Κυριακή 9 Απριλίου 2017

Όλοι οι άνθρωποι είναι καλλιτέχνες — όλοι

Όλοι οι άνθρωποι είναι καλλιτέχνες — όλοι!

Όλα τα σύμβολα, όλες οι λέξεις, είναι μικρά έργα τέχνης. Από τη δική μου σκοπιά, το μεγαλύτερο μας δημιούργημα είναι η χρήση της γλώσσας, αφού μας επιτρέπει να δημιουργούμε μια ολόκληρη πραγματικότητα μέσα στο νου μας. Η εικονική πραγματικότητα που δημιουργούμε θα μπορούσε να είναι μια καθαρή αντανάκλαση της αλήθειας ή μια διαστρεβλωμένη έκφρασή της. Αλλά όπως και να έχει, είναι τέχνη. Το δημιούργημά μας μπορεί να είναι ο προσωπικός μας παράδεισος ή η προσωπική μας κόλαση. Αλλά είναι τέχνη. Εντούτοις, μέσα από την επίγνωσή μας για το τι είναι αληθινό και τι εικονικό, μπορούμε να καταφέρουμε αμέτρητα πράγματα. Η αλήθεια παράγει αυτοκυριαρχία και κάνει τη ζωή μας εύκολη. Η διαστρέβλωση της αλήθειας συχνά προκαλεί περιττές τριβές και πόνο. Η επίγνωση είναι ο παράγοντας που κάνει τη διαφορά.

Ο άνθρωπος γεννιέται με επίγνωση. Γεννιόμαστε φτιαγμένοι για να αντιλαμβανόμαστε την αλήθεια. Ωστόσο, συσσωρεύουμε γνώσεις και μαθαίνουμε να αρνούμαστε όσα αντιλαμβανόμαστε.

Εξασκούμαστε στην άμβλυνση της επίγνωσης και τελικά κατακτάμε στην εντέλεια αυτή την τέχνη! Ο κόσμος είναι μαγικός και εμείς μαθαίνουμε να εξασκούμε τη μαγεία μας ενάντια στον εαυτό μας, ενάντια στη δημιουργία, ενάντια στον ίδιο τον άνθρωπο. Επίγνωση σημαίνει αντίληψη της αλήθειας.

Όταν αντιλαμβανόμαστε την αλήθεια, βλέπουμε τα πάντα έτσι όπως είναι, όχι έτσι όπως πιστεύουμε πως είναι, ούτε έτσι όπως θα θέλαμε να είναι. Η επίγνωση ανοίγει την πόρτα για εκατομμύρια πιθανότητες, και αν ξέρουμε πως είμαστε καλλιτέχνες της ζωής μας, μπορούμε να επιλέξουμε μία από αυτές.

ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΙΔΡΥΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Ο Ιουδαϊσμός τον 1ος π.Χ. αιώνα υφίστατο από τον Ελληνισμό ισχυρή πίεση. Ένα επιτελείο από οξυδερκείς, ικανούς και σοφούς ιουδαίους, υπό την αρχηγία του Γαμαλιήλ, διέγνωσε τον τεράστιο κίνδυνο για εξαφάνιση του Ιουδαϊσμού. Υπήρχε μεγάλη ανάγκη ελιγμών για αναγέννηση του ραγδαία συρρικνούμενου ιουδαϊκού ιερατείου. Έτσι προέκυψε η γέννηση του παραλλαγμένου Ιουδαϊσμού με την μορφή του Χριστιανισμού, ο οποίος θα ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο επεκτατισμού, που όλοι οι ιουδαίοι έπρεπε να ακολουθήσουν. Το νέο αυτό είδος Ιουδαϊσμού θα εκπλήρωνε πολύ καλύτερα τις εξουσιαστικές τους βλέψεις επί των εθνών.

 Έτσι η νομοδιδασκαλική σχολή του Γαμαλιήλ έψαξε να βρει τα κατάλληλα πρόσωπα (δηλαδή νέους, εκπαιδευμένους και «αφιερωμένους») που θα διακινδύνευαν αναλαμβάνοντας δράση. Οι χρισμένοι ή χριστοί στον ναό ή σε ανάδοχες οικογένειες ήταν αρκετοί και μπορούσαν να επανδρώσουν τις ομάδες εκτέλεσης των σοφών σχεδιαστών. Ήταν οι κατάλληλες δεξαμενές ηρώων, ένας ορατός βραχίονας ενός αόρατου διευθυντηρίου. Με την δημιουργία του Χριστιανισμού κάθε άλλο παρά εγκατάλειψη του Ιουδαϊκού έθνους υπήρξε. Απεναντίας οι πρώτοι που έγιναν μαζικά χριστιανοί, ήταν το σπέρμα του Αβραάμ, (όπως πολύ αργότερα, οι πρώτοι που έγιναν μαζικά κομμουνιστές), αφού οι ενημερωμένοι Ιουδαίοι κατάλαβαν την μοναδική ευκαιρία που είχαν πλέον, να προσεγγίσουν μέσα από τον χριστιανισμό, τα ισχυρά κέντρα αποφάσεων και ιστορικών εξελίξεων ώστε να κάνουν επιτέλους το όνειρο του Αβραάμ πραγματικότητα. Μάλιστα στηριζόμενος απολύτως στην Παλαιά Διαθήκη ο Χριστιανισμός έδωσε στο έθνος αυτό, απίστευτες ευκαιρίες διεθνοποίησης της Εβραϊκής ιστορίας και θεολογίας, κάνοντας παγκοσμίως γνωστό, ένα ασήμαντο μέχρι τότε θρησκευτικά και πολιτικά έθνος.      

Ο ΓΑΜΑΛΙΗΛ, Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Ο Γαμαλιήλ ο Πρεσβύτερος ή Ραββί (Ραμπάν) Γαμαλιήλ Α΄ ήταν Φαρισαίος νομοδιδάσκαλος ραββίνος και εγγονός του περίφημου Ιουδαίου διδασκάλου Χιλλέλ. Ήταν μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου (Σανχεντρίν) της Ιερουσαλήμ του 1ου αιώνα μ.Χ. Έδρασε γύρω στο 30 - 40 μ.Χ. Υπήρξε δάσκαλος του αποστόλου Παύλου. Επρόκειτο για μία από τις εξέχουσες πνευματικές προσωπικότητες, που βοήθησε στην ανάπτυξη της περίφημης ραββινικής παράδοσης.

Ήταν εκείνος που, όταν αγανακτισμένοι Ιουδαίοι θρησκευτικοί ηγέτες έφεραν τους Αποστόλους στο Συνέδριο για να δικαστούν με την κατηγορία ότι κήρυτταν μέσα στον Ναό, επενέβη και συνέστησε την προσεκτική μεταχείριση των Αποστόλων και συντέλεσε ώστε να αφεθούν ελεύθεροι. (Πράξεις 5:22-40)

Οι Ιουδαίοι έτρεφαν μεγάλο σεβασμό στο πρόσωπό του και, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη Μισνά (Ταλμούδ), μετά τον θάνατό του άρχισε μια εποχή ηθικής παρακμής.

Ο Γαμαλιήλ συγχέεται πολλές φορές με τον ομώνυμο εγγονό του, διακεκριμένο επίσης δάσκαλο των Ιουδαίων κατά τα τέλη του 1ου και αρχές του 2ου αιώνα.

Μέλος του Σάνχεδριν, Φαρισαίος και δάσκαλος του Νόμου, «στα πόδια» του οποίου είχε εκπαιδευτεί ο απόστολος Παύλος «σύμφωνα με την αυστηρότητα του προγονικού Νόμου». (Πρ 5:34· 22:3). Ο Γαμαλιήλ, κατά γενική παραδοχή, ταυτίζεται με τον Γαμαλιήλ τον Πρεσβύτερο. Ο Γαμαλιήλ ο Πρεσβύτερος έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και ήταν ο πρώτος στον οποίο αποδόθηκε ο τίτλος «Ραββάν». Αυτός ο τιμητικός τίτλος ήταν μεγαλύτερος και από τον τίτλο «Ραββί». Αναφερόμενο στον Γαμαλιήλ, το Μισνά (Σοτά 9:15) λέει: «Όταν πέθανε ο Ραββάν Γαμαλιήλ ο Πρεσβύτερος, η δόξα του Νόμου εξέλιπε και η αγνότητα και η αποχή χάθηκαν». (Μετάφραση, στην αγγλική, Χ. Ντάνμπι).

Ο Γαμαλιήλ, τον οποίον αναφέρει ο Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων, σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση, ήταν και συγγενής του Στεφάνου. Μερικοί λέγουν ότι ήτο διδάσκαλος και του Βαρνάβα και του Στεφάνου και παρεκάλεσε τους αποστόλους και του έδωκαν το άγιο λείψανο, το οποίον λαβών το έθαψε εις το κοιμητήριο, όπου είχε για τον εαυτόν του.

Ο Γαμαλιήλ, κατά τους σημερινούς χριστιανούς, διέθετε ευρύτητα πνεύματος και δεν ήταν φανατικός στις απόψεις του, πράγμα που αντικατοπτρίζεται στη συμβουλή που έδωσε όταν ο Πέτρος και οι άλλοι απόστολοι φέρθηκαν ενώπιον του Σάνχεδριν. Χρησιμοποιώντας παραδείγματα από το παρελθόν, ο Γαμαλιήλ κατέδειξε πόσο σοφό ήταν να μην αναμειχθούν στο έργο των αποστόλων και στη συνέχεια πρόσθεσε: «Αν αυτό το σχέδιο ή αυτό το έργο είναι από ανθρώπους, θα ανατραπεί· αλλά αν είναι από τον Θεό, δεν θα μπορέσετε να τους ανατρέψετε . . . μπορεί να βρεθείτε και θεομάχοι».—Πρ 5:34-39.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

34 ᾿Αναστὰς δέ τις ἐν τῷ συνεδρίῳ Φαρισαῖος ὀνόματι Γαμαλιήλ, νομοδιδάσκαλος τίμιος παντὶ τῷ λαῷ, ἐκέλευσεν ἔξω βραχύ τι τοὺς ἀποστόλους ποιῆσαι,

35 εἶπέ τε πρὸς αὐτούς· ἄνδρες ᾿Ισραηλῖται, προσέχετε ἑαυτοῖς ἐπὶ τοῖς ἀνθρώποις τούτοις τί μέλλετε πράσσειν.

36 πρὸ γὰρ τούτων τῶν ἡμερῶν ἀνέστη Θευδᾶς, λέγων εἶναί τινα ἑαυτόν, ᾧ προσεκλίθη ἀριθμὸς ἀνδρῶν ὡσεὶ τετρακοσίων· ὃς ἀνῃρέθη, καὶ πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διελύθησαν καὶ ἐγένοντο εἰς οὐδέν.

37 μετὰ τοῦτον ἀνέστη ᾿Ιούδας ὁ Γαλιλαῖος ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς ἀπογραφῆς καὶ ἀπέστησε λαὸν ἱκανὸν ὀπίσω αὐτοῦ· κἀκεῖνος ἀπώλετο, καὶ πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διεσκορπίσθησαν.

38 καὶ τὰ νῦν λέγω ὑμῖν, ἀπόστητε ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων τούτων καὶ ἐάσατε αὐτούς· ὅτι ἐὰν ᾖ ἐξ ἀνθρώπων ἡ βουλὴ αὕτη ἢ τὸ ἔργον τοῦτο, καταλυθήσεται·

39 εἰ δὲ ἐκ Θεοῦ ἐστιν, οὐ δύνασθε καταλῦσαι αὐτό, μή ποτε καὶ θεομάχοι εὑρεθῆτε.

40 ἐπείσθησαν δὲ αὐτῷ, καὶ προσκαλεσάμενοι τοὺς ἀποστόλους δείραντες παρήγγειλαν μὴ λαλεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἀπέλυσαν αὐτούς.

Ο ΓΑΜΑΛΙΗΛ ΕΙΧΕ ΚΑΝΕΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ (ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΑ) ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ

Το μυστικό επιτελείο του Γαμαλιήλ , όπως φαίνεται από τα παραπάνω εδάφια, είχε δοκιμάσει και άλλους «σωτήρες» των ψυχών μας, πριν το Ιησού, τον Θευδά και τον Ιούδα τον Γαλιλαίο, αλλά τα σχέδια δεν πέτυχαν. Τώρα με το νέο, περισσότερο μορφωμένο Γαλιλαίο, πιστεύουν ότι θα τα πάνε καλύτερα.

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ ΓΑΜΑΛΙΗΛ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΙ.

Στην σχολή του Γαμαλιήλ στην Ιερουσαλήμ φοιτούσαν χίλιοι νέοι, από τους οποίους οι πεντακόσιοι σπούδαζαν τον Ιουδαϊκό νόμο και οι άλλοι 500 την «σοφία των Ελλήνων». (βλέπε: W.J. Conybear and J.S. Howson, The Life and Epistles of Saint Paul). Άρα εδώ έχουμε μία σχολή στην Ιερουσαλήμ, που είναι ουσιαστικά ένα πανεπιστήμιο για εβραίους φοιτητές, χίλιους στο αριθμό, η οποία λειτουργούσε ακριβώς στα χρόνια που τριγυρνούσε εκεί ο Ιησούς (μεταξύ 30 με 40 μ.Χ.). Πουθενά στην «Καινή Διαθήκη», τον καιρό ακριβώς της δράσης του Ιησού, δεν αναφέρεται τέτοια σημαντική σχολή, με 1000 σπουδαστές, από τους οποίους οι μισοί σπούδαζαν την «σοφία των Ελλήνων». Ο Ιησούς ασφαλώς γνώριζε καλά τον αρχιερέα Γαμαλιήλ. Δεν γνώριζε την σχολή του; Μία σχολή 1000 ατόμων σε μία μικρή περιφερειακή πόλη του Ελληνορωμαϊκού κόσμου σίγουρα έλαμπε δια της παρουσίας της. Ο σπουδαστής της Σαούλ, ο μετέπειτα Παύλος, ανέλαβε τα ηνία της νέας θρησκείας, (προφανώς μετά από εκτεταμένες και ώριμες συζητήσεις με τον δάσκαλο Γαμαλιήλ), η οποία είχε πάρει την κατιούσα και την ανασύνταξε και την επεξέτεινε διεθνώς.

ΟΙ ΒΟΗΘΟΙ ΤΟΥ ΓΑΜΑΛΙΗΛ

1. Ο ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΓΑΜΑΛΙΗΛ ΣΑΟΥΛ Ή ΠΑΥΛΟΣ

Στα χρόνια του Ναζιραίου Χριστού ο Σαούλ σπούδαζε στην σχολή Γαμαλιήλ. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι σπούδασε στο τμήμα των ιουδαϊκών γραφών, ενδελεχής όμως έλεγχος των γραπτών του από σημερινούς πανεπιστημιακούς Έλληνες, δείχνει πλήθος εδαφίων από ρήσεις Ελλήνων φιλοσόφων στα γραπτά του.

Ο φανατικός διώκτης των χριστιανών Σαούλ, μαθητής του Γαμαλιήλ, ήταν σε άλλο τμήμα στην σχολή και δεν είχε πληροφορηθεί για το κοινωνικό πείραμα: «Ναζιραίος Ιησούς». Φαίνεται ότι παραήταν επιθετικός εναντίον των Ναζιραίων και ο Γαμαλιήλ του τράβηξε το αυτί. Η αλλαγή στάσης του Σαούλ βέβαια, σύμφωνα με τα ιουδαϊκά πρότυπα, έπρεπε να αποδοθεί σε όραμα, όπερ και εγένετο.

Πραξ 22,3 : «Εγώ είμαι Ιουδαίος, γεννημένος στην Ταρσό της Κιλικίας, μεγαλωμένος όμως εδώ στα Ιεροσόλυμα. Είχα δάσκαλο το Γαμαλιήλ, που με δίδαξε με ακρίβεια το νόμο των προγόνων μας. Αγωνίστηκα με ζήλο για το Θεό».

Αναφέρεται ότι ο Απόστολος Σαούλ ή Παύλος, ο οποίος προοριζόταν για γαμβρός του αρχιραββίνου των Ιεροσολύμων Γαμαλιήλ, εκτελούσε εντολές του μυστικού συμβουλίου Σανχεντρίν, ειπών και το περίφημο "Ουκ ένι ΄Ελλην ή Ιουδαίος, εξ ενός αίματος ο Θεός εποίησεν παν γένος ανθρώπων".

ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22.

3 καί φησιν· ἐγὼ μέν εἰμι ἀνὴρ ᾿Ιουδαῖος, γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς Κιλικίας, ἀνατεθραμμένος δὲ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ παρὰ τοὺς πόδας Γαμαλιήλ, πεπαιδευμένος κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ πατρῴου νόμου, ζηλωτὴς ὑπάρχων τοῦ Θεοῦ καθὼς πάντες ὑμεῖς ἐστε σήμερον.

4 ὃς ταύτην τὴν ὁδὸν ἐδίωξα ἄχρι θανάτου, δεσμεύων καὶ παραδιδοὺς εἰς φυλακὰς ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας,

5 ὡς καὶ ὁ ἀρχιερεὺς μαρτυρεῖ μοι καὶ πᾶν τὸ πρεσβυτέριον· παρ᾿ ὧν καὶ ἐπιστολὰς δεξάμενος πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς εἰς Δαμασκὸν ἐπορευόμην ἄξων καὶ τοὺς ἐκεῖσε ὄντας δεδεμένους εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἵνα τιμωρηθῶσιν.

6 ᾿Εγένετο δέ μοι πορευομένῳ καὶ ἐγγίζοντι τῇ Δαμασκῷ περὶ μεσημβρίαν ἐξαίφνης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ περιαστράψαι φῶς ἱκανὸν περὶ ἐμέ,

7 ἔπεσόν τε εἰς τὸ ἔδαφος καὶ ἤκουσα φωνῆς λεγούσης μοι· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις;

8 ἐγὼ δὲ ἀπεκρίθην· τίς εἶ, Κύριε; εἶπέ τε πρός με· ἐγώ εἰμι ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὃν σὺ διώκεις.

9 οἱ δὲ σὺν ἐμοὶ ὄντες τὸ μὲν φῶς ἐθεάσαντο καὶ ἔμφοβοι ἐγένοντο, τὴν δὲ φωνὴν οὐκ ἤκουσαν τοῦ λαλοῦντός μοι.

10 εἶπον δέ· τί ποιήσω, Κύριε; ὁ δὲ Κύριος εἶπε πρός με· ἀναστὰς πορεύου εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ σοι λαληθήσεται περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι.

11 ὡς δὲ οὐκ ἐνέβλεπον ἀπὸ τῆς δόξης τοῦ φωτὸς ἐκείνου, χειραγωγούμενος ὑπὸ τῶν συνόντων μοι ἦλθον εἰς Δαμασκόν.

Όπως όλοι οι εβραίοι στην ιστορία, την αλλαγή γραμμής την απέδωσε σε όραμα του Ιεχωβά. Το όραμα αυτό του Σαούλ προφανώς θα «προήλθε» μετά την κλήση του στην σχολή του Γαμαλιήλ, την διαφώτιση και επεξήγηση από τον σοφό δάσκαλο, περί του τι είναι αυτή η κίνηση των Ναζιραίων και τι συστάσεις έλαβε για να υποστηρίξει την νέα κίνηση. Μετά βέβαια του ήρθε η «θεία φώτιση» και έγινε από φανατικός εχθρός, φανατικός υπερασπιστής των Ναζιραίων.

ΟΙ ΝΑΖΙΡΑΙΟΙ, ΟΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΙ ΒΟΗΘΟΙ ΤΟΥ ΓΑΜΑΛΙΗΛ.

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ, ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ', ΤΟ ΝΕΖΕΡ

Δ Βασ. 11,12 καὶ ἐξαπέστειλε τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως καὶ ἔδωκεν ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ νεζὲρ καὶ τὸ μαρτύριον καὶ ἐβασίλευσεν αὐτὸν καὶ ἔχρισεν αὐτόν, καὶ ἐκρότησαν τῇ χειρὶ καὶ εἶπαν· ζήτω ὁ βασιλεύς.

Δ Βασ. 11,12 Ο Ιωδαέ τότε έβγαλε τον νεαρόν βασιλέα, έθεσεν εις αυτόν το βασιλικόν διάδημα, έδωσεν εις τα χέρια του τον Νομον, τον έκανε χριστόν και τον ανεκήρυξεν ως βασιλέα. Οι παριστάμενοι εχειροκρότησαν και είπαν· “ζήτω ο βασιλεύς” !

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΡΙΤΑΙ, "Ο ΣΑΜΨΩΝ, ΝΑΖΙΡ ΘΕΟΥ ΕΣΤΑΙ".

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13- Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΑΜΨΩΝ

Κρ. 13,1 Καὶ προσέθηκαν ἔτι οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου, καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς Κύριος ἐν χειρὶ Φυλιστιΐμ τεσσαράκοντα ἔτη.

Κρ. 13,1 Και πάλιν οι Ισραηλίται εξέκλιναν εις την ειδωλολατρείαν και την φαυλότητα ενώπιον του Κυρίου δια τούτο και παρέδωκεν αυτούς ο Κυριος εις τα χέρια των Φιλισταίων επί τεσσαράκοντα έτη.

Κρ. 13,2 καὶ ἦν ἀνὴρ εἷς ἀπὸ Σαραὰ ἀπὸ δήμου συγγενείας τοῦ Δανί, καὶ ὄνομα αὐτῷ Μανωέ, καὶ γυνὴ αὐτοῦ στεῖρα καὶ οὐκ ἔτεκε.

Κρ. 13,2 Υπήρχε τότε μεταξύ των Ισραηλιτών ανήρ καταγόμενος από την πόλιν Σαραά η οποία ανήκεν εις την φυλήν του Δαν, ονόματι Μανωέ. Η σύζυγός του ήτο στείρα και δεν ετεκνοποίει.

Κρ. 13,3 καὶ ὤφθη ἄγγελος Κυρίου πρὸς τὴν γυναῖκα, καὶ εἶπε πρὸς αὐτήν· ἰδοὺ σὺ στεῖρα καὶ οὐ τέτοκας, καὶ συλλήψῃ υἱόν.

Κρ. 13,3 Αγγελος Κυρίου παρουσιάσθη εις την γυναίκα αυτήν και της είπεν· “ιδού συ είσαι στείρα και έως τώρα δεν εγέννησες υιόν. Τωρα όμως θα συλλάβης υιόν.

Κρ. 13,4 καὶ νῦν φύλαξαι δὴ καὶ μὴ πίῃς οἶνον καὶ μέθυσμα καὶ μὴ φάγῃς πᾶν ἀκάθαρτον·

Κρ. 13,4 Από τώρα λοιπόν πρόσεξε να μη πίης οίνον η άλλο μεθυστικόν ποτόν· πρόσεξε επί πλέον να μη φάγης τίποτε από εκείνα, τα οποία ο νόμος του Θεού χαρακτηρίζει ακάθαρτα.

Κρ. 13,5 ὅτι ἰδοὺ σὺ ἐν γαστρὶ ἔχεις καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ σίδηρος ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ οὐκ ἀναβήσεται, ὅτι ναζὶρ Θεοῦ ἔσται τὸ παιδάριον ἀπὸ τῆς κοιλίας, καὶ αὐτὸς ἄρξεται σῶσαι τὸν Ἰσραὴλ ἐκ χειρὸς Φυλιστιΐμ.

Κρ. 13,5 Διότι συ θα συλλάβης εν γαστρί και θα γεννήσης υιόν. Ψαλλίδι δεν θα ανεβή εις την κεφαλήν αυτού δια να κόψη την κόμην του, διότι το παιδίον τούτο θα είναι ναζιραίος (αφιερωμένος δηλαδή στον Θεόν) εκ κοιλίας μητρός του. Και αυτός θα κάμη αρχήν του έργου της σωτηρίας και απελευθερώσεως των Ισραηλιτών από την εξουσίαν των Φιλισταίων”.

Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΝΑΖΙΡΑΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

Άγιος Μάξιμος Ομολογητής: «Τι σημαίνει ότι ο Σαμψών με την σιαγόνα του εξόντωσε τους Φιλισταίους; Ο Σαμψών είναι ο τύπος του αληθινού Ναζιραίου, του Χριστού».

2. Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ, Ο ΝΑΖΙΡΑΙΟΣ ΕΞΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ.

ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ

ΚΕΦ. 4-5

Θ. Ιερ. 4,7 Ἐκαθαριώθησαν Ναζιραῖοι αὐτῆς ὑπὲρ χιόνα, ἔλαμψαν ὑπὲρ γάλα, ἐπυρώθησαν ὑπὲρ λίθους σαπφείρου τὸ ἀπόσπασμα αὐτῶν.

Θ. Ιερ. 4,7 Αλλοτε οι Ναζιραίοι της ήσαν καθαροί και κατάλευκοι, περισσότερον από το χιόνι. Ελαμπαν περισσότερον από το γάλα. Η ακτινοβολία των ήτο λαμπρότερα από τας πυρώδεις ακτίνας, που ρίπτει ο σάπφειρος.

Θ. Ιερ. 4,8 Ἐσκότασεν ὑπὲρ ἀσβόλην τὸ εἶδος αὐτῶν, οὐκ ἐπεγνώσθησαν ἐν ταῖς ἐξόδοις· ἐπάγη δέρμα αὐτῶν ἐπὶ τὰ ὀστέα αὐτῶν, ἐξηράνθησαν, ἐγενήθησαν ὥσπερ ξύλον.

Θ. Ιερ. 4,8 Τωρα όμως η μορφή των έγινε περισσότερον σκοτεινή και μελανή από την καπνιάν. Αγνώριστοι κατήντησαν στους δρόμους της ζωής των. Εκόλλησε το δέρμα των επάνω εις τα κόκκαλά των. Εξηράνθησαν, έγιναν ώσαν το ξύλον.

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΑΛΑΧΙΑΣ

Μαλ. 4,4 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστελῶ ὑμῖν Ἠλίαν τὸν Θεσβίτην, πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ,

Μαλ. 4,4 Ιδού, εγώ θα στείλω προς σας 'Ηλιαν τον Θεσβίτην, πριν έλθη η ημέρα εκείνη του Κυρίου, η μεγάλη και επιφανής.

Μαλ. 4,5 ὃς ἀποκαταστήσει καρδίαν πατρὸς πρὸς υἱὸν καὶ καρδίαν ἀνθρώπου πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ, μὴ ἐλθὼν πατάξω τὴν γῆν ἄρδην.

Μαλ. 4,5 Αυτός θα αποκαταστήση δεσμούς αγάπης, την καρδίαν του πατρός προς τον υιόν και την καρδίαν του ανθρώπου προς τον πλησίον αυτού, ίνα μη έλθω εγώ και κτυπήσω εκ θεμελίων την γην.

Μαλ. 4,6 μνήσθητι νόμου Μωσῆ τοῦ δούλου μου, καθότι ἐνετειλάμην αὐτῷ ἐν Χωρὴβ πρὸς πάντα τὸν Ἰσραὴλ προστάγματα καὶ δικαιώματα.

Μαλ. 4,6 Εχε πάντοτε στον νουν και την καρδίαν σου τον Νομον του δούλου μου Μωϋσέως, όλας εκείνας τας εντολάς που του έδωσα στο Χωρήβ δι' όλον τον Ισραηλιτικόν λαόν, προστάγματα και δικαιώματα.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

11 καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες, ὅτι λέγουσιν οἱ γραμματεῖς ὅτι ᾿Ηλίαν δεῖ ἐλθεῖν πρῶτον.

12 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· ᾿Ηλίας μὲν ἐλθὼν πρῶτον ἀποκαθιστᾷ πάντα· καὶ πῶς γέγραπται ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἵνα πολλὰ πάθῃ καὶ ἐξουδενωθῇ;

13 ἀλλὰ λέγω ὑμῖν ὅτι καὶ ᾿Ηλίας ἐλήλυθε, καὶ ἐποίησαν αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν, καθὼς γέγραπται ἐπ᾿ αὐτόν.

Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΕΞΑΔΕΛΦΟΥ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος

Ο Γαμαλιήλ ήθελε να δημιουργήσει μία κοινωνική χημεία προσδοκίας. Ήθελε να ξυπνήσει στον ιουδαϊκό λαό ένα φλογερό μεσσιανικό κλίμα, εντός του οποίου θα δρούσε ο Ναζιραίος Ιησούς. Χρειαζόταν μία πρόδρομη δράση, έτσι ώστε να μπορεί να εκτιμήσει τις κοινωνικές αντιδράσεις και να αναπροσαρμόσει την επακολουθούσα δράση του Ιησού. Γι αυτό χρησιμοποίησε τον εξάδελφο του Ιησού Ναζιραίο Ιωάννη.

Ο Γαμαλιήλ προσπαθούσε με τον Ναζιραίο Ιωάννη να ξεσηκώσει τις βαθειά ριζωμένες προσδοκίες του ιουδαϊκού λαού, για την επικείμενη επάνοδο στην γη του προφήτη Ηλία. Έτσι υποχρεώθηκε ο Ναζιραίος Ιωάννης να ζει στην έρημο του Ιορδάνη φορώντας δέρμα καμήλας, όπως και ο Ηλίας. Ο Ναζιραίος Ιωάννης βάπτιζε στα νερά του Ιορδάνη, αδιαμαρτύρητα, πολλούς Φαρισαίους και ιουδαίους ιερείς, χωρίς να διαθέτει ο ίδιος κανένα αναγνωρισμένο αξίωμα. Επί πλέον ενώ τους βάφτιζε τους έβριζε κιόλας. Στο σημείο αυτό φαίνεται καθαρά η συμπαιγνία και οι σαφείς εντολές προς όλους από τον Γαμαλιήλ.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

1 Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις παραγίνεται ᾿Ιωάννης ὁ βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς ᾿Ιουδαίας

2 καὶ λέγων· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

3 οὗτος γάρ ἐστιν ὁ ρηθεὶς ὑπὸ ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ.

4 Αὐτὸς δὲ ὁ ᾿Ιωάννης εἶχε τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπὸ τριχῶν καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, ἡ δὲ τροφὴ αὐτοῦ ἦν ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριον.

5 Τότε ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν ῾Ιεροσόλυμα καὶ πᾶσα ἡ ᾿Ιουδαία καὶ πᾶσα ἡ περίχωρος τοῦ ᾿Ιορδάνου,

6 καὶ ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.

7 ἰδὼν δὲ πολλοὺς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων ἐρχομένους ἐπὶ τὸ βάπτισμα αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς;

8 ποιήσατε οὖν καρπὸν ἄξιον τῆς μετανοίας,

Καθηγητής του ΑΠΘ κ. Στέργιος Σάκκος, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ , ΤΟΜΟΣ Α’ , ΚΕΦΑΛΑΙΑ 1-8, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΧΑ Χριστιανική Ελπίς , Θεσσαλονίκη, 2008, σελίδες 400

ΝΑΖΙΡΑΙΟΣ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ, Ο ΕΞΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΘΕΟΛΟΓΟ.

«Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται η τάξη των ναζίρ η ναζιραίων, των αφιερωμένων στον Θεό. Ήταν έγγαμοι. Η αφιέρωση τους φαινόταν εξωτερικά από το ότι δεν έκοβαν τα μαλλιά τους και δεν έπιναν κρασί ούτε άλλα μεθυστικά ποτά. Αυτό συνέβαινε συνήθως για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα (βλ. Αρ 6,1-21). Ορισμένοι ωστόσο έμειναν ισόβια ναζιραίοι, όπως ο Σαμψών και ο Σαμουήλ. Σ ‘ αυτούς θα συγκαταλεχτεί και ο εκλεκτός γιος του Ζαχαρία, διότι σύμφωνα με την αποκάλυψη του αγγέλου « οίνον και σίκερα ου μη πίη». Επιπλέον, ο Ιωάννης θα ζήσει με ισόβια άσκηση και παρθενία».

3. Ο ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ

ΒΑΣΙΚΟΣ ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΓΑΜΑΛΙΗΛ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «ΝΑΖΙΡΑΙΟΣ».
ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΑΛΜΟΥΔ
(ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΜΠΕΝ ΓΚΟΥΡΙΟΝ).

Νικόδημος

Ο Νικόδημος είναι πρόσωπο που εμφανίζεται στην Καινή Διαθήκη.

Ήταν Φαρισαίος και μέλος του Σανχεντρίν, ο οποίος, με βάση το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, υποστήριξε τον Ιησού. Εμφανίζεται τρεις φορές στη διήγηση του Ιωάννη: την πρώτη επισκέπτεται τη νύχτα τον Ιησού για να ακούσει τη διδασκαλία του (κατά Ιωάννη 3:1-21), τη δεύτερη επικαλείται το νόμο σχετικά με την υπόθεση της σύλληψης του Ιησού κατά τη γιορτή της Σκηνοπηγίας (κατά Ιωάννη 7:45-51) και την τελευταία μετά τη Σταύρωση, όπου και βοηθάει τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία να ετοιμάσει το σώμα του Ιησού για την ταφή (κατά Ιωάννη19:39-42).

Η συζήτηση του Νικόδημου με τον Ιησού αποτελεί πηγή για πολλές εκφράσεις του Χριστιανισμού, και κυρίως, για την περιγραφική φράση αναγέννηση που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την πίστη ότι ο Χριστός είναι ο Σωτήρας, και το χωρίο «Κατά Ιωάννη 3:16», μια φράση που χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου.

Ένα απόκρυφο ευαγγέλιο με τίτλο Ευαγγέλιο του Νικοδήμου γράφτηκε κάποια στιγμή το Μεσαίωνα. Παρουσιάζει πολλά κοινά με τις Πράξεις του Πιλάτου, που είχαν κυκλοφορήσει νωρίτερα, και αφηγείται και την κάθοδο του Χριστού στον Άδη.

Αν και δεν υπάρχουν τεκμηριωμένες πληροφορίες για το Νικόδημο, πέρα από τα όσα αναφέρονται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, η Ιουδαϊκή Εγκυκλοπαίδεια και πολλοί ιστορικοί της Βίβλου εικάζουν ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο με τον Νικόδημο Μπεν Γκουριόν, που αναφέρεται από το Ταλμούδ σαν ένας ευκατάστατος και δημοφιλής άνδρας στον οποίον αποδίδονταν θαυματουργικές δυνάμεις. Με βάση τη χριστιανική παράδοση ο Νικόδημος μαρτύρησε κάποια στιγμή μέσα στον πρώτο αιώνα.

Αναφέρεται επίσης ότι ο Νικόδημος ήταν ανεψιός του Γαμαλιήλ (!)

4. Ο ΙΩΣΗΦ ΑΡΙΜΑΘΑΙΑΣ

ΑΛΛΟ ΕΝΑ ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΑΝΧΕΝΤΡΙΝ ΣΕ ΑΠΟΣΤΟΛΗ.

Ο Ιωσήφ της Αριμαθείας ή Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας ήταν μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου της Ιερουσαλήμ, πλούσιος και μυστικός μαθητής του Ιησού, που φέρεται να αντιτάχθηκε στη καταδίκη του και ο οποίος, σύμφωνα με το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (27:57-60), μετά τον θάνατο του Ιησού ζήτησε από τον Πόντιο Πιλάτο την άδεια να αποκαθηλώσει το νεκρό σώμα του Ιησού από τον Σταυρό, προκειμένου να το προετοιμάσει για τον ενταφιασμό (κηδέψει) στον παραχωρούμενο, από τον ίδιο τον Ιωσήφ, λαξευτό τάφο, πιθανώς οικογενειακό. Πράγματι η άδεια αυτή του παραχωρήθηκε και με βοηθό του τον (ελληνοφανή) Νικόδημο "το Άχραντον Σώμα σινδόνι καθαρά ειλήσας και αρώμασι εν μνήματι καινώ κηδεύσας απέθετο", έως την «ανάστασή» του. Ο Ιωσήφ αναφέρεται και από τους τέσσερις Ευαγγελιστές, αλλά επί της ουσίας τίποτα περαιτέρω δε γνωστοποιείται για τις μεταγενέστερες δραστηριότητές του. Στο πρόγραμμα "Ναζιραίος" έπρεπε ο καθένας να εκπληρώσει τις οδηγίες του και μετά να αποσυρθεί στην αφάνεια.

5. Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ

Ο Στέφανος, επονομαζόμενος και πρωτομάρτυρας, υπήρξε, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη διάκονος και πρώτος μάρτυρας της Χριστιανικής εκκλησίας. Συγκαταλέγεται στους αγίους του Χριστιανισμού.

Στις Πράξεις των Αποστόλων (κεφ. 6-8), αναφέρεται πως κατηγορήθηκε από τους Ιουδαίους, ότι βλασφημούσε τον Μωυσή και τον Θεό. Ο Στέφανος απολογούμενος ενώπιον του συνεδρίου, προέβαλε επιχειρήματα υποστηρίζοντας ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν ο Μεσσίας, κάτι το οποίο εξόργισε τους απληροφόρητους φανατικούς Ιουδαίους οι οποίοι, αφού τον έβγαλαν έξω από την πόλη της Ιερουσαλήμ, τον λιθοβόλησαν. Ο φίλος και προστάτης του Γαμαλιήλ δεν πρόλαβε να δράσει.

Ο Εφραίμ ο Σύρος σε ένα εξηγητικό του έργο πάνω στις Πράξεις, μας διηγείται, για πρώτη φορά, μία εξωγραφική πληροφορία, καθώς μας αναφέρει ότι ο Στέφανος ήταν στενός φίλος του Γαμαλιήλ (!)

Τα τμήματα του παζλ μπαίνουν σιγά σιγά το καθένα στην θέση τους.

6. ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΙΟΥΔΑΙΟΙ ΙΕΡΕΙΣ

ΟΙ «ΘΑΝΑΣΙΜΟΙ» ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΤΟΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΥΝ ΠΑΝΤΟΤΕ

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13. Οι ίδιοι οι Φαρισαίοι προστατεύουν τον Ιησού από απόπειρα δολοφονίας. Ανάλογα περιστατικά προστασίας, φιλοξενίας και στημένης αντιπαλότητας περιγράφονται ατελείωτα στην "Καινή Διαθήκη".

31 ᾿Εν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ προσῆλθόν τινες Φαρισαῖοι λέγοντες αὐτῷ· ἔξελθε καὶ πορεύου ἐντεῦθεν, ὅτι ῾Ηρῴδης θέλει σε ἀποκτεῖναι.

32 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες εἴπατε τῇ ἀλώπεκι ταύτῃ· ἰδοὺ ἐκβάλλω δαιμόνια καὶ ἰάσεις ἐπιτελῶ σήμερον καὶ αὔριον, καὶ τῇ τρίτῃ τελειοῦμαι·

Η δήθεν αντιπαλότητα του Ιησού με τους ιερείς και φαρισαίους ήταν στημένη από τον Γαμαλιήλ. Η σχολή του Γαμαλιήλ θα γεννούσε μία θυγατέρα, η οποία έπρεπε, σύμφωνα με το σοφό σχέδιο, να ξεκοπεί από τον καταπιεστικό και άγριο Γιαχβικό ιουδαϊσμό, για να είναι σε θέση να σαγηνεύσει τα έθνη, με γλυκόλαλες επικλήσεις και όμορφες ιστορίες αγάπης και ελπίδας.

ΓΑΜΑΛΙΗΛ, Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ, ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ, ΚΟΙΝΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΑΛΜΟΥΔ. Ο μυστικός ιδρυτής του χριστιανισμού, ο επιστημονικός διευθυντής του Σανχεντρίν στο μυστικό ιουδαϊκό πρόγραμμα: «Πορευθέντες Ναζιραίοι, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη».

Περίφημος Εβραίος νομοδιδάσκαλος του 1ου μ. Χ αιώνα, Φαρισαίος με μεγάλο κύρος στο ιουδαϊκό λαό. Διαδέχτηκε τον πατέρα του Σίμωνα και τον παππού του, ραβίνο Χιλλέλ, στου οποίου τη σχολή ανήκε και ήταν νασί (=πρόεδρος) του Συνεδρίου (Σανχεντρίν). Υπήρξε ο πρώτος που έλαβε την ονομασία rabban (=δάσκαλος) και κατείχε τον τίτλο ha-Zaqen (πρεσβύτερος).

Κατά την καταδίκη των Αποστόλων (Πραξ. 5,34 επ) από το Συνέδριο, υποστήριξε και πέτυχε την απελευθέρωσή τους. Σε πολλά μαρτυρολόγια φέρεται σαν μάρτυρας του χριστιανισμού (!) Κατά το ρωμαϊκό μαρτυρολόγιο γιορτάζεται στις 3 Αυγούστου η ανακομιδή των λειψάνων του (!)

ΠΩΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΧΑΣΑΝ ΤΗΝ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ.

Οι υπερήφανοι φιλοσοφημένοι Έλληνες καθήμενοι με αξιοπρέπεια στις φιλοσοφικές τους σχολές, προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους λίγους και εκλεκτούς φιλομαθείς στον κόσμο της επιστήμης. Οι Έλληνες έψαχναν τους λιγοστούς άξιους για να τους ανεβάσουν στην κορυφή της απαιτητικής γνώσης. Ήταν παραδομένοι στην παντοειδή έρευνα, στην χαραυγή των επιστημών, στην κατανόηση της φύσης και των μυστικών του σύμπαντος, στην δημιουργία των τεχνών. Ο Σέξτος Εμπειρικός στο έργο του «Προς αστρολόγους» σχολιάζει όλη την ανατολίτικη δεισιδαιμονία. Περιγράφοντας τους ισχυρισμούς των σημιτών για την αστρολογία, τα θαύματα, τις προβλέψεις των σεισμών, των λοιμών και των καταποντισμών, γράφει ο Έλληνας σοφός αγανακτισμένος: «όλα αυτά και τα παρόμοια γέλωτος μάλλον παρά σπουδής άξια είναι».

Οι καιροί όμως είχαν αλλάξει. Μία θρησκευτική θύελλα φούντωνε πάνω στον Ελληνικό κόσμο και απειλούσε να βουλιάξει το σκάφος του Ελληνισμού μαζί με όλους τους σοφούς, τις βιβλιοθήκες, τις σχολές και τα εργαστήρια.

Από τις αρχές του 1ου μ.Χ. αιώνα ο θρησκευτικός λαϊκισμός σάρωνε κυριολεκτικά την Μεσόγειο διαλαλώντας τους ιουδαϊκούς μύθους και κερδίζοντας σαρωτικά τους λαϊκούς πόθους. Μία οργανωμένη σαγηνευτική θύελλα μάζευε σωρευτικά τις απαίδευτες ψυχές. Ο αδαής λαός με σκοτεινές γιαφκικές φοβέρες και ελπιδολάγνους μεταθανάτιους δελεασμούς, τυφλωμένος μαζικά από το «φως» των «αποστόλων», που πουλούσαν «σωτηρία» και «ελπίδα» βάδιζε αργά αλλά σταθερά στην παράλυση από το «εξ ιουδαίας δηλητήριον».

Το παιχνίδι παιζόταν έξω στους δρόμους, εκεί δινόταν το δράμα της λαϊκής επικράτησης. Οι «απόστολοι» ψάρευαν τα ευκολοθήρευτα αδαή και απαίδευτα ψάρια σε μεγάλους αριθμούς. Οι Έλληνες όμως προσπερνούσαν με περιφρονητική αδιαφορία ή σοβαροφανή ουδετερότητα. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι η νέα αυτή εξ ανατολών θρησκεία έδινε ένα ορκισμένο και μεθοδικό αγώνα απόλυτης επικράτησης. Ότι αυτή η κοινωνική απειλή θα εξάρθρωνε στην Μεσόγειο εκ βάθρων όλα τα ήθη, τα έθιμα και τις κοινωνικές δομές του Ελληνικού κόσμου.

ΓΙΑΤΙ ΕΠΕΣΕ ΕΤΣΙ Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ;

Ο Ελληνισμός αδράνησε, δεν αντέδρασε στην εισβολή του ιουδαϊκού χριστιανισμού, λόγω της πανάρχαιας εθιμικής του ανεξιθρησκίας. Το Ελληνικό πνεύμα θεωρούσε αδιανόητη την εχθρική συμπεριφορά (την μισαλλοδοξία) κατά της πίστης των άλλων. Δεν κατάλαβε ότι η νέα ανατολίτικη πίστη, θα γίνει όπλο επικράτησης και μεθοδικής εξόντωσης του δικού του τρόπου ζωής.

Δεν κατάλαβε ότι οι κοινωνικές μάχες κερδίζονται ή χάνονται σε επίπεδο λαϊκής αποδοχής. Έτσι παρέδωσε μαζικά τους αγράμματους (τα ψάρια των γαλιλαίων ψαράδων) στα επιδέξια χέρια των ιουδαίων μάγων. Ο ιουδαιοχριστιανισμός με φαρισαϊκή μαεστρία μετέτρεψε την «θεολογία» του σε πολυπρόσωπη πολιτική τέχνη. Νάρκωσε μεθοδικά κάθε λαϊκή αντίδραση. Στους απλοϊκούς μεσόγειους εμφάνισε το προσωπείο της αγαθής αγάπης. Στους πονεμένους υποσχέθηκε συμπόνια, στους αδικημένους εκδίκηση και στους φοβισμένους τον προστασία. Κουνώντας ασταμάτητα στα λαϊκά μάτια και αυτιά το δώρο της αιώνιας ζωής που υποσχόταν, κατάφερνε να φανατίζει την ψυχή των λαϊκών στρωμάτων.

Στο φαινόμενο που λέγεται «πίστη» υπάρχει μία πνευματική ασθένεια. Οι «πιστοί» αποτελούνται από ανθρώπους που ποτέ δεν έχουν το κουράγιο για σοβαρή αμφισβήτηση σε όσα τους μαθαίνουν να πιστεύουν. Όσοι διαβάζουν τα βιβλία της πίστης τους, το κάνουν μόνο λατρευτικά. Είναι μελετημένο επιστημονικά ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πιστών ποτέ δεν διάβασε τα κείμενα της «πίστης» τους. Μερικοί μελετηροί «πιστοί» μαθαίνουν μόνο μερικά αποσπάσματα π.χ. των εβραϊκών γραφών, παπαγαλίζουν συγκεκριμένα υπερασπιστικά εδάφια της πίστης τους και σχεδόν κανένας δεν διαθέτει πληρέστερη επίγνωση των γραφών.

Ο ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΣ, ΜΙΑ ΜΗΤΡΑ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑΕΙ ΑΤΕΛΕΙΩΤΑ ΑΝΤΙΓΡΑΦΑ.

Η λειτουργική δομή, η μεταδοτικότητα και ο δυναμισμός της ιουδαϊκής σωτηριολογίας, μπορεί σχετικά εύκολα σε διάφορους λαούς να γεννήσει παραλλαγές του εαυτού της. Η ορμητική γέννηση του Ισλαμισμού τον 7ο αιώνα με δύο κεντρικά πρόσωπα, τον αρχέτυπο προφήτη Αβραάμ και τον προφήτη Μωάμεθ, δείχνει ξεκάθαρα ότι ο δυναμισμός της ιουδαϊκής θρησκείας μπορεί να αναπαράγει σε διάφορους λαούς παραλλαγές του αρχέτυπου ιουδαϊκού θρησκευτισμού.

Όταν οι ιστορικές συγκυρίες της Μεσογείου το απαιτούσαν, ο επεκτατισμός της πίστης στον Ιεχωβά μεταμορφώθηκε με σχετική ευκολία σε ιουδαιοχριστιανισμό. Αργότερα επανέλαβε τον ίδιο άθλο προσφέροντας στον αραβικό κόσμο μία άλλη παραλλαγή της αρχαιοεβραϊκής ιστορίας, γεννώντας εύκολα τον ιουδαιοϊσλαμισμό.

Και πολύ αργότερα, όταν οι θρησκευτικές πίστεις υποχωρούσαν στους ευρωπαϊκούς λαούς, έδωσε μία νεώτερη «επιστημονική» ιουδαϊκή φιλοσοφία, τον ιουδαϊκό διαλεκτικό υλισμό - κομμουνισμό.

Δεν υπάρχει τίποτα άχρηστο, ούτε η ίδια η αχρηστία

Δεν υπάρχει βιβλίο ικανό να ταρακουνήσει τα σωθικά μας όπως τα Δοκίμια (1580-1588) του Μονταίνιου. Κι όμως ο συγγραφέας δηλώνει ότι άρχισε να το γράφει χωρίς κάποιον συγκεκριμένο σκοπό («δεν έβαλα εδώ για τον εαυτό μου άλλο στόχο παρά οικιακό και ιδιωτικό»), αλλά για να αφηγηθεί, σε ένα κλίμα οικειότητας, όπως πολύ σωστά παρατήρησε η Φάουστα Γκαραβίνι, τους φόβους και τις άμυνες ενός κατακερματισμένου και διαφοροποιημένου πλάσματος: «Έτσι, αναγνώστη, είμαι εγώ ο ίδιος η ύλη του βιβλίου μου: δεν υπάρχει λόγος να περάσεις τη σχόλη σου μ’ ένα θέμα τόσο επιπόλαιο και τόσο κενόδοξο». Επομένως, ένα άχρηστο βιβλίο το οποίο γράφεται σε μια βιβλιοθήκη που στήθηκε εκεί όπου πριν υπήρχε η γκαρνταρόμπα, «ο πιο άχρηστος τόπος του σπιτιού» (ο.π.,ΙΙΙ,3, σ. 60). Είναι εδώ που ο Μονταίνιος περνά τον καιρό του, μοναχικά, μελετώντας για την ευχαρίστησή του και όχι για κάποια μορφή κέρδους («Νέος μελετούσα για να κάνω επίδειξη` αργότερα, για να γίνω κάπως σοφός` τώρα, για διασκέδαση` ποτέ για το κέρδος».

Και μελετά ξέροντας καλά ότι η φιλοσοφία αντιμετωπίζεται ως κάτι «δίχως καμία χρησιμότητα και καμία αξία»:

Είναι πολύ παράδοξο ότι τα πράγματα έχουν φτάσει
σε τέτοιο σημείο στον αιώνα μας, ώστε η φιλοσοφία
να είναι, ακόμα και για τους γνωστικούς ανθρώπους,
λέξη κενή κι ουρανοκατέβατη, που θεωρείται δίχως
καμία χρησιμότητα και καμία αξία (ο.π., Ι, 26, σ. 224).

Παρ’ όλα αυτά, ο Μονταίνιος δεν παραδίδει τα όπλα. Το αντίθετο, σε πολλές περιπτώσεις, ο φιλόσοφος μας καλεί να αναγνωρίσουμε το άχρηστο εκείνων των αγαθών που συνήθως θεωρούνται χρήσιμα (θα έπρεπε «να γεννηθεί στους ανθρώπους η περιφρόνηση του χρυσού και του μεταξιού, όπως για πράγματα μάταια κι άχρηστα` ενώ τους αυξάνουμε την τιμή και την αξία, το οποίο είναι αδέξιος τρόπος για να κάνουμε τους ανθρώπους να τα σιχαθούν», ο.π., Ι, 43, σ. 347).

Η χαρά βρίσκεται πάντοτε μέσα σου. Οι άλλοι είναι απλώς οι αφορμές.

Όποτε υπάρχει χαρά, νιώθεις πως έρχεται απ’ έξω. Συνάντησες ένα φίλο. Φυσικά, φαίνεται ότι η χαρά σου έρχεται από το φίλο, επειδή τον είδες. Στην πραγματικότητα όμως, δεν συμβαίνει αυτό. Η χαρά βρίσκεται πάντοτε μέσα σου. Ο φίλος έγινε απλώς η αφορμή. Ο φίλος σε βοήθησε να τη βγάλεις προς τα έξω, σε βοήθησε να δεις πως είναι εκεί.

Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο με τη χαρά, αλλά με το κάθε τι. Συμβαίνει με το θυμό, με τη λύπη, με τη δυστυχία, με την ευτυχία, συμβαίνει με το κάθε τι. Οι άλλοι είναι απλώς οι αφορμές, με τις οποίες εκφράζονται τα πράγματα που είναι κρυμμένα μέσα σου. Δεν είναι οι αιτίες, δεν προκαλούν εκείνοι κάτι μέσα σου.

Οτιδήποτε συμβαίνει, συμβαίνει μέσα σου. Πάντοτε εκεί βρισκόταν. Απλώς η συνάντηση με αυτό το φίλο έχει γίνει η αφορμή να βγει οτιδήποτε ήταν κρυμμένο. Από τις κρυμμένες πηγές, έχει γίνει φανερό, έχει εκδηλωθεί. Όποτε συμβαίνει αυτό, μείνε κεντραρισμένος στο εσωτερικό συναίσθημα και τότε θα έχεις διαφορετική συμπεριφορά για το κάθε τι στη ζωή.

Όποτε είσαι μόνος, δεν υπάρχει κανένας που να προκαλέσει το θυμό σου, κανένας που να σε κάνει να στενοχωρηθείς, κανένας που να σε κάνει να φορέσεις τα ψεύτικα πρόσωπά σου. Όταν είσαι μόνος, δεν εμφανίζεται ο θυμός. Όχι ότι ο θυμός έχει εξαφανιστεί, απλώς δεν υπάρχει αφορμή για να εκδηλωθεί ο θυμός. Είσαι γεμάτος θυμό, μα δεν βρίσκεται εκεί κανένας για να σε προσβάλλει, να σε πληγώσει. Το μόνο που λείπει είναι η ευκαιρία. Κι ύστερα, γυρίζεις και πάλι στον κόσμο. Ζεις πενήντα χρόνια στα Ιμαλάια και όταν ξαναγυρίζεις στον κόσμο, αμέσως θα βρεις πως υπάρχει θυμός μέσα σου, φρέσκος όσο ποτέ. Μπορεί μάλιστα να είναι και πιο δυνατός τώρα, επειδή επί πενήντα χρόνια μάζευες θυμό, μάζευες δηλητήριο. Τότε, φοβάται κανείς να ξαναγυρίσει στον κόσμο.

Ο πενηνταεφτάχρονος ύπνος του Επιμενίδη

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο πενηνταεφτάχρονος ύπνος του ΕπιμενίδηΣτα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα η Αθήνα περνούσε μεγάλη κοινωνική κρίση, από την οποία θα έβγαινε πολλά χρόνια αργότερα, χάρη στις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα πρώτα, και του Κλεισθένη αργότερα. Κυβερνούσαν οι αριστοκράτες, αλλά η δυσαρέσκεια του λαού ήταν πολύ μεγάλη.Τη δυσαρέσκεια αυτή επιχείρησε να εκμεταλλευτεί ένας ευγενής που λεγόταν Κύλων και είχε δυο σοβαρά ατού: ήταν ολυμπιονίκης και ο πεθερός του, ο Θεαγένης, ήταν τύραννος στα γειτονικά Μέγαρα.

Με αρκετούς λοιπόν οπαδούς του, και με τη βοήθεια ενόπλων που του παραχώρησε ο Θεαγένης, ο Κύλων έκανε κατάληψη, όπως θα λέγαμε σήμερα, στην Ακρόπολη και επιχείρησε να γίνει τύραννος. Η βοήθεια όμως που του έδωσε ο Θεαγένης, θεωρήθηκε από τους Αθηναίους «ξένη επέμβαση» και ο Κύλων απομονώθηκε. Ένοπλοι πολίτες από το άστυ και την ύπαιθρο έτρεμαν και τον πολιόρκησαν στην Ακρόπολη. Εκείνος, πιστεύοντας πως θα νικούσε σύντομα, δεν είχε φροντίσει να εφοδιαστεί με τρόφιμα και άλλο, εφόδια. Τελικά, αυτός μεν κατάφερε να ξεφύγει μαζί με τον αδελφό του, οι οπαδοί του όμως και οι Μεγαρίτες σύμμαχοι, εξαντλημένοι από την πείνα κατέφυγαν ικέτες στο βωμό της Αθηνάς.

Οι άρχοντες των Αθηναίων τους υποσχέθηκαν πως αν παραδοθούν δε θα θιγούν αλλά θα περάσουν από κανονική δίκη, μόλις όμως εκείνοι κατέθεσαν τα όπλα οι πολιορκητές τους τους θανάτωσαν. Μόνο ο Κύλων και ο αδελφός του δικάστηκαν ερήμην και καταδικάστηκαν σε «αειφυγία», δηλαδή σε ισόβια εξορία και απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων τους, ποινή που επεκτάθηκε και στους απογόνους τους.

Το ανοσιούργημα αυτό των αρχόντων, που αδίκως το φορτώσανε αργότερα στον «επώνυμο άρχοντα», τον Μεγακλή του Αλκμαίωνος, χαρακτηρίστηκε «Κυλώνιον άγος» και όλοι φοβήθηκαν πως θα προκαλούσε την οργή των θεών και στην πόλη θα ξεσπούσαν επιδημίες και θεομηνίες. Έπρεπε λοιπόν να γίνει επίσημος καθαρμός της πόλης, από κάποιον ειδικό. Απευθύνθηκαν στην Πυθία και εκείνη τους υπέδειξε τον Επιμενίδη από την Κρήτη.

Ο Επιμενίδης ήταν γιος του Φαιστίου, από σημαντική οικογένεια της Κνωσού και ήταν πασίγνωστος και σεβαστός στο Πανελλήνιο, ως γιατρός και ως μάντης, προικισμένος με θαυματουργές ικανότητες. Τη φήμη του αυτή την απέκτησε πολύ νωρίς, χάρη σε μιαν απίστευτη περιπέτεια που είχε στα παιδικά του χρόνια. Όταν κάποτε χάσανε ένα πρόβατο, ο πατέρας του τον έστειλε πρωί πρωί στα χωράφια, να ψάξει να το βρει. Ο Επιμενίδης βγήκε από την πόλη και μέσα στο καλοκαιρινό λιοπύρι έψαχνε στους γύρω λόφους να βρει το ζωντανό, ώσπου μεσημέριασε. Στο δρόμο του βρήκε μια σπηλιά και μπήκε μέσα να δροσιστεί. Καθώς όμως ήταν πολύ κουρασμένος αποκοιμήθηκε αμέσως.

Όταν ξύπνησε και είδε πως η ώρα είχε περάσει, βγήκε και συνέχισε να ψάχνει για το πρόβατο. Του φάνηκαν τότε όλα διαφορετικά κι αυτό τον παραξένεψε. Επιπλέον το πρόβατο εξακολουθούσε vα μένει άφαντο. Αποφάσισε τότε να γυρίσει σπίτι. Όταν όμως μπήκε στην Κνωσό τον έπιασε τρόμος. Όλα τα βρήκε τελείως διαφορετικά από ό,τι τα είχε αφήσει το πρωί.

Τελείως διαφορετικό του φάνηκε και το πατρικό του σπίτι, όταν μπήκε μέσα συνάντησε έναν γέρο που τον κοιτούσε κατάπληκτος. Τελικά, όταν δόθηκαν οι σχετικές εξηγήσεις, ο Επιμενίδης έμαθε πως αυτός ο γέρος ήταν ο μικρότερος αδελφός του, πως οι γονιοί τους είχαν πεθάνει πριν πολλά χρονιά και πως τον ίδιο τον θεωρούσαν χαμένο, γιατί όταν πριν από πενήντα επτά χρονιά τον έστειλαν να βρει ένα πρόβατο δεν γύρισε πίσω!

Η απίστευτη ιστορία του μαθεύτηκε αμέσως σε όλη την πόλη και σύντομα διαδόθηκε στο Πανελλήνιο, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ο Επιμενίδης εκλεκτός των θεών και να ξεκινήσει μια λαμπρή σταδιοδρομία στον τομέα αυτόν. Έτσι τον υπέδειξε η Πυθία ως τον καταλληλότερο για να καθαρίσει την Αθήνα από το Κυλώνειον άγος.

Οι Αθηναίοι στείλανε τότε στην Κνωσό τον Νικία του Νικηράτου με ένα πλοίο να τον φέρει στην πόλη τους. Ο Επιμενίδης δέχτηκε και ήρθε στην Αθήνα, τον πρώτο χρόνο της 46ης Ολυμπιάδας. Ξεκίνησε αμέσως τον καθαρμό της πόλης με εξιλαστήριες θυσίες προβάτων και την ανέγερση ναών ή βωμών στους θεούς, κυρίως όμως τον πέτυχε, συμφιλιώνοντας τους πολίτες και αποκαθιστώντας την ομόνοια μεταξύ τους. Οι Αθηναίοι τον τίμησαν με ανδριάντα και τον κατέταξαν στους ήρωες-ευεργέτες της πόλης τους.

Στον Επιμενίδη αποδίδεται και μια ρήση, που από μονή της αποτελεί παραδοξολογία. Εξοργισμένος με τους συμπατριώτες του, που όχι μόνο ισχυρίζονταν πως ο Δίας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κρήτη αλλά πως, παρά το ότι ήταν θεός, πέθανε εκεί και θάφτηκε στο βουνό Ιυκτός (που και σήμερα κρατά το αρχαίο του όνομα, Γιούχτας), είπε το περίφημο «πάντες οι Κρήτες ψεύδονται».

Αλλά καθώς και ο ίδιος ήταν Κρητικός, σύμφωνα με τα δικά του λόγια έλεγε ψέματα. Αν όμως έλεγε ψέματα τότε δεν ήταν αλήθεια πως όλοι οι Κρητικοί λένε ψέματα και ούτω καθεξής…

ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ, (Βίοι Φιλοσόφων – Βιβλίο Α’, 109)

Πυθαγόρειες τριάδες και αριθμοί Φιμπονάτσι

Οι πυθαγόρειες τριάδες
Όταν άρχισε να εφαρμόζει το πυθαγόρειο θεώρημα, εντύπωση του έκανε η τριάδα «3, 4 ,5» ως μήκη πλευρών ορθογωνίου τριγώνου. Δοκίμασε και με την τριάδα 2, 3, 4 για να διαπιστώσει εύκολα ότι δεν μπορούσε να είναι πλευρές ορθογωνίου τριγώνου. Το ίδιο έγινε και με την τριάδα 4, 5 ,6.

Αναρωτήθηκε «ποιες άλλες τριάδες φυσικών αριθμών θα μπορούσαν να είναι πλευρές ορθογωνίου τριγώνου» και η πρώτη βέβαια επιλογή ήταν «όλα τα πολλαπλάσια των «3, 4 ,5» δηλαδή οι τριάδες «6, 8 ,10» «9, 12, 15» «15, 20 ,25» «18, 24, 30» και οι υπόλοιπες. Αναρωτήθηκε εάν υπάρχουν άλλες τριάδες εκτός από αυτές. Σε γλώσσα άλγεβρας τριάδες φυσικών αριθμών α, β, γ, που ικανοποιούν τη σχέση α2 + β2 = γ2 .

Και τυχαία διέκρινε την τριάδα «12, 5, 13» άρα και τα πολλαπλάσιά της την «24, 10, 26» την «36, 15, 39» και τις υπόλοιπες. Αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσε να αναζητήσει τις άλλες τριάδες αλλά δεν το κατάφερνε και το άφησε.

Αναρωτήθηκε στη συνέχεια εάν υπάρχουν τριάδες φυσικών αριθμών που να ικανοποιούν τη σχέση α3 + β3= γ3 ή ίσως και την α4 + β4= γ4 δεν μπόρεσε να βρει ούτε μία τέτοια τριάδα και κάπου εκεί ρωτώντας κάποιος φοιτητής του μαθηματικού του μίλησε για το τελευταίο θεώρημα του Fermat.
Εξυπακούεται ότι κατά την εποχή της «εφηβικής του Αρχαιότητας» το κομπιουτεράκι ως καθημερινή πρακτική δεν είχε κάνει την εμφάνισή του ούτε το θεώρημα του Fermat είχε αποδειχθεί από τον Andrew Wiles .

Οι φιμπονάτσι
Η ακολουθία Fibonacci 1, 1, 2, 3, 5, 8, 13, 21, 34, 55, 89, 144, 233, 377, 610, 987, 1597, 2584, 4181, 6765, 10946, 17711, 28657, 46368, 75025 . . Καθένας από τους όρους της προκύπτει από το άθροισμα των δύο που προηγούνται. αν = αν-1 + αν-2 .

Ο Leonardo από την Πίζα – Leonardo Pisano, αποκαλούμενος Fibonacci, γιος του Bonacci, – ο μεγαλύτερος ίσως ευρωπαίος μαθηματικός του Μεσαίωνα, είχε καταλήξει σε αυτή την ακολουθία παρακολουθώντας τις συνήθειες των κουνελιών όταν ζευγαρώνουν. Οι «αριθμοί Fibonacci» εμφανίζονται στη φύση σε ένα σωρό επεισόδια. Πόσα είναι τα πέταλα των λουλουδιών; Αν τα μετρήσουμε θα καταλήξουμε σε αριθμό Fibonacci. Σε κάθε κουκουνάρι υπάρχουν έλικες. Πόσες είναι οι έλικες σε ένα τυχαίο κουκουνάρι; Αν τις μετρήσουμε θα βρούμε κάποιον αριθμό Fibonacci. Η ανάπτυξη των οστράκων μέσα στον χρόνο βρίσκεται επίσης σε αντιστοιχία με τους αριθμούς Fibonacci.

Και το πιο παράξενο. Η ακολουθία σχετίζεται με το κατασκεύασμα της ελληνίδας Γεωμετρίας που λέγεται χρυσή τομή.

Συνταγές για τον σχηματισμό των πλανητών

Variations on a themeΟι παρατηρήσεις των πλανητών του ηλιακού μας συστήματος όσο και των εξωπλανητών διαμορφώνουν τις ιδέες μας για το πώς σχηματίζονται και εξελίσσονται τα πλανητικά συστήματα. Ο Michael Meyer – ο αστρονόμος του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης με έρευνα στον σχηματισμό των πλανητών -περιγράφει εδώ πως γίνεται το ‘μαγείρεμα’ των πλανητών τόσο στην δική μας γειτονιά όσο και σε άλλα σημεία του Γαλαξία μας – ή και πέρα ακόμη από αυτόν.

Παραλλαγές σε ένα θέμα
Όποιος έχει χρησιμοποιήσει ποτέ μαγειρική σόδα αντί για μπέικιν πάουντερ όταν προσπαθεί να φτιάξει ένα κέικ ξέρει μια απλή αλήθεια: το ζήτημα των συστατικών. Το ίδιο ισχύει και για το σχηματισμό ενός πλανήτη. Οι πλανήτες είναι κατασκευασμένοι από τα υλικά που συσσωρεύονται σε ένα περιστρεφόμενο δίσκο γύρω από νεαρά αστέρια – κυρίως τα «υπόλοιπα» από τη στιγμή που σχηματίστηκαν τα ίδια τα αστέρια μέσω της βαρυτικής κατάρρευσης των περιστρεφόμενων νεφών του αερίου και της σκόνης. Ο δίσκος που θα σχηματίσει τον πλανήτη θα πρέπει συνεπώς να έχει αρχικά το ίδιο ποσοστό του αερίου με την σκόνη όπως έχει και το διαστρικό μέσο: περίπου 100 με 1 κατά βάρος. Ομοίως, φαίνεται λογικό ότι η στοιχειώδη σύνθεση του δίσκου πρέπει να ταιριάζει με αυτή του άστρου, αντικατοπτρίζοντας έτσι τις αρχικές συνθήκες σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο στο γαλαξία.
 

Η σύνθεση των πλανητών στο ηλιακό σύστημα

Ωστόσο, βλέπουμε μια μεγάλη ποικιλία στη χημική σύσταση των πλανητών στο ηλιακό μας σύστημα σαν συνάρτηση της μάζας του πλανήτη, και την  απόσταση από τον Ήλιο (δύο μεταβλητές που από μόνες τους δεν είναι εντελώς ανεξάρτητες). Ας εξετάσουμε το εσωτερικό του ηλιακού συστήματος, το οποίο είναι το βασίλειο των "γήινων" πλανητών – Άρη, Γη, Αφροδίτη και Ερμή. Από όσο ξέρουμε η Αφροδίτη, η Γη, ο Άρης και τα μητρικά αντικείμενα των μετεωριτών που πέφτουν στη Γη, όλα τους έχουν παρόμοια σύνθεση. Ο Ερμής είναι μια περίεργη μπάλα με μία ασυνήθιστα πλούσια σε σίδηρο και φτωχή σε πυρίτιο σύνθεση: θεωρείται ότι είναι ο πυρήνας ενός πλανήτη που έχασε τον μανδύα και τον φλοιό του σε μια δραματική σύγκρουση με άλλον πρωτοπλανήτη. Ωστόσο, ακόμη και άλλοι επίγειοι πλανήτες παρουσιάζουν περίεργες διαφορές στα ποσοστά ορισμένων στοιχείων σε σχέση με τον Ήλιο. Η αναλογία του άνθρακα προς το πυρίτιο στη Γη, για παράδειγμα, είναι 20 φορές μικρότερη από ό,τι είναι στον ήλιο. Μάλιστα οι διαφορές αυτές θα μπορούσαν να προσφέρουν σημαντικές ενδείξεις για το σχηματισμό του ηλιακού μας συστήματος.
 
Ο Δίας και ο Κρόνος είναι πιο μακριά, σε μια τροχιά γύρω από τον Ήλιο 5 και 10 φορές αντίστοιχα μεγαλύτερη από τη μέση απόσταση μεταξύ της Γης και του Ήλιου (λέγεται και αστρονομική μονάδα ή AU). Επίσης, είναι ριζικά διαφορετικοί πλανήτες πό τα γήινα ξαδέλφια τους. Όπως και ο Ήλιος, αυτοί οι “γίγαντας αέριοι" πλανήτες αποτελούνται κυρίως από υδρογόνο και ήλιο. Ωστόσο, από εξελιγμένες μετρήσεις του βαρυτικού πεδίου του Δία από διαστημόπλοια σε τροχιά, προκύπτουν ότι περιέχει περισσότερες από 30 γήινες μάζες στοιχείων βαρύτερων από το στοιχείο ήλιο. Αυτό σημαίνει ότι ο μεγαλύτερος πλανήτης του ηλιακού συστήματος, με περίπου 318 γήινες μάζες, είναι πλουσιότερος από τον Ήλιο σε αυτά τα στοιχεία με ένα συντελεστή τρία. Το ίδιο ισχύει και για τον Κρόνο.
 
Πέρα από τον Κρόνο στο εξώτερο τμήμα του ηλιακού συστήματος βρίσκονται ο Ουρανός και ο Ποσειδώνας. Αυτοί οι ονομαζόμενοι και παγωμένοι γίγαντες σχηματίστηκαν πέραν της ακτίνας στην οποία θεωρούμε ότι ο άνθρακας, το άζωτο και το οξυγόνο συμπυκνώνονται από την αέριο φάση τους για να σχηματίσουν πάγους σε στερεά μορφή. Αυτοί οι δύο μακρινοί πλανήτες αποτελούνται από υδρογόνο και ήλιο σε περίπου ίσο ποσοστό με τα βαριά στοιχεία. Αυτό μπορεί να υποδεικνύει ότι οι πυρήνες τους έχουν δημιουργηθεί μόλις ο δίσκος του αερίου από τον οποίο σχηματίστηκαν ο Δίας και ο Κρόνος εξατμίστηκε. Αυτό το γεγονός θεωρείται ότι έχει σημειωθεί πάνω από 10 εκατομμύρια χρόνια, αφότου σχηματίστηκε η πρώτη συμπύκνωση του πρωτοάστρου, που δημιουργήθηκε από την κατάρρευση ενός περιστρεφόμενου μοριακού νέφους και το οποίο αργότερα έγινε ο Ήλιος μας.
 
Οι αστρονόμοι μπορούν να λάβουν πολλές άλλες ενδείξεις για το σχηματισμό και την εξέλιξη του ηλιακού μας συστήματος και από τη μελέτη της σύνθεσης των πλανητικών δορυφόρων, τους νάνους πλανήτες στη ζώνη Kuiper πέραν του Ποσειδώνα, τους κομήτες, διάφορα κατάλοιπα, και από τον ίδιο τον ήλιο. Όμως, κατά την τελευταία δεκαετία, έχουν αρχίσει να μαθαίνουν περισσότερα για τους πλανήτες πέρα από το ηλιακό μας σύστημα, που είναι σε τροχιά γύρω από εξωτικά άλλα άστρα σαν τον Ήλιο. Αυτό σημαίνει ότι για πρώτη φορά μπορούμε να μελετήσουμε πλανητικά συστήματα που έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα από το δικό μας. Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι σε αυτήν την κουζίνα, τα συστατικά για να ψήσουμε διάφορα είδη κέικ διατηρούνται ξεχωριστά, και οδηγούν σε κέικ πολύ διαφορετικών τύπων.
 

Όταν ξεκίνησαν οι πλανήτες

planetary_cookbook
Μια σχηματική άποψη του πρωτοπλανητικού δίσκου γύρω από ένα νέο αστέρι δείχνει τις διάφορες περιοχές όπου μπορεί να σχηματιστούν πλανήτες. Στη μικρότερη ακτίνα (<0,05 AU), σχηματίζεται ένα κενό στον περιστρεφόμενο δίσκο, που οφείλεται στις μαγνητικές αλληλεπιδράσεις με το νέο αστέρι. Ο εσωτερικός δίσκος (0,05 <r <0,1 AU) αποτελείται κυρίως από αέριο, επειδή οι υψηλές θερμοκρασίες σε αυτές τις αποστάσεις είναι η αιτία της εξάχνωσης των κόκκων της σκόνης. Πέρα από αυτή την απόσταση είναι ο εξωτερικός δίσκος, όπου η σκόνη και το αέριο αναμειγνύονται. Το υλικό κυρίως συσσωρεύεται στον δίσκο έως την ακτίνα 1 AU. Ακόμα πιο έξω, η συσσώρευση μπορεί να συμβεί μόνο σε ένα επιφανειακό στρώμα, αφήνοντας έτσι μια «νεκρή ζώνη» στο εσωτερικό του δίσκου. Η γραμμή του πάγου, όπου γίνεται η συμπύκνωση του άνθρακα, του αζώτου και του οξυγόνου, βρίσκεται πέραν των 3 αστρονομικών μονάδων AU.
 

Ακολουθούν οι συμβουλές πώς μπορείς να φτιάξεις ένα πλανητικό σύστημα

Ξεκινήστε με ένα δίσκο αερίου και σκόνης, αρχικά περίπου 10-20% της μάζας των νέων άστρων. Ο δίσκος θα είναι θερμότερος σε μικρές ακτίνες (πολλές φορές όμως την ακτίνα του άστρου) και ψυχρότερος σε μεγαλύτερες ακτίνες (συχνά πάνω από 100 AU), που θα οφείλεται στις συνδυασμένες επιδράσεις της απελευθέρωσης της δυναμικής ενέργειας της βαρύτητας και της αστρικής ακτινοβολίας. Κοντά στο αστέρι, ο δίσκος θα αποτελείται μόνο από αέριο, διότι οι κόκκοι σκόνης θα εξαχνώνονται. Το εσωτερικό  άκρο της περιοχής αυτής με το αέριο καθορίζεται από τις αλληλεπιδράσεις με το νέο αστέρι, καθώς η μαγνητική πίεση του αστρικού διπόλου ανταγωνίζεται με την πίεση του αερίου που προσπαθεί να πέσει πάνω στο αστέρι. Έξω από αυτή την περιοχή, το αέριο και η σκόνη θα πρέπει να αναμειγνύονται καλά. Η επιφανειακή πυκνότητα της μάζας στην επιφάνεια του δίσκου, θα είναι κατά πάσα πιθανότητα μεγαλύτερη στην άκρη του εσωτερικού δακτυλίου και θα μειώνεται ελαφρά με την αύξηση της ακτίνας.
 
Αριστερά: ένας πλανήτης περιστρέφεται και καθαρίζει από τη σκόνη ένα τμήμα του πλανητικού δίσκου του μητρικού του άστρου
 
Εάν ο δίσκος είναι αρκετά ογκώδης, μπορείτε να παρατηρήσετε να αναπτύσσονται σπειροειδή κύματα πυκνότητας, όχι διαφορετικά με αυτά που παρατηρούνται σε γαλαξίες με σαφώς καθορισμένες  σπείρες. Μην ανησυχείτε. Αυτό μπορεί στην πράξη να βοηθήσει στη συλλογή των στερεών σωματιδίων που απαιτούνται για να σχηματίσουν μεγάλους πλανητοειδείς (planetesimals), ή ακόμη και τους πυρήνες των γιγαντιαίων πλανητών, όπως περιγράφεται παρακάτω.
 
Στη συνέχεια, αναδεύετε με ορμή καθώς το σύστημα συνεχίζει να γίνεται παχύρρευστο. Ποιούς μηχανισμούς παρέχει το απαιτούμενο ιξώδες δεν είναι απολύτως σαφές. Ωστόσο, εάν ο δίσκος είναι αρκετά ιονισμένος, η θεωρία δείχνει ότι μια εγγενής αστάθεια στους δίσκους του αγώγιμου αερίου – αποκαλείται μαγνητο-περιστροφική αστάθεια (MRI) – μπορεί να δημιουργήσει τις απαραίτητες αναταραχές. Εάν ο δίσκος είναι οπτικά παχύς (όπως οι περισσότεροι είναι κατά την εκκίνηση), μπορεί να σχηματιστεί στο δίσκο μια «νεκρή ζώνη» μεταξύ κάτι λιγότερο από 1 AU έως και περισσότερο από 10 AU, όπου η αστάθεια MRI δεν μπορεί να λειτουργήσει, λόγω του χαμηλού ιονισμού . Ωστόσο, η επιφάνεια του δίσκου πρέπει να είναι επαρκώς ιονισμένη ώστε να επιτρέπει την παχύρρευστο επικάθηση του υλικού: το περισσότερο υλικό κινείται προς τα εσωτερικά προς το αστέρι, ενώ κάποιο υλικό κινείται προς τα έξω, για την διατήρηση της στροφορμής. Σε όλη αυτή τη διαδικασία ανάμιξης, μικροί κόκκοι σκόνης συγκρούονται και κολλάνε, αποτελώντας όλο και μεγαλύτερα σώματα με την πάροδο του χρόνου. Καθώς συμβαίνει αυτό, ο δίσκος θα γίνεται λιγότερο αδιαφανής, καθώς μεγάλα σωματίδια έχουν μεγαλύτερες αναλογίες μάζας προς την επιφάνειά του σε σύγκριση με τα μικροσκοπικά σώματα.
 
Μόλις τα μικρά σώματα φθάσουν σε διάμετρο το 1 μέτρο, μπορούν να καταλήξουν στο να προωθηθούν μέσα στο κεντρικό αστέρι χάρις σε ένα φαινόμενο γνωστό ως "έλξη αερίου". Αυτό συμβαίνει επειδή το αέριο στο δίσκο υποστηρίζεται εν μέρει από την πίεση του αερίου, έτσι ώστε να περιστρέφεται πιο αργά από ό,τι οι γειτονικοί ογκόλιθοι. Ως εκ τούτου, αυτά τα βράχια αισθάνονται έναν "αντίθετο άνεμο" από το αέριο, χάνουν στροφορμή και κινούνται σπειροειδώς προς ένα πύρινο θάνατο κοντά στο αστέρι. Εάν πάρα πολύ στερεό υλικό χάνεται με αυτό τον τρόπο, τότε δεν θα είναι σε θέση να φτιαχτεί ο πλανήτης σας. Αυτό το είδος του μαγειρέματος δεν είναι για αυτό που πάσχει από την καρδιά του!
 
Αλλά υπάρχει τουλάχιστον ένας τρόπος για να αποφευχθεί αυτό το πρόβλημα. Πολλοί πλανητικοί επιστήμονες έχουν προτείνει ότι πλανητικοί σεφ θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την έλξη του αερίου προς όφελός τους. Όπου υπάρχει μια αύξηση της πυκνότητας του αερίου, προτείνουν οι ερευνητές, τα στερεά σωματίδια επίσης θα τείνουν να συγκεντρωθούν. Και στο πλαίσιο αυτών των πυκνότερων περιφερειών του δίσκου, θα μπορούν να παραχθούν μεγαλύτερα σώματα μέσω συγκρούσεων πιο γρήγορα από ό,τι χάνονται με την έλξη του αερίου από τα άστρα.
 
Εάν αυτή η διαδικασία πετύχει, θα αφήσει πίσω της πολλά μεγαλύτερα σώματα, περίπου 100 χιλιομέτρων, ιδανικά για την κατασκευή των πρωτοπλανητών. Ένα φαινόμενο, της βαρυτικής εστίασης, όπου οι τροχιές των μικρών σωματιδίων διαταράσσονται σημαντικά από τις συναντήσεις τους με μεγαλύτερα σώματα, μπορεί να επιταχύνει αυτή την διαδικασία, με αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη αύξηση της ανάπτυξης τους, όπου το μεγάλο γίνεται ακόμα μεγαλύτερο. Όταν όμως οι πρωτοπλανήτες γίνουν μεγαλύτεροι και από το φεγγάρι, υπάρχει και ένα άλλο  πρόβλημα: ο συνδυασμός των ροπών και των συντονισμών μεταξύ των βραχωδών πρωτοπλανητών και των  υπόλοιπων αερίων μπορούν να ασκήσουν πιέσεις και να τραβήξουν τα πλανητικά έμβρυα σε μια πορεία προς τα μέσα, ένα φαινόμενο γνωστό ως μετανάστευση τύπου Ι. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια πρόσθετη απώλεια των απαραίτητων στερεών υλικών καθώς πέφτουν πάνω στο μικρό άστρο. Ωστόσο, είναι δυνατόν να επιβραδυνθεί η απώλεια των στερεών και να γίνει ακόμη και  συσσώρευση σε αντικείμενα ύλης με μάζα σαν της Σελήνης.
 
Το ορόσημο ή γραμμή του πάγου όπως λέγεται, όπου σημαντικά βαριά στοιχεία συμπυκνώνονται σε πάγους, είναι ένα άλλο μέρος για να ψάξουμε για σημάδια του πρώιμου σχηματισμού ενός πλανήτη. Εάν όλος ο άνθρακας, το άζωτο και το οξυγόνο στην περιοχή αυτή μετατραπεί από αέριο σε στερεά φάση, τότε η επιφανειακή πυκνότητα των στερεών (σκόνη συν πάγος) στον δίσκο θα αυξηθεί πολλαπλά, προωθώντας έτσι σημαντικά τη διαμόρφωση των πυρήνων των γιγάντιων πλανητών. Αυτό θα άφηνε τελικά ένα μικρό αριθμό μεγάλων "ολιγαρχικών" πρωτοπλανητών, η σύνθεση των οποίων θα εξαρτιέται από τις τοπικές συνθήκες της κάθε ζώνης στο δίσκο. Αυτοί είναι τα δομικά στοιχεία για την περαιτέρω πλανητική διαμόρφωση. Στο εσωτερικό του ηλιακού συστήματος, τα αντικείμενα αυτά θα έχουν μάζα μικρότερη από εκείνη του ‘Αρη, που οδηγεί στην τελική διαμόρφωση πλανητών με μάζα σαν της Γης για πάνω από δεκάδες εκατομμύρια χρόνια. Ωστόσο, οι πρωτοπλανήτες στο εξωτερικό τμήμα του δίσκου θα μπορούσαν  να είναι μεγάλα όσο και η Γη.
 

Σύνθετη μαγειρική

Ο σχηματισμός των πρωτοπλανητών, ωστόσο, είναι απλώς το πρώτο βήμα. Αν θέλετε να φτιάξετε ένα γιγάντιο αέριο πλανήτη, τότε θα πρέπει να οικοδομήσετε έναν πυρήνα με μάζα μεταξύ 1-10-μάζες της Γης προτού ο αέριος δίσκος εξαφανιστεί. Μεταξύ 0,1 με 10 εκατομμύρια χρόνια μετά τον σχηματισμό του δίσκου, η επιφανειακή του πυκνότητα θα μειωθεί καθώς κάποια ποσότητα υλικού χάνεται προς το κεντρικό αστέρι, και καθώς η εξωτερική ακτίνα του δίσκου αυξάνει όταν το υλικό απλώνεται στον χώρο για να διατηρηθεί η στροφορμή. Επίσης, υψηλής ενέργειας υπεριώδη ακτινοβολία και ακτίνες-Χ από το νέο αστέρι μπορεί να διασπάσουν τα μόρια και να ιονίσουν τα άτομα, τα οποία μπορούν να αφήσουν κάποιο υλικό με αρκετή κινητική ενέργεια για να μπορέσει να ξεφύγει εντελώς από το σύστημα. Αυτή η διαδικασία είναι γνωστή ως φωτο-εξάτμιση. Οι παρατηρήσεις δείχνουν ότι ο δίσκος του αερίου συνήθως εξαφανίζεται μέσα σε 10 εκατομμύρια χρόνια – έτσι ώστε το χρονικό παράθυρο για την δημιουργία πλανήτη πλούσιου σε αέριο είναι αρκετά σύντομη με βάση τα αστροφυσικά στάνταρντ.
 
Ακόμα, αν φτιάξετε τον πυρήνα του αέριου γίγαντα πλανήτη σας αρκετά γρήγορα, τότε θα μπορείτε να προκαλέσετε την ταχύτατη επικάθηση πάνω του αερίου, οδηγώντας έτσι στην δημιουργία ενός γιγάντιου πλανήτη. Αλλά ακόμη και τότε, ο γίγαντας αέριος πλανήτης σας μπορεί να μην είναι ασφαλής! Ο πλανήτης μπορεί να παρασυρθεί μακριά σε ένα άλλο είδος μεταναστευτικής διαδικασίας, που ονομάζεται μετανάστευση τύπου ΙΙ. Αν συμβεί αυτό, ο πλανήτης σας θα μπορούσε να καταλήξει να "σταθμεύσει" στο εσωτερικό του δίσκου (σαν τους εξωπλανήτες που λέγονται καυτοί Δίοι πλανήτες, που βρέθηκαν πολύ κοντά στα μητρικά αστέρια τους) ή ακόμη και να πέσουν πάνω στο ίδιο το νεαρό αστέρι.
 
Όλη αυτή η δυναμική και η ενεργητική δραστηριότητα έχει μια βαθιά επίδραση στη χημεία του δίσκου και, επομένως, για τη σύνθεση των πλανητών που σχηματίζονται σε κάποια συγκεκριμένη θέση. Επιστήμονες έχουν υπολογίσει ότι σε θερμοκρασίες άνω των 800 Kelvin, μόρια υδροξυλίου βοηθούν να μετατραπούν στερεά πλούσια σε άνθρακα  προς άλλες μορφές, μειώνοντας την περιεκτικότητα τους σε άνθρακα με αυτή την διαδικασία. Αυτά λοιπόν τα άτομα δίχως άνθρακα γρήγορα αντιδρούν με το πλούσιο σε οξυγόνο δίσκο του αερίου, φτιάχνοντας μονοξείδιο του άνθρακα.
 
Αυτά τα μόρια του αερίου μπορεί είτε να πέσουν πάνω στο νέο αστέρι ή να φωτο-εξατμιστούν. Είτε έτσι είτε αλλιώς, η περιεκτικότητα σε άνθρακα στα στερεά του σχηματισθέντος πλανήτη εξαντλείται, γεγονός το οποίο μπορεί να εξηγήσει γιατί ο λόγος του άνθρακα με το πυρίτιο των γήινων πλανητών είναι τόσο διαφορετικός σε σχέση με την αναλογία που βρέθηκε στον ήλιο. Όμως, η ποσοτικοποίηση του μεγέθους αυτού του μυστήριου απαιτεί να γνωρίζουμε την αναλογία των στοιχείων στον ήλιο με υψηλή ακρίβεια. Μάλιστα σήμερα έχουμε νέα μοντέλα που μας δίνουν καλύτερα αποτελέσματα με βάση το ηλιακό φάσμα.
 
Κατ’ αρχήν, σχηματίζοντας έναν πλανήτη με μάζα σαν τη Γη μέσω συγκρούσεων θα είναι πολύ ευκολότερο από ό,τι να σχηματίσουμε ένα γιγάντιο αέριο πλανήτη (που απαιτεί τον σχηματισμό του πυρήνα του πριν από την εξαφάνιση του αερίου), ενώ μπορείτε να λύσετε τα προβλήματα της έλξης του αερίου και της μετανάστευσης τύπου Ι  των στερεών. Σύμφωνα με αστροφυσικά μοντέλα χρειάζονται κάπου 10 με 100 εκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστεί ένας πλανήτης με τη μάζα της Γης σε μια ακτίνα μικρότερη των 3 αστρονομικών μονάδων. Εάν η διαδικασία αυτή αποδειχθεί ότι είναι καθολική, αυτό θα οδηγήσει σε μια πληθώρα γήινων πλανητών στον γαλαξία – για να μην αναφέρουμε το σύμπαν ολόκληρο.
 
Τέλος, ενώ φαίνεται να είναι αρκετά εύκολο να φτιαχτούν  πλανήτες "υπερ-γαίες" με μάζες μερικές φορές μεγαλύτερες από τη Γη – έχουν παρατηρηθεί τέτοιοι πλανήτες περίπου μέχρι και το 30% των άστρων στην έρευνα HARPS – θα μπορούσε να υπάρχει ένα «χάσμα μάζας» που καθιστά δύσκολο το σχηματισμό πλανητών ελαφρύτερους από τον Κρόνο, αλλά βαρύτερους από τον Ποσειδώνα. Ένα τέτοιο κενό έχει προβλεφθεί σε διάφορα αστροφυσικά μοντέλα. Τελικά μας λείπει ακόμα μια πειστική συνταγή για τον σχηματισμό των γιγάντιων παγωμένων πλανητών στο ηλιακό μας σύστημα.

Alone in space – Δισεκατομμύρια ‘ορφανοί’ πλανήτες περιπλανώνται στο διάστημα

free_planetΕκατοντάδες δισεκατομμύρια απομονωμένων πλανητών πιστεύεται ότι ‘πλέουν’ μόνοι τους στο σκοτεινό διάστημα, όπως ανακοινώθηκε από μια διεθνή ομάδα αστρονόμων, οι οποίοι υποθέτουν ότι αποσπάστηκαν από αναπτυσσόμενα πλανητικά συστήματα.
 
Η ομάδα από την Ιαπωνία και τη Νέα Ζηλανδία σάρωσε το κέντρο του Γαλαξία μας από το 2006 έως το 2007, και για πρώτη φορά βρέθηκαν στοιχεία για μέχρι 10 ελεύθερους περιπλανώμενους πλανήτες, ή «ορφανοί» πλανήτες όπως λέγονται, με περίπου τη μάζα του Δία. Απέχουν περίπου 10 έως 20 χιλιάδες έτη φωτός από τη Γη.

Καλλιτεχνική απεικόνιση ενός πλανήτη σαν τον Δία που περιπλανάται στο σκοτεινό διάστημα χωρίς μητρικό άστρο

Η ομάδα αυτή ήταν σε θέση να ανιχνεύσει αντικείμενα πολύ μικρότερο από τον Δία, αλλά πιστεύει ότι οι μικροί ορφανοί πλανήτες μπορεί να είναι ακόμη πιο πολλοί.
 
"Παρόλο που προβλεπόταν να βρούμε ελεύθερα περιπλανώμενους πλανήτες, τελικά τους ανιχνεύσαμε, οπότε η παρουσία τους έχει σημαντικές επιπτώσεις για την θεωρία του πλανητικού σχηματισμού και την εξέλιξη των μοντέλων”, δήλωσε ο Mario Perez, επιστήμονας ειδικός στους εξωπλανήτες της NASA.
 
Η ανακάλυψη τόσων πολλών σε μία μικρή περιοχή, μας δείχνει ότι είναι πιθανό να υπάρχουν αναρίθμητοι σε όλο το σύμπαν. Η  ομάδα εκτιμά ότι υπάρχουν περίπου διπλάσιοι τέτοιοι πλανήτες από τα αστέρια. Ή το πλήθος τους εκτιμάται ότι είναι τουλάχιστον όσο το πλήθος των πλανητών που βρίσκονται σε τροχιά γύρω από άστρα όπως ο Ήλιος. Αυτό συνεπάγεται στην ύπαρξη εκατοντάδων δισεκατομμυρίων μοναχικών πλανητών μόνο στον Γαλαξία μας.
 
«Η έρευνά μας είναι σαν μια απογραφή πληθυσμού» δηλώνει ο David Bennett της NASA, «μελετήσαμε ένα τμήμα του γαλαξία, και με βάση τα στοιχεία αυτά, μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα για ολόκληρο τον γαλαξία».
 
Η έρευνα δεν είναι ευαίσθητη σε πλανήτες που είναι μικρότεροι από τον Δία και Κρόνο, αλλά οι θεωρίες υποστηρίζουν ότι και μικρότεροι σε μέγεθος πλανήτες σαν τη Γη, θα μπορούσαν με μεγάλη συχνότητα να διαφεύγουν από τα άστρα τους. Και τούτο διότι τα πλανητικά συστήματα συχνά γίνονται ασταθή αποβάλλοντας τους πλανήτες τους.
 
Τα νέα ευρήματα πιστεύεται ότι αντιπροσωπεύουν πλανήτες που έχουν εκτιναχθεί από τα ηλιακά συστήματα τους, λόγω της βαρυτικής επίδρασης άλλων πλανητών ή άστρων. Χωρίς να γυρίζουν γύρω από ένα αστέρι μετακινούνται ελεύθερα μέσα στο γαλαξία με τον ίδιο τρόπο όπως τα αστέρια, σε σταθερές τροχιές γύρω από το κέντρο του γαλαξία.
 
Υπάρχει ακόμα η πιθανότητα ότι ορισμένοι από αυτούς τους πλανήτες μπορεί να έχουν πολύ απομακρυσμένες τροχιές γύρω από αστέρια, αλλά άλλες έρευνες δείχνουν ότι οι πλανήτες σαν τον Δία σε τέτοιες τροχιές είναι σπάνιοι.
 
Όταν η φαντασία γίνεται πραγματικότητα
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη ελεύθερων πλανητών είχε προταθεί ήδη το 1932 στη νουβέλα επιστημονικής φαντασίας Όταν συγκρούονται οι πολιτισμοί των Philip Wylie και Edwin Balmer. Μετά όμως την πρώτη ανακοίνωση παρατήρησης τέτοιου είδους ουράνιων σωμάτων το 2000, η σκυτάλη πέρασε στους επιστήμονες. Πολλοί από αυτούς δοκίμασαν να υπολογίσουν την πιθανότητα της διατήρησης ζωής σε έναν ελεύθερο πλανήτη καθώς και την πιθανότητα σύλληψης ενός ελεύθερου πλανήτη από ένα προϋπάρχον πλανητικό σύστημα, παρόμοιο με τις εκατοντάδες που έχουν ήδη ανακαλυφθεί τα τελευταία χρόνια.
 
Έτσι αρκετοί αστροβιολόγοι έδειξαν ότι η γεωθερμική ενέργεια ενός ελεύθερου πλανήτη με πυκνή ατμόσφαιρα μπορεί να διατηρεί επιφανειακή θερμοκρασία στην οποία διάφοροι διαλύτες βιολογικής σημασίας (όπως π.χ. το νερό) βρίσκονται σε υγρή μορφή, ενώ η ερευνητική ομάδα Δυναμικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης έδειξε ότι η πιθανότητα σύλληψης ενός ελεύθερου πλανήτη από ένα πλανητικό σύστημα δεν είναι καθόλου αμελητέα. Άρα η μεταφορά ζωής, ή και ακόμη-ακόμη αποικιών, μέσω ελεύθερων πλανητών από ένα πλανητικό σύστημα σε ένα άλλο δεν φαίνεται να αποκλείεται στο απώτερο μέλλον.
 
Η μέθοδος του βαρυτικού μικρο-φακού
Η πρώτη ανακοίνωση για την ύπαρξη ελεύθερων πλανητών είχε γίνει το 2000 από μια ομάδα ισπανών αστρονόμων που είχαν χρησιμοποιήσει κλασικές φωτογραφικές μεθόδους για να αποτυπώσουν αμυδρά αντικείμενα με μάζα λίγες φορές μεγαλύτερη από τη μάζα του Δία, του μεγαλύτερου πλανήτη του ηλιακού μας συστήματος.
 
Για να γίνει αποδεκτή όμως μια τόσο σημαντική ανατροπή χρειάζεται επιβεβαίωση με άλλη, ανεξάρτητη μέθοδο. Η πιο σύγχρονη και κατάλληλη για τον σκοπό αυτό μέθοδος είναι το φαινόμενο του βαρυτικού μικρο-φακού (microlensing), που ανιχνεύει ένα σώμα με άλλη μέθοδο και όχι από το φως που αυτό εκπέμπει.
 
Σύμφωνα με τη Γενική Θεωρία Σχετικότητας, ένα σώμα, είτε φωτεινό είτε σκοτεινό, που τυχαίνει να βρίσκεται στην ευθεία η οποία ενώνει το μάτι μας με μια μακρινή φωτεινή πηγή, εστιάζει το φως της πηγής, όπως ένας αμφίκυρτος φακός συγκεντρώνει το ηλιακό φως. Για τον λόγο αυτό το πλησιέστερο σώμα ονομάζεται βαρυτικός φακός. Αν ο φακός έχει μάζα όση ένας γαλαξίας ή ένα σμήνος γαλαξιών, τότε είναι δυνατό να παρατηρήσουμε την εικόνα της μακρινής πηγής που αυτός προβάλλει. Αν ο φακός έχει μάζα όση ένα αστέρι ή ένας πλανήτης, τότε δεν μπορούμε να δούμε την εικόνα της πηγής, όμως μπορούμε να παρατηρήσουμε την απότομη αύξηση της λαμπρότητάς της που προκαλείται από την εστίαση της ακτινοβολίας της. Ανάλογα με τη μάζα του φακού και την ταχύτητα με την οποία αυτός κινείται, η αναλαμπή αυτή της πηγής μπορεί να διαρκέσει μερικές ώρες ή ημέρες.
 
Τη διετία 2006-2007 η ερευνητική ομάδα MAO (Microlensing Observations in Astrophysics) παρατηρούσε συστηματικά το κέντρο του Γαλαξία μας με σκοπό την καταγραφή αναλαμπών που οφείλονται σε ελεύθερους πλανήτες. Κατά τη διάρκεια των παρατηρήσεων καταγράφηκαν αρκετές εκατοντάδες αναλαμπές αυτού του είδους, πολλές από τις οποίες επιβεβαιώθηκαν στη συνέχεια από την ερευνητική ομάδα OGLE (Optical Gravitational Lensing Experiment). Η στατιστική ανάλυση αυτών των γεγονότων, που ολοκληρώθηκε μόλις πρόσφατα, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι στον Γαλαξία μας υπάρχουν ελεύθεροι πλανήτες, στο μέγεθος του Δία, ο αριθμός των οποίων είναι διπλάσιος από τον αριθμό των αστέρων του Γαλαξία. Επειδή ο αριθμός των αστέρων είναι 200 δισεκατομμύρια, ο αριθμός των ελεύθερων πλανητών του Γαλαξία μας είναι 400 δισεκατομμύρια. Ανάλογος αριθμός θα πρέπει να υπάρχει και στα υπόλοιπα 200 δισεκατομμύρια γαλαξίες που υπάρχουν στο ορατό από εμάς Σύμπαν.
 
Η μελέτη, με επικεφαλής τον Takahiro Sumi από το πανεπιστήμιο της Osaka στην Ιαπωνία, δημοσιεύεται στο περιοδικό Nature.

Οι συνέπειες του να «καταπιείς» ένα πλανήτη

oi-sunepeies-tou-na-katapieis-ena-planitiΑστρονόμοι ανέπτυξαν ένα μοντέλο με το οποίο μπορούν να υπολογίσουν τον αντίκτυπο που έχει στα άστρα η «κατανάλωση» πλανητών αποτελούμενων από βαριά στοιχεία.  Η μέθοδος αυτή προσθέτει στην κατανόηση των επιστημόνων για τη διαδικασία του σχηματισμού των πλανητών ενώ μπορεί να χρησιμεύσει και στην έρευνα για βραχώδεις πλανήτες πέρα από το Ηλιακό μας Σύστημα.
 
Κατά την εξέλιξη της ζωής ενός άστρου διάφοροι παράγοντες μπορούν να συντελέσουν ώστε να συγκρουστεί με κάποιον πλανήτη, γεγονός που αναμφίβολα θα προκαλέσει τη διάλυση του δεύτερου. Μία τέτοια περίπτωση θα έχει επιπτώσεις στη σύνθεση του άστρου, οι οποίες μπορούν να εκτιμηθούν, σύμφωνα με τους ερευνητές του πανεπιστημίου Βάντερμπιλτ.

Ένα άστρο παρόμοιο με τον Ήλιο, αποτελείται από ήλιο και υδρογόνο σε ένα ποσοστό τουλάχιστον 98% της σύνθεσής του. Τα υπόλοιπα συστατικά των άστρων αυτών κατηγοριοποιούνται από τους επιστήμονες ως «μέταλλα» και η «μεταλλικότητα» είναι ένα όρος που μετράει το λόγο των βαρύτερων στοιχείων προς τα ελαφρότερα σε ένα άστρο.
 
Από τη δεκαετία του ’90, όταν οι αστρονόμοι ξεκίνησαν την έρευνα για εξωπλανήτες υπήρξε και η ιδέα της σύνδεσης της μεταλλικότητας των άστρων με την πιθανότητα να φιλοξενούν πλανητικά συστήματα, με τα πιο μεταλλικά άστρα να συγκεντρώνουν περισσότερες πιθανότητες για να σχηματιστεί στην περιοχή τους ένας βραχώδης πλανήτης.
 
Στη νέα έρευνα, οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν σε ορισμένα χημικά στοιχεία όπως το αλουμίνιο, το πυρίτιο και το σίδηρο που βρίσκονται σε μικρές περιεκτικότητες στα άστρα αλλά αποτελούν και σημαντικό τμήμα της σύνθεσης σε πλανήτες όπως ο δικός μας.
 
Ερευνώντας το δυαδικό αστρικό σύστημα HD 20781 και HD 20782, στο οποίο τα δίδυμα άστρα είναι γνωστό πως έχουν πλανητικά συστήματα, διαπίστωσαν πως οι συνθέσεις τους είναι διαφορετικές, κάτι ανεξήγητο από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν από το ίδιο νέφος αερίων και σκόνης.
 
Αναλύοντας τη σύνθεσή τους μέσω του φάσματος της ακτινοβολίας τους υπολόγισαν πως η διαφοροποίηση έγκειται κατά πάσα πιθανότητα στο γεγονός πως το ένα από τα δύο άστρα είχε στο παρελθόν καταβροχθίσει από το περιβάλλον του βαριά υλικά που ισοδυναμούν με 10-20 φορές τη μάζα της Γης και τουλάχιστον 20 φορές τη μάζα της Γης το δεύτερο.
 
Τα αποτελέσματα αυτά υποστηρίζουν τη θεωρία πως η σύνθεση ενός άστρου σχετίζεται με τη φύση του πλανητικού συστήματος που φιλοξενεί.  
 
Από την επακόλουθη ανάλυση προέκυψε πως δεν είναι πιθανό τα δύο αυτά άστρα να περιβάλλονται πλέον από κάποιον βραχώδη πλανήτη, όμως η προέκταση των αποτελεσμάτων σε πιο γενικά συμπεράσματα θα μπορέσει ίσως να επιτρέψει σύντομα στους επιστήμονες να αποφαίνονται για τη μη ύπαρξη πλανητών που να μοιάζουν με τη Γη σε άστρα με όμοια χημική υπογραφή.

Σάββατο 8 Απριλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Θεομνήστου (6-14)

[6] Ἴσως τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, περὶ τούτων μὲν οὐδὲν ἀπολογήσεται, ἐρεῖ δὲ πρὸς ὑμᾶς ἅπερ ἐτόλμα λέγειν καὶ πρὸς τὸν διαιτητήν, ὡς οὐκ ἔστι τῶν ἀπορρήτων, ἐάν τις εἴπῃ τὸν πατέρα ἀπεκτονέναι· τὸν γὰρ νόμον οὐ ταῦτ᾽ ἀπαγορεύειν, ἀλλ᾽ ἀνδροφόνον οὐκ ἐᾶν λέγειν.

[7] ἐγὼ δὲ οἶμαι δεῖν, ὦ ἄνδρες δικασταί, οὐ περὶ τῶν ὀνομάτων διαφέρεσθαι ἀλλὰ τῆς τούτων διανοίας, καὶ πάντας εἰδέναι ὅτι ὅσοι ‹ἀπεκτόνασί τινας, καὶ ἀνδροφόνοι εἰσί, καὶ ὅσοι› ἀνδροφόνοι εἰσί, καὶ ἀπεκτόνασί τινας. πολὺ γὰρ ἔργον ἦν τῷ νομοθέτῃ ἅπαντα τὰ ὀνόματα γράφειν ὅσα τὴν αὐτὴν δύναμιν ἔχει· ἀλλὰ περὶ ἑνὸς εἰπὼν περὶ πάντων ἐδήλωσεν.

[8] οὐ γὰρ δήπου, ὦ Θεόμνηστε, εἰ μέν τίς σε εἴποι πατραλοίαν ἢ μητραλοίαν, ἠξίους ἂν αὐτὸν ὀφλεῖν σοι δίκην, εἰ δέ τις εἴποι ὡς τὴν τεκοῦσαν ἢ τὸν φύσαντα ἔτυπτες, ᾤου ἂν αὐτὸν ἀζήμιον δεῖν εἶναι ὡς οὐδὲν τῶν ἀπορρήτων εἰρηκότα.

[9] ἡδέως γὰρ ἄν σου πυθοίμην (περὶ τοῦτο γὰρ δεινὸς εἶ καὶ μεμελέτηκας καὶ ποιεῖν καὶ λέγειν)· εἴ τίς σε εἴποι ῥῖψαι τὴν ἀσπίδα, ἐν δὲ τῷ νόμῳ εἴρηται, «ἐάν τις φάσκῃ ἀποβεβληκέναι, ὑπόδικον εἶναι», οὐκ ἂν ἐδικάζου αὐτῷ, ἀλλ᾽ ἐξήρκει ἄν σοι [ἐρριφέναι τὴν ἀσπίδα] λέγοντι οὐδέν σοι μέλειν; οὐδὲ γὰρ τὸ αὐτό ἐστι ῥῖψαι καὶ ἀποβεβληκέναι·

[10] ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἂν τῶν ἕνδεκα γενόμενος ἀποδέξαιο, εἴ τις ἀπάγοι τινὰ φάσκων θοἰμάτιον ἀποδεδύσθαι ἢ τὸν χιτωνίσκον ἐκδεδύσθαι, ἀλλ᾽ ἀφείης ἂν τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅτι οὐ λωποδύτης ὀνομάζεται. οὐδ᾽ εἴ τις παῖδα ἐξαγαγὼν ληφθείη, οὐκ ἂν φάσκοις αὐτὸν ἀνδραποδιστὴν εἶναι, εἴπερ μαχῇ τοῖς ὀνόμασιν, ἀλλὰ μὴ τοῖς ἔργοις τὸν νοῦν προσέξεις, ὧν ἕνεκα τὰ ὀνόματα πάντες τίθενται.

[11] Ἔτι τοίνυν σκέψασθε, ὦ ἄνδρες δικασταί· οὑτοσὶ γάρ μοι δοκεῖ ὑπὸ ῥᾳθυμίας καὶ μαλακίας οὐδ᾽ εἰς Ἄρειον πάγον ἀναβεβηκέναι. πάντες γὰρ ἐπίστασθε ὅτι ἐν ἐκείνῳ τῷ χωρίῳ, ὅταν τὰς τοῦ φόνου δίκας δικάζωνται, οὐ διὰ τούτου τοῦ ὀνόματος τὰς διωμοσίας ποιοῦνται, ἀλλὰ δι᾽ οὗπερ ἐγὼ κακῶς ἀκήκοα· ὁ μὲν γὰρ διώκων ὡς ἔκτεινε διόμνυται, ὁ δὲ φεύγων ὡς οὐκ ἔκτεινεν.

[12] οὐκ οὖν ἄτοπον ἂν εἴη τὸν δράσαντ᾽ ἀφεῖναι φάσκοντα ἀνδροφόνον εἶναι, ὅτι ὁ διώκων, ὡς ἔκτεινε, ‹πρὸς› τὸν φεύγοντα διωμόσατο; τί γὰρ ταῦτα, ὧν οὗτος ἐρεῖ, διαφέρει; καὶ αὐτὸς μὲν Θέωνι κακηγορίας ἐδικάσω εἰπόντι σε ἐρριφέναι τὴν ἀσπίδα. καίτοι περὶ μὲν τοῦ ῥῖψαι οὐδὲν ‹ἐν› τῷ νόμῳ εἴρηται, ἐὰν δέ τις εἴπῃ ἀποβεβληκέναι τὴν ἀσπίδα, πεντακοσίας δραχμὰς ὀφείλειν κελεύει.

[13] οὐκ οὖν δεινόν, εἰ ὅταν μὲν δέῃ σὲ κακῶς ἀκούσαντα τοὺς ἐχθροὺς τιμωρεῖσθαι, οὕτω τοὺς νόμους ὥσπερ ἐγὼ νῦν λαμβάνεις, ὅταν δ᾽ ἕτερον παρὰ τοὺς νόμους εἴπῃς κακῶς, οὐκ ἀξιοῖς δοῦναι δίκην; πότερον οὕτως σὺ δεινὸς εἶ ὥστε, ὅπως ἂν βούλῃ, οἷός τ᾽ εἶ χρῆσθαι τοῖς νόμοις, ἢ τοσοῦτον δύνασαι ὥστε οὐδέποτε οἴει τοὺς ἀδικουμένους ὑπὸ σοῦ τιμωρίας τεύξεσθαι;

[14] εἶτ᾽ οὐκ αἰσχύνῃ οὕτως ἀνοήτως διακείμενος, ὥστε οὐκ ἐξ ὧν εὖ πεποίηκας τὴν πόλιν, ἀλλ᾽ ἐξ ὧν ἀδικῶν οὐ δέδωκας δίκην, οἴει δεῖν πλεονεκτεῖν; Καί μοι ἀνάγνωθι τὸν νόμον.

***
[6] Ίσως ωστόσο, άνδρες δικαστές, δεν θα βασίσει καθόλου την υπεράσπισή του σε αυτά, αλλά θα σας πει ό,τι είχε το θράσος να πει και στον διαιτητή, ότι δηλαδή δεν είναι από αυτά που απαγορεύονται, εάν ένας πει για κάποιον ότι σκότωσε τον πατέρα του. Διότι ο νόμος δεν απαγορεύει, λέει, αυτό, απλώς δεν επιτρέπει να αποκαλείς κάποιον ανδροφόνο.

[7] Εγώ όμως νομίζω, άνδρες δικαστές, ότι δεν πρέπει να μας απασχολούν οι λέξεις, αλλά το τί σημαίνουν, και ότι όλοι σας γνωρίζετε πως όσοι έχουν διαπράξει φόνο είναι και ανδροφόνοι , και πως όσοι είναι ανδροφόνοι έχουν διαπράξει φόνο. Προφανώς ήταν μεγάλος κόπος για τον νομοθέτη να γράψει όλες τις λέξεις που έχουν την ίδια σημασία. Αντ᾽ αυτού ανέφερε μία και κατέστησε φανερή την πρόθεσή του για όλες.

[8] Γιατί ασφαλώς, Θεόμνηστε, δεν θα είχες την απαίτηση να τιμωρηθεί κάποιος, αν σε αποκαλούσε πατραλοία ή μητραλοία, ενώ θα θεωρούσες ότι πρέπει να μείνει ατιμώρητος, αν ένας έλεγε ότι δέρνεις αυτή που σε γέννησε ή εκείνον που σε έσπειρε, εφόσον κατά τη λογική σου δεν θα είχε πει κάτι από αυτά που απαγορεύονται.

[9] Ασμένως μάλιστα θα ήθελα να μάθω από σένα (γιατί σε αυτό είσαι ασυναγώνιστος και διαθέτεις πλούσια εμπειρία και στην πράξη και στα λόγια): Αν κάποιος έλεγε ότι πέταξες την ασπίδα, ενώ η διατύπωση του νόμου είναι «αν ένας λέει για κάποιον ότι εγκατέλειψε την ασπίδα, να διώκεται», δεν θα τον εδίωκες, αλλά θα σου ήταν αρκετό να λες ότι ποσώς σε απασχολεί, διότι άλλο «πετάω» άλλο «εγκαταλείπω»;

[10] Σε περίπτωση πάλι που βρεθείς ανάμεσα στους Ένδεκα, αν ένας οδηγήσει ενώπιόν σου κάποιον με τη διαδικασία της απαγωγής, ισχυριζόμενος ότι του αφαίρεσε το ιμάτιο ή του πήρε τον χιτώνα, δεν θα αποδεχθείς ως βάσιμη την κατηγορία, αλλά θα τον αφήσεις παρομοίως ελεύθερο, επειδή δεν χρησιμοποιήθηκε η λέξη λωποδύτης (ενδυματοκλέπτης). Αν, τέλος, συλληφθεί κάποιος έχοντας απαγάγει ένα παιδί για να το πουλήσει ως δούλο, δεν θα πεις ότι αυτός είναι ανδραποδιστής (δουλέμπορος), αν παίζεις με τις λέξεις και δεν στρέψεις την προσοχή σου στα πράγματα, για τα οποία χρησιμοποιούν οι πάντες τις λέξεις.

[11] Σκεφθείτε ακόμη, άνδρες δικαστές. Διότι αυτός εδώ έχω την εντύπωση ότι λόγω ραστώνης και μαλθακότητας δεν έχει ανεβεί καν στον Άρειο πάγο. Διότι όλοι γνωρίζετε ότι εκεί, όταν εκδικάζονται οι υποθέσεις φόνου, ορκίζονται στο πλαίσιο της διωμοσίας χρησιμοποιώντας όχι τη συγκεκριμένη λέξη (ανδροφόνος), αλλά εκείνη με την οποία κατηγορήθηκα εγώ. Ο κατήγορος, ως γνωστόν, ορκίζεται ότι ο αντίδικος «εφόνευσε», ο κατηγορούμενος ότι δεν «εφόνευσε».

[12] Δεν θα ήταν λοιπόν παράλογο να αθωώσουν τον δράστη που ομολογεί ότι είναι ανδροφόνος, μόνο και μόνο επειδή ο κατήγορος στον όρκο του προς τον κατηγορούμενο στο πλαίσιο της διωμοσίας ορκίστηκε ότι ο κατηγορούμενος εφόνευσε; Γιατί σε τι διαφέρουν αυτά από εκείνα που θα πει αυτός; Εσύ ο ίδιος άλλωστε εδίωξες για δυσφήμηση τον Θέωνα που είπε ότι πέταξες την ασπίδα. Ωστόσο ο νόμος πουθενά δεν λέει «πέταξε», απλώς ορίζει ότι καταβάλλει πεντακόσιες δραχμές όποιος πει για κάποιον ότι εγκατέλειψε την ασπίδα.

[13] Δεν είναι λοιπόν εξωφρενικό, όταν είναι να τιμωρήσεις για δυσφήμηση τους εχθρούς σου, να ερμηνεύεις τους νόμους όπως ακριβώς εγώ τώρα, όταν όμως, παραβαίνοντας τους νόμους, δυσφημείς κάποιον άλλον, να έχεις την αξίωση να μην τιμωρηθείς; Για ποιό λόγο; Είσαι μήπως τόσο επιδέξιος ώστε να χρησιμοποιείς τους νόμους κατά το δοκούν; Ή έχεις τόση δύναμη, ώστε φαντάζεσαι ότι οι άνθρωποι που αδικείς ουδέποτε θα σε τιμωρήσουν;

[14] Και τελικά δεν αισθάνεσαι ντροπή που είσαι τόσο ανόητος, ώστε νομίζεις ότι πρέπει να έχεις προνομιακή μεταχείριση όχι γιατί έχεις προσφέρει στην πόλη, αλλά για το γεγονός ότι δεν έχεις τιμωρηθεί για αδικήματα που διαπράττεις; Διάβασέ μου, παρακαλώ, τον νόμο.

ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: Ο έλεγχος των εν ενεργεία αξιωματούχων

 1. ΓΕΝΙΚΑ
 Οι πηγές μας αποκαλύπτουν ένα ιδιαίτερα αυστηρό σύστημα ελέγχου όλων εκείνων των Αθηναίων που αναλάμβαναν δημόσια καθήκοντα[1].
 
Μια δημοκρατική πόλη σαν την Αθήνα, που ανέθετε σημαντικές αρμοδιότητες στους αξιωματούχους των οποίων η ανάδειξη ήταν σε μεγάλο βαθμό τυχαία, είναι προφανές ότι θα είχε φροντίσει να υπάρχουν και τρόποι προστασίας, άμυνας και απαλλαγής από δημόσιους λειτουργούς που παρανομούσαν, δεν εφάρμοζαν τους νόμους, σπαταλούσαν το δημόσιο χρήμα και γενικώς έθεταν την πόλη σε κίνδυνο με την επίμεμπτη διαγωγή τους.
 
Τον 4° π.Χ. αι. έλεγχοι, κυρίως στη διαχείριση και τις δαπάνες δημοσίου χρήματος, γίνονταν σε πρώτο στάδιο κατά τη διάρκεια της άσκησης κάθε αξιώματος και σε δεύτερο στάδιο στο τέλος της, όταν πλέον οι αξιωματούχοι απέρχονταν από το αξίωμα που κατείχαν.
 
Κατά τη διάρκεια της θητείας των αξιωματούχων μπορούμε να διακρίνουμε δύο μεγάλες κατηγορίες ελέγχων, τους τακτικούς, που διενεργούνταν αυτεπάγγελτα σε τακτά χρονικά διαστήματα και αφορούσαν όλους τους αξιωματούχους και τους έκτακτους, δηλαδή αυτούς που διενεργούνταν μετά από καταγγελία για συγκεκριμένο αδίκημα και για συγκεκριμένο αξιωματούχο. Αλλά και η ίδια η Εκκλησία του Δήμου ή ο Άρειος Πάγος μπορούσαν να αναλάβουν την πρωτοβουλία ενός έκτακτου τέτοιου ελέγχου αν είχε πέσει στην αντίληψή τους ένα π.χ. μεγάλο πολιτικό ή οικονομικό σκάνδαλο.
 
Η αρμοδιότητα για τους τακτικούς ελέγχους ανήκε στη Βουλή και στο Δήμο. Η μεν Βουλή με μια ειδική επιτροπή από δέκα μέλη της τους λογιστάς διενεργούσε τακτικούς ελέγχους στο τέλος κάθε πρυτανείας. Ο Δήμος, από την πλευρά του, ασκούσε τακτικό έλεγχο στην κυρία εκκλησία κάθε πρυτανείας με τη λεγάμενη διαδικασία της επιχειροτονίας.
 
Πέραν των τακτικών ελέγχων που διενεργούσε η Βουλή και ο Δήμος, ο νόμος έδινε τη δυνατότητα σε κάθε Αθηναίο πολίτη να ασκήσει δίωξη κατά αξιωματούχου που επεδείκνυε συμπεριφορά ανάρμοστη προς το αξίωμα που κατείχε. Σύμφωνα με τη «δικονομία» του αττικού δικαίου, η δίωξη μπορούσε να ασκηθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Μπορούσε δηλαδή να επιλεγεί είτε μια από τις συνήθεις διωκτικές διαδικασίες (π.χ. γραφή, που ήταν, ας σημειωθεί, ένας αρκετά γραφειοκρατικός τρόπος) είτε μια ειδική διαδικασία (π.χ. εισαγγελία στη Βουλή ή στην Εκκλησία του Δήμου). Είναι σαφές ότι δεν υπήρχαν ασυλίες και οι αξιωματούχοι που είχαν παρανομήσει μπορούσαν να διωχθούν.
 
Στην παρούσα μελέτη το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται στις διαδικασίες που είχε θεσπίσει το αττικό δίκαιο για τον αυτεπάγγελτο κυρίως έλεγχο των αρχών από τα πολιτειακά όργανα. Παράλληλα όμως, θα εξετάσουμε και τους τρόπους με τους οποίους το ίδιο δίκαιο έδινε τη δυνατότητα και στους πολίτες να αναλάβουν την πρωτοβουλία καταγγελίας όσων αρχόντων συνέβαινε να κάνουν κατάχρηση της εξουσίας τους.
 
2.      ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΟΝΔΥΛΙΩΝ
 
Στη σημερινή εποχή τα περισσότερα κράτη καθορίζουν στο τέλος κάθε έτους τα έσοδα και έξοδα του επόμενου έτους. Ο ετήσιος αυτός προϋπολογισμός των σύγχρονων κρατών ήταν άγνωστος στην Αθήνα των κλασικών χρόνων. Οι Αθηναίοι, χωρίς να συντάσσουν προϋπολογισμό, καθόριζαν στην αρχή κάθε νέου πολιτικού έτους τις προσόδους και τις δαπάνες της πόλης βασιζόμενοι αποκλειστικά στην πείρα τους. Τότε όριζαν τα χρηματικά ποσά που θα κατένεμαν σε κάθε αρχή για να εκπληρώσει το έργο της.
 
Τον 5° π.Χ. αι. (περίπου μέχρι το 411 π.Χ.) υπήρχε ένα κεντρικό ταμείο, από το οποίο οι κωλακρέται διενεργούσαν όλες τις δημόσιες πληρωμές.
 
Τον 4° π.Χ. αν. τα δημόσια κονδύλια κατανέμονταν κατά το λεγόμενο μερισμό από ένα άλλο σώμα αξιωματούχων, τους αποδέκτας. Το «μερισμό» διενεργούσε η Βουλή. Κάθε άρχοντας, που η φύση του αξιώματος του απαιτούσε διαχείριση δημοσίου χρήματος, παραλάμβανε ενώπιον της Βουλής το ποσό που του αναλογούσε, προκειμένου να μπορέσει να επιτελέσει το έργο του[2].
 
Η διαδικασία, όπως περιγράφεται στην Αθηναίων Πολιτεία[3], ακόλουθη: την πρώτη ημέρα οι «αποδέκται» παραλάμβαναν όλα τ και τα διένεμαν στους άρχοντες. Τα ποσά αυτά ήταν διάφορα έσοδα της πόλης από φόρους, μισθώσεις, πρόστιμα κλπ. Την επόμενη ημέρα προσκόμιζαν γραμμένο σε «σανίδα»[4] τον κατάλογο της διανομής, τον διάβαζαν στο βουλευτήριο και έγραφαν το θέμα στην ημερήσια διάτα> συνέχεια διεξαγόταν συζήτηση, ώστε να καταγγελθεί τυχόν αδίκημα είχε διαπραχθεί είτε από άρχοντα είτε από ιδιώτη κατά τη διάνο διαπιστωνόταν η τέλεση αδικήματος, οι αποδέκτες ήταν υποχρεωμένοι να  διενεργήσουν ψηφοφορία για να καταδικαστεί αυτός που παρανόμησε.
 
3.   ΤΑΚΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΑ ΟΡΓΑΝΑ
 
α. Έλεγχος από τη Βουλή
 
Ο πρώτος έλεγχος που ασκούσε η πόλη στους άρχοντές της ανήκε στην αρμοδιότητα της Βουλής και διενεργείτο από μια δική της επιτροπή τους δέκα λογιστάς.
 
i. Η βουλευτική επιτροπή των δέκα Λογιστών
 
Μεταξύ των αρμοδιοτήτων της αθηναϊκής Βουλής περιλαμβανόταν από της συστάσεώς της η εποπτεία όλων των αρχών και η συνεργασία μαζί τους, καθώς επίσης και ο έλεγχος των οικονομικών της πόλης[5] εποπτεία των αρχών σε συνδυασμό με τον έλεγχο των οικονομικών έδινε αξιωματούχους. Έτσι, τον μεν 5° π.Χ. αι. μεταξύ των διαφόρων αξιωματούχων που επόπτευε ήταν οι κωλακρέτες, ανώτατοι οικονομικοί αξιωματούχοι, τον δε 4° π.Χ. αι. γνωρίζουμε ότι παρακολουθούσε τις δραστηριότητες όλων σχεδόν των αξιωματούχων (π.χ. των ταμιών, των πωλητών, των αποδεκτών και άλλων).
 
Κατά τον 4° π.Χ. αι., που η Βουλή είχε πλέον πολλαπλές αρμοδιότητες, προκειμένου να επιτελέσει το έργο της συγκροτούσε στην αρχή του πολιτικού έτους διάφορες ειδικές επιτροπές από τα μέλη της με συγκεκριμένες εξουσίες (π.χ. τριηροποιούς, επιμελητές του νεωρίου, συλλογείς του δήμου, λογιστές, εύθυνους, ιεροποιούς). Άλλες από τις επιτροπές αυτές προορίζονταν να διαρκέσουν όλο το έτος και άλλες συγκροτούνταν για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
 
Η συγκεκριμένη επιτροπή των δέκα λογιστών ήταν μια τέτοια δεκαμελής επιτροπή βουλευτών (κληρώνονταν ένας από κάθε φυλή) με αρμοδιότητα την άσκηση διαχειριστικού ελέγχου στους αξιωματούχους στο τέλος κάθε πρυτανείας. Έργο της ήταν κυρίως η επαλήθευση της τρέχουσας διαχείρισης των αξιωματούχων που ήταν οικονομικοί υπό­λογοι[6].
 
Η Βουλή ασκούσε δηλαδή έναν ενδιάμεσο έλεγχο στους εν ενεργεία αξιωματούχους καθόσον στο τέλος κάθε πρυτανείας, όσοι από τους άρχοντες διαχειρίζονταν δημόσια χρήματα, έπρεπε να αποδώσουν λογαριασμό σ’ αυτήν τη δεκαμελή της επιτροπή.
 
Η πιο πάνω επιτροπή των δέκα λογιστών δεν πρέπει να συγχέεται με μια άλλη κατηγορία αξιωματούχων, που ονομάζονταν επίσης Λογισταί, ήταν επίσης δέκα και διενεργούσαν τον απολογιστικό έλεγχο στους αξιωματούχους στο τέλος της θητείας τους[7]. Οι τελευταίοι αυτοί που αναλάμβαναν το αξίωμα των Λογιστών, ήταν κληρωτοί αξιωματούχοι με θητεία ετήσια, σε αντίθεση με τους πρώτους, τους βουλευτές-λογιστές που κληρώνονταν από τη Βουλή για μια συγκεκριμένη εργασία. Παλαιότεροι ιστορικοί στηριζόμενοι σε χωρίο του Πολυδεύκη[8] ονόμασαν τους πρώτους «λογιστάς της Βουλής» και τους άλλους «λογιστάς της διοικήσεως». Πάντως πριν την ανεύρεση της Αθηναίων Πολιτείας δεν ήταν απολύτως σαφής η διάκριση και πολλοί διαπρεπείς φιλόλογοι είχαν οδηγηθεί στην εσφαλμένη άποψη περί υπάρξεως ενός είδους λογιστών.
 
Γίνεται προφανές ότι η πολιτεία με τους τακτικούς αυτούς ελέγχους προσπαθούσε να προλάβει ενδεχόμενα ελλείμματα στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου. Ήταν συμφερότερο να αποκαλύπτονταν το ταχύτερο δυνατόν τυχόν καταχρήσεις και γι’ αυτό θεωρούμε ότι σ’ αυτήν τη φάση ενδιέφερε αποκλειστικά και μόνο ο οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης των αρχόντων. Δηλαδή η επιτροπή των λογιστών της βουλής δεν είχε λόγο να διενεργεί έλεγχο σε όλους τους αξιωματούχους παρά μόνο σε όσους διαχειρίζονταν χρήματα[9]. Ο σκοπός ενός τέτοιου έλεγχου ήταν να εξακριβωθεί ότι τα ποσά που τους είχε εμπιστευθεί η πολιτεία βρίσκονταν στα χέρια τους και τα τυχόν πραγματοποιηθέντα έξοδά τους ήταν νόμιμα. Δεν φαίνεται να περιλαμβάνονταν στις αρμοδιότητές της έλεγχοι άλλης φύσεως, πλην αυτών που αφορούσαν τη διαχείριση των χρημάτων του δημοσίου, ούτε και έλεγχοι αξιωματούχων που δεν διαχειρίζονταν χρήματα. Δεν υπήρχε άλλωστε ιδιαίτερος λόγος για άλλους ελέγχους, διότι για τις τυχόν διαπραττόμενες μη διαχειριστικές παρανομίες των αξιωματούχων υπήρχαν πολλοί άλλοι τρόποι δίωξης. Γνωρίζουμε πολλά παραδείγματα αξιωματούχων που υπέπεσαν σε παράπτωμα - ή τουλάχιστον κατηγορήθηκαν - διαρκούσης της θητείας τους, διώχτηκαν και στο τέλος πολλοί απ’ αυτούς καταδικάστηκαν στην αυστηρότερη ποινή, τη θανατική[10].
 
Κατά τον μηνιαίο αυτό έλεγχο ενός οικονομικά υπολόγου αν ένας λογιστής διαπίστωνε ελλείμματα και ατασθαλίες, θα έπρεπε να υποβάλει αναφορά ή καταγγελία στην προϊστάμενη του αρχή, τη Βουλή, ώστε η ολομέλεια του σώματος να επιληφθεί του θέματος.
 
Η Βουλή, με βάση την καταγγελία των λογιστών, έπρεπε να αποφανθεί περί της ενοχής ή μη του αξιωματούχου σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείτο. Στην περίπτωση που η Βουλή τον έκρινε ένοχο, η υπόθεση έπρεπε να παραπεμφθεί και να εκδικαστεί από το δικαστήριο της Ηλιαίας (οὐ κυρία δ’ ἡ κρίσις, ἀλλ’ ἐφέσιμος εἰς τό δικαστήριον)[11].
 
Οι λογιστές της βουλευτικής αυτής επιτροπής πάντως, δεν προκύπτει από τις πηγές ότι στις δίκες αυτές αναλάμβαναν κάποιο ρόλο, όπως συνέβαινε π.χ. με τους αξιωματούχους λογιστές, που στη διαδικασία της λογοδοσίας των αρχόντων και κατά την διεξαγωγή των σχετικών υποθέσεων αναλάμβαναν την προεδρία του δικαστηρίου.
 
Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για την ύπαρξη αυτών των λογιστών της Βουλής πριν από το 403 π.Χ. Παρόλα αυτά, το 399 π.Χ., δηλαδή τέσσερα μόλις χρόνια αργότερα από το 403 π.Χ., όταν ο Λυσίας στον Κατά Νικομάχου[12] λόγο του αναφέρεται στον «ανά πρυτανεία» έλεγχο των λογιστών δεν κάνει, όπως θα περίμενε κανείς, κανενός είδους σχόλιο για μια νέα πρακτική. Αυτή είναι ένα από τα επιχειρήματα που επικαλούνται όσοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο ενδιάμεσος αυτός οικονομικός έλεγχος των αξιωματούχων από τη Βουλή διενεργείτο και πριν από το 403 π.Χ.[13].
 
Γενικά θεωρούμε ότι οι κάθε φύσεως έλεγχοι των αξιωματούχων ήταν μια παλιά πρακτική, είτε αυτοί γίνονταν κατά την αποχώρησή τους από το αξίωμα, είτε διαρκούσης της θητείας τους. Πάντως, όπως προκύπτει από διάφορες μαρτυρίες, συστηματοποιήθηκαν και επεκτάθηκαν σε όλους τους αξιωματούχους μόνο τον 4° π.Χ. αι. Έτσι, η οικονομική διαχείριση του έργου τους εξεταζόταν από τη βουλευτική ελεγκτική επιτροπή των δέκα λογιστών εννέα φορές το χρόνο (στο τέλος κάθε πρυτανείας) και μια συνολική επανεξέταση του έργου τους γινόταν στο τέλος της δέκατης πρυτανείας, που συνέπιπτε με το τέλος του πολιτικού έτους και της θητείας τους, από άλλο, διαφορετικό ελεγκτικό σώμα λογιστών, που θα εξετάσουμε στη συνέχεια[14].
 
β. Έλεγχος από την Εκκλησία του Δήμου
Ο Δήμος, με τη λεγάμενη διαδικασία της επιχειροτονίας ασκούσε, από την πλευρά του, τακτικό έλεγχο στους εν ενεργεία αξιωματούχους στην κυρία εκκλησία κάθε πρυτανείας[15].
 
i. Επιχειροτονία των αρχών
 
Κάθε κρατικός λειτουργός, για να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά του, έπρεπε να τύχει της «ψήφου εμπιστοσύνης», όπως θα λέγαμε σήμερα, της Εκκλησίας του Δήμου (επιχειροτονία). Τον 4° π.Χ. αι. η Εκκλησία του Δήμου στη διάρκεια κάθε πρυτανείας συγκαλούσε τέσσερις συνελεύσεις. Μια απ’ αυτές, η ονομαζόμενη κυρία εκκλησία, είχε μεταξύ των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης την επιχειροτονία των αρχών, δηλαδή την με ψηφοφορία έγκριση της σωστής άσκησης των καθηκόντων των αξιωματούχων (εἰ δοκοῦσι καλῶς ἄρχειν). Η πιο πάνω ψηφοφορία γινόταν με ανάταση των χειρών[16].
 
Κατά τη διενέργεια της επιχειροτονίας ο δήμος, εφόσον υπήρχε κάποια καταγγελία, μπορούσε να αρνηθεί ψήφο εμπιστοσύνης (αποχειροτονία) σε έναν από τους κληρωτούς ή αιρετούς αξιωματούχους που υπήρχαν στην Αθήνα. Η άρνηση αυτή, η αποχειροτονία δηλαδή του αξιωματούχου, ασφαλώς σήμαινε κακή άσκηση του έργου που του είχε ανατεθεί, είτε γιατί επέδειξε αμέλεια, είτε γιατί καταχράστηκε την εξουσία του, χωρίς βέβαια να παραβλέπουμε πως σε μια αποχειροτονία συχνά υπήρχαν και πολιτικές σκοπιμότητες. Πάντως, ένας τόσο συχνός έλεγχος κάθε μήνα) για την επιδοκιμασία των αξιωματούχων, ακόμη και αν ήταν επικός (υπό την έννοια ότι έπρεπε να υπάρχει μια καταγγελία, διότι αλλιώς όλοι οι αξιωματούχοι επιδοκιμάζονταν), ήταν ένας τρόπος για να υπενθυμίζει η πολιτεία στους ανώτατους, ιδίως, άρχοντες να μην είναι προκλητικοί και αλαζόνες[17].
 
Ειδική μνεία γίνεται στην Αθηναίων Πολιτεία, για την επιχειροτονία ον δέκα στρατηγών και των δύο ιππάρχων και η διαδικασία περιγράφεται με πολλές λεπτομέρειες[18]. Η θετική ψήφος της Εκκλησίας του δήμου (επιχειροτονία), σήμαινε τη διατήρηση του στρατηγού στο αξίωμά του. Αν όμως για κάποιον η ψηφοφορία απέβαινε αρνητική (αποχειροτονία), τότε παυόταν προσωρινά μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεσή του. Η απόφαση των δικαστών θα σήμαινε ή την καθαίρεσή του ή την άρση της προσωρινής παύσης και την αποκατάστασή του στο αξίωμα[19].
 
Η ίδια αυτή διαδικασία για την οποία η Αθηναίων Πολιτεία δίνει αρκετές λεπτομέρειες όσο αφορά τους στρατηγούς και ίππαρχους, έχουμε την άποψη ότι ίσχυε και για όλους τους υπόλοιπους αξιωματούχους παρότι γι’ αυτούς το πιο πάνω κείμενο δεν περιγράφει με τις ίδιες λεπτομέρειες την επιχειροτονία[20].
 
Οι πιο πάνω συνέπειες (καθαίρεση ή αποκατάσταση στο αξίωμα ανάλογα) δεν είναι σαφές αν επέρχονταν αυτοδικαίως. Ο D. MacDowell[21] κάνει τη σκέψη ότι είναι καλύτερο να υποθέσει κανείς ότι η καταγγελία και η δίκη απαιτούσαν ξεχωριστές πρωτοβουλίες, οι οποίες ωστόσο αναλαμβάνονταν κατ’ ουσίαν πάντοτε. Ο δε καταγγέλλων μπορούσε ενδεχομένως να χρησιμοποιήσει όποια διαδικασία (γραφή, εισαγγελία ή κάποια άλλη) άρμοζε καλύτερα στην κατηγορία την οποία ήθελε να υποβάλει. Η απόφαση, όπως γράφει, με ψηφοφορία ότι ένας αξιωματούχος δεν εκτελούσε σωστά τα καθήκοντά του φαίνεται πολύ αόριστη, για να αποτελέσει, καθεαυτή, την κατηγορία σε μια δίκη. Η αποκατάσταση, στη συνέχεια, καθαιρεθέντος αξιωματούχου, ή, εναλλακτικώς, ο διορισμός κάποιου άλλου στη θέση του, μπορεί επίσης να αποφασιζόταν χωριστά με ψήφισμα της Εκκλησίας.
 
Οι πιο πάνω σκέψεις δεν μας βρίσκουν αντίθετους. Πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι η Εκκλησία του Δήμου δεν μπορούσε να προβεί σε αποχειροτονία αξιωματούχου αν δεν υπήρχε καταγγελία εναντίον του στην ημερησία διάταξη της κυρίας εκκλησίας μετά το θέμα της επιχειροτονίας των αρχών. Η καταγγελία αυτή τις περισσότερες φορές είχε τη μορφή εισαγγελίας[22]. Η εισαγγελία ήταν μεν μια από τις σπουδαιότερες διαδικασίες δίωξης σοβαρών δημόσιων αδικημάτων (π.χ. προδοσία ή δωροδοκία) και χρησιμοποιείτο όσο καμιά άλλη από τους Αθηναίους, αλλά δεν ήταν αυτή αποκλειστικά η μόνη διαδικασία που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Συζήτηση και λήψη απόφασης στην Εκκλησία του Δήμου επί ορισμένων άδικων πράξεων αξιωματούχων μπορούσε να προκληθεί και με άλλες διαδικασίες (π.χ. απόφαση ή προβολή)[23] ώστε να καταλήξει να αποχειροτονηθεί κάποιος αξιωματούχος.
 
Τον μεν 4° π.Χ. αι. η αποχειροτονία είχε ως αναγκαία συνέπεια την παραπομπή του αποχειροτονηθέντος στο δικαστήριο της Ηλιαίας, ενώ τον 5° π.Χ. αι. τις υποθέσεις αυτές δίκαζε η ίδια η Εκκλησία του Δήμου. Αν το δικαστήριο της Ηλιαίας αποφάσιζε ότι ο αξιωματούχος ήταν ένοχος για τις συγκεκριμένες κατηγορίες που του αποδίδονταν με την καταγγελία που έγινε εναντίον του στην Εκκλησία, τότε η παύση του μετατρεπόταν σε οριστική καθαίρεση και παράλληλα του επιβαλλόταν η προβλεπόμενη για το αδίκημα ποινή. Αν όμως απαλλασσόταν των κατηγοριών, αυτό σήμαινε την άρση της παύσεως και την αποκατάστασή του στο αξίωμα που κατείχε (απόδοση του στεφάνου), εφόσον βέβαια δεν είχε λήξει στο μεταξύ η θητεία του. Αν η αποκατάσταση του καθαιρεθέντος αξιωματούχου επερχόταν αυτοδικαίως ή αποφασιζόταν με χωριστό ψήφισμα της Εκκλησίας του Δήμου, όπως υποθέτει ο MacDowell, δεν είναι σαφές. Εφόσον επρόκειτο για προσωρινή παύση ίσως δεν ήταν απαραίτητο ένα νέο ψήφισμα, αλλά αρκούσε η αθωωτική απόφαση των δικαστών. Η έκφραση «ἐπείσθηθ’ ὑμεῖς (οι δικαστές δηλαδή) καί πάλιν ἀπέδοτε τούς στεφάνους αὐτοῖς»[24] δεν φαίνεται να υπονοεί νέο ψήφισμα. Ούτε όμως ο διορισμός κάποιου άλλου στη θέση του καθαιρεθέντος αξιωματούχου θα έπρεπε να δημιουργεί πρόβλημα, καθόσον κατά τη διαδικασία της κλήρωσης υπήρχε η πρόβλεψη αναπλήρωσης από τους επιλαχόντες σε περίπτωση «αποδοκιμασίας» ή θανάτου αξιωματούχου. Η καθαίρεση εξομειούται με τις περιπτώσεις αυτές.
 
Η αποχειροτονία δεν μπορεί πάντως να χαρακτηρισθεί σαν ένα είδος διωκτικής διαδικασίας. Ήταν το ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου προκαταρκτικό στάδιο της δίκης που ακολουθούσε την καταγγελία που είχε γίνει για έναν αξιωματούχο.
 
Δεν γνωρίζουμε αν κατά τον 5° π.Χ. αι. η παύση ενός αξιωματούχου από το αξίωμά του ονομαζόταν επίσης αποχειροτονία. Όπως επίσης δεν γνωρίζουμε για τον 5° π.Χ αι. αν ίσχυε αυτό που είναι γνωστό από την αποχειροτονία των στρατηγών.
 
Γνωστά παραδείγματα καθαιρέσεων του 5ου π. X. αι. είναι c στρατηγών του αθηναϊκού στόλου στη ναυμαχία των Αργινουσών π.Χ., που κατηγορήθηκαν επειδή δεν περισυνέλεξαν τους ναυαγούς[25] και αυτό του Περικλή που το 430/29 π.Χ. καθαιρέθηκε από το του στρατηγού.
 
Όσο αφορά τον Περικλή ορισμένες πηγές[26] κάνουν λόγο διαφορετικές δίκες στις οποίες εμπλέκεται, η άποψη δε αυτή αποτελεί σήμερα την κρατούσα[27]. Έχει υποστηριχθεί όμως και η άποψη ότι πρόκειται για μία δίκη[28], άποψη με την οποία θα συμφωνήσουμε, ί θεωρούμε ιδιαίτερα αξιόπιστες τις πληροφορίες δύο τόσο μεταγενέστερων συγγραφέων, του Διοδώρου και του Πλουτάρχου, όταν ο σύγχρονος του Περικλή ιστορικός, ο Θουκυδίδης, δεν κάνει αναφορά σε άλλη δίκη του Περικλή πλην αυτής που οδήγησε τελικά στην καθαίρεσή του από το αξίωμα του στρατηγού το καλοκαίρι του 430 π.Χ.
 
Οι ιστορικοί που υποστηρίζουν ότι ο Περικλής ήταν αναμεμειγμένος σε δύο διαφορετικές δίκες, θεωρούν πρώτη τη δίκη κατά του Φειδίου για κλοπή το 438/7 π.Χ., καθώς το ίδιο έτος ο Περικλής ήταν επιστάτης της κατασκευής του αγάλματος της Αθηνάς. Η άλλη του δίκη, που αμφισβητείται, έγινε όταν ήταν στρατηγός και μετά την ανεπιτυχή εκστρατεία του 430 π.Χ. Η ακριβής αιτία, για την οποία κατηγορήθηκε, δεν είναι εξακριβωμένη. Παραπέμφθηκε σε δίκη και σύμφωνα με τον Πλούταρχο[29]. Καθαιρέθηκε από το αξίωμα του στρατηγού και του επιβλήθηκε πρόστιμο του οποίου δεν γνωρίζουμε το ακριβές ύψος. Άλλοι αναφέρουν το ποσό των δεκαπέντε και άλλοι των πενήντα ταλάντων.
 
Μέχρι το 360 π.Χ. φαίνεται πως η Εκκλησία του Δήμου μπορούσε να δικάζει τέτοιες πολιτικές δίκες αντί να τις παραπέμπει στο δικαστήριο. Περί το 355 π.Χ. η αρμοδιότητά της για τις δίκες αυτές μεταβιβάστηκε στην Ηλιαία.
 
Από τις αποχειροτονίες του 4ου π.Χ. αι. μας είναι γνωστές, χάρι στους ρήτορες, πέντε περιπτώσεις. Πρόκειται για τις αποχειροτονίες των στρατηγών Τιμοθέου, Αυτοκλή και Κηφισόδοτου, του κοσμητού των εφήβων Φιλοκλή και ενός ολοκλήρου σώματος θεσμοθετών, επί άρχοντος Λυκίσκου.
 
Ο στρατηγός Τιμόθεος αποχειροτονήθηκε το 373/2 π.Χ. Είχε καταγγελθεί με εισαγγελία ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου και δικάστηκε από την ίδια[30].
 
Ο στρατηγός Αὐτοκλής αποχειροτονήθηκε το 362/1 π.Χ, αλλά δεν γνωρίζουμε άλλες λεπτομέρειες, ούτε το σώμα από το οποίο δικάστη­κε[31].
 
Ο Κηφισόδοτος αποχειροτονήθηκε το 360/59 π.Χ. Είχε καταγγελθεί με εισαγγελία στην Εκκλησία του Δήμου για προδοσία. Η εκδίκαση της υπόθεσής του φαίνεται ότι έγινε στο δικαστήριο, πιθανότατα το 359 π.Χ., και όχι στην Εκκλησία του Δήμου, καθόσον το χωρίο του Δημοσθένη, που κάνει λόγο για τη δίκη, αναφέρει ότι ο Κηφισόδοτος γλύτωσε τη θανατική ποινή με τρεις ψήφους και καταδικάστηκε σε πρόστιμο πέντε ταλάντων. Από την αναφορά σε «ψήφους» (τον 4° π.Χ. αι. στο δικαστήριο ψήφιζαν με μυστική ψηφοφορία χρησιμοποιώντας μικρούς χάλκινους δίσκους που έριχναν σε κάλπες) συμπεραίνουμε ότι η δίκη έλαβε χώρα στο δικαστήριο[32].
 
Η επιχειροτονία λάμβανε χώρα ακόμη και αν ο αξιωματούχος δεν ήταν παρών στην Εκκλησία του Δήμου, όπως συνέβη στην περίπτωση του στρατηγού Αυτοκλή. Από το γεγονός αυτό μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η ψηφοφορία γινόταν χωρίς προηγούμενη συζήτηση και οι ενδιαφερόμενοι δεν έπαιρναν το λόγο.
 
Οι καταγγελίες κατά των τριών προαναφερομένων στρατηγών κατατάσσονται από τον Hansen[33] στις εισαγγελίες ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου, όπως επίσης και οι αποχειροτονίες των έξι θεσμοθετών του έτους 344/3 π.Χ., επί άρχοντος Λυκίσκου. Όταν η υπόθεση αυτή της καταγγελίας κατά των θεσμοθετών παραπέμφθηκε προς εκδίκαση από την Εκκλησία του Δήμου στο δικαστήριο της Ηλιαίας, το τελευταίο αθώωσε τους πιο πάνω άρχοντες και έτσι αποκαταστάθηκαν στο αξίωμά τους (τους απεδόθησαν οι στέφανοι)[34].
 
Στην περίπτωση της αποχεφοτονίας του Φιλοκλή από το αξίωμα του σμητού των εφήβων το 324/3 π.Χ χρησιμοποιήθηκε μια άλλη δια- :ασία, η διαδικασία της αποφάσεως. Όσα στοιχεία γνωρίζουμε για το λοκλή προέρχονται από το σχετικό λόγο του Δεινάρχου[35]. Ήταν από ος Αθηναίους που είχαν κατ’ επανάληψη ασκήσει δημόσια αξιώματα και κυρίως στρατιωτικά. Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο της δωροδοκίας με χρήματα του Άρπαλου, που συγκλόνησε την πολιτική ζωή της Αθήνα 325/4 π.Χ., κατηγορήθηκε για δωροδοκία καθώς ήταν ο υπεύθυνος ρατηγός για το λιμάνι της Μουνυχίας και τα νεώρια. Σύμφωνα με τις ηροφορίες του Δημοσθένη[36] καταδικάστηκε, σύμφωνα όμως με άλλες πηγές[37] υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι αθωώθηκε. Μετά τη στρατηγία l) και πριν τη δίκη για την υπόθεση της δωροδοκίας, ανέλαβε το 324/3 ί. το αξίωμα του κοσμητού των εφήβων. Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο, ΐκκλησία του Δήμου προέβη στην αποχεφοτονία του Φιλοκλή κατόπιν οφάσεως του Αρείου Πάγου, με την αιτιολογία ότι δεν ήταν δυνατόν επιμελείται των εφήβων ένα άτομο εμπλεκόμενο σε τέτοιο σκάνδαλο, ιίνεται όμως ότι το δικαστήριο τον αθώωσε και απεκατεστάθη στο ίωμα του κοσμητού πριν από το τέλος του έτους 324/3.
 
ΕΚΤΑΚΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΚΑΤΟΠΙΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ
 
Πέραν των αυτεπαγγέλτων αυτών τακτικών ελέγχων που ήδη εξε­τάσθηκαν, δηλαδή του διαχειριστικού ελέγχου που ασκούσε η Βουλή επί των αρχόντων με την επιτροπή των δέκα λογιστών και του ελέγχου που ασκούσε η Εκκλησία κατά την επιχειροτονία των αρχών, το δικαιικό σύ­στημα της Αθήνας διέθετε πολλά «δικονομικά όπλα» για την πάταξη της κακοδιοίκησης και της διαφθοράς στο δημόσιο βίο τα οποία και εξετά­ζονται στη συνέχεια.
 
α. Τακτική διαδικασία
Ο συνηθέστερος τρόπος δίωξης στο αττικό δικαιικό σύστημα ήταν η ά­σκηση γραφής. Ο νόμος έδινε το δικαίωμα σε κάθε Αθηναίο (βουλόμενος) και όχι μόνο σ’ αυτόν που είχε υποστεί ζημιά, να ασκήσει δίωξη με τον τρόπο αυτό όταν επρόκειτο για υπόθεση δημοσίου συμφέροντος. Επομένως και για οποιαδήποτε παρανομία αξιωματούχου μπορούσε να ασκήσει εναντίον του την ανάλογη με το αδίκημα γραφή ενώπιον του αρ­μόδιου άρχοντα.
 
Ο ασκών τη γραφή έπρεπε να υποβάλει γραπτή καταγγελία με πλήρη στοιχεία του δράστη και περιγραφή του αδικήματος στον άρχοντα που ήταν αρμόδιος να επιληφθεί της υποθέσεως. Η αρμοδιότητα που καθορι­ζόταν από το είδος του αδικήματος ή το πρόσωπο του διωκομένου (π.χ. αρμόδιος για τις ανθρωποκτονίες ήταν ο Άρχων-Βασιλεύς, όπως αρμό­διος για τις υποθέσεις που αφορούσαν τους μετοίκους ήταν ο Πολέμαρ­χος). Τα περισσότερα πάντως είδη των δημοσίων υποθέσεων ανήκαν στην αρμοδιότητα των «θεσμοθετών».
 
Ο ασκών τη γραφή έπρεπε να προσκαλέσει προφορικά και ενώπιον μαρτύρων τον καταγγελλόμενο να εμφανιστεί στον άρχοντα. Μετά την εμφάνιση των δύο αντιδίκων ενώπιον του άρχοντα άρχιζε το στάδιο της «ανάκρισης». Όταν τελείωνε η ανάκριση, ο ίδιος άρχοντας εισήγε την υπόθεση στο δικαστήριο και αναλάμβανε την προεδρία του.
 
Αν η ασκηθείσα γραφή για μια δημόσια υπόθεση δεν συγκέντρωνε το ένα πέμπτο των ψήφων των δικαστών, ο ασκήσας τη γραφή έπρεπε συ­νήθως να πληρώσει πρόστιμο χιλίων δραχμών και συγχρόνως έχανε το δικαίωμα υποβολής μιας ίδιου τύπου κατηγορίας στο μέλλον.
 
Κατά την άσκηση των ενδίκων αυτών μέσων έπρεπε να τηρούνται ορισμένοι δικονομικοί κανόνες. Για παράδειγμα, τα ένδικα μέσα δεν μπορούσαν να υποβάλλονται στους άρχοντες σε καθημερινή βάση, αλλά, ανάλογα με το αδίκημα υπήρχαν ορισμένες ημέρες υποβολής. Ή ακόμη, προκειμένου για υποθέσεις ανθρωποκτονίας, δεν μπορούσε να ασκηθεί δίωξη τους τρεις τελευταίους μήνες του έτους και αυτό, διότι η εισαγωγή μιας υπόθεσης ανθρωποκτονίας στο δικαστήριο απαιτούσε διάστημα τεσσάρων μηνών. Επομένως αν κατετίθετο μια καταγγελία τους τρεις τελευταίους μήνες του έτους ο αρμόδιος για τις ανθρωποκτονίες Άρχων- βασιλεύς δεν θα μπορούσε να ολοκληρώσει τη διαδικασία που απαι­τούσε τέσσερις μήνες καθότι η θητεία του θα έληγε στο μεταξύ[38].
 
Παραδείγματα γραφών υπάρχουν πολλά στις πηγές. Κατά των αξιω- ματούχων πιο συγκεκριμένα, θα μπορούσαν να ασκηθούν οι εξής[39]: Γραφή αλογίου, για τη μη υποβολή απολογισμού στη λήξη της θητείας. Γραφή αγραφίου, για την παράλειψη υποχρεωτικής εγγραφής οφειλέτου του δημοσίου.
 
Γραφή ψευδεγγραφής, για εσφαλμένη εγγραφή πολίτη ως οφειλέτου του δημοσίου.
Γραφή βουλεύσεως, για κακόβουλη συμπεριφορά.
Γραφή δώρων, για δωροδοκία. Σύμφωνα με τον Lipsius η γραφή αυτή μπορούσε ενδεχομένως να ασκηθεί όχι μόνο κατά του δωροδοκηθέντος αλλά και κατά του δωροδοκήσαντος.
Γραφή κλοπής, για περιπτώσεις καταχρήσεως δημοσίου χρήματος.
Γραφή κλοπής δημοσίων χρημάτων και κλοπής ιερών χρημάτων, για κα­τάχρηση επίσης χρημάτων του δημοσίου και χρημάτων που ανήκαν στους θεούς.
Γραφή φόνου. Η ύπαρξη μιας τέτοιας γραφής υποστηρίζεται από τον MacDowell, ο οποίος βασίζει αυτή του την υπόθεση σ’ ένα χωρίο του Κατά Αριστοκράτους λόγου του Δημοσθένη[40].
 
Η δίωξη που συνήθως ακολουθούσε αυτήν την τακτική διαδικασία ήταν, όπως διαπιστώνεται, αρκετά χρονοβόρα και ενείχε ορισμένους κιδύνους για τους καταγγέλλοντες, π.χ. επιβολή προστίμου, όπως προαναφέραμε, στον ασκούντα τη δίωξη σε περίπτωση που κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του ψήφιζαν κατά του καταγγελλόμενου λιγότεροι από το ένα πέμπτο των δικαστών. Για όλους αυτούς τους λόγους προκειμένου για δημόσια αδικήματα, το αττικό δίκαιο καθιέρωσε και άλλες ταχύτερες και πιο ασφαλείς για τους καταγγέλλοντες διαδικασίες, όπως ήταν π.χ. η εισαγγελία. Υπήρχαν και ορισμένες άλλες ακόμη διαδικασίες που είναι γνωστές μόνο κατ’ όνομα καθότι δεν έχει βρεθεί κανένα παράδειγμα στις υπάρχουσες πηγές.
 
Συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε ως δημόσια τα αδικήματα που διώκονταν με γραφή και ως ιδιωτικά αυτά που διώκονταν με δίκη. Είναι όμως πολύ δύσκολο να βρούμε ποιο ακριβώς ήταν το κριτήριο της διάκρισης αυτών των ενδίκων μέσων. Στο σημείο αυτό μας βρίσκει σύμφωνους η άποψη που διατύπωσε ο Paoli[41], ότι δεν υπήρχε κανένα συστηματικό κριτήριο, αλλά η διάκριση βασιζόταν στη διαφορετική φύση του προστατευόμενου αγαθού.
 
Με την ευκαιρία αναφορών μας σε «ιδιωτικά» και «δημόσια» αδικήματα[42] θεωρούμε σκόπιμο να σταθούμε λίγο περισσότερο στην έννοια των όρων «δημόσιο-ιδιωτικό».
 
Στην αρχαία ελληνική γραμματεία, από τον Όμηρο και μετά απαντά συχνά η αντίθεση του όρου ιδιωτικός (ίδιος) και δημόσιος (δημόσιος). Η ιδιότητα του ιδιωτικού ήταν ένα πρόβλημα που απασχόλησε την πολιτική αλλά και τη νομική σκέψη των Αθηναίων.
 
Στην αθηναϊκή κοινωνία υπήρχε ένας διαχωρισμός ανάμεσα σε δύο σφαίρες, αυτήν του οίκου και αυτήν της δημόσιας ζωής εκτός οίκου. Στον οίκο εντοπιζόταν η ιδιωτική σφαίρα δράσης και, επομένως, κάθε εισβολή στο χώρο αυτό αποτελούσε παραβίασή της. Το ιδιωτιζόταν με το φυσικό χώρο του σπιτιού και του οίκου γενικότερα. Δημόσιο θεωρούσαν ό,τι είχε σχέση με την αγορά, τα δικαστήρια, την Εκκλησία του Δήμου και γενικά τους χώρους που ήταν προορισμένοι για τις δημόσιες δραστηριότητες του ανδρικού πληθυσμού της Αθήνας.
 
Κατά κανόνα οι έννοιες «δημόσιο» και «ιδιωτικό» παρουσιάζονται σαν δύο εντελώς αντίθετες μεταξύ τους έννοιες. Με τη θέση αυτή δια­φωνεί ο D. Cohen[43] και διατυπώνει την άποψη ότι ήταν δύο έννοιες σχε­τικές, που βρίσκονταν σε «συμπληρωματική αντίθεση» μεταξύ τους και ότι η δημόσια σφαίρα συμπεριλάμβανε ό,τι δεν ήταν ιδιωτικό και το α­ντίθετο.
 
Η αθηναϊκή αντίληψη για το τί ήταν ιδιωτικό επικεντρωνόταν στον οίκο και όχι στο άτομο, σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις. Αλλά, οπωσδήποτε, υπήρχε μια ρευστότητα μεταξύ των ιδιωτικών και δημο­σίων δραστηριοτήτων, που οι ρήτορες χειρίζονταν ανάλογα με τους επι- διωκόμενους σκοπούς τους. Έδιναν έμφαση στη δημόσια φύση ενός αδι­κήματος, όταν ήθελαν να επηρεάσουν αρνητικά τους δικαστές παρουσιά­ζοντας τον καταγγελλόμενο να έχει στραφεί κατά του δημοσίου, δηλ. της ίδιας της πόλης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις που ήθελαν να αποφύγουν την τιμωρία τόνιζαν περισσότερο την ιδιωτική φύση του αδικήματος.
 
Παράδειγμα της τακτικής αυτής των Αθηναίων ρητόρων αποτελεί π.χ. ο λόγος του Δημοσθένη Κατά Μειδιάν. Ο Δημοσθένης είχε μια πο­λυετή και οξεία διένεξη με το Μειδία και όταν αυτός του επιτέθηκε κατά την τελετή της γιορτής των «Μεγάλων εν άστει Διονυσίων» βρήκε την ευκαιρία να τον καταγγείλει στην Εκκλησία του Δήμου με τη διαδικασία της προβολής. Η προβολή όμως μπορούσε να ασκηθεί μόνο όταν υπήρχε αδίκημα σε βάρος του δημοσίου και όχι σε ιδιωτικές διενέξεις. Για να μπορέσει ο Δημοσθένης να δικαιολογήσει μια τέτοια διαδικασία χαρα­κτήρισε την πράξη του Μειδία να στραφεί εναντίον του ενόσο ήταν χο­ρηγός της γιορτής, σαν «ασέβεια κατά την τέλεση θρησκευτικών εορ­τών», αδίκημα που δικαιολογούσε την προβολή. Η Εκκλησία του Δήμου δέχτηκε ότι το αδίκημα της επίθεσης που διέπραξε ο Μειδίας κατά του Δημοσθένη, παρόλο που στρεφόταν κατά ιδιώτη, αποτελούσε αδίκημα δημόσιο, διότι η προσβολή στρεφόταν κατά του συνόλου των πολιτών[44].
 
Αλλο παράδειγμα «ιδιωτικού» αδικήματος που χαρακτηρίστηκε «δημόσιο» βρίσκουμε στο λόγο του Λυσία, «Υπέρ του Ερατοσθένους φόνου απολογία». Όταν ο Ευφίλητος έμαθε τις ερωτικές σχέσεις της γυναίκας του με τον Ερατοσθένη, κάλεσε συγγενείς και φίλους να είναι παρόντες και συνέλαβε επ’ αυτοφώρω τη γυναίκα του με τον εραστή της, τον οποίο και φόνευσε. Οι συγγενείς του Ερατοσθένη κατήγγειλαν τον Ευφίλητο για ανθρωποκτονία. Στο δικαστήριο της Ηλιαίας ο Ευφίλητος απολογούμενος για το φόνο που διέπραξε εκφώνησε τον ως άνω λόγο και υποστήριξε ότι ο φόνος ήταν νόμιμος, εφόσον ο νόμος δεν τιμωρούσε το σύζυγο που φόνευε τον εραστή της γυναίκας του που συνέλαβε μοιχευόμενο. Και ενώ το αδίκημα της μοιχείας ήταν ένα αδίκημα που από τη φύση του παραβιάζει τη συζυγική σχέση και το γάμο[45], ο Ευφίλητος έκλεισε την απολογία του τονίζοντας: «εγώ, κύριοι δικασταί, νομίζω πως επέβαλα αυτήν την τιμωρία όχι για το ατομικό μου συμφέρον, αλλά για το συμφέρον όλης της πόλης. Γιατί όσοι διαπράττουν τέτοια αδικήματα βλέποντας ποιά έπαθλα τους περιμένουν γι’ αυτά, θα προξενήσουν λιγότερα κακά σε άλλους, αν βλέπουν ότι και σεις έχετε την ίδια με γνώμη»[46].
 
Αντίθετο παράδειγμα, δηλαδή αδικήματος «δημοσίου» που χαρακτη­ρίζεται «ιδιωτικό» βρίσκεται στο λόγο του Δημοσθένη Περί του στε­φάνου. Η πρόταση του Κτησιφώντα προς την Εκκλησία του Δήμου για απόδοση τιμών (στεφάνου) στο Δημοσθένη, ενώ δεν είχε ακόμη λογο­δοτήσει, ήταν παράνομη και συνιστούσε αδίκημα με καθαρά δημόσιο χαρακτήρα.[47] Ο Δημοσθένης όμως αναρωτιέται «ποιος είναι αυτός ο τό­σο άδικος νόμος (νόμος τοσαύτης άδικίας και μισανθρωπίας μεστός) που καταδικάζει αυτόν που προσέφερε από την προσωπική του περιου­σία στο δήμο (προκειμένου να εκτελεστεί το έργο που του είχε ανατεθεί) και τον κάνει έρμαιο των συκοφαντών».
 
Ο Cohen υποστηρίζει τέλος ότι η αντίληψη της έννοιας του ιδιωτικού και της αυτονομίας της ιδιωτικής σφαίρας αποτελούσε μια από τις κρίσι­μες διαφορές ανάμεσα στη δημοκρατική και τη μη δημοκρατική ιδεολο­γία στην Αθήνα. Η έννοια μιας ιδιωτικής σφαίρας δράσης, προστατευμέ- νης σε σημαντικό βαθμό από την παρέμβαση του κράτους, συνιστούσε ένα από τα βασικά δόγματα της αθηναϊκής δημοκρατικής θεωρίας[48].
 
β. Ειδικές διαδικασίες
 
i. Καταγγελία στη Βουλή
 
Η Βουλή ως εποπτεύουσα αρχή όλων των αξιωματούχων μπορούσε, όπως προαναφέραμε, να επιληφθεί υποθέσεων παρανομιών που διέπρατ ταν οι εν ενεργεία αξιωματούχοι ή γενικά τα πρόσωπα που τ φορτισμένα με δημόσια καθήκοντα[49].
 
Τον 4° π.Χ. αι. παρότι δεν είχε βέβαια τις δικαστικές εξουσίες που διέθετε στο παρελθόν[50], διατηρούσε ακόμη το δικαίωμα να δικάζει τους περισσότερους αξιωματούχους και κυρίως εκείνους που διαχειρίζονταν χρήματα. Οι καταγγελίες κατά των αξιωματούχων ενώπιον της Βουλής κατατίθενταν συνήθως είτε από το σώμα των δέκα λογιστών, της βουλευτικής δηλαδή επιτροπής που διενεργούσε τον οικονομικό έλεγχο στο τέλος κάθε πρυτανείας, είτε από τα ίδια τα μέλη της, τους βουλευτές.
 
Στις πιο πάνω περιπτώσεις μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η Βουλή ενεργούσε αυτεπάγγελτα. Η δικαστική της αρμοδιότητα όμως επί των αξιωματούχων δεν ασκείτο μόνο αυτεπάγγελτα. Οποιοσδήποτε τρίτος (ιδιώτης) και μάλιστα όχι μόνο ο ελεύθερος πολίτης, αλλά και ο δούλος ή ο ξένος είχε τη δυνατότητα να καταγγείλει ενώπιον της αξιωματούχο ἤ πρόσωπο επιφορτισμένο με δημόσια καθήκοντα με την ειδική κατηγορία «μη χρήσθαι τοις νόμοις», δηλαδή για κακοδιαχείριση γενικότερα. Στην περίπτωση αυτή η καταγγελία είχε τη μορφή εισαγγελίας. Καταγγελία με την ίδια μορφή της εισαγγελίας, μπορούσε να απευθυνθεί σε αξιωματούχο και για τα αδικήματα της καταλύσεως της δημοκρατίας, της προδοσίας ή της δωροδοκίας που προέβλεπε ο εισαγγελτικός νόμος[51].
 
Στα παραδείγματα καταγγελίας αξιωματούχων ενώπιον της της Βουλής  που έχουν διασωθεί στις πηγές, δεν περιλαμβάνεται καμμιά καταγγελία από τη βουλευτική επιτροπή των λογιστών. Έχουν όμως διασωθί παραδείγματα καταγγελίας από μεμονωμένο βουλευτή, όπως και παραδείγματα καταγγελίας από τρίτο πρόσωπο. Δύο τέτοια παραδείγματα αναφέρονται στον Περί του χορευτού λόγο του Αντιφώντα. Το ένα αφορούσε καταγγελία κατά αξιωματούχων για κατάχρηση δημοσίου χρήματος, που υπέβαλε στη Βουλή το 420/19 π.Χ. ένας χορηγός του οποίου δεν γνωρίζουμε το όνομα, με την ιδιότητα του απλού πολίτη, του ιδιώτη για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση της Αθηναίων Πολιτείας[52]. Ο Αντιφών χρησιμοποιεί το ρήμα «εισήγγειλα εις την βουλήν» για την περίπτωση αυτή[53]. Το δεύτερο παράδειγμα αφορούσε άλλη καταγγελία που ο ίδιος χορηγός με την ιδιότητα, αυτήν τη φορά, του βουλευτή υπέβαλε το επό­μενο έτος 419/8 π.Χ.[54]. Δεν γνωρίζουμε αν η διαδικασία είχε κάποια ειδική ονομασία σε περίπτωση που η καταγγελία προερχόταν από βουλευτή. Ο Αντιφών πάντως χρησιμοποίησε στη δεύτερη αυτή περίπτωση το ρήμα «εισήγον εις την βουλήν» καν όχι «εισήγγειλα»[55].
 
Τα περισσότερα πάντως παραδείγματα καταγγελιών στη Βουλή προ­έρχονται από τρίτα άτομα και εξετάζονται στην ενότητα που ακολουθεί.
 
ii. Εισαγγελία
 
Η εισαγγελία, στην οποία ήδη πολλές φορές αναφερθήκαμε, ήταν μια ειδική διωκτική διαδικασία, που είχε εφαρμογή σε διάφορες κατηγορίες αδικημάτων[56]. Τα είδη των εισαγγελιών που διακρίνει ο Αρποκρατίων[57] ήταν τρία: α) οι εισαγγελίες που απευθύνονταν στη Βουλή ή στην Εκ­κλησία του Δήμου όταν επρόκειτο για σπουδαία δημόσια αδικήματα κα­τά της πόλης, όπως ήταν η κατάλυση της δημοκρατίας, η προδοσία και η δωροδοκία β) οι εισαγγελίες που απευθύνονταν στον επώνυμο άρχοντα για «κάκωση ορφανών και επικλήρων» και τέλος, γ) οι εισαγγελίες που απευθύνονταν στους διαιτητάς για πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων διαιτητού.
 
Για το θέμα που πραγματευόμαστε το ενδιαφέρον μας εστιάζεται στην πρώτη κατηγορία, που αφορά τα αδικήματα κατά της πόλης και του πολιτεύματος και ιδίως τις περιπτώσεις εκείνες που οι εισαγγελίες στην Εκκλησία του Δήμου ή στη Βουλή στρέφονταν κατά των αξιωματούχων και όχι κατά των ρητόρων ή άλλων ατόμων.
 
Πριν από την περίοδο των Περσικών Πολέμων οι απόπειρες κατά του πολιτεύματος διώκονταν με εισαγγελία και δικάζονταν από τον Αρειο Πάγο, σύμφωνα με ένα νόμο του Σόλωνα. Η πληροφορία αυτή προέρχε­ται από την Αθηναίων Πολιτεία που αποτελεί τη μοναδική μας πηγή στο σημείο αυτό[58]. Από την εποχή των Περσικών Πολέμων η δικαιοδοτική αρμοδιότητα για υποθέσεις που αφορούσαν την ασφάλεια της πόλης, μεταβιβάστηκε στην Εκκλησία του Δήμου.
 
Την εισαγγελία ρύθμιζε ένας νόμος (εισαγγελτικός) της τελευταίας δεκαετίας του 5ου π.Χ. αι. που μας είναι γνωστός από τρεις διαφορετικές πηγές: α) το λόγο υπέρ Ευξενίππου του Υπερείδη[59] β) ένα απόσπασμα από το 4° βιβλίο του Θεοφράστου «περί Νόμων» που παραθέτει τόσο ο Πολυδεύκης (8, 52) όσο και το Lexicon Rhetoricum Cantabrigiense (λ. εισαγγελία) και γ) από μια παραπομπή στο νόμο του Τιμοκράτους που παραθέτει ο Δημοσθένης (κατά Τιμοκράτους, 63).
 
Το έργο του Hansen για το θεσμό της εισαγγελίας, που από το 1975 μέχρι σήμερα παραμένει η πιο εμπεριστατωμένη μελέτη για το θεσμό και ήδη πολλές φορές παραπέμψαμε σ’ αυτό, κάνει για πρώτη φορά, μετά τον Lipsius, μια νέα περιγραφή της «εισαγγελίας στην Εκκλησία του Δήμου» και της «εισαγγελίας στη Βουλή». Διευκρινίζει, σε αντίθεση με όλους τους συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με το θέμα, ότι υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών, σημείο στο οποίο συμφω­νούμε απόλυτα.
 
Η απευθυνόμενη στην Εκκλησία του Δήμου εισαγγελία μπορούσε να στραφεί κατά πάντων (ιδιωτών, πολιτικών, αξιωματούχων και προσώπων επιφορτισμένων με δημόσια καθήκοντα) και ήταν περιορισμένη στα προβλεπόμενα από τον «εισαγγελτικό νόμο» σοβαρά αδικήματα κατά της πόλης (απόπειρα καταλύσεως της δημοκρατίας, προδοσία, δωροδο­κία).
 
Αντίθετα, η εισαγγελία στη Βουλή στρεφόταν αποκλειστικά κατά των αξιωματούχων και γενικά των προσώπων των επιφορτισμένων με δημό­σια καθήκοντα. Μπορούσε να ασκηθεί για όλα τα πιο πάνω αδικήματα και επιπρόσθετα για ένα ακόμη, αυτό της κακοδιαχείρισης (μη χρήσθαι τοις νόμοις), το οποίο δεν περιλαμβάνεται στα αδικήματα του «εισαγγελ- τικού νόμου», αλλά περιγράφεται στην Αθηναίων Πολιτεία[60]. Αυτή η «παράβαση των νόμων» περιλάμβανε αδικήματα κακοδιοίκησης, κακο­διαχείρισης, κατάχρησης δημοσίου χρήματος και γενικά αδικήματα κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους χωρίς περιορισμό. Η αναφορά της Αθη­ναίων Πολιτείας ότι η εισαγγελία στη Βουλή μπορούσε να ασκηθεί μόνο κατά αξιωματούχων, επιβεβαιώνεται από μία ρήτρα σ’ ένα ψήφισμα της Βουλής του 326/5 π.Χ.[61] .
 
Οι εισαγγελίες που απευθύνονταν στη Βουλή ασκούνταν ενώπιον της, χωρίς η κατάθεση αυτή να παρουσιάζει κάποιο πρόβλημα. Η δε συζήτη­σή τους ενώπιον της γινόταν χωρίς καμμία ανάμειξη της Εκκλησίας του Δήμου.
 
Αντίθετα, οι εισαγγελίες που απευθύνονταν στην Εκκλησία του Δή­μου δεν ακολουθούσαν πάντα την ίδια διαδικασία. Σύμφωνα με την Αθη­ναίων Πολιτεία θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνονται από τη Βουλή στην ημερησία διάταξη της κυρίας Εκκλησίας κάθε πρυτανείας για να συζη­τηθούν την πρώτη φορά. Στην κυρία αυτή Εκκλησία συζητείτο άλλωστε και η επιχειροτονία των αρχών, όπως και ορισμένα άλλα θέματα[62].
 
Παρά τον κανόνα όμως αυτόν που αναφέρει η Αθηναίων Πολιτεία, έχουμε παράδειγμα εισαγγελίας που ασκήθηκε κατευθείαν στην Εκκλη­σία και στην περίπτωση αυτή η Εκκλησία παρέπεμψε στη Βουλή για να εκδόσει προβούλευμα και να της το εισαγάγει εκ νέου για την πρώτη συζήτηση. Και από άλλα παραδείγματα φαίνεται ότι οι εισαγγελίες στην Εκκλησία δεν ακολουθούσαν πάντα ένα προκαθορισμένο τυπικό[63].
 
Όσο αφορά τη δικαιοδοτική εξουσία των δύο οργάνων, Βουλής και Εκκλησίας, θα πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής. Σύμφωνα με τον εισαγγελτικό νόμο, τον 5° και το πρώτο ήμισυ του 4ου π.Χ. αι. που η Εκ­κλησία του Δήμου είχε τη δυνατότητα να συγκροτείται και ως δικαστή­ριο, ή δίκαζε η ίδια την υπόθεση που είχε ασκηθεί με εισαγγελία[64] ή την παρέπεμπε στο δικαστήριο[65]. Ο νόμος πρέπει να τροποποιήθηκε μεταξύ του 362-355 π.Χ. Μετά την τροποποίησή του πιθανότατα όλες οι απευ­θυνόμενες στην Εκκλησία του Δήμου εισαγγελίες παραπέμπονταν και εκδικάζονταν από την Ηλιαία, διότι δεν μας είναι γνωστή καμμιά υπόθε­ση που δίκασε η Εκκλησία του Δήμου.
 
Στην περίπτωση μιας εισαγγελίας που απευθυνόταν στη Βουλή, σύμ­φωνα με την περιγραφή του Δημοσθένη, ο «ιδιώτης» που είχε προβεί στην εισαγγελία ενεργούσε ως κατήγορος. Η Βουλή, αφού πρώτα έδινε την ευκαιρία στον αξιωματούχο να υπερασπιστεί τον εαυτό του, διενερ­γούσε μυστική ψηφοφορία και εξέδιδε μια «προκαταρκτική» απόφαση σχετικά με την ενοχή ή όχι του κατηγορουμένου. Αν η απόφαση αυτή ήταν καταδικαστική (κατάγνωσις) ακολουθούσε νέα ψηφοφορία, με ανά­ταση χειρών αυτή τη φορά, για να αποφασισθεί αν η ποινή θα ήταν μέσα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Βουλής (δηλαδή πρόστιμο μέχρι πε­ντακόσιες δραχμές) ή αν η υπόθεση θα παραπεμπόταν στο δικαστήριο[66].
 
Αν η Βουλή έκρινε ότι η υπόθεση έπρεπε να παραπεμφθεί στο δικαστή­ριο ή αν ο αδικηθείς διάδικος ασκούσε έφεση για την ποινή που του είχε επιβληθεί από τη Βουλή, αρμόδιοι για την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο ήταν οι θεσμοθέτες οι οποίοι και προήδρευαν σ’ αυτό[67]. Οι δικαστές σε κάθε περίπτωση δεν δεσμεύονταν καθόλου από οποιαδήποτε απόφαση της Βουλής.
 
Πολλές συζητήσεις μεταξύ των ερευνητών έχει δημιουργήσει το θέ­μα της φύσης της τελευταίας απόφασης που έπαιρνε η Βουλή για την επιβολή προστίμου ή παραπομπής. Γεννάται το ερώτημα αν κατά της απόφασης που επέβαλε πρόστιμο μπορούσε να ασκηθεί έφεση και κάτω από ποιες προϋποθέσεις με αφορμή το χωρίο 45.2 της Αθηναίων Πολιτειας[68].
 
Ένα πρώτο θέμα που θα έπρεπε να διευκρινίσουμε είναι ότι η έφεσις δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν με τη σημερινή της έννοια του δεύτε­ρου βαθμού δικαιοδοσίας, αλλά με την έννοια της παραπομπής στο δι­καστήριο[69].
 
Η έφεσις συναντάται και σε άλλα χωρία της Αθηναίων Πολιτείας όχι πάντα με την ίδια έννοια. Έτσι, στις αποφάσεις των διαιτητών σήμαινε ότι ο μη ικανοποιημένος διάδικος δικαιούτο να προσφύγει στο δικαστή­ριο[70] και στην περίπτωση της «δοκιμασίας» των Εννέα αρχόντων σήμαινε ότι η Βουλή ήταν υποχρεωμένη να παραπέμπει τις υποθέσεις στο δικαστήριο ανεξάρτητα από τη θέληση των διαδίκων[71]. Αναφερόμενος σ’ αυτές τις έννοιες, ο Rhodes[72] αμφισβητεί το περιεχόμενο της Αθη­ναίων Πολιτείας (45.2) και υποστηρίζει ότι στην περίπτωση μιας εισαγ­γελίας η Βουλή είχε το απόλυτο δικαίωμα να επιβάλλει κυρώσεις εντός των αρμοδιοτήτων της (πρόστιμο έως 500 δραχμές το ανώτατο) και ήταν υποχρεωμένη να φέρνει την υπόθεση στο δικαστήριο μόνο εάν το πρό­στιμο ξεπερνούσε τις πεντακόσιες δραχμές. Δηλαδή, κατά τον Rhodes, η απόφαση της Βουλής για επιβολή προστίμου ήταν τελεσίδικη αν το πρό­στιμο δεν ξεπερνούσε τις πεντακόσιες δραχμές. Εφέσιμη, με την έννοια της παραπομπής στο δικαστήριο, ήταν μόνο για τα σοβαρά αδικήματα που επέσυραν ποινές μεγαλύτερες από το πρόστιμο των πεντακοσίων δραχμών. Επικαλείται μάλιστα για τους ισχυρισμούς του την μαρτυρία του Δημοσθένη (κατά Ενεργού και Μνησιβούλου Ψευδομαρτυριών, 43)[73] που αναφέρει ότι η Βουλή αποφάσιζε αν θα παρέπεμπε την υπόθεση στο δικαστήριο ή αν θα επέβαλε το πρόστιμο των πεντακοσίων δραχμών, το οποίο δικαιούτο να επιβάλλει (ή βουλή πότερα δικαστηρίψ παραδοίη ή ζημιώσειε ταΐς πεντακοσίαις, όσου ήν κυρία κατά τον νόμον).
 
Σύμφωνα όμως με τον Hansen[74] η αναφορά της Αθηναίων Πολιτείας δεν πρέπει να απορριφθεί και η απόφαση της Βουλής πρέπει να θεωρηθεί τελεσίδικη, αν το πρόστιμο, έως 500 δραχμές το ανώτατο, το αποδεχόταν ο καταδικασθείς, επομένως δεχόταν και να το εξοφλήσει. Αν δεν το απο­δεχόταν τότε η απόφαση ήταν εφέσιμη, έπρεπε επομένως να εισαχθεί στο δικαστήριο. Ο Hansen μάλιστα υποστηρίζει ότι όπως συνάγεται πράγματι μόνο από το χωρίο 45.2 της Αθηναίων Πολιτείας και όχι από το προαναφερθέν χωρίο του Δημοσθένη, ο καταδικασθείς σε πρόστιμο είχε εφέσιμο δικαίωμα ανεξάρτητα από το ύψος του ποσού του προστίμου. Θεωρεί ότι η κρίσιμη λέξη τόσο στο προαναφερόμενο χωρίο της Αθη­ναίων Πολιτείας όσο και στον Δημοσθένη είναι η λέξη «κύριος». Όταν ο Δημοσθένης αναφέρει ότι η Βουλή είναι «κυρία» δεν σημαίνει απαραί­τητα ότι η απόφαση της Βουλής δεν εφεσιβάλλεται. Είναι πιο πιθανό να εννοεί ότι η απόφαση της Βουλής ήταν τελεσίδικη, όταν ο καταδικασθείς σε πρόστιμο δεχόταν να το εξοφλήσει. Στην αντίθετη περίπτωση, η υπό­θεση έπρεπε να εισαχθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Η έννοια «κύριος» στη νομική της διάσταση δεν σήμαινε μόνο «τελεσίδικος», αλλά και «τε­λεσίδικος, εφόσον δεν υπήρχε προσβολή». Με αυτήν την πρώτη έννοια ο συγγραφέας της Αθηναίων Πολιτείας στο 45.2 χρησιμοποίησε την έκ­φραση «ού κυρία». Με την δεύτερη έννοια την χρησιμοποίησε ο Δημο­σθένης στο χωρίο 43, που επικαλείται ο Rhodes, ενώ σε άλλο χωρίο (34) του ίδιου λόγου που αναφέρεται σε ένα ψήφισμα της Βουλής την χρησι­μοποιεί με την πρώτη έννοια, του τελεσιδίκου[75].
 
Στο θέμα αυτό της φύσης της απόφασης της Βουλής θεωρούμε ότι δεν έχει γίνει σαφής διάκριση μεταξύ των δύο εδαφίων του αμφιλεγόμενου χωρίου 45.2 της Αθηναίων Πολιτείας. Στο πρώτο εδάφιο που αφορά την περίπτωση που η Βουλή αυτεπάγγελτα εξέταζε τις παρανομίες των αξιω- ματούχων (κρίνει δέ τάς άρχάς ή βουλή τάς πλείστας, καί μάλισθ' όσαι χρήματα διαχειρίζουσιν) σύμφωνα με τις θέσεις μας για το είδος των ελέγχων, που αναπτύξαμε εξετάζοντας το έργο των δέκα λογιστών της Βουλής, θεωρούμε ότι τόσο οι καταγγελίες της επιτροπής των δέκα λογι­στών, όσο και αυτές των βουλευτών αφορούσαν τα οικονομικής φύσεως παραπτώματα[76]. Η Βουλή αν έκρινε ότι ο καταγγελλόμενος αξιωματού- χος ήταν ένοχος, παρέπεμπε την υπόθεση στο δικαστήριο (ού κυρία δ' ή κρίσις, άλλ' εφέσιμος εις τό δικαστήριον). Άλλωστε, όπως θα διαπι­στώσουμε στη συνέχεια από την εξέταση του έργου του σώματος των δέ­κα λογιστών, που επιλαμβάνονταν των υποθέσεων των αξιωματούχων κα­τά την «ευθυνοδοσία» τους, παρέπεμπαν και αυτοί στο δικαστήριο όλους τους αξιωματούχους, ακόμη και εκείνους για τους οποίους δεν υπήρχε κανένα επιβαρυντικό στοιχείο, προκειμένου το δικαστήριο να απαγγείλει την απαλλαγή από τις ευθύνες του αξιώματος τους[77].
 
Η περίπτωση του δευτέρου εδαφίου του πιο πάνω χωρίου της Αθη­ναίων Πολιτείας θεωρούμε πως ήταν διαφορετική. Εκεί, η Βουλή επι­λαμβανόταν μιας υποθέσεως κακοδιοίκησης εκ μέρους αξιωματούχου μετά από εισαγγελία ενός «ιδιώτη» (ἔξεστι δέ καί τοῖς ἰδιώταις εἰσαγγέλλειν ἥν ἄν βούλωνται τῶν ἀρχῶν μή χρῆσθαι τοῖς νόμοις...). Μά­λιστα ο όρος «ιδιώτης» πρέπει να χρησιμοποιείται ακριβώς για να αντι- διασταλεί από την περίπτωση της αυτεπάγγελτης πρωτοβουλίας της Βου­λής του προηγουμένου εδαφίου. Η Βουλή, όπως ήδη αναλύσαμε, διενεργούσε μια πρώτη μυστική ψηφοφορία και αν η απόφασή της ήταν κατα- δικαστική (κατάγνωσις) για τον κατηγορούμενο, διενεργούσε δεύτερη φανερή ψηφοφορία για το είδος της επιβληθησόμενης ποινής.
 
Αποδεχόμενοι την άποψη του Hansen θεωρούμε ότι αν αποφασιζό- ταν η ποινή του προστίμου μέχρι του ποσού των πεντακοσίων δραχμών και ο κατηγορούμενος δεχόταν να το εξοφλήσει δεν παραπεμπόταν στο δικαστήριο και η απόφαση θεωρείτο τελεσίδικη. Αν όμως δεν το αποδε­χόταν, τότε η υπόθεση έπρεπε να παραπεμφθεί στο δικαστήριο της Η­λιαίας (ἔφεσις δέ καί τούτοις ἐστίν εἰς τό δικαστήριον, ἐάν αὐτῶν ἡ βουλή καταγνῷ).
 
Θα πρέπει όμως να λάβουμε υπόψιν και δύο ακόμη θέματα, ότι ένα πρόστιμο πεντακοσίων δραχμών ήταν πολύ υψηλό για τα δεδομένα της εποχής, ώστε να μπορούν να το πληρώσουν οι Αθηναίοι και επίσης ότι οι Αθηναίοι είχαν γενικά την τάση να εξαντλούν τα ένδικα μέσα που τους παρέχονταν. Επειδή λοιπόν τις περισσότερες φορές αδυνατούσαν να πληρώσουν το πρόστιμο που τους επιβάλλετο, ακόμη και μικρότερης αξίας, πρέπει να σκεφθούμε ότι η μη εξόφληση ισοδυναμούσε με άρνη­ση και η υπόθεση έπρεπε να δικαστεί από το δικαστήριο της Ηλιαίας. Για τον ίδιο λόγο αποδυναμώθηκε από κάποια εποχή και μετά, η δικαιο- δοτική αρμοδιότητα των αρχόντων και άλλων αξιωματούχων. Σε όλες τις καταδικαστικές αποφάσεις που εξέδιδαν οι άρχοντες ασκούνταν εφέσεις και κατέληγαν έτσι στο δικαστήριο έως ότου η άρνηση της πληρωμής του προστίμου θεωρήθηκε ισοδύναμη με την έφεση και η ήδη δικασμένη διαφορά έπρεπε, χωρίς άλλη διαδικασία, να οδηγηθεί στο δικαστήριο[78].
 
Ως προς τις υποθέσεις που παρέπεμπε η Βουλή, το δικαστήριο της Ηλιαίας μπορούσε να επικυρώσει την απόφασή της ή να την ανατρέψει. Αν την επικύρωνε, τότε καθόριζε την ποινή σύμφωνα με τις προτάσεις των αντιδίκων μερών. Γνωρίζουμε διάφορα παραδείγματα ποινών που ποικίλουν από το χρηματικό πρόστιμο[79] μέχρι τη θανατική καταδίκη[80].
 
Ο Αριστοφών ο Αζηνιεύς[81], όταν είχε καταγγείλει (πιθανότατα με εισαγ­γελία στη Βουλή) ορισμένους τριηράρχους για προδοσία και λιποταξία (προδεδωκέναι τάς ναΰς καί λελοιπέναι την τάξιν) πρότεινε στο δι­καστήριο τη θανατική τους ποινή. Η Βουλή, αφού ψήφισε κατά των τρι­ηράρχων με ανάταση των χειρών (καταχειροτονήσαντες), παρέπεμψε την υπόθεση στο δικαστήριο. Η δίκη αυτή τοποθετείται περί το 361 π.Χ.
 
Μια καταδικαστική πάντως απόφαση της Βουλής, ανεξάρτητα από την παραπομπή ή όχι στο δικαστήριο, πρέπει να σήμαινε προφανώς την άμεση παύση του αξιωματούχου από το αξίωμά του[82].
 
Σε σύγκριση με τις υπόλοιπες διαδικασίες του αττικού δικαίου η ει­σαγγελία χρησιμοποιήθηκε πάρα πολύ, καθώς παρουσίαζε για τον καταγ- γέλλοντα πλεονεκτήματα, όπως ταχύτητα και ασφάλεια. Η ταχύτητα επι- τυγχάνετο διότι η καταγγελία γινόταν κατευθείαν στην Εκκλησία ή στη Βουλή χωρίς να χάνεται πολύτιμος χρόνος. Η ασφάλεια σήμαινε ότι και αν ακόμη η καταγγελία αυτή δεν κατόρθωνε να συγκεντρώσει το ένα πέμπτο των ψήφων των δικαστών, ο καταγγέλλων δεν θα καταδικαζόταν σε μερική ατιμία ούτε και θα ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει πρόστιμο χιλίων δραχμών, το οποίο θα πλήρωνε αν είχε ασκήσει γραφή και όχι εισαγγελία. Η κατάχρηση όμως της άσκησης εισαγγελιών ανάγκασε τους Αθηναίους να τροποποιήσουν το νόμο λίγο πριν από το 330 π.Χ. και να εφαρμόσουν το πιο πάνω πρόστιμο των 1000 δραχμών και στην περίπτώση της εισαγγελίας που δεν συγκέντρωνε το ένα πέμπτο των ψήφων των δικαστών, διατηρώντας όμως την εξαίρεση για την ποινή της ατιμίας.
 
Το προαναφερόμενο έργο του Hansen για το θεσμό της εισαγγελίας περιλαμβάνει ένα λεπτομερή σχολιασμένο κατάλογο[83] με τις περιπτώ­σεις εισαγγελκον που συναντώνται στις πηγές, κυρίως από την περίοδο 493-324 π.Χ. Περιλαμβάνει μάλιστα ακόμη και τις περιπτώσεις για τις οποίες διατηρεί ορισμένες επιφυλάξεις για το χαρακτηρισμό τους ως ει­σαγγελιών.
 
Εδώ δεν θα αναφερθούμε στις διάφορες αυτές υποθέσεις, αλλά θα σταθούμε στα στατιστικά στοιχεία που προκύπτουν από τον κατάλογό του, διότι νομίζουμε πως οι αριθμοί από μόνοι τους δείχνουν το μεγάλο ρόλο που έπαιξε η διαδικασία αυτή στην πολιτική ζωή της Αθήνας κα­θώς και την υπερβολική χρήση της, για να μη χρησιμοποιήσουμε τη λέξη κατάχρηση.
 
Μεταξύ των 144 περιπτώσεων εισαγγελαών που συγκέντρωσε ο Han­sen (τα πρόσωπα βέβαια που κατηγορήθηκαν ήταν πολύ περισσότερα από 144, εφόσον πολλές αρχές ήταν πολυπρόσωπες), εισαγγελίες στη Βουλή είναι μόνο οι 14. Ολες οι υπόλοιπες είναι εισαγγελίες που ασκήθη- καν στην Εκκλησία του Δήμου.
 
Τα 14 παραδείγματα εισαγγελκον στη Βουλή, δείχνουν ότι οι αξιω- ματούχοι και όσοι ήταν επιφορτισμένοι με δημόσια καθήκοντα (τριή­ραρχοι, πρέσβεις και άλλοι) διώκονταν τόσο για αδικήματα που προέ- βλεπε ο «εισαγγελτικός νόμος» (προδοσία, δωροδοκία, απόπειρα κατα- λύσεως της δημοκρατίας κ.λπ.), όσο και για διάφορα άλλα που δια- πράττονταν κατά την υπηρεσία, όπως κατάχρηση, εγκατάλειψη στρα­τιωτικής υπηρεσίας, απείθεια σε δημόσια αρχή.
 
Μια πρώτη διαπίστωση επομένως που μπορούμε να κάνουμε είναι ότι η άσκηση εισαγγελίας στη Βουλή ήταν πιο περιορισμένη στη χρήση της από την εισαγγελία στην Εκκλησία του Δήμου, αλλά αυτό ήταν ανα­μενόμενο αφού στρεφόταν κατά ορισμένου μόνο κύκλου προσώπων. Από μιαν άλλη άποψη, βέβαια, θα μπορούσε να θεωρηθεί ευρύτερη, α­φού η χρήση της περιλάμβανε κάθε φύσεως αδικήματα (δηλαδή αφενός τα αδικήματα του εισαγγελτικού νόμου και επιπρόσθετα την κακοδιοί­κηση).
 
Όσο αφορά πάντως τα είδη των αδικημάτων για τα οποία ασκήθηκαν εισαγγελίες στην Εκκλησία του Δήμου υπάρχει μια συντριπτική πλειοψηφία για «προδοσία», οι 25 επί συνόλου 130 περιπτώσεων. Για το ίδιο αδίκημα οι ασκηθείσες στη Βουλή εισαγγελίες ήταν 2 επί συνόλου 14.
 
Κατά τη συγκεκριμένη περίοδο που εξετάζεται, από τις 130 εισαγ- γελίες που ασκήθηκαν στην Εκκλησία του Δήμου οι 60 στρέφονταν κατά προσώπων με άγνωστη ιδιότητα (στο μεγάλο αυτό αριθμό συμπεριλαμ- βάνονται και οι 48 δίκες για την περίφημη υπόθεση της βεβηλώσεως των Ελευσινίων Μυστηρίων και των ερμοκοπιδών το 415 π.Χ.). Οι 34 εισαγ­γελίες στρέφονταν κατά στρατηγών (ένας απ'αυτούς μάλιστα καταγ­γέλθηκε δύο φορές και ένας άλλος τρεις). Οι 19 εισαγγελίες στρέφονταν κατά αξιωματούχων ή προσώπων επιφορτισμένων με δημόσια καθήκοντα (ένας ήταν διοικητής αθηναϊκής φρουράς, ορισμένοι άλλοι είχαν δια- τελέσει πρέσβεις, άλλοι ήταν ταμίες της Αθηνάς και των άλλων θεών, έ­νας ήταν ταμίας του στρατηγού Τιμόθεου, ένας τριήραρχος, ορισμένοι άλ­λοι θεσμοθέτες, ένας αρεοπαγίτης και ένας γραμματέας). Οι υπόλοιπες δε 17 εισαγγελίες στρέφονταν κατά πολιτικών, που δεν φαίνεται να είχαν κάποια ιδιαίτερη δημόσια ιδιότητα.
 
Οι πρώτοι αυτοί αριθμοί δείχνουν ότι η εισαγγελέα στην Εκκλησία του Δήμου ήταν μια διαδικασία που χρησιμοποιήθηκε κυρίως κατά των αξιωματούχων και ιδιαίτερα κατά των στρατηγών. Γνωστοί ονομαστικά για την περίοδο 432-355 π.Χ. είναι 160 στρατηγοί. Από τους 160 αυτούς στρατηγούς οι 33 καταγγέλθηκαν με εισαγγελία (ο ένας μάλιστα 3 φο­ρές). Από τους υπολογισμούς αυτούς προκύπτει ότι δύο στους δέκα στρατηγούς κάθε στρατηγίας καταγγέλλονταν με εισαγγελία.
 
Από την περίοδο 490-338 π.Χ. γνωρίζουμε τα ονόματα 38 στρατη­γών που καταδικάστηκαν κατόπιν εισαγγελέας και έναν πάρα πολύ μικρό αριθμό στρατηγών που καταδικάστηκαν κατά τη διαδικασία των ευ­θυνών τους. Αυτό βέβαια καταρχήν οφείλεται στο γεγονός ότι για ένα σοβαρό αδίκημα, αλλά και ένα μικρότερης βαρύτητας ακόμη, δεν θα περίμενε κανείς να κάνει την καταγγελία του στο τέλος της θητείας του καταγγελλόμενου, εφόσον είχε το δικαίωμα να καταθέσει εισαγγελία πο­λύ νωρίτερα. Ασφαλώς όμως η άσκηση των πολλών εισαγγελιών οφειλό- ταν και σε πολιτικούς λόγους. Από τη μελέτη όλων των περιπτώσεων κανείς καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εισαγγελία συχνά χρησιμοποιή- θηκε σαν ένα δικονομικό όπλο σε πολιτικές δίκες και προκειμένου για την εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων.
 
Πράγματι, από τις διεξαχθείσες δίκες που μας είναι γνωστές, οι στρατηγοί που καταδικάστηκαν ήταν 27 και αυτοί που αθωώθηκαν μόνο 5. Στους 6 από τους 27 στρατηγούς που καταδικάστηκαν επεβλήθη χρηματικό πρόστιμο και στους 19 θανατική ποινή. Δεν μας είναι γνωστή η ποινή που επεβλήθη στους άλλους δύο. Από τους 19 αυτούς στρατηγούς που καταδικάστηκαν σε θάνατο, εκτελέστηκαν μόνο οι 9, διότι οι υπό­λοιποι 10 φοβούμενοι διέφυγαν στο εξωτερικό ή παρέμειναν εκτός Αττι­κής, εκεί που βρίσκονταν όταν ασκήθηκε η δίωξη εναντίον τους.
 
«Δαμόκλεια σπάθη» πάνω από τα κεφάλια των στρατηγών χαρα­κτηρίζει ο Hansen την εισαγγελία[84] και συμφωνεί με την παρατήρηση του Δημοσθένη, που πολλοί θεώρησαν υπερβολική, ότι ένας στρατηγός είχε περισσότερες πιθανότητες να καταδικαστεί σε θάνατο μετά από μια εισαγγελία που ασκήθηκε εναντίον του, παρά να σκοτωθεί σε μάχη.
 
iii Άλλες διαδικασίες.
 
Για να μη μείνει ατιμώρητο τυχόν αδίκημα αξιωματούχου η αττική «δικονομία» προσέφερε διάφορες διαδικασίες που δεν ήταν μεν δικα­στικές, αλλά με τη βοήθειά τους ο καταγγέλλων ήταν δυνατόν να επι­τύχει την παύση και την τιμίορία ενός εν ενεργεία αξιωματούχου αν απο- δεικνυόταν ότι διέπραξε αδίκημα. Δύο τέτοιες διαδικασίες ήταν η από- ψασις και η προβολή, που δεν χρησιμοποιούνταν βέβαια αποκλειστικά κατά αξιωματούχων, αλλά και άλλων προσώπων.
 
Η διαδικασία της αποφάσείυς[85] εμφανίστηκε μετά το δεύτερο μισό του 4ου π.Χ. αι. Επρόκειτο για ένα πόρισμα του Αρείου Πάγου μετά ειδι­κή έρευνα, το οποίο αποφαινόταν περί της ενοχής ή της αθωώτητας ατό­μων που κατηγορούνταν κυρίως για προδοσία, δωροδοκία, πιθανόν δε περιλαμβανόταν και η κατάλυση της δημοκρατίας. Ο Άρειος Πάγος προ- έβαινε σε μια τέτοια έρευνα όχι μετά από αίτηση κάποιου ιδιώτη, όπως συνέβαινε στην εισαγγελία, αλλά είτε με δική του πρωτοβουλία[86] είτε μετά από αίτηση της Εκκλησίας του Δήμου (κατά πρόσταξιν). Στην τε­λευταία περίπτωση η Εκκλησία του Δήμου με ψήφισμά της έδινε εντολή στον Άρειο Πάγο να προβεί σε έρευνα όταν έκρινε ότι υπήρχαν υποψίες διαπράξεως ορισμένων πολιτικών εγκλημάτων. Ο Άρειος Πάγος έπρεπε να καταθέσει το πόρισμα της έρευνάς του στην Εκκλησία του Δήμου. Αν αυτό ήταν καταδικαστικό η Εκκλησία όριζε δημόσιους κατηγόρους και με νέο ψήφισμα παρέπεμπε την υπόθεση στο δικαστήριο της Ηλιαίας χωρίς το πόρισμα να δεσμεύει τους δικαστές στην απόφασή τους. Σε τέσσερις μόνο λόγους, οι οποίοι όμως είναι ένας ικανοποιητικός αριθμός για να κατανοήσουμε την πιο πάνω διαδικασία, διασώθηκαν μερικές υ­ποθέσεις στις οποίες ακολουθήθηκε η διαδικασία της αποφάσεως[87].
 
Μια άλλη διαδικασία που εμφανίστηκε στη διάρκεια του 4ου π.Χ. αι. ήταν η προβολή[88], η χρήση της οποίας φαίνεται πως δεν ήταν συχνή. Ο­ποιοσδήποτε πολίτης ή μέτοικος είχε δικαίωμα να ζητήσει την εγγραφή στην ημερησία διάταξη της Εκκλησίας του Δήμου την προβολή του που αποτελούσε μια καταγγελία κατά ορισμένου προσώπου για συγκεκριμένα αδικήματα σε βάρος του Δημοσίου (συκοφαντία, κατάχρηση δημοσίου χρήματος, κατάχρηση εξουσίας, εξαπάτηση του δήμου για έκδοση καταδι- καστικής απόφασης εναντίον αθώων[89], ασέβεια κατά την εκτέλεση θρη­σκευτικών εορτών). Οι καταγγελίες για συκοφαντία -μέχρι έξι μόνο- εγ­γράφονταν στην ημερησία διάταξη της Εκκλησίας από τους πρυτάνεις της έκτης πρυτανείας[90]. Προκειμένου για τα άλλα δημόσια αδικήματα, ο κα- ταγγέλλων μπορούσε να ζητήσει από τους πρυτάνεις όλων ανεξαιρέτως των πρυτανειών την εγγραφή της προβολής του και σε άλλες συνελεύσεις της εκκλησίας. Ο χρόνος υποβολής και συζήτησης ήταν συγκεκριμένος κάθε φορά, ανάλογα με το καταγγελλόμενο αδίκημα, π.χ. ο Δημοσθένης κατέφυγε σ’ αυτή τη διαδικασία για το επεισόδιο που προκάλεσε εναντίον του ο Μειδίας κατά τα μεγάλα Διονύσια και η προβολή του κατατέθηκε στους πρυτάνεις την πρώτη ημέρα μετά το τέλος της εορτής και συζητή- θηκε στην Εκκλησία την επομένη των Πανδίων[91].
 
Η Εκκλησία του Δήμου ήταν υποχρεωμένη να συζητήσει και να λά­βει απόφαση επί μιας τέτοιας καταγγελίας που διατυπωνόταν με την προ­βολή χωρίς όμως η απόφασή της αυτή να επιφέρει άλλα νομικά απο­τελέσματα, καθόσον η προβολή δεν αποτελούσε δικαστική διαδικασία. Η δικαστική διαδικασία μπορούσε να κινηθεί με το συνήθη τρόπο και μόνο από τον καταγγέλλοντα. Ο τελευταίος επεδίωκε μια καταδικαστική από­φαση (καταχεφοτονία) της Εκκλησίας για τον καταγγελλόμενο, που θα την χρησιμοποιούσε για να ενισχύσει τους δικανικούς ισχυρισμούς του στη δίκη που θα προκαλούσε. Δεν ήταν πάντως υποχρεωμένος να δώσει συνέχεια στην υπόθεση, όπως συνέβη με το Δημοσθένη, που δέν άσκησε δίωξη κατά του Μειδία παρότι πέτυχε μια καταδικαστική απόφαση της Εκκλησίας κατά του αντιπάλου του. Αλλά και στην περίπτωση που η απόφαση της Εκκλησίας ήταν αθωωτική, αυτό δεν αποτελούσε εμπόδιο σε περαιτέρω διώξεις και δεν δέσμευε τους δικαστές, όπως δεν τους δέ­σμευε ούτε μια καταδικαστική απόφαση.
 
Το αττικό δικονομικό σύστημα ήταν τέτοιο, που συχνά οι διάφοροι τρόποι διώξεως επικαλύπτονταν. Ένας άρχοντας π.χ. για το ίδιο αδίκημα μπορούσε να διωχθεί με πολλούς τρόπους. Ο Hansen αναφέρει χαρακτη­ριστικά σαν παράδειγμα αδικήματος το χρηματισμό αξιωματούχου που μπορούσε να διωχθεί με 7 διαφορετικούς τρόπους: α) Με εισαγγελία στο Δήμο, β) με εισαγγελία στη Βουλή, γ) με αυτεπάγγελτη δίωξη από τη Βου­λή, δ) με δίωξη απογραφής ενώπιον των θεσμοθετών (μπορούσε να ζητήσει δηλαδή κανείς τη δήμευση του ποσού της δωροδοκίας), ε) με γραφή δώρων στ) με απόφαση, όταν η Εκκλησία αποφάσιζε ότι έπρεπε να γνωμοδοτήσει η Βουλή του Αρείου Πάγου και τέλος ζ) κατά τη διαδικασία των ευθυνο')ν η δωροδοκία ήταν το κατ’εξοχήν αδίκημα για το οποίο γινόταν έρευνα.
 
Όσο δε για τις προβλεπόμενες ποινές δεν ήταν ίδιες, ανεξάρτητα αν επρόκειτο για το ίδιο αδίκημα. Στη διαδικασία των ευθυνών, η προβλε- πόμενη ποινή για το αδίκημα της δωροδοκίας ήταν πρόστιμο δεκαπλάσιο του ποσού με το οποίο είχε δωροδοκηθεί ο αξιωματούχος. Στην περί­πτωση της απογραφής προβλεπόταν η δήμευση του ποσού της δωρο­δοκίας. Στις υπόλοιπες όμως περιπτώσεις η δωροδοκία επέσυρε τις πε­ρισσότερες φορές την ποινή του θανάτου.
 
Ο καταγγέλλων είχε συνεπώς τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ πολ­λών διαδικασιών αυτήν που τον εξυπηρετούσε καλύτερα. Ο μόνος κίν­δυνος που διέτρεχε αν η «γραφή δώρων» π.χ. που είχε ασκήσει δεν συ­γκέντρωνε το 1/5 των ψήφων των δικαστών, ήταν να του επιβληθεί πρό­στιμο χιλίων δραχμών και η ποινή της μερικής ατιμίας. Το ίδιο πρόστιμο ίσχυε και για την άσκηση εισαγγελίας (μετά το 330 π.Χ.), όπως και για την απογραφή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση όμως, αν συγκέντρωνε τον απαιτούμενο αριθμό ψήφων, μπορούσε να έχει επιπλέον ανταμοιβή για την καταγγελία του το 1/3 της αξίας του ποσού της δωροδοκίας, τη δήμευση του οποίου είχε ζητήσει.
-------------------------
[1] A. BlSCARDI, Αρχαίο Ελληνικό Δίκαιο, ό.π., σελ. 108, A. R. W. Harisson, The Law of Alliens, II, ό.π., σελ. 201-203, 208-211, D. MucDowell, To δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, ό.π., σελ. 257 επ. 
[2] Συχνά, τα διαθέσιμα δημόσια χρήματα για ένα έργο δεν επαρκούσαν και άρχοντες χρησιμοποιούσαν χρήματα από την προσωπική τους περιουσία, προκειμένου να τελειώσουν το έργο που ανήκε στη δικαιοδοσία τους. Αρκετές τέτοιες περιπτώσεις είναι γνωστές από επιγραφικά κείμενα που διασώζουν τιμητικά ψηφίσματα της εκκλησίας για άρχοντες που ενήργησαν με τον τρόπο αυτό. 
[3] Αθηναίων Πολιτεία, 48, 2. 
[4] «Γράψαντες εν σανίδι» αναφέρει ο Αριστοτέλης. Σανίδες ήταν ξύλινοι στους οποίους συνήθιζαν να γράφουν, και ενδεχομένως, δεν διέφεραν, ή διέφεραν ελάχιστα, από τα «λελευκωμένα γραμματεία» που συναντάμε συχνότερα στα κείμενα, τους πίνακες δηλαδή με το λευκό επίχρισμα (λευκές πινακίδες). 
[5] Αθηναίων Πολιτεία, 47, 1 και 49, 5: Συνδιοικεῖ δε και ταῖς ἄλλαις ἀρχαῖς τά πλεῖστα
[6] Αθηναίων Πολιτεία, 48, 3: [κ]ληροῦσι δε καί λογιστάς ἐξ αὐτῶν οἱ βουλευταί δέκα, τους λογιουμένους τ[αῖς ἀ]ρχαῖς κατά την πρυτανείαν ἑκάστην. 
[7] Αθηναίων Πολιτεία, 54, 2: καί λογιστάς δέκα καί συνηγόρους τούτοις δέκα, πρός οὕς ἅπαντας ἀνάγκη τούς τάς ἀρχάς ἄρξ[αντ]ας λόγον ἀπενεγκεῖν. Μεταξύ των δύο αυτών διαφορετικών τύπων λογιστών υπήρξε σύγχυση σε πολλούς συγγραφείς. Βλ. πιο κάτω 5° κεφάλ., παρ. 7. 
[8] Πολυδεύκης, 8, 99, 1-3: δύο δ’ ἦσαν, ὁ μέν ταῆς βουλῆς ὁ δέ τῆς διοικήσεως. λογισταί. καί τούτους ἡ βουλή κληροῖ κατ’ ἀρχήν ὡς παρακολουθεῖν τοῖς διοικοῦσιν. 
[9] Η Αθηναίων Πολιτεία (48, 3) άλλωστε χρησιμοποιεί τον όρο «λογιουμένους», που σημαίνει ότι οι άρχοντες έδιναν «λόγο» και «λόγο» έδιναν όσοι διαχειρίζονταν χρήματα (βλ. περισσότερα στο επόμενο 5° κεφάλαιο της παρούσας μελέτης). 
[10] Περίπτωση καταδίκης σε θάνατο εν ενεργεία αξιωματούχων αναφέρει ο Ισαίος στο λόγο του Περί του Νικοστράτου κλήρου (4). Πρόκειται για ολόκληρη την αρχή των Ένδεκα που δωροδοκήθηκε και άφησε κάποιους επικίνδυνους κακοποιούς, καταδικασμένους σε θάνατο, να δραπετεύσουν. Ο Ισαίος αναφέρει παρεμπιπτόντως το περιστατικό αυτό -που δεν μνημονεύεται πάντως σε καμμιά άλλη πηγή- διότι ο Χαριάδης που διεκδικούσε στον πιο πάνω λόγο την κληρονομιά του Νικοστράτου, ήταν ένας από εκείνους τους κακοποιούς που είχαν δραπετεύσει από τη φυλακή. (28: Οὖτος γάρ, ὅτ’ ἐπεδήμει ἐνθάδε, πρῶτον μέν εἰς τό δεσμωτήριον ὡς κλέπτης ὤν ἐπ' αὐτοφώρῳ ἀπήχθη, τότε δέ ἀφεθείς μεθ’ ἑτέρων τινῶν ὑπό ταῶν ἕνδεκα, οὕς δημοσίᾳ ἅπαντας ὑμεῖς ἀπεκτείνατε, πάλιν ἀπογραφείς εἰς τήν βουλήν κακουργῶν, ὑποχωρῶν ᾤχετο και οὐχ ὑπήκουσεν).
Καταδίκη σε θάνατο δέκα Ελληνσταμιών λόγω κατάχρησης τον 5° π.Χ. αι. είναι γνωστή από τον Αντιφώντα (Περί του Ηρώδου φόνου (5). Στον πιο πάνω λόγο, ο Ευξίθεος, απολογούμενος στην Ηλιαία για το φόνο του Ηρώδη υποστήριξε ότι επρόκειτο για δικαστική πλάνη και ανέφερε ορισμένες άλλες παρεμφερείς περιπτώσεις, όπως αυτή των δέκα Ελληνοταμιών που, όπως τελικά αποδείχθηκε, καταδικάσθηκαν άδικα σε θάνατο. Η αλήθεια έγινε γνωστή πριν εκτελεσθεί ο τελευταίος, ο Σωσίας, ο οποίος και σώθηκε. (69- 70: Τοῦτο δέ περί χρημάτων αἰτίαν ποτέ σχόντες οὐκ οὖσαν, ὥσπερ ἐγώ νῦν, οἱ Ἑλληνοταμίαι οἱ ὑμέτεροι, ἐκεῖνοι μέν ἅπαντες ἀπέθανον ὀργῇ μάλλον ἤ γνώμῃ, πλήν ἑνός, τό δε πρᾶγμα ὕστερον καταφανές ἐγένετο. Τοῦ δ’ ἑνός τούτου - Σωσίαν ὄνομά φασιν αὐτῷ εἶναι -κατέγνωστο μέν ἤδη θάνατος, ἐτεθνήκει δέ οὕπω· καί ἐν τούτῳ ἐδηλώθη τῷ τρόπῳ ἀπωλώλει τά χρήματα, καί ὁ ἀνήρ ἀπήχθη ὑπό τοῦ δήμου τοῦ ὑμετέρου παραδεδομένος ἤδη τοῖς ἕνδεκα, οἱ δ’ ἄλλοι ἐτέθνασαν οὐδέν αἴτιοι ὄντες).  
[11] Αθηναίων Πολιτεία, 45, 2. Βλ. περισσότερα για το θέμα στην παράγρ. 4, β, i του παρόντος κεφαλαίου. 
[12] Λυςιας, Κατά Νικομάχου (30), 5: οὗτος ταῶν ἀρξάντων εὐθύνας οὐκ ἔδωκεν, ἀλλ' οἱ μέν ἄλλοι ταῆς αὐτῶν ἀρχῆς κατά πρυτανείαν λόγον ἀποφέρουσι
[13] Βλ. P.J. Rhodes, Commentary, ό.π., σελ. 560, (48, iii). Ο Αρβανιτοπουλος (Πε­ρί των Λογιστών, Συνηγόρων, Ευθύνων, Αθήνα 1900, σελ. 55) πιθανολογεί ότι οι λογιστές της Βουλής χρονολογούνται αμέσως μετά το 478/7 π.Χ., ημερομηνία που άρχισε η επιβολή των πρώτων φόρων στις συμμαχικές πόλεις (Α.Π. 23.5) και καθόσον η Βουλή είχε την ανώτατη εποπτεία των οικονομικών του κράτους προφανώς άρχισε να πραγματοποιεί και ελέγχους. 
[14] Βλ. πιο κάτω στο 5° κεφ. της παρούσας μελέτης. 
[15] Μ.Η. Hansen, Eisangelia, Odense University Press, Odense 1975, σελ. 41-44, D. MAcDowell, To δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, ό.π., σελ. 260, A.R.W. Harisson, The Law of Athens, II, ό.π., σελ. 59. 
[16] Αθηναίων Πολιτεία, 43, 4: προγράφουσι δέ καί τάς ἐκκλησίας οὗτοι μίαν μεν κυρίαν, ἐν ᾖ δεῖ τάς ἀρχάς ἐπιχειροτονεῖν εἰ δοκοῦσι καλῶς ἄρχειν. 
[17] Μ. I. Finley, «Athenian Demagogues», Past and Present, 12 (1962), σελ. 14, CH.
BARON, «La candidature politique chez les Athcniens», REG 14 (1901), σελ. 394-396. 
[18] Αθηναίων Πολιτεία, 61,2: «ἐπιχειροτονία δ αὐτῶν ἐστι (δηλ. των στρατηγών τους οποίους αναφέρεται) κατά την πρυτανείαν ἑκάστην, εἰ δοκοῦσιν καλῶς ἄρχειν· κἄν τινα ἀποχειροτονήσωσιν, κρίνουσιν ἐν τῷ δικαστηρίῳ, κἄν μέν ἁλῷ, τιμῶσιν ὅ τι χρή παθεῖν ἤ ἀποτεῖσαι, ἄν δἀποφύγῃ, πάλι[ν] ἄρχει
Και στη συνέχεια στο 61,4: «χειροτονοῦσι δε καί ἱππάρχους δύο ἐξ ἁπάντων· οὗτοι δ’ ἡγοῦνται ταῶν ἱππέων, διελόμ[ενοι] τάς φυλάς  ἑκάτερος· κύριοι δέ των αὐτῶν εἰσιν ὧνπερ οἱ στρατηγοί κατά τών ὀπλιτῶν, ἐπιχειροτονία δέ γίγνεται <καί> τούτων».  
[19] Ο J.H. LIPSIUS (Das attisclie Recht und Rcchtsverfahren, II, Leipzig 1908, σελ. 5-8), επειδή ακριβώς η αποχειροτονία οδηγούσε στην περαιτέρω διερεύνηση της υπο θέσεως από το δικαστήριο, υποστήριξε ότι η αποχειροτονία ήταν ειδική μορφή ευθυνών. Ο Harrison (Law, ό.π., σελ. 59, «The procedure was in effect an eisangelia») και o Han­sen (Eisangelia, ό.π., σελ. 42 ) δα' δέχονται ότι Οα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ευθύνη. 
[20] Δημοςθενης, Κατά Θεοκρίνου (58), 27: έπείσθηθ’ ὑμεῖς καί πάλιν ἀπέδοτε τούς στεφάνους αὐτοῖς. Στην περίπτωση αυτήν οι εμπλεκόμενοι αξιωματούχοι ήταν θεσμοθέτες. Βλ. πιο κάτω υποσ. 180. 
[21] Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, ό.π., σελ. 260. 
[22] Μ.Η. HANSEN, The Athenian Democracy in the Age of Demosthenes, ό.π., σελ. 221 και Ιδιου, Eisangelia, ό.π., σελ. 42. Για την εισαγγελία βλ. αναλυτικότερα στην πα- ράγρ. 4. β. ii του παρόντος κεφαλαίου. 
[23] Για τις διαδικασίες αυτές βλ. αναλυτικά στην παράγρ. 4. β. iii του παρόντος κεφαλαίου. 
[24] ΔημοςθενΗς, Κατά Θεοκρίνου (58), 27. Βλ. και υποσημ. 180. 
[25] A. Andrewes, «The Arginousai trial», Phoenix 28 (1974), σελ. 112-122, Γ.ΜΑΡΙΔΑΚΗΣ, Ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου Αθηναίων δίκη των εν Αργινούσαις νικητών (306 π.Χ.), Αθήνα 1975. Βλέπε και MacDowELL, Το Δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, ό.π., σελ. 287-291, Σ. Στεφανοπουλος, Ελλήνων Θέσμια, ό.π., σελ. 64 2 επ. 
[26] Διόδωρος, 12. 45. 4, Πλούταρχος, Περικλής, 31 επ. 
[27] Βλ. τις πιο πρόσφατες μελέτες για το το θέμα, που περιέχουν και όλη τ ότερη βιβλιογραφία: J. Tolbert Roberts, Accountability in Athenian Govern University of Wisconsin Press, 1981, σελ. 59 επ. E. M. Carawan, «Eisangeli; thyna: the Trials of Miltiades, Themistocles, and Cimon», GRBS 28 (1987), 208, ιδ. 177 επ. Βλ. και F.J. Frost, «Pericles and Dracontides», JHS 84 (1964) 72 και Ιδιου, «Pericles, Thucydides, son of Melesias, and Athenian Politics b War», Historia 13 (1964), σελ. 385-399. 
[28] H. Swoboda, «Uber den Prozess des Perikles», Hermes 28 (1893), σελ. ιδ. σελ. 573-75, Hansen, Eisangelia, ό.π., 71-73. 
[29] Περικλής, 35, 3-4: Ἐκπλεύσας δοὖν ὁ Περικλής οὔτ ἄλλο τι δοκεῖ ταῆς παρασκευής ἄξιον δρᾶσαι, πολιορκήσας τε τήν ἱεράν Ἐπίδαυρον ἐλπίδα παρασχοῦσαν ὡς ἁλωσομένην, ἀπέτυχε διά την νόσον, ἐπιγενομένη γάρ οὐκ αὐτούς μόνον, ἀλλά καί τούς ὁπωσοῦν τῇ στρατιᾷ συμμείξαντας προσδιέφθειρεν. ἐκ τούτου χαλεπῶς διακειμένους τούς Ἀθηναίους πρός αὐτόν ἐπειρᾶτο παρηγορεῖν καί ἀναθαρρύνειν. οὐ μήν παρέλυσε τῆς ὀργῆς οὐδέ μετέπεισε πρότερον, ἤ τάς ψήφους λαμβάνοντας ἐπ αὐτόν εἰς τάς χεῖρας καί γενομένους κυρίους ἀφελέσθαι τήν στρατηγίαν καί ζημιῶσαι χρήμασιν, ὧν αριθμόν οἱ τόν ἐλάχιστον πεντεκαίδεκα τάλαντα, πεντήκοντα δ οἱ τόν πλεϊστον γράφουσιν. ἐπεγράφη δέ τῇ δίκῃ κατήγορος, ὡς μέν Ἰδομενεύς λέγει, Κλέων, ὡς δε Θεόφραστος, Σιμμίας· ό δέ Ποντικός Ἡρακλείδης Λακρατείδην εἴρηκε. 
[30] Δημοςθενης, Προς Τιμόθεον (49), 9-10: Επειδή δέ ἀπεχειροτονήθη μέν ὑφὑμῶν στρατηγός διά τό μή περιπλεῦσαι Πελοπόννησον, ἐπί κρίσει δέ παρεδέδοτο εἰς τόν δῆμον αἰτίας ταῆς μεγίστης τυχών, ἐφειστήκει δέ αὐτῷ Καλλίστρατος καί Ἰφικράτης, τῷ τε πράττειν καί εἰπεῖν δυνάμενοι, οὕτω δέ διέθεσαν ὑμᾶς κατηγοροῦντες τούτου αὐτοί τε καί οἱ συναγορεύοντες αὐτοῖς, ὥστε Ἀντίμαχον μέν ταμίαν ὄντα καί πιστότατα διακείμενον τούτῳ κρίναντες έν τῷ δήμῳ ἀπεκτείνατε καί τήν οὐσίαν αὐτοῦ ἐδημεύσατε, αὐτόν δέ τοῦτον ἐξαιτουμένων τῶν ἐπιτηδείων καί οἰκείων αὐτοῦ ἁπάντων, ἔτι δέ καί Ἀλκέτου καί Ἰάσονος, συμμάχων ὄντων ὑμῖν, μόλις μέν ἐπείσθητε ἀφεῖναι, στρατηγοῦντα δέ αὐτόν ἐπαύσατε. 
[31] Δημοςθενης, Προς Πολυκλέα. (50), 12: καί γάρ μισθόν οὐδένα λαβών παρά τοῦ στρατηγοῦ ὀκτώ μηνῶν, κατέπλευσα τούς πρέσβεις ἄγων διά τό ἄριστά μοι πλεῖν τήν ναῦν, καί ἐνθένδε πάλιν, προσταχθέν μοι ὑπό τοῦ δήμου Μένωνα τόν στρατηγόν ἄγειν εἰς Ἑλλήσποντον ἀντΐ Αὐτοκλέους ἀποχειροτονηθέντος, ᾠχόμην άναγόμενος διά τάχους
[32] ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, Κατά Αριστοκράτους (23), 167-168: καί γράφει δή τάς συνθήκας ταύτας τάς πρός Κηφισόδοτον, ἐφ' αἷς ὑμεῖς οὕτως ἠγανακτήσατε καί χαλεπῶς ἠνέγκατε, ὥστἀπεχειροτονήσατε μέν τόν στρατηγόν, πέντε ταλάντοις δἐζημιώσατε, τρεῖς δέ μόναι ψῆφοι διήνεγκαν τό μή θανάτου τιμῆσαι. καίτοι πηλίκην τινά χρή νομίζειν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ταύτην [τήν] ἀλογίαν, ὅταν τις ἴδῃ διά τάς αὐτάς πράξεις τόν μέν ὡς ἀδικοῦντα κολασθέντα πικρῶς οὕτως, τόν δὡς εὐεργέτην ἔτι καί νῦν τιμώμενον; ὅτι τοίνυν ταῦτἀληθῆ λέγω, ταῶν μέν τῷ στρατηγῷ συμβάντων δήπου μάρτυρες ὑμεῖς ἐστέ μοι· καί γάρ ἐκρίνεθὑμεῖς καί ἀπεχειροτονεῖτε καί ὠργίζεσθε, καί πάντα ταῦτα σύνισθὑμεῖς·
Ακόμη βλ. ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΙΙερί της παραπρεσβείας (19), 180. 
[33] Hansen, Eisangelia, ό.π., σελ. 42 επ
[34] ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, Κατά Θεοκρίνου (58), 27-28: οὐ διά μέν τήν τούτου πονηρίαν ἀδελφός αὐτοῦ θεσμοθετῶν καί τούτῳ χρώμενος συμβούλῳ τοιοῦτος ἔδοξε παρὑμῖν ἄνθρωπος εἶναι, ὥστε οὐ μόνον αὐτός ἀπεχειροτονήθη τῶν ἐπιχειροτονιῶν οὐσῶν, ἀλλά καί τήν ἀρχήν ἅπασαν ἐποίησεν; καί εἰ μή δεομένων αὐτῶν καί ἱκετευόντων, καί λεγόντων ὡς οὐκέτι πρόσεισιν Θεοκρίνης πρός τήν ἀρχήν, ἐπείσθθὑμεῖς καί πάλιν ἀπέδοτε τούς στεφάνους αὐτοῖς, πάντων ἄν αἴσχιστα οἱ συνάρχοντες ἐπεπόνθεσαν; καί τούτων οὐδέν με δεῖ μάρτυρας ὑμῖν παρασχέσθαι· πάντες γάρ ἴστε τούς ἐπί Λυκίσκου ἄρχοντος θεσμοθέτας ἀποχειροτονηθέντας ἐν τῷ δήμῳ διά τοῦτον
[35] Κατά Φιλοκλέους (3), 12, 16. 
[36] Επιστολαί, Γ΄, 31. 
[37] Πρόκειται για μια επιγραφή (Αρχαιολ. Εφημιφίς 1918, αρ. 97, 8-10) του 323/2 π.Χ. που αναφέρεται στους κοσμητές του προηγουμένου έτους 324/3 π.Χ. Βλ. σχετικά J. A GOLDSTEIN, The letters of Demosthenes, Ν. Υόρκη 1968, σελ. 276 επ. 
[38] Αντιφών, Περί του χορευτού (6), 44. 
[39] Βλ. S. Todd, The Shape of Athenian Law, σελ. 105 επ. Επίσης, R.G. Osborne, «Law in Action in Classical Athens», JHS 105 (1985), σελ. 40-58, J.H. Lipsius, Das At- lisclie Rccht, ό.π., σελ. 401-2. 
[40] Κατά Αριστοκράτους (23) 80. D. MacDoWEl.i,, Athenian Homicide Law, Man­chester 1963, σελ. 133. 
[41] U.E. Paoli, «Αττική Δίκη», NNDI 13 (1966), σελ. 1089. 
[42] Βλ. σχετικές αναφορές και στο κεφ. 6°, παρ. 4 της παρούσας μελέτης. Επίσης Αθηναίων Πολιτεία, 48, 4-5: εὔθυναν ἄν τα’ ἰδίαν ἄν τε δ[η]μο[σί]α[ν]. 
[43] Βλ. την πολύ ωραία ανάλυση της έννοιας των όρων «δημόσιο - ιδιωτικό» που κάνει ο D. Cohen στο βιβλίο του Νόμος, σεξουαλικότητα και κοινωνία - Η επιβολή της ηθικής στην κλασική Αθήνα, (Law, sexuality and Society - The enforcement of morals in classical Athens, Cambridge University Press, 1991), μετάφρ. Π. Πασχίδη, εκδ. Ιστορη- τής/Κάτοπτρο, Αθήνα 1999, σελ. 99-130, ιδίως 104 και 108. Για το ίδιο θέμα βλ. και Μ.II. Hansen. Polis et Cite-etat, (Polis and City-State), μετάφρ. στη γαλλική Al. Hasnaoui, Belles Lettres, Paris 2001, σελ. 128-135 
[44] Ο λόγος αυτός του Δημοσθένη (21) είναι μοναδικός από δικανική άποψη γιατί αποτελεί το μόνο κείμενο από το οποίο αντλούμε πληροφορίες για τη διαδικασία των  προβολών για ασέβεια κατά τη διοργάνωση μεγάλων θρησκευτικών εορτών. Με την προβολή (βλ. πιο κάτω στην παρούσα παράγραφο, β, iii) ο καταγγέλλων ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου ορισμένα αδικήματα σε βάρος του Δημοσίου (κατάχρηση δημοσίου χρήματος, κατάχρηση εξουσίας, συκοφαντία, εξαπάτηση του δήμου για έκδοση  καταδικαστικής απόφασης εναντίον αθώων, ασέβεια κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών) προσδοκούσε μια καταδικαστική απόφαση για τον καταγγελλόμενο, ώστε να την χρησιμοποιήσει εναντίον του σε μελλοντική δίωξη στο δικαστήριο για να ενισχύσει τους ισχυρισμούς του. Στην υπόθεση αυτή του Δημοσθένη η απόφαση της Εκκλησίας του Δήμου υπήρξε καταδικαστική για το Μειδία (καταχειροτονία), αλλά ο Δημοσθένης εγκατέλειψε τελικά τη δίωξή του και ο πιο πάνω λόγος δεν εκφωνήθηκε ποτέ, αλλά βρέθηκε μετά το θάνατο του ρήτορα και δημοσιεύθηκε πιθανότατα από κάποιο φίλο του. Εισαγωγή και ερμηνευτικές σημειώσεις της Γ. Ξανθακη-Καραμανου στον Κατά  Μειδίου λόγο του Δημοσθένους, Ακαδημία Αθηνών (Βιβλιοθήκη Ελλήνων συγγραφέων), Αθήνα 1984. 
[45] D. COHEN, Νόμος, σεξουαλικότητα και κοινωνία, ό.π., σελ. 131 επ. 
[46] Λυςιας, Υπέρ του Ερατοσθένους φόνου απολογία (1), 47-48 : Ἐγώ μέν οὖν ἄνδρες, οὐκ ἰδίαν ὑπέρ ἐμαυτοῦ νομίζω ταύτην γενέσθαι τήν τιμωρίαν, ἀλλ’ ὑπέρ τῆς πόλεως ἁπάσης· οἱ γάρ τά τοιαῦτα πράττοντες, ὁρῶντες οἷα τά ἆθλα πρό τῶν τοιούτων ἁμαρτημάτων, ἧττον εἰς τούς ἄλλους ἐξαμαρτήσονται, ἐάν και ὑμᾶς ὁρῶσι την αὐτήν γνώμην ἔχοντας.
Δεν μποροῦμε βέβαια στην περίπτωση αυτή να αγνοήσουμε το γεγονός ότι ο Ερατοσθένης δεν υπήρξε μόνον εραστής της γυναίκας του Ευφίλητου, αλλά και μέλος του ολιγαρχικού καθεστώτος των Τριάκοντα και αυτό ενδεχομένως έπαιξε κάποιο ρόλο στην όλη υπόθεση.  
[47] ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, Περί του στεφάνου (18), 111-112: τοσούτου γάρ δέω λέγειν ὡς
οὐκ εἰμί ὑπεύθυνος, ὁ νῦν οὗτος διέβαλλε καί διωρίζετο, ὥσθ’ ἅπαντα τόν βίον
ὑπεύθυνος εἶναι ὀμολογῶ ὧν ἤ διακεχείρικ’ ἤ πεπολίτευμαι παρ’ ὑμῖν. ἦν μέντοι γ’
ἐκ τῆς ἰδίας οὐσίας ἐπαγγειλάμενος δέδωκα τῷ δήμῳ, οὐδεμίαν ἡμέραν ὑπεύθυνος
εἶναί φημι (ἀκούεις Αἰσχίνη;) οὐδ’ ἄλλον οὐδένα, οὐδ’ ἄν τῶν ἐννέ’ ἀρχόντων τις
ὤν τύχῃ. τίς γάρ ἐστι νόμος τοσαύτης ἀδικίας καί μισανθρωπίας μεστός ὥστε τόν
δόντα τι τῶν ἰδίων καί ποιήσαντα πρᾶγμα φιλάνθρωπον καί φιλόδωρον τῆς χάριτος
μέν ἀποστερεῖν, εἰς τούς συκοφάντας δ’ ἄγειν, καί τούτους ἐπί τάς εὐθύνας ὧν ἔδωκεν
ἐφιστάναι;
Βλ. επίσης πιο κάτω κεφ. 5ο, παρ. 11 της παρούσας μελέτης 
[48] D. COHEN, Νόμος, σεξουαλικότητα και κοινωνία, ό.π., σελ. 130. 
[49] Οι αρχές σε ευρεία έννοια δεχόμαστε ότι περιλάμβαναν και αυτούς που βαναν δημόσια καθήκοντα στην πόλη, σύμφωνα με το πνεύμα των σχετικών κειμένων. Βλ. Δημοσθένη, Κατά Αριστοκράτους ( 23), 62: Ὅς ἄν ἄρχων ἤ ἰδιώτης. Επίσης IG II2 1629, A 233-246: ἐάν δέ τις μή ποήσει, οἷς | ἕκαστα προστέτακται ἤ ἄρχων ἤ ἰδιώτης, κατά τόδε | τό ψήφισμα, ὀφειλέτω ὁ μή | ποήσας μυρίας δραχμάς | ἱεράς τῆι Ἀθηνᾶι, καί ὁ εὔ | θυνος καί οἱ πάρεδροι ἐ | πάναγκες αὐτῶν καταγιγνωσκόντων ἤ αὐτοί ὀφει | λόντων. τήν δέ βουλήν τούς Γ°Ι ἐπιμελεῖσθαι τοῦ ἀπο | στόλου κολάζουσαν τους | ἀτακτοῦντας ταῶν τριη | ράρχων κατά τους νόμους. 
[50] Βλ. κεφ. 1ο της παρούσας μελέτης .
[51] Βλ. αναλυτικότερα στην επόμενη ενότητα ii.
[52] Αθηναίων Πολιτεία, 45, 2: ἔξεστι δέ καί τοῖς ἰδιώταις εἰσαγγέλλειν... 
[53] Αντιφων, Περί του χορευτού (6). Ο λόγος είναι γραμμένος περί το 412 π.Χ. μετά τη σικελική καταστροφή και πρίν από τη διακυβέρνηση των Τετρακοσίων. Το ιστορικό αυτής της δίκης είχε ως εξής: ένας πλούσιος Αθηναίος είχε αναλάβει χορηγός της παρά­στασης του έργου του ποιητού Παντακλέους, που θα δινόταν στη γιορτή των Θαργηλίων. Κατά την εξάσκηση όμως των χορευτών της παράστασης, που γινόταν στο σπίτι του, συνέβη ένα ατύχημα και πέθανε ένας από τους χορευτές. Οι συγγενείς κατηγόρησαν το χορηγό ως υπεύθυνο για το θάνατο του νέου και ο χορηγός εισάγεται σε δίκη, στην οποία απολογείται μ’ αυτόν το λόγο του Αντκρώντα. Ο κατηγορούμενος χορηγός μεταξύ άλλων επιχειρημάτων προβάλλει και το επιχείρημα ότι τα ελατήρια της κατηγορίας ήταν πολι­τικά (παράγρ. 33) και αναφέρει ότι, πριν να συμβεί το πιο πάνω περιστατικό του θανάτου του χορευτού, είχε καταγγείλει (το 420/19 π.Χ.) για κατάχρηση δημοσίου χρήματος τρεις αξιωματούχους της Αθήνας, τον Αριστίωνα, το Φιλίνο και τον Αμπελίνο καθώς και τον υπογραμματέα των θεσμοθετών με τη διαδικασία της εισαγγελίας στη Βουλή (παράγρ. 35: Κατηγορήσειν έμελλον Άριστίωνος καί Φιλίνου καί Άμπελίνου καί τοΰ ύπογραμματέως των θεσμοθετών, μεθ' οΰπερ συνέκλεπτον, περί ών εισήγγειλα είς τήν βουλήν). Οι τρεις αξιωματούχοι εποιφελήθηκαν της ευκαιρίας του ατυχήματος του χορευτού και πλήρωσαν τους συγγενείς του θύματος για να τον κατηγορήσουν για φόνο στον άρχοντα-βασιλέα, ελπίζοντας ότι έτσι θα γλίτωναν και οι ίδιοι, εφόσον 0α του πε­ριορίζονταν τα πολιτικά δικαιώματα (παράγρ. 36) και δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει την κατηγορία εναντίον τους. Ο άρχων-βασιλεύς λόγω δικονομικών προθεσμιών δεν μπορούσε να δεχθεί τη μήνυσή τους -τους τρεις τελευταίους μήνες του έτους δεν μπο­ρούσαν να καταγγελθούν ανθρωποκτονίες (παράγρ. 38, 42. Βλ. και στο παρόν κεφάλαιο, παράγρ. 4 α)- και έτσι ο χορηγός παρέμεινε ελεύθερος. 
[54] Ο ίδιος χορηγός υπέβαλε μια δεύτερη καταγγελία, όταν εκτελούσε χρέη πρυτάνεως κατά την πρώτη πρυτανεία. Υπέπεσε στην αντίληψή του ότι κάποιοι άλλοι αξιωματούχοι, οι ποριστές, πωλητές και πράκτορες μαζί και με τους υπογραμματν.ίς τους, έκαναν φοβερές παρανομίες (παράγρ. 49-50: ὅτι πρυτανεύων πυθόμενος αὐτούς δεινά καί σχέτλια ἐργάζεσθαι εἰσῆγον εἰς τήν βουλήν). Οι νέοι αντίδικοί του για να γλιτώσουν κατέφυγαν στο ίδιο μέσο εξοντώσεως του κατηγόρου τους, που μεταχειρίστηκαν και οι παλαιοί, την κατηγορία για το φόνο του χορευτού. Τη δεύτερη αυτή φορά η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο και κατά την εκδίκασή της εκφωνήθηκε από το χορηγό ο λόγος αυτός του Αντιφώντα. 
[55] Ο Hansen δεν αποκλείει την περίπτωση να ήταν εισαγγελία στη Βουλή και η δεύ­τερη αυτή καταγγελία από το βουλευτή (Βλ. τον αρ. 134 του καταλόγου των εισαγγελιών στη Βουλή, Eisangelia, ό.π., σελ. 112). 
[56]Η. Μ. HANSEN, Eisangelia, ό.π., σελ. 21-28, D. MacDoWELL, Το δίκαιο της Αθή­νας των κλασικών χρόνων, ό.π., σελ. 261, A.R.W. Harisson, The law of Athens, II, σελ. 50-59, P. J. Rhodes The Athenian Boule, ό.π., σελ.162-171 και Ιλίου, Commentary, ό.π., σελ. 541, 589, 615. 
[57] Αρποκρατίων, λ. Εἰσαγγελία: δημοσίας τινός δίκης ὄνομά ἐστι, τρία δ’ ἐστίν εἴδη εἰσαγγελιῶν. ἡ μέν γάρ ἐπί δημοσίοις ἀδικήμασι μεγίστοις καί ἀναβολήν μή ἐπιδεχομένοις, καί ἐφ’ οἷς μήτε ἀρχή καθέστηκε μήτε νόμοι κεῖνται τοῖς ἄρχουσι καθ’ οὕς εἰσάξουσιν, ἀλλά πρός τήν βουλήν ἤ τόν δῆμον ἡ πρώτη κατάστασις γί­νεται, καί ἐφ’ οἷς τῷ μέν φεύγοντι, ἐάν ἁλῷ, μέγισται ζημίαι ἐπίκεινται, ὁ δέ διώκων, ἐάν μή ἕλῃ, οὐδεν ζημιοῦται, πλήν ἐάν τό ε μέρος ταῶν ψήφων μή μεταλάβῃ· τότε γάρ χιλίας ἐκτίνει· τό δέ παλαιόν καί οὗτοι μειζόνως ἐκολάζοντο. ἑτέρα δέ εἰσαγγελία λέγεται ἐπί ταῖς κακώσεσιν· αὗται δ’ εἰσί πρός τόν ἄρχοντα, καί τῷ διώκοντι ἀζήμιοι, κἄν μή μεταλάβῃ τό ε μέρος τῶν ψήφων. ἄλλη δέ εἰσαγγελία ἐστί κατά τών διαιτητῶν· εἰ γάρ τις ὑπό διαιτητοῦ ἀδικηθείη, ἐξῆν τοῦτον εἰσαγγέλλειν πρός τούς δικαστάς, καί ἁλούς ἠτιμοῦτο. Ίσαῖος μέντοι περί τοῦ Ἁγνίου κλήρου τό αὐτό πρᾶγμα εἰσαγγελίαν καί γραφήν ὠνόμασεν. 
[58] Αθηναίων Πολιτεία (8, 4). Η πιο πάνω άποψη περί της εισαγωγής του θεσμού της εισαγγελίας από το Σόλωνα απετέλεσε και την κρατούσα. Ο Hansen (Eisangelia, ό.π., σελ. 19) θεωρεί ότι ο θεσμός της εισαγγελίας ήταν ιδιαίτερα δημοκρατικός και πρέπει να εισήχθη από τον Κλεισθένη το 507 π.Χ. και ακόμη ότι οι εισαγγελίες δικάζονταν από την αρχή από την Εκκλησία του Δήμοι) ή τα Δικαστήρια και όχι από τον Άρειο Πάγο. 
[59] ΙΙαραθέτουμε το χωρίο του Υπερείδη θεωρώντας ότι είναι η κυριότερη ίσως πη­γή μας για τον εισαγγελτικό νόμο. Υπερειλης, Υπέρ Ευξενίππου (3), 7-8: ἀάν τις, φησί, τόν δῆμον τον Ἀθηναίων καταλύῃ· εἰκότως ὦ άνδρες δικασταί,· ἡ γάρ τοιαύτη αἰτία οὐ παραδέχεται σκῆψι[ν ο]ὐδεμίαν οὐδενός οὐδ’ ὑπωμοσίαν, ἀλλά τήν ταχίστην αὐτήν δεῖ εἶναι ἐν τῶι δικαστηρίωι· ἤ συνίηι ποι ἐπί καταλύσει τοῦ δήμου ἤ ἑταιρικόν συναγάγῃ, ἤ έάν τις πόλιν τινά προδῶι ἤ ναῦς ἤ πεζήν ἤ ναυτικήν στρατιάν, ἤ ρήτωρ ὤν μή λέγηι τά ἄριστα ταῶι δήμωι τῶι Ἀθηναίων χρήματα λαμβάνων... 
[60] Αθηναίων Πολιτεία., 45, 2: ἔξεστι δε καί τοῖς ἰδιώταις εἰσαγγέλλειν ἥν ἄν βούλονται τῶν ἀρχῶν μή χρῆσθαι τοῖς νόμοις.... 
[61] IG II2 1631, 398-401: εἶναι δέ καί εἰσαγγελίαν αὐτῶν εἰς τήν βουλήν καθάπερ ἐάν τις ἀδικεῖ περί τά ἐν τοῖς νεωρίοις. 
[62] Αθηναίων Πολιτεία, 43, 4: καί περί σίτου καί περί φυλακῆς ταῆς χώρας χρηματίζειν, καί τάς εἰσαγγελίας ἐν ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ τούς βουλομένους ποιεῖσθαι, καί τάς ἀπογραφάς τῶν δημευομένων ἀναγιγνώσκειν, καί τάς λήξεις τῶν κλήρων καί τῶν ἐπικλήρων ἀναγινώσκειν, ὅπως μηδένα λάθῃ μηδέν ἔρημον γενόμενον. 
[63] Βλ. Η.Μ. Hansen, Eisangelia, ό.π., σελ. 25-26. 
[64] Όπως συνέβη π.χ. με την περίπτωση του Εργοκλή (βλ. Λυσίας, κατά Εργοκλέους (28). 
[65] Είναι π.χ. η περίπτωση του Λεωκράτη (βλ. Λυκουργος, κατά Λεωκράτοικ (1). 
[66] Η διαδικασία αυτή δεν μας είναι γνωστή μόνο από ίο πιο κάτω χωρίο του Δημο­σθένη, αλλά και από μια επιγραφική μαρτυρία: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, Κατά Ευέργου και Μνησιβούλου Ψευδομαρτυριών (47), 42-43: γενομένης τοίνυν τής κρίσεως τω Θεοφήμω έν τή βουλή κατά την εισαγγελίαν ήν έγώ εϊσήγγειλα, καί άποδοθέντος λόγου έκατέρφ, καί κρύβδην διαψηφισαμένων των βουλευτών, έάλω έν τω βουλευτηρίω καί έδοξεν άδικεΐν. καί επειδή έν τω διαχειροτονεΐν ήν ή βουλή πότερα δικαστηρίω παραδονη ή ζημιώσειε ταΐς πεντακοσίαις, όσου ήν κυρία κατά τον νόμον    
Σύμφωνα με την επιγραφή (IG I3 110, 38-47 (= M&L 85) η Εκκλησία του Δήμου είχε ψηφίσει μετά από πρόταση του Εύδικου να εξετάσει η Βουλή στην επόμενή της συνεδρίαση στο βουλευτήριο, αν είναι ένοχοι εκείνοι που δωροδοκήθηκαν σε σχέση με το ψήφισμα που απένειμε την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη στον Απολλόδωρο και να τους επιβάλει πρόστιμο ή να παραπέμψει την υπόθεση στους δικαστές.
Βλ. και IG I3 105, 32 για το ύψος του προστίμου των πεντακοσίων δραχμών. 
[67] ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, Κατά Τιμοκράτους(24), 63: Τιμοκράτης εἶπεν ὁπόσοι Ἀθη­ναίων κατ' εἰσαγγελίαν ἐκ ταῆς βουλῆς ἤ νῦν εἰσιν ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ ἤ τό λοιπόν κατατεθῶσι, καί μή παραδοθῇ ἡ κατάγνωσις αὐτῶν τοῖς θεσμοθέταις ὑπό τοῦ γραμματέως τοῦ κατά πρυτανείαν κατά τόν εἰσαγγελτικόν νόμον. 
 [68] Αθηναίων Πολιτεία, 45, 2: κρίνει δέ τάς ἀρχάς ἡ βουλή τάς πλείστας, καί μάλισθ’ ὅσαι χρήματα διαχειρίζουσιν· οὐ κυρία δ’ ἡ κρίσις, ἀλλ’ ἐφέσιμος εἰς τό δικαστήριον. ἔξεστι δέ καί τοῖς ἰδιώταις εἰσαγγέλλειν ἥν ἄν βούλωνται ταῶν ἀρχῶν μή χρῆσθαι τοῖς νόμοις· ἔφεσις δέ καί τούτοις ἐστίν εἰς τό δικαστήριον, ἐάν αὐτῶν ἡ βουλή καταγνῷ. 
[69] Ε. Ruchenbusch, «Έφεσις. Ein Beitrag zur griechischen Rechtsterminologie», ZRG 78 (1961), σελ. 386-390. 
[70] Αθηναίων Πολιτεία, 53, 2: ἄν δ’ ὁ ἕτερος ἐφῇ ταῶν ἀντιδίκων εἰς τό δικαστήριον. 
[71] Αθηναίων Πολιτεία, 55, 2: καί πρότερον μέν οὐκ ἦρχεν ὅντ[ιν’] ἀποδοκιμάσειεν ἡ βουλή, νῦν δ’ ἔφεσίς ἐστιν εἰς τό δικαστήριον, καί τοῦτο κύριόν ἐστι ταῆς δοκιμ[α]σίας. Βλ. και Αθην. Πολ., 45, 3. 
[72] Athenian Boule σελ. 147 και Commentary, σελ. 541, 45.ii
[73] Βλ. πιο πάνω υποσ. 212. 
[74] Βλ. Hansen, Εισαγγελία, ό.κ., σελ. 24 καθώς και τα μεταγενέστερα άρθρα των δύο ιστορικών: P. J. Rhodes, «Eisangclia in Alliens», JHS 99 (1979), σελ. 103-114 και Hansen, «Eisangelia in Athens: A Reply [to Rhodes 1979]», JHS 100 (1980), σελ. 89- 95. 
[75] Κατά Ευέργον και Μνησιβούλου (47), 34: Γενομένου τοίνυν τοῦ ψηφίσματος τούτου ἐν τῇ βουλῇ, καί οὐδενός γραφομένου παρανόμων, ἀλλά κυρίου ὄντος. 
[76] Βλ. πιο πανω στο παρόν κεφαλαίο, παρ. 3 α i, σελ. 83. 
[77] Βλ. πιο κάτω κεφ. 5°, παρ. 9 της παρούσας μελέτης. 
[78] Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ελλήνων Θέσμια, ό.π. σελ. 528-530. Βλ. και σελ. 553 για τις αποφάσεις της Βουλής. 
[79] ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, Κατά Ευέργου και Μνησιβούλου Ψευδομαρτυριών (47), 43: καί ἐπειδή………δεόμενων τούτων ἁπάντων καί ἱκετευόντων καί τίνα οὐ προσπεμπόντων; καί τό διάγραμμα ταῶν σκευῶν ἀποδιδόντων εὐθύς ἐν τῇ βουλῇ, καί περί τῶν πληγῶν φασκόντων ἐπιτρέψειν ᾧ ἄν κελεύσω Ἀθηναίων, συνεχώρησα ὥστε τῷ Θεοφήμῳ πέντε και εἴκοσι δραχμῶν προστιμηθῆναι. 
[80] ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, Περί του στεφάνου της τριηραρχίας (51), 8-9: ὅτε γάρ τῇ ναυ­μαχίᾳ τῇ πρός Ἀλέξανδρον ἐνικήθητε, τότε ταῶν τριηράρχων τούς μεμισθωκότας τάς τριηραρχίας αίτιωτάτους τοΰ γεγενημένου νομίζοντες παρεδώκατ’ εις τό δεσμωτήριον (άλλοι εκδότες γράφουν «δικαστήριον» αντί «δεσμωτήριον». Νομίζουμε ότι «δι- καστήριον» είναι η ορθότερη γραφή, για τους λόγους που επικαλείται ο HANSEN, Eisangelia, σελ. 118 σημ. 2) καταχειροτονήσαντες προδεδωκέναι τάς ναῦς καί λελοι­πέναι τήν τάξιν. καί κατηγορεῖ μέν Ἀριστοφών, ἐδικάζετε δ’ ὑμεῖς· εἰ δέ μή μετριωτέραν ἔσχετε τήν ὀργήν τής ἐκείνων πονηρίας, οὐδέν αὐτούς ἐκώλυε τεθνάναι. ταὐτά τοίνυν εἰδότες οὗτοι πεπραγμέν’ αὐτοῖς καί ἐκείνοις, οὐχί φρίττουσιν ἐν ὑμῖν ὑπέρ ὧν προσήκει παθεῖν αὐτούς, ἀλλά δημηγοροῦσι κατ’ ἄλλων καί στεφανοῦν κελεύουσιν αὐτούς. καίτοι σκέψασθε τίν’ ἄν ποτε δόξαιτε βεβουλεῦσθαι τρόπον, εἰ διά τήν αὐτήν πρόφασιν τούς μέν θανάτου κρίναντες, τούς δέ στεφανώσαντες φανείητε. 
[81] Ο Αριστοφών ο Αζηνιεύς ήταν αρχηγός κόμματος και λέγεται ότι κατηγορήθηκε 75 φορές για διάφορες παρανομίες. Είναι προφανές ότι ο θεσμός της εισαγγελίας, όπως και αυτός της γραφής παρανόμων, κατέληξαν στο τέλος να είναι τα όπλα που χρησιμο­ποιούσαν οι Αθηναίοι για την εξόντωση των πολιτικών τους αντιπάλων. 
[82] Βλ. L. ROSSETTI, «Le magistralure nell’Alene Classica», L'Educazione Giuridica, IV, tom. I, Univcrsita degli studi di Perugia, Perugia 1981, σελ. 3-42. 
[83] Μ. Η Hansen, Eisangelia, ό.π., σελ. 66 επ
[84] Μ. Η Hansen, Eisangelia, ό.π., σελ. 59. 
[85] Βλ. Η. Μ. Hansen, Eisangelia, ό.π., σελ. 39-40, 43, D. Mac Doweix, Το Δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, ό.π., σελ. 292-295, R. Wallace, The Areopagus Council, to 307 BC, ό.π., σελ. 113-119. 
[86] ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, Περί του στεφάνου (18), 133: καί εἰ μή ἡ βουλή ἡ ἐξ Ἀρείου πάγου τό πρᾶγμαἰσθομένη και τήν ὑμετέραν ἄγνοιαν ἐν οὐ δέοντι συμβεβηκυῖαν ἰδοῦσα ἐπεζήτησε τόν ἄνθρωπον καί συλλαβοῦσἐπανήγαγεν ὡς ὑμᾶς, ἐξήρπαστἄν ὁ τοιοῦτος καί τό δίκην δοῦναι διαδύς ἐξεπέπεμπτἄν ὑπό τοῦ σεμνολόγου τουτουί. 
[87] ΔΕΙΝΑΡΧΟΣ, Κατά Δημοσθένους (1), Κατ’ Αριστογείτονος (2), Κατά Φιλοκλέους (3), ΥΠΕΡΕΙΛΗΣ, Κατά Δημοσθένους υπέρ των Αρπαλείων (1). 
[88] Σ. Στεφανοπουλος, Ελλήνων Θέσμια, ό.π. 645-647. 
[89] ΞΕΝΟΦΩΝ, Ελληνικά, Α, 7, 35. 
[90] Αθηναίων Πολιτεία, 43, 5. 
[91] Βλ. πιο πάνω υποσημ. 190, Δημοςθενης, Κατά Μειδίου, 8-10