Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Η φιλοσοφική σκέψη στον Δυτικό Μεσαίωνα - Γιατί η Αναγέννηση έγινε στην Δύση

Εισαγωγή

 Ένας από τους γνωστούς “εθνικούς” μας μύθους, διαδεδομένος στην κοινότητα των Νεο-ρωμιών, είναι ότι η Αναγέννηση προήλθε από τους Βυζαντινούς λόγιους, οι οποίοι με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης πήγαν στην Δύση και εκεί τους “δώσαμε” τα φώτα του πολιτισμού που εδώ τα είχαμε σε αφθονία.

Εδώ θα δούμε την δημιουργία-εξέλιξη της φιλοσοφίας στην Δύση, καθώς και τις επιρροές που είχε, για να καταλάβουμε τι είναι αυτό που διαφοροποίησε τελικά την Δύση με την Ανατολή, γιατί και πως έγινε η Αναγέννηση εκεί που έγινε και όχι κάπου αλλού, όπως ας πούμε στο Βυζάντιο ή στο Ισλάμ.

Το παρόν δεν είναι πλήρης εξιστόρηση όλων των φιλοσοφικών ρευμάτων και θέσεων, παρά επιλογή κάποιων χαρακτηριστικών στοιχείων για να καταλάβουμε ποια ήταν η διαφορά στην Ευρώπη σε σχέση με το Βυζάντιο, που υποτίθεται μας είναι πιο γνωστό, κυρίως επιλεκτικοί σε αυτά που οδήγησαν στην εξέλιξη, δηλαδή την Αναγέννηση, για να καταλάβουμε καλύτερα, γιατί αυτή δεν μπορούσε να γίνει στο Βυζάντιο.

“Αναγέννηση” σημαίνει ότι ξαναγεννιέται κάτι που πέθανε. Αυτό που πέθανε ήταν η ελευθερία, και κυρίως η ελευθερία έκφρασης του ανθρώπου. Δηλαδή το να τολμά, το ανθρώπινο πνεύμα, χωρίς εσωτερικές ή εξωτερικές αναστολές, να σκέπτεται, να εκφράζεται και να διαλέγεται ελεύθερα. Αυτό είχε χαθεί με τον Μεσαίωνα σε Ανατολή και Δύση, και αυτό επιτεύχθηκε με την Αναγέννηση στην Δύση και φαίνεται από την φιλοσοφική σκέψη και την τέχνη, την στιγμή που η Ανατολή έμπαινε συνειδητά βαθύτερα σε αυτόν.

Ο Πρώιμος Μεσαίωνας 

 Ας δούμε τι συνέβαινε στην Δύση την περίοδο από τον 5-6ο αιώνα, δηλαδή την εποχή του Ιουστινιανού και μέχρι τον 8ο αιώνα, δηλαδή την εποχή του Καρλομάγνου. Η εποχή από τον Θεοδόσιο ως τον Ιουστινιανό, έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό: Την απαγόρευση της αρχαίας λατρείας και όλων των άλλων θρησκευτικών πεποιθήσεων, ακόμα και των διαφορετικών εκφράσεων του Χριστιανισμού. Με τον Ιουστινιανό όμως, που ξεκινάει και η εποχή που λέμε Μεσαίωνα, πέρα από τις αυστηρές και εντεινόμενες απαγορεύσεις, έχουμε την όλο και περισσότερο ταύτιση της Εκκλησίας με το κράτος και τον υποχρεωτικό εκχριστιανισμό όλων, ακόμα και των νηπίων, το κλείσιμο της Ακαδημίας στην Αθήνα και το κάψιμο των βιβλίων του Κέλσου, του Πορφύριου και του Ιουλιανού. Έτσι, εξαφανίζεται υποχρεωτικά κάθε άλλη σκέψη και άποψη αντιρρητική ως προς τον Χριστιανισμό, ενώ κάθε διαφορετική θεώρηση ακόμα και μέσα στον Χριστιανισμό, πατάσσεται αυστηρά σαν αίρεση. Η πολιτική του Ιουστινιανού να αφαιρέσει την αυτοτέλεια των πόλεων, με αποτέλεσμα αυτές να μαραζώσουν οικονομικά υπέρ της Κωνσταντινούπολης, η μεγάλη φορολογία των Επαρχιών και η οικονομική κακομεταχείριση όπως έχει δειχθεί ήδη στο άρθρο “Μεσαίωνας στην Ανατολή” και τέλος οι εισβολές γερμανικών λαών στην Δυτική Ευρώπη, αλλάζει το σκηνικό, όχι μόνο στον πνευματικό τομέα, αλλά και στην ίδια την όψη της αυτοκρατορίας.

Στην Ανατολή, μπαίνουμε πλέον στην Μέση Βυζαντινή εποχή, από εδώ και πέρα έχουμε τα γνωστά χαρακτηριστικά του Βυζαντίου και απομακρυνόμαστε οριστικά από την Ύστερη Αρχαιότητα, ακολουθεί η Εικονομαχία, αλλά κρατιέται η κρατική δομή και η Εκκλησία βγαίνει κερδισμένη και απόλυτος κυρίαρχος, που ελέγχει από εδώ και πέρα όλο και περισσότερο την εξουσία. Στην Δύση, οι ανακατατάξεις δημιούργησαν μια κατακερματισμένη πολιτική σκηνή με πολλούς ηγεμόνες, και έτσι η Εκκλησία αν και έπαιξε έναν συνδετικό ρόλο στον πνευματικό τομέα, δεν είχε την απόλυτη και ξεκάθαρη εξουσία που είχε στην Ανατολή, όσο και αν το προσπάθησε, ενώ ανέλαβε αυτοκλήτως ένα δύσκολο έργο, να εκχριστιανίσει και να ενσωματώσει τους “βαρβάρους” στην πίστη της.

Στον θεολογικό-φιλοσοφικό τομέα, η λατινόφωνη παράδοση είχε έναν επιπλέον πατέρα τον Αυγουστίνο (4-5ος αιώνας), που έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην βούληση, αλλά έδωσε στην ίδια την αμφιβολία, την δυνατότητα της έρευνας και της γνώσης και που πρόβαλλε ιδιαίτερα την αξία του Λόγου (όχι μόνο ως λογική, αλλά και ως γνώμονα του καλού και του ωραίου), επηρέασε από εκεί και πέρα βαθιά όλη την δυτική σκέψη. Το κοινό με την Ανατολή (Ιωάννης ο Δαμασκηνός) ήταν η χρήση της αρχαίας λογικής για να δοθεί αυστηρή λογική διάρθρωση στο χριστιανικό δόγμα και την διδασκαλία. Η βασική διαφορά στον τομέα αυτόν με την Ανατολή, είναι ότι στην Ανατολή λόγω της ελληνικής γλώσσας, υπήρχε μεγαλύτερη εξοικείωση με την αρχαία ελληνική γραμματεία, μόνο που όπως πρότειναν και οι Πατέρες της Εκκλησίας, δεν τους ενδιέφεραν οι “σαθρές” τους ιδέες, αλλά έπρεπε να επιλέγουν όσα ήσαν συμβατά με την πίστη τους, και επίσης τους ενδιέφερε η “καλλιέπεια της γλώσσας”. Αυτό συνεχίστηκε σε όλο το Βυζάντιο με κάποιες αξιοσημείωτες αλλά συγκεκριμένες εξαιρέσεις που δεν αφέθηκαν από το εκκλησιαστικό κατεστημένο που είχε όλο και μεγαλύτερη εξουσία να εξελιχθούν, όπως δείξαμε στο άρθρο “Η Ορθοδοξία και η άλλη άποψη”. Στην Δύση, αντίθετα, δεν τους ενδιέφερε καθόλου η γλώσσα, αλλά η ουσία των κειμένων των αρχαίων φιλοσόφων και πως θα χρησιμοποιούσαν την ουσία αυτή σαν επιχείρημα στην θεολογία τους αρχικά, αλλά όπως θα δούμε αργότερα σταδιακά δούλεψε και στην υπέρβαση ή και αναίρεσή της. Κάτι που μάλλον επέδρασε ίσως θετικά, ήταν ότι από την αρχαία φιλοσοφία είχαν αρχικά πολύ λίγα κείμενα και την έβλεπαν πιο θετικά από την Ανατολή. Αυτή ίσως είναι και η πρώτη βασική διαφορά που έδωσε άλλη δυναμική στην Δύση, η ίδια η γλώσσα. Άλλη μια εμπλοκή προήλθε από τον επηρεασμό της δυτικής φιλοσοφίας από νεοπλατωνικές επιδράσεις οφειλόμενες στον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, που από τον 9ο αιώνα και μετά θα δημιουργήσουν τελικά το ερώτημα για την μεταφυσική σημασία των εννοιών γένους, που θα γίνει κεντρικό φιλοσοφικό πρόβλημα και θα οδηγήσει σε έντονες διαλογικές διαμάχες.

Κάτι άλλο που πρέπει να τονιστεί, είναι ότι η “γνώση” σε όλη αυτή την περίοδο ήταν μέσα από την Εκκλησία. Αυτό ήταν φυσικό αποτέλεσμα των ανακατατάξεων που έφεραν οι μετακινήσεις, οι εισβολές, η ανασφάλεια αλλά και η νομοθεσία που κατάργησε την εκπαίδευση από μη χριστιανούς. Αν κάποιος ήταν “θεωρητικής κατεύθυνσης”, ή δεν ήταν ο εύρωστος και ανθεκτικός και που θα γινόταν στρατιώτης ή γεωργός, μόνο μία επιλογή είχε: Να πάει να ζήσει ή να σταδιοδρομήσει στην Εκκλησία ή τις πολυάριθμες μονές, εκεί θα μπορούσε σε κάποιο βαθμό να μορφωθεί.

Η γνώση και η μάθηση λοιπόν ήταν στα μοναστήρια και ήταν αυτή που συνεχιζόταν από την αρχαία ρωμαϊκή εποχή, δίδασκε δηλαδή το trivium και το quadrivium εκχριστιανισμένα φυσικά. Εκεί υπήρχαν όπως και στην Ανατολή, τόσο βιβλιοθήκες όσο και αντιγραφείς για την διατήρησή τους. Φυσικά την πρωτοπορία είχαν τα λατινικά κείμενα, αλλά γνωρίζουμε πολύ καλά ότι υπήρχαν και ελληνικά. Μέχρι και τον 4ο αιώνα, όλοι οι μορφωμένοι Ρωμαίοι ήξεραν αρκετά καλά Ελληνικά και δεν είχαν πρόβλημα να τα μελετήσουν απευθείας. Μετά τον 5ο αιώνα και τον περιορισμό των επαφών με την Ανατολή, προφανώς ήταν λίγοι. Έτσι υπήρξε ανάγκη μετάφρασης και τα ποιο σημαντικά έργα άρχισαν σταδιακά να μεταφράζονται στα Λατινικά. Οι γνωστότεροι μεταφραστές ήταν ο Βοήθιος (5ος αιώνας) ο Κασσιόδωρος (6ος αιώνας) και ο Ισίδωρος (6-7ος αιώνας).

Η “Αναγέννηση” του Καρλομάγνου

 Το πολιτικό έργο του Καρλομάγνου που γεννήθηκε το 742, έγινε βασιλιάς των Φράγκων το 768, στέφθηκε από τον πάπα αυτοκράτορας το 800 και πέθανε το 814, ήταν η για πρώτη φορά μετά από τρεις αιώνες, πολιτική ενοποίηση της Δυτικής Ευρώπης.

Ο Καρλομάγνος κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι για να σταθεροποιήσει την ενότητα αυτή, έπρεπε να υπάρξει πολιτιστική ανάπτυξη, για να αποδεσμευτεί πλήρως από το Βυζάντιο. Έτσι αν και ο ίδιος ήταν πρακτικά αμόρφωτος, στράφηκε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην παιδεία. Μέχρι τότε σχολεία υπήρχαν μόνο στα μοναστήρια όπως είδαμε. Ενίσχυσε λοιπόν τις μονές που είχαν εκπαιδευτικό έργο, δημιούργησε μία σχολή στο παλάτι, γνωστή και ως “Πανεπιστήμιο του Παλατίνου”, στο Άαχεν (σύνορα σημερινής Γερμανίας με Ολλανδία και Βέλγιο), με οργανωτή τον Αλκίνο. Επίσης δημιούργησε νέα σχολεία σε όλη την επικράτεια, εξαρτημένα μεν από καθεδρικούς ναούς, στις κυριότερες πόλεις, αφού οι πρώτοι καθηγητές ήταν εκ των πραγμάτων ιερωμένοι, αλλά εκτός της Εκκλησίας και με την διαρκή αιγίδα της πολιτείας, κάτι που θα βοηθήσει αργότερα την ανεξαρτησία τους.

Ο Αλκίνος, που διεύθυνε την σχολή από το 782 έως το 796, δημιούργησε στην πραγματικότητα ένα κέντρο εκπαίδευσης για αυτούς που θα κατεύθυναν την πολιτισμική εξέλιξη της Ευρώπης στους επόμενους αιώνες. Αναδιοργάνωσε επίσης το σύστημα αντιγραφής σπάνιων βιβλίων, έστειλε αντιγραφείς σε απομεμακρυσμένα μέρη για να αντιγράψουν σπάνια και άγνωστα βιβλία και δημιούργησε ένα νέο σύστημα γραφής που επιβλήθηκε σε όλη την Ευρώπη.

Μετά τον Καρλομάγνο, η ίδια η σχολή του Άαχεν μεταφέρθηκε στο Παρίσι (χωρίς να σταματήσει η λειτουργία στο Άαχεν, τουλάχιστον μέχρι την καταστροφή που έγινε από μια επιδρομή των Βίκινγκς τέλη του 9ου αιώνα, το παλάτι συνέχισε να χρησιμοποιείται μέχρι και τον 15ο αιώνα χωρίς να ξέρουμε τι έγινε η σχολή) την δεκαετία του 870 και δημιούργησε πληθώρα σχολών, που ήταν και οι πρόδρομοι του ξακουστού πανεπιστημίου του Παρισιού που δημιουργήθηκε σε ενάμιση αιώνα.

Η Καρολίγγεια “Αναγέννηση” όπως ονομάστηκε το πρόγραμμα σπουδών του Καρλομάγνου, ήταν μια αναδιοργάνωση, τυποποίηση και εξάπλωση της ήδη υπάρχουσας παιδείας. Το σημαντικότερο όμως έργο ήταν ότι η παιδεία φεύγει από την αποκλειστικότητα της Εκκλησίας και γίνεται συναρμοδιότητα και φροντίδα του κράτους. Παρά τον νέο κατακερματισμό στην πολιτική εξουσία, οι δομές αυτές συνέχισαν να λειτουργούν και έχουμε αργότερα την άνθηση των πανεπιστημίων σε πολλές πόλεις, αλλά και την αντιπαράθεση πανεπιστημιακών με τους εκκλησιαστικούς που θα οδηγήσουν τις εξελίξεις στην νεότερη εποχή.

Ιωάννης Σκώτος Εριγένης (810-877)
Το προσωνύμιο “Σκώτος” προέρχεται από την Scotia Major, όπως ονομαζόταν εκείνη την εποχή η Ιρλανδία. Νεοπλατωνιστής φιλόσοφος, που σπούδασε σε μοναστήρι στην περιοχή του και το 850 βρέθηκε καθηγητής στο Παλατινάτο με εντολή του Καρόλου του Φαλακρού, διαδόχου του Καρλομάγνου. Επειδή γνώριζε Ελληνικά, μετέφρασε τα βιβλία του Ψευδο-Διονύσιου του Αρεοπαγίτη στα Λατινικά, που διαδόθηκαν από εκεί σε όλη την Ευρώπη, επίσης μετάφρασε κείμενα του Μάξιμου και του Γρηγορίου Νύσσης.

Έγραψε ένα ογκωδέστατο έργο, το De Divisione Naturae (Περί της διαίρεσης της φύσης). Εισάγει την φυσική θεολογία, θεωρώντας ότι υπάρχει ταύτιση μεταξύ φύσης και Θεού. Η πλέον σημαντική επιρροή του έργου του ήταν οι επιστημολογικές του απόψεις. Είναι από τους πρώτους που χρησιμοποιούν την ορολογία recta ratio (ορθός λόγος) και υποστήριζε ότι η πίστη και ο λόγος έχουν σχέση συμπληρωματική. Υποστήριζε ότι η λογική ικανότητα του ανθρώπου δεν χρειάζεται μια αυθεντία για να είναι αληθής, όπως και αν μια αυθεντία έρχεται σε αντίθεση με την λογική, η θέση της έχει πρόβλημα. Σημειώστε ότι είμαστε ακόμα στον 9ο αιώνα.

Ο Ιωάννης δημιούργησε τόσο ηθικές όσο και πολιτικές επιρροές. Η θέση του Ιωάννη για τους κακούς και τους δαίμονες, συμπέρασμα της οποίας ήταν ότι την θέωση θα απολαύσουν μόνο οι εκλεκτοί, επηρέασε αρνητικά αργότερα και αν και το έργο του καταδικάστηκε από τον πάπα το 1225, επειδή θεωρούσε ότι οδηγεί στον πανθεϊσμό, αν και κάηκαν αρκετά από τα αντίγραφα του βιβλίου του, είχε ήδη αποκτήσει μεγάλη δυναμική στο σύστημα παιδείας και βοήθησε σε έναν σταδιακό εξορθολογισμό του χριστιανικού δόγματος, αλλά είχε και άλλες επιπτώσεις, για παράδειγμα στην πολιτική του θεωρία. Σύμφωνα με αυτή η απόλυτη μοναρχία, ήταν θέληση του Θεού και όχι συμβόλαιο με τον λαό, όπως εθεωρείτο στην ρωμαϊκή εποχή. Η θέση αυτή ήταν εξέλιξη της θέσης του Αυγουστίνου (De Civitate Dei - Η πολιτεία του Θεού). Οι θέσεις αυτές ήταν και η τεκμηρίωση για την ενίσχυση της απόλυτης μοναρχίας, με αδίσταχτη χρήση βίας, κυρίως για τον εκχριστιανισμό των παγανιστών, που έδωσε σε κάποιο βαθμό και μια πολιτική σταθερότητα στον Μεσαίωνα. Οι ιδέες του Ιωάννη Σκώτου Εριγένη καθόρισαν μαζί με του Αυγουστίνου, την φιλοσοφία και την σκέψη της Δύσης μέχρι τον 10ο αιώνα.

Ο Άνσελμος (1033 – 1063), υποστήριζε ότι η η αλήθεια της θεολογίας, μπορεί να υποστηριχθεί από την αλήθεια της φιλοσοφίας, και για αυτό ο θεολόγος πρέπει να ενδιαφέρεται και να γνωρίζει τις μεθόδους της φιλοσοφίας. Επίσης θεωρούσε ότι η λογική μπορεί να βοηθήσει όχι μόνο στην κατανόηση αλλά και στην απόδειξη των αληθειών περί Θεού και για τον λόγο αυτό διατύπωσε 4 “λογικά” επιχειρήματα για να αποδείξει την ύπαρξή του. Τα επιχειρήματα αυτά είχαν ευρεία απήχηση όσο και απόρριψη, κυρίως τον 13ο αιώνα.

Αραβική φιλοσοφία (9ος-12ος αιώνας) και επίδρασή της

 Οι Άραβες, ένας λαός φυλάρχων, οι οποίοι ενώθηκαν λόγω του Μωάμεθ τον 6ο αιώνα, εξαπλώθηκαν ταχύτατα στην Μέση Ανατολή και ευνοήθηκαν ιδιαίτερα από την δυσβάστακτη φορολογία του Βυζαντίου στις επαρχίες του και τους θρησκευτικούς διωγμούς κατά των Μονοφυσιτών, διότι οι Μονοφυσιτικοί πληθυσμοί θεώρησαν τους Άραβες τελικά πιο φιλικούς και ανεκτικούς από τους Βυζαντινούς.

Μεταξύ του 7ου και του 12ου αιώνος, έχουμε μια άνθηση στον αραβικό πολιτισμό που ξεκίνησε από το Χαλιφάτο των Αββασιδών και προήλθε από την αφομοίωση πολιτισμικών στοιχείων των λαών που είχαν κατακτήσει, κυρίως των νεστοριανών χριστιανών πρώην Βυζαντινών της σχολής της Συρίας. Σύροι και Άραβες μεταφραστές, μετέφραζαν από τα Συριακά στα Αραβικά, ό,τι θεωρούσαν ότι δεν βλάπτει το δόγμα τους (φιλοσοφία, φυσικές επιστήμες, ιατρική, μαθηματικά), και ακολούθησαν νέες αραβικές μεταγραφές που διαδόθηκαν σε όσες μουσουλμανικές χώρες υπήρχε ανεπτυγμένη παιδεία. Ο σπουδαιότερος μεταφραστής και σχολιαστής ήταν ο Hunain Ibn Ishaq (809- 873) στην Βαγδάτη. Η εξέλιξη αυτή έφερε τον 11ο αιώνα τέσσερα ξακουστά πανεπιστήμια στον αραβικό κόσμο, της Φεζ στον Μαρόκο, της Κόρδοβας στην Ισπανία, του Ελ-Αζαρ στο Κάιρο, και της Βαγδάτης στην Περσία, με σπουδές στην ιατρική, την νομική, την αρχιτεκτονική, την θεολογία-φιλοσοφία και την ρητορική και σίγουρα η φιλοσοφική αυτή εξέλιξη είναι ένα πολύπλοκο και πολυσχιδές φαινόμενο για να αναλυθεί εδώ, και από το οποίο θα δούμε ελάχιστα χαρακτηριστικά σημεία του. Ενδιαφέρον για εμάς έχει η αντιπαράθεση στην Ισπανία, αφού οι αντιμαχόμενοι Ευρωπαίοι και Άραβες, πρόβαλαν την υπεροχή τους, όχι μόνο στο στρατιωτικό, αλλά και τον πολιτισμικό τομέα.

Το βασικό κέντρο μετάφρασης των αραβικών συγγραμμάτων, έγινε το μοναστήρι Santa Maria de Ripoll στην Βόρειο Ισπανία, αμέσως μετά την παράδοση του Τολέδο (ισχυρό οχυρό και κέντρο αραβικού πολιτισμού) στους Ισπανούς το 1085. Η προσπάθεια απάντησης των Ευρωπαίων (από τον 11ο έως τον 13ο αιώνα) στις αριστοτελικές θέσεις των Αράβων διανοητών, ήταν αυτό που έδωσε ιδιαίτερη άνθηση στον σχολαστικισμό στην Δύση.

Alfarabi (872 – 950)
Αριστοτελιστής στην φιλοσοφία και νεοπλατωνιστής στην μεταφυσική, φιλόσοφος που έζησε στην Βαγδάτη, ανέπτυξε μια σειρά επιχειρημάτων για την ύπαρξη του Θεού που επηρέασε αργότερα την Δύση. Θεώρησε την μελέτη της λογικής προπαρασκευή για την φιλοσοφία, ξεχώρισε ως προς την μέθοδο και το αποτέλεσμα το γνωστικό αποτέλεσμα της φιλοσοφίας από την θεολογία και θεωρείται ο πρώτος πραγματικός φιλόσοφος του αραβικού κόσμου.

Avicenna (980-1037)
Ένας σπουδαίος Άραβας ιατρός και φιλόσοφος που έδρασε στην Περσία. Προσπάθησε να αποδείξει ότι η οντολογία είναι μέρος της μεταφυσικής. Το “αντιλαμβάνομαι, άρα υπάρχω” που θα μπορούσε να είχε πει, έγινε από τον Καρτέσιο αργότερα “σκέπτομαι άρα υπάρχω”, Θεωρητικοποίησε το Κισμέτ της ισλαμικής θρησκείας, με την θεωρία περί αναγκαιότητας και μάλιστα όρισε δύο μορφές αναγκαιότητας από τις οποίες ο θεός έχει μόνο την μία. Τέλος ενδιαφέρον έχει η “θεωρία των νοήσεων ή λόγων”, η 10η νόηση είναι αυτή που δίνει την ικανότητα νόησης του ανθρώπου. Με βάση την ενεργητική αυτή νόηση ο άνθρωπος μπορεί να νοήσει αφαιρετικά και να κατανοήσει τις ουσίες των άλλων όντων ή το γενικό και το αφηρημένο. Τέλος, με βάση την ιδιαίτερη συστηματοποίηση των γνώσεων που έκανε, ο ισλαμικός Θεός, αποκτά μια κοσμολογική διάσταση και περιορίζεται από μεταφυσικές και λογικές αναγκαιότητες που περιορίζουν τόσο την δημιουργία όσο και τον δημιουργό, κάτι που δεν άρεσε στους θεολογικούς κύκλους. Πολλοί Δυτικοί υιοθέτησαν ή απέρριψαν και ανταπάντησαν στις ιδέες του Αβικέννα τον 12ο και 13ο αιώνα. Από τους Άραβες, αυτός που του έκανε την εντονότερη κριτική, ήταν ο πιστός μουσουλμάνος φιλόσοφος Algazel τον 11ο αιώνα.

Αβερρόης (1126 – 1198)
Ήταν ο κορυφαίος και τελευταίος Άραβας φιλόσοφος και σχολιαστής του Αριστοτέλη. Μάλιστα στην Δύση, ήταν γνωστός ακριβώς με αυτό το όνομα “Σχολιαστής”. Γεννήθηκε μεγάλωσε και δίδαξε στην Κόρδοβα της Ισπανίας και λάτρευε τον Αριστοτέλη. Τα κείμενα του που κυκλοφορούσαν στην Ευρώπη ήταν τα ίδια τα βιβλία του Αριστοτέλη με δικά του σχόλια, όπως επίσης κριτική στον Algazel, ή άλλα έργα του. Μια σημαντική θέση του ήταν ότι η “Πρώτη Ύλη” είναι αιώνια και αυθύπαρκτη και από την φύση της αντίθετη με την φύση του Θεού. Άλλη μία ενδιαφέρουσα διαφοροποίησή του ήταν η έννοια του “παθητικού νου” που με την επίδραση του “ενεργητικού νου” του Θεού, γίνεται ένας “κεκτημένος νους” και ταυτίζεται με την κοινή νόηση όλου του ανθρωπίνου γένους.

Η πλέον όμως ενδιαφέρουσα θεωρία του Αβερρόη, που έγινε αντικείμενο αντιπαραθέσεων και μάλλον ήταν και η αιτία που διώχθηκε από το Ισλάμ και πέθανε στο Μαρόκο, ήταν η “διπλή αλήθεια” για την σχέση φιλοσοφίας και θεολογίας. Η θεολογία σύμφωνα με αυτή, διδάσκει την αλήθεια με εικόνες στον αγράμματο πιστό ή σε αυτόν που δεν έχει την κριτική ικανότητα να αποδεχθεί τις αλήθειες της φιλοσοφίας. Εν ολίγοις λέει κομψά αυτό που δεν μπορούσε να πει ανοικτά στο περιβάλλον που ζούσε, ότι η φιλοσοφία είναι η μόνη που μπορεί να οδηγήσει στην αλήθεια. Να σημειωθεί ότι στο Βυζάντιο για παρόμοιο λόγο διώχθηκε ο ύπατος των φιλοσόφων, Ιωάννης Ιταλός, λίγο νωρίτερα, τον 11ο αιώνα και έληξε άδοξα η “Α' Βυζαντινή ή Μακεδονική Αναγέννηση”.

Η προσπάθεια των Ευρωπαίων φιλοσόφων να αντικρούσουν την “αιρετική” αυτή θέση, δημιούργησε έναν εντυπωσιακό “διάλογο” που οδήγησε τις εξελίξεις στο τέλος του Μεσαίωνα για να ωφεληθεί και να ελευθερωθεί τελικά η γνώση και η έκφραση. Ο ίδιος ο Αβερρόης κυνηγήθηκε βίαια από το θρησκευτικό μουσουλμανικό κατεστημένο που κατέστρεψε τα βιβλία του και τον φυλάκισε. Ήταν η τελευταία προσπάθεια για Αναγέννηση στο Ισλάμ και απέτυχε οικτρά. Οι φιλόσοφοι διώχθηκαν και η φιλοσοφία έπαψε να διδάσκεται, ως αντίθετη με τον λόγο του Αλλάχ.

Μαϊμονίδης (1135-1204)
Εβραίος φιλόσοφος, που έδρασε και αυτός στην Κόρδοβα, και υπέστη και αυτός τον διωγμό των φιλοσόφων από το Ισλάμ. Με βάση την “διπλή αλήθεια”, είπε ότι αν κάτι από την Παλαιά Διαθήκη έρχεται σε αντίθεση με την λογική μέθοδο ή την παρατήρηση, τότε θα πρέπει να ερμηνευτεί αλληγορικά, προς όφελος της φιλοσοφίας και την λογικής. Άλλος ενδιαφέρον Εβραίος νεοπλατωνιστής φιλόσοφος που επηρέασε τις εξελίξεις ήταν τον προηγούμενο αιώνα πάλι στην Ισπανία, ο Αβικέβρων.

Σχολές των Παρισίων

 Ο Ιωάννης του Σαλίσμπερυ (1120 –1180), είναι ο κυριότερος ίσως αντιπρόσωπος της σχολής της Σατρ, που ήταν μαζί με τα σχολεία του Saint Victor, του Ste Geneviève, και της Notre-Dame οι πρόδρομοι του πανεπιστημίου των Παρισίων. Διαμόρφωσε μια πολιτική θεωρία, στην οποία η εξουσία του ηγεμόνα έχει ηθικούς, πολιτικούς και νομικούς φραγμούς και δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Σε περίπτωση που καταστρατηγηθούν οι φραγμοί αυτοί, κατά τον Ιωάννη, δικαιολογείται η εξέγερση κατά του τυράννου και η εξόντωσή του.

Ένας άλλος περισσότερο μυστικιστής λόγιος ο Χιου ο Γερμανός (1096-1141), από τη σχολή του Saint Victor, υποστηρίζει ήδη πριν από τον Καρτέσιο την δυϊστική φύση του ανθρώπου. Δίνει και αυτός τρεις νέες αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού, αφού πίστευε ότι η φιλοσοφία μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη του με την κατά φύση χρήση της νόησης, ενώ στην θεολογία ο νους μαθαίνει από ένα συνδυασμό λογικής και ερμηνευτικής του δόγματος. Μαθητής του Χιου είναι ο Ριχάρδος ο Σκώτος (πέθανε το 1173), υποστηρικτής και αυτός της λογικής για την έρευνα και ανακάλυψη της αλήθειας. Πίστευε ότι αν και τα χριστιανικά δόγματα δεν μπορούν να κατανοηθούν ή να αποδειχθούν με σιγουριά, μπορούν να εξηγηθούν με λογική. Πρότεινε και αυτός τρεις αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού, βασισμένες στην λογική και την εμπειρία. Επηρέασε τους επόμενους φιλόσοφους, ιδιαίτερα τον Μποναβεντούρα.

Ο Μποναβεντούρα (1221-1274), πολυγραφότατος φιλόσοφος, θεολόγος και άγιος για τους καθολικούς (άρεσε πολύ στον πάπα η θεωρία του για την “αλάνθαστη γνώση” που τον βόλευε ιδιαίτερα) από την Τοσκάνη, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο στο Παρίσι, στον φραγκισκανό καθηγητή θεολογίας τον Εγγλέζο Alexander of Hales. Αν και δέχεται τον διαχωρισμό θεολογίας και φιλοσοφίας, επιμένει ότι η “φιλοσοφική επιστήμη” είναι η οδός προς τις άλλες επιστήμες (αν και η έννοια της “φιλοσοφίας” του τείνει σε μια μυστικιστική θεολογία [Alessio, 216]). Συσχετίζει τόσο την πίστη όσο και τον ορθό λόγο στην προσπάθεια εύρεσης της αλήθειας. Δίνει και αυτός αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού, όσο και για την αθανασία της ψυχής. Αν και ακολουθεί την θεωρία του δασκάλου του στον υλομορφισμό, δεν θεωρεί αντίθετες την ύλη και την μορφή, μάλιστα η ένωσή τους δημιουργεί την “ατομικότητα”, που στον άνθρωπο είναι η “προσωπικότητα”. Με την χρήση της αυγουστινίανειας λογικής περί “δυνητικών μορφών”, προσπαθεί να συμβιβάσει τον Αριστοτέλη με τον Χριστιανισμό, και μάλιστα θεωρεί ότι ο Θεός κατασκευάζει το σύνολο της ψυχής και όχι μόνο το λογικό μέρος της (όπως κατά τον Αριστοτέλη). Τέλος με την θεωρία ότι η ψυχή όταν γεννιέται είναι ένας “άγραφος πίνακας”, επιτίθεται στους οπαδούς του Αβερρόη. Τα κείμενά του θαυμάστηκαν ιδιαίτερα από τους σχολαστικούς του Μεσαίωνα.

Η λογική και ο ορθός λόγος σταδιακά μπαίνουν στην φιλοσοφική σκέψη κυρίως από Άγγλους λόγιους και μάλιστα την εποχή περίπου που γίνεται η πρώτη Άλωση στην Ανατολή, μετά από έριδες των ίδιων των Βυζαντινών.

Ο Ροβέρτος Γκροσσετέστ (1170–1253), με την θεωρία του περί φωτός (De Luce) επηρέασε τόσο την θεολογία και την οπτική, όσο την φυσική και την κοσμολογία. Επηρέασε όμως και την λογική, χρησιμοποιώντας σε αυτήν μια νέα μέθοδο, αναλύοντας την “επαγωγή” του Αριστοτέλη, σε μία “ανάλυση και σύνθεση”, χρησιμοποιώντας επιπλέον “πειράματα” και την οργανωμένη “παρατήρηση”. Για τον λόγο αυτό θεώρησε ότι όλες οι επιστήμες θα έπρεπε να υπάγονται στα μαθηματικά που η γνώση τους και τα αποτελέσματα τους είναι ξεκάθαρα. Η επιρροή του στην σχολή της Οξφόρδης, ήταν καθοριστική για τις σημαντικές μετέπειτα ανακαλύψεις.

Μαθητής του ήταν ο Ρογήρος Βάκων (1212–1292), που αργότερα δίδαξε στο Παρίσι και μετά επανήλθε σαν καθηγητής στην Οξφόρδη. Δημοσίευσε το βιβλίο Speculum astronomica για να αποδείξει ότι η μελέτη της αστρονομίας δεν αντίκειται στην θεολογία (λίγα χρόνια αργότερα συμπτωματικά στο Βυζάντιο ο Θ. Μετοχίτης έγραφε τον Ηθικό ή Περί Παιδείας με παρόμοιο θέμα). Επειδή οι Φραγκισκανοί τον κατηγόρησαν ότι εισάγει νέες δοξασίες φυλακίστηκε και πέθανε στην φυλακή. Στο έργο του Opus Maius αναλύει τους λόγους αποτυχίας για την κατάκτηση της αλήθειας και αυτοί είναι:
- Η υποταγή σε μια μη αξιόπιστη αυθεντία,
- η συνήθεια,
- οι προκαταλήψεις
- η χρήση των θέσεων μιας αυθεντίας, ως αδυναμία να υποστηρίξει κάποιος τις δικές του θέσεις.
Οι θέσεις του αυτές, τον οδήγησαν στο να κριτικάρει τους σύγχρονους του διανοητές, στο γεγονός ότι παρουσίαζαν σαν αλάνθαστες όλες τις θέσεις του Αριστοτέλη, ενώ ήδη ο Αβερρόης και ο Αβικέννας είχαν προτείνει σημαντικές διορθώσεις. Στο Opus Maius, πρότεινε και την αλλαγή του ιουλιανού ημερολογίου λόγω της ανακρίβειας του (στην Ανατολή αντίστοιχη πρόταση έκανε τον επόμενο αιώνα ο Νικηφόρος Γρηγοράς). Ακολούθησε τις θέσεις του δασκάλου του για το πείραμα και την εμπειρία, και πρότεινε για όλες τις επιστημονικές θεωρίες τον πειραματικό τους έλεγχο, ο ίδιος μάλιστα δείχνει από το πολυσχιδές έργο του να έκανε πολλά πειράματα και ανακαλύψεις, όπως η χρήση της πυρίτιδας και των οπτικών φακών.

Θωμάς ο Ακινάτης

 Μαθητής ενός επίσης μεγάλου διανοητή, του Αλβέρτου του Μεγάλου στο πανεπιστήμιο των Παρισίων, ήταν ο Θωμάς ο Ακινάτης (1224-1274). Ο Θωμάς που έγινε δομινικανός μοναχός, είχε μεγάλο συγγραφικό και διδασκαλικό έργο. Αν και μετά θάνατο καταδικάστηκε ως αιρετικός, αναγνωρίστηκε τελικά άγιος από την Καθολική Εκκλησία.

Σε σχέση με τον Αριστοτέλη, όπως και ο δάσκαλός του, θεωρούσε ότι όπου η θεωρία του συγκρούεται με την θεολογία, τότε ο Αριστοτέλης έχει λάθος. Προσπαθώντας να συμβιβάσει την “Διπλή Αλήθεια” του Αβερρόη που σεβόταν πολύ, με την Εκκλησία, δίδασκε ότι υπάρχουν δύο είδη θεολογίας: Η “φυσική” που χρησιμοποιεί την λογική και λιγότερο την αποκάλυψη και η “δογματική” που χρησιμοποιεί το δόγμα. Με αυτή τη λογική, η φιλοσοφία δεν επηρεάζει την δογματική και ο διαχωρισμός τους είναι αγεφύρωτος. Η γνώση των άπιστων και ειδωλολατρών μπορεί να είναι ατελής αλλά όχι πλάνη. Αυτό έφερε σε σύγκρουση τους δομινικανούς με τους φραγκισκανούς σχετικά με το θέμα της παντοδυναμίας της θεολογικής αλήθειας.

Μια ενδιαφέρουσα μικρή διάκριση, πάλι επηρεασμένη από τους Άραβες, δημιούργησε μεγάλη αντιπαράθεση των θωμιστών και των οπαδών του Μποναβεντούρα. Αυτό οφείλεται στη θέση του για την ύλη και την μορφή, και την διάκριση μεταξύ ουσίας και ύπαρξης. Με βάση αυτήν έβγαλε το συμπέρασμα ότι όλα τα δημιουργήματα του ορατού και αισθητού κόσμου έχουν ύλη και μορφή ενώ οι άγγελοι μόνο μορφή, δίνοντας έμφαση στην έννοια της ύπαρξης σε αντίθεση με την υπάρχουσα τότε νεοπλατωνική ουσιολογία. Η σημασία της αλλαγής αυτής ήταν τεράστια, αφού οδήγησε αργότερα στον υπαρξισμό. Όπως και πολλοί συνάδελφοί του, ασχολήθηκε και διατύπωσε 5 αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού. Για τον Ακινάτη ο σκοπός του ανθρώπου είναι πάντα το καλό (Σωκράτης), και η βούλησή του το μόνο που μπορεί να επιλέξει είναι το μέσον για να το επιτύχει. Είναι ο πρώτος που μελέτησε και κατέγραψε (σε προσπάθεια απάντησης στην θεωρία του Αβερρόη για τον Νου), την δράση της συνείδησης, με την έννοια ότι μπορεί να θέτει σαν αντικείμενά της όχι μόνο τα δεδομένα των αισθήσεων αλλά και τις έννοιες με τις οποίες κατανοεί την πραγματικότητα. Αναφέρει επίσης την γνωστή πλέον χριστιανική θεωρία ότι το κακό είναι έλλειψη του καλού, και ότι υπάρχει μόνο ένας ηθικός νόμος στον οποίο υποτάσσονται όλοι οι υπόλοιποι νόμοι.

Στον πολιτικό στοχασμό θα πρέπει να πούμε ότι εκείνη την εποχή είχαν αναπτυχθεί ήδη δύο ρεύματα. Του Αβερρόη, στην πλήρη αποδέσμευση της πολιτικής από την θρησκευτική εξουσία, και του Αυγουστίνου στον έλεγχο της κοσμικής από την θρησκευτική εξουσία. Υπήρχε και η συμβιβαστική των “δύο σπαθιών” του Ιωάννη του Σκώτου, στην ισοτιμία των δύο αρχών. Ο Ακινάτης αν και δεν διαφέρει από τον Αυγουστίνο, θεωρεί την επίδραση της Εκκλησίας έμμεση με την δημιουργία ηθικών προδιαθέσεων. Πρέπει ο ηγεμόνας να θέτει νόμους σύμφωνα με τον φυσικό και τον ηθικό νόμο, και αν δεν ισχύει αυτό, ο υπήκοος οφείλει να αντιδράσει. Η επίδραση της ιδέας των νομικών και ηθικών φραγμών στην πολιτική εξουσία η οποία είχε συνηθίσει στην απολυταρχία, έκανε να δημιουργηθεί ένα αίσθημα δικαίου στην Δύση, απόδειξη είναι το γεγονός ότι και η κάθε μικρή πόλη μπορεί να μην είχε γιατρό αλλά σύντομα απέκτησε από ένα δικαστήριο.

13ος-15ος αιώνας

 Είμαστε ήδη στον 13ο αιώνα περίπου, την εποχή που έγινε η δεύτερη αντίστοιχη προσπάθεια στο Βυζάντιο που λέγεται και “Παλαιολόγεια Αναγέννηση”, χωρίς καμμία απολύτως εξέλιξη και αυτή. Αντίθετα στη Δύση έχουμε ένα οργασμό στην διανόηση.

Ο ακραίος ρεαλιστής Αιγίδιος της Ρώμης (1247-1316), πρότεινε για τις παρατηρήσεις και τα πειράματα, να προεπιλέγονται για την επαλήθευση μιας θεωρίας (σωτηρία των φαινομένων). Επίσης πρότεινε ότι ανάμεσα σε δύο πιθανές αλλά διαφορετικές θεωρίες, σωστότερη είναι η απλούστερη, κάτι δύσκολο στην κατανόηση για την εποχή που οι θεωρίες ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκες.

Ο μεταφυσικός φιλόσοφος Ιωάννης Ντανς Σκώτος (1265-1308) από την Σκωτία, πρότεινε την ενοποιημένη έννοια της ύπαρξης, θεμελιώνοντας την φυσική θεολογία. Οι καθολικές έννοιες για τον Ιωάννη, βρίσκονται μόνο στον νου και η μορφή και η ύλη είναι τελείως διαχωρισμένες, η δε φύση των όντων εξαρτάται από κατιτίς διαφορετικό για το κάθε ένα. Η γνώση για τον Ιωάννη βασίζεται αποκλειστικά στην εμπειρία των αισθητών και δεν έχει ανάγκη φωτισμού από τον Θεό, η δε θέληση παίζει μεγάλο ρόλο στην διαδικασία νόησης της πραγματικότητας. Μάλιστα δέχεται δύο ειδών θελήσεις, την φυσική προδιάθεση που έχουν όλα τα όντα και την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Στο θέμα της λογικής τώρα πρότεινε την καταγραφή όλων των συνθηκών των πειραμάτων για να βρεθεί μία κοινή συνθήκη για το ίδιο αποτέλεσμα, θεωρώντας την ως την πιθανότερη αιτία (Μέθοδος της συμφωνίας στην επαγωγή). Στον τομέα της ηθικής, μια πράξη είναι ηθικά καλή, όχι μόνο με βάση τον σκοπό αλλά και όλα τα άλλα περιστατικά και αποτελέσματα της πράξης αυτής. Τελικά, η πράξη είναι ηθική αν συμβαδίζει με τον ορθό λόγο. Άλλη μια ενδιαφέρουσα θεώρηση του Ιωάννη είναι για την πολιτική: Η σχέση άρχοντα-υπηκόου δεν είναι η πατρική όπως εθεωρείτο μέχρι τότε, αλλά αποτέλεσμα της συμφωνίας των πολιτών να ζουν με δικαιοσύνη και ειρήνη και χωρίς τις έγνοιες της πολιτικής εξουσίας.

Την εποχή αυτή, βλέπουμε ήδη πολλές αντιπαραθέσεις σε ένα φιλοσοφικό-θεολογικό διάλογο, μερικές φορές στα πανεπιστήμια και με διώξεις, αλλά παρ' όλα αυτά η γνώση προχωράει και τα πανεπιστήμια απεξαρτητοποιούνται τόσο από την Εκκλησία όσο και από τον ηγεμόνα. Εκείνη την περίοδο μπαίνει και η έννοια του πανεπιστημιακού ασύλου, σαν άμυνα στις έξωθεν του κάθε πανεπιστημίου επεμβάσεις, άλλοτε από τους ηγεμόνες άλλοτε από την Εκκλησία. Άλλη μια σημαντική εξέλιξη είναι η δημιουργία των ιταλικών δημοκρατιών, που θα διεκδικήσουν πλέον ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Ευρώπης. Εκεί έχουμε μεγάλη κινητικότητα σε όλους τους τομείς, η ναυτιλία ενισχύει το εμπόριο και την μεσαία τάξη. Έτσι θα είναι οι πρώτες κοινωνίες που μετά τις πολιτικές θα διαφοροποιηθούν από το παραδοσιακό φεουδαλικό σύστημα και θα προχωρήσουν και σε πολιτιστικές αλλαγές ανεξάρτητες από την Εκκλησία και τους ηγεμόνες.

Ένας Άγγλος φραγκισκανός μοναχός και θα λέγαμε κατεξοχήν φιλόσοφος της λογικής, είναι ο Ουίλλιαμ του Όκκαμ (1287-1347) που σπούδασε στην Οξφόρδη. Ένας πραγματικά ανεξάρτητος λόγιος που δεν φοβήθηκε να τα βάλει με το κατεστημένο της εποχής, ήταν κατά της συγκέντρωσης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας από τον πάπα, αφορίστηκε και κατέφυγε στον Λουδοβίκο της Βαυαρίας. Για τον Όκκαμ, η λογική μελετά όρους που δεν μπορούν να υπάρχουν χωρίς τον νου. Προσπάθησε να συμβιβάσει την χριστιανική πίστη με τον βελτιωμένο από την επίδραση των Αράβων αριστοτελισμό, αλλά κατηγορήθηκε για αγνωστικισμό, διότι θεωρούσε ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τίποτα περί Θεού, επειδή δεν υπάρχει αντίστοιχη εμπειρία, αφού κάθε προσπάθεια γνώσης του είναι εκ των προτέρων αποτυχημένη και φυσικά αμφισβήτησε τις παραδοσιακές αποδείξεις για την ύπαρξή του. Αυτό οδηγεί στην πλήρη διάσταση θεολογίας και φιλοσοφίας και θα φέρει αναπάντεχες εξελίξεις. Η ενορατική γνώση για τον Όκκαμ εμφανίζεται ταυτόχρονα με την εμπειρία των υπαρκτών και αποτελεί το θεμέλιο της επιστημονικής γνώσης. Η οντολογία του περιορίζεται μόνο σε ότι πραγματικά υπάρχει και περιφρονεί τις θεωρίες περί της ύπαρξης των όντων (Ακινάτης, Μποναβεντούρα κ.λπ.), διότι απομακρύνεται από την σωστή χρήση της γλώσσας, με την οποία επίσης ασχολήθηκε ιδιαίτερα. Αποτέλεσμα της λογικής του αυτής είναι και το γνωστό “ξυράφι του Όκκαμ”, που λέει στην καθομιλουμένη ότι “Δεν πρέπει να προβαίνουμε σε περισσότερες εικασίες από όσες είναι απαραίτητες”, αλλά μπορεί να αποδοθεί ως: ”Αν δύο θεωρίες έχουν τα ίδια συμπεράσματα τότε ακολουθούμε την απλούστερη”. Για τον Όκκαμ, η θέληση δεν μπορεί να διαχωριστεί από την νόηση, ενώ για την ηθική θεωρεί σωστό να ακολουθεί τα κελεύσματα του ορθού λόγου. Πίστευε, όπως και όλοι οι φραγκισκανοί, στο ότι οι εκκλησιαστικοί δεν πρέπει να έχουν και να διαχειρίζονται περιουσία και για τον λόγο αυτό διώχθηκαν από τον πάπα, αν και μόλις πέθανε ο προστάτης του Λουδοβίκος, υπέγραψε μεταμέλεια ένα χρόνο πριν πεθάνει. Το πλήγμα όμως στην εξουσία της Εκκλησίας και ειδικά στην επιβολή της στην πολιτική εξουσία, ήταν μεγάλο.

Η σημασία του Όκκαμ είναι τεράστια για ό,τι ακολούθησε, τόσο στον τομέα της ηθικής, της λογικής, της πολιτικής και της θεολογίας-φιλοσοφίας και της σχέσης τους από εκεί και πέρα. Ένας από τους άξιους συνεχιστές της οκκαμικής λογικής ήταν ο Νικόλαος της Ωτρερκούρτ (1297-1369).

Υπέρμαχος της ατομικής θεωρίας που είχε απορριφθεί από τον Αριστοτέλη και όλους τους χριστιανούς λόγιους, χρησιμοποίησε την αριστοτέλεια αρχή της μη αντίφασης και την οδήγησε στα άκρα, επηρεάζοντας τον τρόπο που βλέπουμε σήμερα την πραγματικότητα. Διώχθηκε και τα βιβλία του κάηκαν αλλά επέδρασε και αυτός στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Οι νομιναλιστές (ονοματοκράτες) που ήταν κυρίως οκκαμιστές, επικράτησαν στο Παρίσι. Κατά τον εκατονταετή πόλεμο σε μια έξαρση θρησκευτικού φανατισμού διώχθηκαν και ο Λουδοβίκος ΙΑ, απείλησε να καταστρέψει όλα τα έργα τους, αλλά μετά από έντονες αντιδράσεις το 1481 ακύρωσε την απαγόρευση, που ευτυχώς από ότι φαίνεται δεν είχε υλοποιηθεί. Μετά από αυτό ο νομιναλισμός εξαπλώθηκε ραγδαία και κυριάρχησε τόσο στο Παρίσι όσο και στην Οξφόρδη και από εκεί στα υπόλοιπα πανεπιστήμια της Ευρώπης με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως τα πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης και της Κολωνίας, που υπερίσχυαν οι θωμιστές και οι σκωτιστές. Το τελικό αποτέλεσμα από τις διαμάχες αυτές είναι η εξέλιξη του ορθού λόγου και θα φανεί στην εξέλιξη της φιλοσοφικής πορείας μετά την Αναγέννηση.

Να σημειωθεί εδώ, ότι πριν ακόμα πεθάνει ο Όκκαμ ξεσπάνε στο Βυζάντιο οι ησυχαστικές έριδες με τον σπουδαγμένο στην δυτική φιλοσοφία, μοναχό Βαρλαάμ και τον λόγιο-αστρονόμο Νικηφόρο Γρηγορά από την μία πλευρά, με τους ησυχαστές του Αγίου Όρους και τον Γρηγόριο Παλαμά από την άλλη. Οι πρώτοι ήταν οπαδοί της δυνατότητας της λογικής να κατανοήσει την πραγματικότητα, ενώ ο Παλαμάς και οι ησυχαστές, ότι μόνο με τον διαλογισμό και με την φώτιση του “άκτιστου φωτός” μπορεί να γίνει γνωστή η αλήθεια. Η έριδα έληξε αφού ο νέος αυτοκράτορας πήρε θέση με τους δεύτερους, και έξι χρόνια πριν τον θάνατο του Όκκαμ (1341) βγήκε η απόφαση της Συνόδου, που πρόκρινε την προσευχή εις βάρος της λογικής και που επιβεβαιώθηκε δέκα χρόνια αργότερα (1351). Ήταν και η οριστική ταφόπλακα της δεύτερης προσπάθειας στο Βυζάντιο για μια στοιχειώδη αναγέννηση. Αυτό θα ενισχύσει και την υπάρχουσα αντιδυτική υστερία και θα βοηθήσει στην ξεκάθαρη στροφή προς τον Σουλτάνο που θα γίνει σύντομα.

Φυσικά, στο σαρωτικό πνεύμα του οκκαμισμού υπήρξαν αντιδράσεις, αυτές ήταν από τον Ζαν Μπουριτάν (1295-1363) αλλά και τους ήδη μυστικιστές Γερμανούς όπως ο Έκχαρτ (1260-1328). Η κριτική του Μπουριτάν ήταν θετική ως προς την εξέλιξη της αριστοτέλειας λογικής και επηρέασε θετικά ακόμα και τον Κοπέρνικο. Ο Έκχαρτ όμως στράφηκε σε ιδεαλιστικές και αντιορθολογικές νεοπλατωνικές λογικές, στηριγμένες στην μυστικιστική ένωση του ανθρώπου με τον Θεό.

Σημαντικότερος, πάντως, είναι ο Νικόλαος Κουζάνος (1401-1464), ένας πλατωνιστής θεολόγος, αστρονόμος και φιλόσοφος, που συμμετείχε και στις συζητήσεις για την ένωση των εκκλησιών με τους Βυζαντινούς.

Είδαμε εν συντομία, την διαλεκτική ανέλιξη της φιλοσοφικής σκέψης στην διάρκεια του Μεσαίωνα στην Ευρώπη μέχρι την Άλωση, για να καταλάβουμε ότι οι λόγιοι του Βυζαντίου που πήγαν στην Δύση εκείνη ακριβώς την εποχή, πράγματι πήγαν όπως λέει και η Αρβελέρ για να βρουν τα φώτα του πολιτισμού και όχι να τα δώσουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επέδρασαν θετικά στις ήδη διαμορφωμένες εξελίξεις. Ο Εμμανουήλ Χρυσολωράς, δίδαξε ελληνική γλώσσα και γραμματεία και την πλατωνική φιλοσοφία. Ο Πλήθων μολονότι δεν έμεινε, έπεισε τον Κοσμά Μέδικο να ιδρύσει μια Πλατωνική Ακαδημία στην Φλωρεντία. Ο Βησσαρίων που έγινε και καθολικός καρδινάλιος, μετέφερε όλη την βιβλιοθήκη του στην Δύση.

Άλλοι γνωστοί λόγιοι ήταν ο Γεώργιος Τραπεζούντιος, ο Θεόδωρος από την Γάζα και ο Ιωάννης Αργυρόπουλος. Όλοι αυτοί ευνόησαν την διδασκαλία των Ελληνικών και την μελέτη της αρχαίας γραμματείας σε συνδυασμό με τον ελληνομαθή Ιταλό μοναχό Βαρλαάμ, που εκδιώχθηκε με τις ησυχαστικές έριδες από το Άγιο Όρος και που ήταν και ο δάσκαλος του Πετράρχη. Αν εξαιρέσουμε τις μεταξύ τους έριδες (υπήρχαν και αυτές), βοήθησαν σε μία εντονότερη προβολή του Πλατωνισμού, και εντατικοποίηση των σπουδών, και οδήγησαν σε καλύτερη μετάφραση ή κατανόηση των πρωτότυπων ελληνικών κειμένων και τελικά το κίνημα του Ανθρωπισμού (Πετράρχης Έρασμος). Η ουσία όμως της Αναγέννησης είχε ήδη κτισθεί στα πανεπιστήμια της Δύσης από τον Μέσο Μεσαίωνα.

Επίλογος

 Είδαμε την εξέλιξη της γνώσης στην Δύση και το πως από τους σκοτεινούς χρόνους του Πρώιμου Μεσαίωνα που η γνώση ήταν στα χέρια της Εκκλησίας, με την Καρολίγγεια Αναγέννηση, μπόρεσε να διαχυθεί και να δημιουργήσει θεσμούς πραγματικής παιδείας σε μια ολόκληρη ήπειρο. Πως, με αρχικά ελάχιστα μέσα σε σχέση με τον πλούτο γνώσεων του Βυζαντίου, έκτισαν βάσεις για μια μεγάλη ανάπτυξη. Είδαμε, επίσης, την σταδιακή δημιουργία των πρώτων πραγματικών πανεπιστημίων (στο παράρτημα στο τέλος υπάρχουν και άλλα στοιχεία) και το πως αυτά εξελίχθηκαν ραγδαία, πως ανεξαρτητοποιήθηκαν από την Εκκλησία και τους ηγεμόνες, καθώς και το είδος της επίδρασης των άλλων λαών όπως του Βυζαντίου και των Αράβων. Τέλος, είδαμε σημαντικά ονόματα λογίων και το σταδιακό κτίσιμο των νέων ιδεών που έρχονται με την Αναγέννηση. Είδαμε πρωτότυπη σκέψη που κτίζεται σταδιακά, διαλέγεται και κλιμακώνεται, και όχι απλό υπομνηματισμό ή αναμάσηση με φιλοσοφικούς όρους ενός μονολιθικού δόγματος, όπως κατά κανόνα γινόταν στο Βυζάντιο. Αυτό που δεν είδαμε, αν και υπονοούνται σε κάποια σημεία, τα προβλήματα και τις αντιστάσεις που πρόβαλε η Εκκλησία, που ήταν πολλές αλλά θα κλιμακωθούν οργανωμένα μετά την Αναγέννηση. Ο Ύστερος Μεσαίωνας ήταν πράγματι μια εποχή έντονων και τελείως νέων φιλοσοφικών ζυμώσεων, μάλιστα στην ιστορία της φιλοσοφίας, πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν τον Ύστερο Μεσαίωνα σαν αυτή καθαυτή την φιλοσοφική αναγέννηση. Από εδώ και πέρα αρχίζει σταδιακά και η χρήση των εθνικών γλωσσών και τα πανεπιστήμια γίνονται φυτώρια της μεταγενέστερης μετεξέλιξης στο έθνος-κράτος.

Το χαρακτηριστικό που λείπει από το Βυζάντιο και που υπήρξε για ένα σεβαστό διάστημα στους Άραβες, είναι ότι στην Δύση, το παράθυρο της λογικής ήταν πάντα ανοικτό, όπως και σε μεγάλο βαθμό το παράθυρο του διαλόγου. Πάνω σε αυτά κτίστηκε η πορεία προς την φιλοσοφία, την Αναγέννηση και τον ανθρωπισμό. Όλοι σχεδόν οι λόγιοι ψάχνουν για λογικές αποδείξεις για τον θεό και την αλήθεια μέχρι να έρθει ο Όκκαμ και το σκηνικό να αλλάξει. Η αναζήτηση αυτή της λογικής συνέπειας αν και αρχικά δείχνει χωρίς μέλλον, χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα, ήταν τόσο συνεχής αλλά και δημιουργική για ότι ακολούθησε, που μας δείχνει ξεκάθαρα γιατί στο Βυζάντιο δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει κάτι αντίστοιχο παρά τις δύο προσπάθειες που έγιναν τον 10ο και 13ο αιώνα. Η Ανατολή συνέχισε να ζει στον εκκλησιαστικό της Μεσαίωνα, εγκλωβισμένη στον αχρονικό συμβολισμό και στην απόλυτη αντίθεσή της στην διαλεκτική και την πράξη, την στιγμή που στην Δύση, άθελα της η Εκκλησία, βοήθησε στο να ελευθερωθεί το πνεύμα, να απεγκλωβιστεί και να εκφρασθεί, να σπρώξει την Εξέλιξη εμπρός προς την νεώτερη εποχή. Το ότι έγινε άθελα της Εκκλησίας, φαίνεται αργότερα, μετά την Αναγέννηση και στην αντίδρασή της, τόσο στην Μεταρρύθμιση, όσο και στην αρχή της επιστημονικής έκρηξης που έγινε, με την δράση της Ιεράς Εξέτασης. Το παιχνίδι της όμως είχε χαθεί, εμφανίστηκαν νέοι φιλόσοφοι όπως ο Καρτέσιος ή ο Σπινόζα, ο στοχασμός ελευθερώθηκε, η έλευση του Διαφωτισμού ξεκαθάρισε το τοπίο και περιόρισε την Εκκλησία στο χωράφι της και μόνο. Με τον Διαφωτισμό έχουμε και την ολοκλήρωση του έργου της Αναγέννησης και της εξαιρετικής και επίπονης αυτής προσπάθειας που έγινε μέσα στον Μεσαίωνα και ελευθέρωσε το ανθρώπινο πνεύμα από τα δεσμά του φόβου και του σκότους της θρησκευτικής άγνοιας.

Παράρτημα

Άλλοι λόγοι που συνέτειναν στην Αναγέννηση
-Η χρήση της λατινικής γλώσσας σε όλες τις σχολές και αργότερα στα πρώτα πανεπιστήμια, δημιούργησε μια μεγάλη κινητικότητα καθηγητών αλλά και μαθητών. Πάρα πολλοί Άγγλοι δίδασκαν σε σχολές στην Ευρώπη και το αντίθετο. Επίσης συνακόλουθα σε αυτό υπήρχε μια μεγάλη κινητικότητα στην αντιγραφή βιβλίων. Τα νέα βιβλία, αντιγραφόντουσαν και κυκλοφορούσαν με μεγάλη ταχύτητα στις διάφορες σχολές ή ακολουθούσαν τις μετακινήσεις καθηγητών. Επίσης υπήρχε μεγάλη κινητικότητα και των μαθητών, που αν δεν τους κάλυπτε ένα πανεπιστήμιο, εύκολα πήγαιναν σε άλλο, ή τελειώνοντας ένα, συνέχιζαν τις σπουδές αλλού, σε άλλη πόλη.

-Η συνεχής αναζήτηση της γνώσης γενικά ευνοούσε τον διάλογο.

-Στον πολιτικό τομέα οι θέσεις του Αυγουστίνου, του Ιωάννη του Σκότου και η θεωρία του πάπα Γελάσιου του 1ου (τέλος 5ου αι.), καθόριζαν την πολιτική ιδεολογία του ισοδύναμου μοιράσματος της εξουσίας, στον ηγεμόνα και την Εκκλησία. Τον 10ο αιώνα όμως, οι ιερές συμμαχίες με κάποιους ηγεμόνες κλονίζονται, όταν στις μεταξύ τους διαμάχες, υπήρχε ξεκάθαρη επιλογή του πάπα. Οι λόγιοι ακόμα και ολόκληρα πανεπιστήμια, επιλέγουν με ποιόν θα ταχθούν και αυτό δίνει την ώθηση για την μελέτη και τον διάλογο πάνω στη πολιτική θεωρία, την ανεξαρτησία της Παιδείας και το πανεπιστημιακό άσυλο.

-Η δημιουργία της αστικής τάξης.

Η ανακάλυψη νέων θαλασσίων κυρίως διαδρομών προς την Ανατολή με αποκορύφωμα την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου αργότερα, η δημιουργία και εξέλιξη των ιταλικών δημοκρατιών, η σχετική σταθερότητα, έδωσαν σταδιακά ανάπτυξη στο εμπόριο. Μια νέα μεσαία τάξη, η αστική τάξη, εμφανίζεται ζητάει να μορφωθεί και να εξελιχθεί, αμφισβητώντας την αυθεντία και την εξουσία της Εκκλησίας και των ευγενών, απαιτώντας μερίδιο στην εξουσία.

Τα πανεπιστήμια στην Ευρώπη πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης
Τα πανεπιστήμια ήταν εξέλιξη της ύπαρξης πολλών σχολείων σε μια ευρύτερη περιοχή και της ανάγκης δημιουργίας σχολών δασκάλων και καθηγητών για αυτά και ξεκίνησαν ως universitas magistrorum, ή universitas scholarium. Τα δύο πρώτα πανεπιστήμια ήταν:

Το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια θεωρείται το πρώτο σύγχρονο πανεπιστήμιο, ιδρύθηκε στην Ιταλία το 1088.

Το Πανεπιστήμιο των Παρισίων (Σορβόνη) που όπως είδαμε ήταν εξέλιξη της σχολής του Άαχεν όταν μεταφέρθηκε στην δεκαετία του 870. Σαν πανεπιστήμιο θεωρείται το 2ο στον κόσμο και που δημιουργήθηκε πριν το 1150.

Στην Βικιπαίδεια υπάρχει λίστα όλων των πανεπιστημίων που ιδρύθηκαν από το 1000 έως το 1500 στις ευρωπαϊκές πόλεις και με τα σχετικά λινκς μπορείτε να δείτε την ιστορία του κάθε ενός.

Συνολικά 47 πανεπιστήμια ιδρύθηκαν στην Δυτική Ευρώπη από τον 11ο αι, ως το 1453 που έγινε η Άλωση της Κωνσταντινούπολης.

Βυζάντιο: Ο δολοφόνος των Ελλήνων

Το 146 π.χ. οι Έλληνες έδωσαν την τελευταία μάχη για την ελευθερία τους, εναντίων των Ρωμαίων, στην Λευκόπετρα, Κορινθίας.

Βυζάντιο = Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

ΔΕΝ υπήρξε σε όλη την διάρκειά της Ελληνικό κράτος αλλά Ρωμαιοκρατούμενο Ελληνικό έδαφος. Ακόμα και ο τελευταίος αυτοκράτορας Κων/νος Παλαιολόγος δεν υπόγραφε σαν Έλληνας αλλά σαν αυτοκράτορας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας!



Από τους Ρωμαίους ποτέ δεν απελευθερώθηκαν, αλλά παραδόθηκαν ως πρόβατα επί σφαγή εις τους Τούρκους.

Το 146 π.χ. είναι η αποφράδα χρονολογία που οι Έλληνες δεν έχασαν μόνο την ελευθερία τους, αλλά κάτι ακόμη πολυτιμότερο, έχασαν τα ιδανικά τους, την ιδεολογία τους, την νοοτροπία τους, έχασαν όλα αυτά που τους έκαναν να μεγαλουργήσουν, παραδίδοντας στο σύγχρονο κόσμο έναν πολιτισμό που όμοιός του δεν υπήρξε.

Τα χρόνια που ακολούθησαν από το 146 π.χ. και μέχρι το 325, οι Έλληνες κατάφεραν κάτι το αδιανόητο, να επιβληθούν στους Ρωμαίους πολιτισμικά. Ήταν τόσο φανερή η επιβολή που ανάγκασε το Ρωμαίο ποιητή Οράτιο να ομολογήσει: “Μπορεί οι Ρωμαίοι να επεβλήθησαν στους Έλληνες δια των όπλων, αλλά οι Έλληνες τους επιβλήθηκαν με τον πολιτισμό τους”. Στο διάστημα αυτό είχαμε και φιλελληνικές τάσεις από Ρωμαίους αυτοκράτορες, όπως του Αδριανού, και γενικώς οι Έλληνες ετύγχαναν ιδιαιτέρας εκτίμησης.

Με την εδραίωση όμως στον θρόνο της αυτοκρατορίας του (Μεγάλου) Κωνσταντίνου, την προώθηση του Χριστιανισμού, και την επιβολή του ως αποκλειστικής θρησκείας από τον (Μέγα) Θεοδόσιο το 392, ο ελληνικός πολιτισμός και μαζί του ο δυτικός κόσμος εισέρχονται στο βαθύ σκοτάδι του βυζαντινού μεσαίωνα...

Τα αυτοκρατορικά διατάγματα (κώδικες) είναι απάνθρωπα και διατάσσουν: Θάνατος και δήμευση της περιουσίας σε όποιον τελεί ιεροτελεστίες προς τιμή των παλιών θεών. Η ασυδοσία των (αγίων) πατέρων των νεοφώτιστων χριστιανών και οι ορδές των καλογέρων, αφιονισμένοι από το νέο δόγμα, θανάτωναν από απλούς πολίτες μέχρι ανθρώπους της διανόησης, φυσικούς, μαθηματικούς, αστρονόμους, που δεν αποδέχονταν τον Χριστιανισμό. Ολοκληρώνοντας τον αφανισμό του ελληνικού γένους, του πολιτισμού του, και θάβοντας για 15 αιώνες, τα μέχρι τότε επιτεύγματα της τεχνολογίας. Την βαρβαρότητα αυτή μαρτυρούν τα χιλιάδες αποκεφαλισμένα και ακρωτηριασμένα αγάλματα, που κοσμούν σήμερα, τα ελληνικά μουσεία, αλλά και τα μουσεία της Ευρώπης και της Αμερικής. Το μαρτυρεί, ο πρώτος υπολογιστής της ανθρωπότητας, ο υπολογιστής των Αντικυθήρων, και βοά, που η τεχνολογία του χάθηκε και ξεχάστηκε.

Οι Έλληνες που υπερείχαν συντριπτικά, πολιτισμικά και πνευματικά, από όλους τους άλλους λαούς, τους ήταν αδιανόητο να απαρνηθούν τη θρησκεία των προγόνων τους, και να αποδεχθούν την θρησκεία των Εβραίων ενός ανατολίτικου και κατώτερου λαού όπως πίστευαν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι Έλληνες έλεγαν: “Πας μη Έλλην είναι βάρβαρος”. Μπορεί η αρχική σημασία της λέξης “βάρβαρος” να ήταν αυτός που δεν μιλά Ελληνικά, αλλά σύντομα είχε πάρει τη σημασία του αγροίκου, του απολίτιστου.

Το αίσθημα της πατρίδος χάθηκε, μαζί του χάθηκε το “μολών λαβέ” του Λεωνίδα, και ο παιάνας των Σαλαμινομάχων “Ώ παίδες Ελλήνων ίτε ελευθερούτε πατρίδα ελευθερούτε δε παίδας γυναίκας θεών τε πατρώων έδη θήκας τε προγόνων νυν υπέρ πάντων αγών” και τη θέση τους πήρε το “κύριε ελέησον ”
.
Οι κουκουλοφόροι καταδότες και τα χριστιανικά “κρεουργεία” που στήθηκαν έπιασαν γρήγορα δουλειά, η πελατεία μπόλικη, και εξασφαλισμένη, κυρίως Έλληνες. Ο φόβος έσβησε τα ίχνη τους μέχρι σήμερα, παρά τη μακροχρόνια δράση τους. Η 20ετής δράση όμως του “κρεουργείου” της Σκυθούπολης (όπως αναφέρει ο Ρωμαίος ιστορικός Μαρκελλίνος Αμμιανός) το οποίο στήθηκε προτού καν γίνει ο Χριστιανισμός επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, υποδηλώνει το τι έγινε μετά.

Το 390 ο Θεοδόσιος δίνει εντολή και μέσα στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης σφαγιάζονται 15.000 άοπλοι Έλληνες πολίτες. Αλλά δεν έφταναν αυτά· το 396 ο αυτοκράτορας Αρκάδιος έστρεψε τον Αλάριχο στρατηγό των Γότθων -και αφού τον εφοδίασε με πολυάριθμους μοναχούς- κατά των κέντρων πολιτισμού του ελλαδικού χώρου. Ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος γράφει χαρακτηριστικά:
...οι δε (Γότθοι) καθοδηγούμενοι υπό πολυαρίθμων μοναχών κατεπλημμύρησαν πάντα τα μεταξύ Θερμοπυλών και Αττικής, Λοκρίδα, Φωκίδα, Βοιωτίαν, λεηλατούντες και καταστρέφοντες χώρας και πόλεις, και τους μεν άνδρες ηβηδών αποσφάτοντες, (ομαδικά αποκεφαλίζοντας) παίδας δε και γυναίκας αγεληδών συνεπαγόμενοι. Η συμφορά υπήρξε τοσαύτη ώστε ο πεντηκονταετίαν βραδύτερον ακμάσας (ιστορικός) Ζώσιμος βεβαιεί, ότι μέχρι των χρόνων αυτού εφαίνοντο έτι τα στίγματα αυτής.
Άγνωστος ο αριθμός των σφαγιασθέντων, στα 2 χρόνια που κράτησε η επιδρομή. Εικάζεται ότι ανέρχεται σε πολλές εκατοντάδες χιλιάδες.

Εις το κεφάλαιο “ΔΕΙΝΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΔΙΩΓΜΟΣ” συνεχίζει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος να γράφει:
Ωσαύτως επί βαρυτάταις χρηματικαίς ζημίαις, και ύστερον επί ποινή θανάτου, απηγορεύθησαν αλληλοδιαδόχως αι εν ημέρα και εν νυκτί θυσίαι, αι ιεροσκοποίαι, οι των ειδώλων λατρία, η εις τους ναούς είσοδος, και εν γένει πάσα δημοσία και απόρρητος τελετή του αρχαίου θρησκεύματος. Καθώς δε συνήθως συνέβαινε περί τα τοιαύτα η εκτέλεσις των νόμων τούτων υπερέβαλε πολλάκις και αυτήν, αυτών την δεινήν αυστηρότητα. Οι κατά τας επαρχίας εξαγριωμένοι όχλοι μη αρκούμενοι εις την κατάργησιν της λατρείας, ήθελον να καταστρέψωσι και αυτά τα οικοδομήματα εντός των οποίων αύτη ετελείτο. Τινές των επισκόπων και οι πλείστοι των μοναχών συνετέλουν προθυμότατα εις τον όλεθρον τούτον. Tοιουτοτρόπως επί Θεοδοσίου εθριάμβευσεν ο Χριστιανισμός κατά της ειδωλολατρείας...
Τα θανατηφόρα αυτοκρατορικά διατάγματα (κώδικες) κατά των Ελλήνων εξακολουθούν να εκδίδονται συνεχώς, ακόμη και επί Ιουστινιανού το 530. Στη “Στάση του Νίκα” το 532 θανατώνονται στον ιππόδρομο της Πόλης 30.000 άοπλοι πολίτες.

Με πρωτοστατούντες Δεσποτάδες, παπάδες και καλογέρους, οι διωγμοί, και τα εγκλήματα, κατά των μη χριστιανών, τέλος δεν έχουν, συνεχίστηκαν μέχρι το 990 περίπου, με τελευταίους υποκύψαντες τους Μανιάτες.

Το Βυζάντιο, ο νεκροθάφτης του ελληνικού πολιτισμού και ο δολοφόνος του Eλληνικού πληθυσμού, ήταν το κράτος όπου κυριαρχούσαν τα δύο σύνδρομα η θεοκρατία και η αναξιοκρατία, και που κατάντησε τους λίγους εναπομείναντες Έλληνες, αγράμματους, κουρελήδες, και πεινασμένους, έρμαιους στη κτηνωδία του κάθε επιδρομέα. Η δημοκρατία καρατομήθηκε, και λέξεις “Έλλην” και “Ελλάς” διαπομπεύτηκαν, και για αιώνες έσβησαν από το λεξιλόγιο των Ελλήνων.

Ο Eλλαδικός χώρος εκεί που κάποτε έσφυζε από ζωή, και χαρούμενες γιορτές ερήμωσε, τεράστιες περιοχές έμειναν ακατοίκητες, και όπου συναντούσες οικισμούς εκεί βασίλευε η θλίψη και ο μαρασμός. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες, τα Νέμεα, τα Ίσθμια, τα Πύθια, τα Παναθήναια σταμάτησαν. Οι ποιητικοί και θεατρικοί αγώνες δεν ξανάγιναν. Τα στάδια και τα θέατρα έρημα, έμειναν βουβοί μάρτυρες, του λαμπρού παρελθόντος, και με τις κουκουβάγιες που τα κατοίκισαν να θρηνούν ολονυχτίς, την πνευματική και πολιτισμική κατάντια των Ελλήνων.

Το Eλληνικό έθνος ψυχορραγούσε, όχι μόνο πολιτισμικά αλλά και πληθυσμιακά. Κατά την υποδούλωση των Ελλήνων στους Ρωμαίους το 146 π.χ. λογικό είναι ο πληθυσμός τους θα αριθμούσε πολλά εκατομμύρια. Αν λάβουμε υπ' όψιν τις περιγραφές του Παυσανία, που θέλοντας να δείξει πόσο πυκνοκατοικημένος ήταν ο ελλαδικός χώρος, γράφει ότι τα κατσίκια μπορούσαν να πηδούν από τα κεραμίδια τις μιας οικίας στα κεραμίδια της άλλης. Ακόμη και τους, οικειοθελώς, εξελληνισμένους, από τους διαδόχους του Μ. Αλεξάνδρου, λαούς της Μικράς Ασίας. Προτού από την επιβολή του Χριστιανισμού, ως αποκλειστικής θρησκείας, οι ελληνόφωνες της αυτοκρατορίας υπερέβαιναν τα 40 εκατομμύρια. Σήμερα το ελληνικό έθνος, μαζί με τους Έλληνες της διασποράς είναι περίπου 15 εκατομμύρια. Αν συγκρίνουμε τον πληθυσμό των Τούρκων που σήμερα φθάνει τα 70 εκατομμύρια, και οι Οθωμανοί Τούρκοι που ήλθαν στη Μικρά Ασία το 1200 δεν υπερέβαιναν τις 50.000 οικογένειες, σύμφωνα με την τούρκικη ιστορία, τότε ο ελληνικός πληθυσμός, αν δεν σφαγιαζόταν, σήμερα έπρεπε να ήταν πολύ περισσότερος από 100 εκατομμύρια.

 Πότε το παπαδαριό θα ζητήσει δημόσια συγνώμη, για τα εκατομμύρια εγκλήματα που διέπραξαν οι προκάτοχοι των εις βάρος των Ελλήνων;

ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ Vs ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΑΠΑΤΗ ΚΑΙ ΑΥΤΑΠΑΤΗ

Η ανθρωπότητα και η επιστήμη μπροστά στην θρησκευτική απάτη και αυταπάτη
ή
«Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά»,
Ρήγας Φεραίος-Βελεστινλής

«Πιθανόν εσείς, κριτές μου, να ανακοινώνετε
την καταδίκη εναντίον μου με μεγαλύτερο
φόβο απ’ ό,τι τη δέχομαι εγώ»
Giordano Bruno

«Η πίστη είναι για τον άνθρωπο ό,τι και η
άμμος για τη στρουθοκάμηλο»
Τοιχογράφημα

«Καμιά ψευτιά δεν είναι τόσο καταστροφική
όσο εκείνη που γίνεται αντικείμενο πίστης»
Thomas Paine, αμερικανός φιλόσοφος.

«Όλες οι μεγάλες αλήθειες ξεκινούν ως βλασφημίες»
George Bernard Shaw Νόμπελ Λογοτεχνίας

Ένας άνθρωπος που στοχάζεται κι εργάζεται κάνει περισσότερα θαύματα, από χίλιους που προσεύχονται σε ανύπαρκτους ‘θεούς’

«Οι κάτοικοι της γης είναι δύο ειδών: εκείνοι με μυαλά, αλλά
χωρίς θρησκεία, και εκείνοι με θρησκεία, αλλά χωρίς μυαλά»
Al-Ma’arri Άραβας φιλόσοφος

«Μία από τις πιο θλιβερές διδαχές της ιστορίας», έγραφε ο διάσημος Αμερικανός αστρονόμος και αστροφυσικός Carl Sagan «είναι η εξής: Αν μας έχουν κοροϊδέψει για αρκετά μακρύ χρονικό διάστημα, τείνουμε να απορρίπτουμε κάθε ένδειξη της κοροϊδίας. Δεν μας ενδιαφέρει πλέον να μάθουμε την αλήθεια. Η κοροϊδία μας έχει καταστήσει δέσμιους. Απλά, παραείναι οδυνηρό να παραδεχθούμε, ακόμα και στους εαυτούς μας, ότι υπήρξαμε τόσο ευκολόπιστοι»[1].

Υπάρχουν θέματα ταμπού το άγγιγμα των οποίων θεωρείται ασέβεια, αμαρτία, ‘έγκλημα καθοσιώσεως’ που επισύρει τις ανάλογες τιμωρίες, που κλιμακώνονται από την τιμωρία και την φυλακή μέχρι την ‘κόλαση’, την πυρά και την αγχόνη, τις οποίες επιβάλλουν οι φύλακες των ταμπού, τα σκοταδιστικά και τα εξουσιαστικά ιερατεία, στους ασεβείς, στους αμαρτωλούς, στους αντικαθεστωτικούς και στους ‘αναρχικούς’. Παράλληλα υπάρχουν καταστάσεις που προκαλούνται από τα ταμπού των θρησκειών και των εξουσιών που επιφέρουν την οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση, το ξεκλήρισμα, τον εκτοπισμό και το θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων, η αντιμετώπιση των οποίων αποτελεί χρέος ύψιστο των επιστημών και των επιστημόνων, πράγμα που επιβάλλει το άγγιγμα, το ξεκλείδωμα και την απομυθοποίηση των θρησκευτικών και των εξουσιαστικών ταμπού.
Κάποιοι, ταυτισμένοι με τα θρησκευτικά και εξουσιαστικά ιερατεία αφορίζουν, ή καταδικάζουν και φυλακίζουν, ακόμα και δολοφονούν, σκοτώνουν και καίνε όσους ξεπερνούν τον εξουσιαστικό Φόβο και συνεπείς στην επιστημονική και κοινωνική συνείδησή τους τολμούν να αναζητήσουν την αλήθεια, τις ρίζες των αιτιών της κακοδαιμονίας, με κίνδυνο να χάσουν, όχι μόνο την όποια βολή τους, αλλά την ίδια τη ζωή τους. Σ’ αυτούς, στους τολμηρούς χρωστάμε άνθρωποι και ανθρωπότητα, όλες τις κατακτήσεις που μας οδήγησαν μέσα από αγώνες στη σημερινή πραγματικότητα που υπόσχεται έναν καλύτερο κόσμο, τον κόσμο της κοινωνικής ισότητας.

Σεβαστές οι δοξασίες και η πίστη του καθενός, φτάνει να είναι δικές τους και ‘μετά Λόγου Γνώσεως’ και όχι από φόβο και από άγνοια και να μην τον καθιστούν υποχείριο των θρησκευτικών και εξουσιαστικών ιερατείων και αντικείμενο οικονομικής, κοινωνικής, πνευματικής και πολιτικής εκμετάλλευσης. Επειδή όμως κανένας δεν επέλεξε την θρησκεία και την πίστη του, αλλά του επιβλήθηκε από τα σκοταδιστικά και τα εξουσιαστικά ιερατεία, σε ηλικία που δεν μπορούσε να κρίνει, να συγκρίνει και να επιλέξει να πιστεύει ή να μην πιστεύει σε κάτι, γι αυτό η αναζήτηση της αλήθειας για την κακοδαιμονία της ύπαρξης και της συνύπαρξης ανθρώπων και Λαών, αποτελεί σήμερα, στον 21ο αιώνα της κοινωνικά χρήσιμης επιστήμης και της απελευθερωτικής τεχνολογίας, πρώτη προτεραιότητα η αναζήτηση της εξόδου από τους μύθους και την καπιταλιστική βαρβαρότητα.

Όσον αφορά στο παραμύθι των επαγγελματιών θεολόγων, των παπάδων, των ιδεολόγων-φιλοσόφων της εξουσίας και μερικών μονοδιάστατων και παρτάκηδων ‘επιστημόνων’ για τον υποτιθέμενο παρηγορητικό ρόλο των θρησκειών που τάχα ανακουφίζει τους αδύναμους, τους φτωχούς και τους πάσχοντες, πράγμα που τάχα τις καθιστά χρήσιμες και αναγκαίες, οφείλουμε να ρωτάμε για τη συμβολή των θρησκειών στην διαίρεση των κοινωνιών σε πιστούς και απίστους, σε ισχυρούς και αδύναμους σε πλούσιους και φτωχούς, σε έχοντες και μη έχοντες σε βολεμένους και σε πάσχοντες. Οφείλουμε να ρωτάμε γιατί άραγε όλες οι θρησκείες διαπλέκονται με τις εκάστοτε εξουσίες, η ύπαρξη των οποίων προϋποθέτει την κοινωνική ανισότητα, δηλαδή την ύπαρξη φτωχών, αδύναμων και πασχόντων.

Ρωτώντας θα κατανοήσουμε ότι ο παρηγορητικός ρόλος των θρησκειών, των Εκκλησιών και των ιερατείων λειτουργεί ως αφιόνι, ως παυσίπονο απέναντι στη βαρβαρότητα των εξουσιών και συνεπώς θα κατανοήσουμε ότι εκείνο που χρειάζονται οι αδύναμοι, οι φτωχοί και οι πάσχοντες είναι η πραγματική βοήθεια της κοινωνικά χρήσιμης επιστήμης, η ισονομία και η κοινωνική ισότητα και όχι ψέματα και ψευδαισθήσεις. Και συνεπώς, οφείλουμε να είμαστε ρεαλιστές και αντικειμενικοί και χωρίς κούφιους συναισθηματισμούς, όπως ο δικαστής που αρνείται την επιείκεια στον πατροκτόνο που επικαλείται το ελαφρυντικό της ορφάνιας του, γιατί αυτό κάνουν οι θρησκείες και οι εξουσίες, πρώτα καταδικάζουν την εργαζόμενη ανθρωπότητα στη φτώχεια, στη δυστυχία και στην αρρώστια για να πλουτίζουν οι λίγοι και μετά έρχονται να προσφέρουν παρηγοριά με φόβο και ‘δωρεάν μεταθανάτιο παράδεισο’ στους ‘πιστούς’, δυσμένεια, φυλακές, ζωή-κόλαση και θάνατο στους ανυπότακτους και στους ‘απίστους’.

Με αφετηρία αυτές τις σκέψεις έγραψα το βιβλίο ‘Θεός και κεφάλαιο. Δοκίμιο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας’, που κυκλοφορεί σε δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις ΚΟΥΚΚΙΔΑ, ως συμβολή στον σχετικό δημόσιο διάλογο, από τον οποίο ποτέ και κανένας δεν ζημιώθηκε εκτός από εκείνους που μας θέλουν βωβούς, κωφούς, τυφλούς και δούλους ανύπαρκτων θεών και υπαρκτών αφεντάδων. Το βασικό συμπέρασμά του είναι ότι οι θεοί και οι θρησκείες αποτελούν σκόπιμα κατασκευάσματα των εξουσιών και εργαλεία εξαπάτησης και εκμετάλλευσης των εργαζόμενων ανθρώπων και των Λαών. Οι θρησκείες λειτουργούν ως εξουσιαστικές ιδεολογίες για να κρύψουν τη βαρβαρότητα των εξουσιών και να τη φορτώσουν στα εκάστοτε φετίχ των εκάστοτε εξουσιών. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος αυτού του βιβλίου και αποσκοπεί στην πρόκληση αυτού του ζωτικής σημασίας δημόσιου διαλόγου σε συνθήκες έξαρσης της θρησκευτικής απάτης, ταυτόχρονα και αυταπάτης.

Τα προβλήματα της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού. ‘Πίστευε και μην ερευνάς’;

«Δεν κάνει να διερευνούμε το ζήτημα της θρησκείας πολύ
στενά, καθώς έχει την τάση να οδηγεί στην απιστία.»
Abraham Lincoln πρόεδρος των Η.Π.Α.

Η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός, ως αντανάκλαση στο πνευματικό επίπεδο, της πίεσης των δυνάμεων που σε οικονομικο-κοινωνικό επίπεδο εξέφραζαν την απαίτηση ανατροπής της δουλοπαροικίας, προκάλεσαν την εμφάνιση και τη δυναμική ανάπτυξη του καπιταλισμού, αμφισβητώντας έντονα τον ρόλο του χριστιανισμού, του βασικού στυλοβάτη της φεουδαρχίας. Στο πλαίσιο αυτής της αμφισβήτησης βγήκαν στην επιφάνεια πολλά στοιχεία που αποδείχνουν τον σκοταδιστικό και εξουσιαστικό χαρακτήρα των θρησκειών και ειδικότερα του ρωμαιο-ιουδαιο-χριστιανισμού, στοιχείο καταλυτικής αμφισβήτησης του οποίου αποτελεί η αμφισβήτηση της ιστορικότητας του ίδιου του Ιησού Χριστού[2]. Βέβαια, ο χριστιανισμός που τιμώρησε την ανθρωπότητα με τον φρικτό Μεσαίωνα για να σώσει από τις αμέτρητες αγροτικές εξεγέρσεις τον φεουδαρχισμό δεν δυσκολεύτηκε, όπως όταν εγκατέλειψε τη δουλοκτησία για λογαριασμό της φεουδαρχικής εξουσίας, να προσφέρει διαπλεκόμενος τις υπηρεσίες του στη νέα καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, η οποία, όμως, φαίνεται πως, για ν’ αντιμετωπίσει τη δική της αμφισβήτηση, ψάχνει τώρα για καινούργια, πιο εκτυφλωτικά σκοταδιστικά ‘δεκανίκια’.

Η αμφισβήτηση της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού στηρίζεται στο γεγονός πως «κανένας ιστορικός της περιόδου που φέρεται να έζησε ο Ιησούς Χριστός δεν αναφέρεται στην ύπαρξή του και μέχρι τώρα δεν υπάρχει κάποια αρχαιολογική απόδειξη αποδεκτή ευρέως[3] για την ιστορικότητα του Ιησού, και ό,τι πραγματικά γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για τον Ιησού Χριστό είναι μέσα από την αφήγηση των Ευαγγελίων. Ο Ιησούς Χριστός είναι ένας φανταστικός μυθιστορηματικός χαρακτήρας και όχι ένα ιστορικό πρόσωπο»[4]. Άλλοι ισχυρίζονται πως τον Ιησού των ευαγγελίων τον ‘ανακάλυψε’ ως ‘μυθιστορηματικό χαρακτήρα’ ο λεγόμενος Απόστολος Πέτρος[5]. Το γεγονός μάλιστα ότι δεν υπάρχει ούτε μια εβραϊκή ιστορική μαρτυρία του 1ουαιώνα για Χριστό, χριστιανούς και χριστιανισμό αποτελεί μια πολύ σοβαρή απόδειξη της ανυπαρξίας του Ιησού, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες κάποιων[6] να εντοπίσουν ιστορικές μαρτυρίες πίσω από ασαφείς, ατεκμηρίωτες και έντονα αμφισβητούμενες πλαστές αναφορές μη σύγχρονων, του υποτιθέμενου προσώπου, ιστορικών. Οι δυο υποτιθέμενες σχετικές αλλά ασαφείς αναφορές του Φλάβιου Ιώσηπου έχουν καταγγελθεί ως κακόβουλες πλαστογραφήσεις απ’ τη στιγμή που διατυπώθηκαν. Τέσσερις μη χριστιανοί ιστορικοί του 1ου και 2ουαιώνα κάνουν μόνο έμμεση αναφορά σε κάποιον Χριστό[7] που δρούσε στη Ρώμη. Αυτοί είναι ο Ιώσηπος, ο Τάκιτος, ο Σουητώνιος[8] και ο Πλίνιος ο νεώτερος. Οι αναφορές αυτές αφορούν κυρίως στο κίνημα των χρηστών[9] της Ρώμης και όχι στην ύπαρξη του Ιησού, ενώ καμία απ’ αυτές τις αναφορές δεν είναι σύγχρονη με τον υποτιθέμενο Χριστό. Η πλέον σημαντική αναφορά θεωρείται αυτή του Ιωσήπου, η οποία προέρχεται από το ιουδαϊκό περιβάλλον, είναι η πλησιέστερη προς τη χρονολογία του υποτιθέμενου θανάτου του Ιησού και γράφτηκε περί το 93-94 μ.Χ. «Η γνησιότητα της αναφοράς του ακόμα και σήμερα αμφισβητείται από μέρος των ιστορικών, αν και η επικρατέστερη γνώμη ανάμεσα στους μελετητές είναι πως ο Ιώσηπος στο εν λόγω κείμενο έγραψε κάτι σχετικό για κάποιον Ιησού, αλλά το κείμενό του παραμορφώθηκε τόσο από παρεμβάσεις χριστιανών που δεν μπορούμε να το αποκαταστήσουμε αξιόπιστα»[10].

Η αποδιδόμενη αναφορά στον Ιώσηπο λέει συγκεκριμένα τα παρακάτω:«Εκείνη την περίοδο περίπου έζησε ο Ιησούς, ο σοφός άνθρωπος, αν βέβαια μπορεί κανείς να τον αποκαλέσει άνθρωπο. Ήταν εκείνος που έκανε απίστευτα πράγματα και ήταν ο δάσκαλος ανθρώπων που δέχονται την αλήθεια ευχαρίστως. Προσέλκυσε πολλούς Ιουδαίους αλλά και πολλούς Εθνικούς. Ήταν ο Χριστός. Όταν ο Πιλάτος, έπειτα από πρόταση που του έκαναν οι επιφανέστεροι ανάμεσά μας, τον καταδίκασε να σταυρωθεί, εκείνοι που από την αρχή τον αγάπησαν δεν έπαψαν να τον αγαπούν. Διότι εμφανίστηκε σε αυτούς την τρίτη ημέρα πάλι ζωντανός, όπως οι προφήτες του Θεού το είχαν προφητεύσει μαζί με πολλά άλλα θαυμαστά πράγματα για αυτόν. Και μέχρι σήμερα η φυλή των Χριστιανών, όπως ονομάστηκαν από αυτόν, δεν έχει εκλείψει»[11]. Όπως θα παρατηρήσει ο προσεκτικός αναγνώστης, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ακόμα σκοτεινό σημείο του μύθου, αφού σ’ αυτήν την προσθήκη χρησιμοποιείται η έκφραση «τον καταδίκασε να σταυρωθεί», και δεν γίνεται καμιά αναφορά για σταύρωση και ανάσταση, κενό που από κάποιους ερμηνεύτηκε ως απελευθέρωση του φυγόδικου Ιησού και εμφάνιση μετά από τρεις μέρες σε μερικούς έμπιστους πριν φυγαδευτεί σε άλλη χώρα. Όσο για τη ‘φυλή των χριστιανών’, αυτή θα συνεχίσει να υπάρχει όσο θα υπάρχουν εξουσίες που θα κατασκευάζουν φύλαρχους και φυλές των ισλαμιστών, των βουδιστών, των Γιεχβιστών κ.λπ. κ.λπ. για να κρύβουν πίσω από αυτές τα συγκρουόμενα συμφέροντά τους.

Ιστορικά πρόσωπα χωρίς ιστορικές αποδείξεις δεν υπάρχουν

«Τίποτα δεν είναι πιό ενάντιο στη θρησκεία και στο
ιερατείο από την κρίση και την κοινή λογική.»
Voltaire

Ο ιστορικός Γιάννης Κορδάτος γράφει σχετικά με την αξιοπιστία των χριστιανικών γραφών: «Όπως ξέρουμε, η Νέα Διαθήκη έχει παρμένα πολλά χωρία από την Παλαιά Διαθήκη και ο Ιουστίνος μας πληροφορεί πως στα χρόνια του, οι Εβραίοι δεν αναγνώριζαν σαν έγκυρα αυτά τα χωρία και γενικά χαρακτήριζαν την προφητολογία και χριστολογία της Νέας Διαθήκης ως πλαστή»[12]. Πολλοί ιστορικοί, από όλον τον κόσμο, θεωρούν την σχετική αναφορά του Ιώσηπου πλαστή, ως εκ των υστέρων προστεθείσα, για ευνόητους λόγους. Μεταξύ αυτών και ο επίσης ιστορικός ερευνητής Γιάννης Ρούσσος, ο οποίος αποκρούει τη γνησιότητα της αποδιδόμενης στον Ιώσηπο παραπάνω αναφοράς, παραπέμποντας στη δεοντολογία της ιστορικής επιστήμης[13]. «Ο Ιησούς Χριστός και οι άλλοι ΔΕΝ είναι εξ ορισμού ιστορικά πρόσωπα, διότι ιστορικά πρόσωπα είναι όσα ρητώς αναφέρονται στις κατάλληλες πηγές»[14].

Παρά το μέγεθος της προσπάθειας να ενταχθούν εκ των υστέρων κατασκευασμένα γεγονότα στην πραγματική ιστορία της κρίσιμης περιόδου, προκειμένου να τεκμηριωθεί ως πραγματικό γεγονός ο μύθος του Χριστού και του χριστιανισμού, οι αντιφάσεις, οι αντιθέσεις, οι λαθεμένες αναφορές, οι σκόπιμες παρεμβάσεις και οι πλαστογραφήσεις που χαρακτηρίζουν τα ευαγγέλια[15], αλλά και όλα τα άλλα λεγόμενα ‘ιερά κείμενα’ του χριστιανισμού είναι τόσες που δεν μπορούν να αποφευχθούν και να αποκρυφτούν[16], ούτε και να δικαιολογηθούν, ακόμα και αν οι νεότεροι απολογητές του χριστιανισμού, προκειμένου να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα που αποκαλύπτει τον μυθικό και απατηλό[17] χαρακτήρα του, αντιλέγουν με το επιχείρημα πως «τα Ευαγγέλια δεν κάνουν ιστορία, μα συμβολική μεταφυσική»[18]. Δηλαδή λένε ψέματα και μύθους αναπόδεικτους, αλλά τότε το ερώτημα είναι: Γιατί και για ποιο λόγο;

Αντικειμενικά, το πρόβλημα της ιστορικότητας του Ιησού αρχίζει από το γεγονός πως όσοι σοφίστηκαν τον μύθο του και έγραψαν για την υποτιθέμενη ζωή και δράση του, ξέχασαν να αναφέρουν πότε ακριβώς γεννήθηκε και συνεπώς πότε ακριβώς ‘σταυρώθηκε’, αφού καμιά σχετική ιστορική μαρτυρία δεν υπάρχει και σε κανένα κείμενο των ‘ευαγγελιστών και των αποστόλων’ δεν αναφέρεται τίποτα αξιόπιστο και σχετικό με την ημερομηνία γέννησής του, πράγμα που άφηνε περιθώριο για σχόλια και αμφισβήτηση του μύθου. Εκείνο όμως που περιπλέκει περισσότερο το θέμα της γέννησης του Χριστού, σε βαθμό μάλιστα που να την αναιρεί ως πραγματικό γεγονός, είναι η διαφωνία μεταξύ των λεγόμενων ευαγγελιστών Λουκά και Ματθαίου, αφού κατά τον Ματθαίο ο Ιησούς γεννήθηκε την εποχή του Ηρώδη του Μεγάλου, δηλαδή το 5, το 6, το 7 παλιάς χρονολογίας (π.χ.), ή και νωρίτερα, αφού ξέρουμε ότι ο Ηρώδης πέθανε το 4 π.χ., ενώ κατά τον Λουκά (2. 1-7) γεννήθηκε την εποχή της απογραφής που διέταξε ο κυβερνήτης της Συρίας, Κυρήνιος, δηλαδή το 6 νέας χρονολογίας (ν. χ)., με άλλα λόγια τουλάχιστον 11 χρόνια αργότερα[19].

Διάφορες πηγές μάς αποκαλύπτουν τις σκοπιμότητες που κρύβονται πίσω από τις πράξεις και τις παραλείψεις των ανερχόμενων αγχομένων θρησκευτικών και εξουσιαστικών ιερατείων, τα οποία ετεροχρονισμένα και αυθαίρετα αποφάσισαν να εκδώσουν πιστοποιητικό γέννησης ενός ιστορικά ανύπαρκτου προσώπου, που το ήθελαν ‘θεό’-εργαλείο τους, χωρίς ληξιαρχική πράξη γέννησης, στη θέση ενός άλλου παλιότερου ανύπαρκτου θεού-εργαλείου παρακμασμένων εργαλειοποιών. «Το έτος γέννησης του Χριστού ως ανοιχτό πρόβλημα έχει απασχολήσει κατά καιρούς επιστήμονες[20] και ιστορικούς […].O καθορισμός της 25ης Δεκεμβρίου ως ημερομηνίας γέννησης του Χριστού έγινε όταν η Καθολική Εκκλησία έψαχνε ένα τρόπο για να καταργήσει, χωρίς να δημιουργήσει μεγάλο θόρυβο, τις γιορταστικές τελετές μιας ειδωλολατρικής θρησκείας, η οποία απειλούσε τότε όχι μόνο την ύπαρξη, αλλά και την εξάπλωση του Χριστιανισμού. Η Καθολική Εκκλησία αποφάσισε να καθορίσει, τις ίδιες μέρες που οι ειδωλολάτρες γιόρταζαν, με απώτερο σκοπό η ειδωλολατρική γιορτή να αρχίσει σιγά-σιγά να εκλείπει. […] Συγκεκριμένα ο πάπας Ιούλιος Α΄ γύρω στο 335 ν. χ. επέβαλε στους Χριστιανούς να γιορτάζουν τα Χριστούγεννα ανά έτος την 25η Δεκεμβρίου»[21]. Μια δεύτερη πηγή μάς πληροφορεί ότι το πρόβλημα πίεζε, οπότε: «Διακόσια χρόνια αργότερα, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (150-215 ν. χ.) συγκέντρωσε όλες τις πολλές απόψεις και αποφάνθηκε ότι ο Ιησούς γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου του 3 π. χ. Άλλοι τοποθετούν την γέννηση στις 19 Απριλίου και άλλοι στις 20 Μαΐου. Στην αρχή, η γέννηση γιορταζόταν την 6η Ιανουαρίου. Στα 354, η Ρώμη και άλλες εκκλησίες της Δύσης επέλεξαν την 25η Δεκεμβρίου. Η ανατολική εκκλησία κατηγόρησε τις δυτικές για παραχωρήσεις στην ειδωλολατρία αλλά περί τα τέλη του αιώνα προσχώρησαν κι αυτές στην 25η Δεκεμβρίου. Υπήρχε λόγος: Η χριστιανική θρησκεία είχε να παλέψει και με τις βαθιά ριζωμένες αρχαίες δοξασίες που αποδεικνύονταν πολύ πιο επικίνδυνος εχθρός από τους παλιούς αυτοκράτορες των εποχών των διωγμών […] Ο κύριος αντίπαλος του χριστιανισμού, ο Μίθρας, ήταν ο ανίκητος θεός Ήλιος, του οποίου τη γέννηση γιόρταζαν οι πιστοί του στις 25 Δεκεμβρίου»[22].

Βέβαια, πολλοί και από πολύ νωρίς αμφισβήτησαν ότι «κάποτε έζησε στην Παλαιστίνη άνθρωπος που δίδαξε όσα βάζουν στο στόμα του οι Ευαγγελιστές. Γι’ αυτούς ο χριστιανισμός είναι παραλλαγή ή αναβίωση ανατολικών θρησκειών και ο Ιησούς είναι ένα φανταστικό πρόσωπο»[23].

Ο Ιησούς Χριστός σε ρόλο Αντι-Σπάρτακου

«Η θρησκεία είναι η αιτία της κάθε ανοησίας και διαταραχής που μπορεί να σκεφτεί κανείς,·είναι η μητέρα του φανατισμού και της διχόνοιας,·
είναι ο εχθρός της ανθρωπότητας»
Voltaire Γάλλος φιλόσοφος

Επειδή οι περισσότεροι, αν όχι όλοι οι χριστιανοί βρίσκουν υπερβολική τη θρησκευτική εκδοχή για τον Χριστό-θεό, γι αυτό, με τη βοήθεια κάποιων υποτίθεται προοδευτικών γραφιάδων της εξουσίας, υιοθετούν τον μύθο που θεωρεί ότι ο πραγματικός Χριστός ήταν ένας επαναστάτης που αγωνίστηκε για τα δίκαια των φτωχών και την απελευθέρωση των σκλάβων, αλλά τον χάλασαν οι παπάδες, άποψη που έρχονται να ενισχύσουν καινούργιες ‘έρευνες’, που έμμεσα ενισχύουν τον άλλο μύθο τού υποτίθεται ιστορικά υπαρκτού Χριστού-θεού[24]. Είναι προφανές ότι ένας τέτοιος επαναστάτης, σαν τον Χριστό που δίδασκε την υποταγή στο θεό-σύμβολο της ρωμαϊκής εξουσίας, στους κοσμικούς αφέντες και στον ίδιο τον αυτοκράτορα, αποδείχτηκε ένα χρήσιμο εργαλείο αναθεματισμού του ιστορικά υπαρκτού επαναστάτη Σπάρτακου, του συμβόλου της επανάστασης των σκλάβων της ρωμαϊκής εξουσίας, που για αιώνες ξεσήκωνε και συνεχίζει να εμπνέει τους δούλους ενάντια στα συστήματα της δουλείας.

Αλλά τέλειοι μύθοι, ακόμα και για ‘θεούς’ δεν μπορούν να υπάρξουν, αφού και εκείνοι που έχουν λόγους να υποστηρίζουν την ύπαρξη του Χριστού, διαφωνούν τόσο, ώστε ακυρώνουν τον ισχυρισμό τους, αφού οι ιουδαίο-χριστιανοί τον θέλουν Εβραίο, άμεσο απόγονο του Δαυίδ, υιό του Ιωσήφ και άνθρωπο-μεσσία αποκλειστικό προστάτη των Εβραίων, αλλά όχι θεό, γιατί θεό τους έχουν τον Γιαχβέ. Ενώ για τους υποταγμένους στην ρωμαϊκή εξουσία Παυλιστές, ο Ιησούς δεν ήταν άνθρωπος αλλά θεός και σωτήρας όλων των ανθρώπων και μάλιστα από παρθενογένεση υιός του θεού και της Μαρίας, όπως ακριβώς το ήθελε η εξουσιαστική παράδοση για το Βούδα, τον Πυθαγόρα, τον Πλάτωνα, τον Μέγα Αλέξανδρο, τον αυτοκράτορα Αύγουστο και για μια σειρά άλλων φαντασμένων εξουσιαστών, σύμφωνα με την οποία αυτοί και πολλοί άλλοι ήταν παιδιά θεών από παρθενογένεση[25].

Με το τέλος του σκοταδιστικού Μεσαίωνα, η Αναγέννηση των επιστημών και το κίνημα του Διαφωτισμού ενθάρρυνε πολλούς ανεξάρτητους ερευνητές, που είναι γνωστοί ως ‘κίνημα των μυθικιστών’[26], που από το 1760 περίπου και μετά κρίνει ότι ‘η όποια προσέγγιση του προσώπου του Ιησού πρέπει να γίνεται μόνο σε μυθολογικό επίπεδο’, γιατί θεωρούν ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ[27], αφού καμιά αξιόπιστη ιστορική μαρτυρία δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξή του[28]. Βέβαια, η ‘αυτοκρατορία του Βατικανού’, κληρονόμος-συνεχιστής της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και το συμπλήρωμά της, το ‘Φανάρι της Ανατολικής Ορθοδοξίας’, ο υποτιθέμενος κληρονόμος-συνεχιστής του Βυζαντίου αντέδρασαν στην αμφισβήτηση της ιστορικότητας του Ιησού, με αποτέλεσμα άλλοι να ανακαλύπτουν τον ‘τίμιο σταυρό’[29], άλλοι την ‘ιερά σινδόνη’[30], κάποιοι τρίτοι τον ‘τίμιο τάφο’, οι Εβραίοι ‘το ρόδι του Σολομώντα’ και τη ‘σαρκοφάγο του αδερφού του Ιησού’ και διάφοροι άλλοι μυστήριοι ανακαλύπτουν κάθε τόσο στην έρημο ‘αρχαίους’ παπύρους και διάφορα ‘απόκρυφα ευαγγέλια’ που τάχα βεβαιώνουν την ύπαρξη του Ιησού. Για κάποιους άλλους, όμως, ο Ιησούς ‘τελικά δεν πέθανε στον σταυρό’[31], αλλά παντρεύτηκε και φυγαδεύτηκε στην Ινδία[32] ή στο Κασμίρ[33]όπου και έκανε οικογένεια. Εκεί, όμως, που οι πληροφορίες για τον Ιησού είναι τόσο σκόπιμα συγκεχυμένες, είναι στα λεγόμενα ‘ιερά’, αλλά πειραγμένα, όπως άλλωστε όλα τα λεγόμενα ιερά, κείμενα του ιουδαϊσμού που αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ταλμούδ της Ιερουσαλήμ και Ταλμούδ της Βαβυλώνας κ.ά.), σύμφωνα με τα οποία ο Ιησούς έζησε γύρω στο 100 π. χ., δεν σταυρώθηκε αλλά λιθοβολήθηκε, σφάχτηκε, κρεμάστηκε, τον σκότωσε ο ληστής Φινέας, ήταν ραβίνος ή φυγαδεύτηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου[34]. Η απόλυτη αντιφατικότητα και σύγχυση που επικρατεί γύρω από την ιστορικότητα του Ιησού Χριστού, δεν προβληματίζει μόνο, αλλά και δεν πείθει, και λογικά αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη πως δεν υπήρξε και συνεπώς πρόκειται για ένα υψηλής σκοπιμότητας κακοκατασκευασμένο μύθο.

Άκαρπες απόπειρες εκσυγχρονισμού του μύθου του Ιησού

«Αν δεν ήμουν άθεος, θα πίστευα σε έναν θεό που επιλέγει να σώζει ανθρώπους με βάση τις ζωές τους συνολικά και όχι δείγματα από τα λόγια τους. Νομίζω πως θα προτιμούσε έναν ειλικρινή και δίκαιο άθεο από έναν τηλε-ευαγγελιστή του οποίου η κάθε λέξη είναι Θεός, Θεός, Θεός, και κάθε πράξη είναι ατιμία, ατιμία, ατιμία»
Isaac Asimov

Τα τελευταία χρόνια μάλιστα η απόπειρα της ιστορικής τεκμηρίωσης της ύπαρξης του Ιησού φαίνεται πως ξέφυγε από τα ανυπόληπτα ιερατεία και πέρασε στις αρμοδιότητες της άμεσης, της πραγματικής εξουσίας, γι’ αυτό και άλλαξε ύφος και στυλ. Έτσι, εγκαταλείποντας τις άμεσες αναφορές στον Ιησού που τον θεωρούν υπαρκτό πρόσωπο καθώς επίσης και τις ανύπαρκτες και χαλκευμένες πηγές και ευρήματα που καταπέφτουν, μετακινήθηκε σε έμμεσες αναφορές από διάφορους μυθομανείς γραφιάδες και καλοπληρωμένους μυθιστοριογράφους που ανάλαβαν εργολαβικά να ξεκλειδώσουν μυστικούς κώδικες και να ‘αποδείξουν’ ότι, όχι μόνο υπήρξε ο Ιησούς, αλλά φυγαδεύτηκε στη Γαλλία με τη Μαρία τη Μαγδαληνή και μάλιστα άφησε και απογόνους. Έτσι, δεν είναι τυχαίο που η γραμμή αίματος του μυθιστορηματικού Ιησού, του υποτιθέμενου ‘βασιλιά των βασιλιάδων’, δεν χάθηκε κάπου σε υγρά και ταπεινά υπόγεια, (θα ήταν κακό παραμύθι με κακό τέλος και δεν θα είχε καλές πωλήσεις), αλλά φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Οι περισσότεροι μάλιστα από τους απογόνους του ανύπαρκτου Ιησού, σύμφωνα με αυτήν τη χυδαία προπαγάνδα, είναι γαλαζοαίματοι και κάποιοι άλλοι είναι οι προφήτες της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και του αμερικανισμού, όπως οι πρόεδροι των Ε.Π.Α. Μπους και Κλίντον. Για σκεπτόμενους ανθρώπους, ακόμα και για σκεπτόμενους χριστιανούς, θα έπρεπε να είναι αρκετή αυτή η σύνδεση του ανύπαρκτου Ιησού με υπαρκτούς μακελάρηδες της ανθρωπότητας και νεκροθάφτες του ανθρώπινου πολιτισμού, για να καταλάβουν ότι αυτή η ιστορία είναι από την αρχή μέχρι το τέλος στημένη για την εξαπάτηση και την υποδούλωση της ανθρωπότητας. Είναι, όμως, πολύ ενδεικτική για το ποιοι και για ποιο λόγο κατασκεύασαν τον μύθο του Χριστού και γιατί οι σημερινοί ‘απόγονοί’ τους θέλουν να νεκραναστήσουν αυτόν τον εξουσιαστικό μύθο.

Δεν είναι, όμως, μόνο η ανυπαρξία αξιόπιστων ιστορικών στοιχείων για το πρόσωπο του Ιησού που θέτει υπό αμφισβήτηση την ύπαρξή του, αλλά και όσα αναφέρονται από τους υποτιθέμενους μαθητές, ευαγγελιστές και αποστόλους για τη ζωή και τη διδασκαλία του τα οποία βρίθουν αντιφάσεων, ανακριβειών και δεν επιβεβαιώνονται ιστορικά. Ο πρώτος που στους νεότερους χρόνους επιχείρησε μια ολοκληρωμένη κριτική αντιμετώπιση των χριστιανικών κειμένων και κατάληξε, μέσα από τις έρευνές του, στην απόλυτη άρνηση της ύπαρξης του Χριστού ήταν ο Γάλλος Charles François Dupuis Dupuis (1742-1809)[35]. Ο Γερμανός θρησκειολόγος David Friedrich Strauss (1808-1874) με το βιβλίο του Η ζωή του Ιησού (Das Laben Jesu ) που εκδόθηκε το 1835 απέδειξε σημείο προς σημείο πως τα υποτιθέμενα θαύματα του Ιησού, που αναφέρονται στα ευαγγέλια, δεν είναι παρά μύθοι που επινοήθηκαν μεταγενέστερα από τους ευαγγελιστές και όσους είχαν λόγο και τη δυνατότητα να παρέμβουν στα λεγόμενα ‘ιερά ευαγγέλια’[36]. Ακολουθεί ο επίσης Γερμανός Bruno Bauer (1809-1882) φιλόσοφος και ιστορικός, που «είναι ο πρώτος που τεκμηριωμένα αμφισβήτησε την αυθεντικότητα των Επιστολών του Παύλου (στις οποίες διέκρινε την επιρροή της Στωικής φιλοσοφικής σχολής) και το ρόλο του Φίλωνα στο νεοσύστατο Χριστιανισμό. Ο Bauer ήταν από τους πρώτους που στάθηκε στην ιστορικότητα του Ιησού, απορρίπτοντάς την κατηγορηματικά. ‘Όλα όσα είναι γνωστά για τον Ιησού ανήκουν στον κόσμο της φαντασίας’, υποστήριξε χαρακτηριστικά. Οι απόψεις του είχαν ως αποτέλεσμα την απομάκρυνσή του από το πανεπιστήμιο του Tübingen το 1842»[37]. Ας θυμηθούμε ότι τη δεκαετία του 1840 όλοι οι λαοί της Ευρώπης βρίσκονταν σε γενική επαναστατική εξέγερση ενάντια στην θεοκρατική απολυταρχία των μοναρχιών διεκδικώντας δημοκρατία και κοινωνική ισότητα. Από τότε μαίνεται ένα ακήρυκτος πόλεμος μεταξύ εκείνων που επιμένουν να ερευνούν, κι’ όχι μόνο ‘τις Γραφές’, και να αποκαλύπτουν τη μυθικότητα των εξουσιαστικών θρησκειών και εκείνων που έχουν λόγο να θεωρούν τους μύθους αναγκαίους και να τους εκλαμβάνουν ως πραγματικότητα.

Η ίδια η Εκκλησία έχει παραδεχτεί ότι δεν γνωρίζει ποιος ακριβώς και πότε έγραψε τα Ευαγγέλια και τις φερόμενες ως Επιστολές των Αποστόλων, ομολογώντας ότι όλα τα κείμενα της Καινής Διαθήκης αρχικά κυκλοφορούσαν ανώνυμα. Άλλωστε, όπως προκύπτει από σύγκριση των σημερινών με τα παλιότερα ευαγγέλια, οι τίτλοι τους διαφέρουν, και όσο πάμε προς τα πίσω, διαφέρουν όλο και περισσότερο από τους αντίστοιχους των υποτιθέμενων συγγραφέων αυτών των συγγραμμάτων. Γνωστό είναι επίσης ότι αυτά έχουν υποστεί πολλές επεμβάσεις. Για παράδειγμα στο φερόμενο ως ευαγγέλιο του Λουκά διαπιστώνεται ότι συγκρινόμενο το σημερινό με το αρχαιότερο ευαγγέλιο του κόσμου, το ευαγγέλιο του Σινά, που χρονολογείται γύρω στο τέλος του τέταρτου αιώνα, της νέας χρονολογίας, δηλαδή μετά τα μαγειρέματα του Ρωμαίου αυτοκράτορα, του λεγόμενου Μεγάλου Κωνσταντίνου με αρχιμάγειρα τον Ευσέβιο της Καισαρείας, έχουν προστεθεί τουλάχιστον δέκα χιλιάδες (10.000) λέξεις[38]. Αυτό το γεγονός έχει οδηγήσει πολλούς στην αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους. Μάλιστα ο διακεκριμένος Γερμανός καθηγητής θεολογίας και ειδικός επί της Βιβλικής παλαιογραφίας, στο πανεπιστήμιο της Λειψίας, που ανακάλυψε τον Codex Sinaiticus[39], ο Constantin von Tischendorf (1815-1874), έφτασε να δηλώσει ότι «οι σύγχρονες εκδόσεις της Καινής Διαθήκης έχουν αλλοιωθεί σε πολλά σημεία και συνεπώς (τα ευαγγέλια) δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως αληθινά»[40]. Η ιστορία μάλιστα καταγράφει ακόμα και το γεγονός ότι ο μεγιστάνας του πλούτου Ροκφέλερ «ίδρυσε εταιρεία για την έκδοση της Βίβλου σε εκλαϊκευμένη μορφή, στην οποία όμως δεν περιλαμβάνονται οι διαμαρτυρίες εναντίον των αδικιών που διαπράττουν οι πλούσιοι και οι κραυγές ζηλόφθονης οργής εναντίον της σκανδαλώδους καλοτυχίας τους» [41]314.

Με όλα αυτά και παρά το γεγονός ότι η επιστήμη, αμφισβητώντας την ύπαρξη θεού ή θεών, δεν αφήνει περιθώρια για θρησκευτικούς μύθους και με την αμφισβήτηση της ύπαρξης του Ιησού Χριστού καταφέρνει βαρύ πλήγμα κατά του ιουδαιοχριστιανικού μύθου, εντούτοις οι θρησκείες υπάρχουν και καταδυναστεύουν την εργαζόμενη ανθρωπότητα, με τον ιουδαιοχριστιανισμό να επηρεάζει άμεσα τη ζωή του 33-34% του παγκόσμιου πληθυσμού και έμμεσα την πορεία ολόκληρης της ανθρωπότητας. Αυτό, βέβαια, συμβαίνει με την αμέριστη και πολυεπίπεδη βοήθεια των κοσμικών εξουσιών στην καλλιέργεια αυτών των μύθων, προφανώς επειδή οι μύθοι έχουν αρχίσει να χάνουν την πειστικότητά τους όσο η έρευνα και η επιστήμη προχωράνε ρίχνοντας άπλετο φως στις φυσικές δυνάμεις, στους νόμους κίνησης των κοινωνιών και στους όρους υπέρβασης των σκοταδιστικών και εξουσιαστικών ιερατείων για μια ομαλή πορεία προς το μέλλον.
Αυτή η εξέλιξη προς το μέλλον είναι αργή, αλλά δεν ανακόπτεται και οδηγεί τον ανθρώπινο πολιτισμό στο λυκόφως των εξουσιών και θρησκειών, και όσο οι θρησκείες για να επιβιώσουν σφιχταγκαλιάζονται με τις εκάστοτε φασιστικές εξουσίες και την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση που οδηγεί στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, τόσο η επιστήμη και η ανθρωπότητα επιταχύνουν το βηματισμό τους.
------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Sagan Carl, The Demon-Haunted World: Science as a Candle in the Dark, (Ο δαιμονοστοιχειωμένος κόσμος. Η επιστήμη σαν ένα κερί στο σκοτάδι), Ballantine Books, Paperback, New York 1997
[2] Το όνομα Ιησούς (Γιωσούα ή Γιεχωσούα που σημαίνει ‘ο Γιαχβέ Είναι Σωτηρία’), είναι συνηθισμένο μεταξύ των Εβραίων και αποδίδεται στη μνήμη του Ιησού του Ναυή, ηγέτη των Εβραίων και διαδόχου του υποτιθέμενου γενάρχη τους του Μωυσή. Μάλιστα κατά την εξεταζόμενη περίοδο, της υποτιθέμενης ύπαρξης του Ιησού Χριστού, πολλοί και μάλιστα ραβίνοι έφεραν το όνομα Ιησούς. Το προσωνύμιο Χριστός προήλθε από το εβραϊκό (Μασίαχ), που σημαίνει Μεσσίας ‘Χρισμένος’, από την ελληνική λέξη Χρίσμα.
[3] Βέβαια, οι πλαστογράφοι της ανθρώπινης ιστορίας προσπαθούν να κατασκευάσουν ευρήματα και αποδείξεις της δήθεν ύπαρξης του Ιησού. Έτσι, τα τελευταία χρόνια το Μουσείο του Ισραήλ ‘απέκτησε’ «το ρόδι, το μοναδικό αντικείμενο που σώθηκε από τον περίφημο ναό του Σολομώντα …, πάνω στο οποίο υπήρχε η επιγραφή: ‘Άγιο για τους ιερείς. Ανήκει στο ναό του Θεού’». Αλλά απέκτησε και κάτι ακόμα σημαντικότερο, δηλαδή «ένα οστεοφυλάκιο με την επιγραφή: ‘Ιάκωβος, γιος του Ιωσήφ και αδελφός του Ιησού’», για το οποίο μάλιστα η ‘Επιθεώρηση Βιβλικής Αρχαιολογίας’ του Ισραήλ έκανε επίσημες ανακοινώσεις το 2002 στην Ουάσιγκτον. Η χαρά των ιερατείων, όμως, δεν κράτησε πολύ, γιατί κάποια μέλη της ισραηλινής σπείρας, που κατασκεύαζε, προφανώς κατά παραγγελία του ιερατείου και ‘πωλούσε’ ‘τις αδιάψευστες αποδείξεις’, ήταν φλύαρα και έτσι οι μεγάλες ‘ανακαλύψεις’, με τους πολύ προφανείς ‘ιερούς’ στόχους, αποδείχτηκαν πλαστές και στημένες απάτες. Βλ. στο περιοδικό Science, τεύχ. 18, Σεπτέμβρης 2006.
[4] Atwill Joseph, Caesar‘s Messiah: The Roman Conspiracy to Invent Jesus(Ο Μεσσίας του Καίσαρα: H Ρωμαϊκή Συνωμοσία για την Εφεύρεση του Ιησού), Ulysses Press Charleston USA 2011. Βλ. σχετικά, Παπαγεωργίου Μηνάς, Το Πρόβλημα της Ιστορικότητας του Ιησού. Το ρεύμα των Μυθικιστών, εκδ. Δαιδάλεος, Θεσσαλονίκη 2013.
[5] Σπεκ Ντιμίτρι, Ο Πέτρος επινόησε τον Ιησού. Πώς ανέκυψαν οι θρύλοι των θαυμάτων, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2013.
[6] Διαμαντόπουλος Λεωνίδας, Αρχιμανδρίτης, Ο Ιησούς Χριστός ως ιστορική προσωπικότης, Εκδόσεις «Ο ΣΩΤΗΡ», Αθήνα 1979.
[7] «Ο Ιώσηπος καταγράφει μετά από τον Ηρώδη και μέχρι την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, δηλαδή σε διάστημα 107 χρόνων, είκοσι οκτώ (28) ραβίνους, αρχιερείς, μεταξύ των οποίων και οι: Ο Ιησούς, γιος του Phabet. Ο Ιησούς, γιος του Damneus. Ο Ιησούς, γιος του Γαμαλιήλ. Ο Ιησούς, γιος του Sapphias. Ο Ιησούς, γιος του Thebuthus…». McKinsey Dennis, Did Jesus of Nazareth exist?(Δεν υπήρξε ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ;), Bible Studies, τεύχος 141, Σεπτέμβριος 1994, στο:http://www.skeptically.org/bible/id4.html
[8] Η μόνη αναφορά σε πρόσωπο με το όνομα Χριστός που υπάρχει από σύγχρονο ιστορικό είναι αυτή που κάνει ο Σουητώνιος: «Judaeos impulsoreChresto assidue tumultuantes Romae expulsit» (Τους Ιουδαίους οι οποίοι τη υποκινήσει τού Chresto εδημιούργουν θόρυβον εις την Ρώμην, [ο Κλαύδιος] τους εξόρισεν), [Σουητώνιου, Βίοι των Καισάρων (De Vita Caesarum), Ρώμη 122 μ.Χ.]. Με δεδομένο, όμως, ότι οι Βίοι των Καισάρων γράφτηκαν εκατό χρόνια μετά από τον θρυλούμενο θάνατο του Ιησού των ευαγγελίων και αναφέρονται σε γεγονότα που συνέβησαν στη Ρώμη περίπου στο 50 μ.Χ., προκύπτει πως δεν πρόκειται για τον Χριστό των ευαγγελίων, γιατί όπως είναι γνωστό αυτός φέρεται να έχει πεθάνει 17 χρόνια πριν από τα γεγονότα και συνεπώς θα ήταν αδύνατο να βρεθεί ως ταραξίας στη Ρώμη, εκτός και αν δεχτούμε ότι ο πρωταγωνιστής του μύθου δεν πέθανε και δεν ‘αναστήθηκε’, αλλά φυγαδεύτηκε στη μητρόπολη, και μάλιστα ως Παύλος, όπως αναφέρουν άλλες πηγές, οπότε καταρρέει ολόκληρο το οικοδόμημα του ιουδαιο-χριστιανικού μύθου.
[9] Το κίνημα των χρηστών, δηλαδή των έντιμων, με καθαρά κοινωνικά χαρακτηριστικά, αποσκοπούσε στην κατάργηση της δουλείας και της κοινωνικής ανισότητας, γι αυτό η αυτοκρατορική εξουσία βιάστηκε να το εξουδετερώσει ενσωματώνοντάς το στο πολύ μεταγενέστερο θρησκευτικό δημιούργημά της το λεγόμενο χριστιανικό κίνημα.
[10] Ανώνυμου, Ιστορικότητα του Ιησού, http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9.
[11] Ιώσηπος Φλάβιος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, Βιβλίο XVIII, κεφ. 3, 63-64.
[12] Κορδάτος Γιάνης, Η Παλαιά Διαθήκη στο φως της κριτικής, Μπουκουμάνης, Αθήνα 1973, σ. 7.
[13] Αντιφατικοί και αλληλοσυγκρουόμενοι μύθοι δεν μπορούν να εκληφθούν ως ιστορία, γιατί η ιστοριογραφία υπόκειται στους κανόνες της επιστημονικής δεοντολογίας, των πηγών και των αποδείξεων:
«(1) Η Ιστορία δεν κατοχυρώνει την ιστορικότητα κάποιου προσώπου, και μάλιστα τόσο δικαίως αμφισβητουμένου, επί τη βάσει μίας και μοναδικής, παραγράφου 8 γραμμών, υπόπτου γραφής και προελεύσεως.
(2) Απαιτεί διασταυρώσεις με αναφορές άλλων, διαφόρων, αμερόληπτων, ανεξαρτήτων και φερέγγυων συγγραφέων. Εδώ δεν υπάρχει ούτε μία τέτοια διασταύρωση, έστω για δείγμα. Τα Ευαγγέλια είναι ανώνυμα, ακατάστατα και ασύμφωνα προϊόντα χριστιανικών αποκρυφιστικών ομάδων.
(3) Χρειάζεται αναφορές από σύγχρονους ή κοντά στα γεγονότα συγγραφείς· ει δυνατόν από αυτόπτες μάρτυρες. Ούτε και τέτοιες αναφορές υπάρχουν καθόλου.
(4) Ψάχνει να βρει και να εξετάσει τυχόντα γραπτά μνημεία τα οποία προέρχονται είτε από το χέρι του άτομου το οποίο εξετάζει είτε από κάποιον που το άτομο αυτό του υπαγορεύει ή τον διδάσκει τι να γράψει. Ο Ιησούς δεν άφησε κανένα γραπτό είτε από το χέρι του είτε από κάποιον επί τόπου γραμματέα του. Τα Ευαγγέλια είναι ψευδεπίγραφα και γράφτηκαν πολύ αργότερα και καθυστερημένα από τα χρόνια του υποτιθεμένου Ιησού και είναι ασύμφωνα!
(5) Χρησιμοποιεί ευρήματα και ανασκαφές της Επιστήμης της Αρχαιολογίας και των διαφόρων κλάδων της (π.χ. παπυρολογία, νομισματολογία, επιγραφολογία, αρχαία κωδικογραφία, χειρόγραφα κλπ.). Εν προκειμένω τίποτα σχετικό από όλα αυτά δεν υπάρχει.
(6) Χρειάζεται μια καθορισμένη προσωπογραφία τού υπό εξέταση ιστορικού προσώπου. Ούτε και τέτοια υπάρχει για έναν τόσο διαβόητο ευεργέτη, επαναστάτη κλπ. Αντιθέτως, οι διάφορες προσωπογραφίες του Ιησού αρχίζουν να παρουσιάζονται από το τέλος του 2ου αιώνος και συνεχίζονται κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, όχι μόνο τελούν σε πλήρη ασυμφωνία και σύγχυση αλλά βασίζονται σε εικασίες και σ’ αυτά που λένε οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Άλλοι, όπως ο Τερτυλλιανός, ο Ωριγένης κ.ά., βασισμένοι στον Ησαΐα της αιχμαλωσίας, κεφάλαιο 53, θεωρούν τον Ιησού κοντό και τον πιο άσχημο άνδρα στον κόσμο. Άλλοι πάλι, όπως ο Ανδρέας της Κρήτης, βασισμένοι σε μια πλαστογραφημένη επιστολή κάποιου Lentulus και σε απόκρυφα και απορριμμένα κείμενα, τον θεωρούν κοντά δυο μέτρα ψηλό και τον πιο όμορφο. Στις κατακόμβες της Ρώμης άλλοι τον ζωγραφίζουν σαν ένα παιδάριο 16-17 χρονών και άλλοι σαν τον θεό Απόλλωνα. Ο Ευσέβιος στην ψευδή και πλαστογραφημένη αλληλογραφία του Ιησού με τον βασιλέα της Εδέσσης της Μεσοποταμίας Άβγαρο, λέγει ότι τελικά ο Ιησούς έστειλε το πορτραίτο του ζωγραφισμένο στον βασιλιά, αλλά η ζωγραφιά απωλέσθη λίαν συντόμως. Πλήρης ασυναρτησία δηλαδή.
(7) Επιζητεί τη συμφωνία των ειδικών επιστημόνων ερευνητών επί του θέματος. Στο παρόν ζήτημα όμως, μόνο κατάφορη ασυμφωνία υπάρχει βασισμένη σε πολλούς ισχυρούς λόγους. (Π.χ. δεν υπάρχει καμιά ασυμφωνία μεταξύ των ειδικών επιστημόνων για το ότι ο Σόλων, ο Αθηναίος Νομοθέτης, είναι ιστορικό πρόσωπο, παρ’ όλο ότι έζησε 600 χρόνια πριν την εποχή εντός της οποίας αντιμετωπίζομε το ενταύθα εκτιθέμενο και επιμένον πρόβλημα. Όμως επί του προβλήματος του ιστορικού Ιησού που εξετάζομε εδώ οι ασυμφωνίες είναι αγεφύρωτες παρ’ όλη την χριστιανική ιστορία». Ρούσσος Ιωάννης Μ., Άρθρα και μελέτες επί του χριστιανικού φαινομένου, Minnesota USA, 2013, σ. 93-94.
[14] Ό. π.
[15] «Στο Βρετανικό Μουσείο στα μέσα της δεκαετίας του 1930 πραγματοποιήθηκαν έρευνες γνησιότητας-αυθεντικότητας της λεγόμενης ‘αγίας γραφής’με υπεριώδεις ακτίνες και τα ευρήματα αποκάλυψαν αντικαταστάσεις πολλών χωρίων, από τουλάχιστον εννέα διαφορετικούς συντάκτες. Οι φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της δοκιμής αποκάλυψαν ότι οι χρωστικές ουσίες από το μελάνι είχαν διατηρηθεί βαθιά στους πόρους του δέρματος, με αποτέλεσμα οι αρχικές λέξεις να είναι αναγνώσιμες κάτω από το υπεριώδες φως, πράγμα που αποδείχνει ότι τα αποκαλούμενα ευαγγέλια έχουν πολλές φορές πλαστογραφηθεί […] Μια σύγκριση του Codex Sinaiticus, δηλαδή της αρχαιότερης Καινής Διαθήκης που έχει βρεθεί στο όρος Σινά, με ένα αντίτυπο της σύγχρονης Καινής Διαθήκης, αποδείχνει ένα συγκλονιστικό γεγονός, ότι δηλαδή εντοπίζονται 14.800 συντακτικές μεταβολές», όπως αναφέρει ο Αυστραλός ερευνητής Bushby Tony,The forged Origins…, ό.π., σ. 57 κ.ε.
[16] Ρούσσος Ιωάννης Μ., Άρθρα και μελέτες …, ό.π, σ. 79 κ.ε.
[17] Για διεξοδική ανάλυση βλ. Bushby Tony, The Bible Fraud (Η Βίβλος της απάτης), Pacific Blue Group 2001.
[18] Παρατίθεται στο Βεργίδης Νίκος, Νέρων και Χριστός. Η αληθινή καταγωγή του Χριστιανισμού, Εκδόσεις «Arcadia», Αθήνα 1997.
[19] Ό. π.
[20] Υπήρξαν κάποιοι ‘επιστήμονες’ που γνωρίζοντας κάθε πότε συμβαίνουν κάποια φυσικά φαινόμενα, όπως η περιοδική σύνοδος κάποιων αστέρων και παίρνοντας σοβαρά τον μύθο ‘του λαμπρού αστέρα’, το ‘θαύμα’ που υποτίθεται ότι οδήγησε τους μάγους στη Βηθλεέμ, αποφάνθηκαν ότι ο Χριστός ‘γεννήθηκε κάποια χρονάκια προ Χριστού’, αλλά το δυστύχημα είναι ότι ούτε σ’ αυτό συμφωνούν όλοι οι ‘επιστήμονες’, με αποτέλεσμα: «Ο Kepler υποστήριξε ότι ο Χριστός είχε γεννηθεί ένα ή δύο χρόνια μετά την τριπλή σύνοδο των πλανητών Άρη, Δία και Κρόνου στα όρια των αστερισμών Κριού και Ιχθύων, δηλαδή το 4 ή 5 π.χ. Ο F. D.’ Occhieppo, καθηγητής Αστρονομίας στο πανεπιστήμιο της Βιέννης, κατέληξε το 1969 μετά από διάφορους υπολογισμούς για την πιθανή θέση των πλανητών Δία και Κρόνου ότι η γέννηση του Χριστού έγινε το 7 π.χ. Οι D. Clark και F. Stephenson στηρίχθηκαν στα Χρονικά της Σινίκης και μετά από αναλύσεις και μελέτες κατέληξαν το 1977 ότι ο Χριστός γεννήθηκε το 5 π.χ. Θεωρούν δεδομένη τη σύνοδο των πλανητών το 7 π.χ. αλλά πιστεύουν ότι μετά ανέλαμψε ένας καινοφανής αστέρας το 5 π.χ., που θεωρούν ότι ήταν το άστρο της Βηθλεέμ, το οποίο υποδεικνύει και τον χρόνο γέννησης του Χριστού». Βλ. Ανώνυμου, Η Γέννηση του Χριστού προ Χριστού και το Άστρο της Βηθλεέμ.
[21] Κορδάτος Γιάνης, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, Μπουκουμάνης, Αθήνα 1975, τόμοι 2, εδώ τόμος 2ος, σ. 10-12.
[22] Ανώνυμου.
[23] Κορδάτος Γιάννης, Ιησούς Χριστός…, ό.π., τόμ. 1ος, σ. 8.
[24] «Το αληθινό ιστορικό πρόσωπο του Iησού ήταν εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι το παρουσιάζουν οι αυτόκλητοι εκπρόσωποί του. O Iησούς δεν ήταν υιός Θεού αλλά γιος του Iούδα από τα Γάμαλα, απόγονος της βασιλικής γενιάς του Δαυΐδ. Δεν υπήρξε ποτέ μονογενής αλλά πρωτόκος γιος μιας πολυμελούς οικογένειας επαναστατών. Δεν γεννήθηκε στη Bηθλεέμ αλλά στα Γάμαλα. Δεν ίδρυσε μια νέα θρησκεία αλλά ηγήθηκε της επαναστατικής αίρεσης των Zηλωτών. Δεν κήρυξε τη βασιλεία των Oυρανών αλλά διεκδίκησε τη βασιλεία του Iσραήλ και για τον λόγο αυτό διώχθηκε, συνελήφθη και εκτελέστηκε από τους Pωμαίους». Ambelain, Robert,Ιησούς ή το θανάσιμο μυστικό των Ναϊτών. Το πραγματικό ιστορικό πρόσωπο, εκδόσεις Βερέττας, Ρόδος 2010.
[25] Κορδάτος Γιάννης, Ιησούς Χριστός… ό.π., τόμ. 2ος, σ. 9-10.
[26] «Ο Μυθικισμός υποστηρίζει ότι Θεοί, Θεές και άλλοι ήρωες και θρυλικές φιγούρες οι οποίοι και συνδέονταν με υποτιθέμενες εκπληκτικές και υπερφυσικές ικανότητες, δεν υπήρξαν πραγματικά πρόσωπα, αλλά μυθολογικοί χαρακτήρες». Βλ. Παπαγεωργίου Μηνάς, Ο Μυθικισμός και η ιστορικότητα του Ιησού, στο περιοδικό “Φαινόμενα” του Ελεύθερου Τύπου, τεύχος 13 της 23.12.2010.
[27] «Ο Ιησούς Χριστός της Χριστιανικής θρησκείας δεν είναι δυνατό, τουλάχιστον μέχρις στιγμής, να θεωρείται Ιστορικό πρόσωπο. Όσο για τον Ιησού Χριστό των Ευαγγελίων αυτός είναι αποδεδειγμένη μυθολογία». Ρούσσος Ιωάννης Μ., Άρθρα και μελέτες…, ό.π., σ. 80.
[28] Αμφισβητείται η ύπαρξη του Ιησού, γιατί δεν υπάρχουν απτά ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία. Κανένας από τους ιστορικούς που έζησαν στην ίδια περίοδο δεν αναφέρει κάτι για το συγκεκριμένο Ιησού και τη δράση του. Και δεν είναι λογικό να δεχτεί κανείς ότι υπήρξε μια τέτοια προσωπικότητα, αλλά οι σύγχρονοί της δεν άφησαν καμιά μαρτυρία για την υποτιθέμενη πολυτάραχη παρουσία της. Οι περιγραφές των ευαγγελίων, που δεν μπορούν να θεωρηθούν ιστορία αλλά κατασκευασμένα και διαρκώς ανακατασκευαζόμενα κείμενα πίστεως, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους μύθους, χρονολογούνται δεκαετίες αργότερα. Επιπροσθέτως, ορισμένες αναφορές μεταγενέστερων ιστορικών (βλ. Φλάβιος Ιώσηπος, Τάκιτος, Σουητώνιος κλπ.) έχουν αποδειχτεί είτε πλαστές-μεταγενέστερες προσθήκες των χριστιανών, είτε χαρακτηρίζονται εντελώς αόριστες για να στηρίξουν την παρουσία του Ιησού στα γεγονότα’. Βλ. Παπαγεωργίου Μηνάς, Το πρόβλημα της ιστορικότητας του Ιησού: Το ρεύμα των Μυθικιστών, Eκδόσεις Δαιδάλεος, Θεσσαλονίκη 2013.
[29] Τον οποίο υποτίθεται ότι, διά θαύματος, ανακάλυψε μεταξύ πολλών άλλων, στο Γολγοθά όπου γίνονταν συνέχεια σταυρικές θανατώσεις, ατόφιο και άφθαρτο 300 χρόνια μετά, η λεγόμενη Αγία Ελένη, η μητέρα του λεγόμενου Μεγάλου Κωνσταντίνου και «είναι τόσα τα χρόνια που πραγματοποιείται το γνωστό εμπόριο με τα κομματάκια από το τίμιο ξύλο και τόσα τα εκατομμύρια των πιστών που έχουν αγοράσει κι από ένα κομματάκι […] είτε στα Ιεροσόλυμα, είτε στο Φανάρι, είτε στο Άγιο Όρος, αφού εκεί υπάρχουν λέει και άλλα κομμάτια, ώστε ο σταυρός θα αντιστοιχούσε σε ολόκληρο δάσος». Βλ. Ριζοσπάστης, Ν.Μπ., 12.9.2000). Αλλά και η Καθημερινή διαμαρτύρεται γιατί: «πωλούν κοινά καυσόξυλα ως θαυματουργά και τίμια» (18.7.1999).
[30] Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ανακάλυψαν το σάβανο του Χριστού πάνω στο οποίο υποτίθεται ότι έχει αποτυπωθεί η μορφή του. Όταν η χρονολόγηση από επιστήμονες με τη μέθοδο του άνθρακα απόδειξε ότι αυτό το ύφασμα κατασκευάστηκε το 13ο με 14ο αιώνα, τότε το Βατικανό αρνήθηκε την αυθεντικότητά του και άφησε να εννοηθεί ότι πρόκειται περί απάτης. Παρ’ όλα αυτά, όμως, κάποιοι συνεχίζουν να το παρουσιάζουν ως αυθεντικό και να εξαπατούν τους αφελείς πιστούς. «Αναφορικά με την ιερά σινδώνη του Τορίνο, όλα τα εμπειρικά στοιχεία και η λογική θα οδηγήσουν οποιοδήποτε αντικειμενικό, λογικό άτομο στο ακλόνητο συμπέρασμα ότι η σινδώνη είναι τεχνούργημα κάποιου καλλιτέχνη του 14ου αιώνα». Schafesma Steven D.N.,Unraveling the Shroud of Turin (Ξεδιπλώνοντας το σάβανο του Τουρίνου),  βλ. επίσης Kersten Holger, Das Jesus-Komplott: die Wahrheit über das Turiner Grabtuch (Η συνωμοσία του Ιησού. Η αλήθεια για το σάβανο του Τουρίνου), Heyne-Verlag, München 1997.
[31] Kersten Holger und Gruber Elmar R. Jesus starb nicht am Kreuz – Die Botschaft des Turiner Grabtuchs (Ο Ιησούς δεν πέθανε στο σταυρό. Το μήνυμα του σάβανου του Τορίνου), Langen-Müller Verlag, München 1998. Βλ. επίσης Seiler Ursula,Jesus starb nicht am Kreuz (Ο Ιησούς δεν πέθανε στο σταυρό) στο: http://www.zeitenschrift.com/artikel/jesus-starb-nicht-am-kreuz#.VALQHKPCrFx
[32] Kersten Holger, Jesus lebte in Indien. Sein geheimes Leben vor und nach der Kreuzigung (Ο Ιησούς έζησε στην Ινδία. Η μυστική του ζωή πριν και μετά τη σταύρωση), Droemer Knaur, München 1983.
[33] Βλ. Faber-Kaiser Andreas, Jesus lebte und starb in Kaschmir (Ο Ιησούς έζησε και πέθανε στο Κασμίρ), Grin Verlag, München 2013.
[34] McKinsey Dennis, Did Jesus of Nazareth exist? (Δεν υπήρξε ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ;), Bible Studies, τεύχ. 141, Σεπτέμβριος 1994.
[35] Βλ. σχετικά τις εργασίες του: Origine de tous les Cultes, ou la Réligion Universelle (Προέλευση όλων των θρησκειών, ή η παγκόσμια θρησκεία) καιThe origin of all religious worship (Η προέλευση κάθε θρησκευτικής λατρείας). Βλ. σχετικά Βεργίδης Νίκος, Νέρων και Χριστός, ό.π. σ. 21 κ.ε.
[36] Strauss David Friedrich, Das leben Jesu (Η ζωή του Ιησού), Tübingen 1835, στο:https://archive.org/stream/daslebenjesu01stragoog#page/n33/mode
[37] Παπαγεωργίου Μηνάς, Ο Μυθικισμός και η ιστορικότητα του…, ό.π. Βλ. επίσης: Curtner Herbert, Jesus: God, Man or Myth?, Examination of the Evidence (Ιησούς: Θεός, άνθρωπος ή Μύθος; Εξέταση των στοιχείων), Paperback 2000. Acharya S./ Murdock D.M., The Christ Conspiracy: The Greatest Story Ever Sold (Η χριστιανική συνωμοσία. Ο μεγαλύτερος μύθος που πωλήθηκε ποτέ), Adventures Unlimited Press 2011. Humphreys Kenneth.,Jesus Never Existed (Ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ), Iconoclast Press. Doherty Earl, Jesus: Neither God Nor Man. The Case for a Mythical Jesus (Ιησούς, ούτε θεός, ούτε άνθρωπος. Η συνηγορία υπέρ ενός μυθικού Ιησού), Perfect Paperback, 2009.
[38] Bushby Tony, The Bible Fraud, ό.π., και Bushby Tony, The forged Origins of New Testament, Nexus Magazine, March 2007, σ. 58.
[39] Ο Σιναϊτικός Κώδικας είναι ένας αρχαίος χειρόγραφος κώδικας που περιέχει τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και ένα μέρος των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης. Ανακαλύφθηκε από τον Constantin von Tischendorf στο γυναικείο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στους πρόποδες του Όρους Σινά, στην Αίγυπτο, το 1859. Οι μελετητές έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο γραμματικός που ασχολήθηκε με την Καινή Διαθήκη δεν ήταν ο ίδιος μ’ αυτόν που έγραψε το τμήμα της Παλαιάς Διαθήκης Συνολικά υπολογίζεται ότι εννιά διορθωτές επεξεργάστηκαν το χειρόγραφο σε διάρκεια χρόνου που εκτείνεται από τον 5ο έως τον 12ο αιώνα. Ως τόπος κατασκευής έχουν προταθεί διάφορες μεγάλες πόλεις του ελληνορωμαϊκού κόσμου, όπως η Αλεξάνδρεια, η Κωνσταντινούπολη και η Καισάρεια της Παλαιστίνης.
[40] Tischendorf Constantin von, When were our Gospels written?,(Πότε, πού γράφτηκαν τα ευαγγέλιά μας;), Translated and publisd by the Religious tract society in London 1865, παρατίθεται στο: Bushby Tony, The forged Origins…, ό.π., σ. 59.
[41] Αναφέρεται στο: Λαφάργκ Πωλ, Η θεϊκή οφθαλμαπάτη, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2014, σελ. 63.