Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

ΧΑΟΣ ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ

Το 170 π.Χ. Eορτάστηκαν στην Αλεξάνδρεια με την πατροπαράδοτη επισημότητα τα «ανακλητήρια», η επίσημη δηλαδή ενθρόνιση του Πτολεμαίου ΣΤ΄. Στο πλευρό του ανακηρύχθηκαν συμβασιλείς η αδελφή του -και σύζυγός του- Κλεοπάτρα Β΄ και ο αδελφός του Πτολεμαίος Φύσκων (ο μετέπειτα Πτολεμαίος Η΄ Ευεργέτης Β΄)· και στους τρεις βασιλείς δόθηκε η προσωνυμία «βασιλείς Φιλομήτορες). Τη χρονιά εκείνη ο Πτολεμαίος ΣΤ΄ ήταν μόλις 16 ετών και -καθοδηγούμενος από επιτήδειους συμβούλους που επιδίωκαν την ανατροπή του- ξεκίνησε αμέσως πόλεμο με τον θείο του, Αντίοχο Δ΄ που ήλεγχε το βασίλειο των Σελευκιδών, της Συρίας. Ο Αντίοχος κέρδισε τον πόλεμο αυτό επιβάλλοντας τη θέλησή του το 169 π.Χ. και εξαναγκάζοντας τον Πτολεμαίο ΣΤ΄ να τεθεί υπό την κηδεμονία του. Η επονείδιστη αυτή συνθήκη, ωστόσο, προκάλεσε την άμεση αντίδραση της αυλής και του λαού της Αλεξάνδρειας, που έσπευσαν να ανακηρύξουν νόμιμους βασιλείς τον Πτολεμαίο Φύσκωνα και την Κλεοπάτρα Β΄ και έκλεισαν τις πύλες της πόλεως στον Αντίοχο και στον προστατευόμενό του. Λίγο αργότερα, πάντως, ο Αντίοχος, που άλλωστε αντιμετώπιζε, καθώς φαίνεται, δυσχέρειες σε διάφορα σημεία του κράτους του εγκατέλειψε την Αίγυπτο, αφού προηγουμένως εγκατέστησε τον Πτολεμαίο ΣΤ΄ βασιλέα στη Μέμφιδα.

Η ιδιότυπη δυαρχία μεταξύ των δύο Πτολεμαίων -ΣΤ΄ και Φύσκωνα- δεν παρατάθηκε για πολύ χάρη στην παρέμβαση της Κλεοπάτρας Β΄, η οποία κατόρθωσε να συμφιλιώσει τα δύο αδέλφια. Αργότερα, εντούτοις, σημειώθηκε ρήξη μεταξύ των δύο Πτολεμαίων, η οποία ενδεχομένως να είχε σχέση με τις εσωτερικές επαναστάσεις που εκδηλώθηκαν εκείνη την περίοδο στην Αίγυπτο. Ο νεότερος Πτολεμαίος, ο Φύσκων, που είχε οργανώσει την αντίσταση της Αλεξάνδρειας κατά του Αντιόχου, αν και καχύποπτος, σκληρός και ωμός, ήταν αρχικά τουλάχιστον ο αγαπητός του πλήθους. Ο πρεσβύτερος αδελφός, ο Πτολεμαίος ΣΤ΄, είχε μεγαλύτερες ικανότητες, αλλά ως ηπιότερος υπέκυψε για ένα διάστημα στις ραδιουργίες του νεότερου. Διώχθηκε ύστερα από λαϊκή εξέγερση και κατέφυγε στη Ρώμη σε αξιοθρήνητη κατάσταση για να ζητήσει βοήθεια (Οκτώβριος του 164 π.Χ.).

Η Ρώμη απέφυγε να υποστηρίξει τον ταπεινωμένο Πτολεμαίο ΣΤ΄, που κατέφυγε στην Κύπρο. Ο αδερφός του, ο Πτολεμαίος Φύσκων, είχε αποδειχθεί κατά το διάστημα της μονοκρατορίας του σκληρός προς τους υπηκόους του και με συνεχείς καταδιώξεις επιφανών πολιτών είχε προκαλέσει τη γενική δυσαρέσκεια. Έτσι, μετά την άφιξη του Πτολεμαίου ΣΤ΄ στην Κύπρο οι Αλεξανδρείς εξεγέρθηκαν, ανέτρεψαν τον Φύσκωνα και προσκάλεσαν τον μεγαλύτερο Πτολεμαίο να αναλάβει τον θρόνο. Μεγαλόψυχος, όμως, όπως ήταν, ο Πτολεμαίος ΣΤ΄ συνήψε με τον αδελφό του συνθήκη, σύμφωνα με την οποία παραχωρούσε σε αυτόν την Κυρηναϊκή -σημερινή Λιβύη- και διατηρούσε για τον εαυτό του την Αίγυπτο και την Κύπρο (Μάιος 163 π.Χ.).

Ο θάνατος του Πτολεμαίου ΣΤ΄

Ο Πτολεμαίος ο ΣΤ΄ φάνηκε σταθερός στις επιδιώξεις του και δραστήριος και κατόρθωσε να βασιλεύσει επί 35 χρόνια χωρίς σοβαρούς κλυδωνισμούς. Ο Πτολεμαίος ΣΤ΄ πέθανε ενώ βρισκόταν σε εκστρατεία κατά της Συρίας· είχε φροντίσει, όμως, προτού εκστρατεύσει, για την ομαλή διαδοχή του ανακηρύσσοντας συμβασιλέα τον γιο του Πτολεμαίο Ζ΄, ο οποίος ήταν τότε δεκαεπτά ετών. Όταν εντούτοις έγινε γνωστός ο θάνατός του οι Αλεξανδρινοί έσπευσαν να καλέσουν τον Πτολεμαίο Φύσκωνα από την Κυρήνη, ο οποίος αφού κατέλαβε την Κύπρο αποβιβάσθηκε με ισχυρές μισθοφορικές δυνάμεις στο Πηλούσιο και πέτυχε να γίνει κύριος των βασιλικών δυνάμεων που επέστρεφαν από τη Συρία (145 π.Χ.).

Συμβασιλεία Φύσκωνος, Κλεοπάτρας Β΄ και Κλεοπάτρας Γ΄ (Κόκκης)

Ο Πτολεμαίος Φύσκων θα παντρευτεί την αδερφή του -και μέχρι πρότινος σύζυγο του αδερφού του, Πτολεμαίου ΣΤ΄-, δολοφονώντας την ημέρα εκείνη τον ανιψιό του Πτολεμαίο Ζ΄. Παραλλήλως, ξεκίνησε συστηματική δίωξη των οπαδών της Κλεοπάτρας Β΄, επιφέροντας όμως έτσι σημαντικό πλήγμα στην πνευματική ηγεσία της Αλεξάνδρειας. Η γέννηση το επόμενο έτος (144 π.Χ.) γιου από την Κλεοπάτρα Β΄, του Πτολεμαίου, ο οποίος επονομάστηκε Μεμφίτης, επειδή ο τοκετός συνέπεσε με τη στέψη του πατέρα του Φύσκωνος κατά το αιγυπτιακό έθιμο στη Μέμφι, δεν συνέσφιξε τον δεσμό μεταξύ των συζύγων. Αντίθετα, οι μεταξύ τους σχέσεις δεν άργησαν να επιδεινωθούν, όταν το 142 π.Χ. ο Φύσκων βίασε και στη συνέχεια νυμφεύθηκε την ανιψιά του Κλεοπάτρα Γ΄ (Κόκκη), κόρη του αδερφού του Πτολεμαίου ΣΤ΄ και της αδελφής και συζύγου του. Η πρωτοφανής αυτή για την ελληνιστική εποχή συμβασιλεία της «Κλεοπάτρας της αδερφής» και «Κλεοπάτρας της γυναικός», όπως αποκαλούνταν από τα επίσημα έγγραφα μητέρα και κόρη, δεν ήταν δυνατό να διαρκέσει πολύ. Ήδη το 142 π.Χ. η Κλεοπάτρα Β΄ παραμερίστηκε και μόνοι βασιλείς παρέμειναν οι «θεοί Ευεργέται» Πτολεμαίος Φύσκων και Κλεοπάτρα Γ΄.

Η θέση του Φύσκωνος δεν ήταν ωστόσο ασφαλής. Η αυθαιρεσία και η ωμότητα της διακυβέρνησής του, που υπήρξαν αιτία να του δοθεί, εκτός από την ήδη μειωτική επωνυμία του Φύσκωνος, και εκείνη του «Κακεργέτου», τον αποξένωσαν από τους ανθρώπους των γραμμάτων και από τα πλήθη των Αλεξανδρινών που εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν την Κλεοπάτρα Β΄. Ο Φύσκων αναγκάστηκε, έτσι, να συμφιλιωθεί μαζί της και από το έτος 139 π.Χ. εμφανίζεται και πάλι ως συμβασίλισσα.

Η απομάκρυνση του Πτολεμαίου Φύσκωνος από την Αλεξάνδρεια

Η αντιζηλία μεταξύ των δύο βασιλισσών (της Κλεοπάτρας Β’ και της κόρης της από τον αδελφό της Πτολεμαίο ΣΤ’, Κλεοπάτρας Γ’ ή Κόκκης) δεν άργησε να οδηγήσει σε νέα ρήξη. Το 132/1 π.Χ. οι Αλεξανδρινοί, με την υποκίνηση της Κλεοπάτρας Β΄ πιθανότατα, επαναστάτησαν, πυρπόλησαν τα ανάκτορα και υποχρέωσαν τον Φύσκωνα και την Κλεοπάτρα Γ΄ να ζητήσουν καταφύγιο στην Κύπρο. Η πρόθεση της Κλεοπάτρας Β΄ ήταν προφανώς να συμβασιλεύσει με τον γιο της Πτολεμαίο Μεμφίτη. Ο Φύσκων, ωστόσο, δεν ήταν διατεθειμένος να εγκαταλείψει τον αγώνα. Συγκέντρωσε ισχυρές μισθοφορικές δυνάμεις και απήγαγε τον Μεμφίτη από την Κυρήνη όπου βρισκόταν και τον έφερε στην Κύπρο. Η Κλεοπάτρα Β΄, όμως, πράγμα πρωτοφανές στην ελληνιστική εποχή, δεν δίστασε να ανακηρυχθεί μόνη βασίλισσα, χωρίς άρρενα συμβασιλέα. Η αντίδραση του Φύσκωνος υπήρξε συνεπής με τον χαρακτήρα του και το παρελθόν του. Δολοφόνησε τον δωδεκαετή γιο τους Πτολεμαίο Μεμφίτη και απέστειλε στην Κλεοπάτρα τα ακρωτηριασμένη μέλη του την ημέρα των γενεθλίων της (131 π.Χ.). Ο αμείλικτος αγώνας μεταξύ των δύο αδελφών έλαβε σύντομα τη μορφή εμφυλίου πολέμου που παρέσυρε στη δίνη του όλο τον πληθυσμό του βασιλείου. Ύστερα από δύο χρόνια αγώνων, το 129 π.Χ., ο Φύσκων κατόρθωσε να επιβληθεί στην ύπαιθρο, της Άνω Αιγύπτου κυρίως, και να περιορίσει στην Αλεξάνδρεια την Κλεοπάτρα Β΄, η οποία για να διασπάσει τον εχθρικό κλοιό επικαλέστηκε τη βοήθεια του γαμπρού της (συζύγου της κόρης της Κλεοπάτρας Θεάς) Σελευκίδη βασιλιά, Δημήτριου Β΄.

Η αίτηση της Κλεοπάτρας Β΄ για βοήθεια, που συνοδευόταν και από την προσφορά του πτολεμαϊκού θρόνου, φάνηκε στον Δημήτριο εύκολη διέξοδος από το χάος του βασιλείου του και χωρίς να υπολογίζει τις ανυπέρβλητες δυσκολίες του εγχειρήματος προτίμησε, αντί να επιδοθεί στην απαραίτητη ανασυγκρότηση του κράτους του, να εκστρατεύσει εναντίον της Αιγύπτου.

Στο Πηλούσιο όμως αποκρούστηκε από τις δυνάμεις του Φύσκωνος και γρήγορα υποχρεώθηκε να επιστρέψει στη Συρία.

Η Κλεοπάτρα Β΄, όταν έχασε κάθε ελπίδα ενισχύσεως από τον γαμπρό της, κατέφυγε με τους βασιλικούς θησαυρούς στην Αντιόχεια. Οι Αλεξανδρινοί, ωστόσο, αντιστάθηκαν επί ένα ακόμη έτος και δεν άνοιξαν τις πύλες της πόλεώς τους στον Φύσκωνα παρά τον χειμώνα του 127/6 π.Χ. Τα αντίποινα που επιφύλαξε ο Πτολεμαίος Η΄ στους κατοίκους της πρωτεύουσάς του συνεχίστηκαν επί δύο χρόνια και ξεπέρασαν σε ωμότητα τα προηγούμενά του εγκλήματα. Η μανία του στράφηκε ιδίως εναντίον των Ελλήνων και των κέντρων της πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής τους δραστηριότητας. Ο Φύσκων καταφέροντας και νέο πλήγμα στην πνευματική ακτινοβολία του Ελληνισμού της Αιγύπτου επέβαλε με βασιλικό διάταγμα τη διάλυση όλων των «πολιτευμάτων», «γυμνασίων» και άλλων ελληνικών συλλόγων της Αλεξάνδρειας, καθώς και τη δήμευση των περιουσιών τους.


Ο Πτολεμαίος Η΄ (Φύσκων) συμφιλιώθηκε με την αδελφή του, Κλεοπάτρα Β΄, το 124 π.Χ. Η Κλεοπάτρα Β΄ επέστρεψε ως συμβασίλισσα πάλι του Φύσκωνος και της Κλεοπάτρας Γ΄. Η συμφιλίωση μεταξύ των τριών επισφραγίστηκε με τη μεταθανάτια αποκατάσταση στη δυναστική λατρεία των αθώων θυμάτων του Φύσκωνος, του Πτολεμαίου Ζ΄ και του Πτολεμαίου Μεμφίτη. Ωστόσο, η επαναφορά της τριπλής συμβασιλείας δεν αρκούσε για να αποκαταστήσει την τάξη και τη γαλήνη που είχε σοβαρότατα διασαλευτεί κατά την εποχή της «ταραχής». Οι βασιλείς ανίκανοι να επιβάλουν ριζικές και γενναίες λύσεις ακολούθησαν την εύκολη οδό των εκκλήσεων στη φιλοτιμία των υπηκόων τους και των οργάνων της διοίκησης, και των παραχωρήσεων προς το ιθαγενές ιδίως στοιχείο.

Ο θάνατος του Πτολεμαίου Φύσκωνος

Ο Πτολεμαίος Η΄ πέθανε τον Ιούνιο του 116 π.Χ. σε ηλικία 65 περίπου ετών. Μολονότι κατά την περίοδο της βασιλείας του οι εδαφικές απώλειες που υπέστη το κράτος ήταν μικρές, οι δυναστικές έριδες, για τις οποίες έφερε βαρύτατες ευθύνες ο ίδιος, εξάντλησαν τόσο πολύ το άλλοτε πλούσιο και ισχυρό πτολεμαϊκό βασίλειο, ώστε το τέλος της ελληνικής κυριαρχίας ήταν πια μόνο ζήτημα χρόνου. Οι όροι μάλιστα της διαθήκης του, με την οποία διακανόνιζε το θέμα της διαδοχής του, επέσπευσαν τη διάλυση του κράτους.

Ο Φύσκων είχε από την Κλεοπάτρα Γ΄, την Κόκκη, δύο γιους, τον πρεσβύτερο Πτολεμαίο (Θ΄ Φιλομήτωρα, Σωτήρα Β΄, Λάθυρο) και τον νεότερο Αλέξανδρο (Πτολεμαίο Ι΄, τον Παρείσακτο), καθώς και τρεις θυγατέρες, την Κλεοπάτρα Δ΄, σύζυγο του πρεσβύτερου αδερφού της, την Κλεοπάτρα Τρύφαινα, σύζυγο του Αντιόχου Η΄ Γρυπού και την Κλεοπάτρα Σελήνη. Είχε επίσης από την παλλακίδα Ειρήνη ένα νόθο γιο, τον Πτολεμαίο Απίωνα. Για να μην έλθει σε σύγκρουση με τη σύζυγό του την Κλεοπάτρα Γ΄ (η Κλεοπάτρα Β΄ είχε πιθανότατα ήδη πεθάνει), η οποία υποστήριζε τον Αλέξανδρο, άφηνε εκείνη να αποφασίσει ποιος από τους δύο γιους της θα συμβασίλευε μαζί της στην Αίγυπτο και ποιος θα αναλάμβανε τη διοίκηση της Κύπρου. Στον νόθο γιο του τέλος παραχωρούσε την Κυρηναϊκή, της οποίας πιθανότατα ήταν ήδη διοικητής.

Η Κλεοπάτρα Γ΄ βασίλισσα της Αιγύπτου

Η Κλεοπάτρα Γ΄ επιχείρησε να επωφεληθεί από την απουσία του πρεσβύτερου γιου της στην Κύπρο, όπου είχε σταλεί ως «στρατηγός και ναύαρχος» για να ανακηρύξει συμβασιλέα τον Αλέξανδρο, αλλά η αντίδραση του στρατού και των Αλεξανδρινών την υποχρέωσε να προσκαλέσει τον Πτολεμαίο Λάθυρο, τη θέση του οποίου στην Κύπρο κατέλαβε από το 114/3 π.Χ. τουλάχιστον ο Αλέξανδρος.


Η αρχή της νέας συμβασιλείας εορτάστηκε με θριαμβευτική περιήγηση της Κλεοπάτρας Γ΄ και του Πτολεμαίου Λάθυρου στην Άνω Αίγυπτο ως τα σύνορα της Αιθιοπίας. Η αυταρχικότητα όμως της φιλόδοξης βασίλισσας δεν άργησε να εκδηλωθεί. Το επόμενο έτος 115 π.Χ. υποχρέωσε τον πρεσβύτερο γιο της να διαζευχθεί την Κλεοπάτρα Δ΄, την οποία υπεραγαπούσε και να νυμφευθεί τη νεότερη αδελφή του Κλεοπάτρα Σελήνη. Η διωγμένη βασίλισσα κατέφυγε στην Κύπρο και αφού συγκέντρωσε ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις διεκπεραιώθηκε στη Συρία. Εκεί νυμφεύθηκε τον νέο διεκδικητή του σελευκιδικού θρόνου Αντίοχο Θ΄ Κυζικηνό. Παρά την υποστήριξή της όμως ο Κυζικηνός ηττήθηκε το 112 π.Χ. και η Κλεοπάτρα Δ΄ πολιορκήθηκε στην Αντιόχεια, αιχμαλωτίστηκε από τον Αντίοχο Γρυπό και θανατώθηκε με διαταγή της αδελφής της και συζύγου του Γρυπού Τρύφαινας. Το επόμενο έτος όμως ο Κυζικηνός ξεπλήρωσε την ήττα του νικώντας σε μάχη τον Γρυπό και εκδικήθηκε τον φόνο της συζύγου του αιχμαλωτίζοντας και εκτελώντας την Τρύφαινα.

Η απομάκρυνση του Πτολεμαίου Λάθυρου από την Αίγυπτο

Η ανάμιξη των Πτολεμαίων στη σελευκιδική δυναστική κρίση έγινε σοβαρότερη όταν ο Πτολεμαίος Λάθυρος, παρά τη θέληση της μητέρας του που υποστήριζε τον Γρυπό και τον σύμμαχό του αρχιερέα των Ιουδαίων Ιωάννη Υρκανό, ενίσχυσε με 6.000 άνδρες τον Κυζικηνό (108/7 π.Χ.). Όπως ήταν επόμενο, η διάσταση μεταξύ των δύο συμβασιλέων του αιγυπτιακού τμήματος του πτολεμαϊκού κράτους επιδεινώθηκε και η Κλεοπάτρα Γ΄ Κόκκη επανέλαβε τις ραδιουργίες της για να αντικαταστήσει τον Πτολεμαίο Λάθυρο με τον νεότερο αδελφό του. (Φαίνεται ότι ήδη το 110 π.Χ. πέτυχε για ένα μικρό διάστημα να επιβάλει τον τελευταίο ως βασιλιά στην Αίγυπτο, αλλά τελικά υποχρεώθηκε να επαναφέρει τον Λάθυρο.) Διέβαλε τον πρεσβύτερο γιο της στα πλήθη των Αλεξανδρινών ισχυριζόμενη ότι δήθεν επιχείρησε να τη δολοφονήσει και κατόρθωσε έτσι να τον υποχρεώσει να καταφύγει στην Κύπρο, αφήνοντας την Αίγυπτο, όπου παρέμειναν η σύζυγός του Κλεοπάτρα Σελήνη και τα δυο τους παιδιά, στον αδελφό του Πτολεμαίο Ι΄ Αλέξανδρο Θεό Φιλομήτορα. Το χάος επιδεινώθηκε όταν από τις έριδες μεταξύ της συζύγου και των νόμιμων παιδιών του Φύσκωνος επωφελήθηκε ο νόθος Πτολεμαίος Απίων για να λάβει τον τίτλο του βασιλιά, επισφραγίζοντας έτσι την τριχοτόμηση του πτολεμαϊκού κράτους.

Ούτε όμως η φυγή του Λάθυρου στην Κύπρο ικανοποίησε τις ακόρεστες φιλοδοξίες της Κλεοπάτρας Γ΄ (Κόκκης). Αποβλέποντας στην οριστική εξόντωσή του, έστειλε εναντίον του δυνάμεις οι οποίες τον υποχρέωσαν να ζητήσει καταφύγιο στη Σελεύκεια της Πιερίας. Ωστόσο ο Λάθυρος, αφού διέφυγε εκεί δολοφονική απόπειρα εναντίον του, κατόρθωσε να ανακαταλάβει την Κύπρο· οι προσπάθειες της μητέρας του να τον εκδιώξει ναυάγησαν, καθώς τα στρατεύματα που έστελνε εναντίον του αποστατούσαν προς τον νόμιμο βασιλιά. Αντίθετα οι εξελίξεις των γεγονότων στο σελευκιδικό βασίλειο επέτρεψαν στον Λάθυρο να επιβάλει, προσωρινά τουλάχιστον, την αρχή του σε τμήμα της Συρίας και μάλιστα να επιχειρήσει να ανακαταλάβει την Αίγυπτο.

Η κατάληψη της Γάζας από τον Πτολεμαίο Λάθυρο

Το 103 π.Χ. ανταποκρινόμενος σε έκκληση των κατοίκων της Πτολεμαΐδας που βρισκόταν υπό πολιορκία από δυνάμεις του νέου αρχιερέα και βασιλιά των Ιουδαίων Αλεξάνδρου Ιανναίου, έσπευσε σε βοήθειά τους με 30.000 άνδρες. Όταν όμως οι Πτολεμαιείς άλλαξαν γνώμη και αποποιήθηκαν τη βοήθειά του, ο Πτολεμαίος Λάθυρος αντί να αποδεχθεί ανάλογη έκκληση των κατοίκων της Γάζας που πιέζονταν επίσης από τους Ιουδαίους, προτίμησε να συμμαχήσει με τον Ιανναίο και να καταλάβει προς όφελος των Ιουδαίων στη Γάζα. Η συμμαχία όμως δεν διήρκησε πολύ. Μόλις ο Λάθυρος πληροφορήθηκε ότι ο Ιανναίος ερχόταν παράλληλα σε διαπραγματεύσεις με τη μισητή μητέρα του Κλεοπάτρα Γ΄, στράφηκε εναντίον του Ιουδαίου αρχιερέα, συνέτριψε τις δυνάμεις του σε μεγάλη μάχη εκ παρατάξεως στις όχθες του Ιορδάνη και έγινε κύριος της Γάζας, της Πτολεμαΐδας και σημαντικού μέρους της Ιουδαίας.

Η είδηση των επιτυχιών του Λάθυρου προκάλεσε πανικό στην Αλεξάνδρεια. Η Κλεοπάτρα Γ΄ έσπευσε να συμφιλιωθεί με τον Πτολεμαίο Αλέξανδρο, με τον οποίο είχε έλθει επίσης σε διάσταση, και τον έστειλε επικεφαλής του στόλου εναντίον των παραλιακών πόλεων της Φοινίκης, ενώ η ίδια με τις πεζικές δυνάμεις που ήταν υπό τις διαταγές των Ιουδαίων στρατηγών εισέβαλε στην Κοίλη Συρία. Προηγουμένως, για κάθε ενδεχόμενο έστειλε στην Κω τους δυο γιους του Λάθυρου και τον γιο του Πτολεμαίου Αλέξανδρου, καθώς και σημαντικό μέρος των βασιλικών θησαυρών, πιθανότατα με τη συνοδεία της Κλεοπάτρας Σελήνης, την οποία έδωσε ως σύζυγο στον Αντίοχο Η΄ Γρυπό.

Ο θάνατος της Κλεοπάτρας Γ΄ Κόκκης

Ο Λάθυρος, μολονότι είχε να αντιμετωπίσει τον ισχυρό συνασπισμό της μητέρας του, του Γρυπού και του Ιανναίου, επιχείρησε να εισβάλει αιφνιδιαστικά στην Αίγυπτο. Στο Πηλούσιο όμως αποκρούστηκε, επέστρεψε να διαχειμάσει στην Γάζα και την επόμενη άνοιξη (102 π.Χ.) απέπλευσε στην Κύπρο. Η Πτολεμαΐδα καταλήφθηκε από την Κλεοπάτρα Γ΄, η οποία μάλιστα σκέφθηκε προς στιγμήν να στραφεί κατά του Ιανναίου και να επιχειρήσει, πραγματοποιώντας την παλαιά φιλοδοξία των Πτολεμαίων, να καταλάβει την Κοίλη Συρία, αλλά τελικά μεταπείστηκε από τους Ιουδαίους στρατηγούς της και επέστρεψε στην Αίγυπτο. Εκεί όμως το επόμενο έτος (101 π.Χ.) δολοφονήθηκε από τον γιο της Πτολεμαίο Αλέξανδρο, ο οποίος κινδύνευε και πάλι να πέσει θύμα των ραδιουργιών της μητέρας του.

Ο θάνατος του Πτολεμαίου Αλέξανδρου του Παρείσακτου

Για τη διακυβέρνηση του Πτολεμαίου Αλέξανδρου, ο οποίος συμβασίλευσε με τη σύζυγό του και θυγατέρα του αδελφού του Λάθυρου, Βερενίκη, ελάχιστα γνωρίζουμε. Οι κρίσεις που διασώζονται γι’ αυτόν στους αρχαίους συγγραφείς δεν είναι καθόλου κολακευτικές και το βέβαιο είναι ότι το 88 π.Χ. αντιμετώπισε στρατιωτική εξέγερση, ίσως λόγω της φιλοϊουδαϊκής πολιτικής του, και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αίγυπτο και να καταφύγει με τη Βερενίκη στη Λυκία. Όταν επικεφαλής του στόλου του επιχείρησε να καταλάβει την Κύπρο, ηττήθηκε από τον Αλεξανδρινό ναύαρχο Χαιρέα και φονεύθηκε. Εν τω μεταξύ από την Κύπρο, όπου είχε παραμείνει και είχε συνεχίσει να αναμιγνύεται στις διαμάχες των Σελευκιδών (το 94 π.Χ. μάλιστα εγκατέστησε ως βασιλιά στη Δαμασκό τον Δημήτριο Γ΄ Φιλοπάτορα Σωτήρα), ο Πτολεμαίος Λάθυρος επέστρεψε στην Αίγυπτο. Έτσι, ύστερα από 20 περίπου έτη βρέθηκε και πάλι ενωμένο υπό ένα μονάρχη το πτολεμαϊκό βασίλειο, εκτός όμως από την Κυρηναϊκή. Πραγματικά το 96 π.Χ. πεθαίνοντας ο Πτολεμαίος Απίων κληροδότησε με τη διαθήκη του το κράτος του, εκτός από τις πόλεις στις οποίες απέδωσε την ελευθερία τους, στον δήμο των Ρωμαίων. Αν και για λόγους εσωτερικής ρωμαϊκής πολιτικής η ίδρυση της επαρχίας Κυρηναϊκής δεν πραγματοποιήθηκε πριν από το 74 π.Χ., η απώλεια του τμήματος αυτού του βασιλείου ήταν οριστική για τους Πτολεμαίους.

Τα τελευταία έτη της βασιλείας του Πτολεμαίου Θ΄, Λάθυρου

Τα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Λάθυρος μετά την αποκατάστασή του στον θρόνο ήταν σοβαρότατα. Οι ταραχές, που από το 90 π.Χ. είχαν επαναληφθεί στην Αίγυπτο, έλαβαν το 88 π.Χ., εξαιτίας ίσως της αναζωπύρωσης της δυναστικής κρίσης, οξύτατη τροπή με επίκεντρο τις Θήβες. Η καταστολή της επανάστασης απαίτησε επίπονες προσπάθειες και μόνο ύστερα από τρία χρόνια, το 85 π.Χ., οι Θήβες ανακαταλήφθηκαν και για παραδειγματισμό καταστράφηκαν. Κατά την ίδια εποχή μαινόταν στην Ανατολή ο Α΄ Μιθριδατικός πόλεμος και ο Λάθυρος αντιμετώπιζε πιέσεις και των δύο αντιπάλων που επιθυμούσαν να αποσπάσουν την υποστήριξή του. Ο Λαγίδης βασιλιάς ούτε με την πανίσχυρη Ρώμη τολμούσε να έρθει σε σύγκρουση ούτε με τον Μιθριδάτη -που καταλαμβάνοντας την Κω είχε γίνει κύριος των βασιλικών θησαυρών και, το κυριότερο, των δυο γιων του Λάθυρου, καθώς και του γιου του Πτολεμαίου Αλέξανδρου- επιθυμούσε να δυσαρεστήσει. Έτσι, όταν το 87/6 π.Χ. ο ύπαρχος του Σύλλα, Λεύκιος Λικίνιος Λούκουλλος επισκέφτηκε την Αλεξάνδρεια, ο Λάθυρος του επιφύλαξε μεγαλοπρεπέστατη υποδοχή, του προσέφερε πλούσια δώρα και τον συνόδευσε ως την Κύπρο, αλλά απέφυγε να του παράσχει και την παραμικρή βοήθεια.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 80 π.Χ., πέθανε ο Πτολεμαίος Λάθυρος σε ηλικία 62 περίπου ετών, αφήνοντας ως μόνο απόγονο στην Αίγυπτο τη θυγατέρα του Βερενίκη και επιδόξους διεκδικητές του θρόνου τους δυο γιους του και τον γιο του αδελφού του Πτολεμαίου Αλέξανδρου, που το 84 π.Χ. είχε αποδράσει από τον Μιθριδάτη και είχε καταφύγει στη Ρώμη.

Β΄ ΠΠ: Οι νυχτερινές επιδρομές της RAF

Σε αντίθεση με άλλες χώρες, η Πολεμική Αεροπορία της Μεγάλης Βρετανίας, πιστή στις παραδόσεις και των δύο άλλων Κλάδων των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, είχε πάντοτε σε καιρό πολέμου ως στρατηγική την επιθετική δράση και όχι την παθητική αμυντική διάταξη.

Από την ίδρυσή της το 1918 η Βασιλική Πολεμική Αεροπορία (Royal Air Force, RAF) διέθετε σκληρό και επίμονο επιθετικό πνεύμα. Οι εμπειρίες της από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν καθοριστικές.

Ως χώρα που περιβάλλεται παντού από θάλασσα και ως παραδοσιακή αποικιοκρατική δύναμη από τα βάθη της Ιστορίας, η Μεγάλη Βρετανία είχε μεγάλες απαιτήσεις από την αεροπορία της. Αν ήθελε να μην έχει προβλήματα, δεν μπορούσε να αρκεστεί στην άμυνα.

Έπρεπε να είναι σε θέση να πλήξει τον όποιο μελλοντικό αντίπαλο με ένα πολύ ισχυρό και σύγχρονο όπλο, ικανό να ταξιδέψει πολύ μακριά μέσα στην ευρωπαϊκή ήπειρο και του οποίου η αποτελεσματικότητα να μην επηρεάζεται από τις συνθήκες μάχης, καιρού, φωτός και της ύπαρξης ή μη συνοδείας καταδιωκτικών.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πολλά νέα αεροσκάφη παρουσιάστηκαν, σημειώθηκε ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη και, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’30, ήταν εμφανείς οι μεταβατικές τάσεις στα πολεμικά αεροσκάφη.

Το διπλάνο άρχιζε να δίνει σταδιακά τη θέση του στο μονοπλάνο και η τελειοποίηση του ραντάρ άλλαζε την τακτική χρήσης αλλά και τις δυνατότητες του αεροπορικού όπλου. Η εξέλιξη των καταδιωκτικών ήταν στην ημερησία διάταξη, όπως δείχνει ο μεγάλος αριθμός διαφορετικών τύπων που υπηρέτησαν αυτές τις κρίσιμες δεκαετίες.

Το βαρύ βομβαρδιστικό δεν έμεινε πίσω σε εξέλιξη, αν και ο σημαντικότατος ρόλος του δεν ήταν ακόμα τόσο εμφανής. Η διοίκηση της RAF όμως είχε αντιληφθεί πως, αν το καταδιωκτικό ήταν η ασπίδα, το ραντάρ τα μάτια, και η θάλασσα που περιέβαλε τη χώρα μια θεόσταλτη φυσική ασπίδα, τότε το ξίφος ήταν αναμφισβήτητα το βαρύ βομβαρδιστικό αεροσκάφος.

Kαι έπρεπε να καταβληθεί κάθε προσπάθεια αυτό να εξελιχθεί όσο περισσότερο γινόταν, ώστε, αν χρειαζόταν, να μπορεί να χτυπήσει τον αντίπαλο με πολύ μεγάλη δύναμη.

H απειλή της γερμανικής εισβολής το 1939 έκανε τους Βρετανούς να δώσουν προτεραιότητα στην ενδυνάμωση των μονάδων αεροπορικής δίωξης. Σαν αποτέλεσμα, μέχρι και το τέλος της Μάχης της Αγγλίας η έμφαση είχε δοθεί στην παραγωγή καταδιωκτικών για την αναχαίτιση των γερμανικών βομβαρδιστικών.

Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το Σεπτέμβριο του 1939, η RAF ήταν από τις λίγες αεροπορίες στον κόσμο που διέθεταν σε σημαντικό αριθμό βομβαρδιστικά αεροσκάφη, εξοπλισμένα με μηχανικά περιστρεφόμενους και ελεγχόμενους πυργίσκους με 2 έως 4 αμυντικά πολυβόλα.

Ηταν η εποχή που επικρατούσε ακόμα η θεωρία ότι, αν τα βομβαρδιστικά πετούσαν σε κλειστούς σχηματισμούς και διέθεταν επαρκή αριθμό πολυβόλων, θα μπορούσαν να αποκρούσουν τον κίνδυνο των εχθρικών καταδιωκτικών. Φυσικά η μετέπειτα εμπειρία απέδειξε ότι αυτό δεν ήταν σωστό, και οι πρώτες μεγάλες απώλειες στη διάρκεια της ημέρας ανάγκασαν τη RAF να καταφύγει αποκλειστικά και μόνο στους νυχτερινούς βομβαρδισμούς.

Το 1939 η Διοίκηση Βομβαρδιστικών της RAF (Βomber Command) ήταν γεωγραφικά κατανεμημένη σε πέντε μεγάλες περιοχές της Βρετανίας, σε καθεμία από τις οποίες υπήρχε μια μεγάλη αεροπορική Ομάδα ή Σώμα (Group) με Πτέρυγες (Wings) και Μοίρες (Squadrons), ιεραρχικά ενταγμένες σε αυτήν.

Οι δέκα Μοίρες της 1ης Ομάδας (Νο.1 Group) διέθεταν το μονοκινητήριο ελαφρό βομβαρδιστικό Fairey Battle, και αυτές μεταστάθμευσαν αμέσως στη Γαλλία για να σχηματίσουν την αεροπορική δύναμη του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος.

Στην ουσία οι Βρετανοί δεν έχασαν και πολλά, αποχωριζόμενοι τα Battle, αφού τα τελευταία είχαν ούτως ή άλλως πολύ μικρή ακτίνα δράσης, πολύ μικρό φορτίο βομβών, τεχνολογικά ήταν σχεδόν απαρχαιωμένα και το βασικό τους σχέδιο ήταν ουσιαστικά μια αποτυχία.

Έτσι, ακόμα και αν τα κρατούσαν σε βρετανικό έδαφος, η χρησιμότητά τους θα ήταν μηδαμινή. Η 2η Ομάδα (Νο.2 Group) διέθετε επτά Μοίρες με δικινητήρια βομβαρδιστικά Bristol Blenheim IV, σημαντικά καλύτερα από τα Battle. Και αυτά έδρασαν αρχικά στο μέτωπο της Γαλλίας.

Η κύρια όμως επιθετική δύναμη αποτελούνταν από τρία μεγάλα αεροπορικά σώματα που διέθεταν μεσαίου τύπου βομβαρδιστικά. Το Νο.3 Bomber Group διέθετε έξι μοίρες Vickers Wellington, που το 1939 θεωρούνταν ως το πιο μοντέρνο και το βαρύτερα οπλισμένο βρετανικό βομβαρδιστικό.

Το Νο.4 Group διέθετε έξι μοίρες από το παλαιότερο αλλά αξιόπιστο και με μεγάλη εμβέλεια Armstrong-Whitworth Whitley, το οποίο όμως ήταν κατάλληλο μόνο για νυχτερινές επιχειρήσεις λόγω της χαμηλής του ταχύτητας.

Τέλος το Νο.5 Group αποτελούνταν επίσης από έξι μοίρες που πετούσαν με Handley Page Hampden, και αυτό δικινητήριο, ελαφρύ αλλά σχετικά ταχύ βομβαρδιστικό.

Αξίζει να επισημανθεί ότι η RAF, τη χρονιά έναρξης του πολέμου, δεν διέθετε ακόμα ούτε ένα από τα βαριά τετρακινητήρια βομβαρδιστικά (Stirling, Halifax, Lancaster), τα οποία ήταν μεν στα «σκαριά», πλην όμως θα τα παραλάμβανε μετά τη λήξη της Μάχης της Αγγλίας (καλοκαίρι 1940)!

Οι πρώτες επιχειρήσεις εναντίον της Γερμανίας

Τη δεύτερη κιόλας ημέρα του πολέμου, κι ενώ η γερμανική μηχανή ήταν απασχολημένη με την Πολωνία, η RAF έστειλε Blenheim εναντίον του ναυπηγείου στο Wilhelmshaven και Wellington εναντίον του Brunsbuttel, με κύριο σκοπό να βυθίσουν μεγάλα γερμανικά πολεμικά πλοία που θα έβρισκαν αγκυροβολημένα εκεί.

Οι μικρού ύψους βομβαρδισμοί των Blenheim δεν πέτυχαν και σπουδαία πράγματα, ενώ πέντε αεροσκάφη έπεσαν χτυπημένα από αντιαεροπορικά πυρά και δύο Wellington καταρρίφθηκαν από Μesserschmitt Bf109E. Σίγουρα οι πρώτες απώλειες της RAF ήταν μια αρκετά πειστική απόδειξη των ικανοτήτων της Luftwaffe και της δυσκολίας των ημερήσιων βομβαρδισμών.

Το πρώτο μάθημα δεν ήταν αρκετό και οι Βρετανοί θα το ξαναζούσαν αρκετές φορές τους τελευταίους μήνες του 1939 με οδυνηρές συνέπειες. Στα τέλη Σεπτεμβρίου ένα σμήνος Hampdens χτυπήθηκε από Bf109 και εξαφανίστηκε πάνω από τη Βόρεια Θάλασσα στη διάρκεια αναγνωριστικής αποστολής.

Στις 3 Δεκεμβρίου ένας σχηματισμός από Wellington μόλις που γλίτωσε από τα πυρά Bf109. Στις 14 του ίδιου μήνα χτυπήθηκαν και κατέπεσαν άλλα πέντε Wellington πάνω από την Ελιγολάνδη. Τέσσερις μέρες μετά από μια αποστολή δεκάδων Wellington που στάλθηκαν να βομβαρδίσουν το ναύσταθμο Wilhelmshaven, καταρρίφθηκαν 12 και τα υπόλοιπα έφθασαν στις βάσεις τους χτυπημένα από Bf109.

Mεσολάβησαν οι επιχειρήσεις των Γερμανών στη Σκανδιναβία όπου η RAF δεν μπόρεσε να βοηθήσει, και τον Μάιο του 1940 άρχισε η γερμανική εισβολή σε Ολλανδία, Βέλγιο και Γαλλία. Οι εκεί βρετανικές δυνάμεις πολέμησαν ηρωικά, μεταξύ αυτών και τα πληρώματα των Blenheim και Βattle, αλλά η οπισθοχώρηση ήταν η μόνη επιλογή εξαιτίας της γερμανικής υπεροχής.

Mετά από αυτό, η RAF άρχισε να αλλάζει τους τακτικούς της στόχους με στρατηγικούς, βομβαρδίζοντας πιο βαθιά στο γερμανικό έδαφος. Βάσεις υποβρυχίων, συγκεντρώσεις επίγειων δυνάμεων και αποθήκες πετρελαίου ήταν οι πρώτοι της στόχοι.

Από τις πρώτες νυχτερινές επιδρομές της RAF, οι Γερμανοί δεν άργησαν να ενισχύσουν τη δύναμη των Bf109 με ειδικά εξοπλισμένα δικινητήρια Bf110 και Ju88C που δρούσαν ως εξειδικευμένα νυχτερινά καταδιωκτικά.

Το καλοκαίρι του 1940 και ενώ μαινόταν η Μάχη της Αγγλίας, πολλοί πίστευαν –και ακόμη πιστεύουν– πως η μάχη αυτή δόθηκε κυρίως από τα βρετανικά καταδιωκτικά και τα ηρωικά τους πληρώματα.

Όμως παραβλέπεται το γεγονός πως ταυτόχρονα και παράλληλα με τις ημερήσιες επιχειρήσεις περίπου 185 βρετανικά βομβαρδιστικά δεν γύρισαν στη βάση τους κατά τη διάρκεια νυχτερινών αποστολών, ενώ άλλα 57 Blenheim χάθηκαν στο φως της ημέρας.

Η κυριότερη συνεισφορά της διοίκησης βομβαρδισμού έγινε στις 25 Αυγούστου 1940 όταν βρετανικά αεροσκάφη βομβάρδισαν το Βερολίνο, παίρνοντας εκδίκηση για προηγούμενο βομβαρδισμό του Λονδίνου. Ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, ο Χίτλερ άλλαξε τα σχέδιά του και επικεντρώθηκε στο βομβαρδισμό αγγλικών πόλεων.



Έτσι, ενώ η RAF είχε ήδη αρχίσει να γονατίζει κάτω από την πίεση της Luftwaffe, πήρε μια ανάσα μερικών εβδομάδων που αποδείχθηκε πολύτιμη για την κατασκευή των Spitfire και Ηurricane που της έλειπαν για να αντεπιτεθεί -όπως και έκανε- κερδίζοντας τελικά τη μάχη το φθινόπωρο του 1940.

Το Νοέμβριο του 1940, μετά την αποτυχία τους υπό το φως της ημέρας και ενώ η επιχείρηση «Θαλάσσιος Λέων» είχε αναβληθεί επ’ αόριστον, οι Γερμανοί άρχισαν και αυτοί τις νυχτερινές επιδρομές εναντίον της Αγγλίας με σποραδικές επιτυχίες, όπως τη νύχτα της 14ης Νοεμβρίου, όταν βομβαρδίστηκαν εργοστάσια στο Κόβεντρι. Μετά από μερικές εβδομάδες, οι Άγγλοι απάντησαν βομβαρδίζοντας νύχτα το Μανχάιμ, χωρίς επιτυχία όμως.

Μέχρι και το 1941, η τακτική της διοίκησης βομβαρδιστικών της RAF ήταν να στέλνει ταυτόχρονα σχετικά μικρούς σχηματισμούς αεροσκαφών σε διάφορους στόχους, έτσι ώστε να προκαλεί αφενός σύγχυση στην αντίπαλη αεράμυνα, αφετέρου ζημιές στα γερμανικά εργοστάσια σε μια πολύ ευρεία γεωγραφική έκταση.

Όμως ο μικρός αριθμός των βομβαρδιστικών, και μάλιστα τη νύχτα, δεν οδηγούσε σε θεαματικά αποτελέσματα, και με τον καιρό οι Γερμανοί συνήθισαν αυτή την τακτική και αμύνονταν καλύτερα, έτσι ώστε υφίσταντο συγκριτικά πολύ μικρές ζημιές στην παραγωγή τους.

Την ίδια χρονιά μαινόταν η μάχη του Ατλαντικού με τις νηοπομπές που ξεκινούσαν από την Αμερική για να εφοδιάσουν την Αγγλία να υφίστανται πίεση από τις επιδρομές των γερμανικών υποβρυχίων, αεροσκαφών Fw200 Condor και, λιγότερο, από τα γερμανικά πλοία επιφανείας. Έτσι η RAF κλήθηκε να χτυπήσει δύο πολύ συγκεκριμένους μεγάλους στόχους που ήταν τα ναυπηγεία των U-Boats και τα εργοστάσια παραγωγής των Fw200 στη Βρέμη.

Χρειάστηκε τότε να μπορούν να συγκεντρώνονται περισσότερα από 100 βομβαρδιστικά για μία και μόνο επιδρομή. Τότε έμπαιναν σε υπηρεσιακή χρήση τα πρώτα τετρακινητήρια Stirling και Halifax, από τα οποία όμως μόνο το δεύτερο ικανοποίησε, αφού το Stirling παρουσίαζε πολλά προβλήματα με τις κοντές του πτέρυγες (λόγω μιας προδιαγραφής που έλεγε ότι έπρεπε να χωράει στα προπολεμικά υπόστεγα!) και έτσι είχε χαμηλή επιχειρησιακή οροφή, ενώ οι καταπακτές του δεν χωρούσαν τις πολύ μεγάλες βόμβες.

Το 1941 πόλεις όπως το Αμβούργο και η Βρέμη άρχισαν να νιώθουν τη δύναμη 100 και πλέον βομβαρδιστικών ταυτόχρονα σε μια νύχτα και με συχνό, επαναλαμβανόμενο ρυθμό.

Στις 29 Ιουλίου 1941 η RAF έστειλε υπό το φως της ημέρας 100 αεροσκάφη να βομβαρδίσουν τα θωρηκτά Scharnhorst και Gneisenau, που πληροφορίες τα ήθελαν να βρίσκονται στη Βρέστη για επισκευές μαζί με το καταδρομικό Prinz Eugen. H αποστολή εξελίχθηκε σε πλήρη αποτυχία.

Η ζημιά στα πλοία ήταν πολύ μικρή, ενώ χάθηκαν πολλά αεροσκάφη. Η επιχείρηση επαναλήφθηκε το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου με παρόμοια αποτελέσματα.

Προς στιγμήν επικράτησε η άποψη του Ναυτικού που επέμενε ότι τα βαριά βομβαρδιστικά της RAF έπρεπε να επικεντρωθούν στη μάχη του Ατλαντικού και όχι στους στόχους μέσα στη Γερμανία. Η στατιστική έλεγε ότι μόνο ένα βομβαρδιστικό στα έξι έβρισκε έναν ηπειρωτικό στόχο, ενώ για παράκτιους ή θαλάσσιους στόχους η αναλογία ήταν καλύτερη: ένα στα τρία.

O Sir Arthur Harris αναλαμβάνει δράση…

Σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή, η διοίκηση βομβαρδιστικών πέρασε στα χέρια του πτέραρχου Sir Arthur Harris, ο οποίος ανέλαβε να αποκαταστήσει την πίστη των αξιωματικών της RAF σχετικά με το ότι τα βαριά βομβαρδιστικά μπορούσαν να πετύχουν πολύ περισσότερα από το να προστατεύουν νηοπομπές στον Ατλαντικό και να χτυπούν αγκυροβολημένα θωρηκτά ή υποβρύχια.

Ταυτόχρονα οι Βρετανοί είχαν εξελίξει μια πολύ προηγμένη ηλεκτρονική συσκευή εντοπισμού στόχων, που ονομάστηκε «GEE» και παράλληλα είχαν την παραγωγική ικανότητα να συγκεντρώνουν δυνάμεις της τάξης των 1000 βομβαρδιστικών σε μία και μόνο αποστολή, γεγονός που άλλαζε τα δεδομένα προσβολής ενός στόχου, με πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας.

Σαν πρόσθετο «μπόνους» στα τέλη του 1941, το Lancaster είχε αρχίσει να βγαίνει από τις γραμμές παραγωγής, προσφέροντας πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες, τόσο στην πλοήγηση και τη μεγαλύτερη οροφή, όσο και στη δυνατότητα μεταφοράς βαρύτερων βομβών σε μεγαλύτερες αποστάσεις.

Τον Μάιο του 1942, ο Ηarris είχε καταφέρει να συγκεντρώσει όλα αυτά που χρειαζόταν για να ξεκινήσει τις μαζικές επιδρομές του. Πρώτος στόχος, η Κολωνία στις 30 Μαΐου.

Μέχρι τότε τα βρετανικά βομβαρδιστικά εισέβαλαν το γερμανικό εναέριο χώρο αρκετά διασκορπισμένα, χωρίς καμία συνοχή, και κάθε πλοηγός έπρεπε να βρει μόνος του το στόχο.

Αυτή η τακτική όμως έδινε το πλεονέκτημα στα γερμανικά καταδιωκτικά να έχουν περισσότερες πιθανότητες αναχαίτισης, αφού κάθε γερμανική μοίρα είχε πολύ συγκεκριμένο τομέα ευθύνης και δράσης.

Αλλάζοντας το σκηνικό και στέλνοντας 1.000 βομβαρδιστικά να εισβάλουν πετώντας σε πολύ σφικτό σχηματισμό, οι πιθανότητες αναχαίτισης μειώθηκαν αισθητά, και στην πρώτη αποστολή χάθηκαν μόνο 41 αεροσκάφη, ποσοστό 3,8% της συνολικής δύναμης, πολύ μικρότερο από προηγούμενες απώλειες.

Η πρώτη αυτή επιδρομή λοιπόν στην Κολωνία ήταν επιτυχής και καθιέρωσε την εφαρμογή αυτής της μεθόδου από το βρετανικό στρατόπεδο.

Ακολούθησαν άλλες δύο τον Ιούνιο εναντίον του Essen και της Βρέμης, αλλά μόνο η δεύτερη ήταν αρκετά επιτυχημένη. Στην περίπτωση στο Εssen έγιναν λάθη στη ρίψη αναγνωριστικών φωτοβολίδων, ενώ η περιοχή είχε καλυφθεί από ομίχλη και χαμηλή νέφωση με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη αστοχία.



Η επιδρομή στο Essen έγινε τη νύχτα της 1ης προς τη 2α Ιουνίου και συμμετείχαν 545 Wellington, 127 Ηalifax, 77 Stirling, 74 Lancaster, 71 Hampden, 33 Manchester (δικινητήρια μη πετυχημένη έκδοση που προηγήθηκε του Lancaster) και 29 Whitley.

Συνολικά 956 αεροσκάφη, από τα οποία καταρρίφθηκαν ή χάθηκαν από διάφορες αιτίες 31 – το 3,2% της συνολικής δύναμης (εκ των οποίων 15 Wellington, 8 Ηalifax, 4 Lancaster, και από ένα για τους υπόλοιπους τρεις τύπους που συμμετείχαν).

Ταυτόχρονα, 48 Blenheim, καθώς και αεροσκάφη δίωξης και στρατιωτικής συνεργασίας βομβάρδιζαν γερμανικά αεροδρόμια με φτωχά αποτελέσματα (μόνο 10 αεροσκάφη βομβάρδισαν τελικά στόχους) και υπέστησαν 3 απώλειες.

Τον Μάρτιο του 1943 ο Harris επινόησε ένα νέο σχέδιο συγκεντρωμένης δράσης βομβαρδιστικών πάνω από βαριά βιομηχανικές περιοχές όπως το Ρουρ. Αυτή τη φορά ο Harris είχε στη διάθεσή του τρία νέα σημαντικά όπλα που διευκόλυναν το έργο των βομβαρδιστικών: τις ηλεκτρονικές συσκευές πλοήγησης και σκόπευσης «Oboe» και «H2S», καθώς και το επαναστατικό αεροσκάφος Μοσκίτο.

Tα Μοσκίτο έριχναν σχεδόν ανενόχλητα, χάρη στην πολύ υψηλή τους ταχύτητα, ειδικές φωτοβολίδες σκόπευσης με μεγάλη ακρίβεια πάνω από το στόχο που προηγουμένως είχαν ανιχνεύσει άλλα αεροσκάφη με τη συσκευή Oboe, ενώ το H2S ήταν ένα πρωτόγονο ραντάρ που έδινε στα βομβαρδιστικά μια καλή «εικόνα» του εδάφους που επρόκειτο να βομβαρδίσουν.

Στις 5 Μαρτίου οι συσκευές αυτές δοκιμάστηκαν με επιτυχία στο βομβαρδισμό του βιομηχανικού συμπλέγματος της Krupps στο Essen, παρά την ύπαρξη ομίχλης. Ωστόσο στην περιοχή του Ρουρ η Luftwaffe έδειξε τα δόντια της και την περίοδο 5 Μαρτίου έως 28 Ιουνίου 1943 σε 27 επιδρομές χάθηκαν 640 βρετανικά αεροσκάφη!

Ο Harris όμως δεν το έβαλε κάτω και οι Βρετανοί επιστήμονες του έκαναν ακόμα ένα δώρο με τη μορφή μιας νέας επινόησης: αποδείχτηκε ότι λεπτές λωρίδες μετάλλου που έπεφταν στον αέρα μπέρδευαν τα γερμανικά ραντάρ, τόσο των νυχτερινών καταδιωκτικών, όσο και των αντιαεροπορικών σταθμών εδάφους.

Όμως αυτό (κωδικός Window) δεν χρησιμοποιήθηκε αμέσως διότι οι Άγγλοι φοβήθηκαν ότι οι Γερμανοί θα το αντέγραφαν και θα το χρησιμοποιούσαν στις δικές τους επιθέσεις πάνω από τη Βρετανία.

Ετσι περίμεναν υπομονετικά μέχρι να εξελιχθεί το νέο ραντάρ Mk. X που ήταν απρόσβλητο από το Window και μόνο τότε χρησιμοποίησαν το νέο σύστημα σε μια γιγαντιαία επιχείρηση βομβαρδισμού του Αμβούργου. Αυτό έγινε στις 24 Ιουλίου 1943.

Τα γερμανικά ραντάρ «τυφλώθηκαν» από το Window, κι έτσι οι απώλειες των Βρετανών παρέμειναν ιδιαίτερα χαμηλές. Εκείνη τη νύχτα, λόγω των ειδικών εμπρηστικών βομβών που χρησιμοποιήθηκαν μαζί με εκρηκτικές, το Αμβούργο κάηκε σε μεγάλη έκταση και υπήρξαν πολλές ανθρώπινες απώλειες, θυμίζοντας τρομακτικές νύχτες όπως εκείνη του βομβαρδισμού της Δρέσδης και ιαπωνικών πόλεων τους τελευταίους μήνες του πολέμου.

Ο ίδιος ο Γερμανός υπουργός Εξοπλισμών και Πολεμικής Παραγωγής Άλμπερτ Σπέερ δήλωνε μετά τον πόλεμο πως, αν οι Βρετανοί είχαν τη δυνατότητα να επαναλάβουν την καταστροφή αυτή σε τρεις ή τέσσερις ακόμα γερμανικές πόλεις, σε σύντομο χρονικό διάστημα, η Γερμανία δεν θα είχε πολλές εναλλακτικές λύσεις πέρα από τη συνθηκολόγηση, αν και αυτό μάλλον ήταν ουτοπία, δεδομένης της ιδιοσυγκρασίας του Χίτλερ…

Στο μεταξύ, οι Γερμανοί είχαν ετοιμάσει τα δικά τους έξυπνα όπλα με τη μορφή των πυραύλων εδάφους-εδάφους V1 και V2. Παρά τις επιδρομές των Βρετανών από το καλοκαίρι του 1943 και ύστερα δεν στάθηκε δυνατό να ανακοπεί αυτή η προσπάθεια των Γερμανών.

Το πυραυλικό τους πρόγραμμα δεν επηρεάστηκε σημαντικά και συνεχίστηκε, αν και τελικά δεν κατάφερε τίποτα το ουσιαστικό στην εξέλιξη των επιχειρήσεων…

Τη νύχτα της 18ης Νοεμβρίου του 1943 το Βερολίνο βομβαρδίστηκε ανηλεώς από 450 αεροσκάφη.

Ως συνήθως, οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν πρώτα τα γρήγορα Μοσκίτο για να ξεγελάσουν τη γερμανική αεράμυνα. Καθώς τα Μοσκίτο πλησίαζαν προς το Βερολίνο, οι Γερμανοί κατάλαβαν πως ήταν μία μπλόφα και πως ο πραγματικός στόχος ήταν το Μανχάιμ, προς το οποίο πετούσε άλλη μία δύναμη 300 βομβαρδιστικών.

Έτσι, η κύρια δύναμη των 450 βομβάρδισε σχεδόν ανενόχλητη το Βερολίνο με μόνο 9 απώλειες, ενώ η δύναμη στο Μανχάιμ είχε 23 απώλειες αεροσκαφών. Ακριβώς τέσσερις μέρες μετά το Βερολίνο ξαναβομβαρδίστηκε από 630 αεροσκάφη, με 26 απώλειες, ποσοστό γύρω στο 4%, αποδεκτό, σύμφωνα με τα δεδομένα που αναλύσαμε πιο πάνω.

Μέχρι τον Μάρτιο του 1944 είχαν γίνει άλλες 15 κύριες επιδρομές, με συνολικό κόστος σχεδόν 500 βομβαρδιστικά, αλλά το Βερολίνο άντεξε, έστω και αν κατέληξε μια πόλη με πολλά ερείπια…

Η επιδρομή στη Λειψία, 19 Φεβρουαρίου 1944

Το Νοέμβριο του 1943 δημιουργήθηκε το περίφημο Νο.100 Σώμα Υποστήριξης (Βοmber Support Group) που είχε σκοπό τη δημιουργία αντιμέτρων στα γερμανικά ραντάρ με ειδικά εξοπλισμένα αεροσκάφη, τις επιδρομές εναντίον γερμανικών βάσεων νυχτερινών καταδιωκτικών με χρήση βομβαρδιστικών σε μικρό ύψος και, τέλος, τη συνοδεία των βομβαρδιστικών με καταδιωκτικά μεγάλου ύψους που θα αναχαίτιζαν τα επερχόμενα γερμανικά αεροσκάφη.

Από τους πιο σημαντικούς στόχους της 19ης Φεβρουαρίου 1944 ήταν το εργοστάσιο της Junkers στη Λειψία, τη μεγαλύτερη πόλη στην ομοσπονδία της Σαξονίας, με 750.000 κατοίκους, σε απόσταση 150 χλμ. νότια του Βερολίνου.

Η ημερομηνία επιλογής τους στόχου συνέπιπτε με την έναρξη των μεγαλύτερων ημερήσιων επιδρομών της αμερικανικής 8ης Αεροπορικής Δύναμης από το έδαφος της Αγγλίας.

Για να παραπλανήσουν τη γερμανική αεράμυνα, και συνεπώς να ελαχιστοποιήσουν τις απώλειές τους, οι Βρετανοί ετοίμασαν μια σειρά από επιθέσεις-μπλόφες.

Αρχικά, 50 Lancaster θα βομβάρδιζαν στόχους και θα έριχναν νάρκες στις ακτές της Βαλτικής για να στρέψουν τα γερμανικά νυχτερινά καταδιωκτικά της περιοχής επάνω τους. Ένας δεύτερος σχηματισμός από Μοσκίτο θα επιτίθετο στο Βερολίνο, υπονοώντας ότι αυτός θα ήταν ο κύριος στόχος.

Η κύρια δύναμη βομβαρδιστικών αρχικά θα κατευθυνόταν επίσης προς Βερολίνο για να ενισχύσει την εικόνα των Γερμανών ελεγκτών αεράμυνας, αλλά σε απόσταση 200 χλμ. από τη γερμανική πρωτεύουσα είχε εντολή να αλλάξει κατεύθυνση, αρχικά στρέφοντας δεξιά 45 μοίρες νοτιοανατολικά προς Δρέσδη και μετά σχεδόν 90 μοίρες πάλι δεξιά, με πορεία νότια-νοτιοδυτικά, προς τον πραγματικό στόχο που ήταν η Λειψία.

Ταυτόχρονα, τρίτος σχηματισμός από Μοσκίτο επιτίθετο στο Άαχεν και μια τέταρτη δύναμη Μοσκίτο βομβάρδιζε βάσεις γερμανικών καταδιωκτικών.



Τα γερμανικά νυχτερινά καταδιωκτικά, κυρίως Ju88G και Μe110G-4, υποβοηθούμενα και από μονοκινητήρια με ή χωρίς ειδικό εξοπλισμό νυχτερινής δίωξης, βρέθηκαν να δέχονται εσπευσμένα κλήσεις να αλλάξουν πορεία, καθώς δεν μπορούσαν να βρίσκονται παντού ταυτόχρονα!

Ωστόσο, στη διάρκεια της πορείας της, η κύρια δύναμη δέχτηκε τα πυρά πολλών γερμανικών αεροσκαφών. Οι παραπλανητικοί ελιγμοί της το μόνο που κατάφεραν ήταν να μην έχουν οι Γερμανοί σαφή πρόβλεψη για το ποιος ήταν ο κύριος και τελικός στόχος των Βρετανών.

Έτσι η Λειψία βομβαρδίστηκε ανηλεώς από 730 αεροσκάφη που έριξαν 2.500 τόνους εμπρηστικών και εκρηκτικών βομβών, προκαλώντας μεγάλες ζημιές στο εργοστάσιο που κατασκεύαζε κινητήρες Jumo και τα Junkers Ju88G, τους πιο ικανούς διώκτες των βρετανικών βομβαρδιστικών!

Συνολικά οι απώλειες των Βρετανών στην επιδρομή της Λειψίας ήταν 75 αεροσκάφη έναντι 17 των Γερμανών. Οι Γερμανοί είχαν απογειώσει εκείνη τη νύχτα σχεδόν 700 καταδιωκτικά όλων των τύπων!

Έξι εβδομάδες αργότερα τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα. Σε μια επιδρομή εναντίον της Νυρεμβέργης, εφαρμόζοντας όμοιες τακτικές παραπλάνησης, ο Harris έχασε σχεδόν 100 βομβαρδιστικά που έπεσαν στο «στόμα του λύκου» με πανσέληνο και παντελή έλλειψη νεφών και ομίχλης!

Ταυτόχρονα, ο βομβαρδισμός της πόλης ήταν μια πλήρης αποτυχία με τις βόμβες να ρίχνονται πολύ νωρίς προς απεμπλοκή από τον θανατηφόρο κλοιό των καταδιωκτικών…

Οι Γερμανοί προφανώς αυτή τη φορά είχαν καταλάβει τις προθέσεις των Άγγλων και, βοηθούντος του καιρού, το εκμεταλλεύτηκαν δεόντως…

Τον Απρίλιο του 1944 ο Αϊζενχάουερ, που ήταν ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων, έπεισε τον Harris να εγκαταλείψει προσωρινά τον βομβαρδισμό γερμανικών πόλεων και να επικεντρωθεί, σε συνδυασμό με τα βομβαρδιστικά της 8ης Αεροπορικής Δύναμης, σε πολύ πιο νευραλγικούς στόχους, όπως σιδηροδρομικούς κόμβους, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και συστήματα ραντάρ.

Τον Μάιο του 1944 από έναν τέτοιο βομβαρδισμό καταστράφηκε ολοσχερώς μια πολύ σημαντική μονάδα εκπαίδευσης βαρέων αρμάτων μάχης με αναντικατάστατο έμπειρο προσωπικό. Mικρές λεπτομέρειες πού όμως μετρούσαν στο πεδίο της μάχης, όταν κάποια από τα δύσκολα Tigers και Panthers θα τα οδηγούσαν ελλιπώς εκπαιδευμένα πληρώματα…

Οι βομβαρδισμοί αυτοί συνέβαλαν τα μέγιστα στην επιτυχία της απόβασης στη Νορμανδία στις 6 Ιουνίου 1944, καθώς κατέστρεψαν πολλούς κρίσιμους συγκοινωνιακούς κόμβους, γέφυρες, σιδηροδρομικές γραμμές αλλά και πολύτιμες αποθήκες υλικού και γραμμές παραγωγής των Γερμανών.

Τη νύχτα 14 προς 15 Οκτωβρίου 1944, η RAF εξαπέλυσε τη μεγαλύτερη επίθεση εναντίον γερμανικών στόχων: 1.576 αεροσκάφη στην πόλη Duisburg, ρίχνοντας 4.547 τόνους βομβών.

Oι δυνατότητες των Lancaster είχαν αυξηθεί με την ικανότητα μεταφοράς βομβών όπως η Tallboy των 12.000 λιβρών και η Grand Slam των 22.000 λιβρών, όπλα κρίσιμα στην βύθιση του Τίρπιτζ και πολλών φραγμάτων αντίστοιχα (στην τελευταία περίπτωση από τη διάσημη Μοίρα Νο. 617 Dum Busters).

Oι τελευταίες επιχειρήσεις της Διοίκησης Βομβαρδιστικών έγιναν τον Μάρτιο του 1945 εναντίον του Βερολίνου και τον Απρίλιο με τη βύθιση του Admiral Scheer στο Κίελο και τον βομβαρδισμό διυλιστηρίων πετρελαίου στο Tonsberg. To Kίελο βομβαρδίστηκε άλλη μία φορά στις 2-3 Μαΐου από 303 βομβαρδιστικά με τρεις μόνο απώλειες. Ήταν η τελευταία αποστολή της διοίκησης βομβαρδισμού πριν τη συνθηκολόγηση.

Το κόστος των επιχειρήσεων

Και οι δύο πλευρές υπέστησαν τεράστιες απώλειες στη διάρκεια αυτού του είδους των επιχειρήσεων. Η διοίκηση βομβαρδιστικών της RAF έχασε 8.655 αεροσκάφη, ενώ άλλα 500 υπέστησαν ζημιές που δεν επισκευάζονταν.

Σε αυτά τα αεροσκάφη βρήκαν το θάνατο 47.000 άντρες των πληρωμάτων τους (το 67% των συνολικών απωλειών της RAF στη διάρκεια του Πολέμου) και άλλοι 4.200 τραυματίστηκαν. Η πιθανότητα επιβίωσης ήταν περίπου μία στις τρεις! Αντίθετα οι νεκροί από τα πληρώματα της USAAF στην Ευρώπη δεν ξεπέρασαν τις 30.000, αποδεικνύοντας πόσο πιο επικίνδυνες ήταν οι νυχτερινές αποστολές.

Μόνο τα πληρώματα των γερμανικών υποβρυχίων είχαν χαμηλότερο ποσοστό επιβιωσιμότητας. Ρίχτηκαν ένα εκατομμύριο τόνοι βομβών (για την ακρίβεια, 955.044 τόνοι) και, με τη βοήθεια των ημερήσιων βομβαρδισμών της USAAF (άλλο ένα εκατομμύριο από την 8η και την 15η Αεροπορική Δύναμη), η Γερμανία οδηγήθηκε με μαθηματική ακρίβεια προς τη συνθηκολόγηση, ουσιαστικά μέσα σε μερικούς μήνες…

Σχεδόν το 45% των στρατηγικών στόχων της RAF ήταν μεγάλες γερμανικές βιομηχανικές πόλεις. Το 14% ήταν συγκοινωνιακοί κόμβοι, το 13% αποστολές υποστήριξης στρατού ξηράς (άρματα, πυροβόλα, κλπ) και το 10% διυλιστήρια και αποθήκες καυσίμων.



Το υπόλοιπο 18% αφορούσε ναυτικούς και αεροπορικούς στόχους, καθώς και λοιπές στρατιωτικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Σε αντίθεση, οι στόχοι της USAAF ήταν 36% υποστήριξη στρατού ξηράς, 26% συγκοινωνιακοί κόμβοι, 13% καύσιμα και 10% αεροδρόμια και εργοστάσια αεροπορικής βιομηχανίας, με το υπόλοιπο 15% να αφορά πόλεις και ναυτικούς στόχους.

Οι Βρετανοί ακολούθησαν μια πολύ έξυπνη στρατηγική: μην έχοντας τη δυνατότητα να βομβαρδίζουν με το φως της ημέρας λόγω έλλειψης κατάλληλων καταδιωκτικών συνοδείας, ειδικεύτηκαν στη νύχτα, δυσκολεύοντας την αποστολή τους αλλά και περιορίζοντας δραστικά την ικανότητα αναχαίτισης των αντίπαλων καταδιωκτικών. Ήταν ίσως το πιο δύσκολο και το πιο επικίνδυνο είδος αεροπορικών επιχειρήσεων.

Xρειαζόταν πολύ θάρρος, θράσος και μια γενναία δόση ηρωισμού από πλευράς βρετανικών πληρωμάτων για να πετούν σε αποστάσεις 2.000 χλμ., χωρίς συνοδεία καταδιωκτικών, επί 6 ώρες, νύχτα, δεχόμενοι γύρω τους αντιαεροπορικά πυρά και με τα καταδιωκτικά να παραμονεύουν, καθώς και γερά νεύρα για να παραμένουν πάνω από το στόχο και μετά να παίρνουν το δύσκολο δρόμο της επιστροφής, με τους διώκτες τους να τους ακολουθούν.

Από τους 22 άντρες της διοίκησης βομβαρδιστικών που παρασημοφορήθηκαν με το ανώτατο παράσημο, το Σταυρό της Βικτώρια, οι δέκα το έλαβαν μετά θάνατον…

Ορισμένοι εκφράζουν ακόμα και σήμερα αμφιβολίες για αν ήταν ηθικά σωστός ο βομβαρδισμός αμάχων Γερμανών και τη καταστροφή ολόκληρων πόλεων, όπως η Δρέσδη, με απώλειες χιλιάδων πολιτών, λίγες εβδομάδες προ της συνθηκολόγησης. Όμως τη νύχτα δεν υπήρχαν τα μέσα για βομβαρδισμό στρατιωτικών στόχων με ακρίβεια.

Επίσης είχαν προηγηθεί σκληροί βομβαρδισμοί βρετανικών πόλεων. Σκοπός της καταστροφής κατοικημένων βιομηχανικών περιοχών ήταν να μειωθεί δραστικά το εργατικό δυναμικό των εργοστασίων μαζί με το ηθικό του, καθώς και να αχρηστευτούν οι εγκαταστάσεις ηλεκτρισμού, νερού και τροφίμων.

Ο πόλεμος έπρεπε να τελειώσει το συντομότερο δυνατό, πριν ο Χίτλερ αποκτήσει κάποιο όπλο αποφασιστικής σημασίας ή μπορέσει να ενισχύσει την άμυνα της Γερμανίας, σταματώντας την προέλαση των Συμμάχων που άρχισε με την απόβαση στη Νορμανδία.

Χωρίς το τελειωτικό χτύπημα, όπως αυτό της RAF στη διάρκεια της νύχτας, είναι αδύνατον να φανταστούμε πόσα περισσότερα θύματα θα είχαμε από τη συνέχιση της γερμανικής αντίστασης «μέχρις εσχάτων».

Όταν ο Χίτλερ εγκατέλειπε την αποτυχημένη επιχείρηση «Θαλάσσιος Λέων» το 1940 δεν μπορούσε να φανταστεί ότι, αφήνοντας τους Άγγλους στην ησυχία του μεγάλου νησιού τους, θα εισέπραττε μερικ

Η Κατάσταση του Νικητή

Έτσι ζουν οι Διανοητικά Υγιείς Άνθρωποι.
  1. Αναλαμβάνουν Ευθύνη. Δεν χάνουν χρόνο, δεν χάνουν ούτε 1 δεύτερο του χρόνου τους με ασημαντότητες, δηλαδή με το να λυπούνται τον εαυτό τους ή οποιονδήποτε άλλο, γι’ αυτά που συνέβησαν, για το «πώς ήρθαν τα πράγματα», ή για το πως τους συμπεριφέρθηκαν οι άλλοι. Αντίθετα, αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεων τους και του ρόλου τους στην ζωή και γνωρίζουν με σαφήνεια ότι η ζωή δεν είναι δίκαιη, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
  2. Αναλαμβάνουν Έλεγχο. Δεν γίνονται υποχείρια κανενός. Δεν επιτρέπουν σε άλλους να πάρουν τον έλεγχο από τα χέρια τους και δεν επιτρέπουν σε κανέναν να έχει εξουσία πάνω τους. Τους είναι άγνωστη η εξής φράση: “Η κρίση με κάνει να νιώθω άσχημα” κι αυτό γιατί γνωρίζουν ότι οι ίδιοι μπορούν να ελέγχουν τα συναισθήματα τους και τον τρόπο να δρουν ή αντιδρούν στις καταστάσεις. Δεν τους ενοχλεί τίποτα και τίποτα δεν είναι ικανό να τους ενοχλήσει.
  3. Είναι Ρευστοί. Δεν προσπαθουν να αποφύγουν την αλλαγή. Αντίθετα, καλωσορίζουν κάθε θετική ή αρνητική αλλαγή και είναι πρόθυμοι και ευέλικτοι.Καταλαβαίνουν ότι η αλλαγή είναι αναπόφευκτη και κατέχουν τις ικανότητες να προσαρμόζονται στις καταστάσεις. Ακόμη και ο θάνατος, ο φόβος και ο τρόμος για τις μάζες, είναι καλοδεχούμενος γι΄αυτήν την κάστα ανθρώπων. Αντιλαμβάνεσαι ότι όποιος δεν φοβάται τον θάνατο, δύσκολα μπορεί να φοβηθεί οτιδήποτε άλλο, πόσο μάλλον οποιαδήποτε αλλαγή.
  4. Ελέγχουν ό,τι Ελέγχεται. Δεν σπαταλούνν ενέργεια σε πράγματα που δεν μπορούν να ελέγξουν. Δεν σπαταλούν γενικότερα τίποτε, ούτε υλικό, ούτε άυλο. Ακολουθούν κατά γράμμα την σοφία του φιλοσόφου «μην επιτρέπεις να σε επηρρεάσει, ό,τι δεν μπορείς να επηρρεάσεις και ζήσε αναλόγως». Για παράδειγμα δε θα ακούσεις κάποιον ικανό άνθρωπο να παραπονιέται και να γκρινιάζει για τον πελάτη που χάθηκε ή για το μποτιλιάρισμα στους δρόμους, για τους νέους φόρους ή για το κεφάλαιο που έχασε. Αντίθετα, επικεντρώνονται σε αυτά που μπορούν να ελέγξουν στην ζωή τους. Γνωρίζουν ότι μερικές φορές το μόνο πράγμα που μπορούν να ελέγξουν είναι η συμπεριφορά, οι λέξεις, οι σκέψεις και οι πράξεις τους κι αυτό ακριβώς ελέγχουν, αγνοώντας όλα τα υπόλοιπα.
  5. Διαφοροποιούν. Δεν θέλουν να ευχαριστήσουν τους πάντες. Αναγνωρίζουν ότι δεν χρειάζεται να ευχαριστούν τους πάντες όλη την ώρα. Δεν διστάζουν να πουν όχι, να απολύσουν, να καυτηριάσουν, ούτε να εκφράσουν την γνώμη τους όταν χρειάζεται. Πάντοτε είναι κόσμιοι και δίκαιοι, όμως δεν ασχολούνται όυτε δεύτερο με κάποιον, ο οποίος ενοχλείται επειδή απλά «δεν έγινε το δικό του». Το «να θέλεις να ευχαριστήσεις τους πάντες» είναι ο ορισμός της αποτυχίας, όπως και το να θέλεις «να συμφωνούν όλοι μαζί σου». Κι αυτό το γνωρίζει καλά ο ικανός άνθρωπος, γι’ αυτό και δεν ασχολείται καν, με όποιους διαφωνούν μαζί του και με τις πρακτικές του.
  6. Είναι Επικεντρωμένοι στον Σκοπό. Δεν φοβούνται το ρίσκο. Δεν παίρνουν απερίσκεπτες ή ανόητες αποφάσεις, αλλά δεν φοβούνται να ρισκάρουν όταν έχουν υπολογίσει όλους τους πιθανούς κινδύνους. Ζυγίζουν τις καταστάσεις προτού πάρουν μία μεγάλη απόφαση και είναι πλήρως ενημερωμένοι για την πιθανότητα «αναποδογυρίσματος», οπότε, μόνο τότε χωρίς φόβο, κάνουν την κίνηση τους. Έχει συνδεθεί το ρίσκο, με τον φόβο και την ανασφάλεια, αλλά ο ικανός άνθρωπος γνωρίζει, πως δεν υπάρχει ρίσκο, εκεί που υπάρχει γνώση. Φροντίζει λοιπόν, να είναι ενημερωμένος γι’ αυτά που έχει Σκοπεύσει.
  7. Ζουν στον Παρόντα Χρόνο. Δεν τους απασχολεί το παρελθόν. Δεν χάνουν χρόνο με το να σκέφτονται ή ευχομενοι για το πως θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά τα πράγματα. Αναγνωρίζουν το παρελθόν και προσπαθούν να μάθουν από τις εμπειρίες τους. Ζουν μόνο στο παρόν και σχεδιάζουν το μέλλον.
  8. Ζουν Χωρίς Επαναλήψεις. Δεν επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη ξανά και ξανά. Έχουν όλο τον χρόνο μπροστά τους να κάνουν νέα λάθη, αλλά θεωρούν ηλιθιότητα -και είναι- να επαναλάβουν τα ίδια και τα ίδια. Αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεων και των συμπεριφορών τους και μαθαίνουν από τα λάθη τους. Δεν τα επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά, αλλά προχωρούν μπροστά και φροντίζουν να λαμβάνουν πιο σωστές αποφάσεις στο μέλλον, πάντα σε σχέση με τους Σκοπούς τους, που μπορεί σε βάθος χρόνου να διαφοροποιούνται.
  9. Επικροτούν. Δεν υποβαθμίζουν την επιτυχία των άλλων, αλλά την αναγνωρίζουν και χαίρονται. Δεν ζηλεύουν η νιώθουν εξαπατημενοι, όταν κάποιος άλλος τους ξεπερνά. Αντίθετα, γνωρίζουν ότι η επιτυχία είναι αποτέλεσμα ικανότητας και είναι πρόθυμοι να καταθέσουν ό,τι χρειάζεται στο ταμείο της επιτυχίας, για να απολαύσουν και το δικό τους μερίδιο σε αυτήν. Ποτέ δεν μεμψιμοιρεί όταν κάποιος πετύχει τον δικό του Σκοπό, γιατί γι’ αυτόν είναι η δική του επιτυχία στην πράξη. Μπορεί να δει, αυτό που μέχρι τώρα φανταζόταν, δηλαδή πως είναι να πετυχαίνει κάποιος τον στόχο πριν απ’ αυτόν και τα οφέλη, του να πετύχει και ο ίδιος.
  10. Καθαροί Λογαριασμοί. Δεν νιώθουν ότι ο κόσμος τους χρωστά κάτι. Δεν αισθάνονται ότι δικαιούνται πράγματα στην ζωή «έτσι απλά». Αναζητούν τις ευκαιρίες που υπάρχουν, βασιζόμενοι στα χαρίσματα, στις γνώσεις, στην δύναμη και στις ικανότητες τους. Ούτε νιώθουν ότι χρωστούν σε κανέναν τίποτε, όποιος είναι ικανός και παίχτης… ας παίξει. Γι΄αυτό δεν είναι εύκολα εκμεταλλεύσιμοι, του στυλ «δικαιούμαι την προαγωγή και θα την πάρω, γιατί αλλιώς…μπλα μπλα», αν την αξίζεις θα την πάρεις, αλλιώς ξέχνα το αν έχεις στην ζωή σου κάποιον ικανό επιχειρηματία που μοιράζει προαγωγές, γιατί και ξέρει και μπορεί να αναγνωρίζει την ικανότητα όπου την συναντά.
  11. Καλή Αντίληψη. Δεν περιμένουν άμεσα αποτελέσματα. Αφιερώνουν όσο χρόνο και χώρο χρειάζεται και αναγνωρίζουν ότι η πραγματική αλλαγή χρειάζεται χρόνο και τον κατάλληλο χώρο για να πετύχει. Το «ό,τι αρπάξουμε εδώ και τώρα» είναι για την γνωστή στους Έλληνες «arpaxti business» και καθόλου δεν τους ενδιαφέρει. Γι’ αυτό οι ατάκες του στυλ «έχω μια καλή ευκαιρία τώρα που όταν θα… τότε θα… και μετά θα», τους αφήνουν παντελώς αδιάφορους. Όχι ότι δεν λειτουργούν με ταχύτητα όταν χρειάζεται, αλλά η απερισκεψία και η βιασύνη είνα κακός σύμβουλος και ποτέ δεν τους αφήνουν πεδίο δράσης. Θα μπουν στο παιχνίδι, όταν οι γνώσεις τους επιτρέπουν να μπουν και ο χρόνος είναι πάντοτε μετρήσιμος και φίλος τους.
  12. Κατάλληλες Λέξεις. Προσέχουν πάντοτε τις λέξεις που χρησιμοποιούν και είναι ακριβολόγοι. Γι’ αυτό απλά και μόνο το να τους ακούς -αν σου δοθεί η τύχη- είναι δώρο της Δύναμης και φρόντισε να το αξιοποιήσεις. Η επιτυχία ή η αποτυχία στην ζωή οφείλεται κατά πρώτο λόγο στις Σκέψεις και κατά δεύτερο στις λέξεις που χρησιμοποιούμε. Σκέψεις και Λέξεις δημιουργούν το περιβάλλον στο οποίο ζούμε, αυτές δημιουργούν τα Συναισθήματα και κατά προέκταση την ικανότητα ή την αποτυχία σε ό,τι καταπιάνεται ένας άνθρωπος, ικανός ή μη. Ο ικανός το γνωρίζει πολύ καλά -γι΄αυτό χρησιμοποιεί λεξικά- και φροντίζει να είναι χειρουργικά ακριβολόγος, μιας και από αυτά εξαρτάται η ζωή και η επιτυχία του Σκοπού της ζωής του.
Έτσι λειτουργεί ο διανοητικά υγιής, ικανός άνθρωπος, σε αντιδιαστολή με τον μαζάνθρωπο, γι’ αυτό και είναι επιτυχημένος σε ό,τι καταπιαστεί. Ακόμη και μόνο μερικά από αυτά να βάλεις στην ζωή σου, ακόμη και αν το κάνεις άχαρα και επιφανειακά, μπορείς να την τροποποιήσεις προς την Επιτυχία και να εκτρέψεις τον ποταμό της ζωής, προς την διανοητική δύναμη, την υγεία και την ικανότητα.

Αν παρατηρήσεις από κοντά, οι σχέσεις είναι κάτι πολύ πιο λεπτό, κάτι πιο γοργό κι από την αστραπή, πιο αχανές κι από την γη, γιατί οι σχέσεις είναι η ζωή. Η ζωή είναι σύγκρουση, ανταγωνισμός, πόλεμος, παιχνίδι… Θέλεις όμως, να κάνεις τις σχέσεις χοντροκομμένες, ωμές, εύκολες, μηχανιστικές. Έτσι χάνουν την ευωδία τους, την ομορφιά τους. Όλα τούτα συμβαίνουν γιατί δεν αγαπάς και η αγάπη, φυσικά, είναι το σπουδαιότερο απ’ όλα, γιατί μέσα σε αυτήν πρέπει να εγκαταλείψει κανείς ολοκληρωτικά τον εαυτό του (το εγώ του).

Αυτή ακριβώς η ιδιότητα της φρασκάδας, του καινούργιου, είναι ουσιαστική, αλλιώς η ζωή γίνεται ρουτίνα, συνήθεια. Μόνο που η αγάπη δεν είναι συνήθεια, δεν είναι κάτι βαρετό. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει το αίσθημα της έκπληξης, του θαυμαστού. Θεωρούν τα πάντα δεδομένα κι αυτή η αίσθηση της ασφάλειας καταστρέφει την ελευθερία και τις εκπλήξεις της αβεβαιότητας.

Σχεδιάζεις πράγματα για το μακρινό μέλλον μακριά από το παρόν. Αλλά η προσοχή που χρειάζεται για να κατανοήσει κανείς βρίσκεται πάντα στο παρόν. Στην προσοχή υπάρχει πάντα μία αίσθηση αμεσότητας. Το να είναι κανείς ξεκάθαρος στις προθέσεις του είναι πολύ επίπονη απασχόληση.

Η πρόθεση είναι σαν μια φλόγα, που προτρέπει κάποιον ακατάπαυστα να κατανοήσει. Να είσαι ξεκάθαρος στις προθέσεις σου και θα δεις, τα πράγματα θα κυλήσουν από μόνα τους.

Όταν οι Αισθήσεις Ξυπνούν τη Μνήμη: Το Φαινόμενο ‘Προυστ’

Υπάρχουν στιγμές, που μια απλή μυρωδιά ή μια γεύση, μας μεταφέρει αιφνίδια στο παρελθόν. Ένα άρωμα, ένα φαγητό ή η αίσθηση του αέρα, μπορεί να ξυπνήσει αναμνήσεις που είχαμε ξεχάσει, γεμάτες ζωντάνια και συναίσθημα.

Αυτό το φαινόμενο, ονομάζεται ‘Προυστ’, από τον Γάλλο συγγραφέα Μαρσέλ Προυστ, ο οποίος στο έργο του ‘Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο’ περιγράφει πώς η γεύση ενός μικρού μπισκότου (madeleine) βουτηγμένου σε τσάι, τον μεταφέρει ξαφνικά και με συγκίνηση, στα παιδικά του χρόνια. Η επιστήμη σήμερα, εξηγεί αυτό που ο Προυστ κατέγραψε ποιητικά, πριν από έναν αιώνα.

Η όσφρηση, είναι η μοναδική αίσθηση που συνδέεται άμεσα με τα κέντρα του συναισθήματος και της μνήμης στον εγκέφαλο, καθώς οι οσφρητικές πληροφορίες, φτάνουν απευθείας στην αμυγδαλή και τον ιππόκαμπο, χωρίς αρχικά να περάσουν από τον θάλαμο, το «φίλτρο» των αισθητηριακών πληροφοριών.

Αυτός ο ιδιαίτερος νευρωνικός δρόμος, εξηγεί γιατί οι μυρωδιές έχουν τόσο ισχυρή συναισθηματική επίδραση και μπορούν να ανασύρουν αναμνήσεις πιο έντονα από οποιοδήποτε άλλο ερέθισμα. Η γεύση, παρότι ακολουθεί πιο σύνθετη πορεία, συνεργάζεται στενά με την όσφρηση, δημιουργώντας μια κοινή, βαθιά συναισθηματική εμπειρία.

Η Νευροεπιστήμη της Νοσταλγίας

Μελέτες έχουν δείξει ότι, όταν μια μυρωδιά ή μια γεύση συνδέεται με ένα προσωπικό βίωμα, το σύστημα της μνήμης, την καταγράφει μαζί με το συναίσθημα που τη συνοδεύει. Έτσι, η ανάκληση της μυρωδιάς, ενεργοποιεί όχι μόνο τη μνήμη του γεγονότος, αλλά και το συναίσθημα που την περιβάλλει.

Οι Green και συνεργάτες (2023), περιγράφουν ότι τέτοιες μνήμες είναι πιο ζωντανές, πιο συναισθηματικά φορτισμένες και πιο στενά δεμένες με την αίσθηση του εαυτού μας. Δεν θυμόμαστε απλώς μια στιγμή, τη ξαναζούμε.

Η μυρωδιά ενός συγκεκριμένου φαγητού για παράδειγμα, μπορεί να φέρει στο νου την ασφάλεια του οικογενειακού τραπεζιού.

Το άρωμα ενός λουλουδιού, μπορεί να ανακαλέσει ένα πρόσωπο που αγαπήσαμε, όχι μόνο στη μνήμη, αλλά και στο σώμα: ο καρδιακός ρυθμός επιταχύνεται, τα μάτια υγραίνονται, η ψυχή συγκινείται.

Η νοσταλγία που προκαλείται μέσω των αισθήσεων, όπως δείχνουν ψυχολογικές μελέτες, ενισχύει τη συναισθηματική σύνδεση με τους άλλους και την αίσθηση νοήματος στη ζωή.

Το Φαινόμενο 'Προυστ' στο Πένθος

Όταν χάνουμε ένα αγαπημένο πρόσωπο, η ψυχική μας ισορροπία ανατρέπεται. Το πένθος είναι μια διαδικασία αποχωρισμού, αλλά και αναζήτησης νοήματος. Μέσα από αυτήν, προσπαθούμε να κατανοήσουμε πώς να συνεχίσουμε να ζούμε χωρίς τον άλλον, αλλά και πώς να κρατήσουμε κάτι από εκείνον μέσα μας. Σε αυτή την πορεία, οι αισθήσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρες επανασύνδεσης.

Επειδή η όσφρηση έχει αυτή τη μοναδική ικανότητα να παρακάμπτει τη λογική σκέψη και να αγγίζει κατευθείαν το συναίσθημα, μια μυρωδιά μπορεί να λειτουργήσει σαν ασφαλές πέρασμα προς τη μνήμη.

Αντί να προκαλεί μόνο πόνο, επιτρέπει στο άτομο να συνδεθεί ξανά με στιγμές τρυφερότητας, αγάπης και παρουσίας. Μέσα από αυτό το βίωμα, η απώλεια αποκτά μια νέα διάσταση, δεν είναι απλώς το τέλος μιας σχέσης, αλλά η μεταμόρφωσή της σε εσωτερική σύνδεση.

Η σύγχρονη ψυχολογία του πένθους, αναφέρεται στη θεωρία των “συνεχιζόμενων δεσμών” (continuing bonds), σύμφωνα με την οποία, η διαδικασία του πένθους δεν στοχεύει στην αποκοπή από το πρόσωπο που χάθηκε, αλλά στη διατήρηση μιας εσωτερικής, μεταμορφωμένης σχέσης μαζί του. Η σχέση αυτή δεν εκφράζεται πλέον μέσα από φυσική παρουσία, αλλά μέσα από αναμνήσεις, σκέψεις και συναισθήματα, που κρατούν ζωντανή τη σύνδεση.

Η Θεραπευτική Διάσταση

Η ενεργοποίηση τέτοιων αναμνήσεων, μπορεί να χρησιμοποιηθεί θεραπευτικά. Στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας πένθους, η ανάκληση θετικών οσφρητικών ή γευστικών εμπειριών, βοηθά το άτομο να προσεγγίσει τη θλίψη του με περισσότερη ασφάλεια. Οι μνήμες μέσω των αισθήσεων ενεργοποιούν όχι μόνο τον πόνο, αλλά και τη ζεστασιά της σχέσης που χάθηκε. Μέσα από αυτή τη συναισθηματική επανασύνδεση, το άτομο μπορεί να βιώσει ξανά την αγάπη, χωρίς να εγκλωβίζεται στην απώλεια.

Ερευνητικά δεδομένα, δείχνουν ότι τέτοιες αισθητηριακές αναμνήσεις μπορούν να μειώσουν το άγχος και τα συμπτώματα κατάθλιψης σε ανθρώπους που θρηνούν, ενώ ενισχύουν τη συνοχή της ταυτότητάς τους και τη συναισθηματική τους ανθεκτικότητα. Η νοσταλγία που προκαλείται από μια μυρωδιά ή μια γεύση, λειτουργεί σαν μια ήπια υπενθύμιση ότι η αγάπη και η σύνδεση εξακολουθούν να υπάρχουν, απλώς σε άλλη μορφή.

Στο πλαίσιο της ενσυνειδητότητας, οι άνθρωποι που θρηνούν μπορούν να μάθουν να επιτρέπουν στις αισθήσεις να τους καθοδηγούν. Να «αναπνέουν» τη μνήμη χωρίς να την αποφεύγουν, να αναγνωρίζουν ότι το παρελθόν δεν έχει χαθεί, αλλά ζει μέσα τους. Μέσα από αυτή την ανάμνηση, το πένθος αποκτά δημιουργική διάσταση. Μετατρέπεται σε σύνδεση, σε αναγνώριση, σε αγάπη που παραμένει.

Οι σχέσεις δεν χάνονται ολοκληρωτικά, μεταμορφώνονται σε παρουσία μέσα μας, σε ψίθυρο που ζει στη μνήμη, στο σώμα, στις στιγμές που κάτι γνώριμο ξυπνά και λέει: «Είσαι ακόμα εδώ».

ΥΔΝΑ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΥΤΗΣ ΠΟΥ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΕ ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ

Στις περισσότερες μάχες των Ελλήνων εναντίον διαφόρων εχθρών ανά τους αιώνες, πάντα υπήρχε και κάποιο πρόσωπο που αναδεικνύεται ως ''ηρωίδα'' ή '' ήρωας'' της μάχης και μάλιστα παίζοντας πολύ σημαντικό ρόλο στην τελική έκβαση αυτής, με τις περισσότερες φορές να είναι νικητήρια για τους Έλληνες και μάλιστα η νίκη αυτή να είναι νίκη ζωτικής σημασίας για την συνέχεια...!!!

Στην ανάρτησή μας αυτή θα γνωρίσουμε ένα σημαντικό πρόσωπο που φέρει το όνομα ΥΔΝΑ.

Ἡ ἡρωϊκή της τόλμη ἔθεσε τήν βάση πού ὀδήγησε τούς Ἕλληνες στήν καθοριστικῆς σημασίας νίκη, κατά την Ναυμαχία τῆς Σαλαμίνος.

Ἡ Ὕδνα τῆς Σκιώνος (480 π.κ.χ.) ἡταν Ἑλληνίδα κολυμβήτρια καί δύτης, πού δικαίως ἔλαβε τά εὔσημα γιά τήν καταστροφή τοῦ περσικοῦ ναυτικοῦ τό 480 π.κ.χ..
 
Ἐκπαιδεύτηκε στήν κολύμβηση καί τίς καταδύσεις ἀπό τόν πατέρα της Σκυλλία, ἐκπαιδευτή κατάδυσης καί εἰδικό κολυμβητή πού δίδασκε τήν τέχνη τῆς κολύμβησης πρός τό ζῆν. Δίδαξε τήν κόρη του ἀπό νεαρή ἡλικία καί αὐτή ἔγινε γνωστή γιά τήν ἰκανότητά της νά βουτᾶ βαθειά καί νά κολυμπᾶ σέ μεγάλες ἀποστάσεις.

Ὅταν οἱ Πέρσες εἰσέβαλαν στήν Ἑλλάδα τό 480 π.κ.χ., λεηλάτησαν τήν Ἀθήνα καί βάδισαν στήν ἡπειρωτική χῶρα, ἀφοῦ νίκησαν τούς Ἕλληνες στίς Θερμοπύλες. Στήν συνέχεια, τό Περσικό ναυτικό προσπάθησε νά καταστρέψει τήν ὑπόλοιπη Ἑλληνική δύναμη κατά τήν ναυμαχία τῆς Σαλαμίνας. Ἐάν οἱ Πέρσες νικοῦσαν στήν Σαλαμίνα, αὐτό ὡς γνωστόν, θά ἀποτελοῦσε μεγάλο κίνδυνο γιά τήν Ἑλλάδα.

Ἡ Ὕδνα καί ὁ πατέρας της, ἐκπεδευμένοι δῦτες μέ τά δεδομένα τῆς ἐποχῆς, ἔκαναν κατάδυση κάτω ἀπό τά περσικά πλοῖα καί ἔκοψαν τά ἀγκυροβόλιά τους, μέ ἀποτέλεσμα αὐτά, λόγω τῆς κακοκαιρίας νά παρασυρθοῦν καί νά ἀλληλοσυγκρουστοῦν, ἐνῶ ὁρισμένα παρασύρθηκαν ἀπό τά ρεύματα καί προσάραξαν σέ ρηχά νερά. Ἀποτέλεσμα οἱ πολλές ζημίες πού ὑπέστη ὁ ἐχθρός καί ἡ ἀναγκαστική καθυστέρηση αυτή στο Ἀρτεμίσιο, νά δώσει χρόνο στό Ἑλληνικό ναυτικό ὥστε νά προετοιμαστεῖ καί νά ὁδηγηθεῖ ἡ Ἑλλάς στήν μεγάλη νίκη τῆς Σαλαμίνος! Ἡ ἐπιτυχία αὐτή ἔχει ἀκόμη μεγαλύτερη ἀξία λαμβάνοντας ὑπ΄ὄψιν ὅτι, γιά τήν ἐκτέλεσή της, ἡ Ὕδνα καί ὁ Σκυλλίας ἔπρεπε νά κολυμβήσουν δέκα μίλια (δεκαέξη χιλιόμετρα) στήν θάλασσα ἐν μέσω καταιγίδος.

Ἡ ἱστορία αὐτή εἶναι καταγεγραμμένη ἀπό τόν Ἕλληνα ἱστορικό Παυσανία 10.19.1, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει ἐπίσης ὅτι, γιά τήν ἡρωϊκή αὐτήν πράξη τους, τά ἀγάλματα πατέρα καί κόρης στήθηκαν στούς Δελφούς μετά τήν ἦττα τῶν Περσῶν. Πιστεύεται ὅτι κατά τόν πρῶτο μ.κ.χ αἰῶνα τά ἀγάλματα αὐτά μεταφέρθηκαν λεηλατηθέντα ἀπό τόν Νέρωνα, στήν Ρώμη.

Εγχειρίδιο για γόνους έκπτωτων δυναστειών

Η ανασύνθεση την μοίρα των τελευταίων απογόνων ή συγγενών της δυναστείας των Παλαιολόγων μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, εστιάζοντας στον τρόπο με τον οποίο οι άθλιοι αυτοί γόνοι της παλιάς αυτοκρατορικής οικογένειας εμπλέκονται στα παιχνίδια της ευρωπαϊκής διπλωματίας και γίνονται συνειδητά, ή χωρίς να το καταλαβαίνουν, όργανα των γεωπολιτικών επιδιώξεων των μεγάλων δυνάμεων της εποχής εκείνης.

Το ιδεολογικό κλίμα του δευτέρου μισού του 15ου αιώνα στην Ιταλία, που προσδιορίζεται εν πολλοίς από την ολοένα και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση του τουρκικού κινδύνου, ο οποίος μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης ήταν πλέον άμεσος και στρεφόταν και εναντίον της καθολικής Δυτικής Ευρώπης. Στην δημιουργία ενός κλίματος εχθρικού προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κυρίως στην Ιταλία, ιδιαίτερα βέβαια συμβάλλουν οι Έλληνες πρόσφυγες στη χώρα αυτή, φιλοκαθολικοί στην πλειονότητά τους, οι οποίοι προσπαθούν να πείσουν τους Ευρωπαίους ηγεμόνες να οργανώσουν μία σταυροφορία για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης. Ο πιο σημαντικός από όλους είναι ασφαλώς ο Βησσαρίων, ο οποίος μέχρι το τέλος της ζωής του δεν παύει να αγωνίζεται για την πραγματοποίηση του στόχου αυτού. 

Η προσπάθεια αυτή δημιουργίας ενός σχετικού κλίματος φαίνεται ακόμη και στην τέχνη. Ο συγγραφέας συζητά αρκετά διεξοδικά το ζήτημα αυτό, εστιάζοντας σε δύο πίνακες του Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα που αναπαριστούν τη νίκη του Κωνσταντίνου επί του Μαξεντίου και την μαστίγωση του Κυρίου αντίστοιχα, στα οποία υπάρχουν, υποτίθεται, κρυμμένες προσωπογραφίες βυζαντινών αρχόντων. Οι σχέσεις των καλλιτεχνών με την εξουσία εκείνης της εποχής ήταν πολύ στενές και φυσικά ο ζωγράφος αυτός με το έργο του δεν κάνει τίποτε άλλο από το να θεμελιώνει την κρατούσα ιδεολογία της άμυνας έναντι του Ισλάμ και της απελευθέρωσης των υπόδουλων Χριστιανών. Φυσικά δεν ήταν όλες οι μεγάλες δυνάμεις διατεθειμένες να αναλάβουν το βάρος μιας σταυροφορίας. 

Η Βενετία ήδη είχε αρχίσει να προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα που είχε προκύψει από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, δεν είναι μάλιστα περίεργο ότι κάποιοι την αποκάλεσαν τότε «παλλακίδα των Τούρκων». Το ίδιο ίσχυε και για την Γένοβα, της οποίας οι κτήσεις στην Ανατολή επίσης απειλούνταν. Ωστόσο, ο πάπας Πίος ο Β΄, ο γνωστός λόγιος Αινείας Σίλβιο Πικκολόμινι, είχε προσπαθήσει να οργανώσει μία σταυροφορία με την υποστήριξη των ηγεμονικών οίκων της Ιταλίας, όμως πέθανε στην Ανκόνα ενώ ετοιμαζόταν υπό την εποπτεία του η εκστρατεία ενάντια στους Τούρκους. Ίσως τα βυζαντινά ίχνη που εντοπίζονται στα έργα του ντέλλα Φραντσέσκα και άλλων καλλιτεχνών της ίδιας εποχής μπορούν να ερμηνευτούν κατά τον συγγραφέα ως προτροπή για την οργάνωση μιας σταυροφορίας. 

Επίσης οι Μέδικοι της Φλωρεντίας ήταν αρκετά φιλόδοξοι και είχαν ενθαρρύνει τέτοιες προσπάθειες. Στο παλάτι των Μεδίκων της Φλωρεντίας υπάρχουν αρκετά καλλιτεχνήματα, τα οποία μπορούν να ερμηνευτούν με αυτή την προοπτική. Εκεί άλλωστε το 15ο αιώνα ιδρύθηκε και η Πλατωνική Ακαδημία όπου έδρασαν τόσο βυζαντινοί όσο και νεοπλατωνικοί λόγιοι της Ιταλίας (Χαλκοκονδύλης, Θεόδωρος Γαζής, Μανουήλ Χρυσολωράς, Ιανός Λάσκαρις, Μιχαήλ Μάρουλλος Ταρχανιώτης κ.ά.). Σε αυτόν τον κύκλο η ιδέα μίας σταυροφορίας εναντίον των Τούρκων ήταν πολύ ζωντανή.

Οι τύχες των τελευταίων Παλαιολόγων στην Ιταλία. 

Όπως είναι γνωστό, ο δεσπότης του Μυστρά Θωμάς Παλαιολόγος, γιος του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου και αδελφός του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, αναγκάστηκε να καταφύγει στην Ιταλία ύστερα από την κατάκτηση του Μοριά από τους Τούρκους και έγινε επίσημα δεκτός στην Ανκόνα από τον πάπα Πίο τον Β΄. Η μορφή του Θωμά Παλαιολόγου ίσως απεικονίζεται σε κάποια έργα τέχνης της Ιταλίας εκείνης της περιόδου, τα οποία τον δείχνουν άλλοτε ως έναν από τους τρεις μάγους και άλλοτε ως άγιο Πέτρο. Ο Θωμάς πέθανε το 1465, χωρίς φυσικά να δει το όνειρό του για μια σταυροφορία εναντίον των Τούρκων να πραγματοποιείται. Ανάμεσα στους μονάρχες που είχαν καταφύγει στην Ιταλία ήταν και η Αικατερίνη Βούκτσιτς, χήρα του βασιλιά Στέφανου Θωμά της Βοσνίας, τον οποίο είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι. Ο γιος της είχε μείνει αιχμάλωτος των Τούρκων και είχε αναγκαστεί να ασπαστεί τον ισλαμισμό. Ένας άλλος φυγάς από την φραγκοκρατούμενη Ελλάδα ήταν ο Λεονάρδος Γ΄ Τόκκος της Λευκάδας, ο οποίος βρήκε άσυλο στην κουρία της Ρώμης, για να νυμφευτεί στο τέλος την κόρη του Φερδινάνδου Α΄ της Νεάπολης και να καταφέρει να οργανώσει μία σταυροφορία, ανακτώντας πρόσκαιρα την Κεφαλονιά και την Ζάκυνθο.

Ο πιο σημαντικός όμως αυτοκρατορικός γόνος που ζούσε στην Ιταλία ήταν ο Ανδρέας Παλαιολόγος, γιος του Θωμά, που γεννήθηκε στην Πάτρα τον ίδιο χρόνο που έπεσε η Κωνσταντινούπολη. Ο Γεώργιος Σφραντζής τον χαρακτηρίζει ως «σπινθήρα του γένους των Παλαιολόγων και είθε διάδοχον». Ήταν, φαίνεται, άθλιο υποκείμενο αυτός ο Ανδρέας. Έτρεφε πολλές φιλοδοξίες, οι οποίες όμως δεν μπορούσαν να υποστηριχθούν από κανέναν λόγω των πολλών και μεγάλων ελαττωμάτων του: τον κατηγορούσαν ότι σπαταλούσε τα λεφτά που του έδινε ο πάπας, ότι είχε ύποπτες παρέες και σχέσεις με κακόφημες γυναίκες. Κατάντησε να ζει σαν επαίτης με κουρελιασμένα ρούχα, όπως μας πληροφορεί ο Τζάκοπο Γκεράρντι, που τον συνάντησε το καλοκαίρι του 1481. Φυσικά ο Ανδρέας Παλαιολόγος είχε ασπαστεί τον καθολικισμό. Διάφοροι τυχοδιώκτες τον είχαν προσεγγίσει για να εξασφαλίσουν από αυτόν τίτλους ευγενείας· ένας από αυτούς ήταν κάποιος Γεώργιος Παλαιολόγος Δισύπατος, άτομο με κάπως αμφίβολο γενεαλογικό δένδρο. Είχε κάποτε υπηρετήσει ως καπετάνιος σε πειρατικά πλοία που βρίσκονταν υπό την προστασία της Γαλλίας και είχε αποκτήσει την φήμη αδίστακτου κουρσάρου.

Ο Ανδρέας Παλαιολόγος έδινε αφειδώς ή μάλλον πουλούσε τίτλους και σε Δυτικούς ακόμη, υπογράφοντας τα σχετικά έγγραφα ως «Ανδρέας εν Χριστώ ευσεβής δεσπότης ο Παλαιολόγος και διάδοχος της αυτοκρατορίας των Ρωμαίων». Ακόμη και Ισπανοί είχαν επωφεληθεί από την «γενναιοδωρία» του Ανδρέα Παλαιολόγου, ο οποίος μοίραζε δεξιά και αριστερά αξιώματα, προσπαθώντας να εξασφαλίσει κάποια χρήματα για να ζήσει· στην ουσία εκπόρνευε το ένδοξο όνομά του, όπως κάνουν διαχρονικά όλοι οι ξεπεσμένοι γόνοι μοναρχικών οικογενειών. Ο Ανδρέας εμφανίζεται πολλές φορές να συμμετέχει και σε επίσημες εκδηλώσεις της Παπικής Εκκλησίας στην Ρώμη και αυτό κατά τον συγγραφέα δεν επιβεβαιώνει την πληροφορία για την απόλυτη εξαθλίωσή του. Ο Ανδρέας Παλαιολόγος φαίνεται να διαδραματίζει ένα ρόλο και στην εικονογραφική προπαγάνδα που προωθούσαν οι πάπες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι κύκλοι των νωπογραφιών στα διαμερίσματα του πάπα Αλέξανδρου Βοργία στο ανάκτορο του Βατικανού, όπου σύμφωνα με μια θεωρία απεικονίζεται κάπου η μορφή του Ανδρέα.

Η εκπόρνευση όμως επιχειρήθηκε και σε μια άλλη περίπτωση και μάλιστα με μεγαλύτερη επιτυχία. Μια αδελφή του Ανδρέα, η Ζωή Παλαιολογίνα, θα έχει καλύτερη τύχη. Ήταν λίγο μεγαλύτερη από τον αδελφό της Ανδρέα και είχε γίνει φυσικά στη Ρώμη καθολική. Μπαινόβγαινε, για ευνόητους λόγους, στα αριστοκρατικά σπίτια των μεγάλων ιταλικών οικογενειών, τελικά όμως κατάφερε να καλοπαντρευτεί στη Ρωσία! Τα ρωσικά συμφραζόμενα της εκπόρνευσης και του πλήρους εξευτελισμού των τελευταίων Παλαιολόγων εξετάζονται στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου. Η Μοσχοβία τα χρόνια που το Βυζάντιο κατέρρεε βρισκόταν σε άνοδο, ήδη είχε διαλυθεί η επικράτεια των Μογγόλων της Χρυσής Ορδής, η οποία είχε διασπαστεί σε μικρά κρατίδια, οπότε οι Ρώσοι επωφελήθηκαν. Ο μέγας ηγεμόνας της Μοσχοβίας Ιβάν ο Γ΄, που ανέβηκε στον θρόνο το 1462, προσπαθούσε να επεκτείνει το κράτος του και στη Δύση, συγκρουόμενος με την πολωνολιθουανική ομοσπονδία, και στην Ανατολή, απωθώντας τους Μογγόλους.

Φυσικά η ρωμαϊκή κουρία είχε στρέψει την προσοχή της στην χριστιανική Ρωσία και την θεωρούσε ως σημαντικό κρίκο σε μία σταυροφορία που υποτίθεται ότι θα οργανωνόταν εναντίον των Οθωμανών. Έτσι το 1469 οι καρδινάλιοι άρχισαν να σκέπτονται τον γάμο της Ζωής Παλαιολογίνας με τον πρίγκιπα Ιβάν ο οποίος είχε πρόσφατα χηρέψει. Αυτό το προξενιό ήταν φυσικά και προς το συμφέρον των Ρώσων, οι οποίοι είχαν αρχίσει να πιστεύουν ότι ήταν οι διάδοχοι των Βυζαντινών, εφόσον η Μοσχοβία ήταν το μόνο ελεύθερο ορθόδοξο κράτος μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο συγγραφέας περιγράφει αναλυτικά όλα αυτά τα αλισβερίσια και το πώς πραγματοποιήθηκε τελικά ο γάμος της Ζωής Παλαιολογίνας με τον Ρώσο ηγεμόνα. Μας υπενθυμίζει επίσης ότι ακόμη μία γαμήλια ένωση μεταξύ των Παλαιολόγων και των απογόνων του Ρούρικ είχε λάβει χώρα παλαιότερα: ο Ιωάννης Η΄ ο Παλαιολόγος, θείος της Ζωής, είχε παντρευτεί την Άννα, κόρη του μεγάλου ηγεμόνα της Μοσχοβίας Βασιλείου, η οποία πέθανε τρία χρόνια μετά τον γάμο από πανούκλα το 1417.

Θα μπορούσαμε ακόμη να θυμηθούμε τον γάμο της Άννας με τον μεγάλο ηγεμόνα του Κιέβου Βλαδίμηρο το 988, την οποία ο συγγραφέας προσδιορίζει ως αδελφή του Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου και ανιψιά του Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου, πράγμα που δεν μπορεί φυσικά να ισχύει εφόσον ο Βουλγαροκτόνος ήταν εγγονός του Πορφυρογέννητου. Δεν ξέρουμε αν η Άννα ήταν όντως αδελφή του Βασιλείου Β΄, οπωσδήποτε όμως ο γάμος αυτός δημιούργησε από εκείνη ακόμη την περίοδο στους Ρώσους την ιδέα ότι εντάσσονται στο οικουμενικό σύστημα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ότι οι ηγεμόνες τους ανήκουν στην βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια. Ο Ανδρέας Παλαιολόγος (η ρωμαϊκή κουρία τού κάλυψε φυσικά τα έξοδα του ταξιδιού) επισκέφθηκε την αδελφή του το 1481 στη Μόσχα, εκπληρώνοντας μία διπλωματική αποστολή, ωστόσο οι προσπάθειες των καθολικών να εμπλέξουν τον Ιβάν σε μία σταυροφορία εναντίον των Τούρκων απέτυχαν: ο Ιβάν καταλάβαινε πολύ καλά ότι ο στρατός του δεν ήταν ακόμη έτοιμος για ένα τέτοιο εγχείρημα. Ο γάμος πάντως της Παλαιολογίνας με τον Ρώσο ηγεμόνα είχε σημαντικότατες συνέπειες για τους Ρώσους, που σχημάτισαν την παλαβή ιδέα ότι μέσω του γάμου αυτού απέκτησαν δικαιώματα στον βυζαντινό θρόνο κι έγιναν η Τρίτη Ρώμη. Η παρουσία στη Ρωσία της Ζωής, που μετονομάστηκε σε Σοφία, έθεσε σε λειτουργία μία διαδικασία εκβυζαντινισμού του κράτους της Μοσχοβίας. Το θέμα αυτό αποτελεί αντικείμενο ακόμη και σήμερα της έρευνας των σύγχρονων Ρώσων ιστορικών που προσπαθούν να εξετάσουν τις πρώτες καταβολές της επίσημης κρατικής ιδεολογίας της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, στην οποία μεταλλάχθηκε αργότερα το μικρό σχετικά κράτος της Μοσχοβίας του Μεσαίωνα.

Η Ζωή πάντως, η οποία έγινε από καθολική ορθόδοξη όταν πήγε στη Ρωσία, δεν ξέχασε τις ρωμαιοκαθολικές καταβολές της. Μάλλον σε αυτήν οφείλεται η πρόσκληση καλλιτεχνών από την Ιταλία στην Ρωσία για να συμβάλουν στην οικοδόμηση ή τη διακόσμηση ορισμένων εκκλησιών της Μόσχας. Πάντως η κυρία αυτή δεν φαίνεται να αντιμετωπίστηκε με φιλικό τρόπο από όλους τους Ρώσους παρά την μεγάλη παρακαταθήκη του ονόματός της, που το κουβάλησε σαν ταπεινή αχθοφόρος, μαζί με το κορμί της φυσικά, στη νέα της πατρίδα: την θεωρούσαν ξένη, την αποκαλούσαν μάγισσα και την θεωρούσαν υπεύθυνη για τον παραμερισμό των βογιάρων από τον σύζυγό της.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, στα χρόνια του γάμου της Παλαιολογίνας με τον Ιβάν αρχίζει να σταθεροποιείται, όπως είπαμε ήδη, η ιδέα της Μόσχας ως Τρίτης Ρώμης, η οποία ταλαιπώρησε και ταλαιπωρεί όλους τους λαούς που έχουν την κακή τύχη να γειτνιάζουν με τους Ρώσους. Είναι πολύ δύσκολη η μελέτη της γενεαλογίας αυτής της αυτοκρατορικής ιδέας όπως και όλων των αυτοκρατορικών ιδεολογιών, οι οποίες συνήθως προέρχονται από πολλούς πατέρες και πολλές μανάδες. Η Μόσχα πάντως έγινε, όπως κι η Κωνσταντινούπολη, βασιλεύουσα πόλη, αυτό ήταν το αποτέλεσμα του γάμου της Ζωής με τον Ιβάν, και εφόσον έγινε βασιλεύουσα, έγινε και Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ και όλα τα συναφή. Ο Θεός να μας φυλάξει από τις συνέπειες αυτού του γάμου, οι οποίες είναι δυστυχώς ορατές μέχρι σήμερα, καθώς βλέπομε τον μεγαλορωσικό ιμπεριαλισμό να προσπαθεί να κατασπαράξει πολλά γειτονικά έθνη, σλαβικά και μη, στο όνομα μιας δήθεν οικουμενικής πολιτιστικής αποστολής του αγνού, ορθόδοξου έθνους των Ρώσων.

Πάντως εκθύμως θα συνιστούσα να διαβάσουν το άρθρο αυτό οι διάφοροι έκφυλοι γόνοι έκφυλων και κακοποιών δυναστειών που περιφέρονται δίκην ζιγκολό στα καζίνο της Δύσης, αναζητώντας πολύφερνες Αμερικάνες νύφες ή καλούς γαμπρούς. Μήπως θα έπρεπε να στραφούν στη μαμά Ρωσία; Θα αποκατασταθούν πριγκιπικά και θα πάρουν και πολύ χρυσάφι, και μάλιστα με τρόπο κατά τι αξιοπρεπέστερο.

Το Βάρος των Ανείπωτων. Ότι Δεν Λέγεται Επιμένει

Υπάρχουν λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ, κι όμως στέκουν ανάμεσά μας σαν σκιές που μακραίνουν με τον χρόνο. Κάθε οικογένεια, κάθε σχέση κουβαλά το δικό της άγραφο υπόλοιπο συναισθημάτων, το βάρος των ανείπωτων.

Η σιωπή μοιάζει με αναστολή πόνου, αλλά λειτουργεί σαν χρέος: κάθε μέρα αυξάνει λίγο ακόμη.

Η Σιωπή που Κληρονομούμε

Η παιδική ηλικία είναι το σημείο εκκίνησης της προσωπικής μας ιστορίας. Είναι το έδαφος όπου φυτεύονται οι πρώτες ιδέες μας για την αγάπη, την ασφάλεια και την αξία μας ως άνθρωποι. Εκεί διαμορφώνεται η πεποίθηση αν η φωνή μας μετρά ή όχι, αν ο κόσμος γύρω μας είναι τόπος όπου μπορούμε να εκφραστούμε ελεύθερα ή αν είναι χώρος που επιβάλλει τη σιωπή.

Όταν ένα παιδί μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον που ενθαρρύνει την έκφραση, μαθαίνει ότι η φωνή του έχει δύναμη, ότι μπορεί να ακουστεί και να υπολογιστεί. Αντίθετα, όταν μεγαλώνει μέσα στον φόβο, στην αδιαφορία ή σε τραυματικές εμπειρίες, μαθαίνει ότι υπάρχουν λέξεις επικίνδυνες, συναισθήματα που πρέπει να κρυφτούν, ανάγκες που δεν χωρούν.

Για πολλούς ανθρώπους, η παιδική ηλικία δεν είναι συνώνυμη της αθωότητας, αλλά της σιωπής. Το παιδί που ακούει διαρκώς «μην κλαις» ή «να είσαι δυνατός» εσωτερικεύει πως η ευαισθησία είναι αδυναμία.

Το παιδί που δεν βρίσκει ανταπόκριση όταν εκφράζει τον φόβο του, καταλήγει να πιστεύει πως η φωνή του δεν έχει αξία. Κι εκείνο που βιώνει κακοποίηση σωματική, συναισθηματική ή σεξουαλική, μαθαίνει πως η σιωπή δεν είναι απλώς επιλογή, αλλά όρος επιβίωσης.

Οι Κρυφές Μάχες

Πολλοί πιστεύουν ότι τα παιδιά δεν έχουν τίποτα να κρύψουν. Συχνά ρωτούν «Τι μπορεί να απασχολεί ένα παιδί;». Όμως η παιδική ψυχή γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει βάρος, απλώς δεν έχει ακόμη τις λέξεις να το περιγράψει.

Ένα παιδί μπορεί να κουβαλά το βάρος ότι είναι ανεπιθύμητο στο ίδιο του το σπίτι.
Να φοβάται πως αν απογοητεύσει τους γονείς του, θα χάσει την αγάπη τους.
Να ντρέπεται επειδή το εκφοβίζουν στο σχολείο και δεν τολμά να το μοιραστεί με κανέναν.

Μερικά παιδιά ζουν με τη διαρκή αγωνία να είναι “τέλεια”, γιατί έτσι μόνο νιώθουν ότι αξίζουν. Άλλα κουβαλούν εμπειρίες τραύματος, ανεπιθύμητα αγγίγματα, μυστικά που τους είπαν να μη μαρτυρήσουν, λέγοντας τους «κανείς δεν θα σε πιστέψει».

Κι έπειτα, υπάρχουν εκείνα τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε καυγάδες, μαθαίνοντας να αναρωτιούνται σιωπηλά αν φταίνε εκείνα για ό,τι συμβαίνει. Παιδιά που κάθε βράδυ αποκοιμιούνται με ένα κόμπο στο στομάχι, γιατί οι λέξεις δεν βγαίνουν από το στόμα και ο φόβος μήπως δεν τα πιστέψει κανείς, τα κρατά φυλακισμένα στη σιωπή. Φαντάσου τώρα αυτό το μικρό παιδί, με σώμα μικρό και βάρος τεράστιο, να προσπαθεί να ζήσει χωρίς λέξεις. Χωρίς την ασφάλεια να ακουστεί. Χωρίς την επιβεβαίωση πως ο πόνος του είναι αληθινός.

Η Συνήθεια της Σιωπής: Όταν τα Ανείπωτα Γίνονται Μηχανισμός Επιβίωσης

Καθώς αυτό το παιδί μεγαλώνει, η σιωπή γίνεται μέρος του. Στην αρχή, είναι ένας τρόπος να αποφύγει τιμωρία, κριτική ή εγκατάλειψη. Με τον καιρό όμως, γίνεται τρόπος ζωής.

Μαθαίνει να χαμογελά ενώ μέσα του καταρρέει. Γίνεται «ο δυνατός», που όλοι βασίζονται πάνω του. Δίνει αγάπη, αλλά δεν αφήνει ποτέ τον εαυτό του να τη δεχτεί. Καταπνίγει τον πόνο του τόσο βαθιά που στο τέλος δεν τον αναγνωρίζει καν.

Και όταν κάποιος ρωτά «Είσαι καλά;», χαμογελά και απαντά «Φυσικά». Αυτή όμως δεν είναι δύναμη. Είναι επιβίωση.

Πώς τα Ανείπωτα Μας Διαμορφώνουν

Όσο περισσότερο κρατάμε λόγια που δεν ειπώθηκαν, τόσο πιο βαριά γίνονται.

Αρχίζουμε να πιστεύουμε πως αν μιλήσουμε, θα κριθούμε, θα απορριφθούμε ή θα εγκαταλειφθούμε. Ο φόβος της ευαλωτότητας υπερβαίνει τον πόνο της σιωπής. Φοβόμαστε να δείξουμε αδυναμία. Φοβόμαστε να γίνουμε βάρος. Φοβόμαστε να είμαστε «too much». Φοβόμαστε να μην είμαστε «αρκετοί». Και έτσι χτίζουμε τείχη. Τελειοποιούμε την τέχνη της προσποίησης. Γινόμαστε αυτό που ο κόσμος περιμένει, ενώ μέσα μας το βάρος των ανείπωτων μάς πνίγει.

«Μεγάλωσα ακούγοντας πως είμαι η δυνατή, αυτή που αντέχει τα πάντα», είπε η Μαρία. Έτσι με τον καιρό φοράς αυτή την ταμπέλα σαν πανοπλία. Πιστεύεις πως η δύναμη σημαίνει σιωπή. Ότι το να είσαι «καλά» δεν είναι επιλογή, αλλά υποχρέωση. Δεν ζητάς ποτέ βοήθεια, όχι γιατί δεν τη χρειάζεσαι, αλλά γιατί δεν ξέρεις πώς, ή γιατί είναι αδυναμία.

Το Βάρος των Ανείπωτων στις Σχέσεις που Δεν Τελείωσαν Ποτέ

Ο Πατέρας, το Παιδί και τα Λόγια που Δεν Ειπώθηκαν

Ένας ενήλικας γιος κάθεται απέναντι από τον πατέρα του. Μιλούν για τη δουλειά, το αυτοκίνητο, το ποδόσφαιρο, μα όχι για τα ουσιώδη. Και πίσω από τις λέξεις, υπάρχει μια σιωπή που φωνάζει: «Ποτέ δεν μου είπες ότι είσαι περήφανος για μένα.», «Ποτέ δεν σου είπα πόσο με πλήγωσε η απόστασή σου.» Η σιωπή αυτή παγώνει, μετατρέπεται σε τοίχο. Και όταν ο πατέρας φύγει, τα λόγια που δεν ειπώθηκαν γίνονται βάρος, μια οφειλή που κανείς δεν μπορεί πια να εξοφλήσει.

Συστημικά, αυτή η οφειλή δεν σταματά εκεί. Περνά από γενιά σε γενιά: το παιδί που δεν άκουσε ποτέ “είμαι περήφανος για σένα”, δύσκολα θα το πει κι εκείνο στα δικά του παιδιά.
Έτσι, η σιωπή γίνεται κληρονομιά.

Ο Έρωτας που Έμεινε στη Μέση

Και υπάρχει κι εκείνη η άλλη σιωπή, η σιωπή του ανείπωτου έρωτα. Δυο άνθρωποι που αγαπήθηκαν, αλλά άφησαν τις λέξεις να στεγνώσουν. Χρόνια μετά, κάποιος ξυπνά από ένα όνειρο όπου όλα μοιάζουν όπως παλιά. Και τότε έρχεται ο εφιάλτης: το “γιατί” που ποτέ δεν ειπώθηκε.

Το ασυνείδητο προσπαθεί να εξοφλήσει την οφειλή μέσα από τα όνειρα. Όμως τα όνειρα δεν γιατρεύουν, θυμίζουν. Και κάθε νύχτα που ξυπνάς με τη φράση «έπρεπε να είχα πει», η οφειλή αυξάνεται λίγο ακόμα.

Ο Συστημικός Μηχανισμός της Σιωπής

Στη συστημική σκέψη, η σιωπή δεν είναι απουσία λόγου, είναι μήνυμα που δεν εκφράστηκε. Είναι το σημείο όπου η συναισθηματική ροή παγώνει επειδή δεν βρήκε ακροατή.

Και τότε, το σώμα γίνεται το πεδίο όπου εκφράζεται αυτό που δεν ειπώθηκε: ως άγχος, ως ένταση, ως αϋπνία, ως όνειρα που επαναλαμβάνονται.

Γιατί το ασυνείδητο έχει τον δικό του νόμο: κανένα μήνυμα δεν μένει για πάντα αδιάβαστο.

Η Τέχνη της Εξόφλησης: Να Μιλήσεις για Όσα Δεν Είπες

Δεν μπορούμε να ξεγράψουμε εντελώς το βάρος των ανείπωτων λέξεων, αλλά μπορούμε να το μειώσουμε απλώς με το να το αναγνωρίσουμε. Να γράψουμε το γράμμα που ποτέ δεν στείλαμε, όχι για να το παραδώσουμε, αλλά για να το διαβάσουμε εμείς οι ίδιοι. Να πούμε, έστω ψιθυριστά, «Έχω κάτι που δεν ειπώθηκε ποτέ».

Κάθε φορά που τολμάμε να εκφράσουμε «με πλήγωσε που δεν ήσουν εκεί» ή «φοβόμουν να σε χάσω», το βάρος ελαφραίνει, γιατί στο τέλος δεν μας στοιχειώνουν οι συζητήσεις που κάναμε, αλλά εκείνες που δεν τολμήσαμε να αρχίσουμε.

Η δύναμη δεν κρύβεται στην απάντηση, αλλά στο να ακούσεις και να σε ακούσουν, στο να βρεις έναν χώρο όπου ο πόνος μπορεί να ειπωθεί χωρίς κρίση. Η θεραπεία δεν έρχεται σβήνοντας το παρελθόν, αλλά όταν το αναγνωρίζουμε, όταν λέμε τις λέξεις που μας φόβιζαν και επιτρέπουμε σε κάποιον να δει τον πόνο μας και να μείνει.

Σκέψου, υπάρχουν λόγια που ποτέ δεν έχεις ποτέ εκφράσει; Αν τα ψιθύριζες δυνατά, έστω και μόνο στον εαυτό σου, τι θα έλεγαν; Ίσως η θεραπεία δεν είναι να διορθώσεις κάτι, αλλά απλώς… να σε ακούσουν.

Εντοπίστηκε το σημείο του εγκεφάλου που βρίσκεται η συνείδηση

Μία νέα έρευνα υποστηρίζει πως βρήκε το σημείο του εγκεφάλου στο οποίο βρίσκεται η συνείδηση.

Υπάρχει μία διαφορά μεταξύ αυτών που επεξεργάζεται ο εγκέφαλος και αυτά που καταλαβαίνουμε συνειδητά.

Η ομάδα, από το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ στο Ισραήλ και το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Berkeley (UC Berkeley), στις ΗΠΑ, βρήκαν συνεχή εγκεφαλική δραστηριότητα στο ινιακό τμήμα του οπτικού φλοιού στο πίσω μέρος του εγκεφάλου.

Η δραστηριότητα έπεφτε στο 10-20% του επιπέδου της περίπου 300 milliseconds μετά το αρχικό οπτικό ερέθισμα, αλλά παρόλα αυτά παρέμενε. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με άλλα τμήματα του εγκεφάλου όπου η πληροφορία εξαφανίζεται εντελώς μετά από περίπου μισό δευτερόλεπτο (500 milliseconds).

Αυτή η σταθερή επεξεργασία υποδεικνύει τη νευρωνική βάση για σταθερή αντίληψη στο χρόνο, παρά τις αλλαγές στη δραστηριότητα.

Με απλα λογια, αυτη η περιοχη του εγκεφαλου ειναι το μέρος οπου όχι απλα παρατηρουμε κατι, αλλα καταλαβαινουμε πως το παρατηρουμε.

Στην έρευνα συμμετείχαν 10 ασθενείς με επιληψία, οι οποίοι διέθεταν ήδη ηλεκτρόδια μέσα στο κρανίο τους, επιτρέποντας μία ολοκληρωμένη καταγραφή της εγκεφαλικής δραστηριότητας σε βάθος χρόνου.

Προσθέτουμε ένα κομμάτι του παζλ της συνείδησης – πώς τα πράγματα παραμένουν στο μυαλό μας για να δράσουμε.

Οι ερευνητές μπορούν να είναι εντελώς σίγουροι πως τα ευρήματά τους συνδέονται με τη συνείδηση, αλλά λένε πως η συνεχόμενη δραστηριότητα στον οπτικό φλοιό μπορεί να τροφοδοτεί τον προμετωπιαίο φλοιό ο οποίος διαχειρίζεται τις σκέψεις και τη δράση.

«Αυτή η σταθερή αναπαράσταση υποδηλώνει μια νευρωνική βάση για σταθερή αντίληψη με την πάροδο του χρόνου, παρά το μεταβαλλόμενο επίπεδο δραστηριότητας», λέει ο ψυχολόγος Leon Deouell από το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ.

Οι ερευνητές συνεργάστηκαν με δέκα ασθενείς με επιληψία για τη μελέτη, οι οποίοι είχαν ήδη προγραμματιστεί να τοποθετήσουν ηλεκτρόδια μέσα στο κρανίο τους. Αυτά τα ηλεκτρόδια επιτρέπουν μια πιο ολοκληρωμένη μέτρηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας με την πάροδο του χρόνου, με λιγότερες εικασίες, σε σύγκριση με άλλες μεθόδους σάρωσης του εγκεφάλου που λειτουργούν εξωτερικά.

«Προσθέτουμε ένα κομμάτι στο παζλ της συνείδησης – πώς τα πράγματα παραμένουν στο μάτι του μυαλού σας για να ενεργήσετε», λέει ο ψυχολόγος Robert Knight από το UC Berkeley.

Οι ερευνητές μπορούν να πουν με βεβαιότητα πώς τα ευρήματά τους σχετίζονται με τη συνείδηση, αλλά υποστηρίζουν ότι η συνεχής δραστηριότητα στον οπτικό φλοιό θα μπορούσε να τροφοδοτηθεί πίσω στον προμετωπιαίο φλοιό, όπου διαχειρίζονται οι σκέψεις και οι ενέργειες.

Σίγουρα χρειάζεται περισσότερη έρευνα και δεδομένα για να κατανοήσουμε καλύτερα τη συνείδηση, έτσι ώστε να αντιμετωπίσουμε περιστατικά όπου ο ασθενής δεν αντιδρά σε ερεθίσματα από το περιβάλλον μετά από κάποιο τραύμα στον εγκέφαλο.

Τι χρειάζεται για να μπορεί κάτι όχι απλά να γίνει αισθητό από τον εγκέφαλο, αλλά να μπορεί ο άνθρωπος να έχει μία υποκειμενική εμπειρία; Η κατανόηση αυτού θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε τι λείπει από το συνειδητό σύστημα στους εγκεφάλους ασθενών με διάφορα σύνδρομα.

Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ

Georg Wilhelm Friedrich Hegel και η διαλεκτική ανάσα της ελευθερίας!

Ο Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ (Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Στουτγάρδη, 27 Αυγούστου 1770 – Βερολίνο, 14 Νοεμβρίου 1831) ή Έγελος (όπως απαντάται ενίοτε στην ελληνική βιβλιογραφία) ήταν Γερμανός φιλόσοφος και κύριος εκπρόσωπος του γερμανικού ιδεαλισμού. Επηρέασε βαθιά την δυτική φιλοσοφία και έγινε γνωστός για την διαλεκτική θεωρία του. Γεννήθηκε στην Στουτγάρδη και σπούδασε Φιλοσοφία και Θεολογία στο Τύμπινγκεν (1788–93). Το 1801 έγινε καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ιένας. Μεταξύ 1812–16 εργάστηκε ως Διευθυντής Γυμνασίου στην Νυρεμβέργη. Το 1816 έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης και το 1818 στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, ενώ το 1830 διετέλεσε πρύτανης.

Ο Χέγκελ υπήρξε σφόδρα αντιδιανοούμενος και απεχθανόταν τους «σοφούς καθηγητές» και την επίδειξη της επιστημοσύνης τους. Στην Ιστορία της Φιλοσοφίας του τους παρομοιάζει με ζώα που άκουσαν όλους τους ήχους μιας μουσικής, αλλά δεν συνέλαβαν ποτέ την ενότητά της. Καταφέρεται με ένταση κατά των λατινικών, που επέτρεπαν — όπως έλεγε — να γράφονται στα λατινικά πράγματα που θα φαίνονταν γελοία αν τα έγραφε κανείς στα γερμανικά, και θα ήθελε μαζί με την εξαφάνιση της λατινικής να παρακμάσει και η ρωμαιοκαθολική ισχύς. Η σκέψη του, ωστόσο, δεν είναι ένας αντικληρικός θυμός· είναι το αίτημα να μιλήσει η σκέψη τη «ζωντανή γλώσσα» της εποχής. Στα ελληνικά γράμματα η αντήχησή του είναι αναγνωρίσιμη. Ο Νίκος Καζαντζάκης στην «Ασκητική» αναπνέει τον παλμό ενός παγκόσμιου Πνεύματος που προοδεύει μέσα στο σύμπαν και καλεί τον άνθρωπο σε συνδημιουργία και ευθύνη.

Από την Φαινομενολογία στην Λογική

Η πνευματική του σκευή σχηματίστηκε στο Τύμπινγκεν, στο ίδιο θεολογικό σεμινάριο που περπάτησαν ο Χέλντερλιν και ο Σέλλινγκ. Εκεί διάβασε τραγωδούς, μελέτησε τους Έλληνες, βίωσε τον ηλεκτρισμό της Γαλλικής Επανάστασης. Έπειτα εργάστηκε ως κατ’ οίκον δάσκαλος στην Βέρνη και την Φρανκφούρτη, γράφοντας νεανικά θεολογικά δοκίμια, για τον «βίο του Ιησού» και για την «θετικότητα» της θρησκείας, όπου διαισθανόμαστε ήδη την άρνησή του να αφήσει το πνεύμα να απολιθωθεί σε κανόνες.

Το 1801, στην Ιένα, δημοσιεύει πραγματείες που τον απομακρύνουν από τον ρομαντικό βολονταρισμό του Σέλλινγκ και τον σταθεροποιούν σε ένα ώριμο ιδεαλιστικό σχέδιο. Διαφορά του φιλοσοφικού συστήματος του Φίχτε και του Σέλλινγκ, Πίστη και Γνώση, κείμενα για φυσικό δίκαιο και πολιτική οικονομία. Μέσα στο κανονιοβόλημα της εποχής, το 1807, τυπώνει την Φαινομενολογία του Πνεύματος μια περιπέτεια της συνείδησης που περνά από την αμεσότητα της αίσθησης στον σκεπτικισμό, από τον «κύριο και τον δούλο» στην ηθικότητα, από την θρησκεία στην «γνώση απόλυτη». Την παραμονή της μάχης της Ιένας βλέπει τον Ναπολέοντα «ως παγκόσμια ψυχή» έφιππη. Δεν είναι ρητορικό τέχνασμα, είναι το βλέμμα ενός φιλοσόφου που καταλαβαίνει ότι η ιστορία κινείται συχνά από ανθρώπους που αγνοούν τι μεταφέρουν.

Η ήττα της Πρωσίας και η διάλυση της δημόσιας ζωής στην Ιένα σπρώχνουν τον Χέγκελ σε γήινες δουλειές. Γίνεται για λίγο αρχισυντάκτης στο Μπάμπεργκ και έπειτα γυμνασιάρχης στην Νυρεμβέργη. Εκεί παντρεύεται την Μαρίε φον Τούχερ, αποκτά δύο γιους, ενώ ήδη υπάρχει ο πρωτότοκος, ο Λούντβιχ Φίσερ, από την σχέση του στην Ιένα με την Χριστιάνα Μπούρκαρτ· αργότερα ο Λούντβιχ θα ενταχθεί στο νοικοκυριό και θα φύγει νέος στην Ολλανδία, όπου πεθαίνει μακριά, σε μια ιστορία που επιστρέφει σαν βουβή σκιά στο βιογραφικό του πατέρα. Στην Νυρεμβέργη γράφει την Επιστήμη της Λογικής (1812–1816), τον κινητήρα του συστήματος. Εκεί η έννοια αποκτά ρυθμό,: η «προσδιορισμένη άρνηση», το περίφημο Aufheben που ταυτόχρονα καταργεί, διατηρεί και ανυψώνει, η μετάβαση από το Είναι στο Είναι-άλλο, από την Ουσία στην Έννοια, από τυφλές κατηγορίες σε ζωντανή οργάνωση. Δεν έχουμε μια μηχανική «θέση–αντίθεση–σύνθεση», αλλά έναν ιστό εσωτερικών μεταβάσεων όπου το νόημα αντέχει τις αντιφάσεις του και βγαίνει ισχυρότερο.

Το 1816 περνά στην Χαϊδελβέργη, όπου εκδίδει την πρώτη Εγκυκλοπαιδεία των Φιλοσοφικών Επιστημών — το σύνολο σε μορφή εγχειριδίου. Το 1818 καλείται στο Βερολίνο, παίρνει την διαδοχή του Φίχτε και γίνεται ο κεντρικός καθηγητής της εποχής του. Στο Βερολίνο, εκτός από τα Στοιχεία της Φιλοσοφίας του Δικαίου (1821), διδάσκει σε κατάμεστες αίθουσες αισθητική, φιλοσοφία της θρησκείας, ιστορία της φιλοσοφίας και φιλοσοφία της ιστορίας. Οι φοιτητικές σημειώσεις θα συγκροτήσουν μετά τον θάνατό του τους μεγάλους τόμους των «Παραδόσεων», με όλες τις φιλολογικές δυσκολίες και την ανεκτίμητη παιδαγωγική τους ζωντάνια. Το 1830 εκλέγεται πρύτανης και λίγους μήνες αργότερα, το 1831, πεθαίνει ξαφνικά, πιθανότατα από χολέρα. Θάβεται στο Dorotheenstädtischer Friedhof, δίπλα στον Φίχτε — σαν μια σιωπηλή επιγραφή στο τέλος της μεγάλης διαδρομής του γερμανικού ιδεαλισμού.

Κράτος, Αστική Κοινωνία και οι Μεσολαβήσεις της Αναγνώρισης

Η πολιτική του φιλοσοφία είναι η εφαρμοσμένη οντολογία της ελευθερίας. Ξεκινά από το «αφηρημένο δίκαιο», όπου ο άνθρωπος αναγνωρίζεται ως πρόσωπο, αποκτά ιδιοκτησία ως εξωτερίκευση της προσωπικότητας και συνάπτει συμβάσεις ως δέσιμο βουλήσεων. Προχωρά στην υποκειμενική ηθική, όπου η πρόθεση και η ενοχή γίνονται εσωτερικές στάθμες. Αλλά μόνο στην «ηθική ζωή» (Sittlichkeit) η ελευθερία αποκτά σώμα. Η οικογένεια ως άμεση ενότητα, η αστική κοινωνία ως δίκτυο αναγκών που χειραφετεί και πληγώνει, το κράτος ως καθολική μορφή όπου τα ιδιωτικά συμφέροντα και οι κοινές ανάγκες βρίσκουν ορίζοντα.

Ο Χέγκελ βλέπει καθαρά ότι η αγορά δημιουργεί πλούτο και καινοτομία· βλέπει επίσης ότι γεννά ανισότητες και μια διάθεση «όχλου» (Pöbel), όπου η φτώχεια γίνεται εσωτερική αγανάκτηση. Η θεραπεία δεν είναι ένα ηθικολογικό κήρυγμα ούτε ο γυμνός καταναγκασμός, αλλά θεσμική διαμεσολάβηση. Η «αστυνομία» με την ευρεία τότε έννοια της κοινωνικής διοίκησης και οι «κορπορασιόν» επαγγελματικές ενώσεις που μεσολαβούν ανάμεσα στον ιδιώτη και στο κράτος, οργανώνουν εκπαίδευση, πρόνοια και συμμετοχή. Ο Χέγκελ εμπιστεύεται αυτές τις ενδιάμεσες μορφές επειδή πιστεύει ότι η ελευθερία, χωρίς κοινωνικούς ιστούς, γίνεται είτε κυνική ιδιώτευση είτε τυφλή βία.

Το κράτος, στην ώριμη σκέψη του, ορίζεται ως «η πραγματικότητα της ηθικής Ιδέας». Δεν είναι εξωτερικός χωροφύλακας, αλλά το σπίτι όπου η ατομική βούληση βρίσκει τον καθολικό της εαυτό. Το προτιμώμενο πολίτευμα είναι η συνταγματική μοναρχία με εκπαιδευμένη γραφειοκρατία, μια τάξη λειτουργών που ενσαρκώνει την «καθολικότητα», και αντιπροσώπευση όχι ως αθροιστική ψηφοφορία, αλλά ως παρουσία «τάξεων/σωματείων» στην πολιτεία.

Ο μονάρχης δεν είναι αυθέντης· είναι η «στιγμή της απόφασης» που συγκρατεί τον μηχανισμό. Στο ίδιο πνεύμα, ο Χέγκελ υπογραμμίζει τον ρόλο της «δημόσιας γνώμης» ως δύναμης που οφείλει να ακούγεται αλλά και να παιδεύεται, και θεωρεί την εκπαίδευση καθοριστική για την διαμόρφωση πολιτών που αναλαμβάνουν τον ρόλο τους στη Sittlichkeit. Δεν διστάζει να επικρίνει επιμέρους πολιτικές· κείμενά του για την βρετανική μεταρρύθμιση κόβονται από την λογοκρισία, σημάδι ότι δεν υπήρξε ποτέ αυλικός ρήτορας.

Στο διεθνές πεδίο είναι νηφάλιος και σκληρός, χωρίς μια υπερεθνική εξουσία, οι πόλεμοι είναι ιστορικά πιθανοί. Το περίφημο χωρίο όπου ο πόλεμος εμφανίζεται ως «ηθική στιγμή» δεν είναι στάση υπέρ της βίας, αλλά υπενθύμιση ότι οι κοινωνίες που παγιδεύονται στην ειδωλολατρία της ευζωίας χάνουν την εσωτερική τους σπονδυλική στήλη. Μιλά για «υγεία» των λαών όπως μιλάει για την ανάγκη ανανέωσης· αλλά ταυτόχρονα προειδοποιεί για την πανουργία του λόγου της ιστορίας, που δεν δίνει εγγυήσεις σε κανέναν.

Η διαλεκτική μέθοδος που διατρέχει όλα αυτά δεν είναι σύνθημα. Είναι μια «λογική ενέργεια». Η πραγματικότητα δεν στέκει σαν παγωμένη επιφάνεια, αλλά κινείται μέσα από αντιφάσεις. Η «προσδιορισμένη άρνηση» δεν μηδενίζει το προηγούμενο στάδιο· το μεταμορφώνει. Στην Φαινομενολογία το βλέπουμε άλλωστε καθαρά, η σκηνή «κυρίου και δούλου» δεν είναι απλή κοινωνική αλληγορία, αλλά η ανακάλυψη ότι η ελευθερία είναι αμοιβαία αναγνώριση. Στο Δίκαιο το ίδιο συμβαίνει με το πρόσωπο και τον θεσμό. Δεν είμαστε ελεύθεροι «παρά» τον θεσμό, αλλά «χάρη» στον θεσμό που μας αναγνωρίζει ως πρόσωπα.

Αισθητική, Θρησκεία και Ιστορία. Όταν το Απόλυτο Ζητά Μορφή

Οι παραδόσεις για την αισθητική περιγράφουν την τέχνη ως «αισθητή λάμψη της Ιδέας». Ιστορικά, η τέχνη διαγράφει τρεις μεγάλες φάσεις: το «συμβολικό», όπου η μορφή αγκομαχά να χωρέσει την ιδέα· το «κλασικό», όπου μορφή και ιδέα συναντιούνται σε ένα μέτρο· και το «ρομαντικό», όπου η εσωτερικότητα ξεχειλίζει την μορφή και η τέχνη πλησιάζει την αυτοσυνείδηση της θρησκείας και της φιλοσοφίας.

Μέσα σε αυτό το τόξο ξεδιπλώνονται οι τέχνες ως ιδιαίτερες μορφές. Αρχιτεκτονική που σμιλεύει τον χώρο του ιερού, γλυπτική που δίνει σώμα στο θείο, ζωγραφική που αποχρωματίζει την ύλη προς όφελος του πνεύματος, μουσική που διαλύει την ύλη σε καθαρή έκταση ήχου, ποίηση που πλησιάζει την φιλοσοφία στον λόγο. Στη φιλοσοφία της θρησκείας, ο Χέγκελ χαρτογραφεί τις μορφές του θείου, από την φυσική θρησκεία και την θρησκεία της τέχνης ως την «φανερωμένη θρησκεία», όπου ο χριστιανικός μύθος της ενανθρώπισης γίνεται φιλοσοφική ιδέα της ενότητας θεϊκού και ανθρώπινου.

Στην φιλοσοφία της ιστορίας, ο Παγκόσμιος Νους προχωρά μέσα από κόσμους — ανατολικό, ελληνικό, ρωμαϊκό, γερμανικό — και μέσα από «παγκόσμιους ανθρώπους», όπως ο Αλέξανδρος ή ο Ναπολέων, που λειτουργούν ως αγωγοί ενός σκοπού μεγαλύτερου από τον εαυτό τους. Δεν είναι ο μυστικισμός της φυγής· είναι η μυστική ανάγνωση του κόσμου όπως είναι, όπου το απόλυτο ζητά μορφή και η μορφή ζητά νόημα.

Από τους μαθητές του στον 20ό Αιώνα

Μετά τον θάνατό του, η σχολή του διχάζεται. Οι «δεξιοί» χεγκελιανοί αναδεικνύουν την εναρμόνιση φιλοσοφίας, κράτους και χριστιανισμού· οι «αριστεροί» μετατρέπουν την κριτική του θρησκευτικού και κοινωνικού σε πολιτική δυναμίτιδα. Ο Φόιερμπαχ ρίχνει το βάρος στον άνθρωπο, ο Μαρξ «γυρίζει» την διαλεκτική από την ιδέα στην ύλη, ο Κίρκεγκωρ αντιτάσσει την υπαρξιακή αποφασιστικότητα στο συστηματικό όλον. Στον αγγλόφωνο χώρο, οι Βρετανοί ιδεαλιστές (Μπράντλεϋ, Μποζάνκετ) αντλούν από τον Χέγκελ μια μεταφυσική του όλου· στον 20ό αιώνα, η γαλλική ερμηνευτική (Κοζέβ, Υππολίτ), ο υπαρξισμός, αλλά και η σύγχρονη πρακτική φιλοσοφία και η αναλυτική θεωρία της αναγνώρισης ξαναπιάνουν τους χεγκελιανούς αρμούς σε νέα γλώσσα. Στα ελληνικά γράμματα, εκτός από τον Καζαντζάκη, η επιρροή του διακρίνεται σε θεολογικές και νομικοπολιτικές συζητήσεις για το κράτος δικαίου, την κοινότητα και την ελευθερία. Η εικόνα του δεν είναι μία· είναι πολυεδρική, όπως και το ίδιο το έργο του.

Η καθημερινή του φιγούρα δεν ταυτίζεται με τον «παγωμένο συστηματικό». Ήταν πειθαρχημένος, σχεδόν τυπικός στο ωράριο, αλλά λάτρευε την εύθυμη συντροφιά και το κρασί, είχε την αστική κομψότητα ενός δασκάλου που ζητά σαφήνεια και ενότητα. Οι παραδόσεις του είχαν την φήμη της πυκνότητας· έπρεπε να ακολουθήσεις τον ρυθμό της έννοιας για να μην χαθείς. Γι’ αυτό και η ειρωνεία με τους «σοφούς καθηγητές» δεν είναι το μίσος για την γνώση· είναι η απέχθεια για την επίδειξη της χωρίς εσωτερική συνοχή. Στην πολιτική πράξη, υπερασπίστηκε μεταρρυθμίσεις και παιδεία, δεν χάιδεψε τα αυτιά της εξουσίας, και μάλλον ένιωσε στην ίδια του την ζωή την τριβή ανάμεσα στην ιδέα και στην διοίκηση.

Αν χρειάζεται να μιλήσουμε για τον Χέγκελ με έναν τόνο μυστικό, είναι ο παρακάτω, η διαλεκτική δεν είναι τέχνασμα γραφείου. Είναι ο ρυθμός μιας πραγματικότητας που δεν διστάζει να αντικρούσει τον εαυτό της για να γεννήσει κάτι ανώτερο. Στην σκιά αυτού του ρυθμού καταλαβαίνουμε και την δική μας εποχή. Οι αντιφάσεις δεν είναι αδιέξοδα· είναι δίοδοι. Η ελευθερία δεν είναι αυτοσχεδιασμός χωρίς όρια· είναι τρόπος ζωής που μετουσιώνει την ιδιωτική βούληση σε δημόσιο ήθος. Η τέχνη δεν είναι διακόσμηση· είναι λάμψη της ιδέας. Η θρησκεία δεν είναι φράγμα στην σκέψη· είναι τρόπος που η σκέψη συναντά το απρόσιτο. Και η φιλοσοφία — πάνω απ’ όλα — δεν είναι ολονύκτια άσκηση επίδειξης· είναι η μουσική που κάνει τους ήχους να γίνονται έργο.

Πίσω από τις ημερομηνίες και τις θέσεις μένει ένας ζωντανός πυρήνας, το αίτημα να βλέπουμε το Όλον όχι ως παγωμένη κορνίζα, αλλά ως δρόμο. Από την Στουτγάρδη και το Τύμπινγκεν, στην Ιένα του Ναπολέοντα και στα αμφιθέατρα του Βερολίνου, μέχρι την ταπεινή γαλήνη του Dorotheenstädtischer, ο Χέγκελ μάς παραδίδει την πιο απαιτητική εντολή. Να παίρνουμε την αντίφαση από το χέρι και να την ανεβάζουμε μία βαθμίδα πιο πάνω. Αν αυτό το μάθουμε, η ελευθερία παύει να είναι σημαία· γίνεται αναπνοή. Και τότε, όπως πρέσβευε και ο ίδιος, η γνώση παύει να είναι συσσώρευση και γίνεται ενότητα.