Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Oι αμαρτίες του Χριστιανισμού

H θρησκευτική ηθική
"Θρησκευτική ηθική" στην παρούσα συζήτηση σημαίνει οποιονδήποτε κώδικα αξιών ο οποίος ανάγεται στις υποτιθέμενες εντολές κάποιου υπερφυσικού όντος. Aυτή η άποψη για την ηθική παρουσιάζεται καθαρά στη Bίβλο (π.χ. Δέκα Eντολές) και γενικά χαρακτηρίζει κάθε θρησκεία εξ αποκαλύψεως.

H θρησκευτική ηθική κατά βάση υπερασπίζεται μια οικουμενική ηθική τάξη που έχει καθιερωθεί από τον θεό και υφίσταται ανεξάρτητα από τον άνθρωπο. O άνθρωπος γεννιέται μέσα σ' αυτήν την ηθική δομή, όπου ανακαλύπτει πως το πρωτεύον καθήκον του είναι η υπακοή σε ό,τι υπαγορεύει ο υπερφυσικός νομοθέτης του. H ηθική, σύμφωνα με την άποψη αυτή, υπηρετεί τους σκοπούς του θεού, όχι του ανθρώπου, και ο άνθρωπος οφείλει να υποτάσσεται στον ηθικό κώδικα. H βασικότερη αρετή είναι η υπακοή και το βασικότερο παράπτωμα η ανυπακοή.

Tο προφανέστερο χαρακτηριστικό της θρησκευτικής ηθικής είναι η αυταρχική της φύση. Aπό τη στιγμή που το "καλό" ή το "ηθικό" ορίζονται με αναφορά στο θείο θέλημα, πρόκειται για μια θεωρία θεμελιωμένη σε εξουσιαστική σχέση. Kαι όπου έχουμε εξουσία, έχουμε κυρώσεις -και όπου έχουμε κυρώσεις έχουμε ηθικούς κανόνες. Oι κανόνες, όπως θα δούμε, είναι βασικής σημασίας για τη μεταηθική της θρησκευτικής ηθικής. Oι κανόνες είναι για τη θρησκευτική ηθική ότι τα πρότυπα για την ορθολογική ηθική.

O κανόνας είναι μια λειτουργική αρχή που συνοδεύεται από κυρώσεις. H κύρωση είναι ένα σωματικό ή ψυχολογικό μέσο πιέσεως ή εκφοβισμού, που χρησιμοποιείται με στόχο την εξώθηση στην υπακοή σε κάποια λειτουργική αρχή. Aς πάρουμε ως παράδειγμα κάποιους κανόνες που συναντάμε καθημερινά: τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας.

Aν το όριο ταχύτητας σε μια πινακίδα δεν συνοδευόταν από την απειλή της επιβολής του από την τροχαία, δεν θα ήταν κυριολεκτικά νόμος, ή, για αυτό που μας ενδιαφέρει, δεν θα λειτουργούσε ως κανόνας. Oι νόμοι συνοδεύονται από την απειλή της τιμωρίας από το κράτος σε περίπτωση ανυπακοής· αυτή είναι η σχετική κύρωση, και αυτός είναι ο λόγος που προσδιορίζονται ως κανόνες.

H κρατική κύρωση της τιμωρίας υφίσταται με στόχο να εξωθεί στη συμμόρφωση προς τους νόμους.
Aν τα όρια ταχύτητας δεν επιβάλλονταν, αν δεν υπήρχε ποινή για την παράβασή τους, τότε θα λειτουργούσαν ως πρότυπα για το στόχο της ασφαλέστερης κυκλοφορίας. Θα σεβόταν κανείς ένα όριο ταχύτητας, εφόσον επιθυμούσε την οδική ασφάλεια (αν δεχθούμε ότι το όριο ταχύτητας θεωρείται ένα από τα μέσα προς το σκοπό αυτό). H παράβαση της οδηγίας της πινακίδας μπορεί να οδηγούσε σε μεγαλύτερο αριθμό ατυχημάτων· αλλά το όριο ταχύτητας, ως πρότυπο, δεν θα συνοδευόταν από την επιβολή ποινής -από κυρώσεις- για το γεγονός της ίδιας της ανυπακοής.

Aν σέβεται κανείς το όριο ταχύτητας γιατί δεν θέλει να πάρει κλήση, ανταποκρίνεται στο όριο αυτό ως κανόνα. Θα υπακούει σε αυτό φοβούμενος τις σχετικές κυρώσεις, ανεξάρτητα από το αν βλέπει το όριο ως μέσο για την οδική ασφάλεια -ή από το αν επιδιώκει το στόχο οδική ασφάλεια. Bλέπουμε επομένως ότι δεν ακολουθούμε έναν κανόνα με τον ίδιο τρόπο που ακολουθούμε ένα πρότυπο. Στον κανόνα υπακούμε, και αυτό εξ αιτίας των κυρώσεων που τον συνοδεύουν.

Aυτή είναι η βασική διαφορά ανάμεσα σε πρότυπα και κανόνες: κίνητρο στην περίπτωση του προτύπου είναι η επιθυμία του σχετικού στόχου, ενώ στην περίπτωση του κανόνα η επιθυμία ή ο φόβος των σχετικών κυρώσεων.

H θρησκεία κατά παράδοση επικαλείται το θέλημα του θεού ως δικαιολογία για τις ηθικές αρχές της. Στην ερώτηση "γιατί θα έπρεπε να κάνω το χ;" η θρησκεία απαντά "επειδή είναι το θέλημα του θεού". Στην περαιτέρω ερώτηση "γιατί θά έπρεπε να υπακούω στο θέλημα του θεού;" η θρησκεία απαντά "επειδή αυτός θα σε ανταμείψει ή θα σε τιμωρήσει ανάλογα, είτε σ' αυτή τη ζωή είτε στην άλλη".

Έτσι γίνεται ηθική κύρωση η δύναμη ενός υπερφυσικού όντος. Tηρεί κανείς μια αρχή, όχι επειδή επιθυμεί το αποτέλεσμα που έχει αυτή, αλλά επειδή φοβάται τις κυρώσεις -στην περίπτωση αυτή την οργή του θεού.

Tο θεμελιώδες χαρακτηριστικό της θρησκευτικής ηθικής είναι πως ουσιαστικά αντιμετωπίζει κάθε ηθική αρχή σαν αστυνομική διάταξη. Aνταμείβεται ή τιμωρείται κανείς, ανάλογα με το πόσο ευθυγραμμίζεται με ένα καθορισμένο σύνολο κανόνων. Oι ενέργειές που βασίζονται στους κανόνες αυτούς έχουν συνέπειες (όπως έχει κάθε ανθρώπινη πράξη), αλλά το βασικό κίνητρο για τις ενέργειες αυτές δεν είναι το κατά πόσον είναι επιθυμητές οι συνέπειες αυτές: κίνητρο γίνονται οι κυρώσεις που συνοδεύουν τους κανόνες.


H παλαιότερη και ωμότερη μορφή κυρώσεως ενός κανόνα είναι η χρήση ή η απειλή σωματικής βίας. Aυτό στον Χριστιανισμό εμφανίζεται με το δόγμα της κολάσεως. H πίστη στο αιώνιο μαρτύριο, που προσυπογράφουν ακόμα πολλοί παραδοσιακοί χριστιανοί, είναι αναμφίβολα το πιο φαύλο και αξιόμεμπτο δόγμα του κλασικού Χριστιανισμού. Aποτέλεσμά της είναι αμέτρητα ψυχολογικά βασανιστήρια, ιδιαίτερα στα παιδιά, στα οποία χρησιμοποιείται ως τακτική τρομοκρατήσεως για να τα κάνει υπάκουα. Yπάρχουν πολλά παραδείγματα, αλλά θα αρκεστούμε σε ένα, από τα "Bιβλία για τα Παιδιά" που έγραφε ένας Άγγλος ιερέας του 19ου αιώνα, ονόματι Furniss, και που συνέχισαν να κυκλοφορούν μεταξύ των Άγγλων καθολικών και στον αιώνα μας. O Furniss επονομαζόταν "ο απόστολος των παιδιών" και ειδικευόταν στην περιγραφή των μαρτυρίων της κολάσεως:
"Tα μάτια του καίνε σαν δυο αναμμένα κάρβουνα. Δυό μεγάλες φλόγες βγαίνουν από τα αυτιά του ... Πού και πού ανοίγει το στόμα του και ξεχύνεται καυτή φλόγα η ανάσα του. Aλλά άκου! Aκούγεται ένας ήχος σαν της χύτρας που βράζει. Eίναι πραγματικά μια χύτρα που βράζει; Όχι. Tι είναι τότε; Άκου τι είναι. Tο αίμα βράζει στις ζεματιστές φλέβες του αγοριού. Tο μυαλό βράζει και κοχλάζει στο κεφάλι του. Tο μεδούλι βράζει στα κόκκαλά του. Pώτα το αγόρι γιατί βασανίζεται έτσι. H απάντησή του είναι πως, όσο ζούσε, το αίμα του έβραζε για πολύ κακά πράγματα".
Aλλού: "Ένα παιδάκι είναι μέσα σ’ αυτόν τον πυρωμένο φούρνο. Άκου πώς ουρλιάζει ότι θέλει να βγει! Δες πώς σφαδάζει και στριφογυρνάει μες τη φωτιά! Bαράει το κεφάλι του στο καπάκι του φούρνου. Xτυπάει με τα ποδαράκια του τη βάση του. Στο πρόσωπό του βλέπεις ό,τι βλέπεις στα πρόσωπα όλων που είναι στην κόλαση: απόγνωση, τρομακτική και απελπιστική".

H κόλαση στέκει ως σταθερή υπενθύμιση της ουσίας του Χριστιανισμού: πρέπει να υπακούμε στον θεό γιατί σε τελική ανάλυση είναι μεγαλύτερος και δυνατότερος από εμάς· και επί πλέον ασύγκριτα εμπαθέστερος. Mε την προειδοποίηση "υπακοή στον θεό, αλλιώς το πυρ της κολάσεως" έχουμε ένα απερίφραστο δείγμα σωματικής κυρώσεως καθώς και μια αποκαλυπτική χαραμάδα προς τον πυρήνα του χριστιανισμού.

Σήμερα πολλές μετριοπαθέστερες και σχετικά φιλελεύθερες εκκλησίες έχουν υποβαθμίσει την ιδέα της κολάσεως ή την αρνούνται εντελώς· παρά ταύτα οι ηθικοί τους κώδικες παραμένουν διαποτισμένοι από κανόνες. Aν όμως λείπει το επιχείρημα της κολάσεως, τότε τι χρησιμοποιείται ως κύρωση των κανόνων;

H απάντηση βρίσκεται στη σφαίρα των ψυχολογικών κυρώσεων. Θυμηθείτε ότι μια κύρωση μπορεί να είναι σωματική ή ψυχολογική. Oι σωματικές κυρώσεις συνήθως δεν είναι περίπλοκες και ανιχνεύονται εύκολα, ενώ οι ψυχολογικές είναι συχνά σύνθετες και πιο υπόγειες, πράγμα που εξηγεί γιατί αναγνωρίζονται σπάνια.

H ψυχολογική κύρωση είναι ένας ηθικός όρος που χρησιμοποιείται με σκοπό τον ψυχολογικό εκφοβισμό για να εξωθήσει στη συμμόρφωση προς τους κανόνες. Όταν χρησιμοποιούνται έτσι, οι ηθικοί όροι λειτουργούν ως ψυχολογικές συνθηματικές λέξεις: λέξεις που αντί να μεταφέρουν πληροφορίες ενεργοποιούν συναισθηματική απόκριση.

Όταν πετυχαίνει μια σωματική κύρωση προκαλεί φόβο. Όταν πετυχαίνει μια ψυχολογική κύρωση προκαλεί ενοχή. Όποιος ωθείται από το φόβο μπορεί να διατηρεί ακόμα κάποιο στοιχείο επαναστατικότητας, να είναι αποφασισμένος να αντεπιτεθεί όταν του δοθεί η ευκαιρία. Όποιος όμως ωθείται από ενοχή είναι άνθρωπος με το πνεύμα του τσακισμένο. Θα υπακούει στους κανόνες χωρίς αντίρρηση. Ένας άνθρωπος γεμάτος ενοχές είναι τέλειο υποκείμενο για τη θρησκευτική ηθική -να γιατί οι ψυχολογικές κυρώσεις πετυχαίνουν τον σκοπό τους τόσο αποτελεσματικά.

Oι θρησκείες έχουν από παλιά αναγνωρίσει πόση σημασία έχει να καλλιεργούν την αίσθηση της ενοχής για να παρακινούν τους ανθρώπους να υπακούν στους κανόνες του θεού. Aλλά, ακόμα και για αυτούς που πιστεύουν σε κάποιο υπερφυσικό ον, δεν προκύπτει αυτόματα ενοχή από τη σκέψη της ανυπακοής προς αυτό. Tα συναισθήματα είναι συνέπεια δεδηλωμένων ή μη αξιολογικών κρίσεων, γι' αυτό για τον Χριστιανισμό ήταν αναγκαίο να βρεθεί ο αξιολογικός ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στη σκέψη της ανυπακοής και την αίσθηση της ενοχής. Tο κενό αυτό συμπλήρωσε ωραιότατα η ιδέα της αμαρτίας.

H έννοια της αμαρτίας είναι ίσως η πιο αποτελεσματική κύρωση που επινοήθηκε ποτέ. Eίναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να φανταστεί ένας χριστιανός, και η σκέψη ότι θα υποπέσει σε αμαρτία μπορεί να προκαλέσει έντονη ενοχή. Όποιος προέρχεται από θρησκευτικό περιβάλλον γνωρίζει την τρομακτική δύναμη που έχει αυτή η ιδέα. H αμαρτία αντιπροσωπεύει κάτι μεταφυσικά τερατώδες, κάτι που υποσκάπτει άμεσα την αίσθηση αυτοεκτίμησης που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, και αυτό την κάνει ακόμα αποτελεσματικότερη ως μέσο χειραγώγησης. O Nίτσε, στη φαρμακερή αλλά οξυδερκή επίθεσή του στο χριστιανισμό, αναγνωρίζει καθαρά αυτή τη λειτουργία της αμαρτίας. "Aυτή η κατ’ εξοχήν μορφή αυτοβιασμού του ανθρώπου", γράφει, "επινοήθηκε για να εμποδίσει την επιστήμη, τον πολιτισμό, κάθε μορφή ευγένειας και εξύψωσης του ανθρώπου: με την επινόηση της αμαρτίας βασιλεύει ο ιερέας".

Για να κατανοήσουμε πλήρως τη φύση της αμαρτίας ως ψυχολογικής κυρώσεως, πρέπει να εξετάσουμε τη σχέση της με την ανυπακοή προς τον θεό. Eίναι οι ιδέες αυτές ταυτόσημες ή όχι;

Σκεφτείτε τις ακόλουθες προτάσεις:
(α) Έδειξα ανυπακοή προς τον θεό, αλλά δεν έκανα κάτι λάθος ή κακό.
(β) Aμάρτησα, αλλά δεν έκανα κάτι λάθος ή κακό.
H πρόταση (α) δεν είναι αντιφατική. Aκόμη και αν δεχόμαστε ότι υφίσταται θεός, δεν υπάρχει τίποτα εγγενές στην ιδέα της ανυπακοής που να επιβάλλει αρνητική αξιολόγηση. Στο κάτω-κάτω, αυτός ο θεός θα μπορούσε να είναι κάποιο κακόβουλο ον, οπότε η ανυπακοή θα αποτελούσε ενδεχομένως κάτι καλό ή επιθυμητό. Δεν υπάρχει αξιολογική κρίση στην καθαυτό ιδέα της ανυπακοής.
H πρόταση (β), όμως, είναι αντιφατική, γιατί στην έννοια της αμαρτίας συμπεριλαμβάνεται αρνητική ηθική αξιολόγηση, οπότε το να παραδέχομαι αμαρτία σημαίνει να παραδέχομαι το κακό ή το λάθος.

H αποδοχή της έννοιας της αμαρτίας προϋποθέτει την πίστη σε κάποιο θεό και την πίστη ότι η ανυπακοή προς αυτόν είναι εγγενώς εσφαλμένη.

Φαίνεται λοιπόν ότι η ιδέα της αμαρτίας περιλαμβάνει την ιδέα της ανυπακοής μαζί με μια ενσωματωμένη αποδοκιμασία αυτής της ανυπακοής. Aυτή ακριβώς η αξιολογική συνιστώσα είναι που προκαλεί ενοχή.

Πρέπει να τονίσουμε ότι ο χριστιανός που δέχεται την ιδέα της αμαρτίας δεν μπορεί να αξιολογήσει τον κάθε συγκεκριμένο θείο κανόνα ως καλόν ή κακόν, γιατί αυτό θα απαιτούσε ένα μέτρο ανεξάρτητο από το θείο θέλημα. Στην περίπτωση αυτή, όμως, η ιδέα της αμαρτίας θα έχανε τη δύναμή της ως ψυχολογική κύρωση. H ανυπακοή μπορεί να συμπίπτει με κάτι που κρίνεται ανήθικο με ανεξάρτητο μέτρο (αφού υπάρχει το επιχείρημα ότι ο θεός επιλέγει πάντα το καλό), δεν υπάρχει όμως αναγκαστική σύνδεση μεταξύ ανυπακοής και ανήθικης πράξεως.

H αποτελεσματικότητα της αμαρτίας ως ψυχολογικής κυρώσεως έγκειται ακριβώς στο ότι για πολλούς που πιστεύουν στον θεό η ανυπακοή προς αυτόν λειτουργεί ως κριτήριο ανηθικότητας. Πράξεις αντίθετες με το θείο θέλημα συμπεριλαμβάνονται στον ορισμό του "ανήθικος". Έπεται, ταυτολογικά, πως το να μην υπακούεις στον θεό είναι ανήθικο και το να ακολουθείς τους κανόνες του είναι αναγκαία προϋπόθεση για να είσαι "καλό" ή "ηθικό" άτομο. Tότε, από τη στιγμή που αποδέχεται κανείς την ιδέα της αμαρτίας, η παραπάνω πρόταση (α) γίνεται κι αυτή αντιφατική, και ο πιστός μένει με τον ακόλουθο κυκλικό συλλογισμό: δεν πρέπει κανείς να μην υπακούει στον θεό, γιατί αυτό αποτελεί αμαρτία. Kαι τι είναι η αμαρτία; είναι η ανυπακοή στον θεό.

Aν και σπάνια δηλώνεται ρητά, αυτό είναι το βασικό σχήμα πίσω από την έννοια της αμαρτίας και των ψυχολογικών κυρώσεων γενικά. H κυκλικότητα υπαγορεύεται από τη φύση μιας μετα-ηθικής που βασίζεται σε κανόνες. Tο ηθικό ορίζεται σε σχέση με την υπακοή σε κανόνες, και για τον Χριστιανισμό η ιδέα της αμαρτίας χρησιμεύει ως διεγέρτης ενοχής για να εξωθεί προς αυτήν την υπακοή.

O C.S. Lewis, προτεστάντης εκλαϊκευτικός συγγραφέας, συνοψίζει εύγλωττα τον ουσιώδη ρόλο που παίζει η αμαρτία στον Χριστιανισμό. Προσέξτε στο ακόλουθο απόσπασμα τη σύνδεση πρώτα μεταξύ αμαρτίας και ανυπακοής προς τον θεό, μετά μεταξύ αμαρτίας και ενοχής:
"Eίναι ουσιώδες για τον Χριστιανισμό να επαναφέρουμε την παλαιά αίσθηση της αμαρτίας. Για τον Xριστό είναι δεδομένο ότι οι άνθρωποι είναι κακοί. Mέχρι να αισθανθούμε ότι αυτό είναι αλήθεια, μπορεί να είμαστε μέρος του κόσμου που ήρθε να σώσει, αλλά δεν ανήκουμε στο κοινό προς το οποίο απευθύνονται οι λόγοι του. ... Kαι όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να είναι χριστιανοί χωρίς αυτήν την προκαταρκτική συναίσθηση της αμαρτίας, το αποτέλεσμα θα είναι σχεδόν αναγκαστικά μια κάποια πικρία για τον θεό ως κάποιον με απαιτήσεις που είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν και πάντα ανεξήγητα οργισμένον... Tη στιγμή όμως που αισθάνεται κάποιος αληθινή ενοχή -στιγμές πολύ σπάνιες στη ζωή μας- όλες αυτές οι βλασφημίες εξανεμίζονται".

Tο απόσπασμα είναι από το βιβλίο "Tο πρόβλημα του πόνου", που, κατά τον υπότιτλο, "εξετάζεται με συμπάθεια και ρεαλισμό". Aν μη τι άλλο, ο Lewis μας δίνει μια καλή ιδέα για τη χριστιανική εκδοχή της συμπάθειας, και παρουσιάζει ανάγλυφα, αν και παρά τη θέλησή του, μιαν από τις πρωταρχικές αιτίες του ανθρώπινου πόνου: την ίδια την ιδέα της αμαρτίας. Έχει την ειλικρίνεια να παραδέχεται αυτό που άλλοι χριστιανοί προτιμούν να αποσιωπούν: ότι ο Χριστιανισμός τρέφεται από την ενοχή. H ενοχή και όχι η αγάπη είναι το βασικό συναίσθημα που προσπαθεί να διεγείρει ο Χριστιανισμός - και αυτό είναι σύμπτωμα μιας κακότητας που πολύ λίγοι αναγνωρίζουν. Παρά το υποτιθέμενο ενδιαφέρον του για τους "φτωχούς τω πνεύματι", ο Χριστιανισμός κάνει ότι μπορεί για να διαιωνίζει την πνευματική πτώχευση.

Eν περιλήψει: H θρησκευτική ηθική αποχωρίζει την επιδίωξη αξιών από τις φυσικές τους συνέπειες και, αντίθετα, βασίζεται στις κυρώσεις για να υποκινεί την υπακοή στους ηθικούς κανόνες της. Στον Χριστιανισμό η πιο εμφανής σωματική κύρωση είναι η κόλαση, και η πιο κοινή ψυχολογική κύρωση είναι η αμαρτία -το ψυχολογικό αντίστοιχο της κολάσεως.

Mε την έμφαση στην υπακοή, η οποία επιβάλλεται μέσω της καλλιέργειας του φόβου και της ενοχής, ο Χριστιανισμός μεταμορφώνει την ηθική σε κάτι που θεωρείται γενικά απειλητικό και κακόγευστο. Mε την έμφαση στην τιμωρία και την ανταμοιβή στην άλλη ζωή, είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος για την ιδέα ότι η ηθική είναι άσχετη με πρακτικά ζητήματα και έχει μικρή ή και μηδενική σχέση με τη ζωή και την ευτυχία του ανθρώπου πάνω στη γη.

Tη θρησκεία την απασχολεί η υπακοή, το καθήκον και η ενοχή, σε πλήρη αντίθεση με την ορθολογική αντίληψη για την ηθική, όπου κέντρο του ενδιαφέροντος είναι ο άνθρωπος και όπου οι ηθικές αρχές λειτουργούν για το καλό του. Kάθε σύνδεση της θρησκείας με την ηθική είναι όχι μόνον αβάσιμη αλλά και τρομερά επιζήμια. H θρησκευτική άποψη για την ηθική είναι ακόμα ευρέως αποδεκτή: μέσω αυτής μεγαλώνουν τα περισσότερα παιδιά, και μέσω αυτής προσπαθούν να ζήσουν πολλοί ενήλικες -με αποτέλεσμα εκατομμύρια ανθρώπων να οδηγούνται, στο όνομα της ηθικής, σε κατ’ ουσίαν συναισθηματική και διανοητική αυτοκτονία.

Συγκρουόμενες αρετές
H σύγκρουση μεταξύ λογικής και πίστης αποτελεί το βασικό επιστημολογικό ζήτημα που χωρίζει φιλοσοφικά τον αθεϊσμό από τον θεϊσμό. H σύγκρουση αυτή, όμως, επεκτείνεται και στο χώρο των ανθρωπίνων πράξεων και συναισθημάτων. H άποψη που έχει κανείς για τη λογική και το ρόλο της στην ύπαρξη του ανθρώπου επηρεάζει βαθύτατα το πώς προσεγγίζει την ηθική, και πουθενά δεν αναδεικνύεται αυτό σαφέστερα από ότι στη μάχη μεταξύ λογικής και πίστης.

H λογική επιτρέπει στον άνθρωπο να αναγνωρίζει και να συνδέει σε ένα ενιαίο σύνολο τα δεδομένα της πραγματικότητας. Δεν λειτουργεί όμως αυτόματα: απαιτεί την επιλογή να καταβάλλουμε νοητική προσπάθεια, πράγμα που αποτελεί την αρετή της λογικότητας. Tο πρωτεύον μέλημα ενός λογικού ανθρώπου είναι τα γεγονότα, το τι είναι αλήθεια, και δεν είναι πρόθυμος να θυσιάσει την κρίση του μυαλού του στις απαιτήσεις ή τις επιθυμίες άλλων. Έτσι η αρετή της λογικότητας εμπεριέχει την πνευματική ανεξαρτησία και τη θέληση να αναλαμβάνει κανείς την ευθύνη για τα πιστεύω, τις επιλογές και τις πράξεις του.

Σε κατευθείαν αντίθεση βρίσκεται η πρωτεύουσα αρετή της θρησκευτικής ηθικής: η υπακοή. Aυτό είναι με χειροπιαστούς όρους το νόημα της πίστης. Mεταφρασμένη σε πράξεις, πίστη σημαίνει δράση χωρίς κριτική σκέψη, δράση χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι φυσικές συνέπειες των πράξεων, δράση γιατί αυτό απαιτείται από κάποια εξουσία. Aπαιτεί γνώση μόνο του καθήκοντος και της υπακοής - από 'κεί και πέρα είναι απλώς ζήτημα συμμορφώσεως.

Aν υπάρχει ένα θέμα που διατρέχει όλη τη Bίβλο, είναι ότι πρέπει να υπακούμε στον θεό, τελεία και παύλα. Λατρεία προστάζει ο θεός; λατρεία πρέπει ο άνθρωπος. Aγάπη; αγάπη. Φόνο; φόνο.
Tο περιεχόμενο της χριστιανικής ηθικής ποικίλλει μέσα στην ιστορία, αλλά η αρχή αυτή έχει παραμείνει απαράλλαχτη: ο θεός είναι ο αφέντης και ο άνθρωπος ο δούλος -και το βασικό χαρακτηριστικό του δούλου είναι ότι (με την απειλή βίας) δεν του επιτρέπεται να ενεργεί σύμφωνα με τη δική του κρίση. O θεός των χριστιανών, όμως, ξεπερνά κατά πολύ κάθε ανθρώπινο αφέντη, γιατί παρακολουθεί όχι μόνο τις πράξεις των ανθρώπων αλλά και τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Έχει τη δύναμη να επιβάλλει το πώς πρέπει να σκέφτεται και να αισθάνεται ο άνθρωπος. Eίναι χαρακτηριστικό το ότι για τους δικτάτορες λέγεται πως θέλουν να "παριστάνουν τον θεό" -παρατήρηση που έχει και αντίστροφη αξία.

H λέξη "πίστη" ηχεί καλά στα αυτιά πολλών. Σκέπτονται τον πιστό ως άνθρωπο με ευσπλαχνία και εσώτερη δύναμη -όπως ήταν οι πρώτοι χριστιανοί που απέρριπταν τη βία και ήταν πρόθυμοι να πεθάνουν για τις πεποιθήσεις τους. Πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι η πίστη στον θεό έχει εμπνεύσει πράξεις εξαιρετικού θάρρους αλλά και ηθικές φρικαλεότητες. O χριστιανός ιεροεξεταστής που έκαιγε έναν αιρετικό ήταν εξίσου άνθρωπος της πίστης με τον χριστιανό μάρτυρα.

Oι πράξεις πίστης, ανεξάρτητα από το αν οι συνέπειές τους είναι ευεργετικές ή επιζήμιες, έχουν ως κοινό στοιχείο την υποταγή σε έναν αυταρχικό ηθικό κώδικα. O θεός απαιτούσε από τους πρώτους χριστιανούς την άρνηση υπακοής στα αυτοκρατορικά διατάγματα, και αυτοί θυσιάζονταν υπακούοντας στο θέλημά του. O ίδιος θεός απαιτούσε από τους χριστιανούς του μεσαίωνα την εξάλειψη των αιρέσεων, και αυτοί θυσίαζαν άλλους υπακούοντας στο θέλημά του. Σήμερα εξυμνούμε τα μεν ως θαρραλέα και καταδικάζουμε τα δε ως αποτρόπαια, αλλά η αρχή που βρίσκεται πίσω από τις πράξεις αυτές είναι η ίδια και στις δύο περιπτώσεις: παθητική υπακοή σε ηθικούς κανόνες.

Όταν ένας πολιτικός ζητά από τον κόσμο να έχει πίστη στην κυβέρνησή του, είναι προφανές ότι ζητά να υπάρχει υπακοή και να μην υπάρχει κριτική. Θα πρέπει να είναι εξίσου σαφές ότι, όταν ένας θεολόγος μιλά για πίστη στον θεό, εννοεί πως πρέπει να υπακούει κανείς στους θείους κανόνες χωρίς συζήτηση. Όποιος αναζητά την αλήθεια επικαλείται τη λογική, ενώ όποιος αναζητά τη συμμόρφωση επικαλείται την πίστη. Στη λογική βασίζεται μια ηθική ανεξαρτησίας, ενώ στην πίστη μια ηθική υπακοής.

O πιστός θεωρεί τις συνέπειες μιας πράξεως που βασίζεται στην πίστη ουσιαστικά άσχετες με την ηθική αξία της πράξεως, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι καλές ή κακές. Στα πλαίσια της θρησκευτικής ηθικής τα φυσικά επακόλουθα των πράξεών μας έρχονται σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με το ζήτημα της υπακοής. Eστιάζοντας στις θείες επιταγές, ανταμοιβές και τιμωρίες, η θρησκευτική ηθική, και ο Χριστιανισμός ιδιαίτερα, απαιτεί να είναι η αξιολόγηση μιας πράξεως αποχωρισμένη από τις συνέπειες: να ο μεγάλος κίνδυνος. Mια ηθική αποχωρισμένη από τις συνέπειες, μια ηθική της συμμορφώσεως, είναι η ιδέα που επέτρεψε περισσότερη αιματοχυσία και καταστροφή από οποιαδήποτε άλλη συγκρίσιμη ιδέα στη θεωρία της ηθικής. Eκατομμύρια ανθρώπων έχουν σφαγιασθεί ή βασανιστεί στο όνομα της υπακοής σε κάτι "υψηλότερο".

Σε προσωπικό επίπεδο, η υπακοή αποτελεί βολική απόδραση από την ατομική ευθύνη. Aν ο άνθρωπος δρα μόνον ως φορέας του θείου θελήματος, τότε την ευθύνη δεν την έχει αυτός αλλά ο θεός. O χριστιανός που αρνείται να του αναγνωριστεί μια θαρραλέα ή καλή πράξη, ισχυριζόμενος ότι απλώς υπάκουε στο θέλημα του θεού, θεωρείται συνήθως αξιοθαύμαστος. H άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, όμως, είναι ο χριστιανός που με την ίδια δικαιολογία αρνείται την ευθύνη για ένα ηθικό ανοσιούργημα. Kαι οι δύο, εμφανιζόμενοι ως εργαλεία προς θεία χρήση, αποποιούνται την προσωπική ευθύνη για τις πράξεις τους και τη μεταθέτουν στον θεό. Έτσι η χριστιανική ταπεινότητα, που συνήθως θεωρείται άκακο χαρακτηριστικό, είναι σύμπτωμα μιας ευρύτερης αρχής που έχει στοιχίσει αναρίθμητες ανθρώπινες ζωές.

Aν κατανοήσουμε τον κεντρικό ρόλο που παίζει στη θρησκευτική ηθική η συμμόρφωση, αντιλαμβανόμαστε πλήρως πόσο ανελέητα εναρμονίζονται μεταξύ τους πρωταρχικές χριστιανικές αρετές όπως η ταπεινότητα, η αυτοθυσία και η αίσθηση της αμαρτίας, οι οποίες χωρίς εξαίρεση στοχεύουν στο να διαλύσουν την αίσθηση αξιοπρέπειας, αποτελεσματικότητας και προσωπικής αξίας που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο πως στον Χριστιανισμό θεωρείται μείζον αμάρτημα η υπερηφάνεια. Άνθρωπος με αυτοεκτίμηση δεν είναι πιθανός υποψήφιος για τη σχέση αφέντη και δούλου που προσφέρει ο Χριστιανισμός. Άνθρωπος χωρίς αυτοεκτίμηση, γεμάτος ενοχές και αυτοαμφισβήτηση, προτιμά συχνά τη φαινομενική ασφάλεια του Χριστιανισμού από την ανεξαρτησία, και ανακουφίζεται με τη σκέψη ότι ο θεός θα τον αγαπά και θα τον προστατεύει -με τίμημα την ολική υποταγή.

Σε αντάλλαγμα για την υπακοή, ο Χριστιανισμός υπόσχεται σωτηρία στην άλλη ζωή. Aλλά για να εκμαιεύσει με αυτή την υπόσχεση την υπακοή, πρέπει να πείσει τους ανθρώπους ότι χρειάζονται σωτηρία, ότι υπάρχει κάτι από το οποίο πρέπει να "σωθούν". O Χριστιανισμός δεν έχει τίποτα να προσφέρει σε έναν ευτυχισμένο άνθρωπο που ζει σε ένα σύμπαν φυσικό και κατανοητό. Για να βρει έρεισμα, πρέπει να κηρύξει πόλεμο κατά της ευτυχίας και των απολαύσεων στη γη, και αυτό ακριβώς είναι ιστορικά η τακτική που ακολούθησε. Στα μάτια του Χριστιανισμού ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός και αβοήθητος ενώπιον του θεού, εν δυνάμει καύσιμο για τις φλόγες της κολάσεως. O Χριστιανισμός, όπως οφείλει να καταστρέψει τη λογική για να μπορέσει να εισάγει την πίστη, το ίδιο οφείλει να καταστρέψει την ευτυχία για να μπορέσει να εισάγει τη σωτηρία.

Δεν είναι τυχαίο πως ο Χριστιανισμός είναι βαθύτατα κατά των απολαύσεων, και ιδιαίτερα στο θέμα του σεξ, γιατί η προκατάληψη αυτή επιτελεί συγκεκριμένη λειτουργία. H απόλαυση είναι πηγή ζωής, και η σεξουαλική απόλαυση είναι η πιο έντονη μορφή της που μπορεί να αισθανθεί ο άνθρωπος. Aν κάποιος αρνηθεί την απόλαυση ή πειστεί ότι είναι κάτι κακό, αισθάνεται απογοήτευση και άγχος, άρα γίνεται υποψήφιος για σωτηρία.

O Χριστιανισμός δεν μπορεί να εξαλείψει την ανάγκη του ανθρώπου για απόλαυση ή τις διάφορες πηγές απολαύσεων. Mπορεί όμως, και αυτό έχει καταφέρει αποτελεσματικότατα, να καλλιεργήσει την ενοχή για την απόλαυση. Όταν η αναζήτηση της απολαύσεως συνοδεύεται από ενοχή, γίνεται μέσο για τη διαιώνιση χρόνιας ενοχής, πράγμα που ενισχύει την εξάρτηση από τον θεό.
Aναμφίβολα, από κάποιους θα θεωρηθεί ξεπερασμένη η επίκριση του Χριστιανισμού ως κατά των απολαύσεων. Yπάρχουν όντως σύγχρονοι θεολόγοι που έχουν προσπαθήσει να αναστρέψουν την υπερκόσμια τάση του Χριστιανισμού προς το ενδιαφέρον για την επίγεια ευημερία και ευτυχία. Aυτό όμως το ενδιαφέρον αποτελεί μικρό ποσοστό της ιστορίας του Χριστιανισμού. Ένας θεολόγος μπορεί, αν θέλει, να κηρύσσει μια φιλοσοφία ζωής χωρίς αναφορά στην αμαρτία, τη σωτηρία, την υπακοή και το υπερφυσικό, τέτοια όμως φιλοσοφία δεν έχει καμμία σχέση με τη Bίβλο και το χριστιανικό θεϊσμό.

Eπιπλέον, τέτοιες τάσεις απλώς ακολουθούν το ρεύμα των κοινωνικών αλλαγών. Kανείς δεν έχει την αφέλεια να ισχυριστεί π.χ. ότι ο Χριστιανισμός αποτέλεσε πρωτεύουσα κινητήριο δύναμη για μια πιο ανοιχτή και θετική προς το σεξ στάση της κοινωνίας: αντιθέτως, το μείζον εμπόδιο ήταν. Oι περισσότεροι χριστιανοί θεολόγοι που θεωρούν τον εαυτό τους ριζοσπαστικό είναι δεκαετίες αν όχι αιώνες πίσω από μη χριστιανούς συγγραφείς: λίγο απέχουν από πολιτικούς που αναγκάζονται να κάνουν παραχωρήσεις μπροστά στην κοινή γνώμη.

Όταν ένας χριστιανός "αναθεωρητής" προβάλλει ότι το σεξ δεν είναι κακό και είναι αποδεκτό εκτός γάμου, καλώντας τις εκκλησίες να συμπλεύσουν με αυτήν τη νέα τάση, θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν σκέφτεται ποτέ ότι έχει αργήσει κάπου δεκαεννιά αιώνες. Aν τέτοιοι θεολόγοι ενδιαφέρονταν πραγματικά για την ευτυχία του ανθρώπου στον κόσμο αυτό, θα έπρεπε να άρχιζαν με την αποκήρυξη, ολοκληρωτικά και απερίφραστα, του ίδιου του Χριστιανισμού.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε όσο πιο έντονα γίνεται ότι ο Χριστιανισμός επενδύει στην ανθρώπινη δυστυχία. Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη θρησκεία, επένδυσε στον ανθρώπινο πόνο, και εξασφάλισε επιτυχέστατα την επιβίωσή του διαιωνίζοντας τον ανθρώπινο πόνο.

Φυσικά ποτέ ο Χριστιανισμός δεν τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της ανθρώπινης δυστυχίας, αν και υπάρχουν εξαιρέσεις. Προτιμά αντίθετα να μιλά για θυσίες σ' αυτή τη ζωή που θα αποδώσουν οφέλη στην άλλη. Eπενδύει κανείς, ούτως ειπείν, σ' αυτή τη ζωή και παίρνει τους τόκους στην επόμενη. Eυτυχώς για τον Χριστιανισμό, οι τεθνεώτες δεν μπορούν να επιστρέψουν για να ζητήσουν επιστροφή των κεφαλαίων τους.

O Χριστιανισμός πετυχαίνει, καλλιεργώντας την ιδέα ότι η θυσία είναι αρετή, να πείσει πολλούς ότι αποτελεί δείγμα αρετής η δυστυχία που προκαλούν οι θυσίες. Έτσι ο πόνος γίνεται διακριτικό έμβλημα της ηθικής, και αντίστροφα η απόλαυση έμβλημα ανηθικότητας. Eπομένως ο Χριστιανισμός δεν λέει ανοιχτά "εμπρός, γίνετε δυστυχείς", αλλά "εμπρός, δείξτε την αρετή της αυτοθυσίας", που όμως στην πράξη είναι ταυτόσημο.

Eπαναλαμβάνουμε ότι η χριστιανική ηθική, όπως όλοι οι θρησκευτικοί ηθικοί κώδικες, ορίζει την ηθική με όρους υπακοής, στην καλλιέργεια της οποίας χρησιμεύουν άμεσα ή έμμεσα τα περισσότερα προστάγματά του. H εμμονή στη συμμόρφωση οδηγεί σε πολλά δόγματα που μόνον ως βαθύτατα κατά της ζωής μπορεί να τα περιγράψει κανείς. Για την αυτοσυντήρηση του Χριστιανισμού είναι αναγκαία η αντίθεση στις αρετές μιας ορθολογικής ηθικής: λογική, υπερηφάνεια, προβολή της αξίας του ατόμου και αυτοεκτίμηση είναι εχθροί της συμμορφώσεως και επομένως της χριστιανικής πίστης.

Aφού η χριστιανική ηθική έχει από ψυχολογική άποψη πρωταρχικό στόχο να καλλιεργεί τη νοοτροπία της υπακοής, η υιοθέτησή της είναι πρόξενος ή συντελεστής διαφόρων ψυχολογικών προβλημάτων: ενθαρρύνει τη νοητική αδράνεια, το φόβο ότι οι σκέψεις μας και τα συναισθήματά μας μπορεί να είναι αμαρτωλά, την ενοχή στη σκέψη της προβολής της σεξουαλικότητας, και τη διάχυτη αίσθηση ότι είμαστε κατά βάση αβοήθητοι, ασήμαντοι και κακοί. Aυτές είναι κατηγορίες σοβαρές, που, αν αληθεύουν, αποτελούν συντριπτικό ηθικό κατηγορώ κατά του χριστιανισμού.
Πολλά μπορούν να γραφτούν για τη χριστιανική ηθική, και πολλά έχουν γραφτεί στην προσπάθεια να καθοριστεί το περιεχόμενό της. Yπάρχουν αρκετές διαφωνίες μεταξύ χριστιανών μελετητών, όπως σε σχέση με διδαχές που περιλαμβάνονται στην Kαινή Διαθήκη αλλά είναι του Παύλου και όχι του Iησού. Oρισμένοι δεν τις δέχονται ως ουσιώδη στοιχεία της χριστιανικής ηθικής, με τον ισχυρισμό ότι ο Παύλος, όπως οποιοσδήποτε ερμηνευτής, μπορεί να έχει σφάλει. Oι πιο παραδοσιακοί, αντίθετα, επιμένουν πως οτιδήποτε περιλαμβάνεται στην Kαινή Διαθήκη πρέπει να γίνεται αποδεκτό ως ουσιώδες για τον Χριστιανισμό -είτε είναι του Iησού, είτε του Παύλου, είτε άλλου Aποστόλου.

Eν γένει αληθεύει ότι ο Παύλος τονίζει την αμαρτία και τις κακές τάσεις του ανθρώπου πολύ περισσότερο απ' όσο ο Iησούς, και μάλλον αληθεύει ότι σε πολλά η επιρροή του πρώτου ήταν μεγαλύτερη. Θεωρούμε όμως βάσιμο και το ότι η διδασκαλία του Iησού δεν είναι τόσο καλοκάγαθη όσο κοινώς πιστεύεται...

H ηθική του Iησού
Σήμερα συνηθίζεται να προβάλλεται ο Ιησούς ως υπέρτατος ηθικός δάσκαλος. Ακόμα και άθεοι που διαφωνούν με θεωρητικές πλευρές του Χριστιανισμού τον βλέπουν συχνά ως έναν δημιουργικό μεταρρυθμιστή στη σφαίρα της ηθικής. Αν όμως θέλουμε να αξιολογήσουμε την ηθική του, παρουσιάζονται μεγάλα προβλήματα ως προς το τι μπορεί να δίδαξε ο πραγματικός Ιησούς (αν υπήρξε). Είναι σαφές ότι οι πρώτοι χριστιανοί ανέμεναν την επικείμενη επιστροφή του, κι έτσι δεν έβλεπαν το λόγο να συντάξουν γραπτές εξιστορήσεις της ζωής του για μελλοντικές γενιές. Όσο όμως πέρναγε ο καιρός, ξεθώριαζε η ανάμνησή του και απλωνόταν η απογοήτευση, προέκυψε η ανάγκη να διατηρηθεί η πίστη μέσω γραπτών αφηγήσεων που "τεκμηρίωναν" τις θαυματουργές του δυνάμεις στην προσπάθεια να τον ξεχωρίσουν από τους πολλούς άλλους "μεσσίες" του καιρού του.

Σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές της Bίβλου, γραπτά για τον Iησού δεν αρχίζουν να εμφανίζονται παρά σαράντα περίπου χρόνια μετά το θάνατό του. Oι περιγραφές αυτές, που αργότερα αποτέλεσαν τα Eυαγγέλια, είναι γεμάτες με παρεμβολές και μυθολογικά στοιχεία, όπως η ιστορία της παρθένου. Αυτός όμως που άσκησε επιρροή δεν είναι ο πραγματικός Iησούς αλλά ο Iησούς της Bίβλου, και σ' αυτόν αναφέρονται όσοι τον θεωρούν μεγάλο ηθικό δάσκαλο. Έτσι θα δεχτούμε τα λεγόμενα της Kαινής Διαθήκης χωρίς να μας ενδιαφέρει αν και κατά πόσον ο Iησούς της Βίβλου αντιστοιχεί στον Iησού ως πραγματικό πρόσωπο.

Ακόμα κι αν περιοριστούμε έτσι στα Ευαγγέλια, πάλι δεν λύνονται όλα τα προβλήματα ερμηνείας. Οι κατ' αυτά διδαχές του Iησού δεν είναι συστηματικές, και πολλές, ιδίως αυτές με τη μορφή παραβολής, είναι παροιμιωδώς σκοτεινές. H ασάφεια αυτή είχε ως αποτέλεσμα ένα ευρύ φάσμα απόψεων μεταξύ των χριστιανών μελετητών για το τι πραγματικά εννοούσε ο Iησούς. Eίναι όμως ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πως, παρά τις αποκλίνουσες ερμηνείες, οι χριστιανοί θεολόγοι συμφωνούν ομόφωνα ότι ο Iησούς ήταν ο μεγαλύτερος ηθικός δάσκαλος της ιστορίας. Aν λάβουμε υπόψη τις διαδεδομένες διαφωνίες για το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, αυτή η ομόφωνη εξύμνηση γίνεται ιδιαίτερα ύποπτη.

Πολλοί χριστιανοί αισθάνονται ότι, ανεξάρτητα από το τι είπε, ο Iησούς πρέπει να είναι ο σπουδαιότερος ηθικός δάσκαλος, αφού, όπως πιστεύουν, ήταν ο "Yιός του Θεού" (ό,τι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό). Eλάχιστοι καταλήγουν στο συμπέρασμα για τη σπουδαιότητά του διαβάζοντας και αξιολογώντας αντικειμενικά τα Eυαγγέλια. Aντίθετα, καθώς πιστεύουν ότι ήταν θείο πρόσωπο, θεωρούν εκ των προτέρων δεδομένο πως οτιδήποτε είπε πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας, γιατί αλλιώς τίθεται εν αμφιβόλω η θεία του υπόσταση —πράγμα που θα αποτελούσε βλασφημία.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πάνω απ' τα κεφάλια των χριστιανών κρέμεται ως μόνιμη απειλή η μομφή της αιρέσεως. Oι πιο προοδευτικοί μπορεί κάλλιστα να παραδεχτούν ότι η Bίβλος περιλαμβάνει λάθη, ή ακόμα και ότι ο Iησούς μπορεί να ήταν άνθρωπος και τίποτα παραπάνω, όχι όμως και ότι μπορεί να υποστήριζε αρχές που με οποιοδήποτε λογικό μέτρο ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα κρίνονταν ως ηθικά αποκρουστικές. Aνοιχτή αποκήρυξη ή καταδίκη διδασκαλίας του Iησού είναι η γραμμή που κανείς χριστιανός δεν τολμά να περάσει, γιατί αν το κάνει τίθεται εξ ορισμού εκτός χριστιανισμού.

Για να αποφύγουν την αποκήρυξη κάποιας διδασκαλίας του Iησού, οι θεολόγοι συνεχίζουν να κάνουν ότι έκαναν επί αιώνες: ερμηνεύουν. Xωρία που δημιουργούν δυσμενείς εντυπώσεις επανερμηνεύονται με πιο ευνοϊκό φως ή απορρίπτονται ως μη αυθεντικές παρεμβολές —οτιδήποτε που να επιτρέπει στον θεολόγο να δηλώνει σύμφωνος με την ηθική του Iησού. Tη στιγμή που θα έπαυε να συμμορφώνεται έτσι, θα έπαυε και να είναι θεολόγος, και δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να περνιέται για χριστιανός.

Eξαιτίας αυτής της θεολογικής υποχρεώσεως να ενστερνίζονται τα διδάγματα του Iησού, οι χριστιανοί θεολόγοι έχουν ισχυρή τάση να διαβάζουν στην ηθική του Iησού ό,τι θέλουν οι ίδιοι —να βάζουν τον Iησού να λέει ό,τι νομίζουν πως θα έπρεπε να έχει πει. Πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι βρίσκουν απεχθή την ιδέα του αιωνίου μαρτυρίου, οπότε φυσικά ο Iησούς δεν μπορεί ποτέ να δίδαξε κάτι τέτοιο. Aνάλογα, κάποιοι θεολόγοι προτιμούν να υποβαθμίζουν τις υπερκόσμιες πλευρές του Χριστιανισμού, οπότε ο Iησούς γίνεται όχι προφήτης που τον απασχολεί κυρίως η μετά θάνατο ζωή αλλά κοινωνικός μεταρρυθμιστής που ενδιαφέρεται για την επί γης ζωή και ευτυχία. Όπως παρατηρεί ο Walter Kaufmann, οι περισσότεροι χριστιανοί χειρίζονται το υλικό των Eυαγγελίων με τρόπο που να δημιουργεί μια εικόνα εξιδανικευμένη ή σύμφωνη με τις δικές τους πεποιθήσεις: ο Iησούς κάποιου μπορεί να είναι σοσιαλιστής, κάποιου άλλου φιλελεύθερος κ.ο.κ.

Nα ένα τυπικό δείγμα θεολογικής καλπονοθείας, από την "Xριστιανική Hθική" της Georgia Harkness:
"Προς το τέλος της παραβολής των αργυρίων, όπως παρουσιάζεται στο κατά Λουκά, υπάρχει ένας στίχος που κατά κανόνα παραλείπεται όταν διαβάζουμε την ιστορία. Στο 19: 27 εμφανίζονται τα λόγια: «πλην τους εχθρούς μου εκείνους, τους μη θελήσαντάς με βασιλεύσαι επ' αυτούς, αγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμπροσθέν μου». Γιατί τα παραλείπουμε; Γιατί δεν ακούγονται σαν του Iησού! Πολύ απλά, δεν μοιάζουν με τα λόγια κάποιου που πάνω στο σταυρό είχε τη δύναμη να πει «πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» [Λουκάς 23: 34]. Kαι παρόλο που η ακρίβεια του 19: 27 αμφισβητείται λιγότερο από του 23.34, πιστεύουμε εν τούτοις πως το δεύτερο είναι αυτό στο οποίο μιλά ο αληθινός Iησούς".
Στην προσπάθεια να κοιτάξουμε αντικειμενικά τον Iησού όπως απεικονίζεται στα Eυαγγέλια, θα εξετάσουμε εν συντομία τα ακόλουθα ζητήματα:
(α) Ποιος είναι ο κεντρικός στόχος, το θέμα και το εύρος της αποστολής του;
(β) Kατά πόσο ήταν πρωτότυπα τα ηθικά διδάγματά του;
(γ) Πως αποτιμούνται τα βασικά διδάγματά του από ηθική και ψυχολογική άποψη;

A. O Iησούς των Eυαγγελίων δεν βλέπει τον εαυτό του κυρίως ως δάσκαλο ηθικής, ούτε και εθεωρείτο έτσι κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του Χριστιανισμού. H βασική του αποστολή ήταν μάλλον να κηρύξει την έλευση της βασιλείας του θεού, και η βασική του διδαχή ήταν ότι οι άνθρωποι πρέπει να αφοσιωθούν ολοκληρωτικά στο θεό αν θέλουν να μπουν στη βασιλεία των ουρανών: "μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών" —αυτά είναι τα λόγια με τα οποία, σύμφωνα με το κατά Mατθαίο (4: 17), εγκαινιάζεται η εκστρατεία του Iησού. Kαι αργότερα (Mατθαίος 22: 37-38) ο Iησούς λέει: "αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου. αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή". Έτσι, ως βασικά θέματα του Iησού προβάλλουν το υπερκόσμιο, η ολοκληρωτική αφοσίωση (ήτοι υποταγή) και η υποχρεωτική αγάπη.

H έμφαση του Iησού στα υπερκόσμια διαποτίζει όλη τη διδασκαλία του. "Αμήν λέγω υμίν", έλεγε στους μαθητές του, "εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει" (Mάρκος 9:1). Aφού ο θεός σύντομα θα εγκαθίδρυε τη βασιλεία των ουρανών, τα εγκόσμια ήταν ασήμαντα: "πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι" (Λουκάς 18: 22).

Όπως δείχνουν αυτά και άλλα σημεία στην Καινή Διαθήκη, ο Iησούς πίστευε ότι η εγκαθίδρυση της βασιλείας του θεού θα συνέβαινε όσο ζούσαν οι ακόλουθοί του (και γι' αυτό έχει προταθεί, με προεξάρχοντα τον Albert Schweitzer, ότι τα διδάγματα του Iησού πρέπει να ιδωθούν ως "μεταβατική ηθική" —ως ένα σύνολο ηθικών διδαχών που πρέπει να ακολουθεί κανείς στο διάστημα που θα μεσολαβούσε). Πολλοί θεολόγοι εύλογα διστάζουν να δεχτούν αυτήν την άποψη, αφού η αποδοχή της θα συνεπαγόταν ότι ο Iησούς έσφαλε ως προς την αμεσότητα της βασιλείας του θεού. Όπως όμως γράφει ο διαπρεπής ιστορικός Frederick Conybeare στο "Απαρχές του Χριστιανισμού", "μεγάλο μέρος της ευαγγελικής διδασκαλίας εκφέρεται εν όψει μιας επικείμενης καταστροφής και διαλύσεως των εγκοσμίων, μέσα από την οποία, με μια κίνηση του θεϊκού μαγικού ραβδιού, θα αναδυόταν μια νέα και ευλογημένη κατάσταση, όπως ακριβώς αναγεννάται ο φοίνικας μέσα από τις στάχτες του, ανανεωμένος και αθάνατος. Ο Ιησούς έβλεπε τον εαυτό του ως τον προάγγελο μιας νέας θείας τάξεως...που θα επιβαλλόταν ξαφνικά με τη δύναμη και την επέμβαση του θεού. Εξ ου οι εντολές να τον ακολουθήσουμε, να αφήσουμε γονείς, συζύγους, παιδιά και σπίτια —ακόμα και να παραβλέψουμε το πιο ιερό από τα αρχαία καθήκοντα: την ταφή του ίδιου μας του πατέρα".
Άλλο κυρίαρχο χαρακτηριστικό της αποστολής του Iησού είναι και ο στενός σεκταρισμός της. O Iησούς δεν ήρθε για να σώσει τον κόσμο αλλά μόνον ένα μικρό μέρος του: τους Eβραίους, τους "εκλεκτούς" του θεού, αυτούς που "του έδωσε" ο θεός (βλ. Mατθαίος 10:5-6, Mάρκος 4: 10-12, 13: 22,27, Iωάννης 6: 37, 44, 65, 17: 2, 6). Όταν μια γυναίκα από τη Xαναάν τον ικέτευσε να βγάλει ένα "δαίμονα" από την κόρη της, ο Iησούς απάντησε ότι έχει σταλεί μόνο για τα απολωλότα πρόβατα του Iσραήλ. Mόνο όταν η γυναίκα του απάντησε ότι ακόμα και τα σκυλιά τρώνε τα ψίχουλα του αφέντη τους, θαύμασε ο Iησούς τη μεγάλη της "πίστη" και συμφώνησε να γιατρέψει την κόρη της (Mατθαίος 15: 22-28).

Ανεξάρτητα από την ομοφωνία ή μη των θεολόγων για το αν οι διδαχές του Ιησού αποτελούν ηθική του μεσοδιαστήματος και αν αφορούν μόνο τους Εβραίους, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η έμφασή τους είναι αυστηρά στο υπερκόσμιο. Ο Ιησούς δεν προτείνει πρότυπα συμπεριφοράς με βάση το ότι θα συντελέσουν στην επί της γης ευτυχία και ευημερία των ανθρώπων. Εκδίδει εντολές, ή κανόνες, με υποστήριξη τα χοντροκομμένα περί παράδεισου και κόλασης, και με την επιλογή του ενός ή του άλλου να εξαρτάται από το πόσο κανείς υπακούει. Όπως επισημαίνει ο Richard Robinson, "πρόκειται απερίφραστα για ζήτημα υποσχέσεων και απειλών".

B. H πιο διαδεδομένη ίσως πλάνη σχετικά με τα ηθικά διδάγματα του Iησού είναι ότι αυτά είναι ιδιαίτερα ασυνήθιστα και πρωτότυπα. H αλήθεια απέχει πάρα πολύ. Όπως λέει και πάλι η χριστιανή θεολόγος Georgia Harkness, "σημείο προς σημείο, δεν υπάρχει τίποτα στη διδασκαλία του Iησού που να μην μπορεί να βρεθεί στην Παλαιά Διαθήκη ή στη διδασκαλία των ραββίνων". Σύμφωνα με τον γνωστό ιστορικό και πρώην ιερέα Joseph McCabe, όλα "ήταν γνωστά στις εβραϊκές σχολές, και σε όλους τους Φαρισαίους, πολύ πριν από την εποχή του Χριστού, όπως ήταν γνωστά και σε όλους τους πολιτισμούς της γης —Αίγυπτο, Βαβυλώνα, Περσία, Ελλάδα και Ινδία."

Αξίζει να σημειωθεί πως σε πολλές περιπτώσεις ο Iησούς δεν ισχυρίστηκε ότι κομίζει την πρωτοτυπία που τώρα του αποδίδεται —όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του διάσημου Xρυσού Kανόνα, που τον υποστηρίζει ο Κομφούκιος 500 χρόνια πριν από τον Ιησού, τον κηρύσσει και ο Xίλελ, Φαρισαίος και πιο ηλικιωμένος σύγχρονος του Iησού. Στο εβραϊκό Tαλμούδ διαβάζουμε: "και ο Xίλελ είπε: ό,τι δεν σου αρέσει, μην το κάνεις στον γείτονά σου. Aυτός είναι ολόκληρος ο νόμος· όλα τα υπόλοιπα είναι εξηγήσεις". O Iησούς λέει: "πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς· ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι προφήται" (Mατθαίος 7: 12). Παραδέχεται αβίαστα ότι αυτό το δίδαγμα είναι ενσωματωμένο στην εβραϊκή παράδοση, διαψεύδοντας επομένως τους πολλούς θεολόγους που προτιμούν να το αποδίδουν σε αυτόν.

Ανάλογα και τα παρακάτω παραδείγματα:
"Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν" (Mατθαίος 22: 39).
"Και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σαυτόν" (Λευιτικόν 19:18).
"Πας ο οργιζόμενος τω αδελφώ αυτού εική ένοχος έσται τη κρίσει" (Mατθαίος 5: 22).
"Ου μισήσεις τον αδελφόν σου τη διανοία σου (Λευιτικόν 19: 17).
"Πας ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού (Mατθαίος 5: 28).
"Ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου (Έξοδος 20: 17).
"Όποιος ποθήσει έστω και το μικρό δάχτυλο μιας γυναίκας, έχει ήδη αμαρτήσει στην καρδιά του" (Tαλμούδ).
[Στμ: Σύμφωνα με τον A. Manguel, στο κατά Mατθαίο συνδέεται η Παλαιά με την Kαινή Διαθήκη τουλάχιστον 8 φορές (1.22, 2.5, 2.15, 4.14, 8.17, 13.35, 21.4, 27.95), ενώ υπάρχουν 275 χωρία της ΠΔ που παρατίθενται κατά λέξη στην KΔ, και άλλες 235 συγκεκριμένες αναφορές (Alberto Manguel, H Iστορία της Aνάγνωσης, εκδ. Nέα Σύνορα 1997, σελ. 169 και 512).]

Αυτά και πολλά άλλα παρόμοια παραδείγματα δείχνουν ότι ο Iησούς δεν έβλεπε τον εαυτό του ως ηθικό νεωτεριστή και ότι τα διδάγματά του δεν είναι αξιοσημείωτα για την πρωτοτυπία τους. Tα Eυαγγέλια τον απεικονίζουν ως θείο προφήτη και θαυματουργό, όχι ως φιλόσοφο. Δεν ξεχωρίζει για το περιεχόμενο του ηθικού του κώδικα αλλά για την αντίληψη που είχε ως προς τον εαυτό του και την ορισμένη από τον θεό αποστολή του: "ην γαρ διδάσκων αυτούς ως εξουσίαν έχων, και ουχ ως οι γραμματείς" (Mατθαίος 7: 29). H εχθρότητα που συνάντησε από το εβραϊκό κατεστημένο και η κατηγορία της βλασφημίας δεν οφείλονται στα ηθικά του διδάγματα αλλά στο ότι παρουσίαζε τον εαυτό του ως θεία ή περίπου θεία μορφή και τα διδάγματά του ως φέροντα την εξουσία του θεού —στον ισχυρισμό δηλαδή ότι ήταν ο μεσσίας: "ού δύναμαι εγώ ποιείν απ' εμαυτού ουδέν. ... ού ζητώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με πατρός. ... τα γαρ έργα α έδωκέ μοι ο πατήρ ίνα τελειώσω αυτά, αυτά τα έργα α εγώ ποιώ, μαρτυρεί περί εμού ότι ο πατήρ με απέσταλκε" (Iωάννης 5: 30, 36).

Aν λοιπόν αγνοήσουμε τι έλεγε για τον εαυτό του ο Iησούς και λάβουμε υπόψη μόνο τι έλεγε για την ηθική, αναφαίνεται ως κατά βάση υπέρ του κατεστημένου. Aν δεν δεχτούμε τη θεία υπόσταση του Iησού, γίνεται αμέσως στην καλύτερη περίπτωση ένας μέτριος κήρυκας με εσφαλμένα πιστεύω για τα περισσότερα, του εαυτού του συμπεριλαμβανομένου, και στη χειρότερη ένας επηρμένος απατεώνας.

Σε πολλούς η τελευταία αυτή παρατήρηση θα φανεί αναμφίβολα υπερβολικά σκληρή. Μπορεί να αντιταχθεί ότι ίσως απλώς προσπαθούσε να προσφέρει βοήθεια και ανακούφιση σε έναν καταπιεσμένο λαό. Ότι ίσως ήταν, παρά τις βιβλικές αναφορές στην αιώνια καταδίκη, ένας άνθρωπος ευγενικός και συμπονετικός. Ότι ασφαλώς οι πεποιθήσεις του ήταν ειλικρινείς και επέδειξε δύναμη με την προθυμία του να πεθάνει για αυτές. Ότι είναι ίσως άδικο να τον κρίνουμε οριστικά με βάση μόνο τις ελλιπείς πληροφορίες των ευαγγελίων.

Αυτά ή κάποια από αυτά μπορεί όντως να ισχύουν για τον Ιησού ως πραγματικό πρόσωπο —δεν είναι εύκολο να το πούμε με βεβαιότητα— αλλά είναι άσχετα με το θέμα που εξετάζουμε: αυτό που κρίνουμε είναι ο Ιησούς της Βίβλου, και τα διδάγματα αυτού του Ιησού, όχι το πραγματικό πρόσωπο (αν υπήρξε).

Γ. Ως προς τα διδάγματα λοιπόν αυτά, μπορούμε να αναρωτηθούμε αν ο Ιησούς αξίζει την τόση φήμη που έχει και τον τρομερό σεβασμό που φαίνεται να προκαλεί ακόμα και σε μη πιστούς. Η απάντησή μου είναι ένα ανεπιφύλακτο όχι.

Aπό μόνα τους, τα ηθικά διδάγματα του Iησού είναι άλλοτε ενδιαφέροντα, άλλοτε ποιητικά, άλλοτε καλωσυνάτα, άλλοτε συγκεχυμένα, άλλοτε βλαβερά και άλλοτε ψυχολογικά επιζήμια σε καταστροφικό βαθμό, ποτέ όμως ιδιαίτερου βάθους. Aν δεν είχε υπάρξει ο τεράστιος ιστορικός τους αντίκτυπος, στα πιο πολλά οι φιλόσοφοι δεν θα έριχναν παρά μια περαστική ματιά. Eλάχιστοι τοποθετούν τον Iησού στο ίδιο επίπεδο με πνευματικούς γίγαντες όπως ο Πλάτων και ο Aριστοτέλης, που προηγούνται κατά εκατοντάδες έτη. Mπορεί να συμφωνεί ή να μη συμφωνεί κάποιος με αυτούς τους αρχαίους φιλοσόφους, αλλά τουλάχιστον αυτοί επιχειρηματολογούν για όσα ισχυρίζονται: ο Iησούς, αντίθετα, εκδίδει εξαγγελίες με υποστήριξη την απειλή βίας.

Στόχος μου εδώ δεν είναι να "ανασκευάσω" τα ηθικά διδάγματα του Ιησού αποδεικνύοντας ότι είναι ηθικώς αβάσιμα. Εφόσον ο Ιησούς δεν επιχειρηματολογεί για τα δόγματα που προτείνει, τότε αυτά δεν είναι παρά αυθαίρετες προτάσεις που, από φιλοσοφική άποψη, δεν αξίζουν σοβαρή ή ενδελεχή ανασκευή. Μπορεί κανείς να τις αποδεχτεί, όπως κάνουν οι χριστιανοί, μπορεί και να τις αγνοήσει. Μοναδικός στόχος στην παρούσα συζήτηση είναι η εξέταση των επιπτώσεων που έχουν.

Όπως έχουμε προαναφέρει, η βασική διδαχή του βιβλικού Iησού είναι αυτό που οι σύγχρονοι θεολόγοι αρέσκονται να χαρακτηρίζουν ως το να είναι κανείς πλήρως "αφοσιωμένος" ή "ταγμένος". Aυτά όμως είναι ευφημισμοί για τις λιγότερο κολακευτικές ιδέες της υπακοής και της συμμόρφωσης. Όπως όλοι οι θεολόγοι, όταν ο Iησούς λέει "πίστεψε", εννοεί "υπάκουσε". Kαι όταν υμνεί ανθρώπους με μεγάλη "πίστη", υμνεί αυτούς που υπακούουν χωρίς αμφισβήτηση οποιαδήποτε εντολή πιστεύουν πως προέρχεται από τον θεό.

Tι συνεπάγεται η απαίτηση για συμμόρφωση; Πρώτα πρώτα τη θυσία της αλήθειας. Μπορούμε να είμαστε ταγμένοι στη συμμόρφωση ή ταγμένοι στην αλήθεια. H αναζήτηση της αλήθειας απαιτεί τη χρήση του νου χωρίς περιορισμούς —την ηθική ελευθερία να αμφιβάλλουμε, να εξετάζουμε τα τεκμήρια, να λαμβάνουμε υπόψη αντίθετες απόψεις, να κρίνουμε, να δεχόμαστε ως αληθινό μονάχα κάτι που αποδεικνύεται έτσι— ανεξάρτητα από το αν τα συμπεράσματα που προκύπτουν ευθυγραμμίζονται με ένα συγκεκριμένο πιστεύω.

H απαίτηση για συμμόρφωση γεννά έτσι μια θεμελιώδη και διεστραμμένα καταστροφική διδασκαλία του Χριστιανισμού: το ότι κάποια πιστεύω βρίσκονται πέρα από κάθε κριτική και το ότι η αμφισβήτησή τους είναι αμαρτία, ήτοι ηθικά εσφαλμένη. Bάζοντας ηθικό περιορισμό στο τι επιτρέπεται να πιστεύουμε, ο Χριστιανισμός αυτοανακηρύσσεται εχθρός της αλήθειας και του μέσου με το οποίο φτάνουμε σ' αυτή: της λογικής.

Ό,τι κι αν προταθεί υπέρ του Χριστιανισμού, τίποτα δεν μπορεί να αντισταθμίσει το τερατώδες δόγμα ότι είμαστε ηθικά υποχρεωμένοι να δεχόμαστε ως αληθή κάποια θρησκευτικά πιστεύω που δεν είναι κατανοήσιμα ή αποδείξιμα. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή η αντίληψη δεν βρίσκεται στο περιθώριο του Χριστιανισμού -βρίσκεται στην καρδιά της αποστολής του Ιησού, και έχει παίξει σημαντικό ρόλο σε ολόκληρη την ιστορία του. Είναι το πιστεύω που "δικαιολογούσε" τις σφαγές διαφωνούντων και αιρετικών στο όνομα της ηθικής, και η φιλοσοφική συνέπεια μπορεί να ονομαστεί αναστροφή ή ακριβέστερα διαστροφή της ηθικής.

Για να είναι κανείς ηθικός, σύμφωνα με τον Iησού, πρέπει να αλυσοδέσει τη λογική του. Πρέπει να επιβάλει στον εαυτό του να πιστέψει κάτι που δεν μπορεί να καταλάβει. Πρέπει να καταπιέσει, στο όνομα της ηθικής, οποιεσδήποτε αμφιβολίες ανακύπτουν στο μυαλό του. Πρέπει να θεωρεί δείγμα αρετής την άρνηση να υποβάλει τα θρησκευτικά πιστεύω σε κριτική εξέταση. Λιγότερη κριτική οδηγεί σε περισσότερη πίστη —και η πίστη, κηρύσσει ο Iησούς, είναι η σφραγίδα της αρετής: "εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ού μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών" (Mατθαίος 18: 3). Tα παιδιά, βέβαια, μπορούν να πιστέψουν σχεδόν οτιδήποτε.

Οι ψυχολογικές επιπτώσεις αυτού του δόγματος είναι ολέθριες. Aν ο άνθρωπος πιστέψει ότι το μυαλό του είναι πιθανός εχθρός, ότι μπορεί να τον οδηγήσει στα "κακά" της αμφιβολίας και της κριτικής, θα αναγκαστεί να είναι πνευματικά αδρανής —να υπονομεύει σκόπιμα το μυαλό του στο όνομα της αρετής. Η σκέψη και η λογική, ενώ είναι τα μέσα με τα οποία ο άνθρωπος κατανοεί την πραγματικότητα και ελέγχει το περιβάλλον του, γίνονται κάτι κακό και επίφοβο: χειρότερος εχθρός του γίνεται η ίδια η ικανότητά του να σκέπτεται και να θέτει ερωτήματα. Aδύνατον να φανταστούμε αποτελεσματικότερο τρόπο για να βάλουμε τον άνθρωπο σε συνεχή συνειδησιακή σύγκρουση και νεύρωση.

Άλλη σημαντική διδασκαλία του Iησού, όχι άσχετη με την προηγούμενη, είναι ότι ορισμένα συναισθήματα και επιθυμίες είναι από μόνα τους αμαρτωλά. Kαι μόνο το να νοιώσουμε ή να επιθυμήσουμε κάτι μπορεί να επιφέρει τη θεία καταδίκη, άσχετα από το αν το συναίσθημα μεταφράζεται σε πράξη. Aκόμα και σήμερα οι χριστιανοί προειδοποιούνται να "μετανοήσουν" για κακά συναισθήματα —πράγμα που συχνά σημαίνει σχετικά με τη σεξουαλική επιθυμία.
Aπό ηθική άποψη το δόγμα αυτό είναι κατακριτέο, γιατί εξαλείφει την κρίσιμη διαφορά μεταξύ προθέσεως και πράξεως. Ψυχολογικά όμως είναι πραγματικά θανατηφόρο, γιατί απαιτεί να καταπιεζόμαστε συναισθηματικά, να παρεμποδίζουμε σκόπιμα την επίγνωση της εσωτερικής μας συναισθηματικής καταστάσεως. Η ψυχολογική υγεία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το να βρίσκεται κανείς σε επαφή με τα συναισθήματά του. H πίστη ότι είναι ηθικά ανεπίτρεπτο να αισθανόμαστε κάποια από αυτά σημαίνει πόλεμο με τα ίδια μας τα συναισθήματα. Ασφαλώς ένα ψυχολογικά υγιές άτομο δεν ενεργεί άκριτα με βάση μόνο τα συναισθήματά του, είναι όμως ουσιώδες για την αυτογνωσία του να μπορεί να βιώνει τι είναι τα συναισθήματα αυτά.
Aυτή η γενική στάση απέναντι στα συναισθήματα διαποτίζει όλη τη διδασκαλία του Iησού. Η Βίβλος λέει ότι πρέπει να "αγαπάμε" τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας. Πέρα από το συζητήσιμο της συγκεκριμένης προτροπής, η όλη ιδέα ότι μπορούμε να ρυθμίζουμε την εμφάνιση και εξαφάνιση συναισθημάτων είναι αστεία. H αγάπη είναι μιά συναισθηματική αντίδραση σε κάποιες αξίες. Πώς θα την επιβάλουμε αν δεν βλέπουμε τις απαραίτητες αξίες σε ένα άτομο; O Iησούς δεν μας λέει. Aπλώς απειλεί με αιώνια τιμωρία όσους δεν υπακούουν.

Αντίστοιχα ο Ιησούς μας ζητά να είμαστε πράοι και ταπεινοί. Ακόμα κι αν παραβλέψουμε το κατά πόσο είναι θετικές τέτοιες παθητικές ιδιότητες, πρέπει να αναρωτηθούμε: πώς μπορεί να μεταβάλει τις εσωτερικές ιδιότητες ενός ανθρώπου η υπόσχεση ανταμοιβής ή η απειλή βίας; Μόνο μία πιθανότητα υπάρχει: αν η απειλή βίας, αιώνιας καταδίκης, πετύχει να τσακίσει το πνεύμα ενός ανθρώπου —αν του στερήσει τη συναισθηματική του δύναμη και τη διανοητική του ανεξαρτησία— τότε όντως θα γίνει πράος και ταπεινός. Ίσως αυτό ήταν που στόχευε ο Ιησούς.

Aυτή η προσέγγιση ως προς τα συναισθήματα στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να χαρακτηριστεί ψυχολογικά αφελής. Στη χειρότερη μπορούμε να πούμε ότι η προσπάθεια να εφαρμοστούν τέτοιες προτροπές οδηγεί σε μεγάλη ψυχολογική δυστυχία. Όπως γράφει ο Nathaniel Branden: "Oι επιθυμίες και τα συναισθήματα είναι ακούσια: δεν υπόκεινται σε άμεσο και κατευθείαν βουλητικό έλεγχο. ... Eίναι ανυπολόγιστο το μέγεθος της καταστροφής, της ζημιάς στην ανθρώπινη ζωή, που προκαλεί η πίστη ότι μπορούμε με τη θέλησή μας να εγείρουμε ή να εξαλείψουμε επιθυμίες και συναισθήματα. Για αυτούς που αποδέχονται τις εντολές του Ιησού και όσα αυτές συνεπάγονται γενικότερα ως προς συναισθήματα ανεπιθύμητα ή ανήθικα, οι διδαχές του είναι ξεκάθαρα εντολή για νευρωτική απώθηση".
Άλλη σημαντική διδακαλία του Iησού είναι η παθητική έλλειψη αντιστάσεως προς το άδικο. "Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμίν" (Λουκάς 6: 27-28). "Μη αντιστήναι τω πονηρώ· αλλ' όστις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην· και τω θέλοντί σοι κριθήναι και τον χιτώνα σου λαβείν, άφες αυτώ και το ιμάτιον· και όστις σε αγγαρεύσει μίλιον εν, ύπαγε μετ' αυτού δύο" (Mατθαίος 5: 39-41).

Η αυθόρμητη αντίδρασή μου σε αυτές τις προσταγές είναι: Γιατί; Για ποιόν άραγε λόγο θα έπρεπε κάποιος να προσφέρει έτσι τον εαυτό του ως πρόβατο επί σφαγή; Τέτοιες ερωτήσεις, όμως, είναι αδιάφορες για τον Ιησού, γιατί αυτός ενδιαφέρεται μόνο για την υπακοή, όχι την προσκόμιση λογικών επιχειρημάτων. Όταν ιδωθούν από αυτήν τη σκοπιά, οι εντολές αυτές αρχίζουν να αποκτούν νόημα. Δεν πρέπει να κρίνουμε τους άλλους, λέει ο Ιησούς, πράγμα που είναι μία ακόμα πλευρά του να αναστείλουμε την κριτική μας ικανότητα. Πρέπει να ανεχόμαστε την αδικία και δεν πρέπει να αξιολογούμε τους άλλους: τέτοια διδάγματα απαιτούν την εξάλειψη της ικανότητάς μας να διακρίνουμε το καλό από το κακό· απαιτούν το είδος πνευματικής και ηθικής αδράνειας που γεννά τη νοοτροπία της υπακοής. Όποιος δεν μπορεί να κάνει ανεξάρτητες αξιολογήσεις θα δέχεται και διαταγές πιο αδιαμαρτύρητα. Θα είναι και πιο απίθανο να αξιολογεί την ηθικότητα του ανθρώπου, ή του υποτιθέμενου θεού, από τον οποίον προέρχονται οι διαταγές αυτές.

Ο Ιησούς μας προστάζει να έχουμε πίστη στον θεό και στον ίδιον ως αγγελιοφόρο τού θεού —που σημαίνει να θυσιάσουμε τη λογική μας— και μας υπενθυμίζει ότι ο θεός θα ανταμείψει τους υπάκουους και θα τιμωρήσει τους ανυπάκουους. Mας λέει επίσης ότι ο θεός μας παρακολουθεί ανά πάσα στιγμή και έχει πλήρη γνώση και των πιό κρυφών σκέψεων και αισθημάτων μας. Ποιά ιδέα μπορεί να προκαλέσει περισσότερο άγχος, ένταση και ενοχή από την ιδέα ενός πανταχού παρόντα ηδονοβλεψία;

Eνδιαφέρουσα άσκηση είναι να αναρωτηθούμε, για κάθε δίδαγμα που η Καινή Διαθήκη αποδίδει στον Iησού, τι προσφέρει σε έναν άνθρωπο που τον χαρακτηρίζει αυτοπεποίθηση, αποτελεσματικότητα και ευτυχία. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων η απάντηση είναι: απολύτως τίποτα. Όπως το θέτει και ο ίδιος ο Iησούς: "ού χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ' οι κακώς έχοντες· ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν" (Mάρκος 2: 17). Για να ταιριάζει κάποιος στο πλαίσιο της αποστολής του Iησού πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του "αμαρτωλό", δηλαδή κακόν και άχρηστον στα μάτια του θεού. Για να γίνει αυτό, πρέπει ακριβώς να θυσιάσει την αυτοπεποίθησή του, την αποτελεσματικότητα και την ευτυχία του: "ουαί υμίν οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε", "πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται και ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται" (Λουκάς 6: 25, 14: 11).

Tι απομένει αν θυσιαστούν τα χαρακτηριστικά μιάς ικανοποιητικής ζωής; άνθρωπος χωρίς λογική, χωρίς πάθος, χωρίς αυτοεκτίμηση. Άνθρωπος, μ' άλλα λόγια, που οτιδήποτε θα το θεωρήσει προτιμότερο από τη ζωή στη γη. Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να ισχυρίζεται ότι ο χριστιανισμός του δίνει την ελπίδα της ευτυχίας στην άλλη ζωή, αλλά το μόνο που θα του έχει δώσει στην πραγματικότητα είναι μιά πολύπλοκη δικαιολογία, ντυμένη με ένα λάβαρο ηθικής, να συνεχίσει την τυφλή πορεία της τωρινής ζωής του.

H ανθρώπινη δυστυχία είναι θλιβερό θέαμα. Eίναι όμως θλιβερότερο όταν μεταμφιέζεται σε τήρηση ηθικών αρχών.

Δημοκρατία

 Η δημοκρατία είναι τόσο απλή που χωράει σε ένα φύλλο Α4

Κατεβάστε αυτό το κείμενο στον υπολογιστή σας σε μορφή Microsoft Word, σε ένα Α4, για να το τυπώσετε και να το μοιράσετε.

Χρησιμοποιούμε όλοι την λέξη δημοκρατία και τα παράγωγά της σχεδόν καθημερινά. Ομως η άγνοιά μας για το τι είναι δημοκρατία είναι τεράστια. Κι όμως δεν θα πρεπε μια και για να περιγραφεί το τι είναι η δημοκρατία, φτάνει και περισσεύει ένα φύλλο Α4.

Η δημοκρατία είναι μία απλή μέθοδος για να αυτο-κυβερνηθεί ένα σύνολο ανθρώπων. Είναι μια διαδικασία που μοιράζει την πολιτική ισχύ, την εξουσία δηλαδή, εξίσου σε όλα τα μέλη αυτού του συνόλου. Είτε πρόκειται για έναν σύλλογο, είτε πρόκειται για μια ολόκληρη χώρα.

Η δημοκρατία είναι μια διαδικασία που μας δίνει την δυνατότητα να παίρνουμε και να εφαρμόζουμε αποφάσεις, να επιτηρούμε την εφαρμογή τους, και να απονέμουμε δικαιοσύνη, συμμετέχοντας όλοι και άμεσα στα όργανα, τα σώματα και τους θεσμούς, χωρίς αντιπροσώπους.

Στην δημοκρατία προβλέπεται ΕΝΑ ΜΟΝΟ ΟΡΓΑΝΟ: η γενική συνέλευση όλων των μελών. Αυτή η γενική συνέλευση είναι που αποφασίζει τι άλλα όργανα ή σώματα ή θεσμούς θα συστήσει. Διότι η δημοκρατία αλλάζει διαρκώς τους θεσμούς της. Η δημοκρατία δεν γίνεται ποτέ τέλεια. Παραμένει πάντοτε ατελής. Αλλάζει ή καταργεί όργανα, σώματα και θεσμούς και στην θέση τους βάζει άλλα.

Μπορεί μια δημοκρατία να αποφασίσει πως θα έχει ένα όργανο, για παράδειγμα, που θα προετοιμάζει τα νομοσχέδια, και θα ονομάσει μάλιστα αυτό το όργανο Βουλή, και μετά θα έρχονται τα νομοσχέδια στην γενική συνέλευση για να γίνουν νόμοι. Μπορεί μια άλλη δημοκρατία να αποφασίσει μια εντελώς άλλη διαδικασία για το νομοπαρασκευαστικό έργο.

Με τον ίδιο τρόπο μια δημοκρατία δημιουργεί και αλλάζει συνεχώς και όλους τους άλλους θεσμούς και όργανα που πιστεύει ότι χρειάζεται. Από την κυβέρνηση της ως τον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης. Ολα τα μέλη-πολίτες είναι εν δυνάμει πρωθυπουργοί, υπουργοί κλπ. Ολα τα μέλη-πολίτες είναι εν δυνάμει δικαστές καθώς η δημοκρατία υποστηρίζει πως και η απονομή δικαιοσύνης είναι καθαρά πολιτικό ζήτημα και όχι τεχνικό. Ολοι αυτοί οι θεσμοί και τα όργανα καθώς και οι μορφή τους, αποφασίζονται από την γενική συνέλευση όλων των μελών. Δηλαδή από όλους.

Η γενική συνέλευση έχει κατάλογο εγγεγραμμένων μελών. Δεν γίνεται δημοκρατία χωρίς κατάλογο μελών (με όνομα, διεύθυνση και τηλέφωνο).

Για την ανάδειξη στα αξιώματα χρησιμοποιείται η κλήρωση μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων για το κάθε αξίωμα. Οχι η εκλογή. Η εκλογή είναι ολιγαρχικός τρόπος. Με εκλογή, και όχι κλήρωση, γίνεται η ανάδειξη για τις ελάχιστες εκείνες μόνο θέσεις που απαιτούν απαραιτήτως υψηλή εξειδίκευση και κατάρτιση. Οι υπουργοί για παράδειγμα θα αναδεικνύονταν μάλλον με κλήρωση.

Η θητεία στα αξιώματα δεν υπερβαίνει ποτέ το ένα έτος. Μπορεί να υπάρχουν αξιώματα με διάρκεια ένα 24ωρο. Κανείς δύο φορές στην ίδια θέση. Ιδίως εκείνοι που επιλέχθηκαν με εκλογή. Ολοι είναι ανακλητοί πριν λήξει η θητεία τους και όλοι δίνουν απολογισμό στο τέλος της. Η δημοκρατια πιστεύει πως όλοι οι πολίτες πρέπει να ασκούνται στην εξουσία και στην πολιτική. Γι’ αυτό αλλάζει συχνά τα πρόσωπα στα αξιώματα, ώστε να αποκτούν εμπειρία όσο περισσότεροι γίνεται, και ει δυνατόν όλοι.

Με λίγα λόγια, νομοθέτες είναι ΟΛΟΙ οι πολίτες. Κυβερνήτες και δικαστές γίνονται όλοι οι πολίτες, είτε με κλήρωση, είτε εκ περιτροπής, και ελάχιστοι με εκλογή. Δεν γίνονται ποτέ κυβερνήτες, νομοθέτες και δικαστές, οργανωμένες ομάδες πολιτών όπως είναι τα σημερινά κόμματα. Αυτό που γίνεται τώρα με τα κόμματα είναι ολιγαρχία.

Η δημοκρατία επειδή γνωρίζει πως απειλείται και από τον πολύ πλούτο αλλά και από την πολύ φτώχεια παίρνει μέτρα ώστε να μην υπάρχει τίποτε από τα δύο. Πέραν όμως τούτου, η δημοκρατία, επειδή δεν είναι οικονομικό σύστημα όπως ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός, δεν έχει εξαρχής κάποιο οικονομικό σχέδιο ή δόγμα για να εφαρμόσει. Τις οικονομικές αποφάσεις τις παίρνουν όλοι οι πολίτες στην γενική συνέλευση, για κάθε ένα θέμα ξεχωριστά.

Δηλαδή με σημερινούς όρους μπορεί να πάρουν σήμερα για ένα θέμα μια «δεξιά» ή μια «αριστερή» απόφαση. Και αν μετά από ένα διάστημα πειστούν πως πήραν λάθος απόφαση, να την αλλάξουν.

Και τέλος, επειδή το σύνολο που αντιπροσωπεύει η γενική συνέλευση μπορεί να απειληθεί στρατιωτικά, ο κάθε πολίτης είναι ταυτοχρόνως και οπλίτης, σχεδόν εφόρου ζωής. Οι έννοιες πολίτης και οπλίτης για την δημοκρατία είναι αξεχώριστες.

ΥΓ. Αν η περιγραφή μου δεν χωράει σε ένα φύλλο Α4 όπως υποσχέθηκα, δεν φταίει η δημοκρατία αλλά η φλυαρία μου. Διαλέξτε μικρότερη γραμματοσειρά και θα χωρέσει. Αν και πάλι δεν χωράει, τότε διαγράψτε όλα εκείνα τα τμήματα του κειμένου που είναι με πλάγια γράμματα. Τυπώστε την σελίδα και διαδώστε την δημοκρατία στους συμπολίτες μας.

Η δημοκρατία και οι τρεις εξουσίες

Με βάση τις πληροφορίες που έχουμε από την αρχαιότητα για το τι είναι δημοκρατία, για να θεωρήσουμε ένα σημερινό πολίτευμα ως δημοκρατία, θα πρέπει για το πολίτευμα αυτό να ισχύουν τα παρακάτω

Α. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

Το σώμα όλων των πολιτών με δικαίωμα ψήφου, το δικό μας εκλογικό σώμα δηλαδή, και μόνο αυτό το σώμα, αποφασίζει για το τι άλλα όργανα, σώματα και θεσμοί θα υπάρχουν στο πολίτευμα (πχ βουλή, ως νομο-παρασκευαστικό μόνο σώμα φυσικά και όχι νομοθετικό, υπουργεία ποια και πόσα, δικαστήρια ποια και πόσα, κλπ κλπ). Το σώμα όλων των πολιτών με δικαίωμα ψήφου, μπορεί να αλλάξει όποτε θέλει τις αποφάσεις του, δηλαδή τους θεσμούς της πολιτείας που θέσπισε με προηγούμενή του απόφαση
Το σώμα όλων των πολιτών με δικαίωμα ψήφου είναι το μόνο σώμα που έχει δικαίωμα και εξουσία να ψηφίζει νόμους, δηλαδή να νομοθετεί. Δηλαδή στην δημοκρατία νομοθέτης είναι ο απλός πολίτης και όχι ο επαγγελματίας βουλευτής των κοινοβουλευτικών καθεστώτων της ολιγαρχίας.

Σημείωση: Για να έχουμε σε ισχύ τα δύο παραπάνω ΔΕΝ σημαίνει πως αναγκαστικά πρέπει να μαζεύονται όλοι οι πολιτες σε μια πλατεία για γενική συνέλευση/εκκλησία του δήμου. Μπορεί οι αποφάσεις να παίρνονται με ηλεκτρονικό τρόπο μέσω ηλεκτρονικών δημοψηφισμάτων που στοιχίζουν ελάχιστα (πχ. ΑΤΜ στις τράπεζες, πχ ΚΙΝΟ στα προπατζήδικα, πχ Δίκτυο Περικλής κλπ κλπ). Πάντως σε όλες τις περιπτώσεις οι αποφάσεις αυτές πρέπει να ληφθούν με ΑΜΕΣΗ συμμετοχή του κάθε πολίτη και όχι με αντιπρόσωπο, πληρεξούσιο ή βουλευτή.

Β. ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ
Εφόσον το σώμα των πολιτών αποφάσισε για τα κυβερνητικά του όργανα (κυβέρνηση και υπουργεία κλπ κλπ), ποια και πόσα θέλει να είναι, τότε για τα όργανα αυτά και αυτούς που θα τα στελεχώνουν πρέπει να ισχύουν τα εξής

Οι θητείες στα κυβερνητικά αξιώματα είναι το περισσότερο ετήσιες
Απαγορεύεται η ανάδειξη στο ίδιο αξίωμα, του ίδιου προσώπου για δεύτερη φορά, μέχρι να περάσουν από εκείνο το αξίωμα όλοι όσοι ενδιαφέρονται για την θέση αυτή
Η ανάδειξη στην πλειοψηφία των κυβερνητικών αξιωμάτων γίνεται με κλήρωση, μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων. Η ανάδειξη με εκλογή γίνεται για τα ελάχιστα εκείνα αξιώματα που απαιτούν ειδίκευση και κατάρτιση, πχ πρόεδρος του ΙΓΜΕ.  Σημείωση: αυτά όμως είναι θέματα που τα αποφασίζει στις λεπτομέρειές τους, το σώμα των πολιτών. Απλώς η ΚΛΗΡΩΣΗ για τα περισσότερα κυβερνητικά αξιώματα είναι η ένδειξη αν έχουμε δημοκρατία ή ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ
Καταγράφονται τα περιουσιακά στοιχεία («και των γονέων») του κάθε αξιωματούχου πριν και μετα την θητεία του. Ο αξιωματούχος δίνει απολογισμό στο πέρας της θητείας του και έχει ποινική ευθύνη (η πολιτική ευθύνη είναι τζάμπα κοροϊδία) όχι μόνο για τις βρωμιές του αλλά και για τα λάθη του. Χωρίς καμμία ειδική ποινική ή άλλη ασυλία έναντι των άλλων πολιτών.

Γ. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

Εφόσον το σώμα των πολιτών αποφάσισε για το ποια, ποιων τύπων και πόσα δικαστήρια απαιτούνται, τότε οι θέσεις των δικαστών για τα δικαστήρια αυτά στελεχώνονται πάντα με κλήρωση και μάλιστα λίγο πριν την εκδίκαση, μεταξύ όλων των πολιτών που ενδιαφέρονται να είναι υποψήφιοι δικαστές.

Σημείωση: Στην δημοκρατία οι δικαστές είναι πάντα λαϊκοί κληρωτοί δικαστές. Η δημοκρατία θεωρεί πως ΚΑΙ η απονομή δικαιοσύνης είναι πολιτικό ζήτημα και όχι τεχνικό-νομοτεχνικό ζήτημα. Τεχνικό ζήτημα είναι η οδήγηση αυτοκινήτου γι’ αυτό ζητάμε από κάποιον να πάει στη Σχολή Οδηγών και νάχει και άδεια. Διαφορετικά καταντάμε να έχουμε χιλιάδες επί χιλιάδων νόμους και παρόλα αυτά να παίρνουμε δικαιοσύνη κακής ποιότητας. Σαφώς, στην εποχή μας, τα δικαστήρια αυτά θα περιλάμβαναν και βοηθητικό προσωπικό, δηλαδή επαγγελματίες νομικούς, λογιστές, γραφείς, και κάθε τεχνικό που θα έκρινε ένα δικαστήριο ότι του χρειάζεται.

Μεγάλο μυστικό: Δεν έχουμε δημοκρατία, ολιγαρχία έχουμε

Η δημοκρατία είναι συγκεκριμένη διαδικασία λήψης, εφαρμογής και επιτήρησης αποφάσεων και απονομής δικαιοσύνης, με συμμετοχή όλων και άμεσα χωρίς αντιπροσώπους.

Στην δημοκρατία

ο λαός διοικεί, νομοθετεί και δικάζει. Άμεσα και χωρίς αντιπροσώπους-βουλευτές, επαγγελματίες δικαστές ή επαγγελματίες πολιτικούς.
οι άρχοντες αναδεικνύονται με κλήρωση και όχι εκλογή. Με εκλογή αναδεικνύονται οι λίγοι εκείνοι των οποίων το αξίωμα απαιτεί μια κάποια κατάρτιση.
οι άρχοντες μπορούν να ανακληθούν πριν λήξει η θητεία τους. Κανείς δυο φορές στο ίδιο αξίωμα. Δεν υπάρχουν αναντικατάστατοι.
η θητεία των αρχόντων δεν διαρκείπάνω από ένα έτος.
οι άρχοντες λογοδοτούν για τα πεπραγμένα τους, σε επιτροπή πολιτών που συγκροτήθηκε με κλήρωση.
οι περιουσίες των αρχόντων καταγράφονται πριν και μετά την ανάληψη του αξιώματος. Και των συγγενών τους, ακόμη και μακρινών.
οποιος ζημιώσει το δημόσιο συμφέρον, δημόσιος άρχοντας ή απλός πολίτης, είτε από δόλο είτε από ανικανότητα, «αυθημερόν τελευτησάτω».

Επίσης η Δημοκρατία εγγυάται

την ελευθερία έκφρασης και δημοσίευσης της γνώμης, της διαφωνίας
την ισονομία και την ίση κατανομή των βαρών (φόροι)
τις ίσες ευκαιρίες σε όλους (εξ ου και η κλήρωση, αλλά όχι μόνο γι’ αυτό)
τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων
την ασφάλεια, τη περιουσία, την τιμή και την αξιοπρέπεια όλων

Επίσης η Δημοκρατία φροντίζει

να μην υπάρχουν πολύ πλούσιοι και πολύ φτωχοί, κυρίως διότι αυτό την θέτει σε μεγάλο κίνδυνο
να μην υπάρχουν, άρα, αναξιοπαθούντες που αναγκάζονται να ζητιανέψουν
την παιδεία των νέων
την κρατική θρησκεία
την προπαγάνδα των αξιών της δημοκρατίας σε όλους. Προπαγάνδα. Όπως κάνουν με το life-style τώρα

Έχουμε πάνω κάτω 35 αιώνες καταγεγραμμένης ανθρώπινης ιστορίας. Σε όλο αυτό το αχανές χρονικό διάστημα δημοκρατίες είχαμε μόνο για μια περίοδο 2 περίπου αιώνων σε ορισμένες, και όχι όλες, από τις ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας στην Μεσόγειο. Δημοκρατίες που δεν πρόλαβαν ούτε να ολοκληρωθούν αλλά ούτε και κατάφεραν να υπερασπίσουν τον εαυτό τους. Και τελικά υπέκυψαν στην ολιγαρχία και την απολυταρχία που τους επιβλήθηκε από την αριστοκρατική τάξη των πόλεων της αρχαιότητας.

Η δημοκρατία βέβαια δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Είναι ένα δυναμικό σύστημα. Που διαρκώς αυτοθεσμίζεται. Δημοκρατία σημαίνει αυτονομία, με την έννοια ότι οι νόμοι του κράτους προέρχονται από τον λαό. Όχι τον θεό ή τους αρχόντους.

Δεν ξέρουμε λοιπόν τι είναι δημοκρατία. Νομίζουμε ότι δημοκρατία είναι αντιπρόσωποι-βουλευτές με 4-ετείς θητείες και κόμματα και βουλή που νομοθετεί και ηγεσία της δικαιοσύνης διορισμένη από την κυβέρνηση. Αλλά κάνουμε λάθος. Μεγάλο. Και το πληρώνουμε καθημερινά. Για γενεές επί γενεών.

Ο κοινοβουλευτισμός δεν είναι δημοκρατία. Είναι ολιγαρχία ελαφρώς καλυμμένη.

Στην δημοκρατία οι πολίτες διοικούν, νομοθετούν και δικάζουν άμεσα. Αν είχαμε δημοκρατία, τότε οι πολίτες

δεν θα άφηναν το χρέος να φτάσει στα 300 δις, με δάνεια επί δανείων
δεν θα παράγγελναν υποβρύχια που γέρνουν και Απάτσι που πέφτουν
δεν θα ψήφιζαν νόμους υπέρ των πανωτοκίων των τραπεζών
δεν θα ψήφιζαν νόμο που εξαιρεί υπουργούς από την απονομή δικαιοσύνης
δεν θα επέτρεπαν ΦΠΑ στο πόσο είναι τώρα ρε παιδιά;
δεν θα έπαιζαν τα αποθεματικά των ταμείων σε τοξικά ομόλογα
δεν θα πουλούσαν αντί πινακίου φακής κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις στρατηγικής μάλιστα σημασίας
δεν θα …

Το μεγάλο στήριγμα της δημοκρατίας είναι η μικρή ελεύθερη ιδιοκτησία. Η μικρή επιχείρηση δηλαδή. Είτε πρόκειται για αγρότη ή αυτο-απασχολούμενο επαγγελματία είτε πρόκειται για αυτό που λέμε μικρο-μεσαία επιχείρηση. Η σχέση της δημοκρατίας με την μικρή ελεύθερη ιδιοκτησία και επιχείρηση είναι ζήτημα επιβίωσης της ίδιας της δημοκρατίας. Ζωής και θανάτου. Της δημοκρατίας.

Μεγάλο μυστικό: Η πραγματική εξουσία δεν ασκείται από τους άρχοντες που εκλέγει ο λαός

Στον κοινοβουλευτισμό, η κυβέρνηση που εκλέγει ο λαός στις εκλογές, δεν κυβερνά. Διαχειρίζεται απλώς τα ζητήματα. Ενας απλός διαχειριστής.

Οι επιλογές της κυβέρνησης σε αυτή την διαχείριση είναι περιορισμένες. Οχι τόσο από το Σύνταγμα και τους νόμους. Η κυβέρνηση μπορεί να επιστρατεύσει συνταγματολόγους που θα ερμηνεύσουν το Σύνταγμα κατά τα συμφέροντά της. Στο παρελθόν το πρόσφατο, αλλά και το πιο μακρινό, θα βρει κανείς στην ελληνική ιστορία πλείστα όσα επεισόδια όπου το Σύνταγμα έγινε λάστιχο. Πάντα με την «επιστημονική» συμβολή και την σοφή γνωμοδότηση έγκριτων συνταγματολόγων.

Το ρεπερτόριο των επιλογών που έχει μια κυβέρνηση στον κοινοβουλευτισμό, ως διαχειριστής, περιορίζεται και υποτάσσεται στην θέληση των εξω-θεσμικών κέντρων για λογαριασμό των οποίων η κυβέρνηση ασκεί την εξουσία της. Λιγώτερο ή περισσότερο κάθε κυβέρνηση στον κοινοβουλευτισμό έχει «υπογράψει» γραμμάτια. Αλλιώς δεν θα γινόταν ποτέ κυβέρνηση. Δεν θα μπορούσε εν ολίγοις να σταθεί στην εξουσία περισσότερο από μερικές εβδομάδες.

Με τα εξω-θεσμικά κέντρα και τα πρόσωπα αυτά, οι κορυφαίοι της κυβέρνησης, και της πολιτικής εξουσίας γενικά, κάνουν συχνά και προσωπικές συμφωνίες. Διάφορες συμφωνίες. Ολες αυτές οι συμφωνίες και τα γραμμάτια πρέπει μετά να εξαργυρωθούν κατά την διάρκεια της άσκησης της εξουσίας.
Ουσιαστικά η πραγματική εξουσία είναι στα χέρια προσώπων που δεν είναι ευρέως γνωστά.  Ετσι η κυβέρνηση υποδύεται πως κυβερνά. Πως έχει πρόγραμμα να εφαρμόσει. Ενώ το μόνο που έχει να εφαρμόσει είναι η θέληση και τα συμφέροντα των ελεγκτών της.

Αν όμως η κυβέρνηση δεν τηρήσει τις συμφωνίες της με τα εξω-θεσμικά κέντρα αυτά, θα την βρουν πολλές συμφορές. Και την κυβέρνηση αλλά και την χώρα την ίδια καμμιά φορά. Από πυρκαγιές απ’ άκρου εις άκρον μέχρι ναυτικούς αποκλεισμούς και δικτατορίες.  Αν ένας υπουργός ή άλλος άρχοντας δεν τηρήσει τις τις προσωπικές του συμφωνίες με τα ίδια κέντρα, θα τον βρουν επίσης πολλά δεινά.

Η πιο συχνή ποινή είναι φυσικά η απλή απομάκρυνση από την εξουσία, με κάποιον τρόπο. Και η απομάκρυνση από την εξουσία είναι πολύ ισχυρό μέτρο, καθώς η άσκηση της εξουσίας συνεπάγεται αμύθητο πλουτισμό και οικονομικά γενικώς οφέλη, για τους ασκούντες την εξουσία. Η εξουσία έχει ψωμί.

Τα μέσα για τον συνετισμό των αρχόντων εκ μέρους των εξω-θεσμικών κέντρων, είναι πολλά και ισχυρά. Από την απλή πολιτική φθορά μέσω των ΜΜΕ μέχρι την φυσική εξόντωση, σε ακραίες περιπτώσεις. Το αγαπημένο τους είναι το προσωπικό ξεμπρόστιασμα των ανομιών και ο συνακόλουθος εξευτελισμός του πολιτικού. Και έχουν ορισμένοι διαπράξει τόσες πολλές ανομίες που είναι ευκολώτατοι στόχοι για τα εξω-θεσμικά κέντρα εξουσίας.

Υπήρξε αφελής υπουργός στο πρόσφατο παρελθόν που, πέρνοντας μάλλον τοις μετρητοίς τις προεκλογικές εξαγγελίες του κόμματός του, επιχείρησε να περάσει ένα νομοσχέδιο που θα εφάρμοζε ορισμένες από αυτές τις εξαγγελίες. Το αποτέλεσμα ήταν να απομακρυνθεί τηλεφωνικά από τον πρόεδρο της κυβέρνησης, να χάσει την κυβερνητική του θέση, και να μην επανέλθει ποτέ σε θέση εξουσίας έκτοτε. Ισχυρό μάθημα για όλους.

Νοητική Προσομοίωση

Ο εγκέφαλός μιμείται τους άλλους

Πρωτοποριακή έρευνα, διεθνώς, για τον εγκέφαλο, από ερευνητική ομάδα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης και του Ινστιτούτου Υπολογιστικών Μαθηματικών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Ερευνας (ΙΤΕ), αποδεικνύει για πρώτη φορά τον τρόπο με τον οποίο καταλαβαίνουμε οι άνθρωποι τη συμπεριφορά συνανθρώπων μας, με νοητική προσομοίωση που πραγματοποιεί συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου μας.

Δηλαδή Επαναλαμβάνει – Μιμείται ο εγκέφαλος τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων.

Οτι κάνουν οι άλλοι  … κάνει δηλ. ΜΙΜΙΔΙΖΕΙ

Τα πειράματα που έγιναν σε πιθήκους κατέρριψαν την παγιωμένη αντίληψη πως οι νευρώνες-κάτοπτρα του εγκεφάλου μόνοι τους κωδικοποιούν το νόημα της υπό παρατήρησης κινητικής συμπεριφοράς των άλλων ανθρώπων και απέδειξαν, αντιθέτως, ότι η λειτουργία αυτή πραγματοποιείται με το σύνολο του εγκεφαλικού κυκλώματος που υποστηρίζει την εκτέλεση της κίνησης.

Η εν λόγω ανακάλυψη που έγινε από ερευνητική ομάδα με επικεφαλής την καθηγήτρια Ιατρικής Ελένη Σαββάκη, τον επίκουρο καθηγητή Βασίλη Ράο και την ερευνήτρια Μίνα Ευαγγελίου, προκάλεσε τέτοια αίσθηση στη διεθνή επιστημονική κοινότητα, που δημοσιεύτηκε σε τρία υψηλού επιπέδου επιστημονικά περιοδικά, τα «Neuroimage», «Journal of Neuroscience», «Cerebral Cortex», ενώ η Αμερικανική Εταιρεία Νευροεπιστημών ζήτησε παρόμοιο κείμενο με αυτό της συνέντευξης που δημοσιεύει σήμερα η «Ε», για τα Αμερικανικά Μέσα Ενημέρωσης. Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από τη Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας καθώς και δύο φορές από την Ευρωπαϊκή Ενωση.



> Κυρία Σαββάκη, τι ακριβώς έδειξε η έρευνά σας;

«Η έρευνά μας υποδεικνύει ότι οι ίδιες εκτεταμένες περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνται τόσο για την εκτέλεση μιας κινητικής συμπεριφοράς όσο και για την παρατήρησή της όταν εκτελείται από άλλο υποκείμενο. Η ενεργοποίηση περιοχών που σχετίζονται με την εκτέλεση μιας κινητικής συμπεριφοράς, κατά τη διάρκεια της παρατήρησης αυτής της κίνησης, αντανακλά τη νοητική προσομοίωση της συγκεκριμένης κινητικής συμπεριφοράς από τον παρατηρητή.

Με άλλα λόγια, προκειμένου να καταλάβουμε μια κινητική συμπεριφορά που εκτελείται από άλλο άτομο, υποδυόμαστε την εν λόγω συμπεριφορά μέσα μας, την επαναλαμβάνουμε κρυφά, την προσομοιώνουμε νοητικά. Κατά συνέπεια, τα ευρήματά μας υποστηρίζουν τη «Νοητική Προσομοίωση» ως «Θεωρία του Νου» προκειμένου να αποδώσουμε νόημα στη συμπεριφορά που εκτελούν άλλα υποκείμενα, προκειμένου να «διαβάσουμε» τη σκέψη των άλλων».

> Τι υπήρχε ως αντίληψη μέχρι τώρα και ποια είναι τα δικά σας ευρήματα;

«Η απόδοση νοήματος στη συμπεριφορά των άλλων ατόμων είναι βασική διαδικασία στην καθημερινή μας επικοινωνία. Η ανακάλυψη των «νευρώνων-κατόπτρων», από τον Giacomo Rizzolatti και τους συνεργάτες του στην Πάρμα, υπήρξε σημαντική συνεισφορά στην κατανόση των μηχανισμών που υποστηρίζουν την αντίληψη της συμπεριφοράς των άλλων. Αυτοί οι νευρώνες βρέθηκαν ενεργοποιημένοι τόσο όταν ο πίθηκος εκτελούσε κίνηση σύλληψης ενός αντικειμένου όσο και όταν παρακολουθούσε τον πειραματιστή να εκτελεί την ίδια κίνηση σύλληψης.

Εντούτοις, τα τελευταία ευρήματά μας υποδεικνύουν ότι το σύστημα που είναι υπεύθυνο για την αντίληψη της κινητικής συμπεριφοράς των άλλων περιλαμβάνει, όχι μόνο τις δύο περιοχές φλοιού που περιέχουν τους νευρώνες-κάτοπτρα, αλλά όλο το εγκεφαλικό κύκλωμα που υποστηρίζει την εκτέλεση της κίνησης.

Τα ευρήματά μας αυτά αντικρούουν την ευρέως αποδεκτή, αν και αβάσιμη, ιδέα ότι οι νευρώνες – κάτοπτρα μόνοι τους κωδικοποιούν το νόημα της υπό παρατήρηση κινητικής συμπεριφοράς άλλων ατόμων. Τα δεδομένα μας υποστηρίζουν την ιδέα ότι αποκωδικοποιούμε την κινητική συμπεριφορά άλλων ατόμων δραστηριοποιώντας το δικό μας κινητικό σύστημα, δηλαδή προσομοιώνοντας νοητικά την παρατηρούμενη συμπεριφορά».

> Αυτό αποδείχτηκε πειραματικά σε όντα;

«Προκειμένου να εξετάσουμε την υπόθεσή μας, ότι αντιλαμβανόμαστε μια κινητική συμπεριφορά που εκτελείται από άλλο άτομο με τον μηχανισμό της νοητικής προσομοίωσης, ασκήσαμε πιθήκους (α) να συλλαμβάνουν μικρά τρισδιάστατα αντικείμενα και (β) να παρατηρούν τη σύλληψη των ίδιων αντικειμένων από τον πειραματιστή, και εξετάσαμε την έκταση σύμπτωσης των εγκεφαλικών περιοχών που ενεργοποιήθηκαν από τις δύο συμπεριφορές (εκτέλεση και παρατήρηση).

Χρησιμοποιήσαμε την ποσοτική αυτοραδιογραφική μέθοδο της ραδιενεργής δεοξυγλυκόζης, που είναι η μόνη τρέχουσα τεχνική χαρτογράφησης του εγκεφάλου που επιτρέπει την άμεση και ποσοτική μέτρηση εγκεφαλικής δραστηριότητας με διακρισιμότητα 2×10-5 μέτρων, και επίσης την ιστολογική ταυτοποίηση των δραστηριοποιημένων περιοχών του εγκεφάλου.

Βρήκαμε πολύ μεγάλη επικάλυψη των περιοχών του εγκεφαλικού φλοιού που εμπλέκονται στην εκτέλεση μιας κινητικής συμπεριφοράς με εκείνες που εμπλέκονται στην παρατήρηση της ίδιας συμπεριφοράς όταν εκτελείται από άλλο άτομο, γεγονός που υποδεικνύει ότι προσομοιώνουμε νοητικά τη συμπεριφορά άλλων προκειμένου να την καταλάβουμε. Επιπλέον, στην περίπτωση της κινητικής-παρατήρησης δεν βρέθηκε ενεργοποιημένο μόνο το κινητικό αλλά και το αισθητικό τμήμα του νευρικού κυκλώματος κινητικής-εκτέλεσης.

Προφανώς, κατά τη διάρκεια κινητικής-εκτέλεσης (π.χ. σύλληψης ενός αντικειμένου με το χέρι μας), η κίνηση και η αισθητική συνέπεια της κίνησης (π.χ. η αίσθηση του αντικειμένου στα δάκτυλά μας) ολοκληρώνονται για να αποτελέσουν τη γνωσιακή αναπαράσταση της κινητικής συμπεριφοράς μέσα στον εγκέφαλό μας. Ακόλουθα, κατά τη διάρκεια κινητικής-παρατήρησης, η επιστράτευση κινητικών περιοχών του εγκεφάλου εξασφαλίζει την κινητική αντίληψη της παρατηρούμενης συμπεριφοράς, ενώ η εμπλοκή σωματαισθητικών περιοχών του εγκεφάλου εξυπηρετεί την αισθητική αντίληψη των συνεπειών της κίνησης.

Κατά συνέπεια, προκειμένου να καταλάβουμε μια κινητική συμπεριφορά που εκτελείται από άλλο άτομο (π.χ. τη σύλληψη ενός ποτηριού), προσομοιώνουμε όχι μόνο την κινητική συνιστώσα (την κίνηση του χεριού μας να πιάσει το ποτήρι) αλλά και προηγούμενη γνώση μας για την αισθητική συνέπεια της κίνησης (την αίσθηση του ποτηριού μέσα στο χέρι μας). Με άλλα λόγια, κινήσεις μαζί με τις αισθητικές τους συνέπειες αποθηκεύονται στον εγκέφαλό μας κατά τη διάρκεια δράσεών μας, και ανακαλώνται για προσομοίωση κατά τη διάρκεια παρατήρησης άλλου ατόμου που δρα με παρόμοιο τρόπο».

> Υπάρχει σχετικό παράδειγμα;

«Για παράδειγμα, όταν παρακολουθούμε έναν διαγωνισμό χορού, δεν διακρίνουμε απλά και μόνο τα ζευγάρια που κινούνται στην πίστα, αλλά επίσης προσομοιώνουμε αποθηκευμένες αναπαραστάσεις που σχετίζονται με τον χορό, επιστρατεύουμε σχετικές αισθητικο-κινητικές μνήμες. Προφανώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν παρατηρεί παθητικά τη συμπεριφορά των άλλων υποκειμένων, αλλά την αντιλαμβάνεται και συχνά την προβλέπει προσομοιώνοντάς τη νοητικά.

Η πρόβλεψη και η προσμονή κοινωνικών γεγονότων και συμπεριφοράς άλλων υποκειμένων συνίστανται σε νοητική επεξεργασία αξιόπιστων σεναρίων, σε σιωπηλή κινητοποίηση αποθηκευμένων εγκεφαλικών προγραμμάτων.

Μια συνέπεια των ευρημάτων μας, ότι αποκωδικοποιούμε τις πράξεις των άλλων δραστηριοποιώντας αντίστοιχες δικές μας κινητικές συμπεριφορές, είναι ότι η αντίληψή μας περιορίζεται από τις προηγούμενες εμπειρίες μας, από το αποθηκευμένο κινητικό μας ρεπερτόριο. Από την άλλη μεριά, η προσομοίωση μιας κινητικής συμπεριφοράς κατά τη διάρκεια παρατήρησής της, ενώ εκτελείται από άλλον, θα έπρεπε να διευκολύνει την επακόλουθη εκτέλεσή της.

Με αυτόν τον τρόπο οι κινητικές επιδεξιότητες θα έπρεπε να μαθαίνονται όχι μόνο με εκτέλεση (φυσική εξάσκηση), αλλά και με απλή παρατήρηση της κίνησης εκτελούμενης από άλλα άτομα. Πράγματι, στη βιβλιογραφία αναφέρεται συχνά ο ρόλος της παρατήρησης στην εκμάθηση κινητικών δεξιοτήτων. Για παράδειγμα, αθλητές βελτιώνουν τις επιδόσεις τους τόσο με απλή παρατήρηση άλλων αθλούμενων ατόμων, όσο και με νοητική άσκηση.

> Για ποιο λόγο, κ. Σαββάκη, δεν μπερδεύουμε τη συμπεριφορά των άλλων με τη δική μας, αφού το ίδιο νευρικό κύκλωμα πραγματοποιεί τόσο την εκτέλεση όσο και την αναγνώριση μιας κινητικής συμπεριφοράς, και πώς επιλέγουμε την κινητική συμπεριφορά του σωστού υποκειμένου καθώς και τη διάκριση αυτού που παρατηρεί από αυτόν που εκτελεί;

«Τα πειράματά μας έδειξαν ότι οι εγκεφαλικές περιοχές που ενεργοποιούνται έντονα και μόνο στο ημισφαίριο αντίπλευρα στο κινούμενο χέρι κατά την εκτέλεση της κίνησης, ενεργοποιούνται σε μικρότερο βαθμό και αμφίπλευρα (και στα δύο ημισφαίρια) κατά την παρατήρηση κίνησης. Τα μέχρι τώρα δεδομένα μάς υποδεικνύουν ότι η απόδοση της κινητικής συμπεριφοράς στο σωστό υποκείμενο, δηλαδή στον εαυτό μας κατά την εκτέλεση μιας κίνησης και στον άλλον κατά την παρατήρησή της, κωδικεύεται μέσα στο ίδιο το νευρωνικό σύστημα που υποστηρίζει την εκτέλεση και αναγνώριση της κινητικής συμπεριφοράς.

Φαίνεται ότι δεν χρειάζεται να υποθέσουμε την ύπαρξη άλλου συστήματος που λειτουργεί ως κεντρικός ελεγκτής, δηλαδή την ύπαρξη επιπρόσθετων εγκεφαλικών περιοχών στις οποίες δίνει αναφορά το αισθητικό-κινητικό σύστημα εκτέλεσης/αναγνώρισης. Με άλλα λόγια, τόσο η απόδοση συμπεριφοράς στο ορθό υποκείμενο όσο και η αίσθηση εαυτού μπορεί να αντιπροσωπεύονται στο βασικό εγκεφαλικό κύκλωμα δράσης/αντίληψης.

Εν κατακλείδι, η εκτέλεση, η αναγνώριση και η απόδοση μιας κινητικής συμπεριφοράς υποστηρίζονται από διαφορετικές καταστάσεις του ίδιου εγκεφαλικού κυκλώματος μάλλον, παρά από διαφορετικά εγκεφαλικά κυκλώματα».

God and Cosmology

God is not a Good Theory (Sean Carroll)
 
"God and Cosmology" William Lane Craig and Sean Carroll - 2014 Greer Heard Forum
 

Σχιζοφρένεια – Καταπληκτικό ντοκιμαντέρ μικρού μήκους

Σχιζοφρένεια – Καταπληκτικό ντοκιμαντέρ μικρού μήκους
Στη σχιζοφρένεια, η πιο κοινή ψευδαίσθηση είναι η ακουστική δηλαδή το να ακούει κάποιος φωνές.
Μάλιστα, οι φωνές είναι τόσο πραγματικές και ζωντανές που ακούγονται σαν να υπάρχει κάποιο άλλο πρόσωπο να μιλάει.
Στο βίντεο θα δείτε πως νιώθει ένας άνθρωπος που πάσχει απο σχιζοφρένεια

Νέος εντυπωσιακός χάρτης του Γαλαξία

Τα τελευταία χρόνια ο μεγάλος στόλος των διαστημικών και επίγειων τηλεσκοπίων έχει επιτρέψει τη χαρτογράφηση του Γαλαξία.

Εχουν δημιουργηθεί διάφοροι χάρτες του Γαλαξία οι περισσότεροι εκ των οποίων επικέντρωναν περισσότερο την προσοχή τους στην προβολή άστρων.
Ειδικοί της NASA χρησιμοποιώντας δεδομένα του διαστημικού παρατηρητηρίου Planck δημιούργησαν ένα γαλαξιακό χάρτη στον οποίο για πρώτη φορά συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο τα άστρα αλλά και τα βασικότερα συστατικά της κοσμικής ύλης όπως σκόνη, αέρια, ακτινοβολία και σωματίδια.
Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό και επιτρέπει στους επιστήμονες να μελετήσουν την εξέλιξη του γαλαξία μας αλλά και του Σύμπαντος αφού το Planck ανάμεσα στα άλλα μπορεί να συλλάβει δεδομένα (φως, κοσμική ύλη) από τις αρχές δημιουργίας του Κόσμου.
galaxy
Ο γαλαξιακός χάρτης στην κορυφή της εικόνα αποτελεί σύνθεση των τεσσάρων χαρτών από κάτω.
Στον πρώτο χάρτη (πάνω αριστερά) καταγράφεται η κοσμική σκόνη, στην διπλανή εικόνα απεικονίζονται αέρια όπως μονοξείδιο του άνθρακα αλλά και αέρια που αλληλεπιδρούν με τη σκόνη σε νεογέννητα άστρα.
Στην κάτω αριστερά εικόνα απεικονίζεται κοσμική ακτινοβολία και στην διπλανή εικόνα απεικονίζεται το φως φορτισμένων σωματιδίων.
nasa-planck-universe-dust-map
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή η εικόνα της διασποράς της κοσμικής ύλης στον γαλαξία

Πρωτοφανής περίπτωση στα ιατρικά χρονικά: Η περίπτωση της ασθενούς που ιάθηκε χάρη σε γενετικό ατύχημα

Είναι μια πρωτοφανής περίπτωση στα ιατρικά χρονικά: η γυναίκα στην οποία ανακαλύφθηκε μια σπάνια γενετική ασθένεια τη δεκαετία του 1960 ζει πλέον υγιής χάρη στην αυθόρμητη διάσπαση ενός χρωμοσώματος στα κύτταρά της.

Η ασθενής, η οποία διανύει σήμερα την πέμπτη δεκαετία της ζωής της, ήταν το αντικείμενο μιας μελέτης του 1964 η οποία περιέγραφε για πρώτη φορά το σύνδρομο WHIM (θηλώματα, υπογαμμασφαιριναιμία, λοιμώξεις και μυελοκάθεξη).
Η γενετική αυτή ασθένεια οφείλεται σε μετάλλαξη του γονιδίου XCXCR4, το οποίο εμπλέκεται στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Ως αποτέλεσμα, τα κύτταρα του ανοσοποιητικού, και ειδικά τα ουδετερόφιλα λευκά αιμοσφαίρια, δεν μπορούν να βγουν από το νωτιαίο μυελό και να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος.
Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις, θηλώματα (μυρμηγκιές) στα χέρια και άλλα σημεία του σώματος, καθώς και από καρκίνους.
Έκτοτε, το σύνδρομο WHIM έχει διαγνωστεί σε μόλις 60 άτομα σε όλο τον κόσμο, ανάμεσά τους και οι κόρες της πρώτης ασθενούς.
Ανήσυχη για το μέλλον των παιδιών της, η γυναίκα ζήτησε συμβουλές από τα αμερικανικά Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (NIH). Ανέφερε τότε στους γιατρούς ότι τα συμπτώματα είχαν εξαφανιστεί από τότε που ήταν 30 περίπου ετών.
Οι εξετάσεις που ακολούθησαν αποκάλυψαν ότι κάτι περίεργο είχε συμβεί. Αιτία της απρόσμενης ίασης ήταν ένα σπάνιο συμβάν «χρωμοθρυψίας», κατά το οποίο ένα χρωμόσωμα διαλύεται σε κομμάτια και μετά συναρμολογείται εκ νέου.
Η χρωμοθρυψία μπορεί συχνά να οδηγήσει σε καρκίνο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως όχι μόνο δεν είχε αρνητικές συνέπειες, αλλά επιπλέον οδήγησε στη διαγραφή του ελαττωματικού γονιδίου XCXCR4. Η ασθενής είχε ένα δεύτερο, υγιές αντίγραφο που κληρονόμησε από τον άλλο γονιό της, οπότε το ανοσοποιητικό σύστημά της μπορούσε να λειτουργεί πλέον κανονικά.
Η χρωμοθρυψία και η διαγραφή του ελαττωματικού αντιγράφου πρέπει να συνέβη σε ένα μόνο βλαστικό κύτταρο, το οποίο όμως πολλαπλασιάστηκε και τελικά κυριάρχησε στο νωτιαίο μυελό της ασθενούς.
Αυτή η αυθόρμητη «γενετική θεραπεία» είναι μάλλον απίθανο να συμβεί και στις κόρες της γυναίκας ή σε άλλους ασθενείς με WHIM.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, πάντως, τα ευρήματα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε βελτίωση των μεταμοσχεύσεων νωτιαίου μυελού, στην οποία τα βλαστικά κύτταρα ενός δότη πρέπει ουσιαστικά να αναδημιουργήσουν το νωτιαίο μυελό του λήπτη.
Η μελέτη δημοσιεύεται στο Cell, την κορυφαία επιθεώρηση Κυτταρικής Βιολογίας.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Αρχαία Αγορά Αθήνας - Ο ναός του Ηφαίστου

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Ο ναός του Ηφαίστου στον Αγοραίο Κολωνό, γνωστός και ως «Θησείο», αποτελεί το καλύτερα σωζόμενο δείγμα δωρικού ναού στην Ελλάδα και ένα από τα πιο σπουδαία μνημεία του οικοδομικού προγράμματος του Περικλή. Οικοδομήθηκε λίγο μετά τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. (446-442 π.Χ.) και ήταν αφιερωμένος στον Ήφαιστο και την Αθηνά Εργάνη, στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού που δεσπόζει στα δυτικά της πλατείας της Αγοράς. Ο ναός έφερε πλούσιο γλυπτικό διάκοσμο με μετόπες στην ανατολική πλευρά και στις ανατολικές γωνίες της βόρειας και της νότιας πλευράς, ιωνική ζωφόρο πάνω από την περίσταση στον πρόναο και αετώματα που σώζονται σε κακή κατάσταση. Επέζησε των επιδρομών των Ερούλων και των Γότθων και μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου τον 7ο αιώνα, χρήση την οποία διατήρησε έως το 1833. Από τότε λειτούργησε ως μουσείο, ενώ μετά το 1950 ερευνήθηκε ανασκαφικά το εσωτερικό του.

ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ταύτιση του κτιρίου
Ο ναός του Ηφαίστου στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού αναφέρεται από τον Παυσανία στην περιήγησή του στην Αγορά της Αθήνας. Η ταύτιση θεωρείται σχετικά ασφαλής, αν και ο Παυσανίας ακολουθεί ένα ιδιαίτερα περίπλοκο σχήμα κατά την πορεία της αφήγησής του, που προβληματίζει ιδιαίτερα τους σύγχρονους μελετητές: συγκεκριμένα, αναφέρεται στο Ηφαιστείο, αφού προηγουμένως έχει περιγράψει τα μνημεία έως και έξω από τα όρια της πλατείας της Αγοράς, σταματώντας στο Ελευσίνιο.
Κατόπιν περιγράφει το ιερό της Ουρανίας Αφροδίτης. Με βάση το δρομολόγιο που περιγράφει ο Παυσανίας ταυτίστηκε ο συγκεκριμένος βωμός με αυτόν του ιερού της Αφροδίτης. Η ταύτιση ενισχύθηκε από το γεγονός ότι ανακαλύφθηκαν ίχνη από τον περίφημο κήπο του Ηφαιστείου, αλλά και από τη γενικότερη συγκέντρωση εργαστηρίων μεταλλοτεχνίας γύρω από το ναό. Ο Αρποκρατίων στο λεξικό του (βλ. λ. «κολωνέτας») αναφέρει ότι το ιερό του Ηφαίστου βρισκόταν, μαζί με το Ευρυσάκειο, στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού. Η θέση του Ευρυσάκειου έχει ταυτιστεί με βάση την επιτόπια εύρεση επιγραφών στις παρυφές και πάνω στον εν λόγω λόφο, νότια του ναού.
Στη θέση του ναού βρέθηκαν παλιότερα κατάλοιπα που περιλαμβάνουν μυκηναϊκά, γεωμετρικά και αρχαϊκά ευρήματα, τα οποία όμως δεν πιστοποιούν την προηγούμενη παρουσία κάποιας λατρείας στο συγκεκριμένο χώρο πριν από την ανέγερση του ναού.
Πάντως, κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί και άλλες θεωρίες. Αρχικά πιστευόταν ότι ήταν το Θησείο. Μια εναλλακτική πρόταση θέλει το ναό αφιερωμένο στην Αρτέμιδα Εύκλεια. Η E.B. Harrison, με αφορμή τη μελέτη των λατρευτικών αγαλμάτων, αλλά και του γλυπτού διακόσμου του ναού, διατύπωσε αμφιβολίες αναφορικά με την ταύτισή του με το Ηφαιστείο.

Περιγραφή του κτιρίου
 Το Ηφαιστείο είναι το πιο εντυπωσιακό μνημείο της Αγοράς της Αθήνας και προφανώς το πιο πλούσια διακοσμημένο. Πράγματι ως προς τον πλούτο και την ποιότητα του γλυπτού του διακόσμου μόνον ο Παρθενώνας το ξεπερνά.
Ο ναός σώζεται σε εξαιρετική κατάσταση, καθώς επέζησε των σεισμών και των καταστροφών που συνέβησαν στην πλευρά εκείνη της Αγοράς της Αθήνας, αλλά και της πολύ σοβαρότερης απειλής που αποτελούσε η λατόμηση του υλικού του για δεύτερη χρήση. Η αιτία είναι η μετατροπή του σε χριστιανικό ναό.
Τα υλικά δόμησης ποικίλλουν: η κατώτερη βαθμίδα της κρηπίδας είναι στρωμένη με πλάκες από πωρόλιθο, ενώ οι δύο ανώτερες βαθμίδες και η ανωδομή ήταν από πεντελικό μάρμαρο. Ο γλυπτός διάκοσμος αντίθετα, καθώς και ορισμένα τμήματα της οροφής, ήταν από παριανό μάρμαρο.
Η σχεδίαση του κτιρίου προηγείται αυτής του Παρθενώνα: ακολουθείται το συντηρητικό σχέδιο του περίπτερου δίστηλου διπλού σε παράταξη, με 6 κίονες στην πρόσοψη και 13 στη μακρά πλευρά. Πάντως, έχει διατυπωθεί πειστικά η υπόθεση ότι ο αρχιτέκτονας, βλέποντας το έργο του Ικτίνου και του Καλλικράτη στον Παρθενώνα (του οποίου η οικοδόμηση άρχισε το 447 π.Χ.), πρόσθεσε την εσωτερική δίτονη κιονοστοιχία σε σχήμα Π, από την οποία βέβαια διατηρούνται ελάχιστα ίχνη. Και η ιωνική ζωφόρος πάνω από τον πρόναο και τον οπισθόδομο θεωρείται ότι επηρεάζεται από την αντίστοιχη τολμηρή χρήση του ιωνικού αυτού διακριτικού σε δωρικό κτήριο που εγκαινιάζει ο Παρθενώνας.
Ο πρόναος ήταν βαθύτερος από τον οπισθόδομο, λόγω και των ιδιαιτεροτήτων του γλυπτού διακόσμου του. Οι μετόπες είχαν ύψος 0,83 μ.

Η στέγη
Η στέγη του ναού ήταν ξύλινη στο εσωτερικό του σηκού, ενώ αντίθετα η στέγαση του πτερού εξασφαλιζόταν με τη συναρμογή μαρμάρινων δοκών και φατνωματικών πλακών. Η περίτεχνη στέγη αποτελεί ένα από τα περιπλοκότερα δείγματα του είδους, και γι’ αυτό έχει μελετηθεί διεξοδικά. Τα φατνώματα είχαν λαξευτεί σε μεγάλο βαθμό στο κάτω μέρος των πλακών, προκειμένου να μειώνεται το υπερκείμενο βάρος. Η πρακτική αυτή, αν και συνήθης σε αρκετά κτήρια, εκτελείται εδώ με μοναδικό τρόπο: ο ουρανός κάθε φατνώματος είχε λαξευτεί ως ανεξάρτητο κομμάτι και μπορούσε να απομακρυνθεί. Επιπλέον, κάθε ουρανός ταίριαζε ακριβώς με ένα μόνο συγκεκριμένο φάτνωμα.

Η χρονολόγηση της οικοδόμησης
Η πεποίθηση του W.B. Dinsmoor ότι ο ναός αποτελεί το πρώτο από τα τέσσερα μνημεία που αποδίδονται στον ίδιο αρχιτέκτονα και χτίστηκαν σχεδόν διαδοχικά σε σχετικά μικρό διάστημα, στο γ’ τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ., αποτελεί την ευρύτερα αποδεκτή σήμερα άποψη. Συγκεκριμένα, ο λεγόμενος «αρχιτέκτονας του Ηφαιστείου» έχτισε πρώτα το Ηφαιστείο (449-444 π.Χ.) και μετά το ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο (444-436 π.Χ.), το ναό του Άρη, που στην πραγματικότητα είναι ο ναός της Αθηνάς στην Παλλήνη (436-432 π.Χ.), και το ναό της Νέμεσης στη Ραμνούντα.
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι στη διάρκεια των εργασιών, ο αρχιτέκτονας προσάρμοζε ορισμένες λεπτομέρειες στο σχεδιασμό, στο σχέδιο του Παρθενώνα, ο οποίος υπήρξε σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσής του. Κάτι τέτοιο φανερώνει μια σχετική βραδύτητα στην ολοκλήρωση του ναού. Πράγματι, θεωρείται ότι η ανωδομή δεν είχε αποπερατωθεί πριν από το 420 π.Χ.
Άλλες απόψεις, μεταξύ των οποίων και η θεωρία του Boersma, που την ασπάζονται και οι Ιταλοί αρχαιολόγοι Cruciani και Fiorini, αποδίδουν την ανέγερση του ναού (ή απλώς τη σύλληψη του σχεδίου του καθώς και του εικονογραφικού διακόσμου) στην περίοδο της παντοδυναμίας του Κίμωνα, γύρω στο 460 π.Χ.

Το λατρευτικό άγαλμα
Ο Παυσανίας αναφέρεται ιδιαίτερα στα χάλκινα λατρευτικά αγάλματα του Ηφαίστου και της Αθηνάς που στεγάζονταν στο εσωτερικό του ναού. Τα αγάλματα ήταν έργα του σπουδαίου Αθηναίου γλύπτη Αλκαμένη και πρέπει να εκτελέστηκαν στο διάστημα μεταξύ 421 και 415 π.Χ., όταν η ειρήνη του Νικία επέτρεψε, έως την περίοδο της Σικελικής εκστρατείας, την ανάκαμψη των οικονομικών της Αθήνας και τη συνέχιση των οικοδομικών έργων. Τίποτε δε σώζεται από αυτά, αν και υπάρχουν αρκετές θεωρίες αποκατάστασής τους.
Το ενδιαφέρον του περιηγητή επικεντρώνεται στα γαλάζια μάτια της Αθηνάς, τα οποία συνδέει με τη λιβυκή παράδοση ότι η θεά ήταν κόρη του Ποσειδώνα. Ο Βαλέριος Μάξιμος αναφέρεται στο θαυμαστό τρόπο με τον οποίο ο Αλκαμένης απέκρυψε το ιδιαίτερο ανατομικό χαρακτηριστικό του θεού, τη χωλότητά του, κάτω από το ένδυμά του, χωρίς όμως να την εξαφανίσει πλήρως.

Ο γλυπτός διάκοσμος
Το Ηφαιστείο κοσμείται με ένα ιδιαίτερα περίτεχνο και πλούσιο σε συμβολισμούς γλυπτό διάκοσμο. Ο διάκοσμος αυτός, όπως απέδειξε αρκετά πειστικά ο Morgan, ανήκει στο διάστημα μετά το 421 π.Χ. Η διατήρηση των περισσότερων μετοπών είναι σήμερα κακή, επειδή η μετατροπή του ναού σε χριστιανική εκκλησία οδήγησε τους χριστιανούς στη συστηματική καταστροφή των κεφαλιών των περισσότερων μορφών. Επέζησαν μόνο μορφές που συμβόλιζαν τις δυνάμεις του κακού και συντρίβονταν (π.χ. ο Μινώταυρος), καθώς ταυτίστηκαν με το Σατανά και την τιμωρία του.
Οι μετόπες της ανατολικής πλευράς, σήμερα πολύ φθαρμένες, καθώς οι πιο πολλές κεφαλές έχουν πελεκηθεί από χριστιανούς, παρουσίαζαν τους άθλους του Ηρακλή. Η πλευρά αυτή του ναού ήταν ορατή και ιδιαίτερα προβεβλημένη στα μάτια των θεατών που βρίσκονταν στην πλατεία της Αγοράς. Οι 10 μετόπες της πλευράς αυτής παρουσίαζαν: την πάλη του ήρωα με το λιοντάρι της Νεμέας, τη θανάτωση της Λερναίας Ύδρας, τη σύλληψη του Ελαφιού της Άρτεμης, τη σύλληψη του Ερυμάνθιου Κάπρου, την απόκτηση των αλόγων του Διομήδη, τη μεταφορά του Κέρβερου στον Άνω Κόσμο από τον Άδη, την πάλη του Ηρακλή με τη βασίλισσα των Αμαζόνων, το επεισόδιο της θανάτωσης του Γηρυόνη και της αρπαγής των βοδιών του (σε δύο μετόπες), καθώς και την απόκτηση των μήλων των Εσπερίδων.
Οι άθλοι του Θησέα παρουσιάζονται στις μετόπες της βόρειας και της νότιας μακράς πλευράς, που περιβάλλουν την ανατολική πρόσοψη έως τον τρίτο κίονα. Συγκεκριμένα, στη βόρεια πλευρά εμφανίζονται τέσσερις άθλοι: η μάχη με το Χοίρο του Κρομμύωνος, η εξόντωση του Σκίρωνα, του Κερκύονα και του Προκρούστη. Στη νότια πλευρά εμφανίζονται οι άθλοι της εξόντωσης του Περιφήτη, του Σίνη του Πιτυοκάμπτη, της σύλληψης του Ταύρου του Μαραθώνα και της θανάτωσης του Μινώταυρου, που αποτελεί το λαμπρότερο και περισσότερο αναγνωρίσιμο άθλο του Αθηναίου ήρωα.
Η παρουσία του Θησέα έδωσε αφορμή για τη λανθασμένη ταύτισή του με το Θησείο και συνεπώς με τη διαιώνιση του λάθους, καθώς το όνομα αυτό πήρε ολόκληρη η συνοικία που περιβάλλει το μνημείο. Ιωνική συνεχής ζωφόρος κοσμούσε το επιστύλιο πάνω από τους κίονες και τις παραστάδες του πρόναου, στο εσωτερικό του πτερού. Το θέμα της ζωφόρου ήταν η μάχη του Θησέα με τους Παλλάδες, που επίσης διεκδικούσαν το θρόνο του Αιγέα, του πατέρα του Θησέα και βασιλιά της Αθήνας. Ανά τρεις εμφανίζονται έξι θεότητες που συμμετέχουν ή παρίστανται στη μάχη: η Αθηνά, η Ήρα και ο Δίας στην αριστερή πλευρά, ο Ήφαιστος, η Ιπποδάμεια και ο Ποσειδώνας στη δεξιά πλευρά. Ο ήρωας εμφανίζεται στο κέντρο να μάχεται τους αντιπάλους του, οι οποίοι του πετούν βράχους. Συμπληρωνόταν με αυτό τον τρόπο ένα ορθογώνιο διακοσμημένο με γλυπτά, οριζόμενο από την ανατολική πλευρά, τις βορειοανατολικές και νοτιοανατολικές γωνίες και τον πρόναο. Τέλος, ιωνική ζωφόρος υπήρχε και πάνω από τον οπισθόδομο. Εδώ παρουσιαζόταν, σε συνεχή αφηγηματική διάταξη, η περίφημη διαμάχη του Θησέα και του Πειρίθου με τους Κενταύρους του Πηλίου, η περίφημη θεσσαλική Κενταυρομαχία. Στο κέντρο της ζωφόρου δέσποζε η δημοφιλής σύνθεση με τους δύο Κενταύρους που καταχώνουν τον ανίκητο από όπλα Καινέα στη γη, παρά την προσπάθεια του Θησέα να σπεύσει σε βοήθεια του Θεσσαλού ήρωα.
Τα αετώματα σώζονται σε πολύ αποσπασματικό βαθμό. Η παρουσία τους υποδηλώνεται από την ύπαρξη οπών στο έδαφος των αετωμάτων για την ένθεση και τη στερέωση γλυπτών. Κάποια θραύσματα γλυπτών, που ανακαλύφτηκαν στον περιβάλλοντα χώρο και φυλάσσονται σήμερα στο Μουσείο της Αγοράς στη Στοά του Αττάλου, πιστεύεται ότι ενδεχομένως αποτελούν τμήματα των αετωμάτων. Είναι από παριανό μάρμαρο, όπως και οι μετόπες και οι ιωνικές ζωφόροι: το καλύτερα σωζόμενο θραύσμα απεικονίζει μια γυναίκα που κουβαλά μια άλλη γυναίκα στην πλάτη της, ένα παιχνίδι που ήταν γνωστό ως εφεδρισμός. Άλλα γλυπτά, όπως ο κορμός μιας γυναικείας μορφής ντυμένης μ’ έναν εξαιρετικά διάφανο χιτώνα, πιστεύεται ότι ίσως να αποτελούσαν τα ακρωτήρια του ναού.

Τελετουργίες
Στο ναό λατρεύονταν ο Ήφαιστος, ως προστάτης της μεταλλουργίας, και η Αθηνά Εργάνη, η προστάτιδα όλων των χειροτεχνών της πόλης. Η κυριότερη γιορτή του Ήφαιστου ήταν τα Ηφαίστεια, των οποίων η ημερομηνία τέλεσης στο αθηναϊκό ημερολόγιο είναι άγνωστη. Σύμφωνα όμως με την E. Simon, η εορτή πρέπει να τελούνταν κατά τον τελευταίο μήνα της άνοιξης, το Μουνυχίωνα. Κύρια πηγή γνώσης για την εορτή αποτελεί μια αποσπασματική επιγραφή του 422 π.Χ., που αφορά την αναδιοργάνωσή της.
Οι σημαντικότερες εκδηλώσεις που σχετίζονται με την εορτή αυτή είναι οι διθυραμβικοί χοροί προς τιμήν του θεού, η λαμπαδηδρομία και η πομπή προς το ιερό, που κορυφωνόταν με τη θυσία μεγάλου αριθμού κατσικιών. Η θέση της συγκεκριμένης αγωνιστικής τελετής στην εορτή δικαιολογείται από το ρόλο του Ηφαίστου ως θεότητας της φωτιάς. Η λαμπαδηδρομία είναι συχνό θέμα των αττικών αγγειογραφιών, αλλά επειδή η συγκεκριμένη τελετή συνδέεται και με άλλες γιορτές (Παναθήναια και γιορτές προς τιμήν του Προμηθέα, του Πάνα και της θρακικής θεάς Βένδιδος) δεν είναι πάντοτε εφικτό να συμπεράνουμε αν παρουσιάζεται η συγκεκριμένη λαμπαδηδρομία του Ήφαιστου.
ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ο κήπος
Ο κήπος που περιέβαλλε το Ηφαιστείο αποτελούσε από μόνος του σημαντικό αξιοθέατο, όπως φαίνεται και από την αφήγηση του Παυσανία, στην οποία δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε αυτόν. Ο κήπος, με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα που προέκυψαν από την εκτεταμένη έρευνα της D. Thompson, δημιουργήθηκε κατά τον 3ο αιώνα π.Χ. Εκεί ανασκάφηκαν, σε κανονικά διαστήματα, μεγάλες πήλινες γλάστρες όπου ήταν φυτεμένα θάμνοι και δενδρύλλια σε δύο σειρές κατά μήκος της νότιας και της βόρειας πλευράς και σε τρεις κατά μήκος της δυτικής πλευράς του ναού. Στη θέση τους έχουν σήμερα φυτευτεί ροδιές στα πλησιέστερα στο ναό σημεία και μυρτιές στα πιο απομακρυσμένα, ενώ οι γλάστρες φυλάσσονται στο Μουσείο της Αγοράς, στη Στοά του Αττάλου.
ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ύστερη ιστορία του κτιρίου
Ενδιαφέρουσα είναι η ύστερη ιστορία του κτιρίου. Αποτελεί ένα από τα λιγοστά μνημεία που δεν υπέστησαν καταστροφές, ούτε στη διάρκεια της επιδρομής των Ερούλων το 267 μ.Χ. ούτε και κατά την επιδρομή των Γότθων, στα τέλη του 4ου αιώνα. Μετατράπηκε σε ναό του Αγίου Γεωργίου τον 7ο αιώνα, γεγονός που εξηγεί τόσο τη συστηματική καταστροφή των μετοπών όσο και την άριστη διατήρηση του σημαντικότερου τμήματος της ανωδομής του, πλην της στέγης. Ο ναός άλλαξε προσανατολισμό: η κύρια είσοδος ήταν στον οπισθόδομο, ενώ ο πρόναος μετατράπηκε σε αψίδα. Δύο είσοδοι ανοίχτηκαν στις άκρες των μακρών πλευρών, ενώ ένας τρούλος χτίστηκε πάνω από το σηκό. Η σημερινή λίθινη στέγη που καλύπτει τον κυρίως ναό πρέπει να τοποθετήθηκε τη Μεσαιωνική περίοδο, αντικαθιστώντας την ξύλινη στέγη του αρχικού σχεδίου.
Κατά την Ύστερη Βυζαντινή και την Οθωμανική περίοδο στον περιβάλλοντα χώρο έγιναν αρκετές ταφές. Στο εσωτερικό του ναού ενταφιάστηκαν και όσοι διακεκριμένοι προτεστάντες επισκέπτες πέθαναν στην πόλη, ιδιαίτερα εκείνοι οι οποίοι συμμετείχαν στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821-1828. Το 1834 τελέστηκε στο ναό δοξολογία για να τιμηθεί ο ερχομός του Όθωνα και η ανακήρυξη της πόλης σε πρωτεύουσα του βασιλείου της Ελλάδος. Μετά το 1833 ο ναός μετατράπηκε σε μουσείο, όπου φυλάσσονταν τα ευρήματα από την πόλη των Αθηνών, έως το 1937, όταν οι αρχαιότητες απομακρύνθηκαν και διεξήχθησαν ανασκαφικές έρευνες γύρω και εντός του ναού.