Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Υπομονή…

Συζητώντας με τους ανθρώπους, όταν ρωτάω τι έχουν κάνει ως τώρα για να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα, ακούω πολύ συχνά την απάντηση “υπομονή“. Και εξηγούν “νόμιζα ότι θα άντεχα”, “περίμενα ότι ο άλλος θα το καταλάβει από μόνος του”, “πίστευα ότι μετά δεν θα με πειράζει τόσο”.

Τι είναι λοιπόν η υπομονή; Την καταλαβαίνω σαν την προσπάθειά μας να δώσουμε μια δέυτερη ευκαιρία, να μην πούμε ένα οριστικό όχι, να μην απομακρυνθούμε από κάτι ή από κάποιον. Κάτι σαν πίστωση χρόνου, με τη σκέψη ότι με τον καιρό ο άλλος θα αλλάξει ή θα καταλάβει. Ή ότι με το χρόνο εμένα δεν θα με πειράζει πια. Την υπομονή συχνά τη στηρίζει η πεποίθηση πως ο χρόνος, που είναι “ο καλύτερος γιατρός”, θα δώσει μια λύση.

Ωστόσο εδώ υπάρχει ένα ερώτημα. Τι είναι αυτό που κάνει το χρόνο ιαματικό; Με ποιο τρόπο μπορεί να επιδράσει ο χρόνος έτσι ώστε να γίνει δυνατό το να αλλάξει ο άλλος ή εσείς, όταν όλα παραμένουν ίδια; Τι ιδιότητες “μαγικές” του αποδίδουμε περιμένοντας, με άφθονη υπομονή, να αλλάξει τον άντρα ή τη γυναίκα μας, τα παιδιά μας, τους φίλους ή τους συνεργάτες μας, δίχως τίποτε άλλο να αλλάξει; Δίχως καμία δική μας παρέμβαση, καμιά δική μας αλλαγή ή εξήγηση στον άλλον του τι μας δυσκολεύει;

Ο χρόνος όντως μπορεί να βοηθήσει, όχι όμως επειδή περνάει και μεσολαβεί απόσταση, αλλά χάρη σε αυτά που συμβαίνουν στη ζωή μας, που κάνουμε εμείς και οι άλλοι μέσα στην πορεία του χρόνου. Ο χρόνος από μόνος του δεν κάνει κάτι, δεν ενεργεί, δεν πράττει. Εμείς ενεργούμε, εξηγούμε, ζητάμε, επικοινωνούμε, συνεννοούμαστε. Εμείς είμαστε ο ενεργός παράγοντας στις σχέσεις μας. Ο χρόνος δίνει το πλαίσιο, πολλές φορές και το περιθώριο να βελτιώσουμε τις σχέσεις μας.

Όσο, λοιπόν, μπορώ να κάνω υπομονή μέσα σε μια σχέση, μπορώ να αξιοποιήσω το χρόνο αυτό ενεργά και δημιουργικά. Με μια διαφορετική υπομονή. Υπομονή να σε ακούσω και να προσπαθήσω να καταλάβω τι σου συμβαίνει και τι θα επιθυμούσες εσύ να γίνεται διαφορετικά από τη δική μου πλευρά. Υπομονή για να αναρωτηθώ και να κατανοήσω τον εαυτό μου, το πώς νιώθω και τι αν συνέβαινε διαφορετικά θα ήμουν ικανοποιημένος η ικανοποιημένη. Υπομονή στο να αναζητήσουμε το σημείο στο οποίο μπορούμε να συναντηθούμε εμείς οι δύο και να συνεννοηθούμε. Τότε ο χρόνος θα μπορεί να γίνει υποστηρικτής στην προσπάθειά μας να αναζητήσουμε μια λύση στις δυσκολίες και η υπομονή θα έχει άλλο νόημα από την αναμονή μιας εξωτερικής μαγικής αλλαγής.

Mια τελεία δε σημαίνει πάντα ένα τέλος. Μπορεί να σημαίνει και μια αρχή…

Το μάθημα της ζωγραφικής είχε τελειώσει, αλλά η Λία δεν έλεγε να ξεκολλήσει απ’ το θρανίο της.
Το χαρτί της ήταν άδειο.
Η δασκάλα της Λίας έσκυψε πάνω στο κάτασπρο χαρτί.

« Α! Μια πολική αρκούδα σε χιονοθύελλα», είπε.
«Πολύ αστείο!», είπε μουτρωμένη η Λία. «Αφού, σας λέω, ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΖΩ!»

Η δασκάλα της Λίας χαμογέλασε.
«Έλα, φτιάξε κάτι. Μια γραμμή, μια τελεία έστω… Κάνε με θάρρος την αρχή κι ό,τι βγει…»
Άρπαξε τότε η Λία ένα μαρκαδόρο και κάρφωσε με μανία τη μύτη του στο χαρτί.
«Ορίστε!»
Την επόμενη βδομάδα η Λία ήρθε στο μάθημα ζωγραφικής και τι να δει;

Πάνω από την έδρα της δασκάλας, μέσα σε μια σκαλιστή χρυσή κορνίζα, καμάρωνε μια τελεία!

Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΑ…!!!

Η ζωή μας πίσω από μία οθόνη

Πόσες οθόνες υπάρχουν στη ζωή μας; Η τηλεόραση, ο υπολογιστής, το κινητό; Πόσες ώρες περνάμε πίσω από αυτές τις οθόνες; Πόσες από αυτές τις ώρες είναι δημιουργικές, μάς προσφέρουν νέες γνώσεις και ερεθίσματα, μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους;

Πώς αισθανόμαστε όταν - επιτέλους - ξεκολλήσουμε από αυτές τις οθόνες; Συνήθως έχουμε αδειάσει. Υπάρχει ένα αίσθημα κενότητας μέσα μας. Δεν έχουμε αντλήσει τίποτα το ουσιαστικό ∙ αντιθέτως, έχουμε σπαταλήσει όλη μας την ενέργεια και πλέον δεν υπάρχει διάθεση για τίποτα καινούριο.

Στις οθόνες αυτές, διαδραματίζονται οι - ψεύτικες συνήθως - ζωές των άλλων. Οι διαφημίσεις, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, οι σειρές, οι εκπομπές, τα μέσα μαζικής «επικοινωνίας» παρουσιάζουν τις εξιδανικευμένες ζωές των άλλων. Ονειρικές διακοπές, πεντακάθαρα, υπερπολυτελή σπίτια, ιδανικές σχέσεις, αγαπημένες οικογένειες, χαμόγελα και όλα αυτά εξαφανίζονται μόλις σβήσουν τα φλας και οι κάμερες.

Βγαίνουμε για να συναντήσουμε φίλους και κατά το μεγαλύτερο μέρος της συνάντησης είμαστε κολλημένοι στην οθόνη του κινητού – μήπως χάσουμε τις εξελίξεις!

Περνάμε τη ζωή μας παρακολουθώντας τις ζωές των άλλων. Και η δική μας ζωή πού βρίσκεται; Υπάρχει, συνεχίζεται ή βιώνεται παθητικά; Εξελίσσεται ή θα παραμείνουμε απλοί θεατές ακόμα και της δικής μας ζωής; Έχουμε γίνει παθητικοί δέκτες των αλλαγών, των εξελίξεων, των καταστάσεων. Δεχόμαστε ό,τι συμβαίνει χωρίς αντίδραση, χωρίς αμφισβήτηση. Τι μας συμβαίνει; Ποια είναι η πραγματική δύναμη που έχουν αυτά τα μέσα τεχνολογίας;

Δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν αποφασίσει να κλείσουν δια παντός αυτές τις οθόνες και να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους.

Οι ζωές των άλλων δεν θα μας αλλάξουν, δεν θα μας εξελίξουν, δεν θα μας προσφέρουν αγάπη, αλληλεπίδραση, γέλιο, ευτυχία.

Ας αποφασίσουμε να σβήσουμε τις οθόνες, να σηκωθούμε από τον καναπέ, να δημιουργήσουμε ενεργά τη ζωή μας. Ας μην αφήσουμε άλλο λεπτό να περάσει με ανούσιες παρακολουθήσεις οθονών.

Απολαυστικός ύπνος κάθε μέρα

 Όταν μιλάμε για θέματα υγιεινού τρόπου ζωής, αναφερόμαστε συχνότερα στο λιγότερο άγχος, στην επαρκή άσκηση και στην ισορροπημένη διατροφή παραλείποντας τα πλούσια οφέλη ενός καλού ύπνου.

Ο ύπνος είναι πολύ σημαντικός για την σωματική και ψυχική ευεξία. Κατά την διάρκεια του ύπνου οι μύες και το ανοσοποιητικό και νευρικό σύστημα αναζωογονούνται. Ενώ κοιμόμαστε το σώμα είναι σε κατάσταση αναμονής, οι μύες χαλαρώνουν και ο ρυθμός της αναπνοής και των χτύπων της καρδιάς μειώνεται. Οι μπαταρίες μας επαναφορτίζονται όσο το νευρικό και ανοσοποιητικό σύστημα ανακάμπτουν μετά από τις χιλιάδες «εργασίες» της ημέρας.

Αν αν ο ύπνος μας δεν είναι ποιοτικά και ποσοτικά καλός θα νιώθουμε εύκολα κουρασμένοι, οξύθυμοι και κυκλοθυμικοί. Η παρατεταμένη στέρηση ύπνου μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολικά προβλήματα και σε σοβαρές παθήσεις όπως ο διαβήτης, η παχυσαρκία και η υπέρταση.
Δυστυχώς, στον σύγχρονο τρόπο ζωής πολλοί είναι οι εχθροί του ύπνου αλλά ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να τους καταπολεμήσουμε:

Κρεβάτι – Στρώμα. Θα πρέπει το στρώμα να σας παρέχει στήριξη και να κατανέμει την πίεση βάρους του σώματος ομοιόμορφα. Δώστε σημασία στην επιλογή στρώματος και βρείτε αυτό που σας ταιριάζει χωρίς βιασύνη. Το ίδιο ισχύει και για το μαξιλάρι αφού πρέπει να παρέχει άνετη και σωστή στήριξη στον αυχένα. Το κρεβάτι σας θα πρέπει να είναι κατάλληλο για το στρώμα που επιλέξατε και αισθητικά να σας ταιριάζει.

Χαλαρώστε πριν πάτε για ύπνο. Προετοιμάστε τον εαυτό σας κατάλληλα, αποφύγετε τα έντονα φώτα και τους δυνατούς θορύβους 1 ώρα προτού κοιμηθείτε. Διαβάστε ένα βιβλίο, ακούστε χαλαρή μουσική ή κάντε έναν εικοσάλεπτο διαλογισμό ώστε το σώμα και το πνεύμα σας να ηρεμήσει.

Μην πηγαίνετε για ύπνο πεινασμένοι. Ένα άδειο στομάχι δεν είναι και ο καλύτερος φίλος για τον ύπνο. Μία μπανάνα ή ένα πορτοκάλι ή μια φέτα ψωμί είναι ότι χρειάζεστε για να μην αισθάνεστε πεινασμένοι. Επίσης, μη φάτε βαριά και κοιμηθείτε. Θα έχετε έναν κουραστικό και ανήσυχο ύπνο.

Αφήστε το στρες μακριά από το κρεβάτι σας. Αν είστε αγχωμένοι και σκέφτεστε πολλά πράγματα θα ήταν καλύτερο να τα γράψετε σε ένα χαρτί και να ασχοληθείτε μαζί τους το πρωί. Αδειάστε το μυαλό σας από σκέψεις που σας κρατάνε σε εγρήγορση.

Σηκωθείτε από το κρεβάτι αν αισθάνεστε ξύπνιοι. Αν δεν μπορείτε να κοιμηθείτε, σηκωθείτε από το κρεβάτι, πιείτε λίγο ζεστό γάλα ή κάντε ένα ζεστό μπάνιο ώστε το σώμα σας να χαλαρώσει. Έτσι η θερμοκρασία του σώματος θα αυξηθεί και θα χαλαρώσετε ώστε να κοιμηθείτε ευκολότερα.

Πίνετε νερό κατά την διάρκεια της ημέρας. Έτσι ο οργανισμός δεν θα διψάσει ούτε πριν ούτε κατά την διάρκεια του ύπνου.

Αθληθείτε. Ο αθλητισμός και η σωματική δραστηριότητα σας βοηθήσει να βελτιώσετε την ποιότητα του ύπνου σας. Η άσκηση καλό θα ήταν να γίνεται πρωινές ή απογευματινές ώρες.

Ήσυχη κρεβατοκάμαρα. Η κρεβατοκάμαρα σας θα πρέπει να είναι ένα μέρος απαλλαγμένο και προστατευμένο από θορύβους. Η ιδανική θερμοκρασία του χώρου είναι οι 18° C. Αερίστε την κρεβατοκάμαρα σας μετά τον ύπνο αλλά και 2 ώρες πριν από αυτόν. Τηλεόραση καθώς και άλλες ηλεκτρονικές συσκευές καλό θα ήταν να μην υπάρχουν στο χώρο της κρεβατοκάμαρας.

Ροφήματα. Μην καταναλώνετε ροφήματα με καφεΐνη ή τανίνη μετά τις 18:00 γιατί οι συγκεκριμένες ουσίες κρατούν τον οργανισμό σε εγρήγορση.

Δαπανούμε τον 1/3 της ζωής μας στον ύπνο ας φροντίσουμε τουλάχιστον να είναι αναζωογονητικός!!!

ΧΜ25: Όταν οι τοίχοι πλέον δεν αποτελούν εμπόδιο για να βρει στόχο

Οι σφαίρες του είναι σχεδιασμένες με έξυπνο λογισμικό ώστε να εκρύγνονται αφού διανύσουν κάποια απόσταση. 

Ο Αμερικάνικος στρατός σχεδιάζει να περάσει τα πρώτα τεστ για το νέο όπλο που μπορεί να χτυπήσει στρατιώτες πίσω από κάλυψη ανεξάρτητα το μέρος που κρύβονται..Το νέο πυροβόλο όπλο σχεδιάστηκε από την Orbital ATK και έχει εμβέλεια πάνω από 700 μέτρα ενώ χρησιμοποιεί σφαίρες των 25 mm.

Το 2010 πρωτότυπα αυτού του όπλου στάλθηκαν δοκιμάστηκαν σε μάχες στο Αφγανιστάν από τον Αμερικάνικο στρατό.

Δείτε το βίντεο

Ηράκλειτος και CERN

Ηράκλειτος και CERNΌλοι όσοι ασχολούνται με την φυσική, υποστηρίζουν ότι η σειρά των πειραμάτων που διεξάγονται στο CERN, ένα πασίγνωστο πλέον χάρη στην πρόσφατη δημοσιότητα που του παρέχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ευρωπαϊκό εργαστήριο σωματιδιακής φυσικής (ενώ λειτουργεί αθόρυβα και συστηματικά επί πέντε και πλέον δεκαετίες), θα προσφέρει απαντήσεις σε προβλήματα που βασανίζουν την σύγχρονη φυσική επί δεκαετίες και ίσως και την φιλοσοφία που αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα επί χιλιετίες.

Όμως σύμφωνα με τον νομπελίστα φυσικό Werner Heisenberg (1901-1976)∗, τον εισηγητή της κβαντομηχανικής, η σύγχρονη φυσική πλησιάζει ή μάλλον επαναφέρει την ερμηνεία του Ηρακλείτου για τον κόσμο, καθώς εάν το πῦρ, που άλλοτε ορίζεται ως εμφανές και άλλοτε ως αφανές (το οποίο κατά τον Ηράκλειτο είναι και το ισχυρότερο), νοηθεί ως ενέργεια, τότε οι αποφάνσεις του μεγάλου Εφέσιου φιλοσόφου, απηχούν λέξη προς λέξη όχι μόνον τις σύγχρονες αντιλήψεις της φυσικής αλλά και τις τάσεις που καταλήγουν στα πειράματα του CERN.

Η ενέργεια συνιστά ουσιαστικά το υλικό, από το οποίο παράγονται όλα τα στοιχειώδη σωματίδια, τα άτομα και γενικά τα πάντα στον κόσμο, αλλά παράλληλα η ενέργεια κινεί τα πάντα στον κόσμο, αποτελώντας μια αναλλοίωτη ουσία, που το συνολικό της ποσό δεν μεταβάλλεται, με τα στοιχειώδη σωματίδια να αποτελούν παράγωγά της, όπως πιστοποιούν πάμπολλα πειράματα, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπεται σε κίνηση, σε θερμότητα, σε φωτεινή ακτινοβολία ή σε διαφορά δυναμικού, προκαλώντας ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα.

Είναι η αιτία όλων των μεταβολών, που εκπροσωπεί μία θεμελιώδη αρχή, την αλλαγή, την άφθαρτη μεταβολή που ανανεώνει τον κόσμο, και αν και αυτή καθαυτή η αλλαγή δεν αποτελεί υλικό αίτιο, ο εκπρόσωπός της, το πῦρ, συνιστά ως θεμελιώδης αρχή και την κινούσα δύναμη. Στο κοσμολογικό τμήμα του έργου του με τίτλο ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ, ο Ηράκλειτος δηλώνει αφοριστικά:
*DK B30 Κόσμον <τόνδε> τὸν αὐτὸν ἁπάντων οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησε, ἀλλʹ ἦν αἰεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα. (1). (Ο κόσμος παραμένει αναλλοίωτος για όλα τα όντα και δεν είναι δημιούργημα κανενός θεού και κανενός ανθρώπου, αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρξει στον αιώνα τον άπαντα, ως πύρ αείζωον, που αναφλέγεται σύμφωνα με καθορισμένα μέτρα και αποσβένεται με καθορισμένα μέτρα).
Πρόκειται μάλλον για την σχεδόν προγραμματική δήλωση του φιλοσόφου που εισάγει τον αναγνώστη στις κοσμολογικές του αντιλήψεις, στοιχείο που προδίδεται από την πρόταξη του όρου κόσμος, τον οποίο ο Σιμπλίκιος ερμηνεύει αξιοποιώντας την έννοια διακόσμησις και ο Αλέξανδρος Αφροδισιεύς την έννοια διαρκὴς διάταξις, αλλά είναι προφανές ότι ο Ηράκλειτος εννοεί το σύμπαν και μάλιστα ο ενικός αριθμός δηλώνει ότι δεν αποδέχεται την άποψη του Αναξιμάνδρου για την ύπαρξη απείρων κόσμων. Ένα άλλο πρόβλημα απορρέει από την εισαγωγή του όρου μέτρον που προσδιορίζει αφές και σβέσεις του αείζωου πυρός, καθώς ορισμένοι θεωρούν πως είναι ποσοτικός και άλλοι χρονικός, αν και από άλλα αποσπάσματα προδίδεται ότι διατηρεί ταυτόχρονα ποσοτική και χρονική σημασία.

Ο Πλούταρχος (2), που εντυπωσιάζεται με την αφοριστική και προκλητική σαφήνεια του αποσπάσματος, καθώς είναι ένα εντελώς ασυνήθιστο χαρακτηριστικό για το ύφος του Ηρακλείτου, θεωρεί ότι ο μεγάλος Εφέσιος επιθυμεί να διευκρινίσει πως απορρίπτει την θεουργία, αλλά και παράλληλα να αναιρέσει κάθε μεταφυσική αντίληψη για την σχέση του ανθρώπου με την δημιουργία. Ο Κλήμης που παραθέτει το συγκεκριμμένο απόσπασμα στο έργο του με τίτλο ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ συνεχίζει για άγνωστο λόγο με δύο άλλα αλληλένδετα αποσπάσματα:
*DK B31 Πυρὸς τροπαὶ πρῶτον θάλασσα· θαλάσσης δὲ τὸ μὲν ἥμισυ γῆ, τὸ δὲ ἥμισυ πρηστήρ… Θάλασσα διαχέεται καὶ μετρέεται ἐς τὸν αὐτὸν λόγον ὁκοῖος πρόσθεν ἦν ἢ γενέσθαι †γῆ†. (3). (Η πρώτη μεταβολή του πυρός είναι σε θάλασσα, όπου ο υγρός όγκος αποτελείται κατά το ήμισυ από γή και κατά το ήμισυ από φλεγόμενο αέρα. Η θάλασσα διαχέεται και διατηρεί το ίδιο μέτρο αναλογίας, το οποίο ίσχυε πριν μετατραπεί σε γή).
Ο Ηράκλειτος διατυπώνει με τις προτάσεις αυτές ένα κομβικό αξίωμα, παρά το γεγονός ότι η δεύτερη πρόταση είναι ακατανόητη στην διασωζόμενη μορφή της. Οι Diels και Krantz, που επιχειρούν στην έκδοση των Προσωκρατικών αποκαταστάσεις των αποσπασμάτων, θεωρούν πως η δεύτερη πρόταση έχει την μορφή:
“Γῆ θάλασσα διαχέεται καὶ μετρέεται ἐς τὸν αὐτὸν λόγο” (η γή αναλύεται σε θάλασσα, διατηρώντας το ίδιο μέτρο αναλογίας)
Το αξίωμα αυτό δεν είναι παρά μία απλή διατύπωση που εξηγεί πως το συνολικό ποσό ενέργειας και ύλης δεν μεταβάλλεται, με εφαρμογή της αντίστροφης μετατροπής, όπου το στερεό στοιχείο μεταβάλλεται σε υγρό και το υγρό καταλήγει στο πύρ, δηλαδή σε ενέργεια, με μοναδικό αμετάβλητο χαρακτηριστικό το ποσοτικό μέτρο. Η αντίστροφη μετατροπή αναδύεται και σε άλλο απόσπασμα, όπου…
*DK B76…ζῇ πῦρ τὸν ἀέρος θάνατον καὶ ἀὴρ ζῇ τὸν πυρὸς θάνατον, ὕδωρ ζῇ τὸν γῆς θάνατον, γῆ τὸν ὕδατος. (4). (Το πύρ ζεί από τον θάνατο της γής και ο αέρας ζεί από τον θάνατο του πυρός, το νερό ζεί από τον θάνατο της γής, ενώ η γή από τον αντίστοιχο του νερού).
Ο Πλούταρχος (5), αξιοποιεί τμήμα του αποσπάσματος, σημειώνοντας πως…πυρὸς θάνατος ἀέρι γένεσις, καὶ ἀέρος θάνατος ὕδατι γένεσις, ακολουθούμενος από τον Μάρκο Αυρήλιο (6) που τονίζει …ὅτι γῆς θάνατος ὕδωρ γενέσθαι καὶ ὕδατος θάνατος ἀέρα γενέσθαι καὶ ἀέρος πῦρ καὶ ἔμπαλιν.

Αναμφίβολα η ιδέα της αέναης μετατροπής συναρπάζει επί αιώνες τους μεταγενέστερους συγγραφείς, πλην όμως στην πλήρη μορφή του αποσπάσματος που παραδίδει ο Μάξιμος, αποκαλύπτεται ότι ο Ηράκλειτος αναφέρεται σε ένα κύκλο υλοενέργειας, με τέσσερις διακριτές καταστάσεις (καθαρή ενέργεια, και αέρια, υγρή, στερεά κατάσταση υλικού σώματος), που αποτελούν εκφάνσεις του συμπαντικού κόσμου και είναι εντελώς αλληλένδετες μεταξύ τους. Μάλιστα επεκτείνει την διαδικασία αυτή και στα έμβια όντα, όπως επισημαίνει ο Πορφύριος, θεωρώντας προφανώς ότι δεν αποτελούν ιδιαίτερο τμήμα του κόσμου, καθώς υπόκεινται στο ίδιο αξίωμα…
*DK B77 …ὅθεν καὶ Ἡράκλειτον ψυχῇισι φάναι τέρψιν ἢ θάνατον ὑγρῇσι γενέσθαι, τέρψιν δὲ εἶναι αὐταῖς τὴν εἰς γένεσιν πτῶσιν, ἀλλαχοῦ δὲ φάναι ζῆν ἡμᾶς τὸν ἐκείνων θάνατον καὶ ζῆν ἐκείνας τὸν ἡμέτερον θάνατον. (7). (Όπου και ο Ηράκλειτος αποφαίνεται ότι για τις ψυχές η τέρψη είναι ο θάνατος με την μετάπτωση στην υγρή κατάσταση, ενώ η τέρψη τους είναι και η μετάπτωση της γέννησης, καθώς και σε άλλο σημείο αποφαίνεται πως εμείς βιώνουμε τον θάνατό τους, ενώ εκείνες τον θάνατό μας).
Είναι αξιοσημείωτο ότι με τον όρο τέρψις, καλύπτονται και οι δύο καταστάσεις, δηλαδή ο θάνατος της ψυχής (που οδηγεί στην γένεση του εμβίου όντος), αλλά και ο θάνατος του εμβίου όντος (που καταλήγει στην γένεση της ψυχής), καθώς ο σκοτεινός φιλόσοφος συμπεραίνει πως αυτή καθαυτή η μεταβολή συνιστά την ουσία του ζητήματος και όχι οι εκφάνσεις της μίας ή της άλλης κατάστασης, ενώ το γεγονός ότι αναφέρεται πλέον σε ένα ανθρώπινο όν ενταγμένο στην συμπαντική διαδικασία, συνιστά μία πρώτη υπόμνηση κατά του ανθρωποκεντρισμού.

Ο θάνατος βέβαια δεν νοείται με την έννοια της εποχής μας, καθώς κατά τον Ηράκλειτο, απλώς ορίζει το φαινόμενο της μετάπτωσης από μία κατάσταση σε μία άλλη και δεν εμπεριέχει ως έννοια μεταφυσικά χαρακτηριστικά. Όμως είναι πολύ πιθανόν ο φιλόσοφος να προχωρεί μετά το εισαγωγικό του απόσπασμα για το σύμπαν σε δύο βασικές έννοιες με τις οποίες ορίζει τον συμπαντικό κύκλο, τις έννοιες χρησμοσύνη (ανάγκη) και κόρος (κορεσμός), που διασώζονται σε τρία αποσπάσματα από τον Ιπόλυτο…
* DK B64 …πυρὸς γίνεσθαι λέγων οὕτως· τὰ δὲ πὰντα οἰακίζει κεραυνός, τουτέστι κατευθύνει, κεραυνὸν [τὸ πῦρ λέγων τὸ αἰώνιον. λέγει δὲ καὶ φρόνιμον τοῦτο εἶναι] τὸ πῦρ καὶ τῆς διοικήσεως τῶν DK B65 ὄλων αἴτιον· καλεῖ δὲ αὐτὸ χρησμοσύνην καὶ κόρον χρησμοσύνη δὲ ἐστιν ἡ διακόσμησις κατ΄ αὐτὸν, ἡ δὲ ἐκπύρωσις DK B66 κόρος. πάντα γάρ, φησί, τὸ πῦρ ἐπελθὸν κρινεῖ καὶ καταλήψεται. (8). (Η γένεση του πυρός, όπως εξηγεί, ακολουθεί αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τον οποίο τα πάντα καθοδηγεί, δηλαδή κατευθύνει ο κεραυνός – εννοεί το αείζωον πύρ, το οποίο διαθέτει φρόνηση, το πύρ, που αποτελεί το αίτιο διοίκησης των πάντων· το αποκαλεί μάλιστα ανάγκη και κορεσμό, όπου κατά την άποψή του η ανάγκη είναι η διακόσμηση και ο κορεσμός η εκπύρωση. Τα πάντα υποστηρίζει, κρίνονται και αναλώνονται από το πύρ).
Είναι προφανές ότι ο Ηράκλειτος ορίζει έναν συμπαντικό κύκλο, στον οποίο κυριαρχεί η ενέργεια, που είτε εκδηλώνεται άμεσα και ορατά (κεραυνός), είτε ανάλογα με τις συνθήκες, ιεραρχεί την πορεία και την εξέλιξή του έως την φάση της εκπύρωσης, που προδίδεται ότι αποτελεί την αφετηρία ενός νέου κύκλου, ο οποίος οφείλει την έναρξή του στην μεγάλη έκρηξη (Big Bang), με παντοτινό και αιώνιο πηδαλιούχο του την ενέργεια. Ο Διογένης Λαέρτιος, επιχειρεί να ερμηνεύσει αυτό τον κύκλο, αναλύοντας ότι…
Πεπεράνθαι τε τὸ πᾶν καὶ ἕνα εἶναι κόσμον· γεννᾶσθαί τε αὐτὸν ἐκ πυρὸς καὶ πάλιν ἐκπυροῦσθαι κατά τινας περιόδους ἐναλλὰξ τὸν σύμπαντα αἰώνα· τοῦτο δε γίνεσθαι καθ’ ἰμαρμένην, τῶν δὲ ἐναντίων τὸ μὲν ἐπὶ τὴν γένεσιν ἄγον καλεῖσθαι πόλεμον καὶ ἕριν, τὸ δὲ ἐπὶ τὴν ἐκπύρωσιν ὁμολογίαν καὶ εἰρήνην, καὶ τὴν μεταβολὴν ὁδὸν ἄνω κάτω, τον τε κόσμον γίνεσθαι κατ’ αὐτὴν. (9) (Ο κόσμος είναι ένας, μοναδικός και πεπερασμένος· γεννάται από το πύρ και μετατρέπεται πάλι σε πύρ, σε εναλλασσόμενες περιόδους κατά την διάρκεια ολόκληρης της αιωνιότητας· αυτή η διαδικασία είναι καθορισμένη, όπου από τις αντιτιθέμενες – δυνάμεις, εκείνες που οδηγούν στην γένεση αποκαλούνται έρις και πόλεμος, ενώ εκείνες που οδηγούν στην εκπύρωση, συμφωνία και ειρήνη, η δε μεταβολή ορίζεται οδός άνω κάτω και ο κόσμος οφείλει σε αυτή την γένεσή του).
Ο δοξογράφος Αέτιος, θεωρεί πως ο Ηράκλειτος εννοεί ότι…
* Ἐκ πυρὸς γὰρ πάντα γίγνεσθαι καὶ εἰς πῦρ πάντα τελευτᾶν· τούτου δὲ κατασβεννυμένου κοσμοποιεῖσθαι τὰ πάντα…πάλιν δὲ τὸν κόσμον καὶ τὰ σώματα πάντα ὑπὸ τοῦ πυρὸς ἀναλοῦσθαι ἐν τῇ εκπυρώσει. (10). (Από το πύρ δημιουργούνται τα πάντα και τα πάντα καταλήγουν στο πύρ· μάλιστα η κατάσβεσή του οδηγεί στην εμφάνισή του κόσμου – όπως μας είναι γνωστός…αλλά και πάλι, τα πάντα και ο κόσμος αναλώνονται από το πύρ κατά την διάρκεια της εκπύρωσης).
Οι ερμηνείες αυτές είναι κατά πέντε και πλέον αιώνες μεταγενέστερες του μεγάλου σκοτεινού φιλοσόφου και μάλιστα σε μία εποχή που κυριαρχείται από τις δοξασίες των Στωϊκών, με συνέπεια η πραγματική αντίληψη του Ηρακλείτου στο συγκεκριμμένο ζήτημα να παραμένει ασαφής. Είναι πολύ πιθανό η λεγόμενη διακόσμηση που προέρχεται από μία μεγάλη έκρηξη, να αποτελεί μία εξελικτική διαδικασία, ίσως με την έννοια της διαστολής, όπου μετά από ένα όριο αντιστρέφεται σε συστολή και μάλλον η έννοια του κορεσμού δηλώνει ακριβώς αυτή την κατάσταση, η οποία αναπόφευκτα καταλήγει στην εκπύρωση.

Στην πραγματικότητα ένα ανάλογο φαινόμενο σε μικρογραφία χαρακτηρίζει την εξελικτική διαδικασία ενός υπερκαινοφανούς αστέρα (super nova), όπου στο τελικό στάδιο η εσωτερική του κατάρρευση λόγω συστολής ή κορεσμού, οδηγεί σε μία απίστευτη έκρηξη και στην δημιουργία μαύρης οπής. Πρόκειται ουσιαστικά για δύο αντίθετες κινήσεις που εξελίσσονται διαδοχικά και νοούνται με τον όρο ἐναντιοδρομία που τον επαναλαμβάνουν σχεδόν άκριτα οι μεταγενέστεροι αρχαίοι σχολιαστές του, χωρίς να αντιλαμβάνονται την σημασία του.

Η εξέλιξη αυτή που περιλαμβάνει τις δύο αντίθετες κινήσεις είναι μονόδρομος και αυτός είναι ο λόγος που ορίζεται με την έκφραση ὁδὸς ἄνω κάτω, καθώς σε άλλο απόσπασμα δηλώνεται αφοριστικά πως… DK B60 … ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή. (11). Αναπόφευκτα η ενέργεια συνιστά το καθοριστικό στοιχείο του σύμπαντος, καθώς εκφράζει την αέναη κίνηση, το γίγνεσθαι, με συνέπεια να εισάγεται μέσω αυτής μία αρχή, η οποία αποτελεί την μεγαλύτερη ίσως υπέρβαση της ελληνικής φιλοσοφίας.

Με την σημασία που αποδίδει ο Ηράκλειτος στην ενέργεια, παρακάμπτει όλα τα στατικά προβλήματα της φιλοσοφίας και η αναζήτηση της αιώνιας αρχής των πάντων μετατρέπεται σε ένα πρόβλημα περιγραφής ενός σχεδόν μαθηματικού προτύπου ικανού να ερμηνεύσει την ροή των αισθητών, το κεφαλαιώδες ζήτημα έρευνας του σκοτεινού φιλοσόφου. Η προσπάθεια αυτή εκφράζεται στο απόσπασμα που αναφέρεται σε ενεργειακά ισοδύναμα, όπου…
*DK B90 Πυρὸς τε ἀνταμοιϐὴ τὰ πάντα καὶ πῦρ ἁπάντων, ὅκωσπερ χρυσοῦ χρήματα καὶ χρημάτων χρυσός. (12). (Τα πάντα ανταλλάσσονται με το πύρ και το πύρ με τα πάντα, όπως ο χρυσός ανταλλάσσεται με εμπορεύματα και τα εμπορεύματα με χρυσό).
Αξιοποιώντας ένα οικονομικό ανάλογο, πολύ κοινό όχι μόνον για τους ανθρώπους της εποχής του, αλλά και για τον σύγχρονο κόσμο, ο Ηράκλειτος εισάγει ένα αξίωμα ισοδυναμιών, όπου οποιαδήποτε κατάσταση ύλης αντιστοιχίζεται με το ενεργειακό της ισοδύναμο, αλλά και αντίστροφα μία ενεργειακή στάθμη αντιστοιχίζεται ισοδύναμα με κάποια κατάσταση ύλης. Πρόκειται για την πρώτη θεωρητική διατύπωση του αξιώματος στο οποίο βασίζεται η ειδική θεωρία της σχετικότητας (Ε = mc2), ενώ επιπλέον δηλώνεται πως όλα τα φαινόμενα που παρατηρούνται στο σύμπαν είναι αναστρεπτά. Παράλληλα εξηγώντας την υφή των φυσικών φαινομένων αποφαίνεται πως…
*DK B10 …συνάψιες ὅλα καὶ οὐχ ὅλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνᾷδον διᾷδον, καὶ ἐκ πάντων ἓν καὶ ἐξ ἑνὸς πάντα. (13). (…συσχετισμοί πλήρεις αλλά και μη πλήρεις, κάτι που διατηρεί ομοιογενή, αλλά και ανομοιογενή κατεύθυνση κίνησης, αρμονική αλλά και συγχρόνως δυσαρμονική προσαρμογή, όπου η ενότητα απαρτίζεται από τα πάντα, όπως και η ποικιλία των πάντων πηγάζει από την ενότητα).
Πρόκειται για ένα από τα στρυφνότερα αποσπάσματα του Ηρακλείτου, όπου ο όρος σύναψις, εννοεί ένα σύνολο που σχηματίζεται με τον συσχετισμό ή την αλληλεπίδραση δύο πραγμάτων ή καταστάσεων. Το σύνολο αυτό είναι ανάλογο με την ενότητα που σχηματίζεται από την άμεση διαδοχή δύο καταστάσεων, δηλαδή από την μετάπτωση της πρώτης στην δεύτερη, όπου όμως η έκφραση ὅλα καὶ οὐχ ὅλα, που δηλώνει πληρότητα ή μη του φαινομένου, εισάγει μάλλον αριθμολογική διάκριση, καθώς ο σκοτεινός φιλόσοφος γνωρίζει πως οι έρευνες των Πυθαγορείων στα ασύμμετρα μεγέθη, καταλήγουν σε συμπεράσματα σύμφωνα με τα οποία η σχέση ασύμμετρων μεγεθών (μη πλήρης), οδηγεί σε σύμμετρα (πλήρης).

Αν και υπερβολικό, ο Ηράκλειτος αξιοποιεί ίσως ένα θεωρητικό πρότυπο εξαντλητικής μεθόδου, όπως αυτή εμφανίζεται έναν περίπου αιώνα αργότερα με τον Εύδοξο, για να ερμηνεύσει μεταβολές που από το στάδιο μερικής πληρότητας, καταλήγουν στην πλήρη. Με την διαδικασία αυτή συνδέεται μάλλον το απόσπασμα που αναφέρεται στην αρμονία, όπου δηλώνεται πως…
*DK B54 Ἁρμονίη ἀφανὴς φανερῆς κρείσσων. (14). (Η αόρατη αρμονία είναι ισχυρότερη της ορατής).
Ο όρος ἁρμονία πιθανότατα χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του σύναψις, εννοώντας συνεπαφή, συσχετισμό, αλληλεπίδραση, ή διαδραστική διαδικασία, αλλά τονίζεται ότι όταν δεν είναι αντιληπτή, είναι ισχυρότερη και σταθερότερη, με συνέπεια να δημιουργείται ένα εύλογο ερώτημα εάν και κατά πόσον ο σκοτεινός φιλόσοφος αναφέρεται στον μικρόκοσμο, προαναγγέλλοντας την κατά μερικές δεκαετίες μεταγενέστερη ατομική θεωρία του Δημοκρίτου. Σαφέστατα δεν αντιστοιχεί στην έννοια που του αποδίδεται στην εποχή μας, καθώς σε άλλο του απόσπασμα ο Ηράκλειτος επισημαίνει πως…
*DK B124…ἀλλ΄ ὥσπερ σάρμα εἰκῆ κεχυμένον ὁ κάλλιστος, φησὶν Ἡράκλειτος, [ὁ] κόσμος. (15). (…όπως το χαοτικό χάσμα, εμφανίζεται χυμένο, [παρουσιάζεται] ο ωραιότερος κόσμος, δηλώνει ο Ηράκλειτος).
Η ωραιότητα του κόσμου συνδέεται άμεσα με την αταξία του χάσματος, είναι δηλαδή ένα χαοτικό φαινόμενο, παραπέμποντας στο ζήτημα της αρμονίας, που κατά τον σκοτεινό φιλόσοφο αποτελεί το αίτιο αυτής της εικόνας και συσχετίζεται με την εξέλιξή του στον χρόνο, για τον οποίο αποφαίνεται πως…
*DK B52 Αἰὼν παῖς ἐστι παίζων, πεττεύων· παιδὸς ἡ βασιληίη… (16). (Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει πεσσούς και η βασιλεία του ανήκει…)
Από το απόσπασμα προκύπτουν δύο κύρια σημεία για την ουσία του χρόνου, όπου το πρώτο πηγάζει από τον προσδιορισμό του ως παιδιού, αλλά όχι νηπίου, προδίδοντας ότι διανύει στην αιωνιότητα αυτό το στάδιο ανεξέλικτος, χωρίς να ωριμάζει. Το δεύτερο επικεντρώνεται στην περίεργη αναφορά στο παιγνίδι των πεσσών, αντί των αντίστοιχων των αστραγάλων ή των κύβων που κυριαρχούνται από τον παράγοντα της τύχης και είναι ιδιαίτερα αγαπημένα στις παιδικές ηλικίες. Η αναφορά στο παιγνίδι των πεσσών, ένα παιγνίδι τακτικής της αρχαιότητας με κυρίαρχο χαρακτηριστικό την πολλαπλότητα των επιλογών, πιστοποιεί ότι αφαιρεί το στοιχείο της τύχης στον χρόνο, εισάγοντας στην θέση του το στοιχείο της αβεβαιότητας, μέσω των πολλαπλών επιλογών, ένα αξίωμα που επανέρχεται με την αρχή της απροσδιοριστίας.

Όμως, λόγω του ότι οι πεσσοί κινούνται μόνον εμπρός ή πλαγίως, στοιχειοθετείται ότι κατά την άποψή του ο χρόνος, ασχέτων των επιλογών (που συνδέονται όχι με την υφή του αλλά με το φαινόμενο σε εξέλιξη), δεν εναντιοδρομεί. Παραμένει ακαθόριστο το πως εννοεί ο Ηράκλειτος τον όρο βασιλεία και εάν στην συγκεκριμμένη περίπτωση η σημασία του είναι ταυτόσημη με τα απολυταρχικά καθεστώτα της Ανατολής, καθώς αντίθετα στον ελλαδικό και περιελλαδικό χώρο της εποχής του ο όρος καλύπτει τελετουργικά πλέον αξιώματα, χωρίς καμμία ουσιαστική εξουσία που είναι απογυμνωμένα παρά τον πομπώδη τίτλο, από κάθε έννοια πολιτικής ισχύος.

Οι πιθανότητες συγκλίνουν προς την δεύτερη περίπτωση, καθώς ο σκοτεινός φιλόσοφος είναι απόγονος του αχαϊκού βασιλικού οίκου της Αττικής, και μάλιστα αποποιείται το τελετουργικό του αξίωμα υπέρ του αδελφού του (17), με αποτέλεσμα η χρήση του όρου να ανακλά μάλλον τα προσωπικά του βιώματα. Ο χρόνος λογίζεται κατά συνέπεια ως ένα διαρκές τελετουργικό δρώμενο στον συμπαντικό κύκλο, ένας αέναος χορός, χωρίς άλλη ισχύ και εξουσία. Επιπλέον σε άλλο του απόσπασμα συνδέει τον χρόνο με το σύμπαν, θεωρώντας τον πρώτο απόρροια του δεύτερου, δηλαδή παράγωγο της υλοενέργειας και της κίνησής της, αφού…
*DK B100 …οὕτως οὖν ἀναγκαίαν πρὸς τὸν οὐρανὸν ἔχων συμπλοκὴν καὶ συναρμογὴν ὁ χρόνος οὐκ ἁπλῶς ἐστι κίνησις ἀλλʹ, ὥσπερ εἴρηται, κίνησις ἐν τάξει μέτρον ἐχούσῃ καὶ πέρατα καὶ περιόδους. (18). (Κατά συνέπεια ο χρόνος διατηρώντας μία απαραίτητη συναρμογή και σχέση με τον ουρανό δεν αποτελεί απλώς κίνηση, αλλά κατά μία έννοια διατεταγμένη κίνηση που έχει μέτρο, περιοδικότητα και πέρατα).
Επομένως ο χρόνος δεν υπάρχει κατά την στιγμή της εκπύρωσης, αλλά προκύπτει ως παράγωγο της δημιουργίας του κόσμου, ακολουθώντας τον συμπαντικό κύκλο έως την λήξη του, οπότε και παύει να υπάρχει, όπως δηλώνει η χρήση του όρου πέρας. Πάντως πέραν της θαυμαστής φιλοσοφικής υπέρβασης που επιχειρεί ο Ηράκλειτος, το μεγάλο πρόβλημα στην κοσμολογική θεώρηση του σύμπαντος, δεν πηγάζει τόσον από την εισαγωγή της ενέργειας (το πῦρ) ως βασικής αρχής στο πρότυπό του, αλλά κυρίως από το πώς εννοεί την δυνατότητά της να παράγει μάζα, τονίζοντας μάλιστα ότι αυτή η δυνατότητα του ενός (του πυρὸς), είναι ικανή να παράγει τα πάντα, μέσω κάποιας δυναμικής αρχής, εγκαινιάζοντας τον συμπαντικό κύκλο. Στο πρόβλημα αυτό μάλλον απαντούν τα αποσπάσματα που αναφέρονται στον λόγο, τα οποία διασώζει ο ιατρός και φιλόσοφος του ΙΙ μεταχριστιανικού αιώνα Σέξτος Εμπειρικός (19).
*DK B22.1 …(τοῦ δὲ) λόγου τοῦδ᾽ ἐόντος (ἀεὶ) ἀξύνετοι γίγνονται ἄνθρωποι καὶ πρόσθεν ἢ ἀκοῦσαι καὶ ἀκούσαντες τὸ πρῶτον· γινομένων γὰρ (πάντων) κατὰ τὸν λόγον τόνδε ἀπείροισιν ἐοίκασι, πειρώμενοι καὶ ἐπέων καὶ ἔργων τοιούτων, ὁκοίων ἐγὼ διηγεῦμαι διαιρέων ἕκαστον κατὰ φύσιν καὶ φράζων ὅκως ἔχει. τοὺς δὲ ἄλλους ἀνθρώπους λανθάνει ὁκόσα ἔγερθέντες ποιοῦσιν, ὅκωσπερ ὁκόσα εὕδοντες ἐπιλανθάνονται. DK B22.2 …διὸ δεῖ ἕπεσθαι τῷ (ξυνῷ, τουτέστι τῷ) κοινῷ· ξυνὸς γὰρ ὁ κοινός. τοῦ λόγου δὲ ἐόντος ξυνοῦ ζώουσιν οἱ πολλοὶ ὡς ἰδίαν ἔχοντες φρόνησιν.  (…αν και ο λόγος παραμένει πάντοτε πραγματικός και αναλλοίωτος, οι άνθρωποι δεν τον κατανοούν, είτε όταν ενημερώνονται για πρώτη φορά, είτε όταν ήδη είναι ενήμεροι· ενώ δηλαδή τα πάντα εξελίσσονται σύμφωνα με τον λόγο, οι άνθρωποι εμφανίζονται να τον αγνοούν, αν και διαθέτουν την εμπειρία και των σχετικών ερμηνειών και των έργων εκείνων, τα οποία διηγούμαι προσδιορίζοντας το καθένα κατά την φύση του και εξηγώντας την πραγματική του ουσία. Όμως οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν όσα πράττουν σε εγρήγορση, όπως ακριβώς λησμονούν όταν κοιμούνται. Εξ αιτίας αυτού, οφείλει να ακολουθείται το ξυνόν πράγμα, δηλαδή το κοινό. Ο δε λόγος ενώ είναι κοινός, οι περισσότεροι ζούν, θεωρώντας ότι διαθέτουν ο καθένας διαφορετική αυτόνομη φρόνηση [δηλαδή αγνοούν ότι διέπονται από μία κοινή δυναμική αρχή]).
Ο Σέξτος ακολουθεί τον προκάτοχό του σκεπτικιστή Αινεσίδημο και προσπαθεί όπως και αυτός να καταρτίσει με βάση την ηρακλείτειο κοσμολογική θεωρία ένα σύστημα ερμηνείας των φυσικών φαινομένων. Όμως ο όρος λόγος που χρησιμοποιείται από τον Ηράκλειτο δεν έχει την σημασία που του αποδίδει η σχεδόν μεταφυσική και μεταγενέστερη μεταχριστινιανική θεώρηση του κόσμου. Ο φιλόσοφος γράφει στις αρχές του V προχριστιανικού αιώνα και εκείνη την εποχή, ο όρος ως παράγωγος του ρήματος λέγειν (αριθμώ, απαριθμώ, καταλέγω, συλλέγω, συναθροίζω, λογαριάζω, υπολογίζω, θεωρώ, ομιλώ), δηλώνει κυρίαρχα λογισμό ή λογαριασμό.

Αυτές οι έννοιες διακρίνονται και στον σύγχρονό του όρο λογάς (συνειλεγμένος, συναθροισμένος), αλλά και στους κατά αιώνες μεταγενέστερους σύνθετους συλλογή και σύλλογος, στους οποίους επιβιώνουν οι αρχικές έννοιες (20). Αν και μάλλον δεν εννοεί κάποιο βασικό μαθηματικό αξίωμα, με το οποίο να οριοθετείται η ροή των αισθητών, ορίζει μία δυναμική αρχή που εμπεριέχει μαθηματικό λογισμό και ρυθμίζει την πορεία των κοσμικών φαινομένων, με την οποία συνάπτεται η Δίκη, δηλαδή η απαραβίαστη τάξη τους, καθώς όπως διευκρινίζει…
*DK B94 Ἥλιος γὰρ οὐχ ὑπερϐήσεται [τὰ] μέτρα· εἰ δὲ μή, Ἐρινύες μιν Δίκης ἐπίκουροι ἐξευρήσουσιν (21). (…Ο Ήλιος δεν πρόκειται να υπερβεί τα καθορισμένα μέτρα· εάν συμβεί το αντίθετο, οι
Ερινύες που επικουρούν την Δίκη, θα τον ανακαλύψουν [και θα τον συλλάβουν]).
Στο πρόβλημα που θέτει ο Ηράκλειτος, αγωνίζονται επί πέντε τουλάχιστον δεκαετίες να απαντήσουν με προμετωπίδα το CERN τα εργαστήρια σωματιδιακής φυσικής ανά τον κόσμο. Ήδη από το 1928 ο Paul Adrian Maurice Dirac, εισάγει ένα μαθηματικό πρότυπο δίδυμης γένεσης που επαληθεύεται πειραματικά το 1932, αποκαλύπτοντας ότι υπάρχει η δυνατότητα να παραχθεί από φωτόνιο, δηλαδή ένα κύμα ισχυρής ακτινοβολίας με μηδενική μάζα, ένα ηλεκτρόνιο και ένα ποζιτρόνιο, δηλαδή δύο σωμάτια που έχουν έστω και αμελητέα μάζα, αλλά αντίθετα ηλεκτρικά φορτία.

Η αποκάλυψη αυτή οδηγεί σε υποψίες ως προς το ότι μεταπτώσεις αυτής της μορφής είναι πιθανόν να διεξάγονται σε πολύ μεγαλύτερες κλίμακες με συνέπεια τα περισσότερα πειράματα να στρέφονται πλέον προς την κατεύθυνση της επαλήθευσης ύπαρξης του μηχανισμού που επιτρέπει την δημιουργία μάζας και στον τομέα η θεωρητική έρευνα του Σκώτου φυσικού Peter Higgs, που εισάγει την πρόταση της ύπαρξης μίας σωματιδιακής μορφής ή μορφών ικανών να προσφέρουν μάζα σε ήδη γνωστά σωμάτια είναι αναμφίβολα πρωτοποριακή.

Όμως η πρόταση του Higgs, προκαλεί νέες απορίες ως προς την εσώτερη υφή της μάζας, καθώς προβάλλει ο γρίφος μίας σωματιδιακής μορφής ικανής να προσφέρει ύλη μέσω αλληλεπίδρασης, παραβαίνοντας όλους τους γνωστούς κανόνες και τα αξιώματα για την υφή και την ουσία της μάζας. Για να επιλύσει τον γρίφο ο Σκώτος φυσικός θεωρεί αναγκαία την ύπαρξη ενός πεδίου σε μορφή νεφελώματος διάχυτου πλέον σε ολόκληρο το σύμπαν (μετά την εκπύρωση), το οποίο ενώ είναι ένα ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, συσχετίζεται και με την φυσική του στερεού σώματος (λόγω αδράνειας) και είναι γνωστό από τα σχετικά πειράματα πως η διέλευση ενός ηλεκτρονίου από ένα θετικά φορτισμένο πλέγμα ατόμων (το στερεό στην συγκεκριμένη περίπτωση) αυξάνει κατά 40(!) φορές την μάζα του.

Κατά τρόπο ανάλογο το πεδίο που οραματίζεται ο Higgs, είναι δυνατόν να προσφέρει μάζα λόγω των παραμορφώσεων που προκαλούνται στο πλέγμα του, δημιουργώντας την ενδιάμεση σωματιδιακή μορφή. Ο ηλεκτρομαγνητισμός και η σωματιδιακή φυσική εξηγούν το πως τα διάφορα σωμάτια αντιδρούν με φωτόνια μηδενικής μάζας, όπως επίσης και το πως δύο άλλα σωμάτια, γνωστά ως W και Z, αντιδρούν με ηλεκτρόνια, νετρίνα, και άλλα μικροσωματίδια. Όμως τα σωμάτια W και Z έχουν τεράστια μάζα αναλογικά με τα υπόλοιπα (100 φορές μεγαλύτερη από τα πρωτόνια και μεγαλύτερη ακόμη και από ολόκληρο το άτομο του σιδήρου) καιδημιουργούν μαθηματικά, λόγω της υπέρμετρης διαφοράς μεγεθών, σημαντικά κενά και αδυναμίες στα ισχύοντα πρότυπα, καθώς οι σχέσεις είναι σχεδόν ασύμβατες.

Αυτές οι αδυναμίες μαθηματικής ερμηνείας της συμπεριφοράς τους στις αλληλεπιδράσεις, οδηγούν σε μία επιβεβλημένη προσφυγή στην πρόταση του Higgs, σύμφωνα με την οποία το πεδίο που φέρει το όνομά του, είναι ικανό να παράγει σωματιδιακές μορφές που προσφέρουν αναλογικά, μεγάλες ποσότητες μάζας. Την ύπαρξη αυτών των μορφών καλείται να επιβεβαιώσει το CERN, αποδεικνύοντας πειραματικά ότι τα μποζόνια (δηλαδή οι σωματιδιακές μορφές) του ιδιοφυούς Βρεταννού φυσικού, δεν αποτελούν μία μαθηματική επινόηση για την παράκαμψη προβλημάτων της σωματιδιακής φυσικής, αλλά αναπόσπαστο τμήμα της πραγματικότητας στον μικρόκοσμο.
Επιστρέφοντας όμως στον Heisenberg και στο διεισδυτικό του σχόλιο για τις αποφάνσεις του μεγάλου σκοτεινού φιλοσόφου, που απηχούν λέξη προς λέξη τις σύγχρονες αντιλήψεις της φυσικής, δημιουργείται η εύλογη απορία ως προς το εάν και κατά ποσον όροι όπως η σύναψις, η ἀφανὴς ἁρμονία, ή το σάρμα αντιπροσωπεύουν περιγραφικούς προσδιορισμούς ενεργειακών πεδίων, υπεύθυνων για την δημιουργία της μάζας και την εξέλιξη του σύμπαντος, με την πιθανή επαλήθευση από το CERN αναλόγων προτύπων, να καταλήγει μάλλον αναπόφευκτα πως έστω και με καθυστέρηση εικοσιπέντε αιώνων, ο Ηράκλειτος αποτελεί διαχρονικά την μεγαλύτερη φυσιογνωμία της θεωρητικής φυσικής της ανθρωπότητας.

Ούτως ή άλλως ο Εφέσιος φιλόσοφος, είναι γνώστης αυτών των προβλημάτων στην έρευνα της φύσης, όταν προειδοποιεί τους αναγνώστες του πως…
DK B123 Φύσις δὲ καθ΄ Ἡράκλειτον κρύπτεσθαι φιλεῖ (22)
————————–
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
∗ Werner Heisenberg: Physics and Philosophy, The Revolution in Modern Science, 1958, George Allen and Unwin Edition, 1959. Πρόκειται για την σειρά διαλέξεων Gilford στο πανεπιστήμιο Saint Andrews της Σκωτίας της περιόδου 1955-1956.
(1) Κλήμης Αλεξανδρεύς: ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ, V, 14, 104, 2, Bibliotheca Patrum Ecclesiasticorum Latinorum Selecta,
Gersdorf, Leipzig & Brussels, 1837.
(2) Πλούταρχος: ΗΘΙΚΑ, ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΤΙΜΑΙΩΙ ΨΥΧΟΓΟΝΙΑΣ, 5, c.1014, Vol. XIII, Loeb.
(3) Κλήμης Αλεξανδρεύς: ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ, V, 14, 104, 3, Bibliotheca Patrum Ecclesiasticorum Latinorum Selecta,
Gersdorf, Leipzig & Brussels, 1837.
(4) Μάξιμος Τύριος: ΔΙΑΛΟΓΟΙ, ΧΙΙ.4, c.489, B. G. Teubner.
(5) Πλούταρχος: ΗΘΙΚΑ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ ΕΙ, 18, c. 392, Vol. V, Loeb.
(6) Μάρκος Αυρήλιος: ΕΣ ΕΜΑΥΤΟΝ, IV.46, B. G. Teubner.
(7) Πορφύριος: ΑΝΤΡΟΝ ΝΥΜΦΩΝ, 10, B.G. Teubner.
(8) Ιππόλυτος: ΚΑΤΑ ΠΑΣΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΕΛΕΓΧΟΣ, IX, 10.7, Μigne, Patrologia Graeca, Vol. X.
(9) Διογένης Λαέρτιος: ΒΙΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ, ix.7, Vol. ΙΙ, Loeb.
(10) DOXOGRAPHI GRAECI, Αetius, 238, Η. Diels,
(11) Ιππόλυτος: ΚΑΤΑ ΠΑΣΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΕΛΕΓΧΟΣ, IX, 10.4, Μigne, Patrologia Graeca, Vol. X.
(12) Πλούταρχος: ΗΘΙΚΑ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ ΕΙ, 8, c.388, Vol. V, Loeb.
(13) Αριστοτέλης: ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ, V.396b7, Vol. ΙΙΙ, Loeb.
(14) Ιππόλυτος: ΚΑΤΑ ΠΑΣΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΕΛΕΓΧΟΣ, IX, 9.5, Μigne, Patrologia Graeca, Vol. X.
(15) Θεόφραστος: ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ, 15, W. D. Ross & F.H. Fobes, Clarendon Press, Oxford, 1929.
(16) Ιππόλυτος: ΚΑΤΑ ΠΑΣΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΕΛΕΓΧΟΣ, IX, 9.4, Μigne, Patrologia Graeca, Vol. X.
(17) Στράβων: ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ, ΧΙV, 3, Vol. VΙ, Loeb.
(18) Πλούταρχος: ΗΘΙΚΑ, ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ, viii. 4, c.1007, Vol. XIII, Loeb.
(19) Σέξτος Εμπειρικός: ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΥΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΙ, VII. 132, 133, J. A. Fabricius, Leizig,
1718 & B. G. Teubner.
(20) J. B. Hofmann: ETYMOLOGISCHES WÖRTERBUCH DES GRIECHISCHEN, R. Oldenburg, München, 1950,
Λήμμα Λέγω.
(21) Πλούταρχος: ΗΘΙΚΑ, ΠΕΡΙ ΦΥΓΗΣ, c. 604a, Vol. VII, Loeb.
(22) Procli Diadochi: IN PLATONIS REM PUBLICAM COMMENTARII, II , W. Kroll, Β. G. Teubner &
Θεμίστιος: ΛΟΓΟΙ, v. c.69 = xii. c. 159, Β. G. Teubner.

Άλμπερτ Αϊνστάιν: Εκατό χρόνια Θεωρία της Σχετικότητας

Σε λίγες ημέρες συμπληρώνονται 100 χρόνια από όταν ο Άλμπερτ Αϊνστάιν εναντιωνόταν στην κοινή λογική και παρουσίαζε στην Πρωσική Ακαδημία Επιστημών την Γενική Θεωρία της Σχετικότητας.

Η επανάσταση που έφερε ο πασίγνωστος φυσικός ήταν ανεπανάληπτη. Ο χώρος και ο χρόνος, μετά από την διάλεξη του Γερμανού, μεταλλάχτηκαν σε μεταβλητές ποσότητες. Δεν αποτελούσαν πλέον ανεξάρτητες ποσότητες, όπως φάνταζε λογικό. Καμπυλώνονταν ανάλογα από την μάζα και την ενέργεια που περιέχονταν στον χωροχρόνο.

Ακόμα και σήμερα, η ιδέα πως ο χρόνος μπορεί να κυλάει διαφορετικά ανάλογα με την ταχύτητα, για παράδειγμα, δεν μπορεί να συλληφθεί απόλυτα από την ανθρώπινη διαίσθηση. Εκατό χρόνια μετά την μεγαλύτερη επιστημονική «έκρηξη» της σύγχρονης ιστορίας, το New Scientist παρουσιάζει πως η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας επηρέασε κάθε φυσικό στον πλανήτη.

Από την διάλεξη του Αϊνστάιν και έπειτα, άνοιγε ένας νέος κόσμος στην φυσική. Κάθε χρόνος που πέρναγε, οι επιστήμονες ανακάλυπταν και κάτι καινούργιο, βασισμένοι στις ιδέες του Γερμανού φυσικού.

Δείτε όλα όσα προκάλεσε η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, στα 100 χρόνια της ζωής της:
1915: Ο Αϊνστάιν παρουσιάζει στην διάλεξη του την Γενική Θεωρία της Σχετικότητας  στην Πρωσική Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου.
1916: Σε συνέχεια του τεράστιου έργου του, ο Αϊνστάιν χρησιμοποιεί την θεωρία του ώστε να προβλέψει την ύπαρξη βαρυτικών κυμάτων αλλά και κυματισμός στον χωροχρόνο ως αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης δύο τεράστιων σωμάτων.
1917: Οι ιδέες του Αϊνστάιν δεν έχουν τελειωμό. Εισάγει στην θεωρία του μια νέα έννοια, την κοσμολογική σταθερά, με στόχο να βρεθεί η κατάλληλη φόρμουλα για ένα στατικό σύμπαν. Η μεταγενέστερη ανακάλυψη πως το σύμπαν διαστέλλεται, ουσιαστικά ακύρωσε την ιδέα του Γερμανού φυσικού. Ωστόσο, η κοσμολογική σταθερά αποτελεί ακόμα αντικείμενο επιστημονικού ενδιαφέροντος, αφού σχετίζεται άμεσα με την επιτάχυνση της κοσμικής διαστολής.
1919: Ο Βρετανός αστροφυσικός Arthur Eddington παρατηρεί την ολική έκλειψη ηλίου στις 19 Μαΐου, από το νησί Πρίνσιπε. Οι θέσεις των αστέρων δίπλα στον ήλιο ήταν ελαφρώς μετατοπισμένες, όπως ακριβώς προβλεπόταν από την θεωρία του Αϊνστάιν. Το φως τους είχε καμφει από το ηλιακό βαρυτικό πεδίο. Η Γενική θεωρία της Σχετικότητας επιβεβαιώνεται για ακόμα μια φορά, ενώ δίνει τους πρώτους σημαντικούς καρπούς της στην αστρονομία.
1920 – 1930: Οι Alexander Friedmann και Georges Lemaître βρίσκουν μια λύση ανάμεσα στις εξισώσεις που περιέχονται στην θεωρία του Αϊνστάιν. Μέσα από αυτές, περιγράφεται η ομοιόμορφη διαστολή του σύμπαντος.
1920 – 1930: Ο Αμερικανός αστρονόμος Edwin Hubble αποδεικνύει πως οι μακρινοί γαλαξίες, απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από τον δικό μας. Αυτή ήταν η πρώτη ένδειξη που μεταγενέστερα θα οδηγούσε στην εξήγηση του Big Bang και της επέκτασης του σύμπαντος. Ο Αϊνστάιν παραδέχεται πως η κοσμολογική σταθερά «ήταν το μεγαλύτερο λάθος του».
1930: Ο Subrahmanyan Chandrasekhar, γνωστός Ινδός αστροφυσικός, παρατηρεί πως ορισμένα αστέρια τεράστιας μάζας, έχουν τόσο πυκνή σύσταση ώστε δεν αφήνουν το παραμικρό ίχνος φωτός να ξεφύγει από αυτά. Αργότερα, η ανακάλυψη του Chandrasekhar αποδείχτηκε πως ήταν οι γνωστές μαύρες τρύπες.
1933: Ο Fritz Zwicky παρατηρεί πως οι γαλαξίες κινούνται ανά σμήνη, ενώ στροβιλίζονται γύρω από μια αόρατη ύλη. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα προς την ανακάλυψη της σκοτεινής ύλης.
1940: Μια ομάδα θεωρητικών φυσικών προβλέπει ότι, αφού το σύμπαν επεκτείνεται από ένα ελάχιστο και πολύ πυκνό σημείο, μετά το Big Bang, θα πρέπει να αφήνει «πίσω» του μια τεράστια… λάμψη. Την Κοσμική Ακτινοβολία Υποβάθρου.
1964: Η Κοσμική Ακτινοβολία Υποβάθρου, που είχε προβλεφθεί νωρίτερα, ανακαλύπτεται τυχαία από τους Arno Penzias και John Wilson, από έναν ανεξήγητο θόρυβο σε μια ραδιοφονική κεραία.
1970: Ο Vera Rubin παρουσιάζει αρκετά πειστικές πληροφορίες, που υποστηρίζουν πως οι περισσότεροι γαλαξίες περιέχουν σκοτεινή ύλη, γεγονός που τους κάνει να στρέφονται γρηγορότερα.
1972: Εκπομπές ακτίνων Χ από έναν μηχανισμό γνωστό ως Χ-1, στον αστερισμό του Κύκνου, δίνουν την πρώτη απόδειξη για τον αφανισμό άστρου μέσα σε μαύρη τρύπα.
1974: Ενας άλλος πασίγνωστος φυσικός, ο Στίβεν Χόκινγκ, αποδεικνύει θεωρητικά πως μέσω της κβαντικής θεωρίας εξηγείται ο λόγος που οι μαύρες τρύπες «ρουφάνε» μάζα, εκπέμποντας ακτινοβολία Hawking. Θέτει το ερώτημα: Τι συμβαίνει στην μάζα που ρουφάνε;
1980: Ο Αμερικανός θεωρητικός φυσικός, Alan Guth εξηγεί πως το σύμπαν κατά τις πρώτες στιγμές μετά την μεγάλη έκρηξη πέρασε μια φάση ανεξέλεγκτης επέκτασης, μέχρι η κατάσταση του να εξομαλυνθεί.
1989: Η NASA εγκαινιάζει τον COBE, έναν δορυφόρο για να μελετήσει την Κοσμική Μικροκυματική Ακτινοβολία Υποβάθρου. Υποστηρίζοντας την ιδέα του Alan Guth, εμφανίζει ένα μεγάλο πεδίο ομοιογενούς ακτινοβολίας.
1998: Μελέτες σε μακρινά supernoae αποκαλύπτουν προς έκπληξη όλων πως η διαστολή του σύμπαντος επιταχύνεται. Η κοσμολογική σταθερά του Αϊνστάιν ξαναβρίσκει νόημα, ως μια ταυτότητα για την σκοτεινή ενέργεια που προκαλεί αυτό το αποτέλεσμα.
2000: Ακόμα αναλυτικότερες μελέτες δείχνουν πως η θεωρία της Κοσμικής Ακτινοβολίας Υποβάθρου, από την στιγμή που το σύμπαν ξεκίνησε από το Big Bang, υποστηρίζει ότι ο κόσμος αποτελείται κυρίως από σκοτεινή ύλη και σκοτεινή ενέργεια.
2008: Ο επιταχυντής LHC στον CERN ξεκινάει την λειτουργία του. Ενας από τους βασικούς του στόχους, η εύρεση σωματιδίων σκοτεινής ύλης.
2015: Το πείραμα LIGO αποτελεί την τελευταία, χρονικά, και πιο ελπιδοφόρα προσπάθεια των επιστημόνων να εντοπίσουν απευθείας βαρυτικά κύματα. Εναν αιώνα μετά την θεωρία του Αϊνστάιν, τα πειράματα ακόμα προσπαθούν να ανακαλύψουν το εύρος της.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός, ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ, Η έλευση των Ρωμαίων

Οι μαθητές που ξεπερνούσαν τους δασκάλους

Ο Ιέρων ορίστηκε στρατηγός των Συρακουσών την εποχή που ο Πύρρος αναχωρούσε από τη Σικελία. Μετά από μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες, οι συμπολίτες του τον ανακήρυξαν βασιλιά και έμεινε γνωστός ως Ιέρων Β' (270-215). Στην αρχή ήρθε σε σύγκρουση με τους Ρωμαίους στη Σικελία, αλλά σύντομα συνθηκολόγησε και συνεργάστηκε μαζί τους στην αντιμετώπιση των Καρχηδονίων. Παραμένοντας πιστός τους σύμμαχος, εξασφάλισε μακροχρόνια ευημερία στην πόλη του. Στην περίοδο της βασιλείας του οι Ρωμαίοι έβαζαν τα θεμέλια για να κατακτήσουν τον κόσμο.

Το 264 οι Ρωμαίοι διάβηκαν για πρώτη φορά τη θάλασσα. Εξουσίαζαν πλέον το μεγαλύτερο μέρος της Ιταλίας και όλες τις ελληνικές πόλεις που βρίσκονταν στο νότιο τμήμα της και αποφάσισαν να επεκτείνουν τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις στη Σικελία. Εκεί ξεκίνησαν την αναμέτρηση με τους Καρχηδόνιους, που έμελλε, στην πρώτη της φάση, τον λεγόμενο Α' Καρχηδονιακό Πόλεμο, να διαρκέσει 24 χρόνια. Η συμμαχία τους με τον Ιέρωνα αποδείχθηκε πολύτιμη.

Από τους μακροχρόνιους πολέμους τους για κυριαρχία στην Ιταλία, οι Ρωμαίοι είχαν διδαχτεί να πολεμούν με τις λεγεώνες τους σε σχηματισμούς φάλαγγας. Από τους Έλληνες διδάχτηκαν την τέχνη της πολιορκίας και τη χρήση μηχανών που υπέσκαπταν και γκρέμιζαν τείχη. Είχε έρθει η ώρα να διδαχτούν τα μυστικά της θάλασσας από τους Καρχηδόνιους, που ήταν έμποροι και θαλασσοκράτορες, και να αποκτήσουν αξιόμαχο στόλο. Απέναντι στους Καρχηδόνιους, που μπορούσαν να προσλαμβάνουν μισθοφόρους με τον μεγάλο τους πλούτο και διέθεταν πολεμικούς ελέφαντες, αυτοί παρέταξαν τις σχεδόν απεριόριστες εφεδρείες που τους εξασφάλιζε ο έλεγχος της Ιταλίας.

Η πρώτη διαπεραίωση των Ρωμαίων στη Σικελία έγινε με πλοία δανεισμένα από τους Έλληνες. Ύστερα κατασκεύασαν δικό τους στόλο, με υπόδειγμα μια καρχηδονιακή πεντήρη που αιχμαλώτισαν. Σύντομα έβαλαν στόχο τη Σαρδηνία και την Κορσική. Διαπιστώνοντας ότι οι Καρχηδόνιοι είχαν τα μέσα να ανεφοδιάζονται διαρκώς στη Σικελία από τη μητρόπολή τους, εισέβαλαν στην ίδια την Καρχηδόνα. Ωστόσο, παρά το πείσμα τους και τις μεγάλες δαπάνες που κατέβαλαν, άργησαν να γίνουν αξιόμαχοι στη θάλασσα. Χρειάστηκε να υποβληθούν σε θυσίες και να υποστούν πολλές καταστροφές έως ότου καταφέρουν, όπως σημειώνει και ο Διόδωρος, να ξεπεράσουν τους δασκάλους τους.

Με την εισβολή των Ρωμαίων οι Καρχηδόνιοι βρέθηκαν σε τρομερό κίνδυνο. Κυριαρχούσαν στη θάλασσα, αλλά η στρατηγική τους στην ξηρά δεν ήταν εφάμιλλη με αυτή των εχθρών τους. Από το χείλος της καταστροφής τούς έσωσε ένας Σπαρτιάτης μισθοφόρος, ο Ξάνθιππος, τον οποίο όρισαν στρατηγό. Με την καθοδήγησή του νίκησαν τους πολιορκητές τους και συνέλαβαν ζωντανό τον Ρωμαίο στρατηγό. Για να περισώσουν τα υπολείμματα του στρατού τους, οι Ρωμαίοι ναυπήγησαν νέο στόλο, που έπεσε όμως σε τρικυμία και καταστράφηκε. Περιγράφοντας το γεγονός, ο ιστορικός Πολύβιος κάνει λόγο για τη μεγαλύτερη θαλασσινή καταστροφή στην ιστορία, έως την εποχή του. Από τα 364 πλοία σώθηκαν μόνο 80.

Οι Ρωμαίοι δεν το έβαλαν κάτω. Ναυπήγησαν νέο στόλο, που τον έχασαν και αυτόν πάλι σε θαλασσοταραχή. Για ένα διάστημα υποχρεώθηκαν έτσι να περιορίσουν τις επιχειρήσεις τους μόνο στη Σικελία. Στις σκληρές πολιορκίες οι δύο πλευρές αναδεικνύονταν συχνά ισοδύναμες και οι νίκες εναλλάσσονταν με ήττες. Αλλά στην τρίτη τους ναυτική προσπάθεια το 241 οι Ρωμαίοι αναδείχθηκαν νικητές. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης, οι Καρχηδόνιοι αποχώρησαν τελείως από τη Σικελία και δεσμεύτηκαν να μην πολεμούν στο εξής εναντίον του Ιέρωνα. Επιπλέον, απελευθέρωσαν χωρίς λύτρα όλους τους Ρωμαίους αιχμαλώτους και κατέβαλαν υπέρογκα χρηματικά ποσά. Στις σκληρές αναμετρήσεις είχαν χάσει περίπου 500 πεντήρεις και οι νικητές Ρωμαίοι σχεδόν 700. Οι απώλειες και των δύο πλευρών σε ανθρώπινο δυναμικό ήταν επίσης πολύ μεγάλες.

Την εποχή που οι Ρωμαίοι μάχονταν εναντίον των Καρχηδονίων, τα ελληνιστικά βασίλεια βρέθηκαν και πάλι σε πόλεμο μεταξύ τους. Το 260 ο βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος Β' Φιλάδελφος κλήθηκε να αντιμετωπίσει ταυτοχρόνως τον βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο Γονατά και τον βασιλιά της Συρίας Αντίοχο Β' (261-246), που είχε μόλις διαδεχθεί τον πατέρα του Αντίοχο Α'. Η αναμέτρηση με τη Μακεδονία είχε για διακύβευμα τον έλεγχο του Αιγαίου, και με τη Συρία τον έλεγχο της Κοίλης Συρίας. Οι αναμετρήσεις έληξαν με απώλειες για τον Πτολεμαίο, που προχώρησε σε ξεχωριστές συμφωνίες το 255 με τον Αντίγονο και το 253 με τον Αντίοχο. Η συμφωνία για τη λήξη του λεγόμενου Β' Συριακού Πολέμου προέβλεπε τον γάμο του Αντίοχου με την κόρη του Πτολεμαίου Β', τη Βερενίκη.

Το 246, ωστόσο, ο Αντίοχος Β' πέθανε και τον διαδέχθηκε ο γιος του Σέλευκος Β' (246-225), τον οποίο είχε αποκτήσει με την πρώτη του σύζυγο, τη Λαοδίκη. Η Βερενίκη κατέφυγε στον αδελφό της Πτολεμαίο Γ' Ευεργέτη (246-221), που είχε και αυτός διαδεχθεί τον πατέρα του, και έτσι ξέσπασε ο λεγόμενος Γ' Συριακός ή Λαοδίκειος Πόλεμος. Στη συμφωνία που επήλθε το 241 ο Πτολεμαίος αναγνώρισε τον Σέλευκο ως βασιλιά της Συρίας, αλλά διεύρυνε τα όρια του δικού του βασιλείου. Κυριαρχούσε στο ανατολικό Αιγαίο, είχε πάλι τον έλεγχο της Κυρήνης και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους Αχαιούς, τη Σπάρτη και τη Ρόδο.

Ο Αντίγονος Γονατάς είχε κερδίσει το βασίλειο της Μακεδονίας εκδιώκοντας τους Γαλάτες αλλά, σε αντίθεση με τον πατέρα του, αξιοποίησε περισσότερο τη διπλωματία παρά στρατηγικές αρετές. Με τη σταθερότητα και την επιμονή του αντιμετώπισε επιτυχώς τον Πύρρο και αμέσως μετά τον Πτολεμαίο Β', χωρίς να διακινδυνεύσει τη θέση του. Κυριαρχούσε επιπλέον σε πλήθος ελληνικές πόλεις. Για να τις διοικήσει διατηρούσε φρουρές σε λίγες επιλεγμένες θέσεις, ενώ σε πολλές πόλεις επέβαλε τυράννους που υπηρετούσαν τα συμφέροντά του. Έξω από την εξουσία του παρέμεναν ωστόσο οι Αιτωλοί και οι Αχαιοί, που επέμεναν να ακολουθούν ανεξάρτητη πολιτική.

Οι Αιτωλοί και οι Αχαιοί αισθάνονταν ότι αποτελούσαν διακριτά ἔθνη, το καθένα με κοινή καταγωγή και κοινά συμφέροντα. Οι Αιτωλοί άρχισαν να οργανώνονται αποτελεσματικά από τον 4ο αιώνα και οι Αχαιοί από τον 3ο, συγκροτώντας ομοσπονδιακές οργανώσεις, που ήταν γνωστές ως κοινά ή συμπολιτεῖαι. Αυτές επέτρεπαν στις πόλεις που τις αποτελούσαν να δρουν αποτελεσματικά, χωρίς να υποτάσσονται η μία στην άλλη. Στις συνελεύσεις, όπου λαμβάνονταν οι σημαντικές αποφάσεις και επιλέγονταν οι στρατηγοί, συμμετείχαν ισότιμα όλες οι πόλεις κάθε έθνους. Στους ταραγμένους καιρούς τόσο οι Αιτωλοί όσο και οι Αχαιοί γίνονταν συχνά αποδέκτες αιτημάτων από διάφορες πόλεις για στρατιωτική συνδρομή. Κατάφεραν μάλιστα να εντάξουν στις ομοσπονδιακές τους οργανώσεις και πόλεις που δεν ανήκαν στα έθνη τους.

Ήδη, με τον θάνατο του Αλεξάνδρου, οι Αιτωλοί είχαν δείξει αποφασισμένοι να αποτινάξουν τη μακεδονική κυριαρχία και έφεραν σε πολύ δύσκολη θέση τον Αντίπατρο. Ιδιαιτέρως ισχυροί αναδείχθηκαν όταν αντιμετώπισαν με επιτυχία τους Γαλάτες και έσωσαν τους Δελφούς από τους επιδρομείς. Στη μεγαλύτερή τους ακμή οι Αιτωλοί είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρη την κεντρική Ελλάδα. Εξέλεγαν κάθε χρόνο άρχοντες, από τους οποίους ένας ήταν στρατηγός, και διέθεταν ομοσπονδιακή βουλή και συνέλευση.

Οι Αχαιοί έκαναν ένα νέο ξεκίνημα την εποχή που ο Πύρρος μεταφερόταν στην Ιταλία. Το κοινό τους πολίτευμα παρείχε σε όλους ισότητα (ἰσηγορίαν) και ελευθερία λόγου (παρρησίαν). Όπως οι Αιτωλοί, διέθεταν και αυτοί ετήσιους άρχοντες, οι οποίοι στην αρχή εκλέγονταν με τη σειρά από διαφορετική κάθε φορά πόλη· είχαν επίσης αντιπροσωπευτικές συνελεύσεις. Όταν αναδείχθηκε ως ηγετική φυσιογνωμία της ομοσπονδίας τους ο Άρατος, άρχισαν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στα ελληνικά πράγματα. Από τότε, όπως σημειώνει ο Πλούταρχος, αυτοί που όλοι μαζί δεν είχαν τη δύναμη ούτε μιας αξιόλογης πόλης και που δεν διεκδικούσαν κανένα μερίδιο στην παλαιά ακμή των Ελλήνων, έγιναν ακαταμάχητοι, διατήρησαν την ελευθερία τους ανάμεσα σε ισχυρές πόλεις, ενώ απελευθέρωσαν επιπλέον πολλούς από τους άλλους Έλληνες. Κοινός στόχος ήταν η απομάκρυνση των Μακεδόνων από την Πελοπόννησο, η εκδίωξη των τυράννων και η εξασφάλιση της κοινής και πατροπαράδοτης ελευθερίας για όλους. Όσοι θέλησαν να αφηγηθούν τα γεγονότα διέθεταν, πέρα από άλλες πηγές, τα απομνημονεύματα (ὑπομνήματα) του ίδιου του Άρατου.

Το 251 ο Άρατος, σε ηλικία είκοσι ετών, απελευθέρωσε την πόλη του Σικυώνα από την τυραννία και, μολονότι την κατοικούσαν Δωριείς, την ενέταξε στο ἔθνος των Αχαιών. Το 243 κατέλαβε τον Ακροκόρινθο και προσάρτησε την Κόρινθο. Το πλήγμα που επέφερε στους Μακεδόνες ήταν ισχυρότατο, διότι με τη φρουρά που διατηρούσαν εκεί ασκούσαν έλεγχο σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Σύντομα προσάρτησε τα Μέγαρα και στη συνέχεια την Τροιζήνα και την Επίδαυρο. Οι προσπάθειές του να απελευθερώσει τους Αθηναίους από τη μακεδονική φρουρά και να τους προσελκύσει απέβησαν άκαρπες. Κατάφερε ωστόσο να εντάξει στο κοινό των Αχαιών τη Μεγαλόπολη, τον Ορχομενό, το Άργος και πολλές άλλες πόλεις.

Ο Άρατος δεν ήταν αποτελεσματικός στις στρατιωτικές αναμετρήσεις, αλλά διακρίθηκε για τη διπλωματία και την αποφασιστικότητά του. Πολλές σημαντικές υποθέσεις τις χειρίστηκε με μεγάλη μυστικότητα, εκμεταλλευόμενος τις συγκυρίες και τους συσχετισμούς της εποχής. Συνεργάστηκε με τον βασιλιά της Αιγύπτου (τον οποίο επισκέφθηκε και από τον οποίο εξασφάλισε χρήματα), πολέμησε εναντίον των Αιτωλών, αλλά και συμμάχησε μαζί τους εναντίον των Μακεδόνων. Αναγνωρίζοντας τις ξεχωριστές του ικανότητες, οι Αχαιοί τον εξέλεξαν πολλές φορές στρατηγό, παραβιάζοντας τη γενική αρχή της εναλλαγής. Κύριος αντίπαλός του ήταν οι Μακεδόνες και οι τύραννοι που είχαν επιβάλει στην Πελοπόννησο. Στη μεγαλύτερή της ακμή η Συμπολιτεία του εξαπλώθηκε σε όλη σχεδόν την Πελοπόννησο. Μόνη υπολογίσιμη δύναμη στην περιοχή που παρέμενε ανεξάρτητη ήταν η Σπάρτη.

Η Σπάρτη είχε ακολουθήσει επίσης σταθερά αντιμακεδονική πολιτική. Παρά τις επανειλημμένες της ήττες διατηρούσε πείσμα αντίστοιχο της ιστορίας της. Ο ισχυρός βασιλιάς Άρευς Α' προσέδωσε μάλιστα ιδιαίτερη αίγλη στο βασιλικό αξίωμα. Σύμφωνα με μια παράδοση, απέστειλε επιστολή προς τον αρχιερέα των Ιουδαίων, στην οποία ισχυριζόταν ότι οι Λακεδαιμόνιοι και οι Ιουδαίοι ήταν συγγενείς. Εάν η παράδοση αυτή έχει δόση αλήθειας, τότε προφανώς παρακολουθούσε προσεκτικά τις διεθνείς εξελίξεις, αναζητώντας συμμάχους. Κάποια στιγμή πολέμησε στην Κρήτη, επέστρεψε εγκαίρως για να σώσει την πόλη του από την εισβολή του Πύρρου και σκοτώθηκε μαχόμενος εναντίον του Αντίγονου Γονατά. Αλλά στο εσωτερικό της Σπάρτης, μετά την απώλεια της Μεσσηνίας έναν αιώνα νωρίτερα, σοβούσε ήδη μια σοβαρότατη κοινωνική κρίση. Κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η ὀλιγανθρωπία, δηλαδή η συρρίκνωση του αριθμού των πολιτών, για την οποία είχε κάνει λόγο ήδη ο Αριστοτέλης.

Το χρυσάφι και το ασήμι (κάποτε απαγορευμένα μέταλλα στη Σπάρτη) κυκλοφορούσαν πλέον σε αφθονία, επιτρέποντας σε έναν μικρό αριθμό πολιτών να αποκτήσει το μέγιστο μέρος της καλλιεργήσιμης γης. Σημαντικές εκτάσεις βρίσκονταν άλλωστε στην ιδιοκτησία γυναικών. Πλήθος Σπαρτιάτες απέμεναν έτσι άκληροι και έχαναν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Από 8.000 που ήταν την εποχή των Περσικών Πολέμων είχαν περιοριστεί σε μόλις 700 άνδρες. Και αυτοί ενδιαφέρονταν περισσότερο για πολυτέλειες και τρυφή και λιγότερο για πολεμικά έργα. Την εποχή που βασίλευε ο Άρευς κατέρρευσε και το σύστημα της ἀγωγῆς, στο οποίο βασιζόταν η πολεμική αρετή των πολιτών. Την πόλη είχε σώσει από το χείλος της καταστροφής σε διάφορες ευκαιρίες μόνο η αυτοθυσία των κατοίκων της, περιλαμβανομένων των αμάχων και των γυναικών.

Την κοινωνική κρίση της Σπάρτης προσπάθησε να ελέγξει ο βασιλιάς Άγις Δ' (245-241). Για τον σκοπό αυτό προώθησε ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις με σύνθημα την επάνοδο στο πάτριο πολίτευμα του Λυκούργου και με στόχο τη διεύρυνση του σώματος των πολιτών, ώστε να φτάσει τους 4.500 άνδρες. Μια από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να εξορίσει τον συμβασιλέα Λεωνίδα Β' (254-235) και να αντικαταστήσει τους εφόρους που αντιδρούσαν στα σχέδιά του. Παρέγραψε τα χρέη των Σπαρτιατών που είχαν συσσωρευτεί και υποσχέθηκε αναδιανομή της γης.

Ο Άγις έφερε τους Σπαρτιάτες πλησιέστερα στους Αχαιούς και δέχτηκε να πολεμήσει μαζί τους στον Ισθμό της Κορίνθου εναντίον των Αιτωλών, που απειλούσαν την Πελοπόννησο. Αλλά η συνεργασία αυτή δεν τελεσφόρησε. Ένας από τους λόγους ήταν η αντίδραση πολλών πλούσιων Ελλήνων που φοβούνταν ότι το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα μπορούσε να γίνει παράδειγμα για μίμηση. (Οι περισσότερες ελληνικές πόλεις υπέφεραν άλλωστε από παρόμοια κοινωνικά προβλήματα και μια σπίθα θα μπορούσε να ξεσηκώσει κοινωνικές εξεγέρσεις.) Όταν επέστρεψε στη Σπάρτη, ο Άγις βρήκε τους αντιπάλους του συσπειρωμένους με αρχηγό τον Λεωνίδα, ο οποίος είχε επιστρέψει στην πόλη. Συνελήφθη και εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Η εκτέλεση αυτή θεωρήθηκε αργότερα ως η πλέον φοβερή και ανόσια πράξη που έγινε στη ιστορία της Σπάρτης. Ο Λεωνίδας, συνηθισμένος στις πολυτέλειες από την εποχή που ζούσε στην αυλή του Σέλευκου Α', ανέστειλε κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια.

Ο θάνατος του Αντίγονου Γονατά το 239 δημιούργησε μια νέα κατάσταση. Ο γιος του Δημήτριος Β' (239-229), που τον διαδέχθηκε, ήταν αποφασισμένος και ικανός να συνεχίσει την πολιτική του πατέρα του, αλλά τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στα δυτικά και τα βόρεια σύνορά του περιόρισαν την αποτελεσματικότητά του. Στα χρόνια του οι Αχαιοί έφτασαν στη μεγαλύτερη ακμή τους. Ακόμη και οι Αιτωλοί δέχτηκαν να συνεργαστούν μαζί τους εναντίον των Μακεδόνων. Συνάντησαν ωστόσο ένα πολύ ισχυρό εμπόδιο, που στάθηκε φραγμός στα σχέδιά τους να ενώσουν όλη την Πελοπόννησο: την αναγεννημένη Σπάρτη.

Με τον θάνατο του Λεωνίδα, βασιλιάς στη Σπάρτη ανέλαβε ο γιος του Κλεομένης Γ' (235-222). Ο πατέρας του τον είχε υποχρεώσει να παντρευτεί τη σύζυγο του Άγη, η οποία φαίνεται ότι τον μύησε στο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που είχε αφήσει ανολοκλήρωτο ο πρώτος της σύζυγος. Μεταξύ αυτών που τον διαμόρφωσαν ήταν επίσης ένας στωικός φιλόσοφος, μαθητής του Ζήνωνα. (Η Σπάρτη δεν ήταν πλέον αμέτοχη σε φιλοσοφικές συζητήσεις.) Το πρώτο μέλημα του Κλεομένη ήταν να ισχυροποιήσει τη θέση της πόλης του στην Πελοπόννησο. Πετυχαίνοντας σημαντικές νίκες και κερδίζοντας με το μέρος του αρκετές άλλες πόλεις, αισθάνθηκε αρκετά ισχυρός για να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματα της πόλης του.

Μόλις βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία, ο Κλεομένης σκότωσε τους τέσσερις από τους πέντε εφόρους, κατήργησε το αξίωμά τους και εξόρισε από την πόλη όσους θεωρούσε επικίνδυνους εχθρούς του. Προχώρησε στον προσδοκώμενο από πολλούς αναδασμό της γης και απέδωσε δικαιώματα πολίτη σε ικανούς περίοικους. Ιδιαιτέρως καταπολέμησε τις ξενόφερτες απολαύσεις και πολυτέλειες. Αμέσως μετά αναμόρφωσε την πολεμική τεχνική των οπλιτών, εισάγοντας τη μακεδονική σάρισα και επαναφέροντας την πατροπαράδοτη ἀγωγήν. Διατήρησε τη διπλή βασιλεία, αλλά επέβαλε ως συμβασιλέα τον αδελφό του. Η Σπάρτη είχε πλέον δύο βασιλείς που κατάγονταν από το ίδιο γένος. Μέσα σε σύντομο διάστημα μπορούσε να κατατροπώνει σε πολεμικές αναμετρήσεις τους Αχαιούς. Ήταν σε θέση να καταλαμβάνει πόλεις όπως η Μεγαλόπολη ή ακόμη και το Άργος, που κανένας βασιλιάς της Σπάρτης δεν είχε κατορθώσει να εκπορθήσει - ούτε άλλωστε ο Πύρρος. Άρχισε έτσι σύντομα συνεννοήσεις με τους Αιτωλούς για κοινά στρατιωτικά σχέδια. Επιπλέον, κέρδισε την υποστήριξη της Αιγύπτου, στερώντας τους Αχαιούς από ένα σημαντικό στήριγμα.

Οι Αχαιοί βρέθηκαν σε πολύ δυσχερή θέση, χάνοντας τη μια κρίσιμη μάχη μετά την άλλη. Οι Σπαρτιάτες ήταν και πάλι μια πολύ ισχυρή δύναμη στην Πελοπόννησο και φιλοδοξούσαν να καταστούν ηγεμόνες της, όπως παλιά. Επιπλέον, πολλοί φτωχοί πολίτες σε διάφορες περιοχές επιθυμούσαν την αναδιανομή της γης και την παραγραφή των χρεών τους, προσβλέποντας στον Κλεομένη. Έχοντας ηττηθεί αρκετές φορές στα πεδία των μαχών, αρκετοί Αχαιοί ήταν πλέον έτοιμοι να αποδεχθούν την ηγεμονία των Σπαρτιατών. Με αυτά τα δεδομένα, ο Άρατος αποφάσισε να χαράξει νέα στρατηγική.

Πρώτη του σκέψη ήταν η συνεργασία των Αχαιών με τους Αθηναίους. Στο βασίλειο της Μακεδονίας ο Δημήτριος, ηττημένος από τους Δαρδανούς, πέθανε το 229. Στη θέση του ανήλικου γιου του Φιλίππου την εξουσία ανέλαβε ένας θείος του, ο Αντίγονος Δώσων (229-221), στην αρχή ως επίτροπος και στη συνέχεια ως βασιλιάς. Οι Αθηναίοι εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και, εξαγοράζοντας με πλούσια αμοιβή τον Μακεδόνα τοποτηρητή, κατάφεραν να απαλλαγούν από τη φρουρά που τους είχε επιβληθεί από το τέλος του Χρεμωνιδείου πολέμου το 263. (Ο Πειραιάς είχε φρουρά από πολύ παλαιότερα.) Στην απελευθέρωση αυτή έπαιξε ρόλο και ο Άρατος, ο οποίος συνεισέφερε χρήματα και μεσολάβησε προσωπικώς, μολονότι εκείνη την εποχή ήταν υποχρεωμένος να μετακινείται με φορείο. Ο Αχαιός πολιτικός θεώρησε λοιπόν ότι η στιγμή ήταν κατάλληλη για να προσχωρήσει στη Συμπολιτεία και η Αθήνα. Οι Αθηναίοι ωστόσο επέλεξαν να ακολουθήσουν πολιτική αυστηρής ουδετερότητας. Καταπονημένοι από τις πολλές τους ήττες, δεν είχαν καμία διάθεση να υποδουλωθούν για μία ακόμη φορά. Απογοητευμένος ο Άρατος προχώρησε σε μια τολμηρότερη ενέργεια.

Για να αντιμετωπίσει τον Κλεομένη, ο Άρατος στράφηκε προς τους Μακεδόνες, τους οποίους είχε εκτοπίσει από την Πελοπόννησο με την πολιτική του και την προσωπική ανδρεία του. Έχοντας έρθει σε μυστική συνεννόηση με τον Αντίγονο, πέτυχε να εκλεγεί για μία ακόμη φορά στρατηγός των Αχαιών και να τους οδηγήσει σε συμμαχία με τους μεγάλους τους εχθρούς. Καθοριστική ενέργεια για την υλοποίηση της νέας στρατηγικής ήταν η παράδοση του Ακροκορίνθου, όπου επανήλθε η μακεδονική φρουρά.

Η μεταστροφή αυτή του Άρατου και των Αχαιών προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις. Αρκετοί θα ήταν εκείνοι που θεωρούσαν προδοτική την εθελοντική υποταγή στους Μακεδόνες. Περιγράφοντας τα αισθήματά τους, ο Πλούταρχος έγραφε ύστερα από τρεις περίπου αιώνες ότι, ακόμη και αν ο Κλεομένης ήταν παράνομος και τυραννικός, έπρεπε να γίνει αποδεκτός ως ηγεμόνας των Ελλήνων. Προτιμότερος θα ήταν για τη θέση αυτή ο αφανέστερος Σπαρτιάτης από ό,τι ο επιφανέστερος Μακεδόνας. Αλλά η πλειονότητα των Αχαιών αποδέχθηκε τη συμμαχία και πολέμησε κάτω από τις διαταγές του Αντίγονου σε έναν πόλεμο που ονομάστηκε Κλεομενικός, εφόσον κύριος αντίπαλος ήταν ο Κλεομένης. Η συνεργασία αυτή απέδωσε εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Ο Αντίγονος επανήλθε στην Πελοπόννησο, οχύρωσε και πάλι τον Ακροκόρινθο και συμμετείχε στη σύνοδο των Αχαιών. Το 224 ήταν πλέον σε θέση να συγκροτήσει μια νέα συμμαχία που, εκτός από τους Αχαιούς, περιλάμβανε τους Ηπειρώτες, τους Φωκείς, τους Βοιωτούς, τους Ακαρνάνες, τους Λοκρούς, τους Ευβοείς και τους Θεσσαλούς. Επρόκειτο για μια από τις μεγαλύτερες ελληνικές συμμαχίες από την εποχή του Φιλίππου Β'. Οι Αιτωλοί αρνήθηκαν να προσχωρήσουν και οι Αθηναίοι επέμειναν στην ουδετερότητά τους. Αντιλαμβανόμενοι ωστόσο την απειλή, οι Αθηναίοι στράφηκαν προς τον Πτολεμαίο Γ'. Του απέδωσαν μάλιστα θεϊκές τιμές, όπως συνηθιζόταν πλέον σε τέτοιες περιπτώσεις. Ενώ διατήρησαν τις δύο πρόσθετες φυλές με τις οποίες είχαν κάποτε τιμήσει τον Αντίγονο τον Μονόφθαλμο και τον γιο του Δημήτριο Πολιορκητή, ίδρυσαν μια δέκατη τρίτη, την οποία ονόμασαν Πτολεμαΐδα, καθώς και έναν νέο δήμο, στο όνομα της βασίλισσας Βερενίκης. Ήδη, με όσα μέσα τούς απέμεναν, ενίσχυαν την οχύρωσή τους στο άστυ και τον Πειραιά.

Όταν ετοιμάστηκε ο Αντίγονος, βάδισε προσεκτικά εναντίον των Σπαρτιατών, εισβάλλοντας στη Λακωνία. Μαζί με τους συμμάχους του διέθετε 28.000 πεζούς, από τους οποίους οι 10.000 ήταν Μακεδόνες, και 1.200 ιππείς. Ο Κλεομένης οργάνωσε την άμυνα της πόλης του κινητοποιώντας 20.000 άνδρες, από τους οποίους οι 6.000 ήταν Σπαρτιάτες. Όπως ήταν φανερό, και οι δύο παρατάξεις καθοδηγούνταν από ευφυείς αρχηγούς με ηγετικά χαρίσματα. Στην αποφασιστική μάχη, που δόθηκε στη Σελλασία το 222, οι Μακεδόνες υπερίσχυσαν και κατατρόπωσαν τους Σπαρτιάτες. Υπολογίστηκε ότι από τον συνολικό στρατό του Κλεομένη επέζησαν μόλις 4.000 άνδρες, από τους οποίους μόνο 200 ήταν Σπαρτιάτες.

Οι Σπαρτιάτισσες και οι γέροντες δέχτηκαν την ήττα με αξιοπρέπεια και χωρίς υπερβολικούς θρήνους. Ο Κλεομένης προέτρεψε όσους επέζησαν να δεχτούν τον Αντίγονο και να διαφυλάξουν τους εαυτούς τους για τις καλύτερες μέρες που θα έρχονταν. Ο ίδιος αναχώρησε με την οικογένεια του για την Αίγυπτο, αφήνοντας την πόλη χωρίς βασιλιά. Για πρώτη φορά στην ιστορία της η Σπάρτη κυριεύτηκε από έναν εχθρικό στρατό. Όλες οι μεταρρυθμίσεις ακυρώθηκαν και αποκαταστάθηκε η προηγούμενη κοινωνική τάξη. Για τη διοίκηση της πόλης θεσπίστηκε και πάλι το αξίωμα των εφόρων. Η Σπάρτη υποχρεώθηκε να προσχωρήσει στην «ελληνική» συμμαχία που είχε ηγεμόνα τον Αντίγονο.

Λίγες μέρες μετά τη μάχη, ο Αντίγονος ειδοποιήθηκε ότι έπρεπε να επιστρέψει επειγόντως στη Μακεδονία για να αντιμετωπίσει Ιλλυριούς εισβολείς. Αν ο Κλεομένης είχε αντέξει περισσότερο, θα είχε γλιτώσει από την καταστροφή. Σύντομα άλλωστε ο Αντίγονος πέθανε, αφήνοντας τη βασιλεία στον νεαρό Φίλιππο Ε' (221-179), τον γιο του Δημητρίου Β'. Αλλά και ο Κλεομένης δεν επέζησε για πολύ. Ο Πτολεμαίος Γ' Ευεργέτης, ο οποίος τον φιλοξενούσε, πέθανε, και ο διάδοχός του Πτολεμαίος Δ' Φιλοπάτωρ (221-204) τον φυλάκισε. Όταν πληροφορήθηκε ότι οι Αχαιοί είχαν εμπλακεί σε πόλεμο με τους Αιτωλούς και ότι η Πελοπόννησος ήταν ανάστατη, προσπάθησε να ανατρέψει τον βασιλιά Πτολεμαίο. Απέτυχε ωστόσο οικτρά και αυτοκτόνησε. Είχε πεθάνει πρόσφατα και ο βασιλιάς της Συρίας Σέλευκος Γ' Σωτήρ, αφήνοντας διάδοχο τον αδελφό του Αντίοχο Γ'.

Τρεις εθνικές ομάδες κατοικούν στην πόλη αυτή

Η προσπάθεια των Θηβαίων να ενοποιήσουν τεχνητά τις αρκαδικές κώμες δεν είχε μακρά ζωή. Μέσα σε πενήντα χρόνια από την ίδρυσή της η Μεγαλόπολη ήταν μεγάλη κυρίως στο όνομα. Αιώνες μετά, κάποιος μπορούσε να τη διακωμωδεί ως μεγάλην ἐρημίαν. Ακόμη και υπό μακεδονική ή, αργότερα, ρωμαϊκή επικυριαρχία, η αυτονομία των τοπικών κοινωνιών εξακολουθούσε να υφίσταται - τουλάχιστον ως ιδανικό. Οι πολιτειακοί θεσμοί της κλασικής εποχής επιβίωναν, ουσιαστικά ή ονομαστικά. Πολυανθρωπία, πάντως, και τα προβλήματα που δημιουργεί η μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμού δεν εμφανίστηκαν πουθενά.

Στα νέα εδάφη υπήρχαν άλλες δυνατότητες. Πολλές από τις πόλεις που ίδρυσαν ο Αλέξανδρος και οι Διάδοχοι αυξήθηκαν με ταχείς ρυθμούς και ξεπέρασαν σε πληθυσμό κάθε προηγούμενο. Η Αντιόχεια, η Σελεύκεια, η Λαοδίκεια και η Απάμεια στο βασίλειο των Σελευκιδών, το Πέργαμον στο μικρό βασίλειο των Ατταλιδών και κυρίως η Αλεξάνδρεια στο βασίλειο των Πτολεμαίων αριθμούσαν, κατά τον 2ο αιώνα, εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους. Ενώ η πόλις των Θηβών ή της Σπάρτης στην κλασική εποχή περιλάμβανε όλους τους κατοίκους της αντίστοιχης επικράτειας και όχι μόνο τις λίγες χιλιάδες ανθρώπους που ήταν εγκατεστημένοι στο άστυ, οι νέες πόλεις ήταν αυστηρώς αστικά κέντρα.

Κανένα άστυ της κλασικής εποχής δεν μπορούσε να αυξηθεί δημογραφικά πέρα από κάποιο όριο. Η γεωφυσική δομή της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας ευνοούσε τις περιορισμένες ενότητες και τον κατακερματισμό. Αντίθετα, στα εκτενή ελληνιστικά βασίλεια τέτοια όρια δεν υπήρχαν. Ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας στο παλάτι δημιούργησε την ανάγκη ενός διευρυμένου δικτύου διοίκησης και αντίστοιχης γραφειοκρατίας. Στο βασίλειο των Σελευκιδών η αστυφιλία ενθαρρύνθηκε ιδεολογικά και πρακτικά. Το αντίθετο συνέβη στην πτολεμαϊκή Αίγυπτο. Η εύφορη γη, που θεωρητικά ήταν όλη βασιλική, έπρεπε να καλλιεργείται συστηματικά. Αν ενθαρρυνόταν η αστυφιλία, υπήρχε κίνδυνος ερήμωσης της υπαίθρου με τρομακτικές συνέπειες στην οικονομία. Η έλλειψη μεγάλων πόλεων στην Αίγυπτο αποτελεί τη βασική αιτία υπερδιόγκωσης της Αλεξάνδρειας.

Η ανάπτυξη των πόλεων στα ελληνιστικά βασίλεια σήμαινε τη δημιουργία διοικητικών και εμπορικών κέντρων που υποβοηθούσαν την ενοποίηση του χώρου. Η άρχουσα τάξη των κατακτητών προσπάθησε -και πέτυχε- να συνεργαστεί με τους γηγενείς πληθυσμούς, διατηρώντας τις παραδοσιακές δομές διοίκησης. Στον χώρο της κρατικής οικονομίας κύρια μέριμνα ήταν η είσπραξη φόρων - η βασική πηγή εσόδων στα ελληνιστικά βασίλεια. Το εμπόριο ήταν γενικά ελεύθερο, αν και ορισμένα είδη αποτελούσαν κρατικό μονοπώλιο. Παράλληλα με τα νέα επαγγέλματα, όπως ήταν αυτά των εγγράμματων δημόσιων λειτουργών, δημιουργήθηκαν νέοι τρόποι αστικής ζωής, νέες υλικές ανάγκες και νέες πνευματικές αναζητήσεις.

Η χλιδή των ανακτόρων αποτελούσε ανέκαθεν σύμβολο της βασιλικής δύναμης. Στα ελληνιστικά χρόνια η πολυτέλεια εξακτινώθηκε στα ανώτερα στρώματα. Ο πλουτισμός έγινε σκοπός της ζωής πολλών ανθρώπων και οι σωματικές απολαύσεις ένδειξη της κοινωνικής επιτυχίας τους. Στην παλαιά διάκριση ελεύθερων πολιτών και κατοίκων χωρίς πολιτικά δικαιώματα αντιτάχθηκε εκ νέου ο διαχωρισμός πλουσίων και φτωχών.

Ο θεσμός της δουλείας διατηρήθηκε απαράλλακτος. Μάλιστα, ο συνολικός αριθμός των δούλων αυξήθηκε κατακόρυφα εξαιτίας των συνεχών πολέμων, αλλά το ποσοστό εκείνων που εργάζονταν στην αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή μάλλον μειώθηκε. Οι περισσότεροι δορίκτητοι δούλοι προορίζονταν πλέον για την εύρυθμη λειτουργία του οίκου.

Ισονομία μεταξύ των φύλων στον αρχαίο κόσμο δεν επιτεύχθηκε ποτέ. Κάποιες νέες τάξης εξίσωσης έκαναν ωστόσο την εμφάνισή τους. Στον γάμο οι περιπτώσεις συζύγων που ομολογούσαν αμοιβαία αγάπη αυξήθηκαν. Η κυρίαρχη ιδεολογία των προηγούμενων αιώνων θεωρούσε ότι ο έρωτας δεν σχετίζεται με τον θεσμό του γάμου, που είχε ως κύριο στόχο τη δημιουργία νόμιμων απογόνων και κληρονόμων της πατρικής περιουσίας. Τώρα όμως στη συνείδηση πολλών ανθρώπων, ο έρωτας έπαυε να είναι ασύμμετρος με την οικογενειακή ζωή. Με τον τρόπο αυτό άνοιξε εκ νέου η συζήτηση για τις σχέσεις ανάμεσα στη (φυσική) ερωτική επιθυμία και την (κοινωνικά αποδεκτή) τεκνοποιία. Σε κάποιους ηθικολόγους συγγραφείς της ρωμαϊκής περιόδου ο γάμος θεωρήθηκε ακόμη και προϋπόθεση για την ανάπτυξη της ερωτικής ολοκλήρωσης που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα ζώα. Από τη σταδιακή αυτή αλλαγή της αντίληψης των ανδρών για τις συζύγους τους η θέση της γυναίκας ελαφρώς βελτιώθηκε. Οι περιπτώσεις διαζυγίων επίσης αυξήθηκαν.

Ο ιδιωτικός και ο δημόσιος βίος ακολούθησαν αποκλίνουσες πορείες. Οι άνθρωποι άρχισαν να φορούν προσωπεία για να αντεπεξέλθουν στους διακριτούς κοινωνικούς ρόλους τους. Η διαφάνεια της προηγούμενης εποχής ευνοούσε την αυτογνωσία μέσα από το βλέμμα και τη συμπεριφορά των συμπολιτών με τους οποίους ο καθένας μοιραζόταν την ίδια αντίληψη για την αρετή και το νόημα του βίου. Τώρα το μέσα και το έξω, το ψυχικό βίωμα και η κοινωνική συμπεριφορά, έτειναν να διαχωριστούν.

Η κοινωνική περιωπή των πλουσίων αυξανόταν όταν αναλάμβαναν δημόσιες δαπάνες ή δώριζαν μεγάλα ποσά για την κατασκευή κτιρίων. Η πρακτική αυτή ονομάζεται σήμερα «ευεργετισμός» και αποτέλεσε μια σημαντική συνιστώσα της πολιτικής οικονομίας των ελληνιστικών βασιλείων. Οι ευεργέτες αποκτούσαν κύρος και μπορούσαν να απαιτήσουν προνόμια από τους βασιλείς - πρακτική συνηθισμένη και διόλου αξιόμεμπτη στις ιεραρχικές κοινωνίες. Δίπλα στη δημόσια ωφέλεια, οι ευεργεσίες των πλουσίων υπογράμμιζαν έμπρακτα αρετές του χαρακτήρα γνωστές από τα προηγούμενα χρόνια. Η μεγαλοπρέπεια και η μεγαλοψυχία, τις οποίες ο Αριστοτέλης είχε συμπεριλάβει στον κατάλογο των σημαντικών ηθικών αρετών, έπαιρναν νέες διαστάσεις.

Από την άλλη μεριά, στους συνεχείς πολέμους της ελληνιστικής περιόδου μετείχαν όλο και μεγαλύτερα σώματα μισθοφόρων. Το γεγονός αυτό καθιστούσε πλέον την πολεμική δραστηριότητα όχι υποχρέωση και δικαίωμα του πολίτη προς την πόλη του, αλλά επαγγελματική ιδιότητα ειδικά εξασκημένων ανδρών. Η ανδρεία δεν έπαψε ποτέ να θεωρείται μία από τις βασικότερες αρετές του χαρακτήρα. Ωστόσο, έξω από τα όρια της ηπειρωτικής Ελλάδας, οι περιστάσεις πολεμικής φανέρωσής της σταδιακά περιορίζονταν.

Ο παλαιός ελληνισμός εξακολουθούσε να παρέχει το πολιτιστικό στίγμα και την κυρίαρχη ιδεολογία της νέας κατάστασης πραγμάτων. Τα παραγόμενα αγαθά όμως ήταν τώρα προϊόντα συγκερασμού με τις αντιλήψεις και τη νοοτροπία των κατακτημένων πληθυσμών. Αυτή η εξέλιξη υπήρξε εξαρχής εμφανέστερη στο επίπεδο της ίδιας της γλώσσας.

Επίσημη γλώσσα των ελληνιστικών βασιλείων και ταυτόχρονα κοινός κώδικας επικοινωνίας των ετερόφωνων πληθυσμών της ανατολικής Μεσογείου ήταν από την αρχή η ελληνική. Αλλά στην τεράστια και ξαφνική διεύρυνση του αριθμού των ανθρώπων που τη χρησιμοποιούσαν, τα ομιλούμενα και γραφόμενα ελληνικά υπέστησαν σημαντικές αλλαγές. Οι παλαιές διάλεκτοι διατηρήθηκαν εκεί που εκτεινόταν πολιτικά η παλαιά Ελλάδα - από την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία μέχρι τα μικρασιατικά παράλια, και από την Κύπρο και την Κρήτη μέχρι την Ακαρνανία και τη Θεσσαλία. Δεν βρήκαν όμως διάδοση στα νέα εδάφη. Η κοινή γλώσσα των ελληνιστικών βασιλείων ήταν μια εκδοχή της αττικής διαλέκτου απλουστευμένη τόσο στο επίπεδο των γραμματικοσυντακτικών δομών όσο και στη φωνολογία. Η διάκριση μακρών και βραχέων φωνηέντων σταδιακά χάθηκε, οι παλαιές δίφθογγοι άρχισαν να προφέρονται ενιαία, λέξεις στενά συνυφασμένες με την πολιτική και πολιτιστική πραγματικότητα της αρχαϊκής εποχής άλλαξαν νόημα ή αχρηστεύτηκαν εντελώς, καινούριοι όροι δημιουργήθηκαν για να εκφράσουν νέους θεσμούς, ξένες λέξεις προσαρμόστηκαν στο ελληνικό κλιτικό σύστημα και άλλες εντάχθηκαν άκλιτες, σημασίες μετατοπίστηκαν, νέες συντακτικές δομές δημιουργήθηκαν, σπάνιοι γραμματικοί τύποι εξαφανίστηκαν και άλλοι υποχώρησαν σημαντικά. Γενικά, η τάση ήταν προς την κατεύθυνση της εξομάλυνσης και της απλούστευσης (Χριστίδης κεφ. 10 [σ. 175-185]).

Οι μητρικές γλώσσες των ανθρώπων που μετακομίζουν σε νέα περιβάλλοντα εξασθενούν και μέσα σε λίγες γενιές διατρέχουν τον κίνδυνο του αφανισμού, αν δεν υπάρχει ένα εθνικό κέντρο για τη συντήρησή τους. Αυτό συνέβη σταδιακά με την εβραϊκή. Μετά την περσική κατάκτηση, οι Εβραίοι άρχισαν να περιορίζουν τη χρήση της εβραϊκής προς όφελος της αραμαϊκής, που ήταν η κοινή της Περσικής Αυτοκρατορίας. Η γλώσσα της Πεντατεύχου (Τορά) τελικά νεκρώθηκε. Ίσως ήδη κατά τον 3ο, αλλά οπωσδήποτε κατά τον 2ο και 1ο αιώνα, οι περισσότεροι Ιουδαίοι δεν είχαν πλέον άμεση πρόσβαση στις ιερές γραφές τους. Ειδικά στην Αλεξάνδρεια οι πολυάριθμοι Εβραίοι ήταν πλήρως εξελληνισμένοι.

Σύμφωνα με μια παράδοση, που είναι προφανώς αβάσιμη ιστορικά αλλά παραμένει σημαντική στο επίπεδο του θρησκευτικού συμβολισμού, ο Πτολεμαίος Β' Φιλάδελφος διέταξε, με προτροπή του Δημητρίου Φαληρέα, τη μετάφραση των εβραϊκών γραφών στα ελληνικά για να περιληφθούν στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (Κακριδής 4.5.Β [σ. 211-212]). Εβδομήντα δύο ελληνομαθείς Εβραίοι, έξι από κάθε φυλή του Ισραήλ, κλείστηκαν σε ξεχωριστά δωμάτια και, χωρίς να έχουν την παραμικρή δυνατότητα επικοινωνίας, παρέδωσαν μέσα σε εβδομήντα δύο μέρες μεταφράσεις που, όπως αποδείχθηκε, ήταν πανομοιότυπες και στα εβδομήντα δύο αντίγραφα. Στην πραγματικότητα, η ελληνική μετάφραση της Πεντατεύχου και άλλων ιερών κειμένων του ιουδαϊσμού (γνωστή ως Μετάφραση των Εβδομήκοντα ή Ο') συντελέσθηκε στη διάρκεια αρκετών δεκαετιών και είναι έργο ανθρώπων που δεν είχαν την ελληνική ως μητρική γλώσσα. Επειδή δημιουργήθηκε για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της εβραϊκής διασποράς, έγινε το επίσημο κείμενο αναφοράς του ύστερου ιουδαϊσμού και θεωρήθηκε, ορισμένες φορές, ως ανώτερη ακόμη και από το εβραϊκό πρωτότυπο.

Παράλληλα με τη διευκόλυνση που παρείχε στους Ιουδαίους κατά την τέλεση των θρησκευτικών τους νομίμων, η μετάφραση των ιουδαϊκών γραφών έφερε τους ενδιαφερόμενους ελληνόφωνους λογίους σε άμεση επαφή με τα καταστατικά θρησκευτικά κείμενα ενός ξένου λαού. Από την εποχή του Εκαταίου και του Ηροδότου μέχρι τις απαρχές της ελληνιστικής περιόδου, η γνώση που διέθεταν οι Έλληνες για τα ήθη, τα έθιμα και τη θρησκεία των ξένων λαών προερχόταν από προφορικές συζητήσεις και διηγήσεις (είτε μέσω διερμηνέων είτε επειδή οι ξένοι πληροφοριοδότες γνώριζαν ελληνικά) και από όσα μπορούσε κάποιος να συμπεράνει παρακολουθώντας τις τελετουργίες και παρατηρώντας τα αγάλματα, τα σύμβολα, τους τάφους και τους ναούς. Με τις νέες μεταφράσεις δινόταν η ευκαιρία να διαβάσει κάποιος τα ιερά κείμενα ενός ξένου πολιτισμού και να αναλογιστεί τη σημασία τους.

Την εποχή που έγραφε ο Πολύβιος, στην Αλεξάνδρεια κατοικούσαν τρία διακριτά γένη, το καθένα με ιδιαίτερα γνωρίσματα: οι ντόπιοι Αιγύπτιοι, που ήταν ατίθασοι αλλά πολιτισμένοι, οι μισθοφόροι, που ήταν άξεστοι και ακαλλιέργητοι αλλά εκμεταλλεύονταν με τη δύναμη των όπλων τα κενά της κεντρικής εξουσίας, και τέλος οι Αλεξανδρινοί, που, αν και μιγάδες, κρατούσαν σε κάποιο βαθμό τις συνήθειες των πολιτισμένων Ελλήνων προγόνων τους. Είναι ενδιαφέρον ότι στην έκθεση του Πολύβιου απουσιάζουν οι Ιουδαίοι, οι οποίοι μάλλον εντάσσονταν στους Αλεξανδρινούς. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι στην ιεράρχησή του ο Πολύβιος δίνει την πρωτοκαθεδρία στους γηγενείς της Αιγύπτου. Κατά τη γνώμη του, το πολιτικόν, μια χαρακτηριστικά ελληνική αρετή που θα μπορούσε να αποδοθεί ως «πολιτισμένες ανθρώπινες σχέσεις», το διέθεταν οι Αιγύπτιοι σε βαθμό μεγαλύτερο από τους ξένους μισθοφόρους και τους επήλυδες, Έλληνες ή μη.

Παρά τις έντονες αντιδράσεις ορισμένων ακολούθων του, η θεοποίηση του Αλεξάνδρου ήταν γεγονός. Λίγο αργότερα οι Αθηναίοι υποδέχθηκαν με θεϊκές τιμές τον Δημήτριο Πολιορκητή και του παραχώρησαν ως κατοικία τον οπισθόδομο του Παρθενώνα. Έχει μάλιστα διασωθεί επίγραμμα που αναφέρει τα εξής:

Παιδί του ισχυρότατου θεού, του Ποσειδώνα,

και της Αφροδίτης απ᾽ την άλλη, χαίρε.

Οι υπόλοιποι θεοί είτε βρίσκονται πολύ μακριά,

είτε δεν διαθέτουν αφτιά,

ή και δεν υπάρχουν, ή δεν μας δίνουν σημασία καμιά.

Εσένα, ωστόσο, σε βλέπουμε μπροστά μας ζωντανό,

όχι από ξύλο φτιαγμένο, ούτε από πέτρα, αλλ᾽ αληθινό.

Σ᾽ εσένα λοιπόν προσευχόμαστε.

Οι μονάρχες των ελληνιστικών βασιλείων έσπευσαν να θεμελιώσουν την εξουσία τους ανάγοντας τις απαρχές της οικογένειάς τους σε κάποιον θεό. Οι Πτολεμαίοι γενεαλογήθηκαν από τον Διόνυσο, οι Σελευκίδες από τον Απόλλωνα. Ιδίως στην Αίγυπτο οι βασιλείς, ακολουθώντας την παράδοση των φαραώ, έγιναν αντικείμενα θρησκευτικής λατρείας ως ζωντανοί θεοί.

Μια τέτοια πολιτική και θρησκευτική στάση ήταν γενικά αδιανόητη κατά τους προηγούμενους αιώνες. Τα αντιπαραδείγματα ήταν μεμονωμένα και αυστηρά τοπικής εμβέλειας. Ένας θεός μπορούσε φυσικά να πάρει ανθρώπινη μορφή -για να εξαπατήσει, να συμβουλέψει ή να ξελογιάσει (Μαρωνίτης & Πόλκας κεφ. 9.11 [σ. 148-151])-, και ένας μαχόμενος ήρωας ή μια θεσπέσια κόρη να παρομοιαστεί με θεότητα σε κάποια στιγμή ιδιαίτερης λάμψης. Δεν επιτρεπόταν όμως να τιμάται θνητός με τελετουργίες και προσευχές κατά τη διάρκεια του βίου του. Το περισσότερο που θα μπορούσε να ελπίζει κανείς, αν είχε προσφέρει πολλά στην πόλη του, ήταν η μεταθανάτια ηρωοποίησή του. Αντίθετα, οι ηγεμόνες της ελληνιστικής εποχής άλλοτε εισέπρατταν αυθόρμητα και άλλοτε απαιτούσαν θεϊκές τιμές και λατρεία. Η θεοποίησή τους συνέβαλε στην εδραίωση των νέων βασιλείων και οπωσδήποτε ενθαρρύνθηκε για καθαρά πολιτικούς λόγους. Η τάση φάνηκε εντονότερα στην Αίγυπτο.

Αν και η διάκριση ανάμεσα στους άλλους θεούς και τον θεό-ηγεμόνα ήταν στην πράξη σαφής, η θεοποίηση ενός πολιτικά ισχυρού ανθρώπου έδειχνε το έλλειμμα που άφηνε πλέον η παραδοσιακή θρησκευτικότητα. Η προσπάθεια ηθικής εξύψωσης των θεών, που είχε ξεκινήσει κατά τον 5ο αιώνα, είχε ως επακόλουθο την αυξανόμενη απομάκρυνση των θεών από τον κόσμο της ανθρώπινης δράσης. Αργότερα, ο πλατωνισμός, για πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής σκέψης, μίλησε για άυλες οντότητες (ιδέες, ουσίες και ψυχές). Το σώμα και η ύλη έγιναν έτσι απλοί υποδοχείς και εκφραστές ασώματων μορφών και ενεργειών. Η αντίρροπη τάση, αυτή που τόνιζε το ζωντανό σώμα και την υλική ρίζα των πραγμάτων, άρχισε να εκδηλώνεται σε διάφορους τομείς. Το τιμητικό επίγραμμα των Αθηναίων αποτελεί μία από τις πολλές εκφάνσεις της.

Ο Αλέξανδρος δεν έγινε θεός μόνο λατρευτικά. Έγινε θεός και στη συλλογική φαντασία της αρχαιότητας. Το πέρασμά του στον θρύλο συνέβη ταχύτατα. Μια γραπτή διήγηση του βίου και των έργων του, που αποδόθηκε ψευδεπίγραφα στον Καλλισθένη και σώζεται σε διάφορες μορφές και γλώσσες, έχει τις λογοτεχνικές απαρχές της στον 3ο αιώνα, αλλά αντλεί από προφορικό υλικό που διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια των κατορθωμάτων του ή αμέσως μετά. Αυτή η φανταστική ιστορία, γνωστή ως Διήγησις Ἀλεξάνδρου, εντυπωσιακή για την άγνοια της εθνολογίας και της γεωγραφίας που διακρίνει τον λαϊκό συνθέτη της, διαθέτει το είδος αλήθειας που χαρακτηρίζει τον μύθο.

Πραγματικός πατέρας του Αλεξάνδρου παρουσιάζεται ο τελευταίος φαραώ της Αιγύπτου, που υποτίθεται ότι σκοτώθηκε στη Μακεδονία από τον δωδεκαετή γιο του, πολύ πριν ξεκινήσει η εκστρατεία κατά των Περσών. Ο Αλέξανδρος σκιαγραφείται ως ένας πραγματικός μάγος που αποστόμωσε τους σοφούς βραχμάνους της Ινδίας. Όταν τον ρώτησαν γιατί πολεμάει, παρουσίασε τον εαυτό του ως εργάτη της θείας πρόνοιας και ισχυρίστηκε ότι οι εκστρατείες του ήταν αναγκαίες για την προώθηση της κίνησης στον κόσμο. Η στάση θα σήμαινε θάνατο, υπαινισσόταν, ενώ ο πόλεμος είναι σύμφυτος με την αληθινή ζωή. Πολλά από τα στοιχεία αυτής της φανταστικής διήγησης μας φέρνουν αντιμέτωπους με το πνεύμα που διακατείχε τον Αλέξανδρο περισσότερο από τις νηφάλιες ιστοριογραφικές αφηγήσεις των πραγματικών γεγονότων της ζωής του.

Μέσα σε πενήντα τρία χρόνια

Για τα πολιτικά γεγονότα της εποχής, καθώς και για αυτά που ακολούθησαν, τις συστηματικότερες πληροφορίες τις δίνει ο ιστορικός Πολύβιος από τη Μεγαλόπολη. Τα παλαιότερα τα γνώριζε από αυτόπτες μάρτυρες, ενώ τα υστερότερα τα είχε ζήσει ο ίδιος, σε πολλές περιπτώσεις από κοντά. (Είχε γεννηθεί στην αρχή του 2ου αιώνα και πέθανε το 120.) Καθώς μάλιστα παρέμεινε για μεγάλο μέρος της ζωής του στη Ρώμη, στην αρχή ως όμηρος και στη συνέχεια ως προστατευόμενος επιφανών Ρωμαίων, είχε άφθονο χρόνο να διαβάσει τα σημαντικότερα ιστορικά συγγράμματα και να επισκεφθεί πολλούς τόπους όπου είχαν διεξαχθεί μεγάλες μάχες. Όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, με το εκτενέστατο σύγγραμμά του ανέλαβε να συνεχίσει την αφήγηση του Τίμαιου. Το κυριότερο ωστόσο χαρακτηριστικό του, αυτό που τον ξεχώρισε από όλους τους προγενέστερους ιστορικούς, ήταν ο συσχετισμός γεγονότων που εξελίσσονταν παράλληλα σε ολόκληρη σχεδόν τη Μεσόγειο. Για τον λόγο αυτό χαρακτήρισε την ιστορία του κοινήν, δηλαδή οικουμενική. Ως πρόδρομο στην οικουμενική θεώρηση του κόσμου αναγνώριζε μόνο τον Έφορο.

Εφαρμόζοντας τη μέθοδό του, ο Πολύβιος διαπίστωσε ότι τρεις μεγάλοι πόλεμοι, στην Ελλάδα, την Ασία και την Ιταλία, που είχαν ξεκινήσει ξεχωριστά και ανεξάρτητα, συσχετίστηκαν στην πορεία μεταξύ τους σε τέτοιο βαθμό, ώστε μαζί οδήγησαν την ιστορία σε ένα ενιαίο αποτέλεσμα, ένα τέλος, όπως το χαρακτήρισε: μέσα σε 53 χρόνια από την έναρξη των πολέμων αυτών η Ρώμη επέβαλε την παγκόσμια κυριαρχία της, εξουσίαζε δηλαδή ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου. Στον πρώτο πόλεμο, που ονομάστηκε Συμμαχικός, αναμετρήθηκαν οι Μακεδόνες και οι Αχαιοί με τους Αιτωλούς, στον δεύτερο, που ονομάστηκε Δ' Συριακός, αναμετρήθηκαν ο Αντίοχος Γ' με τον Πτολεμαίο Δ', και στον τρίτο, που ονομάστηκε Αννιβαϊκός ή Β' Καρχηδονιακός, αναμετρήθηκαν οι Ρωμαίοι με τους Καρχηδόνιους. Ο Πολύβιος έκρινε ότι από ένα σημείο και πέρα η εξιστόρηση όλων των πολέμων έπρεπε να γίνεται συνδυασμένα.

Στον Συμμαχικό Πόλεμο που ξέσπασε το 220, ο νεαρός βασιλιάς των Μακεδόνων Φίλιππος Ε', επικεφαλής της ελληνικής συμμαχίας, στράφηκε με αποφασιστικότητα εναντίον των Αιτωλών, που κατηγορούνταν για συνεχείς προκλήσεις στην Πελοπόννησο. Η αναμέτρηση σύντομα γενικεύτηκε στον ελληνικό χώρο. Οι Σπαρτιάτες, όσο καιρό ο Κλεομένης ζούσε ακόμη εξόριστος στην Αίγυπτο, είχαν αφήσει τη θέση του κενή. Όταν όμως πληροφορήθηκαν τον θάνατό του, μέσα σε συνθήκες αναταραχής και εσωτερικής σύγκρουσης, επέλεξαν δύο νέους βασιλείς και αποφάσισαν, με τις δυνάμεις που τους είχαν απομείνει, να συνεργαστούν με τους Αιτωλούς εναντίον των Μακεδόνων και των Αχαιών. Με τους Αιτωλούς συντάχθηκαν οι Ηλείοι και οι Κνώσιοι, που ήλπιζαν στη συνδρομή τους για να κυριαρχήσουν σε ολόκληρη την Κρήτη.

Ο πόλεμος αυτός είχε πολλές εναλλαγές και πολλά μέτωπα. Οι Αιτωλοί εισέβαλαν στη Μακεδονία και κυρίευσαν την ιερή της πόλη, το Δίον. Κατέσκαψαν τα τείχη, τα σπίτια και το γυμναστήριο, έκαψαν τις στοές γύρω από τον ναό, κατέστρεψαν τα ιερά αναθήματα και ανέτρεψαν όλα τα αγάλματα των βασιλέων. Αργότερα εισέβαλαν στην Ήπειρο και φέρθηκαν με τον ίδιο ιερόσυλο τρόπο στο ιερό της Δωδώνης. Σε αντεκδίκηση, οι Μακεδόνες κατέλαβαν το θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο τους, το Θέρμο, και το λεηλάτησαν, άρπαξαν τα πολυτιμότερα σκεύη, κατακαίγοντας όσα δεν μπορούσαν να μεταφέρουν. Με την ίδια βαναυσότητα κατέστρεψαν τα ιερά αφιερώματα, ισοπέδωσαν τις στοές του ναού και γκρέμισαν πάνω από 2.000 αγάλματα. Ο Φίλιππος ταπείνωσε για μια ακόμη φορά τη Σπάρτη, χωρίς ωστόσο να εισβάλει στους κεντρικούς οικισμούς της. Στη συνέχεια κατάλαβε τη Θήβα, πούλησε όλους τους κατοίκους της και εγκατέστησε στη θέση τους Μακεδόνες.

Η σκληρή αναμέτρηση έληξε το 217 με συνθήκη που συμφωνήθηκε στη Ναύπακτο. Οι Αιτωλοί δεν έβλεπαν καμία προοπτική νίκης, και ο Φίλιππος, έχοντας δείξει τη δύναμη και την αποφασιστικότητά του, επειγόταν να αποδεσμεύσει τις δυνάμεις του από τα μέτωπα της Ελλάδας. Κάθε πλευρά έπρεπε να αρκεστεί σε αυτά που κατείχε. Στις διαπραγματεύσεις σημαντικό ρόλο έπαιξε από την πλευρά των Αιτωλών ο Ναυπάκτιος Αγέλαος. Ανάμεσα σε πολλά άλλα που βάζει στο στόμα του ο Πολύβιος, ισχυρίστηκε ότι οι Έλληνες δεν έπρεπε να πολεμούν μεταξύ τους. Αν όμως αυτό ήταν αδύνατο, ειδικά σε εκείνη την περίπτωση έπρεπε να συμφωνήσουν και να φυλάγονται, στρέφοντας την προσοχή τους στους ισχυρούς στρατούς και τον μεγάλο πόλεμο που διεξαγόταν στη Δύση. Διότι ήταν φανερό ότι είτε νικούσαν οι Καρχηδόνιοι (όπως έδειχναν οι πληροφορίες που κατέφθαναν) είτε οι Ρωμαίοι, δεν επρόκειτο να περιοριστούν στην κυριαρχία της Ιταλίας και της Σικελίας. Οι νικητές θα προσπαθούσαν να επεκτείνουν την εξουσία τους πέρα από το κανονικό: να αναμειχθούν δηλαδή στις υποθέσεις των Ελλήνων. Ο Αγέλαος συμβούλευε μάλιστα τον Φίλιππο, εάν ορεγόταν κατορθώματα, να περιμένει την έκβαση του πολέμου στη Δύση και να διεκδικήσει παγκόσμια κυριαρχία. Ο Φίλιππος, καθώς φαίνεται, είχε πράγματι αρχίσει να παρακολουθεί προσεκτικά όσα συντελούνταν στη Δόση.

Ο Φίλιππος αντιλήφθηκε ότι η μεγαλύτερη απειλή για το βασίλειό του προερχόταν από τους Ρωμαίους, που από καιρό είχαν κάνει αισθητή την παρουσία τους στην Ιλλυρία. Ήδη οι Κερκυραίοι τούς είχαν δεχτεί ως απελευθερωτές, οι Αιτωλοί, οι Αχαιοί και οι Αθηναίοι συνομιλούσαν κατά καιρούς φιλικά μαζί τους, ενώ από το 228 οι Κορίνθιοι τους είχαν επιτρέψει να συμμετέχουν στα Ίσθμια. Εκτιμώντας την κατάσταση, ο Φίλιππος επέλεξε να προχωρήσει σε συμμαχία με τους Καρχηδόνιους. Αλλά οι συνθήκες δεν επέτρεψαν στους συμμάχους να υλοποιήσουν κανένα κοινό σχέδιο. Απεναντίας, παρά τα σοβαρότατα προβλήματα τους με τους Καρχηδόνιους, οι Ρωμαίοι ξεκίνησαν το 215 στρατιωτικές αναμετρήσεις με τους Μακεδόνες που κράτησαν 10 χρόνια και έμειναν γνωστές ως Α' Μακεδονικός Πόλεμος. Στο μεταξύ το 213 ο Φίλιππος έχασε τις υπηρεσίες του Άρατου, που ήταν ένας από τους ικανότερους συμβούλους του.

Το ενδιαφέρον των Ρωμαίων για τις ελληνικές υποθέσεις το εκμεταλλεύτηκαν και οι Αιτωλοί, οι οποίοι έσπευσαν να συμμαχήσουν μαζί τους. Στη συμμαχία προστέθηκε, μεταξύ άλλων, ο Άτταλος Α', βασιλιάς του Πέργαμου. Σε αντιστάθμισμα ο Φίλιππος εξασφάλισε τη συμμαχία του βασιλιά της Βιθυνίας. Παρά τα πολλά μέτωπα στα οποία ήταν υποχρεωμένος να μάχεται, ο Φίλιππος κατέβαλε για μία ακόμη φορά τους Αιτωλούς. Οι Ρωμαίοι πάλι, που αντιμετώπιζαν εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις στην Ιταλία, συνθηκολόγησαν το 205 με τη λεγόμενη Ειρήνη της Φοινίκης. Δεν είχαν πετύχει καμιά σπουδαία νίκη, αλλά τουλάχιστον εμπόδισαν τον Φίλιππο να ενισχύσει τους Καρχηδόνιους.

Ο Αντίοχος Γ' (223-187) είχε αναλάβει το βασίλειο των Σελευκιδών σε ηλικία 18 ετών κάτω από δύσκολες συνθήκες. Οι επαρχίες στην Ανατολή δεν ελέγχονταν, ενώ ένας σφετεριστής διεκδικούσε τη Μικρά Ασία. Παρ᾽ όλα αυτά, επέλεξε να ξεκινήσει το 219 μια νέα προσπάθεια για την ανάκτηση της Κοίλης Συρίας. Στην αρχή σημείωσε αξιόλογες επιτυχίες, αλλά δεν υπολόγισε ότι ο αντίπαλός του, ο Πτολεμαίος Δ', θα εκπαίδευε και θα αξιοποιούσε για πρώτη φορά πολυάριθμους Αιγύπτιους στρατιώτες. Έτσι, το 217, στην κρίσιμη μάχη της Ραφίας που έκρινε τον Δ' Συριακό Πόλεμο, ηττήθηκε χωρίς να πετύχει τον στόχο του. Ήταν τουλάχιστο ελεύθερος να ασχοληθεί με άλλες σοβαρές υποθέσεις του βασιλείου του. Εξόντωσε τον σφετεριστή στη Μικρά Ασία και σύντομα άρχισε μια ἀνάβασιν στις ανατολικές επαρχίες που είχαν, σε μεγάλο βαθμό, αυτονομηθεί. Για τις επιτυχίες του αυτές αποκλήθηκε Μέγας.

Μετά από την πρώτη μακροχρόνια αναμέτρησή τους με τους Ρωμαίους, οι Καρχηδόνιοι απώλεσαν τόσο τη Σικελία όσο και τη Σαρδηνία. Για να εξασφαλίσουν εφοδιασμό σε ανθρώπινο δυναμικό και αποθέματα στράφηκαν συστηματικά προς την Ισπανία, όπου ίδρυσαν ως βάση τους τη Νέα Καρχηδόνα. Εκεί το 221 τη διοίκηση των στρατευμάτων τους ανέλαβε ο Αννίβας. Όταν το 218 οι Ρωμαίοι έστειλαν στρατό ταυτοχρόνως στην Ισπανία και τη Σικελία, για να περάσει από εκεί στην Καρχηδόνα, ο Αννίβας συγκέντρωσε 50.000 πεζούς, 9.000 ιππείς (όλοι μισθοφόροι που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες) και 37 ελέφαντες για να ξεκινήσει τον Β' Καρχηδονιακό Πόλεμο εναντίον της Ρώμης από την ξηρά. Διέσχισε αργά τη Γαλατία και ύστερα, μέσα σε δύο εβδομάδες, πέρασε τις χιονισμένες Άλπεις, πολεμώντας με τα στοιχεία της φύσης και τους τοπικούς πληθυσμούς. Στη διάβαση, που θεωρήθηκε μέγιστο επίτευγμα, έχασε περίπου τον μισό του στρατό, αλλά ενισχύθηκε αρκετά από Γαλάτες, με τους οποίους βρισκόταν ήδη σε συνεννόηση.

Οι Ρωμαίοι αιφνιδιάστηκαν και εντυπωσιάστηκαν. Εναντίον του εχθρού έστελναν και έχαναν τον έναν στρατό μετά τον άλλο, αφήνοντας στα πεδία των μαχών δεκάδες χιλιάδες νεκρούς. Στη μεγαλύτερη σύγκρουση, που έγινε το 216 στις Κάννες, ο στρατός του Αννίβα εξολόθρευσε τους αντιπάλους του, παρά τη μεγάλη τους αριθμητική υπεροχή, σκοτώνοντας περισσότερους από 50.000 άνδρες, ίσως και 70.000, τον Ρωμαίο στρατηγό και τους μισούς αξιωματικούς καθώς και δεκάδες συγκλητικούς. Επρόκειτο για μια από τις φονικότερες μάχες όλων των εποχών. Υπερέχοντας πολύ στη δύναμη του ιππικού, ο στρατός του Αννίβα έφτασε κάποια στιγμή έξω από τις πύλες της Ρώμης, προκαλώντας φοβερή ταραχή. Οι άνδρες έτρεχαν στα τείχη, ενώ οι γυναίκες ικέτευαν τους θεούς και έπλεναν το δάπεδο των ναών με τα μαλλιά τους. Οι Ρωμαίοι ωστόσο αντέταξαν τους νεοστρατολογημένους άνδρες και το ακαταμάχητο πείσμα τους. Με τους λιγοστούς ελέφαντες που του είχαν απομείνει, χωρίς πολιορκητικές μηχανές και χωρίς ανεφοδιασμό, ο Αννίβας δεν είχε ελπίδα να καταλάβει τη Ρώμη με έφοδο. Το σχέδιό του ήταν να προσεταιριστεί τους συμμάχους των Ρωμαίων.

Οι Ρωμαίοι υπέστησαν και άλλες ήττες, χάνοντας στις μάχες πολλούς άνδρες και ικανούς στρατηγούς. Σε αντίθεση με τους Καρχηδόνιους, ωστόσο, διέθεταν μεγάλες εφεδρείες. Επιπλέον, ακόμη και στις δυσκολότερες στιγμές δεν έχασαν την υποστήριξη των περισσότερων συμμάχων τους. Η συνοχή αυτή αποδείχθηκε η μεγαλύτερή τους δύναμη. Σοβαρό πρόβλημα αντιμετώπισαν μόνο με τις Συρακούσες. Όσο ζούσε ο Ιέρων Β' οι Συρακούσιοι τίμησαν τη συμμαχία μαζί τους. Αλλά με τον θάνατό του το 215 μεταστράφηκαν και συμμάχησαν με τους Καρχηδόνιους. Οι Ρωμαίοι κινδύνευαν έτσι να χάσουν τον έλεγχο της Σικελίας. Έπρεπε να κατακτήσουν τη μεγάλη και ισχυρή αυτή ελληνική πόλη καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια.

Οι Συρακούσιοι βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, διότι οι νέοι τους σύμμαχοι δεν μπορούσαν να τους ενισχύσουν. Η άμυνα της πόλης στηρίχτηκε στις μηχανές του Αρχιμήδη, ενός από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς της αρχαιότητας, που είχε σπουδάσει στην Αλεξάνδρεια. Αξιολογώντας τη συμβολή του, ο Πολύβιος σημειώνει ότι σε κάποιες εποχές μια ψυχή είναι αποτελεσματικότερη από όλο το πλήθος των ανδρών. Ο Αρχιμήδης, που έγινε θρύλος για την επινοητικότητά του, υπολόγιζε με μαθηματικούς τύπους την εμβέλεια των εκτοξευτήρων και κατέστρεφε τα πλοία των Ρωμαίων. Μάλιστα, όσα από αυτά πλησίαζαν στα τείχη, τα άρπαζε με γάντζους και τα ανύψωνε με τις περίφημες τροχαλίες του, προκαλώντας το δέος και τον τρόμο. Επινοώντας πλήθος αμυντικές τεχνικές, κατάφερε έτσι να κρατήσει τους πολιορκητές μακριά για δύο χρόνια. Όταν τελικά η πόλη έπεσε, έχασε και αυτός τη ζωή του, επιλύοντας έως την τελευταία στιγμή μαθηματικά προβλήματα. Κατά τη γνώμη του, που απηχούσε τη στάση των περισσότερων μαθηματικών της αρχαιότητας, η θεωρητική γνώση και η αφαιρετική κατανόηση είχαν πολύ μεγαλύτερη αξία για έναν ελεύθερο άνθρωπο από τις πρακτικές εφαρμογές, οι οποίες απλώς διευκολύνουν τη ζωή ή βρίσκονται στην υπηρεσία της ανάγκης. Λέγεται ωστόσο ότι, όταν συνειδητοποίησε τις απεριόριστες δυνατότητες εφαρμογών που η θεωρητική γνώση της μηχανικής μπορούσε να παράσχει, αναφώνησε ενθουσιασμένος: «Δώσε μου σημείο να σταθώ και τη γη την ίδια θα μετακινήσω.» Τέτοιο σημείο φυσικά δεν βρέθηκε, και ο μεγάλος πλούτος των Συρακουσών λεηλατήθηκε από τους Ρωμαίους.

Οι Ρωμαίοι πέτυχαν και άλλες νίκες στον μεγάλο πόλεμο εναντίον των Καρχηδονίων, αλλά οι ήττες τους εξακολουθούσαν να είναι καταστροφικές. Αποφασιστική τροπή στην αναμέτρηση έδωσε ο νεαρός στρατηγός τους Πόπλιος Κορνήλιος Σκιπίων, ο οποίος κατέλαβε τη Νέα Καρχηδόνα, γεγονός που έκρινε τον πόλεμο στην Ισπανία. Πολεμούσε εναντίον του Αννίβα από 17 ετών και διέθετε τεράστια πείρα. Μετά τη μεγάλη αυτή νίκη οι Ρωμαίοι εξουδετέρωσαν και τις μοναδικές ουσιαστικές ενισχύσεις που ο Αννίβας ανέμενε στην Ιταλία. Τέλος, ο Σκιπίων αποβιβάστηκε στην Αφρική και κατέστρεψε τις δυνάμεις των Καρχηδονίων, υποχρεώνοντάς τους να ανακαλέσουν τον Αννίβα.

Ο Αννίβας επέστρεψε στην Καρχηδόνα το 202 σε ηλικία 45 ετών. Είχε φύγει με τον πατέρα του για την Ισπανία όταν ήταν μόλις εννέα ετών, είχε αναλάβει στρατηγός στα 26 του και είχε περάσει 16 χρόνια στην Ιταλία πολεμώντας με τους Ρωμαίους. Πίσω στην πατρίδα του έδωσε την αποφασιστική μάχη της ζωής του στη Ζάμα και έχασε. Αποτιμώντας τη στρατηγική του ιδιοφυΐα, ο Πολύβιος θυμήθηκε τον ομηρικό στίχο: «Ήταν καλός μα βρήκε τον καλύτερό του.» Οι Καρχηδόνιοι υπέστησαν ολοκληρωτική ήττα. Παραδόθηκαν για δεύτερη φορά με όρους ταπεινωτικότερους από την πρώτη. Διατήρησαν τις πόλεις που κατείχαν πριν από τον πόλεμο στην Αφρική, τα ήθη και τους νόμους τους. Απέδωσαν ωστόσο όλους τους αιχμαλώτους και παρέδωσαν όλα σχεδόν τα μεγάλα πλοία τους και όλους τους ελέφαντες. Κατέβαλαν υπέρογκες αποζημιώσεις και δεσμεύτηκαν να μη διεξάγουν στο εξής πολέμους χωρίς την άδεια της Ρώμης. Ο ιστορικός της Ρώμης Τίτος Λίβιος ισχυρίστηκε ότι 500 πλοία παραδόθηκαν στις φλόγες. Ήταν σαν να καίγεται η ίδια η Καρχηδόνα. Για τον θρίαμβό του ο Σκιπίων ξεπέρασε σε δόξα κάθε Ρωμαίο στρατηγό πριν από αυτόν και επονομάστηκε Αφρικανός. Χάρη στις νίκες του η Ρώμη κυριαρχούσε πλέον σε ολόκληρη τη δυτική Μεσόγειο.

Η απελευθέρωση των Ελλήνων

Την εποχή του Συμμαχικού Πολέμου οι Έλληνες δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι η συμφωνία της Ναυπάκτου θα ήταν η τελευταία που πραγματοποιούσαν χωρίς την εμπλοκή των Ρωμαίων. Αυτό που καταλάβαιναν οι περισσότεροι ήταν ότι χρειάζονταν συμμάχους για να επιλύσουν τα χρόνια προβλήματά τους. Εφόσον οι Μακεδόνες είχαν στραφεί προς τους Καρχηδόνιους, οι εχθροί των Μακεδόνων στράφηκαν προς τη Ρώμη. Όταν μάλιστα κατέρρευσε η Καρχηδόνα, η Ρώμη παρέμεινε η μοναδική δύναμη που ήταν σε θέση να συνδράμει τους Έλληνες συμμάχους της - αλλά και να κατακτήσει τον ελληνικό κόσμο.

Ο Πολύβιος πίστεψε ότι η δύναμη της Ρώμης βρισκόταν στο πολίτευμά της. Διέκοψε έτσι τη ροή της αφήγησής του για να το αναλύσει και να το επαινέσει. Ένα ολόκληρο βιβλίο της ιστορίας του το αφιέρωσε στον σκοπό αυτό. Προφανώς δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που σχημάτισε αυτή τη γνώμη. Μια επιγραφή του 215 που έχει διασωθεί βεβαιώνει ότι ο βασιλιάς Φίλιππος Ε' ήταν επίσης καλά ενημερωμένος και εντυπωσιασμένος από τις αρετές του ρωμαϊκού πολιτεύματος. Συμβούλευε τους Λαρισαίους να προσφέρουν χωρίς φειδώ τα πολιτικά δικαιώματα, για να δυναμώσει η πόλη τους και να μην καταντά χέρσα η γη: όπως έκαναν οι Ρωμαίοι, που απένειμαν την ιδιότητα του πολίτη ακόμη και στους δούλους τους όταν τους απελευθέρωναν.

Το ρωμαϊκό πολίτευμα ονομαζόταν res publica και μεταφράζεται στα ελληνικά Δημοκρατία (το κεφαλαίο γράμμα επιτρέπει τη διάκριση από τις ελληνικές δημοκρατίες), μολονότι ο ορθός ελληνικός όρος θα ήταν Πολιτεία. Σύμφωνα με τον Πολύβιο, που το μελέτησε, δεν ήταν εξ ολοκλήρου ούτε αριστοκρατικό ούτε δημοκρατικό, ούτε μοναρχικό. Οι δύο ὕπατοι (consules) ενεργούσαν ως μονάρχες. Όταν δεν απουσίαζαν σε εκστρατεία, είχαν το δικαίωμα να προβαίνουν σε οποιαδήποτε δημόσια ενέργεια. Συγκαλούσαν τις εξαιρετικά επείγουσες συσκέψεις και φρόντιζαν για την εκτέλεση των αποφάσεων. Συγκαλούσαν επίσης την Εκκλησία του Δήμου, ζητώντας επικύρωση για όσα θέματα απαιτούνταν η συγκατάθεση του λαού. Για τις πολεμικές προετοιμασίες είχαν σχεδόν απόλυτη εξουσία. Η Σύγκλητος (την οποία ορισμένοι Έλληνες αποκαλούσαν Γερουσία), το ανώτατο πολιτικό όργανο διοίκησης, ήταν ένα σώμα αριστοκρατικό. Είχε την κυριότητα του ταμείου, ώστε καμία σημαντική δαπάνη δεν μπορούσε να γίνει χωρίς τη συναίνεσή της. Δεχόταν τις ξένες πρεσβείες και έστελνε πρεσβείες σε άλλους λαούς, διαμεσολαβώντας ή ανακοινώνοντας την κήρυξη πολέμου. Τα δικαιώματα του λαού θύμιζαν δημοκρατία. Όλα τα αξιώματα απονέμονταν από τον λαό, και όλες οι ποινές, ιδιαιτέρως η θανατική, επιβάλλονταν από τον λαό. Ο λαός ήλεγχε τους νόμους και, το σπουδαιότερο, αποφάσιζε για τον πόλεμο ή την ειρήνη και επικύρωνε τις συμμαχίες. Ακόμη και οι ύπατοι, όταν παρέδιδαν την εξουσία, λογοδοτούσαν στον λαό για τα έργα τους.

Γύρω από τις προθέσεις και τους στόχους της Ρώμης άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση. Πολλοί έσπευσαν να ισχυριστούν ότι η Ρώμη ενδιαφερόταν πρωτίστως για την ασφάλειά της και ότι χάραζε την πολιτική της στην ανατολική Μεσόγειο βήμα προς βήμα, καθώς εξελίσσονταν τα δεδομένα, χωρίς σχέδιο. Άλλοι είχαν τη βεβαιότητα ότι η Ρώμη ήταν από τη φύση της επιθετική και επεκτατική: δεν θα σταματούσε πριν κατακτήσει ολόκληρο τον γνωστό κόσμο. Το σίγουρο ήταν ότι η Ρώμη είχε μάθει να ζει πολεμώντας και ότι ο πόλεμος, ακόμη και στις δυσκολότερες στιγμές, τη συντηρούσε τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά. Μόλις αποδεσμεύτηκε από τον Αννίβα, στράφηκε προς την ανατολική Μεσόγειο με αποφασιστικότητα, συνέπεια και διορατικότητα.

Το 204 πέθανε ο Πτολεμαίος Δ', αφήνοντας το βασίλειό του στον πεντάχρονο γιο του, τον Πτολεμαίο Ε', που επονομάστηκε Επιφανής (204-180). Ο Αντίοχος Γ' και ο Φίλιππος Ε' αντιλήφθηκαν ότι τη διοίκηση της Αιγύπτου είχαν αναλάβει ιδιοτελείς και ανίκανοι σύμβουλοι. Σύμφωνα με μια φήμη που κυκλοφορούσε επίμονα, έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και συμμάχησαν μυστικά, με βασικό στόχο να μοιραστούν μεταξύ τους το αδύναμο πτολεμαϊκό βασίλειο. Η ενδεχόμενη επιτυχία του σχεδίου τους θα ανέτρεπε ριζικά τις ισορροπίες και θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο όχι μόνο την Αίγυπτο, αλλά επίσης τις πόλεις και τα έθνη που προσπαθούσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους. Οι αντιδράσεις ήταν έτσι άμεσες και αλυσιδωτές.

Έχοντας εδραιώσει τη θέση του στις ανατολικές σατραπείες, ο Αντίοχος ξεκίνησε το 202 τον Ε' Συριακό Πόλεμο, επιτυγχάνοντας αυτή τη φορά να προσαρτήσει την Κοίλη Συρία και την Παλαιστίνη στο βασίλειό του. Επρόκειτο για μια επιτυχία με στρατηγικά και οικονομικά οφέλη, την οποία οι Σελευκίδες ανέμεναν έναν αιώνα. Ο Αντίοχος πάντως δεν φαίνεται να έδωσε μεγάλη σημασία σε μια λεπτομέρεια. Στη χώρα που είχε κατακτήσει κατοικούσαν οι Ιουδαίοι με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ. Είχαν απολέσει την πολιτική τους ανεξαρτησία από αιώνες, αλλά διατηρούσαν τη θρησκεία τους που τους έδινε δύναμη και συνοχή. Ζώντας ειρηνικά στο πλαίσιο του πτολεμαϊκού βασιλείου, μετακινούνταν εύκολα από την Παλαιστίνη στην Αίγυπτο και πολλοί είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στην Αλεξάνδρεια, συγκροτώντας μια πολυπληθή και δυναμική εθνική ομάδα. Καθώς όμως οι Σελευκίδες πολεμούσαν με τους Πτολεμαίους για την κατοχή της Παλαιστίνης, οι Ιουδαίοι βρέθηκαν παγιδευμένοι σε μια αναμέτρηση που τους αφάνιζε χωρίς να τους αφορά: οὐδὲν ἀπέλειπον χειμαζομένης νεὼς καὶ πονουμένης ὑπὸ τοῦ κλύδωνος («έμοιαζαν σαν καράβι μέσα στην τρικυμία») γράφει ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος (Κακριδής 5.5.Δ [σ. 265]). Παρόμοια θα αισθάνονταν πολλοί άλλοι λαοί που δεν ανέδειξαν έναν ικανό ιστορικό να αφηγηθεί τα πάθη τους.

Μεγαλύτερη προσοχή ήταν υποχρεωμένος να δώσει ο Αντίοχος στο νέο βασίλειο των Πάρθων, που είχε ιδρυθεί εκείνη την εποχή στα υψίπεδα του Ιράν, εκεί όπου άλλοτε βρισκόταν η καρδιά της Περσικής Αυτοκρατορίας. Η βασιλική δυναστεία των Αρσακιδών ισχυρίστηκε αργότερα ότι καταγόταν από τους Αχαιμενίδες, την εξουσία των οποίων είχε καταλύσει ο Αλέξανδρος.

Ο Φίλιππος, που πολεμούσε στο βόρειο Αιγαίο, κινήθηκε προς τον νότο. Μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ήταν η κατάκτηση της Σάμου. Κύριοι αντίπαλοί του στη θάλασσα αναδείχθηκαν η Ρόδος και το Πέργαμο. Το Πέργαμο ήταν ένα νέο βασίλειο που δημιουργήθηκε στη Μικρά Ασία μετά τον θάνατο του Λυσιμάχου και του Σέλευκου Α'. Ισχυροποιήθηκε από τον Άτταλο Α' (241-197), που αναγορεύτηκε το 238 βασιλιάς και διεύρυνε τα σύνορα της επικράτειάς του. Ο Άτταλος αντιμετώπισε νικηφόρα τους Γαλάτες επιδρομείς και εκμεταλλεύτηκε τις δυσκολίες των Σελευκιδών. Η αντιμακεδονική του πολιτική τον έφερε σε συνεργασία με τους Αιτωλούς. Καθώς οι συγκρούσεις με τον Φίλιππο βρίσκονταν σε εξέλιξη, κατάφερε να κερδίσει και την εύνοια των Αθηναίων προσφέροντάς τους μεγάλες ευεργεσίες.

Οι Αθηναίοι είχαν κάνει το λάθος να καταδικάσουν σε θάνατο δύο Ακαρνάνες που πήραν μέρος αμύητοι στα Ελευσίνια μυστήρια. Οι Ακαρνάνες ήταν σύμμαχοι των Μακεδόνων, τους οποίους κανένας στην Αθήνα δεν ήθελε να προκαλέσει. Αλλά τα σοβαρά θρησκευτικά ζητήματα δεν επέτρεπαν μεγάλη πολιτική ευελιξία. Η αναμέτρηση με τον Φίλιππο άρχισε έτσι σχεδόν αμέσως. Καθώς λοιπόν οι Μακεδόνες λεηλατούσαν την Αττική, οι Αθηναίοι υποδέχονταν στην πόλη τον Άτταλο και πρέσβεις από τη Ρόδο και τη Ρώμη. Η προσχώρησή τους στο αντιμακεδονικό μέτωπο ήταν αυτονόητη. Επιφύλαξαν στους επισκέπτες εξαιρετικές τιμές, παρατάσσοντας στους δρόμους τους ιερείς και τις ιέρειες, ανοίγοντας όλους τους ναούς και σπεύδοντας όλοι να τους προϋπαντήσουν, άρχοντες, ιππείς και απλοί πολίτες με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Για να τιμήσουν μάλιστα τον Άτταλο, κατήργησαν τις δύο φυλές που είχαν ιδρύσει στα ονόματα των Μακεδόνων βασιλέων και δημιούργησαν μια νέα με το δικό του.

Η Αίγυπτος είχε ήδη καλές διπλωματικές σχέσεις με τη Ρώμη, αλλά στις συνθήκες που βρέθηκε μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου Δ' η συνεργασία μαζί της έγινε απολύτως αναγκαία. Η κεντρική διοίκηση ήταν εξαιρετικά αδύναμη, και αυτό δεν το γνώριζαν μόνο οι εξωτερικοί της εχθροί. Με τη συμμετοχή τους στον στρατό του βασιλιά και τη συμβολή τους στη νίκη της Ραφίας οι αυτόχθονες Αιγύπτιοι είχαν αναθαρρήσει. Ορισμένοι άρχισαν να διεκδικούν πολιτική αυτονομία, και σύντομα η Άνω Αίγυπτος αποσχίστηκε, αναδεικνύοντας δικό της φαραώ. Οι βασιλείς ήταν πλέον υποχρεωμένοι να σέβονται το ιερατείο και να του παραχωρούν προνόμια και εξουσία. Η περίφημη στήλη της Ροζέτας, που ανακαλύφθηκε όταν ο Ναπολέων κατέκτησε την Αίγυπτο, συντάχθηκε την εποχή εκείνη. Αποδίδει τιμή στον Πτολεμαίο Ε' για τις ευεργεσίες του στους αιγυπτιακούς ναούς.

Η Ρώμη αντιμετώπισε τη σχέση της με τον Φίλιππο ως πρώτη προτεραιότητα. Ο πολύνεκρος και πολυδάπανος πόλεμος με τον Αννίβα είχε εξαντλήσει τους πολίτες της, αλλά η Σύγκλητος τους υπενθύμισε τον κίνδυνο που είχαν διατρέξει την εποχή της εισβολής του Πύρρου στην Ιταλία και επικαλέστηκε τις εχθρικές διαθέσεις των Μακεδόνων. Την κρισιμότερη στιγμή είχαν συμμαχήσει με τους Καρχηδόνιους, τους πιο επικίνδυνους εχθρούς τους. Τους υπενθύμισε επίσης ότι, όπως είχε αποδειχθεί, μάχονταν καλύτερα σε ξένο έδαφος παρά στο δικό τους. Αντί να περιμένουν την αναμέτρηση στην Ιταλία ήταν προτιμότερο να την αρχίσουν στην Ελλάδα. Ο πόλεμος εναντίον του Φιλίππου, που ονομάστηκε Β' Μακεδονικός, αποφασίστηκε έτσι λίγους μόλις μήνες μετά τη συντριβή της Καρχηδόνας.

Στη διάρκεια του πολέμου οι πρεσβείες από την Ελλάδα στη Ρώμη πήγαιναν και έρχονταν, καθώς από τη διπλωματία κρινόταν συχνά η ένταξη των διαφόρων πόλεων στα αντίπαλα στρατόπεδα. Οι προσχωρήσεις των Αχαιών και στη συνέχεια των Βοιωτών και των Αιτωλών στον αντιμακεδονικό αγώνα άφησαν τον Φίλιππο με λίγους μόνο συμμάχους. Ακόμη και η Σπάρτη, η οποία στην αρχή του πολέμου είχε συνεργαστεί μαζί του, στη συνέχεια συντάχθηκε με τους εχθρούς του. Η απαίτηση των Ρωμαίων να απομακρυνθεί ο Φίλιππος από τις πόλεις και τις περιοχές που είχε κατακτήσει γινόταν δεκτή με θέρμη από πολλούς Έλληνες. Κεντρικό σύνθημα των Ρωμαίων ήταν η απελευθέρωση των Ελλήνων.

Ο πόλεμος κρίθηκε το 197. Σε μια καθοριστική μάχη στις Κυνός Κεφαλές της Θεσσαλίας οι μακεδονικές φάλαγγες με 16.000 πεζούς και 2.000 ιππείς, μαζί με αρκετές χιλιάδες ελαφρά οπλισμένους συμμάχους και μισθοφόρους, συντρίφθηκαν από τις ρωμαϊκές λεγεώνες που, μαζί με τους Έλληνες συμμάχους τους (κυρίως Αιτωλούς), διέθεταν περισσότερους από 26.000 άνδρες. Υπολογίστηκε ότι σκοτώθηκαν περίπου 8.000 Μακεδόνες και ότι αιχμαλωτίστηκαν περισσότεροι από 5.000. Οι Ρωμαίοι είχαν συγκριτικά πολύ μικρές απώλειες.

Την εποχή της μάχης ο Φίλιππος ήταν πλέον ένας έμπειρος βασιλιάς. Στη διπλωματία δεν τα είχε καταφέρει καλά και αποξενώθηκε ακόμη και από Έλληνες συμμάχους του, αλλά στον πόλεμο εξακολουθούσε να παραμένει κληρονόμος μιας μεγάλης παράδοσης. Όσο διατηρούσαν τη συνοχή τους, οι μακεδονικές φάλαγγες με τις σάρισες ήταν ακατανίκητες. Οι ειδικοί της εποχής εκτιμούσαν ότι σε φυσιολογικές συνθήκες ένας ισοδύναμος ρωμαϊκός στρατός δεν είχε καμία ελπίδα να τις αντιμετωπίσει με επιτυχία. Αλλά οι συνθήκες δεν ήταν πάντα φυσιολογικές. Στις Κυνός Κεφαλές οι Ρωμαίοι καθοδηγούνταν από έναν εξαιρετικά ικανό στρατηγό, τον Τίτο Κοΐντιο Φλαμινίνο. Η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν ότι παρέσυρε τους Μακεδόνες να πολεμήσουν σε ορεινό και δύσβατο τόπο. Επιπλέον, δεν επιτέθηκε κατά μέτωπο ούτε ταυτοχρόνως με όλες του τις δυνάμεις. Κατάφερε έτσι να διασπάσει τις φάλαγγες και να επιτεθεί κυρίως από τα πλάγια και τα νώτα. Αντιμέτωπες με ευέλικτες δυνάμεις, οι μακεδονικές φάλαγγες δεν είχαν τη δυνατότητα να κάνουν μεταβολή για να αμυνθούν. Η ήττα τους εύκολα μετατράπηκε σε σφαγή. Όπως αποδείχθηκε στην κρίσιμη αυτή αναμέτρηση, ενώ οι φάλαγγες ήταν υπέρτερες σε πεδινές τοποθεσίες, οι ρωμαϊκές λεγεώνες ήταν υπέρτερες στις δύσβατες πλαγιές, με βλάστηση, τάφρους, χαράδρες, ρυάκια και ποταμούς. Τέτοιες ήταν άλλωστε οι περισσότερες τοποθεσίες στην Ελλάδα, καθιστώντας ακόμη και τη μεταφορά της σάρισας δυσχερή. Το σοβαρότερο πάντως λάθος των Μακεδόνων ήταν ότι είχαν λησμονήσει το μεγάλο δίδαγμα του Αλεξάνδρου. Η μακεδονική φάλαγγα έπρεπε να υποστηρίζεται οργανικά και συστηματικά από ιππικό ικανό να την προστατεύει από τα πλάγια και να εξασφαλίζει με την ορμή του ακόμη και τη νίκη.

Με τον θρίαμβό τους οι Ρωμαίοι ταπείνωσαν τον Φίλιππο και τον υποχρέωσαν να αποσυρθεί από τις ελληνικές πόλεις και τη Θεσσαλία και να καταργήσει τις φρουρές που διατηρούσε στη Χαλκίδα, τον Ακροκόρινθο και τη Δημητριάδα, τις οποίες ο ίδιος αποκαλούσε πέδας ἑλληνικάς, δηλαδή «δεσμά των Ελλήνων». Επιπλέον, να καταβάλει βαρύτατο πρόστιμο, να παραδώσει όλους τους αιχμαλώτους, τα οπλισμένα πλοία του εκτός από πέντε και έναν του γιο ως όμηρο. Ο Φλαμινίνος πάντως δεν δέχτηκε το επίμονο αίτημα των Αιτωλών να συνεχίσει τον πόλεμο και να ανατρέψει τον Φίλιππο. Πίστευε ότι περισσότερο συνέφερε στους Έλληνες να διατηρηθεί το μακεδονικό βασίλειο, διότι χωρίς αυτό οι Θράκες και οι Γαλάτες θα εισέβαλλαν ασυγκράτητοι στο ελληνικό έδαφος. Εξάλλου, επειγόταν να κλείσει τον μακεδονικό πόλεμο, επειδή προέβλεπε ότι ο Αντίοχος, που είχε παραμείνει έως τότε ουδέτερος, σκόπευε να επέμβει στην Ελλάδα.

Έναν χρόνο αργότερα, μπροστά στο μεγάλο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στην Κόρινθο από όλη σχεδόν την οικουμένη για να εορτάσει τα Ίσθμια, οι Ρωμαίοι ανακοίνωσαν επίσημα τις αποφάσεις τους για τους Έλληνες: Η Σύγκλητος των Ρωμαίων και ο Φλαμινίνος, έχοντας νικήσει τον Φίλιππο και τους Μακεδόνες, άφηναν ελεύθερους, αφρούρητους, αφορολόγητους και διοικούμενους με πάτριους νόμους τους Κορίνθιους, τους Φωκείς, τους Λοκρούς, τους Ευβοείς, τους Φθιώτες Αχαιούς, τους Μάγνητες, τους Θεσσαλούς και τους Περραιβούς. Ο κατάλογος αυτός περιλάμβανε τους Έλληνες που είχαν πολεμήσει με το μέρος του Φιλίππου. Ελεύθεροι παρέμεναν, προφανώς, και όσοι Έλληνες είχαν αγωνιστεί στο πλευρό των Ρωμαίων.

Η ανακοίνωση αυτή προκάλεσε τέτοιο θόρυβο, ώστε άλλοι δεν μπορούσαν να την ακούσουν και άλλοι επιθυμούσαν να την ακούσουν ξανά. Οι περισσότεροι δεν πίστευαν στα αφτιά τους και νόμιζαν ότι ονειρεύονται. Στη προσπάθειά τους να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στον Ρωμαίο στρατηγό, λίγο έλειψε να τον σκοτώσουν. Κανένας λαός δεν είχε αναλάβει έως τότε παρόμοιο κίνδυνο και έξοδα για την ελευθερία των Ελλήνων χωρίς να ζητά αντάλλαγμα. Μόνο οι Αιτωλοί έμειναν δυσαρεστημένοι. Ως βασικοί σύμμαχοι των Ρωμαίων περίμεναν προνομιακή μεταχείριση. Δεν έχαναν έτσι ευκαιρία να διαμαρτύρονται ότι οι Έλληνες δεν είχαν ελευθερωθεί πραγματικά: είχαν απλώς αλλάξει δεσπότες (μεθάρμοσις δεσποτῶν).

Πέρασε ένας ακόμη χρόνος και ο Φλαμινίνος συγκέντρωσε πάλι τους Έλληνες, με τους οποίους συνομιλούσε πάντα σε άψογα ελληνικά. Ήθελε να ακούσει τη γνώμη τους για την υπόθεση της Σπάρτης.

Στη Σπάρτη βασίλευε την εποχή εκείνη μόνος του ο Νάβης (207-192), που είχε σφετεριστεί τη βασιλεία, εξοντώνοντας όλους τους άλλους διεκδικητές. Για τον τρόπο με τον οποίο πήρε την εξουσία και για τα κοινωνικά μέτρα που προώθησε οι εχθροί του τον αποκαλούσαν τύραννο. Κεντρική του επιδίωξη ήταν να καταστήσει και πάλι την πόλη του μεγάλη δύναμη, επαναφέροντας τις μεταρρυθμίσεις του Κλεομένη και αυξάνοντας τον αριθμό των πολιτών. Την εποχή του Α' Μακεδονικού Πολέμου είχε συνταχθεί με τους Αιτωλούς και τους Ρωμαίους, μια επιλογή που του επέτρεψε να διευρύνει την εξουσία του στη Λακωνία και τη Μεσσηνία και να οχυρώσει τη Σπάρτη, οικοδομώντας για πρώτη φορά στην ιστορία της προστατευτικά τείχη. Καθώς οι Ρωμαίοι συγκρούονταν και πάλι με τους Μακεδόνες, αυτός κατέλαβε για μία ακόμη φορά το Άργος με τη συγκατάθεση του Φιλίππου. Πριν ολοκληρωθεί ο Β' Μακεδονικός Πόλεμος, είχε την προνοητικότητα να ταχθεί και πάλι με το μέρος των Ρωμαίων. Στα σχέδιά του βρήκε ωστόσο αντιμέτωπους τους Αχαιούς.

Με προτροπή των Αχαιών, οι Ρωμαίοι ισχυρίστηκαν ότι η κατοχή του Άργους παρέβαινε την αρχή της ελευθερίας και αυτονομίας που είχαν εισηγηθεί και ξεκίνησαν έτσι τον πόλεμο εναντίον της Σπάρτης. Το Πέργαμο και η Ρόδος, οι Αχαιοί, ακόμη και ο ταπεινωμένος Φίλιππος, τους έστειλαν ενισχύσεις. Αντιμέτωπος με έναν στρατό που αριθμούσε περίπου 50.000 άνδρες και πολλά πλοία από τη θάλασσα, ο Νάβης ηττήθηκε και υποχρεώθηκε να αποδώσει το Άργος στους Αχαιούς. Το σημαντικότερο πλήγμα ήταν ότι η Σπάρτη απώλεσε τον έλεγχο του Γυθείου, που της έδινε πρόσβαση στη θάλασσα. Η μεγάλη αυτοθυσία των Σπαρτιατών είχε πάντως κατορθώσει να κρατήσει τους εχθρούς έξω από το άστυ.

Τον Νάβη συνέχισε να πολεμά μετά την αναχώρηση των Ρωμαίων από την Ελλάδα ο στρατηγός των Αχαιών Φιλοποίμην, που αγωνιζόταν εναντίον των Σπαρτιατών από την εποχή που δόθηκε η μάχη της Σελλασίας. Όταν ο Νάβης δολοφονήθηκε από τους Αιτωλούς συμμάχους του, ο Φιλοποίμην μπήκε στη Σπάρτη και την υποχρέωσε να καταργήσει τη βασιλεία, το παραδοσιακό πολιτικό της σύστημα και την ἀγωγήν και να προσχωρήσει στη συμπολιτεία των Αχαιών. Επιπλέον, να κατεδαφίσει το τείχος της.

Οι Αχαιοί κυριαρχούσαν πλέον σε ολόκληρη την Πελοπόννησο και, με την καθοδήγηση του Φιλοποίμενα, αναζητούσαν τα όρια ανεξαρτησίας που τους επέτρεπε η ανάμειξη της Ρώμης. Αλλά ο Φιλοποίμην σκοτώθηκε το 183, προσπαθώντας να καταστείλει μια εξέγερση των Μεσσηνίων. Ήταν πια 70 ετών και είχε διατελέσει στρατηγός των Αχαιών οκτώ φορές. Για τις ικανότητές του και για την πολιτική που ακολούθησε οι Ρωμαίοι τον είχαν αποκαλέσει «τελευταίο των Ελλήνων», επειδή ύστερα από αυτόν η Ελλάδα δεν γέννησε άλλο μεγάλο άνδρα, ούτε αντάξιο της ιστορίας της. Την τέφρα του στην τελετή της ταφής μετέφερε ο Πολύβιος, που τότε ήταν νέος και πολεμούσε στο πλευρό του.

Μια αυτοκρατορία με όρια τους ωκεανούς

Ο επόμενος μεγάλος αντίπαλος της Ρώμης ήταν ο Αντίοχος Γ'. Μόνο αυτός μπορούσε να αμφισβητήσει τις ισορροπίες που εκείνη είχε επιβάλει στην Ελλάδα και να υπονομεύσει τη δεσπόζουσα θέση που κατακτούσε. Ο Αντίοχος δεν ήταν άλλωστε από τους ηγέτες που θα άφηναν ανεκμετάλλευτες ευκαιρίες, ιδιαιτέρως μετά την κατάκτηση της Κοίλης Συρίας και την εδραίωσή του στη Μικρά Ασία. Η ήττα του Φιλίππου τού έδινε επιτέλους την ευκαιρία να αναμειχθεί ενεργά και στην Ευρώπη.

Οι Ρωμαίοι προσπάθησαν με τη διπλωματία τους να τον κρατήσουν μακριά από την Ευρώπη και, αν ήταν δυνατόν, μακριά από ορισμένες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας. Αλλά ο Αντίοχος δεν μπορούσε να κρατηθεί μακριά. Διεκδικούσε την προγονική κληρονομιά και, επιπλέον, δεχόταν την επίμονη πρόσκληση των Αιτωλών, που είχαν πλέον στραφεί ανοιχτά εναντίον των Ρωμαίων, να ελευθερώσει πραγματικά την Ελλάδα. Το 192 πέρασε στη Δημητριάδα -άλλοτε μία από τις πρωτεύουσες των Μακεδόνων- και κατέλαβε τη Χαλκίδα. Οι πόλεις αυτές αποτελούσαν πολύ καλές βάσεις για την έναρξη των επιχειρήσεών του. Αλλά, παρά τις υποσχέσεις του για στρατό που θα πλημμύριζε την Ελλάδα, διέθετε μόνο 10.000 πεζούς, 500 ιππείς και 6 ελέφαντες - προκλητικά μικρούς αριθμούς για μια αναμέτρηση με τους Ρωμαίους. Καθώς οι ενισχύσεις που ανέμενε από την Ασία καθυστερούσαν, οι περισσότεροι. Έλληνες φάνηκαν απρόθυμοι να τον συνδράμουν. Ο βασιλιάς Φίλιππος τάχθηκε με το μέρος των Ρωμαίων, και παρομοίως οι Αχαιοί. Ορισμένοι Έλληνες του απάντησαν ότι δεν συνέτρεχε λόγος να τους ελευθερώσει, εφόσον δεν υπήρχε ρωμαϊκή φρουρά στην πόλη τους. Τα ρωμαϊκά στρατεύματα είχαν αποχωρήσει από την Ελλάδα.

Ως σύμβουλος του Αντίοχου αξιοποιήθηκε και ο Αννίβας, που είχε καταφύγει στην αυλή του. Ήταν ίσως ο μόνος που προσπαθούσε να εξετάσει το ζήτημα σφαιρικά. Η πρώτη και βασική του συμβουλή ήταν να εξασφαλιστεί με κάθε τρόπο η υποστήριξη του Φιλίππου. Μόνο ενωμένοι οι δύο βασιλείς και με τη βοήθεια των Αιτωλών θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους Ρωμαίους. Ύστερα ζητούσε την άδεια να μεταφέρει πάλι ο ίδιος τον πόλεμο στην Ιταλία και να σταλούν δυνάμεις στην Κέρκυρα ώστε να εμποδίζεται ο διάπλους των Ρωμαίων. Ο Αντίοχος όφειλε να παρακολουθεί επίσης τις εξελίξεις στην Αφρική και να αναμένει την κατάλληλη στιγμή για να περάσει στην Ιταλία. Το σχέδιο αυτό προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, αλλά δεν εφαρμόστηκε.

Οι Ρωμαίοι από την πλευρά τους δεν καθυστέρησαν. Είχαν την προσδοκία ότι, μετά από μια νέα τους νίκη, θα μπορούσαν να προσβλέπουν σε μια αυτοκρατορία με όρια τους ωκεανούς, δηλαδή μια πραγματικά οικουμενική επικράτεια. Με 20.000 πεζούς και 2.000 ιππείς κινήθηκαν το 191 εναντίον του Αντίοχου. Αυτός οχυρώθηκε στις Θερμοπύλες, θεωρώντας ότι μπορούσε να αντισταθεί στο στενό πέρασμα και να εμπιστευτεί τη φύλαξη των ορεινών διαβάσεων στους Αιτωλούς. Αλλά οι Ρωμαίοι κατέβαλαν τους Αιτωλούς και παραβίασαν τα στενά. Ο Αντίοχος διέσωσε μόλις 500 άνδρες και απέπλευσε κατατροπωμένος για την Έφεσο. Οι Αιτωλοί πολέμησαν όσο μπορούσαν μόνοι τους και υποτάχθηκαν στους Ρωμαίους.

Τις λεπτομέρειες της γοργής κατάκτησης του ελληνικού κόσμου από τους Ρωμαίους αφηγήθηκε σχολαστικά ο Πολύβιος. Αλλά στους Έλληνες δεν άρεσε, καθώς φαίνεται, να μελετούν αυτή την περίοδο της ιστορίας τους, και έτσι μεγάλο μέρος του εκτενούς συγγράμματός του αφέθηκε στη λήθη. Ευτυχώς το διάβασε έναν αιώνα αργότερα, όταν ακόμη ήταν πλήρες, ο μεγάλος Ρωμαίος ιστορικός Τίτος Λίβιος και το αξιοποίησε συστηματικά. Η δική του λατινική εκδοχή διαβάστηκε με ικανοποίηση από τους Ρωμαίους.

Έχοντας εκδιώξει τον Αντίοχο από την Ελλάδα, οι Ρωμαίοι ετοιμάστηκαν το 189 να τον καταδιώξουν στη Μικρά Ασία. Για τις επιχειρήσεις τους αυτές βασίζονταν στην πλήρη υποστήριξη της Ρόδου και του Περγάμου, όπου ο Ευμένης (197-160) είχε διαδεχθεί τον πατέρα του Άτταλο. Πρώτα νίκησαν σε ναυμαχίες, με την αποφασιστική συνδρομή της Ρόδου. Κυρίαρχοι πια στη θάλασσα, διέσχισαν τον Ελλήσποντο με άνεση, εφόσον ο Φίλιππος ήταν σύμμαχός τους, και ο Αντίοχος απέφυγε να συγκρουστεί μαζί τους κατά τη διάβαση. Μαζί με όλους τους Έλληνες συμμάχους τους διέθεταν γύρω στους 30.000 άνδρες και λίγους ελέφαντες, μια αριθμητική δύναμη που, αν παραδίδεται σωστά, ήταν μάλλον μικρή για το εγχείρημα, αλλά καθοδηγούνταν από τον μεγάλο τους στρατηγό Σκιπίωνα Αφρικανό και τον αδελφό του. Επιπλέον, η υποστήριξη που τους παρείχε το ιππικό του Περγάμου ήταν καθοριστική.

Ο Αντίοχος βρέθηκε στη θέση του Δαρείου, όταν αντιμετώπιζε την εισβολή του Αλεξάνδρου. Οι Ρωμαίοι διέθεταν την ίδια περίπου δύναμη με εκείνον, και ο ίδιος επαναλάμβανε τα λάθη των Περσών, που άφησαν αφύλακτο τον Ελλήσποντο. Για να αντιμετωπίσει τους Ρωμαίους, ο Αντίοχος συγκέντρωσε στη Μαγνησία τον μεγαλύτερο στρατό που μπορούσε, 60.000 πεζούς, 12.000 ιππείς και ελέφαντες, αλλά ηττήθηκε οικτρά, χάνοντας δεκάδες χιλιάδες άνδρες.

Στην ειρήνη της Απάμειας, που συμφωνήθηκε τον επόμενο χρόνο, ο Αντίοχος υποχρεώθηκε να απομακρυνθεί τελείως από τη Μικρά Ασία, να παραδώσει τον στόλο του, εκτός από δέκα πλοία, και να καταβάλει υπέρογκη αποζημίωση. Κάθε επέμβαση στα νησιά ή την Ευρώπη απαγορευόταν. Οι περιοχές που εξουσίαζε μοιράστηκαν στο Πέργαμο και τη Ρόδο, τους δύο κυριότερους συμμάχους των Ρωμαίων, εκτός από τις φιλικές στη Ρώμη ελεύθερες ελληνικές πόλεις, οι οποίες παρέμειναν αυτόνομες. Ο Αντίοχος Γ', που εξακολουθούσε να εξουσιάζει το τεράστιο βασίλειο των Σελευκιδών, δολοφονήθηκε έναν χρόνο αργότερα, στην προσπάθειά του να συλήσει τον ναό του Βήλου στα Σούσα για να συγκεντρώσει τα χρήματα που χρειαζόταν.

Ο Σκιπίων, ήδη φημισμένος και τιμημένος, αποδείχθηκε ο ικανότερος στρατηγός των Ρωμαίων. Χωρίς να χάσει καμία μάχη, είχε θριαμβεύσει στην Ισπανία, την Αφρική και την Ασία. Σύμφωνα με μια παράδοση περισσότερο ευφάνταστη παρά αξιόπιστη, ξανασυνάντησε κάποτε τον Αννίβα στην Έφεσο. Ο Αννίβας καυχήθηκε ότι θεωρούσε τον εαυτό του τρίτο μεγαλύτερο στρατηγό του κόσμου, μετά τον Αλέξανδρο και τον Πύρρο. Αν δεν είχε ηττηθεί από τον Σκιπίωνα, τότε ασφαλώς θα ήταν ο πρώτος. Ο Σκιπίων έμεινε απολύτως ικανοποιημένος, εφόσον ο ίδιος, που είχε νικήσει και τον Αννίβα, βρισκόταν πέρα από κάθε σύγκριση.

Μετά τη Μαγνησία, ο Αντίοχος δεσμεύτηκε να παραδώσει τον Αννίβα στους Ρωμαίους, αλλά τον άφησε να διαφύγει. Αυτός κατέφυγε στο βασίλειο της Βιθυνίας, που συνέχιζε τον αγώνα εναντίον του Περγάμου και των Ρωμαίων. Οι Ρωμαίοι βεβαίως δεν έπαψαν να τον καταδιώκουν, και στο τέλος αναγκάστηκε να αυτοκτονήσει· ήταν ίσως τη χρονιά που πέθανε και ο Σκιπίων.

Νικημένος από τους Ρωμαίους, ο Φίλιππος έκανε ό,τι μπορούσε για να καταστήσει τη Μακεδονία και πάλι ισχυρή. Πλήρωνε το πρόστιμο της ήττας, φρόντισε να μην προκαλεί και παρείχε βοήθεια στους Ρωμαίους, όποτε χρειαζόταν. Ταυτοχρόνως προσπάθησε να αναδιοργανώσει τα οικονομικά του βασιλείου του. Οι βλέψεις του προς τη Θράκη τον έφεραν ωστόσο αντιμέτωπο με τον βασιλιά Ευμένη και συνεπώς με τη Ρώμη. Την ίδια πολιτική συνέχισε μετά τον θάνατό του ο γιος του Περσέας (179-168). Παρακολουθώντας τις κινήσεις των Μακεδόνων, οι Ρωμαίοι ισχυρίστηκαν ότι ετοιμαζόταν και πάλι κρυφά για πόλεμο, συγκεντρώνοντας στρατό, όπλα και εφόδια. Με την επίμονη προτροπή του Ευμένη ξεκίνησαν το 171 τον Γ' Μακεδονικό Πόλεμο.

Ο Περσέας σημείωσε αρκετές επιτυχίες τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα, υποχρεώνοντας τους Ρωμαίους να αντιμετωπίσουν την κατάσταση όσο σοβαρότερα γινόταν. Οι Ρωμαίοι άρχισαν να κινητοποιούν τους Έλληνες συμμάχους τους, που αντιμετωπίζονταν πλέον όλο και περισσότερο ως υποτελείς. Για τη νέα σύγκρουση επέλεξαν έναν ικανό και έμπειρο στρατηγό, τον Αιμίλιο Παύλο, που ήταν πια πάνω από 60 ετών. (Ο πατέρας του είχε σκοτωθεί στις Κάννες, χωρίς να έχει την κύρια ευθύνη για την ήττα από τον Αννίβα.) Ο Αιμίλιος Παύλος συγκέντρωσε μεγάλο στρατό και αναπτύχθηκε απέναντι από τους Μακεδόνες στην Πύδνα, όπου το 168 δόθηκε η αποφασιστική μάχη.

Στην Πύδνα οι δύο στρατοί ήταν περίπου ισοδύναμοι και καλά προετοιμασμένοι. Ο Περσέας διέθετε συνολικώς 43.000 άνδρες και ο Αιμίλιος Παύλος 39.000. Ο τόπος ήταν πεδινός, επιτρέποντας στις μακεδονικές φάλαγγες πλήρη ανάπτυξη. Όταν τις αντίκρισε έτοιμες για μάχη, ο Ρωμαίος στρατηγός αισθάνθηκε έκπληξη και δέος, όπως παραδέχτηκε αργότερα. Το θέαμα ήταν τρομακτικό. Στην αρχή οι Μακεδόνες υπερείχαν με τον συμπαγή τους όγκο και τις σάρισες και έδειχναν ακαταμάχητοι. Αλλά ο μεγάλος τους στρατός, καθώς καταδίωκε τους αντιπάλους του, υποχρεώθηκε να πορευτεί σε ανώμαλα μέρη, χάνοντας έτσι τη συνοχή του. Ο Αιμίλιος Παύλος εκμεταλλεύτηκε τα μικρά κενά που δημιουργούνταν και οδήγησε μέσα από αυτά μικρά τμήματα των λεγεώνων του. Αναγκασμένη να αμυνθεί σε πολλά μέτωπα, η μακεδονική φάλαγγα κατέρρευσε. Έχοντας απομείνει για μία ακόμη φορά απροστάτευτη από τα πλάγια, έγινε ευάλωτη και ανίκανη να αντιδράσει. Πολεμώντας σώμα με σώμα, οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν πλέον τα μακριά τους ξίφη και άρχισαν τη σφαγή. Μέσα σε μία ώρα περίπου η μάχη είχε κριθεί. Στο τέλος της ημέρας υπολογίστηκε ότι σκοτώθηκαν περισσότεροι από 25.000 άνδρες από την πλευρά των Μακεδόνων και ελάχιστοι από την πλευρά των Ρωμαίων. Ο Περσέας με το ιππικό του, που είχε πάρει ελάχιστα μέρος στη μάχη, διέφυγε, αλλά σύντομα αναγκάστηκε να παραδοθεί με την οικογένειά του.

Αξιοποιώντας τη μεγάλη του νίκη, ο ρωμαϊκός στρατός στράφηκε με απόφαση της Συγκλήτου εναντίον της Ηπείρου. Χωρίς να έχει στο ελάχιστο προκληθεί και χωρίς να αιτιολογήσει την επίθεσή του, λεηλάτησε τη χώρα, κατέσχεσε τον ιδιωτικό πλούτο και τον πλούτο των ναών, υποδούλωσε 150.000 Ηπειρώτες και κατέστρεψε 70 πολιτείες. Η ιδέα ήταν να ικανοποιηθούν για την προσφορά τους οι Ρωμαίοι στρατιώτες. Η συμπεριφορά αυτή έδειχνε ότι η Ρώμη δεν χρειαζόταν πλέον τη διπλωματία για να χειριστεί τους Έλληνες.

Στη Ρώμη ο Αιμίλιος Παύλος αξιώθηκε έναν θρίαμβο, όπως συνηθιζόταν μετά από μεγάλες νίκες. Στη μεγάλη πομπή που οργανώθηκε επιδείχθηκαν πάνω σε 250 άμαξες τα αγάλματα και τα έργα τέχνης που είχαν λαφυραγωγηθεί, ύστερα τα ωραιότερα και πολυτελέστερα όπλα των Μακεδόνων, οι θησαυροί τους, το άρμα του νικημένου βασιλιά και το διάδημα του, τα παιδιά του και τέλος πεζός ο ίδιος ο Περσέας, φορώντας ρούχο σταχτί. Οι Ρωμαίοι ένιωσαν μεγάλη ικανοποίηση βλέποντας να εκτίθεται μπροστά τους η δόξα του Αλεξάνδρου και του Φιλίππου. Ο Αιμίλιος Παύλος με χρυσοκεντημένη πορφύρα ήταν καθισμένος σε άρμα, κρατώντας κλωνάρι δάφνης. Λίγο αργότερα, ο Περσέας και τα παιδιά του πέθαναν στη φυλακή από την κακοποίηση.

Το μακεδονικό βασίλειο διαιρέθηκε σε τέσσερις μερίδες, μέσα στις οποίες οι πόλεις έπρεπε να παραμένουν αυτόνομες, πληρώνοντας φόρο υποτέλειας. Οι μερίδες δεν επιτρεπόταν να διατηρούν μεταξύ τους οικονομικές ή στρατιωτικές σχέσεις. Πολλές ελληνικές πόλεις παρέμεναν τυπικά ανεξάρτητες, αλλά στην πραγματικότητα όλα τα σημαντικά ζητήματα επιλύονταν πλέον στη Ρώμη. Για κάθε διαφορά, συνθήκη ή ασυμφωνία μεταξύ των Ελλήνων αποστέλλονταν αντιπρόσωποι στη Σύγκλητο. Η ελληνική διπλωματία, σε όλες σχεδόν τις πόλεις, ήταν διαιρεμένη σε ένα μόνο ζήτημα: ορισμένοι υποστήριζαν ότι οι Έλληνες όφειλαν να τηρούν σχολαστικά τις συμφωνίες με τους Ρωμαίους, ενώ άλλοι ότι όφειλαν ακόμη και να τις παραβαίνουν προκειμένου να φανούν πρόθυμοι και αρεστοί. Οι Ρωμαίοι όμως ήθελαν όλο και περισσότερα για να ικανοποιηθούν. Ως μέτρο προφύλαξης, παρέλαβαν 1.000 Αχαιούς με πρόθεση να τους δικάσουν στη Ρώμη. Αλλά η δίκη αυτή δεν έγινε ποτέ, και όταν, ύστερα από 16 χρόνια, οι όμηροι αφέθηκαν ελεύθεροι, επιζούσαν λιγότεροι από 300. Ανάμεσά τους βρισκόταν ο Πολύβιος, που είχε την τύχη να υπηρετήσει στο σπίτι του Αιμίλιου Παύλου και να αναλάβει την εκπαίδευση του γιου του.

Έχοντας εξαλείψει τους Μακεδόνες βασιλείς και εξουδετερώσει τους Σελευκίδες, οι νικητές δεν είχαν πλέον κανέναν σοβαρό αντίπαλο, εφόσον το βασίλειο των Πτολεμαίων ήταν ανίκανο να διαδραματίσει κάποιο ρόλο. Σύντομα στράφηκαν εναντίον της Ρόδου, που αποτελούσε έως τότε βασικό τους σύμμαχο. Αντί να της κηρύξουν τον πόλεμο, προτίμησαν να της αφαιρέσουν τον έλεγχο εδαφών. Το διαμετακομιστικό κέντρο για το εμπόριό της, η Δήλος, παραχωρήθηκε στην Αθήνα - μια εξέλιξη που οδήγησε στον οικονομικό μαρασμό της Ρόδου. Το λιμάνι της Δήλου, με την προνομιακή του θέση στο Αιγαίο, ήταν το μεγαλύτερο κέντρο δουλεμπορίου και μπορούσε να διακινήσει ημερησίως έως και 10.000 δούλους. Πολλοί από αυτούς ήταν αιχμάλωτοι πολέμου.

Από τη μεγάλη νίκη της Ρώμης εναντίον του Αννίβα έως την κατάλυση του μακεδονικού βασιλείου είχαν περάσει, όπως σημειώνει ο Πολύβιος, μόλις 53 χρόνια.

Όταν στην Αίγυπτο βασίλευε ο ανήλικος Πτολεμαίος ΣΤ' Φιλομήτωρ (180-145), γιος του Πτολεμαίου Δ', οι κηδεμόνες του ξεκίνησαν τον ΣΤ' Συριακό Πόλεμο (171-168) για την ανάκτηση της Κοίλης Συρίας. Η πρωτοβουλία αυτή ήταν ολοφάνερα εσφαλμένη, εφόσον είχαν να αντιμετωπίσουν έναν ικανό και ενεργητικό βασιλιά, τον Αντίοχο Δ' Επιφανή (175-164), γιο του Αντίοχου Γ'. Ο Αντίοχος ανταποκρίθηκε με αποφασιστικότητα και κάποια στιγμή έφτασε να ελέγχει μεγάλο μέρος της Αιγύπτου, υποχρεώνοντας το πτολεμαϊκό βασίλειο να αναζητά συμμάχους όπου μπορούσε να τους βρει. Αλλά ακόμη και οι Αχαιοί, που είχαν πολλές φορές ενισχυθεί από τους Πτολεμαίους, δίσταζαν να τους συνδράμουν.

Καθώς ο Αντίοχος βρισκόταν πια έξω από την Αλεξάνδρεια, τον προϋπάντησε μια ρωμαϊκή αντιπροσωπεία, η οποία, μολονότι δεν συνοδευόταν από στρατό, τον κάλεσε να αποχωρήσει. Αυτός ζήτησε χρόνο να συσκεφθεί, αλλά ο επικεφαλής των Ρωμαίων χάραξε γύρω του με μια κληματόβεργα έναν κύκλο και απαίτησε απάντηση όσο ακόμη ο βασιλιάς βρισκόταν μέσα σε αυτόν. Χωρίς άλλη συζήτηση, ο Αντίοχος επέστρεψε με τον στρατό του στη Συρία. Η μεγάλη νίκη που είχαν μόλις κερδίσει οι Ρωμαίοι στην Πύδνα έριχνε πλέον τη βαριά σκιά της σε όλη τη Μεσόγειο.

Ταπεινωμένος και ανήσυχος, ο Αντίοχος προσπάθησε να ενισχύσει τη θέση του στο εσωτερικό του βασιλείου του. Ανάμεσα στα μέτρα που πήρε ξεχώριζε η επιχείρηση για τον βίαιο εξελληνισμό των Ιουδαίων της Παλαιστίνης το 167. Αποκορύφωμά της ήταν η απαγόρευση της περιτομής και η μετατροπή του Ναού του Σολομώντα σε ναό του Δία. Δεν ήταν άλλωστε ο μοναδικός ναός τον οποίο επιχείρησε να συλήσει. Οι κληρονόμοι του Αλεξάνδρου ήταν γενικά ανεκτικοί στις θρησκευτικές ιδιαιτερότητες των λαών που εξουσίαζαν. Αλλά οι συνθήκες ήταν έκρυθμες, και ο Ναός του Σολομώντα εξακολουθούσε να κατέχει πολύτιμους θησαυρούς, τους οποίους ο Αντίοχος είχε ανάγκη για τις υπέρογκες αποζημιώσεις που κατέβαλε στη Ρώμη. Επιπλέον, στη διεκδίκηση της Κοίλης Συρίας, ορισμένοι Ιουδαίοι είχαν ταχθεί με το μέρος των Πτολεμαίων. Το πρόγραμμά του υποστήριζε, άλλωστε, μια μερίδα εξελληνισμένων Ιουδαίων.

Ο Αντίοχος δεν είχε προβλέψει ωστόσο την οξύτατη αντίδραση των πιστών Ιουδαίων, που εξεγέρθηκαν με πείσμα. Μέσα σε τρία χρόνια από τη βεβήλωση του Ναού, η εξέγερση άρχισε να εδραιώνεται. Η ακατάβλητη αυτοθυσία των μαχητών κατέστησε μάλιστα δυνατή τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους μέσα στο βασίλειο των Σελευκιδών - με την υποστήριξη φυσικά της Ρώμης. Το 164, τη χρονιά που ο Ναός καθαριζόταν από το βδέλυγμα τῆς ἑρημώσεως, όπως αποκαλείται ο βωμός του Δία στο βιβλίο του Δανιήλ, ο Αντίοχος Δ' πέθανε, έχοντας ταπεινωθεί και από μια μερίδα των υπηκόων του που έως τότε ουδείς είχε πάρει στα σοβαρά. Στα βιβλία των Μακκαβαίων καταγράφηκε ο ιουδαϊκός αυτός αγώνας ως μία ακόμη σελίδα στην ιστορία του «λαού του Θεού».

Στην ηττημένη και τεμαχισμένη Μακεδονία εμφανίστηκε ένας διεκδικητής της βασιλείας με τον ισχυρισμό ότι λεγόταν Φίλιππος και ότι ήταν γιος του Περσέα. Γύρω από τον βίο του πλάστηκαν αμέσως μύθοι που ήταν δύσκολο να ελεγχθούν. Ορισμένοι ισχυρίστηκαν ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Ανδρίσκος, ότι είχε διατελέσει μισθοφόρος στη Συρία και ότι ο βασιλιάς Δημήτριος (162-150) τον είχε εκδώσει στη Ρώμη. Καθώς οι πάντες γνώριζαν ότι ο πραγματικός Φίλιππος είχε πεθάνει ως κρατούμενος στη Ρώμη, ουδείς του έδωσε σημασία και έτσι κατάφερε να διαφύγει. Από την Ιταλία πέρασε στη Μίλητο, το Πέργαμο και τη Θράκη, όπου βρήκε την υποστήριξη που αναζητούσε. Το εντυπωσιακό είναι ότι έπεισε πολλούς Μακεδόνες για τη βασιλική του καταγωγή, φόρεσε πορφύρα στην Πέλλα, ανασυγκρότησε κάπως το βασίλειο και απείλησε ακόμη και τη Θεσσαλία. Συνέτριψε τους Ρωμαίους που ανέλαβαν να τον αντιμετωπίσουν σε περιβόητη μάχη και σκότωσε τον Ρωμαίο στρατηγό. Ωστόσο, το 148 νικήθηκε από ισχυρό στρατό και στόλο και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα.

Η περιπέτεια αυτή δίδαξε στους Ρωμαίους ότι ακόμη και ο διαμελισμός της Μακεδονίας δεν ήταν αρκετός για να εξουδετερώσει τα αισθήματα των κατοίκων της. Η αίγλη της βασιλείας, άλλωστε, ακόμη και με το προσωπείο ενός σφετεριστή, ήταν επικίνδυνη. Η λύση βρισκόταν στην πλήρη προσάρτηση της περιοχής στη ρωμαϊκή επικράτεια.

Για 50 χρόνια η Ρώμη έζησε ειρηνικά με την Καρχηδόνα, θεωρώντας ότι στον Β' Καρχηδονιακό Πόλεμο είχε επιτύχει τον στόχο της. Αλλά η Καρχηδόνα είχε αρχίσει πάλι να ανακάμπτει οικονομικά και στις διαρκείς προκλήσεις από το γειτονικό βασίλειο της Νουμιδίας ήταν αποφασισμένη να απαντήσει με πόλεμο. Η ενέργεια αυτή θεωρήθηκε παραβίαση της συνθήκης, και η Ρώμη κήρυξε το 149 τον Γ' Καρχηδονιακό Πόλεμο, στέλνοντας στρατό με 80.000 πεζούς και 4.000 ιππείς. Στο αίτημα των Καρχηδονίων για διαπραγματεύσεις οι Ρωμαίοι απάντησαν με την απαίτηση να κατεδαφιστεί η πόλη και οι ίδιοι να κατοικήσουν σε νέα που θα κτιζόταν μακριά από τη θάλασσα. Οι Καρχηδόνιοι υποχρεώθηκαν έτσι να αγωνιστούν μέχρις εσχάτων.

Οι Ρωμαίοι διαπίστωσαν ότι η νίκη ήταν δυσχερέστερη από όσο υπολόγιζαν. Το 146 ανέθεσαν τον πόλεμο σε έναν νέο στρατηγό, τον Πόπλιο Κορνήλιο Σκιπίωνα Αιμιλιανό, γιο του Αιμίλιου Παύλου και υιοθετημένο από την οικογένεια του Σκιπίωνα Αφρικανού. Με την επιλογή τους αυτή κατάφεραν να καταλάβουν την Καρχηδόνα, να πουλήσουν όλο τον πληθυσμό που είχε απομείνει ζωντανός και να παραδώσουν την πόλη στις φλόγες, αφού πρώτα την απογύμνωσαν από τους θησαυρούς της. (Παρών στην καταστροφή ήταν και ο Πολύβιος, που είχε διατελέσει δάσκαλος του Σκιπίωνα Αιμιλιανού και τον συνόδευε ως σύμβουλος.) Αμέσως μετά η περιοχή της κατεστραμμένης πόλης προσαρτήθηκε στη ρωμαϊκή επικράτεια.

Την ίδια χρονιά κρίθηκε και η τύχη των Αχαιών. Είχαν έρθει σε πόλεμο με τη Σπάρτη, προκαλώντας έτσι την επέμβαση της Ρώμης, που απαίτησε τη διάλυση της Συμπολιτείας τους. Αυτοί αρνήθηκαν, και ο ρωμαϊκός στρατός, με στρατηγό τον Λεύκιο Μόμμιο, κατέλαβε την Κόρινθο και εξανδραπόδισε όσους κατοίκους είχαν απομείνει ζωντανοί. Οι θησαυροί της πόλης λεηλατήθηκαν. Ο Πολύβιος έφτασε εγκαίρως για να περισώσει κάποια από τα έργα τέχνης και, ενδεχομένως, να μεσολαβήσει υπέρ ορισμένων Αχαιών.

Δώσε μου σημείο να σταθώ

Ο ξένος που θα αποφάσιζε να επισκεφθεί την Αθήνα στην ελληνιστική εποχή θα εκπλησσόταν από την ευτέλεια και την ερήμωση πολλών σπιτιών και την κακή ρυμοτομία. Η πόλη είχε αναπτυχθεί πριν από αιώνες με τρόπο φυσικό και δεν διέθετε τα προσχεδιασμένα οικοδομικά τετράγωνα που μπορούσε να βρει κανείς στις νεόδμητες πόλεις. Κρίνοντας από την πρώτη εντύπωση, ο ξένος θα δυσκολευόταν να πειστεί ότι αυτή είναι η δοξασμένη πόλη των Αθηναίων. Αν όμως παρατηρούσε τα δημόσια κτίρια, το θέατρο, τους ναούς και τα γυμνάσια θα καταλάβαινε καλύτερα πού βρισκόταν αποτυπωμένη η παλαιά αίγλη.

Αυτή την εντύπωση προκάλεσε η Αθήνα σε έναν περιηγητή κατά τον πρώιμο 3ο αιώνα. Ο ίδιος μάς πληροφορεί ότι οι Αθηναίοι της εποχής ξεχνούσαν την κατάσταση ανελευθερίας που τους είχε βρει με πολύωρες συζητήσεις. Όταν ιδίως παρουσιαζόταν μπροστά τους ένας επισκέπτης, τον πλησίαζαν και τον ρωτούσαν με πάθος για οτιδήποτε. Από την άλλη, ξεχνούσαν τις ελλείψεις τους με την απόλαυση των ωραίων κτιρίων που στόλιζαν την πόλη. Αυτό που κέντρισε όμως περισσότερο το ενδιαφέρον του περιηγητή ήταν το πλήθος και η ποικιλομορφία των φιλοσόφων που προσπαθούσαν να αναπαύσουν τις ανθρώπινες αγωνίες με κάθε λογής απατηλά τεχνάσματα - χόρτοι παντοθαλεῖς φιλοσόφων παντοδαπῶν, ψυχῆς ἀπάται καὶ ἀναπαύσεις γράφει, επηρεασμένος από το ύφος του σοφιστή Γοργία. Η Αθήνα ήταν η πόλη στην οποία άκμαζε πρωτίστως η φιλοσοφία.

Η νέα φιλοσοφία που αναπτύχθηκε στην Αθήνα με την ίδρυση του επικούρειου Κήπου και της ζηνώνειας Στοάς σηματοδοτούσε μια τάση επιστροφής στην προπλατωνική σκέψη, με στόχο την επανεύρεση της σωματικότητας των πάντων, ακόμη και των θεών. Οι δύο αυτές φιλοσοφικές σχολές που κυριάρχησαν κατά την ελληνιστική περίοδο ήταν σύμφωνες σε αυτό το σημείο, όπως συμφωνούσαν και ως προς το υπέρτατο αγαθό της ευδαιμονίας. Η τρίτη φιλοσοφική τάση, που ακολούθησε τον σωκρατικό δρόμο της εγνωσμένης άγνοιας και της απορίας, οδηγήθηκε παραδόξως σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα για τον σκοπό της ανθρώπινης ζωής.

Κοινός στόχος όλων των ελληνιστικών σχολών φιλοσοφίας ήταν η επίτευξη της ἀπάθειας ή ἀταραξίας, μιας σταθερής και αμετάβλητης ψυχικής γαλήνης που δεν θα κλονιζόταν ποτέ από τις αντιξοότητες της τύχης και των συγκυριών. Η πολιτική αντίληψη του ανθρώπινου βίου, κυρίαρχη στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, μειωνόταν προς όφελος της ατομικής ευτυχίας. Τελικά, η ηθική υποσκέλισε την πολιτική. Ο παλαιός θαυμασμός για την προσωπική αριστεία έβρισκε νέα έκφραση στο ιδεώδες του σοφοῦ. Ο ιδανικός αυτός τύπος εκπροσωπούσε πλέον την ανθρώπινη τελειότητα στο σύνολό της. Αν και εξαιρετικά δυσεύρετος μέσα στον κόσμο της εμπειρίας, ο σοφός έγινε πρότυπο και μέτρο, ιδίως σε ζητήματα νοήματος της ανθρώπινης ζωής.

Η ελληνιστική φιλοσοφία διακρίνεται από μια τάση συστηματοποίησης της γνώσης. Ο προερχόμενος από τη Σάμο αλλά αθηναϊκής καταγωγής Επίκουρος (341-270), ο Ζήνων από το Κίτιο της Κύπρου (335-263) και οι ακόλουθοί τους διαίρεσαν τη φιλοσοφία σε τρεις κλάδους: τη λογική, τη φυσική και την ηθική. Στον πρώτο περιέλαβαν όλα τα γνωσιοθεωρητικά προβλήματα που παρουσιάζει η έλλογη σκέψη: στοιχεία και αρχές της γλώσσας, ρητορική και διαλεκτική τέχνη, έγκυρες και άκυρες μορφές συμπερασμού, ανάλυση εννοιών, προτασιακή λογική. Στον φυσικό κλάδο της φιλοσοφίας ενέταξαν την ανάλυση όλων των όντων, από τους θεούς στην κορυφή της ιεραρχίας έως την ανόργανη ύλη στα θεμέλια. (Φυσική κατέληξε έτσι να σημαίνει «κοσμολογία» και «μεταφυσική».) Στην ηθική αντιμετώπισαν τα προβλήματα της ανθρώπινης ζωής. Ο άνθρωπος άρχισε να θεωρείται μέλος μιας πολύ ευρύτερης και οικουμενικής πατρίδας, η οποία ήταν ο κόσμος (Κάλφας & Ζωγραφίδης κεφ. 9.3 [σ. 160-162]). Οι απλοί πολίτες, φυσικά, δεν συμμερίζονταν αυτή την αντίληψη. Εξακολουθούσαν να πολεμούν για τις ιδιαίτερες πατρίδες τους με αυτοθυσία και ζέση, όπως και σε προηγούμενες εποχές. Μια σταδιακή αλλαγή στη γενική θεώρηση της σχέσης του ατόμου με την πόλη άρχιζε, πάντως, να γίνεται εμφανής.

Ενώ ο Σωκράτης είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει την Αθήνα εκλαμβάνοντας ως ατιμωτική και αβίωτη τη ζωή σε ξένο τόπο, δύο ή τρεις γενιές αργότερα ένας από τους έμμεσους μαθητές του δήλωνε με δηκτική παρρησία ότι γενέθλιος τόπος καταγωγής του και πηγή των πολιτικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του είναι ο κόσμος.

Ο Διογένης από τη Σινώπη (περ. 410-324) πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα και την Κόρινθο και επονομάστηκε «σκύλος» (κύων) για την προκλητική απρέπειά του έναντι όλων των καθιερωμένων θεσμών. Όταν ρωτήθηκε από πού κατάγεται, ο Διογένης απάντησε: «είμαι πολίτης του κόσμου» (κοσμοπολίτης). Η προκλητική αυτή απόκριση αποτελούσε στην ουσία έκκληση για επιστροφή σε έναν φυσικό και σχεδόν πρωτόγονο τρόπο ζωής, απαλλαγμένο από τις συμβατικότητες της κοινωνικής συμβίωσης (Κάλφας & Ζωγραφίδης κεφ. 9.5-9.11 [σ. 164-172]). Ως τέκνο της πόλεως, πάντως, ο Διογένης εξέθεσε τις απόψεις του για την απαξία των υλικών αγαθών, των πολιτικών επιδιώξεων και των φιλόδοξων φιλοσοφικών θεωριών σε ένα χαμένο έργο με τον ενδεικτικό τίτλο Πολιτεία. Εκεί παρωδούσε τις πλατωνικές θεωρήσεις και καυτηρίαζε κάθε απόπειρα τεχνητής απομάκρυνσης από την ανθρώπινη κατάσταση προς όφελος ενός υψηλού αλλά ανέφικτου ιδανικού.

Η ψυχική αυτή στάση αποτελεί δείκτη για τις κοινές εξελίξεις στις τρεις κυρίαρχες σχολές της ελληνιστικής φιλοσοφίας: τον επικουρισμό, τον στωικισμό και τον (διφυή) σκεπτικισμό. Η κυνική φιλοσοφία, σύμφωνη με το πνεύμα της διδασκαλίας της, δεν οργανώθηκε ποτέ ως επίσημη σχολή.

Ο μόνος σημαντικός φιλόσοφος του 5ου αιώνα που δεν μνημονεύεται στους πλατωνικούς διάλογους είναι ο Αβδηρίτης Δημόκριτος. Στην αρχαιότητα θεωρήθηκε κυρίως σοφός σε ηθικά ζητήματα. Ήταν επίσης φυσικός φιλόσοφος. Η περισπούδαστη (σήμερα) θεωρία του έλεγε ότι το σύμπαν αποτελείται από αδιαίρετα κομμάτια ύλης, τα ἄτομα, και από κενόν. Τα άτομα του Δημοκρίτου ήταν ποικίλα ως προς το μέγεθος και το σχήμα, είχαν όμως την τάση να ενώνονται τυχαία μεταξύ τους και να δημιουργούν αισθητά σώματα. Την πολύμορφη ένωση των ατόμων και την επακόλουθη διάλυση των σωμάτων εξυπηρετούσε η ύπαρξη κενού χώρου, ο οποίος, αν και απαθής, επέτρεπε την κίνηση και την αλλαγή μέσα στη φύση (Κάλφας & Ζωγραφίδης κεφ. 5.3-5.4 [σ. 81-86]).

Αυτή τη φυσική θεωρία υιοθέτησε με τροποποιήσεις ο Επίκουρος. Την είχε διδαχτεί πριν φτάσει στην Αθήνα και τη θεώρησε ικανοποιητική γιατί δεν προϋπέθετε ούτε υπεραισθητές μορφές ούτε άυλες ουσίες. Ακόμη και οι θεοί δεν ήταν παρά μακραίωνες συσσωματώσεις λεπτοφυών ατόμων.

Στη σχολή του Επίκουρου γίνονταν δεκτοί άνδρες και γυναίκες χωρίς διάκριση. Όλα τα μέλη απολάμβαναν ισότητα και κοινοκτημοσύνη στα αγαθά. Ο ιδρυτής του Κήπου, όπως ονομάστηκε η σχολή του, ήθελε να απαλλάξει τους ανθρώπους από τις φοβίες τους και να τους οδηγήσει σε μια ζωή δίχως περιττές έγνοιες και ανώφελες επιδιώξεις (Κάλφας & Ζωγραφίδης κεφ. 10 [σ. 173-192]). Θεωρούσε ότι ο φόβος του θανάτου και η δεισιδαιμονία, δηλαδή ο φόβος των θεϊκών τιμωριών, ήταν τα σοβαρότερα προσκόμματα στην ευτυχία. Ο Επίκουρος έδειξε ότι και οι δύο αυτές πηγές φόβου είναι φαντασιοπληξίες και στερούνται πραγματικής βάσης. Ο άνθρωπος ούτε όσο ζει έρχεται ποτέ σε επαφή με τον θάνατο -ισχυρίστηκε - ούτε όταν πεθάνει διατηρεί τις αισθήσεις του, ώστε να βιώνει τον θάνατο ως κάτι οδυνηρό. Από την άλλη, οι μακάριοι θεοί δεν ασχολούνται με τα ανθρώπινα και δεν ενδιαφέρονται να ανταμείψουν ή να τιμωρήσουν τους ανθρώπους.

Πεπεισμένος για την αγαθότητα τις φύσης, ο Επίκουρος ταύτισε την ἡδονήν (ουσιαστική χαρά) με την απουσία πόνου και τη διέκρινε από τις έντονες απολαύσεις που συνεπάγονται αίσθημα απογοήτευσης και κορεσμό. Ωστόσο, δεν κήρυξε τον ασκητισμό αλλά την ήπια αποδοχή των ευχάριστων πραγμάτων που διαθέτει η ζωή μέσα σε ένα πνεύμα γαλήνης και αταραξίας, σαν την ακύμαντη θάλασσα. Η ελπίδα, ο φόβος και η ακόρεστη επιθυμία παρομοιάστηκαν με τους σφοδρούς ανέμους που εμποδίζουν την ήσυχη πλοήγηση του σκάφους της ατομικής ύπαρξης. Ακόμη και η αναζήτηση μιας γνώσης πέρα και έξω από τα ανθρώπινα όρια θεωρήθηκε ματαιοπονία. Όλοι οι εύλογοι τρόποι εξήγησης της κίνησης των ουράνιων σωμάτων, των φάσεων της σελήνης και των ηλιακών εκλείψεων θεωρήθηκαν εξίσου αληθείς. Η λογική και η φυσική υποτάσσονταν στον ύπατο σκοπό της ηθικής, που ήταν η επίτευξη αταραξίας.

Στον ίδιο στόχο απέβλεπε και η στωική ηθική με το αίτημα μιας ζωής σε συμφωνία με τη φύση (ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν). Μόνο τα μέσα και η ορολογία διέφεραν. Αν και οι στωικοί έδειχναν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη θεολογία και ανέπτυξαν εντυπωσιακές ερμηνείες μύθων, μέριμνά τους ήταν η υπογράμμιση της απόλυτα έλλογης και δίκαιης τάξης του κόσμου, που ονομαζόταν άλλοτε εἱμαρμένη, άλλοτε θεός ή φύσις ή λόγος και ταυτιζόταν με το θέλημα του Δία, ο οποίος διατηρούσε κοινό μόνο το όνομα με τον παραδοσιακό ομώνυμο θεό.

Στην προσπάθεια να βρουν κάποιο προηγούμενο για τη φυσική θεωρία τους, οι στωικοί στράφηκαν στον Ηράκλειτο και τη διδασκαλία για τον αιώνιο Λόγο, που φανερώνεται ως κεραυνός και κοσμική φωτιά (Κάλφας & Ζωγραφίδης κεφ. 11.3-11.13 [σ. 196-212). Μόνο τα σώματα διαθέτουν πραγματική ύπαρξη -ισχυρίστηκαν-, και κάθε σώμα έχει μια ενεργητική και μια παθητική αρχή. Η ενεργητική και αρσενική αρχή ονομάστηκε λόγος, ενώ η παθητική και θηλυκή αρχή που υποδέχεται τη μορφοποίηση χαρακτηρίστηκε ἄποιος ὕλη.

Οι στωικοί χρησιμοποίησαν πλατωνικές και αριστοτελικές έννοιες, αλλά αρνήθηκαν την ύπαρξη υπερουράνιου και υπεραισθητού κόσμου. Ήθελαν να ξαναβρούν την αίγλη και τον εγγενώς συμβολικό χαρακτήρα του αισθητού σύμπαντος. Μάλιστα, ανέπτυξαν ένα σύστημα φυσικών συμπαθειών και αντιπαθειών, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η πρώτη θεωρητική δικαιολόγηση της μαγείας. Το αισθητό σύμπαν έγινε έτσι εκ νέου το θέατρο δράσης αόρατων, αλλά όχι ασώματων, δυνάμεων.

Οι στωικοί δίδασκαν ότι η γοητεία της ζωής βρίσκεται στο κοσμικό σύνολο, που είναι έτσι φτιαγμένο ώστε όλα τα μέρη του, ακόμη και τα πιο μικρά και ασήμαντα, να συμβάλλουν στην αρμονία του παντός. Ο σοφός άνθρωπος αναγνώριζε αυτή την τάξη και έδινε τη συγκατάθεσή του στην κοσμική αρμονία, αποδεχόμενος όλα τα συμβάντα της ζωής δίχως εξέγερση, δυσπιστία ή εναντίωση. Κάποιοι μάλιστα έλεγαν ότι καθήκον του ανθρώπου είναι να παίξει όσο καλύτερα γίνεται τον ρόλο που του ανατέθηκε, όχι να προσπαθήσει να τον αλλάξει με κάποιον που του φαίνεται καλύτερος.

Σε αυτές τις διατυπώσεις γίνεται φανερή μια ύφεση της ζωτικής δύναμης που εμψύχωνε την αρχαϊκή και πρώιμη κλασική εποχή. Η πολιτική κατάσταση της περιόδου, με την έντονη γραφειοκρατία και τον συγκεντρωτισμό της εξουσίας, πρέπει να συνέβαλε αποφασιστικά.

Παρά την έχθρα που σταδιακά αναπτύχθηκε ανάμεσα στις δύο σχολές, τόσο οι επικούρειοι όσο και οι στωικοί πίστευαν ότι η ποθητή απάθεια ή αταραξία ήταν το αποτέλεσμα ορθής γνώσης. Στην πεποίθηση αυτή συμφωνούσαν με το σύνολο σχεδόν της προγενέστερης φιλοσοφικής και ποιητικής παράδοσης. Ήδη από τον Ησίοδο, στην επιτυχημένη ανθρώπινη ζωή, όσο κοπιώδης και αν ήταν, συνέβαλλε αποφασιστικά η βιωμένη γνώση. Την ενιαία αυτή παράδοση αμφισβήτησαν ορισμένοι διάδοχοι του Πλάτωνα στην Ακαδημία από τον 3ο αιώνα και εξής.

Πιστεύοντας ότι επιστρέφουν στη γνήσια σωκρατική διδασκαλία, πέρα από τις παρανοήσεις των επιγόνων, ο Αρκεσίλαος (316-242) αρχικά και ο Καρνεάδης (214-129) αργότερα αμφισβήτησαν την ίδια τη δυνατότητα γνώσης. Πριν από αυτούς, ένας άλλος φιλόσοφος που αντλούσε από τη μεγάλη σωκρατική παρακαταθήκη και δεν συνέγραψε τίποτε, ο Πύρρων από την Ηλεία (περ. 365-275), είχε εκφράσει προφορικά παρόμοιες απόψεις. Οι φιλοσοφικές θέσεις του Πύρρωνος, του Αρκεσίλαου και του Καρνεάδη ονομάστηκαν αντίστοιχα πυρρώνειος και ακαδημεικός σκεπτικισμός. Οι ομοιότητες υπερσκελίζουν τις λεπτές, αν και ενδιαφέρουσες, διαφορές. Σκέψις δεν σήμαινε σε αυτούς «έρευνα» και «αναζήτηση», αλλά τη μεθοδική αμφισβήτηση κάθε υποτιθέμενης γνώσης.

Ακολουθώντας το σοφιστικό πνεύμα των δισσῶν λόγων (εναλλαγή επιχειρημάτων υπέρ και κατά μιας άποψης), οι σκεπτικοί θεώρησαν ότι στον χώρο τις γνώσης τίποτε δεν είναι βέβαιο. Με προσεκτική ενδοσκόπηση και κατάλληλους συλλογισμούς γίνεται φανερό ότι ακόμη και η πιο συνηθισμένη πεποίθηση δεν στηρίζεται σε επαρκείς λόγους. Από την ισορροπία (ἰσοσθένειαν) που προκαλείται αν κάποιος αναλογιστεί σοβαρά τα επιχειρήματα υπέρ και κατά μιας οποιασδήποτε κρίσης, προκύπτει το αίτημα της ἐποχῆς, της συνειδητής άρνησης του σκεπτικού να εκφέρει άποψη για οποιοδήποτε θέμα. Και τότε συμβαίνει, όπως διακήρυξαν, το εξής θαυμάσιο συμβάν. Η βιωμένη άρνηση της γνώσης μπορεί να φέρει αδόκητα το επιζητούμενο αποτέλεσμα της απάθειας. Χρησιμοποιούσαν μάλιστα μια ωραία ιστορία για να δείξουν πώς αυτό μπορεί να συμβεί.

Μια μέρα ο ζωγράφος Απελλής προσπαθούσε να απεικονίσει στον καμβά το αφρισμένο στόμα ενός αλόγου, αλλά δεν τα κατάφερνε. Η μια αποτυχημένη απόπειρα διαδεχόταν την άλλη. Τελικά εκνευρίστηκε. Πέταξε με μανία το σφουγγάρι πάνω στον ημιτελή πίνακα και πήγε να φύγει. Τότε ακριβώς είδε ότι το έργο στεκόταν μπροστά του ολοκληρωμένο: είχε κατά τύχη συμβεί ό,τι ο ίδιος αδυνατούσε να πετύχει με τη τέχνη του. Με παρόμοιο τρόπο -δίδασκαν οι σκεπτικοί- η εγκατάλειψη της γνώσης, την οποία επιδιώκουμε για να γίνουμε ευτυχείς, φέρνει παραδόξως την ευτυχία.

Σε όλες τις ελληνιστικές σχολές φιλοσοφίας ευτυχία σήμαινε ψυχική γαλήνη, νοητική σταθερότητα και προσωπική αταραξία. Η πόλη δεν αποτελούσε πλέον σημείο αναφοράς για την ευδαιμονία.

Να εξηγείς τον Όμηρο με βάση τον Όμηρο

Από την Αθήνα, όπου βρισκόταν κατά την κλασική εποχή, η επιστημονική και καλλιτεχνική πρωτοπορία μεταφέρθηκε σταδιακά στην Αλεξάνδρεια. Η πολιτική των τριών πρώτων Πτολεμαίων μοναρχών συνέβαλε αποφασιστικά σε αυτή τη ραγδαία ανάπτυξη της νεοσύστατης πόλης. Ένα ανταγωνιστικό προς την Αλεξάνδρεια κέντρο πολιτισμού δημιουργήθηκε, ιδίως τον 2ο αιώνα, στο Πέργαμο της Μικράς Ασίας, στο βασίλειο των Ατταλιδών. Άλλες περιφερειακές πόλεις, όπως η Ρόδος και η Κως, ανέπτυσσαν, παράλληλα με την οικονομική πρόοδο, και σπουδαία πολιτιστική ζωή. Καμία όμως πόλη δεν έφτασε στο ύψος ακμής που βρέθηκε η Αλεξάνδρεια κατά τον 3ο και 2ο αιώνα. Η ελληνιστική εποχή ονομάζεται μάλιστα και «αλεξανδρινή», για να υπογραμμιστεί η σημασία αυτής της πραγματικής κοιτίδας του μεσογειακού κοσμοπολιτισμού.

Στην Αλεξάνδρεια ιδρύθηκε από τον Πτολεμαίο Β' ένα μεγάλο ερευνητικό κέντρο, το μεγαλύτερο που γνώρισε ποτέ η αρχαιότητα, με στόχο να συγκεντρωθεί και να συστηματοποιηθεί όλη η διαθέσιμη γνώση της ανθρωπότητας. Το ερευνητικό αυτό κέντρο ονομάστηκε Μουσείον, δηλαδή ιερό των Μουσών, και περιελάμβανε μια βιβλιοθήκη, που κατόρθωσε να αποκτήσει σχεδόν μισό εκατομμύριο παπυρικούς κυλίνδρους. Οι επιστήμες των μαθηματικών (αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία), της γεωγραφίας και εθνογραφίας καθώς και της φιλολογίας προόδευσαν. Ειδικά η τελευταία αποτελούσε μια νέα επιστήμη ευρυμάθειας και κριτικής στον χώρο της ποίησης, που ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με τις δραστηριότητες του Μουσείου.

Στόχος της νεοσύστατης φιλολογίας ήταν ο υπομνηματισμός των λογοτεχνικών έργων του παρελθόντος (για να γίνονται κατανοητά στο αναγνωστικό κοινό της εποχής) και η αξιολόγησή τους. Για να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί, έπρεπε πρώτα να καθαρθούν τα κείμενα από τις (ηθελημένες ή αθέλητες) αλλοιώσεις και προσμείξεις που συνεπάγεται η συνεχής διά χειρός αντιγραφή τους. Οι Αλεξανδρινοί λόγιοι εφάρμοσαν στον χώρο των γραπτών κειμένων το κριτικό πνεύμα της προσεκτικής παρατήρησης και της σύγκρισης που είχε ήδη αναπτυχθεί στους τομείς της ιατρικής και της ζωολογίας. Ιδιαίτερα τα έπη του Ομήρου προσέλκυσαν την προσοχή τους τόσο λόγω της αρχαϊκής μορφή τους όσο και επειδή κάθε αρχαία πόλη διέθετε τη δική της εκδοχή. Στις νέες οικουμενικές συνθήκες η ελληνική «Βίβλος», όπως μπορούμε να τα αποκαλέσουμε, έπρεπε να είναι ενιαία.

Μέσα σε τρεις γενιές οι λόγιοι της Αλεξάνδρειας, που συγκεντρώθηκαν από όλα τα σημεία του ελληνισμού για να επιδοθούν με πάθος στην επιστημονική επιμέλεια των κλασικών πλέον κειμένων, συστηματοποίησαν τις αρχές της κριτικής φιλολογίας. Τότε τέθηκε για πρώτη φορά ανοιχτά και το ομηρικό ζήτημα, το ερώτημα δηλαδή αν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αποτελούν έργα του ίδιου ή διαφορετικών ποιητών, χωρίς να δοθεί οριστική απάντηση. Ο Ζηνόδοτος από την Έφεσο (3ος αιώνας), ο Αριστοφάνης από το Βυζάντιο (περ. 257-180) και ο Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη (216-144), όλοι τους διευθυντές της αλεξανδρινής βιβλιοθήκης, έμειναν γνωστοί για τη μεθοδική φιλοπονία τους και για τις κριτικές εκδόσεις των μεγάλων Ελλήνων ποιητών, από τον Όμηρο και τον Ησίοδο μέχρι τον Πίνδαρο και τον Αριστοφάνη. Αυτοί έφτιαξαν και τους κανόνας, δηλαδή τους καταλόγους των σημαντικών ποιητών και ρητόρων που θα έμεναν στην ιστορία ως «κλασικοί» συγγραφείς.

Ορισμένοι από εκείνους που εργάστηκαν στη βιβλιοθήκη δοκίμασαν και οι ίδιοι τη δημιουργική γραφή, συνθέτοντας έπη, ύμνους και άλλα ποιήματα σε καινοφανή γραμματειακά είδη. Εξαιτίας της τεράστιας λόγιας γνώσης που διέθεταν οι ίδιοι, οι συνθέσεις τους είναι ιδιαίτερα εξεζητημένες, πολυποίκιλες και επιδεικτικές. Από τη μεγάλη δεξαμενή των ποιημάτων του 3ου αιώνα έχουν διασωθεί ορισμένα από τα έργα του Καλλίμαχου από την Κυρήνη και στην ολότητά τους τα Αργοναυτικά του Απολλώνιου Ρόδιου, ενώ έχουν χαθεί τα έργα του πολυμαθούς Ερατοσθένη (περ. 285-194), που υπήρξε, εκτός από ποιητής, επίσης γεωγράφος, σημαντικός αστρονόμος και φιλόσοφος (Κακριδής 4.4.Β-4.4.Γ [σ. 192-199], 4.5.Δ [σ. 224-226]).

Θα μπορούσαν ίσως να βρεθούν αναλογίες ανάμεσα στην ηθελημένη εκζήτηση της λόγιας αυτής ποίησης και τα περίτεχνα τελετουργικά πρωτόκολλα των μοναρχικών αυλών. Πάντως, νέα πνοή στην ποίηση έδωσε ο Θεόκριτος, ένας ποιητής του 3ου αιώνα με καταγωγή από τις Συρακούσες που έζησε στην Αλεξάνδρεια, συνέθεσε ειδύλλια στη μητρική του δωρική διάλεκτο και συνέστησε έτσι το βουκολικό είδος ποίησης (Κακριδής 4.4.Γ [σ. 200-202]).

Το κριτικό πνεύμα των Αλεξανδρινών λογίων οδηγήθηκε ορισμένες φορές σε ακρότητες. Η αντίδραση στην υπερκριτική στάση των φιλολόγων της Αλεξάνδρειας προήλθε από τους κύκλους των στωικών, που ήταν συνηθισμένοι να διαβάζουν με αλληγορικό τρόπο τους παραδοσιακούς μύθους και τις παλαιές ποιητικές συνθέσεις. Ο άμεσος διάδοχος του Ζήνωνα στην ηγεσία της Σχολής, ο Κλεάνθης (331-232), είχε ερμηνεύσει σε έναν σωζόμενο ύμνο τον Δία ως Λόγο του σύμπαντος, και ο Χρύσιππος (περ. 280-207), που τον διαδέχτηκε στη διεύθυνση της Στοάς, κατέβαλε μεγάλο μόχθο στην εξήγηση των ποιητών με πνεύμα σύμφωνο προς τις στωικές θεωρίες. Η κατεύθυνση των εξεζητημένων αλληγορικών ερμηνειών άνθισε ιδιαίτερα στο Πέργαμο, όταν η πόλη απέκτησε τη δική της βιβλιοθήκη, η οποία, αν και δεν έφτασε ποτέ τους αριθμούς βιβλίων που διέθετε η Αλεξάνδρεια, μπορούσε ωστόσο να την ανταγωνίζεται στο επίπεδο της ερμηνείας.

Οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι, ακολουθώντας την αρχή της αναλογίας στα γλωσσικά φαινόμενα, υπήρξαν ιδιαίτερα επεμβατικοί στην αντιμετώπιση των κειμένων: πρότειναν νέες γραφές και υιοθετούσαν διορθώσεις με στόχο τη μεγαλύτερη δυνατή ομοιογένεια. Η βασική αρχή της αλεξανδρινής φιλολογίας ήταν η άποψη ότι ο ερμηνευτής οφείλει να εξηγεί τον Όμηρο με βάση το κείμενο του ίδιου του Ομήρου (Ὅμηρον ἐξ Ὁμήρου σαφηνίζειν) - και το ίδιο φυσικά ίσχυε για όλους τους άλλους ποιητές και ρήτορες. Οι φιλόλογοι του Περγάμου, αντίθετα, αποδέχονταν την αρχή της φυσικής πολυμορφίας στη γλώσσα (ἀνωμαλίαν) και έβρισκαν ή επινοούσαν λόγους που δικαιολογούσαν τις αντιφάσεις των κειμένων τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο. Παράλληλα, θεώρησαν ότι στόχος της ποίησης είναι να εκθέτει φιλοσοφικές αλήθειες με τρόπο εικονικό ή συμβολικό. Κατά την άποψή τους, οι μεγάλοι ποιητές κατόρθωναν να αποτρέπουν τη βεβήλωση της γνώσης -αφού ένα κείμενο μπορούσε να καταλήξει σε αμύητα αφτιά- και να διδάσκουν όσους ήταν ήδη επαρκώς έτοιμοι για εσωτερική και απόρρητη γνώση. Η στάση αυτή οδήγησε σε ιδιαίτερα ευφάνταστες ερμηνείες.

Ενώ η αλεξανδρινή σχολή εκλάμβανε τα ποιητικά κείμενα στην κυριολεξία τους, ως διηγήσεις πράξεων και παθών του παρελθόντος, η σχολή του Περγάμου τα εξηγούσε ως συμβολικές αλληγορίες αιώνιων αληθειών. Η διάσταση αυτή εξηγεί και τη μεγάλη προσοχή που έδωσαν οι Αλεξανδρινοί στη γραμματική μορφή, έναντι της προσήλωσης στο βαθύτερο νόημα που χαρακτήριζε τους λογίους του Περγάμου. Η αντιπαράθεση ήταν τόσο οξεία, ώστε η Αλεξάνδρεια, για να περιορίσει τον αριθμό βιβλίων της ανταγωνιστικής πόλης, απαγόρευσε την εξαγωγή παπύρου προς το βασίλειο των Ατταλιδών. Το Πέργαμο αναγκάστηκε να χρησιμοποιεί, αντί παπύρων, επεξεργασμένα δέρματα - γεγονός που έδωσε στο συγκεκριμένο υλικό γραφής το χαρακτηριστικό όνομα περγαμηνή.

Μετά τους πυθαγόρειους, η ανάπτυξη των μαθηματικών έγινε υπόθεση της πλατωνικής σχολής. Πολλοί μαθητές και ακόλουθοι του Πλάτωνα εργάστηκαν για την προώθηση της μαθηματικής έρευνας. Τα έργα τους έχουν χαθεί. Το πρώτο αμιγώς μαθηματικό σύγγραμμα που μας διέσωσε η αρχαιότητα είναι τα Στοιχεῖα του Ευκλείδη (περ. 325-250), ο οποίος φαίνεται ότι έζησε και εργάστηκε στην Αλεξάνδρεια. Το εγχειρίδιό του περιλαμβάνει 13 βιβλία και αποτελεί την αρχαιότερη ολοκληρωμένη εφαρμογή του αξιωματικού και παραγωγικού τρόπου συστηματοποίησης μιας επιστήμης που είχε εισηγηθεί θεωρητικά ο Αριστοτέλης. Αναμφίβολα ο Ευκλείδης στηρίχτηκε σε εργασίες προγενεστέρων του. Το επίτευγμά του όμως υπήρξε θεμελιώδες για την περαιτέρω διάδοση της μαθηματικής σκέψης. Μέσα από αξιωματικές προτάσεις, ορισμούς και λογικές αρχές συμπερασμού, ο Ευκλείδης κατόρθωσε να συναγάγει όλα τα έως τότε αποδεδειγμένα θεωρήματα της γεωμετρίας, της αριθμητικής και της στερεομετρίας και να τα εντάξει σε ενιαίο μαθηματικό σύστημα. Το έργο γνώρισε μεγάλη επιτυχία - και όχι μόνο στην αρχαιότητα: ήταν, για παράδειγμα, το σχολικό εγχειρίδιο των μαθηματικών στην Αγγλία του 19ου αιώνα.

Την ίδια περίοδο ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, ένας άλλος μαθηματικός και αστρονόμος που βρέθηκε τόσο στην παλαιά ελλαδική όσο και στην αναπτυσσόμενη αιγυπτιακή πόλη της γνώσης, πρότεινε την επιστημονική υπόθεση ότι ο Ήλιος και όχι η Γη βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος. Η θεωρία αυτή εισηγήθηκε δύο κινήσεις της σφαιρικής Γης, μία περιστροφική γύρω από τον άξονά της και μία κυκλική γύρω από τον Ήλιο, αλλά δεν κατόρθωσε να επικρατήσει. Όπως γνωρίζουμε σήμερα, η ηλιοκεντρική θεωρία του Αριστάρχου ήταν κατά βάση σωστή. Δεν ήταν όμως ικανή να ανατρέψει παραδεδομένες πεποιθήσεις αιώνων. Οι περισσότεροι αστρονόμοι της αρχαιότητας την αγνόησαν και συνέχισαν να υποστηρίζουν το γεωκεντρικό σύστημα. Πρότειναν μάλιστα όλο και πιο πολύπλοκες θεωρίες επικύκλων και έκκεντρων κύκλων που στόχο είχαν να δικαιολογούν τα δεδομένα της εμπειρικής παρατήρησης (σῴζειν τὰ φαινόμενα), δίχως να προσβάλλουν το φυσικό αίσθημα του μέσου ανθρώπου. Λέγεται ότι ο Στωικός Κλεάνθης κατηγόρησε τον Αρίσταρχο για ασέβεια προς τους θεούς - όπως είχε συμβεί παλαιότερα με τον Αναξαγόρα και τον Σωκράτη.

Καμία εφεύρεση δεν θα μπορούσε να συγκριθεί, από την άποψη της πρωτοτυπίας και της αποτελεσματικότητας, με τις πολεμικές επινοήσεις του Αρχιμήδη, ο οποίος συνέγραψε τα επιστημονικά του έργα στη δωρική διάλεκτο και όχι στην κοινή - προφανώς για να τιμήσει την ιδιαίτερη πατρίδα του, τις Συρακούσες. Ωστόσο, αξίζει να μνημονευτεί η τελειοποίηση ενός συστήματος τηλεπικοινωνίας που αναφέρει ο Πολύβιος.

Η χρήση φρυκτωριῶν, δηλαδή πυρκαγιών ή μεγάλων πυρσών για τη μετάδοση μηνυμάτων σε αποστάσεις τριών ή τεσσάρων ημερών πορείας, ήταν παλαιά και διαδεδομένη - ιδίως στις πολεμικές επιχειρήσεις. Το βασικό μειονέκτημα της μεθόδου όμως ήταν ο περιορισμένος αριθμός προσυμφωνημένων μηνυμάτων που μπορούσαν να μεταδοθούν κωδικοποιημένα. Ειδικά αν προέκυπτε κάτι όντως απρόβλεπτο κατά την εξέλιξη μιας πολεμικής επιχείρησης, η είδηση ήταν αδύνατο να μεταδοθεί. Όμως, το πραγματικό προβάδισμα αιφνιδιασμού θα το έδινε η δυνατότητα μετάδοσης αυτής ακριβώς της απρόσμενης εξέλιξης στην πλευρά που θα είχε οργανώσει το δίκτυο επικοινωνίας.

Για να αυξήσει τον αριθμό των μηνυμάτων που θα μπορούσαν να αποσταλούν από μια κορυφή βουνού σε μια άλλη, ο Αινείας, συγγραφέας έργου με τον σημαίνοντα τίτλο Πολιορκητικά, επινόησε έναν νέο τρόπο. Οι δύο διαβιβαστές είχαν από ένα πανομοιότυπο, μεγάλων διαστάσεων, αγγείο γεμάτο με νερό. Πάνω του επέπλεε ένας επίπεδος φελλός με διάμετρο ίση με την εσωτερική διάμετρο του αγγείου και έναν κάθετο άξονα με γραμμένα μηνύματα. Μόλις λαμβανόταν από τη μια πλευρά το σήμα ετοιμότητας που έστελνε με πυρσό η άλλη, οι δύο πλευρές ελευθέρωναν ταυτόχρονα το πώμα στο κάτω μέρος του αγγείου: το νερό άρχιζε να τρέχει και ο φελλός να κατεβαίνει με την ίδια ακριβώς ταχύτητα στα δύο αγγεία, λόγω του ίσου μεγέθους τους. Ο αποστολέας σήκωνε πυρσό την κατάλληλη στιγμή και ο παραλήπτης σταματούσε τη ροή αμέσως και διάβαζε το μήνυμα που βρισκόταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή στο χείλος του αγγείου. Με σωστό συγχρονισμό και εξάσκηση, οι δύο άνδρες μπορούσαν να επιτύχουν καλή επικοινωνία με αρκετά αυξημένο αριθμό δυνατών μηνυμάτων. Όμως και εδώ οι περιορισμοί ήταν έκδηλοι: το εντελώς απρόβλεπτο, και πάλι, δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί.

Η νέα επινόηση, που τελειοποιήθηκε από τον ίδιο τον Πολύβιο, περιλάμβανε ένα σύστημα επικοινωνίας ίσων, θεωρητικά και πρακτικά, δυνατοτήτων με τον γραπτό λόγο - δηλαδή απεριόριστων. Όλα τα γράμματα χωρίστηκαν, με βάση τη σειρά τους στο αλφάβητο, σε πέντε κατηγορίες. Η καθεμία περιλάμβανε πέντε γράμματα, εκτός από την τελευταία που είχε τέσσερα (4x5=20+4=24). Οι κατηγορίες αυτές τοποθετήθηκαν η μία κάτω από την άλλη σε στοιχισμένες σειρές. Με τον τρόπο αυτό κάθε γράμμα μπορούσε μονοσήμαντα να δηλωθεί με δύο αριθμούς: έναν για τον οριζόντιο στίχο και έναν για την κάθετη στήλη. Ανάλογα με τον αριθμό επαναλαμβανόμενης εμφάνισης του πυρσού μέσα από το όρυγμα που βρισκόταν, ο αποστολέας του μηνύματος θα έδειχνε πρώτα τον αριθμό του στίχου στα αριστερά του, και έπειτα τον αριθμό της στήλης στα δεξιά του. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ο παρατηρητής ήταν να σημειώνει τα γράμματα ένα προς ένα και στη συνέχεια να διαβάζει το τηλεγραφικό μήνυμα σε κανονικό λόγο. Για να αποφευχθεί μάλιστα η σύγχυση, ο παρατηρητής ήταν εφοδιασμένος με μια διπλή διόπτρα, ώστε να διακρίνει καθαρά ποιος αριθμός προέρχεται από την αριστερή και ποιος από τη δεξιά πλευρά του αποστολέα, που έπρεπε να απέχουν μεταξύ τους περίπου τρία μέτρα.

Εγώ είμαι η βασίλισσα του κόσμου

Δίπλα στη λατρεία των μοναρχών που εξυπηρετούσε πολιτικές σκοπιμότητες και ικανοποιούσε ταυτόχρονα την απαίτηση των μαζών για απτή φανέρωση του θείου, αναπτύχθηκαν και ορισμένες νέες λατρείες, με χαρακτηριστικότερη αυτή του Σάραπη (ή Σέραπη) στην Αλεξάνδρεια. Ο θεός αυτός, που τον επινόησαν ως προστάτη της νέας αιγυπτιακής πόλης, ήταν -όπως φαινόταν και από το όνομά του- ένα ιδιότυπο αμάλγαμα του Όσιρη, θεού του θανάτου και της αναγέννησης, και του ιερού ταύρου Άπη, που λατρευόταν στη Μέμφιδα. Υποτίθεται ότι ένας Αιγύπτιος ιερέας και ένας Αθηναίος γνώστης των Ελευσίνιων μυστηρίων προέτρεψαν τον Πτολεμαίο Α' να ιδρύσει τη λατρεία του. Εικονογραφικά και λειτουργικά, ο Σάραπις έμοιαζε με τον ελληνικό Πλούτωνα, θεό του κάτω κόσμου, αλλά διέθετε επίσης, με σύμβολο τον αετό, την κοσμοκρατορική δύναμη του Δία και τις θεραπευτικές ιδιότητες του Ασκληπιού. Η λατρεία του διαδόθηκε γρήγορα εκτός των ορίων της Αιγύπτου και απέκτησε ιδιαίτερη φήμη. Ο ναός του στην Αλεξάνδρεια, μεγαλοπρεπής και επιβλητικός, κατόρθωσε να προσελκύει πολλούς προσκυνητές από διάφορα σημεία της οικουμένης. Η απήχηση της λατρείας αφορούσε περισσότερο τους εξελληνισμένους πληθυσμούς της Μεσογείου παρά τους γηγενείς Αιγυπτίους. Ο Σάραπις αποτελεί καλό δείκτη των νέων ωσμωτικών εξελίξεων στον χώρο της θρησκείας.

Η κυρίαρχη έννοια στις μυστηριακές λατρείες που αναπτύχθηκαν ταχύρρυθμα κατά την ελληνιστική εποχή ήταν αυτή της σωτηρίας. Ανάλογα με τις περιστάσεις, η επιδιωκόμενη σωτηρία μπορούσε να σημαίνει γιατρειά από κάποια ασθένεια του σώματος, απελευθέρωση από ένα τυραννικό πάθος, αποκατάσταση της ψυχικής ισορροπίας ύστερα από μακρά περίοδο έντονης κρίσης, ανακούφιση από τη συσσωρευμένη ένταση του βίου, ακόμη και λύτρωση από τον φόβο του θανάτου. Ανεξάρτητα από το είδος του προβλήματος, προϋπόθεση της μύησης ήταν η ατομική επιλογή. Το γεγονός αυτό, γνωστό ήδη στις μυστηριακές λατρείες της αρχαϊκής εποχής, δημιουργούσε μια προσωπική σχέση ανάμεσα στον μύστη και τη θεότητα, η οποία γινόταν όλο και πιο στενή και έντονη όσο η μύηση απέδιδε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Αντίθετα με τις πολιτικές θρησκευτικές τελετουργίες που τόνιζαν τις σχέσεις της κοινότητας συνολικά με τους θεούς, οι μυστηριακές τελετές αποτελούσαν μορφές προσωπικής θρησκευτικότητας.

Οι λατρείες της αιγυπτιακής Ίσιδας και της φρυγικής Κυβέλης ή Μεγάλης Μητέρας των Θεών αποτελούν δύο εξέχουσες περιπτώσεις μυστηριακών θεοτήτων, οι οποίες απέκτησαν τεράστια διάδοση κατά την ελληνιστική εποχή και ιερά σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο, έως τη συντηρητική Ρώμη. Ωστόσο, δεν ήταν οι μόνες. Υπήρχαν και άλλες μυστηριακές λατρείες με μικρότερη εμβέλεια και περισσότερο τοπικό χαρακτήρα.

Ένα κοινό μοτίβο διατρέχει τη μυθική φυσιογνωμία και τον τύπο σωτηρίας που υπόσχονταν τα μυστήρια της Ίσιδας και της Κυβέλης: δίπλα σε μια μεγάλη θεά ένας αρσενικός πάρεδρος, που βρίσκεται σε υποδεέστερη θέση αλλά συνδέεται μαζί της ως συγγενής ή εραστής, υποφέρει σωματικά και τελικά πεθαίνει. (Στην περίπτωση της Ίσιδας πάρεδρος είναι ο αδελφός της Όσιρις, στην περίπτωση της Κυβέλης ο Άττις, ένας νεαρός βοσκός από την Ίδη.) Όμως, η μεγάλη θεά κινεί γη και ουρανό, παρακαλεί τους άλλους θεούς, και τελικά κατορθώνει να αναστήσει τον αγαπημένο της.

Απέναντι στην αμεριμνησία των ουράνιων θεών, με τους οποίους ο θνητός μπορούσε να ταυτιστεί μόνο στο απόγειο της ψυχοσωματικής ακμής του, ο πάσχων και τελικά θνήσκων αγαπημένος της θεάς αποτελεί αρχετυπική εικόνα πάθους και αδυναμίας. Ο μύστης περνούσε από αντίστοιχες δοκιμασίες ταυτιζόμενος με τον Όσιρη ή τον Άττη και πέθαινε συμβολικά μαζί του, για να αναστηθεί καθαρμένος και απαλλαγμένος από το βάρος. Ορισμένες φορές οι τελετουργίες ήταν ιδιαίτερα επαχθείς και ψυχικά επώδυνες. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του ταυροβολίου, της βασικής τελετουργίας μύησης στα μυστήρια της Κυβέλης. Ο μυούμενος, τοποθετημένος σε βαθιά τάφρο, κυριολεκτικά λουζόταν με το αίμα ταύρου που ο ιερέας θυσίαζε ακριβώς από πάνω του.

Στόχος των μυστηριακών τελετών ήταν η πρόκληση μιας έντονης ψυχικής ρωγμής που να επιτρέπει τη διείσδυση της θείας διάστασης στη ζωή του μύστη και να τον λυτρώνει από την αίσθηση εγκατάλειψης. Τα γνωστά μυστηριακά κέντρα της Ελλάδας, ιδίως στην Ελευσίνα και τη Σαμοθράκη, αλλά και τα διάσημα ιερά που θεράπευαν με τη μέθοδο της εγκοίμησης, όπως ήταν το Ασκληπιείο της Επιδαύρου, γνώρισαν επίσης μεγάλη ακμή.

Η επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών έθεσε εκ νέου, και σε μεγάλη πλέον κλίμακα, το πρόβλημα της σχέσης των θεών μεταξύ τους. Παρά τα διακριτά ονόματά τους, οι εθνικοί θεοί θεωρήθηκαν διαφορετικές εκφάνσεις των ίδιων δυνάμεων που διέπουν τη φύση και το σύμπαν. Ο αναπτυσσόμενος θρησκευτικός συγκρητισμός ξεκινούσε από την τάση να βρεθούν κοινές λειτουργίες μεταξύ των εθνικών θεών, προχωρούσε στην αναγνώριση των τύπων τους και μπορούσε να φτάσει μέχρι του σημείου της ολοσχερούς ταύτισής τους. Σε αυτή την περίπτωση, η συγκεκριμένη μορφή με την οποία τιμούσε κάποιος τη θεότητα μπορούσε να εξυψωθεί ως άριστη. Ένας Αιγύπτιος ιερέας έγραφε τα εξής για να υμνήσει την Ίσιδα:

Οι Σύριοι σε ονομάζουν Αστάρτη, Άρτεμη, Αναία, και οι φυλές των Λυκίων σε αποκαλούν βασίλισσα Λητώ. Βέβαια, Μητέρα των Θεών σε λένε οι άνθρωποι της Θράκης, ενώ οι Έλληνες Ήρα μεγαλόθρονη και Αφροδίτη και αγαθή Εστία και Ρέα και Δήμητρα. Όμως οι Αιγύπτιοι σε λένε Θιούν [το αιγυπτιακό όνομα της Ίσιδας], επειδή μόνο εσύ είσαι πραγματικά όλες μαζί οι διάφορες θεές που προσφωνούν τα έθνη.

Μια τάση πνευματική, αυτή που θέλει να βρει κοινά στοιχεία ανάμεσα στους εθνικούς θεούς, είναι τόσο παλαιά όσο και ο Ηρόδοτος - αν όχι παλαιότερη. Διαφορετική όμως είναι η διάθεση να εξυψωθεί ένας θεός τόσο πάνω από τις άλλες θεότητες του ίδιου πανθέου, ώστε ο πολυθεϊσμός να μετατραπεί σε πυραμιδωτή ιεραρχία - σαν της μοναρχικής κοινωνίας. Και τούτη η τάση είναι παλαιά. Φαίνεται όμως ότι βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στα νέα περιβάλλοντα. Την ονομάζουμε «ενοθεϊσμό», για να τη διακρίνουμε τόσο από τον πολυκεντρικό πολυθεϊσμό όσο και από τον μονοθεϊσμό, που αναγνωρίζει αποκλειστικά έναν θεό. Η ενοθεϊστική ροπή συνδέθηκε συχνά με μια μυστηριακή θεότητα, όπως με την Ίσιδα στο παρακάτω απόσπασμα, αλλά δεν αποτελεί αναγκαία συνέπεια των μυστηριακών τελετών:

Εγώ, η Ίσις, η μόνη είμαι βασίλισσα της ζωής και του κόσμου,

και της θαλάσσης και της γης τα όρια επιβλέπω,

και τα επιβλέπω έχοντας σκήπτρο και όντας μία.

Οι πάντες με ονομάζουν ύψιστη θεά,

απ᾽ όλους τους ουράνιους θεούς τη μεγαλύτερη.

Και δεν συμβαίνει τίποτε ποτέ δίχως εμένα:

ούτε τ᾽ αστέρια βαίνουν στην πορεία τους τη γνωστή,

αν πριν δεν λάβουν εντολή από μένα,

ούτε η γη θα φέρει την άνοιξη καρπούς,

εγώ αν δεν συμφωνήσω, τα πάντα αυξάνοντας σωστά.

Ποιος θα μπορούσε να καταστείλει την ισχύ μου,

ή ποιος ν᾽ αντισταθεί στων έργων μου τη δύναμη;

Στις εξελίξεις της θρησκευτικότητας κατά την ελληνιστική εποχή πρέπει να αναφερθεί και η διάδοση που γνώρισε η θεά Τύχη. Άλλοτε προσωποποιώντας τη θεϊκή διοίκηση του κόσμου και άλλοτε εκφράζοντας απλώς την ανθρώπινη άγνοια έναντι του μέλλοντος και της συγκυρίας, η Τύχη τιμήθηκε με ναούς και ιερά, αγάλματα και θυσίες, τόσο από πόλεις όσο και από ιδιώτες. Τη δυνατότητα θεοποίησης αφηρημένων εννοιών την είχε αξιοποιήσει ποιητικά ήδη ο Ησίοδος. Παρόμοιες λατρείες αφηρημένων θεών ανθούσαν κατά τόπους στην αρχαϊκή και κλασική Ελλάδα. Η αίγλη της Τύχης, όμως, αυξήθηκε θεαματικά. Στο σημείο αυτό, όπως και σε τόσα άλλα, η ελληνιστική εποχή αποτελούσε τροποποιημένη συνέχεια ενός παλαιού τρόπου αντίληψης των πραγμάτων.

Στα ύστερα ελληνιστικά χρόνια το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ανάμειξης των πολιτισμών, όσον αφορά την έλλογη κατανόηση του κόσμου και τη θέση του ανθρώπου μέσα στο σύμπαν, είναι η περίπτωση του Ιουδαίου Φίλωνα, που έζησε στην Αλεξάνδρεια ανάμεσα στον 1ο π.Χ. και τον 1ο μ.Χ. αιώνα.

Ο Φίλων μάλλον δεν γνώριζε εβραϊκά. Την Πεντάτευχο τη διάβαζε από τη μετάφραση των Εβδομήκοντα. Αλλά η γνώση της ελληνικής φιλοσοφίας που διέθετε ήταν αξιοθαύμαστη. Ακολουθώντας το παράδειγμα των στωικών, που είχαν διαπρέψει στις αλληγορικές ερμηνείες των μύθων, ο Φίλων ερμήνευσε την Πεντάτευχο με τρόπο αλληγορικό. Κάποιες αλληγορίες αφορούσαν τον εξωτερικό κόσμο, άλλες τον εσωτερικό κόσμο της ανθρώπινης ψυχής. Στόχος του ήταν να δείξει ότι ανάμεσα στη διήγηση της Γενέσεως για τη δημιουργία του κόσμου και την πορεία του ανθρώπου πάνω στη γη, αφενός, και τα κοσμολογικά και ανθρωπολογικά διδάγματα της ελληνικής φιλοσοφίας, αφετέρου, υπήρχε ουσιώδης συμφωνία. Κατά τη γνώμη του Φίλωνα, η γνώση που διέθετε ο Μωυσής, ο κατά παράδοση αποδεκτός συγγραφέας της Πεντατεύχου, ήταν πλήρης, αλλά σταδιακά παρήκμασε, όταν μεταβιβάστηκε στην Ελλάδα και μεθερμηνεύτηκε από τους φιλοσόφους με τρόπο μερικό και αποσπασματικό.

Ο Φίλων ήταν ένας εκλεκτικός συγγραφέας. Μπορούσε να επιλέγει από την ελληνική φιλοσοφική παρακαταθήκη και να χρησιμοποιεί οτιδήποτε συμφωνούσε με τις δικές του προτάσεις ερμηνείας βιβλικών χωρίων. Από την προσπάθειά του όμως δεν έλειπε ούτε ο γνήσιος στοχασμός ούτε η συνέπεια, ούτε η ιστορική συνείδηση των διαφορών. Με βασικά όργανα τον Πλάτωνα (ιδίως τον κοσμογονικό μύθο του Τίμαιου) και τη στωική θεωρία για τον Λόγο, ο Φίλων κατανοούσε τα ιερά κείμενα του ιουδαϊσμού σύμφωνα με τον ορθό λόγο - ή τουλάχιστον με τρόπο που να μην αντιβαίνει στις επιταγές της λογικής. Η επιθυμία αυτή, άγνωστη στον παραδοσιακό ιουδαϊσμό που δεν ενδιαφερόταν για τη λογική κατανόηση, αλλά εστίαζε την προσοχή του στην τήρηση των ιερών κανόνων, δείχνει τον βαθμό εξελληνισμού διαφόρων ανθρώπων από την επαφή τους με τον ελληνικό τρόπο σκέψης. Δείχνει, όμως, και την πλαστικότητα που διέθετε ο ελληνικός ορθολογισμός.

Ένα νέο λογοτεχνικό είδος, το πεζό μυθιστόρημα που πρωτοεμφανίστηκε κατά την ύστερη ελληνιστική περίοδο και ήκμασε κατά τη ρωμαϊκή, αποτυπώνει καθαρά, αν και εξωραϊσμένα, τη νέα αντίληψη που διαμορφώθηκε αυτή την περίοδο για τη σχέση ανδρών και γυναικών.

Τα μυθιστορήματα αποτέλεσαν ίσως τα πρώτα λαϊκά αναγνώσματα της αρχαιότητας. Θεματικός πυρήνας τους ήταν οι φανταστικές περιπέτειες ενός ζεύγους ερωτευμένων νέων που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τις αντιξοότητες της τύχης και του κοινωνικού περιβάλλοντος προκειμένου να ενωθούν με τα δεσμά του γάμου (Κακριδής 5.5.Ε [σ. 268-271]). Το μυθικό μοτίβο του ήρωα που αγωνίζεται να αποδείξει την αξία του μέσα από την επιτυχή υπέρβαση εμποδίων απέκτησε εδώ τη μορφή ενός αγώνα που κινητοποιείται από προσωπικό έρωτα για μια όμορφη κόρη. Αλλά αντίθετα από την παλαιά αντίληψη που ήθελε τον άνδρα να παίρνει τη γυναίκα ως έπαθλο, στην πλοκή των μυθιστορημάτων η κινητοποίηση συνέβαινε και από τις δύο πλευρές. Η κόρη παρουσιαζόταν συχνά τόσο ηρωική όσο και ο αγαπημένος της. Κάποιας μορφής ισοδυναμία των φύλων, τουλάχιστον ως προς τον αγώνα συνύπαρξης, άρχιζε να διαφαίνεται.

Παράλληλα, διαγραφόταν προβληματισμός σχετικά με τη θέση και τη νομιμότητα του έρωτα ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου. Σχέσεις τέτοιου τύπου ποτέ δεν έπαψαν να υπάρχουν. Ασκώντας όμως κριτική στην ηθική της κοινωνίας, κάποιοι συγγραφείς άρχισαν να καταδικάζουν τις σχέσεις αυτές ως αφύσικες παρεκτροπές ή ως αποτέλεσμα υπερβολικής λαγνείας - άποψη που είχε ήδη προεξαγγείλει ο Πλάτων.