Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2024

Το Μονοπάτι του Πολεμιστή

Ο πολεμιστής ζει δρώντας, όχι σκεπτόμενος την δράση ή σκεπτόμενος τι θα σκεφτεί όταν θα έχει ολοκληρώσει την δράση.

Το πνεύμα ακούει μόνο όταν ο ομιλητής μιλάει με χειρονομίες. Και οι χειρονομίες δεν σημαίνουν απαραίτητα σινιάλα ή κινήσεις του σώματος, αλλά πράξεις αληθινά αυθόρμητες, πράξεις γενναιοδωρίας ή χιούμορ. Σαν χειρονομία προς το πνεύμα, οι πολεμιστές βγάζουν το καλύτερο κομμάτι του εαυτού τους και το προσφέρουν σιωπηλά στο αφηρημένο. Ο πολεμιστής πρέπει πρώτα απ’ όλα να γνωρίζει ότι οι πράξεις του είναι μάταιες και ωστόσο να τις εκτελεί λες και δεν το γνωρίζει. Αυτή είναι η ελεγχόμενη τρέλα του μαχητή.

Τίποτα σε αυτό τον κόσμο δεν χαρίζεται. Ό,τι πρέπει να μάθει κανείς πρέπει να το μάθει ακολουθώντας το δυσκολότερο μονοπάτι. Υπάρχουν διάφορα “συστήματα γνώσης” τα οποία ερμηνεύουν την φύση της πραγματικότητας και δρουν προς αυτήν την κατεύθυνση με άμεμπτο και άψογο σκοπό. Με τον όρο γνωστικό σύστημα ορίζουμε τις διαδικασίες εκείνες που προσδιορίζουν την αντίληψη της καθημερινής ζωής , όπως η γνώση, η εμπειρία και η επιδέξια χρήση οποιασδήποτε συντακτικής δομής.

O άνθρωπος πορεύεται προς την γνώση όπως πορεύεται προς τον πόλεμο, σε αδιάπτωτη εγρήγορση, με φόβο, με σεβασμό και απόλυτη αυτοπεποίθηση. Το να πορεύεσαι προς την γνώση ή προς τον πόλεμο με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι λάθος και όποιος το πράξει ίσως δεν ζήσει για να το μετανιώσει. Όταν ένας άνθρωπος πληροί αυτές τις τέσσερις αναγκαίες προϋποθέσεις, δεν υπάρχουν σφάλματα για τα οποία πρέπει να λογοδοτήσει. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι πράξεις του χάνουν τον αδέξιο χαρακτήρα και την επιπολαιότητα που διακρίνει τις πράξεις ενός ανόητου. Αν ένας τέτοιος άνθρωπος αποτύχει ή υποστεί ήττα, θα έχει χάσει μόνο μια μάχη και δεν θα νιώθει πικρία και τύψεις γι’ αυτό.

Η ερμηνεία που έδωσε ο Δον Χουάν στον Καστανέντα για την φύση και την λειτουργία της πραγματικότητας γύρω μας, βασίζεται στις ανακαλύψεις των αρχαίων Τολτέκων σαμάνων και στις σκέψεις τους για την ζωή τον θάνατο και το σύμπαν στην ολότητα του. Γι’ αυτούς, ο χρόνος, ο χώρος, η ύλη δεν ήταν παρά μία δυναμική διάταξη ενέργειας σε διάφορες παραλλαγές κι εντάσεις. Ενα ενεργειακό γεγονός, το οποίο μπορούσαν να διαχειριστούν σχεδόν άμεσα με την Δύναμη της θέλησής τους.

Χάρη στην τρομερή ικανότητα συγκέντρωσης και εστίασης της Προσοχής που ανέπτυξαν κατά την διάρκεια της ζωής τους, (με την Παρατήρηση του Ολοφάνερου) ήταν πραγματικά ικανοί να αντιληφθούν την ενέργεια όπως αυτή ρέει ελεύθερη στο σύμπαν, λυτρωμένη από τα δεσμά της ύλης, σαν καθαρή παλλόμενη ενέργεια. Αυτήν την διαδικασία την ονόμαζαν Βλέπειν.

Το αγελαίο ανθρωπόζωο των μεγαλουπόλεων με την θωράκιση στα μάτια του, είναι ανίκανο να δει το περιβάλλον γύρω του, ως ύλη, πόσο μάλλον ως ενεργειακές δέσμες κι απόρροιες. Μπορεί να κοιτάει αλλά δεν Βλέπει. Γι’ αυτό και δημιούργησε τόσα ψευδή “ενεργειακά” συστήματα που μιλούν για απόλυτες ανοησίες και το ότι είναι ανοησίες μπορεί κάποιος να το ΔΕΙ αν έχει σπάσει την θωράκιση στα μάτια του. Το Βλέπειν επιτυγχάνεται και μέσα από την Ανακεφαλαίωση που μπορείς τουλάχιστον να την κάνεις μόνος σου, αν διαθέτεις την απαιτούμενη Δύναμη.

Ο πρωταρχικός σκοπός της πράξης του Βλέπειν είναι η αντίληψη και θέαση της πραγματικότητας όπως είναι, που δεν μπορεί να περιγραφεί με τους συνηθισμένους μηχανισμούς μορφοποίησης κι επικοινωνίας. Μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση του Βλέπειν, ο μαχητής αντιλαμβάνεται την ρευστή φύση του, ελευθερώνεται από τις δομές της προσωπικότητας που του έχει επιβληθεί και δρα αυθύπαρκτα ως αυτό που Είναι, ένα Ενεργειακό πλάσμα που ταξιδεύει στο άπειρο.

Είμαστε άνθρωποι και το πεπρωμένο μας είναι να μαθαίνουμε και να ανοίγουμε τα φτερά μας για ασύλληπτους νέους κόσμους. Ο πολεμιστής που Βλέπει την Ενέργεια γνωρίζει ότι δεν υπάρχει τέλος στους νέους κόσμους που μπορεί να ανακαλύψει το καθαρό Βλέμμα μας.

Το Απειρο για τους σαμάνους δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά μια απτή περιοχή γεμάτη με πρακτικά ζητήματα μιας τάξης διαφορετικής από εκείνης της καθημερινής ζωής. Χάρη στην αυτοπειθαρχία και την αποφασιστικότητά τους ήταν ικανοί να να διατηρήσουν την αυτοτέλεια του στόχου τους και της συνείδησής τους και μετά τον Θάνατο. Μάλιστα μέσα από την επίπονη διαδικασία της Ανακεφαλαίωσης και της συλλογής όλων των αξιομνημόνευτων περιστατικών της ζωής τους, προετοίμαζαν την είσοδό τους σε αυτήν ακριβώς την ευκρινή περιοχή που ονόμαζαν “Ενεργός Πλευρά του Απείρου” και παρέδιδαν στον Θάνατο την ανθρώπινη υλική μορφή και όχι την ουσία τους, δηλ. την συνείδηση τους, την μνήμη τους, τον Νου τους.

Σ’ αυτήν την ατραπό του πολεμιστή έβαλε τον Καστανέντα ο Δον Χουάν, ξεγελώντας αρχικά την επιθυμία του για εθνολογική έρευνα, με ψευδοϊνδιάνικες αερολογίες για πνεύματα και φυτά δύναμης, μα στην συνέχεια φέρνοντάς τον προ τετελεσμένου γεγονότος, αντιμέτωπο με το Απειρο, το ράμφος του Αετού, το κατώφλι του οποίου και διάβηκε. Φυσικά τα αγελαία ανθρωπόζωα όταν διάβασαν τα βιβλία του έμειναν στα “φυτά δύναμης” και πλακώθηκαν στην φούντα που την αγόραζαν από τον Αλβανό της γειτονιάς τους. Μαστούρωναν οι γελοίοι κι έλεγαν με περισσή εγωπάθεια ότι είναι πολεμιστές. Είναι σαν να λέει η κατσαρίδα στον βόθρο που ζει, ότι είναι αετός, επειδή κάπου διάβασε ότι υπάρχει, ουρανός και κι αετοί κι όχι μόνο ο βάλτος που ζει.

“Μόνο ένας παλαβός θα αναλάμβανε το έργο να γίνει άνθρωπος της Γνώσης με την θέλησή του. Ένας σώφρων άνθρωπος πρέπει να παραπλανηθεί για να ξεκινήσει κάτι τέτοιο. Υπάρχουν πάρα πολλοί που θα αναλάμβαναν πρόθυμα ένα τέτοιο εγχείρημα, όμως αυτοί δεν μετράνε. Είναι συνήθως μισότρελοι κι εύθραυστοι. Μοιάζουν με φλασκιά που απέξω φαίνονται μια χαρά, αλλά μόλις τα γεμίσεις με νερό, μόλις λίγο τα πιέσεις, γίνονται κομμάτια. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να ζει κανείς είναι ο τρόπος του πολεμιστή. Ο πολεμιστής μπορεί να αγωνιά και να στοχάζεται προτού λάβει μια απόφαση, αλλά από την στιγμή που την λαμβάνει βαδίζει στον δρόμο του, ελεύθερος από ανησυχίες ή στοχασμούς. Υπάρχουν εκατομμύρια άλλες αποφάσεις που τον περιμένουν. Αυτός είναι ο δρόμος του πολεμιστή.”

Ο Δον Χουάν περιέγραψε την πρωταρχική δομή του σύμπαντος με όρους ενέργειας και έτσι την διαχειριζόταν. Έβλεπε μια απέραντη συσσώρευση ενεργειακών δεσμών που εκτείνονταν από και προς όλες τις κατευθύνσεις και μορφοποιούσαν τον κόσμο. Φωτεινά νήματα που πάλλονται και ακτινοβολούν από αυτό που ονόμαζε λάμψη ή φλόγα της συνείδησης, Το κάθε τι εκπορεύεται από αυτά τα πεδία σχηματίζοντας εστίες ενέργειας τις οποίες ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται με την πράξη της ευθυγράμμισης ή αγκίστρωσης σε αυτά.

Οι άνθρωποι επίσης αποτελούνται από ένα ανυπολόγιστο αριθμό φωτεινών νημάτων σχηματίζοντας ένα ”κλειστό” πλέγμα, που γίνεται φανερό ως μία σφαίρα φωτός. Μέσα στο φωτεινό αυτό κουκούλι ξεχωρίζει ένα λαμπρότερο σημείο, οι ίνες του οποίου όταν εκτείνονται και φωτίζουν ταυτόσημα ενεργειακά νήματα έξω από την σφαίρα, προκαλούν την πράξη της αντίληψης. Γι’ αυτό τον λόγο το σημείο αυτό το ονόμασαν σημείο συναρμογής της αντίληψης.

Το σημείο συναρμογής, στον σύγχρονο άνθρωπο, παραμένει κλειδωμένο σε μια και μόνο θέση λόγω της άκαμπτης εκπαίδευσης του και μετακινείται μόνο στον ύπνο του όταν αυτός βλέπει όνειρα. Μπορεί όμως να μετακινηθεί κατά βούληση τόσο σε άλλα σημεία στο εσωτερικό της σφαίρας, όσο και έξω από αυτήν, φωτίζοντας έτσι καινούργια ενεργειακά πεδία και κάνοντας αντιληπτούς τελείως διαφορετικούς κόσμους το ίδιο αντικειμενικούς και δεδομένους με αυτόν της συνήθους αντίληψης. Ουσιαστικά φωτίζοντας τις άγνωστες αλλά και τρομακτικές πτυχές του ασυνείδητου εαυτού.

Η πράξη αυτή ονομάστηκε όραση από τους σαμάνους, οι οποίοι ξεκλειδώνοντας την αντίληψη τους έμπαιναν σε νέους κόσμους για να πάρουν ενέργεια, δύναμη, λύσεις σε γενικά και ειδικά προβλήματα ή για να αντικρίσουν το ανείπωτο (Ναγουάλ). Ο στόχος τους ήταν να φωτίσουν όλες εκείνες τις δέσμες αντίληψης που είναι δυνατές για τον άνθρωπο και φτάνοντας σε μια κατάσταση πλήρους συνειδητότητας να αποδράσουν στο άπειρο με μόνο σκοπό την ελευθερία. Αυτό συνεπαγόταν ακόμα και ένα εναλλακτικό τρόπο θανάτου.

“Όταν βλέπονται ως πεδία ενέργειας,τα ανθρώπινα πλάσματα μοιάζουν σαν ίνες φωτός, σαν λευκοί ιστοί αράχνης, σαν πολύ λεπτά νήματα που απλώνονται από το κεφάλι ως τις πατούσες. Έτσι, στα μάτια του ενορατικού οι άνθρωποι μοιάζουν με αβγά από ίνες που κινούνται. Και τα άκρα τους μοιάζουν με φωτεινά νήματα, που ξεπηδούν προς όλες τις κατευθύνσεις.

Ο ενορατικός βλέπει ότι κάθε άνθρωπος βρίσκεται σε επαφή με ό,τι τον περιστοιχίζει όχι μέσω των χεριών του, αλλά μέσω μιας δέσμης από μακριές, λεπτές ίνες που εκτινάσσονται από το κέντρο του υπογαστρίου του προς όλες τις κατευθύνσεις. Αυτές οι ίνες συνδέουν τον άνθρωπο με το περιβάλλον του. Διατηρούν την ισορροπία του, του προσφέρουν σταθερότητα.

Όταν ο πολεμιστής μαθαίνει να βλέπει, αντιλαμβάνεται ότι κάθε άνθρωπος είναι ένα φωτεινό αβγό, άσχετα με το αν είναι ζητιάνος ή βασιλιάς, και δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξει οτιδήποτε – ή μάλλον, τι θα μπορούσε να αλλάξει σε αυτό το φωτεινό αβγό; Αλήθεια, τι;

O πολεμιστής δεν ανησυχεί ποτέ για τον φόβο του. Αντίθετα, συλλογίζεται το θαύμα του να βλέπει κανείς τη ροή της ενέργειας! Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι παρά περιττά και ασήμαντα.

Τα ανθρώπινα όντα δεν είναι αντικείμενα, δε διαθέτουν στερεότητα. Είναι στρογγυλά, φωτεινά όντα, είναι απεριόριστα. Ο κόσμος των αντικειμένων και η στερεότητα δεν είναι παρά ένα περιγραφικό σχήμα που δημιουργήθηκε για να τα βοηθήσει, να κάνει πιο εύκολο το πέρασμά τους από τη γη.”…ή να τα υποδουλώσει…”

O σκοπός (intent), η πρόθεση του αγνώστου είναι εκείνη η συμπαντική δύναμη που σπρώχνει κυριολεκτικά τον άνθρωπο να γνωρίσει, να γίνει κυνηγός της γνώσης και κατ’ επέκταση πολεμιστής. Ολόκληρη η εκπαίδευση του πολεμιστή, η κυριαρχία της συνείδησης, βασίζεται στο να λύσει τον γρίφο του σκοπού, του πνεύματος πίσω από τις σκέψεις και τις πράξεις του. Μια πράξη που καταλαμβάνει τον άνθρωπο και τον πιέζει ορμητικά να απελευθερωθεί από το παράδοξο του αφηρημένου, διεισδύοντας σ’ αυτό.

Οι σαμάνοι πάσχιζαν σε ολόκληρη την ζωής τους να συγκεντρώσουν αρκετή ενέργεια ώστε να αποδράσουν στο άπειρο, να γνωρίσουν απέραντους νέους κόσμους, όμορφους και συνάμα τρομακτικούς. Αυτή ήταν η προσταγή του πνεύματος την οποία ακολουθούσαν με άκαμπτη θέληση και δύναμη. Δεν υπήρχε περίπτωση απόκλισης του σκοπού αυτού αφού όλα τα σημάδια στο δρόμο τους οδηγούσαν σ’ αυτήν την μοναδική πράξη ελευθερίας. Ήταν ο μόνος ξεκάθαρος δεσμός ανάμεσα στο σύμπαν και την επιθυμία της καρδιάς τους!

Ο συνδετικός κρίκος του μέσου ανθρώπου με το σκοπό (πνεύμα) είναι πρακτικά αδρανής και οι πολεμιστές ξεκινούν τον δρόμο τους εφοδιασμένοι με ένα κρίκο που είναι άχρηστος, επειδή δεν ανταποκρίνεται αυθόρμητα. Στην προσπάθειά τους να αναζωογονήσουν αυτό τον κρίκο, οι πολεμιστές χρειάζονται μια ανυποχώρητη, σφοδρή επιδίωξη, μια ειδική κατάσταση του νου που ονομάζεται άκαμπτος σκοπός.

Για τον πολεμιστή το πνεύμα είναι μια αφηρημένη έννοια επειδή το γνωρίζει χωρίς λόγια ή ακόμα και χωρίς σκέψεις. Είναι μια αφηρημένη έννοια επειδή δεν μπορεί να συλλάβει τι είναι το πνεύμα. Ωστόσο, χωρίς την παραμικρή ευκαιρία ή επιθυμία να το κατανοήσει, ο πολεμιστής χειρίζεται το πνεύμα. Το εκφράζει, το προσκαλεί, εξοικειώνεται μαζί του και το εκφράζει με τις πράξεις του.

Το πνεύμα του πολεμιστή δεν είναι προετοιμασμένο για να καλοπερνά ή να μεμψιμοιρεί, ούτε για να χάνει ή να κερδίζει. Το πνεύμα του πολεμιστή είναι προετοιμασμένο μόνο για να αγωνίζεται, και κάθε αγώνας είναι η τελευταία μάχη του πολεμιστή πάνω στη γη. Έτσι, η έκβασή της ελάχιστη σημασία έχει γι’ αυτόν. Στην τελευταία του μάχη πάνω στη γη ο πολεμιστής αφήνει το πνεύμα του να πλανηθεί ελεύθερο και καθαρό. Και καθώς δίνει την μάχη του, ξέροντας ότι η θέληση του είναι άμεμπτη, ο πολεμιστής δε σταματά να γελά!!

Ο Καστανέντα, στη μαθητεία του με τον Δον Χουάν, επιχείρησε να αφεθεί στο άγνωστο διαλύοντας αρχικά το σκληρό περίβλημα του εγωισμού του. Κατάφερε μετά από επίπονες προσπάθειες να σταματάει τον εσωτερικό του διάλογο και μέσα στη σιωπή του νου να μην διαχέεται σε σκέψεις και συναισθήματα που σπαταλούσαν την ενέργεια του. Για τον σκοπό αυτό εισήχθηκε σε ένα σύστημα πρακτικών ασκήσεων και τεχνικών με στόχο ακριβώς να συγκεντρώνει περισσότερη εσωτερική σιωπή και ενέργεια και να ξεκλειδώνει κατά βούληση την αντίληψή του από την παγιωμένη θέση της.

Ο Δον Χουάν του τόνιζε ότι ο εγωισμός είναι που κάνει τον άνθρωπο προβλέψιμο, δυσκίνητο και άρα σίγουρο θύμα των αρπαχτικών δυνάμεων της φύσης. Οι άνθρωποι τυφλωμένοι από την αντανάκλαση του εγώ δεν μπορούν να δουν την ζωή ως αυτό που είναι, ένα απέραντο μυστήριο ικανό να σε καταπιεί ή να σε ελευθερώσει…στην πραγματικότητα δεν μπορούν να δουν τίποτα πέρα του εαυτού τους.

Έτσι λοιπόν προσπαθούσε να σπάσει τον εγωισμό του σοκάροντάς τον και φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με την τρομερή πίεση του αγνώστου. Η μόνη επιλογή που είχε ήταν ή να συγκρατήσει την ενέργεια του και να δράσει ή να πεθάνει. Θα έπρεπε να γίνει ρευστός και απρόβλεπτος ακόμα και για το ίδιο του το μυαλό, το οποίο λειτουργούσε σαν παράσιτο στην προκειμένη περίπτωση.

Οποιαδήποτε μετατόπιση του σημείου συναρμογής σημαίνει απομάκρυνση από την υπερβολική σημασία που δίνει κανείς στο άτομό του. Οι σαμάνοι πιστεύουν ότι η θέση του σημείου συναρμογής είναι αυτή που κάνει το σύγχρονο άνθρωπο ένα δολοφονικό εγωιστή, μια ύπαρξη που εξαρτάται πλήρως από το είδωλο του εαυτού του, την αυτοανάκλασή του. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα να επιστρέψει ποτέ στην πηγή των πάντων, ο μέσος άνθρωπος αναζητεί την παρηγοριά στον εγωισμό του.

Μιλάμε ακατάπαυστα στους εαυτούς μας για τον κόσμο μας. Στην πραγματικότητα, με αυτό τον εσωτερικό διάλογο συντηρούμε τον κόσμο μας. Και όποτε ολοκληρώνουμε μια συζήτηση με τον εαυτό μας για εμάς τους ίδιους και τον κόσμο μας, ο κόσμος είναι πάντα όπως θα έπρεπε να είναι. Τον ανανεώνουμε, τον λαμπρύνουμε με ζωή, τον στηρίζουμε με τον εσωτερικό μας διάλογο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επίσης επιλέγουμε τα μονοπάτια μας καθώς μιλάμε στους εαυτούς μας. Έτσι, επαναλαμβάνουμε τις ίδιες επιλογές, ξανά και ξανά, μέχρι τη μέρα που πεθαίνουμε, επειδή ακριβώς επαναλαμβάνουμε τον ίδιο εσωτερικό διάλογο, ξανά και ξανά, μέχρι τη μέρα που πεθαίνουμε. Ο πολεμιστής έχει επίγνωση αυτού του γεγονότος και πάντα αγωνίζεται να σταματήσει αυτό τον εσωτερικό διάλογο.

Κάθε φορά που σταματά ο εσωτερικός διάλογος, ο κόσμος καταρρέει, και στην επιφάνεια έρχονται πρωτόγνωρες πλευρές του εαυτού μας, λες και τα λόγια μας τις κρατούσαν πριν φυλακισμένες. Η ελεγχόμενη τρέλα του πολεμιστή είναι αυτή που θα τον ισορροπήσει στο χείλος της αβύσσου και ταυτόχρονα αυτή που θα τον σπρώξει στη μέθεξη και την παράνοια της ζωής. Άμεμπτος στον σκοπό του αλλά ρευστός στις συνήθειες του, είναι ικανός πλέον να αποτινάξει την ανθρώπινη μορφή του και να κάνει το άλμα προς το άπειρο!

Ο βασικός πυρήνας της ύπαρξης μας είναι η μαγική πράξη της αντίληψης ότι είμαστε όντα φτιαγμένα από φως και δύναμη…παρ’ όλο που τείνουμε να το ξεχάσουμε. Το άγνωστο όμως μας το υπενθυμίζει στήνοντας παγίδες σε κάθε σημείο του χάρτη της ζωής μας και περιμένει να το αντιμετωπίσουμε μέσα στην λαμπρότητα του με άψογη συμπεριφορά. Αυτή είναι η πρόκληση του πολεμιστή και η λαχτάρα του πάνω σ’ αυτήν τη γη!

Κανείς δεν γεννιέται πολεμιστής, εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε προσωπικότητες – και μάλιστα αντιφατικές στο σύνολό τους – με την περιγραφή στον εαυτό μας. Προσωπικότητες και μάσκες δήθεν ευαισθησίας που φοράμε για να εξομαλύνουμε την τρέλα μας και να εκλογικεύσουμε την αγριότητα της φύσης. Αντίθετα, το να είναι κανείς πολεμιστής, είναι μάλλον μια αέναη πάλη που διαρκεί μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής του. Ακόμα και τότε, δύσκολα παραδίδει τον εαυτό του.

Ο άνθρωπος διακατέχεται από ένα πλήθος σκέψεων, συναισθημάτων, επιθυμιών, οι οποίες θολώνουν το μυαλό του και τον απομακρύνουν από τον στόχο του να δράσει στο εδώ και τώρα, στο παρόν, στο μόνο πεδίο ουσιαστικά που έχει για να ξεφύγει από τους κύκλους της επανάληψης και της συνήθειας. Ο πολεμιστής, αντίθετα, με την εσωτερική σιωπή του και την αυτοκυριαρχία του, αντιλαμβάνεται κάθε στιγμή σαν πεδίο μάχης όπου πρέπει να δράσει άψογα, με πλήρη εγρήγορση, σαν να δίνει την τελευταία μάχη σε αυτή την ζωή. Είναι ο μόνος άξιος αντίπαλος απέναντι στον θάνατο. Ακόμα και στην ανάπαυλά του, δρα για να ανακατανέμει την ενέργεια που τυχόν έχει σπαταλήσει και η μόνη ευχαρίστηση που λαμβάνει είναι ο άμεμπτος σκοπός του για ελευθερία!

Η βασική διαφορά ανάμεσα σε ένα συνηθισμένο άνθρωπο και έναν πολεμιστή είναι ότι ο πολεμιστής δέχεται το κάθε τι σαν πρόκληση, ενώ ο μέσος άνθρωπος δέχεται το κάθε τι σαν ευλογία ή κατάρα. Τα ανθρώπινα όντα είναι δέκτες, αλλά ο κόσμος που λαμβάνουν και αντιλαμβάνονται είναι μια ψευδαίσθηση. Μια ψευδαίσθηση που έχει δημιουργηθεί από τα περιγραφικά σχήματα που μεταφέρονται σ’ αυτούς από τη στιγμή που γεννιούνται. Έτσι λοιπόν, στην ουσία ο κόσμος που η λογική τους θέλει να υποστηρίξει είναι ο κόσμος που έχει δημιουργηθεί από ένα περιγραφικό σχήμα και από τους δογματικούς και απαραβίαστους κανόνες του, που η λογική τους μαθαίνει να αποδέχεται και να προασπίζει.

Η λογική κάνει τα ανθρώπινα όντα να ξεχνούν ότι το περιγραφικό σχήμα είναι απλά και μόνο περιγραφικό και, προτού το καταλάβουν, έχουν εγκλωβίσει την συνολικότητα των εαυτών τους σε ένα φαύλο κύκλο από τον οποίο σπάνια ξεφεύγουν στη διάρκεια της ζωής τους. Η τέχνη του πολεμιστή, σύμφωνα με τον Δον Χουάν, εμπεριέχεται στον χειρισμό της συμπεριφοράς στην καθημερινή εγρήγορση και στον έλεγχο των ονείρων.

Διακρίνει τους τύπους των πολεμιστών σε διώκτες και ονειρευτές, ανάλογα με τον χαρακτήρα και την έμφυτη ικανότητα του καθενός. Οι διώκτες ασκούν την τέχνη της παραφύλαξης – παρατήρησης του εαυτού έχοντας πλήρη συναίσθηση του ενεργειακού τους πεδίου σε σχέση με το περιβάλλον και τα άλλα όντα και αντλώντας το καλύτερο δυνατό από οποιαδήποτε υπαρκτή κατάσταση. Μαθαίνουν να μην παίρνουν ποτέ τους εαυτούς τους στα σοβαρά, μαθαίνουν να γελούν με τους εαυτούς τους. Δεν βιάζονται, έχουν απεριόριστη υπομονή. Δεν εξοργίζονται και δεν προσβάλλονται γιατί ξέρουν ότι έχουν αστείρευτες δυνατότητες βελτίωσης. Οι ονειρευτές διαχειρίζονται τα όνειρα ασκώντας έλεγχο σ’ αυτά και προβάλλοντας συνειδητά αυτό που οι σαμάνοι ονόμαζαν ονειρικό εαυτό ή διπλό, μέσω μιας ειδικής μορφής προσοχής που ονομάζεται προσοχή του ονειρέματος. Σκοπός του πολεμιστή και στις δυο περιπτώσεις δεν είναι η συλλογή εμπειριών από αστρικά ταξίδια, ούτε η κατάχρηση της δύναμης. Σκοπός του είναι να κρυσταλλοποιήσει την ενέργεια του ώστε να μη διαλυθεί κατά την είσοδό του στο άγνωστο (Ναγουάλ).

Ο Δον Χουάν έκανε γνωστή επίσης στον Καστανέντα την ύπαρξη όντων που διαχειρίζονται την ανθρώπινη συνείδηση, πολλές φορές με ανελέητο και παρασιτικό τρόπο. Τα ανόργανα αυτά όντα – υπαρκτές σκεπτομορφές με συνείδηση του εαυτού τους – οι σαμάνοι του αρχαίου Μεξικού τα χρησιμοποιούσαν ως συμμάχους για να ανταλλάξουν γνώσεις ή να πετύχουν ενεργειακούς άθλους συγκεντρώνοντας δύναμη. Πλήρωσαν όμως το τίμημα να χάσουν την ψυχή τους, εγκλωβισμένοι στον κόσμο αυτών των όντων. Πολλά από αυτά τα όντα λειτουργούσαν παρασιτικά, καταλαμβάνοντας το μυαλό του ανθρώπου και ρουφώντας την ενέργειά του σαν ξενιστές.

Ο Δον Χουάν έλεγε ότι μας έχουν δανείσει το μυαλό τους, το οποίο είναι μοχθηρό και βίαιο, και τρέφονται από τις εγωιστικές σκέψεις και τα συναισθήματα αυτολύπησης και αλαζονείας που τόσο κυριαρχούν στον μέσο άνθρωπο. Είμαστε στην κυριολεξία τροφή αυτού του ξένου καταπατητή, που μας έχει αφήσει ενέργεια μόνο για τη αντανάκλαση του εγώ. Ο πολεμιστής, μέσα από τη εσωτερική σιωπή του μπορεί να ενεργοποιήσει εκείνο το άγνωστο υπόστρωμα του εαυτού που είναι ικανό να πολεμήσει και να ελευθερωθεί απ’ αυτά τα όντα.

Η περιγραφή του κόσμου των σαμάνων δεν έχει διαφορά από αυτήν του μέσου ανθρώπου, ως προς την στρατηγική και την δημιουργία δομής και κανόνων. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι τα φωτεινά όντα περιγράφουν τον κόσμο τους και τον στηρίζουν με την δύναμη της θέλησης και όχι της λογικής. Η θέληση είναι ευρύτερη και πιο δεκτική από την λογική, η οποία στηρίζει το σύμπαν με θεμέλιο τις λέξεις. Γι’ αυτό το λόγο ο πολεμιστής προτιμά να ενεργεί και όχι να μιλάει, φωτίζοντας με τις πράξεις του νέες αντανακλάσεις του νου.

Οι πολεμιστές που κατακτούν συνειδητά τη συνολική επίγνωση συνιστούν θέαμα που αξίζει να δει κανείς. Εκείνη την στιγμή καίγονται από την εσωτερική φλόγα. Η εσωτερική φλόγα τους αναλώνει. Και έχοντας πλήρη επίγνωση, αναφλέγονται στο σύνολο των εκπορεύσεων του απείρου, και γλιστρούν στην αιωνιότητα.

Το να περάσεις στην ελευθερία δε σημαίνει αιώνια ζωή με την κοινώς αποδεκτή έννοια – δε σημαίνει δηλαδή ότι ζεις για πάντα. Σημαίνει μάλλον ότι οι πολεμιστές μπορούν να διατηρήσουν την επίγνωσή τους, η οποία συνήθως μας εγκαταλείπει την στιγμή του θανάτου. Τη στιγμή της μετάβασης, το σώμα στην ολότητά του φλέγεται από γνώση. Κάθε κύτταρο αποκτά την ίδια στιγμή επίγνωση του εαυτού του και της ολότητας του σώματος.

Έχω ήδη παραδοθεί στην δύναμη
που κυβερνά τη μοίρα μου.
Και δεν είμαι προσκολλημένος σε τίποτα,
έτσι δε θα έχω τίποτα να υπερασπιστώ.
Δεν έχω σκέψεις, κι έτσι θα δω.
Δε φοβάμαι τίποτα, κι έτσι θα θυμηθώ τον εαυτό μου.
Απόμακρος και χαλαρός,
θα περάσω σαν βέλος τον Αετό
για να είμαι ελεύθερος
.”

Συνειδητό Ονείρεμα και Ανόργανα Όντα

“H τέχνη του ονειρέματος είναι η ικανότητα να χρησιμοποιεί κανείς τα κοινά του όνειρα και να τα μετασχηματίζει σε ελεγχόμενη επίγνωση μέσω μιας ειδικής μορφής προσοχής που ονομάζεται προσοχή του ονειρέματος.”

Ο μόνος τρόπος που θα’ πρέπει κάποιος να προσεγγίσει τις πύλες του ονείρου είναι ο τρόπος του πολεμιστή. Με αδιάσπαστη προσοχή και επίγνωση. Σα να μπαίνει σε εμπόλεμη ζώνη, συγκεντρώνοντας την ενέργεια του, ώστε να χαρτογραφήσει τις άγνωστες περιοχές και να μην γίνει θύμα των αρπαχτικών δυνάμεων που καραδοκούν.

Μέσα στην απειρία των κόσμων, ο άνθρωπος είναι ενεργειακά προγραμματισμένος να αντιλαμβάνεται την αντανάκλαση μόνο ενός συγκεκριμένου κοσμοειδώλου, αυτού της φυσικής μας καθημερινής ζωής. Θεωρεί μάλιστα την υπόσταση αυτής της αντανάκλασης ως τη μόνη δεδομένη, και την συντηρεί με τις ψευδαισθήσεις του, όντας κλειδωμένος σ αυτήν.

Στην πραγματικότητα ο κόσμος δεν είναι παρά ένας μέσα σ’ ένα σύμπλεγμα επάλληλων κόσμων, διατεταγμένων φρακταλικά, ο ένας μέσα στον άλλο σε μια σκοτεινή θάλασσα ενέργειας. Η αλληλοεισχώρησή τους δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα, αν αντιληφθεί τις ρωγμές αυτού του κοσμικού δικτύου, να περάσει μέσα απ’ αυτές και να γνωρίσει νέες σφαίρες εξίσου αληθινές και περιεκτικές, αλλά και επικίνδυνες! Δίνει όμως τη δυνατότητα και σε κάτι “άλλο” να εισχωρήσει στον δικό μας κόσμο.

Για τους πολεμιστές του Δον Χουάν, η φύση αυτού του κόσμου, καθώς και του πλησίον αυτού, σαν δίδυμοι κόσμοι, αντίθετοι μα και συμπληρωματικοί, αντανακλούν κατά βάση μια φύση εχθρική και πανούργα. Αποτελούνται δε, εκτός από την ανθρώπινη επίγνωση και από όντα με διαφορετική ενεργειακή διάταξη. Τα όντα αυτά τα ονόμασαν ανόργανα λόγω της σχεδόν ασώματης δομής τους και επιχειρώντας μια συνδιαλλαγή μ’ αυτά μέσα από ονειρικές τεχνικές, αντιλήφθηκαν τον άμεσο κίνδυνο αυτής της συνύπαρξης. Είδαν, πως αυτά τα όντα, έχοντας συνείδηση οξύτερη αλλά το ίδιο εγωπαθή μ’ αυτή του ανθρώπου, επιχειρούσαν μια αδιάκοπη επικοινωνία με σκοπό την παρασιτική συμβίωση και τον έλεγχο. Κατάλαβαν επίσης ότι αποδίδοντας ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε απρόσωπες δυνάμεις δεν θα μπορούσαν να τις τιθασεύσουν.

“Το σύμπαν πίσω από την δεύτερη πύλη είναι το πλησιέστερο στο δικό μας και το δικό μας σύμπαν είναι πολύ πανούργο και άκαρδο. Επομένως αυτά τα δύο δεν μπορεί να διαφέρουν και πολύ μεταξύ τους. Το σύμπαν των ανόργανων όντων είναι πάντα έτοιμο να χτυπήσει. Το ίδιο όπως και το δικό μας. Γι’ αυτό πρέπει να πας στον κόσμο τους ακριβώς όπως θα διακινδύνευες να μπεις σε μια πολεμική ζώνη. Είναι τόσο ισχυρό και επιθετικό ώστε χρησιμεύει σαν φυσικό φίλτρο, ή πεδίο δοκιμασίας όπου οι ονειρευτές εξετάζονται για πιθανές αδυναμίες. Αν επιζήσουν των δοκιμασιών, μπορούν να συνεχίσουν για την επόμενη πύλη. Αν όχι, παραμένουν για πάντα παγιδευμένοι σ’ εκείνο το σύμπαν, σ’ ένα κόσμο σκιών!”

Η ενέργεια αυτών των ανόργανων όντων μας πιέζει και εμείς ερμηνεύουμε όπως μπορούμε αυτή την πίεση, ανάλογα με την ψυχική μας διάθεση. Η πιο μετριοπαθής κίνηση που μπορεί να κάνει ένας μάγος είναι να εκτοπίσει αυτές τις οντότητες σε ένα αφηρημένο πεδίο. Όσο λιγότερες ερμηνείες κάνουν οι μάγοι, τόσο καλύτερη είναι η θέση τους.

Από τώρα και στο εξής, όποτε κι αν βρεθείς αντιμέτωπος με την αλλόκοτη θέα μιας άυλης παρουσίας, μείνε στη θέση σου και κοίτα την επίμονα και αμείλικτα. Αν είναι ανόργανο ον, η ερμηνεία που θα του έχεις δώσει θα πέσει σαν ξερό φύλλο απ’ το κλαδί. Κι αν δεν συμβεί τίποτα, δε θα’ ναι άλλο παρά μια βαρετή και ενοχλητική παρέκκλιση του νου σου, που δεν είναι ο δικός σου νους στο κάτω κάτω.”

Μια από τις βασικές τεχνικές που ασκούσαν οι σαμάνοι για την είσοδό τους στο άπειρο ήταν η τέχνη του ονείρου, ο τρόπος που καληνύχτιζαν τον κόσμο! Θεωρούσαν τα όνειρα ως πλήρεις βιωματικές καταστάσεις στις οποίες η συνείδησή τους προβαλλόταν, κατόπιν πειθαρχημένης και άκαμπτης εγρήγορσης, σε άγνωστες περιοχές. Έχοντας ισχυροποιήσει την ενεργειακή τους ταυτότητα μέσα από χρόνιες και επίπονες διαδικασίες εξισορρόπησης και ενδυνάμωσης του εαυτού, κατάφεραν να εισέρχονται σε αυξημένα επίπεδα συνείδησης, ταξιδεύοντας στους κόσμους χωρίς να διαλύονται ή να γίνονται θηράματα. Στην ουσία, μετασχημάτιζαν τα κοινά όνειρα, ασκώντας έλεγχο σ’ αυτά, σε εξερεύνηση και χαρτογράφηση νέων κόσμων.

Γνώριζαν βέβαια τους θανάσιμους κινδύνους, γι’ αυτό και δεν έπαιρναν τίποτα αψήφιστα στις ονειρικές τους αναζητήσεις. Δεν τις αντιμετώπιζαν σαν πεδίο απολαύσεων, ούτε φυσικά στόχευαν σε νέες “φιλικές” σχέσεις με τους εκεί κατοίκους. Δεν είχαν σκοπό να εγκλωβιστούν σε μια νέα φυλακή αλλάζοντας απλά δεσμοφύλακες. Το συνειδητό όνειρο ήταν γι’ αυτούς μόνο μια μέθοδος, ένα χρήσιμο εργαλείο για να γνωρίσουν την ψευδαίσθηση της φυλακής, και να αποδράσουν στο άπειρο γκρεμίζοντας τα όρια της αντίληψής τους.

Το να περάσει τις πύλες του ονείρου ο πολεμιστής, σήμαινε να ξυπνήσει μέσα στο όνειρο και να διατηρήσει την συγκέντρωση του στην εικόνα του ονείρου, κατά βούληση, χρησιμοποιώντας ένα επίπεδο προσοχής διαφορετικό απ’ αυτό της καθημερινής εστίασης. Αυτήν την ονειρική προσοχή ισχυροποίησαν οι πολεμιστές, αναδιανέμοντας τις φυσικές τους δραστηριότητες και ενέργειες σε νέες δυναμικές ροές, πριν εισχωρήσουν στο άγνωστο και μετασχηματίσουν τα κοινά τους όνειρα σε τέχνη. Στην ουσία, αυτό που πρόβαλαν εκεί έξω, δεν ήταν ο καλοαναθρεμμένος και τροφαντός εαυτός της καθημερινής ζωής, αλλά μια ενεργοποιημένη τοτεμική ύπαρξη ικανή για παρατήρηση, ιχνηλασία, αλλά και μάχη!

Στο ονείρεμα, όπως και σ’ αυτό που οι αποκρυφιστές όρισαν ως αστρική προβολή, η συνείδηση του ατόμου ανιχνεύεται από την ξένη επίγνωση και έλκεται προς αυτήν, πέφτοντας στην κυριολεξία στα δίχτυα της. Τα ανόργανα όντα, ζώντας σ’ ένα κόσμο στατικό και ακίνητο, αναζητούν την κίνηση και την φλόγα της ανθρώπινης ψυχής. Είναι η τροφή τους, στήνουν παγίδες και με το δέλεαρ της γνώσης και της δύναμης, προσκαλούν τους ανέμελους ταξιδιώτες στον κόσμο τους για να τους καλοπιάσουν, ικανοποιώντας όλες τους τις επιθυμίες, και να τους κρατήσουν για πάντα εκεί. Λειτουργούν σαν αλιείς ψυχών που επιθυμούν την ζεστασιά της ανθρώπινης ζωής και προσπαθούν να την διδάξουν χρησιμοποιώντας φαντασμαγορικές προβολές. Οι άρχοντες αυτοί των ψευδαισθήσεων, στην ουσία, αγκιστρώνονται στα εσώτερα συναισθήματα των ονειρευτών και παίζουν μαζί τους ανελέητα. Δημιουργούν φάσματα για να ευχαριστήσουν τους ονειρευτές ή να τους τρομάξουν ρίχνοντάς τους σ’ ένα λαβύρινθο παρασκιάς!

Για τον Δον Χουάν, ακριβώς αυτός ήταν ο λόγος της παρακμής των αρχαίων μάγων, η υπερβολική εμπιστοσύνη και αξία που έδωσαν σ’ αυτές τις προβολές. Πιστεύοντας πως τα όντα αυτά, σαν σύμμαχοι τους, είχαν τρομερή δύναμη, παρέβλεψαν το γεγονός πως δεν ήταν παρά ασήμαντη ενέργεια που προβαλλόταν μέσα απ’ τους κόσμους όπως σε κάποια κοσμική ταινία. Ο ίδιος ο Δον Χουάν κατάφερε να αποφύγει τον κίνδυνο πηγαίνοντας να τα συναντήσει μερικές φορές και δεν ξαναπήγε ποτέ. Άλλωστε είναι στην επιλογή του κάθε ατόμου να “ζήσει” με συμβιωτικές οντότητες ή να ελευθερωθεί!

Ο Καστανέντα, τελικά ενέδωσε στις υποσχέσεις δύναμης των ανόργανων όντων και παρά τις προειδοποιήσεις, έπεσε στην παγίδα που περίτεχνα είχαν στήσει για να τον εγκλωβίσουν στον κόσμο τους. Η συνδυασμένη συνειδητότητα τους, αφού πρώτα κατανάλωσε την ενέργειά του εξαναγκάζοντάς τον σε συναισθηματικά ξεσπάσματα μέσα στο όνειρο, κατόπιν τράβηξε και την αδρανή υλική του μάζα. Χωρίς το ενεργειακό του σώμα ήταν απλά ένας όγκος οργανικής ύλης, εύκολο παιχνίδι στα χέρια μιας συνείδησης. Χρειάστηκε η ενέργεια όλων των πολεμιστών του Δον Χουάν, σαν ένα όχημα, να εισέλθει για να τον ανασύρει σχεδόν νεκρό. Από τότε ελκυόταν σαν μαγνήτης από την ξένη επίγνωση, ισορροπώντας ταυτόχρονα στους δύο κόσμους.

“Κατά την γνώμη των σαμάνων το σύμπαν είναι αρπαχτικό και οι μάγοι, περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλον, πρέπει να το λαβαίνουν υπ’ όψη τους στις καθημερινές μαγικές τους δραστηριότητες. Η συνειδητότητα είναι από την φύση της αναγκασμένη να αναπτύσσεται και ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να αναπτυχθεί είναι μέσ’ από πάλη, μέσα από συγκρούσεις ζωής και θανάτου.

Η συνειδητότητα των μάγων μεγαλώνει όταν εκτελούν την ονειρική διαδικασία. Την στιγμή που μεγαλώνει, κάτι εκεί έξω πληροφορείται το μεγάλωμά της, το αναγνωρίζει και κάνει μια προσφορά γ’ αυτήν. Τα ανόργανα όντα είναι οι πλειοδότες της δημοπρασίας γι’ αυτήν την καινούργια διευρυμένη συνείδηση. Οι ονειρευτές πρέπει να είναι συνέχεια σε επιφυλακή. Την στιγμή που αποτολμούν να βγουν σ’ αυτό το αρπαχτικό σύμπαν, αποτελούν λεία.”

Η ταινία Inception (εμφύτευση ιδεών) πραγματεύεται την προβολή και εμφύτευση ιδεών (μιμίδια – memes) στο υποσυνείδητο των ανθρώπων μέσα απ’ την ονειρική διαδικασία. Εκπαιδευμένοι στο συνειδητό ονείρεμα ανιχνευτές, εισβάλουν στα βάθη του υποσυνείδητου, οικοδομώντας λεπτομερείς κόσμους για να εμφυτεύσουν διανοητικούς ιούς ή να εξάγουν πληροφορίες. Το ένα όνειρο διαδέχεται το άλλο σε ένα λαβύρινθο χωροχρονικής ασυνέχειας μέχρι τα βάθη του απόλυτου κενού. Οι ήρωες, σαν θεοί, έχουν την ικανότητα να δημιουργήσουν τεχνητούς κόσμους εικονικών προβολών, αλλά και να εγκλωβιστούν σ’ αυτούς χωρίς καμιά δυνατότητα διάκρισης του τι είναι αληθινό ή τι προέρχεται απ’ την δική τους συνείδηση.

Τα όνειρα στοιχειώνουν την πραγματικότητά μας ανασύροντας απ το ασυνείδητο εικόνες όμορφες αλλά και εφιαλτικές. Όντα από τα βάθη του ασάλευτου ύπνου μαγνητίζουν τους πιστούς, επιθυμώντας την επιστροφή τους εκεί που κάποτε βασίλευαν. Η θέληση και η λογική καταλύονται μπροστά στον τρόμο ασύλληπτων δυνάμεων και μην έχοντας στήριγμα και σκοπό επικαλούνται μέσα από ονειρικές λατρείες νέους και παλιούς προστάτες της γης και των άστρων.

Ο άνθρωπος, υποχείριο των επιθυμιών του, παραδίνεται σε μια ψευδαίσθηση δίχως τέλος. Η επιπόλαιη προβολή στα ψυχικά πεδία οριοθετεί και τον αντίστοιχο βαθμό κατάληψης και ελέγχου από την ξένη επίγνωση. Ο κίνδυνος του ονειροναύτη που δεν έχει αφυπνιστεί από την πλάνη και ταξιδεύει στον λαβύρινθο της φαντασμαγορίας. Έρμαιο και όχι δημιουργός του κόσμου του. Αδρανής και απενεργοποιημένος. Κάτι φαίνεται έχει κλειδώσει τον κόσμο σε μια μαύρη φυλακή ονείρων και πάντα θα υπάρχουν φύλακες της γνώσης έτοιμοι να προσφέρουν γενναιόδωρα στις μάζες εύκολους τρόπους για αστρική υποβολή!

Τελικά πιστεύω ότι το κοράκι που έκραζε “never more” σε ποίημα του Πόε πρέπει να ήταν το Τοτέμ του Δον Χουάν που φώναζε ξύπνα!!!

Γύρω από τα βιβλία του Καστανέντα δημιουργήθηκε μια μυθολογία αρκετά αμφιλεγόμενη, για το αν όντως υπήρξε ο Δον Χουάν και του μετέδωσε την διδασκαλία των αρχαίων Τολτέκων. Τα βιβλία δεν είναι γραμμένα με συγκεκριμένη χρονολογική σειρά και είναι γεμάτα με αντιφάσεις και ελλείψεις ως προς τις εξηγήσεις που θα μπορούσε να δώσει στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Ίσως να μην τον ενδιέφερε να αποδείξει τίποτα από αυτά.

Πιθανολογείται ακόμα να μην έχουν γραφτεί όλα από τον ίδιο τον Καστανέντα ή μπορεί ακόμα να συγκέντρωσε κάποιες πληροφορίες κάνοντας επιτόπια έρευνα για τους Ινδιάνους θεραπευτές του Μεξικού και αυτές να τις συνδύασε με φιλοσοφίες και τεχνικές από διάφορα αρχαία συστήματα γνώσης. Άλλωστε η τέχνη του πολεμιστή σαν ηρωικός και πειθαρχημένος τρόπος ζωή ήταν έμφυτη και στην αρχαία Ελλάδα αλλά και στην Ανατολή. Πολλές φιλοσοφικές και πρακτικές έννοιες που χρησιμοποιεί δεν ξενίζουν και εύκολα μπορεί κανείς να κάνει συσχετισμούς της διδασκαλίας του Δον Χουάν με το πνεύμα του πολεμιστή στην Ανατολή, το Ζεν, τον Βουδισμό, το Τάο ακόμα και με τον Ηράκλειτο, τον Πυθαγόρα και τον Πλάτωνα.

Παρ’ όλα αυτά όμως κατάφερε να μεταδώσει άψογα και με τελείως πρωτότυπο τρόπο το πνεύμα και την ατμόσφαιρα των αρχαίων σαμάνων του Μεξικού, καθώς και την μαγεία του τόπου που έδρασαν. Ασχέτως αν ο ίδιος θεωρήθηκε ως ένας ακόμα γκουρού που εκμεταλλεύτηκε το πνεύμα της νέας εποχής και μάλιστα με επικίνδυνο τρόπο, λόγω της επιρροής του στην αλόγιστη χρήση των ψυχοτρόπων ουσιών. Ασχέτως αν τελικά κατάφερε όλα όσα περιέγραψε, αυτό που παραμένει ουσιαστικό είναι οι Ιστορίες δύναμης σαν κίνητρο για δράση και μόνο!

Προσωπικά πιστεύω ότι ο Καστανέντα χειρίστηκε άψογα την τεχνική της παραπλάνησης διαγράφοντας την προσωπική του ιστορία!

Α. SCHOPENHAUER: Η πλήξη δεν είναι κάτι που μπορούμε να το πάρουμε αψήφιστα

Η ζωή της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων είναι ένας διαρκής αγώνας να επιβιώσουν, όντας σίγουροι πως στο τέλος θα χάσουν. Αυτό που τους δίνει τη δυνατότητα ν’ αντέξουν τον κάματο της μάχης δεν είναι τόσο πολύ η αγάπη της ζωής όσο ο φόβος του θανάτου, ο οποίος ωστόσο ως αναπόφευκτος περιμένει στα παρασκήνια, απ’ όπου μπορεί την κάθε στιγμή να βγει στη σκηνή. Η ίδια η ζωή είναι μια θάλασσα γεμάτη βράχια και φουρτούνες. Ο άνθρωπος αποφεύγει αυτές τις κακοτοπιές όσο πιο προσεχτικά μπορεί, αν και γνωρίζει ότι, ακόμα κι αν, με κόπο και επιδεξιότητα καταφέρει να τις ξεπεράσει, κάθε του βήμα τον φέρνει όλο και πιο κοντά στο μεγαλύτερο, στο απόλυτο, στο αναπόφευκτο και αναπότρεπτο ναυάγιο, για την ακρίβεια κατευθύνεται πλησίστιος προς αυτό, προς τον θάνατο. Αυτός είναι ο τελικός προορισμός του κουραστικού ταξιδιού και είναι χειρότερος απ’ όλα τα βράχια που έχει καταφέρει να αποφύγει.

Αξίζει εδώ να παρατηρήσουμε ότι απ’ τη μια μεριά, τα βάσανα και οι θλίψεις της ζωής μπορούν εύκολα να πάρουν τόσο μεγάλες διαστάσεις, ώστε ακόμη κι ο θάνατος, αυτό που κάθε ζωή προσπαθεί να αποφύγει, γίνεται επιθυμητός, κι ο άνθρωπος εκούσια πορεύεται προς αυτόν. Απ’ την άλλη μεριά, όμως, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι, μόλις χαλαρώσουν κάπως οι στερήσεις και τα βάσανα, υπεισέρχεται αμέσως η πλήξη τόσο πιεστικά, ώστε οι άνθρωποι να χρειάζονται έναν τρόπο να ροκανίσουν το χρόνο. Αυτό που απασχολεί και κρατάει σε κίνηση όλα τα ζωντανά όντα είναι ο αγώνας για την ύπαρξη. Όταν όμως η ύπαρξη εξασφαλιστεί, δεν ξέρουν τι να την κάνουν. Οπότε το δεύτερο πράγμα που τους θέτει σε κίνηση, είναι η προσπάθεια ν’ απαλλαγούν απ’ το βάρος της ύπαρξης, να πάψουν να το νιώθουν, «να σκοτώσουν το χρόνο τους», με άλλα λόγια να ξεφύγουν απ’ την πλήξη. Έτσι παρατηρούμε, ότι σχεδόν όλοι, όσοι έχουν απαλλαγεί από έγνοιες και στερήσεις, τελικά, έχοντας απαλλαγεί απ’ όλα τα άλλα βάρη, έχουν μετατραπεί σε βάρος του εαυτού τους. Θεωρούν κέρδος κάθε ώρα που περνάει, δηλαδή κάθε μείωση αυτής της ίδιας ζωής, την οποία μέχρι τότε κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια να παρατείνουν, Η πλήξη δεν είναι κάτι που μπορούμε να το πάρουμε αψήφιστα` σε τελευταία ανάλυση ζωγραφίζει στα πρόσωπά μας την πραγματική απόγνωση. Κάνει κάποια πλάσματα, που αγαπιούνται ελάχιστα μεταξύ τους, όπως οι άνθρωποι, να επιζητούν το ένα την παρέα του άλλου, γι’ αυτό και αποτελεί τη ρίζα της κοινωνικότητας.

Το κράτος ενεργώντας έξυπνα, με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει και άλλες συμφορές, παίρνει παντού μέτρα εναντίον της πλήξης` γιατί αυτή η μάστιγα, όπως και το άκρο αντίθετό της, η πείνα, μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους στις μεγαλύτερες υπερβολές και στην αναρχία «άρτον και θεάματα» χρειάζεται ο λαός.

ARTHUR SCHOPENHAUER, Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙΣ

Υπάρχει χρόνος;

Ο χρόνος αντιμετωπίζεται συχνά ως ένα είδος θεμελιώδους ουσίας. Αλλά όσο περισσότεροι επιστήμονες διερευνούν το χρόνο, τόσο περισσότερο η ιδέα του να είναι ουσιαστική ιδιότητα του σύμπαντος αποδεικνύεται ψευδής. Στο τελευταίο του βιβλίο ο Carlo Rovelli εξηγεί πώς δημιουργούμε μια αίσθηση του ρέοντας χρόνου σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει φυσικά.

Αυτή η διάκριση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος δεν υπάρχει στη βασική γραμματική του κόσμου. Προκύπτει μόνο επειδή έχουμε ένα θολό όραμα της πραγματικότητας.

Το τέλος του απόλυτου χρόνου

Οι περισσότεροι από εμάς εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο χρόνος υπάρχει κάπου στο σύμπαν μας, ρέει ομοιόμορφα από το παρελθόν στο μέλλον. Ενώ δεν μπορούμε να τον δούμε, να τον μυρίσουμε, να τον αγγίξουμε ή να το δοκιμάσουμε, γνωρίζουμε ότι ο χρόνος είναι εκεί και περνάει. Η κίνηση των ρολογιών μας το λέει.

Αυτή η φυσική άποψη του χρόνου υπάρχει στον Ισαάκ Νεύτωνα, ο οποίος υποστήριξε ότι ο χρόνος ουσιαστικά υπάρχει. Ο απόλυτος «αληθινός χρόνος» του υπήρχε εξίσου παντού, προχωρώντας προς τη μία κατεύθυνση ως ανεξάρτητη ουσία. Θα συνέχιζε να περνά αδιάκοπα στο υπόβαθρο ακόμα κι αν σταματούσατε να το σκέφτεστε.

Όμως, ενώ είναι χρήσιμο, δεν υπάρχουν ισχυρά επιστημονικά στοιχεία που να δείχνουν ότι αυτή η φυσική άποψη του χρόνου είναι στην πραγματικότητα αληθινή. Μετά από αιώνες συζητήσεων, θεωριών και πειραμάτων, οι φυσικοί εξακολουθούν να μην μπορούν να συμφωνήσουν για το τι είναι ο χρόνος πραγματικά ή αν υπάρχει ακόμη και έξω από το ανθρώπινο μυαλό.
Εντροπία και το βέλος του χρόνου

Στην πραγματικότητα, οι επιστήμονες ανακάλυψαν μόνο έναν φυσικό νόμο που υποδηλώνει ότι ο χρόνος μπορεί να έχει κατεύθυνση – ότι το «παρελθόν» μπορεί να είναι ξεχωριστό και ξεχωριστό από το «μέλλον».

Σχετίζεται με τη δεύτερη αρχή της θερμοδυναμικής, η οποία αναφέρει ότι η θερμότητα μπορεί να ρέει μόνο από το ζεστό προς το κρύο. Αυτός ο νόμος χρησιμοποιείται για να δείξει κάτι που οι επιστήμονες θέλουν να ονομάσουν εντροπία – το μέτρο της αταξίας ή της διαταραχής μέσα σε ένα δεδομένο σύστημα.

Η θερμότητα που “συμπυκνώνεται” σε ένα φλιτζάνι καφέ είναι σε «τάξη», αλλά γίνεται «αταξία» όταν κινείται έξω από αυτό. Η συνέπεια γι’ αυτό είναι ότι η φύση τείνει προς μια μη αναστρέψιμη διαδικασία αποδιοργάνωσης, η εντροπία – ή διαταραχή ή αταξία – μεγαλώνει πάντα με το χρόνο.

Αλλά η εντροπία είναι από μόνη της προβληματική. Θα υπάρχουν πάντα πιο “άταχτες” καταστάσεις στη φύση από αυτές με τάξη, και αυτό που ορίζουμε ως «τάξη» και «διαταραχή» εξαρτάται από την προοπτική μας. Είμαστε αυτοί που δίνουν νόημα σε αυτό που βλέπουμε, έτσι το μέτρο της εντροπίας μας εξαρτάται από τις μεταβλητές στις οποίες επιλέγουμε να επικεντρωθούμε. Αυτός ο φυσικός νόμος που αποδεικνύει την ύπαρξη κατεύθυνσης στον χρόνο που μεταβάλλεται δεν είναι ελεύθερος από τη δική μας ανθρώπινη προοπτική.

Η κβαντική πρόκληση στο χρόνο

Αυτό το προοπτικό φαινόμενο του χρόνου είναι σύμφωνο με αυτό που έχουν παρατηρήσει οι επιστήμονες σε κβαντικό επίπεδο. Όταν μελετάτε τη συμπεριφορά ή τις μικρότερες φυσικές ποσότητες που υπάρχουν στο σύμπαν, όπως κάνει ο φυσικός Carlo Rovelli, σύντομα θα βρείτε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για το χρόνο.

«Δεν έχουμε ακόμη μια πειστική και συμφωνημένη θεωρία της βαρύτητας, αλλά στις δοκιμαστικές θεωρίες που έχουμε, ο ίδιος ο χρόνος υφίσταται μάλλον κβαντικές διακυμάνσεις. Έτσι, η συνήθης έννοια του χρόνου δεν ισχύει. Ο απλούστερος τρόπος αντιμετώπισης αυτού είναι να ξεχάσετε ουσιαστικά την έννοια του χρόνου και να γράψετε τις βασικές εξισώσεις του σύμπαντος χωρίς χρόνο. “

Αντ ‘αυτού, η κβαντική φυσική υποδηλώνει ότι η αίσθηση ενός διατεταγμένου, ρέοντος χρόνου μπορεί σαφώς να είναι το αποτέλεσμα της ατομικής μας ανθρώπινης προοπτικής.

«Εντελώς αξιοθαύμαστα, εντελώς εκπληκτικά, αλλά στην πραγματικότητα αρκετά σοκαριστικό, η εξαιρετικά εμφανής διάκριση μεταξύ του παρελθόντος και του μέλλοντος είναι πραγματικά στατιστική – οφείλεται στην πραγματικότητα μόνο στη θολή αλληλεπίδραση μας με την πραγματικότητα.

Δεν είναι δυνατόν για εμάς να καταγράψουμε όλες τις κβαντικές διακυμάνσεις που συμβαίνουν σε μια στιγμή, έτσι ώστε η αλληλεπίδρασή μας με τον κόσμο γίνεται μερική. Βλέπουμε μια θολή εκδοχή του. Παίρνουμε πράγματα που αναδύονται σε μικροκλίμακα και τα σκεφτόμαστε με όρους των εννοιών που έχουν νόημα για μας. Έτσι σε έναν κόσμο χωρίς χρόνο, φαίνεται να τον δημιουργούμε – και αυτή η διαδικασία είναι πολύ προσωπική.

Δεν υπάρχει παρελθόν ή μέλλον

«Μια μεγάλη πτυχή – η βασική πτυχή – του τρόπου με τον οποίο έχουμε αυτήν την αίσθηση του ρέοντας χρόνου, σχετίζεται στην πραγματικότητα με τα συναισθήματά μας. Δεν έχουμε συναισθηματικά ουδέτερη σχέση με το χρόνο. Ο χρόνος περνάει και μας παίρνει τα πράγματα. Μας δίνει ζωή και μας αφαιρεί χρόνο. Υπάρχει λοιπόν ένα μεγάλο συναίσθημα του χρόνου. “

Αυτό όμως αποτελεί τεράστιο πρόβλημα για τη φυσική. Αν το όλο εγχείρημα της επιστήμης είναι να εξηγήσουμε τον κόσμο με τον πιο αντικειμενικό τρόπο, πώς μπορούμε να ανταποκριθούμε σε αυτήν την ιδέα του χρόνου ως μια συναισθηματική κατασκευή;

Στην επιστήμη προσπαθούμε να ξεκαθαρίσουμε από τα συναισθήματα μας – αλλά αν το κάνουμε αυτό, δεν καταλαβαίνουμε τι ώρα είναι. Η κατανόηση του χρόνου, σε μεγάλο βαθμό, γίνεται κατανοώντας τον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε – του τρόπου λειτουργίας του εγκεφάλου και της συνείδησής μας – και γι ‘αυτό το πρόβλημα του χρόνου είναι τόσο συναρπαστικό. “

Για τον Κάρλο Ροβέλι

Ο Ιταλός θεωρητικός φυσικός ζει τώρα στην Μασσαλία, όπου από το 2010 κι έπειτα είναι επικεφαλής της ομάδας κβαντικής βαρύτητας βρόγχων στο Centre de physique théorique. Πριν από αυτό εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ, στις ΗΠΑ, επί μία δεκαετία.

Κάποια στιγμή δοκίμασε το LSD. Και αποδείχθηκε πως αυτό ήταν το στοιχείο που ξύπνησε το ενδιαφέρον του για την φυσική εν γένει, και συγκεκριμένα για το ζήτημα του χρόνου. “Ήταν μια εξαιρετικά δυνατή εμπειρία που με άγγιξε και διανοητικά” θυμάται. “Μεταξύ των παράξενων φαινομένων ήταν η αίσθηση πως ο χρόνος έχει σταματήσει. Στο μυαλό μου συνέβαιναν πράγματα αλλά το ρολόι δεν προχωρούσε, η ροή του χρόνου δεν κυλούσε πια. Ήταν μια απόλυτη ανατροπή της δομής της πραγματικότητας.” Αναφέρει παραισθήσεις με παραμορφωμένα αντικείμενα, έντονα και εκτυφλωτικά χρώματα, αλλά επίσης θυμάται να αναρωτιέται τι συμβαίνει καθ’ όλη την διάρκεια της εμπειρίας του.

“Και σκέφθηκα: ‘Λοιπόν, πρόκειται για μια ουσία που αλλάζει τα πράγματα στο μυαλό μου. Πως όμως γνωρίζω ότι η συνήθης αντίληψη μου είναι η ορθή, και αυτή είναι λανθασμένη; Αν αυτοί οι δύο τρόποι αντίληψης του κόσμους είναι τόσο διαφορετικοί, τι σημαίνει ότι κάποιος από τους δύο είναι ο σωστός;” Άρχισε να φαντάζεται τον κόσμο, όχι όπως τον έβλεπε καθημερινά, αλλά ως τον ανεξέλεγκτο και κυματοειδή χωροχρόνο που περιέγραφε ο Einstein. Η πραγματικότητα, όπως λέει και ο τίτλος ενός από τα βιβλία του, δεν είναι αυτό που φαίνεται.

Η εργασία του Rovelli ως φυσικού, σε αδρές γραμμές, ασχολείται με το μεγάλο κενό που άφησε αφ’ ενός ο Αϊνστάιν, και αφ’ ετέρου η ανάπτυξη της κβαντικής θεωρίας. Αν η θεωρία της γενικής σχετικότητα περιγράφει έναν κόσμο καμπύλου χωροχρόνου όπου όλα είναι συνεχή, η κβαντική θεωρία περιγράφει έναν κόσμο όπου διακριτές ποσότητες ενέργειας αλληλεπιδρούν. Όπως λέει κι ο ίδιος ο Rovelli, “η κβαντομηχανική δεν μπορεί να ασχοληθεί με την καμπυλότητα του χωροχρόνου, και η γενική σχετικότητα δεν μπορεί να εξηγήσει τα κβάντα”.

Αμφότερες οι θεωρίες είναι επιτυχημένες. Η εμφανής ασυμβατότητα τους όμως αποτελεί ένα άλυτο πρόβλημα και ένας από τους σκοπούς των θεωρητικών φυσικών είναι να αποπειραθούν να κατασκευάσουν ένα θεωρητικό πλαίσιο εντός του οποίου να ισχύουν και οι δύο. Το πεδίο της θεωρίας του βρόγχου του Rovelli, ή αλλιώς κβαντική βαρύτητα βρόγχων, προσφέρει μια πιθανή απάντηση στο πρόβλημα, όπου ο ίδιος ο χωρροχρόνος γίνεται αντιληπτός ως κοκκιώδης, μια λεπτή δομή που αποτελείται από βρόγχους.

Η θεωρία των χορδών προσφέρει ένα άλλο μονοπάτι προς την επίλυση του προβλήματος. Όταν ερωτάται τι πιστεύει για την πιθανότητα να είναι λάθος η δουλειά του στην κβαντική βαρύτητα βρόγχων, εξηγεί ευγενικά πως το να κάνει κάποιος λάθος δεν είναι το ζήτημα, αλλά το να συμμετέχει στην συζήτηση. Κι εξάλλου “Αν ρωτήσεις ποιος διαθέτει την μακρύτερη και πιο εντυπωσιακή λίστα αποτελεσμάτων, αναμφισβήτητα είναι ο Αϊνστάιν. Αν όμως ρωτήσεις ποιος είναι ο επιστήμονας με τα περισσότερα λάθη, και πάλι είναι ο Αϊνστάιν.”

Κι ο χρόνος τι δουλειά έχει εδω; Όπως κατέδειξε κι ο Αϊνστάιν πριν πολλά χρόνια, ο χρόνος είναι σχετικός. Για παράδειγμα ο χρόνος κυλάει βραδύτερα για ένα αντικείμενο που κινείται με μεγαλύτερη ταχύτητα από κάποιο άλλο.

Η θεωρία των χορδών προσφέρει ένα άλλο μονοπάτι προς την επίλυση του προβλήματος.

Στον σχετικό αυτό κόσμο, ένα απόλυτο “τώρα” είναι κάπως άνευ νοήματος. Ο χρόνος λοιπόν δεν είναι μια ξεχωριστή ποιότητα που κυλαέι γύρω μας αδιατάρακτα. Ο χρόνος, όπως λέει ο Rovelli “μέρος μιας πολύπλοκης γεωμετρίας που είναι συνυφασμένη με την γεωμετρία του χώρου”.

Για τον Rovelli, υπάρχουν κι άλλα θέματα: σύμφωνα με την θεωρία του, ο χρόνος αυτός καθεαυτός εξαφανίζεται στο πιο θεμελιώδες επίπεδο. Οι θεωρίες του μας ζητούν να αποδεχθούμε την έννοια πως ο χρόνος δεν είναι παρά μια λειτουργία της δικής μας “θολής” ανθρώπινης αντίληψης. Βλέπουμε τον κόσμο μέσα από ένα θαμπό γυαλί, παρακολουθούμε το θέατρο σκιών στην σπηλιά του Πλάτωνα. Σύμφωνα με τον Rovelli, η αδιαμφισβήτητη εμπειρία του χρόνου συνδέεται άρρηκτα με τον τρόπο που συμπεριφέρεται η θερμότητα. Στο βιβλίο του The Order of Time, αναρωτιέται γιατί είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε μόνο το παρελθόν και όχι το μέλλον. Το κλειδί, όπως αφήνει να εννοηθεί, είναι η μονοκατευθυντήρια ροή θερμότητας από τα ζεστά αντικείμενα προς εκείνα που είναι πιο κρύα. Ένα παγάκι που πέφτει σε μία ζεστή κούπα καφέ θα ψύξει τον καφέ. Η διαδικασία όμως δεν είναι αναστρέψιμη: πρόκειται για μονόδρομο, όπως αποδεικνύεται από τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής.

Ο χρόνος, όπως τον βιώνουμε, είναι επίσης μονόδρομος. Το εξηγεί μάλιστα σε σχέση με την έννοια της εντροπίας -του μέτρου της αταξίας των πραγμάτων. Η εντροπία στο παρελθόν ήταν χαμηλότερη. Η εντροπία στο μέλλον είναι υψηλότερη, υπάρχει μεγαλύτερη αταξία, καθώς υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες. Η τράπουλα του μέλλοντος είναι ανακατεμένη και γι’ αυτό αβέβαιη, σε αντίθεση με την τακτοποιημένη και πιο προβλέψιμη τράπουλα του παρελθόντος. Όμως η εντροπία, η θερμότητα, το παρελθόν και το μέλλον είναι ποιότητες που δεν ανήκουν στην θεμελιώδη γραμματική του κόσμου, αλλά στην δική μας επιφανειακή παρατήρηση του. “Αν παρατηρήσω την κατάσταση των πραγμάτων μικροσκοπικά,” γράφει ο Rovelli, “τότε οι διαφορές μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος εξαφανίζονται…στην στοιχειώδη γραμματική των πραγμάτων δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ αίτιου και αιτιατού.”

Ο Rovelli θεωρεί πως δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ μιας άποψης του σύμπαντος όπου η ανθρώπινη ζωή είναι μικρή και άνευ σημασίας, και τις καθημερινές χαρές και οδύνες μας. Ή μεταξύ της “ψυχρής επιστήμης” και τον εσώτερο, πνευματικό βίο μας. “Είμαστε μέρος της φύσης, κι έτσι η χαρά και η λύπη είναι πτυχές της ίδιας της φύσης, η φύση είναι πολύ πιο πλούσια από ένα μάτσο άτομα και μόρια.”

Σε ένα σημείο του Επτά σύντομα μαθήματα Φυσικής συγκρίνει την φυσική με την ποίηση: και τα δύο προσπαθούν να περιγράψουν το αόρατο. Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς πως η φυσική, όταν εγκαταλείπει την μητρική της γλώσσα των μαθηματικών εξισώσεων, βασίζεται κυρίως σε μεταφορές και αναλογίες.

Όταν το τραύμα γίνεται θαύμα

Όταν το τραύμα γίνεται θαύμα! Γαληνεύει το βλέμμα. Ησυχάζουν τα μέσα σου. Νιώθεις ανακούφιση. Ευγνωμονείς το παρελθόν σου. Ζεις το παρόν. Αισιοδοξείς για το μέλλον.

Τα ηνία των αλόγων στα χέρια σου. Δεν αφηνιάζουν όταν τα αποδέχεσαι. Με γάντια γερά τα κρατάς για να μην σε ξανακόψουν οι παλιές πληγές. Μιλάς λιγότερο, αισθάνεσαι περισσότερο.

Συνειδητοποιείς με το πέρασμα του χρόνου γιατί έγινε, ό,τι έγινε. Καλώς καμωμένα όλα, ακόμα και τα πιό δύσκολα, τα επώδυνα, τα τραυματικά. Σε προχώρησαν στο μονοπάτι σου. Σου δίδαξαν γιατί ήθελες να διδαχτείς. Επέλεξες καταστάσεις, ανθρώπους στη ζωή σου για να σε δεις!

Ναι, μέσα απ’ τον πόνο και τη ματαίωση. Μέσα απ’ την συντριβή του εγώ. Μέσα από την εξαπάτηση του νου και την οικεία κακοποίηση χρόνων. Μέσα από την ίδια αίσθηση του ψευδούς εαυτού που έμαθε να φοβάται τη χαρά και την αγάπη. Το οικείο σενάριο της ζωής που έπαιξε και ξαναέπαιξε σαν κασέτα σε καλά κουρδισμένο κασετόφωνο.

Μέχρι που κουράστηκες, εξαντλήθηκες από τη δύναμη της ριζωμένης επανάληψης και είδες πως είναι η ώρα να αναλάβεις δράση. Να κινητοποιήσεις την ενέργειά σου αλλιώς. Να την μαζέψεις όλη για τον εαυτό σου. Να μην τη σκορπάς πια άσκοπα στους άλλους. Να μην σκορπιέσαι πια.

Να τιμάς και να αγκαλιάζεις όλα τα κομμάτια του εαυτού σου. Να μην το περιμένεις από τους άλλους. Δεν μπορούν και δεν ξέρουν. Να αποσυνδέεσαι από την προσδοκία σου να σε δουν ολόκληρη οι άνθρωποι που σε πλήγωσαν γιατί δεν είναι όλοι έτοιμοι να επεξεργαστούν τα δικά τους τραύματα και να δουν πιό βαθυά. Να μην το έχεις ανάγκη πια.

Ποιός μπορεί να σε δει ολόκληρο όταν δεν μπορεί να δει έτσι τον ίδιο του τον εαυτό; Κομμάτια σου θα δει, θα μείνει στα πιό εύθραυστα και δύσκολα, θα τα προβάλει πάνω σου, γιατί αυτά έχει ο ίδιος και δεν αντέχει να τα δει, μα δεν το παραδέχεται. Το πιό δύσκολο μα πιό λυτρωτικό είναι να στρέψεις το δάχτυλο πρώτα προς εσένα, όχι στον άλλο. Να δεις με την καρδιά σου γιατί μόνο αυτή μπορεί και βλέπει ενωτικά. Το μυαλό θα μπερδέψει, θα διαχωρίσει, θα ζητήσει τα δικά του μόνο, θα ξεχάσει ο εγωισμός το μαζί.

Και πως μπορεί το τραύμα να γίνει θαύμα, αν δεν συμπεριλάβει το εμείς; Μπορεί; Μπορεί να συν-χωρέσει ο εγωισμός; Μπορεί να ενώσει η ανεπεξέργαστη πληγή; Μπορείς να αγαπάς αληθινά αν δεν υπερβείς τον εγωισμό σου; Όχι. Τίποτα από αυτά δεν μπορείς να κάνεις.

Οσο μένεις εκεί, θα πονάς κι ας νομίζεις ότι είσαι καλά. Δεν είσαι.

Η φύση του ανθρώπου είναι να είναι ενωμένος με το Θεό του, τον εαυτό του, τον συνάνθρωπό του. Και τα τραύμα έρχεται για να μας ενώσει, όχι να μας χωρίσει. Έρχεται να μας υπενθυμίσει πως κανείς δεν είναι καλά όταν είναι αποκομμένος από τον θεϊκό πυρήνα του. Εκεί που ό,τι συνέβη, ήταν ενωτικό μα εμείς επιλέξαμε το μονοπάτι της πτώσης. Και καλούμαστε μέσα από αυτήν, να ξανασταθούμε στα πόδια μας με ψυχή ανδρεία και φρόνημα πνευματικό. Για να συγχωρούμε κι ας μην ξεχνάμε.

Σε μια αγαπημένη ταινία που το ζευγάρι χώρισε μετά από δυσκολίες που πέρασε, η ατάκα του πρωταγωνιστή προς το τέλος της ταινίας ήταν: “Οι άνθρωποι που αγαπιούνται, δεν παραμένουν μαζί γιατί ξεχνούν, μα γιατί συγχωρούν ο ένας τον άλλο”. Κι εκεί το ζευγάρι ξαναέσμιξε το μαζί του. Γιατί τα εγώ τους πήγαν στην άκρη και έδωσαν χώρο στο αμοιβαίο εμείς!

Το τραύμα προχωράει στο θαύμα όταν σπάμε το πέτρινο εγώ μας, ενώνουμε ο καθένας τα κομμάτια του και ξανακολλάμε με τη χρυσή σκόνη της αληθινής αγάπης το ραγισμένο γυαλί της σχέσης μας. Για να θυμόμαστε τη διαδρομή μας, να τιμάμε την ιστορία μας, να παραμένουμε συνδεδεμένοι, έχοντας πάρει τα διδακτικά μαθήματα για το παρακάτω μας.

Δε μένουμε συνέχεια στο χτες. Μαθαίνουμε από αυτό και προχωράμε μαζί, σοφότεροι στην επανασύνδεσή μας.

Κάθε φορά που έρχεται το πριν, η χρυσόσκονη που ένωσε, μας θυμίζει την πληγή που περιποιηθήκαμε και δεν αφήσαμε να κακοφορμίσει. Μας θυμίζει το δίδαγμα που πήραμε που κάνει τα μάτια μας πιό γλυκά ακόμα και το χαμόγελό μας πιό αισιόδοξο και χαρούμενο! Στην πορεία της ζωής μας, όποιος καταφέρνει να ενώσει τα ραγισμένα του κομμάτια με χρυσή σκόνη, καταφέρνει να αναπνέει στη ζωή του, να χωράει τον εαυτό του όπως είναι και να χωρά και τον άλλο.

Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς τραύματα. Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν για αυτά.

Άνθρωποι που ζουν λειτουργικά με αυτά. Και άνθρωποι που μεταμορφώνουν το τραύμα τους σε θαύμα με πολύχρονη προσωπική εργασία!

Ας επιτρέψουμε στον εαυτό μας το δώρο της ίασης. Ας του επιτρέψουμε να φτάσει στον προορισμό του! Το αξίζει και με το παραπάνω!

Επιθυμίες

Η επιθυμία, αν τιθασευτεί, μπορεί να αποτελέσει μία θετική δύναμη. Η επιθυμία είναι ένα κομβικό σημείο. Δεν είμαστε τίποτα χωρίς αυτήν.

Ωστόσο, υπάρχουν πολλές μορφές επιθυμίας, πέρα από τη σεξουαλική.

Οι επιθυμίες μάς αποκαλύπτουν τι θέλουμε και τι επιδιώκουμε περισσότερο. Μας οδηγούν στην κατεύθυνση αυτού που ποθούμε αλλά που ακόμα δεν έχουμε αποκτήσει. Μπορούν να οδηγήσουν σε συνεχή δυσαρέσκεια και απογοήτευση ή να μας παρακινήσουν σε εποικοδομητική δράση.

Το να αποκτήσει κάποιος αυτό που επιθυμεί και να εθιστεί σε αυτό είναι εξίσου επικίνδυνο με το να μην αποκτήσει αυτό που επιθυμεί και να του καταστεί εμμονή.

Η διαδικασία του πόθου και της συνεχούς δυσαρέσκειας είναι πολύ οικεία στο βουδισμό: στην πραγματικότητα, θεωρείται το θεμέλιο για όλο μας τον πόνο.

Η βουδιστική λύση στο πρόβλημα είναι να απαλλαχθούμε από την επιθυμία, κάτι που δε διαφέρει και πολύ από τη λύση που πρότειναν πολλοί φιλόσοφοι της ελληνιστικής περιόδου, οι οποίοι συχνά αναζητούσαν τρόπους να καταπνίξουν ή να ελαχιστοποιήσουν τις επιθυμίες τους (Nussbaum, 1994).

Η επιθυμία, αν τιθασευτεί, μπορεί να αποτελέσει μία θετική δύναμη. Η επιθυμία για εξουσία, κατά τον Nietzsche, σχετίζεται κυρίως με την επιθυμία και την πρόθεση κάποιου να την ασκήσει. Ο Sartre είδε την επιθυμία ως το αντιστάθμισμα στη θεμελιώδη μηδαμινότητα των ανθρώπων.

Η ύπαρξη της επιθυμίας ως ανθρώπινου δεδομένου αρκεί για να αποδείξει ότι η ανθρώπινη πραγματικότητα αποτελεί μία έλλειψη. (Sartre, 1943/1956:87)

Το να δουλεύει κανείς με την επιθυμία δε σημαίνει ότι προσπαθεί να την εξαλείψει ή να την ελέγξει, αλλά περισσότερο να την αντιμετωπίσει ως μία προτροπή για δράση.

Το να καθοδηγούμαστε από τις επιθυμίες μας είναι σα να οδεύουμε προς το πουθενά. Το να εξαλείφουμε τις επιθυμίες μας είναι σα να αποθαρρύνουμε το πνεύμα μας. Το να μαθαίνουμε να κυριαρχούμε στη δύναμη των επιθυμιών μας σημαίνει να εναρμονιζόμαστε με τη ζωή.

Η ζωή είναι ωραία, αλλά πανάκριβη

Κατά τον Αριστοτέλη, στο παιχνίδι της ζωής υπάρχουν πάντα οι παίκτες, υπάρχουν και οι θεατές. Όμως ανάμεσα σ' αυτούς που, γενικά κι αόριστα, αποκαλούμε «θεατές» κυκλοφορεί και το τεράστιο ρεύμα εκείνων που, επιθυμώντας να «παίξουν», στήνουν μια μίμηση ζωής με τεχνητούς αλλά σαφείς κανόνες.

Κανόνες που οι ίδιοι επινόησαν κι όχι κανόνες που η ζωντανή ζωή ξέβρασε μέσα από τις τρομερές και μεγαλειώδεις τρικυμίες της. Επειδή ντρέπονται να θεωρούνται απλοί θεατές και επειδή φοβούνται να δράσουν ως παίκτες, κατασκευάζουν ένα είδος ζωής από τις αντανακλάσεις της, στα μέτρα του και στις αντοχές τους, για να αφεθούν κατόπιν να πιστεύουν πως τούτη η σκηνοθεσία είναι ζωή αληθινή, επιβλητική και επίσημη.

Και δεν είναι δύσκολο να το πιστέψουν, ούτε να πείσουν. Γιατί τούτοι «οι δραστήριοι θεατές» είναι αμέτρητοι σε αριθμό. Είναι όπως η πλειοψηφία σε ψευδοδημοκρατίες: σίγουρη για τη θεμιτή δικαιοδοσία της. Θεμιτή βέβαια σύμφωνα με τα κριτήρια που οι ίδιοι καθιέρωσαν και κάτω από τα ιδεολογικά μέτρα που οι ίδιοι έκοψαν και έραψαν για μια πρόχειρη συνείδηση, για να συνεννοούνται με τους ομοίους τους και για τους κουτούς. Είναι δυνατοί κυρίως διότι είναι πολλοί και συνεννοούνται περίφημα όπως όλοι όσοι έχουν κοινά συμφέροντα και κοινούς φόβους.

Η κοινωνική σύμβαση είναι το θεσμικό τους αριστούργημα και τα «κατά συνθήκη ψεύδη» είναι ο ηθικός τους κώδικας. Όλη η γιγαντιαία και δύσκαμπτη μηχανή που ονομάζουμε «Κράτος», «Κοινωνία», ακόμα και «Λαός», τέτοια άτομα έχει για θεμελιωτές, θεσμοθέτες και στυλοβάτες. Και για να αναφερθεί σ' αυτούς, ο Λέων Τολστόι περιγράφει έναν τυπικό τους εκπρόσωπο, τον υψηλόβαθμο κρατικό υπάλληλο Καρένιν, ως εξής: Όλα του τα χρόνια έζησε και δούλεψε σε υπηρεσιακούς κύκλους που έχουν να κάνουν μονάχα με τις αντανακλάσεις της ζωής...

Όμως η ζωή είναι τρομερή και επίφοβη. Είναι ωραία, αλλά πανάκριβη. Η αυθεντική αίσθηση σπαράζει. Το θεοσκότεινο ρέμα του αύριο καμιά εγγύηση δε χαρίζει. Δεν είναι παράλογο το δέος που μας γεννά η ζωή. Δεν είναι παράλογος ο φόβος του αγνώστου που υπόσχεται διάφορα, ευφροσύνη και κινδύνους, όταν αναζητούμε το πρόσωπό της. Είναι όμως παράλογη η παραποίηση που της κάνουμε, ο στρουθοκαμηλισμός που μας βάζει να περιφρονούμε την αλήθεια, υποκαθιστώντας τη με αληθοφάνειες που τη λερώνουν.

Η ανεπάρκεια και η ανημποριά είναι ανθρώπινες και σεβαστές, σαν την αναπηρία, όταν όμως δεν αγωνίζονται να επισημοποιήσουν την κατάστασή τους. Όταν δε χαλούν τον κόσμο, όταν δεν επιβάλλονται, όταν δεν ξεφωνίζουν να αναγνωριστούν ως γενναιότητα και ως υγεία. Όταν δεν εχθρεύονται και δεν πολεμούν την ακεραιότητα και το θάρρος.

Κανένας δειλός δεν έχει το κουράγιο να παραδεχθεί τη δειλία του. Από τη στιγμή που διαθέτεις ένα τέτοιο κουράγιο, παύεις αυτόματα να είσαι δειλός. Δεν υπάρχει δύναμη ανώτερη από εκείνη που παραδέχεται την αδυναμία της, και σοφία μεγαλύτερη απ' αυτήν που παραδέχεται την αμάθειά της. Δεν υπάρχει σθένος σπουδαιότερο από το σθένος της ταπείνωσης, της τέλειας υποταγής. Υποταγή σε τι όμως; Μαθητεία σε ποιον;

Οι θεατές και οι υποτακτικοί της κοινωνίας διαθέτουν έπαρση. Οι υποτελείς των συστημάτων σκύβουν τη ράχη από εξουσιομανία, ταπεινώνονται από πονηριά. Είναι ελαστικοί σαν μαλάκια μπροστά στον ανώτερο και άκαμπτοι σαν πέτρα μπροστά στον κατώτερο. Η ζωή γι' αυτούς έχει αντικατασταθεί από την ιεραρχία και τη σταδιοδρομία. Όσο επαχθής και αν είναι η σταδιοδρομία τους, όσο ψυχοφθόρες οι ίντριγκες και οι ασταμάτητοι υπολογισμοί, εκείνοι αποδέχονται και ενσωματώνουν τους νόμους της σύμβασης, τους κατανοούν πλήρως. Είναι σχετικά ευκολότερο να παρακολουθεί κανείς τη λογική τέτοιων νόμων. Άλλωστε, θεωρείται σωστός και σεβαστός όταν του τηρεί.

Η ζωή, όμως, δεν είναι παράλογη. Ακολουθεί μια εξαίσια σοφή λογική, που όμως δεν είναι προσυμφωνημένη. Πρέπει τίμια να την αναζητήσεις για να καταδεχτεί να σου αποκαλυφθεί. Τα κλειδιά της αλήθειας είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητα στα ζητήματα εντιμότητας. Θέλουν να ψηλαφείς με πίστη τα ιερογλυφικά του αινίγματός της.

Η αλήθεια «ούτε φανερώνεται, ούτε κρύβεται», αντίθετα στέλνει σημάδια στα μάτια της ψυχής. Η ζωή είναι παράλογη μονάχα όταν τη συγκρίνουμε με εκείνο που συμφωνήσαμε να θεωρούμε «λογικό».

Η οδύνη, η αποτυχία, η αμαρτία σε κάνουν καλό μαθητή. Όπως, για να είσαι δάσκαλος, χρειάζονται κάποιες προϋποθέσεις, προϋποθέσεις χρειάζονται και για να είσαι καλός μαθητής. Μαθητής που μαθαίνει, και επειδή μαθαίνει, μεταμορφώνεται. Για να καρπίσει τους σπόρους το μέσα χώμα σου πρέπει να σκαφτεί. Τίποτα δε σκάβει βαθύτερα, τίποτα δεν ξεριζώνει σαν ζιζάνια τις ψευδαισθήσεις, τίποτα δε σε κάνει δεκτικότερο όσο ο πόνος και η συντριβή. Πρέπει να έχεις φτάσει στην απόγνωση για να γυρέψεις τη γνώση. Κι όπως παραδέχεται μεγάλος Ρώσος, ο Ντοστογιέφσκι, παλεύοντας κι αυτός με το θηρίο του εγωισμού στο υγρό Υπόγειο: Τα βάσανα είναι η μοναδική αιτία της συνείδησης.

Η Hθική του Άρθουρ Σοπενχάουερ

Πώς προσεγγίζει την μελέτη της ηθικής ένας απαισιόδοξος φιλόσοφος όπως ο Άρθουρ Σοπενχάουερ;

Πώς είναι δυνατόν να διαπιστωθεί τι είναι σωστό ή λάθος, ενώ υποθέτουμε ότι ο κόσμος είναι εγγενώς κακός;

Η ηθική, ή το σύνολο των αρχών του σωστού και του λάθους, είναι ένας από τους πυλώνες κάθε πολιτισμού, καθώς είναι εκείνο το βασικό στοιχείο που μας δίνει την δυνατότητα να ζούμε σωστά μαζί ως λειτουργική κοινωνία. Ωστόσο, πώς μπορούμε τελικά να διαπιστώσουμε τι είναι σωστό και τι λάθος;

Η περαιτέρω ανάλυση τέτοιων ερωτημάτων είναι ο στόχος της ηθικής, που ονομάζεται επίσης ηθική φιλοσοφία, ένας τομέας που περιλαμβάνει όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με την ηθική και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε, τόσο ως άτομα όσο και ως κοινωνία, προκειμένου να ορίσουμε ένα δίκαιο και λειτουργικό σύνολο αρχών, που φιλοξενεί κάθε άτομο που υποβάλλεται σε αυτό με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σε αυτό το άρθρο θα εξετάσουμε πώς ένας από τους πιο εξέχοντες Γερμανούς φιλοσόφους, ο Άρθουρ Σοπενχάουερ, προσέγγισε αυτό το πεδίο με έναν πολύ μοναδικό τρόπο και πώς μπορούν να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα μέσα από μια απαισιόδοξη κοσμοθεωρία.

Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ και η Φιλοσοφία της Βούλησης

Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ ήταν Γερμανός φιλόσοφος που ανέπτυξε ένα ανυπολόγιστης σημασίας έργο που επηρέασε την φιλοσοφική παράδοση στο σύνολό της. Εξαιρετικά επηρεασμένος από τον Ιμάνουελ Καντ και τον υπερβατικό ιδεαλισμό του, επαινώντας το μεγαλείο του Καντ σε πολλές πτυχές, ενώ παράλληλα άσκησε έντονη κριτική σε άλλες, ο Σοπενχάουερ δημιούργησε το εκτεταμένο σύστημα μεταφυσικής που περιγράφεται στο κύριο έργο του “The World as Will and Representation” και ορισμένες από τις αρχές της φιλοσοφίας του που υπάρχουν στο εν λόγω βιβλίο θα είναι αναπόσπαστο στοιχείο για να κατανοήσουμε σε βάθος την άποψή του για την ηθική.

Στο “The World as Will and Representation”, ο Schopenhauer υποστηρίζει ότι ο κόσμος που βιώνουμε, ο εμπειρικός κόσμος, δεν υπάρχει καθ’ εαυτός, αλλά μόνο ως αναπαράσταση που δημιουργείται από τα γνωστικά υποκείμενα όταν αλληλεπιδρούν μαζί του, και ότι το πράγμα-σε-τον-Εαυτό-του, ο αληθινός κόσμος, υπάρχει ως θέληση, μια τυφλή και άσκοπη κινητήρια δύναμη που απλώς θέλει. Η βούληση είναι η εσωτερική ουσία όλων όσων υπάρχουν.

Επομένως, διαπιστώνεται ότι όλα τα πράγματα υπάρχουν σε δύο ξεχωριστές σφαίρες: στην πραγματική τους μορφή ως βούληση και στην μορφή που τα βιώνουμε ως αναπαραστάσεις.

Αυτή η μεταφυσική προοπτική θυμίζει πολύ την Θεωρία των μορφών ή την Θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα, αν σκεφτεί κανείς ότι τόσο ο Πλάτωνας όσο και ο Σοπενχάουερ υποθέτουν ότι ο κόσμος υπάρχει σε δύο ξεχωριστούς τρόπους, έναν που είναι πραγματικός και υπερβατικός και έναν που είναι απλώς εικόνα και εμπειρικός.

Ωστόσο, ο Σοπενχάουερ εξηγεί ότι μέσω του αισθητικού στοχασμού μπορούμε να ξεφύγουμε για λίγο από αυτόν τον κύκλο. Μόνο μέσω της αλληλεπίδρασής μας με τις διάφορες μορφές τέχνης είμαστε σε θέση να προσεγγίσουμε τον κόσμο και τα αντικείμενα μέσα σε αυτόν στην πιο αγνή τους μορφή, επιτρέποντάς μας να τα κατανοήσουμε καλύτερα.

Η ιδιοφυΐα, όπως αποκαλείται από τον συγγραφέα, είναι ένα άτομο που είναι σε θέση να μεταδώσει αυτή την εμπειρία σε άλλους ανθρώπους μέσω της δημιουργίας έργων τέχνης.

Όταν πρόκειται για την εσωτερική ουσία, η φύση της ανθρωπότητας δεν διαφέρει φυσικά. Οδηγούμαστε από την θέληση, θέλουμε διαρκώς, αυτή η θέληση είναι η πηγή του ανθρώπινου πόνου. Εφόσον θέλουμε διαρκώς πράγματα, αγωνιούμε επίσης διαρκώς, επειδή υπάρχουν πράγματα που θέλουμε αλλά δεν μπορούμε να έχουμε.

Δεν μπορούμε να έχουμε όλα όσα θέλουμε ταυτόχρονα, και, μόλις έχουμε αυτό που θέλουμε, δεν το θέλουμε πια.

Επίσης, στο βιβλίο The World as Will and Representation, στο βιβλίο IV, ο Σοπενχάουερ αρχίζει να διαμορφώνει το σύστημα ηθικής του. Παίρνοντας μια μάλλον μοναδική έμπνευση από τον Βουδισμό και τον Ινδουισμό, αυτή η προοπτική της ηθικής βασίζεται στην συμπόνια μέσω της άρνησης της βούλησης. Η βούληση είναι η πηγή του εγωισμού που υπάρχει σε κάθε ζωντανό ον και μόνο μέσω της άρνησης της βούλησης είμαστε σε θέση να υπερβούμε αυτόν τον εγωισμό και να αναπτύξουμε συμπόνια για τους άλλους, η οποία οδηγεί σε αποφάσεις και πράξεις που είναι ηθικές.

Μπορούμε να το καταλάβουμε αυτό ως μια απαισιόδοξη φιλοσοφία επειδή υποθέτει ότι η εσωτερική ουσία όλων των πραγμάτων είναι αυτό που αναπόφευκτα και συνεχώς μας φέρνει ταλαιπωρία.

Το να υπάρχεις σημαίνει να θέλεις και το να θέλεις σημαίνει να υποφέρεις.

Σχετικά με την ελευθερία της βούλησης

Για να αναλύσουμε περαιτέρω την ηθική του Άρθουρ Σοπενχάουερ, πρέπει να εξετάσουμε τα δύο βραβευμένα δοκίμιά του σχετικά με το θέμα, το πρώτο από τα οποία είναι για την ελευθερία της βούλησης. Σε αυτό το έργο, ο Σοπενχάουερ συζητά τα θέματα της αυτοσυνείδησης και της ελεύθερης βούλησης σύμφωνα με το μεταφυσικό σύστημα που καθιερώθηκε προηγουμένως στον Κόσμο ως Βούληση και Αναπαράσταση.

Ο Σοπενχάουερ ισχυρίζεται ότι είμαστε ελεύθεροι μόνο στην εσωτερική μας ουσία, την θέληση και μόλις υπάρχουμε ως παρατηρητής που αλληλεπιδρά με τον εμπειρικό κόσμο, απογυμνωνόμαστε εντελώς από την ελευθερία μας, γιατί δεν μπορούμε να ελέγξουμε την βούληση.

Το αίσθημα ότι είμαστε υπεύθυνοι για τις πράξεις μας δεν είναι ένδειξη ελευθερίας αλλά αποκλειστικά εμπειρική αναγκαιότητα. Μπορούμε να βιώσουμε το αληθινό συναίσθημα της ελευθερίας μόνο όποτε νιώθουμε την εσωτερική μας ύπαρξη, το πράγμα-κάθετο, την θέληση. Η αυτοσυνείδηση ​​μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τις επιθυμίες και τα συναισθήματά μας, ωστόσο δεν μας δίνει την ελεύθερη βούληση να τα ελέγξουμε όπως θέλουμε.

Ωστόσο, οι άνθρωποι εξακολουθούν να θεωρούνται υπεύθυνοι για τις πράξεις τους, επειδή οι πράξεις μας είναι αποτέλεσμα αυτού που είμαστε, προϊόν της υπερβατικής ελεύθερης βούλησής μας που, αν και εκτός ελέγχου μας, μας κάνει αυτό που είμαστε. Οι ενέργειές μας είναι προϊόν αυτού που είμαστε και επομένως αποτελούν ευθύνη μας.

Στη βάση της ηθικής

Το δεύτερο σημαντικό έργο του Άρθουρ Σοπενχάουερ πάνω στο θέμα της ηθικής είναι το Περί της βάσεως της ηθικής. Το δοκίμιο αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό μια κριτική του συστήματος ηθικής του Καντ και η ανάπτυξη του συστήματος του Σοπενχάουερ ως, σύμφωνα με τον συγγραφέα, καλύτερης εναλλακτικής λύσης. Η φιλοσοφία του Σοπενχάουερ θεωρείται από τον συγγραφέα ως μια μορφή συνέχειας των γραπτών του Καντ και η ηθική του δεν αποτελεί εξαίρεση.

Ο Σοπενχάουερ επισημαίνει ένα θεμελιώδες σφάλμα στην ηθική του Καντ: Την έννοια της ηθικής.

Σύμφωνα με τον Καντ, η ηθική οικοδομείται γύρω από την ανησυχία για τους καθιερωμένους νόμους και για τις συνέπειες των πράξεών μας, αποτελώντας επομένως ένα σύστημα που βασίζεται στην ορθολογική κατανόηση του κόσμου. Μπορούμε να καταλάβουμε ότι οι πράξεις που βασίζονται γύρω από την ανησυχία για τους νόμους και τις συνέπειες είναι, σύμφωνα με τον Σοπενχάουερ, εγωιστικές και δογματικές, επειδή παρακινούνται από το άτομο με στόχο να λάβει ανταμοιβές ή να αποφύγει τιμωρίες.

Η εναλλακτική λύση που παρουσιάζει ο Σοπενχάουερ είναι ότι η αληθινή ηθική βασίζεται στην συμπόνια. Είμαστε από την φύση μας εγωιστές, αφού η ίδια μας η φύση είναι να θέλουμε, επομένως ο μόνος τρόπος για να επιτύχουμε την ηθική, η οποία μπορεί να γίνει κατανοητή ως η μέριμνα για την ευημερία των άλλων στις πράξεις μας, είναι το αυθόρμητο φαινόμενο της συμπόνιας, η πράξη του να αισθανόμαστε τον πόνο ενός άλλου ανθρώπου και να ενεργούμε με σκοπό να τον μειώσουμε ή να τον αποτρέψουμε.

Η εσωτερική ουσία κάθε ανθρώπου είναι αυτό που εγγενώς του φέρνει ταλαιπωρία, που σημαίνει ότι είμαστε σε θέση να συσχετίσουμε τα δεινά των άλλων με τα δικά μας.

Μέσω αυτής της ικανότητας μπορούμε πραγματικά να θέλουμε να βοηθήσουμε τους άλλους και να μην τους προκαλέσουμε περαιτέρω βλάβη και αυτή είναι η ουσία της ηθικής.

Άρθουρ Σοπενχάουερ: Η ηθική της συμπόνιας σε μια απαισιόδοξη φιλοσοφία

Αφού αναλύσουμε όλα τα θεμελιώδη στοιχεία της ηθικής του Σοπενχάουερ, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η εστίασή του στην συμπόνια είναι μια πολύ ειλικρινής προσέγγιση της ηθικής. Υποθέτει ότι ο μόνος τρόπος για να ληφθούν αληθινά ηθικές αποφάσεις είναι να θελήσετε να λάβετε αυτές τις αποφάσεις και όχι να πειστείτε σε αυτό από παράγοντες που είναι εξωτερικοί προς το άτομο.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον πώς μια απαισιόδοξη φιλοσοφία μπορεί να γεννήσει μια τόσο υγιεινή προοπτική για την ηθική, και, ταυτόχρονα, μια απολύτως λογική συνέπεια των βασικών πτυχών της φιλοσοφίας του.

Η κατανόηση του εγγενούς μας πόνου συνεπάγεται επίσης την κατανόηση της εγγενούς μας ικανότητας να είμαστε συμπονετικοί. Το να αναγνωρίσουμε τον εγωισμό ως την ρίζα της αγωνίας μας σημαίνει να αναγνωρίσουμε ότι ο καλύτερος δρόμος για να ακολουθήσουμε είναι ο δρόμος της ανιδιοτέλειας. Η οπτική του Σοπενχάουερ για την ηθική δεν στοχεύει στην θέσπιση αυστηρών κανόνων ή νόμων με τους οποίους θα πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, επειδή η ηθική πρέπει να επικεντρώνεται στην σκέψη για την ευημερία των άλλων και οι νόμοι επικεντρώνονται στην διατήρηση της ευημερίας μας και στο να μην βλάπτουμε τους άλλους, διότι αυτό θα έθετε σε κίνδυνο την δική μας ευημερία.

Στο έργο του Σοπενχάουερ μπορούμε να παρατηρήσουμε σαφώς τις επιρροές της ανατολικής παράδοσης. Εισήχθη στην Ασιατική κουλτούρα κατά την διάρκεια της θητείας του στην Βαϊμάρη και εισήγαγε πολλές πτυχές της εν λόγω κουλτούρας στο έργο του, δηλαδή τον Βουδισμό και τον Ινδουισμό, φτάνοντας στο σημείο να θεωρεί τον Βουδισμό ως την καλύτερη θρησκεία. Η πιο σημαντική πτυχή που πήρε ο Σοπενχάουερ από αυτές τις θρησκείες ήταν οι έννοιες της άρνησης των επιθυμιών και του ασκητισμού ως κορυφαίας μορφής αυτοβελτίωσης.

Είναι πολύ καλός λόγος που η προσέγγιση του Σοπενχάουερ στην ηθική άσκησε μεγάλη επιρροή στο έργο διάσημων συγγραφέων από πολλούς τομείς της γνώσης όπως ο Φρίντριχ Νίτσε, ο Έρβιν Σρέντινγκερ, ο Σίγκμουντ Φρόιντ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, μεταξύ πολλών άλλων, και αυτό γιατί εξακολουθεί να είναι αφετηρία για εξαιρετικά επίκαιρες συζητήσεις ακόμη και μετά από δύο αιώνες.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - Προσαρμογή

Ο όρος «προσαρμογή» αναφέρεται σε μια οικογένεια απόψεων σχετικά με την σημασία της φυσικής επιλογής στην εξέλιξη των οργανισμών, στην κατασκευή εξελικτικών εξηγήσεων και στον καθορισμό του στόχου της έρευνα για την εξέλιξη. Υποστηρικτές της προσαρμογής ή Οι «προσαρμοστές» βλέπουν τη φυσική επιλογή μεταξύ άτομα μέσα σε έναν πληθυσμό ως η μόνη σημαντική αιτία της εξέλιξης ενός χαρακτηριστικού. Επίσης, συνήθως πιστεύουν ότι η κατασκευή του εξηγήσεις που βασίζονται αποκλειστικά στη φυσική επιλογή για να είναι οι πιο γόνιμες τρόπο να σημειωθεί πρόοδος στην εξελικτική βιολογία και ότι αυτή η προσπάθεια αντιμετωπίζει τον σημαντικότερο στόχο της εξελικτικής βιολογίας, ο οποίος είναι η κατανοούν την εξέλιξη των προσαρμογών. Μια σημαντική εναλλακτική λύση προσέγγιση, ο «πλουραλισμός», επικαλείται την ιστορική ενδεχομενικότητα και αναπτυξιακούς και γενετικούς περιορισμούς, εκτός από τους φυσικούς επιλογή, ως σημαντικές αιτίες της εξέλιξης ενός χαρακτηριστικού. Υποστηρίζει του πλουραλισμού, ή οι «πλουραλιστές» συχνά υποστηρίζουν επίσης ότι η προσπάθεια κατασκευής μιας φυσικής-επιλεκτικής εξήγησης ενός χαρακτηριστικού δεν είναι ο πιο γόνιμος τρόπος για να σημειωθεί επεξηγηματική πρόοδος και ότι η κατανόηση της προσαρμογής είναι μόνο ένα από τα πολλά σημαντικά ερωτήματα στο εξελικτική βιολογία. Η «συζήτηση» για την προσαρμογή είναι Κοινώς κατανοητό ότι είναι το μπρος-πίσω μεταξύ των προσαρμοστών και πλουραλιστές.

Οι βιολόγοι και οι φιλόσοφοι έχουν πρόσφατα κάνει τρεις σημαντικές συνεισφορές που έχουν οδηγήσει σε καλύτερη κατανόηση αυτού του ζητήματος συζήτηση. Πρώτον, έχουν οριοθετήσει τις διαφορές μεταξύ διαφόρων "γεύσεις" προσαρμογής. Αυτό βοήθησε στην αποσαφήνιση του βιολογικά και φιλοσοφικά διακυβεύματα της συζήτησης. Δεύτερον, έχουν αποσαφηνισμένα πρότυπα αποδεικτικών στοιχείων υπέρ και κατά των ισχυρισμών προσαρμογής· Αυτό παρέχει μια σαφέστερη κατανόηση του τρόπου δομής ενός εμπειρικού δοκιμή ισχυρισμού σχετικά με τη φυσική επιλογή και ποιες επιπτώσεις Τα αποτελέσματα της δοκιμής αφορούν την προσαρμογή. Αυτό Η αποσαφήνιση έχει τη δυνατότητα, που δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί πλήρως, να βελτιωθεί τόσο η πρακτική της επιστήμης όσο και η φιλοσοφική κατανόηση της αυτή η πρακτική. Τρίτον, υπάρχει καλύτερη κατανόηση των δυνατοτήτων Ρόλος των μη επιλεκτικών επιρροών στην εξέλιξη των χαρακτηριστικών.

1. Ιστορία
2. Διαφορετικές γεύσεις προσαρμογής
2.1 Εμπειρική προσαρμογή
2.2 Επεξηγηματικός προσαρμοστισμός
2.3 Μεθοδολογική προσαρμογή
3. Δοκιμές και πρότυπα απόδειξης
3.1 Δοκιμή προσαρμογής
3.2 Έλεγχος προσαρμοστικών υποθέσεων
3.3 Κοινή καταγωγή και προσαρμογή
4. Τα μοντέλα βελτιστοποίησης περιγράφουν την εξέλιξη;
5. Είναι οι υποθέσεις περιορισμού πραγματικοί αντίπαλοι στις προσαρμοστικές υποθέσεις;
6. Τελικές παρατηρήσεις

1. Ιστορία

Η συζήτηση για την προσαρμογή είναι συχνά ανάγεται σε ένα έγγραφο του 1979 από τους Stephen Gould και Richard Lewontin, που ονομάζεται "Οι Spandrels του Αγίου Μάρκου και το Παγγλωσσιανό Παράδειγμα: Μια κριτική του προγράμματος προσαρμογής», ή απλά το Χαρτί "Spandrels". Αυτό το έγγραφο είναι σημαντικό, αλλά, σε Στην πραγματικότητα, αυτή η συζήτηση ανάγεται στον δέκατο ένατο αιώνα, με στοιχεία της προσαρμογής ή του πλουραλισμού, όπως νοείται επί του παρόντος, που είναι παρούσα στο το έργο των Henry Bates, William Bateson, Charles Darwin, Ernst Haeckel, Herbert Spencer, Alfred Wallace και August Weissman, μεταξύ άλλοι (βλέπε Mayr 1982 και Ruse 2003 για μερικά από τα ιστορικά φόντο).

Στις αρχές του εικοστού αιώνα, βλέπει ότι Τώρα ονομάζουμε προσαρμογή και πλουραλισμό διατυπώθηκαν από τους βιολόγους. Μεταξύ αυτών ήταν δύο από τους τότε (και τώρα) πιο σημαντικούς εξελικτικούς βιολόγοι: Ronald Fisher και Sewall Wright. Η κεντρική ιδέα του Το σημαντικό βιβλίο του Fisher του 1930 "The Genetical Theory of Φυσική επιλογή" είναι ότι η φυσική επιλογή είναι η μόνη σημαντική επίδραση στην εξέλιξη των χαρακτηριστικών. Αυτό είναι το κεντρικό κείμενο του προσαρμογή · Πράγματι, έχει μια τιμημένη θέση στο μυαλό των περισσότερων εξελικτικοί βιολόγοι, ανεξάρτητα από τη θέση τους σχετικά με την προσαρμογή (συγκρίνετε Grafen 2003 και Kimura 1983). Εκδόθηκε εκ νέου το 1958 σε αναθεωρημένη έκδοση και το 1999 σε έκδοση variorum, αυτό το βιβλίο έχει συγκέντρωσε πάνω από 8.400 αναφορές σε περιοδικά. Πάνω από 7.600 έχουν συμβεί από το 1975 (Web of Science, Ιούνιος 2010).

Η πλουραλιστική άποψη του Sewall Wright της εξέλιξης παρουσιάστηκε σε διάφορα μέρη, με την εργασία του το 1931 "Evolution in Mendelian Populations" και το βιβλίο του 1977 "Εξέλιξη και Γενετική των Πληθυσμών, Τόμος 3 Πειραματικός Αποτελέσματα και Εξελικτικές Αφαιρέσεις» είναι το πιο γνωστό. Ο Η εργασία έχει λάβει πάνω από 3.400 αναφορές. Πάνω από 3.000 έχουν συμβεί από τότε 1975, ενώ το βιβλίο έχει λάβει πάνω από 800 αναφορές από το 1977 (Web of Science, Ιούνιος 2010).

Αυτά τα έργα των Fisher και Wright είναι: κανονικές συνεισφορές στον τομέα της εξελικτικής βιολογίας. Ήταν βασίζεται εν μέρει σε προηγούμενους ισχυρισμούς και ανταγωγές σχετικά με την επιρροή της φυσικής επιλογής και των μη επιλεκτικών δυνάμεων στην εξέλιξη των χαρακτηριστικών, ειδικά σε είδη όπως τα χερσαία σαλιγκάρια που έχουν εύκολα διακριτή παραλλαγή χαρακτηριστικών (βλ. Millstein 2007a). Με τη σειρά τους, αυτά Τα έργα τόνωσαν τις συνεχιζόμενες αξιώσεις και ανταγωγές. Τα μέσα της δεκαετίας του 1970 Η έκρηξη των αναφορών αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι ο αριθμός των βιολόγων Η μελέτη της οικολογίας και της εξέλιξης αυξήθηκε σημαντικά σε σύγκριση με την αρχές της δεκαετίας του 1960 και ότι η εξελικτική βιολογία απέκτησε ξεχωριστό τμήμα καθεστώς σε πολλά πανεπιστήμια. Οι αλλαγές αυτές προκλήθηκαν εν μέρει από την αυξημένη κοινωνική ευαισθητοποίηση και ανησυχία εκείνη την εποχή σχετικά με τη ρύπανση και τις επιπτώσεις του ανθρώπου στο περιβάλλον. Υπήρχαν δύο κεντρικά, αλλά κυρίως διαζευκτικές επιστημονικές εξελίξεις που ενεργοποίησαν το Πολλαπλασιασμός και βελτίωση των προσαρμοστικών και πλουραλιστικών απόψεων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Το πρώτο ήταν η εκτεταμένη ανάπτυξη του «στρατηγικούς» ισχυρισμούς στην εξελικτική οικολογία, οι οποίοι στην περίπτωση ενός δεδομένου χαρακτηριστικού, ας πούμε, η κατανομή της ενέργειας στο αρσενικό και στο θηλυκοί απόγονοι (π.χ., Hamilton 1967· βλ. επίσης Charnov 1982), παρέχει Μια εξήγηση ως προς το γιατί το παρατηρούμενο χαρακτηριστικό είναι τοπικά βέλτιστο. Μια τέτοια Ο ισχυρισμός επικαλείται μόνο τη φυσική επιλογή ως σημαντική αιτιώδη εξήγηση του χαρακτηριστικού. Η δεύτερη εξέλιξη ήταν η ουδέτερη θεωρία στο πληθυσμιακή γενετική, η οποία υποθέτει ότι η φυσική επιλογή παίζει μικρό ρόλο ή κανένα ρόλο στον προσδιορισμό της μεταβολής της αλληλουχίας DNA και πρωτεϊνών σε φυσικά πληθυσμούς (π.χ., Kimura 1968, 1983). Η προηγούμενη εξέλιξη δημιούργησε μικρή αρχική διαμάχη, ενώ η τελευταία εξέλιξη αμέσως προκάλεσε διαρκή διαμάχη (βλ. Dietrich 1994).

Είναι αυτός ο συνδυασμός κοινωνικών, θεσμικές και επιστημονικές εξελίξεις που αποτέλεσαν το υπόβαθρο στην εργασία των Gould και Lewontin του 1979, η οποία μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή ως ένα σημαντικό αλλά όχι μοναδικό γεγονός σε μια μακροχρόνια συζήτηση στο εξελικτική βιολογία. Δεν είναι ούτε η αρχή της συζήτησης προσαρμογή ούτε κάτι πολύ στενότερο, π.χ. λίγο περισσότερο από «Η απόπειρα διανοητικού λιντσαρίσματος» της κοινωνιοβιολογίας, πρβλ., Queller (1995); βλ., επίσης, Pigliucci και Kaplan (2000). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι: στην καλύτερη περίπτωση ιστορικά λανθασμένη.

2. Διαφορετικές γεύσεις προσαρμογής

Πρόσφατες εργασίες στη φιλοσοφία της βιολογίας (Orzack και νηφάλιος 1994a, νηφάλιος 1996, Amundson 1988, 1990, Godfrey-Smith 2001) βοήθησε να αποκαλυφθούν τρεις «γεύσεις» προσαρμογής. Αυτά αντικατοπτρίζουν τις διαφορές στις πεποιθήσεις μεταξύ των σημερινών επαγγελματιών προγραμματιστές και χρήστες εξελικτικών επιχειρημάτων. Αντιπροσωπεύουν δεσμεύσεις σχετικά με την κατάσταση της φύσης, σχετικά με τον τρόπο άσκησης της επιστήμης, και σχετικά με το τι είναι σημαντικό να μελετήσουμε.

Η πρώτη γεύση, "εμπειρική" Προσαρμογή, είναι η άποψη ότι η φυσική επιλογή είναι πανταχού παρούσα, ελεύθερη από περιορισμούς, και παρέχει επαρκή εξήγηση για την εξέλιξη των περισσότερων χαρακτηριστικών, τα οποία είναι «τοπικά» βέλτιστα, που είναι, το παρατηρούμενο χαρακτηριστικό είναι ανώτερο από οποιαδήποτε εναλλακτική λύση που δεν το κάνει απαιτούν «επαναπροσδιορισμό» του οργανισμού (Orzack and Sober 1994a). Αυτός είναι ένας ισχυρισμός σχετικά με την πραγματοποιημένη επίδραση της φυσικής επιλογής στην Η εξέλιξη των χαρακτηριστικών σε σύγκριση με άλλα εξελικτικά Επιρροές.

Η δεύτερη γεύση, «επεξηγηματικός» προσαρμοστισμός, είναι η άποψη ότι η εξήγηση Τα χαρακτηριστικά ως προσαρμογές που προκύπτουν από τη φυσική επιλογή είναι το κεντρικό Στόχος της εξελικτικής βιολογίας. Αυτός είναι ένας ισχυρισμός για το μεγαλύτερο σημασία ορισμένων ειδών εξηγήσεων. Οι απόψεις διίστανται ως προς το αν Αυτός είναι ένας επιστημονικός ισχυρισμός ή ένας αισθητικός ισχυρισμός (βλ. παρακάτω).

Η τρίτη γεύση, "Μεθοδολογικός" προσαρμοστισμός, είναι η άποψη ότι κοιτάζοντας Πρώτα για την προσαρμογή μέσω της φυσικής επιλογής είναι η πιο αποτελεσματική προσέγγιση όταν προσπαθείτε να κατανοήσετε την εξέλιξη οποιουδήποτε δεδομένου χαρακτηριστικό. Αυτό θα μπορούσε να ισχύει ακόμη και αν οι προσαρμογές είναι σπάνιες (αν και Μια σημαντική πλειοψηφία των βιολόγων πιστεύει ότι οι προσαρμογές είναι κοινή). Η πεποίθηση ότι οι προσαρμογές είναι κοινές είναι αρκετά διαφορετικό από τον ισχυρισμό ότι μόνο η φυσική επιλογή πρέπει να επικαλεστεί προκειμένου να εξηγηθούν αυτές οι προσαρμογές.

Οι γεύσεις της προσαρμογής είναι λογικές ανεξάρτητος. Η αλήθεια ενός ισχυρισμού δεν συνεπάγεται απαραίτητα το αλήθεια των άλλων ισχυρισμών. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι Τα χαρακτηριστικά είναι προσαρμογές που μπορούν να εξηγηθούν με την επίκληση όχι περισσότερων από φυσική επιλογή (η πρώτη γεύση), αλλά εξακολουθεί να είναι ψευδής ότι είναι περισσότερο γόνιμο να κοιτάξουμε πρώτα για προσαρμογή (η τρίτη γεύση). Στην πραγματικότητα Οι πραγματοποιημένες πνευματικές θέσεις είναι πιο περιορισμένες στο ότι οι περισσότεροι Οι προσαρμοστές είναι υποστηρικτές του εμπειρικού, επεξηγηματικού και μεθοδολογική προσαρμογή (π.χ., Charnov 1982, Dawkins 1976, Maynard Smith 1978). Επιπλέον, υπάρχουν πολλοί βιολόγοι που είναι υποστηρικτές επεξηγηματικής και μεθοδολογικής προσαρμογής, αλλά που ρητά απορρίπτουν την εμπειρική προσαρμογή (π.χ., Mayr 1983). Από την άλλη Μερικοί βιολόγοι απορρίπτουν και τις τρεις γεύσεις του προσαρμοστισμού (π.χ. Carroll 2005, Wagner et al. 2000, West-Eberhard 2003). Υπάρχουν πολλά περιπτώσεις ανταγωνιστικών προσαρμοστικών και πλουραλιστικών εξηγήσεων του ίδια βιολογία. Για παράδειγμα, Cain and Sheppard (1954) και Lamotte (1959) περίφημα παρουσιάζουν ανταγωνιστικές εξηγήσεις των μορφολογικών χαρακτηριστικών στη γη Σαλιγκάρια; Ackermann και Cheverud (2004) προσαρμοστής δοκιμών και πλουραλιστικές εξηγήσεις της διαφοροποίησης των μορφολογικών εξέλιξη των ανθρώπων και των προγόνων τους. Μίλσταϊν (2007β) καταδεικνύει τις διαφορές μεταξύ προσαρμογής και πλουραλισμού με παρουσιάζοντας την ίδια βιολογία (μιας πρωτεΐνης θερμικού σοκ) και από τους δύο Προοπτικές.

Ξεχωρίζοντας ανάμεσα στις γεύσεις του Ο προσαρμοστισμός ήταν μια σημαντική πρόοδος στη βιολογική και φιλοσοφική κατανόηση. Αυτές οι γεύσεις προσαρμογής διαφέρουν σε τις πρακτικές επιπτώσεις τους στην εξελικτική βιολογία. Εμείς τώρα Συζητήστε το καθένα λεπτομερώς.

2.1 Εμπειρική προσαρμογή

Godfrey-Smith (2001, σελίδα 336) όρισε την εμπειρική προσαρμογή ως εξής: «Φυσικό Η επιλογή είναι μια ισχυρή και πανταχού παρούσα δύναμη, και υπάρχουν λίγες περιορισμούς στη βιολογική παραλλαγή που την τροφοδοτεί. Σε ένα μεγάλο βαθμό, είναι δυνατόν να προβλεφθεί και να εξηγηθεί το αποτέλεσμα της εξελικτικές διαδικασίες παρακολουθώντας μόνο το ρόλο που διαδραματίζει ο επιλογή. Κανένας άλλος εξελικτικός παράγοντας δεν έχει αυτόν τον βαθμό αιτιώδους συνάφειας σπουδαιότητα».

Ο ορισμός αυτός καλύπτει δύο σημαντικές πεποιθήσεις των προσαρμοστών. Το πρώτο είναι ότι το φυσικό Η επιλογή διέπει όλες τις σημαντικές πτυχές της εξέλιξης των χαρακτηριστικών και ότι Άλλες εξελικτικές επιρροές θα έχουν τουλάχιστον μικρή σημασία μακροπρόθεσμα. Το δεύτερο είναι ότι η τάξη στη φύση είναι μια συνέπεια της φυσικής επιλογής. Ο Parker and Maynard Smith (1990) είναι ένας Σημαντικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης.

Η εμπειρική προσαρμογή θεωρείται συνήθως ως περιγραφική της εξέλιξη άμεσα παρατηρήσιμων χαρακτηριστικών, όπως το μήκος των ποδιών (π.χ., Βελλά 2008). Μια ιλιγγιώδης ποικιλία χαρακτηριστικών έχει αναλυθεί από το προοπτική εμπειρικής προσαρμογής. Πολλά συγκεκριμένα παραδείγματα μπορεί να είναι: βρέθηκαν στο Hardy (2002), Stephens et al. (2007), και Westneat και Fox (2010). Πολλοί υποστηρικτές της εμπειρικής προσαρμογής παραδέχονται ότι σημαντικές πτυχές της εξέλιξης του DNA και των πρωτεϊνικών αλληλουχιών επηρεάζονται ελάχιστα από τη φυσική επιλογή.

Η σημαντική μεθοδολογική Η συνέπεια της εμπειρικής προσαρμογής πηγάζει από την αιτιώδη δύναμη που Αποδίδει στη φυσική επιλογή: μια προφανή ασυμφωνία μεταξύ των δεδομένων και οι προβλέψεις ενός μοντέλου βέλτιστης κατάστασης θα πρέπει να επιλύονται με απόρριψη αυτού του μοντέλου και ανάπτυξη ενός νέου μοντέλου. Αυτό είναι δικαιολογείται από την επίκληση της «πάντοτε» ατελούς γνώσης μας της φύσης (π.χ. βλ. Cain 1989). Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον πλουραλιστικό προοπτική: μια τέτοια απόκλιση θα μπορούσε κάλλιστα να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία κατά φυσική επιλογή.

Πολλές απόψεις έρχονται σε αντίθεση με την εμπειρική Η προσαρμογή έχει διατυπωθεί. Μερικοί απαλλάσσουν από το φυσικό επιλογή εξ ολοκλήρου (ή σχεδόν έτσι), όπως στη μελέτη της μοριακής εξέλιξη, όπου υπάρχουν ουδέτερες εξελικτικές εξηγήσεις για πολλούς χαρακτηριστικά του γονιδιώματος (π.χ., Lynch 2007b). Μερικοί διατηρούν φυσικά επιλογή εντός των πληθυσμών ως σημαντική εξελικτική δύναμη, αλλά υποστηρίζουν τη σημασία άλλων δυνάμεων (π.χ. Crespi 2000, Goodwin 2001, Carroll 2005), ενώ άλλοι προχωρούν περισσότερο και επικαλούνται το φυσικό επιλογή μεταξύ πληθυσμών ή ειδών μαζί με φυσική επιλογή εντός των πληθυσμών (Gould 2002, Jablonski 2008).

2.2 Επεξηγηματικός προσαρμοστισμός

Godfrey-Smith (2001, σελίδα 336) ορισμός επεξηγηματική προσαρμογή με αυτόν τον τρόπο: "Ο προφανής σχεδιασμός του οργανισμούς και τις σχέσεις προσαρμοστικότητας μεταξύ οργανισμών και περιβάλλοντα, είναι τα μεγάλα ερωτήματα, τα εκπληκτικά γεγονότα στο βιολογία. Η εξήγηση αυτών των φαινομένων είναι η βασική πνευματική αποστολή του εξελικτική θεωρία. Η φυσική επιλογή είναι το κλειδί για την επίλυση αυτών των προβλημάτων Προβλήματα; Η επιλογή είναι η μεγάλη απάντηση. Επειδή απαντά στο μεγαλύτερες ερωτήσεις, η επιλογή έχει μοναδική επεξηγηματική σημασία μεταξύ εξελικτικούς παράγοντες».

Εξετάζεται η επεξηγηματική προσαρμογή από τους υποστηρικτές του (π.χ. Dawkins 1976, Dennett 1995 και Griffiths 2009) ως σημαντικό επειδή οργανώνει έρευνα για να κατανοήσει πώς Η φυσική επιλογή βρίσκεται πίσω από τον κόσμο γύρω μας. Σε αυτό το βαθμό, μπορεί να θεωρηθεί ως ένας μη ελέγξιμος αισθητικός ισχυρισμός, αντί ως επιστημονικός διεκδίκηση. Τουλάχιστον, είναι ένας ισχυρισμός ως προς τον σωστό στόχο της επιστήμης ως εκδήλωση της ανθρώπινης λογικής και φώτισης. Αμούνδσον (1988, 1990) ισχυρίζεται ότι η επεξηγηματική προσαρμογή είναι μια στάση για το φυσικό κόσμο και τα προϊόντα της επιστημονικής έρευνας, αντί να είναι μια άποψη σχετικά με τη βιολογία ή τον καλύτερο τρόπο να κάνουμε επιστήμη. Ωστόσο, επεξηγηματική Ο προσαρμοστισμός μπορεί να έχει κανονιστικές συνέπειες για την εξελικτική βιολόγοι, αν η υιοθέτησή του είναι απαραίτητη για την κατασκευή λογικών εξηγήσεις στην αναπτυξιακή βιολογία και φυσιολογία (Griffiths 2009). Θεωρείται ως αισθητικός ισχυρισμός, επεξηγηματικός προσαρμοστισμός δεν έχει πρακτικές συνέπειες για την επιστήμη, αλλά έχει Επιπτώσεις στη δημόσια συζήτηση σχετικά με τη συνάφεια της βιολογίας με την εικόνα μας για την ανθρωπότητα. Ειδικότερα, οι Dennett και Dawkins υποστηρίζουν ότι αυτή η προοπτική έρχεται σε αντίθεση με το φυσικό θεολογικό επιχείρημα από σχεδιασμό και δικαιώνει μια κοσμική ανθρωπιστική προοπτική.

Οι βιολόγοι δεν υποστηρίζουν την επεξηγηματική Προσαρμογή Δείτε την κεντρική αποστολή της εξελικτικής βιολογίας διαφορετικά. Για παράδειγμα, πολλοί συστηματικοί πιστεύουν ότι Η περιγραφή της ιστορίας της ζωής είναι η κεντρική αποστολή της εξελικτικής βιολογία; Κάνοντάς το αυτό, κάποιος μπορεί να είναι αγνωστικιστής σχετικά με το εξελικτικό δυνάμεις που επηρεάζουν αυτή την ιστορία (βλ. Hull 1988 και Felsenstein 2004 για περισσότερες λεπτομέρειες).

2.3 Μεθοδολογική προσαρμογή

Godfrey-Smith (2001, σελίδα 337) ορίζεται μεθοδολογική προσαρμογή με αυτόν τον τρόπο: "Ο καλύτερος τρόπος για τους επιστήμονες Η προσέγγιση των βιολογικών συστημάτων είναι η αναζήτηση χαρακτηριστικών προσαρμογής και καλό σχεδιασμό. Η προσαρμογή είναι μια καλή «οργανωτική έννοια» για εξελικτική έρευνα».

Αυτός είναι ένας ισχυρισμός σχετικά με την αποτελεσματικότητα του Εργαλεία. Ανεξάρτητα από το πόσο λανθασμένο μπορεί τελικά να είναι να επικαλεστούμε το φυσικό επιλογή ως επαρκής εξήγηση για ένα χαρακτηριστικό, είναι το πιο Άμεσος τρόπος για να βρεθεί η πραγματική αιτιώδης εξήγηση ενός χαρακτηριστικού. Η μεθοδολογική προσαρμογή διαφέρει σημαντικά από την εμπειρική προσαρμογή, υπό την έννοια ότι η πρώτη αναγνωρίζει τη δυνατότητα ότι Η φυσική επιλογή μπορεί τελικά να αποδειχθεί ότι δεν έχει τη μεγαλύτερη επιρροή στην εξέλιξη ενός δεδομένου χαρακτηριστικού. Επιπλέον, μια μεθοδολογική Ο προσαρμοστής μπορεί να δεχτεί ότι μια προφανής ασυμφωνία μεταξύ δεδομένων και Οι προβλέψεις ενός μοντέλου φυσικής επιλογής μπορούν να επιλυθούν με καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το χαρακτηριστικό επηρεάζεται ελάχιστα από τη φυσική επιλογή, αντί να συμπεράνουμε ότι το μοντέλο είναι λανθασμένο.

Ένα πιθανό επιχείρημα κατά Μεθοδολογική προσαρμογή είναι ότι ένα μείγμα διακριτών προσεγγίσεων είναι ανώτερη στην προώθηση της γνώσης σε σύγκριση με μια ενιαία προσέγγιση (Kitcher 1993). Επιτρέποντας έναν καταμερισμό της γνωστικής εργασίας θα μπορούσε να είναι μια καλό πράγμα? Ίσως η εξελικτική βιολογία ωφελείται από μια σειρά μεθοδολογικές στρατηγικές με διαφορετικούς βαθμούς κινδύνου. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την άποψη ότι πολλαπλές προσεγγίσεις με αντικρουόμενες Οι υποθέσεις αποτελούν εμπόδιο.

Απόψεις αντίθετες προς τη μεθοδολογική Η προσαρμογή κυμαίνεται από ισχυρές απόψεις που αρνούνται ότι η προσαρμογή είναι καλή κατευθυντήρια ιδέα για ασθενέστερες απόψεις που ευνοούν διαφορετικές Εξηγήσεις. Για παράδειγμα, Gould και Lewontin's (1979) επιχείρημα για την εξέταση του "Bauplan" βάσει περιορισμών· Οι επεξηγήσεις πριν ή δίπλα στις επιλεκτικές εξηγήσεις είναι ένα παράδειγμα μεθοδολογικού αντι-προσαρμογής.

3. Δοκιμές και πρότυπα απόδειξης

Ένα σημαντικό μέρος του Η συζήτηση για την προσαρμογή αφορά τη δοκιμή προσαρμοστικών και μη προσαρμοστικών Υποθέσεις. Η πεποίθηση ότι η επιστημονική πρακτική στην εξελικτική Η βιολογία δεν τηρεί τα κατάλληλα πρότυπα των κινήτρων απόδειξης Πολλές από τις κριτικές του προσαρμοστισμού. Αυτή η ανησυχία έχει ληφθεί υπόψη σοβαρά από ορισμένους εξελικτικούς βιολόγους. για παράδειγμα, Rose και Lauder (1996) ισχυρίστηκε ότι ένα κεντρικό καθήκον της σύγχρονης εξελικτικής βιολογίας είναι να αρθρώσει έναν «προσαρμοστισμό μετά τον Spandrels», ένα έργο που συνεπάγεται τη βελτίωση των μεθόδων δοκιμών με τη συμπερίληψη συγκριτικών και μοριακά δεδομένα, διεξάγοντας προσεκτικές μακροχρόνιες μελέτες και στις δύο εργαστήριο και την άγρια φύση, και ενσωματώνοντας μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση της ανάπτυξης και του περιορισμού.

Συζητάμε τώρα τη δοκιμή Η ίδια η προσαρμογή και οι σχετικές συνέπειες για τις δοκιμές εξελικτικές υποθέσεις γενικά, και το είδος της επιστημικής δυσκολίες που πρέπει να ξεπεραστούν. Επισημαίνουμε τον τρόπο με τον οποίο η συζήτηση έχει οδηγήσει σε αυξημένη κατανόηση της σημασίας της φυλογενετικής μέθοδοι, της βιωσιμότητας των μοντέλων βέλτιστης λειτουργίας ως εργαλεία δοκιμής προσαρμοστικές υποθέσεις και για το αν οι υποθέσεις περιορισμού είναι αντίπαλες προσαρμοστικές υποθέσεις ή παρέχουν το πλαίσιο στο οποίο δοκιμάζουμε υποθέσεις σχετικά με την εξελικτική διαδικασία.

3.1 Δοκιμή προσαρμογής

Orzack και νηφάλιος (1994a, 1994b, 1996, 2001) (βλ. επίσης Orzack 2008) πρότεινε μια προσέγγιση για τις δοκιμές εμπειρική προσαρμογή. Κατά την άποψή τους, η αλήθεια της εμπειρικής Η προσαρμογή είναι ένα πιθανό αποτέλεσμα της δοκιμής μοντέλων βέλτιστης λειτουργίας, καθώς σε αντίθεση με το να είναι κάτι που αποφασίζεται εκ των προτέρων.

Η πρότασή τους, το "Adaptism Project", περιλαμβάνει συγκέντρωση συγκεκριμένων ειδών αναλύσεων χαρακτηριστικών προκειμένου να αξιολογηθεί η σχετική συχνότητα και σημασία της φυσικής επιλογής σε ολόκληρη την βιολογική σφαίρα. Προκειμένου να συμβάλει στη δοκιμή συνόλου, ένα Η ανάλυση πρέπει να περιλαμβάνει αξιολόγηση της ποσοτικής προσαρμογής του Μοντέλο βέλτιστης και της ετερογένειας εντός του πληθυσμού τις προβλέψεις (βλ. παρακάτω και Orzack and Sober 1994a για το γιατί αυτές Απαιτούνται αξιολογήσεις). Προς το παρόν, υπάρχουν πολύ λίγα χαρακτηριστικά αναλύσεις που περιέχουν τα στοιχεία αυτά· μετά από εκτενή βιβλιογραφία Οι Orzack και Sober εντόπισαν μόνο τους Brockmann και Dawkins (1979), Brockmann κ.ά. (1979), Orzack και Parker (1990), και Orzack κ.ά. (1991) ως αναλύσεις που περιέχουν την απαιτούμενη Αξιολογήσεις.

Φυσικά, για να πραγματοποιήσετε μια δοκιμή συνόλου, Πρέπει να αντιμετωπιστούν σημαντικές μεθοδολογικές δυσκολίες, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου με τον οποίο να επιλέξουν πληθυσμούς και είδη για ανάλυση και πόσες περιπτώσεις είναι είναι αναγκαία για την παροχή κατάλληλης δοκιμής. Το όνομα "Προσαρμογή Project" είναι μια αναγνώριση ενός παραλληλισμού με το "Human Πρόγραμμα γονιδιώματος"; Και οι δύο διεξάγονται από κοινοπραξία ερευνητές και απαιτούν εκ των προτέρων οργάνωση της διαδικασίας με την οποία Η γνώση συγκεντρώνεται (αντί να συμβαίνει απλώς θέλοντας και μη). Πρόκειται για ένα φιλόδοξο σχέδιο, το οποίο όμως είναι εφικτό, πρβλ. Το έργο "Genome 10K", το οποίο είναι επίσης μια προσπάθεια δημιουργίας ενός πρωτοφανές σύνολο δεδομένων (Genome 10K 2009).

Οι δοκιμές συνόλου έχουν μακρά προηγούμενο στη βιολογία και την εξελικτική βιολογία, αν και κανένα δεν φαίνεται να έχουν οργανωθεί προοπτικά. Για παράδειγμα, έχουμε το σύνολο Συμπέρασμα ότι "σχεδόν όλες" οι ειδογένεση συμβαίνουν μέσω γεωγραφική απομόνωση (Mayr 1963) ή ότι ο γενετικός κώδικας είναι "σχεδόν" καθολική (Crick 1968). Ένα ή και τα δύο από αυτά Οι ισχυρισμοί θα μπορούσαν να είναι αληθινοί, αλλά η παρούσα εμπειρική γνώση που παρήγαγε Είτε κάποιος δεν είναι ούτε καν εξ αποστάσεως κοντά στο να βασίζεται σε ένα δείγμα οργανισμούς που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικοί όλων των ειδών.

Η εμπειρική προσαρμογή είναι και τα δύο έναν ισχυρισμό σχετικά με τη σχετική συχνότητα της φυσικής επιλογής σε εξελικτικές ιστορίες και σχετικά με τη δύναμη της φυσικής επιλογής Ξεπεράστε τους περιορισμούς και το απρόοπτο. Orzack και νηφάλιος (1994a,b) Η συνολική δοκιμή της αλήθειας του εμπειρικού προσαρμοστισμού είναι δομημένη με τον ακόλουθο τρόπο για οποιοδήποτε δεδομένο χαρακτηριστικό, Τ. Προκειμένου να συμβάλλουν στη δοκιμή συνόλου, η ανάλυση του χαρακτηριστικού πρέπει να επιτρέπει ο ερευνητής να επιβεβαιώσει μία από τις ακόλουθες υποθέσεις σχετικά με την Δύναμη της φυσικής επιλογής:

(U) Η φυσική επιλογή έπαιξε κάποιο ρόλο στην εξέλιξη του T. (U υποδηλώνει πανταχού παρούσα δεδομένου ότι Αυτή η πρόταση ισχύει για τα περισσότερα χαρακτηριστικά.)

(I) Η φυσική επιλογή ήταν μια σημαντική αιτία της εξέλιξης της Τ. (Υποδηλώνω σημαντικό.)

(O) Η φυσική επιλογή είναι μια επαρκής εξήγηση της εξέλιξης του Τ, και το Τ είναι τοπικά βέλτιστος. (O υποδηλώνει βέλτιστο.)

Οι Orzack και Sober ισχυρίστηκαν ότι Ο εμπειρικός προσαρμοστισμός είναι μια γενίκευση του (O), δηλαδή ότι το φυσικό Η επιλογή είναι μια επαρκής εξήγηση για τα περισσότερα (μη μοριακά) χαρακτηριστικά Και αυτά τα χαρακτηριστικά είναι τοπικά βέλτιστα.

Οι Orzack και Sober παρείχαν μια συγκεκριμένη πρωτόκολλο για να αξιολογήσει εάν το O ισχύει για ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό. Αυτό περιλαμβάνει τη σύγκριση της προβλεπτικής ακρίβειας ενός "λογοκριμένου" εξελικτικό μοντέλο, το οποίο επικαλείται μόνο τη φυσική επιλογή, και ένα Εναλλακτικό "χωρίς λογοκρισία" μοντέλο που επικαλείται επιπλέον εξελικτικές επιρροές όπως η γενετική παρέκκλιση (τυχαία αλλαγή χαρακτηριστικού που προκαλούνται από τον αριθμό του πληθυσμού που είναι πεπερασμένος) ή περιορισμούς που προκαλούνται από το τρόπο με τον οποίο το χαρακτηριστικό καθορίζεται γενετικά ή αναπτυξιακά. Αν Το λογοκριμένο μοντέλο είναι ποσοτικά ακριβές και δεν υπάρχει ετερογένεια εντός του πληθυσμού όσον αφορά την προσαρμογή στις προβλέψεις και την Το μοντέλο χωρίς λογοκρισία αποτυγχάνει σε κάθε άποψη, τότε μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η φυσική επιλογή είναι μια επαρκής εξήγηση για το χαρακτηριστικό Τ. Τα μοντέλα βελτιστοποίησης ενσωματώνουν την πρόταση (O) στο ότι η φυσική επιλογή είναι θεωρείται ότι είναι η μόνη σημαντική επιρροή στο εστιακό χαρακτηριστικό εξέλιξη; Το αποτέλεσμα θεωρείται ότι είναι η εξέλιξη ενός χαρακτηριστικού που μεγιστοποιεί την ατομική φυσική κατάσταση. Φυσικά, ένα μοντέλο βελτιστοποίησης, όπως κάθε εξελικτικό μοντέλο, πρέπει να περιλαμβάνει βασικές υποθέσεις και περιορισμούς που αγκυροβολούν την «τοπική» ανάλυση του εστιακού χαρακτηριστικού. Ωστόσο, δεδομένων αυτών των υποθέσεων, η φυσική επιλογή θεωρείται ότι δρα χωρίς περιορισμό στο χαρακτηριστικό.

Υπάρχει κάποια διαμάχη σχετικά με το Πρωτόκολλο για τον έλεγχο του κατά πόσον η φυσική επιλογή είναι επαρκής εξήγηση ενός χαρακτηριστικού. Οι Brandon και Rausher (1996) αντέτειναν ότι Η τοπική βελτιστοποίηση είναι ένας ξεχωριστός ισχυρισμός και, ως εκ τούτου, ελέγχει τη σημασία της Η φυσική επιλογή δεν πρέπει να χρησιμοποιεί μοντέλα βελτιστοποίησης, των οποίων η χρήση ισοδυναμούν με «κλοπή», που πιστεύουν ότι σημαίνει ότι τέτοια Τα μοντέλα είναι γενικά ασυμβίβαστα με τις καθολικές πτυχές του Βιολογία οργανισμών. Διαφωνούν επίσης με τον τρόπο με τον οποίο η Η προγνωστική ακρίβεια των λογοκριμένων και μη λογοκριμένων μοντέλων θα πρέπει να είναι Αξιολογηθεί. Ο Godfrey-Smith (2001) παρατηρεί ότι η Τα λογοκριμένα και χωρίς λογοκρισία μοντέλα δοκιμών έχουν συνήθως διαφορετικά περιπλοκότητα. Τα πιο σύνθετα μοντέλα συνήθως ταιριάζουν καλύτερα στα δεδομένα, αλλά κίνδυνος συσκότισης της υποκείμενης τάσης ή πρόβλεψης ακρίβεια – μπορεί να υπάρχει πρόβλημα υπερβολικής τοποθέτησης που κρύβεται εδώ (βλέπε, π.χ., Gauch 2003 για μια επισκόπηση της προσαρμογής της καμπύλης πρόβλημα).

Επέκταση αυτού του πλαισίου στη μοριακή χαρακτηριστικά, όπου η εντελώς ουδέτερη εξέλιξη είναι μια εύλογη εξήγηση, απαιτεί την επέκταση του συνόλου των υποθέσεων σχετικά με τη φυσική επιλογή. Τώρα θα πρέπει να περιλαμβάνει:

(Ν) Η φυσική επιλογή δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην εξέλιξη του Τ. (Ν) υποδηλώνει ουδέτερο.)

Μερικοί υποστηρίζουν ότι το Ν είναι σπάνια, αν όχι ποτέ, αλήθεια (π.χ., Gillespie 1991), ενώ άλλοι υποστηρίζουν το αντίθετο (π.χ., Kimura 1983, Lynch 2007a). Ένα συνολικό τεστ που περιλαμβάνει μοριακά χαρακτηριστικά θα βοηθούσε στην επίλυση αυτού του προβλήματος αμφισβήτηση. Επιπλέον, η έννοια της βέλτιστης στο Το μοριακό επίπεδο πρέπει να γίνει ακριβές. Ένα μοριακό χαρακτηριστικό πρέπει να έχει μια αναγνωρισμένη φαινοτυπική συνέπεια. Η προσπάθεια εντοπισμού μιας τέτοιας Η συνέπεια πιθανότατα θα περιλαμβάνει πάντα έναν συνδυασμό πολύ λεπτομερών Μοριακές, βιοχημικές και φαινοτυπικές αναλύσεις. Ωστόσο, παρά την δυσκολία των απαιτούμενων αναλύσεων, υπάρχουν ισχυρισμοί ως προς την βελτιστοποίηση διαφόρων μοριακών χαρακτηριστικών. Ένα κανονικό παράδειγμα είναι το ισχυρισμός ότι η ισομεράση της τριοφωσφορικής, ένα ένζυμο που εμπλέκεται στη γλυκόλυση σε ζώα, μύκητες, φυτά, και ορισμένα βακτήρια, είναι καταλυτικά "τέλειο" (Albery and Knowles 1976). Αυτός είναι ένας ισχυρισμός που Η υπόθεση Ο είναι αληθής. Για τα μοριακά χαρακτηριστικά, η αξιολόγηση της επίδραση της φυσικής επιλογής, δηλαδή διάκριση μεταξύ υποθέσεων N και υποθέσεις εσείς και εγώ, διευκολύνεται από τον εκφυλισμό του γενετικό κώδικα και την ύπαρξη μη κωδικοποιητικών περιοχών στο γονιδίωμα. Εμείς αναμένουν ετερογένεια της πραγματοποιηθείσας επίδρασης της φυσικής επιλογής μεταξύ των θέσεων στο γονιδίωμα και διαφορές στους εξελικτικούς ρυθμούς μεταξύ σημείων όπου μια αλλαγή βάσης DNA μεταβάλλει την πρωτεϊνική αλληλουχία και οι ιστότοποι που δεν το κάνει (βλ. παραδείγματα στο Graur και Li 2000, Kreitman και Akashi 1995, Nielsen 2005 και Yang 2006).

3.2 Έλεγχος προσαρμοστικών υποθέσεων

Η συζήτηση για Η προσαρμογή περιέχει ισχυρισμούς και ανταξιώσεις σχετικά με τις υποθέσεις θα πρέπει να περιλαμβάνεται σε μια ανάλυση της προσαρμοστικότητας ενός χαρακτηριστικού. Αυτό είναι ζωτικής σημασίας, διότι οι εκτιμήσεις της αποδεικτικής υποστήριξης εξαρτώνται από ποιες υποθέσεις εξετάζουμε (βλ. Sober 1990, Earman 1992). Εμείς πρέπει να εξετάσει όλες τις σχετικές υποθέσεις προκειμένου να παράσχει καλή αποδεικτικά στοιχεία για μια υπόθεση (Stanford 2006, Forber 2010). Ένα Το κοινό πλουραλιστικό παράπονο είναι ότι οι οπαδοί της προσαρμογής παραμελούν αυτό το πρότυπο αποδεικτικών στοιχείων. Ένα τέτοιο πρότυπο χωρίς αποκλεισμούς είναι απαραίτητο επειδή πολλοί Διαφορετικές εξελικτικές τροχιές μπορούν να οδηγήσουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Όπως έγραψαν οι Gould και Lewontin (1979), «Δεν πρέπει κανείς να συγχέει το γεγονός ότι μια δομή χρησιμοποιείται με κάποιο τρόπο... με το πρωτεύον εξελικτικός λόγος για την ύπαρξη και τη διαμόρφωσή του». Μέσα Επιπλέον, ανεπαίσθητες διαφορές στην εξελικτική ιστορία μπορεί να οδηγήσουν σε διαφορετικά εξελικτικά αποτελέσματα (Beatty and Desjardins 2009). Έτσι, εμείς δεν μπορεί να συμπεράνει ότι η φυσική επιλογή διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη κάποιου χαρακτηριστικού μόνο και μόνο επειδή έχουμε μια εύλογη προσαρμοστική υπόθεση στο μυαλό. Πράγματι, η εξεύρεση κατάλληλων αποδεικτικών στοιχείων για Η προσαρμοστική (ή μη προσαρμοστική) υπόθεση είναι δύσκολη επειδή μας λείπει η καλή επιστημική πρόσβαση στην εξελικτική ιστορία. Αυτή η έλλειψη πρόσβασης είναι μια προϋπόθεση της κριτικής των Gould και Lewontin, και παρακινεί την έκκλησή τους να αξιολογήσουν τις μεθόδους δοκιμών στην εξελικτική βιολογία, ειδικά εκείνες οι μέθοδοι που εξετάζουν μόνο προσαρμοστικές υποθέσεις χωρίς σεβασμό στους μη προσαρμοστικούς αντιπάλους. Οι βιολόγοι συνέχισαν να αναπτύσσονται νέες μεθόδους δοκιμών που το κάνουν αυτό (βλέπε, π.χ., Rose and Lauder 1996, Hansen κ.ά. 2008).

Αυτή η πτυχή της συζήτησης για την προσαρμογή είναι συνδέεται με ένα γενικό επιστημολογικό ζήτημα στη φιλοσοφία της Επιστήμη: Υποπροσδιορισμός της θεωρίας από τα αποδεικτικά στοιχεία. Εξελικτικός Οι υποθέσεις συνήθως υποκαθορίζονται από τα διαθέσιμα στοιχεία. Κατ 'αρχήν, οι αντίπαλες υποθέσεις αναλαμβάνουν διαφορετικές δεσμεύσεις σχετικά με το φύση της εξελικτικής ιστορίας, αλλά στην πράξη αυτές οι υποθέσεις είναι εμπειρικά δυσδιάκριτη δεδομένων των διαθέσιμων στοιχείων. Οι φιλόσοφοι διαφωνούν για τις συνέπειες αυτού του υποπροσδιορισμού για την κατανόηση της βιολογικής επιστήμης (Turner 2005, Stanford 2006). Ωστόσο, υπάρχει συμφωνία ότι το πρόβλημα της υποτίμησης θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με την ανάπτυξη και τη χρήση δοκιμών που εισάγουν διακρίσεις μεταξύ αντίπαλων υποθέσεων.

Οι σχέσεις απόδειξης εξαρτώνται από το τι υποθέσεις που συγκρίνουμε, και έτσι οι καλές μέθοδοι δοκιμών πρέπει να περιλαμβάνουν όλες αντίπαλες υποθέσεις. Εάν αποτύχουμε να συμπεριλάβουμε έναν σχετικό αντίπαλο, ας πούμε, ένα που δίνει έμφαση στον αναπτυξιακό περιορισμό, τότε μπορεί να μην έχουμε βρήκε επαρκή στοιχεία για την προσαρμοστική υπόθεση. Αποτυχία Οι προσαρμοστικές και μη προσαρμοστικές εξηγήσεις αντίθεσης αποδυναμώνουν οποιαδήποτε προσαρμοστική ανάλυση (Forber 2009).

Οι εξελικτικές υποθέσεις κάνουν μια ποικιλία δεσμεύσεων σχετικά με την ανάπτυξη, την οικολογία, τη γενετική και ιστορία. Ως αποτέλεσμα, μια προσαρμοστική υπόθεση έρχεται σε επαφή με εξελικτική ιστορία μόνο σε συνδυασμό με έναν αριθμό βοηθητικών Υποθέσεις. Η πιο πειστική υπόθεση για μια προσαρμοστική υπόθεση θα περιλαμβάνουν μια ποικιλία αποδεικτικών στοιχείων, ιδίως ανεξάρτητα δεδομένα που επιβεβαιώνουν τις διαφορετικές όψεις μιας εξελικτικής υπόθεσης (Lloyd 1988). Η ανάλυση του νηφάλιου (2008) ενός πρωτοκόλλου δοκιμής για την εξελικτική Οι υποθέσεις καθιστούν σαφή το ρόλο των βοηθητικών υποθέσεων και αξιολογούν την αποδεικτική εισαγωγή διαφορετικών παρατηρούμενων αποτελεσμάτων. Παρέχει ένα ανάλυση του κατά πόσον και πώς ταιριάζει μεταξύ ενός μοντέλου βέλτιστης λειτουργίας και του Ο παρατηρούμενος μέσος όρος πληθυσμού ευνοεί τη φυσική επιλογή έναντι της γενετικής γυμνάζομαι.

3.3 Κοινή καταγωγή και προσαρμογή

Η συζήτηση για την προσαρμογή συνέβαλε στην αποσαφήνιση της σημασίας της Συγκριτικές μέθοδοι για τον έλεγχο προσαρμοστικών υποθέσεων.

Η συγγένεια μεταξύ των ειδών λόγω κοινών Η καταγωγή μπορεί να μειώσει την ποσότητα των φαινομενικά ανεξάρτητων αποδεικτικών στοιχείων έχει υπέρ ή κατά οποιασδήποτε εξελικτικής υπόθεσης. Είδη με πρόσφατο Ο κοινός πρόγονος μπορεί να έχει κληρονομήσει το ίδιο χαρακτηριστικό από τον πρόγονο, όπως αντιτίθεται στην εξέλιξή της ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Συγκριτικός Οι μέθοδοι βοηθούν κάποιον να εκτιμήσει το βαθμό στον οποίο ένα σύνολο συγγενών ειδών παρέχουν ανεξάρτητες αποδείξεις υπέρ ή κατά ενός δεδομένου εξελικτικού υπόθεση (Harvey και Pagel 1991). Η γενική συνειδητοποίηση της ανάγκης Η χρήση τέτοιων μεθόδων πηγάζει κυρίως από την αρχικά στενότερη συζήτηση που έλαβε χώρα στο πλαίσιο της συστηματικής στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 σχετικά με το πώς να δημιουργούν ταξινομήσεις οργανισμών που είναι "επιστημονικές" και ως εκ τούτου, είναι διαφανείς συνταγές που είναι προσβάσιμες σε άλλους, αντί να είναι «ιδιωτική» και μη επιστημονική. Αυτή η συζήτηση δημιούργησε τεράστια διαμάχη (Hull 1988) και ώθησε το ανάπτυξη μεθόδων για τη στατιστική διόρθωση της εξάρτησης μεταξύ Τιμές χαρακτηριστικών ειδών κατά την αξιολόγηση μιας προσαρμοστικής υπόθεσης (Felsenstein 1985, Harvey και Pagel 1991). Επιπλέον, έγινε περισσότερο ευρέως κατανοητό ότι ένας ισχυρισμός ότι ένα χαρακτηριστικό εξελίχθηκε ως απάντηση σε ένα άλλο ενισχύεται πάρα πολύ από τη φυλογενετική επιβεβαίωση. ο Η ιστορία της απόκτησης χαρακτηριστικών πρέπει να είναι συνεπής με την υπόθεση (βλ. Maddison 1990 και τις σχετικές παραπομπές).

Οι εξελίξεις αυτές είναι σωτήριες ότι δείχνουν στους βιολόγους πώς να ελέγχουν καλύτερα τις προσαρμοστικές υποθέσεις και έχουν αποσαφηνίσει τις φυλογενετικές παραδοχές που είναι απαραίτητες για τον έλεγχο προσαρμοστικές υποθέσεις (Sober and Orzack 2003). Ως εκ τούτου, είναι μεθοδολογική βελτίωση που έχει γενικά κερδίσει θετικό υποδοχή μεταξύ των φιλοσόφων της βιολογίας (π.χ. Sterelny και Griffiths 1999). Πολλοί βιολόγοι συμφωνούν, αλλά η διαμάχη συνεχίζεται. Μερικοί αναγνωρίζουν τη δυνητική σημασία των συγκριτικών μεθόδων, αλλά σημειώνουν σε περιορισμούς που μπορεί να μειώσουν τη χρησιμότητά τους (Reeve και Sherman 2001, Leroi κ.ά. 1994). Ως εκ τούτου, αυτές οι κριτικές είναι συνεπείς με μεθοδολογική προσαρμογή. Άλλοι βλέπουν οποιαδήποτε νύξη στο δυναμικό μη προσαρμοστικές επιρροές στην εξέλιξη των χαρακτηριστικών να είναι λανθασμένες. στο δικό τους Άποψη, η σημασία των φυλογενετικών μεθόδων είναι ότι βοηθούν στην αποκάλυψη πλήρης ιστορία της φυσικής επιλογής στο χαρακτηριστικό (Grafen 1989). Όπως Τέτοια, αυτή είναι μια κριτική συνεπής με την υιοθέτηση της εμπειρικής προσαρμογή.

4. Τα μοντέλα βελτιστοποίησης περιγράφουν την εξέλιξη;

Ισχυρισμοί και ανταγωγές σχετικά με τη χρήση Τα μοντέλα βελτιστοποίησης για την κατανόηση της εξέλιξης αποτελούν κεντρικό μέρος του συζήτηση για την προσαρμογή, αν και ορισμένοι πιστεύουν ότι δεν υπάρχει απαραίτητη σύνδεση μεταξύ της μοντελοποίησης βέλτιστης και της προσαρμογής (Potochnik 2009). Ενώ πολλοί βιολόγοι πιστεύουν ότι η βελτιστοποίηση Τα μοντέλα είναι χρήσιμα, ανεξάρτητα από το αν η εξέλιξη μέσω της φυσικής επιλογής τείνει να παράγουν βέλτιστα χαρακτηριστικά είναι αμφιλεγόμενη (βλέπε, π.χ., Dupré 1987).

Τα μοντέλα βελτιστοποίησης θέτουν τα απρόβλεπτα Ιστορικό και αναπτυξιακοί και γενετικοί περιορισμοί στο υπόβαθρο έτσι ώστε να επικεντρωθεί στη φυσική επιλογή. Πολλή δουλειά στην εξελικτική Η θεωρία παιγνίων ενσωματώνει αυτή την προσέγγιση. Χρησιμοποιούνται τα περισσότερα μοντέλα θεωρίας παιγνίων να περιγράψει την εξέλιξη μέσω της φυσικής επιλογής της στρατηγικής συμπεριφοράς για να ένα τοπικό βέλτιστο που ονομάζεται εξελικτικά σταθερή στρατηγική (Maynard Smith 1982) (αλλά βλέπε Orzack and Hines 2005 και Huttegger 2010 μεταξύ άλλοι). Αυτή η προσέγγιση έχει την υπόθεση ότι υπάρχει άμεση επιλογή στο υπό ανάλυση χαρακτηριστικό. Αυτό συχνά δικαιολογείται από την Λόγοι για τους οποίους υπάρχει «καλή ταύτιση» μεταξύ του χαρακτηριστικού και η τρέχουσα λειτουργία του (Maynard Smith 1978) ή αυτή η φυσική επιλογή είναι πανταχού παρούσα στη φύση (Mayr 1983). Το έγγραφο Spandrels στόχευε Αυτά τα γενικά επιχειρήματα για τα μοντέλα βελτιστοποίησης.

Οι βιολόγοι έχουν ανακαλύψει πολλούς τρόπους που οι γενετικές λεπτομέρειες του προσδιορισμού των χαρακτηριστικών και/ή οικολογικά Οι λεπτομέρειες του πληθυσμού μπορούν να αποτρέψουν την εξέλιξη του Optima. Για Παράδειγμα, η αλληλεπίδραση μεταξύ των τόπων (σύνδεση ή πλειοτροπία) μπορεί να αποτρέψει ο βέλτιστος φαινότυπος από το να καθοριστεί σε έναν πληθυσμό και, ως εκ τούτου, εμποδίζουν τη μεγιστοποίηση της μέσης φυσικής κατάστασης (Moran 1964). Μια τέτοια απόκλιση Από την κατάσταση της υψηλότερης φυσικής κατάστασης ονομάζεται γενετικό φορτίο. Το πρότυπο Η προσαρμοστική απάντηση είναι ότι οι γενετικοί και οικολογικοί περιορισμοί είναι εξαλείφεται κατά τη διάρκεια του εξελικτικού χρόνου με την εισαγωγή νέων γενετικών παραλλαγή μέσω μετάλλαξης (Parker και Maynard Smith 1990).

Ενώ αυτή η διαμάχη ήταν διχαστική (Schwartz 2002), υπάρχουν προοπτικές για μια σύνθεση. Πρώτος Οι Eshel και Feldman (2001) διέκριναν μεταξύ "βραχυπρόθεσμων" εξέλιξη», η εξελικτική δυναμική ενός σταθερού συνόλου γονότυποι και "μακροπρόθεσμη εξέλιξη", περίοδοι βραχυπρόθεσμης εξέλιξη διανθισμένη με εισαγωγές νέων γενετικών παραλλαγή. Σημείωσαν (σελίδα 162) ότι «η μακροπρόθεσμη εξέλιξη προχωρά με μια άπειρη ακολουθία μεταβάσεων από ένα σταθερό σύνολο γονότυποι σε ένα άλλο σταθερό σύνολο γονοτύπων, με καθένα από αυτά τα σύνολα υπόκεινται σε βραχυπρόθεσμη εξέλιξη...» Optima είναι συχνά δεν είναι προσβάσιμο βραχυπρόθεσμα λόγω περιορισμών στις διαθέσιμες παραλλαγή. Ωστόσο, η γενετική ποικιλότητα μπορεί να εισαχθεί κατά τη διάρκεια της μακράς όρος έτσι ώστε ο πληθυσμός τελικά να φτάσει στο βέλτιστο. Ο Το ουσιαστικό σημείο είναι ότι τώρα καταλαβαίνουμε πόσο φαινομενική βραχυπρόθεσμη Τα εμπόδια στη βελτιστοποίηση μπορούν να επιλυθούν μακροπρόθεσμα. Μεταλλάξεις πρέπει να εμφανιστεί την κατάλληλη στιγμή και η οικολογία πρέπει να παραμείνει σταθερή μακροπρόθεσμα· Εάν αυτές οι συνθήκες πληρούνται αρκετά συχνά σε Η φύση για να δικαιολογήσει την προσέγγιση της βέλτιστης είναι ένα εμπειρικό ζήτημα (βλ. επίσης Hammerstein 1996). Η δεύτερη προοπτική για σύνθεση είναι Η πρόταση των Wilkins και Godfrey Smith (2009) ότι η αλήθεια του εμπειρική προσαρμογή και η συνακόλουθη εφαρμογή της βέλτιστης μοντέλα, εξαρτάται από τον επιδιωκόμενο "κόκκο" ανάλυσης Η εξελικτική ανάλυση. Σε λεπτή ανάλυση, όταν υπάρχει είναι λίγες κορυφές στο προσαρμοστικό τοπίο, οι περισσότεροι παρατηρούμενοι πληθυσμοί μπορεί να βρίσκονται πάνω ή κοντά σε αυτές τις κορυφές. Η προσαρμογή είναι κατάλληλη σε αυτό ψήφισμα. Αν "σμικρύνουμε" και κοιτάξουμε ένα μεγάλο τοπίο Σε μεγάλες περιοχές του μορφοχώρου, η κατάσταση αλλάζει. Σε ένα πολύ χονδροειδής κόκκος ανάλυσης, μεγάλο μέρος του μορφοχώρου είναι άδειο και Οι περιορισμοί συχνά εξηγούν γιατί ορισμένες περιοχές παραμένουν ανεξερεύνητες από βιολογική εξέλιξη. Η προσαρμογή είναι ακατάλληλη σε αυτό ψήφισμα.

Τέλος, η εστίαση στη μοντελοποίηση βέλτιστης σε σχέση με την προσαρμογή έχει οδηγήσει σε μια ακριβή δήλωση του τρόπου με τον οποίο τη φύση της προσαρμογής μεταξύ των δεδομένων και των προβλέψεων βέλτιστης Το μοντέλο επηρεάζει το βαθμό αποδεικτικής υποστήριξης για το προσαρμοστικό υπόθεση (Orzack και Sober 1994a, b). Ποιοτική συμφωνία με Η ίδια δεν αρκεί για να γίνει αποδεκτή η υπόθεση της τοπικής βελτιστοποίησης. Αντ 'αυτού, ποσοτική συμφωνία και αξιολόγηση της φύσης των πιθανών Μεταξύ των ατόμων, η ετερογένεια των προβλέψεων προσαρμογής στο μοντέλο είναι απαιτείται προκειμένου να υπάρχουν αποδείξεις βέλτιστης βέλτιστης κατάστασης· χωρίς και τα δύο Αυτά τα συστατικά δοκιμής, η αποδοχή της υπόθεσης της βέλτιστης είναι δεν δικαιολογείται (βλ. παραπάνω).

5. Είναι οι υποθέσεις περιορισμού πραγματικοί αντίπαλοι στις προσαρμοστικές υποθέσεις;

Ένα θέμα στη συζήτηση σχετικά με Τα μοντέλα προσαρμογής και βελτιστοποίησης αφορούν το κατά πόσον ο περιορισμός Οι υποθέσεις μετράνε ως γνήσιες εναλλακτικές λύσεις στις προσαρμοστικές υποθέσεις. Οι Gould και Lewontin (1979) θεωρούν ότι οι υποθέσεις περιορισμού ανταγωνίζονται προσαρμοστικές υποθέσεις ως εξηγήσεις χαρακτηριστικών. Υποστηρικτές της βελτιστοποίησης μοντέλα (π.χ., Maynard Smith 1978, Roughgarden 1998) παίρνουν το σύνολο των εξελικτικούς περιορισμούς να αποτελούν βασική δέσμευση οποιουδήποτε μοντέλο βελτιστοποίησης. Το σύνολο περιορισμών μπορεί να περιλαμβάνει αναπτυξιακά και γενετικούς περιορισμούς στην παραλλαγή και τη μετάδοση, αλλά είναι Φυσική επιλογή που οδηγεί την εξέλιξη και έτσι εξηγεί το χαρακτηριστικό που δίνεται αυτούς τους περιορισμούς. Οι υποστηρικτές των μοντέλων βελτιστοποίησης αντιμετωπίζουν περιορισμούς όπως προϋποθέτουν οι προσαρμοστικές υποθέσεις. Μια ανησυχία του Πολλοί επικριτές της προσαρμογής είναι ότι αυτή η αντιμετώπιση των περιορισμών υποτιμά το ρόλο τους στην εξήγηση της εξελικτικής μορφής και καινοτομίας.

Οι αναπτυξιακές διαδικασίες μπορεί να περιορίσουν το φάσμα των εξελικτικών τροχιές διαθέσιμες σε μια γενεαλογία. Maynard Smith et αλ. (1985, σελ. 266) όρισε έναν αναπτυξιακό περιορισμό ως «Μια προκατάληψη στην παραγωγή παραλλαγών φαινοτύπων ή ένας περιορισμός σχετικά με τη φαινοτυπική μεταβλητότητα που προκαλείται από τη δομή, τον χαρακτήρα, σύνθεση ή δυναμική του αναπτυξιακού συστήματος». Περισσότερο Πρόσφατα, ο ορισμός του περιορισμού έχει γίνει πιο λεπτομερής (βλ. π.χ., Wagner και Altenberg 1996, Winther 2001).

Μέρος της διαμάχης σχετικά με Οι περιορισμοί μπορούν να επιλυθούν κάνοντας διάκριση μεταξύ "περιορισμού σχετικά με την προσαρμογή» και τον «περιορισμό στη μορφή» (Amundson 1994). Στην πρώτη, ορισμένες τροχιές είναι λιγότερο πιθανές επειδή απαιτούν από τους πληθυσμούς να εγκαταλείψουν το τοπικό βέλτιστο ή "κορυφές" στο προσαρμοστικό τοπίο. Στην περίπτωση αυτή, Η φυσική επιλογή περιορίζει τις πιθανές εξελικτικές τροχιές. Στην τελευταία περίπτωση, ορισμένες τροχιές δεν είναι διαθέσιμες λόγω του δομή του σημερινού αναπτυξιακού συστήματος.

Οι υποστηρικτές των μοντέλων βελτιστοποίησης συχνά υποστηρίζουν ότι η κατασκευή και η δοκιμή τέτοιων μοντέλων παρέχει τον καλύτερο τρόπο αναγνώρισης και να ανακαλύψουν εξελικτικούς περιορισμούς, και ότι αυτοί οι περιορισμοί μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή καλύτερων μοντέλων βελτιστοποίησης (Amundson 1994, Seger και Stubblefield 1996). Πολλοί βιολόγοι που αναλύουν το εξέλιξη της ανάπτυξης ή "evo-devo" χρησιμοποιήστε ένα διαφορετικό σύνολο μοριακών και μορφολογικών ερευνητικών τεχνικών για την αποκάλυψη ισχυρούς και σημαντικούς αναπτυξιακούς περιορισμούς (βλέπε, π.χ., Müller και Newman 2003, Kirschner και Gerhart 2005). Αντιτείνουν ότι Η έννοια της βελτιστοποίησης είναι ένα φτωχό εργαλείο για την απάντηση της έρευνάς τους Ερωτήσεις. Η αναγνώριση δύο ειδών περιορισμών επιλύει αυτή τη διαφορά. Βλέπουμε τότε ότι η μοντελοποίηση βελτιστοποίησης συνήθως συνεπάγεται την ενσωμάτωση ή την ανακάλυψη περιορισμών σχετικά με προσαρμογή, ενώ οι μελέτες της εξέλιξης και της ανάπτυξης διερευνούν περιορισμοί στη μορφή. Πλήρης κατανόηση της εξελικτικής ιστορίας απαιτεί σύνθεση αυτών των προσεγγίσεων.

Αναπτυξιακός και γενετικός περιορισμός Οι υποθέσεις δεν επικαλούνται αιτιώδεις διαδικασίες με τον ίδιο τρόπο που προσαρμόζονται Οι υποθέσεις το κάνουν. Μπορούν τέτοιες διαφορετικές υποθέσεις να ανταγωνιστούν μεταξύ τους; Αυτή η πτυχή της συζήτησης για την προσαρμογή συνδέει τη βιολογία με μια Σημαντικός γρίφος σχετικά με τη φύση της αιτιώδους συνάφειας και της εξήγησης. Εάν η εξήγηση ισοδυναμεί με τον προσδιορισμό των αιτιών, τότε οι περιορισμοί πρέπει να είναι Αιτίες για την εξήγηση των εξελικτικών αποτελεσμάτων. Αλλά πώς μπορούν τα εμπόδια έχουν αιτιώδη επίδραση στην εξελικτική τροχιά ενός καταγωγή? Μια πιθανή απάντηση είναι ότι δεν έχουν κανένα αιτιώδης επιρροή – είναι απλώς το υπόβαθρο στο οποίο Η φυσική επιλογή λειτουργεί. Μια τέτοια άποψη αντιμετωπίζει τα αίτια ως μέρος μια διαδικασία, ή που περιλαμβάνει κάποιο είδος μεταφοράς ενέργειας (Dowe 2008). Αυτή η άποψη της αιτιώδους συνάφειας δικαιώνει την προσαρμοστική άποψη ότι η Το σύνολο περιορισμών προϋποθέτει από κάθε αξιοσέβαστο προσαρμοστικό υπόθεση. Για τους προσαρμοστές, οι νέοι περιορισμοί σημαίνουν απλώς ότι Πρέπει να κατασκευάσουμε νέα μοντέλα. Στη συνέχεια, οι δοκιμές είναι απλώς θέμα συγκρίνοντας διαφορετικές προσαρμοστικές υποθέσεις που έχουν διαφορετικές Περιορισμούς. Η άλλη πιθανή απάντηση είναι ότι οι περιορισμοί έχουν αιτιώδη επίδραση στην εξέλιξη επειδή εμποδίζουν εξελικτικές τροχιές από την επίτευξη ορισμένων αποτελεσμάτων. Αυτή η άποψη συνάδει με τις αντιπαραδειγματικές και παρεμβατικές προσεγγίσεις όσον αφορά αιτιώδης συνάφεια, όπως η περιεκτική που υπερασπίστηκε ο Woodward (2003), και δικαιώνει την προσέγγιση της αντιμετώπισης των περιορισμών ως γνήσιων εναλλακτικές λύσεις στις προσαρμοστικές υποθέσεις.

Σύνδεση αυτής της συζήτησης με Οι φιλοσοφικές ιδέες σχετικά με την αιτιώδη συνάφεια μπορούν να μας βοηθήσουν να αξιολογήσουμε εάν Οι εξελικτικοί περιορισμοί μετράνε ως γνήσιες εναλλακτικές λύσεις. Οι περιορισμοί ορίζονται ως προκαταλήψεις ή περιορισμοί στο παραγωγή παραλλαγών. Από την άποψη της αιτιώδους συνάφειας, αυτό είναι ένας ετερογενής συνδυασμός. Περιορισμοί που μεροληπτούν σε μια γενεαλογία Προς ορισμένες εξελικτικές τροχιές μοιάζουν παραγωγικές πιθανοτικές αιτίες, και αποφύγετε ορισμένες εννοιολογικές εμπλοκές που αντιμετωπίζουν όρια ή περιορισμούς. Καινοτομίες στο αναπτυξιακό μακιγιάζ ενός οργανισμού μπορεί να κάνει νέες αλλαγές και μετέπειτα εξελικτικές Οι τροχιές είναι πιο πιθανές, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός αιτιώδους παράγοντα. Αυτό βοηθά να αποσαφηνιστεί η σημασία της εξελικτικής καινοτομίας. Καινοτομίες που Οι προκαταλήψεις παραγωγής μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας για την εξήγηση σημαντικών εξελικτικών μεταβάσεις, όπως η εμφάνιση της πολυκυτταρικότητας (Sterelny 2008). Όταν ορισμένες αλλαγές καθιστούν πιο πιθανά νέα εξελικτικά αποτελέσματα Αποτελούν μέρος της εξήγησης αυτών των νέων αποτελεσμάτων. Τέτοιος Οι προκαταλήψεις υπολογίζονται ως πιθανοτικές αιτιώδεις επιρροές, δεδομένου ότι αλλάζουν το πιθανότητα μιας γενεαλογίας να πάρει ορισμένες εξελικτικές τροχιές (Χίτσκοκ 2008).

Εάν τα όρια υπολογίζονται ως αιτίες, και Έτσι εξηγεί τα εξελικτικά αποτελέσματα, είναι πιο προβληματική. Ένας Η επικρατούσα άποψη στην εξελικτική βιολογία είναι ότι οι περιορισμοί πρέπει υπολογίζονται ως αιτιώδεις επιρροές, ανεξάρτητα από την περιγραφή της αιτιώδους συνάφειας (είτε είτε από πρόληψη είτε από παράλειψη, βλέπε Woodward 2003 για συζήτηση). Οι Gould και Lewontin (1979) υιοθέτησαν αυτή τη θέση. Ο Sansom (2003) υποστήριξε ότι η συζήτηση για την εξελικτική σημασία του περιορισμού ανέρχεται σε ένα ζήτημα σχετικά με τις σχετικές αιτιώδεις συνεισφορές του περιορισμού και φυσική επιλογή σε εξελικτικά αποτελέσματα. Η αιτιώδης συνάφεια Η συμβολή του περιορισμού μπορεί να εκτιμηθεί με τη χρήση συγκριτικών δεδομένων στο προκειμένου να συγκριθούν τα εξελικτικά αποτελέσματα των γενεαλογιών με και χωρίς το περιορισμός ενδιαφέροντος. Εάν υπάρχει διαφορά, τότε το Ο περιορισμός έχει μια αναγνωρίσιμη αιτιώδη επίδραση, όλα τα άλλα πράγματα είναι ίσος. Οι Pigliucci και Kaplan (2000, 2006) πρότειναν ένα πρωτόκολλο δοκιμής με βάση πίνακες μετάβασης στους οποίους οι πιθανότητες εξελικτικής Η αλλαγή καθορίζεται κάτω από τη φυσική επιλογή και κάτω από μία ή περισσότερες ανταγωνιστικές υποθέσεις περιορισμών, έτσι ώστε να ελεγχθεί η φυσική επιλογή ενάντια στον περιορισμό. Απαιτείται περισσότερη φιλοσοφική ανάλυση για την αξιολόγηση τη βιωσιμότητα αυτής της προσέγγισης.

Όποια και αν είναι η θέση σχετικά με το αν Οι περιορισμοί υπολογίζονται ως αιτίες, το δίδαγμα που πρέπει να ληφθεί από αυτό το μέρος του Η συζήτηση για την προσαρμογή είναι ότι είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί με ακρίβεια τις αντίπαλες εξελικτικές υποθέσεις. Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα ακριβείς προδιαγραφές στη βιολογική βιβλιογραφία. Για παράδειγμα, ο Frank (1985) και οι Stubblefield και Seger (1990) ανέλυσαν την επίδραση στο σεξ Βέλτιστη αναλογία των διαφόρων περιορισμών στις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες για γονείς; Ο Lloyd (2005) περιέγραψε την αποδεικτική υποστήριξη για Εξηγήσεις για την εξέλιξη του γυναικείου οργασμού. Λόιντς Η ανάλυση υποστηρίζει την πρόταση του Symons (1979) ότι ο γυναικείος οργασμός υπάρχει λόγω ενός αναπτυξιακού περιορισμού σε συνδυασμό με ισχυρή επιλογή για τον ανδρικό οργασμό. Εάν τα αρσενικά αποτύχουν να επιτύχουν οργασμό Στη συνέχεια, δεν γίνεται αναπαραγωγή. Ο ιστός που είναι υπεύθυνος για το αρσενικό Ο οργασμός εμφανίζεται νωρίς στην ανθρώπινη ανάπτυξη, πολύ πριν από τη σεξουαλική εμφανίζεται διμορφισμός και αυτός ο ιστός βρίσκεται τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες σεξουαλικά όργανα. Αυτό το παράδειγμα περιέχει ανταγωνιστικές υποθέσεις που έχουν δεσμεύσεις σχετικά με τα όρια και τη φυσική επιλογή. Ο Η εξήγηση περιορισμού Symons επικαλείται ένα χαρακτηριστικό της ανάπτυξης και έμμεση επιλογή σε διαφορετικό χαρακτηριστικό, ενώ η προσαρμοστική υπόθεση δεν ενσωματώνει τον αναπτυξιακό περιορισμό και Αντ 'αυτού, θέτει έναν άμεσο ρόλο για επιλογή.

Υπάρχει περιθώριο συμφιλίωσης Εδώ. Όπως επισημαίνουν οι προσαρμοστές, οποιαδήποτε εξελικτική υπόθεση πρέπει να αναλάβει ορισμένους περιορισμούς, οπότε η κατηγορία ότι η βελτιστοποίηση μοντελοποιεί Η μη συμπερίληψη περιορισμών είναι εσφαλμένη. Αλλά οι πλουραλιστές είναι δικαίωμα να υποστηρίξει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι περιορισμοί μπορεί να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο ρόλο στην εξέλιξη κάποιου χαρακτηριστικού, και ότι η σωστή εξελικτική Η εξήγηση μπορεί να μην περιλαμβάνει καν φυσική επιλογή για το χαρακτηριστικό.

Οι περιορισμοί συχνά νοούνται ως προκαταλήψεις ή περιορισμούς στις πιθανές εξελικτικές τροχιές. Πώς μπορούμε Προσδιορίστε πιθανές τροχιές; Αυτό θα εξαρτηθεί από το πώς βιολογία παρέχει πληροφορίες αντιπαραδείγματος. Δεν μπορούμε να απευθυνθούμε αποκλειστικά σε συνειδητοποίησε την εξελικτική ιστορία, δεδομένου ότι δεν είναι όλες οι πιθανές τροχιές έχουν συμβεί. Η έρευνα Evo-devo σχετικά με την καινοτομία παρέχει ένα από τα καλύτερες στρατηγικές για τη διερεύνηση πιθανών εξελικτικών τροχιών (Wagner 2000, 2001a, 2001b, Muller και Wagner 2003, Calcott 2009). Καθώς οι αιτιώδεις μηχανισμοί που διέπουν την ανάπτυξη γίνονται καλύτερα κατανοητοί, Θα κατανοήσουμε καλύτερα τη φύση των περιορισμών και τον τρόπο με τον οποίο Εξηγήστε τα εξελικτικά αποτελέσματα.

6. Τελικές παρατηρήσεις

Γιατί πρέπει να νοιάζονται οι βιολόγοι και οι φιλόσοφοι σχετικά με τη συζήτηση για την προσαρμογή; Αυτή η συζήτηση ήταν και θα γίνει εξακολουθούν να είναι σημαντικά για τους βιολόγους, επειδή βοηθούν στην αποσαφήνιση του τρόπου κάνουν καλύτερη εξελικτική βιολογία. Παρ 'όλα αυτά, μια μειοψηφία Οι επί του παρόντος ενεργοί βιολόγοι συμβάλλουν στη συζήτηση σχετικά με προσαρμογή, και πολλοί το αγνοούν ή το υποτιμούν. Για μια ποικιλία από λόγους, πολλά από τα σημαντικά σημεία που προέκυψαν από τη συζήτηση, όπως ο τρόπος δομής εμπειρικών δοκιμών προσαρμοστικών υποθέσεων και Μοντέλα βελτιστοποίησης, δεν λαμβάνονται υπόψη. Για παράδειγμα, αξιώσεις για τοπικές βέλτιστη εξακολουθούν να εμφανίζονται που στερούνται προδιαγραφών ακόμη και μοναδική εναλλακτική υπόθεση στην προσαρμοστική υπόθεση. Αυτή η έλλειψη αναπόφευκτα αφήνει διφορούμενη την κατάσταση της προσαρμοστικής υπόθεσης. Μέσα Επιπλέον, πρότυπα για την απόρριψη της (μόνο) προσαρμοστικής υπόθεσης εξακολουθούν να οριοθετούνται σπάνια, αν όχι καθόλου.

Η συζήτηση για την προσαρμογή θα συνεχιστεί να είναι σημαντικό για τους φιλοσόφους της βιολογίας γιατί πολλά θα κερδηθούν από μια πιο ενημερωμένη κατανόηση της χρήσης υποθέσεων σχετικά με το φυσικό επιλογή από βιολόγους. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, υπήρχε μια γενική τάση παρανόησης των εννοιολογικών δεσμεύσεων των χρηστών μοντέλα βελτιστοποίησης. Πιο πρόσφατα, υπήρξε μια αυξανόμενη κατανόηση της ποικιλίας των εννοιολογικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνουν οι χρήστες τέτοια μοντέλα, ειδικά ότι η χρήση και η ανάπτυξη μιας βέλτιστης Το μοντέλο δεν χρειάζεται να δεσμεύει τον χρήστη σε τυφλή αποδοχή του ισχυρισμού ότι Η φυσική επιλογή είναι ισχυρή.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση

Α1.2. Χρονολόγηση


Λόγω του ρευστού της χαρακτήρα αλλά και της έλλειψης των σχετικών τεκμηρίων, η σύνθεση των κεντρικών και των περιφερειακών ειδών της αρχαϊκής επικής ποίησης είναι εξαιρετικά δύσκολο να χρονολογηθεί με ακρίβεια. Σύμφωνα με την επικρατούσα σήμερα άποψη, τα δύο ομηρικά έπη έχουν πάρει σταθερή μορφή γύρω στα μέσα με τέλη του 8ου αι. π.Χ.· προηγείται η σύνθεση της Ιλιάδαςκαι έπεται η αντίστοιχη της Οδύσσειας. Ακολουθούν, τέλη του 8ου με αρχές του 7ου αι. π.Χ, η Θεογονία, τα Έργα και ο Γυναικών Κατάλογος του Ησιόδου. Αν και ο πυρήνας του αποσπασματικού επικού κύκλου που αναφέρεται στον τρωικό πόλεμο και τα παρεπόμενά του θεωρείται κατά βάση προομηρικός, εκτιμάται ότι ολοκληρώνεται σε μεταγενέστερα χρόνια προκειμένου να συμπληρώσει τη θεματογραφία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.

Α1.3. Η ταυτότητα του Ομήρου

Τα τεκμήρια για τη γέννηση και τη δράση του Ομήρου είναι λειψά, με δεδομένον τον ανεκδοτολογικό χαρακτήρα των σχετικών αρχαίων βιογραφιών (Βίοι Ομήρου) και των ετερόκλητων υποθέσεων για το όνομά του. Για συμβατικούς μάλλον λόγους, το όνομα "Όμηρος" παραπέμπει στον ποιητή/τές των δύο ομηρικών επών, ανεξαρτήτως αν, για πολλούς ειδικούς σήμερα, και όχι μόνον για τους χωρίζοντες της αλεξανδρινής περιόδου (Ξένωνα και Ελλάνικο), η Οδύσσεια υπολογίζεται ως έργο διαφορετικού ποιητή. Σχετικώς αδιάγνωστος παραμένει ο τόπος της σύνθεσης των δύο επών, καθώς πόλεις και νησιά της ανατολικής Μεσογείου στην περιοχή της Ιωνίας, ιδίως η Σμύρνη και η Χίος, ήδη από την αρχαιότητα, διεκδικούσαν τον τίτλο της γενέθλιας γης και τον τόπο δράσης του Ομήρου. Ισχυρότεροι πάντως θεωρούνται οι δεσμοί του ποιητή με τη Χίο, καθώς το όνομά του συνδέθηκε με τις συντεχνίες των ραψωδών του νησιού, τους Ομηρίδες (6ος αι. π.Χ.).

Η φήμη που απέκτησε ο Όμηρος την αρχαία εποχή ήταν ο βασικός λόγος για να του αποδοθεί η σύνθεση πολλών έργων, κάτι όμως που σήμερα ισχυρώς αμφισβητείται. Ενδεικτικώς μόνον αναφέρονται τα Κύπρια και οι παρωδίες Βατραχομυομαχία (μάχη βατράχων και ποντικών) και Μαργίτης(ιστορία ενός αφελούς νεαρού).

Το βέβαιο είναι ότι στην αρχαιότητα δεν γνώριζαν με σιγουριά περισσότερα πράγματα για την προσωπικότητα και το έργο του Ομήρου από ό,τι εμείς σήμερα. Στα νεότερα πάντως χρόνια έγιναν πολλές προσπάθειες, ώστε από τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται αοιδοί της Οδύσσειας(κυρίως οι επώνυμοι, ο Δημόδοκος στη Σχερία και ο Φήμιος στην Ιθάκη) να ανασυντεθεί η μορφή και η κοινωνική θέση του Ομήρου, ο χρόνος και ο τρόπος σύνταξης του έργου του. Καθώς στο οδυσσειακό έπος οι δεξιοτέχνες αοιδοί εντοπίζονται στην αυλή ηγεμόνων και το έργο τους απευθύνεται σε ακροατήριο ευγενών, συμπεραίνεται ότι ο χρόνος που έζησε ο ποιητής περιορίζεται σε μια περίοδο κατά την οποία η τάξη των ευγενών βρίσκεται σε πλήρη ακμή. Σε συνδυασμό με τα σχετικά αρχαιολογικά και ιστορικά ευρήματα και πορίσματα, είναι εξαιρετικά πιθανό η άνθηση της αριστοκρατικής τάξης, που εκπροσωπείται στον κόσμο της Οδύσσειας, να συμπίπτει με το δεύτερο μισό του 8ου αι. π.Χ. Η σύνθεση-εκτέλεση των επών συνέβη πιθανώς για πρώτη φορά σε κάποια μεγάλη γιορτή στην περιοχή της Ιωνίας (λ.χ. στα Πανιώνια στη Μυκάλη), όπου ο ποιητής είχε στη διάθεσή του πολύ περισσότερο, ασφαλώς, χρόνο για να παρουσιάσει το εκτενές έργο του από ό,τι οι αοιδοί της Οδύσσειας.