος στην πρόταση «ὁ δὲ ἔκκεντρος ἐπὶ τὰ αὐτὰ τῇ σελήνῃ <κινηθήσεται> περὶ τὸ κέντρον τοῦ ζῳδιακοῦ»9 όπου το κέντρο του έκκεντρου κύκλου και το κέντρο του ζωδιακού δεν ταυτίζονται. Μια βοήθεια για να διασαφηνίσουμε ποια από τις δυο εκδοχές είχε κατά νου ο Αρίσταρχος, θα μπορούσε, ίσως, να προέλθει από τη δευτερεύουσα αναφορική πρόταση «ὅς ἐστιν ἐν μέσῳ τῷ δρόμῳ κείμενος», η οποία ακολουθεί αμέσως μετά την πρόταση που εισάγει την κίνηση της γης, όμως και αυτή η πρόταση δεν είναι σαφές με ποιόν τρόπο σχετίζεται ούτε με την ηλιοκεντρική υπόθεση ούτε με τον συλλογισμό που θα αναπτύξει στη συνέχεια ο Αρχιμήδης για να υπολογίσει το μέγεθος που έχει ο «κόσμος» κατά τον Αρίσταρχο. Πιο συγκεκριμένα: Η αναφορική αντωνυμία «ος» μπορεί να αναφέρεται τόσο στο ουσιαστικό «άλιον» όσο και στο ουσιαστικό «κύκλου» της κύριας πρότασης που προηγείται. Στην πρώτη περίπτωση θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η αναφορική πρόταση έχει σκοπό να δώσει έμφαση στο γεγονός ότι ο ήλιος βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο της τροχιάς (ἐν μέσῳ τῷ δρόμῳ) της γης και σε αυτή την περίπτωση η πρόθεση «περί», στην κυρία πρόταση, δεν μπορεί, προφανώς, παρά να δηλώνει την κυκλική κίνηση της γης γύρω από το κέντρο, δηλαδή τον ήλιο. Επειδή όμως, στην αρχαία ελληνική αστρονομία η λέξη «δρόμος» χρησιμοποιούνταν συνήθως για να δηλώσει όχι την πραγματική τροχιά (για την οποία χρησιμοποιούνταν η λέξη «κύκλος») αλλά για τη φαινόμενη τροχιά κατά μήκος του ζωδιακού,10 θεωρούμε πιο πιθανό το ενδεχόμενο η αναφορική πρόταση να συνδέεται με το ουσιαστικό «κύκλου», οπότε, στην περίπτωση αυτή, η εισαγωγή της δευτερεύουσας πρότασης δεν μπορεί παρά να αποσκοπεί στο να προσδιορίσει το επίπεδο στο οποίο κείται η γήινη τροχιά σε σχέση προς την ουράνια σφαίρα. Θεωρούμε, επομένως, τελικά ότι η δευτερεύουσα αναφορική πρόταση «ὅς ἐστιν ἐν μέσῳ τῷ δρόμῳ κείμενος» θέλει να δηλώσει ότι η προσβολή της γήινης τροχιάς στην ουράνια σφαίρα είναι ένας μέγιστος κύκλος της σφαίρας αυτής, ο οποίος κείται στο μέσον του ζωδιακού (εκλειπτική). Η ερμηνεία αυτή, όπως είναι φανερό, δεν αντιβαίνει στο ενδεχόμενο μιας έκκεντρης γήινης τροχιάς περί τον ήλιο.
 
    Ο Αρχιμήδης, όπως γίνεται αμέσως αντιληπτό από το κείμενο, δεν σχολιάζει καθόλου τις τέσσερις αυτές αρχικές προτάσεις, στις οποίες όμως αναφέρεται, και οι οποίες αποτελούν τον πυρήνα της ηλιοκεντρικής θεώρησης του κόσμου από τον Αρίσταρχο. Θα επανέλθουμε στο θέμα αυτό που έχει κατά τη γνώμη μας ιδιαίτερη σημασία, αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι το κείμενο του Αρχιμήδη, όπως φαίνεται από την πέμπτη ενότητα, απευθύνεται σε αναγνώστες που γνωρίζουν την παραδοσιακή γεωκεντρική αντίληψη του κόσμου.11
 
    Ας επανέλθουμε όμως στο σχολιασμό του κειμένου. Σύμφωνα, με την πέμπτη πρόταση, που έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί απασχολεί ιδιαίτερα τον Αρχιμήδη, η σφαίρα των απλανών είναι τόσο μεγάλη ώστε η ακτίνα της τροχιάς της γης, συγκρινόμενη προς την ακτίνα της εν λόγω σφαίρας, σχηματίζει λόγο όπως είναι ο λόγος που έχει το κέντρο μιας σφαίρας προς την επιφάνεια. Με άλλα λόγια, ουσιαστικό στοιχείο της ηλιοκεντρικής θεωρίας του Αρίσταρχου ήταν η αναλογία
 
ακτίνα τροχιάς της γης : ακτίνα ουράνιας σφαίρας = κέντρο : επιφάνεια.
 
    Δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσει κανείς ότι η αναλογία αυτή στερείται νοήματος για τους αρχαίους Έλληνες μαθηματικούς, που έδιναν μεγάλη προσοχή στην αυστηρότητα της μαθηματικής διατύπωσης, επειδή το σημείο και η επιφάνεια δεν σχηματίζουν κανένα λόγο. Πράγματι, όπως γνωρίζουμε από τον 4ο ορισμό του βιβλίου V των Στοιχείων του Ευκλείδη «λόγον ἔχειν πρὸς ἀλλῆλα μεγέθη λέγεται, ἃ δύναται πολλαπλασιαζόμενα ἀλλήλων ὑπερέχειν»· το σημείο, όμως, όσες φορές και αν ληφθεί, δεν είναι δυνατόν να υπερέχει οποιασδήποτε επιφάνειας, επομένως δεν ορίζεται λόγος σημείου (κέντρου) προς επιφάνεια. Αυτό ακριβώς έχει υπόψη του ο Αρχιμήδης και γι' αυτό σημειώνει ότι «Τοῦτο γ' εὔδηλον ὡς ἀδύνατόν ἐστιν».12 Δεν είναι, ωστόσο, λογικό να θεωρήσουμε ότι ο Αρίσταρχος αγνοούσε ότι μια τέτοια. κατά λέξη ερμηνεία της πρότασης του, ενέχει απροσδιοριστία. Αντίθετα, πιστεύουμε και εμείς, όπως και άλλοι νεότεροι σχολιαστές, ότι με την ιδιότυπη αυτή διατύπωση ο Αρίσταρχος ήθελε να δηλώσει ότι η απόσταση των απλανών αστέρων από τη γη είναι πρακτικώς άπειρη, πιθανώς για να αποφύγει τις αντιρρήσεις που θα εγείρονταν λόγω των παραλλάξεων. Την έκφραση «σημείου λόγον ἔχειν» τη συναντούμε και σε άλλες περιπτώσεις όταν χρειάζεται να δηλωθεί ότι ένα μέγεθος είναι πολύ μεγάλο σε σύγκριση προς ένα άλλο μέγεθος. Ως παράδειγμα ας αναφέρουμε ότι ο Πτολεμαίος στη Μαθηματική σύνταξη αναφέρει για το μέγεθος της γης σε σύγκριση προς το μέγεθος της ουράνιας σφαίρας ότι:
 
    «τῷ δὲ μεγέθει καὶ τῷ ἀποστήματι σημείου λόγον ἔχει <ἡ γῆ> πρὸς τὴν τῶν ἀπλανῶν ἀστέρων σφαῖραν».13 

Ανάλογη χρήση της διατύπωσης αυτής κάνει και ο ίδιος ο Αρίσταρχος στο σωζόμενο έργο του Περί Μεγεθών και αποστημάτων ηλίου και σελήνης για το μέγεθος της γης σε σύγκριση προς το μέγεθος της τροχιάς της σελήνης. Επομένου αυτό μάλλον είναι το πραγματικό νόημα της πρότασης του Αρίσταρχου, και ο Αρχιμήδης πρέπει να το γνωρίζει. Και αυτό ακριβώς το νόημα — δηλαδή η άπειρη, η μη ορίσιμη απόσταση της σφαίρας των απλανών από τον ήλιο — είναι ακριβώς το σημείο που τον ενοχλεί και θέλει να το ανασκευάσει, πράγμα που κάνει με έναν ιδιότυπο τρόπο στην τέταρτη ενότητα του κειμένου του Ψαμμίτη. Στην ενότητα αυτή ο Αρχιμήδης προτείνει μια δική του αναλογία σε αντικατάσταση της «προβληματικής» (για τον δικό του σκοπό — τον προσδιορισμό του μεγέθους του «κόσμου») τελευταίας από τις αρχικές προτάσεις του Αρίσταρχου. Η νέα αυτή αναλογία, η οποία έχει χαρακτηρισθεί από τον Healh ως αυθαίρετη ,14 του επιτρέπει να συναγάγει μια αριθμητική εκτίμηση για την απόσταση των απλανών αστέρων, δηλαδή για την ακτίνα της ουράνιας σφαίρας, που όμως είναι ορίσιμη, σε αντίθεση με αυτή του Αρίσταρχου. Η άποψη, λοιπόν, που προτείνει ο Αρχιμήδης είναι ότι την πέμπτη προκείμενη του Αρίσταρχου πρέπει να την ανασκευάσουμε και να την εννοήσουμε («επειδή θρωρούμε ότι η γη, τρόπον τινά, είναι το κέντρο του κόσμου») ως εξής:
 
ακτίνα τροχιάς της γης : ακτίνα ουράνιας σφαίρας = αχτίνα της γης : ακτίνα της τροχιάς του ήλιου.
 
    Σκοπός μας στην ενότητα αυτή ήταν να γίνει κατανοητό το νόημα αλλά και οι διαφορετικές δυνατές ερμηνείες πολλών σημείων του κειμένου του Αρχιμήδη. Στη συνέχεια του άρθρου θα επικεντρωθούμε όχι τόσο στην «ηλιοκεντρική υπόθεση» του Αρίσταρχου, που άλλωστε είναι φανερό ότι είναι αδύνατο να την ανακατασκευάσουμε στις λεπτομέρειες της μόνο από την μαρτυρία αυτή (που σημειωτέον είναι και η πληρέστερη), όσο στον τρόπο με τον οποίο ο Αρχιμήδης φαίνεται μέσα από το κείμενο του να αντιμετωπίζει την «ηλιοκεντρική υπόθεση». Η στάση ενός από τους μεγαλύτερους Έλληνες μαθηματικούς, σχεδόν σύγχρονου του Αρίσταρχου, μπορεί να μας βοηθήσει καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία να κατανοήσουμε αν πράγματι η «ηλιοκεντρική υπόθεση» του Αρίσταρχου ήταν μια μεμονωμένη, ιδιόμορφη και αποκομμένη από τις αποδεκτές τότε αντιλήψεις υπόθεση, ή μήπως αποτέλεσε μια από τις τελευταίες και ίσως πληρέστερες εκφράσεις μιας μεγάλης παράδοσης αρχαιοελληνικών κοσμολογικών αντιλήψεων που βασικό συστατικό χαρακτηριστικό τους είχαν την κινούμενη (περιστρεφόμενη ή / και περιφερόμενη) γη.
 

    Μια πολύ παλιά ιδέα: η κίνηση της γης

 
    Όπως ήδη αναφέραμε στην εισαγωγή αυτού του άρθρου, το σύνολο σχεδόν των ιστορικών της επιστήμης που ασχολήθηκαν με την ηλιοκεντρική θεωρία του Αρίσταρχου υποστήριξαν ότι η διατύπωση της υπήρξε ένα «ανώμαλο σημείο» στην ιστορία της επιστήμης, άξιο θαυμασμού ως ιδέα που γεννήθηκε ξαφνικά, χωρίς κανένα ιδιαίτερο παρατηρησιακό δεδομένο, χάρη στην ιδιοφυία ενός ατόμου, σε έναν περίγυρο ιδεών ξένων και εχθρικών, που από την αρχή την απέρριψε ως αφύσικη, λανθασμένη και ανίερη. Δημιουργήθηκε έτσι, χωρίς ίσως να ειπωθεί ποτέ ρητά, η πεποίθηση ότι στην ιστορία της ελληνικής αστρονομίας κάθε άλλη ιδέα για τη δομή του κόσμου πέραν της γεωκεντρικής / γεωστατικής ήταν, κατά κάποιο τρόπο, περιθωριακή και ανορθόδοξη, και ουδέποτε ελήφθη σοβαρά υπόψη.15 Όμως μια νέα και συστηματική ανάγνωση των πηγών δεν επιβεβαιώνει την κρίση αυτή. Από την περίοδο της ακμής της Πυθαγόρειας Σχολής μέχρι σχεδόν τον 1ο μ.Χ. αιώνα η γεωκεντρική και γεωστατική αντίληψη του κόσμου, με τα ουράνια σώματα να κείνται επάνω σε περιστρεφόμενες ομόκεντρες σφαίρες στο κοινό κέντρο των οποίων βρίσκεται η ακίνητη γη, αν και ήταν κυρίαρχη μεταξύ των αστρονόμων και των φιλοσόφων, δεν ήταν ωστόσο η μοναδική. Παράλληλα προς αυτήν υπήρχαν και άλλες αντιλήψεις για τη δομή του κόσμου, κύριο κοινό χαρακτηριστικό των οποίων ήταν η κινούμενη (περιστρεφόμενη ή/ και περιφερόμενη) γη. Στο κεφάλαιο αυτό θα παραθέσουμε ορισμένα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της άποψης μας ότι οι αντιλήψεις αυτές, παρά το ότι έρχονταν σε αντίθεση με την εικόνα της ουράνιας σφαίρας που δημιουργείται εμπειρικά από τις αισθήσεις μας, για αρκετούς αιώνες συγκρότησαν ένα πλαίσιο ιδεών αρκετά πειστικό τουλάχιστον για ένα ορισμένο ακροατήριο.
 
    Στην ιστορία της επιστήμης το φαινόμενο της ανάγνωσης των πηγών με ένα επιλεκτικό και αναχρονιστικό τρόπο δεν είναι σπάνιο. Η ανάγνωση των πηγών επηρεάζεται από τα ερωτήματα που έχουν ήδη τεθεί από τους ιστορικούς και για την απάντηση των οποίων επιλέγονται οι συγκεκριμένες πηγές. Επηρεάζεται επίσης από το ιστοριογραφικό πλαίσιο που υιοθετούν οι ιστορικοί της επιστήμης αλλά και από τις προκαταλήψεις με τις οποίες συχνά προσεγγίζουν τις πηγές. Η ιστορία των «μη γεωκεντρικών συστημάτων» έχει σχεδόν πάντα μελετηθεί μέσα σε ένα πλαίσιο που προϋποθέτει την απόλυτη κυριαρχία του αριστοτελισμού. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν ίσχυε στην εποχή που εξετάζουμε. Πρόκειται μάλλον για μια προβολή της λειτουργίας και των χαρακτηριστικών του αριστοτελισμού, του μεσαίωνα στην αρχαιότητα. Η αναχρονιστική αυτή αντιμετώπιση των ιδεών — το να θεωρείται δηλαδή ότι η λειτουργία αλλά και το νόημα ορισμένων ιδεών παραμένουν αναλλοίωτα στους αιώνες — είναι ένα εξαιρετικά σοβαρό μεθοδολογικό λάθος. Ειδικά στην περίπτωση του αριστοτελισμού, η εξομοίωση της λειτουργίας και του ρόλου του στην ελληνιστική περίοδο και στην περίοδο του μεσαίωνα δεν παίρνει υπ' όψη τα διαφορετικά ιδεολογικά-θρησκευτικά, πολιτισμικά, θεσμικά αλλά και υλικά περιβάλλοντα στα οποία λειτουργούσε ο αριστοτελισμός στον μεσαίωνα και στην αρχαιότητα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό υποστηρίζουμε ότι υποτιμήθηκαν συστηματικά όλα τα ιστορικά στοιχειά που συνηγορούν υπέρ της άποψης μας ότι οι κοσμολογικές αντιλήψεις με βασικό συστατικό στοιχείο την «κινούμενη γη» ήταν τουλάχιστον για δύο-τρεις αιώνες νόμιμες και αποδεκτές από αξιόλογα ακροατήρια. Μόνο αν, στο πλαίσιο της νέας αυτής θεώρησης, μελετήσουμε συστηματικά την εξέλιξη και τους μετασχηματισμούς των αντιλήψεων αυτών, είναι δυνατό να κατανοήσουμε τον ουσιαστικό ρόλο που έπαιξαν στη γέννηση της νέας αστρονομίας που διαμορφώνεται στους ελληνιστικούς χρόνους.
 
    Η ιδέα της κινούμενης γης, στον αρχαιοελληνικό τουλάχιστον κόσμο, οφείλεται εξ όσων σήμερα γνωρίζουμε, στους Πυθαγόρειους. Ο Φιλόλαος, ένας από τους σπουδαιότερους πυθαγόρειους φιλοσόφους του τέλους του 5ου π.Χ. αιώνα, υποστήριζε ότι τόσο ο ήλιος όσο και η γη περιστρέφονται γύρω από το ίδιο κέντρο (το κεντρικό πυρ). Αν και δεν γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες των κινήσεων που απέδιδε στα δύο σώματα, είναι βέβαιο ότι η θεωρία του μπορούσε να ερμηνεύσει, ποιοτικά τουλάχιστον, τη φαινόμενη περιστροφή της ουράνιας σφαίρας. Οι απόψεις του αμφισβητήθηκαν από τους αντιπάλους του όχι λόγω της κινούμενης γης αλλά λόγω της αδυναμίας να παρατηρήσει κανείς το κεντρικό πυρ. Ένας άλλος Πυθαγόρειος τον οποίο μνημονεύουν οι πηγές ως δημιουργό ενός αντίστοιχου συστήματος, είναι ο Ικέτας από τις Συρακούσες, ο οποίος πρέσβευε, όπως αναφέρει ο Θεόφραστος, ότι ο ουρανός, ο ήλιος, η σελήνη, οι αστέρες, και γενικώς ο κόσμος ψηλά μένει ακίνητος, και τίποτα 'άλλο δεν κινείται στο σύμπαν εκτός από τη γη.
 
    Επειδή δε η γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της με μεγάλη ταχύτητα, για τον λόγο αυτό, υποστήριζε ο Ικέτας «λαμβάνουν χώρα στον ουρανό τα ίδια ουράνια φαινόμενα, όπως εάν ακίνητη ήταν η γη και κινούμενος ο ουρανός».16 Αξίζει να σημειώσουμε ότι το κεντρικό πυρ απουσιάζει από τη θεωρία του Ικέτα, η οποία βασιζόταν μόνο στην παραδοχή ότι η γη κινείται και όλα τα άλλα ουράνια σώματα, συμπεριλαμβανομένου και του ήλιου, είναι ακίνητα. Την ίδια άποψη της κινούμενης-περιστρεφόμενης γης αναφέρεται ότι διακήρυσσε επίσης και ένας ακόμα Πυθαγόρειος, ο Έκφαντος από τις Συρακούσες (5ος π.Χ. αιώνας). Όπως ο Ικέτας, έτσι και ο Έκφαντος είχε και αυτός εγκαταλείψει την ιδέα ύπαρξης του κεντρικού πυρός, η οποία φαίνεται ότι από τις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα είχε πάψει πλέον να αποτελεί στοιχείο των θεωρήσεων για τη δομή του κόσμου. Αυτό που δεν έπαψε να συμβαίνει είναι ότι μερικά τουλάχιστον μέλη της Σχολής των Πυθαγορείου εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν κοσμικά συστήματα με βάση την ιδέα της κινούμενης γης, θεωρώντας πως ένα ορισμένο είδος κίνησης της γης ήταν αρκετό για να ερμηνεύσει τουλάχιστον ποιοτικά τα βασικά ουράνια φαινόμενα.
 
    Το πιο αξιόλογο, όμως, γεγονός στην εξέλιξη των μη γεωκεντρικών / γεωστατικών αντιλήψεων στην αστρονομία ήταν η διατύπωση κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα από τον Ηρακλείδη τον Ποντικό (δηλ. τον Πόντιο) της θεωρίας για την ημερήσια περιστροφή της γης γύρω από τον άξονα της με φορά εκ δυσμών προς ανατολάς. Ο Ηρακλείδης γεννήθηκε στην Ηράκλεια του Πόντου (περ. 388 - περ. 310 π.Χ.), αλλά μετανάστευσε στην Αθήνα όπου διετέλεσε μαθητής του Πλατωνικού Σπεύσιππου, ίσως και του ίδιου του Πλάτωνα. Λέγεται ότι παρακολούθησε επίσης μαθήματα των Πυθαγορείων και του Αριστοτέλη. Οι αρχαίες πηγές αναφέρονται συχνά στη θεωρία του Ηρακλείδη. Οι πιο σημαντικές αναφορές προέρχονται από τους σχολιαστές του Αριστοτέλη και ιδίως από τον Σιμπλίκιο. Ένα παράδειγμα είναι το σχόλιο του Σιμπλίκιου στο εδάφιο 289 b Ι του Περί ουρανού του Αριστοτέλη, όπου αναφέρει:
 
ὑποθέσεως δὲ ἠξίωσε (ἐνν. ὃ Ἀριστοτέλης) και τὸ ἀμφοτέρων (ἐνν. τοῦ τε ἀπλανοῦς οὐρανοῦ καὶ τῶν ἀπλανῶν ἀστέρων) ἠρεμούντων, καίτοι ἀπεμφαῖνον δοκοῦν τὸ σῴζεσθαι τὴν φαινομένην αὐτῶν μετάβασιν ἀμφοτέρων ἠρεμούντων, διὰ τὸ γεγονέναι τινάς, ὧν Ἡρακλείδης τε ὁ Ποντικὸς ἢν καὶ Ἀρίσταρχος, νομίζοντας σῴζεσθαι τὰ φαινόμενα τοῦ μὲν οὐρανοῦ καὶ τῶν ἄστρων ἠρεμούντων, τῆς δὲ γῆς περὶ τούς του ἰσημερινοῦ πόλους ἀπὸ δυσμῶν κινουμένης ἑκάστης ἡμέρας μίαν ἔγγιστα περιστροφήν· τὸ δ’ ἔγγιστα προσκεῖται διὰ τήν του ἡλίου τῆς μιᾶς μοίρας ἐπικίνησιν.17
Μετάφραση:
Ο Αριστοτέλης θεώρησε καλό να εξετάσει επίσης την υπόθεση ότι και τα δύο (δηλαδή και ο απλανής ουρανός και οι απλανείς αστέρες) παραμένουν ακίνητα, καίτοι φαίνεται αδύνατον ότι η φαινόμενη κίνηση αυτών θα μπορούσε να ερμηνευθεί εάν και τα δύο αυτά ήσαν ακίνητα, διότι υπήρξαν μερικοί, μεταξύ των οποίων ο Ηρακλείδης ο Ποντικός και ο Αρίσταρχος, οι οποίοι νόμιζαν ότι μπορούσαν να ερμηνεύσουν τα φαινόμενα υποθέτοντας ότι ο ουρανός και οι απλανείς αστέρες είναι ακίνητοι, η δε γη περιστρέφεται εκ δυσμών [προς ανατολάς] γύρω από τους πόλους του ισημερινού εκτελώντας μία περίπου περιστροφή ημερησίως· το δε «περίπου» έχει προστεθεί λόγω της [καθημερινής] μετατόπισης του ηλίου κατά μία μοίρα.
    Παρόμοιες είναι και οι υπόλοιπες αναφορές του Σιμπλίκιου,18 από τις οποίες θα αρκεστούμε να παραθέσουμε μόνο το σχόλιο στο εδάφιο 293 b 30 του ίδιου έργου του Αριστοτέλη:
ἐν τῷ κέντρῳ δὲ οὖσαν τὴν γῆν καὶ κύκλῳ κινουμένην, τὸν δὲ οὐρανὸν ἠρεμειν 'Ἡρακλείδης ὁ Ποντικὸς ὑποθέμενος σῴζειν ᾤετο τὰ φαινόμενα.19
Μετάφραση:
Υποθέτοντας ότι η γη βρίσκεται στο κέντρο και περιστρέφεται ενώ ο ουρανός μένει ακίνητος, ο Ηρακλείδης ο Ποντικός πίστευε ότι θα σώσει τα φαινόμενα.
    Αξίζει να αναφέρουμε ένα ακόμα εδάφιο από τα σχόλια του Σιμπλίκιου, αυτή τη φορά στα Φυσικά του Αριστοτέλη. Το εδάφιο περιέχεται σε ένα μεγαλύτερο χωρίο το οποίο ο Σιμπλίκιος έχει αντλήσει από το αντίστοιχο σχόλιο του Αλεξάνδρου του Αφροδισιέως (2ος-3ος μ.Χ. αιώνας), ο οποίος με τη σειρά του το είχε αντιγράψει από μια επιτομή των Μετεωρολογικών του Στωικού φιλοσόφου Ποσειδωνίου (περ. 135 - περ. 50 π.Χ.) που είχε συντάξει τον 1ο μ.Χ. αιώνα ο Γεμίνος. Το συγκεκριμένο χωρίο αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα για δύο κυρίως λόγους: α) γιατί σε αυτό αναπτύσσονται με μεγάλη σαφήνεια οι διαφορές ανάμεσα στη φυσική και στην αστρονομία και οι διακριτοί ρόλοι και οι μεθοδολογίες του φυσικού και του αστρονόμου όπως είχαν διαμορφωθεί κατά την ελληνιστική περίοδο, και β) γιατί ορισμένοι ιστορικοί της αρχαίας επιστήμης, κυρίως ο G.V. Schiaparelli, βασιζόμενοι σε αυτό, υποστήριξαν την ιδέα ότι την ηλιοκεντρική υπόθεση την πρότεινε για πρώτη φορά ο Ηρακλείδης και όχι ο Αρίσταρχος. Το συγκεκριμένο εδάφιο είναι, σύμφωνα με την έκδοση του Η. Diels20, το ακόλουθο:
διὸ καὶ παρελθὼν τίς φησιν Ἡρακλείδης ὁ Ποντικός, ὅτι καὶ κινουμένης πως τῆς γῆς, τοῦ δὲ ἡλίου μένοντός πως δύναται ἡ περὶ τὸν ἥλιον φαινομένη ἀνωμαλία σῴζεσθαι.
       Η μετάφραση του εδαφίου παρουσιάζει μια σειρά από δυσκολίες τις οποίες επισημαίνουν οι Dreyer.21 Healh22 κ.ά. και στις οποίες δεν θα σταλθούμε. Αυτό που έχει σημασία για μας είναι ότι σε αυτό το εδάφιο ο Σιμπλίκιος κάνει σαφές ότι ο Ηρακλείδης είχε επεξεργαστεί έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο να σώσει τα φαινόμενα (τουλάχιστον αυτά που αφορούν στη φαινόμενη κίνηση του ήλιου), εγκαταλείποντας τη συνήθη ιδέα της ακίνητης γης: «καὶ κινουμένης πως τῆς γῆς», αναφέρει, «δύναται ἡ περὶ τὸν ἥλιον φαινομένη ἀνωμαλία σῴζεσθαι». Αξίζει, όμως, να υπογραμμίσουμε και ένα ακόμα σημείο. Η λέξη «παρελθών» στο παραπάνω εδάφιο σημαίνει ότι ο Ηρακλείδης παρουσιάστηκε, εμφανίσθηκε, μίλησε ενώπιον ενός ή περισσοτέρων ατόμων. Αυτό δείχνει ότι υπήρχε ένα ακροατήριο και όπως γνωρίζουμε, στην Αθήνα, την εποχή του Ηρακλείδη, τα ακροατήρια δεν ήσαν παθητικά ούτε απλές συναθροίσεις για τυπικούς λόγους. Αξίζει να υπενθυμίσουμε εδώ χωρίς να επεκταθούμε, ότι μια από τις σημαντικές και γόνιμες επεξεργασίες στις πρόσφατες τάσεις της ιστοριογραφίας των επιστημών αφορά στον ρόλο των ακροατηρίων για τη νομιμοποίηση νέων ιδεών, αλλά και στο θέμα της δημιουργίας ακροατηρίων ως αποτέλεσμα της διατύπωσης νέων ιδεών.
 
    Το θέμα της κίνησης της γης προσείλκυσε επίσης το ενδιαφέρον των δύο σημαντικότερων φιλοσόφων του 4ου αιώνα, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Οπαδοί και οι δύο του γεωκεντρικού συστήματος, διατύπωσαν μια σειρά (μη αστρονομικά) επιχειρήματα που αποσκοπούσαν στην ανασκευή των απόψεων για την κίνηση της γης. Εν τούτοις, σε ό,τι αφορά ειδικά τον Πλάτωνα, αν θεωρήσουμε ορθή τη μαρτυρία του Θεόφραστου που μας μεταφέρει ο Πλούταρχος, μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι απόψεις του για το ζήτημα αυτό άλλαξαν στη διάρκεια της ζωής του. Ο Αριστοτέλης, από την άλλη πλευρά, σημειώνει στο Περί ουρανού (293 α27-30) ότι«και πολλοί άλλοι θα συμφωνούσαν βεβαίως, (με τους Πυθαγορείους) ότι στη γη δεν θα έπρεπε να αποδίδεται η θέση στο κέντρο, εάν την πίστη τους τη συνάγουν όχι από τα φαινόμενα αλλά από συλλογισμούς»23. Είναι σαφές ότι η παρατήρηση αυτή αναφέρεται σε μη πυθαγόρειους πιθανότατα σύγχρονους του Αριστοτέλη στοχαστές, οι οποίοι υποστήριζαν απόψεις ανάλογες με εκείνες των Πυθαγορείων για την κίνηση της γης. Πρέπει επίσης να παρατηρήσουμε ότι η κριτική του Αριστοτέλη προς αυτές τις απόψεις βασίζεται στην εποπτεία του γήινου παρατηρητή και στο κριτήριο της «φυσικής» θεώρησης των γήινων φαινομένων και όχι σε επιχειρήματα που αντλεί από την παρατήρηση των ουρανίων σωμάτων και την κατασκευή γεωμετρικών μοντέλων της κίνησης τους. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι η κίνηση της γης καθιστούσε μεν κατανοητή με έναν άλλο (ίσως απλούστερο) τρόπο την φαινόμενη κίνηση των ουρανίων σωμάτων αλλά δημιουργούσε εξαιρετικές δυσκολίες στην κατανόηση πολλών γήινων φαινομένων.
 
Ενώ λοιπόν για τον «αστρονόμο» ήταν δυνατή και νόμιμη μια τέτοια θεώρηση, γιατί οι μη γεωκεντρικές / γεωστατικές αστρονομίες ήταν αδύνατον να απορριφθούν με βάση αστρονομικές παρατηρήσεις, ήταν αδιανόητη για τον «φυσικό». Στο πλαίσιο αυτό γίνεται κατανοητό το γεγονός ότι ο Ηρακλείδης διατύπωσε τη θεωρία του μετά από τη συγγραφή του Περί ουρανού, μετά δηλαδή από την παρουσίαση των αριστοτελικών «φυσικών» επιχειρημάτων υπέρ της γεωκεντρικής / γεωστατικής αντίληψης. Η διατύπωση μιας τέτοιας θεωρίας, αμέσως μετά τη συγγραφή του έργου του Αριστοτέλη, ήταν δυνατή όχι μόνο χάρη στην ευφυΐα ενός μεμονωμένου στοχαστή, αλλά και λόγω της ύπαρξης ενός αντίστοιχου ακροατηρίου το οποίο σίγουρα δεν θα ήταν εχθρικό σε παρόμοιες ιδέες.
 
    Ίσως η πιο χαρακτηριστική μαρτυρία υπέρ αυτής της άποψης να είναι τα λόγια του ίδιου του Πτολεμαίου, αρκετά χρόνια αργότερα, όταν η τελική μορφή αλλά και οι μαθηματικές - γεωμετρικές μέθοδοι της γεωκεντρικής θεώρησης του κόσμου έχουν πια ολοκληρωθεί και επικρατήσει. Παραδέχεται ότι «ως προς τα ουράνια φαινόμενα δεν υπάρχει τίποτα ίσως που να αντιβαίνει» στην περιστροφή της γης, αλλά η υπόθεση αυτή πρέπει να απορριφθεί γιατί δημιουργεί αξεπέραστα προβλήματα στην κατανόηση των γήινων φαινομένων. Το σχετικό χωρίο από τη Μεγίστη είναι το εξής:
ἤδη δὲ τίνες ... δοκοῦσι ... οὐδὲν αὐτοῖς ἀντιμαρτυρήσειν, εἰ τὸν μὲν οὐρανὸν ἀκίνητον ὑποστήσαιντο λόγου χάριν, τὴν δὲ γῆν περὶ τὸν αὐτὸν ἄξονα στρεφομένην ἀπὸ δυσμῶν ἒπ' ἀνατολὰς ἑκάστης ἡμέρας μίαν ἔγγιστα περιστροφὴν ...
λέληθε δὲ αὐτούς, ὅτι τῶν μὲν περὶ τὰ ἄστρα φαινομένου ἕνεκεν οὐδὲν ἂν ἴσως κωλύοι ... τούθ' οὕτως ἔχειν, ἀπὸ δὲ τῶν περὶ ἡμὰς αὐτοὺς καὶ τῶν ἐν ἀέρι συμπτωμάτων καὶ πάνυ ἂν γελοιότατον ὀφθείη τὸ τοιοῦτον.24
 Μετάφραση 
           Ήδη δε μερικοί ... έχουν τη γνώμη ότι τίποτε δεν θα τους αντέτεινε κανείς, εάν λόγου χάριν υπέθεταν ότι ο ουρανός είναι ακίνητος ενώ η γη περιστρέφεται εκ δυσμών προς ανατολάς περί τον αυτόν άξονα (όπως η ουράνια σφαίρα, εκτελώντας] μία περίπου περιστροφή κάθε ημέρα ... Διαφεύγει ωστόσο της προσοχής τους ότι ως προς μεν τα ουράνια φαινόμενα δεν υπάρχει τίποτα ίσως που να αντιβαίνει ... προς αυτήν [την υπόθεση], όμως από την άποψη αυτών που συμβαίνουν γύρω μας (δηλ. στη γη) και στον αέρα, μπορεί να δει κανείς ότι μια τέτοια [κίνηση] είναι εντελώς γελοία.
    Προσπαθήσαμε στην ενότητα αυτή να δείξουμε ότι η επανανάγνωση των ιστορικών τεκμηρίων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι για δύο με τρεις αιώνες, όταν η λειτουργία, οι ρόλοι και οι μεθοδολογίες του «αστρονόμου» και του «φυσικού» ήταν διαφορετικές και διαχωρισμένες, στάθηκε δυνατό οι «υποθέσεις» περί κινούμενης γης να συνυπάρξουν και να εξελιχθούν ως νόμιμες μαθηματικές υποθέσεις παράλληλα προς τις «γεωκεντρικές / γεωστατικές» υποθέσεις. Στο επόμενο ακριβώς κεφάλαιο θα εξετάσουμε αν πράγματι αυτή η διαπίστωση επιβεβαιώνεται από τον τρόπο που ο Αρχιμήδης αντιμετωπίζει την «ηλιοκεντρική υπόθεση» του Αρίσταρχου.
 

    Ο Αρχιμήδης για τον Αρίσταρχο: δεύτερη προσέγγιση

 
    Όπως ήδη αναφέραμε, οι ιστορικοί της επιστήμης που μελέτησαν και σχολίασαν το χωρίο του Ψαμμίτη εστίασαν σχεδόν αποκλειστικά την προσοχή τους στην προσπάθεια να κατανοήσουν, μέσα από την περιγραφή του Αρχιμήδη, τις λεπτομέρειες της ηλιοκεντρικής υπόθεσης του Αρίσταρχου. Κανείς ως τώρα, όμως, δεν ασχολήθηκε συστηματικά με το συμπληρωματικό ερώτημα, του οποίου η σπουδαιότητα προκύπτει από τα όσα έχουμε μέχρι τώρα αναπτύξει: Πώς ο Αρχιμήδης «αντιμετωπίζει» την ηλιοκεντρική υπόθεση; Ποια ήταν, τελικά, η άποψη ενός μαθηματικού του κύρους του Αρχιμήδη για τις απόψεις του Αρίσταρχου;
 
    Στην προσπάθεια μας να διερευνήσουμε αυτό ακριβώς το ερώτημα καταλήξαμε σε τρία συμπεράσματα:
·  Πρώτον, σε αντίθεση με τη θεωρούμενη ως καθιερωμένη άποψη, ότι δηλαδή η ηλιοκεντρική υπόθεση αντιμετωπίστηκε ως ανορθόδοξη και ανίερη, υποστηρίζουμε ότι ο Αρχιμήδης κατά κανένα τρόπο δεν έχει κριτική στάση προς αυτή.
·  Δεύτερον, ο Αρχιμήδης φαίνεται να χρησιμοποιεί στην παρουσίαση του, όταν το θεωρεί χρήσιμο, εναλλακτικά τόσο τη γεωκεντρική όσο και την ηλιοκεντρική προσέγγιση.
·  Τρίτον, η παρέμβαση του Αρχιμήδη έγκειται στο να διορθώσει την αναλογία του Αρίσταρχου, ώστε αυτή να γίνει απολύτως συνεπής από μαθηματική άποψη, χωρίς όμως να υπονομεύσει ή να απορρίψει έστω και κατ’ ελάχιστον τον ηλιοκεντρισμό του. Θα μπορούσαμε μάλιστα να ισχυρισθούμε ότι εμμέσως προσπαθεί να «τον στηρίξει».
    Το πρώτο από τα συμπεράσματα μας είναι σχεδόν αυταπόδεικτο. Δεν υπάρχει ούτε μια λέξη που να συνεπάγεται κριτική στάση του Αρχιμήδη στις ηλιοκεντρικές υποθέσεις του Αρίσταρχου. Στην πραγματικότητα ο Αρχιμήδης χρειάζεται, για τον σκοπό που έχει θέσει στον Ψαμμίτη, έναν οσοδήποτε μεγάλο αλλά πεπερασμένο «κόσμο». Ο Αρίσταρχος σχεδόν του προμήθευσε έναν τέτοιο «κόσμο», αλλά ο «κόσμος» αυτός ήταν, αλίμονο, με αυστηρά μαθηματικούς όρους, ένας απροσδιόριστος «κόσμος». Πώς να εξηγήσουμε άραγε το ότι ο Αρχιμήδης επιδόθηκε σε μια προσπάθεια «μετασχηματισμού» ενός «άπειρου» και μη ορίσιμου, τελικά, «κόσμου», σε έναν πολύ μεγάλο αλλά όχι άπειρο «κόσμο», τη στιγμή που ο πιο εύκολος και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος θα ήταν, απλούστατα, να απορρίψει την ίδια την ηλιοκεντρική υπόθεση που οδηγούσε στη λανθασμένη αναλογία για τον προσδιορισμό του μεγέθους του; Γιατί προχώρησε στον μετασχηματισμό της αναλογίας του Αρίσταρχου, αφού, εάν είχε απορρίψει τον ηλιοκεντρισμό, θα μπορούσε να προτείνει ένα αυθαίρετο πεπερασμένο αλλά εξαιρετικά μεγάλο «κόσμο»; Γιατί δεν χρησιμοποιεί το επιχείρημα ότι η μη ορίσιμη αναλογία του Αρίσταρχου ήταν ακριβώς το αποτέλεσμα της αφυσικότητας του ηλιοκεντρισμού; Γιατί, τέλος, αφού διόρθωσε (όπως διόρθωσε) την εκτίμηση του Αρίσταρχου για το μέγεθος του «κόσμου», δεν χρησιμοποίησε το νέο αυτό αποτέλεσμα, αλλά προχώρησε αυξάνοντας αυτή την εκτίμηση κατά αυθαίρετο τρόπο, μιας και από την αρχή θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει το μέγεθος που τυχαία επέλεξε;
 
    Όλα αυτά δεν φανερώνουν, άραγε, μια έκδηλη απροθυμία από την πλευρά του Αρχιμήδη να κρίνει και να απορρίψει τελικά την ηλιοκεντρική υπόθεση; Η απροθυμία αυτή δεν πρέπει βέβαια να ερμηνευθεί ως ένδειξη αποδοχής εκ μέρους του Αρχιμήδη της υπόθεσης του ηλιοκεντρισμού. Ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στον τρόπο που χειρίζεται το συγκεκριμένο πρόβλημα. Δυστυχούς δεν εντοπίσαμε ανάλογα τεκμήρια ούτε στα υπόλοιπα σημεία του Ψαμμίτη ούτε στα άλλα διασωθέντα έργα του. Μπορούμε όμως, χωρίς αμφιβολία, να υποστηρίξουμε ότι ο Αρχιμήδης δεν δείχνει να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την επιλογή της γεωκεντρικής ή της ηλιοκεντρικής υπόθεσης. Η άποψη μας για το κρίσιμο αυτό θέμα είναι ότι η απροθυμία του Αρχιμήδη να απορρίψει ή έστω να επικρίνει με οποιονδήποτε τρόπο στην ηλιοκεντρική υπόθεση μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη αποδοχής του ηλιοκεντρισμού ως νόμιμης μαθηματικής υπόθεσης, που η χρήση της μπορεί να διευκολύνει την κατανόηση των ουρανίων φαινομένων σχεδόν ισοδύναμα με τη γεωκεντρική. Το πρώτο λοιπόν συμπέρασμα μας είναι αυτό. Διαβάζοντας το χωρίο-κλειδί στο κείμενο του Αρχιμήδη (αλλά και όλες τις άλλες αναφορές που υπάρχουν στο κείμενο σχετικά με την ηλιοκεντρική θεωρία) δεν βρίσκουμε απολύτως τίποτα που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως απόρριψη ή αμφισβήτηση ή έστω ως δυσφορία για τις απόψεις του Αρίσταρχου. Στην πραγματικότητα ο Αρχιμήδης δεν κρίνει αυτή καθαυτή την ηλιοκεντρική υπόθεση αλλά προσπαθεί να διορθώσει σε κάποιο βαθμό ένα «τεχνικό-μαθηματικό» πρόβλημα, που κάποιος άλλος θα μπορούσε να επικαλεσθεί για να την απορρίψει συνολικά. Η σημασία της παρατήρησης αυτής γίνεται ακόμα μεγαλύτερη αν λάβουμε υπόψη ότι ο Αρχιμήδης δεν ήταν μόνο μεγάλος μαθηματικός αλλά και εξαίρετος γνώστης της αστρονομίας. Ας υπενθυμίσουμε μερικά στοιχεία: Ήταν γιος του αστρονόμου Φειδία και αναφέρεται με λεπτομέρειες σε αστρονομικά επιτεύγματα του πατέρα του· ο Ψαμμίτης είναι σε τελική ανάλυση και αστρονομικό έργο - αφού εμπεριέχει μαρτυρίες και για δικές του αστρονομικές παρατηρήσεις - γνωρίζουμε, από τον Κικέρωνα, ότι είχε κατασκευάσει ένα πλανητάριο, ο Ίππαρχος (βάσει πληροφορίας που αναφέρει ο Πτολεμαίος) αναφέρει ότι είχε ασχοληθεί με τον προσδιορισμό της διάρκειας του έτους, τέλος, ο Μακρόβιος μνημονεύει τη θεωρία του για τις αμοιβαίες αποστάσεις του ήλιο, της σελήνης και των πλανητών.
 
    Ας έλθουμε τώρα στο δεύτερο συμπέρασμα. Ο Αρχιμήδης, στο τέλος του χωρίου, χρησιμοποιεί τη γεωκεντρική υπόθεση προκειμένου να καταστήσει στον βασιλιά Γέλωνα πιο κατανοητές τις επιπτώσεις της ηλιοκεντρικής υπόθεσης. Γιατί έπρεπε να μπει στον κόπο να το κάνει αυτό αν οι δύο υποθέσεις ήταν ανταγωνιστικές και αντιφατικές η μια προς την άλλη, όπως πιστεύεται σήμερα; Οι εκφράσεις που επιλέγει ο Αρχιμήδης προκειμένου να ανακοινώσει στον Γέλωνα για ποιο λόγο επιχειρεί την αλλαγή της αναλογίας, αποσκοπούν στο να εξηγήσουν με όρους που είναι πιο γνωστοί σε ανθρώπους που δεν έχουν ειδικές αστρονομικές γνώσεις κάτι ελάχιστα γνωστό: «Πρέπει λοιπόν να δεχθούμε ότι αυτό που σκέφθηκε ο Αρίσταρχος είναι το εξής: επειδή θεωρούμε ότι η γη, τρόπον τινά, είναι το κέντρο του κόσμου». Οι λέξεις και η όλη διατύπωση είναι μάλλον μη δεσμευτικά για να συμπεράνουμε τι ο ίδιος πιστεύει.
 
    Η αναφορά του στον γεωκεντρισμό μέσα στο σύνολο των συμφραζομένων στο χωρίο, είναι περισσότερο ένα διδακτικό τέχνασμα και όχι μια οντολογική δέσμευση του. Πρόκειται απλώς για τη χρήση μιάς μεθοδολογίας που τον βοηθά να κάνει σεβαστή στον αναγνώστη που ασπάζεται τον γεωκεντρισμό τη μέθοδο που ακολουθεί ο Αρίσταρχος για να εκτιμήσει το μέγεθος του «κόσμου».
 
Η εκτίμηση μας ότι ο Αρχιμήδης εμμέσως νομιμοποιεί και αποδέχεται την ισοδυναμία των δύο υποθέσεων, της γεωκεντρικής και της ηλιοκεντρικής, ενισχύεται επίσης από τον εξής συλλογισμό: προτείνει, όπως έχουμε αναφέρει, την αντικατάσταση της προβληματικής αναλογίας του Αρίσταρχου
 
ακτίνα τροχιάς της γης : ακτίνα ουράνιας σφαίρας = κέντρο : επιφάνεια με την αναλογία
 
ακτίνα τροχιάς της γης: ακτίνα ουράνιας σφαίρας = ακτίνα της γης : ακτίνα της τροχιάς του ήλιου
 
    Δηλαδή ο Αρχιμήδης τροποποιεί τον δεύτερο λόγο της αναλογίας ενώ αφήνει αναλλοίωτο τον πρώτο λόγο. Χρησιμοποιεί λοιπόν, τελικά, μια αναλογία που επινοήθηκε από τον Αρίσταρχο στο πλαίσιο της ηλιοκεντρικής υπόθεσης, για να αλλάξει ένα μέρος της, υποκαθιστώντας το με μια έκφραση που προέρχεται από τη γεωκεντρική υπόθεση, αφήνοντας το άλλο μέρος της ανέπαφο. Στην πραγματικότητα η νέα αναλογία είναι μια αναλογία που εμπεριέχει μετρήσιμες ποσότητες και η οποία κατά ένα μέρος προέρχεται από την ηλιοκεντρική υπόθεση και κατά το άλλο από τη γεωκεντρική υπόθεση. Αλλά η ίδια η αναλογία, στη σύλληψη της, είναι προϊόν της ηλιοκεντρικής υπόθεσης. Αυτό κατά την άποψη μας δεν συνιστά, όπως έχει υποστηριχτεί από μερικούς, «μη αυστηρά μαθηματικά» ή «προχειρότητες» από την πλευρά του Αρχιμήδη, αλλά μάλλον είναι η έκφραση μιας νέας, υπό διαμόρφωση αυτή την εποχή μαθηματικής κουλτούρας, περισσότερα για την οποία θα συζητήσουμε πιο κάτω, Μας φέρνει στο νου, όπως θα λέγαμε σήμερα, τον κριτή μιας μελέτης που έχει υποβληθεί προς δημοσίευση σε ένα επιστημονικό περιοδικό, ο οποίος διάκειται ευμενώς προς τις απόψεις του συγγραφέα και του υποδεικνύει πώς θα διορθώσει ένα μη «ουσιαστικό λάθος» στο κείμενο του.
 
    Στο σημείο αυτό — και ερχόμαστε τώρα στο τρίτο μας συμπέρασμα — ο Αρχιμήδης δεν μοιάζει να θέλει να απορρίψει την άποψη του Αρίσταρχου αλλά μάλλον επιθυμεί να δείξει ότι η άποψη αυτή (δηλαδή ο ηλιοκεντρισμός) μπορεί να συνεχίσει να θεωρείται ως έγκυρη και θεμιτή, παρά το τεχνικό πρόβλημα που υπάρχει και για το οποίο ο ίδιος πρόσφερε μια λύση.
 
    Μοιάζει σα να τον απασχολεί να «σώσει τον Αρίσταρχο». Αν δεν λάβουμε υπόψη μας αυτή την πλευρά του κείμενου του Αρχιμήδη, η όλη προσέγγιση του στο πρόβλημα με τις αναλογίες μοιάζει πράγματι αλλόκοτη. Η επιμονή του να συζητήσει τόσο λεπτομερειακά το πρόβλημα της αναλογίας είναι ένδειξη της απροθυμίας του να απορρίψει τον ηλιοκεντρισμό και της προσπάθειας του να επινοήσει πειστικά επιχειρήματα προκειμένου να προσδιορίσει το μέγεθος του «κόσμου» με ορθές μαθηματικές εκφράσεις. Το γεγονός ότι ο Αρχιμήδης όχι μόνο δεν χρησιμοποιεί κάποια μειωτική έκφραση για τον Αρίσταρχο αλλά και ότι τον αναφέρει και σε πολλά άλλα σημεία στον Ψαμμίτη, δείχνει τον σεβασμό του για τον συγγραφέα του Περί μεγεθών και αποστημάτων και υποστηρικτή της ηλιοκεντρικής υπόθεσης.
 
    Θα μπορούσε, ενδεχομένως, κάποιος να αντιτείνει ότι ο τρόπος που εκφράζεται ο Αρχιμήδης δεν οφείλεται στην εκτίμηση με την οποία περιέβαλε τον Αρίσταρχο και το όλο επιστημονικό έργο του αλλά, απλώς, ότι αυτό είναι το συγγραφικό ύφος του, έτσι συμπεριφέρεται κάθε φορά που είναι επικριτικός με κάποιον. Με άλλα λόγια, μπορεί ο Αρχιμήδης να απέφευγε πάντοτε να διατυπώνει επικριτικά σχόλια για το έργο άλλων, και απλώς να ακολουθούσε την τακτική να επεμβαίνει στα αποτελέσματα τους με τρόπο ώστε, τελικά, να ακυρώνει τα επιχειρήματα τους. Για να ελέγξουμε εάν όντως χρησιμοποιεί συστηματικά ένα τέτοιο modus operandi προσπαθήσαμε να προσδιορίσουμε ποιο ακριβώς είναι το χαρακτηριστικό ύφος του Αρχιμήδη όταν κρίνει τα έργα άλλων. Δεν μπορέσαμε όμως να βρούμε σε κανένα από τα σωζόμενα έργα του έστω και μια κατηγορηματική και απερίφραστη κριτική για το έργο άλλων. Κατόπιν αυτού, προσπαθήσαμε να προσδιορίσουμε σε πιο πλαίσιο ο Αρχιμήδης μνημονεύει ονόματα άλλων προσώπων. Και τότε βρεθήκαμε μπροστά σε μια ευχάριστη έκπληξη. Διαπιστώσαμε ότι ο Αρχιμήδης μνημόνευε, ονόματα μόνο όταν εκτιμά και θέλει να εγκωμιάσει, το έργο κάποιου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, διαπιστώσαμε ότι το όνομα που αναφέρεται πιο συχνά από όλα τα άλλα στο σύνολο του έργου του είναι το όνομα του Αρίσταρχου!
 
    Ο Αρχιμήδης αναφέρεται ονομαστικά στον Αρίσταρχο συνολικά δέκα (10) φορές. Όλες οι αναφορές βρίσκονται στον Ψαμμίτη. Τον αναφέρει περισσότερες φορές απ’ όσες αναφέρει τον Κόνωνα, για τον οποίο δεν χάνει την ευκαιρία να εκφράσει τον θαυμασμό του κάθε φορά που του δίνεται η ευκαιρία. Ο τελευταίος αναφέρεται οκτώ (8) φορές, τρεις φορές στην εισαγωγή του Περί ελίκων, δύο (2) φορές στις εισαγωγές των δύο βιβλίων Περί σφαίρας και κυλίνδρου και τρεις (3) φορές στο Κύκλου μέτρησις. Ο Εύδοξος αναφέρεται τέσσερις (4) φορές: μία (1) φορά στο Περί των μηχανικών θεωρημάτων, μια (1) στον Ψαμμίτη και δύο (2) φορές στην εισαγωγή του Περί σφαίρας και κυλίνδρου Ι. Ο Δημόκριτος αναφέρεται μια (1) φορά στο Περί των μηχανικών θεωρημάτων. Ο Ερατοσθένης αναφέρεται μια (1) φορά στην εισαγωγή του Περί των μηχανικών θεωρημάτων και βέβαια είναι αυτός στον οποίο απευθύνει το Βοεικόν πρόβλημα. Ο Ευκλείδης αναφέρεται μια (1) φορά στο Περί σφαίρας και κυλίνδρου Ι αλλά μάλλον πρόκειται για φράση που έχει προστεθεί από κάποιον σχολιαστή. Τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι ο Αρχιμήδης χρησιμοποιεί συχνά πολλά θεωρήματα από τα Στοιχεία και από άλλα έργα του Ευκλείδη, χωρίς ποτέ να αναφέρει το όνομα του, με μοναδική εξαίρεση αυτή την αναφορά στο περί σφαίρας και κυλίνδρου Ι. Τέλος, ο αστρονόμος Φειδίας, ο πατέρας του Αρχιμήδη, μνημονεύεται μία μόνο (1) φορά στον Ψαμμίτη. Αξίζει να επαναλάβουμε ότι όλοι οι παραπάνω αναφέρονται είτε για να εγκωμιαστούν για τα επιτεύγματα τους είτε σε ένα πλαίσιο που καθιστά φανερό ότι ο Αρχιμήδης συμμερίζεται την ίδια προσέγγιση των προβλημάτων με αυτούς.25
 
    Ας συνοψίσουμε. Ο Αρχιμήδης στον Ψαμμίτη μπόρεσε να δείξει ότι είναι δυνατόν να κατονομαστεί και να γραφτεί ένας εξαιρετικά μεγάλος αριθμός — υπονοώντας με αυτόν τον τρόπο ότι είναι δυνατόν να κατονομαστεί και να γραφτεί ένας αυθαίρετα μεγάλος αριθμός —, επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει για τον σκοπό αυτό μια τιμή για το μέγεθος του «κόσμου» που ήταν αυθαίρετη. Το κείμενο του Αρχιμήδη απευθύνεται στον βασιλιά Γέλωνα και έχει εκλαϊκευτικό τόνο. Η μέθοδος που χρησιμοποιεί ήταν να βρει τον αριθμό των κόκκων άμμου που «γεμίζουν» πλήρως τον «κόσμο». Γι' αυτόν τον σκοπό χρειάστηκε, προφανώς, έναν πεπερασμένο «κόσμο» — δεν παίζει τόσο μεγάλο ρόλο αν ήταν «μικρός» ή «μεγάλος», αρκεί να ήταν πεπερασμένος. Τι θα ήταν πιο φυσιολογικό αν αγνοούσε τελείως τον Αρίσταρχο και προτείνε έναν αυθαίρετα μεγάλο «κόσμο»; Ή αν υιοθετούσε μια από τις υπόλοιπες εκτιμήσεις που υπήρχαν για το μέγεθος του «κόσμου»; Γιατί επέλεξε μια προβληματική από μαθηματική άποψη έκφραση, για να προτείνει κατόπιν μια καλώς μεν ορισμένη έκφραση, αλλά ακολουθώντας μια μέθοδο που δεν χαρακτηρίζεται από μαθηματική αυστηρότητα έκφρασης; Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς γιατί ο Αρχιμήδης αποφάσισε να επιλέξει, από όλες τις εκτιμήσεις για το μέγεθος του «κόσμου», τη μόνη που έδινε άπειρο μέγεθος, και να επινοήσει έναν «ιδιότυπο» τρόπο, ώστε να καταλήξει τελικά σε μια πεπερασμένη τιμή;
 
    Μια απάντηση στα ερωτήματα αυτά θα μπορούσε να είναι ότι ο συγγραφέας του Ψαμμίτη δεν είναι ο Αρχιμήδης. Είναι η εύκολη απάντηση και πραγματικά, δεν είναι καθόλου πειστική. Είναι πάντως η απάντηση που δίνουν στο άρθρο τους που έχουμε ήδη μνημονεύσει οι Erchardt και Erchardl-Siebold.26 Αλλά αν αυτοί οι συγγραφείς έχουν τη γνώμη ότι ένας τέτοιος τρόπος του σκέπτεσθαι, μη αυστηρός, δεν αρμόζει στον Αρχιμήδη, γιατί θα πρέπει να θεωρούμε ότι θα ταίριαζε στον υποτιθέμενο άγνωστο συγγραφέα του Ψαμμίτη, έστω και αν αυτός δεν ήταν κάποιος διακεκριμένος μαθηματικός;
 
    Μπορούμε, όμως, να επιχειρηματολογήσουμε σε μια διαφορετική κατεύθυνση. Ότι, δηλαδή, ο Αρχιμήδης ακολουθεί αυτήν την προσέγγιση, για να υπογραμμίσει το γεγονός ότι επιλέγει συνειδητά την εμπλοκή με τις συγκεκριμένες ποσότητες που είναι αποτέλεσμα υπολογισμών στο πλαίσιο ενός νέου αστρονομικού - γεωμετρικού λόγου, που ο Αρίσταρχος φαίνεται να είχε επεξεργαστεί συστηματικά για πρώτη φορά. Δεν ενδιαφέρει τον Αρχιμήδη να χρησιμοποιήσει τις εκτιμήσεις που είχαν προκύψει από παλαιότερους στοχαστές στα πλαίσια ενός διαφορετικού αστρονομικού λόγου. Ούτε τον ενδιαφέρει η αυθαίρετη διατύπωση μιας πεπερασμένης τιμής για το μέγεθος του «κόσμου». Του είναι πολύ προτιμότερο να αρχίσει από μια έκφραση που μπορεί μεν να μην είναι τόσο βολική για τους σκοπούς του (προσδιορισμός του μεγέθους του κόσμου), αλλά που είναι αποτέλεσμα του νέου τρόπου άσκησης της γεωμετρίας και της αστρονομίας που είχε ήδη αρχίσει να μορφοποιείται. Είναι, όμως, δικαιολογημένο να υποστηρίζουμε ότι αυτός ο φαινομενικά «ιδιότυπος» τρόπος σκέψης είναι πιθανώς μια ένδειξη της δέσμευσης του Αρχιμήδη σε μια συγκεκριμένη μαθηματική πρακτική; Νομίζουμε πως ναι, και αυτό θα προσπαθήσουμε να δείξουμε στη συνέχεια.
 

    Οι φορείς του νέου λόγου

 
    Οι προηγούμενες σκέψεις μας οδηγούν σε μια νέα ομάδα ερωτημάτων: Μήπως ο Αρχιμήδης και ο Αρίσταρχος ήταν συντελεστές ενός εγχειρήματος με στόχο την καθιέρωση μιας νέας μαθηματικής και αστρονομικής πρακτικής; Μήπως και οι δύο συμμεριζόταν τις ίδιες πεποιθήσεις ως προς τη στρατηγική σημασία του εγχειρήματος; Μήπως και οι δύο επέμεναν στη δημιουργία μιας συγκεκριμένης παράδοσης και, άρα, θεωρούσαν πως οι κοινοί στοίχοι και η κοινή γλώσσα που διαμόρφωναν είχε τελικά πολύ μεγαλύτερη σημασία για την κατασκευή μαθηματικών θεωριών απ' ό,τι οι δυσκολίες που δημιουργούσε το δίλημμα της επιλογής ανάμεσα στον γεωκεντρισμό και στον ηλιοκεντρισμό; Και μήπως αυτή η ιδιόμορφα μη ανταγωνιστική σχέση που εντοπίσαμε στην προηγούμενη ενότητα ανάμεσα στον Αρχιμήδη και στον Αρίσταρχο δεν ήταν παρά η έκφραση σεβασμού ενός μεγάλου μαθηματικού προς έναν άλλον μεγάλο μαθηματικό, ανεξάρτητα από τις δευτερεύουσες τεχνικού χαρακτήρα διαφορές τους; Θα προσπαθήσουμε να επιχειρηματολογήσουμε γιατί είναι κατά τη γνώμη μας δυνατόν να διατυπωθούν θετικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα.
 
    Ας υπενθυμίσουμε κατ' αρχάς ορισμένες χρονολογίες. Ο Αρίσταρχος, ήκμασε περί το 280 π.Χ. ο Αρχιμήδης, περί το 250 ο Απολλώνιος, περί το 190 ο Σέλευκος, περί το 180 ο Ερατοσθένης, περί το 230 ο Ίππαρχος, περί το 140. Αυτά τα πρόσωπα συγκροτούν μια συνέχεια, οι μικρές χρονικές αποστάσεις του ενός από τον άλλον συνηγορούν στο ότι γνώριζε ο καθένας το έργο και τις απόψεις του προκατόχου του. Η περίοδος την οποία εγκαινιάζουν είναι η περίοδος που αρχίζει μετά τη δημοσίευση των Στοιχείων του Ευκλείδη. Παράλληλα έχει ήδη υπάρξει μια «συστηματοποίηση» των ουράνιων φαινομένων και έχει συγκεντρωθεί παρατηρησιακό υλικό που επιτρέπει τον ποσοτικό προσδιορισμό αστρονομικών παραμέτρων. Η ποιοτική μελέτη των κινήσεων συμπληρώνεται με ποσοτικούς προσδιορισμούς και μετρήσεις. Εμφανίζονται μαθηματικοί, οι οποίοι, αφού έχουν ήδη αποκτήσει βαθιά γνώση της γεωμετρίας, επιχειρούν να προσεγγίσουν τα διάφορα προβλήματα με την ενσωμάτωση στη γεωμετρία του ποσοτικού - αριθμητικού στοιχείου. Βρισκόμαστε στην περίοδο που οι μαθηματικοί αρχίζουν τις απόπειρες τους να επινοήσουν διάφορους τρόπους για να μπορούν να εφαρμόζουν την Ευκλείδεια γεωμετρία στη μελέτη των ουρανίων φαινομένων. Ένα πλαίσιο εφαρμογής ήταν από μετρήσιμα παρατηρησιακά στοιχεία να υπολογίζονται οι αριθμητικές τιμές άλλων στοιχείων και έτσι να κατασκευάζονται τα πρώτα μοντέλα του κόσμου με δυνατότητες ποσοτικής πρόβλεψης. Το μοντέλο των σφαιρών του Εύδοξου και του Κάλιππου ήσαν ιδιοφυείς κατασκευές, εξαιρετικά δύσχρηστες, όμως, για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της νέας περιόδου για ποσοτική πρόγνωση. Το πρώτο έργο που γνωρίζουμε ότι εκφράζει τις επιταγές της νέας αυτής περιόδου είναι το έργο του Αρίσταρχου Περί μεγεθών και αποστημάτων ηλίου και σελήνης. Είναι ένα έργο στο οποίο οι σχετικές αποστάσεις και τα μεγέθη προκύπτουν τόσο από γεωμετρικές μεθόδους όσο και από αστρονομικές παρατηρήσεις.
 
    Στη διάρκεια αυτής της πρώιμης, όπως έχει χαρακτηριστεί, ελληνιστικής περιόδου, μορφοποιήθηκαν και προτάθηκαν πολλές και διαφορετικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις του προβλήματος, που βασίζονταν σε διαφορετικές υποθέσεις. Από παλαιότερες εποχές, όπως φαίνεται από τις θεωρίες που αποδίδονται στον Ηρακλείδη, παρατηρείται ήδη μια προϊούσα αυτονόμηση των προτεινόμενων υποθέσεων ως προς τις οντολογικές / φυσικές τους συνέπειες. Αυτή η αυτονόμηση ευνοήθηκε από το νέο πλαίσιο που άρχισε να διαμορφώνεται. Βασικό κριτήριο για την αποδοχή και νομιμοποίηση μιας υπόθεσης ήταν οι δυνατότητες που παρείχε για ποσοτικές προβλέψεις, και όχι οι οντολογικές της συνέπειες. Αυτό εξηγείται ως ένα βαθμό και από το γεγονός ότι όλοι όσοι αναφέρθηκαν πιο πριν έζησαν και ήκμασαν σε τόπους που βρίσκονταν μακριά από την Αθήνα και, άρα, οι επιδράσεις του αριστοτελισμού μπορεί να μην ήταν τόσο έντονες επάνω τους. Ας ληφθεί επίσης υπόψη ότι στην εποχή για την οποία μιλάμε οι διάδοχοι του Αριστοτέλη στο Λύκειο διατυπώνουν κριτικές σε πολλά από τα στοιχεία της αριστοτελικής φιλοσοφίας και ότι ο Αρίσταρχος ήταν μαθητής του Στρατώνα - της πιο κριτικής, ίσως, φωνής προς τον Αριστοτέλη πριν τους Στωικούς.
 
    Την εποχή αυτή το έργο της «αριθμητικοποίησης» της γεωμετρίας γίνεται βαθμιαία ένα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά των μαθηματικών. Η ελληνική γεωμετρία μέχρι την εποχή του Ευκλείδη (περί το 300 π.Χ.) ήταν αποκλειστικά σχεδόν «αναστοχαστική», οι ποσοτικές μέθοδοι δεν ήταν οργανικά ενταγμένες σε αυτή. Τα αντικείμενα της ήταν σημεία, ευθείες, σχήματα του επιπέδου και του χώρου, τα οποία ο γεωμέτρης τα χειριζόταν με διάφορους τρόπους (με μετασχηματισμούς, συνδυασμούς κ.ά.), όχι όμως αριθμητικά. Η «αριθμητικοποιημένη» γεωμετρία είναι μια γεωμετρία στην οποία μια ευθεία έχει ένα μήκος το οποίο εκφράζεται ως αριθμός, μια γωνία ή ένα τόξο έχει ένα μέτρο που επίσης εκφράζεται από έναν αριθμό, ένα επίπεδο σχήμα έχει εμβαδόν και ένα τρισδιάστατο σχήμα έχει όγκο που είναι επίσης αριθμοί, ο λόγος μεταξύ δύο γεωμετρικών αντικειμένων ορίζεται ως λόγος μεταξύ αριθμών κ.ο.κ.
 
    Το θέμα της αριθμητικοποίησης της ελληνικής γεωμετρίας το έχει μελετήσει συστηματικά ο D.H. Fowler στο έργο του Mathematics of Pluto's Academy. A new reconstruction27 και σε μια σειρά άλλες εργασίες του. Το βασικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ότι τα αριθμητίκοποιημένα μαθηματικά δεν αναπτύχθηκαν στην Αρχαία Ελλάδα πριν από τα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα και η εμφάνιση τους σε αυτή την περίοδο, στο έργο κυρίως του Ίππαρχου και του Υψικλή, συνδέεται με την εισαγωγή βαβυλωνιακών αριθμητικών μεθόδων στην ελληνική αστρονομία. Η άποψη μας ότι οι απαρχές της διαδικασίας ποσοτικοποίησης και αριθμητικοποίησης διακρίνονται ήδη στο έργο του Αρίσταρχου και του Αρχιμήδη δεν αποτελεί εναλλακτική πρόταση στα συμπεράσματα του Fowler. Κάποια σχόλια όμως είναι επιβεβλημένα. Κατ' αρχάς, η μετάβαση από τα μη αριθμητικοποιημένα στα αριθμητικοποιημένα μαθηματικά, τόσο από εννοιολογική όσο και από χρονική άποψη δεν θα πρέπει να νοείται ως μια απότομη και στιγμιαία διαδικασία. Δεύτερον, παρόλο που ο Fowler χαρακτηρίζει το Περί μεγεθών και αποστημάτων σύγγραμμα του Αρίσταρχου ως «εξαιρετικό παράδειγμα αυτού που ονομάζω μη αριθμητικοποιημένα μαθηματικά», παραδέχεται ότι τόσο στο παραπάνω έργο όσο και στο Κύκλου μέτρησις του Αρχιμήδη υπάρχουν παραδείγματα που δεν συμβιβάζονται εύκολα με την άποψη που υποστηρίζει.28 Τρίτον, στην πραγματεία του Αρίσταρχου εμφανίζονται τα σπέρματα τεχνικών η περαιτέρω επεξεργασία των οποίων θα οδηγήσει αργότερα στην ανάπτυξη της τριγωνομετρίας. Τέλος, η βαβυλωνιακή επίδραση στην ελληνική αστρονομία ήταν υπαρκτή αρκετά πριν από τα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα και διαπιστώνεται όχι μόνο στον ίδιο τον Αρίσταρχο29 αλλά, συμφωνά με μια εκδοχή, ακόμα και σε πολύ προγενέστερους αστρονόμους.30
 
    Η ενίσχυση των ποσοτικοποιημένων μαθηματικών τεχνικών στην περίοδο που εξετάζουμε, δίνει για πρώτη φορά τη δυνατότητα να δημιουργηθεί ένας νέος λόγος. Αυτός ο λόγος περιλαμβάνει την κατασκευή μαθηματικών μοντέλων και την εισαγωγή παραμέτρων που μπορούν να μετρηθούν ή να υπολογιστούν. Η εξέλιξη μιας τέτοιας δραστηριότητας οδηγεί αναγκαστικά σε έναν πλουραλισμό φυσικών ή άλλων υποθέσεων. Σε κάθε περίπτωση η νομιμοποίηση ενός τέτοιου εγχειρήματος χρειάζεται χρόνο και την εξάσκηση των ατόμων που θα υιοθετήσουν τη νέα πρακτική. Κυρίως, όμως, η επικράτηση ενός τέτοιου λόγου απαιτεί πειστικότητα, κοινωνική συναίνεση και σύμπτωση απόψεων. Υπογραμμίζοντας ένα συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Netz, οι πρωταγωνιστές του θα πρέπει να βασίζονται λιγότερο στις αποδείξεις και περισσότερο στη ρητορική.31 Αν κρίνουμε από τα πρόσωπα που αναφέραμε ότι έδρασαν σε αυτήν την περίοδο — μια περίοδο που δεν ξεπερνά τα 150 χρόνια — τα αποτελέσματα είναι απολύτως εντυπωσιακά. Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμη που αξίζει να σχολιαστεί. Είναι το ερώτημα σχετικά με τον μεταβαλλόμενο χαρακτήρα των συγκεκριμένων απαιτήσεων που έχουμε από θεωρίες και μοντέλα. Η μεταμόρφωση των απαιτήσεων ουσιαστικά εκφράζει την αλλαγή των σχέσεων ανάμεσα στις υποθέσεις, τις μαθηματικές κατασκευές και τις παρατηρήσιμες ποσότητες. Τέτοιες αλλαγές αντανακλώνται στις απαντήσεις ερωτήσεων του εξής τύπου: Πόσο απεικονίζουν την πραγματικότητα τα μαθηματικά που χρησιμοποιούνται; Πόσο κοντά στην πραγματικότητα είναι οι μηχανισμοί που προτείνονται από το σχήμα; Ποιες είναι οι παρατηρήσεις με τις οποίες πρέπει να συμφωνούν τα αποτελέσματα των υπολογισμών; Ποιο ακριβώς είναι το νόημα του αιτήματος να συμφωνούν οι υπολογισμοί με τις παρατηρήσεις; Πόσο ακριβής πρέπει να είναι η συμφωνία ώστε οι παρατηρήσεις να θεωρηθούν ως ενδείξεις επιβεβαίωσης; Παρά το γεγονός ότι τέτοιου τύπου ερωτήματα απασχολούν πάντα όσους εμπλέκονται στην επιστημονική διαδικασία, οι απαντήσεις που δίνονται σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία είναι πολλές φορές διαφορετικές από τις απαντήσεις που δίδονται στο πλαίσιο μιας διαφορετικής ιστορικής συγκυρίας, γι' αυτό και οι τρόποι μελέτης και ερμηνείας των φαινομένων έχουν υποστεί βαθύτατους μετασχηματισμούς.
 
    Στη διάρκεια, λοιπόν, αυτής της περιόδου άρχισε να διαμορφώνεται μια νέα κουλτούρα σε ό,τι αφορά τη διατύπωση των αστρονομικών, κυρίως, υποθέσεων. Η νέα αυτή κουλτούρα είχε επηρεαστεί από την ήδη υπάρχουσα κουλτούρα της αστρονομίας που δεν εδραζόταν οργανικά σε ποσοτικές παρατηρήσεις και με τη σειρά της την επηρέασε. Ας υπογραμμιστεί ότι η ανάδειξη αυτού του εγχειρήματος της ποσοτικοποίησης δεν ήταν ανεξάρτητη από τις αλλαγές που είχαν επέλθει στην αντίληψη του ποιες παράμετροι θεωρούνταν μετρήσιμες.
 

    Φυσικοί και αστρονόμοι στην ελληνιστική περίοδο

 
    Υπάρχουν δύο ακόμα στοιχεία από τα οποία αντλούμε πρόσθετες πληροφορίες γι' αυτή τη νέα κουλτούρα που αναπτύχθηκε σε αυτή την περίοδο και την οποία περιγράψαμε στην προηγούμενη ενότητα. Το πρώτο είναι ένα εξαιρετικά αποκαλυπτικό απόσπασμα από τον Γεμίνο. Το δεύτερο έγκειται σε ένα σύνολο γνωρισμάτων που χαρακτηρίζουν το έργο των μαθηματικών που έζησαν σε αυτή την περίοδο και τα οποία συγκροτούν τρόπον τινά το καταστατικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο νέος λόγος.
 
Στο απόσπασμα του Γεμίνου κάναμε μνεία νωρίτερα, όταν παραθέσαμε ένα μικρό εδάφιο από αυτό που αναφερόταν στον Ηρακλείδη τον Ποντικό. Τώρα το παραθέτουμε ολόκληρο:
τῆς μὲν φυσικῆς θεωρίας ἐστὶ τὸ σκοπεῖν περί τε οὐσίας οὐρανοῦ καὶ ἄστρων καὶ δυνάμεως καὶ ποιότητος γενέσεώς τε καὶ φθορὰς καὶ νὴ Δία τούτων περὶ μεγέθους καὶ σχήματος καὶ τάξεως ἀποδεικνύναι δυναταί· ἡ δὲ ἀστρολογία περὶ τοιούτου μὲν οὐδενὸς ἐπιχειρεῖ λέγειν, ἀποδείκνυσι δὲ τὴν τάξιν τῶν οὐρανίων κόσμον ὄντως ἀποφήνασα τὸν οὐρανόν, περί τε σχημάτων λέγει καὶ μεγεθῶν καὶ ἀποστημάτων γῆς τε καὶ ἡλίου καὶ σελήνης καὶ περὶ ἐκλείψεων καὶ συνάψεων τῶν ἄστρων καὶ περὶ τῆς ἐν ταῖς φοραῖς αὐτῶν ποιότητος καὶ ποσότητος, ὅθεν ἐπειδὴ τῆς περὶ ποσὸν καὶ πηλίκον καὶ ποῖον κατὰ σχῆμα θεωρίας ἐφάπτεται, εἰκότως ἀριθμητικῆς τε καὶ γεωμετρίας ἐδεήθη ταύτῃ, καὶ περὶ τούτων, ὧν ὑπισχνεῖτο μόνων λόγον ἀποδώσειν, δι' ἀριθμητικῆς τε καὶ γεωμετρίας συμβιβάζειν ἰσχύει. 
πολλαχοὺ τοίνυν ταῦτον κεφάλαιον ἀποδείξαι προθήσεται ὅ τε ἀστρολόγος καὶ ὃ φυσικός, οἷον ὅτι σφαιροειδὴς ἡ γῆ, οὐ μὴν κατὰ τάς αὐτὰς ὁδοὺς βαδιοῦνται, ὁ μὲν γὰρ ἀπὸ τῆς οὐσίας ἢ τῆς δυνάμεως ἢ τοῦ ἄμεινον οὕτως ἔχειν ἢ ἀπὸ τῆς γενέσεως καὶ μεταβολῆς ἕκαστα ἀποδείξει, ὃ δὲ ἀπὸ τῶν συμβεβηκότων τοῖς σχήμασιν ἢ μεγέθεσιν ἢ ἀπὸ τῆς ποσότητος τῆς κινήσεως καὶ τοῦ ἐφαρμόττοντος αὐτὴ χρόνου, καὶ ὁ μὲν φυσικὸς τῆς αἰτίας πολλαχοὺ ἅψεται εἰς τὴν ποιητικὴν δύναμιν ἀποβλεπῶν, ὁ δὲ ἀστρολόγος ὅταν ἀπὸ τῶν ἔξωθεν συμβεβηκότων ἀποδεικνύῃ, οὐχ ἱκανὸς θεατὴς γίνεται τῆς αἰτίας, οἷον ὅτε σφαιροειδῆ τὴν γῆν ἡ τὰ ἄστρα ἀποδίδωσιν, ἐνιαχοὺ δὲ οὐδὲ τὴν αἰτίαν λαβεῖν ἐφίεται, ὡς ὅταν περὶ ἐκλείψεως διαλέγηται· ἄλλοτε δὲ καθ' ὑπόθεσιν εὑρίσκει τρόπους τινὰς ἀποδιδούς, ὧν ὑπαρχόντων σωθήσεται τὰ φαινόμενα. οἷον διὰ τὶ ἀνωμάλως ἥλιος καὶ σελήνη καὶ οἱ πλανῆτες φαίνονται κινούμενοι; ὅτι εἰ ὑποθώμεθα ἐκκέντρους αὐτῶν τοὺς κύκλους ἢ κατ ἐπίκυκλον πολούμενα τὰ ἄστρα, σωθήσεται ἡ φαινομένη ἀνωμαλία αὐτῶν, δεήσει τε ἐπεξελθεῖν ... 
ὅλως γὰρ οὔκ ἐστιν ἀστρολόγου τὸ γνῶναι, τὶ ἠρεμαῖόν ἐστι τῇ φύσει κα. ποία τὰ κινητά, ἀλλὰ ὑποθέσεις εἰσηγούμενος τῶν μὲν μενόντων, τῶν δὲ κινουμένων σκοπεῖ, τίσιν ὑποθέθεσιν ἀκολουθήσει τὰ κατὰ τὸν οὐρανὸν φαινόμενα. ληπτέον δὲ αὐτῷ ἀρχὰς παρὰ τοῦ φυσικοῦ, ἁπλᾶς εἲναι καὶ ὁμαλὰς καὶ τεταγμένας κινήσεις τῶν ἄστρων, δι ὧν ἀποδείξει ἐγκύκλιον οὖσαν τὴν χορείαν ἁπάντων τῶν μὲν κατὰ παραλλήλους, τῶν δὲ κατὰ λοξοὺς κύκλους εἱλουμένων.
Μετάφραση:
Αντικείμενο της φυσικής είναι να ερευνά για την ουσία, τη δύναμη και την ποιότητα του ουρανού και των άστρων, για τη γένεση και τη φθορά τους, και μα τον Δία, είναι σε θέση να αποδεικνύει τα περί του μεγέθους, του σχήματος και της διατάξεως αυτών. Η αστρονομία από την άλλη δεν επιχειρεί να κάνει λόγο για τίποτα από αυτά αλλά αποδεικνύει τα περί της διατάξεως των ουρανίων σωμάτων βάσει της άποψης ότι ο ουρανός είναι όντως ένας «κόσμος», και επίσης πραγματεύεται περί του σχήματος, του μεγέθους, των αποστάσεων ηλίου και σελήνης και περί των εκλείψεων και των συζυγιών των άστρων καθώς και περί της ποιότητας και της ποσότητας των κινήσεων τους. Κατά συνέπεια, επειδή (το αντικείμενο της) είναι παραπλήσιο προς την έρευνα για την ποσότητα, το μέγεθος και την ποιότητα των σχημάτων, ευλόγως αυτή χρειάστηκε την αριθμητική και τη γεωμετρία. Αυτά λοιπόν μόνον τα οποία υποσχόταν (η αστρονομία) ότι θα ερμηνεύσει, είναι σε θέση με την αριθμητική και τη γεωμετρία να τα αποδείξει λογικά. 
Κατά ταύτα, σε πολλές περιπτώσεις ο αστρονόμος και ο φυσικός προτίθενται να αποδείξουν τα ίδια πράγματα, όπως για παράδειγμα ότι το μέγεθος του ήλιου είναι μεγάλο, ή ότι η γη είναι σφαιρική, αλλά δεν προβαίνουν (στις αποδείξεις) με τον ίδιο τρόπο. Διότι ο μεν φυσικός θα αποδείξει το κάθε τι με βάση την ουσία ή τη δύναμη ή με βάση το ότι τα πράγματα είναι καλύτερα ως έχουν, ή με βάση τη γένεση και τη μεταβολή, ενώ ο αστρονόμος με βάση τις χαρακτηριστικές ιδιότητες των σχημάτων ή των μεγεθών, ή με βάση την ποσότητα και τη χρονική διάρκεια της κίνησης. Επίσης, ο φυσικός φθάνει σε πολλές περιπτώσεις στην ίδια την αιτία, όταν αποσκοπεί να γνωρίσει την ποιητική δύναμη, ενώ ο αστρονόμος, όταν κάνει αποδείξεις χρησιμοποιώντας εξωτερικά χαρακτηριστικά, δεν είναι ικανός να φθάσει στην αιτία, όπως όταν, για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι η γη και τα άστρα είναι σφαιρικά, σε μερικές δε περιπτώσεις ούτε καν επιθυμεί να βρει την αιτία, όπως για παράδειγμα όταν πραγματεύεται τις εκλείψεις. Άλλες φορές πάλι, θέτοντας ορισμένες υποθέσεις, ευρίσκει τρόπους δια των οποίων θα σώζονται τα φαινόμενα· όπως για παράδειγμα γιατί ο ήλιος, η σελήνη και οι πλανήτες φαίνεται να εκτελούν ανώμαλες κινήσεις; Διότι εάν υποθέσουμε ότι οι κύκλοι που διαγράφουν είναι έκκεντροι ή ότι τα άστρα κινούνται επάνω σε επίκυκλους, θα ερμηνευθεί η φαινόμενη ανωμαλία, και έτσι θα μπορέσουμε να απαντήσουμε (το παραπάνω ερώτημα) ... 
Εν ολίγοις, δεν είναι καθόλου δουλειά του αστρονόμου να γνωρίζει τι από τη φύση του πρέπει να ηρεμεί και ποια να κινούνται, αλλά εισάγοντας υποθέσεις και για τα ακίνητα και για τα κινούμενα, εξετάζει με ποιες υποθέσεις μπορεί να περιγράψει τα παρατηρούμενα στον ουρανό φαινόμενα. Αλλά ο αστρονόμος πρέπει να λάβει τις πρώτες αρχές από τον φυσικό, συγκεκριμένα ότι οι κινήσεις των άστρων είναι απλές, ομαλές και εύτακτες, και δι' αυτών να αποδείξει ότι η κίνηση όλων μαζί είναι κυκλική, άλλων μεν σε παράλληλους και άλλων σε λοξούς κύκλους στρεφομένων.
    Η σπουδαιότητα του παραπάνω αποσπάσματος σε ό,τι αφορά το είδος και το περιεχόμενο των ιδεών που περικλείει έχει υπογραμμισθεί από τον J.L.E. Dreyer.32 Από άλλους επίσης σχολιάστηκε ως ενδεικτικό της ποικιλίας των ιδεών που διατυπώνονταν στην αρχαιότητα. Κατά τη γνώμη μας το απόσπασμα αυτό περιέχει και άλλες πολύ χρήσιμες πληροφορίες για τον ιστορικό της επιστήμης, οι οποίες δεν έχουν επισημανθεί ως τώρα. Γιατί σε αυτό ο Γεμίνος αναφέρεται, φυσικά, σε ιδέες- ταυτόχρονα όμως κάνει επίσης λόγο για ανθρώπους και για νοοτροπίες. Πράγματι, το χωρίο μάς αποκαλύπτει την ύπαρξη δύο διαφορετικών κοινοτήτων και σκιαγραφεί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις νοοτροπίες τους. Πρόκειται για τις κοινότητες των αστρονόμων και των φυσικών. Η παραδοσιακή ιστοριογραφία της επιστήμης, έχοντας στραμμένη την προσοχή της περισσότερο στις ιδέες και λιγότερο στους ανθρώπους, δεν μπόρεσε να το διακρίνει αυτό. Εξέλαβε το χωρίο απλώς ως μία ακόμα μαρτυρία για τις ιδέες, παρά τη ρητή και απερίφραστη αναφορά σε ανθρώπους, σε πρακτικές και νοοτροπίες, σε αστρονόμους και φυσικούς, που περιέχει. Και όχι μόνο αυτό. Μιλώντας μόνο για ιδέες, αποκομμένες από τις πρακτικές που τις συνοδεύουν και τους ανθρώπους που τις προτείνουν ή τις υιοθετούν, η παραδοσιακή ιστοριογραφία μιλά ουσιαστικά μόνο για τη λογική δομή των θεωριών. Όταν όμως αναφέρεται κανείς σε κοινότητες, αναφέρεται σε τάσεις, νοοτροπίες, αντιπαραθέσεις και πρακτικές. Γιατί πράγματι, όταν έχουμε κοινότητες με διαφορετικά καταστατικά χαρακτηριστικά είναι απολύτως δικαιολογημένο να υποθέσουμε ότι οι άνθρωποι συμμετέχουν σε συγκεκριμένες διαδικασίες, υποβάλλουν τις ιδέες τους σε αμοιβαία κριτική, προτείνουν υποθέσεις, τις οποίες, ενδεχομένως, κατόπιν αποσύρουν, συζητούν πώς προγραμματίζουν να πραγματευθούν ένα ορισμένο πρόβλημα, ανακοινώνουν την πληροφόρηση που έχουν για το τι κάνουν άλλοι με παρόμοια ενδιαφέροντα και, γενικώς, προσπαθούν να ενισχύσουν και να εμπλουτίσουν τα ιδιαίτερα εκείνα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη δική τους κοινότητα και τη διαφοροποιούν από τις άλλες. Αυτό το οποίο, σύμφωνα με τη δική μας ανάγνωση, αποκαλύπτει το χωρίο του Γεμίνου είναι η εμφάνιση ενός νέου, διακριτού λόγου και των νέων πρακτικών που τον συνοδεύουν. Και ο νέος αυτός λόγος δεν είναι άλλος από τον λόγο αυτών που ο Γεμίνος αποκαλεί «αστρονόμους».
 
    Ας προχωρήσουμε τώρα στο δεύτερο στοιχείο που υπαινιχτήκαμε στην αρχή, στα νέα δηλαδή χαρακτηριστικά γνωρίσματα που αποκτά ο μαθηματικός λόγος σε αυτή την περίοδο. Στη μικρή πραγματεία του Αρίσταρχου Περί Μεγεθών και αποστημάτων ηλίου και σελήνης αποδεικνύονται για πρώτη φορά στην ιστορία τριγωνομετρικές — όπως θα ονομασθούν αργότερα — ανισότητες. Παρά το ότι δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες για το εάν άλλοι πριν από αυτόν είχαν επιχειρήσει κάτι παρόμοιο, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι στην περίοδο αυτή εκτυλίσσεται ένα «πρόγραμμα» υπολογισμού χορδών διαφόρων τόξων και σύνταξης σχετικών (τριγωνομετρικών) πινάκων. Στο «πρόγραμμα» αυτό θα πρέπει να εντάξουμε τον Αρχιμήδη — του οποίον η μικρή πραγματεία με τον τίτλο Κύκλου μέτρησις ασχολείται ουσιαστικά με τη μέτρηση των χορδών ορισμένων τόξων — ίσως δε και τον Απολλώνιο, εφόσον αληθεύει η πληροφορία του Ευτόκιου ότι σε ένα χαμένο σήμερα έργο του με τον παράξενο τίτλο Ωκυτόκιον είχε υπολογίσει την τιμή, όπως θα λέγαμε σήμερα, του π με μεγαλύτερη ακρίβεια από τον Αρχιμήδη. Μέσα σε 150 χρόνια από τότε, το πρόγραμμα αυτό θα φτάσει στην ωριμότητα του όταν ο Ίππαρχος θα συντάξει έναν ολοκληρωμένο πίνακα χορδών Η ανάπτυξη τέτοιων νέων υπολογιστικών τεχνικών θα πρέπει να ερμηνευθεί ως ανταπόκριση στην απαίτηση για όλο και ακριβέστερες μετρήσεις, από αυτή δε τη διαδικασία της μέτρησης των χορδών καθώς και από τη σχετική προς αυτή έρευνα των αριθμητικών σχέσεων μεταξύ πλευρών και γωνιών των τριγώνων προέκυψε ιστορικά ένας ολόκληρος νέος κλάδος των μαθηματικών, η τριγωνομετρία.
 
    Ένα άλλο χαρακτηριστικό υπήρξε η ανάπτυξη της μεθοδολογίας αλλά και της τεχνολογίας των αστρονομικών παρατηρήσεων, ώστε να λαμβάνονται με όλο και μεγαλύτερη ακρίβεια τα εμπειρικά δεδομένα που χρειάζονται για να αποτελέσουν το σημείο εκκίνησης των υπολογισμών και ταυτόχρονα να ελέγξουν τις προγνώσεις της όποιας θεωρίας. Το γεγονός αυτό, με τη σειρά του, συνέβαλε ώστε να αναδειχθεί η απαίτηση για όλο και αυστηρότερη μαθηματική επεξεργασία των παρατηρησιακών δεδομένων. Όλοι σχεδόν οι μαθηματικοί αυτής της περιόδου επινοούν ή βελτιώνουν κάποιο παρατηρησιακό όργανο. Ο Αρχιμήδης στον Ψαμμίτη περιγράφει ένα όργανο για τη μέτρηση της φαινόμενης διαμέτρου του ήλιου· ο Αρίσταρχος επινόησε ένα βελτιωμένο είδος ηλιακού ωρολογίου, τη σκάφη, τις ακριβείς λεπτομέρειες του οποίου δεν γνωρίζουμε· ο Ίππαρχος επίσης έκανε εκτεταμένη χρήση της διόπτρας και είναι πιθανό στον ίδιο να ανάγεται η εφεύρεση του σφαιρικού αστρολάβου που περιγράφει ο Πτολεμαίος. Ας σημειώσουμε, επίσης, τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε η Αλεξάνδρεια στη διάρκεια αυτής της περιόδου, το γεγονός ότι όλοι οι προαναφερθέντες την επισκέφθηκαν και εργάστηκαν στον ένα ή στον άλλο βαθμό εκεί, και ότι το Μουσείο θα πρέπει να ήταν εξοπλισμένο με τα πιο εξελιγμένα όργανα για αστρονομικές παρατηρήσεις αλλά και με υλικό από βαβυλωνιακές παρατηρήσεις, το οποίο οι αστρονόμοι άρχισαν να αξιοποιούν κριτικά.
 

    Συμπεράσματα

 
    Σκοπός του άρθρου μας ήταν να δείξουμε ότι η παραδοσιακή ιστοριογραφία, επηρεασμένη έντονα από τον ρόλο και τον χαρακτήρα του αριστοτελισμού στον Δυτικό Μεσαίωνα, έχει υποτιμήσει ή και αγνοήσει συστηματικά πηγές και ιστορικά τεκμήρια που αναδεικνύουν την πολυμορφία, τον ρόλο αλλά και το εξαιρετικό ενδιαφέρον των «μη αριστοτελικών» εκφράσεων της αρχαιοελληνικής επιστήμης, ιδιαίτερα στον τομέα της αστρονομίας. Προς την πλευρά αυτή έχει βεβαίως συμβάλει και η έλλειψη των πρωτογενών σχετικών πηγών, λόγω μη αναπαραγωγής (άρα και μη διάσωσης) πολλών κειμένων που δεν ανήκαν στην αριστοτελική ή την πλατωνική παράδοση τόσο στο Δυτικό Μεσαίωνα όσο και στο Βυζάντιο. Αποτέλεσμα αυτής της στάσης είναι η προσέγγιση του έργου συγκεκριμένων στοχαστών να γίνεται σε ένα πλαίσιο και με όρους που η σύγχρονη ιστοριογραφία της επιστήμης έχει απορρίψει. Τα έργα του Αρίσταρχου και του Ηρακλείδη εμφανίζονται ως «ανώμαλα σημεία» στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής αστρονομίας, ως τα παραγνωρισμένα, και στην εποχή τους ακόμα, επιτεύγματα ιδιοφυών στοχαστών και όχι ως οι τελευταίες ίσως και πιο ολοκληρωμένες εκφράσεις μιας αστρονομικής παράδοσης που βεβαιωμένα λειτούργησε για αιώνες στον αρχαιοελληνικό χώρο. Το ερέθισμα για μια νέα θεώρηση της περιόδου μάς το έδωσε μια «άλλη» ανάγνωση του σχετικού με την ηλιοκεντρική υπόθεση του Αρίσταρχου χωρίο του Ψαμμίτη. Δείξαμε ότι ένα πολύ σοβαρό ιστορικό τεκμήριο, ο τρόπος δηλαδή που η ηλιοκεντρική υπόθεση αντιμετωπίζεται από τον Αρχιμήδη, κάθε άλλο παρά μπορεί να ενταχθεί στο ερμηνευτικό πλαίσιο που έχει καθιερώσει η παραδοσιακή ιστορία της επιστήμης για τη μελέτη και την κατανόηση του. Ταυτόχρονα, με βάση αυτό, σκιαγραφήσαμε τη δυνατότητα ενός νέου ερμηνευτικού πλαισίου το οποίο μας οδηγεί στην ανάγκη μιας συστηματικής επανανάγνωσης των σχετικών πηγών και μελέτης της αστρονομίας και των μαθηματικών των πρώτων ελληνιστικών χρόνων. Τα στοιχεία που αναφέραμε μας οδηγούν στο εύλογο συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε πια σε μια περίοδο η οποία χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση και συγκρότηση μιας νέας κουλτούρας στη διατύπωση των μαθηματικών θεωριών, μιας κουλτούρας η οποία δεν μένει ανεπηρέαστη από μια προϋπάρχουσα και συνεχώς εξελισσόμενη κουλτούρα των παρατηρήσεων. Η έμφαση στην ποσοτικοποίηση και αριθμητικοποίηση που παρατηρείται στα μαθηματικά αυτή την περίοδο συνδέεται αδιάσπαστα με τις περαιτέρω βελτιώσεις και τροποποιήσεις των μετρητικών και παρατηρησιακών μεθόδων, Το αποτέλεσμα αυτής της σύνθετης διαδικασίας δεν είναι μόνο η ανάπτυξη νέων μαθηματικών και παρατηρησιακών τεχνικών αλλά και η διαμόρφωση μιας νέας νοοτροπίας, μιας νέας αντίληψης και, πάνω απ' όλα, ενός νέου τρόπου επιστημονικής σκέψης, δηλαδή η δημιουργία ενός νέου λόγου. Πράγματι, το να αποδείξεις ότι μπορείς να εκτελέσεις υπολογισμούς με τα αποτελέσματα των μετρήσεων που σου δίνουν οι παρατηρήσεις και, αντίστροφα, να επιβεβαιώσεις με νέες μετρήσεις τα αποτελέσματα που έχεις βρει με τους υπολογισμούς, είναι όντως μια νέα νοοτροπία. Ο φυσικός και ο αστρονόμος κατά τον Γεμίνο δεν έχουν τους ίδιους σκοπούς. Ακόμα πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι δεν έχουν την ίδια γενική αντίληψη για το πώς θα ερευνήσουν τη φύση, για το ποια γλώσσα πρέπει να χρησιμοποιήσουν, με δυο λόγια συγκροτούν δύο διαφορετικές κοινότητες που αναπτύσσουν, μορφοποιούν και εδραιώνουν διαφορετικούς τρόπους του σκέπτεσθαι και διαφορετικές νοοτροπίες.
 
  ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Άλλες μαρτυρίες για την ηλιοκεντρική υπόθεση του Αρίσταρχου.

 
    Το απόσπασμα από τον Ψαμμίτη δεν είναι η μόνη μαρτυρία για την ηλιοκεντρική υπόθεση του Αρίσταρχου που έχουμε από την αρχαία γραμματεία. Διασώζονται επίσης μερικές ακόμα μαρτυρίες, οι οποίες πάντως είναι μικρότερης σημασίας από αυτή του Αρχιμήδη. Σκοπός του παραρτήματος αυτού είναι να παρουσιάσουμε κριτικά αυτές τις δευτερεύουσες μαρτυρίες.
 
    Η πιο ενδιαφέρουσα από αυτές προέρχεται από τον βιογράφο και ιστορικό συγγραφέα του 1ου μ.Χ. αιώνα Πλούταρχο από τη Χαιρώνεια της Βοιωτίας.33 Περιέχεται στα Πλατωνικά ζητήματα34 (Ζήτημα viii) και είναι η εξής:
Πότερον οὕτως ἐκίνει τὴν γῆν, ὥσπερ ἥλιον καὶ σελήνην καὶ τοὺς πέντε πλανήτας, οὖς ὄργανα χρόνου διὰ τάς τροπὰς προσηγόρευε, καὶ ἔδει τὴν γῆν «ἰλλομένην περὶ τὸν διὰ πάντων πόλον τεταμένον» μὴ μεμηχανῆσθαι συνεχομένην καὶ μενοῦσαν, ἄλλα στρεφομένην καὶ ἀνειλουμένην νοεῖν, ὡς ὕστερον Ἀρίσταρχος καὶ Σέλευκος ἀπεδείκνυσαν, ὁ μὲν ὑποτιθέμενος μόνον ὁ δὲ Σέλευκος καὶ ἀποφαινόμενος· Θεοφραστος δὲ καὶ προσιστορεῖ τῷ Πλάτωνι πρεσβυτέρῳ γενομένῳ μεταμέλειν, ὡς οὗ προσήκουσαν ἀποδόντι τῇ γῆ τὴν μέσην χώραν τοῦ παντός.
Μετάφραση
Ποιο εκ των δύο [θεωρούσε, ο Πλάτων, τη γη ακίνητη] ή την έθετε σε κίνηση με τον ίδιο τρόπο, όπως ακριβώς τον ήλιο, τη σελήνη και τους πέντε πλανήτες, τους οποίους καλούσε όργανα του χρόνου λόγω των τροπών τους, και έπρεπε τη γη, «περιτυλιγμένη περί τον άξονα ο οποίος εκτείνεται από τον πόλο του σύμπαντος», να μην την αντιλαμβάνεται ως συνενωμένη και ακινητούσα, αλλά να τη νοεί ως περιστρεφόμενη και προχωρούσα, όπως πρέσβευαν αργότερα ο Αρίσταρχος και ο Σέλευκος, ο μεν [πρώτος] διατυπώνοντας αυτό μόνο ως υπόθεση ο δε Σέλευκος και ως βεβαιότητα. Ο Θεόφραστος δε διηγείται επιπλέον ότι όταν ο Πλάτων έγινε πρεσβύτερος μετανόησε, διότι είχε αποδώσει στη γη τη μη προσήκουσα θέση του κέντρου του κόσμου.
    Η φράση στο παραπάνω απόσπασμα που παρατίθεται εντός εισαγωγικών προέρχεται από τον πλατωνικό Τίμαιο (40 b-c) και για το νόημα της έχει αναπτυχθεί μεγάλη συζήτηση μεταξύ των φιλολόγων και σχολιαστών του πλατωνικού έργου τόσο στην αρχαιότητα όσο και σήμερα. Το πρόβλημα βρίσκεται στο ακριβές νόημα — αλλά και στην ορθογραφία — της λέξης «ἰλλομένην», η οποία από άλλους αποδίδεται ως «περιστρεφόμενη», «συστρεφομένη» κ.λπ. και επομένως κατά τρόπο που δηλώνει κίνηση, και από άλλους ως «περιτυλιγμένη», «πιεζόμενη» κ.λ.π., δηλαδή κατά τρόπο που δεν δηλώνει κίνηση. Η παρουσίαση της συζήτησης ξεφεύγει από τους στόχους αυτού του άρθρου, ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται μπορεί να ανατρέξει στα έργα των D.R. Dicks,35 T.L. Healh36 κ.ά. Έχει ιδιαίτερη αξία να επισημάνουμε δύο σημεία από την προηγούμενη μαρτυρία. Πρώτον επιβεβαιώνει ότι ο Αρίσταρχος διατύπωσε την ηλιοκεντρική του υπόθεση ως μαθηματική υπόθεση — μάλιστα, ορισμένοι ιστορικοί έχουν διατυπώσει τη γνώμη ότι οι λέξεις «ὑποτιθέμενος μόνον» που χρησιμοποιεί ο Πλούταρχος έχουν ληφθεί απευθείας από το «ὑποθεσίων τινών» του Αρχιμήδη.37 Ο Αρίσταρχος ήταν μαθηματικός / αστρονόμος και όχι φυσικός. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να περιγράψει με κάποιο γεωμετρικό μοντέλο τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων, να «σώσει» τα ουράνια φαινόμενα και όχι να ερμηνεύσει τη «φύση» των ουρανίων σωμάτων.
 
    Το δεύτερο σημείο που αξίζει να επισημανθεί είναι η ευκολία με την οποία ο Πλούταρχος είναι έτοιμος να δεχθεί την πληροφορία του Θεόφραστου ότι ο Πλάτων, στο τέλος της ζωής του, υιοθέτησε τη μη γεωκεντρική και μη γεωστατική αντίληψη. Ακόμη και αν η πληροφορία του Θεόφραστου δεν είναι ακριβής, το γεγονός ότι την υιοθετεί ο Πλούταρχος, ένας δεδηλωμένος οπαδός, των φιλοσοφικών απόψεων του Πλάτωνα, επιβεβαιώνει την άποψη μας ότι η υπόθεση αυτή δεν θα μπορούσε να ήταν βέβηλη και αιρετική, όπως η παραδοσιακή ιστοριογραφία της επιστήμης αφήνει να εννοηθεί.
 
    Στο ίδιο πνεύμα βρίσκονται και οι δύο επόμενες μαρτυρίες, του δοξογράφου Αέτιου και του Σέξτου του Εμπειρικού. Η μαρτυρία του Αέτιου (1ος μ.Χ. αιώνας) προέρχεται από μια επιτομή με τον τίτλο Περί αρεσκόντων [De placitis reliquiae], η οποία πιστεύεται ότι σε τελευταία ανάλυση κατάγεται — όπως άλλωστε και μεγάλο μέρος της δοξογραφικής παράδοσης — από το περίφημο σύγγραμμα που είχε γράψει ο συνεργάτης και διάδοχος του Αριστοτέλη Θεόφραστος και έφερε τον τίτλο Φυσικαί δόξαι.38 Αποσπάσματα της επιτομής του Αέτιου διασώζονται στο Ανθολόγιο του Ιωάννη Στοβαίου (5ος μ.Χ. αιώνας), στην Ευαγγελική προπαρασκευή [Praeparatio cvangelica] του Ευσέβιου (4ος μ.Χ. αιώνας), καθώς και σε μια ανώνυμη συλλογή του 2ου μ.Χ. αιώνα με τίτλο Περί αρέσκονταν τοις φιλοσόφους [De placitis philosophorum], η οποία συντάχθηκε από κάποιον συγγραφέα που υπέγραφε ως «Πλούταρχος», δεν πρόκειται όμως για τον γνωστό βιογράφο Πλούταρχο και γι' αυτό στη νεότερη γραμματεία αναφέρεται ως ψευδο-Πλούταρχος. Το σχετικό απόσπασμα αναφέρεται στην ερμηνεία των ηλιακών εκλείψεων και είναι το ακόλουθο: 
Ἀρίσταρχος τὸν ἥλιον ἵστησι μετὰ τῶν ἀπλανῶν, τὴν δὲ γῆν κινεῖ περὶ τὸν ἡλιακὸν κύκλον καὶ κατὰ τάς ταύτης ἐγκλίσεις σκιάζεσθαι.
 Μετάφραση 
Ο Αρίσταρχος τοποθετεί τον ήλιο μαζί με τους απλανείς, τη δε γη τη θέτει σε κίνηση γύρω στον ηλιακό κύκλο [εκλειπτική] και (θεωρεί ότι) ανάλογα με τις κλίσεις της σκιάζεται.39
    Η μαρτυρία του Σέξτου του Εμπειρικού, εξάλλου, περιέχεται στο γνωστό σύγγραμμα του με τον τίτλο Προς μαθηματικούς [Adversus Mathematicos] και είναι η ακόλουθη: 
ἕτερον ἄρα ἐστὶν ἡ τοῦ κόσμου κίνησις καὶ ἕτερον ὁ χρόνος. οἵ γε μὴν τήν του κόσμου κίνησιν ἀνελόντες, τὴν δὲ γῆν κινεῖσθαι δοξάσαντες, ὡς οἱ περὶ Ἀρίσταρχον τὸν μαθηματικόν, οὐ κωλύονται νοεῖν χρόνον.
 Μετάφραση: 
Άρα είναι άλλο πράγμα η κίνηση του κόσμου και άλλο ο χρόνος. Διότι εκείνοι οι οποίοι δεν παραδέχονται την κίνηση του κόσμου και έχουν τη γνώμη ότι κινείται η γη, όπως οι περί τον μαθηματικό Αρίσταρχο, δεν εμποδίζονται να νοούν τον χρόνο.
    Από τη μαρτυρία αυτή αξίζει να σημειώσουμε την αναφορά στους «περί Αρίσταρχον» η οποία επιβεβαιώνει την άποψη μας ότι ο Αρίσταρχος δεν υπήρξε μια μεμονωμένη φωνή αλλά κορυφαίος εκπρόσωπος και συνεχιστής μιας συγκεκριμένης παράδοσης στην οποία ανήκαν και άλλοι στοχαστές.
 
    Η τελευταία αναφορά που έχουμε στη διάθεση μας και είναι η μοναδική που αποδίδει στον Αρίσταρχο «ασέβεια» για την ηλιοκεντρική υπόθεση προέρχεται και πάλι από τον Πλούταρχο και περιέχεται στο έργο του με τον τίτλο Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης [De facie in orbe lunac40]. Συγκεκριμένα, στο εδάφιο C6 του έργου αυτού αναφέρονται τα εξής: 
Μόνον ᾦ τὰν, μὴ κρίσιν ἡμῖν ἀσεβείας ἐπαγγείλῃς, ὥσπερ Ἀρίσταρχον ᾤετο δεῖν Κλεάνθης τὸν Σάμιον ἀσεβείας προσκαλεῖσθαι τοὺς Ἕλληνας ὡς κινοῦντα τοῦ κόσμου τὴν ἑστιᾶν, ὅτι <τὰ> φαινόμενα σῴζειν ἀνὴρ ἐπειρᾶτο μένειν τὸν οὐρανὸν ὑποτιθέμενος, ἐξελίττεσθαι δὲ κατὰ λοξοῦ κύκλου τὴν γῆν, ἅμα καὶ περὶ τὸν αὐτῆς ἄξονα δινουμένην.
Μετάφραση: 
Μόνο κοίταξε μήπως μας εμπλέξεις σε κατηγορία για ασέβεια, όπως ακριβώς νόμιζε ότι έπρεπε να κάνει ο Κλεάνθης για τον Αρίσταρχο τον Σάμιο εγκαλών αυτόν στους Έλληνες επειδή έθετε σε κίνηση την εστία του κόσμου, διότι προσπαθούσε ο άνθρωπος να σώσει τα φαινόμενα υποθέτοντας ότι η ουράνια σφαίρα μένει ακίνητη, η δε γη μετατοπίζεται διαγράφοντας λοξό κύκλο, ενώ συγχρόνως περιστρέφεται περί τον άξονα της.
    Η παραπάνω πληροφορία για την αντίθεση του στωικού φιλοσόφου Κλεάνθη (πέθανε περ. 232 π.Χ.) προς την ηλιοκεντρική υπόθεση επιβεβαιώνεται και από μια δεύτερη πηγή, συγκεκριμένα από τον Διογένη τον Λαέρτιο, ο οποίος παραθέτει μεταξύ των έργων του Κλεάνθη και ένα κείμενο με τίτλο Προς Αρίσταρχον. Δεν χωρεί αμφιβολία, λοιπόν, ότι η πληροφορία του Πλούταρχου είναι αληθής. Το αναφέρουμε αυτό γιατί το επεισόδιο με τον Κλεάνθη αποτελεί μια πολύ καλή ένδειξη για το πόσο εύθραυστη είναι συχνά η βάση στην οποία στηρίζεται η εξέταση ιστορικών γεγονότων από τις οποία μας χωρίζουν πολλοί αιώνες.41 Πράγματι, στο παραπάνω απόσπασμα αναφέρεται ότι ο Κλεάνθης κατηγόρησε τον Αρίσταρχο για ασέβεια. Και όμως, σε ένα χειρόγραφο του έργου του Πλούταρχου, το όνομα του Αρίσταρχου εμφανίζεται στην ονομαστική (Αρίσταρχος αντί Αρίσταρχον) ενώ το όνομα του Κλεάνθη στην αιτιατική (Κλεάνθη αντί Κλεάνθης), ένας συνδυασμός ο οποίος αλλάζει τελείως το νόημα της φράσης. Σύμφωνα με αυτόν τον συνδυασμό εμφανίζεται ο Αρίσταρχος να κατηγορεί τον Κλεάνθη (τον Σάμιο) για ασέβεια, επειδή ο τελευταίος διατύπωσε την ηλιοκεντρική υπόθεση. Η εκδοχή αυτή εμφανίζεται, μάλιστα, στη γαλλική μετάφραση των έργων του Πλούταρχου, το έτος 1573. Όπως παρατηρεί ο Byron Emerson Wall, αν δεν γνωρίζαμε από άλλες πηγές ότι από τη Σάμο καταγόταν ο Αρίσταρχος και όχι ο Κλεάνθης, δεν θα μπορούσαμε να αποφασίσουμε ποια εκδοχή του κειμένου του Πλούταρχου είναι η σωστή!42
 
    Η παραδοσιακή ιστορία της επιστήμης έχει αποδώσει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία στην κριτική του Κλεάνθη προς την ηλιοκεντρική υπόθεση που μεταφέρει ο Πλούταρχος στο παραπάνω απόσπασμα, θεωρώντας — συνήθως — ότι η κριτική αυτή απηχεί τρόπον τινά μια γενικευμένη αντίθεση προς τον Αρίσταρχο και τη θεωρία του από τους αρχαίους συγγραφείς της εποχής. Ενδεικτική είναι σχετικά με αυτό η ακόλουθη τοποθέτηση του Ε. Σ. Σταμάτη: «Δια την θεωρίαν του Αριστάρχου περί του ηλιοκεντρικού συστήματος ο Στωικός φιλόσοφος Κλεάνθης υπέβαλε κατ' αυτού μήνυσιν επί αθεία, επειδή αύτη ήτο αντίθετος προς την τότε ισχύουσαν θρησκευτικήν πεποίθησιν, ότι η γη είναι θεά ακίνητος. Πάσα θεωρία αντίθετος προς την πεποίθησιν αυτήν ετιμωρείτο εν Αθήναις με θάνατον. Φαίνεται λοιπόν, ότι ο Αρίσταρχος μετά την υποβολην της μυνήσεως αυτής εδραπέτευσεν εξ Αθηνών και μετέβη εις Αλεξάνδρειαν, όπου δεν εξικνείτο η ποινική δίωξις των Αθηνών».43
 
    Η τοποθέτηση του Σταμάτη είναι φυσικά ακραία, εκφράζει όμως ως ένα βαθμό, τη νοοτροπία με την οποία μερικοί νεότεροι ιστορικοί της επιστήμης αντιμετώπισαν τον Αρίσταρχο και τον ρόλο του στην αρχαία επι¬στήμη.44 Ασφαλώς θα πρέπει να υποθέσουμε ότι κατά τον 3ο και τον 2ο αιώνα υπήρχαν και στοχαστές οι οποίοι «ενοχλήθηκαν» από την επιλογή του Αρίσταρχου να θέσει τη γη σε κίνηση προκειμένου να ερμηνεύσει τα ουράνια φαινόμενα με διαφορετικό τρόπο. Και στην περίπτωση του Κλεάνθη, όμως, πρέπει να τονίσουμε ότι δεν αμφισβητείται η μαθηματική νομιμότητα της ηλιοκεντρικής υπόθεσης αλλά ο θρησκευτικός της αντίκτυπος όπως ήταν κατανοητός από τον Κλεάνθη. Οφείλουμε ωστόσο να εξετάσουμε εάν η κριτική του Κλεάνθη απηχεί πράγματι το πνεύμα της εποχής ή εάν ήταν απλώς μια περιθωριακή και μεμονωμένη έκφραση, τελείως αποκομμένη από το κλίμα των επιστημονικών αναζητήσεων της εποχής. Έχουμε τη γνώμη ότι το δεύτερο ενδεχόμενο βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα. Αυτό προκύπτει κατ' αρχάς από το γεγονός ότι στις υπόλοιπες μαρτυρίες του Πλούταρχου, του Αέτιου και του Σέξτου του Εμπειρικού που αναφέρονται ονομαστικά στον Αρίσταρχο δεν υπάρχει το παραμικρό ίχνος κριτικής προς την ηλιοκεντρική υπόθεση. Αλλά και στην αναφορά στην κριτική του Κλεάνθη που μας μεταφέρει ο Πλούταρχος δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς την αποστασιοποίηση του τελευταίου, όταν γράφει ότι ο Κλεάνθης κατηγόρησε τον Αρίσταρχο για ασέβεια «διότι προσπαθούσε ο άνθρωπος να σώσει τα φαινόμενα»! Τέλος, ο πιο σημαντικός λόγος που μας κάνει να πιστεύουμε ότι η κριτική του Κλεάνθη ήταν μια μεμονωμένη έκφραση η οποία ουδόλως απηχεί το κλίμα των επιστημονικών αναζητήσεων της εποχής είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Αρχιμήδης αντιμετωπίζει την ηλιοκεντρική υπόθεση.
 
    Ένα ακόμα παράδειγμα τέτοιου είδους, μας προσφέρει το παρακάτω απόσπασμα του Δερκυλλίδη, όπως το μεταφέρει ο Θέων ο Σμυρναίος στο έργο του Περί των κατά το μαθηματικών χρησίμων εις την Πλάτωνος ανάγνωσιν [Expositio rerum malhematicarum ad legendum Platonem ulilium].45 Στο απόσπασμα δεν γίνεται ονομαστική αναφορά στον Αρίσταρχο, δεν χωρεί αμφιβολία όμως ότι η κριτική που ασκεί στρέφεται και προς εκείνον:
τέταρτον ἐπεὶ οὔτε πάντα τὰ ὄντα κινεῖσθαι εὔλογόν ἐστιν οὔτε πάντα μένειν, ἀλλὰ τὰ μὲν κινεῖσθαι, τὰ δὲ μένειν, ὁμολογεῖσθαι δεῖ, τίνα ἐν τῷ παντὶ μένειν χρῇ καὶ τίνα κινεῖσθαι. φησὶ δ' ὡς γῆν μὲν χρῇ οἴεσθαι μένειν, ἑστιᾶν τοῦ θεῶν οἴκου κατὰ τὸν Πλάτωνα, τὰ δὲ πλανώμενα σὺν τῷ παντὶ περιέχοντι οὐρανῷ κινεῖσθαι· τοὺς δὲ τὰ κινητὰ στήσαντας, τὰ δὲ ἀκίνητα φύσει καὶ ἔδρα κινήσαντας ὡς παρὰ τάς τῆς μαθηματικῆς ὑποθέσεις ἀποδιοπομπείται.
Μετάφραση: 
Τέταρτον, επειδή είναι εύλογο ότι ούτε όλα τα όντα είναι σε κίνηση ούτε όλα σε στάση, αλλά άλλα μεν είναι σε κίνηση και άλλα είναι σε στάση, πρέπει να θέσουμε ως υπόθεση ποια μέσα στο σύμπαν είναι σε κίνηση και ποια είναι σε στάση. [Ο Δερκυλλίδης λοιπόν] υποστηρίζει ότι πρέπει να υποθέσουμε ότι η γη, η εστία του οίκου των θεών κατά τον Πλάτωνα, μένει ακίνητη και ότι κινούνται οι πλανήτες μαζί με ολόκληρο τον ουρανό που τους περιέχει· και ότι [πρέπει] να παραδώσουμε στην κοινή χλεύη τις απόψεις αυτών οι οποίοι τα κινητά τα έθεσαν ως ακίνητα και τα εκ φύσεως και θέσεως ακίνητα τα έθεσαν σε κίνηση, επειδή αντιβαίνουν προς τις υποθέσεις των μαθηματικών.
    Για να εκτιμήσουμε σωστά το περιεχόμενο του αποσπάσματος αυτού πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ο Δερκυλλίδης ήταν ένας σχολιαστής του Πλάτωνα ο οποίος έζησε τον 1ο π.Χ. αιώνα, δηλαδή σε μια εποχή όπου τα γεωκεντρικά μοντέλα της «κατ' επίκυκλον» και της «κατ' έκκεντρον» κίνησης είχαν ουσιαστικά διαμορφωθεί και οι γεωμετρικές ιδιότητες τους είχαν σε μεγάλο βαθμό μελετηθεί αρχικά από τον Απολλώνιο (περ. 200 π.Χ.) και στη συνέχεια από τον Ίππαρχο (περ. 150 π.Χ.). Η εποχή αυτή, από την άποψη της ιστορίας της αστρονομίας, είναι τελείως διαφορετική από την εποχή του Αρίσταρχου, μια εποχή που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα, όπου το μοντέλο των ομόκεντρων σφαιρών του Ευδόξου έχει καταρρεύσει λόγω των αδυναμιών του να ανταποκριθεί στις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις για ακριβή ποσοτική περιγραφή των ουρανίων κινήσεων, και οι μαθηματικοί / αστρονόμοι αναζητούν τις υποθέσεις εκείνες που θα αποτελέσουν τη βάση για τη διατύπωση μιας νέας μαθηματικής αστρονομίας ικανής να «σώζει τα φαινόμενα». Την εποχή του Δερκυλλίδη οι αναζητήσεις αυτές έχουν ήδη καταλήξει στη διατύπωση των νέων μοντέλων και η κοινότητα των μαθηματικών / αστρονόμων εργάζεται με αυτά. Έτσι, η απόρριψη της υπόθεσης του ηλιοκεντρισμού από έναν συγγραφέα που ζει σε αυτή την εποχή είναι όχι απλώς κατανοητή αλλά, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε, ακόμα και κοινότοπη.
-----------------------
       Σημειώσεις:

1. Otto Neugebauer: «Archimedes and Aristarchus » Isis τ. 35, 1942, σ. 4-6, στη σ. 4.

2. Τ.Η. Martin: Memoires sur I' histoire des hypotheses astronomiques chez les Grecs et les Romains. Menoires de l' Academie des Inscriptions et des Bellcs-Leitrcs, t. XXX, 2e partie. 1881 P. Τannery: Recherches sur l' histoire de l' Asironomie ancienne. Mdmoires de la Societe des sciences physiques et naturelles de Bordeaux, 4e serie, t I, 1893· J.V. Schiapa-relli: Origine del sislema planetario eliocenlrico presso i Greci. Mcmorie del R. Inslituto Lombardo di Scienze e I.ettere. Classe di Scienze matematiche e naturali), t. XVIII, 1898' J.L.E. Dreyer: A History of Astronomy from Thales to Kepler. Νέα Υόρκη, Dover, 1953. (Πρώτη έκδοση, με τον τίτλο History of the Planetary Systems from Thales to Kepler, I906) T.I.. Heath: Aristarchus of Samos, the Ancient Copernicus. Νέα Υόρκη, Dover, 1981. (Πρώτη έκδοση. 1913)

3. Δεν θα επεκταθούμε στην ανάλυση των λόγων αυτής της έντονης διαφοροποίησης, παρά το ότι παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Αναφέρουμε απλώς ότι πολλοί Έλληνες αστρονόμοι (και όχι μόνο) με ανησυχίες και ενδιαφέροντα που εμπίπτουν στην ιστορία των επιστημών, θεώρησαν σκόπιμο με άρθρα τους να «αποδείξουν» — επανα­λαμβάνοντας διαρκώς αναμασημένα και ελαφρώς μεταλλαγμένα τα επιχειρήματα του Ε. Αντωνιάδη (βλ. τα άρθρα του «Ηλιοκεντρικόν σύστημα» και «Κοπέρνικος» στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια) - ότι ο Κοπέρνικος αντέγραψε τον Αρίσταρχο και το απέκρυψε δόλια. Τις σύγχρονες απόψεις για τη σχέση των έργων Κοπέρνικου Αρίσταρχου αλλά και την έντονα ιδεολογική χρήση του όλου θέματος στον Ελληνικό χώρο, είχαμε αναπτύξει με εκτενέστατη επιστολή άρθρο στην εφημερίδα «Το Βήμα», σε απά­ντηση απόψεων αυτού του τύπου που είχε εκτενώς προβάλει μέσα από τις στήλες του. Δυστυχώς ο αρμόδιος συντάκτης, για λόγους εύκολα κατανοητούς, δεν επέτρεψε τη δημοσίευση της. Για μια σύγχρονη και επιστημονικά θεμελιωμένη απάντηση στο τέταρτο αυτό ερώτημα παραπέμπουμε τον αναγνώστη στο άρθρο του Owen Gingerich, «Did Copernicus owe a debt to Aristarchus?» (Journal for the History of Astronomy.τ, 16, 1985, σ. 37-42.)

4. Η εποχή του Αρίσταρχου τοποθετείται συνήθως στις τελευταίες δεκαετίες του 4ου και στις πρώτες δεκαετίες του 3ου π.Χ. αιώνα. Αυτό προκύπτει αν ληφθεί υπόψη ότι ήταν μαθητής του Στάτωνα από τη Λάμψακο πριν από το 287 π.Χ.. οπότε ο τελευταίος ανήλθε στη διεύθυνση της Περιπατητικής Σχολής των Αθηνών, και επίσης από το γεγονός ότι σύμφωνα με μαρτυρία του Πτολεμαίου, παρατήρησε το θερινό ηλιοστάσιο το έτος 280 π.Χ. Ο Αρχιμήδης, εξάλλου, γεννήθηκε περί το 287 π.Χ. Ο Ψαμμίτης θεωρείται από τους παλαιότερους ιστορικούς των μαθηματικών ότι ανήκει στα έργα που έγραψε ο Αρχιμήδης στο τελευταίο στάδιο της ζωής του. Ο Heath μάλιστα εκτιμά ότι είναι ακριβώς το τελευταίο από τα σωζόμενα έργα του, και επομένως τοποθετεί τη συγγραφή του λίγα χρόνια πριν τον θάνατο του Αρχιμήδη το 212 π.Χ. (T.L. HEATH History of Greek Mathematics. 2, Νέα Υόρκη, Dover, 198I, σ. 22.) Ωστόσο ο W.R. Knorr, στην ενδελεχή μελέτη του για τη χρονολογική διάταξη του συνόλου των έργων του Αρχιμήδη, επιχειρηματολογεί πειστικά υπέρ μιας πολύ πρώιμης χρονολόγησης του Ψαμμίτη, επικαλούμενος το γεγονός ότι τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο του έργου αυτού ταιριάζει περισσότερο με την πρώτη πάρα με την τελευταία περίοδο του 3ου αιώνα. (Βλ. W.R. Knorr. «Archimedes and the Elements: Proposal lor a Revised Chronological Ordering of the Archimedean Corpus». Archive for History of Exact Sciences, τ. 19, Αρ. 3. 1978. σ. 211-290.) Αν δεχθούμε τη χρονολόγηση που προτείνει ο Knorr τότε δεν αποκλείεται ο Ψαμμίτης να γράφτηκε ενώ ο Αρίσταρχος ήταν ακόμα στη ζωή.

5. Αρχιμήδους Άπαντα, τ. Β΄ επίμ. Ε. Σ. Σταμάτης, Αθήνα, Τ.Ε.Ε. 1974, σ, 180, στ. 20 - 182 στ. 19. Για να διευκολύνουμε τον σχολιασμό που θα ακολουθήσει χωρίσαμε το χωρίο σε ενότητες με αυτοτελές σχετικά περιεχόμενο.

6. Ευχαριστούμε τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γεώργιο Α. Χριστοδούλου για τις χρήσιμες υποδείξεις του για τη μετάφραση του κειμένου.

7. Τη συζήτηση που έχει αναπτυχθεί μεταξύ των ιστορικών της επιστήμης για τη σημασία της λέξης «γραφαί», την παραθέτει ο Heath στις σ. 303-304 του έργου του, όπου αποφαίνεται, μετά από λεπτομερή ανάλυση της γλωσσικής εκφοράς του εδαφίου, ότι ο Αρίσταρχος είχε γράψει κάποιο σύγγραμμα. Την εκδοχή αυτή ασπάζονται οι περισσότεροι νεότεροι σχολιαστές.

8. Ορισμένοι ιστορικοί, όπως ο J.L. Heiberg, ο P. ver Eecke αλλά και ο ίδιος ο Heath στο μεταγενέστερο έργο του A manual of Greek Mathematics, θεωρούν ότι το κείμενο του Αρχιμήδη μπορεί να στηρίξει ακόμα και την αναγνώριση του τίτλου του συγγράμματος του Αρίσταρχου ως Υποθέσεις. Η εκδοχή αυτή είναι ως έναν βαθμό αυθαίρετη και οι περισσότεροι ιστορικοί δεν τη συμμερίζονται, ωστόσο είναι ένα ενδεχόμενο που κατά τη γνώμη μας δεν μπορεί να απορριφθεί. Η λέξη «υποθέσεις» εμφανίζεται πράγ­ματι σε τίτλους έργων όπως για παράδειγμα στο Υποθέσείς των πλανωμένων του Πτολεμαίου ή στο Υποτύπωσις των αστρονομικών υποθέσεων του Πρόκλου. Εξάλλου, στη Μεγίστη ο Πτολεμαίος «υποθέσεις» ονομάζει τα μοντέλα της κίνησης των πλα­νητών: «υπόθεση της "κατ' επίκυκλον" κίνησης» και «υπόθεση της "κατ' εκκεντρό­τητα" κίνησης»

9. ΚΛΑΥΛΙΟΣ ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ: Claudii Ptotemaei Opera quae exstant omnia, τομ. 1: SyntaxisMathematica. επιμ. J.L. Heibcrg, μέρος Ι, σ. 296. στ. 5-6. Λειψία, Teubner, 1898.

10. R. von Erharot & E. von Erhardt-Siebold: «Archimedes' Sand-Reckoner. Arislarchos and Copernicus», /sis, τ. 33. 1942, σ. 578-602, στη σ. 581.

11 Αξίζει να υπογραμμισθεί επίσης ότι ακόμα και αυτή η απλή παράθεση από τον Αρχιμήδη των στοιχείων που συγκροτούν την ηλιοκεντρική υπόθεση του Αρίσταρχου δεν αντανακλά καθόλου το κλίμα που σχεδόν όλοι οι ιστορικοί της επιστήμης θεωρούν ότι είχε δημιουργηθεί ενάντια σε μια τόσο «αιρετική», «τολμηρή», «ριζοσπαστική» υπόθεση.

12. Αξίζει και πάλι να σημειώσουμε ότι ο Αρχιμήδης δεν συνοδεύει τη φράση του με αρνητικά σχόλια για τον Αρίσταρχο αν και έχει, προφανώς, την ευκαιρία στο σημείο αυτό να το κάνει. To γιατί θα το εξηγήσουμε στη συνέχεια.

13. ΚΛΑΥΔΙΟΣ ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ: ό.π.,, σ. 9, στ. 22-24,

14. Τ.L. Heath: Aristarchus of Samos. Τhe ancient Copernicus, σ. 308-309

15. Ενδεικτικά είναι τα ακόλουθα παραδείγματα: «Αυτό [δηλ. η περιγραφή του ηλιοκεντρισμού του Αρίσταρχου από τον Αρχιμήδη] είναι καταπληκτικό, και δεν θα το πιστεύαμε αν η πληροφορία προερχόταν από άλλη πηγή» (G. Sarton: Hellenistic scien­ce and culture in the last three centuries B.C.. Νέα Υόρκη, Dover, 1993, σ. 57). «Αλλά, κατά τη διάρκεια του 3ου αιώνα, έκανε την εμφάνιση του ένα έργο το οποίο έφερε αναστάτωση στις παραδεκτές αντιλήψεις ... αν και δεν έμεινε στην αφάνεια, το ηλιοκεντρικό σύστημα του Αρίσταρχου δεν έτυχε καμιάς αποδοχής· μόνο ένας αστρονόμος του 2ου π.Χ. αιώνα, που ονομαζόταν Σέλευκος ... φαίνεται ότι το έκανε αποδεκτό» (η έμφαση δική μας) (J. BeaujeU «Asironomie et geographie mathematique», στο: R. ΤAτον. επιμ.: Histoire generale des sciences. τ. I: La science antique et medievale des origins a 1450, Παρίσι, PUF. 1994. σ. 356 & 358).

 16. Cicero: Quaestiones Academicae priores, II, 39.

17. Simplicius: In Arisioielis quattuor libros de caelo commentaria. επιμ.. J.I. Heiberg, Βερολίνο, Teubner, 1894 [Commcniaria in Aristotelem Graeca, 7, ii], σ. 444, στ. 31 -σ. 445, στ. 3.

18. Τα σχετικά χωρία παρατίθενται σε αγγλική μετάφραση από τον Heath (Aristarchus of Samos, the ancient Copernicus, σ. 254-255).

19. Simplicius: In Aristotelis quattuor libros de caelo cotnmentaria.σ. 519, στ. 9-11.

20. Simplicius: In Aristotelis physicorum libros commentaria, επιμ. Η. Diels, 2 τ. [Commentaria in Aristotelem Graeca, 9 & 10], Βερολίνο, Reimer. 1882-1895, τ. 9. σ. 292. στ. 20-23.

 21. J.L.E. DREYER: A History of Astronomy from Thales to Kepler, σ. 131 κ.ε.

22. T.L. Heath: Aristarchus of Samos. The ancient Copernicus, a. 275 κ.ε.

23. Πολλοῖς δ' ἂν καὶ ἑτέροις συνδόξειε μὴ δεῖν τῇ γῆ τήν του μέσου χώραν ἀποδιδόναι, τὸ πιστὸν οὐκ ἐκ τῶν φαινομένων ἀθρούσιν ἀλλὰ μᾶλλον ἐκ τῶν λόγων.

24. Κλαύδιος Πτολεμαίος: ό.π. , σ. 24, στ. 5-18.

25. Βλ. σχετικά με αυτό, R. NETZ: The shaping of Deduction in Greek Mathematics. A Study in Cognitive History. Cambridge. Cambridge University Press. 1999, ιδιαίτερα στις λ. 307-311.

26. R. von Ekhardt & Ε. von Erchardt-Siebqld: ο.π., σ. 588 κ.ε

27. Οξφόροη. Oxford University Press. 1990.

28. D.H. Fowler: ο.π., σ. 54, 240-248.

29. G. Huxley: «Aristarchus of Samos and Graeco-Babylonian Astronomy», Greek, Roman and Byzantine Studies, τ. 5, 1964, σ. Ι23-Ι31.

30. A.C. Bowen & B.R. Goldstein: «Melon of Athens and Astronomy in the late Fifth Century B.C.». Περιέχεται στο: A Scientific Humanist. Studies in Memory of Abraham Sachs, E. Leichty, M. dej. Ellis, P. Gerardi, eds,, Philadelphia, The University Museum, 1988, σ. 39-81.

31. R. NETZ: ό,π., σ. 292 κ.ε.

32. J.L.E. Dreyer: A History of Astronomy from Thales tο Kepler, σ. 131 κ.ε.

33. Ο Πλούταρχος γεννήθηκε το 46 μ.Χ. και πέθανε μετά το 119 μ.Χ.

34. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ.: Πλατωνικά ζητήατα (999c-l011c). Περιέχεται στο: Putarchi moralia.i. 6.1, επιμ. C.Hubert,Λειψία. Teubner, 1954, σ. 113-142, εδάφιο 1006c.

35. D.R. Dicks: Η πρώιμη Ελληνίκη αστρονομία, μεφρ, Μ. Παπαθανασίου, Αθήνα, «Δαίδαλος» - Ι. Ζαχαρόπουλος, 1991, σ. 175-181.

36. T.L. Heath: Aristarchus of Samos, the ancient Copernicus, σ. 174-179,

37. T.L. Heath: Aristarchus of Samos, the ancient Copernicus, σ. 306,

38. TX, Heath: Aristarchus of Samos, the ancient Copernicus, σ. 2-3,

39. Κατά τον Dreyer μια πιθανή ερμηνεία του χωρίου αυτού είναι ότι οι εκλείψεις λαμβάνουν χώρα τότε μόνο όταν η ευθεία που συνδέει τη γη με τη σελήνη συμπίπτει με την ευθεία που συνδέει τη γη με τον ήλιο. Εάν οι ευθείες αυτές δεν συμπίπτουν και η μία είναι κεκλιμένη ως προς την άλλη, τότε δεν μπορεί να συμβεί έκλειψη. (Βλ. J.L.E. DREYER: A History of Astronomy from Thales to Kepler,c. 139. υποσ. 3.)

40. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μικρή αυτή εργασία του Πλούταρχου μεταφράστηκε στα λατινικά από τον Kepler και δημοσιεύθηκε το 1630 ως παράρτημα στη μονογραφία του Somnium seu Astronomia Lunari [Ενύπνιον ή Σεληνιακή Αστρονομία]. Βλ. Μ. Caspar: Kepler, Νέα Υόρκη, Dovnr, 1993, σ. 351-353.

41. Η μεθοδολογική αυτή παρατήρηση είναι του Neugcbauer. Βλ. O. Neigebauer: Οι θετικές επιστήμες στην αρχαιότητα, μτφρ. Χ. Ζερμπίνη, Ι, Αρζόγλου, Αθήνα, MIET, 1986. σ. 22.

 42. B.E.Wall: «Anatomy of a precursor. The historiography of Aristarhuis of Samos», Studies in Historv and Philosophy of Science, τ. 6, Ap. 3, 1975, σ. 201-228, στη σ. 206.

43. Ε. Σ. ΣΤΑΜΑΤΗΕ; Αριστάρχου του Σαμίου, Περί μεγεθών και αποστημάτων ηλίου και σελήνης, Αθήνα. 1980, σ. 4.

44. Εξαιρέσεις ασφαλώς υπάρχουν, με χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα τον
Άγγλο ιστορικό της αρχαίας ελληνικής επιστήμης Sir G.E.R. Lloyd. (Βλ. G.E.R. Lloyd: Une hisloire de la science grecque. γαλλική μτφρ. J. Brunschwig, Παρίσι, La Decouverte, 1990, κεφ. 14.)

45. ΤHEON de Smyrne: Exposition des connaisstmces utiles pour la lecture de Platon, γαλλική μτφρ. J. Dupuis, Βρυξέλλες, Culture et Civilisation, 1966, σ. 322, στ. 17-25. (Πρώτη έκδοση, Παρίσι, 1892.)