Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2024

Ο Μύθος του Δευκαλίωνα και γένεση του Έλληνα

Η παρά των αρχαίων Ελλήνων φιλοσοφική/θεολογική εξήγηση τoυ περί τον Προμηθέα μύθου (αισχυλικές τραγωδίες, Ησιόδειος και πλατωνικός μύθος): μύθος του Δευκαλίωνα και γένεση του Έλληνα!

Το ήπαρ είναι το βιολογικό όργανο δια του οποίου ο άνθρωπος, κατά την ενύπνιο κατάσταση, μπορεί και διεισδύει στο «εν συνεχεία όλον», κατά την έκφραση του Πλωτίνου, ή στο χωροχρονικό συνεχές, κατά την σύγχρονη ορολογία. Μάλιστα ο Πλάτων, στον «Τίμαιο, 71.e +», λέγει πως η μαντική, που δόθηκε στο επιθυμητικό μέρος της ψυχής, μπορεί και λειτουργεί χάρη στο ήπαρ : το ήπαρ είναι το όργανο που πάνω του ως κάτοπτρο καθρεφτίζονται τα διανοήματα της ψυχής.

Ο Πλωτίνος στις «Εννεάδες» [«Εννεάδα 3η, 7.12. 44 – 55»] μας λέγει ότι ο χρόνος είναι η μεταβατική κίνηση της ζωής της ψυχής του Κόσμου. Όπως δηλ. ο Αιώνας «ἐστι ζωὴ ἐν στάσει», στον εαυτό και την ταυτότητά της, έτσι και ο χρόνος είναι εικόνα του εν κίνηση. Και όπως το σύμπαν τούτο σχετίζεται με το νοητό σύμπαν, έτσι αντί για την νοητική ζωή υπάρχει αυτή που είναι ομώνυμη της ζωής της ψυχής του Κόσμου, και αντί της νοητικής κίνηση του νοητού Κόσμου υπάρχει η κίνηση κάποιου μέρους της ψυχής του Κόσμου, και αντί της ταυτότητας και της παραμονής «ἐν ἑνὶ» [που μένει σε ένα] υπάρχει αυτό πού δεν παραμένει στην ίδια κατάσταση αλλά που ενεργεί το ένα μετά το άλλο, αντί για αυτό που είναι αδιάστατο και ενιαίο υπάρχει ένα είδωλο του όλου που είναι εν συνεχεία όλον, αντί για το άπειρο ήδη όλον υπάρχει μια συνεχείς άπειρη διαδοχή και αντί για το αθρόο όλον υπάρχει ένα όλον που θα γίνεται και πάντοτε θα γίνεται κατά μέρος. Έτσι ο αισθητός Κόσμος μιμείται «τὸ ἤδη ὅλον», που είναι «καὶ ἀθρόον καὶ ἄπειρον», για να συνθέσει την πληρότητα του μέσα από την συνεχή αύξηση του «ἐν τῷ εἶναι» του. Έτσι μιμείται το Είναι του Νοητού Κόσμου. Για αυτό δεν πρέπει να αντιληφτούμε τον χρόνο έξω από την ψυχή, όπως και τον Αιώνα έξω του Νοητού Κόσμου, γιατί ο χρόνος δεν είναι μια συνοδεία της ψυχής ούτε κάτι που έρχεται μετά από αυτήν, αλλά κάτι που ενοράται & υπάρχει πάντα μέσα της και μαζί της, όπως ακριβώς η σχέση του Αιώνα με το όντως ΟΝ.

Απόδειξη για το ότι η διεισδύει στο «εν συνεχεία όλον» λαμβάνει χώρα κατά την ενύπνιο κατάσταση είναι το γεγονός ότι ο Πλάτωνας στον «Τίμαιο, 71.e. 3-6» λέγει ότι: «ουδείς έχει πραγματική ένθεη & αληθινή μαντική δύναμη όταν είναι ξύπνιος, παρά μόνον στον ύπνο του, τότε που η δύναμη του νου είναι δεμένη, ή είναι ενθουσιασμένος – οὐδεὶς γὰρ ἔννους ἐφάπτεται μαντικῆς ἐνθέου καὶ ἀληθοῦς, ἀλλ᾽ ἢ καθ᾽ ὕπνον τὴν τῆς φρονήσεως πεδηθεὶς δύναμιν ἢ διὰ νόσον, ἢ διά τινα ἐνθουσιασμὸν παραλλάξας». Διευκρινίζει μάλιστα, στον «Τίμαιο, 71.e.6 – 72.a.2», ότι: «Γνώρισμα του έμφρονος ανθρώπου είναι να αναμιμνήσκει και να σκέφτεται τα όσα όναρ[1] ή ήπαρ[2] βλέπει υπό της μαντικής και του ενθουσιασμού, αλλά και να αναλύει πάντα με τον λογισμό όσα φαντάσματα [εικόνες] είδε, δηλαδή τη σημασία τους για ποιόν δείχνουν κάτι καλό ή κακό για το μέλλον, το παρόν ή το παρελθόν –ἀλλὰ συννοῆσαι μὲν ἔμφρονος τά τε ῥηθέντα ἀναμνησθέντα ὄναρ ἢ ὕπαρ ὑπὸ τῆς μαντικῆς τε καὶ ἐνθουσιαστικῆς φύσεως, καὶ ὅσα ἂν φαντάσματα ὀφθῇ, πάντα λογισμῷ διελέσθαι ὅπῃ τι σημαίνει καὶ ὅτῳ μέλλοντος ἢ παρελθόντος ἢ παρόντος κακοῦ ἢ ἀγαθοῦ». Εξηγεί δε, στον «Τίμαιο, 72.b.7», ότι το ήπαρ έχει αυτή την φύση και αυτή την θέση μέσα στο σώμα: «xάριν μαντικῆς». Επίσης ο Χαιρωνεύς Πλούταρχος, στο «Περί Σωκράτους Δαιμονίου, 588.d.2-5», μας λέγει πως: «στην διάρκεια του ύπνου δεν υπάρχει κάποια φωνή, αλλά λαμβάνοντας κάποιες εντυπώσεις και νοήσεις λόγων οι άνθρωποι νομίζουν ότι ακούνε κάποιους να μιλούν. Όμως σε ορισμένους η αντίληψη αυτού του είδους πραγματώνεται στα όνειρα, επειδή είναι πιο δεκτικοί όταν κοιμούνται, εξαιτίας της ησυχίας και της γαλήνης του σώματος».

Άλλωστε, ο Αισχύλος μας πληροφορεί ότι από τον δεμένο Προμηθέα ό «δαφοινὸς αἰετός» του Δία, ο «πτηνὸς κύων», τρώει το «κελαινόβρωτον ἧπαρ», το οποίο «διὰ πάσης μὲν ἡμέρας βιβρωσκόμενον, νυκτὸς δὲ πάλιν ἀναπληρούμενον καὶ οἷον ἀνακαινιζόμενον»[3]. Δηλ. του στερεί την ικανότητα του να προλέγει τα μελλούμενα, του αφαιρεί την ικανότητα της μαντικής. Μιας και ο Προμηθέας οντικά είναι η ψυχική δύναμη του ανθρώπινου όντος που – στραμμένο με καμπύλο [ἀγκύλως] τρόπο προς τον εαυτό του νοεί τον εαυτό του με νοητικό τρόπο – υπολογίζει πριν από τις εκβάσεις όσα πρόκειται να συμβούν.

Και εξηγούμε, αφού αντιγράψουμε πρώτα τον μύθο από το ησιόδειο «Έργα και Ημέρες, σ. 42 – 105»:

«Οι Θεοί, αλήθεια, κρατούν κρυμμένα τα μέσα της ζωής από τους ανθρώπους. Αλλιώς θα μπορούσε εύκολα να εργάζεσαι μια ημέρα και να έχεις να τρως για όλον τον χρόνο μένοντας άνεργος. Έτσι γρήγορα θα κρεμούσες το πηδάλιο υπέρ του καπνού και θα έπαυαν οι κάματοι των βοδιών και των βασανισμένων ημιόνων. Όμως ο Ζευς τα έκρυψε, επειδή θύμωσε που τον γέλασε ο Προμηθέας που έχει στρεψίβουλες σκέψεις. Για αυτό σχεδίασε βαριές θλίψεις για τους ανθρώπους και τους έκρυψε το πυρ. Τούτη όμως την έκλεψε ύστερα για τους ανθρώπους από τον συνετό Δία ο υιός του Ιαπετού (κρύβοντας την) μέσα στο κοίλωμα ενός νάρθηκα, χωρίς να το πάρει είδηση ο τερπικέραυνος Ζευς. Και ο νεφελοσυντάχτης Ζευς θύμωσε και του είπε: “Ε, υιέ του Ιαπετού, που ξέρεις πονηριές καλύτερα από όλους, χαίρεσαι που έκλεψες το πυρ και μου ξεγέλασες το νου, μα θα είναι μεγάλη συμφορά και για σένα και για τους ανθρώπους που θα γεννηθούν. Σε αυτούς εγώ, αντί του πυρός, θα δώσω ένα κακό, που όλοι θα το έχουν κρυφή χαρά, ενώ θα σφιχταγκαλιάζουν το κακό τους”. Αυτά είπε και γέλασε ο πατήρ ανδρών και θεών. Και πρόσταξε τον ξακουστό τον Ήφαιστο να ανακατέψει γαία και ύδωρ, το γρηγορότερο και να βάλει ανθρώπινη φωνή και δύναμη, ώστε να φτιάσει ένα πλάσμα ωραίο κι ερωτικό παρθένας, όμοιο στην μορφή με τις αθάνατες θεές. Ύστερα η Αθηνά να της μάθει γυναικείες δουλειές, να υφαίνει πολυδαίδαλο ιστό. Και την χρυσή την Αφροδίτη να της περιχύσει χάρη στο κεφάλι και τον πόθο τον πονεμένο και τους καημούς τους αβάσταχτους. Και τον Ερμή πρόσταξε, τον αγγελιοφόρο και πλανευτή που σκότωσε τον Άργο, να βάλει μέσα της ήθος που πλανεύει και αναιδή νου. Αυτά είπε, κι εκείνοι υπάκουσαν στον βασιλιά Δία τον υιό του Κρόνου. Κι αμέσως εκ γαίας ο ξακουστός ο αμφοτερόχωλος έπλασε ομοίωμα ντροπαλής παρθένας, όπως το ήθελε υιός του Κρόνου. Και η θεά η γλαυκώπις Αθηνά την έζωσε και την στόλισε. Κι οι θεές Χάριτες κι η Πότνια Πειθώ της έβαλαν γύρω στο λαιμό χρυσά περιδέραια. Κι ολόγυρα οι Ώρες οι ομορφομαλλούσες της φόρεσαν στεφάνι από ανοιξιάτικα λουλούδια. Και κάθε στολίδι της ταίριασε στο κορμί η Παλλάς Αθηνά. Και κατόπι μέσα στα στήθια της έπλασε ψευτιές και γλυκόλογα και παμπόνηρο φέρσιμο, κατά τις εντολές του Δία του βαρύκτυπου, ο αγγελιοφόρος των θεών που σκότωσε τον Άργο. Κι ύστερα ο κήρυκας των θεών της έβαλε φωνή κι ωνόμασε αυτή τη γυναίκα Πανδώρα, γιατί πάντες που έχουν τα Ολύμπια δώματα την έκαναν δώρο – συμφορά στους ανθρώπους που αγαπούν τα δώρα. Αφού έφτιασε, λοιπόν, την αφεύγατη τούτη ορθόστηλη παγίδα, τον Επιμηθέα έστειλε ο πατήρ τον ξακουστό φονιά του Άργου, τον ταχύτατο αγγελιοφόρο, να του την πάει δώρο των θεών. Μα ο Επιμηθέας δεν θυμήθηκε που του είπε ο Προμηθέας να μη δεχθεί ποτέ δώρο παρά του Ζηνός του Ολυμπίου, αλλά να του το στείλει πίσω, μη τυχόν συμβεί κανένα κακό στους ανθρώπους. Κι αφού δέχτηκε το κακό, θυμήθηκε, όταν πια το είχε στα χέρια του. Πρωτύτερα, αλήθεια, ζούσαν οι άνθρωποι πάνω στη γη μακριά κι έξω από βάσανα κι έξω από βαριούς κόπους κι από αρρώστιες γεμάτες πόνους που φέρνουν τους θανάτους στους ανθρώπους. Μα η γυναίκα, βγάζοντας με τα χέρια της το μεγάλο βούλωμα του πιθαριού, το σκόρπισε, και στους ανθρώπους έφερε βαριές θλίψεις. Μονάχα η Ελπίδα έμεινε εκεί μέσα, στην άσπαστη φυλακή της, κάτω από τα χείλια του πιθαριού, ούτε πέταξε έξω. Διότι πρόφτασε η Πανδώρα κι έβαλε το βούλωμα του πιθαριού με την θέληση του νεφελοσυνάχτη Δία που κρατά την Αιγίδα. Κι άλλα μύρια λυπηρά γυρίζουν ανάμεσα στους ανθρώπους. Γιατί είναι γεμάτη η γη και γεμάτη η θάλασσα από κακά. Κι οι αρρώστιες πάνε όπως θέλουν στους ανθρώπους, άλλες νύχτα κι άλλες ημέρα, κακά τους ανθρώπους φέρνοντας αμίλητες, γιατί τους αφαίρεσε τη μιλιά ο συνετός Ζευς. Έτσι δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγει κανένας τις βουλές του Διός.

«Κρύψαντες γὰρ ἔχουσι θεοὶ βίον ἀνθρώποισιν. ῥηιδίως γάρ κεν καὶ ἐπ᾽ ἤματι ἐργάσσαιο, ὥστε σε κεἰς ἐνιαυτὸν ἔχειν καὶ ἀεργὸν ἐόντα· αἶψά κε πηδάλιον μὲν ὑπὲρ καπνοῦ καταθεῖο, ἔργα βοῶν δ᾽ ἀπόλοιτο καὶ ἡμιόνων ταλαεργῶν. ἀλλὰ Ζεὺς ἔκρυψε χολωσάμενος φρεσὶ ᾗσιν, ὅττι μιν ἐξαπάτησε Προμηθεὺς ἀγκυλομήτης· τοὔνεκ᾽ ἄρ᾽ ἀνθρώποισιν ἐμήσατο κήδεα λυγρά, κρύψε δὲ πῦρ· τὸ μὲν αὖτις ἐὺς πάις Ἰαπετοῖο ἔκλεψ᾽ ἀνθρώποισι Διὸς παρὰ μητιόεντος ἐν κοίλῳ νάρθηκι, λαθὼν Δία τερπικέραυνον. τὸν δὲ χολωσάμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς· «Ἰαπετιονίδη, πάντων πέρι μήδεα εἰδώς, χαίρεις πῦρ κλέψας καὶ ἐμὰς φρένας ἠπεροπεύσας, σοί τ᾽ αὐτῷ μέγα πῆμα καὶ ἀνδράσιν ἐσσομένοισιν.τοῖς δ᾽ ἐγὼ ἀντὶ πυρὸς δώσω κακόν, ᾧ κεν ἅπαντες τέρπωνται κατὰ θυμὸν ἑὸν κακὸν ἀμφαγαπῶντες. «Ὣς ἔφατ᾽, ἐκ δ᾽ ἐγέλασσε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε· ῞Ηφαιστον δ᾽ ἐκέλευσε περικλυτὸν ὅττι τάχιστα γαῖαν ὕδει φύρειν, ἐν δ᾽ ἀνθρώπου θέμεν αὐδὴν καὶ σθένος, ἀθανάτῃς δὲ θεῇς εἰς ὦπα ἐίσκειν παρθενικῆς καλὸν εἶδος ἐπήρατον· αὐτὰρ Ἀθήνην ἔργα διδασκῆσαι, πολυδαίδαλον ἱστὸν ὑφαίνειν· καὶ χάριν ἀμφιχέαι κεφαλῇ χρυσέην Ἀφροδίτην καὶ πόθον ἀργαλέον καὶ γυιοβόρους μελεδώνας· ἐν δὲ θέμεν κύνεόν τε νόον καὶ ἐπίκλοπον ἦθος Ἑρμείην ἤνωγε, διάκτορον Ἀργεϊφόντην. Ὣς ἔφαθ᾽, οἳ δ᾽ ἐπίθοντο Διὶ Κρονίωνι ἄνακτι … [αὐτίκα δ᾽ ἐκ γαίης πλάσσε κλυτὸς Ἀμφιγυήεις παρθένῳ αἰδοίῃ ἴκελον Κρονίδεω διὰ βουλάς· ζῶσε δὲ καὶ κόσμησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη· ἀμφὶ δέ οἱ Χάριτές τε θεαὶ καὶ πότνια Πειθὼ ὅρμους χρυσείους ἔθεσαν χροΐ· ἀμφὶ δὲ τήν γε Ὧραι καλλίκομοι στέφον ἄνθεσι εἰαρινοῖσιν· πάντα δέ οἱ χροῒ κόσμον ἐφήρμοσε Παλλὰς Ἀθήνη·] ἐν δ᾽ ἄρα οἱ στήθεσσι διάκτορος Ἀργεϊφόντης ψεύδεά θ᾽ αἱμυλίους τε λόγους καὶ ἐπίκλοπον ἦθος τεῦξε Διὸς βουλῇσι βαρυκτύπου· ἐν δ᾽ ἄρα φωνὴν θῆκε θεῶν κῆρυξ, ὀνόμηνε δὲ τήνδε γυναῖκα Πανδώρην, ὅτι πάντες Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες δῶρον ἐδώρησαν, πῆμ᾽ ἀνδράσιν ἀλφηστῇσιν. Αὐτὰρ ἐπεὶ δόλον αἰπὺν ἀμήχανον ἐξετέλεσσεν, εἰς Ἐπιμηθέα πέμπε πατὴρ κλυτὸν Ἀργεϊφόντην δῶρον ἄγοντα, θεῶν ταχὺν ἄγγελον· οὐδ᾽ Ἐπιμηθεὺς ἐφράσαθ᾽ ὥς οἱ ἔειπε Προμηθεὺς μή ποτε δῶρον δέξασθαι πὰρ Ζηνὸς Ὀλυμπίου, ἀλλ᾽ ἀποπέμπειν ἐξοπίσω, μή πού τι κακὸν θνητοῖσι γένηται· αὐτὰρ ὃ δεξάμενος, ὅτε δὴ κακὸν εἶχ᾽, ἐνόησε. Πρὶν μὲν γὰρ ζώεσκον ἐπὶ χθονὶ φῦλ᾽ ἀνθρώπων νόσφιν ἄτερ τε κακῶν καὶ ἄτερ χαλεποῖο πόνοιο νούσων τ᾽ ἀργαλέων, αἵ τ᾽ ἀνδράσι κῆρας ἔδωκαν. [αἶψα γὰρ ἐν κακότητι βροτοὶ καταγηράσκουσιν.] Αλλὰ γυνὴ χείρεσσι πίθου μέγα πῶμ᾽ ἀφελοῦσα ἐσκέδασ᾽, ἀνθρώποισι δ᾽ ἐμήσατο κήδεα λυγρά. μούνη δ᾽ αὐτόθι Ἐλπὶς ἐν ἀρρήκτοισι δόμοισιν ἔνδον ἔμεινε πίθου ὑπὸ χείλεσιν οὐδὲ θύραζε ἐξέπτη· πρόσθεν γὰρ ἐπέμβαλε πῶμα πίθοιο [αἰγιόχου βουλῇσι Διὸς νεφεληγερέταο]. ἄλλα δὲ μυρία λυγρὰ κατ᾽ ἀνθρώπους ἀλάληται· πλείη μὲν γὰρ γαῖα κακῶν, πλείη δὲ θάλασσα· νοῦσοι δ᾽ ἀνθρώποισιν ἐφ᾽ ἡμέρῃ, αἳ δ᾽ ἐπὶ νυκτὶ αὐτόματοι φοιτῶσι κακὰ θνητοῖσι φέρουσαι σιγῇ, ἐπεὶ φωνὴν ἐξείλετο μητίετα Ζεύς. οὕτως οὔ τί πη ἔστι Διὸς νόον ἐξαλέασθαι».

Όπως λέγει ο Πρόκλος, στο «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου Έργα και Ημέρες, σ. 48 – 51», ο Προμηθέας είναι εκείνος που δωρίζει στους ανθρώπους τον νου ο οποίος υπολογίζει, πριν από τις εκβάσεις, όσα πρόκειται να συμβούν και τον οποίο έχουν οι άνθρωποι αφού προσέβαλαν νοητική ζωή που από τα ενδιαιτήματα του πατέρα Δία έφτασε σε τούτον εδώ τον τόπο. Οι απάτες του Προμηθέα εναντίον του Διός δηλώνουν ότι ο Προμηθέας προετοίμασε ώστε τα θνητά να μετέχουν στις ψυχές που ανήκουν στη σειρά του Διός ! Αν, μάλιστα, ο Προμηθέας είναι «ἀγκυλομήτης», ανήκει στην σειρά του Κρόνου και νοεί τον εαυτό του με νοητικό τρόπο και είναι στραμμένος με καμπύλο [ἀγκύλως] τρόπο προς τον εαυτό του – «ὁ Προμηθεὺς, Κρόνιος τίς ἐστι καὶ νοερῶς ἑαυτὸν νοῶν, καὶἀγκύλως εἰς ἑαυτὸν ἐπεστραμμένος» λέγει ο Πρόκλος. Ενώ αν είναι «ποικιλομήτης» [ποικιλόνοος], σημαίνει αυτόν που έχει λάβει ποικίλες νοήσεις, τις οποίες δωρίζει και στις ανθρώπινες ψυχές που εξέπεσαν στο σώμα! Το δε κρύψιμο του πυρός, που αναφέρεται στον 50ον στίχο, είναι η αόρατη συγκέντρωση της νοητικής και τεχνικής ζωής, με την οποία ο Ζευς δημιούργησε τον Κόσμο και την οποία δίνει πρώτος εκούσια σε πολλές από τις ψυχές που ήρθαν εδώ κάτω για να την κρατήσουν μυστική και απρόσβλητη. Γιατί το πυρ, που είναι αίτιο φωτός, αποτελεί εικόνα του τεχνικού νου με βάση τον οποίο οι άνθρωποι ζουν αρχικά με νοητικό τρόπο. Ενώ η κλοπή, ή ορθά η χορηγία, του πυρός, που αναφέρεται στον 51ον στίχο, δηλώνει τη «μετάθεσιν» [μεταφορά] από το νοητό και αφανές στο αισθητό και «ἀλλότριον» [ξένο], – γιατί κάθε κλοπή στην πραγματικότητα αποτελεί μυστική μεταφορά του ξένου και ταιριάζει στις ψυχές που μένουν στην περιοχή του νοητού, καθώς ο τεχνικός Λόγος είναι νοητικός. Τον έχει δώσει, λοιπόν, ο Προμηθέας και στις ψυχές που εξέπεσαν εδώ κάτω, για αυτό και ο μύθος αποκάλεσε αυτή την χορηγία κλοπή, επειδή μέσω του Προμηθέα δόθηκε στις ψυχές που κατέβηκαν στον τόπο που τους είναι ξένος.

Εξ ου και ο Ολυμπιόδωρος, στα «Σχόλια στον Γοργία, 48.6.3 – 48.7.17», λέγει πως: 

«Προμηθεύς ἐστιν ὁ ἔφορος τῆς καθόδου τῶν λογικῶν ψυχῶν· τοῦτο γὰρ ἔργον τῆς λογικῆς ψυχῆς, τὸ προμηθεῖσθαι καὶ πρὸ ἄλλου ἑαυτὴν γινώσκειν. τὰ μὲν γὰρ ἄλογα πληττόμενα τῇ πληγῇ συναισθάνεται, ἐπεὶ πρὸ πληγῆς οὐδὲν γινώσκει, ἡ δὲ λογικὴ καὶ πρὸ ἄλλου δύναται ἐπιβάλλειν τοῖς χρηστοῖς. διὰ τοῦτο γοῦν καὶ ὁ Ἐπιμηθεὺς εἰς τὸν ἔφορον τῆς ἀλόγου ψυχῆς λαμβάνεται, ὅτι ἐπὶ τῇ πληγῇ γινώσκει καὶ οὐ πρὸ ταύτης. ἔστιν οὖν Προμηθεὺς μὲν ἡ δύναμις ἡ ἐφεστηκυῖα τῇ καθόδῳ τῶν λογικῶν ψυχῶν· πῦρ δέ ἐστιν ἡ λογικὴ αὕτη ψυχή, ἐπειδὴ ὥσπερ τοῦτο ἀνώφορόν ἐστι, οὕτως καὶ ἡ ψυχὴ τὰ ἄνω διώκει καὶ τούτων ἀντέχεται. διὰ τί δὲ λέγεται κεκλοφέναι τὸ πῦρ; τὸ κλεπτόμενον ἀπὸ τοῦ οἰκείου τόπου εἰς ἀλλότριον μετάγεται· ἐπεὶ οὖν καὶ ἡ λογικὴ ψυχὴ ἀπὸ τῶν ἄνω, τῶν οἰκείων τόπων, καταπέμπεται ἐνταῦθα ὡς εἰς ἀλλότριον, διὰ τοῦτο λέγεται καὶ κεκλέφθαι τὸ πῦρ. διὰ τί δὲ διὰ νάρθηκος; ὁ νάρθηξ σηραγγώδης ἐστί· σημαίνει οὖν τὸ ῥευστὸν σῶμα εἰς ὃ φέρεται ἡ ψυχή. διὰ τί δὲ παρὰ γνώμην τοῦ Διὸς κεκλοφέναι; πάλιν ὁ μῦθος ὡς μῦθος διαγίνεται· ἀμφότεροι μὲν γὰρ ἤθελον, ὅ τε Προμηθεὺς καὶ ὁ Ζεύς, ἄνω μένειν τὴν ψυχήν· ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἔδει κατενεχθῆναι, ὁ μῦθος τὰ οἰκεῖα τοῖς προσώποις ἐποίησεν, καὶ τὸ μὲν κρεῖττον, ὅ ἐστι τὸν Δία, ὡς μὴ θέλοντα ποιεῖ (βούλεται γὰρ αὐτὴν ἀεὶ ἄνω εἶναι), τὸ δὲ χεῖρον ἀναγκάζει καθέλκεσθαι αὐτήν. δέδωκε τοίνυν τὴν Πανδώραν γυναῖκα, ἀντὶ τοῦ «τὸ θηλυπρεπές»· τί δέ ἐστι τοῦτο; ἡ ἄλογος ψυχή. ἐπειδὴ γὰρ ἡ ψυχὴ πέπτωκεν ἐν ταῦθα, οὐκ ἠδύνατο δὲ ἀσώματος οὖσα καὶ θεία ἀμέσως σώματι συναφθῆναι, συνάπτεται διὰ τῆς ἀλόγου ψυχῆς. διὰ τοῦτο γὰρ Πανδώρα λέγεται, ἐπειδὴ ἕκαστος, φησί, τῶν θεῶν δῶρον αὐτῇ ἐχαρίσατο· σημαίνεται δὲ διὰ τούτου ὅτι ἡ ἔλλαμψις τοῖς τῇδε διὰ τῶν οὐρανίων σωμάτων· ἔφη γὰρ ὅτι «τρέπεσθε ὑμεῖς κατὰ τῶν καταδεεστέρων». ἐπειδὴ γάρ, ὡς τὸ φῶς αὐτῇ τῇ ἐνεργείᾳ φωτίζει, οὕτως καὶ ὁ θεὸς αὐτῇ τῇ ἐνεργείᾳ κοσμοποιεῖ—ἔδει οὖν τέλειον εἶναι τὸν κόσμον, τὸ δὲ τέλειον ἔχει ἀρχὴν καὶ μέσα καὶ τέλη· ἐχρῆν οὖν καὶ τρύγα καὶ ἔσχατον ἔχειν τὸν κόσμον, ἵνα ᾖ τὰ ἐν γενέσει καὶ φθορᾷ. εἶπεν δὲ ὁ Ἡσίοδος ὅτι δέδωκεν ἡμῖν αὐτὴν καὶ ἐλάβομεν αὐτὴν

«ἑὸν κακὸν ἀμφαγαπῶντες»,

σημαίνων ὡς διὰ τῆς ἀλόγου ψυχῆς ἡ ἐμπαθὴς ἡμῖν ζωὴ προσγίνεται
».

Βέβαια, «νοήμων (ἔννους)» σύμφωνα με τον Πρόκλο, στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος», τόμος Ε’ (συνέχεια), σ. 346.13 – 17», «είναι μόνον “ὁ τὸν θατέρου κύκλον ὀρθώσας, τὸν δὲ ταὐτοῦ λύσας”, και αυτός σε κάθε περίπτωση θα είναι εκείνος που απελευθέρωσε τον Προμηθέα τον οποίο έχει μέσα του δεμένο λόγω του Επιμηθέα. Γιατί έχει δεθεί λόγω της συμπαράταξης του με το άλογο μέρος, το οποίο ακριβώς λέγεται ότι διευθετεί εκείνος ο Επιμηθέας».

Μάλιστα ο Πρόκλος, στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Ε’, 87.22 – 88.30», αναφέρει πως εκείνος ο πλατωνικός μύθος, στον «Πρωταγόρα, 320.c – 322.d», λέει ότι ο Προμηθέας, όταν διακοσμούσε το ανθρώπινο γένος και λάμβανε πρόνοια για την λογική ημών ζωή, «ἵνα μὴ βαπτισθεῖσα χθονὸς οἴστροις καὶ ταῖς τῆς φύσεως ἀνάγκαις» [για να μην βυθιστεί στα πάθη της χθονός και για να μην φθαρεί από τους καταναγκασμούς της Φύσεως η φύσις ημών], εξάρτησε τη Φύση από τις τέχνες[4] και αυτές ως μιμήσεις του νου τις προέβαλε στις ψυχές που παίζουν, και «διὰ τούτων ἀνεγεῖραι [ανεβάζει] τὸ γνωστικὸν ἡμῶν καὶ διανοητικὸν εἰς τὴν τῶν Εἰδῶν θεωρίαν» [και δια αυτών ανεβάζει την γνωστική και διανοητική ικανότητά μας στην θέαση των Ιδεών][5]. Ενώ ο Πλάτων, στον «Φίληβο, 16.c», μας λέγει ότι η διαλεκτική «δόθηκε στους ανθρώπους από τους θεούς μέσω του Προμηθέα μαζί με το εκτυφλωτικό πυρ – διὰ Προμηθέως ἥκειν τοῖς ἀνθρώποις ἐκ θεῶν ἅμα φανοτάτῳ πυρὶ» – την μετάδοση μάλιστα την από τους θεούς προς εμάς την ονόμαζε «ρήψη». Την διαλεκτική που είναι ο θριγκός των μαθήσεων που μας ανυψώνει στην μία και μόνη αιτία των όλων: στο Αγαθό. Διαλεκτική[6] για την οποία ο Πρόκλος, στο «Εκ των σχολίων εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 2. 1 – 10», μας λέγει ότι αρμόζει μόνο σε όσους έχουν αποκαθάρει τελείως τη διάνοιά τους, που έχουν εκπαιδευτεί με τα μαθηματικά, που έχουν δια των αρετών αποκαθάρει το νεαροπρεπές την ηθών τους και απλά και γνησίως & και ικανώς φιλοσοφούν.

Πέραν αυτών ο Πρόκλος, στο «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα, τόμος Β’ [συνέχεια], 52.20 – 53.18», μας λέγει πως για τις ψυχές υπάρχει μια οδός (πορεία) από του «νοητοῦ πρὸς τὸ νοητὸν καὶ ἀπὸ γενέσεως ἐπὶ γένεσιν». Η μία από αυτές έχει ανατεθεί στους ανάγωγους [ανυψωτικούς] θεούς και η άλλη στους γενεσιουργούς, και όσον αφορά τους Αγγέλους, οι μεν «λύουσιν τὴν ὕλην» και οι άλλοι «τοῖς τῶν καθόδων ἐφόροις». Όπως όμως υπάρχουν θεϊκοί ηγεμόνες για κάθε μία, έτσι πρέπει να νοήσουμε έναν και μοναδικό θεό που προΐσταται της καθόδους και της ανόδου, της ευγονίας και της δυσγονίας της διπλής εν τη γενέσει ζωής. Ο θεός αυτός δεν είναι άλλος από τον Προμηθέα, για τον οποίο ο Πλάτων, στον «Πρωταγόρα, 320.c – 322.d», λέει ότι είναι ο έφορος της ανθρώπινης ζωής, ενώ ο Επιμηθέας της αλόγου φύσεως. Ο Προμηθέας τον οποίο οι Ορφέας & Ησίοδος παρουσιάζουν – δια της κλοπής του πυρός και της στον άνθρωπο δόσεως – να κατεβάζει την ψυχή από το νοητό εις την γένεσιν, καθώς κανονίζει ως κύριος της ανθρώπινης περιόδου [ζωής] τις καλύτερες ή χειρότερες γενέσεις.

Συνεχίζοντα θα πούμε ότι όπως εξηγεί ο Πρόκλος, στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος», τόμος Ε’ (συνέχεια), σ. 329.13 – 330.10», ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 43.a.6 – 44.c.4» μας παραδίδει ότι ολόκληρη η ταραχή της ψυχής οφείλεται σε δύο αιτίες, στην θρεπτική και στην αισθητική ζωή. Αυτές είναι το ορεκτικό [επιθυμητική δύναμη] και η γνωστική δύναμη ολόκληρου του άλογου μέρους της ψυχής, δυνάμεις στις οποίες συνηθίζουμε να διαιρούμε όλες τις δυνάμεις της ψυχής, λέγοντας ότι άλλες είναι ζωτικές και άλλες γνωστικές. Αυτά είναι τα αίτια της ταραχής των ψυχών : η κίνηση της θρεπτικής δύναμης της ψυχής και τα πλήγματα που δέχεται η αίσθηση.

Μαζί με τη θρεπτική δύναμη, μας λέγει ο Πρόκλος στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος», τόμος Ε’ (συνέχεια), σ. 333.3 – 330.10», η αίσθηση ταράζει και θορυβεί τις περιφορές της αθάνατης ψυχής και εμποδίζει την περιφορά του «Ταύτου» και κλονίζει την περιφορά του «Θατέρου». Γιατί, καθώς μέσα στην ψυχή οι κύκλοι είναι δύο κατά μίμηση των θεϊκών ψυχών, ο κύκλος που είναι «ὁ τῶν νοητῶν θεατής» και που είναι ο «διανοητικός», σταματά απλά και μόνο την ενέργειά του χωρίς να υφίσταται καμία διαστροφή [διαστρέβλωση]. Ο κύκλος, όμως, ο «δοξαστικὸς» δεν σταματά απλά και μόνο την ενέργειά του αλλά διαστρέφεται [διαστρεβλώνεται] κιόλας, και δικαιολογημένα. Γιατί είναι δυνατόν να δογματίζει κανείς εσφαλμένα, δεν είναι όμως δυνατόν να έχει κανείς «επιστήμη» εσφαλμένα.

Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει «εὐδαίμονα τὴν ὅλην ἡμῶν ζωήν»; Άραγε δεν είναι το να έχε η λογική την αρετή που της ταιριάζει; Ασφαλώς θα συμφωνήσουμε. Αν όμως είναι «εὔδαιμον» και το «τὸ ὅλον ἡμῶν» [σύνολό μας] όταν «τὸ ἐν ἡμῖν κράτιστον» [κυρίαρχο] είναι τέλειο, τι μας εμποδίζει να είμαστε όλοι άνθρωποι ευδαίμονες, αν το κυρίαρχο μέρος μας «ἀεὶ νοεῖ καὶ ἀεὶ πρὸς τοῖς θείοις ἐστίν»; Γιατί, αν αυτό το μέρος είναι ο νους, δεν έχει καμία σχέση με την ψυχή. Αν είναι μέρος της ψυχής, θα είναι ευδαίμων και η υπόλοιπη ψυχή.

Και ποιος είναι ο ηνίοχος της ψυχής; Άραγε δεν είναι το «χαριέστατον» και «κεφαλαιωδέστατον ἡμῶν»; Και πώς δεν πρέπει να πούμε αυτό, εφόσον ο ηνίοχος είναι αυτός που κυβερνά ολόκληρη την ουσία μας και «τὸν ὑπερουράνιον τόπον ὁρῶν» και εξομοιώνεται με τον «μέγαν ἡγεμόνα» των θεών, ο οποίος «οδηγεί ιπτάμενο – πτηνὸν ἐλαύνοντα» άρμα και «πορεύεται στον ουρανό ως πρώτος ηνίοχος – πρῶτον ἡνίοχον ἐν οὐρανῷ πορευόμενον»; Αν όμως το «τὸ ἐν ἡμῖν κράτιστον» [κυρίαρχο] είναι ο ηνίοχος, και αν αυτός, όπως λέγεται στον «Φαίδρο, 248.a», άλλοτε «μετέωρος φέρεται» [σηκώνεται] και «υψώνει το κεφάλι προς τον εξωτερικό τόπο – αἴρει τὴν κεφαλὴν εἰς τὸν ἔξω τόπον» και άλλοτε βυθίζεται και γεμίζει το άρμα του με χωλότητα και πτώση των φτερών, είναι φανερό το τι προκύπτει από αυτά, ότι δηλ. είναι ανάγκη «τὸ ἐν ἡμῖν κράτιστον» [κυρίαρχο] να βρίσκεται κάθε φορά σε διαφορετική κατάσταση.

Μετά από αυτά, λοιπόν, δικαιολογημένα έχει ειπωθεί, από τον Πλάτωνα, ότι η περιφορά του «Ταύτου» εμποδίστηκε «να κυβερνά και να προχωρεί – ἄρχουσαν καὶ ἰοῦσαν». Γιατί έχει διττή τελειότητα, πρακτική και θεωρητική, και έχει χάσει και τις δύο. Γιατί δεν μπορεί να κυβερνά όσα υπάγονται σε αυτήν λόγω της άστατης κίνησής τους, ούτε μπορεί να προχωρά, δηλ. να νοεί. Γιατί ενέργεια της περιφοράς είναι «τὸ ἰέναι» [η πορεία] και ενέργεια της διανοητικής περιφοράς είναι η διανοητική πορεία [τὸ διανοητικῶς ἐνεργεῖν]. Οι αισθήσεις, λοιπόν, οι οποίες την πλήττουν και «ἐναντία ῥέουσαι», υπό την έννοια ότι κινούνται [πορεύονται] από έξω προς τα μέσα, εμποδίζουν την «νοητήν» πορεία. Η περιφορά, λοιπόν, του «Ταύτου» έχει απογυμνωθεί και από τα δύο, και από την πράξη και από την θεωρία.

Καθώς, λοιπόν, υπάρχει μέσα μας μια τριπλή σειρά, «κατὰ τὴν οὐσίαν, κατὰ τὴν δύναμιν, κατὰ τὴν ἐνέργειαν», η ουσία παραμένει απολύτως ίδια, και ως ουσία και ως ζώσα και ως νοητική. Γιατί, καθώς είναι εικόνα του νου, είναι νοητική, όπως ακριβώς και η πρώτη εικόνα της ψυχής είναι έμψυχη. Οι δυνάμεις, όμως, στην περίπτωση της διάνοιας έχουν εμποδιστεί, ενώ στην περίπτωση της δοξασίας κλονίζονται, και επειδή ακριβώς οι δυνάμεις αντιστοιχούν στις ζωές, η μία ζωή εμποδίζεται και η άλλη κλονίζεται. Γιατί η ζωή της ουσίας είναι αεικίνητος. Οι ενέργειες της διάνοιας έχουν αφαιρεθεί, ενώ της δοξασίας διαστρεβλώθηκαν. Επειδή, μάλιστα, οι ενέργειες της διάνοιας αντιστοιχούν στο νοητικό μέρος είναι φανερό ότι στερούν από την ψυχή τη νόηση. Άρα η ουσία είναι πάντα ζωντανή και αεικίνητη, ενώ οι δυνάμεις και οι ενέργειες λαθεύουν όσον αφορά τη ζωή και τον νου.

Το δοξαστικό μέρος της ψυχής, λοιπόν, διαστρέφεται από τις αισθήσεις, αναπτύσσει ψευδείς δοξασίες και χωρίζεται σε πολλά μέρη (γιατί αυτό είναι ο κύκλος του Θατέρου μέσα στον οποίο γεννιούνται δοξασίες και πίστεις, όπως έχει ειπωθεί και για την ψυχή του Κόσμου). Γίνεται, λοιπόν, γεμάτο από ψευδείς δοξασίες, γιατί διαμελίζεται μαζί με τις αισθήσεις και διχογνωμεί με τον εαυτό του. Και όλα αυτά τα πάθη ανήκουν στις δυνάμεις και στις ενέργειες της ψυχής, ενώ η ουσία της είναι αδιάλυτη, εκτός «από αυτόν που την συνέδεσε», όπως λέει ο ίδιος ο Πλάτων.

Για αυτό και ο Πλάτων είπε ότι «οι περιφορές παθαίνουν αυτά και άλλα τέτοια», εννοώντας τις περιφορές που βρίσκονται μέσα στον κύκλο του «Θατέρου» και που είναι επτά, αφού η περιφορά του κύκλου του «Ταύτου» ήταν μία και έχει παρεμποδιστεί.

Ενώ, ως προείπαμε, νοήμων (ἔννους) είναι «μόνον “ὁ τὸν θατέρου κύκλον ὀρθώσας, τὸν δὲ ταὐτοῦ λύσας”, και αυτός σε κάθε περίπτωση θα είναι εκείνος που απελευθέρωσε τον Προμηθέα τον οποίο έχει μέσα του δεμένο λόγω του Επιμηθέα. Γιατί έχει δεθεί λόγω της συμπαράταξης του με το άλογο μέρος, το οποίο ακριβώς λέγεται ότι διευθετεί εκείνος ο Επιμηθέας».

Έτσι, λοιπόν, οι περιφορές – περίοδοί μας προκόβουν σύμφωνα με τη φύση και «κάνουν αυτόν που τις έχει να γίνεται φρόνιμος». Και δικαιολογημένα ο Πλάτων είπε «να γίνεται», επειδή οι περιφορές – περίοδοι κινούνται με φυσικό τρόπο, όταν κανείς γίνεται από αυτές φρόνιμος.

Ο Πλάτων, λοιπόν, στον «Φαίδρο, 247.c +», εξηγεί ο Πρόκλος στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος», τόμος Ε’ (συνέχεια), σ. 348.29 – 349.22», παρουσίασε την ευδαίμονα ζωή της ψυχής, κατά την οποία η ψυχή «συμπεριπολοῦσα τοῖς θεοῖς» επί «τὸν ὑπερουράνιον ἀνατρέχει τόπον καὶ θεᾶται αὐτὴν δικαιοσύνην, αὐτὴν σωφροσύνην καὶ ἑκάστην τῶν θείων ἀρετῶν». Και πάλι σιγά-σιγά από εκείνη την κορυφαία ευδαιμονία & μακαριότητα την οδήγησε στην κατάσταση όπου άλλοτε υψώνει το κεφάλι της πάνω από τον νοητό ουρανό, στον υπερουράνιου τόπο, και άλλοτε μπαίνει μέσα στον νοητό ουρανό, και από αυτά με ύφεση [υποβάθμιση] «εἰς τὸ μηδὲν ὁρῶσαν ἔτι συνέπεσθαι διὰ συνήθειαν» [στο να μη βλέπει τίποτα και στο να ακολουθεί από συνήθεια]. Γιατί «ἡ εἰς γένεσιν πτῶσις» δεν συμβαίνει ευθύς από το νοητό και «ἀθρόως» [μεμιάς], αλλά προοδεύει μέσα από πολλά ενδιάμεσα στάδια.

Μάλιστα στο Ησιόδειο έργο «Έργα και Ημέρες, σ. 57-58» βλέπουμε τον Δία να λέγει ότι «στους ανθρώπους αντί πυρός θα δώσω κακό, που όλοι θα το έχουν κρυφή χαρά, ενώ θα σφιχταγκαλιάζουν το κακό τους – τοῖς δ᾽ ἐγὼ ἀντὶ πυρὸς δώσω κακόν, ᾧ κεν ἅπαντες τέρπωνται κατὰ θυμὸν ἑὸν κακὸν ἀμφαγαπῶντες»: δηλαδή στους ανθρώπους που υποδέχτηκαν την άνωθεν κλαπείσα ψυχή που έπεσε εδώ κάτω, θα δώσει κακό, την Πανδώρα, δηλαδή την άλογη ζωή, με την οποία θα χαίρονται και θα ζούνε αγαπώντας το κακό τους. Γιατί η αλογία είναι κακό για την λογική. Είναι όμως αναγκαία, προκειμένου η ψυχή να μην επικοινωνεί άμεσα με το σώμα!

Ο Πλάτων, όμως, στον «Τίμαιο, 44.b», αφού παρουσίασε περιστασιακά τα πάθη της ψυχής που έπεσε «εἰς γένεσιν», «τὰς στροφὰς καὶ τὰς κλάσεις καὶ τοὺς ὀχετοὺς», θέλει σιγά-σιγά να την επαναφέρει στη νοητική και κατά φύση ζωή. Εκεί, όμως, στον «Φαίδρο, 248.e +», όταν σταματούσε τα καλύτερα και τα αγαθά που χορηγούνταν από τον νου και τους θεούς, παρεισέφρεαν τα χειρότερα, «χωλεία καὶ πτερορρύησις καὶ λήθη καὶ συντυχία καὶ βαρύτης» [η χωλότητα, η πτώση των πτερών της ψυχής, η λήθη, η ατυχία και η βαρύτητα]. Στον «Τίμαιο», όμως, όταν σταματούν τα χειρότερα, αμέσως, σύμφωνα με τη φύση, αναιρούνται τα εμπόδια από την ύλη και εμφανίζονται τα ανώτερα, η «τάξις καὶ λόγος καὶ ἡ λελογισμένη καὶ ἔμφρων κατάστασις». Γιατί οι ίδιοι, μόλις προχωρήσουμε σε ηλικία, γινόμαστε πιο φρόνιμοι και, αφού γίνουμε πιο λογικοί, κατακτάμε την ομαλή και τακτική ζωή, υπό την καθοδήγηση της φύσης.

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι το με εντολή του Διός χειροπόδαρα δέσιμο του Προμηθέα με τα των «ἀδαμαντίνων δεσμῶν» από το Κράτος και την Βία – σε «τηλουρὸν πέδον» επί το όρος Καύκασος – σηματοδοτεί το εξής γεγονός : κατά την «είσκριση[7]» της η νοητική ψυχή (αυτό που λέμε αθάνατο μέρος του ανθρώπου ή νου/λογιστικό της ψυχής) στο από τους εγκόσμιους θεούς δημιουργούμενο «ὀστρεῶδες» [οστρακοειδές] ορατό & οργανικό σώμα ταράζεται, λόγω δηλ. της πτώσης της «εἰς γένεσιν», η περιφορά του κύκλου του «Ταύτου» δένεται, δηλ. οι ενέργειες της διανοίας της ψυχής εμποδίζονται στο «να κυβερνούν και να προχωρούν», ενώ της δοξασίας, δηλ. η περιφορά του κύκλου του «Θατέρου», δεν σταματούν απλά και μόνο την ενέργειά τους αλλά διαστρέφονται [διαστρεβλώνονται]: και αυτά κατά την έννοια ότι η ψυχή μετέχει και άλογης ζωής προκειμένου να μην επικοινωνεί άμεσα με το σώμα. Επειδή, μάλιστα, οι ενέργειες της διάνοιας αντιστοιχούν στο νοητικό μέρος είναι φανερό ότι η ψυχή στερείτε τη νόηση. Επακόλουθο είναι το ότι η ψυχή στερείται και την φυσική και άτεχνη μαντική, καθώς το του επιθυμητικούς μέρους της ψυχής κάτοπτρο, δηλ. το ήπαρ, δεν δέχεται πλέον νοητικά σύμβολα από τον νου. Ως εκ τούτου καθίσταται έρμαιο ειδώλων και φαντασμάτων που δεν μπορεί από μόνο του να κατανοήσει.

Άλλωστε όπως λέγει ο Δαμάσκιος, «Στο σχόλιο στον πλατωνικό Φαίδωνα, 130. 1 – 5» λέγει: «Κορικῶς μὲν εἰς γένεσιν κάτεισιν ἡ ψυχή, Διονυσιακῶς δὲ μερίζεται ὑπὸ τῆς γενέσεως, Προμηθείως δὲ καὶ Τιτανικῶς ἐγκαταδεῖται τῷ σώματι. λύει μὲν οὖν ἑαυτὴν Ἡρακλείως ἰσχύσασα, συναιρεῖ δὲ διὰ Ἀπόλλωνος καὶ τῆς Σωτείρας Ἀθηνᾶς καθαρτικῶς τῷ ὄντι φιλοσοφοῦσα, ἀνάγει δὲ εἰς τὰ οἰκεῖα αἴτια ἑαυτὴν μετὰ τῆς Δήμητρος». Δηλαδή η ψυχή κατέρχεται «εν τη γενέσει» κατά τον τρόπο της Κόρης, μερίζεται (διασπάται) «εν τη γενέσει» κατά τον τρόπο του Διονύσου, δένεται με το σώμα κατά τον τρόπο του Προμηθέα και των Τιτάνων, απελευθερώνεται αποκτώντας την δύναμη του Ηρακλή και συμμαζεύεται με τον Απόλλωνα και με την Σώτειρα Αθηνά καθάρεται, ενώ με την όντως Φιλοσοφία, ανάγεται στα αίτια της με την Δήμητρα.

Κατά αυτή την έννοια λέμε ότι η πορείας της ψυχής περιγράφεται και αντιστοιχεί στους κάτωθι μύθους: η άνοδος και η κάθοδος της από τον μύθο της Κόρης και της Δήμητρας, ο δε εγκλωβισμός και η απελευθέρωση της από τον μύθο του Προμηθέα που αλυσοδένεται και εν συνεχεία απελευθερώνεται από τον Ηρακλή, τέλος, ο Διαμελισμός και επαν-ολοκλήρωση της ψυχής από τον μύθο του κατακερματισμού του Διόνυσου Ζαγρέα και τον από-κερματισμό του από τον Απόλλων και την Αθηνά Σώτειρα.

Δηλαδή τον επίμαχο μύθο του Προμηθέα, έτσι όπως το πραγματεύεται ο δε Αισχύλος στην τραγωδία του «Προμηθέας δεσμώτης», ο Ησίοδος στα «Έργα και Ημέρες» και ο Πλάτων στον «Πρωταγόρα, 320.d – 322.d», τον πραγματεύεται ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 42.e.2 -44.d.9», αυτή την φορά ως εξήγηση και θεωρία φιλοσοφική & θεολογική.

Ενώ το θέμα της τραγωδίας του Αισχύλου «Προμηθέας Λυόμενος» και «Προμηθέας Πυρφόρος», το πραγματεύεται ο Πλάτων στον «Φαίδρο, 245.b – 253.c», αυτή την φορά ως εξήγηση και θεωρία φιλοσοφική & θεολογική.

Πιο αναλυτικά:

Εκ των Ησιόδειων έργων «Θεογονία» [σ. 116 – 514] & «Έργα και Ήμερες» [σ. 44 – 105] γνωρίζουμε ότι: ο Τιτάνας Ιαπετός[8], ο αδελφός του Ωκεανού, είναι υιός του Ουρανού και ης Γαίας. Ο Ιαπετός έσμιξε με την «καλλίσφυρον» Ωκεανίδα Κλυμένη, ή με την Τιτανίδα Θέμιδα, και γεννήθηκε ο «ποικίλος αἰολόμητις» Τιτάνας Προμηθέας, ο Τιτάνας Επιμηθέας, ο Τιτάνας Άτλαντας κλπ. Ο Τιτάνας Άτλαντας – στο όρος Κυλλήνη της Αρκαδίας – έσμιξε με την Ωκεανίδα Πλειόνη ή Πληιόνη ή Αίθρα, την κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος, και γεννήθηκαν οι επτά Πλειάδες[9]: η Μαία, η Ταϋγέτη, η Ηλέκτρα, η Στερόπη (ή Αστερόπη), η Κελαινώ, η Αλκυόνη και η Μερόπη. Ο Τιτάνας Επιμηθέας έσμιξε με την Πανδώρα, την εκ γαίας και ύδατος πλασμένη από τον Ήφαιστο κατ’ εντολή του Διός, και γεννήθηκε η θνητή Πύρρα. Ο Τιτάνας Προμηθέας έσμιξε με την Πλειάδα Κελαινώ [=μέλαινα] και γεννήθηκε ο Δευκαλίωνας. Ο Δίας ή ο Δευκαλίωνας έσμιξε με την Πύρρα και γεννήθηκε ο Έλλην – «γίνονται δὲ ἐκ Πύρρας Δευκαλίωνι παῖδες Ἕλλην μὲν πρῶτος, ὃν ἐκ Διὸς γεγεννῆσθαι <ἔνιοι> λέγουσι» κατά τον Απολλόδωρο τον Αθηναίο [Μυθολογική Βιβλιοθήκη, τόμος Α’, 1.49.1].

Το αυτό γεγονός, η γένεση του Έλληνα, μυθολογικά έλαβε χώρα, όπως μας λέγει ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος [Μυθολογική Βιβλιοθήκη, τόμος Α΄, 1.47. 1 – 4], μετά την καταστροφή του χάλκινου γένους[10] και ταυτόχρονα με την ακολουθούμενη εκ του Διός δημιουργία του ιερού γένους των Ηρώων[11] (που διήρκεσε οκτώ γενιές μέχρι τα Τρωικά), άλλωστε όπως λέγει ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος [Μυθολογική Βιβλιοθήκη, 1.50.1] ο Έλλην «ἀφ᾽ αὑτοῦ τοὺς καλουμένους Γραικοὺς προσηγόρευσεν Ἕλληνας».

Αλλά ας δούμε όλο τον μύθο που παραθέτει ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος [Μυθολογική Βιβλιοθήκη, Τόμος Α’, 1.47.1 – 1.50.13]:

«Επειδή ο Ζεύς θέλησε να εξαφανίσει το χάλκινο γένος, ο Δευκαλίωνας κατά προτροπή του Προμηθέα έφτιαξε μια λάρνακα και, αφού έβαλε μέσα τα αναγκαία, μπήκε κι αυτός μαζί με την Πύρα. Ο Ζευς έριξε έχυσε από τον ουρανό πολύ υετό πλημυρίζοντας τα περισσότερα μέρη της Ελλάδος, έτσι ώστε διεφθάρησαν [πέθαναν] όλοι οι άνθρωποι, εκτός από λίγους, οι οποίοι κατέφυγαν στα κοντινά υψηλά όρη. Τότε χωρίστηκαν και τα όρη της Θεσσαλίας και πλημμύρισαν όλες οι περιοχές έξω από τον Ισθμό και την Πελοπόννησο. Ο Δευκαλίωνας όμως μέσα στην λάρνακα, παρασυρόμενος στην θάλασσα για εννέα ημέρες και νύκτες, έπιασε στον Παρνασσό κι εκεί, όταν σταμάτησε ο όμβρος, βγήκαν έξω και πρόσφεραν θυσία στον Φύξιο Ζευς. Ο Ζεύς, στέλνοντας του τον Ερμή, τον προέτρεψε να διαλέξει ότι θέλει. Κι αυτός διάλεξε να του γεννήσει ανθρώπους. Όπως του είπε λοιπόν ο Ζευς, έπαιρνε λίθους και τους πετούσε πάνω από το κεφάλι του. Όσοι πέταξε ο Δευκαλίωνας έγιναν άνδρες, όσοι έταξε η Πύρρα γυναίκες. Για αυτό και ονομάστηκαν λαοί μεταφορικά, από το λάας που είναι ο λίθος. Ο Δευκαλίωνας απέκτησε από την Πύρρα δυο υιούς, πρώτο τον Έλληνα, που όπως λένε κάποιοι, γεννήθηκε από τον Δία και δεύτερο τον Αμφικτύονα, που έγινε βασιλιάς στην Αττική μετά τον Κραναό, και μία θυγατέρα, την Πρωτογένεια, που από τον Δία γέννησε τον Αέθλιο. Από τον Έλληνα και τη νύμφη Ορσηίδα γεννήθηκαν ο Δώρος, ο Ξούθος και ο Αίολος. Αυτός ονόμασε Έλληνες τους λεγόμενους Γραικούς και μοίρασε τη χώρα τα παιδιά του. Ο Ξούθος, που πήρε την Πελοπόννησο, απέκτησε από την Κρέουσα, κόρη του Ερεχθέα, τον Αχαιό και τον Ίωνα, από τους οποίους ονομάστηκαν οι Αχαιοί και οι Ίωνες. Ο Δώρος έλαβε την περιοχή πέρα από την Πελοπόννησο και ονόμασε τους κατοίκους της με το όνομά του Δωριείς. Ο Αίολος, ως βασιλέας στην περιοχή της Θεσσαλίας, ονόμασε τους κατοίκους της Αιολείς, παντρεύτηκε την Εναρέτη, κόρη του Δηίμαχου, και απέκτησε επτά γιούς, τον Κρηθέα, τον Σίσυφο, τον Αθάμαντα, τον Σαλμωνέα, τον Δηιόνα, τον Μάγνητα και τον Περιήρη, και πέντε κόρες, την Κανάκη, την Αλκυόνη, την Πεισιδίκη, την Καλύκη και την Περιμήδη

«ἐπεὶ δὲ ἀφανίσαι Ζεὺς τὸ χαλκοῦν ἠθέλησε γένος, ὑποθεμένου Προμηθέως Δευκαλίων τεκτηνάμενος λάρνακα, καὶ τὰ ἐπιτήδεια ἐνθέμενος, εἰς ταύτην μετὰ Πύρρας εἰσέβη. Ζεὺς δὲ πολὺν ὑετὸν ἀπ᾽ οὐρανοῦ χέας τὰ πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος κατέκλυσεν, ὥστε διαφθαρῆναι πάντας ἀνθρώπους, ὀλίγων χωρὶς οἳ συνέφυγον εἰς τὰ πλησίον ὑψηλὰ ὄρη. τότε δὲ καὶ τὰ κατὰ Θεσσαλίαν ὄρη διέστη, καὶ τὰ ἐκτὸς Ἰσθμοῦ καὶ Πελοποννήσου συνεχύθη πάντα. Δευκαλίων δὲ ἐν τῇ λάρνακι διὰ τῆς θαλάσσης φερόμενος <ἐφ᾽> ἡμέρας ἐννέα καὶ νύκτας <τὰς> ἴσας τῷ Παρνασῷ προσίσχει, κἀκεῖ τῶν ὄμβρων παῦλαν λαβόντων ἐκβὰς θύει Διὶ φυξίῳ. Ζεὺς δὲ πέμψας Ἑρμῆν πρὸς αὐτὸν ἐπέτρεψεν αἱρεῖσθαι ὅ τι βούλεται· ὁ δὲ αἱρεῖται ἀνθρώπους αὐτῷ γενέσθαι. καὶ Διὸς εἰπόντος ὑπὲρ κεφαλῆς ἔβαλλεν αἴρων λίθους, καὶ οὓς μὲν ἔβαλε Δευκαλίων, ἄνδρες ἐγένοντο, οὓς δὲ Πύρρα, γυναῖκες. ὅθεν καὶ λαοὶ μεταφορικῶς ὠνομάσθησαν ἀπὸ τοῦ λᾶας ὁ λίθος. γίνονται δὲ ἐκ Πύρρας Δευκαλίωνι παῖδες Ἕλλην μὲν πρῶτος, ὃν ἐκ Διὸς γεγεννῆσθαι <ἔνιοι> λέγουσι, <δεύτερος δὲ> Ἀμφικτύων ὁ μετὰ Κραναὸν βασιλεύσας τῆς Ἀττικῆς, θυγάτηρ δὲ Πρωτογένεια, ἐξ ἧς καὶ Διὸς Ἀέθλιος. Ἕλληνος δὲ καὶ νύμφης Ὀρσηίδος Δῶρος Ξοῦθος Αἴολος. αὐτὸς μὲν οὖν ἀφ᾽ αὑτοῦ τοὺς καλουμένους Γραικοὺς προσηγόρευσεν Ἕλληνας, τοῖς δὲ παισὶν ἐμέρισε τὴν χώραν· καὶ Ξοῦθος μὲν λαβὼν τὴν Πελοπόννησον ἐκ Κρεούσης τῆς Ἐρεχθέως Ἀχαιὸν ἐγέννησε καὶ Ἴωνα, ἀφ᾽ ὧν Ἀχαιοὶ καὶ Ἴωνες καλοῦνται, Δῶρος δὲ τὴν πέραν χώραν Πελοποννήσου λαβὼν τοὺς κατοίκους ἀφ᾽ ἑαυτοῦ Δωριεῖς ἐκάλεσεν, Αἴολος δὲ βασιλεύων τῶν περὶ τὴν Θεσσαλίαν τόπων τοὺς ἐνοικοῦντας Αἰολεῖς προσηγόρευσε, καὶ γήμας Ἐναρέτην τὴν Δηιμάχου παῖδας μὲν ἐγέννησεν ἑπτά, Κρηθέα Σίσυφον Ἀθάμαντα Σαλμωνέα Δηιόνα Μάγνητα Περι ήρην, θυγατέρας δὲ πέντε, Κανάκην Ἀλκυόνην Πεισι δίκην Καλύκην Περιμήδην».

Πέραν τούτων και ο Αισχύλος, στον «Προμηθέα Δεσμώτη, σ. 228 – 236», βάζει τον Προμηθέα να μας πει ότι: «Μόλις κάθισε στον πατρικό του θρόνο ο Ζευς, αμέσως άρχισε προνόμια να προφέρει στους θεούς, αυτό στον έναν και στον άλλον άλλο, σε κλήρους διαμοιράζοντας την εξουσία, δίχως καθόλου να γνοιαστεί για τους ταλαίπωρους βροτούς, μα αντίθετα ήθελε να ξεπαστρέψει όλο το γένος τους, κι άλλο καινούργιο να φυτέψει. Και έξω από εμένα, κανείς σε αυτά δεν αντιστάθηκε. Εγώ μονάχα τόλμησα. Και τους ανθρώπους γλύτωσα, να μην κατέβουν θρύμματα στον Άδη.

«ὅπως τάχιστα τὸν πατρῷον ἐς θρόνον καθέζετ᾽, εὐθὺς δαίμοσιν νέμει γέρα ἄλλοισιν ἄλλα, καὶ διεστοιχίζετο ἀρχήν, βροτῶν δὲ τῶν ταλαιπώρων λόγον οὐκ ἔσχεν οὐδέν᾽, ἀλλ᾽ ἀιστώσας γένος τὸ πᾶν ἔχρῃζεν ἄλλο φιτῦσαι νέον. καὶ τοῖσιν οὐδεὶς ἀντέβαινε πλὴν ἐμοῦ. ἐγὼ δ᾽ ἐτόλμησ᾽· ἐξελυσάμην βροτοὺς τὸ μὴ διαρραισθέντας εἰς Ἅιδου μολεῖν».

Ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα, όμως, όπως λέγει ο Νόννος στα «Διονυσιακά, ραψωδία Στ’, σ. 206 – 370», έγινε από τον «ὑέτιο Ζεύς» προς τιμήν του κατακερματισμένου εκ των Τιτάνων πρώτου Διονύσου, του υιού του με την Κόρη Περσεφόνη: του «Ζαγρέος εὐκεράοιο». Αλλά ας δούμε τι λέει ο Νόννος : ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα, λέγει ο Νόννος στα «Διονυσιακά, ραψωδία Στ’, σ. 206 – 370», έγινε από τον «ὑέτιο Ζεύς» προς τιμήν του κατακερματισμένου εκ των Τιτάνων πρώτου Διονύσου, του «Ζαγρέος εὐκεράοιο» που είναι γιός του Διός και της Κόρης Περσεφόνης. Αλλά ας δούμε τι λέει ο Νόννος:

«Ό πατήρ Ζεύς, τον τεμαχισμό του πρώτου Διονύσου αντιλαμβανόμενος από την αντανάκλαση της μορφής επάνω στο δόλιο κάτοπτρο, καταδίωξε με εκδικητικό πυρσό την μητέρα των Τιτάνων και του ομορφοκέρατου Ζαγρέα τους φονιάδες τους φυλάκισε κλείνοντας την πύλη του Ταρτάρου. Από τα δέντρα που καίγονταν μαραίνοταν η βλάστηση της θλιμέννης γης. Ανέφλεξε την ανατολή, και με βέλος φλογερό έβαλε φωτιά στο ανατολικό Βάκτριο κατώφλι, ενώ με τα Ασσύρια κύματα που περνούν από κοντά φλεγόταν η Κασπία θάλασσα και ο ινδικός πορθμός. Από τα πυρωμένα κύματα του Ερυθρού κόλπου θερμαινόταν ο Άραβας Νηρέας. Την δύση στο απέναντι μέρος της οδού της εξαφάνιζε με τον κεραυνό της αυγής ο φλεγόμενος στοργικός πατέρας Ζευς. Και κάτω από το πέλμα του Ζέφυρου η μισκοκαμμένη δυτική θάλασσα τίναζε προς τα έξω υγρό φως. Το ίδιο και οι Αρκτικοί πορθμοί. Και η ράχη της βόρειας θάλασσας από την ίδια φλόγα χτυπημένη πάφλαζε. Μα και του Νότου η μεσημβρινή γωνία, που βρίσκεται κάτω από την χιονισμένη καμπή του Αιγόκερω, έβραζε από ακόμη πιο θερμό σπινθήρα φλογισμένη. Ο Ωκεανός εκλιπαρούσε, χύνοντας ύδωρ από ποτάμια δάκρυα μέσα από τα υγρά του βλέφαρα. Τότε πια ο Ζευς μαλάκωσε την οργή του και, καθώς είδε την γη να κατατρώγεται από τον κεραυνό, την σπλαχνίστηκε και θέλησε με ύδωρ να ξεπλύνει τα αποτεφρωμένα της λείψανα και την φλογισμένη πληγή της. Τότε ο βροχοφόρος Ζευς έφερε κατακλυσμό σε όλη την γαία, αφού πρώτα γέμισε τον πόλο με πυκνά νέφη. Οι υδρορροές που βάσταγαν το ύδωρ του 7-πορου αιθέρος άνοιξαν, καθώς ο Ζευς διέταξε βροχή. Του πολύφλοισβου κόλπου οι χαράδρες μούγκρισαν με ορμητικότερους χείμαρρους. Οι λίμνες, του Ωκεανού, οι αποσπασθέντες θυγατέρες, ξεχείλισαν. Οι κρουνοί εξακόντιζαν στον αέρα του Ωκεανού το επίπεδο ύδωρ, οι βράχοι ψιλόβρεχαν. Τότε ο Δευκαλίων πέρασε τα υψωμένα ύδατα ναυτίλος άφθαστος στων αιθέρων την ρότα. Μια Λάρνακα ήταν ο στόλος του που έπλεε σε δική της πορεία και μόνη της κινιόταν σαν αυτόματη, διασχίζοντας τα μανιασμένα ύδατα δίχως να βρίσκει λιμάνι. Τότε πια έγινε ο Κόσμος άκοσμος κι ο πάντροφος Αιών διέλυσε την προαιώνια αρμονία του ανθρώπινου γένους. Μα κάτω από τα ένθεα νεύματα του Διός ο κυανοχαίτης Ποσειδών χτύπησε με την τρίαινα, που την γαία τέμνει, την μεσόμφαλο άκρη του Θεσσαλικού σκοπέλου (βουνού) και την έσχισε στα δυο, και δια μέσου της χωρισμένης κορυφής χίμηξε το ύδωρ με αστραφτερούς ιριδισμούς. Τίναξε κι η γη από πάνω της τα ύδατα της θεόσταλτης πλημύρας και σήκωσε ξανά το κεφάλι. Κατρακυλούσαν τα αυλάκια του ύδατος σε βαθειές κρυψώνες και φανερώθηκαν τα βουνά. Ο ήλιος έχυνε το διψασμένο φως του και στέγνωνε της γης την υγρή επιφάνεια. Τα ύδατα έφευγαν μέσα σε κοινά αυλάκια, και χάρη σε ακόμα πιο θερμές ακτίνες οι λάσπες ξεράθηκαν κι έγιναν όπως πρώτα. Η ανθρώπινη τέχνη έχτισε πολιτείες στηριγμένες σε πέτρινα θεμέλια. Οικοδομήθηκαν κι ανάκτορα και φτιάχτηκαν δρόμοι ασφαλείς στις νεόχτιστες πόλεις από τη νέα γενιά των ανθρώπων. Η φύση γέλασε ξανά. Τα φτερά των πουλιών που πετούν μαζί με τους δυνατούς ανέμους σπάθισαν και πάλι τον αέρα.

«Ζεὺς δὲ πατήρ, προτέροιο δαϊζομένου Διονύσου γινώσκων σκιόεντα τύπον δολίοιο κατόπτρου, μητέρα Τιτήνων ἐλάσας ποινήτορι πυρσῷ Ζαγρέος εὐκεράοιο κατεκλήισε φονῆας Ταρταρίῳ πυλεῶνι· καὶ αἰθομένων ἀπὸ δένδρων θερμὰ βαρυνομένης ἐμαραίνετο βόστρυχα γαίης. ἀντολίην δ᾽ ἔφλεξε, καὶ αἰθαλόεντι βελέμνῳ αἴθετο Βάκτριον οὖδας ἑώιον, ἀγχιπόροις δὲ κύμασιν Ἀσσυρίοισιν ἐδαίετο Κάσπιον ὕδωρ, Ἰνδῷοί τε τένοντες· Ἐρυθραίοιο δὲ κόλπου ἔμπυρα κυμαίνοντος Ἄραψ θερμαίνετο Νηρεύς. καὶ δύσιν ἀντικέλευθον ἑῷ πρήνιξε κεραυνῷ Ζεὺς πυρόεις φιλότεκνος· ὑπὸ Ζεφύροιο δὲ ταρσῷ ἡμιδαὴς σέλας ὑγρὸν ἀπέπτυεν ἑσπερὶς ἅλμη … Ἀρκτῷοί τε τένοντες· ὁμοφλεγέος δὲ καὶ αὐτῆς πηγνυμένης πάφλαζε Βορήια νῶτα θαλάσσης· καὶ Νοτίου νιφόεσσαν ὑπὸ κλίσιν Αἰγοκερῆος θερμοτέρῳ σπινθῆρι μεσημβρινὸς ἔζεεν ἀγκών. καὶ διεροῖς βλεφάροις ποταμήια δάκρυα λείβων Ὠκεανὸς λιτάνευε χέων ἱκετήσιον ὕδωρ· Ζεὺς δὲ χόλον πρήυνε, βαρυνομένην δὲ κεραυνῷ γαῖαν ἰδὼν ἐλέαιρε, καὶ ἤθελεν ὕδατι νίψαι λύματα τεφρήεντα καὶ ἔμπυρον ἕλκος ἀρούρης. καὶ τότε γαῖαν ἅπασαν ἐπέκλυσεν ὑέτιος Ζεὺς πυκνώσας νεφέεσσιν ὅλον πόλον, οὐρανίη δὲ βρονταίοις πατάγοισι Διὸς μυκήσατο σάλπιγξ, ἀστέρες ὁππότε πάντες ἐνὶ σφετέροισι μελάθροις κεκριμένοι δρόμον εἶχον, ἐπεὶ τετράζυγι δίφρῳ Ἠέλιος σελάγιζε λεοντείων ἐπὶ νώτων ἱππεύων ἑὸν οἶκον· ἑπταπόρου δὲ αἰθέρος ὑδατόεντες ἀνωίχθησαν ὀχῆες Ζηνὸς ἐπομβρήσαντος· ἐριφλοίσβοιο δὲ κόλπου κρουνοῖς πλειοτέροισιν ἐμυκήσαντο χαράδραι, ὑδρηλαὶ δὲ θύγατρες ἀποσπάδες Ὠκεανοῖο λίμναι ἐκουφίζοντο, καὶ ἠέρι νέρτερον ὕδωρ κρουνοὶ ἀκοντιστῆρες ἀνέβλυον † Ὠκεανοῖο καὶ σκοπιαὶ ῥαθάμιζον, καὶ τότε Δευκαλίων περόων ὑψούμενον ὕδωρ ναυτίλος ἦν ἀκίχητος, ἔχων πλόον ἠεροφοίτην, καὶ στόλος αὐτοκέλευθος ἄτερ ποδός, ἄμμορος ὅρμου, λάρνακος αὐτοπόροιο κατέγραφε δύσνιφον ὕδωρ. καί νύ κε κόσμος ἄκοσμος ἐγίνετο, καί νύ κεν ἀνδρῶν ἄσπορον ἁρμονίην ἀνελύσατο πάντροφος Αἰών· ἀλλὰ Διὸς ζαθέοις ὑπὸ νεύμασι Κυανοχαίτης Θεσσαλικοῦ σκοπέλοιο μεσόμφαλον ἄκρον ἀράξας γειοτόμῳ τριόδοντι διέσχισε, καὶ διὰ μέσσου ῥηγνυμένου πρηῶνος ἐχάζετο μέρμερον ὕδωρ· καὶ χύσιν ὑψικέλευθον ἀπωσαμένη νιφετοῖο γαῖα φάνη παλίνορσος· ἐλαυνομένων δὲ ῥεέθρων εἰς βυθίους κευθμῶνας ἐγυμνώθησαν ἐρίπναι. καὶ χθονὸς ὑγρὰ μέτωπα χέων πολυδίψιον αἴγλην Ἠέλιος ξήραινε· παχυνομένων δὲ ῥοάων θερμοτέραις ἀκτῖσιν ἐχερσώθη πάλιν ἰλὺς οἷα πάρος. βροτέῃ δὲ τετυγμένα μείζονι τέχνῃ ἄστεα λαϊνέοισιν ἐνεστήρικτο θεμέθλοις, δωμήθη δὲ μέλαθρα, νεοκτίστων δὲ πολήων ἀρτιγόνοις μερόπεσσιν ἐγυρώθησαν ἀγυιαί. καὶ φύσις ἂψ ἐγέλασσε· συνιπταμένων δὲ θυέλλαις ὀρνίθων πτερύγεσσιν ἐρετμώθη πάλιν ἀήρ».

Άρα, όπως θα διαπιστώσουμε και στην συνέχεια του κειμένου, όχι μόνον η γένεση του Έλληνα, μυθολογικά, έλαβε χώρα μετά την εκ του Διός και δια του κατακλυσμού του Δευκαλίωνα καταστροφή του χάλκινου γένους, την εποχή που βασιλιάς στην Αττική ήταν ο Κραναός, και ταυτόχρονα με την ακολουθούμενη εκ του Διός δημιουργία του ιερού γένους των Ηρώων το οποίο διήρκεσε οκτώ γενιές μέχρι τα Τρωικά, αλλά και ο κατακερματισμός του Ζαγρέα έλαβε χώρα πριν την εποχή του Κραναού!

Σε αυτό συνηγορούν τα όσα αναφέρει ο Πλάτωνας στον «Κριτία, 109.b.1 – 110.b.2», εκεί λέγεται ότι:

«Κάποτε οι θεοί έβαλαν σε κλήρο τις διάφορες περιοχές όλης της γης και τις μοιράστηκαν μεταξύ τους, χωρίς τσακωμούς. Δεν θα ήταν ασφαλώς σωστό να μην ξέρουν τι ανήκει στον καθένα τους ούτε να θέλουν να πάρουν με έριδες κάτι, αν και ξέρουν ότι ανήκει σε κάποιον άλλο. Αφού λοιπόν έγινε η διανομή με κλήρο, πήρε ο καθένας το μερίδιο του και κατοίκησαν στην περιοχή που κέρδισαν. Κι όταν εγκαταστάθηκαν, σαν «νομῆς ποίμνια, κτήματα καὶ θρέμματα ἑαυτῶν ἡμᾶς ἔτρεφον», χωρίς να χρησιμοποιούν όμως σωματική βία, σαν τους ποιμένες που οδηγούν τα κοπάδια στην βοσκή με χτυπήματα, αλλά επειδή ο άνθρωπος είναι ευκολοκυβέρνητο πλάσμα, κατευθύνουν, όπως το πλοίο από την πρύμνη με το πηδάλιο, αγγίζοντας την ψυχή με την πειθώ ανάλογα με τις διαθέσεις τους, και δίνοντας κατεύθυνση με ατό τον τρόπο κυβερνούσαν όλους τους θνητούς. Άλλοι λοιπόν από τους θεούς, αφού πήραν με κλήρο διάφορους τόπους, τους τακτοποίησαν. Στον Ήφαιστο και στην Αθηνά, επειδή είχαν κοινή φύση, ως αδέλφια από τον ίδιο πατέρα, και είχαν την ίδια κατεύθυνση στην σοφία και στις τέχνες, έτυχε να πέσει στον κλήρο αυτή εδώ η περιοχή, η οποία από τη φύση της τους ταιριάζει και ήταν κατάλληλη για την αρετή και την φρόνηση τους. Έφτιαξαν λοιπόν εκεί καλούς κατοίκους και τους βοήθησαν να αντιληφθούν ποιος ήταν ο σωστότερος τρόπος για τη διακυβέρνηση της πολιτείας τους. Τα ονόματα των ντόπιων εκείνης της εποχής έχουν διατηρηθεί μέχρι σήμερα, έχουν χαθεί όμως τα έργα τους από τις πολλές καταστροφές που έκαναν οι διάδοχοι τους και από τη φθορά του χρόνου. Όπως έχει αναφερθεί, όσοι επιζούσαν μετά από κάθε κατακλυσμό ήταν αγράμματοι ορεσίβιοι, που είχαν ακούσει μόνο τα ονόματα των παλαιών ηγετών αλλά γνώριζαν ελάχιστα πράγματα για τα έργα τους. Έτσι, προτιμούσαν να δίνουν αυτά τα ονόματα στα παιδιά τους, αγνοούσαν όμως τις αρετές και τους νόμους των προγενέστερων, εκτός από κάποιες ασαφείς πληροφορίες που είχε τύχει να ακούσουν για τον καθένα. Και επειδή ακόμα οι ίδιοι και τα παιδιά τους επί πολλές γενιές δεν είχαν τα αναγκαία μέσα για την συντήρησή τους, σκέφτονταν συνεχώς για τα πράγματα που τους έλειπαν, χωρίς να δίνουν καμία σημασία σε όσα είχαν συμβεί προηγουμένως τα περασμένα χρόνια. Οι ιστορικές γνώσεις και η έρευνα του παρελθόντος ήρθαν και τα δύο στις πόλεις αργότερα, όταν οι άνθρωποι είχαν εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την ζωή τους, και όχι πιο πριν. Με αυτό τον τρόπο διατηρήθηκαν τα ονόματα των αρχαίων αλλά όχι και τα έργα τους. Αναφέρω αυτά συμπεραίνοντας από το ότι ο Σόλωνας είπε πως οι Αιγύπτιοι ιερείς, περιγράφοντας τον πόλεμο εκείνης της εποχής, δηλαδή ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Ατλαντίνους, με αυτά ως επί το πλείστον ονόμαζαν εκείνους, όπως του «Κέκροπός τε καὶ Ἐρεχθέως καὶ Ἐριχθονίου καὶ Ἐρυσίχθονος», καθώς και πολλά άλλα που αναφέρονται σε ήρωες παλαιότερους από τον Θησέα».

Όπως βέβαια είπαμε, όπως υπάρχουν θεϊκοί ηγεμόνες για κάθε μία, έτσι πρέπει να νοήσουμε έναν και μοναδικό θεό που προΐσταται της καθόδους και της ανόδου, της ευγονίας και της δυσγονίας της διπλής εν τη γενέσει ζωής. Ο θεός αυτός δεν είναι άλλος από τον Προμηθέα, για τον οποίο ο Πλάτων, στον «Πρωταγόρα, 320.c – 322.d», λέει ότι είναι ο έφορος της ανθρώπινης ζωής, ενώ ο Επιμηθέας της αλόγου φύσεως. Ο Προμηθέας τον οποίο οι Ορφέας & Ησίοδος παρουσιάζουν – δια της κλοπής του πυρός και της στον άνθρωπο δόσεως – να κατεβάζει την ψυχή από το νοητό εις την γένεσιν, καθώς κανονίζει ως κύριος της ανθρώπινης περιόδου [ζωής] τις καλύτερες ή χειρότερες γενέσεις

Όμως, όπως είδαμε στο Ησιόδειο έργο «Έργα και Ημέρες, σ. 57-58», ο Δίας λέγει ότι στους ανθρώπους αντί πυρός θα δώσει κακό: δηλαδή στους ανθρώπους που υποδέχτηκαν την άνωθεν κλαπείσα ψυχή που έπεσε εδώ κάτω, θα δώσει κακό, την Πανδώρα, δηλαδή την άλογη ζωή, με την οποία θα χαίρονται και θα ζούνε αγαπώντας το κακό τους. Γιατί η αλογία είναι κακό για την λογική. Είναι όμως αναγκαία, προκειμένου η ψυχή να μην επικοινωνεί άμεσα με το σώμα!

Κατά αυτή την έννοια, και αφού η Πανδώρα είναι η άλογη ζωή, η Πύρα είναι η θηλυκή και θνητή ψυχή, η άλογη ψυχή.

Άλλωστε ο Πρόκλος, στο «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου Έργα και Ημέρες, σ. 202 – 206», μας λέγει ότι ο ησιόδειος μύθος της Πανδώρας ανήγαγε την αιτία των «ἐν ἀνθρώποις» κακών στο «θῆλυ τῆς ψυχῆς» και στην «ἄλογον ζωὴν» την «ἐκ τῶν οὐρανίων ἡμῖν προσπλασθεῖσαν» [στην άλογη ζωή που μας προσδόθηκε από τα ουράνια]. Ενώ ο δεύτερος ησιόδειος μύθος, αυτός που αναφέρεται στα 5 γένη, απέδωσε τα κακά στις κάθε λογής μεταβολές των ανθρώπινων ζωών, μεταβολές οι οποίες συμβαίνουν λόγω της αλογίας, καθώς εμείς ζούμε άλλοτε κατά Λόγο και άλλοτε κατά το άλογο.

Από την άλλη, και όπως εξηγεί ο Πρόκλος, στο «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου Έργα και Ημέρες, 383 – 387», η Πλειάδα Κελαινώ, είναι δύναμη αρχαγγελική η οποία επιβαίνει στον αρχάγγελο της σφαίρας του πλανήτη Κρόνου.

Όμως, όπως λέγει ο Πρόκλος στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος», τόμος Α’ (συνέχεια), σ. 147.6 – 148.16», αναφερόμενος στου Αθηναίους του Πλατωνικού μύθου της Ατλαντίδος, ο Φιλόσοφος Πορφύριος λέγει ότι ο Ήφαιστος είναι ο τεχνικός Νους και η γη η Σεληνιακή σφαίρα. Γιατί λέει ότι αυτή αποκαλείται αιθέρια γη από τους Αιγύπτιους. Υποστηρίζει, λοιπόν, ότι οι ψυχές που έλαβαν υπόσταση από τον θεό και μετέχουν στον τεχνικό Νου σπέρνονται στο σώμα της Σελήνης, επειδή εκεί ζουν οι τεχνικές ψυχές και έχουν σώματα που είναι απόρροιες των αιθέριων σωμάτων. Τα 9.000 έτη των Αθηναίων τα αποδίδει σε αυτές τις ψυχές υπό την εξής έννοια. Η περίοδος της ψυχής, όπως λέει, η οποία ανεβαίνει και κατεβαίνει μέσα από τους πέντε πλανήτες, διαρκεί 10.000 έτη, για να έχει κάθε πλανήτης 2.000 έτη, όχι όμως συναπτά. Ωστόσο ο χρόνος είναι συναπτός προσθετικά. Γιατί ο χρόνος προστίθεται στον εαυτό του. Για αυτό και όλες οι ζωές είναι 9, τις οποίες ο Πλάτων υπαινίσσεται με τα εννιάμερα των νεκρών, και παρομοίως στα νεογέννητα μερικοί δίνουν τα ονόματα την ένατη ημέρα, χρησιμοποιώντας χρονικές περιόδους που συμβολίζουν τη γέννηση και το θάνατο. Στο συγκεκριμένο, λοιπόν, πλατωνικό μύθο, αυτόν της Ατλαντίδος, ο Πλάτων δεν χρησιμοποίησε τον χρόνο των 10.000 ετών αλλά τον αριθμό των 9.000 ετών, προκειμένου να δείξει ότι αυτοί για τους οποίους μιλάει είναι ακόμη στην γη και πλησιάζουν την περίοδο των 10.000 ετών. Δηλαδή η ψυχή ζει άνω, νοητικά και Κρόνια [σύμφωνα με τον Κρόνο, έχει Κρόνια ζωή σύμφωνα με τον πλατωνικό «Πολιτικό»] και κατεβαίνει κατά πρώτον στην πολιτική ζωή, η οποία ανήκει στον Δία, έπειτα κινεί το θυμικό και ζει φιλοτίμως. Και το θυμικό είναι Αρεϊκό. Μετά από αυτά υποβαίνει στις επιθυμίες και στην Αφροδισιακή ζωή, τέλος προβάλει τους φυσικούς λόγους που έφορός τους είναι ο «ἐντετακὼς Ἑρμῆς» [ο φαλλικός]. Μέσω αυτών η ψυχή συνδέεται με το σώμα. Αντιστρόφως, μόλις λάβει σώμα, πρώτα ζει φυτικά, καθώς είναι επόπτρια της τροφής και αύξησης του σώματος, έπειτα επιθυμητικά, διεγείροντας τις γενεσιουργούς δυνάμεις, έπειτα θυμικά, όταν ξεφύγει από αυτά και επιστρέψει στην φιλότιμη ζωή, έπειτα πολιτικά, όταν μετριάσει τα πάθη, και τέλος νοητικά. Αν μάλιστα αποκατασταθεί, ζει νοητικά και τα 10.000 έτη λαμβάνουν τέλος. «ἐν ῇ γενέσει», όμως, ακόμα και αν πολιτεύεται άριστα, ζει σύμφωνα με τον αριθμό που υπολείπεται κατά χίλια, σύμβολο αυτού του αριθμού είναι το 9.000, που ταιριάζει στην άριστη πολιτεία των Αθηναίων του Πλατωνικού μύθου της Ατλαντίδος.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η ένωση του Προμηθέα με την Πλειάδα Κελαινώ, προσδίδει στα όντα την έλλογη ζωή. Δηλαδή η Κελαινώ προσδίδει στα όντα την έλλογη, νοητική ζωή.

Όπως εξηγεί ο Πρόκλος, στο «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου Έργα και Ημέρες, σ. 94 – 98», το πιθάρι είναι μια δύναμη της ειμαρμένης, η οποίας χωρά όλα τα καλά και τα κακά πάθη το οποία απονέμονται στις ψυχές που εξέπεσαν στον Κόσμο της γένεσης και λόγω των οποίων κάποιοι είναι εύμοιροι η κακόμοιροι. Γιατί αυτό το πιθάρι περιέχει τα δύο πιθάρια που στην Ομηρική Ιλιάδα [στίχος 527-533, Ω΄ ραψωδία] είναι γεμάτα με τις «Κήρες»: «Γιατί δυο πίθοι κείνται μπρός στο κατώφλι του Δία με όσα δώρα δίδει, ο ένας με τα κακά, κι έτερος με τα αγαθά. Σε όποιον ανάμικτα δώσει ο Ζευς ο τερπικέραυνος, άλλοτε κακό του τυχαίνει, κι άλλοτε εσθλά. Σε όποιον όμως τα λυπηρά μονάχα δώσει, ατιμασμένος είναι, κι αυτόν κακή τον κυνηγά κατάρα πάνω στην δίια χθόνα, και παραδέρνει από θεούς και από βροτού διωγμένος. 

«δοιοὶ γάρ τε πίθοι κατακείαται ἐν Διὸς οὔδει δώρων οἷα δίδωσι κακῶν, ἕτερος δὲ ἑάων· ᾧ μέν κ᾽ ἀμμίξας δώῃ Ζεὺς τερπικέραυνος, ἄλλοτε μέν τε κακῷ ὅ γε κύρεται, ἄλλοτε δ᾽ ἐσθλῷ· ᾧ δέ κε τῶν λυγρῶν δώῃ, λωβητὸν ἔθηκε, καί ἑ κακὴ βούβρωστις ἐπὶ χθόνα δῖαν ἐλαύνει, φοιτᾷ δ᾽ οὔτε θεοῖσι τετιμένος οὔτε βροτοῖσιν» λέει ο Όμηρος. Για αυτό μέσα σε αυτό, στο πιθάρι, υπάρχουν και τα αγαθά. Και, όπως λέγει ο Ησίοδος, απομένει μέσα του μόνο η Ελπίδα, η οποία φέρνει στους δυστυχείς την παρηγοριά λόγω της προσδοκίας των καλύτερων και λόγω της μεταβολής των παρόντων κακών. Η γυναίκα ανοίγει το πιθάρι, επειδή φανερώνει στις ψυχές τις Κήρες που η ίδια παρέχει και που καθιστά αναγκαίες σε όσες ψυχές έχουν γίνει άλογες εξαιτίας της, ενώ οι ψυχές σωφρονίζονται μετά την πτώση και απομακρύνονται από αυτήν».

Ανακεφαλαιώνοντας θα πούμε ότι ο Προμηθέας διευθέτει το αρσενικό, το έλλογο μέρος της ψυχής, το λογιστικό, ενώ ο Επιμηθέας διευθέτει το άλογο μέρος της ψυχής – το επιθυμητικό. Η Πανδώρα, που είναι η Άλογη ζωή – δια του πίθου που μεταφέρει, έσμιξε μαζί του και γεννήθηκε η Πύρρα, δηλ. η θνητή & θηλυκή ψυχή, η άλογη ψυχή των όντων η οποία μετέχει της άλογης πλέον ζωής, το επιθυμητικό μέρος της ψυχής, το πυρ που κινεί τα σώματα. Ο δε Προμηθέας έσμιξε με την Πλειάδα Κελαινώ που είναι η έλλογη ζωή και γεννήθηκε ο Δευκαλίωνας, δηλ. η αθάνατη ψυχή των όντων (το λογιστικό/νους της ψυχής) που μετέχει νοητικής ζωής, που είναι φυγάς από την αυλή του πατρός της Δία, «φυγάς θέοθεν και αλήτης», εξ ου και ο Δευκαλίωνας όταν σταμάτησε ο κατακλυσμός, και η λάρνακα “έπιασε” στον Παρνασσό, «θύει Διὶ φυξίῳ – Θυσίασε στον Δία, τον προστάτη των φυγάδων».

Μάλιστα ο Πρόκλος, στο «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου Έργα και Ημέρες, σ. 84-85», μας λέγει ότι ο Ερμής, στον ησιόδειο μύθο, ορθώς έχει εκληφθεί ως εκείνος που φέρνει τις δυο ψυχές, την άλογη και την λογική, σε επαφή με το σώμα. Γιατί κάθε αγγελιοφόρος είναι μεσολαβητής μεταξύ κάποιων άλλων δύο, μεταφέροντας τη σκέψη του ενός στον άλλον. Και το άλογο μέρος είναι ενδιάμεσο μεταξύ του σώματος και της λογικής ψυχής.

Ο Δευκαλίων έσμιξε με την Πύρρα και γεννήθηκε ο Έλλην: ένα ον που αποτελεί την ένωση της αρσενικής/νοήμονος ψυχής και της θηλυκής/άλογης ψυχής: ένα όν που προέκυψε ως η νέα «κορυφή» των εν τη γενέσει όντων άμα την οντολογική πτώση που περιγράφει ο Σωκράτη στο Πλατωνικό «Συμπόσιο, 189.d.5 – 193.a», εκεί δια στόματος Αριστοφάνη ο Πλάτων αναφέρει τον μύθο των τέλειων όντων, των 3-ων γενών όντων που υπήρχαν κάποτε: του τέλειου ανήρ, της τέλειας γυνής και του Ανδρόγυνου. Ο Έλλην φέρει τόσο την Μαντική, δηλ. την διείσδυση στο «εν συνεχεία όλον», την ενόραση δηλ. που δόθηκε στο επιθυμητικό μέρος της ψυχής, όσο και την νόηση και την επιστήμη της αρσενικής ψυχής – την από τον Προμηθέα κλαπείσα «ἔντεχνον σοφίαν σὺν πυρί»: ο Προμηθέας «διὰ τούτης ἀνεγεῖρει [ανεβάζει] τὸ γνωστικὸν ἡμῶν καὶ διανοητικὸν εἰς τὴν τῶν Εἰδῶν θεωρίαν» [που και δια αυτής ανεβάζει την γνωστική και διανοητική ικανότητά μας στην θέαση των Ιδεών]!
-----------------------------
[1] Οναρ= ὄνειρος. λύσις ὀνείρου· ὄναρ καθ᾽ ὕπνους νητρεκὲς λαλεῖν τόδε. (Βλ. Λεξικό Σουίδα).

[2] Υπαρ= ἀλήθεια, οὐκ ἐν ὀνείρῳ. τὸ μεθ᾽ ἡμέραν ὄναρ. οἷον φανερῶς, ἀληθῶς ὑπάρχον. Ὕπαρ = λέγει τὸ μεθ᾽ ἡμέραν ὄναρ· ὡς ἐναργῶς ὑπάρχον, ἀληθές. (Βλ. Λεξικό Σουίδα). Υπαρ = Ἐγρήγορσις, ὀπτασία ἀληθὴς, οὐκ ἐν ὀνείρῳ· (Βλ. Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό).ὕπαρ= τὸ μεθ᾽ ἡμέραν ὄναρ. (Βλ. Λεξικό Ησύχιου).

[3] Βλ. Αισχύλου «Προμηθέας Δεσμώτης, σ. 1021 – 1025» και «Σχόλια στον Αισχύλο, 1022. 3 – 5» [T.L.G.].

[4] Μάλιστα ο Προμηθέας, στην τραγωδία «Προμηθέας Δεσμώτης, σ. 442 – 468» του Αισχύλου, λέγει: «τώρα τα πάθη των ανθρώπων να ακούσετε, πώς, ενώ πρώτα σαν τα μωρά ήταν, νου τους έβαλα και φρένες·. κι όχι παράπονο μ’ αυτούς πως έχω, μόνο για να σας δείξω την καλή προαίρεση μου. Και λοιπόν πρώτα έβλεπαν και του κάκου έβλεπαν, άκουγαν και δεν άκουγαν, μα όμοιοι με ονείρων μορφές σ’ όλο το μάκρος της ζωής τους όλα τα πάντα έτσι ανάκατα σύγχυζαν, κι ούτε προσήλια σπίτια από πλίθο ήξεραν, ούτε τα ξύλα να δουλεύουν, μα σ’ ανήλια σπήλια χωσμένοι τρύπωναν σαν τ’ αχαμνά μερμήγκια. Και ούτε χειμώνα γνώριζαν βέβαιο σημάδι, ούτε ανθοφόρας άνοιξης, ούτε του θέρους του καρπερού κανένα, μα έτσι πορεύονταν με δίχως κρίση, ώσπου τους έδειξα των άστρων τις αξεδιάλυτες ανατολές και δύσεις. Κι εγώ τον αριθμό, την πιο τρανή σοφία, και των γραμμάτων τα συνθέματα τους βρήκα, της μνήμης, της μητέρας των Μουσών, εργάτες. Κι έζεψα πρώτος στο ζυγό τα ζώα σκυμμένα κάτω από ζεύγλες και σαμάρια, για να παίρνουν τους πιο μεγάλους πάνω τους κόπους του ανθρώπου. Κι έδεσα χαλινόστεργα τ’ άλογα στο άρμα, της αρχοντιάς της μεγαλόπλουτης καμάρι· και τα θαλασσοπλάνητα δε βρήκε άλλος πάρεξ εγώ λινόφτερα του ναύτη αμάξια. – τἀν βροτοῖς δὲ πήματα ἀκούσαθ᾽, ὥς σφας νηπίους ὄντας τὸ πρὶν ἔννους ἔθηκα καὶ φρενῶν ἐπηβόλους. λέξω δέ, μέμψιν οὔτιν᾽ ἀνθρώποις ἔχων, ἀλλ᾽ ὧν δέδωκ᾽ εὔνοιαν ἐξηγούμενος· οἳ πρῶτα μὲν βλέποντες ἔβλεπον μάτην, κλύοντες οὐκ ἤκουον, ἀλλ᾽ ὀνειράτων ἀλίγκιοι μορφαῖσι τὸν μακρὸν βίον ἔφυρον εἰκῇ πάντα, κοὔτε πλινθυφεῖς δόμους προσείλους ᾖσαν, οὐ ξυλουργίαν· κατώρυχες δ᾽ ἔναιον ὥστ᾽ ἀήσυροι μύρμηκες ἄντρων ἐν μυχοῖς ἀνηλίοις. ἦν δ᾽ οὐδὲν αὐτοῖς οὔτε χείματος τέκμαρ οὔτ᾽ ἀνθεμώδους ἦρος οὔτε καρπίμου θέρους βέβαιον, ἀλλ᾽ ἄτερ γνώμης τὸ πᾶν ἔπρασσον, ἔστε δή σφιν ἀντολὰς ἐγὼ ἄστρων ἔδειξα τάς τε δυσκρίτους δύσεις. καὶ μὴν ἀριθμόν, ἔξοχον σοφισμάτων, ἐξηῦρον αὐτοῖς, γραμμάτων τε συνθέσεις,μνήμην ἁπάντων, μουσομήτορ᾽ ἐργάνην. κἄζευξα πρῶτος ἐν ζυγοῖσι κνώδαλα ζεύγλαισι δουλεύοντα σώμασίν θ᾽ ὅπως θνητοῖς μεγίστων διάδοχοι μοχθημάτων γένοινθ᾽, ὑφ᾽ ἅρμα τ᾽ ἤγαγον φιληνίους ἵππους, ἄγαλμα τῆς ὑπερπλούτου χλιδῆς. θαλασσόπλαγκτα δ᾽ οὔτις ἄλλος ἀντ᾽ ἐμοῦ λινόπτερ᾽ ηὗρε ναυτίλων ὀχήματα».

[5] Γιατί, όπως λέει ο Πρόκλος, «πᾶσα τεχνικὴ ποίησις εἰδοποιός ἐστι καὶ κοσμητικὴ τῆς ὑποκειμένης ὕλης» [πάσα δημιουργία της τέχνης παρέχει Είδος και διακοσμεί την ύλη που αποτελεί το αντικείμενό της]. Αλλά ο Προμηθέας λαμβάνοντας πρόνοια, και έδωσε τις τέχνες στις ψυχές και τις παράλαβε από τον Ήφαιστο και την Αθηνά (γιατί μέσα σε αυτούς τους θεούς εμπεριέχεται η αιτία όλων των τεχνών, καθώς ο ένας παρέχει πρωταρχικά την δημιουργική τους ιδιότητα, και η άλλη από ψηλά εκπέμπει σε αυτές τη γνωστική και νοητική). Επειδή όμως χρειαζόταν όχι μόνο η ανεύρεση των τεχνών για τις ψυχές μέσα στα γένη, αλλά και μια άλλη επιστήμη πιο τέλεια από αυτές, η Πολιτική, η οποία μπορεί αυτές τις τέχνες και να τις βάλει μαζί και να τις τακτοποιήσει και να οδηγήσει στη σύμφωνη με τον νου ζωή τις ψυχές μέσω της αρετής, και επειδή ο Προμηθέας ήταν αδύνατον να μας παράσχει, καθώς μόνο στον μέγιστο Ζευς πρωταρχικά βρίσκεται η «Πολιτική» [ὁ δὲ Προμηθεὺς ταύτην πορίζειν ἡμῖν ἀδύνατος ἦν, διότι δὴ παρὰ τῷ μεγάλῳ Διὶ πρώτως ἐστὶν ἡ πολιτική], ενώ ο Πλάτων λέει ότι «είναι αδύνατον στον Προμηθέα να εισέλθει κρυφά στην Ακρόπολη του Διός – εἰς τὴν τοῦ Διὸς ἀκρόπολιν παρελθεῖν οὐχ οἷόν τε εἶναι» (διότι υπάρχουν φοβερές φρουρές του Διός, οι οποίες τον διαφυλάσσουν εξηρημένο όλων των επιμέρους αιτίων), στέλνει ο Ζευς στους ανθρώπους τον Ερμή ως αγγελιοφόρο φέρνοντας την φρόνηση και την αιδώ και γενικά την πολιτική επιστήμη, και τον διατάσει να παραδώσει το ίδιο σε όλους αυτή την αρετή [ἐπὶ πάντας νεῖμαι] και σε όλους να μοιράσει τη γνώση των δίκαιων, των καλλών και των αγαθών, αλλά όχι διαιρεμένα, όπως ακριβώς τις διάφορες τέχνες τις μοιράστηκαν και διαφορετικοί άνθρωποι και άλλοι από τους ανθρώπους είναι επιγνώμονες αυτών [ειδικοί], ενώ άλλοι είναι αμαθείς είτε από όλες τις τέχνες είτε από μερικές. Διευκρινίζει δε ο Πρόκλος, στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Ε’, 123.19 – 124.14», ότι ο Πλάτων στον μύθο του πλατωνικού «Πρωταγόρα», υποδεικνύοντάς μας «τὴν ἐξῃρημένην τοῦ Διὸς περιωπὴν» και την «ἀμιγῆ ὑπεροχήν» της ουσίας από όλα τα κατώτερα, λόγω της οποίας και είναι «ἄβατός καὶ ἀνέκφαντος» στα επιμέρους γένη των θεών, «ανάγει την αιτία στην αδιάφθορη φρουρά του και στην φρουρητική τάξη γύρω από αυτόν – ἐπὶ <τὴν> ἄτρεπτον αὐτοῦ φυλακὴν καὶ τὴν περὶ αὐτὸν φρουρητικὴν τάξιν ἀναφέρει τὴν αἰτίαν». Γιατί λόγω αυτής της αιτίας όλες οι δημιουργικές δυνάμεις είναι σταθερά εδραιωμένες μέσα στον εαυτό τους, και όλα τα Είδη που βρίσκονται στην κορυφαία υπεροχή στέκονται εξηρημένα από τα κατώτερά τους, και «ὅλος ὁ δημιουργικὸς νοῦς ἐν τῷ ἑαυτοῦ μένει κατὰ τρόπον ἤθει» όπως λέγει ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 41.e». Γιατί, λέει, «αἱ τοῦ Διός φυλακαὶ φοβεραὶ» είναι για τα πάντα, και για αυτό αυτά τα γένη των θεών, ένας εκ των οποίων είναι και ο Προμηθεύς, από εκεί συνδέονται με τις άχραντες και Ολύμπιες δυνάμεις του δημιουργού & πατέρα, και όχι έτσι όπως είναι [οὐχ οἷά τέ ἐστιν]. Ξεκάθαρα, λοιπόν ο ίδιος ο Σωκράτης με μύθο μας παραδίδει «τὴν περὶ τὸν δημιουργὸν φυλακήν» και μας δείχνει ότι το φρουρητικό γένος έχει λάβει υπόσταση μαζί με τους νοητικούς θεούς. Γιατί όπως η πανάρχαια Ελληνική παράδοση λέγει ότι η δημιουργική βαθμίδα περικλείεται από μια «πρηστηρίδι φρουρᾷ», έτσι και ο Πλάτων λέει ότι γύρω από αυτήν έχουν εγκατασταθεί φρουρές οι οποίες φρουρούν ακλόνητα την εξηρημένη υπεροχή του δημιουργού & πατέρα από όλα τα κατώτερα.

[6] Η διαλεκτική, όχι των περιπατητικών αλλά του θεϊκού Πλάτωνα, έχει γεννήτορα τον νου και είναι η τρίτη μορφή γνώσης που ανεβαίνει μέχρι το ανυπόθετο Ένα μέσα από όλα τα Είδη. Με βάση την από την πρόοδο των όλων δημιουργεί την μέθοδο της διαίρεσης, με βάση τη συγκέντρωση καθενός προς την περίληψη μίας ιδιότητας δημιουργεί την μέθοδο του ορισμού. Με βάση την επάλληλη παρουσία των Ειδών, λόγω της οποίας το καθετί είναι ότι είναι και μετέχει των υπολοίπων Ειδών, δημιουργεί τη μέθοδο της απόδειξης. Και, βάσει της επιστροφής των πάντων στο Ένα και στις οικίες του αρχές, γεννά την μέθοδο της ανάλυσης. Αυτή λοιπόν την γνώση ο Σωκράτης στην Πλατωνική «Πολιτεία, 534.e» την ονομάζει διαλεκτική και την τοποθετεί ανάμεσα στην επιστήμη και στην νόηση. Την όρισε δε ως το «επιστέγασμα των μαθηματικών – θριγκὸς τοῖς μαθήμασιν ἡ διαλεκτικὴ», ενώ στην «Επινομίδα, 992.a» την αποκαλεί κοινό δεσμό τους – «δεσμὸς γὰρ πεφυκὼς πάντων τούτων εἷς ἀναφανήσεται διανοουμένοις». Γιατί από αυτή και ο γεωμέτρης και οποιοσδήποτε άλλος επιστήμονας θα πάρει την θεωρία για τις δικές του αρχές, θεωρία η οποία ξαναενώνει τις πολλές αρχές που διαιρέθηκαν από την μία αρχή των πάντων. Ότι το Ένα υπάρχει σε όλα τα όντα και ότι αντιστοιχεί στο σημείο της γεωμετρίας, στη μονάδα της αριθμητικής και στο πιο απλό στοιχείο κάθε επιστήμης, το αποδεικνύει κάθε επιστήμη παράγοντας από το απλό στοιχείο της όσο εμπίπτουν στον τομέα της. Όμως καθένα από αυτά τα απλά στοιχεία λέγεται και είναι μια συγκεκριμένη αρχή, ενώ η αρχή όλων των όντων είναι η γενική αρχή. Και μέχρι αυτό ανεβαίνει η ύψιστη των επιστημών.

[7] Ο Πλωτίνος στις «Εννεάδες, 4.3.9. 3 – 12» λέει ότι: «Ο τρόπος εισόδου της ψυχής στο σώμα είναι διττός. Ο ένας είναι όταν η ψυχή υπάρχει ήδη στο σώμα και αλλάζει σώματα ή από ένα αέρινο ή πύρινο σώμα περνάει σε ένα γήινο, διαδικασία που οι άνθρωποι δεν ονομάζουν μετενσωμάτωση, διότι το σώμα από το οποίο έγινε η είσκριση [είσοδος] είναι αφανές. Ο άλλος τρόπος είναι η μετάβαση από το ασώματο σε οποιασδήποτε μορφής σώμα, που θα ήταν βέβαια για την ψυχή η πρώτη επικοινωνία με το σώμα –Επεὶ τοίνυν διττὸς ὁ τρόπος τῆς εἰς σῶμα ψυχῆς εἰσόδου—ἡ μὲν γὰρ γίνεται ψυχῇ ἐν σώματι οὔσῃ τῇ τε μετενσωματουμένῃ καὶ τῇ ἐκ σώματος ἀερίνου ἢ πυρίνου εἰς γήινον γινομένῃ, ἣν δὴ μετενσωμάτωσιν οὐ λέγουσιν εἶναι, ὅτι ἄδηλον τὸ ἀφ᾽ οὗ ἡ εἴσκρισις, ἡ δὲ ἐκ τοῦ ἀσωμάτου εἰς ὁτιοῦν σῶμα, ἣ δὴ καὶ πρώτη ἂν εἴη ψυχῇ κοινωνία σώματι—ὀρθῶς ἂν ἔχοι ἐπισκέψασθαι περὶ ταύτης, τί ποτέ ἐστι τὸ γινόμενον πάθος τότε, ὅτε ψυχὴ καθαρὰ οὖσα σώματος πάντη ἴσχει περὶ αὐτὴν σώματος φύσιν».

[8]Ο Ιαπετός, όπως λέγει ο Πρόκλος, στο «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου Έργα και Ημέρες, 50», είναι νοητικός θεός, αίτιος πάσης της ιπτάμενης και ταχύτατης κίνησης του ουρανού. «παρὰ τὸ ἴεσθαι καὶ πέτεσθαι», δηλαδή από το ρήμα ορμώ και πετάω.

[9] Όπως εξηγεί ο Πρόκλος, στο «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου Έργα και Ημέρες, 383 – 387», ο Άτλαντας σηκώνει τον ουρανό και ο ίδιος με μια συνοχή στηρίζει τους κίονες “που χωρίζουν την γαία και τον ουρανό”, καθώς έχει λάβει δυνάμεις που διαχωρίζουν τον ουρανό και την γη, δυνάμεις λόγω των οποίων ο ουρανός μένει χωριστός από την γαία και περιστρέφεται στον παντοτινό χρόνο γύρω από την γαία, ενώ αυτή μένει σταθερή στο κέντρο και γεννά μητρικά όλα όσα γεννά πατρικά ο ουρανός. Γιατί αυτές τις δυνάμεις, οι οποίες διατηρούν απαρέγκλιτα τη διάκριση μεταξύ των δυο, τις αποκάλεσε «κίονες, που χωρίζουν γαία και ουρανό». Αυτό σημαίνει ότι ο ουρανός και η γαία μένουν αιώνια χωριστά το ένα από το άλλο και δεν αναμειγνύονται μεταξύ τους ποτέ. Ως τέκνα του Άτλαντα αναφέρονται οι Πλειάδες, που είναι επτά : η Μαία, η Ταϋγέτη, η Ηλέκτρα, η Στερόπη – Αστερόπη, η Κελαινώ, η Αλκυόνη και η Μερόπη. Όλες αυτές είναι δυνάμεις αρχαγγελικές, οι οποίες επιβαίνουν στους αρχαγγέλους των επτά σφαιρών, η Κελαινώ της σφαίρας του Κρόνου, η Στερόπη – Αστερόπη της σφαίρας του Δία, η Μερόπη της σφαίρας του Άρη, η Ηλέκτρα της σφαίρας του Ήλιου, η Αλκυόνη της σφαίρας της Αφροδίτης, η Μαία της σφαίρας του Ερμή και η Ταϋγέτη της σφαίρας της Σελήνης.Αυτή η ενιαία σύνταξη των επτά σφαιρών έχει τοποθετηθεί μέσα στους απλανείς ως «ἄγαλμα ἐνουράνιον» το οποίο ονομάζουμε Πλειάδα και είναι άστρο εμφανές. Το άστρο αυτό είναι «κατεστηριγμένον» εντός του αστερισμού του Ταύρου και κατά τις ανατολές και τις δύσεις του προκαλεί πάμπολλη μεταβολή στην ατμόσφαιρα.

[10] Το Χάλκινο γένος, που είναι το τρίτο στην σειρά, αναλογεί, μας λέγει ο Πρόκλος στο «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα, τόμος Β’ [συνέχεια], 76. 10 – 16», στην άλογη και φανταστική ύπαρξη, διότι και η φανταστική εντύπωση είναι νους που μορφοποιεί, όχι όμως καθαρός, όπως ακριβώς και ο χαλκός που δίνει την εντύπωση πως έχει το χρώμα του χρυσού, περιέχει όμως άφθονο το γήινο στοιχείο, παρόμοιο και συγγενικό προς τα στερεά και αισθητά. Το χάλκινο γένος, και για τον Ησίοδο εξάλλου, σταθεροποιεί το οικείο του είδους ζωής ακριβώς στη σύμφωνη με τον Λόγο ενέργεια και μόνο, την οποία δηλώνει συμβολικά ο χαλκός, κατά τον ποιητή, ο οποίος λέγει ότι εκείνοι που τοποθετήθηκαν στο γένος τούτο από τον Δία πραγματοποιούν όλες τις τεχνικές τους δραστηριότητες και όλες τις πολεμικές τους ενέργειες χρησιμοποιώντας τον χαλκό.

[11] Το γένος των ημιθέων, μας λέγει ο Πρόκλος στο «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα, τόμος Β’ [συνέχεια], 76.23 – 77.4», που είναι το τέταρτο στην σειρά, στρέφει τον Λόγο συνολικά προς την κατ’ ενέργεια [πρακτική] ζωή, ενώ λαμβάνει επίσης λόγω του πάθους, και κάποια άλογη κίνηση και ορμή κατά τις πράξεις, επιδιδόμενο έτσι σε αυτές με περισσότερη προθυμία. Για αυτό επομένως και ο ποιητής δεν παραχώρησε στο γένος τούτο κάποιο ιδιαίτερο μέταλλο με τη σκέψη ότι έχει τους χαρακτήρες του πριν και του μετά από αυτό γένους, όντας πραγματικά γένος ημιθέων, διότι με τον Λόγο, στον οποίο έλαχε θεϊκή ουσία, συνέμειξε την θνητή ζωή του πάθους. Τη μεγαλοπρέπεια και την επιτυχία που έχει το γένος τούτο στα έργα του την προσφέρει ο Λόγος, ενώ την ενεργητική η παθητική δράση μέσω της ταύτισης ή της αντίθεσης των αισθημάτων του την προσδίδει το πάθος στη συνύφανση του με τον Λόγο.

ΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΙ Η ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ

α. Οι Θεοί και η παντοδυναμία του Δία

Οι θεοί της ομηρικής εποχής είναι ανθρωπόμορφοι, ωραίοι, δυνατότεροι από τους ανθρώπους, με ανθρώπινες αδυναμίες και ευαισθησίες. Κατοικούν στον ΄Ολυμπο, τρώνε αμβροσία, πίνουν νέκταρ, ζουν ευτυχισμένοι και είναι αθάνατοι. Είναι πιο σοφοί από τους ανθρώπους αλλά όχι και πάνσοφοι.

Πατέρας των θεών και των ανθρώπων είναι ο Δίας. Στη γνώμη του υποχωρούν και υποτάσσονται όλοι οι θεοί, αλλά οι αποφάσεις των θεών στον ΄Ολυμπο παίρνονται από τη συνέλευση των θεών και είναι υποχρεωτικά εκτελεστές από θνητούς και θεούς. Υπεύθυνος για την πιστή τήρησή τους από θεούς και ανθρώπους είναι ο πατέρας Δίας, ο τηρητής των νόμων, ο δικαιοκρίτης θεός και ο εγγυητής των όρκων.

Η ομηρική θρησκεία, όπως αυτή αρθρώνεται στα έπη του Ομήρου, είναι μια ορθολογική θρησκεία, που στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκεται ο Δίας. Σ' αυτήν όμως την ορθολογική δομή της υπέρτατης εξουσίας του Δία, όπου υπάγονται όλες οι άλλες θεότητες, προβάλλει και μια δύναμη υπερλογική, ισχυρότερη και ανώτερη από την παντοδυναμία του Δία, την οποία σέβεται και στης οποίας τη δύναμη υποχωρεί και ο υπέρτατος των θεών. Είναι η Μοίρα (αίσα).

Η λέξη σημαίνει μερίδιο, μερτικό, κάτι που ανήκει στον κάθε άνθρωπο και είναι αυστηρά καθορισμένο για κάθε θνητό. Αυτό, λοιπόν, το μερίδιο, η μοίρα, που έτυχε στον καθένα, ουδείς θεός μπορεί να αλλάξει.

Η Μοίρα στον όμηρο δεν είναι μια δύναμη που ενεργεί, αλλά μια σειρά από περιστατικά που πιστοποιούμε. Δεν υψώνεται ποτέ σε θεότητα, αλλά και ποτέ οι θεοί δεν μπορούν να ενεργήσουν αυθαίρετα, αντίθετα σ' αυτήν. Ο θεός είναι ο εκτελεστής της Μοίρας. Οι θεοί ίσως έχουν τη δυνατότητα κάπου να καθυστερήσουν για λίγο την ανθρώπινη μοίρα να πραγματοποιηθεί, αλλά ποτέ δεν έχουν τη δυνατότητα να την αλλάξουν.

(ε,288 και εξής)
"και δη Φαιήκων γαίης σχεδόν, ένθα οι αίσα
εκφυγέειν μέγα πείραρ οιζύος, ή μιν ικάνει"
"Να, στων Φαιάκων σίμωσε τη χώρα, όπου γραφτό του
είναι να ξεφύγει εκεί του χάρου τα πλεμάτια."

Τρανή απόδειξη η αποτυχημένη προσπάθεια του Ποσειδώνα να βλάψει τον Οδυσσέα, του οποίου όμως το γυρισμό στην πατρίδα καθυστερεί όσο μπορεί. Το μέλλον του ομηρικού ανθρώπου κανονίζει η μοίρα. Αυτό όμως δε σημαίνει πως ο άνθρωπος είναι δέσμιος της μοίρας του και δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τη ζωή του. Τα όρια της ελευθερίας του δεν είναι σαφώς καθορισμένα, αφού ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει ελεύθερα ως ένα σημείο και γι' αυτό άλλωστε είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του. Τα ασαφή όμως όρια της ελευθερίας του τον αναγκάζουν πολλές φορές να αναρωτιέται αν αυτό που έπραξε προερχόταν από τη δική του ελεύθερη βούληση ή ήταν αποτέλεσμα κάποιας θεϊκής προτροπής και καθοδήγησης. Πάντως, εκείνο που κατανοεί κανείς είναι ότι ο άνθρωπος της εποχής αυτής είναι θεοφοβούμενος και προσπαθεί με κάθε τρόπο να εξασφαλίζει την εύνοια των θεών είτε με τη διαγωγή του είτε με τις πράξεις του, δηλαδή με προσευχές και θυσίες που προσφέρει στους βωμούς τους.

β. Η παντοδυναμία της Μοίρας

Στο άσμα ε πληροφορούμαστε δια στόματος του αγγελιαφόρου των θεών, Ερμή, τόσο για τη δύναμη και την αίγλη που έχει ο Δίας ανάμεσα στους θεούς, όσο και για την παντοδυναμία της Μοίρας, την οποία δεν μπορεί να παρακούσει κανείς είτε άνθρωπος είναι αυτός είτε και ο υπέρτατος των θεών, ο Δίας.

(ε, 103-104). "αλλά μάλ' ούπως εστι, Διός νόον αιγιόχοιο
ούτε περ' εξελθείν άλλον θεόν ούθ' αλιώσαι".
"Μα τ' ασπιδάτου Δία
άλλος τη γνώμη δεν μπορεί ν' αλλάξει ή να μην κάμει".
(ε, 112 και εξής)
"τον νυν σ' ηνώγειν απομπέμεν όττι τάχιστα
ου γαρ οι τήδ' αίσα φίλων από νόσφιν ολέσθαι,
αλλ' έτι οι μοίρ' εστί φίλους τ' ιδέειν και ικέσθαι
οίκον ες υψόροφον και εήν ες πατρίδα γαίαν."
"Τώρα να φύγει στη στιγμή ζητά να τον αφήσεις.
Γιατί δε γράφει η μοίρα του, αλάργα από τους δικούς του
να κλείσει εδώ τα μάτια του, μον' είναι ριζικό του
να ιδεί την πατρίδα και τους δικούς και τ' αρχοντόσπιτό του".

Η μοίρα του ήρωα είναι καθορισμένη και ουδείς μπορεί να τη μετατρέψει, να την αλλάξει. Ο Οδυσσέας θα επιστρέψει στην Ιθάκη. Αυτό ορίζει η μοίρα του και έτσι θα γίνει. Τo γνωρίζει πολύ καλά ο Ποσειδώνας αλλά και ο γιος του Πολύφημος. Ο τελευταίος το ομολογεί, όταν τυφλός πια προσεύχεται στον πατέρα του Ποσειδώνα και ζητά από αυτόν να εκδικηθεί τον Οδυσσέα για το κακό που του έκανε. ΄Οταν όμως θυμάται το γραφτό (αίσα, μοίρα) του Οδυσσέα μετριάζει την απαίτησή του και ζητά τουλάχιστον, αν φτάσει στην πατρίδα , να φτάσει μόνος και χωρίς συντρόφους.

(ι,530 και εξής)
"δος μη Οδυσσήα πτολίεθρον οίκαδ' ικέσθαι
αλλ' ει οι και μοίρα φίλους τ' ιδέειν και ικέσθαι
οίκον ευκτίμενον και εήν ες πάντας εταίρους,
νηός επ’ αλλοτρίης, εύροι δ’εν πήματα οίκω.»
¨Και δώσ’ του σπίτι να μη δει ο καστροπολεμίτης
Δυσσέας. Κι αν το έχει η μοίρα του γραφτό να πάει στο αρχοντικό του,
να ξαναϊδούν τα μάτια του πατρίδα και δικούς του,
με χρόνια ας πάει κακήν κακώς, δίχως συντρόφους άλλους,
με ξένο πλοίο και δεινά στο σπίτι του ας του τύχουν».

H μοίρα είναι καθοριστική πάντα για τον ομηρικό άνθρωπο, χωρίς αυτό να σημαίνει, όπως προαναφέραμε, πως το άτομο είναι αυστηρά δέσμιο της μοίρας του. ΄Ενα μεγάλο μέρος της ζωής του το καθορίζει μόνο του.

Ο Οδυσσέας π.χ., επισκεπτόμενος το νησί των Κυκλώπων, ενεργεί μόνος του, χωρίς πίεση από κανέναν παρά μόνον από τη δίψα να δει και να μάθει. Η επιλογή είναι αποκλειστικά δική του γι' αυτό την πληρώνει με το θάνατο των συντρόφων του από το γίγαντα. Το ίδιο συμβαίνει και στην Ωγυγία, όταν αρνείται τη δελεαστική πρόταση της θεάς, που υπόσχεται να τον κάνει αθάνατο και άντρα της. Ο Οδυσσέας προτιμά τη θνητή Πηνελόπη από την αθάνατη θεά.
 
Η Πηνελόπη μόνη της προκρίνει το χρόνο της προκήρυξης του αγώνα τόξου μεταξύ των μνηστήρων, χωρίς καμιά θεϊκή επέμβαση(φ).

Ο Αίγισθος προειδοποιείται από τον Ερμή για την τιμωρία που τον αναμένει, αν σκοτώσει τον Αγαμέμνονα. Εκείνος είχε τη δυνατότητα επιλογής: δηλαδή να συμμορφωθεί με τη θέληση των θεών ή να την αγνοήσει. Επέλεξε ελεύθερα τη δεύτερη και τιμωρήθηκε.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις κατά τις οποίες ο άνθρωπος δεν μπορεί να διακρίνει, αν ενεργεί ο ίδιος αυτόβουλα ή τον βοηθά κάποιος θεός. Συγκεκριμένα ο Οδυσσέας, όταν αφηγείται στον Εύμαιο την πλαστή του ιστορία, ισχυρίζεται πως μόνον κατόπιν θεϊκής παρέμβασης του ήρθε η σκέψη να πέσει στα πόδια του Αιγύπτιου βασιλιά και να του ζητήσει τη βοήθειά του. Η πράξη του αυτή τον έσωσε.

(ξ 273 κεξ)
("αυτάρ εμοί Ζευς αυτός ενί φρεσίν ώδε νόημα
ποίησ'...
αυτάρ εγώ βασιλήος εναντίον ήλυθον ίππων
και κύσα γούναθ' ελών, ο δ' ερύσατο και μ' ελέησεν,
ες δίφρον δε μ' έσας άγεν οίκαδε δάκρυα χέοντα".
"Κι ο Δίας τότε μου 'βαλε τη σκέψη αυτή στο νου μου
Κι έτρεξα εμπρος στου βασιλιά τ' αμάξι και φιλούσα
τα πόδια του, κι ο βασιλιάς με γλίτωσε απ' το χάρο
κι αφού στ' αμάξι μ' έβαλε να κάτσω,στο παλάτι
με πήρε και στη γη βροχή τα δάκρυα μου κυλούσαν".


΄Ηταν έτσι όπως θέλει να την παρουσιάσει ο Οδυσσέας ή ήταν μια στιγμιαία κίνηση στην οποία τον οδήγησε το ένστικτο αυτοσυντήρησης που ενυπάρχει σε κάθε άνθρωπο και εκδηλώνεται σε δύσκολες και κρίσιμες στιγμές;

Εάν το είδος του θανάτου είναι καθορισμένο από τη μοίρα, τότε αυτό ουδείς μπορεί να μεταβάλει. Το βεβαιώνει ο Ποσειδώνας στον Αχιλλέα την ώρα που ο ήρωας της Ιλιάδας κινδυνεύει να πνιγεί από τα φουσκωμένα νερά του ποταμού Σκάμανδρου. Μη φοβάσαι, του λέγει, από το ποτάμι δε σου το 'γραψε η Μοίρα να πεθάνεις.
 
Αυτή είναι η Μοίρα (αίσα) στον ΄Ομηρο. Είναι μια δύναμη που στέκεται πάνω από θεούς και ανθρώπους και δεν μπορεί κανείς να την παραβλέψει. Σήμερα ακόμη ο λαός μας διατυπώνει την αντίληψή του για τη μοίρα σε μια σύντομη φράση του: ό,τι γράφει (η μοίρα) δεν ξεγράφει!

Δέσποινα: Το απόρρητο όνομα της Κυρίας των Ελευσίνιων

Στην Ελληνική μυθολογία Δέσποινα αποκαλούνταν μία κόρη της θεάς Δήμητρας και του θεού Ποσειδώνα.

Η Δήμητρα πέρασε από την Αρκαδία αναζητώντας τη χαμένη Περσεφόνη, την είδε ο Ποσειδώνας και την ερωτεύτηκε. Η θλιμμένη θεά, για να αποφύγει τον Ποσειδώνα, μεταμορφώθηκε σε άσπρη φοράδα και κρύφτηκε μέσα σ' ένα στάβλο...

Ωστόσο ο Ποσειδώνας τυφλωμένος απο τον ακατασίγαστο πόθο του, μεταμορφώθηκε κι αυτός σε άλογο και μπήκε στον ίδιο στάβλο.Από την ένωσή της με τον Ποσειδώνα έφερε στον κόσμο μία νέα κόρη. Η Δέσποινα γεννήθηκε στο Λύκαιο όρος. Η κόρη που το όνομα της θεωρούνταν μυστικό, και για αυτό την αποκαλούσαν Δέσποινα. Την Δέσποινα ανέθρεψε ο Τιτάνας Άνυτος.

Το όνομά της δεν διασώθηκε σε καμία πηγή, γιατί ήταν απόρρητο, αλλά οι Αρκάδες την αποκαλούσαν Δέσποινα, της οποίας το όνομα ήξεραν μόνο κάποιοι μυημένοι στα Ελευσίνια, και απαγορευόταν αυστηρά να προφερθεί. Για να μην προφέρουν λοιπόν το απαγορευμένο όνομα, την έλεγαν Δέσποινα.... (=η Κυρία).

Το Δέσποινα είναι στην ουσία επίθετο, διγενές και δικακατάλητο, με αρσένικο τύπο τον γνωστός μας Δεσπότη, εξ' ου και οικο-δεσπότης, οικο-δέσποινα. Δεμ<σ>πότνια. Πότνια=κυρά, αφέντρα, κυρίαρχη.
 
Γι'αυτό και προσωνύμιο της θεάς Αρτέμιδος είναι το "Πότνια θηρών"= η κυρά των θηραμάτων (του κυνηγιού). Το πρώτο συνθετικό προέρχεται από την ίδια ρίζα -ΔΗ- που έχει να κάνει με τη Γη.

Στην αρχαία Λυκόσουρα υπήρχε ναός της Δέσποινας και λατρευόταν σαν θεά. Σύμφωνα με την περιγραφή του Παυσανία στο ναό υπήρχε σύμπλεγμα της Δήμητρας μαζί με την Δέσποινα έργο του Δαμοφώντος. Στο σύμπλεγμα η Δήμητρα με την Δέσποινα ήταν καθισμένες σε θρόνο δίπλα δίπλα, η Δήμητρα κρατούσε δάδα και η δε Δέσποινα σκήπτρο, δίπλα στον θρόνο της Δήμητρας στεκόταν η Άρτεμις φορώντας φερέτρα και κρατώντας δέρμα ελαφιού, δίπλα στην Δέσποινα στεκόταν ο Τιτάνας Άνυτος οπλισμένος.

Ο αφιερωμένος σε αυτήν ναός στη Λυκόσουρα ήταν ιδιαίτερα σεβαστός απ' όλους τους Πελοποννήσιους, γι’ αυτό και όταν το 368 π.Χ οι Λυκοσουρείς κλείστηκαν μέσα, αντιτιθέμενοι στην εγκατάλειψη της πατρογονικής τους εστίας και στην μετακόμιση τους στην Μεγαλόπολη, δεν παρενοχλήθηκαν από κανένα. Ανακαλύφθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα π.Χ. στο λόφο που ήταν παλιότερα γνωστός ως “¨Παλιόκαστρο της Στάλας”.

Αναφορά στην θεά Δέσποινα από τον Παυσανία στα Αρκαδικά:

«Θεῶν δὲ αὐτὰ τὰ ἀγάλματα, Δέσποινα καὶ ἡ Δημήτηρ τε καὶ ὁ θρόνος ἐν ᾧ καθέζονται, καὶ τὸ ὑπόθημα τὸ ὑπὸ τοῖς ποσίν ἐστιν ἑνὸς ὁμοίως λίθου: καὶ οὔτε τῶν ἐπὶ τῇ ἐσθῆτι οὔτε ὁπόσα εἴργασται περὶ τὸν θρόνον οὐδέν ἐστιν ἑτέρου λίθου προσεχὲς σιδήρῳ καὶ κόλλῃ, ἀλλὰ τὰ πάντα ἐστὶν εἷς λίθος. οὗτος οὐκ ἐσεκομίσθη σφίσιν ὁ λίθος, ἀλλὰ κατὰ ὄψιν ὀνείρατος λέγουσιν αὐτὸν ἐξευρεῖν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τὴν γῆν ὀρύξαντες. τῶν δὲ ἀγαλμάτων ἐστὶν ἑκατέρου μέγεθος κατὰ τὸ Ἀθήνῃσιν ἄγαλμα μάλιστα τῆς Μητρός: [4] Δαμοφῶντος δὲ καὶ ταῦτα ἔργα. ἡ μὲν οὖν Δημήτηρ δᾷδα ἐν δεξιᾷ φέρει, τὴν δὲ ἑτέραν χεῖρα ἐπιβέβληκεν ἐπὶ τὴν Δέσποιναν: ἡ δὲ Δέσποινα σκῆπτρόν τε καὶ <τὴν> καλουμένην κίστην ἐπὶ τοῖς γόνασιν ἔχει, τῆς δὲ ἔχεται τῇ δεξιᾷ τῆς κίστης. τοῦ θρόνου δὲ ἑκατέρωθεν Ἄρτεμις μὲν παρὰ τὴν Δήμητρα ἕστηκεν ἀμπεχομένη δέρμα ἐλάφου καὶ ἐπὶ τῶν ὤμων φαρέτραν ἔχουσα, ἐν δὲ ταῖς χερσὶ τῇ μὲν λαμπάδα ἔχει, τῇ δὲ δράκοντας δύο. παρὰ δὲ τὴν Ἄρτεμιν κατάκειται κύων, οἷαι θηρεύειν εἰσὶν ἐπιτήδειοι. [5] πρὸς δὲ τῆς Δεσποίνης τῷ ἀγάλματι ἕστηκεν Ἄνυτος σχῆμα ὡπλισμένου παρεχόμενος: φασὶ δὲ οἱ περὶ τὸ ἱερὸν τραφῆναι τὴν Δέσποιναν ὑπὸ τοῦ Ἀνύτου, καὶ εἶναι τῶν Τιτάνων καλουμένων καὶ τὸν Ἄνυτον

Friedrich Nietzsche: Η καλύτερη δοκιμή της ανεξαρτησίας μας

Πρέπει να θέσει υπό έλεγχο κανείς τον εαυτό του για να διαπιστώσει αν είναι προορισμένος για ανεξαρτησία και διοίκηση- και πρέπει να το κάνει αυτό την κατάλληλη στιγμή. Δεν πρέπει να αποφύγει κανείς τους ελέγχους του, αν και ίσως να είναι το πιο επικίνδυνο παιχνίδι που μπορεί να παίξει κανείς, και τελικά είναι έλεγχοι που γίνονται μπροστά σε μας ως μάρτυρες και σε κανέναν άλλο δικαστή.

Να μην προσκολλόμαστε σε ένα πρόσωπο: κι ας είναι το πιο αγαπημένο — κάθε πρόσωπο είναι μια φυλακή και μαζί μια γωνιά.

Να μην προσκολλόμαστε σε μια πατρίδα: κι ας είναι η πιο βασανισμένη κι ας χρειάζεται επειγόντως βοήθεια — είναι ήδη λιγότερο δύσκολο να αποκόψει κανείς την καρδιά του από μια θριαμβεύουσα πατρίδα.

Να μην προσκολλόμαστε σε ένα αίσθημα οίκτου: έστω κι αν πρόκειται για ανώτερους ανθρώπους των οποίων το σπάνιο μαρτύριο και την αίσθηση του αβοήθητου μπορέσαμε να δούμε κατά τύχη.

Να μην προσκολλόμαστε σε μια επιστήμη: έστω κι αν μας γοητεύει με τις πιο πολύτιμες ανακαλύψεις που φαινομενικά κρατήθηκαν για μας.

Να μην προσκολλόμαστε στην ίδια μας την απόσπαση, σ' εκείνο το φιλήδονο ξεμάκρεμα και ξένωση του πουλιού, που πετά ολοένα και περισσότερο στα ύψη, ώστε να βλέπει ολοένα και περισσότερα πράγματα κάτω του — ο κίνδυνος εκείνου που πετάει.

Να μην προσκολλόμαστε στις ίδιες μας τις αρετές και να γινόμαστε ως σύνολο θύματα κάποιου μέρους του εαυτού μας, για παράδειγμα της «φιλοξενίας» μας, που είναι ο κίνδυνος των κινδύνων για ανώτερες και πλούσιες ψυχές, οι οποίες ξοδεύονται σπάταλα, σχεδόν αδιάφορα, και φέρνουν την αρετή της γενναιοδωρίας στο σημείο να γίνει ελάττωμα.

Πρέπει να ξέρουμε πώς να συντηρούμε τους εαυτούς μας: αυτή είναι η καλύτερη δοκιμή της ανεξαρτησίας.

Friedrich Wilhelm Nietzsche, Πέρα από το καλό και το κακό

Ο ΑΠΟΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΜΗΡΙΚΩΝ ΕΠΩΝ

Τα Ομηρικά Επη δεν είναι απλώς μια αφηγηματική παρουσίαση κάποιων γεγονότων, πραγματικών ή φανταστικών, αλλά είναι μια πολύ καλά κωδικοποιημένη αποτύπωση βαθιών μυστηριακών θεμάτων.

Παρότι μπορούμε να βρούμε διάσπαρτα στα Φιλοσοφικά κείμενα επεξηγηματικές αναφορές που μας αποκαλύπτουν τι κρύβεται πίσω από τις αφηγήσεις του Ομήρου, μπορούμε να πάρουμε την κεντρική ιδέα από τα Σχόλια του Ερμεία στον Φαίδρο του Πλάτωνα.

"Ἴλιον μὲν οὖν νοείσθω ἡμῖν ὁ γενητὸς καὶ ἔνυλος τόπος παρὰ τὴν ἰλὺν καὶ τὴν ὕληνἼλιον ὠνομασμένον, ἐν ᾧ καὶ ὁ πόλεμοςκαὶ ἡ στάσις·

οἱ δὲ Τρῶες τὰ ἔνυλα εἴδη καὶ αἱ περὶ τοῖς σώμασι πᾶσαι ζωαὶ, διὸ καὶ ἰθαγενέεςλέγονται οἱ Τρῶες· καὶ γὰρ οἰκείαν τὴν ὕλην περιέπουσιν αἱ περὶ τὰ
σώματα ζωαὶ πᾶσαι καὶ αἱ ἄλογοι ψυχαί· οἱ δὲ Ἕλληνες αἱ λογικαὶ ψυχαὶ ἐκ τῆς Ἑλλάδος, τουτέστιν ἐκ τοῦ νοητοῦ, ἐλθοῦσαι εἰς τὴν ὕλην, διὸ καὶ ἐπήλυδες λέγονται οἱ Ἕλληνες, καὶ κρατοῦσι τῶν Τρώων ἅτε τῆς ὑπερτέρας ὄντες τάξεως."

δηλαδή:

"Ιλιον λοιπόν ας νοήσουμε τον γενητό και ένυλο τόπο που ονομάστηκε από τηνιλύν(λάσπη) και την ύλην, στον οποίο είναι και ο πόλεμος και η στάση.
Οι δε Τρώες είναι τα υλικά είδη και όλες οι περί τα σώματα ζωές, για αυτό καιιθαγενείς καλούνται οι Τρώες. Διότι και την ύλη περιτριγυρίζουν όλες οι περί τα σώματα ζωές και οι άλογες ψυχές.
Οι δε Ελληνες είναι οι λογικές ψυχές που ήλθαν από την Ελλάδα, δηλαδή από τονοητό. Οι οποίες ήλθαν στην ύλη, για αυτό και καλούνται επήλυδες οι Ελληνες και επικρατούν των Τρώων επειδή είναι υπέρτερης από αυτούς τάξεως."

'Οπως και το παρακάτω:

"Οἱ θεωρητικώτερον δὲ ἐξηγησάμενοι τὴν Ἰλιάδα καὶ τὴν Ὀδύσσειαν καὶ τὴν ἄνοδον ... διὸ, φασὶν, ἐν τῇ Ἰλιάδι, ἐπειδὴ ἡ ψυχὴ πολεμεῖται ἐκ τῆς ὕλης, μάχας καὶ πολέμους καὶ τὰ τοιαῦτα ἐποίησεν, ἐν δὲ τῇ Ὀδυσσείᾳ ... παραπλέοντα τὰς Σειρῆνας καὶ ἐκφεύγοντα τὴν Κίρκην, τοὺς Κύκλωπας, τὴν Καλυψὼ καὶ πάντα τὰ ἐμποδίζοντα πρὸς ἀναγωγὴν ψυχῆς καὶ μετὰ ταῦτα ἀπελθόντα εἰς τὴν πατρίδα, τουτέστιν εἰς τὸ νοητόν".

δηλαδή:

"Αυτοί δε που εξήγησαν θεωρητικότερα την Ιλιάδα και την Οδύσσεια και τηνάνοδον... για αυτό λένε στην Ιλιάδα, επειδή η ψυχή πολεμείται από την ύλη, μάχες καιπολέμους και τα τοιαύτα έκανε, στην δε Οδύσσεια...παραπλέοντας τις Σειρήνες και διαφεύγοντας από την Κίρκη, τους Κύκλωπες, την Καλυψώ και όλα όσα εμποδίζουν την αναγωγή της ψυχής και μετά από αυτά επιστρέφοντας στην πατρίδα, δηλαδή στονοητό".

Ετσι λοιπόν η Ιλιάδα αλληγορεί την δημιουργία του κόσμου και την κάθοδο των ψυχών στον κόσμο της ύλης, ενώ η Οδύσσεια αλληγορεί την προσπάθεια επιστροφής των ψυχών στο νοητό.

Αν λοιπόν έχουμε στο μυαλό μας την βασική αυτή θέση των Ομηρικών Επών, τότε σίγουρα τα Ομηρικά Επη θα μας μιλήσουν και θα μας αποκαλύψουν τα πολύ καλά κρυμμένα μυστικά τους.

Ο μύθος του Ηρός και η πλατωνική Πολιτεία

1

Η πλατωνική Πολιτεία κλείνει με έναν εσχατολογικό μύθο. Ο μύθος εξιστορεί τη μεταθανάτια εμπειρία του γενναίου ανατολίτη Ηρός,[1] ο οποίος άθελά του είχε την τύχη του Οδυσσέα, να επισκεφτεί δηλαδή τον Κάτω Κόσμο και να μεταφέρει στους ανθρώπους τα όσα είδε εκεί.

Ο ομηρικός καμβάς, πάνω στον οποίο πλάθει ο Πλάτων τη δική του ιστορία, δηλώνεται εξ αρχής με την προειδοποίηση του Σωκράτη στους συνομιλητές του ότι δεν θα τους διηγηθεί κάποιον «απόλογο του Αλκίνοου» (614b), αλλά και με την ενσωμάτωση διάσπαρτων εικόνων της οδυσσειακής Νέκυιας. Τα πιο ουσιαστικά ωστόσο στοιχεία του μύθου έλκουν την καταγωγή τους από την παράδοση των Ορφικών: το σταυροδρόμι του καλού και του κακού, η κρίση των ψυχών, το νερό της Λήθης και. πάνω απ’ όλα, το ίδιο το δόγμα της μετεμψύχωσης. Το μυθολογικό αυτό υλικό μεταπλάθεται στα χέρια του Πλάτωνα σε μια νέα σύνθεση.

Ας δούμε εν συντομία τον μύθο.

Ο Ηρ επιστρέφει στη ζωή 12 μέρες μετά τον θάνατό του. και εξιστορεί όσα είδε στον Άλλο Κόσμο. Έφθασε με άλλες ψυχές σε έναν τόπον δαιμόνιον, όπου βρέθηκε μπροστά σε 4 χάσματα - 2 προς τα κάτω και 2 προς τον ουρανό.

Ανάμεσα στα χάσματα δίκαζαν δικαστές. Έστελναν δεξιά και πάνω τους δίκαιους για να ανταμειφθούν και αριστερά και κάτω τους άδικους για να τιμωρηθούν, ενώ τον ίδιο τον άφησαν να παρατηρεί για να μεταφέρει όσα είδε στους ανθρώπους. Από την αντίστροφη οδό επέστρεφαν οι ψυχές μετά την ανταμοιβή ή την τιμωρία τους. που κρατούσε 1000 χρόνια. 10 φορές δηλαδή περισσότερο από τη συμβατική ανθρώπινη ζωή. Η ανταπόδοση της δίκαιης ή της άδικης ζωής ήταν κι αυτή 10 φορές μεγαλύτερη: το τίμημα που κατέβαλαν οι άδικοι ήταν δεκαπλάσιο από τα αδικήματα που είχαν διαπράξει. όπως δεκαπλάσιας αξίας ήταν και η ανταμοιβή των δικαίων. Τη χειρότερη μοίρα στον Άδη την είχαν οι τύραννοι, οι ασεβείς και οι πατροκτόνοι.

Οι ψυχές, μετά τον καθαρμό τους, έμειναν σε έναν λειμώνα 7 μέρες εξιστορώντας τις εμπειρίες τους. και την όγδοη ξεκίνησαν, και αφού περπάτησαν 4 μέρες είδαν από μακριά ένα λαμπρό φως, που διαπερνούσε ως άξονας τον ουρανό και τη Γη αλλά και έδενε, όπως τα υποζώματα στις τριήρεις. όλον τον ουρανό. Στο φως έφθασαν την άλλη μέρα και εκεί αντίκρισαν το ουράνιο κοσμικό αδράχτι, που περιστρεφόταν στα γόνατα της Ανάγκης.

Το αδράχτι είχε οκτώ στιβάδες, εκ των οποίων η εξωτερική περιστρεφόταν προς τα δεξιά ενώ οι επτά εσωτερικές προς τα αριστερά. Γύρο:» από το αδράχτι στέκονταν οι τρεις Μοίρες, οι κόρες της Ανάγκης, η Λάχεση. η Κλωθώ και η Άτροπος. ψάλλοντας η Λάχεση τα περασμένα, η Κλωθώ τα τωρινά και η Άτροπος τα μέλλοντα. Η Λάχεση αναγγέλλει στις ψυχές τη μοίρα τους, λέγοντάς τους ότι θα επιστρέψουν για άλλη μια φορά στη θνητή ζωή. ότι υπάρχουν πολλαπλές μορφές βίου (ανθρώπων και ζώων) και ότι η κάθε ψυχή θα πρέπει μόνη της, χωρίς καμιά βοήθεια, να διαλέξει το είδος βίου που θα ξαναζήσει. Οι ψυχές έκαναν, με διάφορα κριτήρια, την ελεύθερη επιλογή τους. Στη συνέχεια με τη συνοδεία του προσωπικού τους δαίμονα, πορεύονταν προς την καυτή πεδιάδα της Λήθης, και έφθαναν στον ποταμό Αμέλητα, όπου έπιναν το νερό της λησμονιάς και ξεχνούσαν όσα έζησαν στον Άλλο Κόσμο. Κοιμόνταν και εκσφενδονίζονταν στη γη. όπου άρχιζαν τη νέα τους ζωή.

2

Ποιος είναι ο ρόλος του μύθου του Ηρός στη μεγαλειώδη σύνθεση της Πολιτείας; Πόση βαρύτητα πρέπει να του αποδώσουμε; Η φυσική τάση του αναγνώστη, ιδίως του αναγνώστη που είναι εξοικειωμένος με τα σημερινά συγγραφικά ήθη, είναι να θεωρήσει ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι ο μύθος αυτός καταλαμβάνει τις τελευταίες σελίδες του πιο σημαντικού πλατωνικού έργου. Αντίθετη ωστόσο είναι η αντιμετώπιση των ειδικών. Οι αναλύσεις της Πολιτείας σπανίως περιλαμβάνουν κάποια αναφορά στον συγκεκριμένο μύθο. Το μόνο που λέγεται είναι ότι ο Πλάτων επιλέγει να κλείσει κατανυκτικά μια βασανιστική πορεία συλλογισμών υπέρ της ηθικής και δίκαιης ζωής, παράθεση ενός μύθου, ο οποίος δικαιώνει και μετά θάνατον τους ηθικούς τους δικαίους.

Οι ειδικοί δεν παραλείπουν μάλιστα να τονίσουν τον άτεχνο τρόπο με οποίο εισάγεται ο μύθος. Η ουσιαστική συζήτηση, που άνοιξε στην αρχή του 2ου βιβλίου της Πολιτείας και που έθεσε σε νέες βάσεις την αναζήτηση της δικαιοσύνης, ολοκληρώθηκε στο τέλος του 9ου βιβλίου. Αποδείχτηκε ότι τη δικαιοσύνη, που είναι η ύψιστη αρετή, η σύνθεση όλων των άλλων βασικών αρετών, αξίζει να την επιδιώκει κανείς ως αυτόνομη αξία. αυτή καθαυτήν, γιατί μόνο έτσι θα καταφέρει να εναρμονίσει τα διακριτά μέρη της ψυχής του. Το 10ο βιβλίο μοιάζει σαν παράρτημα, που προστέθηκε για να επανέλθει ο Πλάτων στην αποτίμηση της ποίησης και των ποιητών. Ξαφνικά ωστόσο, μετά την πραγμάτευση της ποίησης, ο Σωκράτης θυμάται ότι στην προηγούμενη συζήτηση «δεν έχουν αναφερθεί στις πιο μεγάλες ανταμοιβές και στα έπαθλα της αρετής» (608c), και διευκρινίζει ότι εννοεί τόσο τις ανταμοιβές που έχει ο δίκαιος άνθρωπος στην επίγεια ζωή του όσο και η αθάνατη ψυχή στην αιωνιότητα του χρόνου.[2] Αναιρώντας όσα είχε πει προηγουμένως για την ο διανοητική πορεία που οδηγεί τον άνθρωπο στη φιλοσοφία, για την αποξένωση των φιλοσόφων στις πόλεις, ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι τελικά ο άνθρωποι δικαιώνονται και στην επίγεια ζωή, αφού «όταν προχωρήσουν τα χρόνια, και αξιώματα, αν θέλουν, αναλαμβάνουν στην πόλη τους, και παίρνουν όποια γυναίκα θέλουν και τα παιδιά τους τα παντρεύουν όπως θέλουν, ενώ οι άδικοι στο τέλος «ξεσκεπάζονται και εξευτελίζονται» (613d-e)[3]. Η επίγεια δικαίωση ή τιμωρία όμως δεν αρκεί: «Αυτά δεν είναι τίποτε μπροστά σε εκείνα που περιμένουν τον καθένα όταν πεθάνει. Κι αυτά είναι ανάγκη να τα ακούσουν ώστε και ο δίκαιος και ο άδικος να πάρουν από τον λόγο όλα επιβάλλεται να ακούσει ο καθένας τους» (614a). 0 λόγος που πρέπει όλο ακούσουν είναι ακριβώς ο εσχατολογικός μύθος του Ηρός. Πρόκειται για μυθική ιστορία, που αξίζει ωστόσο, κατά τον Πλάτωνα, να την πιστέψουμε το ηθικό και σωτήριο δίδαγμά της (621b-d).

Να θεωρήσουμε κι εμείς, όπως πολλοί σπουδαίοι σχολιαστές, ότι ο Γ των προς το τέλος της Πολιτείας «έχασε την όρεξη και τη συγκέντρωσή του»[4] και έφθασε σ’ αυτό το «άτονο και ακατάστατο» τέλος;[5] Η αλήθεια είναι όποιος θαύμασε τη διαλεκτική δεινότητα του Πλάτωνα και το φιλοσοφικό βάθος των αναλύσεών του στα κεντρικά βιβλία της Πολιτείας, είναι φυσικό να απογοητεύεται όταν βλέπει την άτεχνη και αντιφατική εισαγωγή στον μ του Ηρός. Αυτή η αρνητική αξιολόγηση συμπαρασύρει και τον ίδιο τον μύθο[6], καθώς δεν είναι προφανές ότι προσφέρει κάτι ουσιαστικό στο φιλοσοφικό περιεχόμενο της Πολιτείας, πέρα από μια επίδειξη του αποδεδειγμένου (α και εκκεντρικού) ποιητικού ταλέντου του Πλάτωνα.

Για να αποφανθεί όμως κανείς αν ο μύθος του Ηρός αποτελεί οργανικό κομμάτι της Πολιτείας πρέπει να μελετήσει με προσοχή τον ιστό αλλά κα λεπτομέρειες της μυθικής αφήγησης, να εντοπίσει τις γέφυρες που συνδέουν τις μυθικές εικόνες με τις φιλοσοφικές θέσεις του διαλόγου, με δυο λόγιο βρει κλειδιά για την αποκρυπτογράφηση του μύθου. Αυτό θα προσπαθήσω να κάνω στη συνέχεια. Πριν προχωρήσω ωστόσο κάποιες γενικές παρατηρήσεις είναι αναγκαίες.

Πρώτη παρατήρηση. Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε για τον τρόπο γραφής των πλατωνικών διαλόγων και για τις συνθήκες κυκλοφορίας τους. Δεν ε γνωστό αν ο Πλάτων «εξέδιδε» τα έργα του, αν τα ξαναδούλευε, αν συνέθετε τε τους διαλόγους εντελώς μόνος ή σε συνεργασία με μαθητές του, αν κάποιοι διάλογοι προορίζονταν για το ευρύ κοινό και κάποιοι για τους μυημένους.[7] Ειδικότερα ο τρόπος συγγραφής της Πολιτείας αποτελεί ανοικτό ζήτημα για τους ερμηνευτές, οι περισσότεροι από τους οποίους συμφωνούν ότι το έργο ενσωματώνει διαφορετικές στιβάδες γραφής: το 1ο βιβλίο θεωρείται πρώιμο έργο, ενώ ορισμένοι υποστηρίζουν ότι κάτω από την τελική σύνθεση διακρίνεται μια πρώτο-Πολιτεία που καλύπτει τις αναλύσεις για το ιδανικό κράτος στα βιβλία 2-5.[8] Με την ίδια λογική, όπως είδαμε, το 10ο βιβλίο ίσως αποτελεί παράρτημα στο όλο έργο. Αν λοιπόν δεχτούμε ότι η σύνθεση της Πολιτείας στηρίχτηκε σε ένα προϋπάρχον υλικό, δεν είναι παράλογο να υπάρχουν στο τελικό κείμενο ίχνη αυτής της διαστρωμάτωσης - χωρία που προβληματίζουν, όπως αυτό που προηγείται του μύθου του Ηρός. Το γεγονός πάντως παραμένει ότι ο Πλάτων θεώρησε σωστό να συμπεριλάβει στην τελική μορφή του έργου του αυτόν τον μύθο, και μάλιστα να του δώσει σημαίνουσα θέση.

Δεύτερη παρατήρηση. Η καταφυγή στον μύθο είναι μια από τις τεχνικές που περιλαμβάνει το πολύπλοκο αφηγηματικό οπλοστάσιο του Πλάτωνα, και παρατηρείται σε όλο του το έργο. Οι πλατωνικοί μύθοι είναι επινοημένα κείμενα, που αξιοποιούν κάποια μοτίβα της παραδοσιακής μυθολογίας, και δείχνουν να έχουν λειτουργικό, αλλά όχι πάντοτε σαφή, ρόλο στην εξέλιξη της συλλογιστικής πορείας των διαλόγων. Διακόπτουν την ανταλλαγή των επιχειρημάτων, παρεμβάλλοντας στο διαλογικό πλαίσιο μονολογικές αφηγήσεις, εισάγουν εικόνες στη θέση των εννοιών, προβάλλουν την πειστικότητα και την αληθοφάνεια αντί της αποδεικτικής ισχύος, με δυο λόγια ενσωματώνουν ποιητικά στοιχεία στην πλατωνική φιλοσοφία. Συνήθως οι μύθοι δεν εισάγουν ένα νέο θέμα, αλλά έρχονται να φωτίσουν από μια άλλη οπτική γωνία ένα ζήτημα που έχει ήδη τεθεί και συζητηθεί με τον οικείο πλατωνικό τρόπο. Σε κάποιες όμως περιπτώσεις τα πράγματα αντιστρέφονται: η μυθική αφήγηση γίνεται κυρίαρχη, και το διαλεκτικό επιχείρημα παρεμβάλλεται ή ακολουθεί για να φωτίσει σκοτεινές πλευρές του μύθου - ο μεγάλος μύθος της ψυχής του Φαί­δρου, αλλά και ολόκληρος ο Τίμαιος αποτελούν τέτοιες περιπτώσεις. Όσο για το περιεχόμενό τους. είναι πάντοτε βαρυσήμαντο. Η καταγωγή του κόσμου του ανθρώπου, της κοινωνίας και της γραφής, η αθανασία της ψυχής, η μετά θάνατον ζωή, η μετενσάρκωση των ψυχών και, παραδόξως, όλες οι φυσικές επιστήμες αναπτύσσονται σε πλατωνικούς μύθους.

Μολονότι οι πλατωνικοί μύθοι έχουν από πολύ παλιά κεντρίσει το εν φέρον των μελετητών, εξακολουθούν να μας δημιουργούν αμηχανία. Υποψιαζόμαστε ότι η αντίστιξη διαλεκτικών επιχειρημάτων και μυθικών αφηγήσεων κάτι φανερώνει για την ίδια τη σκέψη του Πλάτωνα, δεν μπορούμε όμως εύκολα να πούμε τι είναι αυτό. Η καθιερωμένη ερμηνεία ότι ο Πλάτων καταφεύγει στους μύθους όταν δεν μπορεί να υποστηρίξει μια θέση με λογικά επιχειρήματα, δεν ισχύει πάντοτε. «Αποδείξεις» για την αθανασία της ψυχής υπάρχουν πολλές στο πλατωνικό έργο (οι τρεις του Φαίδωνα, ο ορισμός ψυχής ως αρχής της κίνησης στον Φαίδρο και τους Νόμους)· αυτό όμως εμποδίζει τον Πλάτωνα να παραθέτει τον καταληκτικό μύθο του Φαίδωνα τον μύθο του Φαιδρού. Η σύλληψη της γνώσης ως ανάμνησης εισάγεται στον Μένωνα ως ορφική μυστική δοξασία· η αναγκαιότητά της όμως έχει προκύψει από ένα λογικό παράδοξο - «δεν μπορούμε να μάθουμε κάτι αν δεν το ξέρουμε ήδη» -, ενώ η ισχύς της επαληθεύεται με το γεωμετρικό πρόβλημα επιλύει ο αδαής δούλος. Όσο για τις επιστημονικές γνώσεις, είναι αυτονόητο ότι θα μπορούσαν εναργέστερα να αναπτυχθούν με διαλεκτικό τρόπο.

Ο μύθος του Ηρός είναι από τους πλατωνικούς μύθους που δημιουργού περισσότερα προβλήματα. Η θεματολογία του είναι βαρυσήμαντη, αλλά συνδέεται ευθέως με όσα προηγήθηκαν. Η μυθική αφήγηση είναι εκτεταμένη, πολύπλοκη αλλά πλήρης, δίνει την εντύπωση ότι μπορεί να σταθεί και εκτός πλαισίου της Πολιτείας. Δεν φωτίζει κάποιο πρόβλημα που προέκυψε στην προηγούμενη συζήτηση, αντιθέτως ο Σωκράτης διακόπτει την εξιστόρηση Ηρός για να παρεμβάλει δικά του σχόλια που τονίζουν τη σημασία της φιλοσοφίας στην επιλογή του κατάλληλου βίου (618b6, 619dl). Επιπλέον, ο μύθος περιέχει στοιχεία δυσκατάληπτα ή και αινιγματικά, όπως η λεπτομερής περιγραφή του αδραχτιού της Ανάγκης, τα οποία μάλιστα έχουν και επιστημονικές συμπαραδηλώσεις. Μπροστά σε όλες αυτές τις δυσκολίες, δεν μπορεί να κατηγορήσει κανείς τον ερμηνευτή, που προσπερνά χωρίς πολλά σχόλια τον μύθο Ηρός και περιορίζεται στην ανάλυση του διαλεκτικού μέρους της Πολιτεία

Τρίτη παρατήρηση. Εσχατολογικές νύξεις ή διηγήσεις υπάρχουν σε πολλούς πλατωνικούς διαλόγους, πάντοτε σε μυθικά συμφραζόμενα: στον Γοργία, στον Μ ένωνα, στον Φαίδωνα, στην Πολιτεία, στον Φαίδρο, στον Τίμαιο, στους Νόμους. Μάλιστα ο Γοργίας, ο Φαίδων και η Πολιτεία, τρεις σημαντικοί ηθικοί διάλογοι, τελειώνουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ο Σωκράτης, όταν θεωρεί ότι ολοκληρώθηκε η συζήτηση, αναλαμβάνει να διηγηθεί έναν μύθο για τη μεταθανάτια μοίρα των ψυχών, το δίδαγμα του οποίου είναι η επιβεβαίωση της λαϊκής πίστης ότι οι δίκαιοι επιβραβεύονται και οι άδικοι τιμωρούνται. Οι ομοιότητες ανάμεσα στους τρεις αυτούς μύθους, αλλά και στον μύθο του Φαίδρου, είναι οφθαλμοφανείς - στον ίδιο βασικό καμβά έρχονται να προστεθούν νέα στοιχεία, νέο υλικό από τη μυθολογία και τις μυστικές δοξασίες, νέες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.[9] Θα έλεγε κανείς ότι ο Πλάτων στην ουσία δουλεύει και ξαναδουλεύει τον ίδιο εσχατολογικό μύθο.

Ο πειρασμός λοιπόν είναι μεγάλος να απομονώσει κανείς τους πλατωνικούς εσχατολογικούς μύθους και να τους εξετάσει ως αυτόνομο ζήτημα. Και όντως αυτό έχει γίνει στις πλατωνικές σπουδές. Η συντριπτική πλειοψηφία των ερμηνευτικών κειμένων που έχουν γραφεί για τον μύθο του Ηρός ξεκινούν από τη συσχέτισή του με τους άλλους ομοειδείς μύθους, δίνουν βάρος στις ομηρικές και τις ορφικές καταβολές των μύθων αυτών, στη συσχέτισή τους με την πρακτική των καθαρτήριων τελετών και μυστηρίων, επισημαίνουν τη σημασία του δόγματος της μετενσάρκωσης των ψυχών, που πρωτοεμφανίζεται στον μύθο του Φαίδωνα, και την προϊούσα τάση του Πλάτωνα να συνδέσει την εσχατολογία του με την κοσμολογία και τη φυσική θεολογία. Με δυο λόγια, για την πλατωνική βιβλιογραφία, ο μύθος του Ηρός ανήκει στο ευρύτερο κεφάλαιο «Ο Πλάτων και η αρχαία ελληνική θρησκεία» και όχι στην ανάλυση της Πολιτείας.

Η ομαδοποίηση των εσχατολογικών μύθων είναι ένα εγχείρημα φυσιολογικό και διαφωτιστικό. Στο κάτω κάτω, ο ίδιος ο Πλάτων μάς δίνει το δικαίωμα να το κάνουμε, αφού η επιστροφή σε ένα οικείο από άλλους διαλόγους μυθολογικό μοτίβο είναι μια μορφή έμμεσης διακειμενικής αναφοράς, μια μορφή υποσημείωσης.[10] Η ερμηνεία όμως ενός συγκεκριμένου μύθου δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στα γενικά χαρακτηριστικά της ομάδας, στην οποία ο κει, όσο χρήσιμα κι αν είναι αυτά. Η βασική μονάδα ανάλυσης της πλατωνικής φιλοσοφίας είναι ο ολοκληρωμένος διάλογος. Αυτό επιβάλλει η λογοτεχνική μορφή, την οποία ο Πλάτων επέλεξε να δώσει στα έργα του - ο πλατωνικός διάλογος αποτελεί αυτοδύναμη ολότητα, είναι γραμμένος με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να διαβαστεί ως ανεξάρτητο έργο. Κάθε στοιχείο διαλόγου, ακόμη κι αν φαίνεται καθαρά λογοτεχνικό ή δραματουργικό, π πει να αξιολογείται, να συνδέεται δηλαδή με τη θεματολογία, τη μέθοδο τις φιλοσοφικές θέσεις του συγκεκριμένου διάλογου.

Κατά συνέπεια, ο μύθος του Ηρός, από τη στιγμή που ανήκει στην Πολιτεία. πρέπει κατά κύριο λόγο να ερμηνεύεται ως οργανικό μέρος της Πολιτείας. Η απόφαση του Πλάτωνα να συμπεριλάβει στην τελική σύνθεση του έργου του αυτόν τον εσχατολογικό μύθο δεν μπορεί να είναι τυχαία. Άρα. πρέπει να υπάρχουν φιλοσοφικοί λόγοι που συνδέουν τον μύθο με τις βασικές θέσεις της Πολιτείας.

3

Ο μύθος του Ηρός χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος αφιερώνεται σ διαδικασία της κρίσης των ψυχών και στις τιμωρίες που υφίστανται οι άδικοι στον Κάτω Κόσμο (614b-616b). Το δεύτερο είναι η περιγραφή του αδραχτιού της Ανάγκης (616b-617d). Και το τρίτο η επιλογή του μελλοντικού βίου κα επιστροφή των ψυχών στη Γη (617d-621b).

Η πρωτοτυπία του μύθου του Ηρός και η ξεχωριστή συμβολή του εντοπίζονται στο δεύτερο και το τρίτο μέρος του. αφού το πρώτο, με ελαφρές παραλλαγές, καλύπτεται και στους μύθους του Γοργία και του Φαίδωνα. Η κοινή μήτρα όλων των πλατωνικών εσχατολογικών μύθων είναι αυτό το πρώτο μέρος - η μεταθανάτια κρίση των ψυχών - που περιλαμβάνει: 1. Την παρουσίαση των ψυχών μπροστά σε δικαστές, που δικάζουν μπροστά σε ένα σταυροδρόμι.[11] 2. Τη διαφορετική μοίρα των δικαίων, που παίρνουν τον καλό δρόμο και ανταμείβονται, από τους αδίκους, που παίρνουν τον κακό δρόμο και τιμωρούνται.[12] 3. Την ιδιαίτερη έμφαση στην περιγραφή των αδίκων και των τιμωριών τους σε σχέση με την απλή αναφορά των ανταμοιβών των δικαίων.[13] 4. Την κάθαρση των ψυχών μετά την τιμωρία τους, με την εξαίρεση μιας ομάδας ανίατων εγκληματιών, που κατά κύριο λόγο εντοπίζεται στους τύραννους, τους πατροκτόνους και τους ιερόσυλους, οι οποίοι τιμωρούνται αιωνίως.

Πίσω από αυτόν τον μυθικό καμβά μπορεί κανείς να διακρίνει μοτίβα της ποιητικής παράδοσης, κυρίως του Ομήρου και του Πινδάρου, αλλά και εικόνες που προέρχονται από μυστικές δοξασίες και καθαρτικές τελετές, που γνώρισαν ιδιαίτερη έξαρση κατά τη διάρκεια του 5ου π.Χ. αιώνα. Δεν θα επιμείνω σε αυτήν την αποκωδικοποίηση, που έχει ήδη γίνει ικανοποιητικά από άλλους.[14] Το σίγουρο είναι ότι ο μύθος της κρίσης των ψυχών προϋποθέτει την αθανασία της ψυχής,[15] την οποία ο Πλάτων παίρνει από την πυθαγόρεια-ορφική παράδοση και της δίνει ξεχωριστή βαρύτητα. Και ότι το δίδαγμα του μύθου εναρμονίζεται με τη λαϊκή πίστη (και βούληση) ότι πρέπει να υπάρχει κάποια θεία δίκη στον κόσμο, ότι δεν είναι δυνατόν να την γλιτώνουν για πάντα οι άδικοι και οι εγκληματίες.

Γιατί ο Πλάτων προσφεύγει σ’ αυτόν τον μύθο; Η δικαιολόγηση που δίνεται στην Πολιτεία έχει ήδη αναφερθεί: για να τον ακούσουν οι δίκαιοι κα άδικοι και να βγάλουν τα συμπεράσματά τους (614a). Στον Γοργία και στον Φαίδωνα συνδέεται με την επικείμενη καταδίκη του Σωκράτη· ο Σωκράτης δεν φοβάται τον θάνατο, γιατί θεωρεί ότι έζησε πάντοτε δίκαια, ενώ «το χειρότερο κακό είναι το να φθάσει κανείς στον Άδη με την ψυχή γεμάτη από αδικήματα».[16] Ο μύθος της κρίσης των ψυχών είναι λοιπόν ένα ακόμη «επιχείρημα» του Πλάτωνα υπέρ της δίκαιης επίγειας ζωής. Δεν πρόκειται βέβαια λογικό επιχείρημα, όπως αυτά που προσπαθεί να εκφέρει ο Σωκράτης αντιμετωπίζοντας αποφασισμένους αμοραλιστές σαν τον Καλλικλή και τον Θρασύμαχο. Η ρητορική του όμως εμβέλεια δεν πρέπει να υποβαθμιστεί. Όπως εικόνες των μεγάλων ποιητών, στηρίζεται στην υποβλητικότητά του, πείθει κινητοποιώντας βαθύτερους φόβους και ελπίδες των αναγνωστών. Κι αυτές ιδιότητες της ρητορικής και της ποίησης ο Πλάτων ουδέποτε τις περιφρόνησε.

Μπορούμε επομένως να πούμε ότι ο Πλάτων αποφασίζει να ενσωματώσει εσχατολογικούς μύθους σε ορισμένους ηθικούς του διαλόγους, θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτό ενισχύει τη σταθερή του θέση ότι η δικαιοσύνη είναι η ύψιστη ανθρώπινη επιδίωξη. Αυτό ισχύει πλήρως για τον Γοργία, όπου ο Σωκράτης διηγείται τον μύθο της κρίσης των ψυχών στον Καλλικλή, ο οποίος έχει υποστηρίξει με σθένος ότι το δίκαιο ταυτίζεται με το συμφέρον του ισχυρού και ότι οι άδικοι κατά κανόνα στη ζωή επιβραβεύονται.[17] Ως έναν βαθμό ισχύει και για τον μύθο του Ηρός, αφού η Πολιτεία είναι ο βασικός διάλογος πε δικαιοσύνης, και στα προηγούμενα βιβλία της έχει δοθεί αρκετή έμφαση στα επίγεια επιβράβευση της αδικίας - κυρίως στο 1ο βιβλίο με τον διάλογο Θρασύμαχου και Σωκράτη, αλλά και στις εισαγωγικές ομιλίες του Γλαύκωνα και του Αδείμαντου στο 2ο βιβλίο.

Ο μύθος όμως του Ηρός δεν περιλαμβάνει μόνο την κρίση των ψυχών, one ο μύθος του Γοργία. Αν ο Πλάτων ήθελε απλώς να συνετίσει τους άδικους κι τους αμοραλιστές. θα έμενε στο πρώτο μέρος της μυθικής του αφήγησης, στην περιγραφή της Κόλασης και του Παραδείσου. Δεν θα υπήρχε λόγος να αφιερώσει τόσες σελίδες στην ελεύθερη επιλογή του σωστού βίου ούτε τόσες λεπτομέρειες στην περιγραφή του κοσμικού αδραχτιού. Κατά συνέπεια, αν μας ενδιαφέρει να κατανοήσουμε τη λειτουργία του μύθου του Ηρός στο πλαίσιο της Πολιτείας, σε αυτά τα επιπρόσθετα στοιχεία πρέπει να στραφούμε.

4

Αναμφίβολα το πιο περίεργο και αινιγματικό σημείο του μύθου είναι η περιγραφή του αδραχτιού της Ανάγκης - το δεύτερο μέρος του. Σύμφωνα με τη διήγηση του Ηρός, όλες οι ψυχές μετά την κάθαρσή τους αντίκρισαν από μακριά μια λαμπρή φωτεινή κολώνα, που διαπερνούσε εγκαρσίως τον ουρανό και τη γη και λειτουργούσε σαν άξονας που συγκρατούσε την περιστροφική κίνηση του ουρανού. Πλησίασαν κοντά και είδαν ότι ο ουρανός είχε τη μορφή ενός σφαιρικού αδραχτιού με διαδοχικές στιβάδες. Το αδράχτι το κρατούσε στα γόνατά της η Ανάγκη, και το περιέστρεφε με τη βοήθεια των τριών θυγατέρων της, των τριών Μοιρών. Οι τρεις Μοίρες, η Λάχεση, η Κλωθώ και η Άτροπος, είναι αυτές που στη συνέχεια του μύθου θα παρουσιάσουν στις ψυχές τα «παραδείγματα των βίων» και θα διανείμουν κλήρους, για να καθοριστεί η σειρά της επιλογής της καθεμιάς.

Πριν περάσουμε στην αναλυτική περιγραφή του αδραχτιού, δύο πρώτες επισημάνσεις. Το μυθικό αδράχτι έχει εμφανώς κοσμολογικές συμπαραδηλώσεις, πράγμα που σημαίνει ότι ο Πλάτων θεωρεί σωστό να ενσωματώσει στον εσχατολογικό του μύθο μια εκτεταμένη κοσμολογική περιγραφή. Και δεύτερον, η λειτουργία των τριών Μοιρών, οι οποίες κινούν το αδράχτι και ταυτοχρόνως διανέμουν βίους, υποδηλώνει μια προσπάθεια σύνδεσης της κοσμολογίας και της ηθικής. Η σύνδεση αυτή υποδηλώνεται και από τα ονόματα των εμπλεκομένων θεοτήτων. Κατά τον Ησίοδο, μητέρα των τριών Μοιρών είναι η Θέμις, η θεά της δικαιοσύνης.[18] Η πλατωνική Ανάγκη είναι μια νέα θεότητα, μια θεότητα της φιλοσοφίας, η οποία πρωτοεμφανίζεται στον Παρμενίδη και αναδεικνύεται σε ύψιστη αρχή από τον Δημόκριτο. Ο Πλάτων μεταλλάσσει την Θέμιδα σε Ανάγκη υπαινισσόμενος την αλληλεξάρτηση κοσμικής τάξης και δικαιοσύνης.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, προσεγγίζοντας το ίδιο πλατωνικό κείμενο:

«Και από τα άκρα του φωτός είδαν να εκτείνεται σφικτά στερεωμένα αδράχτι της Ανάγκης, το οποίο συγκρατεί όλες τις περιφορές. Η ηλακάτη και το άγκιστρο του αδραχτιού ήταν από ατσάλι, ενώ ο σφόνδυλός από ανάμειξη ατσαλιού και άλλων υλικών. Η φύση του σφονδύλου ή κάπως έτσι: Ως προς το εξωτερικό σχήμα έμοιαζε με τους δικούς μας σφονδύλους. Από όσα όμως έλεγε ο Ηρ. θα πρέπει να φανταστούμε εξής το εσωτερικό του: σκεφτείτε έναν μεγάλο κοίλο και λειασμένο απ’ άκρη σε άκρη σφόνδυλο και μέσα του προσαρμόστε έναν άλλον μικρότερο, σαν τους κάδους που μπαίνουν ο ένας μέσα στον άλλο. Κατά ίδιο τρόπο σκεφτείτε μέσα και έναν τρίτο και έναν τέταρτο σφόνδυλο άλλους τέσσερις ακόμη. Γιατί οκτώ ήταν όλοι οι σφόνδυλοι, ο ένας μέσα στον άλλο. Από πάνω τα χείλη τους φαίνονταν σαν κύκλοι, που μαζί δημιουργούσαν την ενιαία επιφάνεια ενός μοναδικού σφονδύλου γύρω c την ηλακάτη. Και αυτή διαπερνούσε απ’ άκρη σ’ άκρη το κέντρο όγδοου κύκλου.

(1) Ο πρώτος και εξωτερικός σφόνδυλος είχε το πλατύτερο κυκλικό χείλος· δεύτερος σε πλάτος ήταν ο έκτος, τρίτος ο τέταρτος, τέταρτος ο όγδοος, πέμπτος ο έβδομος, έκτος ο πέμπτος, έβδομος ο τρίτος, όγδοος ο δεύτερος.

(2) Ο μέγιστος κύκλος ήταν ποικιλόχρωμος· ο έβδομος ήταν ο πιο λαμπρός ο όγδοος έπαιρνε το χρώμα του από τη λάμψη του εβδόμου· χρώματα του δεύτερου και του πέμπτου ήταν παραπλήσια μεταξύ τους και ξανθότερα· ο τρίτος είχε το πιο λευκό χρώμα, ο τέταρτος ένα χρώμα ελαφρώς κόκκινο και ο έκτος ερχόταν δεύτερος σε λευκότητα.

(3) Όλο το αδράχτι περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό του με ίδια φορά. Αλλά. καθώς αυτό περιστρεφόταν, οι επτά κύκλοι στο εσωτερικό του στρέφονταν αργά με την αντίθετη φορά.

(4) Και απ ’ αυτούς τους κύκλους πιο γρήγορα πήγαινε ο όγδοος· στη συνέχεια, και με την ίδια ταχύτητα, ο έβδομος, ο έκτος και ο πέμπτος τρίτος στην ταχύτητα ερχόταν ο τέταρτος, με μια κίνηση που τους φαινόταν αντίστροφη· τέταρτος ερχόταν ο τρίτος και πέμπτος ο δεύτερος.

(5) Ο σφόνδυλος περιστρεφόταν στα γόνατα της Ανάγκης. Και πάνω σε κάθε κύκλο του σφονδύλου στεκόταν μια Σειρήνα, στρεφόταν μαζί του και άφηνε έναν μοναδικό ήχο, έναν τόνο. Όλες μαζί, και οι οκτώ. συνέθεταν μια μοναδική αρμονία.

Και είδαν και τις τρεις Μοίρες, τις θυγατέρες της Ανάγκης, να κάθονται γύρω γύρω σε ίσες αποστάσεις, η καθεμιά σε έναν θρόνο, ντυμένες στα άσπρα και στεφανωμένες. Την Λάχεση, την Κλωθώ και την Άτροπο. Εναρμονίζονταν με το τραγούδι των Σειρήνων και υμνούσαν, η Λάχεση τα περασμένα, η Κ/[ωθώ τα τωρινά και η Ά τροπος τα μελλοντικά. Και η Κλωθώ κάπου κάπου με το δεξί της χέρι βοηθούσε την περιστροφή του εξωτερικού κύκλου του αδραχτιού, η Άτροπος με το αριστερό χέρι την περιστροφή των εσωτερικών κύκλων, ενώ η Λάχεση άλλοτε με το δεξί χέρι και άλλοτε με το αριστερό βοηθούσε μια τη μια και μια την άλλη περιστροφή».[19]

Το χωρίο αυτό ενσωματώνει ποικίλες αστρονομικές πληροφορίες, με τρόπο όμως κρυπτικό. Προκαλεί πονοκέφαλο στους σχολιαστές της Πολιτείας, και συνήθως παρακάμπτεται. Αντιθέτως, έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον των ιστορικών της αρχαίας αστρονομίας. Και στο πεδίο όμως αυτό τα προβλήματα δεν λείπουν.

Η αστρονομική σημασία του χωρίου είναι πρόδηλη, αφού. εκτός των άλλων, είναι το παλαιότερο κείμενο της αρχαίας γραμματείας που αναφέρει ρητώς την ύπαρξη των επτά πλανητών - χωρίς όμως τα ονόματά τους.[20] Εδώ ακόμη συναντούμε την κυκλική κίνηση όλων των ουράνιων σωμάτων γύρω από την ακίνητη Γη, τη διάταξη των πλανητών στο κλειστό σύμπαν και, επιπλέον, έστω και σε ατελή μορφή, την πρώτη διατύπωση της βασικής ιδιομορφίας των πλανητών, της διπλής αυτόνομης κίνησής τους: οι πλανήτες κινούνται με την περιφορά του παντός αλλά και μια δική τους βραδεία αντίθετη κυκλική κίνηση που εκτελείται στο ίδιο επίπεδο - δεν μνημονεύεται δηλαδή στο κείμενο η κλίση της εκλειπτικής. Τα υπόλοιπα ωστόσο αστρονομικά στοιχεία του μύθου μοιάζουν να ανήκουν σε άλλη κατηγορία - δεν είναι από αυτά που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, κατά οποιαδήποτε έννοια, «επιστημονικά» ιστορικοί της αρχαίας αστρονομίας αντιμετωπίζουν με σχετική αμηχανία το κείμενο αυτό εξαιτίας του ανομοιογενούς υλικού που προσφέρει. Υποστηρίζω ότι η ανομοιογένεια αυτή αίρεται αν το κείμενο ενταχθεί στα συμφραζόμενα της Πολιτείας όπου ανήκει, και δεν διαβαστεί μέσα από το πρίσμα Τίμαιου και της μεταγενέστερης αστρονομίας, όπως κατά κανόνα γίνεται

Ο αστρονομικός λοιπόν πυρήνας του μύθου του Ηρός εισάγει με τη μορφή οκτώ ομόκεντρων δακτυλίων (που προκύπτουν από την εγκάρσια τομή των οκτώ εγκιβωτισμένων σφονδύλων του αδραχτιού της Ανάγκης) τους επτά πλανήτες και το σύνολο των απλανών αστέρων. Η Γη καταλαμβάνει το κέντρο αδραχτιού-σύμπαντος και είναι ακίνητη.[21] Οι απλανείς ορίζουν την εξωτερική σφαιρική επιφάνεια του κλειστού σύμπαντος. Ο άξονας του σφαιρικού σύμπαντος διαπερνά τη Γη και κινεί όλα τα ουράνια σώματα κυκλικά γύρω από τη Γη. Το κείμενο προσφέρει επιπλέον πέντε στοιχεία σχετικά με τη διάταξη και την κίνηση των πλανητών. Τα στοιχεία αυτά. με τη σειρά που παρατίθενται (και απομονώθηκαν στη μετάφραση του κειμένου), είναι τα εξής:

1. Η ιεραρχία των ενδιάμεσων αποστάσεων των πλανητών, κατά φθίνουσα σειρά, είναι: απλανείς-Κρόνος, Αφροδίτη-Ήλιος, Άρης-Ερμής, Σελήνη- Ήλιος-Σελήνη, Ερμής-Αφροδίτη, Δίας-Άρης, Κρόνος-Δίας.

2. Αποδίδεται ένας χαρακτηρισμός στην κάθε τροχιά (ή στο κάθε ουρά σώμα) σχετικός με την λαμπρότητα ή με το χρώμα. Στη διάταξη των πλανητών που υιοθετείται -Σελήνη, Ήλιος, Αφροδίτη, Ερμής. Άρης, Δίας, Κρόνος, απλανείς- αντιστοιχούν οι εξής χαρακτηρισμοί: «έπαιρνε το χρώμα του ο τη λάμψη του Ήλιου», «ο λαμπρότερος», «δεύτερος σε λευκότητα», «ξανθότερος από τον Ήλιο και την Σελήνη», «ελαφρώς κόκκινος», «πιο λευκό «όπως ο Ερμής», «ποικιλόχρωμος».

3. Ο κάθε πλανήτης κινείται ταυτοχρόνως με την κυκλική κίνηση της σφαίρας των απλανών αλλά και με μια δεύτερη, αργή κυκλική κίνηση στην αντίθετη φορά, που συντελείται στο ίδιο επίπεδο.

4.Οι πλανήτες κατατάσσονται ως προς την ταχύτητα της αυτόνομης περιστροφής τους κατά φθίνουσα σειρά ως εξής: Σελήνη - Ήλιος, Αφροδίτη, Ερμής - Άρης - Δίας - Κρόνος.

5. Οι πλανήτες και οι απλανείς κινούμενοι παράγουν μια ουράνια αρμονική μουσική.

Ας δούμε τα πέντε αυτά στοιχεία από πιο κοντά.

Το πρώτο αναφέρεται στην απόσταση ενός πλανήτη από τον γειτονικό του, ένα μέγεθος που ήταν αδύνατον να μετρηθεί με τα μέσα παρατήρησης όχι μόνο του 4ου π.Χ. αλλά και του 17ου μ.Χ. αιώνα. Ο Ερατοσθένης θα επινοήσει έναν αιώνα αργότερα μια μέθοδο μέτρησης της απόστασης του Ήλιου και της Σελήνης από τη Γη. ενώ η απόσταση των υπόλοιπων πλανητών από τη Γη και οι ενδιάμεσες αποστάσεις τους δεν θα απασχολήσουν ποτέ την επιστημονική αστρονομία του αρχαίου και του μεσαιωνικού κόσμου.[22]

Το δεύτερο στοιχείο αφορά αφενός τη διάταξη των πλανητών και αφετέρου το χρώμα τους. Για το χρώμα θα μιλήσουμε παρακάτω. Για τη διάταξη αρκεί κανείς να πει ότι είναι συνέπεια της απόστασης των πλανητών από τη Γη. Αν δεν μπορεί κανείς να μετρήσει την απόσταση των πλανητών από τη Γη -και αυτό ίσχυε-, δεν μπορεί να καταλήξει σε μια αποδεκτή επιστημονικά διάταξη. Έτσι η διάταξη που προτείνει εδώ ο Πλάτων -η αποκαλούμενη πυθαγόρεια: Σελήνη, Ήλιος. Αφροδίτη, Ερμής, Άρης, Δίας. Κρόνος, απλανείς- είναι φυσικά αυθαίρετη.

Το τρίτο στοιχείο είναι πολύ σημαντικό, αφού αποτελεί το θεμέλιο της αρχαίας αστρονομίας. Αυτό που παρατηρεί κανείς αν συγκεντρώσει την προσοχή του νύχτα με νύχτα στον ουρανό, είναι ότι κάποια ουράνια σώματα δεν κινούνται απολύτως εναρμονισμένα με τους λεγόμενους απλανείς αστέρες, αλλά κάθε νύχτα «μένουν λίγο πίσω» σε σχέση με τα γειτονικά τους άστρα. Η κίνησή τους μοιάζει να είναι άτακτη, και γι’ αυτό τα ουράνια αυτά σώματα πήραν την υποτιμητική ονομασία «πλανήτες», αφού φαίνονται να «πλανώνται» στον ουρανό. Στον μύθο του Ηρός γίνεται μια πρώτη προσπάθεια να προσεγγιστεί η κίνηση των πλανητών όχι ως άτακτη κίνηση, αλλά ως σύνθετη κυκλική κίνηση που εκτελείται ταυτοχρόνως στο ίδιο επίπεδο. Οι πλανήτες ακολουθούν την τακτική 24ωρη κίνηση του στερεώματος (ο εξωτερικός σφόνδυλος του αδραχτιού), και την ίδια στιγμή περιστρέφονται αργά γύρω από τν Γη προς την αντίθετη κατεύθυνση (η κίνηση των εσωτερικών σφονδύλων).

Οι σχετικές ταχύτητες της δεύτερης αυτής αυτόνομης κίνησης των πλανητών αναφέρονται στο τέταρτο στοιχείο. Ταχύτερη θεωρείται η κίνηση της Σελήνης, του εγγύτερου πλανήτη προς τη Γη, και βραδύτερη του Κρόνου, του πιο απομακρυσμένου. Ίδια ταχύτητα αποδίδεται στον Ήλιο, την Αφροδίτη και τον Ερμή.

Το πέμπτο στοιχείο, η ουράνια μουσική των Σειρήνων, μοιάζει καθαρά μυθικό και έχει αποδοθεί ήδη εμμέσως από τον Πλάτωνα και από τον Αριστοτέλη στους Πυθαγορείους.[23] Η «αρμονία των Σφαιρών» του ουρανού παραπέμπει ωστόσο στη μαθηματική αναλογία των κινήσεων των ουρανίων σωμάτων και στην τάξη που επικρατεί στο σύμπαν.

Με δυο λόγια λοιπόν στο πλατωνικό κείμενο συνυπάρχουν σημαντικά αστρονομικά δεδομένα δίπλα σε αυθαίρετες ή και καθαρά μυθικές επινοήσεις. Το ξεκαθάρισμα έμελλε να γίνει λίγα χρόνια μετά την ολοκλήρωση της Πολιτείας όταν, βήμα προς βήμα. οικοδομείται η συμφιλίωση εμπειρίας και θεωρίας, συνειδητοποιείται η αλληλεξάρτηση φαινομένου και αστρονομικής υπο- θέσεως. Έτσι, πριν ακόμη φθάσουμε στον Εύδοξο, που θεωρείται ο θεμελιωτής της αρχαίας μαθηματικής αστρονομίας, στον πλατωνικό Τίμαιο θα βρουν θέση με τροποποιημένη μορφή, η διπλή κίνηση των πλανητών, η διάταξη και οι ταχύτητές τους, θα εγκαταλειφθούν όμως όλα τα άλλα.[24]

Υποστηρίζω ωστόσο ότι και το κείμενο που μελετούμε έχει μια ενότητα.[25] Εκείνο που έχει διαφύγει από τους ερμηνευτές του μύθου είναι ότι υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής που ενοποιεί όλα τα στοιχεία που παραθέτει ο Πλάτων. Θα τον αποκαλέσω συστηματική αποφυγή του φαινομένου. Το θέαμα που κάποια στιγμή αντικρίζουν οι ψυχές στη μεταθανάτια διαδρομή τους είναι ένας αόρατος ουρανός, τα «φαινόμενα» του οποίου είναι ξένα προς τα καταγραμμένα σκανδαλώδη φαινόμενα της παρατηρησιακής αστρονομίας.[26]

Ας προσέξουμε τι ακριβώς «βλέπουν» οι ψυχές στον μύθο: «βλέπουν» τις ενδιάμεσες αποστάσεις των πλανητών, που είναι φανταστικές και αυθαίρετες. Μια διάταξη των πλανητών, την αποκαλούμενη πυθαγόρεια, που είναι, όπως κάθε διάταξη, αυθαίρετη. «Βλέπουν» ακόμη τη διπλή κίνησή τους σε δύο εγκιβωτισμένους σφονδύλους, δηλαδή μια κίνηση που στην πραγματικότητα δεν είναι ορατή, όχι όμως και το ορατό αποτέλεσμα της σύνθεσης των δύο κινήσεων. «Βλέπουν» τις ταχύτητες με τις οποίες διατρέχουν την αυτόνομη αντίστροφη τροχιά τους, όχι όμως και τις φαινόμενες ταχύτητες. Για την αρμονία τέλος των σφαιρών, που παράγεται από το τραγούδι των Σειρήνων, δεν χρειάζεται ειδικό σχόλιο- το μόνο σίγουρο είναι ότι κανείς δεν έχει ποτέ ακούσει αυτήν την ουράνια μουσική. Με δυο λόγια, οι ψυχές «βλέπουν» μόνο αυτό που στην πραγματικότητα δεν μπορεί να ιδωθεί.

Από την άλλη πλευρά, είναι εξίσου ενδιαφέρον και το τι δεν «βλέπουν» οι ψυχές. Δεν βλέπουν λοιπόν την κλίση της εκλειπτικής, της κεκλιμένης δηλαδή πορείας του Ήλιου ανάμεσα στα αστέρια που δημιουργεί τις εποχές του χρόνου. ούτε την αυξομείωση της ταχύτητας του Ήλιου που δημιουργεί την ανισότητα των εποχών - φαινόμενα γνωστά στην Ελλάδα από τα τελευταία χρόνια του 5ου αιώνα π.Χ.. Δεν βλέπουν ακόμη τις διαδοχικές προσπεράσεις στην πορεία του Ήλιου, της Αφροδίτης και του Ερμή ούτε και την κυριότερη ανωμαλία των πλανητών, την παλινδρομική τους κίνηση.[27] Είναι τέλος ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι δεν δείχνουν να αντιλαμβάνονται, όπως είπαμε, το ορατό αποτέλεσμα της σύνθεσης των δύο αυτόνομων κινήσεων. Από τη σύνθεση ωστόσο παρατηρείται μια υστέρηση του κάθε πλανήτη σε σχέση με την κίνηση των απλανών. Οπότε ο πλανήτης που υποτίθεται ότι κινείται ταχύτερα - η Σελήνη -, είναι αυτός που φαίνεται να κινείται βραδύτερα στον ορατό ουρανό.[28]

Δεν έχουμε κανένα λόγο να υποθέσουμε ότι ο Πλάτων, όταν συγγράφει την Πολιτεία, δεν είναι ενήμερος για τα πορίσματα της παρατηρησιακής αστρονομίας της εποχής του. Θα λέγαμε μάλιστα ότι η γνώση αυτών ακριβώς των πορισμάτων προκαλεί το πολεμικό χωρίο του 7ου βιβλίου, στο οποίο f φερθούμε παρακάτω. Ο Πλάτων λοιπόν γνωρίζει τις ανωμαλίες του ορατού ουρανού, αλλά πολύ προσεκτικά και συνειδητά αποφεύγει να τις αναφέρει. Αυτός είναι ο βασικός άξονας της αστρονομίας του μύθου του Ηρός.

Υπάρχει ωστόσο ένα στοιχείο που φαίνεται να παραπέμπει στα φαινόμενα: είναι η αναφορά στο χρώμα και τη λαμπρότητα των πλανητών, σε χαρακτηριστικά τους δηλαδή που, ως ένα βαθμό, έχουν εμπειρική προέλευση[29]. Υποψιάζομαι ότι η ύπαρξη αυτού του στοιχείου έχει εμποδίσει τους σχολιαστές να ερμηνεύσουν σωστά το κείμενο. Αν προσέξει όμως κανείς από πιο κοντά το σχετικό χωρίο θα δει ότι αυτό που εισάγει ο Πλάτων, όταν παραθέτει τα χρώματα των πλανητών, είναι στην ουσία η διάταξή τους (βλ. το στοιχείο 2 που απομονώσαμε παραπάνω), ένα χαρακτηριστικό δηλαδή του ac και όχι του ορατού ουρανού. Χωρίς ωστόσο την αναφορά στα χρώματα, όλη η κατασκευή θα παρέμενε μετέωρη αφού ο αναγνώστης δεν θα είχε τρόπο να ταυτίσει το κάθε δακτυλίδι του μύθου με έναν συγκεκριμένο πλανήτη. Ο Πλάτων επιλέγοντας την κρυπτική επονομασία των ουρανίων σωμάτων («πρώτο», «δεύτερο»... «όγδοο δακτυλίδι του σφονδύλου») στα συμφραζόμενα της μυθικής διήγησης, αναζητεί έναν διακριτικό τρόπο για να υποδείξει τη σωστή τους αναφορά. Με δυο λόγια, η κατανόηση του μύθου, όπως συμβαίνει σε κάθε μεταφορά ή αλληγορία, χρειάζεται ένα κλειδί για την αποκρυπτογράφηση μια συνδετική γέφυρα ανάμεσα στη μυθική κατασκευή και την πραγματικότητα. Αυτός ακριβώς είναι εδώ ο ρόλος των χρωμάτων των πλανητών.

Το συμπέρασμά μου λοιπόν είναι ότι ο Πλάτων επιδιώκει συνειδητά στο μύθο του Ηρός να αποκαλύψει την ύπαρξη ενός αόρατου ουρανού, που διέπεται από μαθηματική αρμονία και τάξη - ένα βασίλειο δικαιοσύνης. Αυτό το «αόρατο θέαμα», που αντικρίζουν οι ψυχές στη μεταθανάτια εμπειρία τους, θα το ξεχάσουν (προσωρινά;) όταν θα πιουν το νερό της λήθης και θα επιστρέψουν για έναν νέο κύκλο ζωής στη Γη. Η ύπαρξη όμως του αόρατου αυτού ουρανού είχε στην ουσία προαναγγελθεί στο 7ο βιβλίο της Πολιτείας.

5

«ΓΛΑΥΚΩΝ: Τώρα όμως θα επαινέσω την αστρονομία, όχι με τον αδέξιο τρόπο για τον οποίο πριν με επέπληξες, αλλά σύμφωνα με τις δικές σου αρχές. Θα έλεγα λοιπόν πως είναι φανερό ότι η αστρονομία αναγκάζει την ψυχή να κοιτάζει προς τα επάνω, την παίρνει από εδώ κάτω και την ανυψώνει.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ίσως να είναι στους άλλους φανερό, σε μένα πάντως δεν είναι. Εγώ διαφωνώ.

ΓΛΑΥΚΩΝ: Πώς αυτό:

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Υποστηρίζω μάλιστα ότι η τρέχουσα μεταχείρισή της από αυτούς που ανάγουν την αστρονομία σε φιλοσοφία έχει το αντίθε­το αποτέλεσμα: κάνουν την ψυχή να βλέπει προς τα κάτω.

ΓΛΑΥΚΩΝ: Τι ακριβώς εννοείς;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Προσεγγίζεις τη μελέτη των πραγμάτων που βρίσκονται ψηλά με έναν τρόπο που μου φαίνεται υπερβολικά γενναιόδωρος. Είναι σαν να λες ότι κάποιος που στρέφει το κεφάλι του προς τα επάνω και μαθαίνει κάτι κοιτώντας τα στολίσματα της οροφής, δεν χρησιμοποιεί τα μάτια του αλλά τη νόησή του. Ίσως να έχεις δίκαιο και να είμαι εγώ αφελής. Εγώ πάντως δεν μπορώ να διακρίνω παρά μόνο μία μελέτη που κάνει την ψυχή να βλέπει προς τα επάνω, τη μελέτη που αναφέρεται στο ον και στο αόρατο. Αν λοιπόν κάποιος χάσκει προς τα επάνω ή σέρνεται κάτω στην προσπάθειά του να μάθει κάτι για τα αισθητά, ισχυρίζομαι ότι ούτε θα μάθει ποτέ τίποτα -γιατί δεν υπάρχει καμιά επιστήμη των αισθητών- ού­τε η ψυχή του βλέπει προς τα επάνω, αλλά προς τα κάτω. ακόμη και αν μελετά ξαπλωμένος ανάσκελα ή κολυμπώντας ύπτιο.

ΓΛΑΥΚΩΝ: Έχεις δίκιο. Η επίπληξή σου είναι σωστή. Τί εννοούσες όμως όταν έλεγες ότι πρέπει να μελετάμε την αστρονομία όχι με τον τρόπο που το κάνουν σήμερα, αν θέλουμε να προκόψει κάποια μάθηση που να προωθεί τον σκοπό μας;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Εννοώ το εξής: Αυτά τα στολίσματα στον ουρανό, από στιγμή που διακοσμούν ορατή περιοχή, πρέπει να θεωρηθούν ως τα ωραιότερα και τα ακριβέστερα πράγματα του είδους τους, είναι όμως πολύ κατώτερα από τα αληθινά. Τα αληθινά -εκείνες δηλαδή τις κινήσεις που εκτελούν η πραγματική ταχύτητα και η πραγματική βραδύτητα, στους αληθινούς τους αριθμούς και σε αληθινά σχήματα, η μία σε σχέση με την άλλη μεταφέροντας ό, τι ενυπάρχει στην καθεμία- δεν μπορεί να τα συλλάβει η όραση αλλά μόνο ο λόγος και η διάνοια. Ή σκέφτεσαι κάτι άλλο;

ΓΛΑΥΚΩΝ: Τίποτα απολύτως.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Δεν θα έπρεπε λοιπόν να χρησιμοποιούμε τις ορατές διακοσμήσεις του ουρανού ως παραδείγματα προκειμένου να κατανοήσουμε εκείνα τα αληθινά, σαν να είχαμε μπροστά μας κάποια τέλεια διαγράμματα ή κατασκευάσματα που τα χάραξε ο Δαίδαλος ή κάποιος άλλος ζωγράφος ή τεχνίτης; Ο έμπειρος γεωμέτρης που βλέπει αυτά τα διαγράμματα θα σκεφτεί ότι είναι τέλεια σχεδιασμένα, θα θεωρήσει όμως γελοίο όποιον θα τα ανέλυε εξονυχιστικά προκειμένου να ανακαλύψει μέσα τους την αληθινή ισότητα ή τον αληθινό διπλασιασμό ή οποιαδήποτε άλλη αληθινή συμμετρία.

ΓΛΑΥΚΩΝ: θα ήταν πράγματι γελοίος.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Δεν νομίζεις ότι και ο πραγματικός αστρονόμος θα δει με τον ίδιο τρόπο τις κινήσεις των άστρων; Σίγουρα θα πιστέψει ότι ο δημιουργός του ουρανού έφτασε στην ανώτερη δυνατή τελειότητα όταν οικοδόμησε αυτόν και τα περιεχόμενά του. Μελετώντας όμως τη σχέση της ημέρας προς τη νύχτα, τη σχέση και των δύο προς τον μήνα και του μήνα προς τον χρόνο, όπως και τις συσχετίσεις των κινήσεων των άστρων προς όλα τα παραπάνω και μεταξύ τους, δεν βρίσκεις πως θα θεωρήσει παράλογο, από τη στιγμή που πρόκειται για οντότητες σωματικές και ορατές, να πιστεύει κανείς ότι όλα αυτά συντελούνται με τον ίδιο πάντοτε τρόπο και χωρίς την παραμικρή απόκλιση και να επιδιώκει με κάθε τρόπο να συλλάβει την αλήθεια τους;

ΓΛΑΥΚΩΝ: Πείθομαι ακούγοντάς σε.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Επομένως, μέσα από προβλήματα πρέπει να προχω­ρούμε στην αστρονομία, όπως κάνουμε και στη γεωμετρία, και ας αφήσουμε κατά μέρος τα ουράνια φαινόμενα, αν θέλουμε, καλλιεργώντας την αληθινή αστρονομία, να μετατρέψουμε από άχρηστο σε χρήσιμο εκείνο το μέρος της ψυχής μας που έχει σχέση με τη φρόνηση.

ΓΛΑΥΚΩΝ: Επιβάλλεις ένα έργο πολύ δυσκολότερο από την τρέχουσα πρακτική της αστρονομίας».[30] Στο κείμενο που παρέθεσα ο Πλάτων εκδηλώνει τη ριζική αντίθεσή του τόσο στην τρέχουσα πρακτική των αστρονόμων όσο και στη στάση των φιλοσόφων που νομιμοποιούν αυτήν την πρακτική.[31] Γελοιοποιεί την πρακτική χρησιμότητα της αστρονομίας, υποβαθμίζει την ωραιότητα του ορατού ουρανού και, το κυριότερο, αρνείται ότι η παρατήρηση των ουράνιων φαινομένων και οι συσχετίσεις και συμμετρίες ανάμεσα στις περιόδους των αστέρων που προκύπτουν από αυτήν έχουν οποιαδήποτε αξία για την αποκάλυψη της αλήθειας (530b4) του ουρανού. Πιστός στη ριζική και ασυμφιλίωτη διάκριση νοητών και αισθητών, που χαρακτηρίζει τους μέσους διαλόγους, απορρίπτει την εγκυρότητα των αστρονομικών προτάσεων με το επιχείρημα ότι το αντικείμενό τους είναι σωματικές και ορατές οντότητες (530b3) και επομένως «είναι πολύ κατώτερα από τα αληθινά» (τῶν ἀληθινῶν πολύ ἐνδεῖν, 529dl-2). Ο ορατός ουρανός πρέπει ουσιαστικά να παραμεριστεί.[32]

Στην τάση της εποχής έχει να αντιτείνει αυτό που ο ίδιος ονομάζει «πραγματική (τῷ ὄντι) αστρονομία», μια μελέτη των οντοτήτων και των μεγεθών «ἅ δή λόγῳ καί διανοίᾳ ληπτά, ὄψει δ’ οὔ» (529d), ένα άξιο προπαιδευτικό μάθημα που οδηγεί στη διαλεκτική. Τα μοναδικά ωστόσο στοιχεία που μας δίνει ο Πλάτων για την «πραγματική» του αστρονομία είναι ότι μελετά όχι τα φαινόμενα αλλά «τις κινήσεις που η πραγματική ταχύτητα και η πραγματική βραδύτητα στον αληθινό τους αριθμό και σε όλα τα αληθινά τους σχήματα εκτελούν η μία σε σχέση με την άλλη», και ότι θα πρέπει να χρησιμοποιήσει τον ορα­τό ουρανό όπως ο γεωμέτρης χρησιμοποιεί τα σχήματα του πίνακα (529d-e).

Το ότι ο Πλάτων στο κείμενο αυτό ευαγγελίζεται τον ριζικό μετασχηματισμό της τρέχουσας πρακτικής της αστρονομίας είναι αναμφισβήτητο. Στόχος της επίθεσής του δεν πρέπει να είναι τόσο οι πρακτικοί αστρονόμοι της εποχής του, οι οποίοι σε τελευταία ανάλυση ασκούν μια αποδεκτή τέχνη, αλλά κυρίως όσοι μεταχειρίζονται τήν ἀστρονομίαν εἰς φιλοσοφίαν ἀνάγοντες (529a), όσοι δηλαδή, όπως ο Δημόκριτος ή ο Αναξαγόρας, αποδέχονται την αταξία του ουρανού και επιχειρούν να την ενσωματώσουν σε ένα φυσικό σύστημα που υπακούει στη μηχανική αιτιότητα.[33] Μετασχηματισμός όμως της αστρονομίας προς ποια κατεύθυνση; Αν δεχθούμε ότι έχουμε εδώ την προγραμματική διακήρυξη μιας μελλοντικής αστρονομίας, η αστρονομία αυτή αναπτύσσεται ποτέ από τον Πλάτωνα; Η πρώτη απάντηση που έρχεται στο νου είναι η μαθηματική κοσμολογία του Τίμαιου. Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, η απάντηση αυτή είναι λανθασμένη. Και μόνο η απλή ανάγνωση του ρόλου που αποδίδεται στην όραση (άρα και στο φαινόμενο) στον Τίμαιο[34] αρκεί για να μας πείσει ότι έχουμε μεταφερθεί σε ένα διαφορετικό επιστημολογικό πλαίσιο. Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται πλέον ο ορατός ουρανός, οι φαινομενικές «ανωμαλίες» του οποίου καταγράφονται συστηματικά,[35] και καλούνται εμμέσως να ελέγξουν τα πορίσματα της παραγωγικής συλλογιστικής. Τα αξιώματα (ή οι υποθέσεις) της τελευταίας εισάγονται προσεκτικά και χωρίς λογικά άλματα: η αρχή της κυκλικής και ομαλής κίνησης (34a), οι δύο διακριτές. ταυτόχρονες και αντίθετες βασικές κινήσεις (36b-c), η υπάρχουσα κλίση μεταξύ τους (36b). ο επιμερισμός της δεύτερης κίνησης στις επτά τροχιές των πλανητών (36d) κ.ο.κ.. Το συμπέρασμα μου είναι ότι, όχι μόνο τεράστια απόσταση χωρίζει την «πραγματική αστρονομία» της Πολιτείας από την αστρονομία του Τίμαιου, αλλά πρόκειται για δύο αντιλήψεις πραγματικά ασυμβίβαστες.

Το ερώτημα ωστόσο του περιεχομένου της «πραγματικής αστρονομίας» παραμένει. Απορρίπτοντας τη συνάφεια του Τίμαιου, μας μένουν δύο πιθανότητες. Ή θα δεχτούμε ότι ο Πλάτων αρκείται στην απόρριψη κάποιων επικίνδυνων αντιλήψεων για τον ουρανό χωρίς να έχει στο νου του κάποια δεδομένη εναλλακτική λύση. Ή θα προτιμήσουμε την εκδοχή ότι κάπου πρέπει να αναφέρεται, έστω και ελλειπτικά, και πρέπει επομένως να αναζητήσουμε σε άλλα πλατωνικά κείμενα διευκρινίσεις.

Πιστεύω ότι κλειδί για τη σωστή απάντηση είναι ακριβώς ο μύθος του Ηρός.

Υποστηρίζω λοιπόν ότι, έστω και κάτω από τον μανδύα του μύθου, έχουμε εδώ το μοναδικό στα πλατωνικά έργα παράδειγμα «πραγματικής» αστρονομίας. Ακολουθώντας τις προγραμματικές διακηρύξεις του 7ου βιβλίου της Πολιτείας, ο Πλάτων συνθέτει μια περίπλοκη αφηγηματική κατασκευή με άξονα την αποφυγή του φαινομένου. Εμφανίζει κινούμενες οντότητες και δίνει παραμέτρους της κίνησής τους οι οποίες συλλαμβάνονται μόνο με τη διάνοια και όχι με την όραση, μολονότι δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη εσωτερική συνοχή. Αυ­τές οι παράμετροι πρέπει να εκληφθούν ως «η αληθινή ταχύτητα και η αληθι­νή βραδύτητα στον πραγματικό τους αριθμό και στο πραγματικό τους σχήμα» (529d). Αν όντως ισχύει ότι κύριος στόχος της κριτικής του είναι οι αστρονομικές θεωρίες που παίρνουν κατά γράμμα τα φαινόμενα του ουρανού, όπως η δημοκρίτεια, τότε του αρκεί ότι εισάγει ένα ιδεατό αστρονομικό μοντέλο στο οποίο δεν παρεισφρέει καμιά απολύτως φαινομενική ανωμαλία. Το ότι το μοντέλο αυτό δεν είναι σε θέση να «σώσει τα φαινόμενα» δεν νομίζω ότι αποτελεί πρόβλημα για τον Πλάτωνα αυτής της περιόδου. Πεπεισμένος για την ύπαρξη οντολογικού χάσματος ανάμεσα στα νοητά και τα αισθητά (πολύ ἐνδεῖν, 529d 1-2), θεωρεί ότι τα αισθητά δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται από απόλυτη τάξη και κανονικότητα (γίγνεσθαι τε ταῦτα ἀεί ὡσαύτως καί οὐδαμῆ οὐδέν παραλλάτειν, 530b2-3), και επομένως είναι αρκετή η κατάδειξη μιας ασαφούς ομοιότητας ανάμεσα στο ιδεατό μοντέλο και τον ορατό ουρανό.

Πιστεύω ότι έχει πια φανεί ότι το αστρονομικό περιεχόμενο του μύθου του Ηρός αποτελεί την πραγματοποίηση των θεωρητικών διακηρύξεων του 7ου βιβλίου. Αν τα δύο κείμενα διαβαστούν ως ενότητα, βλέπουμε ότι η κριτική των επικίνδυνων αστρονομικών αντιλήψεων οδηγεί στην προγραμματική διακήρυξη για μια αποδεκτή αστρονομία, και η τελευταία στην πρόταση ενός απολύτως συμβατού με αυτήν ιδεατού μοντέλου.

Το ίδιο ισχύει, με ακόμη πιο κρυπτικό τρόπο, για την ουράνια αρμονία που προκαλεί το τραγούδι των περιστρεφόμενων Σειρήνων. Η αναφορά στις οκτώ Σειρήνες που όλες μαζί παράγουν «φωνήν μίαν, ἕναν τόνον ἐκ πασῶν δέ ὀκτώ οὐσῶν μίαν ἁρμονίαν συμφωνεῖν» (617d), παύει να είναι τόσο ευφάνταστη και μυθική, αν διαβαστεί σε συσχετισμό με το πέμπτο προπαιδευτικό μάθημα της Πολιτείας, τη θεωρία της μουσικής (τον λόγο «περί ἁρμονίας»). Όπως στην περίπτωση της «πραγματικής» αστρονομίας, έτσι. και στη θεωρία της μουσικής. ο Πλάτων κάνει λόγο για μια «πραγματική» αρμονική, που δεν θα στηρίζεται στην ακοή και δεν θα ασχολείται με τις ακουστικές αρμονίες (ταῖς συμφωνίαις ταῖς ἀκουομέναις), αλλά με τις αρμονικές σχέσεις των ίδιων των αριθμών (ἐπισκοπεῖν τίνες σύμφωνοι ἀριθμοί και τίνες οὔ).[36] Για μια επιστήμη δηλαδή της καθαρής νόησης και όχι του φαινομένου. Η ουράνια μουσική του μύθου του Ηρός είναι ακριβώς η ιδεατή αρμονία που προκύπτει από συμφώνους ἀριθμούς, από τον εναρμονισμό δηλαδή των τακτικών κινήσεων των πλανητών στο κοσμικό αδράχτι.

6

Μπορούμε τώρα να προσεγγίσουμε το τρίτο μέρος του μύθου του Ηρός: τι επιλογή του μελλοντικού βίου. Από την απλή ανάγνωση του μύθου προκύπτει αβίαστα ότι το τελευταίο αυτό μέρος είναι και το πιο σημαντικό. Η περιγραφή είναι τελετουργική, με τη ζωντανή παράθεση των ποιητικών εκφράσεων του λόγου της Λάχεσης, όπως εξαγγέλλονται από τον προφήτη: «Ψυχαί ἐφήμεραι, ἀρχή ἄλλης περιόδου θνητοῦ γένους θανατηφόρου. Οὐχ ὑμᾶς δαίμων λήξεται, ἀλλ’ ὑμεῖς δαίμονα αἰρήσεσθαι. Ἀρετή δέ ἀδέσποτον. Αἰτία ἑλομένου· θεός ἀναίτιος» (617de). Ο Ηρ τονίζει τη δυσκολία της επιλογής του κατάλληλου βίου και την αγωνία των ψυχών μπροστά στη δύσκολη απόφαση. Και ο Σωκράτης παρεμβαίνει στη διήγηση για να τονίσει στον Γλαύκωνα πόσο σημαντικό είναι να έχει κανείς διαμορφώσει τα σωστά κριτήρια για να διακρίνει τον χρηστόν από τον πονηρόν βίο, εκείνον τον βίο που κάνει την ψυχή πι δίκαιη και εκείνον που την κάνει πιο άδικη. (618e).

Πώς γινόταν όμως η επιλογή των βίων; Κατ’ αρχάς γινόταν μια κλήρωση για τη σειρά της επιλογής - γι’ αυτό άλλωστε πρωταγωνιστούσε στο σημείο αυτό η Λάχεση. Η κλήρωση ωστόσο αυτή στην πράξη ακυρωνόταν, αφού ακόμη και για τον τελευταίο στη σειρά υπήρχε η δυνατότητα να κάνει μια καλή επιλογή. Σύμφωνα με τα λεγάμενα του Ηρός, αυτός που διάλεξε πρώτος έκανε τη χειρότερη επιλογή, διάλεξε τη μεγίστην τυραννίδα, ενώ τελευταίος κληρώθηκε ο Οδυσσέας και έκανε μια συνετή επιλογή. Τα «παραδείγματα» των διαθέσιμων βίων ήταν έτσι φτιαγμένα ώστε να αναμειγνύονται μέσα τους τα καλά και τα κακά[37] και η επιλογή να είναι πραγματικά δύσκολη. Η τύχη επομένως έπαιζε ελάχιστο ρόλο στη σωστή απόφαση.

Παραδόξως, το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για την παραμονή των ψυχών στον Άδη. την ανταμοιβή ή την τιμωρία τους. Και εδώ δεν υπήρχε γενικός κανόνας. Μπορεί κάποιος να είχε περάσει χίλια χρόνια στο περιβάλλον της «απερίγραπτης ομορφιάς» του παραδείσου, και την αποφασιστική στιγμή να έκανε πολύ κακή επιλογή.[38] Ο Ηρ μάλιστα παρατηρεί ότι την ορθότερη επιλογή την έκαναν κατά κανόνα όσοι προέρχονταν από την τιμωρία της κόλασης, «επειδή και οι ίδιοι είχαν υποφέρει και άλλους είχαν δει να υποφέρουν, κι έτσι δεν έκαναν βεβιασμένα την επιλογή τους» (619d4-5). Το αποτέλεσμα ήταν ότι στους περισσότερους ανθρώπους συνέβαινε μια διαρκής εναλλαγή καλών και κακών βίων.

Τι μετρούσε λοιπόν τελικά στην επιλογή; Ως επί το πλείστον, οι συνήθειες της προηγούμενης ζωής.[39] Η τύχη και η μεταθανάτια εμπειρία είχαν κάποια μικρή συμβολή, το αποφασιστικό ωστόσο κριτήριο επιλογής ήταν το πώς έζησε κανείς την προηγούμενη ζωή του. Αν είχε ζήσει με έναν τρόπο αστόχαστο και τυχαίο, με τον ίδιο τρόπο θα επέλεγε, και αντίστοιχες θα ήταν οι συνέπειες της επιλογής του. Αν όμως στη θνητή ζωή του, «εἶχε φιλοσοφήσει ὑγειῶς», τότε με ελάχιστη βοήθεια της τύχης και παίρνοντας τα μηνύματα του Άλλου Κόσμου, θα έκανε τις σωστές επιλογές και θα ζούσε και εδώ και εκεί ευτυχισμένος (619de). Όπως διευκρινίζει παρεμβαίνοντας ο Σωκράτης, το μόνο ασφαλές εφόδιο για τη σωστή επιλογή είναι το επίπονο και μακροχρόνιο «μάθημα» της φιλοσοφίας, που περιγράφηκε στα προηγούμενα βιβλία της Πολιτείας. Αυτό το μάθημα δίνει τη δυνατότητα στο άτομο να διακρίνει μέσα στις πολύπλοκες αναμείξεις των φαινομενικών αγαθών και κακών τα στοιχεία που συμβάλλουν στην «αρετή του βίου» (618c5), αυτά που καθιστούν την ψυχή πιο δίκαιη.

Στην πλατωνική εσχατολογία το βάρος πέφτει στην ελεύθερη επιλογή του ανθρώπινου βίου και την καθοριστική βοήθεια της φιλοσοφικής παιδείας.[40] κύκλος της επίγειας ζωής μπορεί να είναι 10 φορές μικρότερος από τον μεταθανάτιο κύκλο, είναι όμως αυτός που διδάσκει την ψυχή και καθορίζει τη μοίρα της. Ο Πλάτων παραλαμβάνει τον εσχατολογικό μύθο της ορφικής παράδοσης και τον μετασχηματίζει ριζικά. Κρατά το δόγμα της αθανασίας τι ψυχής, της μεταθανάτιας κρίσης και της μετενσάρκωσης, οι δοξασίες όμως αυτές απογυμνώνονται από το άλογο και μυστικιστικό τους περίβλημα και αποκτούν φιλοσοφική βαρύτητα. Μπορεί λοιπόν να υιοθετεί τον ορφικό μύθο και ταυτοχρόνως να περιφρονεί «τους αγύρτες και τους μάντεις, που γυροφέρνουν τις πόρτες των πλουσίων και τους πείθουν πως έχουν δύναμη, δοσμένη από τους θεούς, με θυσίες και ξόρκια να κάνουν να τους συγχωρεθούν τα αδικήματά τους» (364b), αυτούς που «αραδιάζουν ένα σωρό βιβλία του Μουσαίου και του Ορφέα, βιβλία που τα χρησιμοποιούν στις τελετουργίες, πείθοντας ότι με θυσίες και με ξεφαντώματα υπάρχει εξαγνισμός και καθαρμό από τα αδικήματα για όσους είναι ακόμη ζωντανοί, όπως υπάρχουν και τελετουργίες για τους πεθαμένους, οι οποίες μας λυτρώνουν από τις συμφορές το Άλλου Κόσμου» (364e-365a).[41]

Από τη στιγμή που η έμφαση του μύθου δίνεται στην ελεύθερη επιλογή τοι ατόμου και στα κριτήρια προτίμησης της δίκαιης ζωής, ο συσχετισμός με τα κεντρικά βιβλία της Πολιτείας είναι απλός. Ο δρόμος προς την ευδαιμονία περνά μέσα από τη δίκαιη συμπεριφορά των ατόμων. Η επιλογή όμως της δίκαιης ζωής δεν είναι αυτονόητη και εύκολη, και δεν μπορεί να προκύψει από εύνοια της τύχης ή των θεών. Είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης, αρκεί το άτομο να αντιληφθεί μετά από σκληρή προσπάθεια και αναζήτηση ότι η δικαιοσύνη συνδέεται άρρηκτα με τη μάθηση και την ψυχική καλλιέργεια και ισορροπία.

7

Ένα κρίσιμο ερώτημα παραμένει ακόμη αναπάντητο. Ενώ έχει φανεί ότι τό­σο το δεύτερο όσο και το τρίτο μέρος του μύθου του Ηρός - η κοσμολογική και η ηθική του συνιστώσα - έχουν οργανωθεί με άξονα τις φιλοσοφικές θέσεις της Πολιτείας, δεν έχει γίνει σαφές ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στα δύο αυτά μέρη. Υποθέσαμε ήδη ότι κάποια σχέση πρέπει να υπάρχει, από τη στιγμή που οι Μοίρες έχουν ρόλο τόσο στην κίνηση του αδραχτιού της Ανάγκης όσο και στην επιλογή των βίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την επιλογή τους οι ψυχές φεύγουν από τη Λάχεση και πηγαίνουν στην Κλωθώ, που επικυρώνει την επιλογή με μια τελετουργική ώθηση στο αδράχτι, και από εκεί στην Άτροπο, που καθιστά την επιλογή του βίου αμετάκλητη (620de). Το ερώτημα λοιπόν είναι ποια σύνδεση κοσμολογίας και ηθικής υπαινίσσεται εδώ ο Πλάτων. Οι συγκεκριμένες κοσμολογικές και αστρονομικές γνώσεις που αποκαλύπτονται στις ψυχές με τη θέαση του αδραχτιού επηρεάζουν την επιλογή τους και, ως εκ τούτου, τη μελλοντική επίγεια ζωή τους;

Ας αρχίσουμε από το τέλος της διήγησης του Ηρός. Οι ψυχές, πριν επιστρέψουν στη Γη, έφθασαν μέσα από μια καυτή έρημο στον ποταμό Αμέλητα, υποχρεώθηκαν να πιουν το νερό της λησμονιάς και να ξεχάσουν όσα είδαν και βίωσαν στη μεταθανάτια ζωή τους. Εξαιρέθηκε μόνο ο Ηρ, κι έτσι έγινε ο μοναδικός μάρτυρας των τεκταινομένων στον άλλο κόσμο. Μια λεπτομέρεια ωστόσο μας προβληματίζει. Κατά τον Ήρα. η ποσότητα του νερού που έπρε- πε να πιουν οι ψυχές ήταν προσεκτικά καθορισμένη, αλλά αυτό δεν εμπόδιζε τις ψυχές χωρίς φρόνηση να «υπερβαίνουν το μέτρο» και να πίνουν παραπάνω. Η διαφοροποίηση αυτή μοιάζει λίγο παράταιρη, αφού στο τέλος το αποτέλεσμα εμφανίζεται ίδιο για όλους - φρόνιμοι και άφρονες ξεχνούν τα πάντα.[42] Μπορεί κανείς να προσπεράσει αυτήν τη λεπτομέρεια θεωρώντας ότι απλώς συμβάλλει στη ζωντάνια της μυθικής διήγησης τονίζοντας την προνομιακή μεταχείριση του Ηρός. Κάτι τέτοιο όμως είναι εντελώς απίθανο σε ένα πλατωνικό κείμενο, και μάλιστα όταν στο συγκεκριμένο σημείο δεν μνημονεύεται απλώς ένα συμβάν, αλλά γίνεται και συσχετισμός με την ανθρώπινη φρόνηση. Άρα κάποια ένδειξη θέλει να μας δώσει ο Πλάτων.

Στην ορφική παράδοση οι διψασμένες και καταπονημένες ψυχές των νεκρών αναζητούν νερό, αλλά μόνο σε λίγες από αυτές, σε όσες έχουν πλέον καθαρθεί, δίνεται το νερό της Μνημοσύνης.[43] Οι ψυχές που έχουν καθαρθεί ξεφεύγουν από τον κύκλο των μετενσαρκώσεων, οπότε δεν έχουν λόγο να ξεχάσουν την εμπειρία του Άλλου Κόσμου. Είναι φανερό ότι ο Πλάτων δουλεύει πάνω σε αυτό το μοτίβο, αλλά το αναπροσαρμόζει σύμφωνα με τις δικές του απαιτήσεις. Από τη στιγμή που οι ψυχές πρέπει να γυρίσουν στο επίγειο βασίλειο, όπως επιτάσσει το δόγμα της μετεμψύχωσης, πρέπει να ξεχάσουν όσα είδαν στον Άδη. Γι’ αυτό πίνουν το νερό της λησμονιάς. Αναφέροντας ωστόσο το μέτρο στην ποσότητα του νερού που η κάθε ψυχή πρέπει να πιει ο Πλάτων υπαινίσσεται ότι η λήθη δεν είναι ολοκληρωτική. Πιστεύω ότι έχουμε εδώ μια ελλειπτική αναφορά στην πλατωνική θεωρία της Ανάμνησης.

Ο Πλάτων στους διαλόγους της μέσης περιόδου υποστηρίζει επανειλημμένως ότι η έγκυρη γνώση, η γνώση των Ιδεών, είναι στην πραγματικότητα ανάμνηση.[44] Η έγκυρη γνώση δεν μπορεί να προέλθει εκ του μηδενός, δεν μπορ; να θεμελιωθεί σε αισθητηριακές παραστάσεις, άρα στηρίζεται σε προϋπάρχουσα γνώση, που είναι κατά κάποιον τρόπο έμφυτη στο άτομο και έχει αποκτηθεί σε μια άλλη ζωή, όταν οι ψυχές αποδεσμευμένες από το παραμορφωτικό πρίσμα της σωματικής τους πρόσδεσης ήρθαν σε επαφή με τις νοητές Ιδέες. Γνωρίζω σημαίνει λοιπόν ξαναθυμάμαι.[45] Η θεωρία αυτή δημιουργεί αρκετά προβλήματα στους αναλυτές της πλατωνικής γνωσιολογίας, είναι όμως γεγονός ότι υποστηρίζεται με σθένος σε σημαντικούς διαλόγους αυτής της περιόδου. Η αναγωγή της γνώσης στην ανάμνηση είναι και ο λόγος που προ βάλλει ο Πλάτων για την αποδοχή του δόγματος της μετεμψύχωσης.

Αυτό που λέγεται στον μύθο του Ηρός είναι ότι φρόνιμοι και άφρονες επ στρέφουν στη Γη για να ξεκινήσουν τον βίο που επέλεξαν ελεύθερα, έχοντας ξεχάσει τη μεταθανάτια εμπειρία τους. Ποια μπορεί να είναι όμως η διαφορά όσων καθοδηγήθηκαν από τη φρόνησή τους και ήπιαν το σωστό μέτρο του νερού της λησμονιάς, από όσους ήπιαν πάνω από το μέτρο; Οι άφρονες, που έκαναν και τη λανθασμένη επιλογή βίου, αποκλείεται να ξαναθυμηθούν ποτέ κάτι από όσα γνώρισαν στον άλλο κόσμο. Οι φρόνιμοι όμως. αν ζήσουν σωστά τη μελλοντική τους ζωή, έχουν λογικά πιθανότητες να φθάσουν μέσω της φιλοσοφίας στην αρετή και την ευδαιμονία, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει, κατά τον Πλάτωνα, παρά μόνο αν καταφέρουν να επαναφέρουν στη μνήμη τους στοιχεία της γνώσης των Ιδεών που γνώρισαν όταν αποδεσμεύτηκαν από τη φυλακή του σώματος.

Σύμφωνα με τον μύθο, οι ψυχές πίνουν το νερό της λησμονιάς και ξεχνούν όλα όσα έζησαν στον άλλο κόσμο. Ξεχνούν δηλαδή την κρίση των δικαστών, την χιλιόχρονη τιμωρία ή ανταμοιβή τους, το κοσμικό θέαμα που αντίκρισαν λίγο πριν επιστρέφουν και την επιλογή βίου στην οποία κατέληξαν. Τι όμως από όλα αυτά θα μπορούσε να αποτελέσει άξια προς ανάμνηση γνώση σε έναν φρόνιμο άνθρωπο; Η τιμωρία και η ανταμοιβή, όπως έχουμε επισημάνει, είναι καθαρά συμβολικό στοιχείο και η σημασία της υποβαθμίζεται όταν ο Πλάτων αμφισβητεί την επίδρασή της στην επιλογή του ορθού βίου. Η ίδια πάλι η ελεύθερη επιλογή του ατομικού βίου μοιάζει αυτονόητη παραδοχή για κάποιον που διαθέτει φρόνηση. Επομένως το μόνο στοιχείο που θα μπορούσε, επανερχόμενο στη μνήμη, να βοηθήσει την προσωπική πορεία του φρονίμου προς το Δίκαιο και το Αγαθό, φαίνεται να είναι το κοσμικό μυστικό που αποκαλύπτεται στις ψυχές με τη μορφή του «νοητού θεάματος» του αδραχτιού της Ανάγκης.

Αν η αστρονομική αποκρυπτογράφηση που επιχειρήσαμε προηγουμένως είναι σωστή, τότε η θέα του κοσμικού αδραχτιού ισοδυναμεί με τη νοητική σύλληψη της «πραγματικής» αστρονομίας, μιας γνώσης δηλαδή που ο Πλάτων θεωρεί απαραίτητο προπαιδευτικό στάδιο για την κατάκτηση της αληθινής φιλοσοφίας. Οι απογυμνωμένες από σώμα ψυχές έρχονται σε επαφή με τη φύση του σύμπαντος και την συμφωνίαν των αριθμών, διδάσκονται δηλαδή ένα πολύτιμο μάθημα, το οποίο, ίσως κάποιες από αυτές καταφέρουν να επαναφέρουν στη μνήμη τους στη μελλοντική τους ζωή.

Η ερμηνεία αυτή του μύθου του Ηρός ενισχύεται από εσχατολογικές διηγήσεις μεταγενέστερων διαλόγων. Ειδικά στον μύθο του Φαιδρού, όπου η συνάφεια με την Πολιτεία είναι έκδηλη,[46] ο Πλάτων συμπληρώνει την εικόνα κάνοντας ρητή αναφορά τόσο στη σχέση των ψυχών με τις Ιδέες όσο και στη θεωρία της Ανάμνησης. Οι αθάνατες ψυχές, πριν την «πρώτη γέννηση» (248dl), δηλαδή πριν την πρώτη τους ενσάρκωση σε σώμα, έχουν ήδη υψωθεί στα πέρατα του ουρανού, τον έχουν ακολουθήσει στην κυκλική περιφορά του κα έχουν αντικρίσει, άλλες λίγο και άλλες πολύ, τον «ὅπερ οὐράνιον τόπον» (247c) των Ιδεών. Εκεί ήρθαν σε επαφή με την αληθινή ουσίαν του όντος, που είναι καθαρά νοητή[47] και γεύτηκαν την αμόλυντη γνώση των Ιδεών.[48] Μετά την ενσάρκωσή τους, ελάχιστες ψυχές θα αποδειχτούν άξιες να ακολουθήσουν τον φιλοσοφικό βίο. Οι ψυχές αυτές θα κατακτήσουν τη διαλεκτική μέθοδο, και θα φθάσουν με τον λογισμό στη σύλληψη της ενότητας της Ιδέας μέσα από την πολλαπλότητα των αισθήσεων.[49] «Αυτή όμως η γνώση», δηλώνει ρητώς ο Πλάτων, «δεν είναι παρά ανάμνηση εκείνων των πραγμάτων που είδε κάποτε η ψυχή μας, όταν... υψώθηκε πάνω από αυτά που τώρα λέμε ότι υπάρχουν και αντίκρισε το όντως ον» (249c). 0 φιλόσοφος φθάνει στην προσωπική ολοκλήρωση, πνευματική και ηθική, κάνοντας «ορθή χρήση των αναμνήσεών του». Θεωρώ ότι αυτό που λέγεται ευθέως στον Φαίδρο υπονοείται στον μύθο του Ηρός της Πολιτείας. Στη διαλεκτική πορεία του φιλοσόφου η γνώση των αριθμών και των κυκλικών κινήσεων είναι ένα στάδιο γνώσης πριν τη γνώση των Ιδεών. Στη γλώσσα του μύθου, οι ψυχές πριν από τη δεύτερη γέννησή τους έχουν την ευκαιρία να δουν το περιστρεφόμενο κοσμικό αδράχτι, όπως είχαν την ευκαιρία πριν την πρώτη γέννηση να αντικρίσουν τον υπερουράνιο τόπο των Ιδεών. Οι εμπειρίες αυτές για τις περισσότερες ψυχές είναι άχρηστες, και έχουν οριστικά περιπέσει στη λησμονιά. Οι φρόνιμες ωστόσο ψυχές είναι σε θέση να κάνουν «ορθή χρήση των αναμνήσεών τους», και να επαναφέρουν αυτές τις νοητές εικόνες στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν την αρετή και την ευδαιμονία.

Ο μύθος του Φαίδρου ανοίγει όμως και μια άλλη προοπτική. Εδώ ο Πλάτων διατυπώνει για πρώτη φορά τη σύλληψη της ψυχής ως αρχής της κίνησης, μια θεώρηση που μετασχηματίζει ριζικά την πλατωνική μεταφυσική στους ύστερους διαλόγους. Η ψυχή είναι αθάνατη, γιατί το «ἀεικίνητον ἀθάνατον (245c)». Τα όντα που συμμετέχουν στην αλυσίδα των μηχανικών κινήσεων, που κινούνται από άλλα και κινούν με τη σειρά τους άλλα. είναι θνησιγενή, αφού και η κίνησή τους κάποτε σταματά. Μόνο αυτό που κινεί τον εαυτό του -το αυτοκινούμενο- έχει αιώνια κίνηση, και άρα αιώνια ζωή. «Η ψυχή δεν είναι τίποτε άλλο από αυτοκίνηση (τό αὐτό ἑαυτό κινοῦν), οπότε κατ’ ανάγκην θα είναι αγέννητη και αθάνατη» (246a). Αν λοιπόν οι ψυχές απογυμνωθούν από το θνητό τους περίβλημα, είναι στην ουσία κινήσεις. Και το νοητό όμως πλατωνικό σύμπαν, όπως αποκαλύπτεται στην εικόνα του κοσμικού αδραχτιού της Πολιτείας, δεν είναι παρά ένα σύστημα αρμονικών κινήσεων. Είναι μάλιστα το σύστημα εκείνων των κινήσεων που για τους Έλληνες ήταν πάντοτε συνυφασμένες με την τελειότητα: των τακτικών περιστροφών των κύκλων και των σφαιρών.[50] Ίσως λοιπόν στον μύθο του Ηρός έχουμε την πρώτη ένδειξη στο πλατωνικό έργο για τη συγγένεια ανθρώπινης ψυχής και σύμπαντος - μικρόκοσμου και μακρόκοσμου -, που θα αναπτυχθεί με αξεπέραστη μαεστρία στον γεροντικό διάλογο, τον Τίμαιο.

8

Η ερμηνεία του μύθου του Ηρός και η κατάδειξη της οργανικής του σχέσης με τα κεντρικά βιβλία της Πολιτείας έχει πλέον ολοκληρωθεί. Ας μου επιτραπεί να τελειώσω διατυπώνοντας κάποιες εικασίες για τον τρόπο ένταξης του μύθου στην τελική μορφή του διαλόγου.

Όπως είπα, θεωρώ δικαιολογημένη την αντίδραση των σχολιαστών για την ασύνδετη και άτεχνη εισαγωγή του μύθου. Η αλήθεια είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο εισάγεται ο μύθος θυμίζει περισσότερο το διαλογικό πλαίσιο του 1ου βιβλίου της Πολιτείας. Η δήλωση του Σωκράτη για τη δικαίωση των δικαίων και την τιμωρία των αδίκων δείχνει να απευθύνεται στον Θρασύμαχο, και όχι στον Γλαύκωνα ή τον Αδείμαντο.[51] Ο Θρασύμαχος, πριν αποσυρθεί από το προσκήνιο του διαλόγου, είχε υποστηρίξει τη θέση ότι δίκαιο είναι το συμφέρον του ισχυρού με βασικό επιχείρημα την επίγεια δικαίωση των αδίκων, και τότε ο Σωκράτης δεν είχε καταφέρει να τον αντικρούσει με ικανοποιητικό τρόπο. Ας θυμηθούμε, επιπλέον, ότι η πρώτη συζήτηση της Πολιτείας είναι ανάμεσα στον Σωκράτη και στον γέροντα Κέφαλο, ο οποίος δηλώνει ότι τα πλούτη του τον βοηθούν να εξασφαλίσει την ηρεμία μπροστά στον επικείμενο θάνατο και «τους διαδεδομένους μύθους για τον Άδη, ότι δηλαδή όποιος διέπραξε εδώ αδικήματα εκεί στον Κάτω Κόσμο θα τιμωρηθεί» (330d).

Είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν ότι το 1ο βιβλίο της Πολιτείας είναι πρώιμο έργο του Πλάτωνα, που ενσωματώθηκε εκ των υστέρων στην τελική σύνθεση.[52] Αν κάτι τέτοιο είναι σωστό, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί την πιθανότητα ο μύθος του Ηρός να ανήκε κατ’ αρχάς σ’ αυτόν τον πρώιμο διάλογο - στον Θρασύμαχο, όπως θα ήταν ίσως ο τίτλος του. Ο Σωκράτης απηυδισμένος με την επιμονή και την ευστροφία του Θρασύμαχου. αποφασίζει να επιστρατεύσει το τελευταίο όπλο του, έναν διδακτικό μύθο που ενσωματώνει επιδέξια τους φόβους των απλών ανθρώπων, και ιδίως των ηλικιωμένων, ότι κάποια μορφή τιμωρίας για τις πράξεις τους τούς περιμένει μετά τον θάνατο.

Το ίδιο ακριβώς είχε κάνει και στον Γοργία τελειώνοντας και εκεί με έναν εσχατολογικό μύθο. Οι ομοιότητες άλλωστε του 1ου βιβλίου της Πολιτείας με τον Γοργία είναι οφθαλμοφανείς, ιδίως όσον αφορά τα λογοτεχνικά προσωπεία του Θρασύμαχου και του Καλλικλή. Ο μύθος βεβαίως του Γοργία εισάγεται πολύ φυσικά. Η επιχειρηματολογία εναντίον του Καλλικλή βαθμιαία προσωποποιείται στο παράδειγμα του ίδιου του Σωκράτη και της επικείμενης καταδίκης του. Ο Σωκράτης δηλώνει ότι όποιος έζησε δίκαια τη ζωή του δεν έχει κανέναν λόγο να φοβάται τον θάνατο, και. για να ενισχύσει τη θέση του, αναλαμβάνει να διηγηθεί «μια πολύ ωραία ιστορία» «σαν να ήταν αληθινή», έστω κι αν ο Καλλικλής την θεωρήσει παραμύθι (523a). Στον μύθο του Γοργία οι ψυχές των πεθαμένων, απογυμνωμένες από το σώμα τους και την ορατή τους ταυτότητα, κρίνονται. και η τιμωρία πέφτει βαριά στους τυράννους και τους διεφθαρμένους πολιτικούς, οι περισσότεροι μάλιστα από τους οποίους θεωρούνται ανίατοι, οπότε η τιμωρία τους δεν τελειώνει ποτέ. Ο Σωκράτης, που μόλις πριν είχε κάνει την εκπληκτική δήλωση ότι «με ελάχιστους Αθηναίους, για να μην πω μόνος μου. ασκώ την αληθινή πολιτική τέχνη» (521d), αναμένεται μετά θάνατον να έχει την τύχη των δικαίων, στους οποίους περιλαμβάνονται ορισμένοι απλοί ιδιώτες, ελάχιστοι πολιτικοί σαν τον δίκαιο Αριστείδη, και οι συνετοί φιλόσοφοι. Στο καθαρά πολιτικό στίγμα της συζήτησης Σωκράτη - Καλλικλή αντιστοιχεί το πολιτικό επιμύθιο του εσχατολογικού μύθου.

Ο μύθος του Ηρός είναι όμως πολύ πιο εκτεταμένος και σύνθετος από τον μύθο του Γοργία. Αν στόχος του Πλάτωνα ήταν απλώς η απάντηση στον Θρασύμαχο, τότε θα έμενε μόνο στην κρίση των ψυχών, και ο μύθος θα έβρισκε τη φυσική του θέση στο τέλος του 1ου βιβλίου και όχι στο τέλος του 10ου. Αυτός ο υποθετικός πρωτο-μύθος θα ήταν μια μεταγραφή της οδυσσειακής Νέκυιας, θα περιλάμβανε το πρώτο μέρος της διήγησης του Ηρός μέχρι την παραδειγματική τιμωρία του τυράννου Αρδιαίου, και την επιστροφή του Ηρός στη Γη. Αποκλείεται να εμπεριείχε οποιαδήποτε νύξη για το κοσμικό αδράχτι της Ανάγκης, που όπως δείξαμε συναρτάται με το 7ο βιβλίο της Πολιτείας και θα ήταν ακατανόητο στο πλαίσιο του 1ου βιβλίου. Μάλλον απίθανο είναι να υπήρχαν νύξεις για τη μετενσάρκωση των ψυχών, αν και δεν μπορεί κάτι τέτοιο να αποκλειστεί. Στην περίπτωση όμως αυτή, μας είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς θα επέλεγαν οι δίκαιοι άνθρωποι τη μελλοντική τους ζωή χω­ρίς την αποφασιστική βοήθεια της αληθινής φιλοσοφικής μάθησης. Με δύο λόγια ο πρωτο-μύθος του Θρασύμαχου θα ήταν μια παραλλαγή του μύθου του Γοργία προσαρμοσμένη στο εύρημα της εξαιρετικής μοίρας του Ηρός.

Η εικασία μου είναι ότι ο Πλάτων ξαναδουλεύει τον μύθο του Ηρός και του δίνει τη γνωστή σε εμάς μορφή του. όταν αποφασίζει να προχωρήσει στην οριστική σύνθεση της Πολιτείας συναρμόζοντας παλαιό και νέο υλικό. Ο παλαιότερος διάλογος Θρασύμαχος παίρνει τη θέση του 1ου βιβλίου, ως εισαγωγή στο γενικό πρόβλημα της δικαιοσύνης, αφού όμως αναθεωρηθεί για να δια- φανούν οι γέφυρες που τον συνδέουν με το υπόλοιπο έργο. Κατά την αναθεώρηση αυτή αποσπάται ο εσχατολογικός μύθος που υπήρχε στον Θρασύμαχο, αφού η φυσική θέση ενός τέτοιου μύθου είναι στο τέλος ενός έργου και ό) κάπου στην αρχή του. Ο Πλάτων θα μπορούσε βεβαίως να απαλλαγεί απλώς από τον μύθο του Ηρός, απαλλάσσοντας και εμάς από ερμηνευτικά προβλήματα. Προτιμά ωστόσο να τον ξαναδουλέψει προσαρμόζοντάς τον στις νέε αναλύσεις για τη δικαιοσύνη και την φιλοσοφική ζωή, που περιλαμβάνει η Πολιτεία. Και να ακολουθήσει αυτό που ήδη έκανε στον Γοργία και τον Φαίδωνα, να κλείσει δηλαδή τελετουργικά έναν ηθικό διάλογο με έναν μύθο που δικαιώνει τους ηθικούς και τους δικαίους. Τα ίχνη ωστόσο της συρραφής του υλικού παραμένουν στην Πολιτεία ευδιάκριτα.
--------------------------------
[1] Το όνομα Ηρ δεν συναντάται αλλού στην αρχαία ελληνική γραμματεία και, κατά την Σούδα, είναι εβραϊκό.

[2] Ο Γλαυκών δείχνει να έχει ξεχάσει όσα ειπώθηκαν για τη σχέση του λογιστικού μέρους της ψυχής με τις αιώνιες Ιδέες και δηλώνει ότι πρώτη φορά ακούει ότι η ψυχή είναι αθάνατη (608d). Ο Σωκράτης τότε προσφέρει μια «απόδειξη» της αθανασίας της ψυχής (608e-611a), η οποία δικαίως έχει χαρακτηριστεί αδύναμη και η οποία αναιρεί την τριχοτόμηση της ψυχής.

[3] Η αποδοκιμασία του Friedlander (Platon, τομ. 3, Βερολίνο 1960, 120) είναι χαρακτηριστική: «είναι ένα χωρίο που θα μπορούσε να χαλάσει σε κάποιον τη διάθεσή του για τον Πλάτωνα, αν θα έπρεπε να το εκλάβει κατά γράμμα», (αναφέρεται στα σχόλια του Σκουτερόπουλου στο Πλάτων, Πολιτεία, εισ. σημείωμα, μετάφραση, ερμ. σημειώματα Ν.Μ. Σκουτερόπουλος. Αθήνα 2002. 912).

[4] Kersting, W., Platons «Stoat», Ντάρμσταντ 1999, 323.

[5] Annas, J., An Introduction to Plato’s Republic. Οξφόρδη 1981, 353.

[6] Βλ., λ.χ., την αξιολόγηση της Annas, ό.π.: «Ο μύθος του Ηρός είναι μια επώδυνη έκπληξη ή χυδαιότητά του μας υποβιβάζει στο επίπεδο του Κέφαλου, όπου παίρνει κανείς τη δικαιοσύνη σοβαρά μόνο όταν αρχίζει να σκέφτεται την κόλαση» (349).

[7] Το σημαντικό είναι ότι, ενώ για χρόνια κανείς δεν ενδιαφερόταν για αυτά τα θέματα, σήμερα έχει ανοίξει ένας νέος τομέας έρευνας που ίσως αποδώσει σύντομα καρπούς. Βλ. Philip. J.A, «The Platonic Corpus». Phoenix 24. 1970. 296-308, Thesleff. H., Studies in Platonic Chronology. Ελσίνκι 1982, Nails, D., Agora, Academy and the Conduct of Philosophy. Ντόρντρεχτ 1995 και Kahn, C.H.. Plato and the Socratic Dialogue, Καίμπριτζ 1996.

[8] Για μια σύνοψη βλ. Nails, D.. The People of Plato. Ινδιανάπολις 2002. 324-326.

[9] Σε όλους τους μύθους υπάρχει μετά θάνατον κρίση από δικαστές σε κάποιον άγνωστο τόπο, σε κάποιο σταυροδρόμι, τιμωρία και ανταμοιβή ανάλογα με την επίγεια ζωή. Η χειρότερη τιμωρία αναμένει πάντοτε τον τύραννο, τον ασεβή και τον πατροκτόνο. η μεγαλύτερη ανταμοιβή τον δίκαιο, τον ευσεβή, τον φιλόσοφο. Σε όλους τίθεται εμμέσως ή αμέσως το ερώτημα για την αλήθεια ή το ψεύδος τέτοιου είδους διηγήσεων, ερώτημα που καταλήγει σε μια προσεκτική δήλωση κατ’ αρχήν αποδοχής της χρησιμότητας και της αληθοφάνειάς τους. Στους τρεις από τους μύθους (όχι στο μύθο του Γοργία) υπάρχει δυνατότητα μετενσάρκωσης της ψυχής σε νέο σώμα και νέα μορφή ζωής. Στους ίδιους αυτούς μύθους, υπάρχει στενή σύνδεση της εσχατολογικής και της κοσμολογικής αφήγησης. Οι ψυχές στη μετά θάνατον διαδρομή τους έρχονται σε επαφή με κοσμικά μυστικά.

[10] Είναι προφανές ότι η θεατρική μορφή των πλατωνικών διαλόγων δεν επιτρέπει άμεσες αν φορές σε άλλα πλατωνικά κείμενα ή σε κείμενα άλλων.

[11] Στον Γοργία οι δικαστές κατονομάζονται (είναι ο Αιακός, ο Ραδάμανθυς και ο Μίνωας), ενώ στους άλλους μύθους είναι ανώνυμοι. Το απλό σταυροδρόμι του Γοργία, μετασχηματίζεται σε διαφορετικές κοίτες υπόγειων ποταμών στον Φαίδωνα, και σε ουράνια και επίγεια χάσματα στην Πολιτεία.

[12] Στον Γοργία οι άδικοι πηγαίνουν στον Τάρταρο και οι δίκαιοι στις νήσους των Μακάρων. Στον Φαίδωνα οι δίκαιοι ακολουθούν τον υπόγειο ποταμό Αχέροντα, ενώ οι άδικοι ρίχνονται στον Τάρτα­ρο, απ’ όπου μερικοί εξέρχονται ακολουθώντας άλλους υπόγειους ποταμούς. Στην Πολιτεία οι δίκαιοι πηγαίνουν στον ουρανό και οι άδικοι στον Κάτω Κόσμο.

[13] Στον Γοργία δεν λέγεται απολύτως τίποτε για το είδος της ανταμοιβής των δικαίων. Στην Πολιτεία η ανταμοιβή των δικαίων έγκειται στη δυνατότητά τους να αντικρίζουν για χίλια χρόνια την «απερίγραπτη ομορφιά» του ουρανού (615α). Στον Φαίδωνα οι δίκαιοι φθάνουν σε μια «καθαράν οἴκησιν» στην επιφάνεια της Γης (114cl). όπου απολαμβάνουν τιμές ανάλογες με τις δίκαιες πράξεις τους (113d). Επιπλέον στον Φαίδωνα γίνεται νύξη και για την οριστική κάθαρση των ψυχών και την απαλλαγή τους από τον κύκλο των μετενσαρκώσεων (114c).

[14] Το παλιό βιβλίο του W.K.C. Guthrie (Orpheus and Greek Religion, 2η έκδ., Καιμπριτζ 1952) είναι πάντα πολύτιμο. Γ ια πρόσφατες αποτιμήσεις βλ. Mattei, J.-F.. Platon et le miroir du my the, κεφ. 5 και 6, Παρίσι 1996, Morgan, L.M., «Plato and Greek Religion», 227-247 στο Kraut. R. (επιμ.Χ The Cambridge Companion to Plato. Καίμπριτζ 1992.

[15] Είναι χαρακτηριστικό ότι στον πρώιμο Γοργία όπου δεν έχει αναπτυχθεί η ιδέα της αθανασίας της ψυχής, ο Σωκράτης αναγκάζεται ξαφνικά να ορίσει τον θάνατο ως χωρισμό της ψυχής από το σώμα, πριν περάσει στις λεπτομέρειες της κρίσης των ψυχών (524b).

[16] Γοργίας 522e. Πρβ. Φαίδων 114c κ.ε.

[17] Στον Φαίδωνα τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα, αφού όλος ο διάλογος αφιερώνεται στην αθανασία της ψυχής και το μυστικιστικό στοιχείο είναι έντονο. Και πάλι όμως γίνεται άμεση σύνδεση της μεταθανάτιας μοίρας με την επίγεια δικαιοσύνη και αδικία.

[18] Θεογονία 901-06.

[19] Πολιτεία 616c4-617dl. Η μετάφραση είναι δική μου. όπως δικές μου προσθήκες είναι και οι αριθμοί στα πέντε στοιχεία που απομονώνω.

[20] Στον μεταγενέστερο Τίμαιο ο Πλάτων θα αναφερθεί, εκτός του Ήλιου και της Σελήνης, στο «επονομαζόμενο ιερό άστρο του Ερμή» και στον «εωσφόρον» (την Αφροδίτη) (38d). Όλα τα ονόματα των πλανητών καταγράφονται για πρώτη φορά στην Επινομίδα. Για την ιστορία των ονομάτων των πλανητών στην αρχαία γραμματεία βλ. Cumont, F., «Les noms des planetes et l’ astrolatrie chez les Grecs», Antiquite Classique 4. 1935. 5-43.

[21] Η κεντρική θέση της Γης, το σφαιρικό σχήμα και η ακινησία της έχουν συμπεριληφθεί και c κοσμολογικό μύθο του Φαίδωνα. Η ακινησία της Γης έχει στηριχθεί στην επανάληψη του αναξιμάδρειου επιχειρήματος ότι σε ένα ουδέτερο σύμπαν το σώμα που καταλαμβάνει το κέντρο δεν έχει κανέναν λόγο να κινηθεί πάνω ή κάτω, δεξιά ή αριστερά (109a).

[22] 22. Για τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης της αρχαίας ελληνικής αστρονομίας βλ. Heath, T.L., Aristarchus of Samos, Οξφόρδη 1913. και κυρίως Dicks, D.R.. Η Πρώιμη Ελληνική Αστρονομία, μτφ. από τα αγγλικά, Αθήνα 1991.

[23] Αριστοτέλους, Περί ουρανού 290b. Μετά τα φυσικά 986a3. Πλάτωνος. Πολιτεία 530de.

[24] Βλ. Κάλφας. Β., «Η πλατωνική αστρονομία», 151-73 στην «Εισαγωγή» στο Πλάτων, Τίμαιος, Αθήνα 1995.

[25] Έχω αναπτύξει αυτή τη θέση στο «Plato’s “real” Astronomy and the Myth of Er», Elenchos, 17, 1996.

[26] Ίσως δεν είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι η παράδοξη μεταφορά Ήλιου-Ιδέας του Αγαθού (και όρασης-νόησης) διατρέχει τα κεντρικά βιβλία της Πολιτείας.

[27] Η κυριότερη ανωμαλία στην κίνηση των πλανητών είναι ότι δεν κινούνται καν σταθερά στην αντίστροφη τροχιά τους. Αυξομειώνουν την ταχύτητά τους και ορισμένοι από αυτούς κάποια στιγμή αντιστρέφουν και την ίδια τη φορά της κίνησής τους. Τα φαινόμενα αυτά δεν αναφέρονται από τον Πλάτωνα. Η δύσκολη επομένως πρόταση «τρίτον δέ φορά ἰέναι ὡς σφίσι φαίνεσθαι ἐπανακυκλούμενον τόν τέταρτον [τον Αρη]» (617Μ-2) είναι πολύ απίθανο να αναφέρεται στην αναδρομική κίνηση του Άρη. (Όπως την ερμηνεύει ο Βλαστός στο Vlastos, G., Plato's Universe, Οξφόρδη 1975. 106). Κατά τη γνώμη μου, η μόνη εύλογη λύση είναι ότι ο Πλάτων αναφέρεται στην «πραγματική» αντίθετη περι­φορά των πλανητών, την ἐναντία τῷ ὅλῳ (617a7) κίνηση, την αντίστροφη στην περιφορά του εξώτατου κύκλου που αναπαριστά τη σφαίρα των απλανών.

[28] Ενώ οι απλανείς συμπληρώνουν μια περιστροφή 360 μοιρών κάθε 24ωρο η Σελήνη καλύπτει στο ίδιο διάστημα και στην ίδια κατεύθυνση μόνο 348 μοίρες, αφού υποτίθεται ότι εκτελεί μια σχετικά γρήγορη περιστροφή προς την αντίθετη κατεύθυνση (σε ένα σεληνιακό μήνα κλείνει μια a πλήρη περιστροφή, δηλαδή κινείται με αυτόνομη ταχύτητα 12 περίπου μοιρών το 24ωρο).

[29] Θα έπρεπε βεβαίως κανείς να εξετάσει αν όλα τα χαρακτηριστικά που επιλέγει ο Πλάτων ναι βεβαιωμένα - πράγμα που μοιάζει απίθανο τουλάχιστον για τους πιο μακρινούς πλανήτες. Το δάνειο πάλι από τον Ήλιο φως της Σελήνης δεν είναι προϊόν άμεσης παρατήρησης. Παρ’ όλα αυτά δεν αναιρείται ο εμπειρικός χαρακτήρας των χρωμάτων των πλανητών.

[30] Πολιτεία 528d5-530c3. Στη μετάφραση ο πλάγιος λόγος έχει μετατραπεί σε ευθύ.

[31] 529a, «ὡς μέν νῦν αὐτήν μεταχειρίζονται οἱ εἰς φιλοσοφίαν ἀνάγοντες».

[32] 530b7, «τάδ’ ἐν τῷ οὐρανῷ ἐάσομεν».

[33] Για την αστρονομική θεωρία του Δημόκριτου βλ. Burkert. W., Lore and Science in ancient Pythagorianism, Καίμπριτζ Μασσ. 1972, 330 κ.ε.

[34] 47al-b2. «Θεωρώ ότι η όραση είναι η αιτία του μεγαλύτερου μας κέρδους, γιατί αν δεν βλέπαμε ούτε τα άστρα ούτε τον Ήλιο ούτε τον ουρανό, όλα αυτά που λέμε τώρα για το σύμπαν θα ήταν αδύνατο να ειπωθούν. Ενώ τώρα η παρατήρηση της μέρας και της νύχτας, των μηνών, της εναλλαγής των ετών, των ισημεριών και των τροπικών, μας έδωσε την έννοια του χρόνου και μας ώθησε στη διερεύνηση της φύσης του σύμπαντος. Από αυτήν την πηγή αντλήσαμε τη φιλοσοφία, το μεγαλύτερο αγαθό που δώρισαν ή θα δωρίσουν ποτέ οι θεοί στους θνητούς ανθρώπους».

[35] Τις παραθέτω εν συντομία: Λόξωσις της Εκλειπτικής (36b8-9), επτά διακριτές τροχιές των πλανητών (36d), ανάδρομες κινήσεις, επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις (39d9. 40b6. 40c5). ίση περίοδος περιφοράς Ήλιου, Ερμή και Αφροδίτης, αλλά διαδοχικές αμοιβαίες προσπεράσεις (36d5, 38d3-6), αναφορά στις διαφορετικές φαινομενικές ταχύτητες των πλανητών (39a4-5, 39b2-3).

[36] Πολιτεία 531c.

[37] Η ομορφιά, η καλή καταγωγή, η αγωνιστικότητα και τα αντίθετά τους, ο πλούτος και η φτώ­χεια, η υγεία και η αρρώστια (618ab).

[38] Αυτό σημαίνει ότι η ανταμοιβή μιας δίκαιης ζωής μπορεί να έχει προέλθει και από τύχη. αν ο κρινόμενος κατά «την προηγούμενη ζωή του έζησε σε μια κοινωνία οργανωμένη καλά, και είχε γευτεί την αρετή από συνήθεια και όχι από τη σχέση του με τη φιλοσοφία» (619cd).

[39] 620a2, «κατά συνήθειαν γάρ τοῦ προτέρου βίου τά πολλά αἰρεῖσθαι».

[40] Στην εσχατολογία του Τίμαιου, που είναι λιγότερο μυθολογική, η μεταθανάτια τιμωρία απουσιάζει και μένει μόνο η εξάρτηση του μελλοντικού βίου από τα σφάλματα και τις παρεκκλίσεις της προηγούμενης ζωής (41d κ.ε).

[41] Και στο 3ο βιβλίο της Πολιτείας ο Πλάτων μέμφεται τους ποιητές που καλλιεργούν με την ποί­ησή τους τον φόβο του θανάτου (386a κ.ε).

[42] 621a, «τούς δέ φρονήσει μή σωζωμένους πλέον πίνειν τοῦ μέτρου· τον δε ἀεί πίοντα πάντων ἐπιλανθάνεσθαι».

[43] Βλ. Guthrie ό.π.. 177-78. Mattei ό.π.. 145 κ.ε.

[44] Με τον ένα ή άλλον τρόπο η θέση αυτή υποστηρίζεται στον Μένωνα, στον Φαίδωνα και στο Φαίδρο

[45] Μένων 81d, «τό γάρ ζητεῖν ἄρα καί το μανθάνειν ἀνάμνησις ὅλον ἐστίν». Πρβλ. Φαίδρος 249b

[46] Βλ. Φαίδρος 248e-249b. Αν εξαιρέσει κανείς το κοσμικό αδράχτι, όλα τα άλλα στοιχεία του μύθου του Ηρός ενσωματώνονται στον αντίστοιχο μύθο.

[47] 247c, «ἡ γάρ ἀχρώματός τε καί ἀσχημάτιστος καί ἀναφής οὐσία ὄντως οὖσα. Ψυχῆς κυβερνήτῃ μόνῳ θεατῇ νῷ, περί ἥν τό ταῆς ἀληθοῦς ἐπιστήμης γένος, τοῦτον ἔχει τόν τόπον».

[48] 247d, «ἐπιστήμῃ ἀκηράτῳ τρεφομένη». Πρβλ. 248b. Ο Πλάτων σε όλο τον μύθο του Φαιδρού χρησιμοποιεί τη μεταφορά της τροφής, αντιδιαστέλλοντας τη νοητή τροφή των Ιδεών, που τρέφει και τα «φτερά» της ψυχής, με την «δοξαστήν τροφήν» (248b) των αισθήσεων. Οι ψυχές έλκονται από τη φύση τους προς τα επάνω για να «δουν την πεδιάδα της αλήθειας» και να «βοσκήσουν» από τον υπερουράνιο λειμώνα (248bc). Υπενθυμίζουμε ότι αναφορά σε λειμώνα, σε μέρος δηλαδή όπου οι ψυχές τρέφονται από κάποια πνευματική τροφή, γίνεται τόσο στον μύθο του Ηρός όσο και στον κοσμολογικό μύθο του Γοργία (524a2).

[49] «Δεῖ γάρ ἄνθρωπον ξυνιέναι κατ’ εἶδος λεγόμενον, ἐκ πολλῶν ἰόν αἰσθήσεων εἰς ἐν λογισμῷ ξυναιρούμενον» (249b). Η διαλεκτική ορίζεται σαφέστερα στον Φαίδρο από ό, τι στην Πολιτεία, ως η μέθοδος της συναγωγής και της διαίρεσης των ειδών.

[50] Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο στον Τίμαιο (34a) όσο και στους Νόμους (898a) ο Πλάτων συνδέει την ομαλή περιστροφική κίνηση με την «κίνηση» του νου και της φρόνησης.

[51] Είναι χαρακτηριστικό ότι. όταν στο 6ο βιβλίο γίνεται μια ξαφνική αναφορά στη μετά θάνατον ζωή (498c), μια αναφορά που προοικονομεί τον μύθο του Ηρός. η συζήτηση έρχεται αυτομάτως στον Θρασύμαχο, ο οποίος ως τότε είχε εντελώς ξεχαστεί.

[52] Στηρίζονται στα διαφορετικά πρόσωπα που συζητούν με τον Σωκράτη (Κέφαλος, Πολέμαρχος. Θρασύμαχος στο 1ο βιβλίο, Γλαύκων και Αδείμαντος στα άλλα εννέα), στη θεματολογία του 1ου βιβλίου, στον τρόπο που διεξάγεται η συζήτηση, στον αποκλειστικά ελεγκτικό ρόλο του Σωκράτη, στα πορίσματα τέλος της στυλομετρικής ανάλυσης.